EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62012CC0487

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Bot της 23ης Ιανουαρίου 2014.
Vueling Airlines SA κατά Instituto Galego de Consumo de la Xunta de Galicia.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Juzgado de lo Contencioso-Administrativo nº 1 de Ourense - Ισπανία.
Προδικαστική παραπομπή - Αερομεταφορά - Κοινοί κανόνες εκμεταλλεύσεως των αεροπορικών γραμμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση - Κανονισμός (EΚ) 1008/2008 - Ελευθερία τιμολογήσεως - Παράδοση αποσκευών προς μεταφορά - Αύξηση της τιμής του εισιτηρίου - Έννοια του αεροπορικού ναύλου - Προστασία των καταναλωτών - Επιβολή προστίμου σε μεταφορέα λόγω καταχρηστικής συμβατικής ρήτρας - Κανόνας του εθνικού δικαίου κατά τον οποίο η μεταφορά του επιβάτη και η παράδοση μιας αποσκευής προς μεταφορά πρέπει να περιλαμβάνονται στη βασική τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου - Συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης.
Υπόθεση C-487/12.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:27

ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

YVES BOT

της 23ης Ιανουαρίου 2014 ( 1 )

Υπόθεση C‑487/12

Vueling Airlines SA

κατά

Instituto Galego de Consumo de la Xunta de Galicia

[αίτηση του Juzgado de lo Contencioso-Administrativo no 1 de Ourense (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Αερομεταφορές — Κοινοί κανόνες εκμεταλλεύσεως των αεροπορικών γραμμών στην Ένωση — Κανονισμός (ΕΚ) 1008/2008 — Ελευθερία τιμολογήσεως — Προστασία των δικαιωμάτων του καταναλωτή — Χρέωση για τις παραδιδόμενες προς μεταφορά αποσκευές των επιβατών μέσω προαιρετικής αυξήσεως της τιμής του εισιτηρίου — Εθνική νομοθεσία που απαγορεύει στους αερομεταφορείς μια τέτοια χρέωση»

1. 

Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το περιεχόμενο της αρχής της ελευθερίας τιμολογήσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1008/2008 ( 2 ).

2. 

Ειδικότερα, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo no 1 de Ourense (Ισπανία) ερωτά το Δικαστήριο αν εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει στους αερομεταφορείς να χρεώνουν τις παραδιδόμενες αποσκευές των επιβατών μέσω προαιρετικής αυξήσεως της τιμής του εισιτηρίου ( 3 ) συνάδει προς μια τέτοια διάταξη.

3. 

Το άρθρο 22 του κανονισμού 1008/2008 φέρει τον τίτλο «Ελευθερία τιμολόγησης» και εντάσσεται στο κεφάλαιο IV που αφορά διατάξεις σχετικές με την τιμολόγηση των υπηρεσιών αερομεταφορών. Η παράγραφος 1 αυτού του άρθρου ορίζει τα εξής:

«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 1, [που αφορά τις “[γ]ενικές αρχές για τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας”] οι κοινοτικοί αερομεταφορείς και, βάσει της αμοιβαιότητας, οι αερομεταφορείς τρίτων χωρών καθορίζουν ελεύθερα τους αεροπορικούς ναύλους και τα κόμιστρα για τις ενδοκοινοτικές αεροπορικές γραμμές.»

4. 

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Vueling Airlines SA (στο εξής: Vueling), η οποία ασκεί εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την προσφορά αεροπορικών ταξιδιών μέσω, ιδίως, μιας δικτυακής πύλης, και του Instituto Galego de Consumo de la Xunta de Galicia (Ινστιτούτου καταναλώσεως της αυτόνομης κοινότητας της Γαλικίας, στο εξής: IGC), που αφορά την επιβολή, από τη δεύτερη, προστίμου ως κυρώσεως για το περιεχόμενο των συμβάσεων αερομεταφορών της Vueling.

5. 

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 2010, η Vueling χρέωσε στην Arias Villegas 40 ευρώ επιπλέον σε σχέση με τη βασική τιμή των αεροπορικών εισιτηρίων (241,48 ευρώ) που αγόρασε λόγω της καταχωρίσεως, με ηλεκτρονικό μέσο, δύο αποσκευών προς μεταφορά.

6. 

Στις 15 Νοεμβρίου 2010, μετά το ταξίδι της, η Arias Villegas προέβη σε καταγγελία κατά της Vueling, θεωρώντας ότι η συναφθείσα με την εν λόγω εταιρία σύμβαση αερομεταφοράς έπασχε κατά το ότι περιείχε μια καταχρηστική ρήτρα. Η IGC, στην οποία διαβιβάσθηκε η καταγγελία, επέβαλε τότε διοικητική κύρωση ύψους 3000 ευρώ στη Vueling βάσει του άρθρου 97 του νόμου 48/1960 περί αεροπλοΐας (Ley 48/1960 sobre Navegación Aérea), της 21ης Ιουλίου 1960 ( 4 ), καθώς και των άρθρων 82, 86, 87 και 89 του κωδικοποιημένου γενικού νόμου για την προστασία των καταναλωτών και των χρηστών και άλλων συμπληρωματικών νόμων (texto refundido de la Ley General para la Defensa de los Consumidores y Usuarios y otras leyes complementarias) ( 5 ).

7. 

Το άρθρο 97 του LNA προβλέπει, συγκεκριμένα, τα εξής:

«Ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει, έναντι της καταβαλλομένης τιμής του εισιτηρίου, μαζί με τους επιβάτες και τις αποσκευές τους, εφόσον τηρούνται τα σχετικά με το βάρος, ανεξαρτήτως του αριθμού των αποσκευών και τον όγκο, όρια που θεσπίζουν οι κανονιστικές πράξεις της διοικήσεως.

Η υπέρβαση των ορίων αποτελεί αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως.

Δεν θεωρούνται συναφώς αποσκευές, τα αντικείμενα και οι χειραποσκευές που μεταφέρει μαζί του ο επιβάτης. Ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει δωρεάν στην καμπίνα του αεροσκάφους, ως χειραποσκευές, τα αντικείμενα και τις αποσκευές που μεταφέρει ο επιβάτης, συμπεριλαμβανομένων των αγορασθέντων στα καταστήματα των αερολιμένων προϊόντων. Η επιβίβαση με τα προαναφερθέντα αντικείμενα και τις προαναφερθείσες αποσκευές μπορεί να απαγορευθεί αποκλειστικώς για λόγους ασφάλειας που έχουν σχέση με το βάρος ή το μέγεθος του αντικειμένου λαμβανόμενων υπόψη των χαρακτηριστικών του αεροσκάφους.»

8. 

Κατόπιν της ατελέσφορης ιεραρχικής της προσφυγής ενώπιον της IGC, η Vueling άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 27 Απριλίου 2012, υποστηρίζοντας ότι η διοικητική κύρωση που της επιβλήθηκε ήταν αντίθετη προς την αρχή της ελευθερίας τιμολογήσεως που εξαγγέλλεται στο άρθρο 22 του κανονισμού 1008/2008.

9. 

Στο πλαίσιο της αποφάσεώς του, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 97 του LNA καθιερώνει το δικαίωμα του επιβάτη του αεροπλάνου να παραδίδει προς μεταφορά μια αποσκευή χωρίς πρόσθετο κόστος και χωρίς επιβάρυνση σε σχέση με τη βασική τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου. Το δικαίωμα αυτό εντάσσεται στον νομικό ορισμό της αερομεταφοράς και συνιστά λογικό και εύλογο μέτρο προστασίας του καταναλωτή που δεν αντιβαίνει στην ελευθέρωση των αεροπορικών ναύλων, η οποία καθιερώνεται από το ενωσιακό δίκαιο.

10. 

Παρά ταύτα, το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι την άποψη αυτή δεν συμμερίζονται όλα τα ισπανικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, ορισμένα εξ αυτών κρίνουν, αντιθέτως, ότι το άρθρο 22 του κανονισμού 1008/2008 επιτρέπει στους αερομεταφορείς να εφαρμόζουν προσαύξηση επί της βασικής τιμής του αεροπορικού εισιτηρίου λόγω της παραδόσεως προς μεταφορά μιας αποσκευής, οπότε μια τέτοια διάταξη πρέπει να υπερισχύει των αντιθέτων διατάξεων του ισπανικού δικαίου.

