EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CJ0127

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 2ας Οκτωβρίου 2014.
Guido Strack κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αίτηση αναιρέσεως — Δικαίωμα ακροάσεως — Δικαίωμα στον φυσικό δικαστή — Πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων — Μερική άρνηση παροχής στον προσφεύγοντα προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα — Αρχική απόφαση περί αρνήσεως προσβάσεως — Γένεση σιωπηρής αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως — Αντικατάσταση αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως με ρητές αποφάσεις — Έννομο συμφέρον κατόπιν της εκδόσεως των ρητών αποφάσεων περί αρνήσεως προσβάσεως — Εξαιρέσεις από την πρόσβαση στα έγγραφα — Προάσπιση του συμφέροντος χρηστής διοικήσεως — Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των εμπορικών συμφερόντων.
Υπόθεση C‑127/13 P.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2250

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 2ας Οκτωβρίου 2014 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως — Δικαίωμα ακροάσεως — Δικαίωμα στον φυσικό δικαστή — Πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων — Μερική άρνηση παροχής στον προσφεύγοντα προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα — Αρχική απόφαση περί αρνήσεως προσβάσεως — Γένεση σιωπηρής αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως — Αντικατάσταση αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως με ρητές αποφάσεις — Έννομο συμφέρον κατόπιν της εκδόσεως των ρητών αποφάσεων περί αρνήσεως προσβάσεως — Εξαιρέσεις από την πρόσβαση στα έγγραφα — Προάσπιση του συμφέροντος χρηστής διοικήσεως — Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των εμπορικών συμφερόντων»

Στην υπόθεση C‑127/13 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 15 Μαρτίου 2013,

Guido Strack, με έδρα την Κολωνία (Γερμανία), εκπροσωπούμενος από τον H. Tettenborn, Rechtsanwalt,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις B. Conte και P. Costa de Oliveira,

καθής-εναγομένη πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J. L. da Cruz Vilaça, Γ. Αρέστη, J.-C. Bonichot (εισηγητή) και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα η οποία ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαΐου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο G. Strack ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Strack κατά Επιτροπής (T‑392/07, EU:T:2013:8, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθόσον, με την απόφαση αυτή, δεν έγινε πλήρως δεκτό το αίτημά του περί ακυρώσεως πλειόνων αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με αιτήσεις του περί προσβάσεως σε διάφορα έγγραφα, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43).

2

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε ανταναίρεση ζητώντας τη μερική αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθόσον με αυτή το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι, κατά τη λήξη των προβλεπόμενων στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001 προθεσμιών, γεννώνται σιωπηρές αποφάσεις περί αρνήσεως προσβάσεως στα έγγραφα, οι οποίες είναι δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα του αναιρεσείοντος περί προσβάσεως στο απόσπασμα του μητρώου το οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε καταρτίσει βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού αυτού, και το οποίο θα έπρεπε να περιλαμβάνει κατάλογο των απορριπτικών αποφάσεων επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως οι οποίες εκδόθηκαν πριν την 1η Ιανουαρίου 2005 (στο εξής: απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα).

Ιστορικό της διαφοράς

3

Στις 20 Ιουνίου 2007 ο αναιρεσείων υπέβαλε στην Επιτροπή, μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αρχικό αίτημα προσβάσεως σε έγγραφα δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, σχετικά με τρεις ομάδες εγγράφων.

4

Πρώτον, ο αναιρεσείων ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα σχετικά με το σύνολο των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα οι οποίες είχαν απορριφθεί εν μέρει ή εν όλω από την Επιτροπή από την 1η Ιανουαρίου 2005 (στο εξής: έγγραφα σχετικά με τις απορριφθείσες επιβεβαιωτικές αιτήσεις).

5

Δεύτερον, ζήτησε πρόσβαση στο απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα.

6

Τρίτον, ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Sequeira Wandschneider κατά Επιτροπής (T‑110/04, EU:T:2007:78, στο εξής: έγγραφα σχετικά με την υπόθεση T‑110/04).

7

Το αρχικό αυτό αίτημα προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα, το οποίο καταχωρίσθηκε από την Επιτροπή στις 3 Ιουλίου 2007, αποτέλεσε αντικείμενο αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και του αναιρεσείοντος. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα, με το από 24 Ιουλίου 2007 έγγραφο, ότι το απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα δεν υπήρχε.

8

Κατόπιν της λήξεως των προβλεπόμενων στο άρθρο 7 του κανονισμού 1049/2001 προθεσμιών για την επεξεργασία των αρχικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα και κατόπιν της εκδόσεως από την Επιτροπή, στις 13 Αυγούστου 2007, αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως στα σχετικά με την υπόθεση Τ‑110/04 έγγραφα, ο αναιρεσείων άσκησε, στις 15 Αυγούστου 2007, «επιβεβαιωτική αίτηση» προσβάσεως δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 4, του ως άνω κανονισμού.

9

Το εν λόγω αίτημα αποτέλεσε αντικείμενο πλειόνων αποφάσεων παροχής μερικής προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα, οι οποίες εκδόθηκαν μετά τη λήξη των προβλεπόμενων στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001 προθεσμιών και μετά την κατάθεση της προσφυγής επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήτοι στις 23 Οκτωβρίου 2007, στις 28 Νοεμβρίου 2007, στις 15 Φεβρουαρίου 2008 και στις 9 Απριλίου 2008. Με τις αποφάσεις αυτές, παρασχέθηκε στον αναιρεσείοντα πρόσβαση σε μεγάλο αριθμό εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο αποκρύφθηκε εν μέρει προκειμένου να προστατευθούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή εμπορικά συμφέροντα.

Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

10

Με προσφυγή η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Οκτωβρίου 2007, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση των ρητών και σιωπηρών αποφάσεων περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα έγγραφα τα οποία αφορούσε το αρχικό του αίτημα και η επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα. Κατόπιν της εκδόσεως από την Επιτροπή, σε χρόνο μεταγενέστερο της ασκήσεως της προσφυγής, πλειόνων ρητών αποφάσεων με τις οποίες απορρίφθηκε μερικώς η πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα, ο αναιρεσείων διεύρυνε το αντικείμενο της προσφυγής του, ώστε να καταλαμβάνει και τις αποφάσεις αυτές.

11

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, ελλείψει επιβεβαιωτικής αποφάσεως της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, εκδοθείσας εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, γεννήθηκαν σιωπηρές αποφάσεις περί αρνήσεως προσβάσεως, οι οποίες είναι δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως. Εντούτοις, απέρριψε την προσφυγή καθόσον αυτή στρεφόταν κατά των εν λόγω σιωπηρών αποφάσεων, για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν είχε πλέον έννομο συμφέρον να τις προσβάλει, από τη στιγμή που η Επιτροπή εξέδωσε τις ρητές αποφάσεις περί μερικής αρνήσεως προσβάσεως, οι οποίες αντικατέστησαν τις σιωπηρές αποφάσεις.

12

Μολαταύτα, καθώς η προσφυγή ήταν παραδεκτή κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, το Γενικό Δικαστήριο επέτρεψε τη διεύρυνση του αντικειμένου της, ώστε να καταλαμβάνει και τις ρητές αποφάσεις.

