EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CJ0132

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 13ης Μαρτίου 2014.
Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV Frankfurt am Main κατά ILME GmbH.
Αίτηση του Landgericht Köln για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Οδηγία 2006/95/ΕΚ — Έννοια του «ηλεκτρολογικού υλικού» — Σήμανση πιστότητας CE — Περιβλήματα πολυπολικών ηλεκτρικών συνδέσμων.
Υπόθεση C‑132/13.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:141

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα)

της 13ης Μαρτίου 2014 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Οδηγία 2006/95/ΕΚ — Έννοια του “ηλεκτρολογικού υλικού” — Σήμανση πιστότητας CE — Περιβλήματα πολυπολικών ηλεκτρικών συνδέσμων»

Στην υπόθεση C‑132/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Landgericht Köln (Γερμανία) με απόφαση της 12ης Μαρτίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Μαρτίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV Frankfurt am Main

κατά

ILME GmbH,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Borg Barthet, πρόεδρο τμήματος, E. Levits (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Ιανουαρίου 2014,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs, εκπροσωπούμενη από τους H.-J. Ruhl και M. Bohner, Rechtsanwälte,

η ILME GmbH, εκπροσωπούμενη από τον U. Blumenröder, Rechtsanwalt,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Noll-Ehlers και τον Γ. Ζαββό,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2006/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στο ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως (ΕΕ L 374, σ. 10).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs eV Frankfurt am Main (Κεντρική υπηρεσία της Φρανκφούρτης επί του Μάιν για την καταπολέμηση του αθέμιτου ανταγωνισμού, στο εξής: Zentrale) και, αφετέρου, της ILME GmbH σχετικά με την τοποθέτηση σήμανσης CE σε περιβλήματα πολυπολικών ηλεκτρικών συνδέσμων βιομηχανικής χρήσεως.

Το νομικό πλαίσιο

Η οδηγία 2006/95

3

Δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας 2006/95, ως «ηλεκτρολογικό υλικό» νοείται κάθε ηλεκτρολογικό υλικό προοριζόμενο να χρησιμοποιηθεί σε ονομαστική τάση περιλαμβανόμενη μεταξύ 50 και 1000 βολτ για το εναλλασσόμενο ρεύμα και μεταξύ 75 και 1500 βολτ για το συνεχές ρεύμα.

4

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε το ηλεκτρολογικό υλικό να δύναται να διατεθεί στην αγορά μόνον εάν, εφόσον έχει κατασκευασθεί σύμφωνα με την ορθή μηχανολογική πρακτική για θέματα ασφαλείας που ισχύει εντός της [Ευρωπαϊκής Ένωσης], δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των προσώπων, των κατοικιδίων ζώων και της ιδιοκτησίας, όταν εγκαθίσταται και συντηρείται ορθά και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του.»

5

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«Πριν από τη διάθεσή του στην αγορά, το ηλεκτρολογικό υλικό πρέπει να φέρει την προβλεπόμενη στο άρθρο 10 σήμανση “CE” που υποδηλώνει την πιστότητά του προς το σύνολο των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας για την εκτίμηση της πιστότητας του παραρτήματος IV.»

6

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«Η αναφερόμενη στο παράρτημα ΙΙΙ σήμανση “CE” τίθεται από τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην [Ένωση] εκπρόσωπό του επί του ηλεκτρολογικού υλικού ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, επί της συσκευασίας του, των οδηγιών χρήσεως ή του δελτίου εγγυήσεως, κατά τρόπο ευδιάκριτο, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο.»

7

Το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2006/95 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής ορισμένα υλικά και ορισμένα ειδικά ηλεκτρικά φαινόμενα.

8

Το παράρτημα ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας περιγράφει τη σήμανση που πρέπει να τοποθετείται καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η δήλωση πιστότητας CE.

9

Το παράρτημα IV της οδηγίας προβλέπει τις διατάξεις σχετικά με τον τρόπο εσωτερικού ελέγχου της κατασκευής ηλεκτρολογικών υλικών.

