EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62012CC0218

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Cruz Villalón της 18ης Ιουλίου 2013.
Lokman Emrek κατά Vlado Sabranovic.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Landgericht Saarbrücken - Γερμανία.
Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 - Άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ - Διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών - Ενδεχόμενος περιορισμός της δικαιοδοσίας αυτής μόνο στις περιπτώσεις συμβάσεων που συνάπτονται εξ αποστάσεως - Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, της επαγγελματικής ή εμπορικής δραστηριότητας που κατευθύνεται, μέσω του διαδικτύου, στο κράτος μέλος της κατοικίας του καταναλωτή και, αφετέρου, της συνάψεως της συμβάσεως.
Υπόθεση C-218/12.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2013:494

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PEDRO CRUZ VILLALÓN

της 18ης Ιουλίου 2013 ( 1 )

Υπόθεση C‑218/12

Lokman Emrek

κατά

Vlado Sabranovic

[αίτηση του Landgericht Saarbrücken (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις — Κανονισμός 44/2001 — Συμβάσεις καταναλωτών — Άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ — Δραστηριότητα κατευθυνόμενη προς άλλο κράτος μέλος — Ανάγκη υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των δραστηριοτήτων του πωλητή που κατευθύνονται προς το κράτος μέλος κατοικίας του καταναλωτή — Ικανή ένδειξη — Ενιαίος αστικός χώρος»

1. 

Ακόμη και μετά τις αποφάσεις που εκδόθηκαν αρχικώς επί της υποθέσεως Pammer και Hotel Alpenhof ( 2 ) και στη συνέχεια επί της υποθέσεως Mühlleitner ( 3 ), το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 4 ), εξακολουθεί να δημιουργεί ερμηνευτικές αμφιβολίες. Ειδικότερα, τίθεται εκ νέου το ζήτημα της εκτάσεως της προϋποθέσεως για την ενεργοποίηση της ειδικής δωσιδικίας των συμβάσεων καταναλωτών, η οποία συνίσταται στο να κατευθύνει ο πωλητής τις δραστηριότητές του προς το κράτος κατοικίας του καταναλωτή. Στην περίπτωση αυτή, το Landgericht Saarbrücken ζητεί να διευκρινιστεί αν το εν λόγω κριτήριο συνδέσεως απαιτεί ως πρόσθετη σιωπηρή προϋπόθεση την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της δραστηριότητας που «κατευθύνεται» προς το κράτος κατοικίας του καταναλωτή και της αποφάσεως του τελευταίου να συνάψει τη σύμβαση.

2. 

Το Landgericht Saarbrücken ερωτά επίσης αν η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 προϋποθέτει ότι η σχετική σύμβαση έχει συναφθεί εξ αποστάσεως. Ωστόσο, στο τελευταίο αυτό ερώτημα δόθηκε απάντηση λίγους μόλις μήνες πριν την υποβολή του εξεταζόμενου προδικαστικού ερωτήματος, με την απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Mühlleitner. Κατά συνέπεια, θα ασχοληθώ αποκλειστικά με το ερώτημα που αφορά την προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας.

I – Νομικό πλαίσιο

3.

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει ειδική δωσιδικία σε υποθέσεις συμβάσεων που συνάπτονται από καταναλωτές, δυνάμει της οποίας εισάγεται εξαίρεση από τη γενική δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

«1.   Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:

[…]

γ)

σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.

[…]»

II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

4.

Ο V. Sabranovic, εναγόμενος στην κύρια δίκη, διατηρεί στην πόλη Spicheren (Γαλλία) επιχείρηση εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων υπό την επωνυμία «Vlado Automobiles Import-Export». Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην κρινομένη διαφορά, ο V. Sabranovic χρησιμοποιούσε έναν ιστότοπο στον οποίον αναφέρονταν η διεύθυνση του καταστήματός του και τα τηλέφωνα επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του σταθερού του τηλεφώνου, του αριθμού για την αποστολή τηλεομοιοτυπίας και των κινητών του τηλεφώνων. Όλοι οι αριθμοί έφεραν τον διεθνή κωδικό κλήσεως της Γαλλίας, εκτός από έναν, ο οποίος έφερε τον κωδικό της Γερμανίας.

5.

Ο L. Emrek, ενάγων στην κύρια δίκη, κατοικούσε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, στο Saarbrücken (Γερμανία). Στις 13 Σεπτεμβρίου 2010 συνήψε σύμβαση αγοραπωλησίας μεταχειρισμένου οχήματος με τον V. Sabranovic στο κατάστημα του εναγομένου, την ύπαρξη του οποίου είχε πληροφορηθεί μέσω γνωστών του και όχι από τον ως άνω ιστότοπο.

6.

Σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ο L. Emrek άσκησε αγωγή κατά του V. Sabranovic ενώπιον του Amtsgericht Saarbrücken, ζητώντας την εκπλήρωση των όρων της εγγυήσεως που προέβλεπε η σύμβαση αγοραπωλησίας του οχήματος. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την αγωγή λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας, καθώς έκρινε ότι ο V. Sabranovic δεν κατηύθυνε την επαγγελματική του δραστηριότητα προς το κράτος κατοικίας του καταναλωτή, δηλαδή προς τη Γερμανία, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001.

