EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62010CJ0206

Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 5ης Μαΐου 2011.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Παράβαση κράτους μέλους - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 - Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 - Άρθρο 7, παράγραφος 2 - Παροχές των γερμανικών ομόσπονδων κρατών υπέρ τυφλών, κωφών και ατόμων με ειδικές ανάγκες - Προϋπόθεση κατοικίας.
Υπόθεση C-206/10.

European Court Reports 2011 I-03573

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2011:283

Υπόθεση C-206/10

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

«Παράβαση κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 – Άρθρο 7, παράγραφος 2 – Παροχές των γερμανικών ομόσπονδων κρατών υπέρ τυφλών, κωφών και ατόμων με ειδικές ανάγκες – Προϋπόθεση κατοικίας»

Περίληψη της αποφάσεως

1.        Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης – Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής – Παροχές ασθενείας – Έννοια

(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 1, στοιχείο α΄)

2.        Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Εργαζόμενοι – Ιση μεταχείριση – Κοινωνικά πλεονεκτήματα

(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 2)

1.        Μια παροχή θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως όταν χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και δημιουργούσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών, βάσει μιας προσδιοριζόμενης από τον νόμο καταστάσεως και συνδέεται με κάποιον από τους ρητώς απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 κινδύνους. Παροχές χορηγούμενες αντικειμενικώς βάσει καταστάσεως προσδιοριζόμενης νομοθετικώς με σκοπό τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας αλλά και της ζωής των εξαρτώμενων προσώπων έχουν κατά βάση ως αντικείμενο να συμπληρώνουν τις παροχές της ασφαλίσεως ασθενείας και πρέπει επομένως να εκλαμβάνονται ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού. Αυτό ισχύει για τις παροχές ορισμένων ομόσπονδων κρατών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που χορηγούνται, δυνάμει της νομοθεσίας τους, προς τους τυφλούς, τους κωφούς και τα άτομα με ειδικές ανάγκες στον βαθμό που αποσκοπούν στο να καλύπτουν, υπό τη μορφή κατ’ αποκοπή συμμετοχής, τα επιπλέον έξοδα της καθημερινής ζωής στα οποία υποβάλλονται λόγω της αναπηρίας τους.

(βλ. σκέψεις 27-29)

2.        Ο κανόνας για την ίση μεταχείριση, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, απαγορεύει όχι μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκαλυμμένης διάκρισης, η οποία, κατ’ εφαρμογή άλλων διαχωριστικών κριτηρίων, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο. Εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, διάταξη του εθνικού δικαίου πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, όταν είναι ικανή, εκ της φύσεώς της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικότερα τους διακινούμενους εργαζομένους. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της προϋποθέσεως κατοικίας που απαιτεί εθνική νομοθεσία για τη χορήγηση, ως κοινωνικού ευεργετήματος, παροχών προς τους τυφλούς, τους κωφούς και προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία πληρούται ευκολότερα στην περίπτωση ημεδαπών εργαζομένων από ό,τι στην περίπτωση των εργαζομένων άλλων κρατών μελών.

(βλ. σκέψεις 34-38)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 5ης Μαΐου 2011 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 – Άρθρο 7, παράγραφος 2 – Παροχές των γερμανικών ομόσπονδων κρατών υπέρ τυφλών, κωφών και ατόμων με ειδικές ανάγκες – Προϋπόθεση κατοικίας»

Στην υπόθεση C‑206/10,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε στις 29 Απριλίου 2010,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον V. Kreuschitz, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους T. Henze και C. Blaschke, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής,

υποστηριζόμενης από:

το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την M. Noort,

παρεμβαίνον,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.-J. Kasel, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξαρτώντας τη χορήγηση παροχών που προβλέπονται από τις νομοθεσίες των ομόσπονδων κρατών υπέρ τυφλών, κωφών και ατόμων με ειδικές ανάγκες (στο εξής: επίδικες νομοθεσίες) προς πρόσωπα υπαγόμενα στην αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από την προϋπόθεση να έχουν οι δικαιούχοι την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο οικείο ομόσπονδο κράτος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), και από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ, L 28, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005 (ΕΕ L 117, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/7), σε συνδυασμό με τον τίτλο III, κεφάλαιο 1, του κανονισμού αυτού.