Ο κανονισμός (ΕΚ) 765/2008

10

Το άρθρο 30, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΚ) 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ L 218, σ. 30), έχει ως εξής:

«3.   Ο κατασκευαστής, θέτοντας τη σήμανση CE ή αναθέτοντας την επίθεσή της, αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος προς όλες τις εφαρμοστέες απαιτήσεις οι οποίες θεσπίζονται στη σχετική […] νομοθεσία [εναρμονίσεως της Ένωσης] που προβλέπει την επίθεσή της.

4.   Η σήμανση CE αποτελεί τη μόνη σήμανση η οποία πιστοποιεί τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της σχετικής […] νομοθεσίας [εναρμονίσεως της Ένωσης] που προβλέπει την επίθεσή της.»

Οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2006/95

11

Τον Αύγουστο του 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέταξε τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2006/95 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές).

12

Η υποσημείωση 8 των κατευθυντηρίων γραμμών έχει ως εξής:

«Η έννοια “ηλεκτρολογικό υλικό” δεν ορίζεται στην οδηγία και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τη διεθνώς αναγνωρισμένη σημασία της. Στο Διεθνές Λεξικό Ηλεκτροτεχνικής της Διεθνούς Ηλεκτροτεχνικής Επιτροπής (IEC) η έννοια του ηλεκτρολογικού υλικού ορίζεται ως εξής: “προϊόν, το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή, μετατροπή, μετάδοση, διανομή ή εφαρμογή ηλεκτρικής ενέργειας, επί παραδείγματι μηχανές, μετασχηματιστές, διακόπτες και ρυθμιστές, μετρητές, εξοπλισμός ασφαλείας, καλώδια, αγωγοί, ηλεκτρικές συσκευές”.»

13

Το σημείο 9 των κατευθυντηρίων γραμμών προβλέπει ότι τα βασικά κατασκευαστικά στοιχεία ηλεκτρολογικού υλικού εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/95, εφόσον η ασφάλειά τους μπορεί να αξιολογηθεί βάσει της οδηγίας αυτής πριν από την ενσωμάτωσή τους στο ηλεκτρολογικό υλικό υπό τον όρο ότι τα εν λόγω στοιχεία συνιστούν αυτά καθαυτά «ηλεκτρολογικό υλικό» κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας.

14

Το σημείο αυτό διευκρινίζει ότι η ασφάλεια ορισμένων ειδών ηλεκτρονικών εξαρτημάτων προοριζόμενων να ενσωματωθούν ως βασικά κατασκευαστικά στοιχεία σε άλλες ηλεκτρικές συσκευές εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο ενσωμάτωσης των εξαρτημάτων αυτών στο τελικό προϊόν. Κατά την υποσημείωση 13 των κατευθυντηρίων γραμμών, στην κατηγορία αυτή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, τα ενεργά στοιχεία όπως είναι τα ολοκληρωμένα κυκλώματα, οι κρυσταλλοτρίοδοι (τρανζίστορ), οι δίοδοι, οι ανορθωτές, οι διακόπτες δίπλευρης τριόδου (τριάκ), οι Gate Turn-off Thyristors (GTO), τα IGBTs [insulated-Gate Bipolar Transistors, διπολικά τρανζίστορ με μονωμένη πύλη] και οι οπτικοί ημιαγωγοί, τα παθητικά στοιχεία όπως είναι οι πυκνωτές, τα επαγωγικά πηνία, οι αντιστάσεις και τα φίλτρα, καθώς και τα ηλεκτρομηχανικά συστατικά όπως είναι τα στοιχεία συνδέσεως, οι μηχανικές διατάξεις ασφαλείας που είναι ενσωματωμένες στις συσκευές, οι ηλεκτρονόμοι [ρελέ] με συνδέσεις για τυπωμένα κυκλώματα και οι μικροδιακόπτες.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15

Η ILME GmbH εμπορεύεται στη Γερμανία πολυπολικούς συνδέσμους οι οποίοι κατασκευάζονται στην Ιταλία από την ILME SpA.

