EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CC0417

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 3ης Ιουλίου 2014.
ÖBB Personenverkehr AG κατά Gotthard Starjakob.
Αίτηση του Oberster Gerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 2000/78/ΕΚ — Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία — Άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α΄ — Άρθρο 6, παράγραφος 1 — Διάκριση λόγω ηλικίας — Εθνική ρύθμιση που εξαρτά τον συνυπολογισμό, για τον καθορισμό των αποδοχών, των προγενέστερων του 18ου έτους της ηλικίας περιόδων υπηρεσίας από επιμήκυνση των απαιτούμενων για τη μισθολογική προαγωγή χρονικών περιόδων — Δικαιολογητικός λόγος — Δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού — Δυνατότητα αμφισβητήσεως της επιμηκύνσεως των απαιτούμενων για τη μισθολογική προαγωγή χρονικών διαστημάτων.
Υπόθεση C-417/13.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2048

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 3ης Ιουλίου 2014 ( 1 )

Υπόθεση C‑417/13

ÖBB Personenverkehr AG

κατά

Gotthard Starjakob

[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 2000/78/EΚ — Διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας — Ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή — Εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους που αποκλείει τον συνυπολογισμό περιόδων απασχολήσεως που πραγματοποιήθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας ενόψει του καθορισμού της αμοιβής — Έκδοση νέας κανονιστικής ρυθμίσεως με αναδρομική ισχύ και χωρίς χρηματοοικονομική αντιστάθμιση — Διατήρηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως — Δικαιολογητικοί λόγοι — Δικαίωμα καταβολής της μισθολογικής διαφοράς — Κυρώσεις — Προθεσμία παραγραφής»

1. 

Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 2 ) και πλειόνων διατάξεων της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ( 3 ).

2. 

Τα προδικαστικά ερωτήματα διατυπώθηκαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ÖBB-Personenverkehr AG (στο εξής: ÖBB) και του G. Starjakob σε σχέση με τη νομιμότητα του επαγγελματικού συστήματος αμοιβών που καθιέρωσε ο Αυστριακός νομοθέτης προκειμένου να εξαλείψει τις δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας.

I – Το νομικό πλαίσιο

Α Η οδηγία 2000/78

3.

Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 διαλαμβάνει ότι «σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη».

4.

Το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)

συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο·

[...]».

5.

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι αυτή εφαρμόζεται, εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των όρων αμοιβής.

6.

Το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78 ορίζει τα εξής:

«1.   Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:

α)

την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής, για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζομένους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους,

β)

τον καθορισμό ελάχιστων όρων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση,

[...]».

7.

Δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι σημειώθηκε η διάκριση έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανόμενων, όπου κρίνεται ενδεδειγμένο, διαδικασιών συνδιαλλαγής, για την πραγμάτωση των υποχρεώσεων εκ της παρούσας οδηγίας».

8.

Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

9.

Το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής, σχετικά με τις κυρώσεις, ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής τους. Οι κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημίωσης στο θύμα, πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή το αργότερο στις 2 Δεκεμβρίου 2003 και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους, το συντομότερο δυνατόν.»

Β Το αυστριακό δίκαιο

10.

Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995, το άρθρο 3 της κανονιστικής αποφάσεως του 1963 περί των αποδοχών των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους (Bundesbahn-Besoldungsordnung 1963) ( 4 ) το οποίο φέρει τον τίτλο «Ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη», όριζε τα εξής:

«(1)   Η ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη πρέπει να καθορίζεται κατά τρόπο ώστε —εξαιρουμένων των χρονικών διαστημάτων πριν τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και με την επιφύλαξη των περιοριστικών διατάξεων των παραγράφων 4 έως 7— να τεκμαίρεται ότι προηγούνται της ημερομηνίας προσλήψεως:

a)

τα χρονικά διαστήματα που μνημονεύονται στην παράγραφο 2, στο σύνολό τους,

b)

τα λοιπά χρονικά διαστήματα, κατά το ήμισυ.

(2)   Κατά την παράγραφο 1, στοιχείο a, πρέπει να τεκμαίρεται ότι προηγείται της ημερομηνίας προσλήψεως:

1.

ο χρόνος εργασίας σε θέση απασχολήσεως ο οποίος αντιστοιχεί τουλάχιστον στο ήμισυ του χρόνου εργασίας που προβλέπεται για τους εργαζόμενους με πλήρες ωράριο βάσει εργασιακής σχέσεως στους Αυστριακούς Σιδηροδρόμους.

[...]

(6)   Απαγορεύεται να ληφθεί επανειλημμένως υπόψη ένα και μόνο χρονικό διάστημα — εξαιρουμένης της διπλής συνεκτιμήσεως που προβλέπει το άρθρο 32 της κανονιστικής αποφάσεως [κανονιστική απόφαση του 1974 περί των αποδοχών των εργαζομένων στους σιδηροδρόμους (Bundesbahn-Besoldungsordnung 1974, BGBl. αριθ. 263)]».

11.

Το άρθρο 3 της BO του 1963 τροποποιήθηκε με τον ομοσπονδιακό νόμο για τους σιδηροδρόμους (Bundesbahngesetz) ( 5 ), του οποίου το άρθρο 53a ορίζει τα εξής:

«(1)   Για τους υπαλλήλους και συνταξιούχους που εντάσσονται ή θα ενταχθούν στην υπηρεσία των αυστριακών σιδηροδρόμων (ÖBB) [...] μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004 και των οποίων η ατομική ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή καθορίζεται ή θα καθοριστεί επί τη βάσει του άρθρου 3 της [BO του 1963], η ημερομηνία αυτή αποτελεί το αντικείμενο νέου προσδιορισμού κατόπιν κοινοποιήσεως των περιόδων υπηρεσίας που πρέπει να ληφθούν υπόψη, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

1.

Η ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή πρέπει να καθορίζεται υπό την έννοια ότι τεκμαίρεται ότι προηγούνται της ημέρας προσλήψεως [...] οι περίοδοι που έπρεπε να ληφθούν υπόψη (Z 2) μετά τις 30 Ιουνίου του έτους κατά το οποίο είχαν συμπληρωθεί ή επρόκειτο να συμπληρωθούν εννέα έτη σχολικής φοιτήσεως μετά την ένταξη στον πρώτο βαθμό σχολικής εκπαιδεύσεως.

2.

Οι περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη απορρέουν από τους κανόνες συνυπολογισμού που ισχύουν και ορίζονται από τις εφαρμοστέες διατάξεις της BO του 1963 [...].

(2)   Σε περίπτωση νέου προσδιορισμού της ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή σύμφωνα με την παράγραφο (1), τυγχάνουν εφαρμογής οι ακόλουθες διατάξεις:

1.

Κάθε περίοδος που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων παρατείνεται κατά ένα έτος.

2.

Η προαγωγή πραγματοποιείται την 1η Ιανουαρίου που ακολουθεί τη συμπλήρωση κάθε περιόδου που απαιτείται για την προαγωγή (ημερομηνία προαγωγής).

3.

Ο νέος προσδιορισμός της ατομικής ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή δεν τίθεται σε ισχύ εάν συνεπάγεται μισθολογική υποβάθμιση σε σχέση με τον προηγούμενο προσδιορισμό της ημερομηνίας αυτής [ ( 6 )].

[...]

(4)   Οι συνυπολογιστέες περίοδοι υπηρεσίας σύμφωνα με την παράγραφο (1) πρέπει να αποδεικνύονται προσηκόντως, ενόψει του νέου καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς, από υπαλλήλους και συνταξιούχους μέσω της έντυπης αιτήσεως που χορηγεί ο εργοδότης. Για τα πρόσωπα που δεν προσκομίζουν την απόδειξη αυτή ή η απόδειξη είναι εσφαλμένη ή ελλιπής, διατηρείται η ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή που ίσχυε προηγουμένως [...].

