EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62012CJ0009

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 19ης Δεκεμβρίου 2013.
Corman-Collins SA κατά La Maison du Whisky SA.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal de commerce de Verviers - Βέλγιο.
Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις - Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 - Άρθρο 2 - Άρθρο 5, σημείο 1, στοιχεία α΄ και β΄ - Ειδική διεθνής δικαιοδοσία επί διαφορών εκ συμβάσεως - Έννοιες "πώληση εμπορευμάτων" και "παροχή υπηρεσιών" - Σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεως εμπορευμάτων.
Υπόθεση C-9/12.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2013:860

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 19ης Δεκεμβρίου 2013 ( *1 )

«Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις — Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 — Άρθρο 2 — Άρθρο 5, σημείο 1, στοιχεία αʹ και βʹ — Ειδική διεθνής δικαιοδοσία επί διαφορών εκ συμβάσεως — Έννοιες “πώληση εμπορευμάτων” και “παροχή υπηρεσιών” — Σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεως εμπορευμάτων»

Στην υπόθεση C‑9/12,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal de commerce de Verviers (Βέλγιο) με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιανουαρίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης

Corman-Collins SA

κατά

La Maison du Whisky SA,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet και M. Berger (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: V. Tourrès, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 31ης Ιανουαρίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Corman-Collins SA, εκπροσωπούμενη από τους P. Henry και F. Frederick, avocats,

η La Maison du Whisky SA, εκπροσωπούμενη από τους B. Noels και C. Héry, avocats,

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Materne και J‑C. Halleux καθώς και από την C. Pochet,

η Ελβετική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον O. Kjelsen,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wilderspin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2 και 5, σημείο 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1, στο εξής: κανονισμός).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Corman-Collins SA (στο εξής: Corman-Collins), με έδρα στο Βέλγιο, και της La Maison du Whisky SA (στο εξής: La Maison du Whisky), με έδρα στη Γαλλία, σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεως εμπορευμάτων που δέσμευε τις εταιρίες αυτές.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Το άρθρο 2, του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 1, υπό τον τίτλο «Γενικές διατάξεις», του κεφαλαίου II του εν λόγω κανονισμού, περί των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, προβλέπει, στην παράγραφό του 1, την αρχή κατά την οποία, «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους».

4

Το άρθρο 3 του κανονισμού, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 του κεφαλαίου II του εν λόγω κανονισμού, ορίζει τα εξής:

«1.   Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.

2.   Δεν εφαρμόζονται σε βάρος τους ιδίως οι εθνικοί κανόνες δικαιοδοσίας που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι.»

5

Κατά το άρθρο 5 του κανονισμού, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2, που φέρει τον τίτλο «Ειδικές δικαιοδοσίες», του κεφαλαίου II του κανονισμού αυτού:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

1)

α)

ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή·

β)

για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:

εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,

εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·

γ)

το στοιχείο αʹ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο βʹ·

[...]».

Το βελγικό δίκαιο

6

Ο νόμος της 27ης Ιουλίου 1961 σχετικά με τη μονομερή καταγγελία των συμβάσεων αντιπροσωπείας αποκλειστικών πωλήσεων αορίστου χρόνου (Moniteur belge της 5ης Οκτωβρίου 1961, σ. 7518), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 13ης Απριλίου 1971 σχετικά με τη μονομερή καταγγελία των συμβάσεων αντιπροσωπείας πωλήσεων (Moniteur belge της 21ης Απριλίου 1971, σ. 4996, στο εξής βελγικός νόμος της 27ης Ιουλίου 1961), ορίζει την «αντιπροσωπεία πωλήσεων» στο άρθρο του 1, παράγραφος 2, ως «κάθε σύμβαση δυνάμει της οποίας ένας αντιπροσωπευόμενος παρέχει, σε έναν ή περισσότερους αντιπροσώπους, το αποκλειστικό δικαίωμα πωλήσεως, ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό, των προϊόντων που αυτός κατασκευάζει ή διανέμει».