13

Όσον αφορά το αίτημα της προσφυγής σχετικά με το από 24 Ιουλίου 2007 έγγραφο της Επιτροπής, με το οποίο ενημερώθηκε ο αναιρεσείων ότι το απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις επί επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως δεν υπήρχε, κρίθηκε επίσης παραδεκτό από το Γενικό Δικαστήριο.

14

Επί της ουσίας, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2007 περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στο απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις επί επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα, καθώς και την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007 σχετικά με τα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), καθόσον αφορά τα δεδομένα νομικών προσώπων, καθώς και τις αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2007 και της 15ης Φεβρουαρίου 2008 σχετικά με τα έγγραφα της Επιτροπής, εκτός από τα έγγραφα της OLAF και εκτός από τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση T‑110/04.

15

Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2007, καθόσον αφορά τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση T‑110/04, και την απόφαση της 9ης Απριλίου 2008.

16

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά και καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα δύο τρίτα των εξόδων του αναιρεσείοντος.

Αιτήματα των διαδίκων

17

Ο G. Strack ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτή δεν έγιναν δεκτά ή πλήρως δεκτά τα αιτήματά του,

να αποφανθεί σύμφωνα με τα υποβληθέντα στο πλαίσιο της πρωτόδικης προσφυγής του αιτήματα,

να απορρίψει την ανταναίρεση στο σύνολό της,

να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων και,

επικουρικώς, να αναιρέσει επίσης την απόφαση με την οποία ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ανέθεσε την υπόθεση T‑392/07 στο τέταρτο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου.

18

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της,

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτήν κρίθηκε παραδεκτή η προσφυγή κατά των προβαλλομένων σιωπηρών αποφάσεων περί αρνήσεως προσβάσεως στα έγγραφα σχετικά με τις απορριφθείσες επιβεβαιωτικές αιτήσεις,

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτή ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2007, με την οποία ενημερώθηκε ο προσφεύγων ότι το απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα δεν υπάρχει, και

να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου.

Επί της ανταναιρέσεως

19

Στο πλαίσιο της ανταναιρέσεώς της, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά το παραδεκτό της αρχικής προσφυγής. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται, στην προκειμένη περίπτωση, να εξετασθούν προκαταρκτικώς οι λόγοι αυτοί.

Επί του πρώτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

20

Ο πρώτος λόγος αφορά το απαράδεκτο της προσφυγής με την οποία ζητήθηκε η ακύρωση των σιωπηρών αποφάσεων περί αρνήσεως προσβάσεως οι οποίες γεννήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, κατά τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο αυτό.

21

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι καμία σιωπηρή απόφαση δεν ήταν δυνατόν να γεννηθεί κατά τη λήξη των προβλεπόμενων στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001 προθεσμιών καθόσον, αφενός, ο αναιρεσείων αρνήθηκε να καταλήξει σε εύλογο συμβιβασμό, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, η Επιτροπή δεν υποχρεούτο να τηρήσει τις προβλεπόμενες στον κανονισμό αυτόν προθεσμίες, δεδομένου ότι το αίτημα προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα αφορούσε δυσανάλογα μεγάλο αριθμό εγγράφων, και τούτο προς το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως.

22

Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη καθόσον το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε, στη σκέψη 45 της αποφάσεως αυτής, σε εσφαλμένη ερμηνεία της ίδιας του της νομολογίας. Επιπροσθέτως, η αιτιολογία της ως άνω αποφάσεως, στις σκέψεις 49 και 144 αυτής, είναι, κατά την Επιτροπή, αντιφατική.

23

Ο αναιρεσείων ζητεί την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανταναιρέσεως της Επιτροπής.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

24

Επισημαίνεται ότι από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001 προκύπτει ότι, αφενός, η έλλειψη απαντήσεως εκ μέρους του οικείου θεσμικού οργάνου επί επιβεβαιωτικής αιτήσεως προσβάσεως εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ισοδυναμεί με άρνηση παροχής προσβάσεως. Αφετέρου, αυτή η σιωπηρή απόφαση αποτελεί το σημείο ενάρξεως της προθεσμίας εντός της οποίας ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Τέτοιες προθεσμίες, οι οποίες έχουν καθορισθεί προς το γενικό συμφέρον, δεν απόκεινται στη διάθεση των διαδίκων.

25

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από τις προθεσμίες που προβλέπονται στα άρθρα του 7 και 8 και ότι οι προθεσμίες αυτές είναι καθοριστικές για τη διεξαγωγή της διαδικασίας προσβάσεως στα έγγραφα των οικείων θεσμικών οργάνων, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση ταχείας και εύκολης επεξεργασίας των αιτημάτων προσβάσεως στα έγγραφα αυτά (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C‑362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 53).

26

Σε περίπτωση αιτήματος που αφορά πολύ ογκώδες έγγραφο ή πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση μόνον παράταση δεκαπέντε εργασίμων ημερών της προβλεπόμενης στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού προθεσμίας. Μολονότι σε τέτοια περίπτωση το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ως άνω κανονισμού επιτρέπει στο οικείο θεσμικό όργανο να επιδιώξει την επίτευξη εύλογου συμβιβασμού με τον αιτούντα την πρόσβαση στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της, ο εύλογος αυτός συμβιβασμός μπορεί να αφορά μόνον το περιεχόμενο ή τον αριθμό των ζητηθέντων εγγράφων.

27

Το συμπέρασμα αυτό δεν αίρεται από το επιχείρημα της Επιτροπής σχετικά με τη δυνατότητα των θεσμικών οργάνων να συμβιβάσουν τα συμφέροντα των αιτούντων πρόσβαση στα έγγραφα που τα ίδια έχουν στην κατοχή τους με το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως. Βεβαίως, από τη σκέψη 30 της αποφάσεως Συμβούλιο κατά Hautala (C‑353/99 P, EU:C:2001:661), προκύπτει ότι από την αρχή της αναλογικότητας απορρέει ότι τα θεσμικά όργανα μπορούν, σε ιδιαίτερες περιπτώσεις στις οποίες ο όγκος των εγγράφων στα οποία ζητείται πρόσβαση ή ο όγκος των προς περικοπή χωρίων θα συνεπαγόταν δυσανάλογο φόρτο εργασίας για τη διοίκηση, να σταθμίζουν, αφενός, το συμφέρον του αιτούντος την πρόσβαση και, αφετέρου, τον φόρτο εργασίας που θα απέρρεε από την επεξεργασία της αιτήσεως προσβάσεως προκειμένου να διαφυλαχθεί το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως.

28

Επομένως, ένα θεσμικό όργανο θα μπορούσε, υπό εξαιρετικές συνθήκες, να αρνηθεί την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα για τον λόγο ότι ο φόρος εργασίας που προϋποθέτει η δημοσιοποίησή τους είναι δυσανάλογος σε σχέση με τους σκοπούς της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα αυτά. Εντούτοις, η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας δεν μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση των προβλεπόμενων στον κανονισμό 1049/2001 προθεσμιών χωρίς να προκληθεί κατάσταση ανασφάλειας δικαίου.

