EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CC0004

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Wathelet της 10ης Απριλίου 2014.
Agentur für Arbeit Krefeld - Familienkasse κατά Susanne Fassbender-Firman.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundesfinanzhof - Γερμανία.
Κοινωνική ασφάλιση - Κανονισμός (EΟK) 1408/71 - Οικογενειακές παροχές - Κανόνες για τις περιπτώσεις σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών.
Υπόθεση C-4/13.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:262

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 10ης Απριλίου 2014 ( 1 )

Υπόθεση C‑4/13

Agentur für Arbeit Krefeld — Familienkasse

κατά

Susanne Fassbender-Firman

[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 — Άρθρο 76, παράγραφος 2 — Οικογενειακές παροχές — Κανόνες “για την αποτροπή της σώρευσης παροχών” — Μη υποβολή αιτήσεως χορηγήσεως παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας — Δυνατότητα αναστολής των παροχών»

I – Εισαγωγή

1.

Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιανουαρίου 2013 από το Bundesfinanzhof (Γερμανία), αφορά την ερμηνεία του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006 ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός 1408/71).

2.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ του Agentur für Arbeit Krefeld — Familienkasse (Γραφείο εργασίας του Krefeld— Ταμείο οικογενειακών επιδομάτων, στο εξής: Familienkasse) και της S. Fassbender-Firman σχετικά με την ανάκληση της χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων από τον Ιούλιο 2006 και την ανάκτηση των οικογενειακών επιδομάτων που καταβλήθηκαν μεταξύ του Ιουλίου 2006 και του Μαρτίου 2007 (στο εξής: επίδικη χρονική περίοδος).

3.

Η S. Fassbender-Firman και ο σύζυγός της δικαιούνται οικογενειακά επιδόματα για τον γιο τους στη Γερμανία και το Βέλγιο. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το Βασίλειο του Βελγίου, κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας αυτής, είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο για την πληρωμή των οικογενειακών τους παροχών, προκειμένου να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη σώρευσή τους. Πάντως, για την επίδικη χρονική περίοδο, η S. Fassbender-Firman εισέπραξε οικογενειακά επιδόματα στη Γερμανία ενώ ο σύζυγός της ούτε ζήτησε ούτε έλαβε οικογενειακά επιδόματα στο Βέλγιο.

4.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, αν, και ενδεχομένως υπό ποίες προϋποθέσεις, σε περίπτωση μη υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας (το Βασίλειο του Βελγίου) ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους (της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) έχει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τις παροχές που καταβάλλονται στη Γερμανία μέχρι του ποσού που προβλέπει η βελγική νομοθεσία.

II – Το νομικό πλαίσιο

A Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης

5.

Το άρθρο 1, στοιχείο καʹ, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει τα εξής:

«i)

ως “οικογενειακή παροχή” νοείται κάθε παροχή σε είδος ή σε χρήμα προοριζόμενη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, [...]·

ii)

ως “οικογενειακό επίδομα” νοείται η περιοδική παροχή σε χρήμα που χορηγείται αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογενείας».

6.

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, του κανονισμού 1408/71, ο κανονισμός αυτός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν σχέση με τις οικογενειακές παροχές.

7.

Το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Μισθωτοί ή μη μισθωτοί, τα μέλη της οικογενείας των οποίων κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος», έχει ως εξής:

«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI.»

8.

Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους και δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας όπου τα μέλη της οικογένειας έχουν την κατοικία τους», όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει τα εξής:

«1.   Όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο και για το ίδιο μέλος της οικογένειας λόγω άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους τα μέλη της οικογένειας, αναστέλλεται το δικαίωμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 73 και 74, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.

2.   Εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέλη της οικογενείας, ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις της παραγράφου 1, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές στο πρώτο κράτος μέλος.»

Β Το γερμανικό εθνικό νομικό πλαίσιο που ίσχυε κατά την επίδικη χρονική περίοδο

9.

Το άρθρο 65 του γερμανικού νόμου περί φορολογίας εισοδήματος (Einkommensteuergesetz, στο εξής: EStG), το οποίο φέρει τον τίτλο «Άλλες παροχές για τέκνα», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο δεν καταβάλλονται για τέκνο το οποίο λαμβάνει μία από τις ακόλουθες παροχές ή θα τις ελάμβανε εάν είχε υποβληθεί συναφής αίτηση:

1)

επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο προβλεπόμενα από τη νομοθεσία περί ατυχημάτων ή οικονομικά βοηθήματα χορηγούμενα δυνάμει της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως συντάξεων·

2)

παροχές για τέκνα οι οποίες χορηγούνται στην αλλοδαπή και είναι παρεμφερείς με τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο ή με μία από τις παροχές για τις οποίες γίνεται λόγος στο σημείο 1·

[...]».

10.

Κατά το άρθρο 4 του νόμου περί επιδόματος τέκνων (Bundeskindergeldgesetz, στο εξής: BKGG), που φέρει τον τίτλο «Άλλες παροχές για τέκνα»:

«Τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο δεν καταβάλλονται για τέκνο το οποίο λαμβάνει μία από τις ακόλουθες παροχές ή θα τις ελάμβανε εάν είχε υποβληθεί συναφής αίτηση:

1)

επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο προβλεπόμενα από τη νομοθεσία περί ατυχημάτων ή οικονομικά βοηθήματα χορηγούμενα δυνάμει της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως συντάξεων·

2)

παροχές για τέκνα οι οποίες χορηγούνται στην αλλοδαπή και είναι παρεμφερείς με τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο ή με μία από τις παροχές για τις οποίες γίνεται λόγος στο σημείο 1·

[...]».

III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11.