(5)   Για τις μισθολογικές απαιτήσεις που απορρέουν από τον νέο καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή, ο χρόνος από τις 18 Ιουνίου 2009 μέχρι την ημέρα της δημοσιεύσεως του ομοσπονδιακού νόμου στο BGBl. I, 129/2011 δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της τριετούς προθεσμίας παραγραφής.»

12.

Επιπλέον, οι διατάξεις του νόμου περί ίσης μεταχειρίσεως (Gleichbehandlungsgesetz) ( 7 ) ορίζουν τα εξής:

«Άρθρο 17 — Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως

(1)   Κανείς δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως με βάση [...] την ηλικία [...] στο πλαίσιο εργασιακής σχέσεως, ιδίως:

[...]

2.

για τον καθορισμό της αμοιβής,

[...]

Άρθρο 26 — Οι συνέπειες της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως

[...]

(2)   Εάν, λόγω της παραβιάσεως από τον εργοδότη της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που καθιερώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 2, εργαζόμενος ή εργαζομένη λαμβάνει για την ίδια εργασία ή για εργασία παρεμφερούς αξίας αμοιβή κατώτερη από την αμοιβή εργαζομένου ή εργαζομένης που δεν αποτελεί το αντικείμενο διακρίσεως στηριζόμενης σε ένα από τα κριτήρια του άρθρου 17, ο εν λόγω εργαζόμενος ή εργαζομένη έχει δικαίωμα στην καταβολή από τον εργοδότη της διαφοράς και σε αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

[...]

Άρθρο 29 — Οι προθεσμίες για την άσκηση των δικαιωμάτων

(1)   [...] Για τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 26, παράγραφος 2, [...] τυγχάνει εφαρμογής η τριετής παραγραφή του άρθρου 1 486 [του αυστριακού Αστικού Κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch) ( 8 )].

[...]»

13.

Τέλος, οι σχετικές με την παραγραφή διατάξεις του ABGB ορίζουν τα εξής:

«Άρθρο 1 480 — Οι ληξιπρόθεσμες ετήσιες παροχές, ιδίως δε οι τόκοι, [...] παραγράφονται εντός τριετίας· η αξίωση αφεαυτής παραγράφεται λόγω μη [ασκήσεως] του δικαιώματος μετά την παρέλευση τριάντα ετών.

Άρθρο 1 486 — Ειδικές προθεσμίες παραγραφής

Παραγράφονται εντός τριών ετών: οι απαιτήσεις

[...]

5.

των εργαζομένων που αφορούν την αμοιβή τους και την επιστροφή των δαπανών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας των εργατών, των ημερομισθίων εργαζομένων, των οικιακών βοηθών και όλων των ιδιωτικών υπαλλήλων [...]».

II – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14.

Η εργασιακή σχέση του G. Starjakob με την εταιρία της οποίας διάδοχος κατά νόμο είναι η ÖBB άρχισε την 1η Φεβρουαρίου 1990. Η ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη καθορίστηκε, στην περίπτωσή του, λαμβανομένων υπόψη των περιόδων υπηρεσίας που πραγματοποίησε από της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας του, στις 21 Μαΐου 1986. Η περίοδος μαθητείας που διήνυσε ο G. Starjakob μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του ελήφθη υπόψη κατά το ήμισυ, ενώ αυτή που είχε διανύσει πριν τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας δεν ελήφθη υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 3 της BO του 1963.

15.

Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Aυστρία), εάν η ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη του ενάγοντος καθοριζόταν σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθρου 53a, παράγραφος 1, του BBG, δηλαδή λαμβανομένων υπόψη και των περιόδων υπηρεσίας που πραγματοποίησε πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του (μετά την 30ή Ιουνίου που ακολουθεί το τέλος της υποχρεωτικής σχολικής φοιτήσεως των εννέα ετών), θα προέκυπτε νέα ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη, ήτοι η ημερομηνία της 22ας Ιουνίου 1985. Εάν γινόταν δεκτή η νέα αυτή ημερομηνία, ενώ η κατάταξη του G. Starjakob εξακολουθούσε να καθορίζεται βάσει της προηγούμενης νομικής καταστάσεως, αυτό θα είχε ως συνέπεια, για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2007 έως τον Ιούνιο του 2012, μισθολογική διαφορά υπέρ του G. Starjakob, ανερχόμενη στο ακαθάριστο ποσό των 3963,75 ευρώ.

16.

Το 2012, επικαλούμενος την απόφαση Hütter ( 9 ), ο G. Starjakob άσκησε κατά της ÖBB αγωγή ζητώντας να του καταβληθεί η μισθολογική διαφορά που θα του οφειλόταν για το διάστημα 2007-2012 εάν η ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή του εξέλιξη είχε υπολογισθεί λαμβανόμενης υπόψη της περιόδου μαθητείας που πραγματοποίησε πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του.

17.

Το Landesgericht Innsbruck (πρωτοδικείο Ίνσμπρουκ) απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι το άρθρο 53a του BBG κατήργησε τη διάκριση λόγω ηλικίας. Ο G. Starjakob θα μπορούσε να ζητήσει τον υπολογισμό της ημερομηνίας αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού μόνον εάν δεχόταν, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 4 του εν λόγω άρθρου, σχετικά με την παράταση των απαιτουμένων περιόδων για την υπηρεσιακή εξέλιξη και τις συνέπειες της παραβάσεως της υποχρεώσεως συνεργασίας. Δεδομένου ότι ο G. Starjakob δεν είχε προσκομίσει ακόμη την πλήρη απόδειξη των περιόδων υπηρεσίας που είχε πραγματοποιήσει, η ημερομηνία αναφοράς που καθορίσθηκε γι’ αυτόν εξακολουθούσε να ισχύει, χωρίς να μπορεί να διαμαρτυρηθεί για δυσμενή διάκριση σε βάρος του.

18.

Κατ’ έφεση, το Oberlandesgericht Innsbruck (εφετείο Ίνσμπρουκ) δέχθηκε το αίτημα του G. Starjakob. Έκρινε ότι, ελλείψει των αποδείξεων αυτών, στην περίπτωση του G. Starjakob ετύγχανε προφανώς εφαρμογής η νομική κατάσταση που καθιέρωσε η BO του 1963, η οποία όμως εισήγαγε δυσμενή διάκριση, οπότε έπρεπε να καθορισθεί νέα ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη λαμβάνουσα υπόψη την περίοδο μαθητείας που πραγματοποίησε πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του. Εντούτοις, στο μέτρο που το άρθρο 53a του BBG δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή του λόγω της ελλείψεως αποδείξεων των εν λόγω περιόδων προϋπηρεσίας, ο απαιτούμενος χρόνος για την προαγωγή εξακολουθεί να ανέρχεται στα δύο έτη για όλα τα μισθολογικά κλιμάκια.

19.

