EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62007CJ0285

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 11ης Δεκεμβρίου 2008.
A.T. κατά Finanzamt Stuttgart-Körperschaften.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundesfinanzhof - Γερμανία.
Οδηγία 90/434/ΕΟΚ - Διασυνοριακή ανταλλαγή μετοχών - Φορολογική ουδετερότητα - Προϋποθέσεις - Άρθρα 43 ΕΚ και 56 ΕΚ - Νομοθεσία κράτους μέλους η οποία εξαρτά τη διατήρηση των λογιστικών αξιών των μεριδίων των εισφερομένων έναντι των νέων λαμβανομένων μεριδίων, και ως εκ τούτου τη φορολογική ουδετερότητα της εισφοράς, από την εμφάνιση αυτής στον φορολογικό ισολογισμό της αλλοδαπής λήπτριας εταιρίας - Συμβατότητα.
Υπόθεση C-285/07.

European Court Reports 2008 I-09329

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2008:705

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 11ης Δεκεμβρίου 2008 ( *1 )

«Οδηγία 90/434/ΕΟΚ — Διασυνοριακή ανταλλαγή μετοχών — Φορολογική ουδετερότητα — Προϋποθέσεις — Άρθρα 43 ΕΚ και 56 ΕΚ — Νομοθεσία κράτους μέλους η οποία εξαρτά τη διατήρηση των λογιστικών αξιών των μεριδίων των εισφερομένων έναντι των νέων λαμβανομένων μεριδίων, και ως εκ τούτου τη φορολογική ουδετερότητα της εισφοράς, από την εμφάνιση αυτής στον φορολογικό ισολογισμό της αλλοδαπής λήπτριας εταιρίας — Συμβατότητα»

Στην υπόθεση C-285/07,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Γερμανία) με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουνίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης

A.T.

κατά

Finanzamt Stuttgart-Körperschaften,

παρισταμένου του:

Bundesministerium der Finanzen,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet, E. Levits και J. J. Kasel, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Απριλίου 2008,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η A.T., εκπροσωπούμενη από τους M. Schaden και H. Winkler, Rechtsanwälte, καθώς και τον W. Schön, Professor,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και C. Blaschke,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Lyal και W. Mölls,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 6ης Νοεμβρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ L 225, σ. 1) καθώς και των άρθρων 43 ΕΚ και 56 ΕΚ.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της A.T. και της Finanzamt Stuttgart-Körperschaften (φορολογικής αρχής αρμόδιας για εταιρίες που εδρεύουν στη Στουτγκάρδη, στο εξής: Finanzamt) με αντικείμενο απόφαση της δεύτερης να φορολογήσει, στο πλαίσιο διασυνοριακής ανταλλαγής μετοχών, την υπεραξία της εισφοράς.

Το νομικό πλαίσιο

Η κοινοτική νομοθεσία

3

Η οδηγία 90/434 σκοπεί, σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, στο να διασφαλιστεί ότι οι πράξεις αναδιάρθρωσης εταιριών ευρισκομένων σε διαφορετικά κράτη μέλη, όπως οι συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών, δεν θα εμποδίζονται από ειδικούς περιορισμούς, μειονεκτήματα ή στρεβλώσεις που απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις των κρατών μελών.

4

Για τον σκοπό αυτό, η οδηγία αυτή θεσπίζει καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου οι εν λόγω πράξεις δεν μπορούν, αυτές καθαυτές, να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή φόρου. Οι ενδεχόμενες υπεραξίες που αφορούν τις εν λόγω πράξεις μπορούν, κατ’ αρχήν, να φορολογηθούν, αλλά μόνον εφόσον όντως αποκομισθούν.

5

Οι τέσσερις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις καθώς και η ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/434 έχουν ως εξής:

«Εκτιμώντας ότι οι συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες ευρισκόμενες σε διαφορετικά κράτη μέλη μπορεί να είναι αναγκαίες για να δημιουργηθούν στην Κοινότητα συνθήκες ανάλογες με τις επικρατούσες σε μια εσωτερική αγορά και να εξασφαλισθεί έτσι η δημιουργία και ομαλή λειτουργία της κοινής αγοράς· ότι οι πράξεις αυτές δεν πρέπει να εμποδίζονται από ειδικούς περιορισμούς, μειονεκτήματα ή στρεβλώσεις που απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις των κρατών μελών· ότι, κατά συνέπεια, για τις πράξεις αυτές επιβάλλεται να θεσπισθούν φορολογικοί κανόνες ουδέτεροι ως προς τον ανταγωνισμό, ώστε να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να προσαρμοσθούν στις απαιτήσεις της κοινής αγοράς, να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να ενισχύσουν την ανταγωνιστική τους θέση διεθνώς·