7.

Κατά της αποφάσεως του Amtsgericht Saarbrücken ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Landgericht Saarbrücken, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

III – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

8.

Στις 10 Μαΐου 2012 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου η αίτηση του Landgericht Saarbrücken για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποβλήθηκαν τα ακόλουθα ερωτήματα:

«1.

Περιέχει το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, στις περιπτώσεις στις οποίες ο ιστότοπος ενός εμπόρου στο Διαδίκτυο κατευθύνει, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, τις δραστηριότητες αυτού προς το κράτος μέλος του καταναλωτή, την πρόσθετη σιωπηρή προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής πρέπει να παρακινήθηκε από τον ιστότοπο του εμπόρου για να συνάψει σύμβαση με αυτόν, δηλαδή ότι πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του ιστοτόπου και της συνάψεως της συμβάσεως;

2.

Στην περίπτωση κατά την οποία πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, του γεγονότος ότι ο έμπορος κατευθύνει τις δραστηριότητές του προς το οικείο κράτος μέλος και, αφετέρου, της συνάψεως της συμβάσεως, απαιτεί επιπλέον το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 να συνάπτεται η σχετική σύμβαση εξ αποστάσεως;»

9.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, οι Κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου του Βελγίου και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

10.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Απριλίου 2013, εξέθεσαν προφορικώς τις απόψεις τους ο εκπρόσωπος του L. Emrek, οι εκπρόσωποι του Βασιλείου του Βελγίου και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

IV – Προκαταρκτική παρατήρηση σχετικά με το αντικείμενο της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας

11.

Το Landgericht Saarbrücken ερωτά αν το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει δύο σιωπηρές προϋποθέσεις προκειμένου να ενεργοποιηθεί η ειδική δωσιδικία της εν λόγω διατάξεως σε υποθέσεις συμβάσεων καταναλωτών. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητας του πωλητή που «κατευθύνει» τη δραστηριότητά του στο κράτος του καταναλωτή και της αποφάσεως του δευτέρου για σύναψη της συμβάσεως. Η δεύτερη προϋπόθεση συνίσταται στην επιπρόσθετη απαίτηση η σύμβαση να έχει συναφθεί εξ αποστάσεως.

12.

Το ζήτημα δεν έχει εξεταστεί κατά το παρελθόν από το Δικαστήριο ως προς την πρώτη προϋπόθεση (την αιτιώδη συνάφεια), έχει, όμως, εξεταστεί ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση (τη σύμβαση εξ αποστάσεως). Στις 6 Σεπτεμβρίου 2012, μόλις τέσσερις, δηλαδή, μήνες μετά την υποβολή της εξεταζόμενης αιτήσεως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητώς, με την απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως Mühlleitner, επί της προϋποθέσεως να έχει συναφθεί η σύμβαση εξ αποστάσεως. Στην περίπτωση εκείνη, επικυρώνοντας μια νομολογιακή γραμμή που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε ήδη χαραχθεί με την απόφαση Pammer και Alpenhof, το Δικαστήριο έκρινε ότι η σύναψη συμβάσεως καταναλωτών εξ αποστάσεως αποτελεί μόνον «[ένδειξη] περί της συνδέσεως της συμβάσεως» με την εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα του πωλητή ή του παρέχοντος υπηρεσία η οποία κατευθύνεται προς το κράτος της κατοικίας του καταναλωτή ( 5 ) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό «την έννοια ότι δεν απαιτεί την εξ αποστάσεως σύναψη της συμβάσεως μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία» ( 6 ).

13.

Η σαφήνεια με την οποία εκφράστηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Mühlleitner, καθώς και το γεγονός ότι το σχετικό προδικαστικό ερώτημα επικεντρωνόταν σε αίτημα διευκρινίσεως της αποφάσεως Pammer και Alpenhof όσον αφορά την προϋπόθεση της συνάψεως της συμβάσεως εξ αποστάσεως, μας επιτρέπει να περιοριστούμε εν προκειμένω στην εξέταση του μόνου νέου προδικαστικού ερωτήματος που θέτει το Landgericht Saarbrücken, του αν, δηλαδή, απαιτείται η δραστηριότητα που κατευθύνεται προς το κράτος κατοικίας του καταναλωτή να παρουσιάζει αιτιώδη συνάφεια με την απόφαση του καταναλωτή να συνάψει τη σύμβαση.

V – Ανάλυση

14.

Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα, το αν, δηλαδή, χρειάστηκε να «παρακινηθεί» ο καταναλωτής κατά τέτοιον τρόπο ώστε να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εμπορικής δραστηριότητας και της αποφάσεως για τη σύναψη της συμβάσεως, οι διάδικοι της κύριας δίκης, οι κυβερνήσεις των παρεμβαινόντων κρατών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστήριξαν αντικρουόμενες απόψεις.

15.