16

Τα κατασκευαστικά στοιχεία των συνδέσμων επιλέγονται από τον πελάτη με γνώμονα τις ανάγκες του. Μετά την παράδοση των διαφόρων κατασκευαστικών στοιχείων, απόκειται στον πελάτη να προβεί στη συναρμολόγησή τους.

17

Τα περιβλήματα των συνδέσμων φέρουν τη σήμανση CE που προβλέπει το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 2006/95. Εντούτοις, η δήλωση πιστότητας CE που συναρτάται με την εν λόγω σήμανση αφορά όχι τους συνδέσμους που περιέχονται στα περιβλήματα αυτά, αλλά τα ίδια τα περιβλήματα.

18

Κατά τη Zentrale, η τοποθέτηση σήμανσης CE δεν δικαιολογείται στο μέτρο που αφορά αποκλειστικά τα περιβλήματα χωρίς, κατά συνέπεια, να παρέχει την παραμικρή εγγύηση όσον αφορά την ασφάλεια των συναρμολογημένων συνδέσμων. Η εν λόγω σήμανση είναι ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή και, ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, συνιστά παράβαση των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως του αθέμιτου ανταγωνισμού.

19

Δεδομένου ότι, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 2006/95, κάθε ηλεκτρολογικό υλικό πρέπει να φέρει τη σήμανση CE, τίθεται το ερώτημα αν τα επίμαχα περιβλήματα εμπίπτουν στο εν λόγω υλικό.

20

Επιληφθέν αγωγής επί παραλείψει ασκηθείσας από την Zentrale και εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας, το Landgericht Köln (περιφερειακό δικαστήριο της Κολωνίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με το ακόλουθο ερώτημα:

«Πρέπει τα άρθρα 1, 8 και 10, καθώς και τα παραρτήματα II [έως] IV της οδηγίας [2006/95] να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι το περίβλημα ως κατασκευαστικό στοιχείο των πολυπολικών [συνδέσμων] βιομηχανικής χρήσεως δεν πρέπει να φέρει [τη] σήμανση CE;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21

Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/95 έχει την έννοια ότι τα περιβλήματα πολυπολικών συνδέσμων βιομηχανικής χρήσεως, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, συνιστούν «ηλεκτρολογικό υλικό» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής με αποτέλεσμα να πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE.

22

Προκαταρκτικώς, τονίζεται ότι η σήμανση CE μπορεί να τίθεται μόνον επί προϊόντων για τα οποία προβλέπεται ειδικώς η επίθεσή της από τη σχετική νομοθεσία εναρμονίσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκλειομένου κάθε άλλου προϊόντος. Συγκεκριμένα, τυχόν διαφορετική εκτίμηση θα είχε ως συνέπεια τη δημιουργία κινδύνου συγχύσεως ως προς τη σημασία της επισημάνσεως αυτής (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-185/08, Latchways και Eurosafe Solutions, Συλλογή 2010, σ. I-9989, σκέψη 63).

23

Συναφώς, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/95, το ηλεκτρολογικό υλικό είναι υποχρεωτικό να φέρει τη σήμανση CE.

24

Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω οδηγία δεν παρέχει ορισμό της έννοιας του «ηλεκτρολογικού υλικού». Αφενός, το άρθρο 1 της οδηγίας καθορίζει τα όρια της τάσεως εντός των οποίων προορίζεται να χρησιμοποιηθεί το επίμαχο υλικό. Αφετέρου, το παράρτημα ΙΙ της ίδιας οδηγίας απαριθμεί τις κατηγορίες ηλεκτρολογικού υλικού και ειδικών φαινομένων που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/95.

25

Από αυτή την απουσία ορισμού η Επιτροπή συνάγει, με την υποσημείωση 8 των κατευθυντηρίων γραμμών, ότι η έννοια του «ηλεκτρολογικού υλικού» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τη διεθνώς αναγνωρισμένη σημασία της.