11. 

Σ’ αυτή ακριβώς την αλληλουχία, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo no 1 de Ourense αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 […] την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτό εθνική κανονιστική ρύθμιση (άρθρο 97 του [LNA]) που υποχρεώνει τις εταιρίες αερομεταφοράς επιβατών να αναγνωρίζουν εν πάση περιπτώσει στους επιβάτες το δικαίωμα να παραδίδουν προς μεταφορά μια αποσκευή χωρίς επιπρόσθετο κόστος και χωρίς προσαύξηση της βασικής τιμής του αγορασθέντος εισιτηρίου;»

12. 

Με τις παρούσες προτάσεις μου, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι, μέσω της εφαρμογής των αρχών που τίθενται με τα άρθρα 22 και 23 του κανονισμού 1008/2008, ο νομοθέτης της Ένωσης επιτυγχάνει να αναγνωρίζεται στους αερομεταφορείς ελευθερία τιμολογήσεως, εκτεινόμενη στο σύνολο των υπηρεσιών εμπορικής φύσεως που συνδέονται με την εκτέλεση της συμβάσεως αερομεταφοράς, περιλαμβανομένων υπηρεσιών όπως της παραδόσεως των αποσκευών προς μεταφορά, ενώ προστατεύονται συγχρόνως τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του καταναλωτή μέσω της θεσπίσεως επιτακτικών κανόνων για την πληροφόρησή του.

I – Η νομική ανάλυση του ερωτήματος

13.

Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η αρχή της ελευθερίας τιμολογήσεως που εξαγγέλλεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει στις αεροπορικές εταιρίες να χρεώνουν, μέσω προαιρετικής προσαυξήσεως του εισιτηρίου, την παράδοση προς μεταφορά αποσκευών εκ μέρους των επιβατών.

14.

Ή άλλως, ενεργούν αερομεταφορείς όπως η Vueling, η Ryanair Ltd, η easyJet Airline Co. Ltd ή ακόμη η Hop! ή η Germanwings σε αντίθεση προς το ενωσιακό δίκαιο, χρεώνοντας μέσω μιας προαιρετικής παροχής την παράδοση προς μεταφορά αποσκευών εκ μέρους των επιβατών;

Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

15.

Το ζήτημα αυτό τίθεται λόγω της εμφανίσεως στην αγορά των αερομεταφορών των αποκαλούμενων εταιριών «low cost» (χαμηλού κόστους), κατόπιν της ελευθερώσεως αυτού του τομέα και του ανοίγματός του στον ανταγωνισμό, καθώς και κατόπιν της αναπτύξεως του επιχειρηματικού προτύπου αυτών των εταιριών.

16.

Συγκεκριμένα, το πρότυπο αυτό συνίσταται στην προσφορά, σε μια πελατεία που ενδιαφέρεται για περιορισμό των δαπανών της μεταφοράς, τακτικών πτήσεων μικρών και μεσαίων αποστάσεων σε ιδιαίτερα χαμηλούς ναύλους, με εξασφάλιση του ίδιου επιπέδου ασφάλειας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία, πλην όμως με περιορισμένη από απόψεως ποιότητας εξυπηρέτηση. Οι αεροπορικές εταιρίες «low cost» επικεντρώνονται έτσι στον πυρήνα της παρεχόμενης υπηρεσίας υπό το πρίσμα μιας λογικής πολύ χαμηλού κόστους ( 6 ). Ενώ χρεώνουν κάθε υπηρεσία που περιλαμβάνεται συνήθως στην τιμή του παραδοσιακού αεροπορικού εισιτηρίου, επιδίδονται περαιτέρω σε διαφοροποιημένους και προοδευτικούς ναύλους. Έτσι, οι συμπληρωματικές υπηρεσίες που παρέχονται ανέκαθεν από τους παραδοσιακούς αερομεταφορείς, όπως η κράτηση θέσεων, η μεταφορά αποσκευών, η παροχή γευμάτων εντός του αεροπλάνου ή ακόμη η διάθεση εφημερίδων, καθίστανται υπηρεσίες κατ’ επιλογή. Κατά συνέπεια, δεν είναι πάντοτε εύκολη η εκτίμηση των παρεπόμενων επιβαρύνσεων που περιλαμβάνονται ή όχι στην προτεινόμενη τιμή αγοράς του εισιτηρίου εξαρχής, από τη στιγμή της κρατήσεως, καθώς και η σύγκριση των τιμών που εφαρμόζουν οι διάφορες εταιρίες.

17.

Όσον αφορά τη Vueling, αυτή ασκεί εμπορική δραστηριότητα με αντικείμενο την προσφορά αεροπορικών ταξιδιών μέσω, ιδίως, μιας δικτυακής πύλης. Αν προβούμε, σήμερα, σε μια πλασματική κράτηση μιας πτήσεως μέσω αυτής της πύλης, ιδού πως εμφανίζεται η εμπορική της στρατηγική.

18.

Όταν ένας πελάτης επιλέγει συγκεκριμένη πτήση στο πλαίσιο της διαδικασίας κρατήσεως που είναι προσβάσιμη από αυτή την πύλη, εμφανίζονται τρία είδη ναύλων στο κέντρο της ιστοσελίδας, ήτοι ο ναύλος «Basic», ο ναύλος «Optima», καθώς και ο ναύλος «Excellence». Κάτω από καθέναν από αυτούς τους ναύλους υπάρχει μια λεκτική περιγραφή των πλεονεκτημάτων που προσφέρουν, συμβολιζόμενα, ενδεχομένως, με λογότυπους ( 7 ).

19.

Σύμφωνα με αυτή την περιγραφή, ο ναύλος «Basic» παρέχει στον ταξιδιώτη τη δυνατότητα να ταξιδεύσει με φθηνό εισιτήριο. Δεν συνοδεύεται από κανέναν ιδιαίτερα ελκυστικό λογότυπο.

20.

Ο ναύλος «Optima» συμβολίζεται με τη γραφική παράσταση μιας θέσεως, μιας αποσκευής, καθώς και ενός δίσκου ρολογιού. Παρέχει τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, παραδόσεως προς μεταφορά μιας αποσκευής μέγιστου βάρους 23 kg, θέσεως στο εμπρόσθιο ή στο οπίσθιο μέρος του αεροσκάφους και ιδιαίτερων διευκολύνσεων, όσον αφορά την κράτηση και την τροποποίηση του αεροπορικού εισιτηρίου. Τέλος, ο ναύλος «Excellence» συμβολίζεται, κατά τον χρόνο συντάξεως των παρουσών προτάσεων, με τη γραφική παράσταση μιας θέσεως, μιας αποσκευής, καθώς και ενός δίσκου ρολογιού. Παρέχει τη δυνατότητα, επιπλέον των πλεονεκτημάτων του ναύλου «Optima», να φέρει ο επιβάτης μια χειραποσκευή μέγιστου βάρους 14 kg, καθώς και θέσεως στην πρώτη σειρά καθισμάτων του αεροσκάφους. Παρέχει, επιπλέον, τη δυνατότητα στον πελάτη να καταχωρισθεί αμέσως μετά την περαίωση της διαδικασίας κρατήσεως, να έχει πρόσβαση στην αίθουσα VIP, να έχει προτεραιότητα στις θυρίδες ελέγχου εισιτηρίων, καθώς και στον έλεγχο ασφάλειας και στην επιβίβαση. Του παρέχει, τέλος, τη δυνατότητα γεύματος στο αεροπλάνο, αλλαγής πτήσεως και, ενδεχομένως, επιστροφής χρημάτων σε περίπτωση ακυρώσεως, καθώς και συγκεντρώσεως μονάδων ανταμοιβής πιστών πελατών.

21.