29

Όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός πως το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, επί της ουσίας, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο της Επιτροπής δεν καθιστά καθεαυτό πλημμελή την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (απόφαση Γκόγκος κατά Επιτροπής, C‑583/08 P, EU:C:2010:287, σκέψη 35).

30

Επιπροσθέτως, η προβαλλόμενη αντινομία μεταξύ των σκέψεων 49 και 144 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βασίζεται σε παρερμηνεία τους, καθόσον η βούληση του αναιρεσείοντος να παραμείνει εντός του πλαισίου των προβλεπόμενων στον κανονισμό 1049/2001 προθεσμιών ουδόλως μπορεί, υπό το πρίσμα των συλλογισμών που αναπτύχθηκαν στις σκέψεις 24 έως 28 της παρούσας αποφάσεως, να σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν είχε τη δυνατότητα να καταλήξει σε δίκαιη διευθέτηση.

31

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της ανταναιρέσεως της Επιτροπής.

Επί του δευτέρου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

32

Με τον δεύτερο λόγο, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε πως η ίδια προσέβαλε το δικαίωμα προσβάσεως του αναιρεσείοντος στο απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα.

33

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως διαπίστωσε ότι το από 24 Ιουλίου 2007 έγγραφό της με το οποίο ενημερώθηκε ο προσφεύγων ότι δεν υφίσταται τέτοιου είδους μητρώο συνιστούσε άρνηση προσβάσεως στο εν λόγω έγγραφο. Συναφώς, υποστηρίζει ότι, αφενός, είναι αδύνατον να διαβιβάσει το απόσπασμα ενός μητρώου το οποίο, παρά την οριζόμενη στο άρθρο 11 του κανονισμού 1049/2001 υποχρέωση, δεν υφίσταται και, αφετέρου, ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στα υπάρχοντα έγγραφα. Σε καμία περίπτωση αίτηση προσβάσεως δεν δύναται να δημιουργήσει υποχρέωση καταρτίσεως εγγράφου που δεν υπάρχει.

34

Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ultra petita, αφενός, προβαίνοντας στην ακύρωση ρητής αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως μολονότι ο προσφεύγων είχε ζητήσει την ακύρωση σιωπηρής αποφάσεως περί αρνήσεως προσβάσεως και, αφετέρου, αποφαινόμενο επί του περιεχομένου της υποχρεώσεως της Επιτροπής η οποία απορρέει από το άρθρο 11 του κανονισμού 1049/2001.

35

Ο αναιρεσείων ζητεί την απόρριψη του δεύτερου λόγου που προβάλλει η Επιτροπή, υποστηρίζοντας ότι αυτός βασίζεται στις δικές της παραβάσεις του κανονισμού 1049/2001 και ιδίως του άρθρου της 11. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε προσκομίσει περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει το επιχείρημά της κατά το οποίο το απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα δεν είχε καταρτισθεί. Τέλος, σε περίπτωση μη υπάρξεως του μητρώου αυτού, η Επιτροπή όφειλε είτε να το συστήσει είτε να προσκομίσει τα ίδια τα προς καταχώριση έγγραφα, ανταποκρινόμενη στην υποχρέωσή της αρωγής.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

36

Από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι η διαδικασία προσβάσεως στα έγγραφα περιλαμβάνει δύο στάδια και ότι η απάντηση στο αρχικό αίτημα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 αποτελεί μόνο μια πρώτη λήψη θέσεως, καταρχήν μη δεκτική προσφυγής (βλ. διάταξη Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C‑208/11 P,EU:C:2012:76, σκέψεις 30 και 31). Εντούτοις, κατ’ εξαίρεση, όταν το θεσμικό όργανο οριστικοποιεί τη θέση του με τέτοιου είδους απάντηση, αυτή είναι δυνατόν να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως (βλ. απόφαση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, EU:C:2010:40, σκέψη 62).

37

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε πρόσβαση σε μέρος του μητρώου του οποίου η σύσταση προβλέπεται στον κανονισμό 1049/2001 και ότι η πρόσβαση αυτή δεν του επετράπη για τον λόγο ότι τέτοιου είδους μητρώο δεν είχε συσταθεί.

38

Συναφώς, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών της, το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, αφορά μόνον τα ήδη υπάρχοντα και ευρισκόμενα στην κατοχή του οικείου θεσμικού οργάνου έγγραφα.

39

Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1049/2001, το οποίο αποτελεί ειδική έκφανση της αρχής της ένδικης προστασίας, κάθε άρνηση παροχής προσβάσεως σε έγγραφα τα οποία ζητήθηκαν από τη διοίκηση είναι δεκτική ένδικης προσφυγής. Τούτο ισχύει όποιος κι αν είναι ο λόγος που επικαλέστηκε το οικείο θεσμικό όργανο για να αρνηθεί την ως άνω πρόσβαση.

40

Επομένως, δεν επηρεάζει το δικαίωμα προσφυγής των ενδιαφερομένων το επιχείρημα ότι η πρόσβαση σε έγγραφο πρέπει να απορριφθεί για έναν από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 λόγους ή το επιχείρημα ότι το ζητηθέν έγγραφο δεν υπάρχει. Κάθε άλλη λύση θα καθιστούσε αδύνατο τον έλεγχο που απόκειται στον δικαστή της Ένωσης να ασκήσει επί του βασίμου αποφάσεως περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων, καθώς θα εξαρκούσε το οικείο θεσμικό όργανο να ισχυρισθεί ότι ένα έγγραφο δεν υπάρχει προκειμένου να εκφύγει παντός δικαστικού ελέγχου.

41

Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η μη ύπαρξη εγγράφου στο οποίο ζητήθηκε πρόσβαση ή το γεγονός ότι τούτο δεν ευρίσκεται στην κατοχή του οικείου θεσμικού οργάνου δεν συνεπάγεται τη μη εφαρμογή του κανονισμού 1049/2001.

42

Αντιθέτως, απόκειται στο επίμαχο θεσμικό όργανο να απαντήσει στον αιτούντα και να δικαιολογήσει, ενδεχομένως, ενώπιον του δικαστή την άρνησή του παροχής προσβάσεως κατ’ επίκληση του ως άνω λόγου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Heylens κ.λπ., 222/86, EU:C:1987:442, σκέψη 15).

43

Εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει σαφώς από τις δοθείσες εκ μέρους της Επιτροπής διευκρινίσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και από τα έγγραφα που τούτο είχε στη διάθεσή του, ότι το επίμαχο μητρώο δεν είχε συσταθεί. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα του αναιρεσείοντος περί προσβάσεως στο απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα.

44

Όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 67 των προτάσεών της, ο κανονισμός 1049/2001 δεν συναρτά άμεσα την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 11 αυτού προς το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί η τήρηση της υποχρεώσεως καταχωρίσεως διά της υποβολής αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα.

45

Υπό το πρίσμα των προηγούμενων σκέψεων, διαπιστώνεται ότι, ακυρώνοντας τη ρητή απόφαση περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως σε απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα, της 24ης Ιουλίου 2007, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

46

Συγκεκριμένα, ούτε το άρθρο 11 του κανονισμού 1049/2001 ούτε η υποχρέωση αρωγής, η οποία επιβάλλεται με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, μπορούν να υποχρεώσουν θεσμικό όργανο να καταρτίσει έγγραφο το οποίο του ζητήθηκε, αλλά δεν υπάρχει.