 Το νομικό πλαίσιο

 Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης

2        Κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68:

«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός Κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων Κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.

2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.

[...]»

3        Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής καθ’ ύλη», ορίζει:

«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:

α)      παροχές ασθενείας και μητρότητος·

[...]

2α. [...]

Ως «ειδικές μη ανταποδοτικού τύπου παροχές σε χρήμα» νοούνται οι παροχές οι οποίες:

α)      προορίζονται να παρέχουν:

i)       συμπληρωματική, αναπληρωματική ή επικουρική κάλυψη έναντι των κινδύνων οι οποίοι αντιστοιχούν στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 κλάδους κοινωνικής ασφάλειας και να εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης, σε σχέση με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ή

ii)       μόνο ειδική προστασία στα άτομα με αναπηρίες, οι οποίες συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου προσώπου στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος [...]

[...]

2β.      Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους σχετικά με τις ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά, που αναφέρονται στο τμήμα III του παραρτήματος II, των οποίων η εφαρμογή περιορίζεται σε ένα μέρος του εδάφους του.

[...]»

4        Το παράρτημα II, τμήμα III, του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Ειδικές παροχές χωρίς συνεισφορά κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2β, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού», αναφέρει, για τη Γερμανία:

«Οι παροχές που χορηγούνται δυνάμει των νομοθεσιών των Länder υπέρ των μειονεκτούντων ατόμων, ιδίως υπέρ των τυφλών.»

 Η εθνική νομοθεσία

5        Με τις επίδικες νομοθεσίες χορηγούνται παροχές σε τυφλούς, κωφούς και σε άτομα με ειδικές ανάγκες προς αντιστάθμιση των επιπλέον δαπανών στις οποίες υποβάλλονται λόγω της αναπηρίας τους. Οι παροχές αυτές χορηγούνται μόνο στα πρόσωπα που έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο οικείο ομόσπονδο κράτος.

6        Οι εν λόγω νομοθεσίες προβλέπουν ότι οι παροχές του ομοσπονδιακού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που χορηγούνται για τον ίδιο λόγο με τις παροχές που χορηγούνται από τα ομόσπονδα κράτη αφαιρούνται από αυτές. Το ποσοστό αφαίρεσης εξαρτάται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου ομόσπονδου κράτους.

7        Σε περίπτωση υποδοχής σε ξενώνα ή σε ίδρυμα, το δικαίωμα στις παροχές διατηρείται σε ορισμένα ομόσπονδα κράτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο ξενώνας βρίσκεται σε ομοσπονδιακό έδαφος και ότι, κατά τη στιγμή της εισόδου στον ξενώνα, ο ενδιαφερόμενος διαμένει στο οικείο ομόσπονδο κράτος.

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

8        Με έγγραφο της 14ης Μαρτίου 2002, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην ανάγκη να παρέχεται η δυνατότητα στους εργαζομένους που απασχολούνται στη Γερμανία, αλλά κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, και στα μέλη των οικογενειών τους, να εξάγουν τις παροχές που χορηγούνται βάσει των επίδικων νομοθεσιών. Κατά την Επιτροπή, η επιβολή της προϋποθέσεως διαμονής είναι αντίθετη προς το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.

9        Με επιστολή της 22ας Απριλίου 2002, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε ότι οι εν λόγω παροχές συνιστούσαν κοινωνικά ευεργετήματα κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, αλλά ότι δεν πρέπει να εξάγονται στον βαθμό που χορηγούνται ανεξαρτήτως της ιδιότητας του εργαζομένου και εξαρτώνται αποκλειστικά από τον τόπο κατοικίας.