ότι ορισμένες φορολογικές διατάξεις θέτουν σήμερα σε μειονεκτική θέση τις πράξεις αυτές σε σύγκριση με πράξεις που αφορούν εταιρίες του ιδίου κράτους μέλους· ότι επιβάλλεται να εξαλειφθεί αυτή η δυσμενής μεταχείριση·

ότι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος αυτός με την επέκταση σε κοινοτικό επίπεδο των εσωτερικών καθεστώτων που ισχύουν στα κράτη μέλη, διότι οι διαφορές μεταξύ καθεστώτων είναι ενδεχόμενο να προκαλέσουν στρεβλώσεις· ότι μόνον ένα κοινό φορολογικό καθεστώς μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική λύση ως προς τα ζητήματα αυτά·

ότι στο κοινό φορολογικό καθεστώς πρέπει να αποφεύγεται η φορολογία σε περίπτωση συγχώνευσης, διάσπασης, εισφοράς ενεργητικού ή ανταλλαγής μετοχών, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζονται τα δημοσιονομικά συμφέροντα του κράτους της εισφέρουσας ή εξαγορασθείσας εταιρίας·

[…]

ότι πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα για τα κράτη μέλη να αρνηθούν την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας όταν η πράξη συγχώνευσης, διάσπασης, εισφοράς ενεργητικού ή ανταλλαγής μετοχών έχει ως σκοπό τη φοροαπάτη ή τη φοροδιαφυγή […].»

6

Το άρθρο 2, στοιχείο δ’, της οδηγίας 90/434 ορίζει την «ανταλλαγή μετοχών» ως την «πράξη με την οποία μια εταιρία αποκτά συμμετοχή στο κεφάλαιο άλλης εταιρίας σε ποσοστό το οποίο της παρέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της εταιρίας αυτής, έναντι παροχής στους εταίρους της δεύτερης αυτής εταιρίας, σε αντάλλαγμα των τίτλων τους, τίτλων παραστατικών του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης και, ενδεχομένως, έναντι καταβολής συμψηφιστικού ποσού σε μετρητά το οποίο δεν υπερβαίνει το 10 % της ονομαστικής αξίας των τίτλων αυτών ή, ελλείψει ονομαστικής αξίας, της λογιστικής αξίας των τίτλων αυτών».

7

Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχεία ζ’ και η’, της οδηγίας αυτής, με τον όρο «αποκτώμενη εταιρία» νοείται «η εταιρία στην οποία μια άλλη αποκτά συμμετοχή με ανταλλαγή τίτλων» και με τον όρο «αποκτώσα εταιρία» νοείται «η εταιρία που αποκτά συμμετοχή με ανταλλαγή τίτλων».

8

Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434, το οποίο υπάγεται στον τίτλο II αυτής περί κανόνων που ισχύουν στις συγχωνεύσεις, διασπάσεις και ανταλλαγές μετοχών, προβλέπει τα εξής:

«1.   Η παροχή, επ’ ευκαιρία συγχώνευσης, διάσπασης ή ανταλλαγής μετοχών, τίτλων παραστατικών του εταιρικού κεφαλαίου της λήπτριας ή αποκτώσας εταιρίας σε εταίρο της εισφέρουσας ή αποκτώμενης εταιρίας, σε αντάλλαγμα τίτλων παραστατικών του εταιρικού κεφαλαίου της δεύτερης αυτής εταιρίας, δεν πρέπει να συνεπάγεται, αυτή καθ’ αυτή, καμία φορολόγηση του εισοδήματος, των κερδών ή των υπεραξιών αυτού του εταίρου.

2.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την παράγραφο 1 με την προϋπόθεση ότι ο εταίρος δεν θα αποδώσει, στους τίτλους που λαμβάνει ως αντάλλαγμα, μεγαλύτερη φορολογική αξία από όση είχαν οι ανταλλασσόμενοι τίτλοι αμέσως πριν από τη συγχώνευση, τη διάσπαση ή την ανταλλαγή μετοχών.