47

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθόσον με αυτήν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να καταρτίσει έγγραφο το οποίο δεν υπήρχε και ακύρωσε, κατά συνέπεια, την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2007 περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στο απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα.

Επί της κύριας αιτήσεως αναιρέσεως

Επί του πρώτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

48

Με τον πρώτο λόγο, ο οποίος αφορά αναρμοδιότητα του δικαστικού σχηματισμού, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, αναθέτοντας εκ νέου τον έλεγχο της προσφυγής του σε τμήμα άλλο από το αρχικώς προβλεφθέν, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή του δικαιώματος στον φυσικό δικαστή, προσέβαλε τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθώς και πληθώρα διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων επικαλείται προσβολή του δικαιώματός του ακροάσεως πριν την εκ νέου ανάθεση της εξετάσεως της προσφυγής του.

49

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

50

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε ορθώς τον Κανονισμό του Διαδικασίας. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12 του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων κατανέμονται οι αποφάσεις μεταξύ των τμημάτων και ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση με την οποία καθορίζονται τα κριτήρια κατανομής των υποθέσεων στα τμήματα η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής (ΕΕ 2007, C 269, σ. 42) και εκείνη η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο της εκ νέου αναθέσεώς της (ΕΕ 2011, C 232, σ. 2) ταυτίζονται ως προς το περιεχόμενό τους. Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να παρεκκλίνει από το πρότυπο κατανομής των υποθέσεων εκ περιτροπής που προβλέπεται στις αποφάσεις αυτές «ώστε να διασφαλίσει την ισόρροπη κατανομή του φόρτου εργασίας».

51

Δεδομένου ότι η εφαρμογή της παρεκκλίσεως αυτής δεν υπέκειτο σε περιορισμούς κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, τίποτα δεν εμποδίζει την εκ νέου ανάθεση της τελευταίας σε άλλο τμήμα σε διαφορετικό χρόνο.

52

Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι η εκ νέου ανάθεση μιας υποθέσεως, η οποία γίνεται προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, προκειμένου να διασφαλισθεί ισόρροπη κατανομή του φόρτου εργασίας, προάγει τον σκοπό της εκδικάσεως των υποθέσεων εντός εύλογης προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.

53

Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος το οποίο αφορά προσβολή του δικαιώματός του ακροάσεως πριν την εκ νέου ανάθεση της προσφυγής του, διαπιστώνεται ότι τούτο επίσης είναι αβάσιμο. Συγκεκριμένα, όπως και κατά την αρχική ανάθεση μιας υποθέσεως, η εκ νέου ανάθεσή της σε δικαστικό σχηματισμό διαφορετικό από τον αρχικό δεν παρέχει στους διαδίκους το δικαίωμα να υποβάλουν προηγουμένως τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω μέτρου απονομής της δικαιοσύνης.

54

Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ουδόλως αμφισβήτησε την αμεροληψία του δικαστικού σχηματισμού ο οποίος επελήφθη της προσφυγής του ακυρώσεως.

55

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Επί του δευτέρου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

56

Με τον δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει διάφορες διαδικαστικές πλημμέλειες.

57

Πρώτον, ο αναιρεσείων, αφενός, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε το αίτημά του περί ταχείας διαδικασίας και, αφετέρου, υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας δεν ήταν εύλογη και ότι, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε είτε να του είχε επιδικάσει αποζημίωση είτε να παραπέμψει το αίτημα αυτό στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο.

58

Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι εθίγη το δικαίωμά του ακροάσεως από το Γενικό Δικαστήριο. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε τα δύο συμπληρωματικά υπομνήματα ούτε το αίτημά του περί διορθώσεως της εκθέσεως ακροατηρίου. Επιπροσθέτως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο χρόνος αγορεύσεώς του περιορίστηκε στα 30 λεπτά και το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό νέο επιχείρημα της Επιτροπής το οποίο αφορούσε τον κανονισμό 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1), χωρίς να του δώσει τη δυνατότητα να απαντήσει γραπτώς. Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν του παρέσχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί δεόντως επί των εγγράφων που προσκόμισε η OLAF δυνάμει της αποφάσεως της 23ης Οκτωβρίου 2007.

59

Τρίτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε κάθε έγγραφο που του είχε προσκομίσει η Επιτροπή προκειμένου να κρίνει εάν οι απαλείψεις των δεδομένων που έγιναν από την ίδια κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 ήταν δικαιολογημένες.

60

Τέταρτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν θεμελίωσε αρκούντως ότι η Επιτροπή του είχε διαβιβάσει πράγματι όλα τα έγγραφα σχετικά με τις απορριφθείσες επιβεβαιωτικές αιτήσεις.

61

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ως απαραδέκτου ή προδήλως αβάσιμου.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

62

Πρέπει να επισημανθεί ότι, ελλείψει κάθε στοιχείου που να αποδεικνύει ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, η προβαλλόμενη υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (απόφαση Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, C‑58/12 P, EU:C:2013:770, σκέψη 73).

63

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων δεν υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου άσκησε οποιαδήποτε επιρροή στην επίλυση της διαφοράς. Συνεπώς, ούτε η άρνηση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί κατόπιν ταχείας διαδικασίας ούτε η προβαλλόμενη υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας μπορούν να έχουν ως συνέπεια την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

64

Το επιχείρημα που αφορά την παράνομη απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως που ο αναιρεσείων βάσισε στους ίδιους λόγους περί της διάρκειας της διαδικασίας πρέπει επίσης να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να κρίνει τέτοια αιτήματα αποζημιώσεως, αποφαινόμενο σε δικαστικό σχηματισμό διαφορετικό εκείνου που επελήφθη αρχικώς της ένδικης διαφοράς την οποία αφορά η διαδικασία η διάρκεια της οποίας επικρίνεται (απόφαση Groupe Gascogne κατά Επιτροπής, EU:C:2013:770, σκέψη 90).

65

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα αποζημιώσεως το οποίο βασιζόταν στη διάρκεια της διαδικασίας αποφαινόμενο, στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τούτο θα έπρεπε να είχε υποβληθεί μέσω αυτοτελούς προσφυγής.

66

Πρέπει επίσης να απορριφθούν τα επιχειρήματα που αφορούν την απόρριψη των δύο συμπληρωματικών υπομνημάτων και την άρνηση του Γενικού Δικαστηρίου να παρατείνει τον χρόνο αγορεύσεως του αναιρεσείοντος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πέραν των 30 λεπτών, καθόσον προκύπτει σαφώς από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί αρκούντως επί των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε στο πλαίσιο της προσφυγής του.

67

Όσον αφορά τα έγγραφα της OLAF, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007 παρασχέθηκε στον αναιρεσείοντα μερική πρόσβαση στα έγγραφα αυτά. Ωστόσο, ο αναιρεσείων επισήμανε ότι έλαβε το σύνολο των εγγράφων που αφορά η εν λόγω απόφαση περί παροχής προσβάσεως μόνον μετά την κατάθεση του υπομνήματός του απαντήσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους κατά το έγγραφο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

68

Εντούτοις, προκύπτει από τη δικογραφία ότι ο αναιρεσείων έλαβε τα επίμαχα έγγραφα εγκαίρως πριν την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ήτοι το αργότερο τον Οκτώβριο του 2008, ώστε να είναι σε θέση να τα μελετήσει και να τοποθετηθεί επί των θεμάτων τους (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση Corus UK κατά Επιτροπής, C‑199/99 P, EU:C:2003:531, σκέψη 21).