10      Με έγγραφο οχλήσεως της 9ης Ιουλίου 2004, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τις αμφιβολίες της ως προς τη συμβατότητα των επίδικων νομοθεσιών με τους κανονισμούς 1612/68 και 1408/71. Όσον αφορά ειδικότερα τον κανονισμό 1408/71, η Επιτροπή προέβαλε ότι οι οικείες παροχές δεν συνιστούσαν ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2β, του κανονισμού αυτού, αλλά παροχές ασθενείας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού, οπότε δεν ήταν δυνατό να μην επιτρέπεται στους μεθοριακούς εργαζομένους η εξαγωγή των εν λόγω παροχών.

11      Με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε ότι δεν συμφωνεί με την ανάλυση της Επιτροπής. Όσον αφορά τον κανονισμό 1408/71, επισήμανε ότι οι επίμαχες παροχές δικαιολογούνται από τα πρόσθετα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος λόγω της τυφλότητας ή της αναπηρίας, είτε είναι εξαρτώμενο πρόσωπο είτε όχι.

12      Στις 21 Μαρτίου 2005, η Επιτροπή απέστειλε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη στηριζόμενη αποκλειστικά σε παράβαση του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της να επαναλάβει τη διαδικασία όσον αφορά τη συμβατότητα με τον κανονισμό 1408/71 κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hosse (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C-286/03, Συλλογή 2006, σ. Ι-1771).

13      Με έγγραφο της 25ης Μαΐου 2005, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιβεβαίωσε την άποψή της.

14      Η διαδικασία ανεστάλη στη συνέχεια εν αναμονή των αποφάσεων που επρόκειτο να εκδώσει το Δικαστήριο στην υπόθεση C-299/05, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Συλλογή 2007, σ. I‑8695). Με τις εν λόγω αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίδικες στις υποθέσεις εκείνες παροχές συνιστούσαν παροχές ασθενείας.

15      Στις 3 Ιουνίου 2008, η επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Απασχόληση, Κοινωνική Πολιτική, Υγεία και Καταναλωτές» κατέληξε σε συμφωνία σχετικά με το περιεχόμενο των παραρτημάτων Χ και ΧΙ του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1), ο οποίος κατάργησε τον κανονισμό 1408/71 από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του, δηλαδή από την 1η Μαΐου 2010. Βάσει της συμφωνίας αυτής, οι γερμανικές παροχές που προβλέπουν οι επίδικες νομοθεσίες δεν περιλαμβάνονται στα εν λόγω παραρτήματα.

16      Την 1η Δεκεμβρίου 2008, η Επιτροπή διαβίβασε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη στηριζόμενη στην έλλειψη συμβατότητας της επίδικης νομοθεσίας με τον κανονισμό 1408/71, καθόσον η νομολογία που διαμορφώθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Hosse και Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου αμφισβητούσε τον ειδικό χαρακτήρα των οικείων παροχών.

17      Με απάντηση της 1ης Απριλίου 2009, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναφέρθηκε στην έναρξη ισχύος το 2010 του κανονισμού 883/2004. Δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός είχε εφαρμογή και στις οικείες παροχές, ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας.

18      Στις 29 Απριλίου 2010, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

19      Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2010, επετράπη στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να παρέμβει υπέρ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

20      Με επιστολή της 19ης Οκτωβρίου 2010, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παραιτήθηκε του δικαιώματός του να υποβάλει υπόμνημα παρεμβάσεως.

 Επί της προσφυγής

 Ως προς την παράβαση του κανονισμού 1408/71

 Επιχειρήματα των διαδίκων

21      Η Επιτροπή θεωρεί ότι, μολονότι οι επίμαχες παροχές περιλαμβάνονται στο παράρτημα II, τμήμα III, του κανονισμού 1408/71, ωστόσο δεν αποτελούν ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού τύπου κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2β, του κανονισμού αυτού, αλλά παροχές ασθενείας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού, και μπορούν επομένως να εξαχθούν.

22      Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, ο ειδικός χαρακτήρας των επίμαχων παροχών δεν αποδείχθηκε στον βαθμό που, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ειδική παροχή πρέπει να αντικαθιστά ή να συμπληρώνει παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, μολονότι διακρίνεται από αυτή, και να εμφανίζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κοινωνικής αρωγής δικαιολογούμενης από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους βάσει κανονιστικής ρυθμίσεως προβλέπουσας αντικειμενικά κριτήρια (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 55). Πάντως, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται βάσει νομοθετικώς καθοριζομένης καταστάσεως χωρίς να γίνεται καμία εξατομικευμένη στάθμιση των ατομικών αναγκών τους, αποβλέπουν στη βελτίωση της κατάστασης της υγείας και της ζωής των ατόμων με ειδικές ανάγκες και έχουν επομένως ως σκοπό να συμπληρώνουν τις παροχές της ασφαλίσεως ασθενείας.