7

Το άρθρο 4 του νόμου αυτού προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο αντιπρόσωπος ο οποίος υπέστη ζημία λόγω της καταγγελίας συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεων η οποία παράγει αποτελέσματα στο σύνολο ή σε μέρος της βελγικής επικράτειας δύναται σε κάθε περίπτωση να εναγάγει τον αντιπροσωπευόμενο στο Βέλγιο, είτε ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας του είτε ενώπιον του δικαστηρίου της έδρας του αντιπροσωπευομένου.

Εάν η διαφορά αχθεί ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το βελγικό δικαστήριο εφαρμόζει αποκλειστικά το βελγικό δίκαιο.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

8

Η Corman-Collins και η La Maison du Whisky διατηρούσαν επί μια δεκαετία εμπορικές σχέσεις, στο πλαίσιο των οποίων η πρώτη αγόραζε από τη δεύτερη ποσότητες ουίσκι διαφόρων εμπορικών σημάτων, τις οποίες παρελάμβανε από τη Γαλλία, για να τις μεταπωλήσει στο Βέλγιο.

9

Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, η Corman‑Collins χρησιμοποιούσε την ονομασία «Maison du Whisky Belgique» και έναν ιστότοπο επονομαζόμενο www.whisky.be, χωρίς η χρησιμοποίηση αυτή να προκαλεί κάποια αντίδραση εκ μέρους της La Maison du Whisky. Επιπλέον, τα στοιχεία διεύθυνσης της Corman‑Collins αναφέρονταν στην επιθεώρηση Whisky Magasine την οποία εξέδιδε μια θυγατρική της La Maison du Whisky.

10

Τον Δεκέμβριο του 2010, η La Maison du Whisky απαγόρευσε στην Corman-Collins να χρησιμοποιεί την ονομασία «Maison du Whisky Belgique» και έκλεισε τον ιστότοπο www.whisky.be. Τον Φεβρουάριο του 2011, πληροφόρησε την Corman‑Collins ότι, από την 1η Απριλίου και από την 1η Σεπτεμβρίου 2011 αντιστοίχως, θα ανέθετε την αποκλειστική διανομή δύο από τα φέροντα διαφορετικά σήματα προϊόντων της σε μια άλλη εταιρία, μέσω της οποίας καλούνταν η Corman‑Collins να δίδει πλέον τις παραγγελίες της.

11

Η Corman‑Collins ενήγαγε τη La Maison du Whisky ενώπιον του tribunal de commerce de Verviers ζητώντας, κυρίως, να υποχρεωθεί η εναγομένη, βάσει του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961, να της καταβάλει αποζημίωση λόγω καταγγελίας χωρίς τήρηση προθεσμίας, καθώς και πρόσθετη αποζημίωση.

12

Η La Maison du Whisky αμφισβήτησε την κατά τόπο αρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου, με το αιτιολογικό ότι αρμόδια κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 του κανονισμού είναι τα γαλλικά δικαστήρια. Η Corman‑Collins απάντησε στην ένσταση αυτή επικαλούμενη το άρθρο 4 του εν λόγω βελγικού νόμου.

13

Συναφώς, οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς τον χαρακτηρισμό που πρέπει να δοθεί στις εμπορικές τους σχέσεις. Η Corman‑Collins υποστηρίζει ότι επρόκειτο για σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ενώ η La Maison du Whisky υποστηρίζει ότι επρόκειτο για απλές συμβάσεις πωλήσεως συναπτόμενες βάσει των εβδομαδιαίων παραγγελιών, ανάλογα με τις επιθυμίες που διατύπωνε η Corman-Collins.

14

Στην απόφαση περί παραπομπής, το tribunal de commerce de Verviers διαπιστώνει, ρητώς, ότι η Corman‑Collins και η La Maison du Whisky «συνδέονταν με προφορική σύμβαση» και ότι, «δυνάμει του […] βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961, η έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεων, καθόσον η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να μεταπωλεί στη βελγική επικράτεια τα προϊόντα που αγόραζε από την εναγομένη».