Η S. Fassbender-Firman, Γερμανίδα υπήκοος, και ο σύζυγός της, Βέλγος υπήκοος, έχουν ένα γιο ο οποίος γεννήθηκε το 1995. Η S. Fassbender-Firman ασκεί στη Γερμανία δραστηριότητα για την οποία υπόκειται σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση. Ο σύζυγος της S. Fassbender-Firman, εργαζόμενος από τον Νοέμβριο του 2006 σε βελγική εταιρία μερικής απασχολήσεως, ήταν προηγουμένως άνεργος. Η οικογένεια, η οποία ζούσε στη Γερμανία, μετακόμισε στο Βέλγιο τον Ιούνιο του 2006, όπου έχει έκτοτε τον τόπο κατοικίας της. Η S. Fassbender-Firman εξακολούθησε να λαμβάνει επίδομα τέκνου για τον γιο της στη Γερμανία ενώ ο σύζυγός της ούτε ζήτησε ούτε έλαβε οικογενειακά επιδόματα στο Βέλγιο.

12.

Όταν το Familienkasse πληροφορήθηκε τη μετακόμιση της οικογένειας στο Βέλγιο, ανακάλεσε την πράξη περί χορηγήσεως του επιδόματος τέκνου από τον Ιούλιο 2006 και ζήτησε την επιστροφή των οικογενειακών επιδομάτων που είχαν καταβληθεί από την ημερομηνία αυτή και καθ’ όλην την επίδικη χρονική περίοδο. Κατά την άποψη του Familienkasse, η S. Fassbender-Firman είχε μεν δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας δικαίωμα στα οικογενειακά επιδόματα για την επίδικη χρονική περίοδο, είχε όμως συγχρόνως δικαίωμα επιδόματος τέκνου στο Βέλγιο. Το επίδομα αυτό ανερχόταν μηνιαίως σε 77,05 ευρώ από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2006 και μηνιαίως σε 78,59 ευρώ από τον Οκτώβριο του 2006 έως τον Μάρτιο του 2007. Κατά το Familienkasse, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 76 έως 79 του κανονισμού 1408/71, το δικαίωμα στο γερμανικό επίδομα τέκνου αναστέλλεται μέχρι του ποσού του βελγικού οικογενειακού επιδόματος και είναι δυνατή μόνον η καταβολή της διαφοράς μεταξύ των ποσών που αναγνωρίζονται στη Γερμανία και το Βέλγιο. Κατά το Familienkasse, το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση για τη χορήγηση των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται στο Βέλγιο δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι ο σκοπός της διατάξεως αυτής είναι ακριβώς να αποτραπεί η καταστρατήγηση του συστήματος αναθέσεως αρμοδιοτήτων του κανονισμού 1408/71 διά της μη υποβολής αιτήσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου για τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων.

13.

Το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο), ενώπιον του οποίου προσέφυγε η S. Fassbender-Firman, έκρινε παράνομη την περί ανακλήσεως και ανακτήσεως των οικογενειακών επιδομάτων απόφαση του Familienkasse. Έκρινε ότι το Familienkasse δεν άσκησε την εξουσία εκτιμήσεως που του παρείχε το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Συγκεκριμένα, κατά το Finanzgericht ( 4 ), η έννομη συνέπεια του καταλογισμού των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων —που δεν ζητήθηκαν— αφαιρουμένων των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων εμπίπτει, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, στην εξουσία εκτιμήσεως του Familienkasse, αντίθετα προς αυτό που συμβαίνει δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού. Κατ’ άλλη διατύπωση, η απόφαση αυτή δεν έχει ληφθεί στο πλαίσιο ασκήσεως δεσμίας αρμοδιότητας. Έκρινε επιπλέον ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 102, πρώτη περίοδος, του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Finanzgerichtsordnung), οι αποφάσεις τις οποίες οι διοικητικές αρχές εκδίδουν κάνοντας χρήση της διακριτικής τους ευχέρειας υπόκεινται σε περιορισμένο μόνον δικαστικό έλεγχο.

14.

Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Finanzgericht, το Familienkasse υποστηρίζει ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν παρέχει στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια, κατά την έννοια του γερμανικού φορολογικού και κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου, όσον αφορά την εκτίμηση των έννομων συνεπειών που αυτή συνάγει από τα πραγματικά περιστατικά. Το Familienkasse ισχυρίζεται ότι το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 περιέχει τους θεμελιώδεις κανόνες για την επίλυση των προβλημάτων σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών.

15.

Κατά το Familienkasse, εξ αυτού προκύπτει, όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, ότι το δικαίωμα σε γερμανικά οικογενειακά επιδόματα αναστέλλεται μέχρι του ποσού των οικογενειακών παροχών που η S. Fassbender-Firman μπορεί να αξιώσει εντός του κράτους κατοικίας. Τούτο σημαίνει ότι, μολονότι υφίσταται κατ’ αρχήν δικαίωμα σε οικογενειακές παροχές, η προαναφερθείσα αναστολή πρέπει να επέρχεται αυτομάτως.

16.

Ως εκ τούτου, το Familienkasse θεωρεί ότι η λέξη «μπορεί» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια και ότι, αντιθέτως, σημαίνει απλώς ότι το κράτος μέλος, του οποίου η παροχή αναστέλλεται, υποχρεούται να καταβάλει μόνο το τμήμα της οικογενειακής παροχής το οποίο του αναλογεί ακόμη και στην περίπτωση που στο κράτος της κατοικίας της οικογένειας δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών.

17.

Αντιθέτως, η S. Fassbender-Firman υποστηρίζει —όπως το Finanzgericht— ότι η αφαίρεση των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπονται στην αλλοδαπή απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Familienkasse κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.

18.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 παρέχει στον αρμόδιο φορέα την εξουσία να αποφασίσει αν θα εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού σε περίπτωση που δεν υφίσταται αίτηση χορηγήσεως παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας, και επομένως αν θα αναστείλει, εν όλω ή εν μέρει, το δικαίωμα σε οικογενειακές παροχές τις οποίες αυτός οφείλει να καταβάλει. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, μεταξύ άλλων, από το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι αυτή η διάταξη συνιστά ειδικό κανόνα που έχει εφαρμογή στην ειδική περίπτωση της μη υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας της οικογένειας. Προσθέτοντας την εν λόγω παράγραφο 2 στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71, ο νομοθέτης θέλησε να αντιδράσει έναντι της προγενέστερης νομολογίας του Δικαστηρίου ( 5 ), κατά την οποία, σε περίπτωση μη υποβολής αιτήσεως χορηγήσεως παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας της οικογένειας, το δικαίωμα σε οικογενειακά επιδόματα εντός του κράτους μέλους της απασχολήσεως δεν πρέπει να αναστέλλεται.