69

Το επιχείρημα του αναιρεσείοντος το οποίο αφορά τη συνεκτίμηση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου επιχειρήματος σχετικά με τον κανονισμό 45/2001, το οποίο προέβαλε η Επιτροπή, κατ’ αυτόν, για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει επίσης να απορριφθεί.

70

Συγκεκριμένα, προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι, όταν αίτηση η οποία βασίζεται στον κανονισμό 1049/2001 αποσκοπεί στην πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι διατάξεις του κανονισμού 45/2001 εφαρμόζονται πλήρως (απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, C‑28/08 P, EU:C:2010:378, σκέψη 63).

71

Ως εκ τούτου, το επιχείρημα της Επιτροπής το οποίο βασίζεται στον κανονισμό 45/2001 προκειμένου να δικαιολογηθεί η εφαρμογή της εξαιρέσεως σχετικά με την κατοχυρούμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001 προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί ανάπτυξη λόγου που ήδη σιωπηρώς περιλαμβάνεται στις αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή παρέσχε πρόσβαση σε ορισμένο αριθμό εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο απεκρύφθη μερικώς για λόγους προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 123 των προτάσεών της, και, συνεπώς, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο το έλαβε υπόψη.

72

Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υποχρεούτο να εξετάσει κάθε έγγραφο η πρόσβαση στο οποίο απερρίφθη εν όλω ή εν μέρει, υποχρέωση την οποία δεν εκπλήρωσε.

73

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει την προσκόμιση τέτοιου εγγράφου και να το εξετάσει μόνο εάν αμφισβητείται ότι οι πληροφορίες που αφορά η άρνηση περί παροχής προσβάσεως εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 (απόφαση Jurašinović κατά Συμβουλίου, C‑576/12 P, EU:C:2013:777, σκέψεις 27 και 29).

74

Επομένως, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων αμφισβήτησε το βάσιμο της αιτιολογίας των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή παρέσχε πρόσβαση σε ορισμένο αριθμό εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο αποκρύφθηκε μερικώς προκειμένου να προστατευθούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς όμως να υποστηρίξει ότι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο ως άνω άρθρο 4 δεν εφαρμόζονταν στα επίμαχα έγγραφα, το Γενικό Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει τα έγγραφα αυτά (βλ. κατ’ αυτή την έννοια απόφαση Jurašinović κατά Συμβουλίου, EU:C:2013:777, σκέψεις 28 έως 30).

75

Εντούτοις, ο αναιρεσείων προσάπτει περαιτέρω στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξακρίβωσε εάν οι απαλείψεις δεδομένων στις οποίες προέβη η Επιτροπή περιορίζονταν πράγματι σε πληροφορίες εμπίπτουσες στις εξαιρέσεις που αυτή επικαλέστηκε.

76

Στην προκειμένη περίπτωση, αντιθέτως προς τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις IFAW Internationaler Tierschutz-Fonds κατά Επιτροπής (C‑135/11 P, EU:C:2012:376) και Jurašinović κατά Συμβουλίου (EU:C:2013:777), ο αναιρεσείων έχει στην κατοχή του τα έγγραφα τα οποία ζήτησε. Ως εκ τούτου, είχε τη δυνατότητα να επισημάνει την ύπαρξη στοιχείων που δικαιολογούσαν εύλογη αμφιβολία για το κατά πόσον οι απαλείψεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή αφορούν πληροφορίες εμπίπτουσες σε κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 εξαιρέσεις.

77

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει την ενδεχόμενη ανάγκη συμπληρώσεως των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του στις υποθέσεις των οποίων έχει επιληφθεί. Ο αποδεικτικός ή μη χαρακτήρας των στοιχείων αυτών εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμησή του περί των πραγματικών περιστατικών (απόφαση E.ON Energie κατά Επιτροπής, C‑89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψη 115).

78

Επομένως, δεδομένου του τεκμηρίου εγκυρότητας που ισχύει για τις πράξεις της Ένωσης, ελλείψει κάθε επισημάνσεως από πλευράς του προσφεύγοντος η οποία να δικαιολογεί εύλογη αμφιβολία ότι οι απαλείψεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή αφορούν πληροφορίες εμπίπτουσες σε κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 εξαιρέσεις, το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούτο ούτε να διατάξει την προσκόμιση του συνόλου των επίμαχων εγγράφων ούτε να τα εξετάσει.

79

Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα περί ελλιπούς διαβιβάσεως των εγγράφων σχετικά με τις απορριφθείσες επιβεβαιωτικές αιτήσεις, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, καθώς και για να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεώς τους (απόφαση Rousse Industry κατά Επιτροπής, C‑271/13 P, EU:C:2014:175, σκέψη 81). Τέτοια παραμόρφωση υφίσταται, μεταξύ άλλων, όταν το Γενικό Δικαστήριο προδήλως υπερέβη τα όρια εύλογης εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων.

80

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι, υπό το πρίσμα των ίδιων των στατιστικών στοιχείων της Επιτροπής, αυτή χορήγησε μέρος μόνον των αποφάσεων αρνήσεως περί παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα. Απαντώντας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η διαφορά αυτή προέκυψε από το γεγονός ότι, αφενός, μία απόφαση περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως σε έγγραφα μπορούσε να ομαδοποιεί πλείονα αιτήματα προσβάσεως σε τέτοιου είδους έγγραφα και, αφετέρου, ότι ορισμένα αιτήματα προσβάσεως εκκρεμούσαν στο τέλος του έτους.

81

Δεν προκύπτει από τη δικογραφία που είχε υποβληθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι η εκ μέρους του εκτίμηση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών βαρύνεται με οποιαδήποτε παραμόρφωση αυτών.

82

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Επί του τρίτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

83

Με τον τρίτο λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει διάφορα επιχειρήματα σχετικά με πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση όλων των σιωπηρών και ρητών αποφάσεων της Επιτροπής.

84

Καταρχάς, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε αποφανθεί περί της νομιμότητας των σιωπηρών αποφάσεων αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα. Συναφώς, υποστηρίζει ότι ο ίδιος είχε έννομο συμφέρον ως προς αυτά ακόμα και μετά την έκδοση των ρητών αποφάσεων.

85

Εν συνεχεία, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι οι σιωπηρές αποφάσεις που εκδόθηκαν από την Επιτροπή αντικατέστησαν τις σιωπηρές αποφάσεις αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα οι οποίες γεννήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001. Αφενός, οι ρητές αποφάσεις δεν περιλαμβάνουν καμία αναφορά στις σιωπηρές αποφάσεις και, αφετέρου, όσον αφορά ειδικότερα την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007 σχετικά με τα έγγραφα της OLAF, αυτή εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 αντί του άρθρου 8 του ως άνω κανονισμού.

86

Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι οι ρητές αποφάσεις κατήργησαν τις σιωπηρές αποφάσεις μόνο εν μέρει.

