Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62011TN0291

Υπόθεση T-291/11: Προσφυγή της 9ης Ιουνίου 2011 — Portovesme κατά Επιτροπής

OJ C 232, 6.8.2011, p. 36–37 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

6.8.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 232/36


Προσφυγή της 9ης Ιουνίου 2011 — Portovesme κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-291/11)

2011/C 232/63

Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Portovesme Srl (Ρώμη, Ιταλία) (εκπρόσωποι: F. Ciulli, G. Dore, M. Liberati και A. Vinci, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα της προσφεύγουσας

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

κατά την έννοια του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις αριθ. C 38/B/2004 (πρώην NN 58/2004) και C 13/2006 (πρώην N587/2005) τις οποίες έθεσε σε εφαρμογή η Ιταλία, μεταξύ άλλων, υπέρ της προσφεύγουσας και ως εκ τούτου να κηρύξει την εν λόγω απόφαση άκυρη, εν όλω ή εν μέρει, στο μέτρο που θα κριθεί εύλογο·

επικουρικώς και μόνο σε περίπτωση μη αποδοχής του αιτήματος που μνημονεύεται στο σημείο 1), να αναγνωρισθεί ο παράνομος χαρακτήρας της αποφάσεως στο μέτρο που διατάσσει την επιστροφή των ενισχύσεων, καθόσον είναι αντίθετη προς τη γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης·

να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα, με την επιφύλαξη του δικαιώματος ασκήσεως αυτοτελούς αγωγής αποζημιώσεως.

Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει 11 λόγους.

1)

Ο πρώτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και από παράβαση των άρθρων 4, 7, 10 και 14, του κανονισμού 659/1999 (1).

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η απόφαση εκδόθηκε σχεδόν έξι έτη και έξι μήνες μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

2)

Ο δεύτερος λόγος αντλείται από εσφαλμένη και/ή ελλιπή ανακατασκευή του οικείου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου και ως εκ τούτου από αθέτηση της υποχρεώσεως επιμέλειας και αμεροληψίας.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η απόφαση περί του ασυμβάτου στηρίζεται σε ελλιπή και εσφαλμένη ανακατασκευή των πραγματικών και νομικών περιστατικών, με αποτέλεσμα την παραβίαση των αρχών της επιμέλειας και της αμεροληψίας συμφώνως προς τις οποίες θα έπρεπε να ενεργεί η Επιτροπή.

3)

Ο τρίτος λόγος αντλείται από μη δικαιολογημένη άνιση μεταχείριση μεταξύ της Portovesme και της Alcoa Trasformazioni.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: με έτερη απόφαση σχετική με έτερη εταιρία, η Επιτροπή έκρινε νόμιμο το ίδιο καθεστώς, το οποίο πλέον κηρύσσεται ασύμβατο προς την εσωτερική αγορά όσον αφορά την προσφεύγουσα, εισάγοντας ως εκ τούτου αδικαιολογήτως άνιση μεταχείριση μεταξύ των δύο εταιριών.

4)

Ο τέταρτος λόγος αντλείται από ύπαρξη ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: με το προνομιακό τιμολόγιο το οποίο αναγνωρίσθηκε στην προσφεύγουσα, το Ιταλικό Δημόσιο παρενέβη με σκοπό την εξάλειψη της αδικαιολόγητης μειονεκτικής καταστάσεως, καθώς και την ελάφρυνση του υπερβολικά υψηλού κόστους σχετικά με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω της ανεπαρκούς συνδέσεως του νησιωτικού δικτύου με το εθνικό δίκτυο. Συνεπώς, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις περί οικονομικού πλεονεκτήματος και επιλεκτικότητας του μέτρου. Επίσης, η παρέμβαση του Cassa Conguaglio ήταν όλως δυνητική, και για τον λόγο αυτό το μέτρο αυτό δεν θα μπορούσε να καταλογισθεί στο Δημόσιο. Τέλος, το ίδιο το μέτρο δεν μπορούσε να επιφέρει επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών διότι, ως προς το εμπόριο του ψευδάργυρου, δεν υφίστανται ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές.

5)

Ο πέμπτος λόγος αντλείται από τον πεπλανημένο χαρακτήρα των παραδοχών επί των οποίων στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η απόφαση στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή κατά την οποία η ενίσχυση είχε προκαλέσει ανισορροπία στην αγορά της ενέργειας, ενώ η οικεία αγορά όσον αφορά το εν λόγω καθεστώς είναι η αγορά της παραγωγής βαρέων μετάλλων.

6)

Ο έκτος λόγος αντλείται από τον χαρακτηρισμό ως νέα ενίσχυση ή ως υφιστάμενη ενίσχυση.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η επίμαχη ελάφρυνση θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως υφιστάμενη ενίσχυση, η οποία είχε ήδη κριθεί ως συμβατή με την κοινή αγορά με προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής.

7)

Ο έβδομος λόγος αντλείται από το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι το επίμαχο μέτρο συνέβαλε στη διασφάλιση της διαρκούς αναπτύξεως της απασχολήσεως στον οικείο τομέα.

8)

Ο όγδοος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 12 ΣΕΚ και από μη εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας όσον αφορά τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε παρανόμως καθεστώς ενισχύσεων σκοπός του οποίου είναι η εξάλειψη καταστάσεως εισάγουσας σοβαρές διακρίσεις εις βάρος των ιταλικών εταιριών παραγωγής βαρέων μετάλλων έναντι των αντίστοιχων ευρωπαϊκών.

9)

Ο ένατος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 174 ΣΛΕΕ, του παραρτήματος Δ και της δηλώσεως αριθ. 30 για τις νησιωτικές περιοχές.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η Επιτροπή δεν εκτίμησε το έλλειμμα στη διάρθρωση και στην αγορά νησιωτικής περιοχής.

10)

Ο δέκατος λόγος αντλείται από παράβαση των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία (άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχεία α', β', και γ', ΣΛΕΕ) και από εσφαλμένη εφαρμογή των «κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα» 1998, όπως επίσης και από μη εφαρμογή των «κατευθυντήριων γραμμών» 2007-2013.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η Επιτροπή αθέτησε την υποχρέωση για δέουσα επιβεβαίωση του συμβατού της ενισχύσεως.

11)

Ο ενδέκατος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

Επιχειρήματα προς στήριξη του λόγου: η Επιτροπή δεν εκτίμησε ούτε ότι το καθεστώς του οποίου επωφελήθηκε η προσφεύγουσα είχε ήδη κηρυχθεί συμβατό με την κοινή αγορά με προηγούμενη απόφαση ούτε ότι, όσον αφορά το ίδιο καθεστώς, ουδέποτε ανέκυψε αμφιβολία κατά τη διάρκεια της δεκαπενταετίας που μεσολάβησε από την απόφαση αυτή, με αποτέλεσμα τα στοιχεία αυτά να καθίστανται συναφή όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της προσφεύγουσας.


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1)


Top