EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CJ0419

Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 22ας Ιανουαρίου 2015.
Art & Allposters International BV κατά Stichting Pictoright.
Αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Πνευματική ιδιοκτησία — Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα — Οδηγία 2001/29/ΕΚ — Άρθρο 4 — Δικαίωμα διανομής — Κανόνας περί αναλώσεως — Έννοια του «αντικειμένου» — Μεταφορά της εικόνας ενός προστατευομένου έργου από χάρτινη αφίσα σε καμβά ζωγραφικής — Αντικατάσταση του υλικού φορέα — Συνέπεια ως προς την ανάλωση.
Υπόθεση C-419/13.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2015:27

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 22ας Ιανουαρίου 2015 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Πνευματική ιδιοκτησία — Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα — Οδηγία 2001/29/ΕΚ — Άρθρο 4 — Δικαίωμα διανομής — Κανόνας περί αναλώσεως — Έννοια του “αντικειμένου” — Μεταφορά της εικόνας ενός προστατευομένου έργου από χάρτινη αφίσα σε καμβά ζωγραφικής — Αντικατάσταση του υλικού φορέα — Συνέπεια ως προς την ανάλωση»

Στην υπόθεση C‑419/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 12ης Ιουλίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουλίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης,

Art & Allposters International BV

κατά

Stichting Pictoright,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τετάρτου τμήματος, K. Jürimäe (εισηγήτρια), M. Safjan και A. Prechal, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Μαΐου 2014,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Art & Allposters International BV, εκπροσωπούμενη από τους T. Cohen Jehoram και P. N. A. M. Claassen, advocaten,

η Stichting Pictoright, εκπροσωπούμενη από τους M. Van Heezik, A. M. van Aerde και E. J. Hengeveld, advocaten,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και F.‑X. Bréchot,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη V. Kaye, επικουρούμενης από τον N. Saunders, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την J. Samnadda και τον F. Wilman,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Art & Allposters International BV (στο εξής: Allposters) και της Stichting Pictoright (στο εξής: Pictoright) σχετικά με ενδεχόμενη προσβολή, εκ μέρους της Allposters, των δικαιωμάτων του δημιουργού που εκμεταλλεύεται η Pictoright, προκύπτουσα από τη μεταφορά των εικόνων των προστατευμένων έργων από χάρτινη αφίσα σε καμβά ζωγραφικής και την πώληση των εικόνων αυτών επί του νέου αυτού φορέα.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

Η Συνθήκη του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία

3

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) συνήψε στη Γενεύη, στις 20 Δεκεμβρίου 1996, τη Συνθήκη του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία (στο εξής: Συνθήκη του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία). Η Συνθήκη αυτή εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ L 89, σ. 6).

4

Η εν λόγω Συνθήκη προβλέπει στο άρθρο της 1, παράγραφος 4, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμμορφώνονται με τα άρθρα 1 έως 21 της Συμβάσεως για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, που υπογράφηκε στη Βέρνη στις 9 Σεπτεμβρίου 1886 (Πράξη των Παρισίων της 24ης Ιουλίου 1971), ως έχει μετά την τροποποίηση της 28ης Σεπτεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση της Βέρνης).

5

Το άρθρο 6 της Συνθήκης του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, που επιγράφεται «Δικαίωμα διανομής», ορίζει τα ακόλουθα:

«1)   Οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν τη διάθεση στο κοινό του πρωτοτύπου και των αντιτύπων των έργων τους μέσω πώλησης ή άλλης μεταβίβασης της κυριότητας.

2)   Καμία διάταξη της παρούσας συνθήκης δεν θίγει την ελευθερία των συμβαλλομένων μερών να θεσπίσουν, ενδεχομένως, τους όρους υπό τους οποίους επέρχεται η ανάλωση του δικαιώματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μετά την πρώτη πώληση ή άλλη μεταβίβαση της κυριότητας του πρωτοτύπου ή αντιτύπων του έργου με την άδεια του δημιουργού.»