Αφενός, ο V. Sabranovic και η Βελγική και η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι τα γερμανικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία στην κρινομένη υπόθεση, καθώς θεωρούν ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι υπονοείται από το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001. Σε γενικές γραμμές, οι τρεις ως άνω παρεμβαίνοντες θεωρούν ότι η μη πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής ανατρέπει τον γενικό κανόνα της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου και ότι αυτό επιβαρύνει κατά τρόπο δυσανάλογο τους πωλητές και τους παρέχοντες υπηρεσίες, οι οποίοι βρίσκονται εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να εναχθούν σε οποιοδήποτε κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης απλώς και μόνον επειδή διατηρούν έναν ιστότοπο και συμβάλλονται με καταναλωτές οι οποίοι κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος. Ειδικότερα, η Βελγική και η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση επισημαίνουν τον αντίκτυπο που θα είχε μια υπερβολικά ευνοϊκή για τον καταναλωτή ερμηνεία στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκείνων των κρατών μελών που εκτίθενται σε σημαντικό βαθμό στο διασυνοριακό εμπόριο.

16.

Από την πλευρά του, ο L. Emrek, υποστηριζόμενος από τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιας προϋποθέσεως και υποστηρίζει τη δικαιοδοσία των γερμανικών δικαστηρίων. Προς στήριξη των ισχυρισμών τους, οι ανωτέρω επικαλούνται τα ενδεικτικώς απαριθμούμενα στην απόφαση Pammer και Alpenhof κριτήρια, τα οποία παρέχουν στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να κρίνει ασφαλώς αν η επίδικη δραστηριότητα κατευθύνθηκε προς το κράτος μέλος κατοικίας του καταναλωτή. Ισχυρίζονται ότι, τόσο στην ως άνω απόφαση όσο και στην απόφαση Mühlleitner, το Δικαστήριο επέμεινε, βεβαίως, στο πόσο σημαντικοί είναι οι παράγοντες αυτοί ως «ενδείξεις» του ότι η δραστηριότητα κατευθυνόταν προς το κράτος του καταναλωτή, αλλά σε καμιά περίπτωση ως προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται οπωσδήποτε. Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται, κατά την άποψή τους, στον σκοπό των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού 44/2001, καθώς και στις προπαρασκευαστικές εργασίες που προηγήθηκαν της εκδόσεώς του.

17.

Αν επικεντρωθούμε, τώρα, στη ήδη υφιστάμενη νομολογία επί του ζητήματος, επιβάλλεται εξ αρχής η επισήμανση ότι, τόσο στην απόφασή του επί της υποθέσεως Pammer και Alpenhof όσο και στην απόφαση επί της υποθέσεως Mühlleitner, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η έκφραση «κατευθύνει δραστηριότητες» προς το κράτος μέλος κατοικίας του καταναλωτή, έχει αυτοτελή χαρακτήρα και αποτελεί πρόσθετη προϋπόθεση επιπλέον των λοιπών προϋποθέσεων που περιέχονται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 ( 7 ). Από την ανάλυση του συνόλου της διατάξεως υπό το πρίσμα και των προηγούμενων διατυπώσεών της, καθώς και των προπαρασκευαστικών εργασιών για την έκδοση του κανονισμού, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μόνη συμπεριφορά που ασκεί επιρροή για την ενεργοποίηση της ειδικής δωσιδικίας των συμβάσεων καταναλωτών είναι εκείνη του πωλητή ή του παρέχοντος υπηρεσίες ( 8 ). Η συμπεριφορά του καταναλωτή, η οποία λαμβανόταν υπόψη στην παλαιότερη διατύπωση του άρθρου 13 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο έχει ήδη καταργηθεί, παραχώρησε την προτεραιότητά της στη συμπεριφορά του πωλητή ή του παρέχοντος υπηρεσία ( 9 ).

18.

Ομοίως, το Δικαστήριο απέρριψε και το ερμηνευτικό κριτήριο το οποίο στηρίζεται αποκλειστικώς στην αναζήτηση της υποκειμενικής βουλήσεως του πωλητή ( 10 ). Όπως η συμπεριφορά του καταναλωτή έτσι και η τελική πρόθεσή του πωλητή ή του παρέχοντος την υπηρεσία δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για την ενεργοποίηση της δωσιδικίας. Έτσι, το Δικαστήριο επέλεξε να διατυπώσει μια μη εξαντλητική σειρά από αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία παρέχουν ικανές ενδείξεις ώστε ο δικαστής να θεωρήσει ότι μια δραστηριότητα κατευθύνθηκε προς το κράτος μέλος κατοικίας του καταναλωτή ( 11 ).

19.

Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται η επισήμανση ότι τα κριτήρια αυτά είναι ενδεικτικά και ότι στον εθνικό δικαστή απόκειται να διακριβώσει τους σκοπούς και τα αποτελέσματα της εμπορικής πολιτικής που ακολουθεί ο πωλητής ή παρέχων την υπηρεσία ( 12 ). Το Δικαστήριο έχει απορρίψει μέχρι σήμερα την άποψη ότι οποιοδήποτε από αυτά τα κριτήρια πρέπει να θεωρείται ως προϋπόθεση ή αποφασιστικό κριτήριο. Το επιβεβαίωσε σε σχέση με τις συμβάσεις εξ αποστάσεως, οι οποίες, σύμφωνα με την απόφαση Mühlleitner, δεν αποτελούν ουσιαστική προϋπόθεση ενεργοποιήσεως της ειδικής δωσιδικίας. Αλλά και η απλή δυνατότητα προσβάσεως στο διαδίκτυο έχει απορριφθεί ως αποφασιστικό κριτήριο για το αν μια δραστηριότητα κατευθύνεται σε άλλο κράτος μέλος. Η απλή δυνατότητα προσβάσεως καθεαυτήν δεν έχει καθοριστική σημασία· πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ίδιο το περιεχόμενο του ιστοτόπου και πάντοτε σε σχέση με τα λοιπά κριτήρια που μπορούν να προσδιορίσουν τον συγκεκριμένο ή τους συγκεκριμένους προορισμούς της επαγγελματικής ή εμπορικής προσφοράς ( 13 ).