15

Αντιθέτως, το δικαστήριο αυτό εκφράζει αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα να στηρίξει την αρμοδιότητά του στον κανόνα που προβλέπει το άρθρο 4 του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961. Το εν λόγω δικαστήριο τονίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού, ο οποίος, κατ’ αυτό, έχει εφαρμογή επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, αρμόδια θα έπρεπε να είναι τα γαλλικά δικαστήρια, αλλά ότι θα μπορούσε επίσης να εφαρμοστεί το άρθρο 5, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού. Συναφώς, διερωτάται, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ως προς το αν μια σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεων πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πώληση εμπορευμάτων και/ή σύμβαση παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού. Προσθέτει ότι, αν κανένας από τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν μπορεί να γίνει δεκτός για μια σύμβαση του είδους αυτού, θα πρέπει στην περίπτωση αυτή να καθοριστεί ποια είναι, στη διαφορά της κύριας δίκης, η επίδικη παροχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής, υπό την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού.

16

Λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα, το tribunal de commerce de Verviers αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 2 του κανονισμού […], σε συνδυασμό ενδεχομένως με το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχεία αʹ ή βʹ, την έννοια ότι απαγορεύει κανόνα περί δικαιοδοσίας, όπως ο κανόνας του άρθρου 4 του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961, ο οποίος προβλέπει δικαιοδοσία των βελγικών δικαστηρίων, αν ο αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος στη βελγική επικράτεια και η αντιπροσωπεία πωλήσεων παράγει τα αποτελέσματά της εν όλω ή εν μέρει στη βελγική επικράτεια, ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεως του αντιπροσωπευομένου, όταν αυτός έχει την ιδιότητα του εναγομένου;

2)

Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού […] την έννοια ότι εφαρμόζεται σε σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεων εμπορευμάτων, δυνάμει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος αγοράζει προϊόντα από τον άλλο με σκοπό να τα μεταπωλήσει στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους;

3)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού […] την έννοια ότι αφορά σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεων όπως η επίδικη;

4)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο προηγούμενα ερωτήματα, επίδικη παροχή σε περίπτωση λύσεως συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεων είναι η παροχή του πωλητή-αντιπροσωπευομένου ή η παροχή του αγοραστή-αντιπροσώπου;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

17

Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι διατάξεις του κανονισμού εμποδίζουν, στην περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος εναγόμενος στην ένδικη διαφορά έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο έχει την έδρα του το επιληφθέν δικαστήριο, την εφαρμογή εθνικού κανόνα περί διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως αυτός που προβλέπεται στο άρθρο 4 του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961, που παρέχει διεθνή δικαιοδοσία στα εθνικά δικαστήρια για την εκδίκαση διαφοράς σχετικής με την καταγγελία συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεων όταν ο αντιπρόσωπος είναι εγκατεστημένος στην εθνική επικράτεια.

18

Όσον αφορά, πρώτον, το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, από την αιτιολογική σκέψη 2 αυτού προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ενοποίηση των κανόνων περί συγκρούσεως δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, διευκρινιζομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εφαρμογή των κανόνων αυτών προϋποθέτει την ύπαρξη αλλοδαπού στοιχείου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, C-327/10, Hypoteční banka, Συλλογή 2011, σ. I-11543, σκέψη 29).

19

Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού, οι κοινοί κανόνες δικαιοδοσίας που ο κανονισμός προβλέπει πρέπει, καταρχήν, να εφαρμόζονται όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε ένα από τα κράτη μέλη.

20

Όσον αφορά, δεύτερον, τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός, ο κανόνας γενικής δικαιοδοσίας που θέτει το άρθρο 2 αυτού προβλέπει ότι, όταν ο εναγόμενος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους, αρμόδια είναι τα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους.