23      Η Επιτροπή επισημαίνει, εξάλλου, ότι, στο πλαίσιο της εκδόσεως του κανονισμού 883/2004, η γερμανική αντιπροσωπεία είχε παραιτηθεί από την εγγραφή των επίμαχων παροχών των ομόσπονδων κρατών υπέρ τυφλών, κωφών και ατόμων με ειδικές ανάγκες στα παραρτήματα X και XI του εν λόγω κανονισμού. Είναι επομένως αντιφατικό, κατ’ αυτήν, να υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι οι παροχές αυτές πρέπει να χαρακτηριστούν ως ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2β, του κανονισμού 1408/71.

24      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των εν λόγω παροχών μέχρι την έκδοση των προπαρατεθεισών ανωτέρω αποφάσεων Hosse και Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, επισημαίνει ωστόσο ότι τα ομόσπονδα κράτη έχουν λάβει μέτρα για τη συμμόρφωση των επίδικων νομοθεσιών με το δίκαιο της Ένωσης. Οι απαραίτητες νομικές τροποποιήσεις θα επέλθουν κατά πάσα πιθανότητα το 2010 ή το αργότερο το 2011.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

25      Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή εμφανίζεται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι δε επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-9/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 8, και της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-48/10, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 30).

26      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με τη συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη, οι επίδικες νομοθεσίες δεν ήσαν σύμφωνες με τον κανονισμό 1408/71.

27      Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η παροχή θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως όταν χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και δημιουργούσα διακρίσεις στάθμιση των ατομικών αναγκών, βάσει μιας προσδιοριζόμενης από τον νόμο καταστάσεως και συνδέεται με κάποιον από τους ρητώς απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 κινδύνους (βλ., ιδίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις Hosse, σκέψη 37, καθώς και Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 56).

28      Επομένως, παροχές χορηγούμενες αντικειμενικώς βάσει καταστάσεως προσδιοριζόμενης νομοθετικώς με σκοπό τη βελτίωση της καταστάσεως της υγείας αλλά και της ζωής των εξαρτώμενων προσώπων έχουν κατά βάση ως αντικείμενο να συμπληρώνουν τις παροχές της ασφαλίσεως ασθενείας και πρέπει επομένως να εκλαμβάνονται ως «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 (προπαρατεθείσες αποφάσεις Hosse, σκέψη 38, καθώς και Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 61).

29      Πάντως, αυτό ισχύει εν προκειμένω για τις παροχές των ομόσπονδων κρατών προς τους τυφλούς, τους κωφούς και τα άτομα με ειδικές ανάγκες στον βαθμό που αποσκοπούν στο να καλύπτουν, υπό τη μορφή κατ’ αποκοπή συμμετοχής, τα επιπλέον έξοδα της καθημερινής ζωής στα οποία υποβάλλονται λόγω της αναπηρίας τους.

30      Επομένως, δεδομένου ότι οι παροχές αυτές συνιστούν παροχές ασθενείας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, πρέπει να χορηγούνται οποιοδήποτε κι αν είναι το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει ο δικαιούχος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 1 του τίτλου III του κανονισμού αυτού.

31      Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από παράβαση του κανονισμού 1408/71 πρέπει να κριθεί βάσιμη.

 Ως προς την παράβαση του κανονισμού 1612/68

 Επιχειρήματα των διαδίκων

32      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η χορήγηση των επίμαχων παροχών βάσει αποκλειστικώς του κριτηρίου διαμονής στο οικείο ομόσπονδο κράτος δεν δικαιολογείται. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, κάθε πλεονέκτημα που παρέχεται από κράτος μέλος στους πολίτες του, βάσει της αντικειμενικής ιδιότητας του δικαιούχου ως εργαζομένου ή απλώς βάσει της κατοικίας του στη χώρα αυτή, εμπίπτει στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, οπότε οι μεθοριακοί εργαζόμενοι πρέπει επίσης να απολαμβάνουν τα ίδια ευεργετήματα όπως και κάθε άλλος εργαζόμενος που κατοικεί στο κράτος μέλος απασχόλησης.