Η Σύμβαση της Βέρνης

6

Το άρθρο 12 της Συμβάσεως της Βέρνης, που επιγράφεται «Δικαίωμα προσαρμογής, διαρρυθμίσεως και άλλης μετατροπής», ορίζει:

«Οι δημιουργοί λογοτεχνικών ή καλλιτεχνικών έργων έχουν το αποκλειστικόν δικαίωμα να επιτρέπουν τας προσαρμογάς, διαρρυθμίσεις και άλλας μετατροπάς των έργων των.»

Το δίκαιο της Ένωσης

7

Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 10, 28 και 31 της οδηγίας 2001/29 έχουν ως εξής:

«(9)

Εκτιμώντας τα ακόλουθα: Κάθε εναρμόνιση του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει να βασίζεται σε υψηλό επίπεδο προστασίας, διότι τα εν λόγω δικαιώματα είναι ουσιώδη για την πνευματική δημιουργία […]

(10)

Για να συνεχίσουν τη δημιουργική και καλλιτεχνική τους εργασία, οι δημιουργοί ή οι ερμηνευτές και εκτελεστές καλλιτέχνες πρέπει να λαμβάνουν εύλογη αμοιβή για τη χρήση των έργων τους, […]

[…]

(28)

Η προστασία του δικαιώματος του δημιουργού βάσει της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνει το αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διανομής έργων που ενσωματώνονται σε υλικό φορέα. Η πρώτη πώληση στην Κοινότητα του πρωτοτύπου του έργου ή των αντιγράφων του από τον φορέα του δικαιώματος ή με τη συναίνεσή του επιφέρει ανάλωση του δικαιώματος ελέγχου της μεταπώλησής τους στην Κοινότητα. Το δικαίωμα αυτό δεν θα πρέπει να αναλώνεται όταν το πρωτότυπο ή τα αντίγραφά του πωλούνται από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του εκτός Κοινότητας […]

[…]

(31)

Πρέπει να διατηρηθεί μια ισορροπία περί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών δικαιούχων, καθώς και μεταξύ αυτών και των χρηστών προστατευομένων αντικειμένων. Οι ισχύουσες στα κράτη μέλη εξαιρέσεις και περιορισμοί στα δικαιώματα πρέπει να επανεξεταστούν υπό το πρίσμα του νέου ηλεκτρονικού περιβάλλοντος. Οι υφιστάμενες διαφορές ως προς τις εξαιρέσεις και τους περιορισμούς ορισμένων πράξεων που υπόκεινται σε άδεια του δικαιούχου θίγουν άμεσα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων οι εν λόγω διαφορές είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθούν με την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης των έργων πέρα από τα σύνορα και των διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, οι εν λόγω εξαιρέσεις και περιορισμοί θα πρέπει να εναρμονισθούν περισσότερο. Ο βαθμός της εναρμόνισής τους θα πρέπει να εξαρτηθεί από τις επιπτώσεις τους στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.»

8

Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Δικαίωμα διανομής»:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν, την άμεση ή έμμεση, προσωρινή ή μόνιμη αναπαραγωγή με οποιοδήποτε μέσο και μορφή, εν όλω ή εν μέρει:

α)

στους δημιουργούς, όσον αφορά τα έργα τους,

[…]».

9

Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Δικαίωμα διανομής», προβλέπει:

«1.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή μέσω πώλησης ή άλλως.

2.   Το δικαίωμα διανομής του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων ενός έργου εντός της Κοινότητας αναλώνεται μόνο εάν η πρώτη πώληση ή η κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του έργου αυτού εντός της Κοινότητας πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.»

Το ολλανδικό δίκαιο

10

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο με τα άρθρα 1 και 12, παράγραφος 1, 1°, του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία (Auteurswet), της 23ης Σεπτεμβρίου 1912 (στο εξής: νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία):

11

Το άρθρο 1 του εν λόγω νόμου ορίζει:

«Ως δικαίωμα του δημιουργού νοείται το αποκλειστικό δικαίωμα του δημιουργού λογοτεχνικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου και όσων έλκουν δικαίωμα από αυτούς για διάθεση στο κοινό ή αναπαραγωγή του έργου αυτού, με την επιφύλαξη των περιορισμών που ορίζει ο νόμος.»