Υπό τις συνθήκες αυτές, επιληφθέν της υποθέσεως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, το Oberster Gerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 21 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, παράγραφος 1, 16 και 17 της οδηγίας [2000/78], την έννοια ότι:

α)

ένας εργαζόμενος, για τον οποίο ο εργοδότης καθόρισε αρχικώς εσφαλμένη ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή βάσει ενός εκ του νόμου προβλεπόμενου και εισάγοντος δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας συνυπολογισμού του χρόνου προϋπηρεσίας, δικαιούται σε κάθε περίπτωση να του καταβληθεί η μισθολογική διαφορά βάσει της μη εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή,

β)

ή ότι το κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα, μέσω ενός συνυπολογισμού χωρίς διακρίσεις του χρόνου προϋπηρεσίας, να εξαλείψει τις δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας και χωρίς χρηματική αντιστάθμιση (καθορίζοντας νέα ημερομηνία αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή και παρατείνοντας συγχρόνως το χρονικό διάστημα για τη μισθολογική προαγωγή), ειδικότερα όταν η οικονομικά ουδέτερη αυτή λύση σκοπεί στη διατήρηση της ρευστότητας του εργοδότη, καθώς και στην αποφυγή ενός υπερβολικού κόστους για τον νέο υπολογισμό;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β: Μπορεί ο νομοθέτης να εισάγει έναν τέτοιο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας,

α)

και αναδρομικά (εν προκειμένω με τον νόμο που δημοσιεύθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2011, BGBl. I 2011/129, με αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2004), ή

β)

ισχύει αυτός μόνον από την ημερομηνία εκδόσεως ή δημοσιεύσεως των νέων διατάξεων περί συνυπολογισμού και μισθολογικής προαγωγής;

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β: Έχει το άρθρο 21 του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας [2000/78], την έννοια ότι

α)

μια νομοθετική ρύθμιση, η οποία προβλέπει μακρύτερο χρονικό διάστημα μισθολογικής προαγωγής για τον χρόνο απασχολήσεως στην αρχή της σταδιοδρομίας και δυσχεραίνει, επομένως, τη μετάβαση στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, συνιστά έμμεση άνιση μεταχείριση λόγω ηλικίας,

β)

και, σε περίπτωση που συντρέχει το ανωτέρω, ότι μια τέτοια ρύθμιση είναι προσήκουσα και απαραίτητη λαμβανομένης υπόψη της μικρής επαγγελματικής πείρας κατά την αρχή της σταδιοδρομίας;

4)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β:

Έχουν τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 8, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος l, της οδηγίας [2000/78], την έννοια ότι η διατήρηση σε ισχύ μιας παλαιάς και εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας ρυθμίσεως, με μοναδικό σκοπό να προστατευθεί ο εργαζόμενος από τυχόν μείωση των αποδοχών του συνεπεία μιας νέας και μη εισάγουσας διακρίσεις ρυθμίσεως (ρήτρα περί διασφαλίσεως του μισθού), είναι θεμιτή ή δικαιολογημένη προκειμένου να διασφαλισθεί το νομικό κεκτημένο και να προστατευθεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη;

5)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β και στο ερώτημα 3β:

α)

Μπορεί να προβλέψει ο νομοθέτης καθήκον (ή υποχρέωση) συνεργασίας του εργαζόμενου για τον καθορισμό του συνυπολογιστέου χρόνου προϋπηρεσίας και να εξαρτήσει τη μετάβαση στο νέο σύστημα συνυπολογισμού και μισθολογικής προαγωγής από την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρεώσεως;

β)

Ένας εργαζόμενος, ο οποίος δεν συνεργάζεται, όπως ευλόγως αναμενόταν εκ μέρους του, για τον καθορισμό της νέας ημερομηνίας αναφοράς για τη μισθολογική προαγωγή σύμφωνα με το νέο, μη εισάγον διακρίσεις, σύστημα συνυπολογισμού και μισθολογικής προαγωγής και, επομένως, δεν κάνει σκοπίμως χρήση της νέας, μη εισάγουσας διακρίσεις, ρυθμίσεως και εξακολουθεί, οικειοθελώς, να κάνει χρήση του παλαιού, εισάγοντος διακρίσεις λόγω ηλικίας, συστήματος συνυπολογισμού και μισθολογικής προαγωγής, μπορεί να προβάλλει δυσμενή μεταχείριση λόγω ηλικίας στο πλαίσιο του παλαιού συστήματος, ή η παραμονή στο παλαιό και εισάγον διακρίσεις σύστημα, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η δυνατότητα προβολής οικονομικών αξιώσεων, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος;

6)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1β ή καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1β και 2β:

Επιτάσσει η ισχύουσα στο δίκαιο της Ένωσης αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη και στο άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, να μην αρχίζει να τρέχει η προθεσμία παραγραφής για αξιώσεις που στηρίζονται στο δίκαιο της Ένωσης πριν από τη σαφή διευκρίνιση της νομικής καταστάσεως μέσω δημοσιεύσεως σχετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

7)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α ή καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1β και 2β: Επιτάσσει η ισχύουσα στο δίκαιο της Ένωσης αρχή της ισοδυναμίας να επεκτείνεται η προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο αναστολή της παραγραφής για προβολή αξιώσεων βάσει ενός νέου συστήματος συνυπολογισμού και μισθολογικής προαγωγής (άρθρο 53a, παράγραφος 5, του Bundesbahngesetz) και στις αξιώσεις σχετικά με μισθολογικές διαφορές οι οποίες προκύπτουν από ένα παλαιό σύστημα που εισάγει δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας;»

III – Ανάλυση

20.

Το εφαρμοστέο στους υπαλλήλους της ÖBB σύστημα αμοιβών στηρίζεται σε σύστημα προαγωγών δυνάμει του οποίου η αμοιβή αυξάνει κατά τη λήξη συγκεκριμένων χρονικών περιόδων κατά τη διάρκεια των οποίων ο εργαζόμενος αποκτά αρχαιότητα. Οι περίοδοι αυτές υπολογίζονται από μια ημερομηνία αναφοράς για υπηρεσιακή εξέλιξη η οποία καθορίζεται ατομικώς. Οι χρονικές περίοδοι πριν από την ένταξη των εργαζομένων στην υπηρεσία στην ÖBB λαμβάνονται επίσης υπόψη στο πλαίσιο αυτό.

21.

Κατά συνέπεια, η ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή στην κλίμακα των αμοιβών είναι μια πλασματική ημερομηνία η οποία καθορίζει την κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο και, συνακολούθως, τη μισθολογική πρόοδο. Η ημερομηνία αυτή καθορίζεται ανάλογα με την πραγματική ημέρα αναλήψεως των καθηκόντων και την πείρα που κρίνεται ότι ασκεί επιρροή. Όσο μεγαλύτερη είναι η πείρα αυτή, τόσο αρχαιότερη είναι η ημερομηνία και τόσο υψηλότερη η κατάταξη στη μισθολογική κλίμακα.

22.

Αντλώντας τα διδάγματα από την απόφαση Hütter ( 10 ), ο Αυστριακός νομοθέτης επιδίωξε να καθιερώσει ένα νέο σύστημα που παρέχει τη δυνατότητα συνυπολογισμού των περιόδων υπηρεσίας που πραγματοποίησαν οι εργαζόμενοι πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, πράγμα που δεν συνέβαινε προηγουμένως.

23.

Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες σχετικά με το άρθρο 53a του BBG προκύπτει ότι ο Αυστριακός νομοθέτης είχε την πρόθεση να επεκτείνει στους ιδιωτικούς υπαλλήλους της ÖBB τη μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε σε σχέση με τους δημοσίους υπαλλήλους σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

24.

Ο ως άνω νομοθέτης είχε πράγματι σκοπό να εξαλείψει τη διάκριση λόγω ηλικίας που συνιστά η έλλειψη συνυπολογισμού των περιόδων υπηρεσίας που πραγματοποίησαν οι εργαζόμενοι της ÖBB πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. Πάντως, για να διασφαλιστεί η ουδετερότητα του εν λόγω συνυπολογισμού υπό το πρίσμα της δαπάνης για τον εργοδότη, το νέο σύστημα διαμορφώθηκε κατά τρόπον ώστε να παρατείνει ταυτόχρονα κατά ένα έτος τον απαιτούμενο χρόνο για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων. Η νέα διάταξη εξαρτά, επιπλέον, κάθε νέο προσδιορισμό της ημερομηνίας αναφοράς από την απόδειξη των περιόδων προϋπηρεσίας την οποία οφείλουν να προσκομίσουν οι εργαζόμενοι.