Η εφαρμογή της παραγράφου 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να φορολογούν το κέρδος που προκύπτει από τη μεταγενέστερη εκχώρηση των τίτλων που ελήφθησαν με τον ίδιο τρόπο, όπως και το κέρδος που προκύπτει από την εκχώρηση των τίτλων που υπήρχαν πριν από την απόκτηση.

Ως “φορολογική αξία” νοείται η αξία που θα εχρησιμοποιείτο ως βάση για τον ενδεχόμενο υπολογισμό κέρδους ή ζημίας, προκειμένου να καθοριστεί η φορολογική βάση για την επιβολή φόρου εισοδήματος, κερδών ή υπεραξίας στον εταίρο της εταιρίας.»

9

Το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 90/434 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να εφαρμόσει το σύνολο ή μέρος των διατάξεων του τίτλου ΙΙ της οδηγίας αυτής ή να άρει τα προκύπτοντα από τις διατάξεις αυτές ευεργετήματα όταν η πράξη της ανταλλαγής μετοχών έχει ως κύριο στόχο ή ως έναν από τους κυρίους στόχους τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή.

Η γερμανική νομοθεσία

10

Το άρθρο 23, παράγραφος 4, του νόμου περί φορολογίας των επιχειρηματικών αναδιαρθρώσεων (Umwandlungssteuergesetz), της 28ης Οκτωβρίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 3267, στο εξής: UmwStG), όπως τροποποιήθηκε, διέπει την εισφορά μεριδίων μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά ορίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 90/434, σε άλλη κεφαλαιουχική εταιρία της Ένωσης.

11

Εάν, μετά την εισφορά αυτή, μπορεί να αποδειχθεί ότι η λήπτρια κεφαλαιουχική εταιρία λόγω της μερίδας που κατέχει, συνυπολογιζομένων των εισφερθέντων μεριδίων, έχει άμεσα την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στην εταιρία της οποίας έλαβε μερίδια, η μεν αποτίμηση των μεριδίων που λαμβάνει η κεφαλαιουχική εταιρία που επωφελείται από την εισφορά υπόκειται, κατ’ αναλογία, στο άρθρο 20, παράγραφος 2, πρώτη έως τέταρτη και έκτη περίοδος, του UmwStG, η δε αποτίμηση των νέων μεριδίων που λαμβάνει ο εισφέρων από τη λήπτρια εταιρία διέπεται, κατ’ αναλογία, από το άρθρο 20, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του UmwStG.

12

Δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του UmwStG, η κεφαλαιουχική εταιρία μπορεί να αποτιμήσει την εισφερόμενη εταιρική περιουσία με τη λογιστική αξία της ή με υψηλότερη αξία. Κατά το δεύτερο εδάφιο της διάταξης αυτής, η αποτίμηση βάσει της λογιστικής αξίας επιτρέπεται επίσης και στην περίπτωση που η εισφερόμενη εταιρική περιουσία πρέπει, δυνάμει των κανόνων του εμπορικού δικαίου, να καταχωριστεί στον ισολογισμό με υψηλότερη αξία.

13

Το άρθρο 20, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος του UmwStG ορίζει ότι η αξία με την οποία η κεφαλαιουχική εταιρία αποτιμά την εισφερόμενη εταιρική περιουσία εκλαμβάνεται ως τιμή πώλησης και ως δαπάνη αγοράς εκ μέρους του εισφέροντος τα εταιρικά μερίδια. Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο UmwStG επιβάλλει τον κανόνα της διπλής σύνδεσης βάσει της λογιστικής αξίας, σύμφωνα με τον οποίο ο εισφέρων μπορεί να διατηρήσει τη λογιστική αξία των μεριδίων που αποτέλεσαν αντικείμενο της εισφοράς μόνον αν η κεφαλαιουχική εταιρία η οποία επωφελείται από την εισφορά αυτή αποτιμά η ίδια τα εν λόγω μερίδια με τη λογιστική αξία τους. Ο UmwStG δεν διακρίνει συναφώς μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών εισφορών. Και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14

Η A.T., γερμανική ανώνυμη εταιρία, περιελάμβανε, στον όμιλο εταιριών της την C-GmbH, γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, κατέχοντας το 89,5% των μεριδίων της.