12

Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου:

«Ως δημοσίευση λογοτεχνικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου νοείται μεταξύ άλλων:

η δημοσίευση αναπαραγωγής του έργου, εν όλω ή εν μέρει […]».

13

Το άρθρο 12b του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία, το οποίο αφορά τη μεταφορά του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 στο εθνικό δίκαιο, έχει ως εξής:

«Εφόσον ένα αντίγραφο λογοτεχνικού, επιστημονικού ή καλλιτεχνικού έργου τεθεί σε κυκλοφορία με μεταβίβαση της κυριότητας για πρώτη φορά σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου συμβαλλόμενου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο κράτους (ΕΟΧ) από τον δημιουργό του ή από όσους έλκουν δικαιώματα από αυτόν ή με τη συγκατάθεσή του, η θέση σε κυκλοφορία του εν λόγω αντιγράφου υπό άλλη μορφή, εξαιρουμένης της ενοικίασης ή του δανεισμού, δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14

Η Pictoright είναι ολλανδική εταιρία συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας η οποία προασπίζεται τα συμφέροντα των κληρονόμων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας οι οποίοι είναι μέλη της. Προασπίζεται, επίσης, στις Κάτω Χώρες, τα συμφέροντα αλλοδαπών καλλιτεχνών και των κληρονόμων τους δυνάμει συμβάσεων που συνήφθησαν με οντότητες της αλλοδαπής έχουσες το ίδιο αντικείμενο. Η Pictoright έχει εντολή να εκμεταλλεύεται τα δικαιώματα του δημιουργού επ’ ονόματι των δικαιούχων τους μεταξύ άλλων χορηγώντας άδειες και ενεργώντας κατά των παραβιάσεων των δικαιωμάτων αυτών.

15

Η Allposters εμπορεύεται, μέσω διαδικτύου, αφίσες και άλλα αντίγραφα έργων διάσημων ζωγράφων, τα οποία αφορούν τα δικαιώματα του δημιουργού που εκμεταλλεύεται η Pictoright. Η Allposters προτείνει, μεταξύ άλλων, στους πελάτες της αντίγραφα υπό μορφή αφίσας, κορνιζαρισμένης αφίσας, αφίσας σε ξύλο ή σε καμβά ζωγραφικής. Στην τελευταία περίπτωση, η χάρτινη αφίσα η οποία απεικονίζει το επιλεγέν έργο καλύπτεται με ένα (ελασματοποιημένο) πλαστικό στρώμα. Στη συνέχεια, η εικόνα της αφίσας μεταφέρεται σε καμβά μέσω χημικής μεθόδου. Τέλος, ο καμβάς απλώνεται σε ξύλινο πλαίσιο. Μετά τη διαδικασία αυτή, η εικόνα του έργου έχει εξαφανιστεί από τη χάρτινη επιφάνεια. Η Allposters χαρακτηρίζει τη μέθοδο αυτή και το αποτέλεσμά της ως «μεταφορά σε καμβά».

16

Η Pictoright αντιτάχθηκε στην πώληση των μεταφορών σε καμβά που αναπαράγουν έργα προστατευόμενα από τα δικαιώματα του δημιουργού άνευ συναινέσεως των πελατών της, οι οποίοι είναι κάτοχοι των εν λόγω δικαιωμάτων του δημιουργού, και ζήτησε από την Allposters να παύσει τη δραστηριότητα αυτή απειλώντας την ότι θα τη διώξει δικαστικώς.

17

Επειδή η Allposters δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό, η Pictoright άσκησε κατά αυτής αγωγή ενώπιον του Rechtbank Roermond (πρωτοδικείου του Roermond) με αίτημα την παύση κάθε είδους προσβολής, άμεσης ή έμμεσης, των δικαιωμάτων του δημιουργού και των ηθικών δικαιωμάτων των κατόχων των δικαιωμάτων αυτών.

