EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CJ0351

Απόφαση του Δικαστηρίου (ένατο τμήμα) της 4ης Σεπτεμβρίου 2014.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας.
Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγία 1999/74/ΕΚ - Άρθρα 3 και 5, παράγραφος 2 - Εκτροφή ωοπαραγωγών ορνίθων - Μη διευθετημένοι κλωβοί - Απαγόρευση - Εκτροφή των ωοπαραγωγών ορνίθων σε κλωβούς που δεν πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπει η ως άνω οδηγία.
Υπόθεση C-351/13.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2150

  The HTML format is unavailable in your User interface language.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 4ης Σεπτεμβρίου 2014 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 1999/74/ΕΚ — Άρθρα 3 και 5, παράγραφος 2 — Εκτροφή ωοπαραγωγών ορνίθων — Μη διευθετημένοι κλωβοί — Απαγόρευση — Εκτροφή των ωοπαραγωγών ορνίθων σε κλωβούς που δεν πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπει η ως άνω οδηγία»

Στην υπόθεση C‑351/13,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 25 Ιουνίου 2013,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την Α. Μαρκουλλή και τον B. Schima, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Ι.‑Κ. Χαλκιά και τις Ε. Λευθεριώτου και Μ. Τασσοπούλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Safjan, πρόεδρο τμήματος, A. Prechal και K. Jürimäe (εισηγήτρια), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη μεριμνώντας ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012, οι ωοπαραγωγές όρνιθες να μην εκτρέφονται πλέον σε μη διευθετημένους κλωβούς, αθέτησε τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 3 και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1999, περί των στοιχειωδών απαιτήσεων για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων (ΕΕ L 203, σ. 53).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

2        Το άρθρο 3 της οδηγίας 1999/74 ορίζει τα εξής:

«Ανάλογα με το σύστημα ή τα συστήματα που θα επιλέξουν, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ιδιοκτήτες ή οι κάτοχοι ωοπαραγωγών ορνίθων να εφαρμόζουν, εκτός από τις συναφείς διατάξεις της οδηγίας 98/58/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, σχετικά με την προστασία των ζώων στα εκτροφεία (ΕΕ L 221, σ. 23),] και- του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας, τις απαιτήσεις που προσιδιάζουν σε καθένα από τα κάτωθι αναφερόμενα συστήματα:

α)       είτε τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο Ι, όσον αφορά τα εναλλακτικά συστήματα·

β)       είτε τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ, όσον αφορά τους μη διευθετημένους “κλωβούς”·

γ)       είτε τις διατάξεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ, όσον αφορά τους “διευθετημένους κλωβούς”.»

3        Η παράγραφος 2 του άρθρου 5, το οποίο είναι το μόνο άρθρο του τιτλοφορούμενου «Διατάξεις για την εκτροφή σε μη διευθετημένους κλωβούς» κεφαλαίου II της οδηγίας 1999/74, ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εκτροφή στους κλωβούς που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο να απαγορευθεί από την 1η Ιανουαρίου 2012. Η κατασκευή ή η πρώτη χρήση των κλωβών του παρόντος κεφαλαίου απαγορεύεται από 1ης Ιανουαρίου 2003.»

 Το ελληνικό δίκαιο

4        Η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74 μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το προεδρικό διάταγμα 216, της 26ης Ιουνίου 2003, «περί στοιχειωδών απαιτήσεων για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων» (ΦΕΚ Α΄ 181/2.7.2003, στο εξής: προεδρικό διάταγμα 216/2003).

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

5        Το 2011 οι υπηρεσίες της Επιτροπής επέστησαν επανειλημμένως την προσοχή των κρατών μελών στην απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74 και ζήτησαν πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση προς αυτή τη διάταξη.

6        Κατόπιν αιτήματος παροχής πληροφοριών προς τις ελληνικές αρχές, προέκυψε ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει ότι, στο έδαφός της, οι ωοπαραγωγές όρνιθες δεν θα εκτρέφονται πλέον σε μη διευθετημένους κλωβούς από την 1η Ιανουαρίου 2012.