19.

Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί πάντως ότι, κατά τη γερμανική αντίληψη, η χρησιμοποίηση της λέξεως «μπορεί» σε νομοθετικό ή κανονιστικό κείμενο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στη διοίκηση. Η λέξη αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απλό συνώνυμο της φράσεως «εξουσιοδοτείται να» ή «δικαιούται να». Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, αν το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 παρέχει στον αρμόδιο φορέα την εξουσία να αποφασίζει αν θα εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού σε περίπτωση μη υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας, τότε θα πρέπει να προσδιοριστούν οι εκτιμήσεις επί των οποίων ο φορέας θα πρέπει να θεμελιώσει την απόφασή του. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, αν το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 παρέχει εξουσία εκτιμήσεως στον αρμόδιο φορέα, τότε τίθεται το ζήτημα της εκτάσεως της εξουσίας ελέγχου του δικαστή.

20.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Bundesfinanzhof αποφάσισε, με σκοπό την επίλυση της παρούσας διαφοράς, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Έχει το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου φορέα του κράτους μέλους στο οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει την απασχόλησή του να εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όταν στο κράτος μέλος της κατοικίας των μελών της οικογένειας δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση παροχών;

2.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: στο πλαίσιο της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, βάσει ποιών εκτιμήσεων μπορεί ο αρμόδιος για τις οικογενειακές παροχές φορέας του κράτους μέλους στο οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει την απασχόλησή του να προβεί σε εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ως εάν οι παροχές χορηγούνταν στο κράτος μέλος της κατοικίας των μελών της οικογένειας;

3.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: ποια είναι η έκταση του δικαστικού ελέγχου στον οποίο μπορεί να υπόκειται η απόφαση που εκδίδει ο αρμόδιος φορέας κατ’ ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας;»

IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

21.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Ελληνική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το Δικαστήριο υπέβαλε γραπτή ερώτηση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην οποία η τελευταία απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

22.

Για τις 5 Μαρτίου 2014 είχε προσδιοριστεί προφορική διαδικασία. Κατά την εν λόγω προφορική διαδικασία, η Επιτροπή είχε κληθεί να απαντήσει σε μία ερώτηση, οι δε διάδικοι και οι ενδιαφερόμενοι είχαν κληθεί να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των σημείων που η Επιτροπή είχε προτείνει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ως απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα. Οι ερωτήσεις αυτές τέθηκαν με την ελπίδα ότι από την προφορική διαδικασία θα προέκυπταν ορισμένα στοιχεία προβληματισμού, υπολογίζοντας στην ενδεχόμενη παρουσία, μεταξύ άλλων, των διαδίκων της κύριας δίκης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίοι δεν υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.

23.

Πάντως, δεδομένου ότι μόνον η Επιτροπή εξεδήλωσε την επιθυμία της να συμμετάσχει σ’ αυτήν, η προφορική διαδικασία ακυρώθηκε και η ερώτηση που της είχε τεθεί για να απαντήσει προφορικώς μετετράπη σε ερώτηση με γραπτή απάντηση, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Μαρτίου 2014.

V – Ανάλυση

A Επιχειρήματα

1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

24.

Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους απασχολήσεως είναι ελεύθερος να εφαρμόσει ή να μην εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 σε περίπτωση που δεν έχει κατατεθεί αίτηση χορηγήσεως παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας, Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει εναρμονίσεως σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως καθώς και το ύψος και τη διάρκεια χορηγήσεως των παροχών αυτών ( 6 ).

25.

Επομένως, κατά την Ελληνική Δημοκρατία, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν εκτείνει μεν ipso jure την απαγόρευση σωρεύσεως των παροχών κατά την άσκηση του δικαιώματος λήψεως οικογενειακών παροχών στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει υποβληθεί σχετική αίτηση στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας, όμως η διάταξη αυτή ουδόλως απαγορεύει στο κράτος μέλος απασχολήσεως να ρυθμίσει απευθείας το ζήτημα προβαίνοντας στη νομοθετική επιλογή της μιας ή της άλλης δυνατότητας.

26.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γράμμα του κανονισμού 1408/71 και, ειδικότερα, η χρήση της λέξεως «μπορεί» δείχνουν ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού συνιστά διάταξη εξουσιοδοτήσεως. Κατ’ αυτήν, το γεγονός ότι η ερμηνεία κι η εφαρμογή του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 επιτρέπουν πλείονα «κριτήρια» συνηγορεί υπέρ μιας εξουσιοδοτήσεως των κρατών μελών. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης, τόσο με το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 όσο και με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/1972 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 «περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας» (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97, έχει θεσπίσει επίσης διατάξεις που αφορούν τις οικογενειακές παροχές και δεν αφήνουν καμία επιλογή στους οικείους φορείς. Η χρήση της λέξεως «μπορεί» στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 θα πρέπει, a contrario, να σημαίνει ότι η προβλεπόμενη έννομη συνέπεια δεν επέρχεται αυτόματα.

27.

Πάντως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το δικαίωμα των ασφαλισμένων για οικογενειακές παροχές δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως και ότι αυτές οι παροχές πρέπει να ρυθμίζονται κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο από τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Κατ’ αυτήν, απόφαση λαμβανόμενη στο πλαίσιο ασκήσεως διακριτικής εξουσίας δεν είναι στην πραγματικότητα δυνατή ελλείψει κριτηρίων τα οποία να κατευθύνουν τη διοίκηση. Δεν είναι ούτε ευκταίο ούτε νοητό, στο πλαίσιο μιας οικογενειακής πολιτικής, το σημαντικό ζήτημα της ενισχύσεως των οικογενειών να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως.