25.

Με τα ερωτήματα που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της συμβατότητας του νέου συστήματος που εγκαθίδρυσε ο ως άνω νομοθέτης προς την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ηλικίας κατά το άρθρο 21 του Χάρτη και την οδηγία 2000/78.

26.

Κατ’ ουσίαν, το Oberster Gerichtshof ζητεί να διευκρινιστεί αν ένα σύστημα, όπως το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης, με το οποίο επιχειρείται να τεθεί τέρμα, χωρίς πρόσθετες δαπάνες και με τη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων, σε δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας, συνάδει ή όχι προς την οδηγία 2000/78.

27.

Προκειμένου να απαντήσω στα διάφορα ερωτήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο θα εξετάσω, κατ’ αρχάς, αν, όπως υποστηρίζουν ο G. Starjakob και η Επιτροπή, το νέο σύστημα έχει ως αποτέλεσμα να διαιωνίζει τη δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας στην εξάλειψη της οποίας αποσκοπεί. Θα εκτιμήσω, στη συνέχεια, τις έννομες συνέπειες που το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αντλήσει από την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας και, ειδικότερα, το αν αυτή συνεπάγεται, κατ’ ανάγκη, οικονομικό αντιστάθμισμα για τους εργαζομένους που υφίστανται τη δυσμενή διάκριση. Θα απαντήσω, τέλος, στα ερωτήματα σχετικά με τη συμβατότητα των προθεσμιών παραγραφής του αυστριακού δικαίου προς το δίκαιο της Ένωσης.

Α Επί της διατηρήσεως της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας

1. Επί της υπάρξεως διαφορετικής μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας στο νέο σύστημα

28.

Πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί αν το νέο σύστημα συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι κατά το εν λόγω άρθρο, «η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1» της οδηγίας αυτής. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ορίζει ότι, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, άμεση διάκριση συντρέχει όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της ίδιας οδηγίας, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο.

29.

Φρονώ ότι το νέο σύστημα που καθιέρωσε ο Αυστριακός νομοθέτης, μολονότι παρέχει τη δυνατότητα να λαμβάνονται εφεξής υπόψη οι περίοδοι προϋπηρεσίας που πραγματοποίησαν οι εργαζόμενοι πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, διατηρεί, με άλλο τρόπο, τη διαφορά μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας.

30.

Επισήμανα ότι το νέο σύστημα συνδυάζει τον καθορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς, λαμβάνοντας υπόψη τις περιόδους προϋπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, με την επιβράδυνση της προαγωγής στα πρώτα βαθμολογικά κλιμάκια. Από τις γραπτές απαντήσεις των διαδίκων σε ερώτηση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του νέου συστήματος, η ατομική ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο νέου καθορισμού για όλους τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους της ÖBB που ανέλαβαν υπηρεσία ή απασχολήθηκαν στην ÖBB μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Ο καθορισμός της νέας ημερομηνίας αναφοράς έχει ως συνέπεια την απορρέουσα από το άρθρο 53a, παράγραφος 2, σημείο 1, του BBG παράταση, για τον οικείο υπάλληλο, του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή.

31.

Εκ πρώτης όψεως, το νέο σύστημα εφαρμόζεται, επομένως, σε όλους τους εργαζομένους, οπότε φαίνεται ότι θέτει τέρμα κατά ενιαίο τρόπο στη δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας η οποία υφίστατο προηγουμένως.

32.

Πάντως, όπως ορθώς επισημαίνουν ο G. Starjakob και η Επιτροπή, μέσω των διαφόρων διατάξεων του άρθρου 53a του BBG, το νέο σύστημα φαίνεται πρωτίστως ότι προορίζεται να τύχει εφαρμογής στους εργαζομένους που υφίσταντο προηγουμένως δυσμενή διάκριση.

33.

Πράγματι, όπως επισημαίνει η ίδια η Αυστριακή Κυβέρνηση, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να έχει ο καθορισμός της νέας ημερομηνίας αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη σε συνδυασμό με την παράταση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή ως συνέπεια τη χειροτέρευση της καταστάσεως του οικείου υπαλλήλου, το άρθρο 53a, παράγραφος 2, σημείο 3, του BBG διαλαμβάνει ότι ο νέος καθορισμός της ατομικής ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή δεν παράγει αποτελέσματα εάν συνεπάγεται μισθολογική υποβάθμιση σε σχέση με τον προηγούμενο καθορισμό της ημερομηνίας αυτής. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν εφαρμόζεται ούτε η κατά τρία έτη παράταση του απαιτούμενου για την προαγωγή χρόνου.

34.

Επομένως, είναι σαφές ότι η παράταση των τριών πρώτων περιόδων που απαιτούνται για την προαγωγή επιβάλλεται μόνο στους υπαλλήλους ως προς τους οποίους πρέπει να υπολογισθεί εκ νέου η ημερομηνία αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη.

35.

Λαμβανομένης όμως υπόψη της ρήτρας διατηρήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων του άρθρου 53a, παράγραφος 2, σημείο 3, του BBG, είναι πιθανόν ότι για τους υπαλλήλους που επικαλέστηκαν τις περιόδους προϋπηρεσίας που πραγματοποίησαν μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και οι οποίοι δεν έχουν προϋπηρεσία πριν από την ηλικία αυτή, δεν θα υπολογιστεί εκ νέου η ημερομηνία αναφοράς και, κατά συνέπεια, δεν θα εφαρμοστεί ούτε η παράταση κατά ένα έτος της περιόδου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων. Πράγματι, για τους υπαλλήλους που πραγματοποίησαν μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους το σύνολο της προϋπηρεσίας που μπορεί να ληφθεί υπόψη, η παράταση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή θα προκαλούσε μισθολογική επιδείνωση, λόγω της κατατάξεως σε χαμηλότερο σημείο της κλίμακας αμοιβών.

36.

Επομένως, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας διατηρήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων, οι υπάλληλοι που βρίσκονται, όσον αφορά τις περιόδους υπηρεσίας που μπορούν να επικαλεστούν έναντι του ίδιου εργοδότη, σε παρεμφερή κατάσταση θα μπορούσαν να τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως όσον αφορά τη διάρκεια της προϋπηρεσίας που απαιτείται για την προαγωγή, αναλόγως με το αν η ημερομηνία αναφοράς τους πρέπει να υπολογισθεί εκ νέου ή όχι.

37.

Η σύμφυτη προς το νέο σύστημα λογική, η οποία συνδέει τον προσδιορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς με την κατά ένα έτος παράταση της προϋπηρεσίας που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων, σε συνδυασμό με τη ρήτρα διατηρήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων, διατηρεί, επομένως, εν τοις πράγμασι, μια διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των υπαλλήλων που πραγματοποίησαν την προϋπηρεσία τους πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους και αυτών που πραγματοποίησαν μετά την ηλικία αυτή το σύνολο της προϋπηρεσίας που μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πράγματι, η κατά ένα χρόνο παράταση της περιόδου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων θα αφορά στην πράξη μόνο την πρώτη κατηγορία εργαζομένων, ως προς την οποία θα υπολογιστεί εκ νέου η ημερομηνία αναφοράς.

38.

Επομένως, το νέο σύστημα διαιωνίζει μια διαφορά μεταχειρίσεως που στηρίζεται άμεσα στο κριτήριο της ηλικίας, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78. Σε τελική ανάλυση, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο οφείλει να ερμηνεύσει τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου, να εξετάσει αν το νέο σύστημα συνεπάγεται όντως διαφορά μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας.

2. Επί της δικαιολογήσεως της διαφοράς μεταχειρίσεως λόγω ηλικίας

39.