7        Η Επιτροπή, αφού κάλεσε, στις 27 Ιανουαρίου 2012, με έγγραφο οχλήσεως την Ελληνική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της ως προς τον αριθμό των εγκαταστάσεων στο έδαφός της που εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν μη διευθετημένους κλωβούς, εξέδωσε στις 22 Ιουνίου 2012 αιτιολογημένη γνώμη, την οποία το εν λόγω κράτος μέλος παρέλαβε αυθημερόν, καλώντας την Ελληνική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί εντός δύο μηνών από την παραλαβή της ως άνω αιτιολογημένης γνώμης.

8        Η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη με έγγραφο το οποίο διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 16 Αυγούστου 2012, στο οποίο ανέφερε ότι, μολονότι είχε επιτευχθεί πρόοδος στη συμμόρφωση ορισμένων εκμεταλλεύσεων με τις απαιτήσεις της οδηγίας 1999/74, από τα στοιχεία που είχαν καταγραφεί από τις ελληνικές αρχές προέκυπτε ότι 2 990 857 όρνιθες, κατανεμημένες σε 232 εκμεταλλεύσεις, εξακολουθούσαν να εκτρέφονται σε μη διευθετημένους κλωβούς.

9        Η Ελληνική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή με έγγραφα της 19ης Οκτωβρίου 2012 και της 14ης Ιουνίου 2013 επικαιροποιημένα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση των εκτροφείων. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, στις 10 Ιουνίου 2013 799 296 όρνιθες, κατανεμημένες σε 91 εκμεταλλεύσεις, εξακολουθούσαν να εκτρέφονται σε μη διευθετημένους κλωβούς.

10      Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία εξακολουθούσε να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπείχε δυνάμει των άρθρων 3 και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

11      Η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74 η Ελληνική Δημοκρατία δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει ότι, όπως επιτάσσει η οδηγία, οι ωοπαραγωγές όρνιθες δεν θα εκτρέφονται πλέον σε μη διευθετημένους κλωβούς και, αφετέρου, ότι η κατάσταση αυτή εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη στο εν λόγω κράτος μέλος.

12      Η Επιτροπή, μολονότι σημειώνει τις προσπάθειες της Ελληνικής Δημοκρατίας προς άρση της προσαπτόμενης σε αυτήν παραβάσεως, διαπιστώνει εντούτοις, βάσει των επικαιροποιημένων στοιχείων που διαβίβασε το εν λόγω κράτος μέλος, ότι σημαντικός αριθμός εκμεταλλεύσεων εξακολουθεί να χρησιμοποιεί μη διευθετημένους κλωβούς.

13      Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που υπείχε δυνάμει της οδηγίας 1999/74 με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος 216/2003, το οποίο μεταφέρει το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής στο ελληνικό δίκαιο.

14      Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει ότι, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, προσκόμισε στοιχεία τα οποία αποδείκνυαν ότι είχαν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που προβλέπει η οδηγία και την περαιτέρω πρόοδο που είχε σημειωθεί. Εντούτοις, η Επιτροπή έσπευσε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, ενώ, αν είχε ζητήσει περαιτέρω στοιχεία, θα μπορούσε να διαπιστώσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών. Το εν λόγω κράτος μέλος επισημαίνει ότι, κατά τον χρόνο καταθέσεως του υπομνήματος ανταπαντήσεως, το ποσοστό των μη συμμορφούμενων εκμεταλλεύσεων έτεινε προς το μηδέν.

15      Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει εντούτοις τις αντικειμενικές δυσχέρειες της προσαρμογής στις απαιτήσεις της οδηγίας 1999/74 και υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έσπευσε να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, χωρίς να τις λάβει υπόψη. Ειδικότερα, η μη έγκαιρη συμμόρφωση σημαντικού αριθμού κρατών μελών καταδεικνύει την ύπαρξη των δυσχερειών αυτών.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

16      Η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι αθέτησε τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 3 και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74, επειδή δεν μερίμνησε ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012, οι ωοπαραγωγές όρνιθες να μην εκτρέφονται πλέον στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους σε μη διευθετημένους κλωβούς.