Όταν ο πελάτης επιλέγει τον ναύλο «Basic» για όλο το ταξίδι του, εμφανίζεται ένας κατάλογος με τα έξοδα που αντιστοιχούν σ’ αυτή την κράτηση στο δεξιό μέρος της ιστοσελίδας, με τον τίτλο «Το δρομολόγιό σας». Ο κατάλογος αυτός περιέχει, εκτός από την τιμή «Basic», η οποία περιλαμβάνει τα τέλη, ένα ποσό που αντιστοιχεί στα έξοδα διαχειρίσεως, καθώς και στα έξοδα που, ενδεχομένως, έχουν σχέση με την πληρωμή μέσω πιστωτικής κάρτας. Το σύνολο αυτών των εξόδων εμφαίνεται ως η«τελική συνολική τιμή». Για να συνεχίσει την κράτηση, ο πελάτης πρέπει τότε να γνωστοποιήσει τα προσωπικά του δεδομένα. Πρέπει στη συνέχεια να αποδεχθεί τους «Όρους μεταφοράς», καθώς και τους «Όρους χρήσεως της ιστοσελίδας». Στο σημείο 8.4 των «Όρων μεταφοράς», που αφορά τις αποσκευές, διευκρινίζονται τα εξής:

«Στον ναύλο Basic, η παράδοση προς μεταφορά μιας αποσκευής βάρους έως 23 kg ανά επιβάτη συνεπάγεται καταβολή προσαυξήσεως η οποία ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες κάθε πτήσεως. Οι ναύλοι Optima και Excellence περιλαμβάνουν τη δωρεάν παράδοση προς μεταφορά αποσκευής βάρους έως 23 kg.

Όποιος κι αν είναι ο επιλεγείς ναύλος, ο επιβάτης μπορεί να παραδώσει προς μεταφορά περισσότερες από μία αποσκευές βάρους έως 23 kg, υπό τον όρο καταβολής για κάθε μία της αντίστοιχης προσαυξήσεως. Είναι δυνατή η παράδοση βαρύτερων αποσκευών αντί καταβολής προσαυξήσεως και εντός του ορίου των 32 kg για κάθε μία.

[…]»

22.

Αφού αποδεχθεί αυτούς τους όρους, ο πελάτης καλείται τότε να συνεχίσει τη διαδικασία κρατήσεως, πληκτρολογώντας στην επιλογή «Συγκεκριμενοποιείστε την πτήση σας». Η Vueling προσφέρει επομένως διαφορετικές υπηρεσίες που συμπληρώνουν την καθεαυτή υπηρεσία αερομεταφορών, την οποία ο πελάτης επιλέγει να αρνηθεί ή να αποδεχθεί υπό την επιφύλαξη πληρωμής προαιρετικής επιπρόσθετης τιμής. Σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο ο πελάτης μπορεί, παραδείγματος χάριν, να επιλέξει, «από» 13 ευρώ (τιμολόγηση κλήσεως), να παραδώσει μια αποσκευή προς μεταφορά ή να ταξιδεύσει με ένα ζώο συντροφιάς. Σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια, ο κατάλογος «Τελική συνολική τιμή» μεταβάλλεται ανάλογα με τις επιλογές στις οποίες προβαίνει ο πελάτης. Ο πελάτης μπορεί τότε να ολοκληρώσει την κράτησή του, προβαίνοντας στην καταβολή ενός ενιαίου ποσού, που αντιστοιχεί στη συνολική τιμολόγηση του ταξιδιού.

23.

Επομένως, όπως το επισημαίνει η Vueling στο πλαίσιο των παρατηρήσεών της ( 8 ), ο σκοπός είναι να προσφέρεται στους πελάτες μια εξατομικευμένη υπηρεσία αεροπορικής μεταφοράς, προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους και στις οικονομικές τους δυνατότητες, μέσω κατηγοριοποιήσεως της προσφοράς. Η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής συνεπάγεται, αφενός, τη διάκριση μεταξύ των ουσιωδών στοιχείων της υπηρεσίας αερομεταφορών και των παρεπομένων στοιχείων που συνθέτουν αυτή την υπηρεσία και, αφετέρου, τη μετατροπή των παρεπομένων στοιχείων σε στοιχεία επιλογής, ώστε να παρέχεται στους πελάτες η δυνατότητα να προβαίνουν στις σχετικές επιλογές, αν το θεωρούν αναγκαίο, μέσω ρητής εντολής («opt-in»). Κατά συνέπεια, φθηνό ταξίδι, όπως το καθιστά δυνατό ο ναύλος «Basic», σημαίνει παραίτηση από μεγάλο αριθμό υπηρεσιών, οι οποίες, αντιθέτως, περιλαμβάνονται στους υψηλότερους ναύλους «Optima» ή «Excellence».

24.

Η στρατηγική μιας εταιρίας «low cost» μπορεί επομένως να συνοψισθεί ως εξής:

«Για να μπορεί ένας πελάτης να τυγχάνει μιας τιμής εξαιρετικά ελκυστικής, [η αεροπορική εταιρία] αναλαμβάνει την υποχρέωση της μεταφοράς του, αλλά μόνο της μεταφοράς του.» [ ( 9 ) ]

25.

Μπορεί το ενωσιακό δίκαιο, ειδικότερα δε το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008, να θέσει υπό αμφισβήτηση αυτό το οικονομικό πρότυπο; Θα ήταν μια τέτοια στρατηγική, κατά την οποία χρεώνονται επί προαιρετικής βάσεως υπηρεσίες όπως η παράδοση προς μεταφορά των αποσκευών, αντίθετη προς τα δικαιώματα του καταναλωτή και προς τους κανόνες που καθορίζει ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο αυτού του κανονισμού;

26.

Δεν το νομίζω.

27.

Βεβαίως, η ελευθέρωση της αγοράς των αερομεταφορών και η συνακόλουθη απορρύθμιση αυτού του τομέα συνοδεύθηκαν από καταχρηστικές ή απατηλές πρακτικές εκ μέρους των αεροπορικών εταιριών, ιδίως δε των εταιριών «low cost». Πολλές καταδικάσθηκαν λόγω περιεχομένων στη σύμβασή τους αερομεταφοράς ρητρών που κρίθηκαν αθέμιτες ή καταχρηστικές ( 10 ) ή όρων απασχολήσεως του προσωπικού τους. Έχει, λοιπόν, δημιουργηθεί εις βάρος τους αρνητικό κλίμα, πολλώ μάλλον διότι στηρίζονται σε ένα πρότυπο που έρχεται σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς κώδικες της αερομεταφοράς. Πολλοί επιβάτες, κατά συνέπεια, βλέπουν με έκπληξή τους ότι οφείλουν να καταβάλλουν προσαυξήσεις τιμής για υπηρεσίες που, μέχρι τώρα, περιλαμβάνονταν πλήρως στη βασική τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου. Αποτελεί τούτο το αντίτιμο για την ελευθέρωση της αγοράς; Προδήλως, ναι. Η εν λόγω ελευθέρωση, στην οποία προβαίνει ο νομοθέτης της Ένωσης ήδη από το 1987, είχε ως σκοπό την αποστεγανοποίηση των εθνικών αγορών και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των αερομεταφορών με το άνοιγμα της αγοράς στον ανταγωνισμό και τον περιορισμό των κανονιστικών εξουσιών που αναγνωρίζονταν μέχρι τότε στα κράτη μέλη. Σκοπός, τελικά, ήταν η επίτευξη μεγαλύτερης διαφοροποιήσεως της προσφοράς, καθώς και χαμηλότερης τιμολογήσεως προς όφελος των καταναλωτών.

28.