18

Με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2010, το Rechtbank Roermond απέρριψε την αγωγή αυτή. Στη συνέχεια, η Pictoright άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Gerechtshof te 's-Hertogenbosch (εφετείο του Hertogenbosch) το οποίο, με απόφαση της 3ης Ιανουαρίου 2012, ακύρωσε την εν λόγω απόφαση και έκανε δεκτά τα περισσότερα από τα αιτήματα της Pictoright.

19

Κατά το εφετείο αυτό, η πώληση αφίσας ή καμβά που αναπαράγουν καλλιτεχνικό έργο συνιστά διάθεση στο κοινό κατά την έννοια του ολλανδικού δικαίου. Συγκεκριμένα, από την απόφαση του Hoge Raad der Nederlanden, της 19ης Ιανουαρίου 1979 (NJ 1979/412, Poortvliet), προκύπτει ότι υπάρχει νέα διάθεση στο κοινό, κατά το άρθρο 12 του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία, όταν το αντίγραφο του έργου που έχει κυκλοφορήσει στο εμπόριο από τον κάτοχο των δικαιωμάτων διανέμεται στο κοινό υπό άλλη μορφή, καθόσον ο εμπορευόμενος τη νέα αυτή μορφή του εν λόγω αντιγράφου έχει νέες δυνατότητες εκμεταλλεύσεως (στο εξής: νομολογία Poortvliet). Το Gerechtshof te 's-Hertogenbosch, αφού διαπίστωσε ότι η χάρτινη αφίσα, η οποία έχει τεθεί στο εμπόριο με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, υπέστη ριζική αλλαγή προσφέρουσα στην Allposters νέες δυνατότητες εκμεταλλεύσεως, καθόσον η αλλαγή αυτή της παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει υψηλότερες τιμές και να στραφεί σε διαφορετική ομάδα-στόχο, έκρινε ότι η εμπορία μεταφορών σε καμβά αποτελεί νέα διάθεση η οποία, βάσει του εθνικού δικαίου, απαγορεύεται και απέρριψε το επιχείρημα της Allposters το οποίο αντλείται από ανάλωση του δικαιώματος διανομής.

20

Η Allposters άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, τη λυσιτέλεια της νομολογίας Poortvliet, καθώς και την ερμηνεία που δόθηκε στις έννοιες της «αναλώσεως» και «διαθέσεως στο κοινό», οι οποίες, κατά την άποψή της, έχουν εναρμονιστεί εντός της Ένωσης. Η Allposters φρονεί ότι υπάρχει ανάλωση του δικαιώματος διανομής κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29, σε περίπτωση διανομής έργου ενσωματωμένου σε υλικό αντικείμενο, εφόσον το αντικείμενο αυτό τίθεται προς πώληση από τον κάτοχο του δικαιώματος του δημιουργού ή με τη συγκατάθεσή του. Ενδεχόμενη μεταγενέστερη μετατροπή του αντικειμένου αυτού δεν έχει καμία συνέπεια ως προς την ανάλωση του δικαιώματος διανομής. Αντιθέτως, η Pictoright διατείνεται ότι, ελλείψει εναρμονίσεως του δικαιώματος προσαρμογής στο δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας της Ένωσης, η νομολογία Poortvliet ισχύει ή τουλάχιστον συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης.

21

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Διέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2001/29 το ζήτημα αν ο κάτοχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του διανομής όσον αφορά την αναπαραγωγή προστατευόμενου έργου το οποίο πωλήθηκε και παραδόθηκε εντός του ΕΟΧ από τον κάτοχο αυτόν ή με τη συγκατάθεσή του, όταν η αναπαραγωγή αυτή υπέστη στη συνέχεια μετατροπή ως προς τη μορφή της και τέθηκε εκ νέου στο εμπόριο υπό τη μορφή αυτή;

2)

α) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, έχει το γεγονός ότι πρόκειται για μετατροπή, όπως αναφέρεται στο ερώτημα 1, σημασία για την απάντηση στο ερώτημα εάν εμποδίζεται ή διακόπτεται η ανάλωση υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 για το δικαίωμα του δημιουργού;

β)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2(α), ποια κριτήρια πρέπει να εφαρμοστούν για να καθοριστεί ότι πρόκειται για μετατροπή της μορφής μιας αναπαραγωγής εμποδίζουσα ή διακόπτουσα την ανάλωση υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 για το δικαίωμα του δημιουργού;

γ)

Καθιστούν τα κριτήρια αυτά δυνατή την εφαρμογή του κριτηρίου που διαμορφώθηκε στο ολλανδικό εθνικό δίκαιο, κατά το οποίο δεν πρόκειται πλέον για ανάλωση απλώς και μόνο λόγω του ότι ο μεταπωλητής έδωσε άλλη μορφή στις αναπαραγωγές και τις διένειμε υπό τη μορφή αυτή στο κοινό (Hoge Raad, 19 Ιανουαρίου 1979, NJ 1979/412, Poortvliet);»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

22

Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, περιορίζεται στην εξέταση των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης χωρίς να μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συμβατού του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της νομολογίας των κρατών μελών με το δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις Triveneta Zuccheri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑347/87, EU:C:1990:129, σκέψη 16, καθώς και Schwarz, C‑321/07, EU:C:2009:104, σκέψη 48).

23

Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί το ζήτημα αν ο κανόνας περί αναλώσεως του δικαιώματος διανομής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία η αναπαραγωγή προστατευόμενου έργου, αφού διατέθηκε στο εμπόριο στην Ένωση με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, υποβλήθηκε σε διαδικασία μετατροπής του υλικού φορέα της, ειδικότερα σε μεταφορά της επί χάρτινης αφίσας αναπαραγωγής σε καμβά, και διατέθηκε εκ νέου στην αγορά υπό τη νέα της μορφή.

24

Προκαταρκτικώς, παρατηρείται ότι η Pictoright φρονεί ότι, λόγω των ουσιωδών μετατροπών τις οποίες υπέστησαν οι αφίσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μεταφοράς σε καμβά αναπαραγωγών των προστατευόμενων έργων, ο καμβάς αυτός συνιστά προσαρμογή των εν λόγω έργων, επί της οποίας δεν εφαρμόζεται το δικαίωμα διανομής. Η Pictoright διατείνεται ότι το δικαίωμα προσαρμογής στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν είναι εναρμονισμένο στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά διέπεται από το άρθρο 12 της Συμβάσεως της Βέρνης.

25

Συνεπώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι περιστάσεις της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/29.

26

Όσον αφορά το δικαίωμα προσαρμογής, είναι αληθές ότι το άρθρο 12 της Συμβάσεως της Βέρνης παρέχει στους δημιουργούς λογοτεχνικών ή καλλιτεχνικών έργων αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν προσαρμογές, τροποποιήσεις και άλλες μετατροπές των έργων τους και ότι καμία ισοδύναμη διάταξη δεν περιλαμβάνεται στην εν λόγω οδηγία.

27

Εντούτοις, χωρίς να απαιτείται η ερμηνεία της έννοιας της «προσαρμογής», κατά το εν λόγω άρθρο 12, αρκεί η διαπίστωση ότι τόσο η χάρτινη αφίσα όσο και η μεταφορά σε καμβά περιέχουν την εικόνα προστατευόμενου έργου και, επομένως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 ως αντίγραφα προστατευόμενου έργου που έχουν τεθεί στο εμπόριο στην Ένωση. Η διάταξη αυτή, δε, κατοχυρώνει το αποκλειστικό δικαίωμα των δημιουργών να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε μορφή διανομής στο κοινό, με πώληση ή με άλλον τρόπο, του πρωτοτύπου έργου τους ή αντιγράφων του.

28

Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι οι περιστάσεις της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας.