Επιβάλλεται, στη συνέχεια, να εξετασθεί αν αυτή η περίπτωση διαφορετικής μεταχειρίσεως δικαιολογείται ενδεχομένως υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

40.

Το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά δυσμενή διάκριση, εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από τους θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής καταρτίσεως, και εφόσον τα μέσα επιτεύξεως του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

41.

Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν μέτρα που συνεπάγονται διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2000/78. Διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την επιλογή όχι μόνον του σκοπού που πρόκειται να επιδιωχθεί μεταξύ άλλων στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχολήσεως, αλλά και για τον καθορισμό των μέτρων μέσω των οποίων μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός ( 11 ).

42.

Υπό το πρίσμα των αρχών αυτών, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον το άρθρο 53a του BBG και, ειδικότερα, η παράγραφος 2, σημείο 3, αυτού, καθόσον παρέχει τη δυνατότητα να μην εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που πραγματοποίησαν μετά την ηλικία των 18 ετών το σύνολο της προϋπηρεσίας που μπορεί να ληφθεί υπόψη η παράταση κατά ένα έτος του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων, συνιστά μέτρο το οποίο επιδιώκει θεμιτό σκοπό και είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

43.

Από τις διευκρινίσεις που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι το νέο σύστημα τείνει να συμβιβάσει πλείονες σκοπούς, δηλαδή μια διαφορετική αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε στην αρχή της σταδιοδρομίας, την οικονομική ουδετερότητα της μεταρρυθμίσεως και την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων.

44.

Όσον αφορά τον σκοπό που συνίσταται στη διαφορετική αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε κατά την έναρξη της σταδιοδρομίας, διευκρινίζω ότι, κατά τη γνώμη μου, η επιλογή του Αυστριακού νομοθέτη να παρατείνει κατά ένα έτος τον χρόνο που απαιτείται για την προαγωγή σε ένα από τα τρία πρώτα κλιμάκια δεν είναι, αυτή καθεαυτή, αξιόμεμπτη. Εκτός του ότι η απόφαση αυτή εντάσσεται, κατ’ εμέ, εντός των ορίων του περιθωρίου εκτιμήσεως του οποίου απολαύει ο νομοθέτης αυτός στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο ήδη έκρινε ότι ο σκοπός που έγκειται στην επιβράβευση της κτηθείσας πείρας, η οποία παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να εκπληροί καλύτερα τα καθήκοντά του, συνιστά γενικώς θεμιτό σκοπό μισθολογικής πολιτικής ( 12 ). Νομίζω ότι είναι θεμιτό για έναν εργοδότη να αξιολογεί διαφορετικά την επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε κατά την έναρξη της σταδιοδρομίας, πράγμα που μεταφράζεται εν προκειμένω σε επιβράδυνση της προαγωγής κατά την έναρξη της σταδιοδρομίας. Προοδευτικά, η πείρα αυτή θα αξιολογείται σε μεγαλύτερο βαθμό, καθώς ο εργαζόμενος θα ενσωματώνεται στο περιβάλλον της εργασίας του και θα βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών του.

45.

Επιπλέον, πρέπει να εξετασθεί, σύμφωνα με την ίδια τη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, αν, στο πλαίσιο του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

46.

Συναφώς, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η διαπίστωση περί διαφορετικής μεταχειρίσεως που εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ των εργαζομένων οι οποίοι πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας και αυτών που πραγματοποίησαν την προϋπηρεσία τους πριν από την ηλικία αυτή αρκεί για να καταδειχθεί ότι ο σκοπός που συνίσταται στην κατά διαφορετικό τρόπο αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε κατά την έναρξη της σταδιοδρομίας προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιτάσσει την επιδίωξη του σκοπού αυτού με συνοχή και συστηματικότητα ( 13 ).

47.

Πράγματι, το γεγονός ότι η κατά ένα έτος παράταση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων δεν εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους καταδεικνύει, αφεαυτού, ότι ο σκοπός που συνίσταται στη διαφορετική αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε κατά την έναρξη της σταδιοδρομίας δεν επιδιώκεται με συνοχή και συστηματικότητα. Για να το διατυπώσω απλούστερα, δεν πρόκειται, στην πραγματικότητα, για τον αληθή σκοπό που επιδιώκει ο Αυστριακός νομοθέτης.

48.

Από την εξέταση των προπαρασκευαστικών εργασιών σχετικά με το άρθρο 53a του BBG συνάγεται ότι ο Αυστριακός νομοθέτης, κατά την καθιέρωση του νέου συστήματος, επιδίωξε πρωτίστως τον σκοπό της διασφαλίσεως της ουδετερότητας της μεταρρυθμίσεως από πλευράς κόστους. Ο σκοπός πράγματι αυτός οδήγησε τον ως άνω νομοθέτη να συνδέσει τον καθορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς με την κατά ένα έτος παράταση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων.

49.

Στις παρατηρήσεις της, η Αυστριακή Κυβέρνηση διατείνεται ότι η νέα κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους της ÖBB πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο πολλών άλλων μέτρων που αποσκοπούν στην εξάλειψη από την αυστριακή έννομη τάξη των αδικαιολόγητων δυσμενών διακρίσεων λόγω ηλικίας. Διευκρινίζει ότι, λόγω της αποφάσεως Hütter ( 14 ), παρεμφερή μέτρα κατέστησαν αναγκαία για τους υπαλλήλους άλλων δημοσίων επιχειρήσεων, του ομοσπονδιακού κράτους, των Länder και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Κατά την κυβέρνηση αυτή, τούτο αφορά μισό εκατομμύριο υπαλλήλους, δηλαδή το ένα όγδοο του ενεργού αυστριακού πληθυσμού.

50.

Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο συνυπολογισμός του συνόλου της προϋπηρεσίας χωρίς ταυτόχρονη τροποποίηση του ρυθμού των προαγωγών θα είχε προκαλέσει πρόσθετο κόστος που αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό των οικονομικών επιδόσεων της Δημοκρατίας της Αυστρίας, πράγμα που θα υπερέβαινε τα όρια αντοχής του εν λόγω κράτους μέλους.

51.

Είμαι της γνώμης ότι τα ως άνω επιχειρήματα της Αυστριακής Κυβερνήσεως δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι, καίτοι οι δημοσιονομικοί λόγοι μπορούν να αποτελούν τη βάση των επιλογών του κράτους μέλους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων που προτίθεται να θεσπίσει το κράτος αυτό, οι λόγοι αυτοί δεν μπορούν, καθαυτοί, να αποτελούν θεμιτό στόχο, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 ( 15 ).

52.

Τέλος, προκειμένου για τον σκοπό που έγκειται στη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων που δεν υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση λόγω ηλικίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων ορισμένης κατηγορίας προσώπων συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος ( 16 ). Φρονώ ότι ο σκοπός αυτός συνιστά και θεμιτό στόχο κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

53.

Η ρήτρα διατηρήσεως των κεκτημένων δικαιωμάτων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 53a, παράγραφος 2, σημείο 3, του BBG είναι ικανή να επιτύχει τον σκοπό αυτόν, στο μέτρο που εμποδίζει να προκληθεί μισθολογική υποβάθμιση κατόπιν του καθορισμού νέας ημερομηνίας αναφοράς.

54.

Απομένει, ωστόσο, να εξακριβωθεί αν η προϋπόθεση αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού ορίου.

55.

Υπενθυμίζω ότι η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει τον καθορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς καθώς και την παράταση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή, εφόσον αυτό συνεπάγεται μισθολογική υποβάθμιση για τους υπαλλήλους της ÖBB, πράγμα το οποίο, στην πράξη, φαίνεται ότι αφορά, κατά κύριο λόγο αν όχι αποκλειστικά, τους υπαλλήλους που δεν υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση, δηλαδή αυτούς που πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους.