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η έλευση νέων εταιριών στην αγορά των αερομεταφορών ανάγκασε τους παραδοσιακούς επιχειρηματίες –στους οποίους προσαπτόταν χθες ότι εκμεταλλεύονταν καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση τους ή ότι συνεννοούνταν για τις τιμές– να επανεξετάσουν την τιμολόγησή τους. Οι τιμές των πτήσεων μειώθηκαν επομένως ουσιωδώς, καθιστώντας έτσι δυνατό σε καταναλωτές, που δεν είχαν μέχρι τότε τα μέσα, να ταξιδεύουν αεροπορικώς. Η ελευθέρωση αυτή κατέστησε επομένως δυνατή την ικανοποίηση των αναγκών μιας πελατείας που εμποδιζόταν λόγω περιορισμένης αγοραστικής δυνάμεως. Οι εταιρίες «low cost» ήρθαν σε επαφή με το κοινό τους και οι παραδοσιακοί επιχειρηματίες εντάσσουν, επί του παρόντος, τις δραστηριότητες τους σε πλαίσια προσεγγίζοντα το «low cost», όπως η Air France SA που διεύρυνε τη θυγατρική της HOP! και η Deutsche Lufthansa AG την Germanwings.

29.

Επομένως, η απορρύθμιση αυτού του τομέα είχε βεβαίως ως αποτέλεσμα ορισμένες υπερβολικές αντιδράσεις εκ μέρους των παραδοσιακών αερομεταφορέων και των εταιριών «low cost», όπως μας το αποδεικνύουν επαρκώς οι καταδίκες της easyJet Airline Co. Ltd, της Ryanair Ltd, της Brussels Airlines ή ακόμη και της Air France SA. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, προκαλώντας αύξηση του ανταγωνισμού και ανοίγοντας την αγορά σε νέους επιχειρηματίες, αυτή η ελευθέρωση της αγοράς είχε τελικώς ως αποτέλεσμα πολυάριθμα πλεονεκτήματα προς άμεσο όφελος του καταναλωτή μέσω αισθητής μειώσεως των τιμών.

30.

Επομένως, όσον αφορά την τιμολόγηση των υπηρεσιών αερομεταφορών και ειδικότερα τη σχετική με την παράδοση των αποσκευών προς μεταφορά, δεν πρέπει οι σχετικές με το πρόβλημα συζητήσεις να μας παραπλανήσουν. Μολονότι είναι απολύτως θεμιτή η βούληση αναδιαρθρώσεως των εμπορικών πρακτικών των αερομεταφορέων, γεγονός παραμένει ότι ο κανονισμός 1008/2008 αποσκοπεί στην απελευθέρωση του τομέα μέσω της αναγνωρίσεως ελευθερίας τιμολογήσεως σε αυτούς τους μεταφορείς. Στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα επομένως είναι να εξακριβωθεί αν η χρέωση λόγω προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως για την παράδοση μιας αποσκευής προς μεταφορά περιλαμβάνεται σ’ αυτή την ελευθερία ή αν πρόκειται στην πραγματικότητα για μια αθέμιτη πρακτική που θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των γενικών και ειδικών διατάξεων που προβλέπει η σχετική με την προστασία του καταναλωτή νομοθεσία. Παρά ταύτα, σε καμία περίπτωση, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να καταλήξει στην επαναφορά μιας ρυθμίσεως που ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε πρόνοια να εξαλείψει, εκτός αν υπάρχει πρόθεση υποκαταστάσεώς του.

31.

Στην παρούσα υπόθεση, εκτιμώ ότι αυτή η προαιρετική χρέωση εντάσσεται στο πλαίσιο της ελευθερίας τιμολογήσεως που αναγνωρίζει ο νομοθέτης της Ένωσης με το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008.

B– Η κατά την αντίληψή μου ερμηνεία του ρυθμιστικού πλαισίου

32.

Για να συναχθεί αυτό το συμπέρασμα, πρέπει να γίνει χρήση των κλασικών ερμηνευτικών μεθόδων, στις οποίες περιλαμβάνεται η τελολογική ερμηνεία. Πράγματι, όπως θα εξηγήσω, οι όροι που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης της Ένωσης στα άρθρα 2, σημείο 18, και 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 είναι εξαιρετικά ευρείς, καταλήγοντας να είναι ασαφείς.

33.

Είναι απολύτως πρόδηλο ότι το σύστημα που θεσπίσθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού 1008/2008 σκοπεί στην ελευθέρωση της αγοράς στον τομέα των αερομεταφορών. Η τάση αυτή εγκαινιάσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2409/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, για τους ναύλους και τα κόμιστρα των αεροπορικών γραμμών ( 11 ), και είχε ως σκοπό, μέσω του ανοίγματος της αγοράς στον ανταγωνισμό, τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση της προσφοράς, καθώς και την χαμηλότερη τιμολόγηση προς όφελος των καταναλωτών.

34.

Προς τον σκοπό αυτόν, ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνώρισε στους αερομεταφορείς πλήρη ελευθερία τιμολογήσεως για τους «ναύλους» ( 12 ). Κατά συνέπεια, περιόρισε την πλήρη κυριαρχία που ασκούσαν έως τότε τα κράτη μέλη σ’ αυτόν τον τομέα, αντικαθιστώντας την εξουσία εγκρίσεως των ναύλων που διέθεταν αυτά τα κράτη με το μέτρο της απλής προηγούμενης κοινοποιήσεως και περιορίζοντας τις παρεμβάσεις τους στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα επίπεδα των ναύλων ήταν είτε υπερβολικώς υψηλά, οπότε επιβαρύνονταν αδικαιολογήτως οι χρήστες, είτε εμφάνιζαν συνεχή πτωτική τάση, ώστε να ανασταλεί αυτή η τάση. Κατόπιν αυτής της διευκρινίσεως, με εξαίρεση αυτές τις δύο κατηγορίες τιμών, νομίζω ότι η ελευθερία της οποίας απολαύουν οι αερομεταφορείς, όσον αφορά την τιμολόγηση των υπηρεσιών τους, είναι πλήρης.

35.

Ο κανονισμός 1008/2008 έχει επίσης ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο του 1, παράγραφος 1, η τιμολόγηση των ενδοκοινοτικών αεροπορικών δρομολογίων να γίνεται βάσει των διατάξεών του.

36.

Στο άρθρο 22, παράγραφος 1, αυτού του κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης επιβεβαιώνει εκ νέου την ελευθερία τιμολογήσεως για τους «αεροπορικούς ναύλους». Ακολουθεί έτσι την τάση απορρυθμίσεως αυτού του τομέα, περιορίζοντας περαιτέρω το πεδίο παρεμβάσεως των κρατών μελών, εφόσον καταργούνται τα μέτρα που αφορούν την προηγούμενη κοινοποίηση των ναύλων, καθώς και οι ρήτρες διασφαλίσεως που μνημονεύθηκαν ανωτέρω

37.

Με το άρθρο 23 του εν λόγω κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης εισάγει ειδικές διατάξεις για την προστασία του καταναλωτή έναντι καταχρηστικών ή απατηλών πρακτικών των μεταφορέων. Επομένως, όπως θα εξηγήσω, η ελευθερία αυτή συνοδεύεται από μια υποχρέωση σαφήνειας ως προς τις λεπτομέρειες των παρεχομένων υπηρεσιών, ώστε το επίπεδο των ναύλων να μπορεί να εκτιμάται επακριβώς από τον χρήστη στο πλαίσιο της εντάξεως των ναύλων στον ανταγωνισμό. Τούτο βέβαια επιτυγχάνεται με την εισαγωγή, αφεύκτως, ενός στοιχείου πολυπλοκότητας, ως συνέπεια, κατά την άποψή μου, του συστήματος που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι τη διαφοροποίηση των προσφορών και, κατά συνέπεια, την πολλαπλότητα υπηρεσιών προσαρμοσμένων στην αγοραστική δύναμη του χρήστη.

38.

Εξετάζω, τώρα, λεπτομερώς κάθε μία από τις αρχές, στις οποίες στηρίζεται η τιμολόγηση των υπηρεσιών αερομεταφορών.

1. Η αρχή της ελευθερίας τιμολογήσεως

39.

Όπως προανέφερα, ο νομοθέτης της Ένωσης επιβεβαιώνει την ελευθερία τιμολογήσεως των «αεροπορικών ναύλων». Πριν εξετασθεί λεπτομερέστερα το περιεχόμενο αυτής της αρχής, ενδείκνυται να γίνουν οι ακόλουθες δύο παρατηρήσεις.

40.