21

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει ότι οι μόνες παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή που μπορούν να γίνουν δεκτές είναι αυτές που προβλέπονται στις διατάξεις των τμημάτων 2 έως 7 του κεφαλαίου I του κανονισμού αυτού. Το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, αποκλείει έτσι, εμμέσως, αλλά οπωσδήποτε, την εφαρμογή των εθνικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας. Ο εν λόγω αποκλεισμός επιβεβαιώνεται από την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 3, η οποία παραπέμπει σε ένα μη περιοριστικό κατάλογο εθνικών κανόνων δικαιοδοσίας που δεν μπορούν να εφαρμοστούν.

22

Συνεπώς, από τη στιγμή που διαφορά παρουσιάζουσα κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, και ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, όπως συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης, οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει ο κανονισμός πρέπει, καταρχήν, να εφαρμόζονται και να υπερισχύουν των εθνικών κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας.

23

Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2 του κανονισμού έχει την έννοια ότι, όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο έχει την έδρα του το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς, εμποδίζει την εφαρμογή εθνικού κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας όπως αυτός που προβλέπεται στο άρθρο 4 του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

24

Με τα ερωτήματα αυτά, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού, το οποίο αφορά τις συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων και τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, εφαρμόζεται σε σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεων ή αν, σε περίπτωση συμβάσεως του είδους αυτού, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση αγωγής στηριζόμενης σε μια τέτοια σύμβαση πρέπει να προσδιορίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού.

25

Προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα, πρέπει, καταρχάς, να διευκρινισθεί η έννοια της συμβάσεως αντιπροσωπείας.

26

Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, η έννοια «σύμβαση αντιπροσωπείας πωλήσεων», που χρησιμοποιείται από το αιτούν δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματα, δεν έχει ορισθεί στο δίκαιο της Ένωσης και δύναται να παραπέμπει σε διαφορετικές πραγματικότητες στο δίκαιο των κρατών μελών.

27

Ωστόσο, όποια και αν είναι η ποικιλία των συμβάσεων αντιπροσωπείας στην εμπορική πρακτική, οι υποχρεώσεις που οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν συναρθρώνονται γύρω από τον σκοπό των συμβάσεων του είδους αυτού, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της διανομής των προϊόντων του αντιπροσωπευομένου. Προς τούτο, ο αντιπροσωπευόμενος αναλαμβάνει τη δέσμευση να πωλεί στον αντιπρόσωπο, τον οποίο έχει επιλέξει προς τούτο, τα εμπορεύματα τα οποία αυτός θα παραγγείλει για να ικανοποιήσει τη ζήτηση των πελατών του, ενώ ο αντιπρόσωπος αναλαμβάνει τη δέσμευση να αγοράζει από τον αντιπροσωπευόμενο τα εμπορεύματα τα οποία θα έχει ανάγκη.

28

Σύμφωνα με μια ανάλυση που γίνεται ευρέως δεκτή στο δίκαιο των κρατών μελών, η σύμβαση αντιπροσωπείας εμφανίζεται υπό τη μορφή συμφωνίας-πλαισίου, η οποία καθορίζει του γενικούς κανόνες που διέπουν στο μέλλον τις σχέσεις μεταξύ του αντιπροσωπευομένου και του αντιπροσώπου όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους περί προμήθειας ή/και εφοδιασμού και προετοιμάζει τις επακόλουθες συμβάσεις πωλήσεως. Όπως σημείωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 41 των προτάσεών του, συμβαίνει συχνά τα μέρη να προβλέπουν επίσης ειδικές διατάξεις σχετικά με τη διανομή από τον αντιπρόσωπο των εμπορευμάτων που πωλεί ο αντιπροσωπευόμενος.