20.

Τέλος, είναι σημαντικό να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι τόσο ο κανονισμός 44/2001 όσο και η νομολογία του Δικαστηρίου επιμένουν στη σημασία της προβλεψιμότητας των κριτηρίων συνδέσεως με μια δωσιδικία. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού επισημαίνει ότι «[ο]ι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου», έτσι ώστε, όταν συντρέχουν εξαιρέσεις από την πρόβλεψη αυτή, τα κριτήρια να παρέχουν υψηλό βαθμό ασφάλειας δικαίου, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο σε πολλές περιπτώσεις ( 14 ).

21.

Περνώντας, τώρα, στο ζήτημα αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας που κατευθύνεται προς το κράτος κατοικίας του καταναλωτή και της αποφάσεως του τελευταίου να συνάψει τη σύμβαση, μπορώ ήδη να πω εκ των προτέρων, λαμβάνοντας υπόψη τη μέχρι σήμερα τάση της νομολογίας, ότι δύσκολα μπορεί να συναχθεί τέτοια προϋπόθεση τόσο από το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 όσο και από τους σκοπούς του κανονισμού αυτού και τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοσή του.

22.

Όσον αφορά το γράμμα της διατάξεως, όπως προεξέθεσα, το Δικαστήριο έχει επιμείνει στην ανάγκη να εξετάζεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο ως άνω άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, καθώς και αν αρκούν για την ενεργοποίηση της ειδικής δωσιδικίας. Η αναγνώριση μιας πρόσθετης σιωπηρής προϋποθέσεως, η οποία, επιπλέον, στηρίζεται στη συμπεριφορά του καταναλωτή, θα προϋπέθετε μια ερμηνεία που δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς. Και, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, λόγοι για μια τέτοια ερμηνεία δεν προκύπτουν ούτε από τους σκοπούς που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης.

23.

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 δεν είχε ως σκοπό να ανατρέψει τον κανόνα της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου, αλλά να αποκαταστήσει, από άποψη διεθνούς δικαιοδοσίας, την ισορροπία σε μια κατ’ αρχήν ανισοβαρή συμβατική σχέση ( 15 ). Προς τον σκοπό αυτόν, ο νομοθέτης εισήγαγε έναν κανόνα βασισμένο στην αποκλειστική πλήρωση τριών προϋποθέσεων, οι οποίες επιβάλλονται στο σύνολό τους στον πωλητή ή στον παρέχοντα την υπηρεσία (ύπαρξη εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, δραστηριότητα κατευθυνόμενη προς το κράτος ή τα κράτη κατοικίας του καταναλωτή, σύμβαση στο πλαίσιο της εν λόγω δραστηριότητας). Ακριβώς επειδή πρόκειται για εξαντλητικά απαριθμούμενες προϋποθέσεις, τα κριτήρια για τη διαπίστωση δραστηριότητας που κατευθύνεται προς άλλο κράτος πρέπει να στηρίζονται σε περισσότερους του ενός παράγοντες, χωρίς κάποιος από αυτούς να λειτουργεί ως αποφασιστικό κριτήριο. Ο νομοθέτης προέβη, δηλαδή, σε αυστηρή απαρίθμηση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται οπωσδήποτε προκειμένου να ενεργοποιηθεί η ειδική δωσιδικία, αναγνωρίζοντας, πάντως, στη συνέχεια κάποιο περιθώριο ερμηνείας στα δικαστήρια, ιδίως όσον αφορά τις δραστηριότητες που διαφημίζονται στο διαδίκτυο.

24.

Τα ανωτέρω θα έπρεπε να αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 δεν απαιτεί την πλήρωση «σιωπηρής» προϋποθέσεως στηριζόμενης στον αιτιώδη σύνδεσμο της δραστηριότητας με την απόφαση για τη σύναψη της συμβάσεως. Μια τέτοια προϋπόθεση θα διατάρασσε την ήδη λεπτή ισορροπία που έχει επιτύχει ο νομοθέτης της Ένωσης και, επιπλέον, θα συνιστούσε αλλαγή της ερμηνευτικής γραμμής την οποία έχει ακολουθήσει μέχρι τώρα το Δικαστήριο όσον αφορά την εν λόγω διάταξη ( 16 ).

25.