28.

Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια παροχή μπορεί να θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως εφόσον χορηγείται χωρίς οποιαδήποτε ατομική και εισάγουσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως και εφόσον έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Κατά την Επιτροπή, αν η παροχή πρέπει να προβλέπεται από τη νομοθεσία, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει με ενδεχόμενη μείωση, η οποία δεν μπορεί να απόκειται στην εξουσία εκτιμήσεως του φορέα του κράτους μέλους.

29.

Με την απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτή δεν διέθετε ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις προθέσεις που ο νομοθέτης είχε κατά την προσθήκη του άρθρου 76, παράγραφος 2, στον κανονισμό 1408/71. Η πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού 1408/71 — [COM(88) 27 τελικό], την οποία αυτή υπέβαλε στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 5 Φεβρουαρίου 1988, δεν περιείχε την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου 76, η οποία θεσπίστηκε αργότερα από το Συμβούλιο. Η Επιτροπή υποθέτει ότι η τροποποίηση αυτή του Συμβουλίου απέβλεπε στο να ληφθεί υπόψη η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, οι αποφάσεις Salzano (EU:C:1984:343), Ferraioli (EU:C:1986:168) και Kracht (EU:C:1990:279). Η Επιτροπή δεν απάντησε στην ερώτηση του Δικαστηρίου αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να παράσχει στον αρμόδιο φορέα τη δυνατότητα να εφαρμόζει απευθείας το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, αρκούμενη στο να επαναλάβει, σε μεγάλο βαθμό, τις παρατηρήσεις της επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος. Προσέθεσε ακόμη ότι υποχρεωτικός κανόνας προτεραιότητας, αποκλείων την κατά περίπτωση εκτίμηση, θα συνιστούσε δυσανάλογο περιορισμό της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.

2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

30.

Η Επιτροπή, η οποία ήταν η μόνη που υπέβαλε παρατηρήσεις επί του ερωτήματος αυτού, θεωρεί ότι, προτού ο αρμόδιος φορέας αναστείλει τις πληρωμές του ή, όπως εν προκειμένω, τις περιορίσει στο ποσό της διαφοράς μεταξύ της υψηλότερης δικής του παροχής και της χαμηλότερης παροχής του κράτους κατοικίας, αυτός πρέπει να βεβαιωθεί ότι συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις. Πρώτον, οφείλει να ενημερώσει τους γονείς, και ειδικότερα τον γονέα που υπάγεται στην αρμοδιότητά του, ότι αυτός ο τελευταίος δικαιούται οικογενειακές παροχές στο κράτος μέλος κατοικίας. Δεύτερον, πρέπει να βεβαιωθεί ότι το δικαίωμα οικογενειακών παροχών υφίσταται τουλάχιστον κατ’ αρχήν στο κράτος μέλος κατοικίας. Τρίτον, οφείλει να παράσχει προθεσμία στους δικαιούχους γονείς για την εκπλήρωση των αναγκαίων διατυπώσεων δυνάμει των διατάξεων του κράτους μέλους κατοικίας, ειδικότερα για την υποβολή της αντίστοιχης αιτήσεως. Τέταρτον, οφείλει να διαθέτει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως του δικαιώματος και το ποσό την καταβολή του οποίου συνεπάγεται στο κράτος μέλος κατοικίας διότι, ελλείψει αυτών των πληροφοριών, θα του είναι αδύνατο να υπολογίσει ορθώς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών. Μόνον αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και εξακολουθεί να μην υπάρχει αίτηση στο κράτος μέλος της κατοικίας, μπορεί ο αρμόδιος φορέας να κάνει χρήση της εξουσιοδοτήσεως που του παρέχει το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Κατά την Επιτροπή, θεωρητικά, όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις θα πρέπει να αναγράφονται στον νόμο του αρμόδιου κράτους μέλους.

3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

31.

Κανείς δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί του ερωτήματος αυτού.

Β  Εκτίμηση

1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της επίμαχης νομοθεσίας

32.

Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ( 7 ) και, ειδικότερα, το ζήτημα κατά πόσον η διάταξη αυτή παρέχει στον αρμόδιο φορέα διακριτική εξουσία να εφαρμόσει ή να μην εφαρμόσει τον κανόνα «για την αποτροπή της σώρευσης παροχών» που προβλέπει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας.

33.

Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1408/71 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (EE L 166, σ. 1), ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται την 1η Μαΐου 2010, ημερομηνία κατά την οποία ο κανονισμός 1408/71 έπαυσε να έχει εφαρμογή. Πάντως, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης είναι προγενέστερα της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 883/2004, ο κανονισμός 1408/71 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά αυτή. Παρατηρώ επίσης ότι, δεδομένου ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 δεν ενσωματώθηκε στον κανονισμό 883/2004, η ερμηνεία που ζητείται από το αιτούν δικαστήριο θα έχει πολύ περιορισμένη χρησιμότητα για το μέλλον.

34.

Οι κανόνες προτεραιότητας στην περίπτωση σώρευσης των οικογενειακών παροχών περιλαμβάνονται επί του παρόντος στο άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004, του οποίου η παράγραφος 2 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι, στην περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων, οι οικογενειακές παροχές χορηγούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία που θεωρείται ότι έχει προτεραιότητα και τα δικαιώματα στις οικογενειακές παροχές που οφείλονται δυνάμει της ή των συγκρουομένων νομοθεσιών, αναστέλλονται έως το ύψος του ποσού που προβλέπεται από την πρώτη νομοθεσία και παρέχονται, εφόσον απαιτείται, υπό μορφή διαφορικού συμπληρώματος, για το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό. Το άρθρο 68, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού προβλέπει ότι, εάν υποβληθεί αίτηση οικογενειακών παροχών στον αρμόδιο φορέα κράτους μέλους του οποίου εφαρμόζεται η νομοθεσία, αλλά χωρίς δικαίωμα προτεραιότητας, ο εν λόγω φορέας διαβιβάζει την αίτηση αμελλητί στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα· ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο, και παρέχει, εφόσον απαιτείται, το διαφορικό συμπλήρωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2. Επιπλέον, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα, διεκπεραιώνει την αίτηση ως εάν είχε υποβληθεί απευθείας στον ίδιο και η ημερομηνία υποβολής της αίτησης στον πρώτο φορέα θεωρείται ως ημερομηνία υποβολής της στον φορέα που έχει προτεραιότητα.