29

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του περί αναλώσεως κανόνα, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας προκύπτει ότι το δικαίωμα διανομής του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων ενός έργου αναλώνεται μόνο εάν η πρώτη πώληση ή η κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του έργου αυτού εντός της Ένωσης πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.

30

Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν καταλείπει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβλέπουν κανόνα περί αναλώσεως πλην του κανόνα περί αναλώσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή, καθόσον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2001/29, η απόκλιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της αναλώσεως του δικαιώματος διανομής δύναται να έχει άμεσες επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (βλ., συναφώς, απόφαση Laserdisken, C‑479/04, EU:C:2006:549, σκέψεις 24 και 56).

31

Στηριζόμενο στο γράμμα του ίδιου άρθρου 4, παράγραφος 2, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάλωση του δικαιώματος διανομής εξαρτάται από διττή προϋπόθεση, ήτοι, αφενός, η κυκλοφορία του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων του έργου να έχει γίνει από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του και, αφετέρου, η εν λόγω κυκλοφορία να έχει πραγματοποιηθεί εντός της Ένωσης (βλ. απόφαση Laserdisken, EU:C:2006:549, σκέψη 21).

32

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνομολογείται ότι οι αφίσες που αναπαράγουν προστατευόμενα έργα διάσημων ζωγράφων τα οποία αφορούν τα δικαιώματα δημιουργού, των οποίων οι κάτοχοι εκπροσωπούνται από την Pictoright, τέθηκαν σε κυκλοφορία στην αγορά στον ΕΟΧ με τη συγκατάθεση των εν λόγω δικαιούχων.

33

Εντούτοις, οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν, αφενός, επί του αν η ανάλωση του δικαιώματος διανομής καλύπτει το υλικό αντικείμενο στο οποίο έχει ενσωματωθεί το έργο ή το αντίγραφό του ή την προσωπική πνευματική δημιουργία του δημιουργού και, αφετέρου, επί του αν η μετατροπή του φορέα, όπως πραγματοποιήθηκε από την Allposters, έχει επιπτώσεις στην ανάλωση του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής.

34

Όσον αφορά, πρώτον, το αντικείμενο του δικαιώματος διανομής, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 κάνει μνεία της πρώτης πωλήσεως ή κατ’ άλλον τρόπο πρώτης μεταβιβάσεως της κυριότητας του «αντικειμένου αυτού».

35

Εξάλλου, κατά την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας αυτής, η «προστασία του δικαιώματος του δημιουργού κατ’ εφαρμογήν της [εν λόγω] οδηγίας καλύπτει το αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διανομής έργων που ενσωματώνονται σε υλικό φορέα». Κατά την ίδια αυτή αιτιολογική σκέψη η«πρώτη πώληση στην [Ένωση] του πρωτοτύπου του έργου ή των αντιγράφων του από τον φορέα του δικαιώματος ή με τη συναίνεσή του επιφέρει ανάλωση του δικαιώματος ελέγχου της μεταπώλησής τους στην [Ένωση]».

36

Ομοίως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο εμπορικής εκμεταλλεύσεως είτε μέσω δημοσίων παραστάσεων είτε μέσω αναπαραγωγής και θέσεως σε κυκλοφορία των υλικών υποθεμάτων επί των οποίων έχουν εγγραφεί (απόφαση FDV, C‑61/97, EU:C:1998:422, σκέψη 14 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

37

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, χρησιμοποιώντας τους όρους «υλικό αγαθό» και «το αντικείμενο αυτό», θέλησε να αφήσει στους δημιουργούς τον έλεγχο της πρώτης θέσεως στην αγορά της Ένωσης κάθε υλικού αντικειμένου το οποίο ενσωματώνει την πνευματική τους δημιουργία.

38

Όπως ορθώς επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το διεθνές δίκαιο, και μεταξύ άλλων, από τη Συνθήκη ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί η οδηγία 2001/29 στο μέτρο του δυνατού (βλ., συναφώς, αποφάσεις Laserdisken, EU:C:2006:549, σκέψεις 39 και 40· Peek & Cloppenburg, C‑456/06, EU:C:2008:232, σκέψεις 30 και 31· Football Association Premier League κ.λπ., C‑403/08 και C‑429/08, EU:C:2011:631, σκέψη 189, καθώς και Donner, C‑5/11, EU:C:2012:370, σκέψη 23).