Πέραν τούτου, και όπως είχε την ευκαιρία να επισημάνει η Επιτροπή πριν την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μια τέτοια προϋπόθεση ως προς την αιτιώδη συνάφεια θα δημιουργούσε ερμηνευτικά προβλήματα. Αν δεχθούμε ότι αρκεί η δήλωση του καταναλωτή ότι η απόφασή του να συνάψει τη σύμβαση στηρίχθηκε στην ενημέρωσή του από έναν ιστότοπο, καθώς και σε μια τηλεφωνική κλήση στο κατάστημα, αρκεί προς τούτο μόνον η απλή δήλωσή του ή θα πρέπει να αποδείξει ότι όντως προέβη στις ως άνω πράξεις; Αν ισχύει το πρώτο, για τη δωσιδικία αποφασίζει ο καταναλωτής, ο οποίος αρκεί να δηλώσει ότι η απόφασή του να συνάψει τη σύμβαση προκλήθηκε από τη δραστηριότητα του εμπόρου. Αν ισχύει το δεύτερο, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε probatio diabolica, η οποία θα καθιστούσε τελικώς ανενεργή την ειδική δωσιδικία των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού 44/2001 ( 17 ).

26.

Ένα άλλο ζήτημα, το οποίο συνδέεται, πάντως, με το προηγούμενο, είναι το αν η αιτιώδης συνάφεια είναι αδιάφορη· κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Πράγματι, το γεγονός ότι η αιτιώδης συνάφεια δεν αποτελεί προϋπόθεση δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να χρησιμεύσει ως ένδειξη, η οποία μπορεί να συνεκτιμηθεί από έναν δικαστή κατά την εκτίμηση του αν η δραστηριότητα κατευθύνθηκε πράγματι προς το συγκεκριμένο κράτος. Όπως, δε, θα εκθέσω στη συνέχεια, θα επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για ικανή ένδειξη, καθώς, εφόσον διαπιστωνόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα αποτελούσε αποφασιστικό κριτήριο για την εφαρμογή της ειδικής δωσιδικίας των συμβάσεων καταναλωτών.

27.

Αν υπήρξε πράγματι δραστηριότητα κατευθυνόμενη προς άλλο κράτος μέλος, είναι φυσιολογικό να έχει δημιουργηθεί αιτιώδης συνάφεια, ανεξαρτήτως του κατά πόσον είναι εύκολο να αποδειχθεί. Το πρόβλημα στην περίπτωσή μας είναι ότι, κατά την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, φέρεται ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι τέτοια αιτιώδης σχέση δεν υπήρξε.

28.

Σε σχέση όχι με την αιτιώδη συνάφεια, αλλά με την ενδεχόμενη προηγούμενη προϋπόθεση που αφορά τη σύναψη της συμβάσεως εξ αποστάσεως, είχα την ευκαιρία να εξηγήσω, στις πρόσφατες ακόμη προτάσεις μου στην υπόθεση Mühlleitner, ότι «[η] αναφορά [της αποφάσεως Pammer και Hotel Alpenhof] στην εξ αποστάσεως καταρτισθείσα σύμβαση έχει ως σκοπό να τονιστεί η σημασία του ότι υπάρχει μια προπαρασκευαστική, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως δραστηριότητα, αφού προηγουμένως προετοιμάσθηκε το έδαφος μέσω του [δ]ιαδικτύου, η οποία πάλι στηρίζεται σε πληροφορία κατευθυνόμενη μέσω του [δ]ιαδικτύου προς τη χώρα κατοικίας του καταναλωτή» ( 18 ).

29.

Εκφράστηκα τότε με τους όρους αυτούς στην προσπάθειά μου να επισημάνω πρώτα απ’ όλα τη σχέση που θα μπορούσε να έχει το γεγονός ότι υπήρξε «μια προπαρασκευαστική, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως δραστηριότητα», η οποία, χωρίς να ανάγεται σε αναγκαία προϋπόθεση, είναι στην πραγματικότητα η συνέπεια «πληροφορίας κατευθυνόμενης μέσω του Διαδικτύου προς τη χώρα κατοικίας του καταναλωτή». Συγχρόνως, επιχείρησα να διατυπώσω τον τρόπο με τον οποίον, αν όχι η ίδια η σύμβαση, πάντως η προπαρασκευαστική της δραστηριότητα ξεκινά από την κατευθυνόμενη μέσω του διαδικτύου πληροφορία.

30.

Με την ως άνω θεώρηση, δηλαδή, σκοπός μου δεν ήταν να υποστηρίξω ότι μια προπαρασκευαστική δραστηριότητα πριν τη σύναψη της συμβάσεως ή η προηγούμενη σύναψη της συμβάσεως ανάγεται σε πρόσθετη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της ειδικής δωσιδικίας, ούτε ότι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας αποτελεί τέτοια προϋπόθεση. Ήθελα, όμως, να επισημάνω την ιδιαίτερη σημασία και, εν τέλει, τη βαρύτητα τέτοιας φύσεως ενδείξεων.

31.

Στην πράξη, η ύπαρξη προσυμβατικής προπαρασκευαστικής δραστηριότητας, όπως η ενδεχόμενη ύπαρξη αποδεδειγμένης αιτιώδους συνάφειας, καίτοι δεν αποτελεί σιωπηρή προϋπόθεση επιπλέον των ρητώς προβλεπόμενων προϋποθέσεων του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, διευκολύνει, ωστόσο, σημαντικά το έργο του εθνικού δικαστή κατά την εκτίμηση του αν μια οικονομική δραστηριότητα κατευθύνεται προς συγκεκριμένο κράτος μέλος. Αντιστρόφως, και κατά λογική συνέπεια, η απουσία μιας τέτοιας περιστάσεως δυσχεραίνει σε ανάλογο βαθμό το έργο του εθνικού δικαστή, ο οποίος κανονικά θα αναγκαστεί να αντισταθμίσει την απουσία αυτή με τη συνδρομή άλλης ή άλλων περιστάσεων, οι οποίες να παρέχουν ανάλογες ενδείξεις για το ότι η δραστηριότητα κατευθύνθηκε προς το συγκεκριμένο κράτος μέλος.