Πρώτον ο νομοθέτης της Ένωσης δεν δίνει ορισμό της έννοιας του ναύλου. Παρά ταύτα, στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων, θα στηριχθώ στην προκείμενη ότι με τον όρο αυτό νοείται ο ναύλος μιας μεταφοράς, στην κράτηση της οποίας προβαίνει ο ταξιδιώτης για δεδομένες διαδρομές, πτήσεις, ημερομηνίες και ενδεχομένως, σε μια κατηγορία κρατήσεων.

41.

Δεύτερον, πρέπει να τονισθεί ότι η ελευθερία τιμολογήσεως δεν έχει εφαρμογή έναντι των ναύλων που εφαρμόζονται στις υπηρεσίες αερομεταφορών οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο μιας υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, αυτό δε σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008. Η ελευθερία αυτή δεν έχει εφαρμογή ούτε έναντι των ποσών που επιβάλλονται από τη δημόσια εξουσία ή από τους διαχειριστές των αερολιμένων, δηλαδή σε σχέση με τους φόρους, τις επιβαρύνσεις αερολιμένα, καθώς και των συνδεομένων με την ασφάλεια και τα καύσιμα προσαυξήσεων ή των τελών που, ως εκ της φύσεώς τους, δεν μπορούν να εξαρτώνται από την ελεύθερη εκτίμηση των επιχειρηματιών και που αποτελούν ειδικά και χωριστά αντικείμενο ρυθμίσεως του νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008.

42.

Κατόπιν αυτής της διευκρινίσεως, με εξαίρεση αυτές τις δύο κατηγορίες τιμών, νομίζω ότι η ελευθερία της οποίας απολαύουν οι αερομεταφορείς, όσον αφορά την τιμολόγηση των υπηρεσιών τους, είναι πλήρης.

43.

Πρώτον, ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα ευρεία έκφραση για να ορίσει το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της ελευθερίας.

44.

Στην απόδοση του κανονισμού 1008/2008 στη γαλλική γλώσσα, η ελευθερία τιμολογήσεως πρέπει να ασκείται σε σχέση με «tarifs des passagers», έννοια που, καθεαυτή, έχει πολύ ευρύ σημασιολογικό περιεχόμενο. Στις αποδόσεις του κανονισμού στη γερμανική και στην αγγλική γλώσσα, ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποιεί μια ακόμη ευρύτερη έκφραση, εφόσον κάνει χρήση, αντιστοίχως, των όρων «flugpreise» και «air fares», που αφορούν «tarifs aériens». Επιπλέον, στην απόδοση του κανονισμού στην ισπανική γλώσσα, αυτό φθάνει μέχρι της χρησιμοποιήσεως του όρου «tarifas […] de los servicios aéreos».

45.

Εξάλλου, οι «tarifs des passagers» ή περισσότερο οι «tarifs aériens» ορίζονται, ομοιόμορφα και όποιες κι αν είναι οι γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 1008/2008, στο άρθρο 2, σημείο 18, αυτού ως αναφερόμενοι στις «τιμές [...] που πρέπει να καταβάλλονται στους αερομεταφορείς [...] για την αεροπορική μεταφορά επιβατών, και όλοι οι όροι υπό τους οποίους ισχύουν οι εν λόγω τιμές, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και των όρων που παρέχονται στα πρακτορεία και άλλες βοηθητικές υπηρεσίες.» ( 13 )

46.

Ο όρος «τιμές […] που πρέπει να καταβάλλονται […] για τη μεταφορά των επιβατών», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 18, αυτού του κανονισμού, μπορεί όμως να καλύπτει το συνολικό καθαρό κόστος που προκύπτει από την εκτέλεση της υπηρεσίας μεταφοράς, από της κρατήσεως στην οποία προβαίνει ο ταξιδιώτης έως την παράδοση των αποσκευών του στον κυλιόμενο ιμάντα αποσκευών. Η εκτέλεση μιας συμβάσεως αερομεταφοράς συνεπάγεται, πράγματι, πολυάριθμες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγω την παράδοση των αποσκευών προς μεταφορά, την επιβίβαση και την υποδοχή των επιβατών στο αεροπλάνο, τη μεταφορά αυτών και των αποσκευών τους από τον τόπο αναχωρήσεως στον τόπο αφίξεως, αυτό δε υπό συνθήκες ασφάλειας, με φροντίδα για τους επιβάτες κατά την πτήση, την αποβίβασή τους και, τέλος, την παράδοση των αποσκευών τους. Το σύνολο αυτών των υπηρεσιών συνεπάγεται κόστος συνδεόμενο όχι μόνο με την κατά την αυστηρή έννοια του όρου μεταφορά του επιβάτη, αλλά και με τη διεκπεραίωση της κρατήσεώς του, την έκδοση του αεροπορικού του εισιτηρίου, τη χρησιμοποίηση και τη φροντίδα του αεροσκάφους και των υποδομών του αερολιμένα, καθώς και τη μέριμνα για τις αποσκευές. Προϋποθέτουν επίσης, για την καλή εκτέλεση της συμβάσεως αερομεταφοράς, την παρεμβολή διαφόρων επαγγελματιών, όπως των εμπορικών πρακτόρων, του πληρώματος και του προσωπικού εδάφους, των μηχανικών και άλλων προσώπων επιφορτισμένων με εργασίες σχετικές με τη αερομεταφορά.

47.

Εξάλλου, το αντικείμενο της ρυθμίσεως του νομοθέτη της Ένωσης δεν περιορίζεται στις «τιμές [...] που πρέπει να καταβάλλονται [...] για την […] μεταφορά επιβατών». Πράγματι, αντικείμενο της ρυθμίσεώς του είναι ρητώς οι τιμές που συνδέονται με τις «αμοιβ[ές] [των πρακτορεί[ων] και άλλ[ων] βοηθητικών] υπηρεσ[ιών]», πράγμα που βαίνει επομένως πολύ πέραν του κόστους που συνδέεται ευθέως με την εκτέλεση της κατά την αυστηρή έννοια του όρου αερομεταφοράς. Συναφώς, δεν νομίζω ότι ο όρος «βοηθητικές υπηρεσίες», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 18, του κανονισμού 1008/2008 συνδέεται κατ’ ανάγκη με τις υπηρεσίες που προσφέρουν τα πρακτορεία. Ο όρος αυτός μπορεί, κατά συνέπεια να περιλαμβάνει πληθώρα υπηρεσιών.

48.

Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη αυτών των στοιχείων, εκτιμώ ότι η έννοια των αεροπορικών ναύλων καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εμπορικών υπηρεσιών, είτε πρόκειται για υποχρεωτικές ή αναγκαίες υπηρεσίες χάριν της μεταφοράς των επιβατών είτε πρόκειται για πιο βοηθητικές υπηρεσίες, που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως ( 14 ).

49.

Όσον αφορά την τιμολόγηση που συνδέεται με την παράδοση μιας αποσκευής προς μεταφορά, δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, καμία αμφιβολία ότι αυτή υπάγεται σ’ αυτή την έννοια, εντασσόμενη, κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της ελευθερίας τιμολογήσεως που αναγνωρίζεται με το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008. Ας υπενθυμίσω, πράγματι, ότι η παράδοση μιας αποσκευής προς μεταφορά συνιστά υπηρεσία εμπορικής φύσεως που συνεπάγεται κόστος για τον αερομεταφορέα, εφόσον προϋποθέτει δαπάνες διεκπεραιώσεως, διαλογής, αποθηκεύσεως, παραδόσεως, μάλιστα δε φυλάξεως των αποσκευών.

50.