29

Οι απαντήσεις στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, στο μέτρο που τα ερωτήματα αυτά αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 1, του κανονισμού επί συμβάσεως αντιπροσωπείας, πρέπει να δοθούν με αναφορά σε μια τυποποιημένη σύμβαση περιέχουσα τέτοιες αναλήψεις υποχρεώσεων, διευκρινιζομένου συναφώς ότι, κατά τη διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου επί των οποίων στηρίζεται η διαδικασία που διαλαμβάνεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, κάθε εκτίμηση επί των πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 2013, C‑469/12, Krejci Lager & Umschlagbetrieb, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30

Όσον αφορά, εν συνεχεία, τον προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου για την εκδίκαση διαφοράς βασιζόμενης επί συμβάσεως αντιπροσωπείας υπό την ανωτέρω διευκρινισθείσα έννοια, πρέπει να υπομνησθεί, εκ προοιμίου, ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται από τον κανονισμό πρέπει, καταρχήν, να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με αναφορά κυρίως στο σύστημα και στους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, τούτο δε προκειμένου να διασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του εντός όλων των κρατών μελών (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, C‑419/11, Česká spořitelna, σκέψη 25).

31

Όσον αφορά τον κανόνα του άρθρου 5, σημείο 1, του κανονισμού, περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας επί διαφορών εκ συμβάσεως, ο οποίος συμπληρώνει τον γενικό κανόνα της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο κανόνας αυτός υπαγορεύεται από τον σκοπό της εγγύτητας και δικαιολογείται από την ύπαρξη στενού συνδέσμου μεταξύ της συμβάσεως και του δικαστηρίου που καλείται να επιληφθεί της σχετικής διαφοράς (απόφαση της 11ης Μαρτίου 2010, C-19/09, Wood Floor Solutions Andreas Domberger, Συλλογή 2010, σ. I-2121, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

32

Το Δικαστήριο έχει επίσης τονίσει ότι, όσον αφορά τον τόπο εκπληρώσεως των παροχών εκ συμβάσεως πωλήσεως εμπορευμάτων, ο κανονισμός καθορίζει αυτοτελώς, στο άρθρο του 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, πρώτη περίπτωση, το κριτήριο αυτό του συνδέσμου, προκειμένου να διευκολυνθεί η επίτευξη του σκοπού της ενοποιήσεως των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας και του σκοπού της προβλεψιμότητας (προπαρατεθείσα απόφαση Wood Floor Solutions Andreas Domberger, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Οι εν λόγω σκοποί είναι επίσης αυτοί του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού, καθόσον οι κανόνες περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός αυτός για τις συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων και για τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών έχουν το ίδιο ιστορικό θεσπίσεως, σκοπούν στην επίτευξη του ιδίου σκοπού και έχουν την ίδια θέση στο πλαίσιο του συστήματος του κανονισμού (προπαρατεθείσα απόφαση Wood Floor Solutions Andreas Domberger, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33

Η έρευνα περί του αν μια σύμβαση αντιπροσωπείας εμπίπτει σε μία από τις δύο κατηγορίες συμβάσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού πρέπει να διενεργείται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών αυτών.

34

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει πει ότι, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια σύμβαση υπό το πρίσμα της διατάξεως αυτής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χαρακτηριστική παροχή της επίμαχης συμβάσεως (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2010, C-381/08, Car Trim, Συλλογή 2010, σ. I-1255, σκέψεις 31 και 32).

35

Το Δικαστήριο έχει έτσι εκτιμήσει ότι μια σύμβαση της οποίας η χαρακτηριστική παροχή είναι η παράδοση αγαθού πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «πώληση εμπορευμάτων», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (προπαρατεθείσα απόφαση Car Trim, σκέψη 32).