32.

Αυτός είναι, κατά τα λοιπά, και ο σκοπός που προκύπτει από την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τα άρθρα 15 και 73 του κανονισμού 44/2001. Όπως είναι γνωστό, η δήλωση αυτή δεν αναφέρεται στην αιτιώδη συνάφεια, αλλά στη σημασία που έχουν ορισμένες ενδείξεις, όπως αυτή της εξ αποστάσεως συνάψεως της συμβάσεως ( 19 ). Η απαρίθμηση των αναφερόμενων σε αυτήν ενδείξεων δεν είναι εξαντλητική και ουδόλως αποκλείει τη συνδρομή άλλων ενδείξεων, ακόμη και ενδείξεων ιδιαιτέρως ισχυρών για το αν μια δραστηριότητα «κατευθύνεται» προς άλλο κράτος μέλος.

33.

Υπ’ αυτή την έννοια, θεωρώ ότι από τα πραγματικά περιστατικά της κρινομένης υποθέσεως προκύπτει ότι ενδέχεται να συντρέχει μια περίσταση τόσο χαρακτηριστική, ώστε, αν ερμηνευθεί δεόντως από τον εθνικό δικαστή, μπορεί να αντισταθμίσει την απουσία τόσο της εξ αποστάσεως συμβάσεως όσο και της προηγούμενης προπαρασκευαστικής δραστηριότητας, καθώς και τη φαινόμενη απουσία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ μιας συγκεκριμένης εμπορικής πολιτικής και της συνάψεως της συμβάσεως.

34.

Πράγματι, η επιχείρηση του V. Sabranovic εδρεύει, κατά τα φαινόμενα, σε μια γαλλική πόλη, η οποία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μητροπολιτικής περιοχής στενά συνδεδεμένης με το αστικό κέντρο της πόλεως του Saarbrücken. Όπως επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος του L. Emrek κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι κάτοικοι της πόλεως του Spicheren και οι κάτοικοι της πόλεως του Saarbrücken συμβιούν σε έναν ουσιαστικά κοινό χώρο, όπου η οικιστική ανάπτυξη των δύο πόλεων έχει οδηγήσει στην αλληλεπικάλυψή τους σε τέτοιο βαθμό ώστε σε ορισμένες περιοχές να απαντά οικιστική συνέχεια ανεξαρτήτως της συνοριακής γραμμής μεταξύ των δύο χωρών.

35.

Υπό τέτοιες συνθήκες, το γεγονός ότι ένας επαγγελματίας προσφέρει αγαθά ή/και υπηρεσίες σε μια από τις δύο αυτές πόλεις θα μπορούσε να ισοδυναμεί, λόγω της γεωγραφικής θέσεως στην οποία ασκείται η δραστηριότητα, με προσφορά η οποία αναγκαίως κατευθύνεται προς άλλο κράτος μέλος και συγκεκριμένα προς το γειτονικό κράτος μέλος, ορισμένες πόλεις του οποίου εντάσσονται σε μια ευρεία μητροπολιτική περιοχή, δημιουργώντας έτσι το φαινόμενο ενός κοινού αστικού χώρου ( 20 ). Με αυτό εννοώ ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω της ιδιαίτερης περιστάσεως δύο κράτη μέλη να συμπίπτουν σε έναν κοινό μητροπολιτικό χώρο, οι δραστηριότητες όλων των επιχειρηματιών απευθύνονται κατά τρόπο φυσικό και αυθόρμητο όχι μόνον προς τους κατοίκους του κράτους όπου βρίσκεται ο πωλητής ή ο παρέχων την υπηρεσία, αλλά και προς τους κατοίκους του γειτονικού κράτους. Σε μια γεωγραφική περιοχή στην οποία η διάσχιση των συνόρων περνά συχνά απαρατήρητη, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η δραστηριότητα των εμπόρων στην εν λόγω περιοχή δεν «κατευθύνεται» προς το τμήμα του κοινού αυτού αστικού χώρου το οποίο βρίσκεται στο γειτονικό κράτος μέλος.

36.

Το ως άνω συμπέρασμα δεν συνεπάγεται δυσανάλογο βάρος για τον έμπορο ή τον επαγγελματία, καθώς πρόκειται για επιχειρηματία ενταγμένο σε έναν ενιαίο αστικό χώρο, έστω και αν ο χώρος αυτός αποτελείται από δύο κράτη μέλη. Είναι πολύ πιθανό ο έμπορος ή ο επαγγελματίας να ομιλεί τη γλώσσα του γειτονικού κράτους, αν η γλώσσα αυτή είναι διαφορετική. Στην κρινομένη υπόθεση υφίσταται όντως γλωσσική διαφορά μεταξύ των δύο κρατών μελών, αλλά αυτό δε φαίνεται να εμποδίζει τον V. Sabranovic, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, να γνωστοποιεί στους πελάτες του μέσω του ιστοτόπου του τον γερμανικό αριθμό κινητού τηλεφώνου του, ένδειξη ότι επικοινωνεί στη γερμανική γλώσσα με γερμανόφωνους πελάτες, η πλειονότητα των οποίων προφανώς κατοικούν στο Saarbrücken.