39

Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω Συνθήκης ορίζει ότι οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν τη διάθεση στο κοινό του πρωτοτύπου και των αντιτύπων των έργων τους μέσω πωλήσεως ή άλλης μεταβιβάσεως της κυριότητας. Συναφώς, η σημασία του χαρακτηρισμού «αντίγραφο» διευκρινίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη με κοινή δήλωση που αφορά τα άρθρα 6 και 7 της ίδιας Συνθήκης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διπλωματική διάσκεψη της 20ής Δεκεμβρίου 1996, κατά τη διάρκεια της οποίας εγκρίθηκε η εν λόγω Συνθήκη. Κατά το γράμμα της δηλώσεως αυτής, «οι όροι “αντίτυπα” και “πρωτότυπα και αντίτυπα” σε σχέση με το δικαίωμα διανομής και το δικαίωμα μισθώσεως που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα αναφέρονται αποκλειστικά στα υλικά ενσωματωμένα αντίτυπα τα οποία μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία ως ενσώματα αντικείμενα».

40

Επομένως, διαπιστώνεται ότι η ανάλωση του δικαιώματος διανομής εφαρμόζεται στο υλικό αντικείμενο στο οποίο ενσωματώνεται προστατευόμενο έργο ή αντίγραφό του, αν αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία στην αγορά με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού.

41

Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί αν το γεγονός ότι το αντικείμενο, το οποίο τέθηκε σε εμπορία με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, υπέστη στη συνέχεια μετατροπές του υλικού του φορέα επηρεάζει την ανάλωση του δικαιώματος διανομής κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29.

42

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η επελθούσα μετατροπή συνίσταται στη μεταφορά σε καμβά ζωγραφικής της εικόνας καλλιτεχνικού έργου που απεικονίζεται επί χάρτινης αφίσας, μέσω της περιγραφείσας στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως διαδικασίας, η οποία καταλήγει στην αντικατάσταση του χάρτινου φορέα από καμβά. Από τις παρατηρήσεις των διαδίκων της κύριας δίκης προκύπτει ότι η τεχνική αυτή καθιστά δυνατή τη μακρόχρονη διατήρηση της αναπαραγωγής, τη βελτίωση της ποιότητας της εικόνας σε σχέση με την αφίσα και το προκύπτον αποτέλεσμα είναι εγγύτερο του πρωτοτύπου έργου.

43

Συναφώς, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Γαλλική Κυβέρνηση, διαπιστώνεται ότι αντικατάσταση του φορέα, όπως έγινε στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνεπάγεται τη δημιουργία νέου αντικειμένου που ενσωματώνει την εικόνα του προστατευμένου έργου, ενώ η αφίσα, αυτή καθαυτή, παύει να υφίσταται. Η μετατροπή αυτή του αντιγράφου του προστατευμένου έργου η οποία καθιστά το αποτέλεσμα εγγύτερο του πρωτοτύπου είναι ικανή να αποτελέσει στην πραγματικότητα νέα αναπαραγωγή του έργου αυτού, κατά το άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/29, το οποίο εμπίπτει στο αποκλειστικό δικαίωμα του δημιουργού και απαιτεί την άδειά του.

44

Εντούτοις, η Allposters υποστηρίζει ότι η μεταφορά σε καμβά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναπαραγωγή επειδή δεν υπάρχει πολλαπλασιασμός των αντιγράφων του προστατευόμενου έργου καθόσον η εικόνα έχει μεταφερθεί και δεν απεικονίζεται πλέον επί της χάρτινης αφίσας. Η Allposters εξηγεί ότι η μελάνη η οποία αναπαράγει το έργο δεν τροποποιήθηκε και το έργο ουδαμώς επηρεάστηκε καθεαυτό.