87

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του τρίτου λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτου ή αβάσιμου για τον λόγο ότι οι ρητές αποφάσεις της αντικατέστησαν τη σιωπηρή απόφαση περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα, έστω κι αν η πρόσβαση την οποία παρέχουν είναι περιορισμένη.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

88

Όπως υπομνήσθηκε ήδη στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, ελλείψει, κατά τη λήξη της προθεσμίας απαντήσεως στην επιβεβαιωτική αίτηση του προσφεύγοντος, οιασδήποτε ρητής αποφάσεως, γεννώνται σιωπηρές αποφάσεις περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα, οι οποίες είναι δεκτικές προσφυγής δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001.

89

Εντούτοις, οι αποφάσεις αυτές ανακλήθηκαν ως αποτέλεσμα των αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν μεταγενεστέρως από την Επιτροπή, και με τις οποίες παρασχέθηκε στον αναιρεσείοντα μερική πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι παρείλκε πλέον η απόφαση επί της προσφυγής καθόσον αυτή στρεφόταν κατά των σιωπηρών αποφάσεων περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα.

90

Ειδικότερα όσον αφορά την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007, σχετικά με τα έγγραφα της OLAF, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος κατά το οποίο απόφαση η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 του κανονισμού 1049/2001 δεν μπορεί να αντικαταστήσει σιωπηρή απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, βασίζεται σε παρερμηνεία της αποφάσεως αυτής. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για τον χαρακτηρισμό των προσβαλλομένων πράξεων σημασία έχει η ουσία της πράξεως και ότι η μορφή υπό την οποία εκδίδεται μια πράξη ή μια απόφαση στερείται, καταρχήν, σημασίας από την άποψη αυτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση NDSHT κατά Επιτροπής, C‑322/09 P, EU:C:2010:701, σκέψη 46).

91

Καθόσον η απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007 σχετικά με τα έγγραφα της OLAF εκδόθηκε κατόπιν της υποβολής επιβεβαιωτικής αιτήσεως προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα και μετά τη λήξη των προβλεπόμενων στο άρθρο 8 του κανονισμού 1049/2001 προθεσμιών, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για ρητή απόφαση επί επιβεβαιωτικής αιτήσεως. Επομένως, η αναφορά στο άρθρο 7 του κανονισμού 1049/2001 στερείται σημασίας.

92

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του τετάρτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

93

Με τον τέταρτο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά το εύρος της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα σχετικά με την απόφαση T‑110/04, βαρύνεται με παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και ότι η αιτιολογία της είναι ανεπαρκής.

94

Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

95

Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά στις σκέψεις 151 έως 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

96

Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, χωρίς να παραμορφώσει τα αιτήματα του αναιρεσείοντος και με απόφαση αρκούντως αιτιολογημένη, ότι η αρίθμηση των εγγράφων η οποία περιλαμβάνεται στο αρχικό αίτημα προσβάσεως στα έγγραφα και της οποίας προηγούνται οι λέξεις «για λόγους σαφήνειας», ήταν εξαντλητική και ότι ο αναιρεσείων δεν είχε ζητήσει άλλα έγγραφα.

97

Όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος σχετικά με την απουσία των παραρτημάτων Α1 και Α2, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η προβαλλόμενη απουσία των εγγράφων αυτών αποτέλεσε αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Εντούτοις, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της νομικής λύσεως που δόθηκε σε σχέση με τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

98

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί.

Επί του πέμπτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

99

Με τον πέμπτο λόγο, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αιτιολογήσεως, από μέρους της Επιτροπής, της εφαρμογής της εξαιρέσεως σχετικά με την προστασία των δεδομένων, καθώς και κατά της νομιμότητας των απαλείψεων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις οποίες προέβη η Επιτροπή.

100

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

101

Όσον αφορά την αμφισβήτηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για τον λόγο ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι ήταν νόμιμη η απάλειψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην οποία προέβη η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή της εξαιρέσεως στην πρόσβαση στα έγγραφα η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι διατάξεις του κανονισμού 45/2001, του οποίου τα άρθρα 8, στοιχείο βʹ, και 18 αποτελούν βασικές διατάξεις, εφαρμόζονται πλήρως όταν αίτηση που βασίζεται στον κανονισμό 1049/2001 αποσκοπεί στην πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, EU:C:2010:378, σκέψεις 63 και 64).

102

Η κοινοποίηση τέτοιου είδους δεδομένων εμπίπτει στον ορισμό της «επεξεργασίας», υπό την έννοια του κανονισμού 45/2001 (απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, EU:C:2010:378, σκέψη 69).

103

Από το άρθρο 5 του ως άνω κανονισμού προκύπτει ότι κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, προκειμένου να είναι νόμιμη, να πραγματοποιείται υποχρεωτικώς κατόπιν τηρήσεως μίας εκ των προβλεπόμενων στο εν λόγω άρθρο προϋποθέσεων.

104

Επιπροσθέτως, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβαστούν σε τρίτους βάσει του κανονισμού 1049/2001 μόνον εάν η διαβίβαση αυτή, αφενός, πληροί τις προβλεπόμενες στο άρθρο 8, στοιχείο αʹ ή βʹ, προϋποθέσεις και, αφετέρου, εάν συνιστά νόμιμη επεξεργασία, σύμφωνα προς τις απαιτήσεις του άρθρου 5 του ίδιου κανονισμού.

105

Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εξακριβώνοντας εάν επληρούντο οι προβλεπόμενες στο άρθρο 8, στοιχείο βʹ, προϋποθέσεις.

106

Επιπροσθέτως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν μπορεί να συναχθεί από την ως άνω διάταξη ότι τα θεσμικά όργανα τα οποία αφορά αίτηση προσβάσεως σε έγγραφα τα οποία έχουν στην κατοχή τους είναι υποχρεωμένα να εξακριβώνουν αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη λόγων οι οποίοι να δικαιολογούν διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

107

Αντιθέτως, απόκειται στον αιτούντα την πρόσβαση να αποδείξει την αναγκαιότητα διαβιβάσεως των εν λόγω δεδομένων (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, EU:C:2010:378, σκέψη 77).

108

Πρέπει επίσης να απορριφθεί η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος κατά την οποία η Επιτροπή υποχρεούτο, υπό το πρίσμα του άρθρου 8, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001, να του διαβιβάσει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τον λόγο ότι η πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 1049/2001 εμπίπτει πάντα στο δημόσιο συμφέρον. Όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 154 των προτάσεών της, τέτοια επιχειρηματολογία θα αντέβαινε στην υποχρέωση που βαρύνει τον αιτούντα την πρόσβαση να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υποχρέωση η οποία υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη.

109

Εξάλλου, από τη σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε κανένα λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της διαβιβάσεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή.

110

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος τα οποία αφορούν, αφενός, την έλλειψη διαβουλεύσεως με όλα τα πρόσωπα των οποίων τα προσωπικά δεδομένα εθίγοντο και, αφετέρου, την παράλειψη να ληφθεί υπόψη η συναίνεση ορισμένων προσώπων στη δημοσιοποίηση των δεδομένων τους πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή. Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η διαβίβαση ορισμένων δεδομένων ήταν νόμιμη, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να προβεί σε αυτή για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 8, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 45/2001, την αναγκαιότητα τέτοιας διαβιβάσεως.