Δεύτερον, η ελευθερία τιμολογήσεως που αναγνωρίζεται στους αερομεταφορείς εκτείνεται επίσης στους τρόπους εφαρμογής των αεροπορικών ναύλων. Υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των κανόνων που θέτει το άρθρο 23 του κανονισμού 1008/2008 ως προς την πληροφόρηση του καταναλωτή, οι αερομεταφορείς είναι επομένως ελεύθεροι να καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους εφαρμόζουν τους ναύλους τους. Με άλλα λόγια, και με εξαίρεση τις αερογραμμές που συνιστούν αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, οι αερομεταφορείς αυτοί είναι ελεύθεροι να καθορίζουν το φάσμα των υπηρεσιών που προτίθενται να συμπεριλάβουν στο πλαίσιο των συμβάσεών τους μεταφοράς και να αποφασίζουν με ποιον τρόπο προτίθενται να τις τιμολογούν, χωρίς τα κράτη να έχουν ευχέρεια επιβλέψεως εν προκειμένω. Όπως τονίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις προτάσεις της, τα κράτη μέλη δεν έχουν, κατά το γράμμα αυτού του κανονισμού, την εξουσία να απαριθμούν λεπτομερώς τους εφαρμοστέους στο αεροπορικό εισιτήριο όρους που έχουν σχέση με τους ναύλους, ούτε να καθορίζουν συγκεκριμένα ποιες υπηρεσίες πρέπει να περιλαμβάνονται σ’ αυτό ( 15 ). Μέσω αυτού ακριβώς του κανόνα σχεδιάζονται τα διάφορα εμπορικά πρότυπα και οι διάφορες ανταγωνιστικές στρατηγικές των αεροπορικών εταιριών, οι οποίες και μπορούν να αποφασίζουν να διαφοροποιούν και να κατηγοριοποιούν τις προσφορές τους.

51.

Επομένως, οσάκις πρόκειται για την τιμολόγηση που αφορά μια παραδιδόμενη αποσκευή και στον βαθμό που η υπηρεσία αυτή δεν επιβάλλεται από τις προδιαγραφές ασφαλείας, όπως μπορεί να συμβαίνει με τη διαθεσιμότητα μιας θέσεως, οι αερομεταφορείς θα έχουν την επιλογή.

52.

Μπορούν να προβούν στην επιλογή να συμπεριλάβουν το κόστος αυτής της υπηρεσίας στον βασικό ναύλο του αεροπορικού εισιτηρίου, όπως το πράττει η πλειονότητα των επιχειρηματιών που επιθυμούν να στηριχθούν περισσότερο στην ποιότητα της υπηρεσίας τους και να τη βελτιώσουν, λαμβανομένου υπόψη του ανταγωνισμού των «low cost».

53.

Οι αερομεταφορείς μπορούν επίσης να αποφασίσουν να μειώσουν το κόστος που συνδέεται με τη διεκπεραίωση, τη διαλογή, τη μεταφορά και την παράδοση της αποσκευής, εξαλείφοντας αυτή την υπηρεσία από τη βασική προσφορά και προσφέροντάς την βάσει μιας προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως. Μια τέτοια πρακτική καθιστά δυνατή την προσφορά μιας πτήσεως με ναύλους πιο ευνοϊκούς από αυτούς άλλων εταιριών και εντάσσεται στο πλαίσιο της εμπορικής λογικής, στην οποία αναφέρεται ο κανονισμός 1008/2008, παρέχοντας τη δυνατότητα εξασφαλίσεως ναύλου ανάλογου προς τις υπηρεσίες που ζητεί ο χρήστης.

54.

Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί προδήλως να ισχύει ως προς τις χειραποσκευές (ή τις αποσκευές στην καμπίνα του αεροσκάφους), καθόσον ο μεταφορέας οφείλει να εξασφαλίζει τη δωρεάν παροχή υπηρεσίας ως προς αυτές τις αποσκευές, τούτο δε για δύο λόγους. Αφενός, αντιθέτως με ότι συμβαίνει για τις παραδιδόμενες αποσκευές, η χειραποσκευή είναι της αποκλειστικής ευθύνης του επιβάτη. Εξάλλου, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των υπηρεσιών εμπορικής φύσεως που παρέχει ο αερομεταφορέας και στις οποίες αναφέρεται ο κανονισμός 1008/2008, διότι δεν συνεπάγεται κανένα κόστος για την παράδοσή της, την επισήμανσή της και την αποθήκευσή της, σε αντίθεση προς μια παραδιδόμενη προς μεταφορά αποσκευή.

55.

Εξάλλου, το γεγονός ότι μπορεί ο επιβάτης να έχει μαζί του και υπό την προσωπική του φύλαξη τα αντικείμενα που θεωρεί ως τα πιο πολύτιμα και τα πιο απαραίτητα συνδέεται με την αξιοπρέπεια του ίδιου του προσώπου, όπως το αναγνωρίζει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο στην απόφασή του περί παραπομπής. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσα, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να δεχθώ, έστω και για το μέλλον, την αρχή της τιμολογήσεως της αποσκευής που έχει μαζί του ο επιβάτης στην καμπίνα αεροσκάφους.

56.

Επομένως, λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, νομίζω ότι το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 δεν εμποδίζει μια αεροπορική εταιρία όπως η Vueling να χρεώνει την παράδοση των αποσκευών των επιβατών προς μεταφορά μέσω μιας προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως.

57.

Αν το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει αυτή την ερμηνεία και κρίνει ότι η παράδοση αποσκευών προς μεταφορά έχει τον χαρακτήρα υποχρεωτικής υπηρεσίας, της οποίας το κόστος περιλαμβάνεται στη βασική τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου, θα είναι τότε αναγκαίο να καθορισθεί γενικώς το περιεχόμενο αυτής της παροχής. Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ορίσει, για τα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μέγεθος και το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος της αποσκευής, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους ασφαλείας που συνδέονται με τον εκάστοτε τύπο του αεροσκάφους. Είναι όμως σαφές ότι μια τέτοια απόφαση για τον ορισμό των τεχνικών κανόνων που έχουν σχέση με την παράδοση αποσκευών προς μεταφορά θα υπερέβαινε το πλαίσιο των εξουσιών του καθώς και τα όρια του θεσμικού του ρόλου.

58.

Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν κατά τη γνώμη μου ελάχιστα συμβατή με τις απαιτήσεις που αφορούν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και την προστασία του καταναλωτή, που αποτελούν τη βάση στην οποία στηρίζεται ο κανονισμός 1008/2008. Αφενός, οποιοδήποτε περιεχόμενο και αν είχε ο σχετικός ορισμός, μια τέτοια ερμηνεία θα είχε ως κατάληξη περιορισμό του ανταγωνισμού όσον αφορά μια υπηρεσία εμπορικής φύσεως, πράγμα που, προφανώς, θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα αυτού του κανονισμού. Αφετέρου, αυτό θα εμπόδιζε τη διαμόρφωση μιας τιμολογήσεως κατ’ αναλογία προς τις υπηρεσίες που ζητεί ο χρήστης, οπότε ο επιβάτης που ταξιδεύει μόνο με τη χειραποσκευή του θα υφίστατο το κόστος που συνδέεται με την παράδοση προς μεταφορά της αποσκευής του συνταξιδιώτη του, πράγμα που νομίζω ότι έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της προστασίας του καταναλωτή.

2. Η προστασία των δικαιωμάτων του καταναλωτή

59.

Ο νομοθέτης της Ένωσης συνδύασε την ελευθερία τιμολογήσεως που αναγνωρίζεται στους αερομεταφορείς με την αναγκαία τήρηση των όρων που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων του καταναλωτή, όπως αυτοί διατυπώνονται στο άρθρο 23 του κανονισμού 1008/2008.

60.