56.

Εκτιμώ, όπως και η Επιτροπή, ότι θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή η διατήρηση της προηγούμενης αμοιβής των υπαλλήλων που δεν υπέστησαν δυσμενή διάκριση, χωρίς ωστόσο να αποκλεισθεί η εφαρμογή στην κατηγορία αυτή υπαλλήλων της κατά ένα έτος παρατάσεως του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε ένα εκ των τριών πρώτων κλιμακίων.

57.

Εκτός του ότι η ισότιμη εφαρμογή μιας τέτοιας παρατάσεως θα είχε παράσχει τη δυνατότητα να καταδειχθεί η συνοχή του νέου συστήματος σε σχέση με τον σκοπό που συνίσταται στη διαφορετική αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας που αποκτήθηκε κατά την έναρξη της σταδιοδρομίας, ο Αυστριακός νομοθέτης θα μπορούσε να επιδιώξει τον σκοπό που συνίσταται στη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων που δεν υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση θεσπίζοντας ένα μεταβατικό καθεστώς. Διευκρινίζω, συναφώς, ότι ένα σύστημα όπως αυτό του άρθρου 53a του BBG ουδόλως συνιστά μεταβατικό καθεστώς, στο μέτρο που αποσκοπεί στη ρύθμιση της σταδιοδρομίας των εργαζομένων στους οποίους εφαρμόζεται μέχρις ότου αυτοί προαχθούν στο τελευταίο κλιμάκιο της κλίμακας αποδοχών.

58.

Η καθιέρωση πραγματικού μεταβατικού συστήματος θα παρείχε ενδεχομένως τη δυνατότητα, παρά την κατά ένα έτος παράταση του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων, να διατηρήσουν οι υπάλληλοι που πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους το ίδιο επίπεδο αμοιβής κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου.

59.

Συγκεκριμένα, χωρίς καθορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς σε προγενέστερη ημερομηνία, η εφαρμογή στους υπαλλήλους που δεν υπέστησαν δυσμενή διάκριση της παρατάσεως κατά ένα έτος του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων θα είχε ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμό των υπαλλήλων αυτών σε χαμηλότερο κλιμάκιο. Χωρίς συνοδευτικά μέτρα, ο υποβιβασμός αυτός θα συνοδευόταν αναπόφευκτα από μείωση των αποδοχών τους. Πάντως, για την άρση του μειονεκτήματος αυτού, ένα τέτοιο συνοδευτικό μέτρο θα μπορούσε να συνίσταται στην πρόβλεψη, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, της διατηρήσεως της αμοιβής που ελάμβαναν προηγουμένως οι υπάλληλοι αυτοί μέχρις ότου επιτύχουν εκ νέου την κατάταξη που είχαν πριν από τη μεταρρύθμιση. Με άλλα λόγια, όπως διευκρινίζει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, οι υπάλληλοι που υφίστανται απώλεια εισοδημάτων λόγω της παρατάσεως του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή θα είχαν διατηρήσει αμετάβλητες τις αποδοχές τους με την αποσύνδεσή τους από το κλιμάκιο αμοιβής στο οποίο είχαν πράγματι καταταγεί, τούτο δε μέχρι την κατάταξη των εν λόγω υπαλλήλων στο κλιμάκιο που αντιστοιχεί στις αποδοχές αυτές.

60.

Βεβαίως, ένα τέτοιο μεταβατικό καθεστώς θα είχε παγώσει για ορισμένα έτη την αμοιβή των εργαζομένων που δεν υπέστησαν διάκριση. Πάντως, εκτός του ότι το διάστημα αυτό θα ήταν σύντομης διάρκειας, μη υπερβαίνοντας πιθανώς τα τρία έτη, δεν νομίζω ότι ένα τέτοιο καθεστώς δεν έθιγε υπέρμετρα τα δικαιώματα των εργαζομένων και θα είχε αποτελέσει, κατ’ εμέ, ικανοποιητικό συμβιβασμό για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της εξαλείψεως της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας και, αφετέρου, της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων που δεν υπέστησαν δυσμενή διάκριση.

61.

Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι το άρθρο 53a, παράγραφος 2, σημείο 3, του BBG, στο μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει την εφαρμογή της παρατάσεως κατά ένα έτος του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων για τους υπαλλήλους που πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, βαίνει πέρα του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων των υπαλλήλων αυτών.

62.

Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, δυνάμει του οποίου οι εργαζόμενοι που πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας μπορούν να επικαλεστούν την προϋπηρεσία αυτή ως αντιστάθμισμα της παρατάσεως κατά ένα έτος του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων, ενώ η παράταση αυτή δεν εφαρμόζεται, στην πράξη, στους εργαζομένους που πραγματοποίησαν το σύνολο της συνυπολογιστέας προϋπηρεσίας μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας.

63.

Θα εξετάσω, στη συνέχεια, τις έννομες συνέπειες τις οποίες θεωρώ ότι το αιτούν δικαστήριο πρέπει να αντλήσει από τη διατήρηση, στο πλαίσιο του νέου συστήματος, της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας.

Β Επί των εννόμων συνεπειών της διατηρήσεως δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας

64.

Προσήκει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας του εθνικού δικαίου, η οποία επιβάλλει επίσης στα εθνικά δικαστήρια να πράττουν ό,τι είναι δυνατόν εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2000/78 και να καταλήγουν σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία αυτή ( 17 ).

65.

Εάν δεν υφίσταται η δυνατότητα σύμφωνης προς τις επιταγές της οδηγίας αυτής ερμηνείας και εφαρμογής της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, προσήκει επίσης να υπομνησθεί ότι, δυνάμει της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, η οποία καλύπτει και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, μια αντίθετη εθνική κανονιστική ρύθμιση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη ( 18 ).

66.

Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία, όταν το εθνικό δίκαιο, κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, προβλέπει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ πλειόνων κατηγοριών προσώπων και επί όσο χρονικό διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα προς αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, η τήρηση της αρχής της ισότητας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο με τη χορήγηση στα άτομα της κατηγορίας που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση των ιδίων πλεονεκτημάτων που απολαύουν τα άτομα της προνομιούχου κατηγορίας ( 19 ). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι το καθεστώς που εφαρμόζεται στα μέλη της προνομιούχου κατηγορίας παραμένει, ελλείψει ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το μόνο ισχυρό σύστημα αναφοράς.

67.

Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, επί όσο χρονικό διάστημα δεν έχει τεθεί σε ισχύ ένα σύστημα που απορρέει από την κατάργηση της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας κατά τρόπο σύμφωνο προς αυτά που προβλέπει η οδηγία 2000/78, ο εθνικός δικαστής οφείλει να θέσει εκποδών κάθε εθνική διάταξη που εισάγει διακρίσεις, χωρίς να οφείλει να ζητήσει ή αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της διατάξεως αυτής από τον νομοθέτη και να εφαρμόσει στα μέλη της κατηγορίας που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση το ίδιο καθεστώς με αυτό που εφαρμόζεται στα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας.

68.

Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, τούτο συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, τον καθορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς για την υπηρεσιακή εξέλιξη στις 22 Ιουνίου 1985, χωρίς να τυγχάνει εφαρμογής η παράταση κατά ένα έτος του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων. Κατά τις ενδείξεις που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, αυτό συνεπάγεται, για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2007 έως τον Ιούνιο του 2012, μισθολογική διαφορά υπέρ του G. Starjakob της τάξεως των 3963,75 ευρώ ακαθάριστα.

69.