45

Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η μελάνη διατηρείται κατά τη διαδικασία της μεταφοράς δεν θίγει τη διαπίστωση ότι ο φορέας της εικόνας έχει αλλάξει. Το σημαντικό είναι το αν το τροποποιημένο αντικείμενο, εκτιμώμενο στο σύνολό του, είναι, καθεαυτό, από ουσιαστικής απόψεως, το αντικείμενο το οποίο διατέθηκε στην αγορά με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος. Τούτο δεν συντρέχει στην υπόθεση της κύριας δίκης.

46

Κατά συνέπεια, η συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού δεν αφορά τη διανομή αντικειμένου που ενσωματώνει το έργο του αν το αντικείμενο αυτό τροποποιήθηκε μετά την πρώτη θέση του σε εμπορία ούτως ώστε να αποτελεί νέα αναπαραγωγή του έργου αυτού. Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα διανομής του αντικειμένου αυτού αναλώνεται μόνον κατόπιν της πρώτης πωλήσεώς του ή της πρώτης μεταβιβάσεως της κυριότητας του νέου αυτού αντικειμένου με τη συγκατάθεση του κατόχου του εν λόγω δικαιώματος.

47

Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τον κύριο σκοπό της οδηγίας 2001/29 ο οποίος, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 της οδηγίας αυτής, συνίσταται στην καθιέρωση υψηλότερου επιπέδου προστασίας υπέρ, μεταξύ άλλων, των δημιουργών, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν εύλογη αμοιβή για τη χρήση των έργων τους (βλ. αποφάσεις SGAE, C‑306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 36· Peek & Cloppenburg, EU:C:2008:232, σκέψη 37, καθώς και Football Association Premier League κ.λπ., EU:C:2011:631, σκέψη 186).

48

Ωστόσο, από τα προβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης προκύπτει ότι οι κάτοχοι δικαιωμάτων του δημιουργού δεν συναίνεσαν, τουλάχιστον ρητώς, στη διανομή των μεταφορών σε καμβά. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του κανόνα της αναλώσεως του δικαιώματος διανομής θα στερούσε από τους εν λόγω δικαιούχους τη δυνατότητα να απαγορεύουν τη διανομή των αντικειμένων αυτών ή, σε περίπτωση διανομής, να απαιτούν προσήκουσα αμοιβή για την εμπορική εκμετάλλευση των έργων τους. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, για να είναι προσήκουσα, η αμοιβή αυτή πρέπει να είναι εύλογη σε σχέση με την οικονομική αξία της εκμεταλλεύσεως του προστατευόμενου αντικειμένου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Football Association Premier League κ.λπ., EU:C:2011:631, σκέψεις 107 έως 109). Όσον αφορά τις μεταφορές σε καμβά, οι διάδικοι της κύριας δίκης συνομολογούν ότι η οικονομική τους αξία υπερβαίνει κατά πολύ την αξία των αφισών.

49

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι ο κανόνας περί αναλώσεως του δικαιώματος διανομής δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία η αναπαραγωγή προστατευόμενου έργου, μετά τη διάθεσή του στο εμπόριο στην Ένωση με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, υποβλήθηκε σε διαδικασία αντικαταστάσεως του υλικού του φορέα, όπως η μεταφορά σε καμβά της επί χάρτινης αφίσας αναπαραγωγής, και διατέθηκε εκ νέου στην αγορά με τη νέα του μορφή.

Επί των δικαστικών εξόδων

50

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας έχει την έννοια ότι ο κανόνας περί αναλώσεως του δικαιώματος διανομής δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση κατά την οποία η αναπαραγωγή προστατευόμενου έργου, μετά τη διάθεσή του στο εμπόριο στην Ένωση με τη συγκατάθεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, υποβλήθηκε σε διαδικασία αντικαταστάσεως του υλικού του φορέα, όπως η μεταφορά σε καμβά της επί χάρτινης αφίσας αναπαραγωγής, και διατέθηκε εκ νέου στην αγορά με τη νέα του μορφή.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.

Top