36

Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός μπορεί να εφαρμοστεί σε μια διαρκή εμπορική σχέση μεταξύ δύο επιχειρηματιών, όταν η σχέση αυτή περιορίζεται σε διαδοχικές συμφωνίες, εκ των οποίων εκάστη έχει ως αντικείμενο την παράδοση και την παραλαβή εμπορευμάτων. Αντιθέτως, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν αντιστοιχεί στην όλη οικονομία μιας τυπικής συμβάσεως αντιπροσωπείας, η οποία χαρακτηρίζεται από μια συμφωνία-πλαίσιο που έχει ως αντικείμενο την ανάληψη της υποχρεώσεως προμήθειας και εφοδιασμού η οποία συμφωνείται για το μέλλον μεταξύ δύο επιχειρηματιών και η οποία περιέχει ειδικές συμβατικές διατάξεις όσον αφορά την εκ μέρους του αντιπροσώπου διανομή των εμπορευμάτων που πωλεί ο αντιπροσωπευόμενος.

37

Ως προς το αν σύμβαση αντιπροσωπείας μπορεί να χαρακτηριστεί σύμβαση «παροχής υπηρεσιών» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού, πρέπει να υπoμνησθεί ότι, κατά τον ορισμό που έχει δοθεί από το Δικαστήριο, η έννοια των «υπηρεσιών» κατά τη διάταξη αυτή συνεπάγεται κατ’ ελάχιστον ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα έναντι αμοιβής (απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C-533/07, Falco Privatstiftung και Rabitsch, Συλλογή 2009, σ. I-3327, σκέψη 29).

38

Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο που περιλαμβάνεται στον ορισμό αυτό, ήτοι την ύπαρξη δραστηριότητας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για το εν λόγω κριτήριο απαιτείται η διενέργεια θετικών πράξεων, εξαιρουμένων των απλών παραλείψεων (βλ., κατά την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Falco Privatstiftung και Rabitsch, σκέψεις 29 έως 31). Το κριτήριο αυτό αντιστοιχεί, στην περίπτωση συμβάσεως αντιπροσωπείας, στη χαρακτηριστική παροχή που εκπληρώνει ο αντιπρόσωπος ο οποίος, διασφαλίζοντας τη διανομή των προϊόντων του αντιπροσωπευομένου, μετέχει στην ανάπτυξη της διαδόσεώς τους. Χάρη στην εγγύηση εφοδιασμού που του έχει δοθεί δυνάμει της συμβάσεως αντιπροσωπείας και, ενδεχομένως, στη συμμετοχή του στην εμπορική στρατηγική του αντιπροσωπευομένου, μεταξύ άλλων στις ενέργειες προωθήσεως, στοιχεία των οποίων η διαπίστωση εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, ο αντιπρόσωπος είναι σε θέση να προσφέρει στους πελάτες υπηρεσίες και πλεονεκτήματα που δεν μπορεί να προσφέρει ένα απλός μεταπωλητής και, με τον τρόπο αυτό, να κατακτήσει, προς όφελος των προϊόντων του αντιπροσωπευομένου, μεγαλύτερο μερίδιο της τοπικής αγοράς.

39

Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, ήτοι την αμοιβή που παρέχεται ως αντιπαροχή για μια δραστηριότητα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το κριτήριο αυτό δεν πρέπει να νοείται υπό τη στενή έννοια της καταβολής χρηματικού ποσού. Πράγματι, ένας τέτοιος περιορισμός ούτε υπαγορεύεται από την πολύ γενική διατύπωση του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ούτε εναρμονίζεται με τους σκοπούς της εγγύτητας και της ομοιομορφίας, που υπενθυμίστηκαν στις σκέψεις 30 έως 32 της παρούσας αποφάσεως και τους οποίους επιδιώκει η εν λόγω διάταξη.