37.

Επίσης, σε παρόμοια κατάσταση συνυπάρξεως στον ίδιο αστικό χώρο, ο κίνδυνος να εναχθεί ο πωλητής ή ο παρέχων υπηρεσίες ενώπιον των δικαστηρίων του γειτονικού κράτους δεν μου φαίνεται επαχθής σε βαθμό που να αποθαρρύνει μια εμπορική δραστηριότητα όπως αυτή του V. Sabranovic. Μπορεί, μάλιστα, να θεωρηθεί ότι η ειδική δωσιδικία των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού 44/2001 λειτουργεί ως κίνητρο ώστε οι καταναλωτές μιας πόλεως να συνάπτουν συμβάσεις με τους εμπόρους της ευρύτερης αστικής περιοχής, αφού τους παρέχεται η δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ των δωσιδικιών που προβλέπει το άρθρο 16 του κανονισμού 44/2001.

38.

Τέλος, η δωσιδικία που προκύπτει από μια κατάσταση όπως η προπεριγραφείσα πρέπει οπωσδήποτε να μπορεί να προβλεφθεί από τον έμπορο ή τον επαγγελματία. Όπως προανέφερα, ο εν λόγω έμπορος ή επαγγελματίας, ο οποίος δραστηριοποιείται σε χώρο ενταγμένο κατά τρόπο ιδιαίτερο σε ένα σύνολο απαρτιζόμενο από δύο κράτη μέλη, πρέπει να έχει πλήρη επίγνωση του ότι ένα σημαντικό, ίσως και το μεγαλύτερο, μέρος της πελατείας του μπορεί να κατοικεί στο γειτονικό κράτος μέλος.

39.

Κατά συνέπεια, και ανακεφαλαιώνοντας, θεωρώ, κατ’ αρχάς, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας που κατευθύνεται προς το κράτος της κατοικίας του καταναλωτή και της αποφάσεως του τελευταίου να συνάψει τη σύμβαση.

40.

Ωστόσο, αυτή η αιτιώδης συνάφεια μπορεί να χρησιμεύσει ως ικανή ένδειξη κατά τη διαπίστωση του αν η επιχειρηματική δραστηριότητα κατευθύνεται προς συγκεκριμένο κράτος μέλος. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επιχειρηματική δραστηριότητα κατευθύνεται προς άλλο κράτος μέλος, η αποδεδειγμένη απουσία ικανής ενδείξεως, όπως είναι αυτή της αιτιώδους συνάφειας, πρέπει κανονικά να αντισταθμίζεται από τη συνδρομή άλλης ή άλλων ενδείξεων αντίστοιχης βαρύτητας.

41.

Τέλος, κατά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001, θεωρώ ότι ασκεί επιρροή το γεγονός ότι μια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα αναπτύσσεται σε κοινό αστικό χώρο, εφόσον εκτιμηθεί δεόντως από τον εθνικό δικαστή. Αυτό το γεωγραφικό πλαίσιο μπορεί να αποτελέσει ικανή ένδειξη δραστηριότητας η οποία κατευθύνεται προς ορισμένο κράτος μέλος.

VI – Πρόταση

42.

Κατόπιν των προεκτεθέντων επιχειρημάτων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Landgericht Saarbrücken ως εξής:

«1)

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί, ως πρόσθετη σιωπηρή προϋπόθεση, πέραν των ρητώς προβλεπομένων από τη διάταξη αυτή, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας η οποία κατευθύνεται προς το κράτος μέλος κατοικίας του καταναλωτή και της αποφάσεως του τελευταίου να συνάψει τη σύμβαση. Ωστόσο, η αιτιώδης συνάφεια μπορεί να χρησιμεύσει ως ικανή ένδειξη κατά τη διαπίστωση του αν η επιχειρηματική δραστηριότητα κατευθύνεται προς συγκεκριμένο κράτος μέλος.

2)

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επιχειρηματική δραστηριότητα κατευθύνεται προς άλλο κράτος μέλος, η αποδεδειγμένη απουσία μιας ικανής ενδείξεως, όπως είναι αυτή της αιτιώδους συνάφειας, πρέπει κανονικά να αντισταθμίζεται από τη συνδρομή άλλης ή άλλων ενδείξεων αντίστοιχης βαρύτητας. Ένας κοινός αστικός χώρος, εφόσον εκτιμηθεί δεόντως από τον εθνικό δικαστή, μπορεί να αποτελέσει ικανή ένδειξη δραστηριότητας η οποία κατευθύνεται προς ορισμένο κράτος μέλος».


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.

( 2 ) Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2010, C-585/08 και C-144/09 (Συλλογή 2010, σ. I-12527).

( 3 ) Απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, C‑190/11, Mühlleitner.

( 4 ) Κανονισμός (ΕΚ) του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).