33      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περιορίζεται να επισημάνει ότι οι κανονισμοί 1612/68 και 1408/71 έχουν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής και έχουν εφαρμογή επομένως ανεξαρτήτως ο ένας του άλλου.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

34      Δεν αμφισβητείται ότι οι παροχές που χορηγούν τα ομόσπονδα κράτη στους τυφλούς, στους κωφούς και στα άτομα με ειδικές ανάγκες συνιστούν κοινωνικό ευεργέτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.

35      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αμφισβητεί συναφώς ότι η χορήγηση των εν λόγω παροχών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στο οικείο ομόσπονδο κράτος.

36      Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο κανόνας για την ίση μεταχείριση, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, απαγορεύει όχι μόνον τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκαλυμμένης διάκρισης, η οποία, κατ’ εφαρμογή άλλων διαχωριστικών κριτηρίων, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 1997, C‑57/96, Meints, Συλλογή 1997, σ. I‑6689, σκέψη 44, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-269/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2009, σ. I-7811, σκέψη 53).

37      Εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, διάταξη του εθνικού δικαίου πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, όταν είναι ικανή, εκ της φύσεώς της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικότερα τους διακινούμενους εργαζομένους (βλ., ιδίως, προπαρατεθείσες αποφάσεις Meints, σκέψη 45, και Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 54).

38      Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της προϋποθέσεως κατοικίας που απαιτούν οι επίδικες νομοθεσίες για τη χορήγηση των παροχών προς τους τυφλούς, τους κωφούς και προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία πληρούται ευκολότερα στην περίπτωση των Γερμανών εργαζομένων από ό,τι στην περίπτωση των εργαζομένων άλλων κρατών μελών εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

39      Όσον αφορά το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αντλείται από το διαφορετικό πεδίο εφαρμογής των κανονισμών 1612/68 και 1408/71, αρκεί η παρατήρηση ότι μολονότι αληθεύει ότι οι δύο αυτοί κανονισμοί δεν έχουν το ίδιο προσωπικό πεδίο εφαρμογής, παρ’ όλ’ αυτά, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1612/68 είναι γενικής ισχύος όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού μπορεί να εφαρμόζεται όσον αφορά κοινωνικά ευεργετήματα εμπίπτοντα ταυτοχρόνως και στο ειδικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1993, C-111/91, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 1993, σ. I-817, σκέψεις 20 και 21, καθώς και της 12ης Μαΐου 1998, C-85/96, Martínez Sala, Συλλογή 1998, σ. I-2691, σκέψη 27).

40      Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από παράβαση του κανονισμού 1612/68 πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.

41      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξαρτώντας τη χορήγηση των παροχών που προβλέπονται δυνάμει των επίδικων νομοθεσιών προς πρόσωπα υπαγόμενα στην αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από την προϋπόθεση να έχουν οι δικαιούχοι την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο οικείο ομόσπονδο κράτος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με τον τίτλο III, κεφάλαιο 1, του κανονισμού αυτού, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.

 Επί των δικαστικών εξόδων

42      Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι Επιτροπή υπέβαλε τέτοιο αίτημα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παρεμβαίνον στην υπό κρίση διαφορά, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εξαρτώντας τη χορήγηση παροχών προβλεπόμενων από τις νομοθεσίες των ομόσπονδων κρατών υπέρ τυφλών, κωφών και ατόμων με ειδικές ανάγκες προς πρόσωπα υπαγόμενα στην αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από την προϋπόθεση να έχουν οι δικαιούχοι την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο συγκεκριμένο ομόσπονδο κράτος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, σε συνδυασμό με τον τίτλο III, κεφάλαιο 1, του κανονισμού αυτού, και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.

2)      Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.

3)      Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top