Εάν ο G. Starjakob δικαιούται να απαιτήσει την καταβολή της μισθολογικής διαφοράς επί τη βάσει της προπαρατεθείσας νομολογίας, επισημαίνω, υπό το πρίσμα των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ότι μπορεί επίσης να απαιτήσει τη χορήγηση χρηματοοικονομικού αντισταθμίσματος, στηριζόμενος στις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας 2000/78 στο εσωτερικό δίκαιο και, ιδίως, σε αυτές που μεταφέρουν το άρθρο 17 της εν λόγω οδηγίας.

70.

Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση Asociaţia Accept ( 20 ), το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα να προσδιορίζουν το καθεστώς των εφαρμοστέων κυρώσεων επί των παραβιάσεων των εθνικών διατάξεων οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν της ανωτέρω οδηγίας και να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλίζεται η εκτέλεση των εν λόγω κυρώσεων. Μολονότι δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κυρώσεις, η ανωτέρω διάταξη διευκρινίζει ότι οι κυρώσεις που εφαρμόζονται επί των παραβιάσεων των εκδοθεισών κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω οδηγίας εθνικών διατάξεων πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες προς την παραβίαση και αποτρεπτικές ( 21 ).

71.

Κατά το Δικαστήριο, το καθεστώς των κυρώσεων το οποίο καθιερώθηκε για τη μεταφορά του άρθρου 17 της οδηγίας 2000/78 στην έννομη τάξη συγκεκριμένου κράτους μέλους πρέπει μεταξύ άλλων να διασφαλίζει, εκ παραλλήλου με τα λαμβανόμενα προς εφαρμογή του άρθρου 9 της ίδιας οδηγίας μέτρα, αποτελεσματική και εν τοις πράγμασι έννομη προστασία των αντλουμένων από αυτήν δικαιωμάτων. Η αυστηρότητα των κυρώσεων πρέπει να τελεί σε κατάσταση ισόρροπη προς τη σοβαρότητα των παραβιάσεων τις οποίες αυτές κολάζουν, διασφαλίζοντας ιδίως όντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα ( 22 ). Εν πάση περιπτώσει, απλώς συμβολική κύρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατή προς την ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας 2000/78 ( 23 ).

72.

Βεβαίως, το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78 αφήνει στα κράτη μέλη, για τον κολασμό της παραβιάσεως της απαγορεύσεως της δυσμενούς διακρίσεως, την ελευθερία να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που είναι κατάλληλες για την πραγμάτωση του σκοπού του ( 24 ).

73.

Πάντως, εφόσον ένα κράτος μέλος επέλεξε ειδικό καθεστώς κυρώσεων, οφείλει να το εφαρμόσει σύμφωνα με τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης.

74.

Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο, εάν ένα κράτος μέλος επιλέξει να κολάσει την παραβίαση της απαγορεύσεως δυσμενούς διακρίσεως με τη χορήγηση αποζημιώσεως, αυτή πρέπει σε κάθε περίπτωση, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά της και το αποτρεπτικό της αποτέλεσμα, να είναι επαρκής σε σχέση με τις προκληθείσες ζημίες και πρέπει επομένως να βαίνει πέραν μιας απλώς συμβολικής αποζημιώσεως ( 25 ). Το εθνικό δικαστήριο, εξαντλώντας τα περιθώρια εκτιμήσεως που παρέχει το εθνικό του δίκαιο, οφείλει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τον νόμο που έχει εκδοθεί σε εκτέλεση της οδηγίας σύμφωνα με τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης ( 26 ).

75.

Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται να τονισθεί ότι το άρθρο 26, παράγραφος 2, του αυστριακού νόμου για την ίση μεταχείριση, το οποίο, όπως ήδη επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μεταφέρει στο αυστριακό δίκαιο το άρθρο 17 της οδηγίας 2000/78, προβλέπει, υπέρ του εργαζομένου που υπέστη δυσμενή διάκριση, δικαίωμα καταβολής εκ μέρους του εργοδότη της διαφοράς αποδοχών που συνεπάγεται η δυσμενής διάκριση καθώς και αποζημίωση για την προκληθείσα ηθική βλάβη.

76.

Επομένως, το δικαίωμα καταβολής της μισθολογικής διαφοράς συνεπεία δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας προβλέπεται ρητώς από την αυστριακή νομοθεσία που μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 2000/78, οπότε δεν αντιλαμβάνομαι με ποιο τρόπο, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, ο εργοδότης θα μπορούσε να απαλλαγεί από τη σχετική υποχρέωση. Επιπλέον, το άρθρο 26, παράγραφος 2, του νόμου περί ίσης μεταχειρίσεως προβλέπει και ότι ένας εργαζόμενος όπως ο G. Starjakob μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

77.

Είναι αυτονόητο ότι η καταβολή στον G. Starjakob της μισθολογικής διαφοράς την οποία ζητεί προϋποθέτει τη συνεργασία του. Πράγματι, θεωρώ ότι, ναι μεν δεν μπορεί να του ζητηθεί να συνεργαστεί, προσκομίζοντας τις αποδείξεις σχετικά με την προϋπηρεσία που πραγματοποίησε πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας, στο πλαίσιο ενός νέου συστήματος που διατηρεί, όπως διαπιστώθηκε, δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, πλην όμως είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία στο αιτούν δικαστήριο.

78.

Θα εξετάσω, στη συνέχεια, το έκτο και το έβδομο ερώτημα που αφορούν τη συμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης των προθεσμιών παραγραφής που προβλέπει το αυστριακό δίκαιο.

Γ Επί της συμβατότητας προς το δίκαιο της Ένωσης των προθεσμιών παραγραφής που προβλέπει το αυστριακό δίκαιο

79.

Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο προθεσμιών παραγραφής.

80.

Αφενός, η αυστριακή κανονιστική ρύθμιση εξαρτά από τριακονταετή προθεσμία παραγραφής την αξίωση του μισθωτού να ζητήσει νέα αξιολόγηση της συνυπολογιστέας προϋπηρεσίας ενόψει του καθορισμού της ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή ( 27 ). Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η αίτηση του G. Starjakob δεν επηρεάζεται από την εν λόγω τριακονταετή προθεσμία παραγραφής.

81.

Αφετέρου, το αυστριακό δίκαιο υποβάλλει τις μισθολογικές απαιτήσεις συνεπεία δυσμενούς διακρίσεως σε τριετή προθεσμία παραγραφής ( 28 ).

82.

Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 29 ).

83.

Με το έκτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το αν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, η αρχή της αποτελεσματικότητας συνεπάγεται ότι η προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων που στηρίζονται στο δίκαιο της Ένωσης αρχίζει να τρέχει από τη δημοσίευση αποφάσεως του Δικαστηρίου που διευκρινίζει τη νομική κατάσταση.

84.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό απορρέει από την απόφαση Pohl ( 30 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με την τριακονταετή προθεσμία παραγραφής, ότι το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που υποβάλλει σε τέτοια προθεσμία, η οποία αρχίζει να τρέχει από της συνάψεως της συμβάσεως επί τη βάσει της οποίας προσδιορίσθηκε η ημερομηνία αναφοράς για την προαγωγή ή από την εσφαλμένη κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο, το δικαίωμα του μισθωτού να ζητήσει εκ νέου αξιολόγηση της προϋπηρεσίας που πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει του καθορισμού της εν λόγω ημερομηνίας αναφοράς.

85.

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το σημείο ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής εμπίπτει καταρχήν, στο εθνικό δίκαιο, η δε ενδεχόμενη διαπίστωση, εκ μέρους του Δικαστηρίου, παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή, καταρχήν, επί του χρόνου ενάρξεως της προθεσμίας αυτής ( 31 ). Το Δικαστήριο συνήγαγε ότι οι αντίστοιχες ημερομηνίες της δημοσιεύσεως των αποφάσεων Österreichischer Gewerkschaftsbund ( 32 ) και Hütter ( 33 ) στερούνταν σημασίας όσον αφορά τον καθορισμό του χρόνου ενάρξεως της τριακονταετούς προθεσμίας παραγραφής και, επομένως, όσον αφορά την εκτίμηση της τηρήσεως, στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Pohl ( 34 ), της αρχής της αποτελεσματικότητας.