35.

Πριν απαντήσω στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να υπομνησθούν οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που έχουν εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.

2. Υπόμνηση των εφαρμοστέων στην υπό κρίση υπόθεση διατάξεων

36.

Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1408/71, το πρόσωπο που ασκεί, όπως η S. Fassbender‑Firman, μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους (εν προκειμένω, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) υπόκειται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ( 8 ) (στην παρούσα υπόθεση, του Βασιλείου του Βελγίου). Επομένως, στην S. Fassbender‑Firman εφαρμόζονταν οι διατάξεις του γερμανικού δικαίου για την κοινωνική ασφάλιση. Κατά το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, ο εργαζόμενος ο οποίος υπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, των οικογενειακών παροχών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, ωσάν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού ( 9 ). Κατά συνέπεια, η S. Fassbender-Firman είχε δικαίωμα στις γερμανικές οικογενειακές παροχές, για τον γιο της, κατά τη διάρκεια της επίδικης χρονικής περιόδου.

37.

Επιπλέον, ο σύζυγος της S. Fassbender-Firman πληρούσε, κατά τη διάρκεια της επίδικης χρονικής περιόδου και για το ίδιο τέκνο, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως οικογενειακών παροχών βάσει της βελγικής νομοθεσίας λόγω του επιδόματος ανεργίας που ελάμβανε αρχικά και της επακόλουθης επαγγελματικής δραστηριότητάς του στο Βέλγιο.

38.

Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει, όπως ορίζεται στον τίτλο του, «κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους και δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας όπου τα μέλη της οικογένειας έχουν την κατοικία τους». Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι αυτή αφορά τη σώρευση δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών που οφείλονται, αφενός, δυνάμει του άρθρου 73 του ίδιου κανονισμού και, αφετέρου, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους κατοικίας των μελών της οικογένειας που έχουν δικαίωμα οικογενειακών παροχών λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας ( 10 ).

39.

Επειδή η παράλληλη εφαρμογή των επίδικων στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως, γερμανικής και βελγικής, θα μπορούσε να προκαλέσει σώρευση δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών και, επομένως, υπέρμετρη αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών ( 11 ), δεδομένου ότι η S. Fassbender-Firman και ο σύζυγός της είχαν δικαίωμα στις οικογενειακές παροχές δυνάμει των αντίστοιχων επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων στη Γερμανία και το Βέλγιο, τα δικαιώματά τους σε οικογενειακές παροχές πρέπει να εξεταστούν υπό το φως των διατάξεων «για την αποτροπή της σώρευσης» που προβλέπονται στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71.

40.

Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 76, η εκ μέρους του συζύγου της S. Fassbender-Firman άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας αναστέλλει, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που προβλέπει η γερμανική νομοθεσία μέχρι του ποσού των οικογενειακών παροχών που προβλέπει η βελγική νομοθεσία ( 12 ). Πράγματι, το Βασίλειο του Βελγίου είναι κατά προτεραιότητα αρμόδιο για την καταβολή των επίμαχων οικογενειακών παροχών και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας οφείλει, ενδεχομένως, να καταβάλει διαφορικό συμπλήρωμα.

41.

Πάντως, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο σύζυγος της S. Fassbender-Firman ούτε είχε υποβάλει αίτηση χορηγήσεως οικογενειακών παροχών στο Βέλγιο για την επίμαχη χρονική περίοδο ούτε είχε εισπράξει τις παροχές αυτές. Οι λόγοι της παραλείψεως αυτής δεν γνωστοποιήθηκαν στο Δικαστήριο. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε αν οι βελγικές παροχές για την επίμαχη χρονική περίοδο εξακολουθούν να μπορούν να καταβληθούν στον σύζυγο της S. Fassbender-Firman σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως εκ μέρους του ή αν αυτή η καθυστερημένη υποβολή αιτήσεως προβλέπεται. Η έλλειψη πληροφόρησης στην υπό κρίση υπόθεση επιτάθηκε και μάλλον κατέστη ιδιαίτερα σοβαρή, επειδή ούτε το Familienkasse ούτε η S. Fassbender-Firman ούτε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ούτε εξάλλου το Βασίλειο του Βελγίου υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις ή εκδήλωσαν τη βούλησή τους να συμμετάσχουν στην προσδιορισθείσα από το Δικαστήριο προφορική διαδικασία. Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος των διαδίκων της κύριας δίκης και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μπορεί να συνδέεται με τον παρελθόντα ήδη χαρακτήρα των οικείων πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα οποία ανάγονται στα έτη 2006 και 2007, τα πολύ μικρά ποσά και το γεγονός ότι η διάταξη της οποίας την ερμηνεία ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν ισχύει πλέον από την 1η Μαΐου 2010 και δεν έχει περιληφθεί στον κανονισμό 883/2004.

3. Ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71

42.

Από πάγια νομολογία σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι οι οικογενειακές παροχές μπορούν να θεωρηθούν ότι οφείλονται βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους μόνον αν το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους αναγνωρίζει το δικαίωμα καταβολής παροχών στο μέλος της οικογένειας, το οποίο εργάζεται στο εν λόγω κράτος. Επομένως, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να πληροί όλες τις προϋποθέσεις, τόσο τις τυπικές όσο και τις ουσιαστικές, που επιβάλλει η νομοθεσία του εν λόγω κράτους για την άσκηση του δικαιώματος αυτού, στις οποίες προϋποθέσεις μπορεί ενδεχομένως να περιλαμβάνεται αυτή της προηγούμενης υποβολής αιτήσεως για καταβολή τέτοιων παροχών ( 13 ).

43.

Στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ragazzoni (134/77, EU:C:1978:88), το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω άρθρο 76, παράγραφος 1, αποτελούσε εξαίρεση από την αρχή που θέτει το άρθρο 73 του κανονισμού αυτού και ότι η διάταξη αυτή αποσκοπούσε μόνο στον περιορισμό της δυνατότητας σώρευσης ( 14 ). Η αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών που οφείλονται εντός του κράτους μέλους απασχολήσεως επιβάλλεται επομένως μόνον αν υπάρχει πράγματι σώρευση με τις οικογενειακές παροχές του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας, πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι αυτές πράγματι εισπράχθηκαν και επομένως ζητήθηκαν εντός του κράτους αυτού ( 15 ).

44.

Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, το δικαίωμα της S. Fassbender-Firman σε οικογενειακές παροχές στη Γερμανία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 73 του κανονισμού αυτού δεν έπρεπε να ανασταλεί, δεδομένου ότι δεν εισπράχθηκαν ( 16 ) οικογενειακές παροχές στο Βέλγιο, το κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας, ελλείψει υποβολής εκεί σχετικής αιτήσεως ( 17 ).

45.

Τροποποιεί η παράγραφος 2 του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, η οποία προστέθηκε με τον κανονισμό 3427/89, το συμπέρασμα αυτό;

46.

Κατά το γράμμα της διατάξεως αυτής, εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέλη της οικογένειας, «ο αρμόδιος φορέας» του άλλου κράτους μέλους «μπορεί» να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και, επομένως, να αναστείλει το δικαίωμα των οφειλομένων στο τελευταίο κράτος μέλος οικογενειακών επιδομάτων μέχρι του ποσού που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές στο τελευταίο κράτος μέλος.

47.

Αντίθετα προς τα επιχειρήματα που προέβαλε το Familienkasse ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, θεωρώ ότι η χρήση της λέξεως «μπορεί» στη διάταξη αυτή δείχνει σαφώς ότι η αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών που οφείλονται στο κράτος μέλος απασχολήσεως δεν είναι δεσμευτική. Ως εκ τούτου, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει, αλλά δεν επιβάλλει αυτή την αναστολή.

48.

Από το γράμμα του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει σαφώς ότι αυτό αναγνωρίζει τη δυνατότητα αυτής της αναστολής ακόμη και αν δεν υφίσταται πραγματική σώρευση παροχών.

49.

Η διάταξη αυτή καθιστά επομένως δυνατόν να στερείται ο διακινούμενος εργαζόμενος ή οι έχοντες δικαίωμα οικείοι του ευεργετήματος των παροχών που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, με αποτέλεσμα να εισπράττουν μικρότερο ποσό οικογενειακών παροχών από το ποσόν που προβλέπει η νομοθεσία τόσο του κράτους μέλους απασχολήσεως όσο και του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας ( 18 ). Αυτή η εξαίρεση, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεύεται συσταλτικώς, πράγμα το οποίο δικαιολογεί ότι δεν μπορεί να έχει επιτακτικό χαρακτήρα.

50.

Στο σημείο αυτό πρέπει να εξετασθεί ποιος μπορεί να ασκεί το εν λόγω δικαίωμα και υπό ποίες προϋποθέσεις. Θεωρώ ότι τα εν λόγω ερωτήματα συνδέονται και πρέπει να εξετάζονται υπό το φως της πάγιας νομολογίας που ορίζει ότι παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 πρέπει να χορηγείται στους δικαιούχους χωρίς να γίνεται καμία εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών αναγκών, βάσει νομοθετικώς καθοριζομένης καταστάσεως και να αφορά κάποιον από τους κινδύνους που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ( 19 ).

51.

Η απαίτηση να χορηγούνται οι οικογενειακές παροχές βάσει νομοθετικώς καθοριζομένης καταστάσεως προϋποθέτει ότι όχι μόνον οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγησή τους αλλά, ενδεχομένως, και η αναστολή τους καθορίζονται από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους μέλους και, στη συγκεκριμένη περίπτωση που μας απασχολεί, του κράτους μέλους απασχολήσεως. Παρατηρώ συναφώς ότι το άρθρο 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 1408/71 αναφέρει ότι ο όρος «νομοθεσία» προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1 […]».

52.

Συνεπώς, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του αιτούντος δικαστηρίου και της Επιτροπής στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, αποτελεί, στο δίκαιο της Ένωσης, διάταξη εξουσιοδοτήσεως. Η εξουσιοδότηση αυτή επιτρέπει στο «κράτος μέλος απασχολήσεως» ( 20 ) να προβλέπει στη νομοθεσία του την εκ μέρους του αρμόδιου φορέα αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών σε περίπτωση μη υποβολής αιτήσεως προς χορήγηση των παροχών αυτών εντός του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους απασχολήσεως μπορεί να εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας μόνον αν η νομοθεσία του κράτους μέλους απασχολήσεως προβλέπει ρητώς και σαφώς αυτή τη δυνατότητα.

53.

Πράγματι, μόνο διατάξεις αυτού του είδους μπορούν να διασφαλίσουν την ελάχιστη ενημέρωση του κοινού. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, το δικαίωμα των πολιτών σε οικογενειακές παροχές δεν μπορεί να εξαρτάται από την εξουσία εκτιμήσεως του αρμόδιου φορέα.

54.

Η απαίτηση ασφάλειας δικαίου και διαφάνειας επιβάλλει η νομική κατάσταση να είναι για τους διακινούμενους εργαζομένους ή τους έχοντες δικαίωμα οικείους τους επαρκώς συγκεκριμένη και σαφής και να καθιστά δυνατόν σ’ αυτούς όχι μόνον να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματά τους αλλά, ενδεχομένως, και τους περιορισμούς αυτών των δικαιωμάτων ( 21 ).

4. Επί της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας

55.

Πρέπει να εξετασθεί εν συντομία το ερώτημα αν εθνικές διατάξεις όπως το άρθρο 65 του EStG και το άρθρο 4 του BKGG είναι σύμφωνες προς τις προϋποθέσεις εξουσιοδοτήσεως που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 76, του κανονισμού 1408/71.