( 5 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Mühlleitner, σκέψη 44.

( 6 ) Όπ.π., σκέψη 45.

( 7 ) Προμνημονευθείσες αποφάσεις Pammer και Hotel Alpenhof, σκέψη 55, και Mühlleitner, σκέψη 28.

( 8 ) Προμνημονευθείσες αποφάσεις Pammer και Hotel Alpenhof, σκέψη 60, και Mühlleitner, σκέψη 39.

( 9 ) Προμνημονευθείσες αποφάσεις Pammer και Hotel Alpenhof, σκέψη 56, και Mühlleitner, σκέψη 38.

( 10 ) Προμνημονευθείσα Pammer και Hotel Alpenhof, σκέψη 80.

( 11 ) Προμνημονευθείσα απόφαση Pammer και Hotel Alpenhof, σκέψεις 81 έως 93.

( 12 ) Όπ.π.

( 13 ) Προμνημονευθείσες αποφάσεις Pammer και Hotel Alpenhof, σκέψεις 75 και 76, και Mühlleitner, σκέψη 44.

( 14 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Μαΐου 2011, C-144/10, BVG (Συλλογή 2011, σ. Ι-3961, σκέψη 33), και της 25ης Οκτωβρίου 2011, C‑509/10 και C‑161/10, eDate και Martinez και Martinez (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50).

( 15 ) Βλ. συναφώς Magnus, U. και Mankowski, P., European Commentaries on Private International Law, Brussels I Regulation, 2η έκδ., Sellier, Μόναχο, 2012, σ. 546 επ.· De Clavière, B. «Confirmation de la protection du consommateur actif par les règles de compétence spéciales issues du règlement 44/2001», Revue Lamy droit des affaires 2012, τεύχος 77, σ. 48 επ.· De Miguel Asensio, P., Derecho Privado de Internet, 4η έκδ., 2011, σ. 963 επ.· Tassone, S. «Il regolamento Bruxelles I e l’interpretazione del suo ambito di applicazione: un altro passo della Corte di giustizia sul cammino della tutela dei diritti del consumatore», Giurisprudenza di merito 2013, σ. 104 επ., και Brkan, M. «Arrêt Mühlleitner: vers une protection renforcée des consommateurs dans l’U.E.», Revue européenne de droit de la consommation 2013, σ. 113 επ..

( 16 ) Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν οι Virgós Soriano, M. και Garcimartín, F., στο έργο τους Derecho Procesal Civil Internacional. Litigación internacional, Civitas, 2η έκδ., 2007, σ. 171. Ο γενικός εισαγγελέας Μ. Darmon, αποφαινόμενος επί του άρθρου 13 της Σύμβασεως των Βρυξελλών κατέληξε επίσης στο ίδιο συμπέρασμα, σε υπόθεση, ωστόσο, στην οποία η διάδοση δεν πραγματοποιήθηκε μέσω διαδικτύου, αλλά μέσω ενός παραδοσιακού διαφημιστικού μέσου. Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση C-89/91, Shearson Lehman Hutton (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1993, Συλλογή 1993, σ. I-139, σημεία 82 έως 85).

( 17 ) Επί των ζητημάτων αποδείξεως της πρόσθετης σιωπηρής προϋποθέσεως της αιτιώδους συνάφειας, βλ. Leible, S. και Müller, M., «Keine internationale Zuständigkeit deutscher Gerichte bei Maklertätigkeit eines griechischen Rechtsanwalts», EuZW 2009, σσ. 29.

( 18 ) Προτάσεις στην υπόθεση Mühlleitner, σημείο 38.

( 19 ) Επιβάλλεται η επισήμανση ότι το γαλλικό κείμενο της δηλώσεως αναφέρεται σε αυτή την περίσταση ως απαραίτητη προϋπόθεση («encore faut-il que ce site Internet invite à la conclusión de contrats à distance et qu’un contrat ait effectivement été conclu à distance», η υπογράμμιση δική μου), ενώ το αγγλικό κείμενο την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη («although a factor will be that this Internet site solicits the conclusión of distance contracts and that a contract has actually been concluded at a distance», η υπογράμμιση δική μου). Η Βελγική Κυβέρνηση επέμεινε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο το γαλλικό κείμενο, συνάγοντας από αυτό διάφορες συνέπειες, τόσο όσον αφορά την προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας όσο και την προϋπόθεση της εξ αποστάσεως συνάψεως της συμβάσεως. Ωστόσο, όπως είχα την ευκαιρία να εξηγήσω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Mühlleitner, θεωρώ ότι η κοινή δήλωση πρέπει, στο συγκεκριμένο αυτό σημείο, τουλάχιστον, να ληφθεί υπόψη ως μη οριστικό κείμενο, ανεξαρτήτως του αν ο κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, παραπέμπει ρητώς σε αυτήν. Στο ίδιο συμπέρασμα φαίνεται να κατέληξε το Δικαστήριο στην απόφαση Mühlleitner, καθώς δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω σημείο της κοινής δηλώσεως κατά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 44/2001.

( 20 ) Zoido F. κ.λπ., Diccionario de Urbanismo, Geografía Urbana y Ordenación del Territorio, Cátedra, 2013, σ. 37 και 106.

Top