26

Η εν λόγω υποσημείωση παραπέμπει ειδικότερα στον ορισμό που περιλαμβάνεται στο Διεθνές Λεξικό Ηλεκτροτεχνικής της IEC, σύμφωνα με το οποίο ως ηλεκτρολογικό υλικό νοείται το «προϊόν το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή, μετατροπή, μετάδοση, διανομή ή εφαρμογή ηλεκτρικής ενέργειας».

27

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη περιβλήματα αποτελούν κατασκευαστικά στοιχεία πολυπολικών συνδέσμων βιομηχανικής χρήσεως καθόσον συνιστούν την εξωτερική επένδυση των συνδέσμων αυτών. Συναφώς, τα περιβλήματα αυτά επιτελούν πρωταρχική λειτουργία, καθόσον εξασφαλίζουν μέσω γειώσεως τη φυσική και ηλεκτρική μόνωση, αφενός, μεταξύ των διαφόρων καλωδίων και, αφετέρου, των εν λόγω καλωδίων από το εξωτερικό περιβάλλον.

28

Λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά αυτά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη περιβλήματα συνιστούν «ηλεκτρολογικό υλικό» κατά την έννοια της οδηγίας 2006/95, δεδομένου ότι, χωρίς να επιτελούν οποιαδήποτε λειτουργία αισθητικού χαρακτήρα ή σχετική με την προστασία του περιεχομένου τους, εγγυώνται την ασφαλή επαφή των ηλεκτρικών στοιχείων, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη μετάδοση της ηλεκτρικής ενέργειας.

29

Κατά συνέπεια, εφόσον τα εν λόγω περιβλήματα τηρούν τους κανόνες ασφαλείας που προβλέπει η οδηγία αυτή, πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE.

30

Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει τα εν λόγω περιβλήματα ως κατασκευαστικά στοιχεία των ηλεκτρικών συσκευών που αποτελούν οι πολυπολικοί σύνδεσμοι βιομηχανικής χρήσεως.

31

Η Zentrale θεωρεί ότι η συμμόρφωση των επίμαχων περιβλημάτων, ως κατασκευαστικών στοιχείων, προς τις απαιτήσεις ασφαλείας δεν μπορεί να εξακριβωθεί πριν την πλήρη συναρμολόγηση των πολυπολικών συνδέσμων.

32

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 765/2008, ο κατασκευαστής, θέτοντας τη σήμανση CE, η οποία αποτελεί τη μόνη σήμανση που πιστοποιεί τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της προβλέπουσας την επίθεσή της σχετικής νομοθεσίας εναρμονίσεως της Ένωσης, δηλώνει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις απαιτήσεις αυτές.

33

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/95 υπενθυμίζει, κατ’ ουσίαν, ότι στην αγορά δύναται να διατεθεί μόνον το ηλεκτρολογικό υλικό το οποίο δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των προσώπων και της ιδιοκτησίας.

34

Επομένως, η σήμανση CE δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε κατασκευαστικό στοιχείο που συνιστά ηλεκτρολογικό υλικό η ασφάλεια του οποίου εξαρτάται ουσιαστικά από τον τρόπο ενσωματώσεώς του σε ηλεκτρική συσκευή που αποτελεί και το τελικό προϊόν. Συγκεκριμένα, υπό τις περιστάσεις αυτές, αφενός, δεδομένου ότι η ποιότητα του εν λόγω κατασκευαστικού στοιχείου δεν συνεπάγεται αναγκαίως την ασφάλεια της ηλεκτρικής συσκευής στην οποία αυτό έχει ενσωματωθεί, η τοποθέτηση της σήμανσης CE επί του κατασκευαστικού αυτού στοιχείου είναι ικανή να παραπλανήσει τον χρήστη της εν λόγω συσκευής. Αφετέρου, η ενσωμάτωση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει στην αλλοίωση του βαθμού συμμορφώσεως προς τις απαιτήσεις ασφαλείας που διαπιστώθηκε προγενέστερα σε σχέση με το ίδιο αυτό κατασκευαστικό στοιχείο καθώς και του βαθμού συμμορφώσεως της οικείας ηλεκτρικής συσκευής στην οποία ενσωματώθηκε το επίμαχο στοιχείο.