Υπό τον τίτλο «Πληροφόρηση και μη διακριτική μεταχείριση», το άρθρο 23 του κανονισμού 1008/2008 διευκρινίζει, στην παράγραφο 1 αυτού, τα εξής:

«Οι αεροπορικοί ναύλοι […] περιλαμβάνουν τους εφαρμοστέους όρους όταν προσφέρονται ή δημοσιεύονται σε οιαδήποτε μορφή, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου[,] για υπηρεσίες αερομεταφορών, από αερολιμένα ευρισκόμενο στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη. Το καταβλητέο τελικό αντίτιμο σημειώνεται πάντοτε και περιλαμβάνει τον ισχύοντα αεροπορικό ναύλο […] καθώς και όλους τους εφαρμοστέους φόρους, επιβαρύνσεις, προσαυξήσεις και τέλη που είναι αναπόφευκτα και προβλέψιμα κατά τη στιγμή της δημοσίευσης. Πέραν του τελικού αντιτίμου επισημαίνονται τουλάχιστον:

α)

ο αεροπορικός ναύλος [...],

β)

οι φόροι,

γ)

τα τέλη αερολιμένος και

δ)

λοιπές επιβαρύνσεις, προσαυξήσεις ή τέλη, όπως αυτά που αφορούν την προστασία από έκνομες ενέργειες ή τα καύσιμα,

όταν τα σημεία στα οποία αναφέρονται στα σημεία β), γ) και δ) έχουν προστεθεί στον αεροπορικό ναύλο [...]. Οι προαιρετικές επιπρόσθετες τιμολογήσεις γνωστοποιούνται σαφώς, διαφανώς και δίχως ασάφειες στην αρχή οιασδήποτε διαδικασίας κράτησης θέσεων και η αποδοχή τους από τον επιβάτη γίνεται με ενεργητική συναίνεση.»

61.

Η διάταξη αυτή που αφορά την τιμολόγηση των υπηρεσιών αερομεταφορών συνιστά lex specialis σε σχέση με τους γενικούς κανόνες που προβλέπονται στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 16 ), και της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 17 ). Ο σκοπός της έγκειται στην εξασφάλιση όσο το δυνατόν μεγαλύτερης διαφάνειας στην τιμολόγηση που εφαρμόζουν οι αερομεταφορείς, προκειμένου να διασφαλισθεί μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή έναντι απατηλών ή καταχρηστικών πρακτικών, που συχνότατα καταγγέλλονται από τους ταξιδιώτες.

62.

Πράγματι, είναι περιττό να διευκρινισθεί ότι ο ναύλος είναι το κριτήριο που καθορίζει την επιλογή του αερομεταφορέα από τους επιβάτες. Υφίσταται όμως σημαντική διαφορά μεταξύ του βασικού ναύλου του αεροπορικού εισιτηρίου και του συνολικού τιμήματος που καταβάλλει ο επιβάτης μετά την κράτησή του, λόγω του σημαντικού κόστους των άλλων συνισταμένων, ιδίως δε των φόρων, των τελών και των άλλων προαιρετικών προσαυξήσεων.

63.

Εξάλλου, οι εμπορικές πρακτικές, αλλά και οι διάφορες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις αεροπορικές εταιρίες επέφεραν διόγκωση των στοιχείων που συνθέτουν την τιμή των εισιτηρίων των επιβατών, πράγμα που δεν ευθυγραμμίζεται με τη διαφάνεια των τιμολογιακών κλιμάκων.

64.

Τέλος, ορισμένες από αυτές τις δαπάνες αποκρύπτονται, για λόγους μάρκετινγκ, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την αναγκαιότητα να γνωστοποιούνται οι εφαρμοζόμενες τιμές με διαφανή τρόπο.

65.

Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης προβαίνει με το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 σε σαφή διάκριση μεταξύ, αφενός, του αεροπορικού ναύλου, των τελών και των άλλων ειδών επιβαρύνσεων, στοιχεία αναπόφευκτα και προβλέψιμα κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως, και, αφετέρου, των προαιρετικών επιπρόσθετων τιμολογήσεων.

66.

Όσον αφορά τους αεροπορικούς ναύλους, τα τέλη και τα άλλα είδη επιβαρύνσεων, ο αερομεταφορέας οφείλει να μνημονεύει τους όρους εφαρμογής καθενός από αυτούς τους ναύλους, όποια κι αν είναι η μορφή υπό την οποία δημοσιεύονται.

67.

Όσον αφορά τις προαιρετικές επιπρόσθετες τιμολογήσεις, το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την προπαρατεθείσα απόφασή του com Deutschland, ότι ο αερομεταφορέας πρέπει να εξασφαλίζει ότι αυτές γνωστοποιούνται ρητώς, διαφανώς και δίχως ασάφειες στην αρχή οιασδήποτε διαδικασίας κρατήσεως θέσεων και να βεβαιώνεται ότι ο πελάτης είναι σε θέση να αποδέχεται ή να αρνείται την εν λόγω υπηρεσία με ρητή δήλωση περί αποδοχής («opt-in») ( 18 ).

68.

Επομένως, μολονότι ο αερομεταφορέας μπορεί, στο πλαίσιο της ελευθερίας τιμολογήσεως που του αναγνωρίζει το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008, να χρεώνει την παράδοση μιας αποσκευής προς μεταφορά μέσω μιας προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως, οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να τηρεί τους όρους που προβλέπονται ειδικά στο άρθρο 23, παράγραφος 1, αυτού του κανονισμού ως προς την πληροφόρηση του καταναλωτή.

69.

Πρέπει, τώρα, να εξετασθεί αν αυτές οι διατάξεις εμποδίζουν την εφαρμογή μιας εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως, όπως αυτή του άρθρου 97 του LNA. Υπενθυμίζω ότι αυτό το άρθρο ερμηνεύεται από το αιτούν δικαστήριο υπό την έννοια ότι απαγορεύει στους αερομεταφορείς να χρεώνουν την παράδοση των αποσκευών των επιβατών προς μεταφορά μέσω της προσαυξήσεως της βασικής τιμής του αεροπορικού εισιτηρίου.

70.

Ερμηνευόμενη υπ’ αυτή την έννοια, η εν λόγω νομοθεσία δεν είναι, προδήλως, συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο. Πράγματι, επαναφέρει μια κρατική ρύθμιση, την οποία όμως ο νομοθέτης της Ένωσης είχε τη βούληση να εξαλείψει με τον κανονισμό 1008/2008, μέσω της καταργήσεως των ρυθμίσεων και ελευθερώσεως αυτού του τομέα. Όπως εξέθεσα ανωτέρω, τα κράτη μέλη, με εξαίρεση τις αερογραμμές που συνιστούν αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, δεν έχουν πλέον ευχέρεια επιβλέψεως ως προς τα επίπεδα των τιμών που καθορίζουν οι αερομεταφορείς, τους εφαρμοστέους όρους που έχουν σχέση με τους ναύλους και τη φύση των υπηρεσιών που μπορούν να περιλαμβάνονται στη βασική τιμή του αεροπορικού εισιτηρίου.

71.

Επιπλέον, μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση κλονίζει την εναρμόνιση στην οποία αποσκοπεί ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας «κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα» ( 19 ), σύμφωνα με τον τίτλο του κανονισμού 1008/2008. Πράγματι, από τις αιτιολογικές σκέψεις 2, 5, 16 και 18 αυτού του κανονισμού προκύπτει ότι επιδίωξή του είναι μια πιο αποτελεσματική, συνεκτική και ομοιογενής εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης περί εσωτερικής αγοράς αερομεταφορών, προκειμένου, αφενός, να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού που προέρχεται από τη διαφορετική εφαρμογή των κανόνων σε εθνικό επίπεδο και, αφετέρου, να μπορούν οι καταναλωτές να συγκρίνουν αποτελεσματικά την τιμή των αεροπορικών γραμμών. Στον βαθμό που οι αερομεταφορές είναι, εκ φύσεως, μια διεθνής αγορά, στην οποία ενεργούν αεροπορικές εταιρίες του ίδιου μεγέθους μέσω τρόπων κρατήσεως που ουδόλως έχουν σήμερα σύνορα, είναι απαραίτητο, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών του νομοθέτη της Ένωσης, η δραστηριότητα αυτών των εταιριών να διέπεται όντως από κοινούς κανόνες στο σύνολο των κρατών μελών της Ένωσης. Μια τέτοια όμως ρύθμιση έρχεται προφανώς σε αντίθεση προς αυτούς τους σκοπούς.

72.

Κατά συνέπεια, και κατόπιν όλων αυτών των σκέψεων, εκτιμώ ότι η εξαγγελλόμενη στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 αρχή της ελευθερίας τιμολογήσεως έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας, όπως της επίμαχης στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει στους αερομεταφορείς να χρεώνουν, μέσω προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως, την παράδοση των αποσκευών του επιβάτη προς μεταφορά.