56.

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί κατ’ ουσίαν ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου Hudzinski και Wawrzyniak (C‑611/10 και C‑612/10, EU:C:2012:339), το άρθρο 65 του EStG και το άρθρο 4 του BKGG ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Η αναστολή προβλέπεται εκεί σαφώς καθώς και η καταβολή της ενδεχόμενης διαφοράς μεταξύ των χαμηλότερων αλλοδαπών οικογενειακών επιδομάτων και των υψηλότερων εθνικών οικογενειακών επιδομάτων. Το εν λόγω κράτος μέλος θεωρεί ότι ο αρμόδιος φορέας δεν διαθέτει καμία εξουσία εκτιμήσεως ως προς το σημείο αυτό.

57.

Υπό την επιφύλαξη επαληθεύσεως εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, φρονώ ότι από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι διατάξεις όπως αυτή του άρθρου 65 EStG και του άρθρου 4 του BKGG πληρούν τα κριτήρια ασφάλειας δικαίου και διαφάνειας που απαιτούνται στο δίκαιο της Ένωσης για την άσκηση της εξουσιοδοτήσεως που προβλέπει το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και διασφαλίζουν ενδεχομένως την καταβολή διαφορικού συμπληρώματος ( 22 ).

5. Επί της ενδεχόμενης απαιτήσεως συμπληρωματικών προϋποθέσεων για την αναστολή

58.

Πρέπει να επανέλθω στις παρατηρήσεις της Επιτροπής ως προς τις προϋποθέσεις που, κατ’ αυτήν, πρέπει να πληρούνται πριν από την αναστολή των οικογενειακών παροχών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ( 23 ).

59.

Κατά τη γνώμη μου, οι προϋποθέσεις που η Επιτροπή περιέγραψε λεπτομερέστατα εμπνέονται μερικώς από το γράμμα του άρθρου 68, παράγραφος 3, του κανονισμού 883/2004 ( 24 ), που αποσκοπεί στη διασφάλιση των δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών που οφείλονται εντός του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα, αν έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως των εν λόγω παροχών ενώπιον του αρμόδιου φορέα του μη έχοντος προτεραιότητα κράτους μέλους.

60.

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω ακριβείς προϋποθέσεις που πρότεινε η Επιτροπή σαφώς απουσιάζουν από το κείμενο του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και δεν μπορούν να περιορίσουν αναδρομικώς την εξουσιοδότηση που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.

61.

Καταλήγοντας, φρονώ ότι ο αρμόδιος φορέας δεν διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως στο πλαίσιο της αποφάσεως περί αναστολής των οικογενειακών παροχών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο κράτος μέλος απασχολήσεως να προβλέπει στη νομοθεσία του την εκ μέρους του αρμοδίου φορέα αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως των εν λόγω παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας. Η νομοθεσία του κράτους μέλους απασχολήσεως οφείλει σαφώς να περιορίζει τη χρήση του δικαιώματος αυτού. Θεωρώ ότι η «κατά περίπτωση» εκτίμηση που πρότεινε η Επιτροπή με τη γραπτή απάντησή της σε ερώτηση του Δικαστηρίου ( 25 ) όχι μόνο αντιφάσκει προς τις προηγούμενες γραπτές παρατηρήσεις της σχετικά με την έλλειψη εξουσίας εκτιμήσεως του αρμόδιου φορέα στο συγκεκριμένο ζήτημα ( 26 ) αλλά είναι επίσης αντίθετη προς την έννοια αυτή καθ’ εαυτή της παροχής κοινωνικής ασφάλισης κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 ( 27 ).

62.

Κατόπιν των προεκτεθέντων και, ειδικότερα, επειδή δεν υφίσταται εξουσία εκτιμήσεως του αρμόδιου φορέα στο συγκεκριμένο ζήτημα, φρονώ ότι η απάντηση στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα παρέλκει.

VI – Πρόταση

63.

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Bundesfinanzhof ως εξής:

Ο αρμόδιος φορέας δεν διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως κατά την περί αναστολής των οικογενειακών παροχών απόφαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1992/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στο κράτος μέλος απασχολήσεως να προβλέπει στη νομοθεσία του την εκ μέρους του αρμόδιου φορέα αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών αν δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τη λήψη των παροχών αυτών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας. Η νομοθεσία του κράτους μέλους απασχολήσεως πρέπει σαφώς να καθορίζει τη χρήση αυτής της δυνατότητας.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) EE L 28, σ. 1.

( 3 ) ΕΕ L 392, σ. 1.

( 4 ) Και αντίθετα προς την υποστηριζόμενη από το Familienkasse άποψη.

( 5 ) Αποφάσεις Salzano (191/83, EU:C:1984:343), Ferraioli (153/84, EU:C:1986:168), και Kracht (C‑117/89, EU:C:1990:279).

( 6 ) Αποφάσεις Klöppel (C‑507/06, EU:C:2008:110, σκέψη 16) και Xhymshiti (C‑247/09, EU:C:2010:698, σκέψη 43).

( 7 ) Η διάταξη αυτή προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, και του κανονισμού 574/72 (EE L 331, σ. 1), και κατέστη εφαρμόσιμη από την 1η Μαΐου 1990. Ο σκοπός της διατάξεως αυτής δεν εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3427/89. Επιπλέον, η επίμαχη προσθήκη που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 3427/89 δεν προβλεπόταν στην πρόταση κανονισμού περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1408/71 και του κανονισμού 574/72 [(COM(88) 27 τελικό], που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 5 Φεβρουαρίου 1988 (βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων). Επισημαίνω, επίσης, ότι η απόφαση 91/425/ΕΟΚ, της 10ης Οκτωβρίου 1990, απόφαση αριθ. 147 σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 76 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ L 235, σ. 21), της διοικητικής επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, η οποία καθορίζει, μεταξύ άλλων, τους τρόπους εφαρμογής του εν λόγω άρθρου σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να χορηγήσει ο φορέας του τόπου κατοικίας στον αρμόδιο φορέα, με σκοπό την αναστολή των παροχών δυνάμει της παραγράφου του 2, τόσο για τη σύγκριση των ποσών που προβλέπονται από τις δύο νομοθεσίες όσο και για τον προσδιορισμό του πιθανού διαφορικού συμπληρώματος που πρέπει να καταβάλει ο αρμόδιος φορέας, επίσης δεν διευκρινίζει τον σκοπό της διατάξεως αυτής.