40

Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η σύμβαση αντιπροσωπείας στηρίζεται σε μια επιλογή του αντιπροσώπου από τον αντιπροσωπευόμενο. Η επιλογή αυτή, που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείου του είδους αυτού συμβάσεως, παρέχει στον αντιπρόσωπο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθόσον μόνον αυτός θα έχει το δικαίωμα να πωλεί τα προϊόντα του αντιπροσωπευομένου επί συγκεκριμένου εδάφους ή, τουλάχιστον, καθόσον περιορισμένος αριθμός αντιπροσώπων θα έχει το δικαίωμα αυτό. Επιπλέον, η σύμβαση αντιπροσωπείας προβλέπει συχνά αρωγή προς τον αντιπρόσωπο όσον αφορά την πρόσβαση στους διαφημιστικούς χώρους, τη μετάδοση τεχνογνωσίας μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ή ακόμη ευκολίες πληρωμής. Το σύνολο των πλεονεκτημάτων αυτών, των οποίων την ύπαρξη εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να εξακριβώσει, αποτελεί, για τον αντιπρόσωπο, μια οικονομική αξία η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αμοιβή.

41

Κατά συνέπεια, μια σύμβαση αντιπροσωπείας που περικλείει τις τυπικές παροχές που προσδιορίστηκαν στις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας αποφάσεως μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τον περί δικαιοδοσίας κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού.

42

Ο χαρακτηρισμός αυτός αποκλείει την εφαρμογή σε σύμβαση αντιπροσωπείας του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο στοιχείο αʹ του εν λόγω άρθρου 5, σημείο 1. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της ιεραρχίας μεταξύ των στοιχείων αʹ και βʹ που επιβάλλει το στοιχείο γʹ της διατάξεως αυτής, ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά εναλλακτικώς και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά σε σχέση με τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού.

43

Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού έχει την έννοια ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση της διατάξεως αυτής για τις διαφορές σχετικά με συμβάσεις παροχής υπηρεσιών εφαρμόζεται σε περίπτωση αγωγής με την οποία ο ενάγων που είναι εγκατεστημένος εντός κράτους μέλους προβάλλει, κατά του εναγομένου που είναι εγκατεστημένος εντός άλλου κράτους μέλους, δικαιώματα αντλούμενα από σύμβαση αντιπροσωπείας, πράγμα για το οποίο απαιτείται η σύμβαση που δεσμεύει τα μέρη να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις που να αφορούν την εκ μέρους του αντιπροσώπου διανομή των εμπορευμάτων που πωλεί ο αντιπροσωπευόμενος. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν τούτο συμβαίνει στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.

Επί του τέταρτου ερωτήματος

44

Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο επιδιώκει, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί ποια είναι η επίδικη παροχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής σε περίπτωση διαφοράς στηριζόμενης στη λύση συμβάσεως αντιπροσωπείας πωλήσεων.

45

Το ερώτημα αυτό, αν αναγνωσθεί υπό το πρίσμα του σκεπτικού της περί παραπομπής αποφάσεως, αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, σκέψη 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού.

46

Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Επί των δικαστικών εξόδων

47

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι, όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο έχει την έδρα του το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς, εμποδίζει την εφαρμογή εθνικού κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας όπως αυτός που προβλέπεται στο άρθρο 4 του βελγικού νόμου της 27ης Ιουλίου 1961 σχετικά με τη μονομερή καταγγελία των συμβάσεων αντιπροσωπείας αποκλειστικών πωλήσεων αορίστου χρόνου, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 13ης Απριλίου 1971 σχετικά με τη μονομερή καταγγελία των συμβάσεων αντιπροσωπείας πωλήσεων.

 

2)

Το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι ο κανόνας διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση της διατάξεως αυτής για τις διαφορές σχετικά με συμβάσεις παροχής υπηρεσιών εφαρμόζεται σε περίπτωση αγωγής με την οποία ο ενάγων που είναι εγκατεστημένος εντός κράτους μέλους προβάλλει, κατά του εναγομένου που είναι εγκατεστημένος εντός άλλου κράτους μέλους, δικαιώματα αντλούμενα από σύμβαση αντιπροσωπείας, πράγμα για το οποίο απαιτείται η σύμβαση που δεσμεύει τα μέρη να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις που να αφορούν την εκ μέρους του αντιπροσώπου διανομή των εμπορευμάτων που πωλεί ο αντιπροσωπευόμενος. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν τούτο συμβαίνει στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Top