73.

Θεωρώ, παρά ταύτα, ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να βεβαιώνονται ότι οι αερομεταφορείς, κατά την τιμολόγηση μιας τέτοιας παροχής, τηρούν τους όρους που τους επιβάλλονται λόγω της προστασίας των κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, αυτού του κανονισμού δικαιωμάτων του καταναλωτή, γνωστοποιώντας ρητώς, διαφανώς και δίχως ασάφειες, αυτό δε στην αρχή της διαδικασίας κρατήσεως θέσεως από τον πελάτη, τις λεπτομέρειες τιμολογήσεως που συνδέονται με την παράδοση των αποσκευών προς μεταφορά και παρέχοντας σ’ αυτόν τον πελάτη τη δυνατότητα να αποδέχεται ή να αρνείται την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας με ρητή δήλωσή του.

74.

Επομένως, στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν η Vueling τήρησε τους εν λόγω όρους έναντι της Arias Villegas.

II – Πρόταση

75.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα του Juzgado de lo Contencioso-Administrativo no 1 de Ourense ως εξής:

Η εξαγγελλόμενη στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα, αρχή της ελευθερίας τιμολογήσεως έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει στους αερομεταφορείς να χρεώνουν, μέσω προαιρετικής επιπρόσθετης τιμολογήσεως, την παράδοση των αποσκευών του επιβάτη προς μεταφορά.

Παρά ταύτα, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να βεβαιώνονται ότι οι αερομεταφορείς, κατά την τιμολόγηση μιας τέτοιας παροχής, τηρούν τους όρους που τους επιβάλλονται λόγω της προστασίας των κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού 1008/2008 δικαιωμάτων του καταναλωτή, γνωστοποιώντας ρητώς, διαφανώς και δίχως ασάφειες, αυτό δε στην αρχή της διαδικασίας κρατήσεως θέσεως από τον πελάτη, τις λεπτομέρειες τιμολογήσεως που συνδέονται με την παράδοση των αποσκευών προς μεταφορά και παρέχοντας σ’ αυτόν τον πελάτη τη δυνατότητα να αποδέχεται ή να αρνείται την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας με ρητή δήλωσή του.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα (ΕΕ L 293, σ. 3).

( 3 ) Δεν υπάρχει στο πλαίσιο του κανονισμού 1008/2008 ορισμός της έννοιας των παραδιδόμενων προς μεταφορά αποσκευών. Στις παρούσες προτάσεις, λαμβάνω κατ’ αρχήν ως βάση ότι η έννοια αυτή αφορά τα προσωπικά είδη που συνοδεύουν τον επιβάτη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, των οποίων τη φύλαξη αναλαμβάνει ο μεταφορέας και για τα οποία παραδίδει ένα αναγνωριστικό απόκομμα αποσκευών, σε αντίθεση προς τις αποσκευές στην καμπίνα του αεροσκάφους, που παραμένουν υπό τη φύλαξη του ταξιδιώτη.

( 4 ) BOE αριθ. 176, της 23ης Ιουλίου 1960, σ. 10291. Άρθρο όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2011 της 4ης Μαρτίου 2011 (BOE αριθ. 55, της 5ης Μαρτίου 2011, σ. 24995, στο εξής: LNA).

( 5 ) Κείμενο που κυρώθηκε με το βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2007 (Real Decreto Legislativo 1/2007), της 16ης Νοεμβρίου 2007 (BOE αριθ. 287, της 30ής Νοεμβρίου 2007, σ. 49181).

( 6 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το οικονομικό πρότυπο δεν αγγίζει μόνο τον τομέα των αεροπορικών μεταφορών. Έτσι, στον ξενοδοχειακό τομέα, η αλυσίδα Formule 1 επικεντρώνεται στη βασική ανάγκη του πελάτη –δηλαδή του ύπνου σε χαμηλότερη τιμή– και περιορίζει την εξυπηρέτηση στην πιο απλή μορφή της, αφού δεν προσφέρεται, γενικώς, καμία άλλη παρεπόμενη υπηρεσία, όπως η παροχή γεύματος ή η νυχτερινή υποδοχή, οι δε συνήθως προσφερόμενες υπηρεσίες, όπως η τηλεόραση, παρέχονται κατ’ επιλογή αντί πληρωμής. Στον τομέα της διανομής, ορισμένοι διακριτικοί τίτλοι ειδών διατροφής, όπως οι Leader Price, Lidl ή ακόμη Ed, δημιουργούν όλο και περισσότερα καταστήματα με όσο το δυνατόν πιο απλοποιημένη προσφορά ειδών στο ράφι και περιορισμένη επιλογή βασικών προϊόντων. Στον τομέα του αυτοκινήτου, τα μελλοντικά ultra low cost οχήματα της Renault-Nissan, όπως αυτά της σειράς Logan του σήματος Dacia, θα σχεδιασθούν προφανώς με πνεύμα όσο το δυνατόν πιο απλοποιημένης μορφής, όπου δεν θα απομένει παρά αυτό που κρίνεται ουσιώδες για τον αυτοκινητιστή και/ή υποχρεωτικό υπό την έννοια των ευρωπαϊκών προδιαγραφών.

( 7 ) Διαπίστωσα ότι τα εμφαινόμενα κάτω από καθένα από αυτούς τους ναύλους σύμβολα μπορούν να μεταβάλλονται ανάλογα με την ημέρα κρατήσεως, εξακολουθώντας πάντως να περιλαμβάνονται στον σχετικό ναύλο.

( 8 ) Σημεία 4 έως 9 των εν λόγω παρατηρήσεων.

( 9 ) Φράση του Kelleher, προέδρου-γενικού διευθυντή της Southwest Airlines, της πρώτης αμερικανικής αεροπορικής εταιρίας «low cost».

( 10 ) Δυνατότητα αυξήσεως της τιμής του εισιτηρίου μετά την κράτηση, απαλλαγή από κάθε ευθύνη, άρνηση επιστροφής χρημάτων σε περίπτωση ανωτέρας βίας, μη αποζημίωση σε περίπτωση ακυρώσεως λόγω τεχνικών προβλημάτων, άρνηση επιβιβάσεως, χρέωση τελών αερολιμένα, διάφορα και ποικίλα έξοδα διαχειρίσεως, επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κ.λπ.

( 11 ) ΕΕ L 240, σ. 15.

( 12 ) Βλ. το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2409/92. Οι αεροπορικοί ναύλοι ορίζονται, στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, αυτού του κανονισμού ως τα ποσά που πρέπει να καταβάλλουν οι επιβάτες «για την αεροπορική μεταφορά των ιδίων και των αποσκευών τους καθώς και οι οποιεσδήποτε προϋποθέσεις υπό τις οποίες ισχύουν τα εν λόγω ποσά, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και των όρων που παρέχονται στα πρακτορεία και σε άλλες βοηθητικές υπηρεσίες».

( 13 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 14 ) Το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφασή του της 19ης Ιουλίου 2012, C‑112/11, ebookers.com Deutschland, ότι οι προαιρετικές επιπρόσθετες τιμολογήσεις «αφορούν υπηρεσίες οι οποίες, ως συμπληρωματικές της καθεαυτήν αεροπορικής υπηρεσίας, δεν είναι ούτε υποχρεωτικές ούτε αναγκαίες για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων, οπότε ο πελάτης έχει την επιλογή αποδοχής ή απορρίψεώς τους» (σκέψη 14).

( 15 ) Σημείο 19 των εν λόγω παρατηρήσεων.

( 16 ) Οδηγία της 11ης Μαΐου 2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά που τροποποιεί την οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου και τις οδηγίες 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και τον κανονισμό (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) (ΕΕ L 149, σ. 22).

( 17 ) Οδηγία της 25ης Οκτωβρίου 2011 σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών που τροποποιεί την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργεί την οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και την οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304, σ. 64).

( 18 ) Σκέψη 14 αυτής της αποφάσεως.

( 19 ) Η υπογράμμιση δική μου.

Top