111

Για τους ίδιους λόγους δεν ευσταθεί η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε πρόσβαση στα ονόματα των υπαλλήλων που περιλαμβάνονται στα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση T‑110/04. Συγκεκριμένα, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 194 και 197 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα ονόματά τους αποτελούσαν δεδομένα προστατευόμενα δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001. Το γεγονός ότι ορισμένα ονόματα δημοσιοποιήθηκαν επ’ ευκαιρία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν αναιρεί το συμπέρασμα αυτό. Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να απαλλάξει τα λοιπά θεσμικά όργανα από τις υποχρεώσεις τους.

112

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, επίσης, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε την υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί στην κωδικοποίηση των ονομάτων που απάλειψε.

113

Συναφώς, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο που προέβαλε ο αναιρεσείων σχετικά με την κωδικοποίηση των ονομάτων κρίνοντας, στις σκέψεις 207 και 208 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι συστηματική υποχρέωση κωδικοποιήσεως θα συνιστούσε ιδιαιτέρως επαχθή και άσκοπο φόρτο εργασίας. Συγκεκριμένα, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 27 και 28 της παρούσας αποφάσεως, τα θεσμικά όργανα μπορούν, σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, να προτάσσουν το συμφέρον χρηστής διοικήσεως κατόπιν της σταθμίσεως του συμφέροντος του αιτούντος πρόσβαση σε έγγραφα και τον φόρτο εργασίας που θα συνεπαγόταν η επεξεργασία του αιτήματός του.

114

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι η αιτιολόγηση της εφαρμογής, από την Επιτροπή, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001 ήταν επαρκής, μολονότι αυτή δεν περιλαμβάνει καμία μνεία του κανονισμού 45/2001, ούτε παραθέτει λεπτομερώς τους λόγους οι οποίοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απάλειψη όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στα έγγραφα στα οποία ζητήθηκε η πρόσβαση.

115

Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, επικύρωσε τη νομιμότητα της εφαρμογής, από την Επιτροπή, της ως άνω διατάξεως, καθόσον, όπως επισημάνθηκε ήδη στις σκέψεις 70 και 71 της παρούσας αποφάσεως, η επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001 συνεπάγεται υποχρεωτικώς την εφαρμογή του κανονισμού 45/2001 (απόφαση Επιτροπή κατά Bavarian Lager, EU:C:2010:378, σκέψη 63).

116

Επιπροσθέτως, όπως τονίστηκε στις σκέψεις 106 έως 111 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε κανέναν λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την αναγκαιότητα της διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το ζήτημα της νομιμότητας της διαβιβάσεως αυτής δεν ετίθετο. Κατά συνέπεια, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν χρειαζόταν να αιτιολογήσει περαιτέρω ως προς αυτό την απόφαση περί εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1049/2001.

117

Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις σκέψεις 125 και 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθόσον, με αυτές τις σκέψεις, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η αιτιολόγηση της αποφάσεως της Επιτροπής περί αποκρύψεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ανταποκρινόταν στις συνήθεις απαιτήσεις στον τομέα αυτό, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 145 των προτάσεών της.

118

Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, καθόσον αφορά τη νομιμότητα των απαλείψεων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιήθηκαν στα έγγραφα της OLAF.

119

Εντούτοις, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να τροποποιήσει το αντικείμενο της διαφοράς προβάλλοντας για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο που θα μπορούσε να είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αλλά δεν το έπραξε, καθόσον τούτο θα του έδινε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς της οποίας επελήφθη το Γενικό Δικαστήριο.

120

Ως εκ τούτου, το ως άνω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν έβαλε κατά της αιτιολογίας της αποφάσεως της 23ης Οκτωβρίου 2007 σχετικά με τα έγγραφα OLAF στο υπόμνημά του απαντήσεως, μολονότι είναι σαφές ότι έλαβε την απόφαση αυτή το αργότερο μαζί με το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής.

121

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του έκτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

122

Με τον έκτο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκανε δεκτή υπέρμετρα ευρεία εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, εξαιρέσεως, ως προς τις πληροφορίες οι οποίες περιλαμβάνονται στα έγγραφα σχετικά με την υπόθεση T‑110/04.

123

Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την ύπαρξη ή μη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος δικαιολογούντος τη δημοσιοποίηση των δεδομένων που εμπίπτουν στην ως άνω διάταξη.

124

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

125

Ο έκτος λόγος αφορά το σύνολο των δεδομένων τα οποία απαλείφθηκαν ώστε να αποφευχθεί η ταυτοποίηση ορισμένων επιχειρήσεων οι οποίες εμπλέκονταν σε υποθέσεις αντιντάμπινγκ τις οποίες ο προσφεύγων στην υπόθεση T‑110/04 είχε χειριστεί ως υπάλληλος της Επιτροπής.

126

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, στη σκέψη 228 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απάλειψη των ονομάτων των επιχειρήσεων και των εις βάρος τους αιτιάσεων ήταν αναγκαία προκειμένου να προστατευθούν τα συμφέροντά τους καθόσον τα ονόματα των εμπλεκόμενων εταιριών θα μπορούσαν να είχαν συναχθεί από το σύνολο των απαλειφθεισών πληροφοριών.

127

Όσον αφορά την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος με την οποία αποπειράται να αποδείξει ότι οι αναφερόμενες στην υπόθεση Τ-110/04 επιχειρήσεις δεν απολάμβαναν της προστασίας του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 λόγω του ότι, γενικώς, οι αποφάσεις αντιντάμπινγκ δημοσιεύονται, διαπιστώνεται ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τέτοιου είδους επιχειρηματολογία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

128

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτίαση του αναιρεσείοντος σχετικά με τη σκέψη 229 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αβάσιμη. Αφενός, από την εν λόγω σκέψη προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέτασε την ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Αφετέρου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, απόκειται στον αιτούντα την πρόσβαση να επικαλεσθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο στοιχεία που να θεμελιώνουν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον το οποίο να δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση των οικείων εγγράφων (βλ. απόφαση LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑514/11 P και C‑605/11 P, EU:C:2013:738, σκέψη 94).

129

Εντούτοις, στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων περιορίστηκε στην επίκληση της αρχής της διαφάνειας και της σημασίας της.

130

Βεβαίως, το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που δύναται να δικαιολογήσει τη δημοσιοποίηση ενός εγγράφου δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην να διακρίνεται από τις αρχές που διέπουν τον κανονισμό 1049/2001 (απόφαση LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, EU:C:2013:738, σκέψη 92).

131

Εντούτοις, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 229 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εκτιμήσεις τόσο γενικές όσο οι διατυπωθείσες από τον αναιρεσείοντα δεν μπορούν να στηρίξουν την άποψη ότι η αρχή της διαφάνειας ήταν, εν προκειμένω, ιδιαιτέρως επιτακτική, ώστε να δύναται να κατισχύσει των λόγων που δικαιολογούσαν την άρνηση δημοσιοποιήσεως των επίμαχων πληροφοριών (απόφαση LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, EU:C:2013:738, σκέψη 93).