86.

Νομίζω ότι η λύση αυτή μπορεί να επεκταθεί και στην τριετή προθεσμία παραγραφής στην οποία υπόκεινται οι μισθολογικές απαιτήσεις συνεπεία δυσμενούς διακρίσεως. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης ουδόλως απαιτεί να εξαρτάται η εφαρμογή της εν λόγω προθεσμίας από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Hütter ( 35 ), στις 18 Ιουνίου 2009.

87.

Πάντως, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, ο Αυστριακός νομοθέτης είχε την εξουσία να λάβει υπόψη, όπως το έπραξε στο άρθρο 53a, παράγραφος 5, του BBG, την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Hütter ( 36 ), για να ρυθμίσει την αναστολή της τριετούς προθεσμίας παραγραφής.

88.

Τέλος, με το έβδομο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το αν η αρχή της ισοδυναμίας επιτάσσει να εκτείνεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 53a, παράγραφος 5, του BBG αναστολή της προθεσμίας παραγραφής, η οποία εφαρμόζεται στις μισθολογικές απαιτήσεις που απορρέουν από τον καθορισμό νέας ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή στο πλαίσιο του νέου συστήματος, στις αγωγές καταβολής των μισθολογικών διαφορών που απορρέουν από ένα παλαιό σύστημα το οποίο συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας.

89.

Υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του άρθρου 53a, παράγραφος 5, του BBG, «[γ]ια τις μισθολογικές απαιτήσεις που απορρέουν από τον νέο καθορισμό της ημερομηνίας αναφοράς για την προαγωγή, ο χρόνος από τις 18 Ιουνίου 2009 μέχρι την ημέρα της δημοσιεύσεως του ομοσπονδιακού νόμου στο BGBl. I, 129/2011 δεν εμπίπτει στον υπολογισμό της προθεσμίας της τριετούς παραγραφής».

90.

Δυνάμει της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, ο εθνικός δικαστής οφείλει απλώς να θέσει εκποδών τις διατάξεις του εθνικού του δικαίου που είναι αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης. Ενώ, όπως διαπίστωσα, οι διατάξεις του άρθρου 53a του BBG που έχουν ως συνέπεια τη διαιώνιση της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας πρέπει να τεθούν εκποδών από τον εθνικό δικαστή, αυτό δεν ισχύει για τις διατάξεις οι οποίες, όπως το άρθρο 53a, παράγραφος 5, του BBG, είναι σύμφωνες προς το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η διάταξη αυτή του νέου συστήματος τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.

IV – Πρόταση

91.

Με βάση τις σκέψεις που διατυπώθηκαν ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Oberster Gerichtshof ως εξής:

Τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικό μέτρο όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, δυνάμει του οποίου οι εργαζόμενοι που πραγματοποίησαν το σύνολο της προϋπηρεσίας τους πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας μπορούν να επικαλεστούν την προϋπηρεσία αυτή ως αντιστάθμισμα της παρατάσεως κατά ένα έτος του χρόνου που απαιτείται για την προαγωγή σε έκαστο των τριών πρώτων κλιμακίων, ενώ η παράταση αυτή δεν εφαρμόζεται, στην πράξη, στους εργαζομένους που πραγματοποίησαν το σύνολο της συνυπολογιστέας προϋπηρεσίας μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας.

Επί όσο χρονικό διάστημα δεν έχει τεθεί σε ισχύ ένα σύστημα που απορρέει από την κατάργηση της δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας κατά τρόπο σύμφωνο προς αυτά που προβλέπει η οδηγία 2000/78, ο εθνικός δικαστής οφείλει να θέτει εκποδών κάθε εθνική διάταξη που εισάγει διακρίσεις, χωρίς να οφείλει να ζητήσει ή αναμείνει την προηγούμενη εξαφάνιση της διατάξεως αυτής από τον νομοθέτη και να εφαρμόζει στα μέλη της κατηγορίας που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση το ίδιο καθεστώς με αυτό που εφαρμόζεται στα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας.

Στον εθνικό δικαστή απόκειται να εφαρμόσει σε μια περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης τη νομοθεσία που μεταφέρει στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία 2000/78 και, ειδικότερα, τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτής οι οποίες μεταφέρουν το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής στο εθνικό δίκαιο.

Το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει ούτε την εφαρμογή τριετούς προθεσμίας παραγραφής στις μισθολογικές απαιτήσεις που απορρέουν από δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας ούτε την προβλεπόμενη στον νόμο αναστολή της προθεσμίας αυτή για το χρονικό διάστημα μεταξύ της 18ης Ιουνίου 2009, ημερομηνίας δημοσιεύσεως της αποφάσεως Hütter (C‑88/08, EU:C:2009:381), και της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει τον συνυπολογισμό των περιόδων υπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Στο εξής: Χάρτης.

( 3 ) ΕΕ L 303, σ. 16.

( 4 ) BGBl. 170/1963, στο εξής: BO του 1963.

( 5 ) BGBl. I, 129/2011, στο εξής: BBG.

( 6 ) Στο εξής: ρήτρα διατηρήσεως κεκτημένων δικαιωμάτων.

( 7 ) BGBL. I, 66/2004.

( 8 ) Στο εξής: ABGB.

( 9 ) C‑88/08, EU:C:2009:381.

( 10 ) EU:C:2009:381.

( 11 ) Βλ. αποφάσεις Palacios de la Villa (C‑411/05, EU:C:2007:604, σκέψη 68) και Rosenbladt (C‑45/09, EU:C:2010:601, σκέψη 41).

( 12 ) Aπόφαση Hennigs και Mai (C‑297/10 και C‑298/10, EU:C:2011:560, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 13 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση Fuchs και Köhler (C‑159/10 και C‑160/10, EU:C:2011:508, σκέψη 85).

( 14 ) EU:C:2009:381.

( 15 ) Απόφαση Fuchs και Köhler (EU:C:2011:508, σκέψη 74).

( 16 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑456/05, EU:C:2007:755, σκέψη 63) και Hennigs και Mai (EU:C:2011:560, σκέψη 90).

( 17 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση Lopes Da Silva Jorge (C‑42/11, EU:C:2012:517, σκέψη 56).

( 18 ) Βλ. απόφαση Kücükdeveci (C‑555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις Terhoeve (C‑18/95, EU:C:1999:22, σκέψη 57), Jonkman κ.λπ. (C‑231/06 έως C‑233/06, EU:C:2007:373, σκέψη 39) καθώς και Landtová (C‑399/09, EU:C:2011:415, σκέψη 51).

( 20 ) C‑81/12, EU:C:2013:275

( 21 ) Αυτόθι (σκέψη 61).

( 22 ) Αυτόθι (σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 23 ) Αυτόθι (σκέψη 64).

( 24 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 28).

( 25 ) Όπ.π.

( 26 ) Όπ.π.

( 27 ) Άρθρο 1 480 του ABGB.

( 28 ) Άρθρο 29, παράγραφος 1, του νόμου περί ίσης μεταχειρίσεως, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 1486, σημείο 5, του ABGB.

( 29 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Pohl (C‑429/12, EU:C:2014:12, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 30 ) EU:C:2014:12.

( 31 ) Aπόφαση Pohl (EU:C:2014:12, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 32 ) C‑195/98, EU:C:2000:655.

( 33 ) EU:C:2009:381.

( 34 ) EU:C:2014:12.

( 35 ) EU:C:2009:381.

( 36 ) Όπ.π.

Top