35

Συναφώς, πρώτον, υπογραμμίζεται ότι, σε περίπτωση που το ηλεκτρολογικό υλικό, ως κατασκευαστικό στοιχείο προορισμένο να ενσωματωθεί σε ηλεκτρική συσκευή, παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δυνάμενα να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου υπό το πρίσμα των απαιτήσεων ασφαλείας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τοποθέτηση της σήμανσης CE είναι δικαιολογημένη.

36

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσον, λαμβανομένου υπόψη μεταξύ άλλων του γεγονότος ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη περιβλήματα εξασφαλίζουν μέσω γειώσεως τη μόνωση μεταξύ των καλωδίων καθώς και τη μόνωση των συνδέσμων από το εξωτερικό περιβάλλον, τα εν λόγω περιβλήματα, αυτά καθαυτά και ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ενσωματώσεώς τους σε άλλο ηλεκτρολογικό υλικό, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αποτελεσματικού ελέγχου υπό το πρίσμα των απαιτήσεων ασφαλείας.

37

Επιπλέον, όσον αφορά τον κίνδυνο παραπλανήσεως των χρηστών ο οποίος ενδέχεται να προκύψει από τη σήμανση των εν λόγω περιβλημάτων, από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι οι επίμαχοι στην κύρια δίκη σύνδεσμοι παραδίδονται ως μεμονωμένα τεμάχια, οπότε απόκειται στον ίδιο τον χρήστη να τα συναρμολογήσει. Ως εκ τούτου, η σήμανση ενός περιβλήματος δεν μπορεί να νοείται ότι καλύπτει το σύνολο του συνδέσμου.

38

Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας 2006/95, η συμμόρφωση ηλεκτρολογικού υλικού προς τις απαιτήσεις ασφαλείας εκτιμάται εφόσον το οικείο υλικό εγκαθίσταται και συντηρείται ορθά και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του.

39

Δεδομένου ότι, αφενός, οι επίμαχοι στην κύρια δίκη σύνδεσμοι πληρούν τις απαιτήσεις ασφαλείας υπό το πρίσμα των οποίων έχουν ελεγχθεί και, αφετέρου, η ορθή και σύμφωνη με τον προορισμό τους ενσωμάτωσή τους στους πολυπολικούς συνδέσμους δεν μπορεί να οδηγήσει σε αλλοίωση του βαθμού συμμορφώσεώς τους προς τις απαιτήσεις αυτές, η χρήση τους ως κατασκευαστικό στοιχείο ηλεκτρικής συσκευής δεν μπορεί να συνεπάγεται την αμφισβήτηση του χαρακτηρισμού τους ως «ηλεκτρολογικού υλικού».

40

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/95 έχει την έννοια ότι τα περιβλήματα πολυπολικών συνδέσμων βιομηχανικής χρήσεως, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, συνιστούν «ηλεκτρολογικό υλικό» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής με αποτέλεσμα να πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE, υπό τον όρο ότι η ορθή και σύμφωνη με τον προορισμό τους ενσωμάτωσή τους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε αλλοίωση του βαθμού συμμορφώσεώς τους προς τις απαιτήσεις ασφαλείας υπό το πρίσμα των οποίων έχουν ελεγχθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

41

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στο ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως, έχει την έννοια ότι τα περιβλήματα πολυπολικών συνδέσμων βιομηχανικής χρήσεως, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, συνιστούν «ηλεκτρολογικό υλικό» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής με αποτέλεσμα να πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE, υπό τον όρο ότι η ορθή και σύμφωνη με τον προορισμό τους ενσωμάτωσή τους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε αλλοίωση του βαθμού συμμορφώσεώς τους προς τις απαιτήσεις ασφαλείας υπό το πρίσμα των οποίων έχουν ελεγχθεί.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top