132

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του εβδόμου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

133

Με τον έβδομο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δίκαιωμά του αποζημιώσεως το οποίο απορρέει από τη ζημία που υπέστη λόγω της επεξεργασίας, από μέρους της Επιτροπής, των αιτημάτων του περί προσβάσεως σε έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή της.

134

Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

135

Καταρχάς, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως δεν έκανε δεκτά τα αποδεικτικά στοιχεία που ο ίδιος προσκόμισε.

136

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει την ανάγκη συμπληρώσεως, ενδεχομένως, των πληροφοριών που διαθέτει στις υποθέσεις των οποίων έχει επιληφθεί. Ο αποδεικτικός χαρακτήρας των στοιχείων αυτών εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμησή του περί των πραγματικών περιστατικών, η οποία, κατά επίσης πάγια νομολογία, εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου όταν κρίνει κατ’ αναίρεση, εκτός αν οι διάδικοι προβάλλουν παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων.

137

Περιοριζόμενος, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, να υποστηρίξει ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε διαμορφώσει πιο σαφή εικόνα περί της ευθύνης της Επιτροπής, ο αναιρεσείων δεν προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη, στις σκέψεις 261 έως 267 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων.

138

Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής κατά την επεξεργασία των αιτημάτων του περί προσβάσεως στα έγγραφα που αυτή είχε στην κατοχή της και την επιδείνωση της υγείας του.

139

Προκειμένου να διαπιστώσει ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας, το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε, στη σκέψη 264 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην έκθεση εμπειρογνώμονα που προσκομίστηκε από τον αναιρεσείοντα και στις επισημάνσεις του αναιρεσείοντα, βάσει των οποίων κατέληξε, χωρίς παραμόρφωση των πραγματικών στοιχείων, ότι δεν αποδείχθηκε πως η συμπεριφορά της Επιτροπής επέδρασε στην επιδείνωση της υγείας του αναιρεσείοντος.

140

Τρίτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση για το θέμα της διαφάνειας, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 265 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν άσκησε σχετική επιρροή, καθόσον η περίοδος διαβουλεύσεως έληγε στις 31 Ιουλίου 2007, ενώ η αρχική αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα υποβλήθηκε στις 20 Ιουνίου 2007.

141

Όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 189 των προτάσεών της, σε περίπτωση κανονικής παρατάσεως της προθεσμίας απαντήσεως δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε απαντήσει στην αρχική αίτηση το νωρίτερο στις 31 Ιουλίου 2007. Εντούτοις, κατά τον χρόνο αυτόν θα ήταν πλέον αδύνατη η συμμετοχή στη διαδικασία της διαβουλεύσεως.

142

Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο έβδομος λόγος αναιρέσεως.

Επί του ογδόου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

143

Με τον όγδοο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε να διατάξει την Επιτροπή να του χορηγήσει τα έγγραφα στα οποία του είχε αρνηθεί την πρόσβαση κατά παράβαση του κανονισμού 1049/2001.

144

Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

145

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί, καταρχήν, να απευθύνει εντολές σε θεσμικό όργανο της Ένωσης χωρίς να σφετεριστεί τις εξουσίες διοικητικής αρχής (βλ. αποφάσεις Verzyck κατά Επιτροπής, 225/82, EU:C:1983:165, σκέψη 19, και Campogrande κατά Επιτροπής, C‑62/01 P, EU:C:2002:248, σκέψη 43).

146

Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 264 ΣΛΕΕ, δεν είχε τη δυνατότητα να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Καθόσον η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος ερείδεται στο άρθρο 266 ΣΛΕΕ, πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε η διάταξη αυτή προβλέπει τη δυνατότητα διαταγής προς τα θεσμικά όργανα.

147

Η διαπίστωση αυτή δεν αίρεται από τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος τα οποία βασίζονται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθόσον το άρθρο αυτό δεν έχει ως σκοπό να τροποποιήσει το σύστημα δικαιοδοτικού ελέγχου που προβλέπεται στις Συνθήκες (βλ. απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 97).

148

Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο όγδοος λόγος αναιρέσεως.

Επί του ενάτου λόγου

Επιχειρήματα των διαδίκων

149

Με τον ένατο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το αποτέλεσμα της διαφοράς της οποίας επελήφθη, καταδικάζοντας την Επιτροπή στα δικά της έξοδα και στα δύο τρίτα των εξόδων του αναιρεσείοντος.

150

Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

151

Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, δυνάμει του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό και το ύψος της δικαστικής δαπάνης. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, εφόσον όλοι οι άλλοι λόγοι μιας αιτήσεως αναιρέσεως απορρίφθηκαν, το αίτημα σχετικά με παρανομία της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί της δικαστικής δαπάνης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής.

152

Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε ως προς τους πρώτους οκτώ λόγους αναιρέσεως που προέβαλε στο πλαίσιο της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο ένατος λόγος, ο οποίος αφορά την κατανομή των δικαστικών εξόδων, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

153

Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

154

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί μόνον επί του λόγου που προβάλλει ο αναιρεσείων στην προσφυγή του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με τον οποίο ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί αρνήσεως παροχής προσβάσεως στο μητρώο σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως στα έγγραφα.

155

Συναφώς, από τη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το επίμαχο μητρώο δεν είχε συσταθεί και ότι, επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα του αναιρεσείοντος. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή του ως αβάσιμη ως προς αυτό το ζήτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

156

Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη ή όταν κρίνεται βάσιμη και το Δικαστήριο τέμνει το ίδιο οριστικώς τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων.

157

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη, δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εντούτοις, εάν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.

158

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του G. Strack στα δικαστικά έξοδα και αυτός ηττήθηκε ως προς τους λόγους που προέβαλε με την αιτήσή του αναιρέσεως καθώς και ως προς τον δεύτερο λόγο της ανταναιρέσεως, ο αναιρεσείων φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα στο πλαίσιο της παρούσας δίκης και το ένα τρίτο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή λόγω της παρούσας διαδικασίας.

159

Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα που σχετίζονται με τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δαπάνες που συνδέονται με τη διαδικασία κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θα κατανεμηθούν κατά τον οριζόμενο στο σημείο 7 του διατακτικού της τρόπο.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Strack κατά Επιτροπής (T‑392/07, EU:T:2013:8) καθόσον, με την απόφαση αυτή, τούτο ακύρωσε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 24ης Ιουλίου 2007.

 

2)

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την ανταναίρεση.

 

3)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

4)

Απορρίπτει την προσφυγή ακυρώσεως καθόσον στρέφεται κατά της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί αρνήσεως της προσβάσεως στο απόσπασμα του μητρώου σχετικά με τις απορριπτικές αποφάσεις των επιβεβαιωτικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα.

 

5)

Ο Guido Strack φέρει τα δικαστικά του έξοδα που σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία και το ένα τρίτο των εξόδων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

6)

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δύο τρίτα των εξόδων της τα οποία σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία.

 

7)

Τα δικαστικά έξοδα που σχετίζονται με τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Strack κατά Επιτροπής (T‑392/07, EU:T:2013:8) κατανέμονται σύμφωνα με τον οριζόμενο στο σημείο 7 του διατακτικού της τρόπο.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top