15

Στις 28 Απριλίου 2000, η A.T. εισέφερε τη μερίδα της αυτή στη γαλλική ανώνυμη εταιρία G-SA, έναντι παραδόσεως νέων μετοχών της εν λόγω εταιρίας, οι οποίες αντιπροσώπευαν το 1,47% του εταιρικού κεφαλαίου και προέρχονταν από αύξηση κεφαλαίου. Οι μετοχές αυτές, των οποίων η χρηματιστηριακή αξία μειώθηκε σημαντικά στη συνέχεια, έπρεπε, δυνάμει διατάξεων που αφορούν την εποπτεία του χρηματιστηρίου, να πωληθούν εντός πέντε ετών.

16

Επειδή τα μερίδια του εταιρικού κεφαλαίου της C-GmbH που κατείχε η μητρική εταιρία Α.Τ. αποτιμήθηκαν, μετά την πώλησή τους, στον εμπορικό και φορολογικό ισολογισμό της G-SA όχι βάσει της λογιστικής τους αξίας, όπως αυτή εμφανιζόταν μέχρι τότε στον φορολογικό ισολογισμό της A.T., αλλά βάσει της αγοραίας αξίας τους, όπως αυτή καθορίστηκε στη σύμβαση εισφοράς, το Finanzamt, στηριζόμενο στα άρθρα 23, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, και 20, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του UmwStG, καθώς και σε σχετική εγκύκλιο του Bundesministerium der Finanzen (BMF — Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών), αρνήθηκε, στο πλαίσιο φορολόγησης της A.T. για το έτος 2000, όσον αφορά τα μερίδια του κεφαλαίου της G-SA που αυτή απόκτησε, τη διατήρηση των ιστορικών λογιστικών αξιών των εκχωρηθέντων μεριδίων της C-GmbH. Η Finanzamt έκρινε, επομένως, την πράξη εισφοράς φορολογητέα και, κατά συνέπεια, επέβαλε φόρο επί της υπεραξίας της εισφοράς, δηλαδή επί της διαφοράς μεταξύ του αρχικού ποσού αγοράς των μεριδίων της C-GmbH και της αγοραίας αξίας τους.

17

Η ένδικη προσφυγή που άσκησε η A.T. κατά των φορολογικών αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων αυτών έγινε δεκτή σε πρώτο βαθμό. Κατόπιν αυτού, το Finanzamt άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Το δικαστήριο αυτό εκτιμά ότι, κατ’ εφαρμογήν του UmwStG, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή της A.T. Πράγματι, σύμφωνα με τον UmwStG, τα αποκτηθέντα μερίδια στο κεφάλαιο της C-GmbH έπρεπε να αποτιμηθούν βάσει της λογιστικής αξίας τους στον ισολογισμό της G-SA, κάτι το οποίο ήταν, άλλωστε, δυνατό σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο.

18

Έχοντας, ωστόσο, αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο της επιβαλλόμενης διπλής σύνδεσης βάσει της λογιστικής αξίας στην περίπτωση διασυνοριακών εισφορών, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Αντιβαίνει προς το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας [90/434], η φορολογική νομοθεσία κράτους μέλους κατά την οποία, σε περίπτωση εισφοράς των μεριδίων κεφαλαιουχικής εταιρίας της ΕΕ σε άλλη κεφαλαιουχική εταιρία της ΕΕ, είναι δυνατή για τον εισφέροντα η διατήρηση των λογιστικών αξιών των εισφερομένων μεριδίων μόνον εάν η λήπτρια κεφαλαιουχική εταιρία υπολογίζει τα εισφερόμενα μερίδια με τις λογιστικές τους αξίες [“διπλή σύνδεση βάσει της λογιστικής αξίας” (doppelte Buchwertverknüpfung)];

2)

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Αντιβαίνει η υφισταμένη νομική κατάσταση στα άρθρα 43 EΚ και 56 EΚ, καίτοι “η διπλή σύνδεση βάσει της λογιστικής αξίας” απαιτείται και κατά την εισφορά των μεριδίων κεφαλαιουχικής εταιρίας και σε μία απεριορίστως φορολογούμενη κεφαλαιουχική εταιρία;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

19

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434 αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία η ανταλλαγή μετοχών συνεπάγεται την επιβολή επί των εταίρων της αποκτώμενης εταιρίας φόρου επί της υπεραξίας της εισφοράς, δηλαδή επί της διαφοράς μεταξύ του αρχικού ποσού αγοράς των εισφερομένων μεριδίων και της αγοραίας αξίας τους, εκτός αν η αποκτώσα εταιρία εμφανίσει την ιστορική λογιστική αξία των εισφερομένων μεριδίων στον φορολογικό ισολογισμό της.