( 8 ) Απόφαση Bosmann (C‑352/06, EU:C:2008:290, σκέψη 17).

( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Dodl και Oberhollenzer (C-543/03, EU:C:2005:364, σκέψη 45)· Weide (C-153/03, EU:C:2005:428, σκέψη 20), και Slanina (C‑363/08, EU:C:2009:732, σκέψη 21).

( 10 ) Απόφαση Schwemmer (C‑16/09, EU:C:2010:605, σκέψη 45).

( 11 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Dodl και Oberhollenzer (EU:C:2005:364, σκέψη 51). Πράγματι, σύμφωνα με τον εκτιθέμενο στην εικοστή έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71 σκοπό της αποφυγής των αδικαιολόγητων σωρεύσεων παροχών, το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Απαράδεκτο σωρεύσεως των παροχών», ορίζει, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 1, ότι ο κανονισμός «δεν δύναται να παρέχει ή να διατηρεί δικαίωμα λήψεως περισσότερων παροχών της ίδιας φύσεως που αφορούν την ίδια περίοδο υποχρεωτικής ασφαλίσεως». Δεδομένου ότι το άρθρο 12 του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνεται στον τίτλο I του κανονισμού αυτού που αφορά τις γενικές διατάξεις, οι αρχές που απορρέουν από τη διάταξη αυτή εφαρμόζονται στους κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως των δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών που προβλέπονται στο άρθρο 76 του ιδίου κανονισμού. Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Wiering (C‑347/12, EU:C:2013:504, σκέψεις 51 και 52).

( 12 ) Με την απόφαση Ferraioli (EU:C:1986:168), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο επιδιωκόμενος από τις Συνθήκες σκοπός της καθιερώσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων αποτελεί τη βάση ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 και ότι το άρθρο 76 του κανονισμού αυτού δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να στερεί από τον εργαζόμενο τα ευνοϊκότερα επιδόματα, υποκαθιστώντας τα χορηγούμενα σε ορισμένο κράτος μέλος επιδόματα με τα οφειλόμενα σε άλλο κράτος μέλος επιδόματα. Κατά το Δικαστήριο, οι αρχές από τις οποίες εμπνέεται ο κανονισμός 1408/71 επιτάσσουν, σε περίπτωση που το ποσό των παροχών που καταβάλλονται από το κράτος κατοικίας είναι μικρότερο από το ποσό των παροχών που χορηγούνται από το άλλο κράτος οφειλέτη, να διατηρεί ο εργαζόμενος το δικαίωμα να λάβει το μεγαλύτερο ποσό και να δικαιούται να λάβει, από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα του εν λόγω άλλου κράτους, συμπληρωματική παροχή ίση με τη διαφορά των δύο ποσών. Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των διατάξεων που απαγορεύουν τη σώρευση των οικογενειακών παροχών προβλέποντας, μεταξύ άλλων, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορέων των κρατών μελών κατοικίας και απασχολήσεως, με σκοπό τη σύγκριση των επίμαχων παροχών και του ύψους τους προκειμένου να μπορεί να καθοριστεί η τυχόν συμπληρωματική αντισταθμιστική παροχή. Βλ., ιδίως, απόφαση 91/425. Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Wiering (EU:C:2013:504, σημεία 53 και 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 13 ) Απόφαση Schwemmer (EU:C:2010:605, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 14 ) Σκέψεις 6 και 7.

( 15 ) Απόφαση Kracht (C‑117/89, EU:C:1990:279, σκέψη 11).

( 16 ) Αν και η διάταξη κάνει λόγο για παροχές που «προβλέπονται». [Σ.τ.Μ.: Στο ελληνικό κείμενο η φράση: «lorsque des prestations familiales sont, […] prévues» έχει αποδοθεί ως εξής: «όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές».]

( 17 ) Επισημαίνω ότι, στη σκέψη 54 της αποφάσεως Schwemmer (EU:C:2010:605), το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, στις αποφάσεις Ragazzoni (EU:C:1978:88), Salzano (EU:C:1984:343), Ferraioli (EU:C:1986:168) και Kracht (EU:C:1990:279), οι λόγοι μη υποβολής προηγουμένης αιτήσεως δεν είχαν επίπτωση στις απαντήσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο των συγκεκριμένων διαδικασιών.

( 18 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Schwemmer (EU:C:2010:605, σκέψη 58). Πράγματι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, μόνον η διαφορά μεταξύ γερμανικής μεγαλύτερης παροχής και βελγικής μικρότερης παροχής, ήτοι ένα διαφορικό συμπλήρωμα θα ήταν, ενδεχομένως, πληρωτέο, παρά το γεγονός ότι η S. Fassbender-Firman και ο σύζυγός της είχαν δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων υπέρ του γιου τους και στα δύο αυτά κράτη μέλη.

( 19 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Lachheb και Lachheb (C‑177/12, EU:C:2013:689, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η υπογράμμιση δική μου.

( 20 ) Αποφάσεις Kracht (EU:C:1990:279, σκέψη 10) και Schwemmer (EU:C:2010:605, σκέψη 56).

( 21 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψεις 58 και 59).

( 22 ) Βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων. Πράγματι, φαίνεται ότι το Familienkasse θεωρεί ότι μπορεί να καταβληθεί διαφορικό συμπλήρωμα.

( 23 ) Βλ. σημείο 30 των παρουσών προτάσεων.

( 24 ) Βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων.

( 25 ) Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.

( 26 ) Βλ. σημεία 27 και 53 των παρουσών προτάσεων.

( 27 ) Βλ. σημείο 50 των παρουσών προτάσεων.

Top