17      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, κατά το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, και ότι η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται την τήρηση των προθεσμιών που προβλέπουν οι οδηγίες (βλ., ιδίως, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑230/00, EU:C:2001:341, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

18      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι από το άρθρο 3 της οδηγίας 1999/74 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε οι ιδιοκτήτες ή οι κάτοχοι ωοπαραγωγών ορνίθων να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που προσιδιάζουν σε κάθε ένα από τα συστήματα εκτροφής τα οποία αφορά η οδηγία αυτή. Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τις διατάξεις που εφαρμόζονται στους μη διευθετημένους κλωβούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η υποχρέωση των κρατών μελών, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, να μεριμνούν ώστε η εκτροφή στους μη διευθετημένους κλωβούς να απαγορευθεί από την 1η Ιανουαρίου 2012 (απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑339/13, EU:C:2014:353, σκέψη 23).

19      Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά την ως άνω ημερομηνία σημαντικός αριθμός εκτροφείων στην Ελλάδα εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί μη διευθετημένους κλωβούς παρά την έκδοση του προεδρικού διατάγματος 216/2003. Το καθού κράτος μέλος δεν αμφισβητεί ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη η κατάσταση αυτή εξακολουθούσε να υφίσταται.

20      Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση που επικρατούσε στο κράτος μέλος κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επήλθαν στη συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2014:353, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

21      Κατά συνέπεια, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 3 και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74, επειδή δεν μερίμνησε ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012, οι ωοπαραγωγές όρνιθες να μην εκτρέφονται σε μη διευθετημένους κλωβούς.

22      Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα τα οποία η Ελληνική Δημοκρατία αντλεί, κατ’ ουσίαν, από αντικειμενικές δυσχέρειες προσαρμογής προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 1999/74.

23      Ειδικότερα, η διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ στηρίζεται στην αντικειμενική διαπίστωση ότι κράτος μέλος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη ΛΕΕ ή πράξη του παραγώγου δικαίου. Εφόσον έχει γίνει τέτοια διαπίστωση, όπως εν προκειμένω, δεν ασκεί επιρροή το αν η παράβαση που προσάπτεται στο κράτος μέλος οφείλεται στη βούλησή του, σε αμέλειά του ή ακόμη σε τεχνικές δυσχέρειες τις οποίες ενδεχομένως αντιμετώπισε (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, EU:C:2014:353, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

24      Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως η άσκηση της προσφυγής λόγω παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής ήταν εσπευσμένη, υπενθυμίζεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει τη σκοπιμότητα της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως όποτε η ίδια το κρίνει σκόπιμο (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑48/10, EU:C:2010:704, σκέψη 32· Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑560/08, EU:C:2011:835, σκέψη 72, και Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C‑115/13, EU:C:2014:253, σκέψη 46).

25      Εν πάση περιπτώσει, κράτος μέλος δεν δύναται να δικαιολογεί τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΛΕΕ, επικαλούμενο την περίσταση ότι άλλα κράτη μέλη παρέβησαν ή εξακολουθούν να παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, EU:C:2010:704, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

26      Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.

27      Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη μεριμνώντας ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012, οι ωοπαραγωγές όρνιθες να μην εκτρέφονται πλέον σε μη διευθετημένους κλωβούς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 3 και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74.

 Επί των δικαστικών εξόδων

28      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ελληνική Δημοκρατία, μη μεριμνώντας ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012, οι ωοπαραγωγές όρνιθες να μην εκτρέφονται πλέον σε μη διευθετημένους κλωβούς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 3 και 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 1999/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1999, περί των στοιχειωδών απαιτήσεων για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων.


2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.

Top