20

Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/434, η εισφορά, στην περίπτωση ανταλλαγής μετοχών, τίτλων παραστατικών του εταιρικού κεφαλαίου της αποκτώσας εταιρίας σε εταίρο της αποκτώμενης εταιρίας έναντι τίτλων παραστατικών του εταιρικού κεφαλαίου αυτής της δεύτερης εταιρίας, δεν πρέπει, αυτή καθαυτή, να συνεπάγεται φορολόγηση του εισοδήματος, των κερδών ή της υπεραξίας του εταίρου αυτού.

21

Με αυτή την επιταγή φορολογικής ουδετερότητας έναντι των εταίρων της αποκτώμενης εταιρίας, η οδηγία 90/434 σκοπεί, όπως προκύπτει από την πρώτη και την τέταρτη αιτιολογική της σκέψη, στο να διασφαλιστεί ότι η ανταλλαγή μετοχών εταιριών διαφορετικών κρατών μελών δεν θα εμποδίζεται από ειδικούς περιορισμούς, μειονεκτήματα ή στρεβλώσεις που απορρέουν από τις φορολογικές διατάξεις των κρατών μελών.

22

Ωστόσο, η επιταγή αυτή της φορολογικής ουδετερότητας δεν είναι απαλλαγμένη αιρέσεων. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 90/434, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου υπό την προϋπόθεση ότι ο εταίρος δεν θα αποδώσει, στους τίτλους που λαμβάνει ως αντάλλαγμα, μεγαλύτερη φορολογική αξία από όση είχαν οι ανταλλασσόμενοι τίτλοι ευθύς πριν την ανταλλαγή μετοχών.

23

Πάντως, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής και, ιδίως, από το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σύμφωνα με την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης γερμανική ρύθμιση, ο εταίρος της αποκτώμενης εταιρίας μπορεί να διατηρήσει, για τους τίτλους που λαμβάνει ως αντάλλαγμα, τη λογιστική αξία των εισφερομένων μεριδίων μόνον αν η αποκτώσα εταιρία αποτιμά επίσης τα εν λόγω μερίδια με την ιστορική λογιστική αξία τους.

24

Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται συναφώς ότι η επιταγή αυτή της διπλής σύνδεσης βάσει της λογιστικής αξίας είναι συμβατή προς την οδηγία 90/434, η οποία, διά της σιωπής της όσον αφορά την αποτίμηση των εισφερομένων μεριδίων στον ισολογισμό της αποκτώσας εταιρίας, αφήνει στα κράτη μέλη ένα περιθώριο για τη μεταφορά των διατάξεών της στην εσωτερική έννομη τάξη.

25

Μια τέτοιου είδους ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

26

Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, από την επιτακτική και σαφή διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434, ουδόλως προκύπτει βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να αφήσει στα κράτη μέλη περιθώριο για τη μεταφορά των διατάξεών της στην εσωτερική έννομη τάξη, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να υπαγάγουν σε συμπληρωματικές προϋποθέσεις τη φορολογική ουδετερότητα που προβλέπεται υπέρ των εταίρων της αποκτώμενης εταιρίας.

27

Εξάλλου, η παροχή στα κράτη μέλη ενός τέτοιου περιθωρίου θα ήταν αντίθετη προς τον ίδιο τον σκοπό της οδηγίας αυτής, όπως αυτός προκύπτει ήδη από τον τίτλο της και, μεταξύ άλλων, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της, ο οποίος συνίσταται στη θέσπιση ενός κοινού φορολογικού καθεστώτος αντί της επέκτασης σε κοινοτικό επίπεδο των εσωτερικών ρυθμίσεων που ισχύουν στα κράτη μέλη, διότι οι διαφορές μεταξύ των ρυθμίσεων αυτών είναι ενδεχόμενο να προκαλέσουν στρεβλώσεις.

28

Επιπλέον, η υπαγωγή της φορολογικής ουδετερότητας μιας ανταλλαγής μετοχών που αφορά εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών, όπως προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434, στη συμπληρωματική προϋπόθεση της εκ μέρους της αποκτώσας εταιρίας εμφανίσεως της ιστορικής λογιστικής αξίας των εισφερομένων μεριδίων στον φορολογικό ισολογισμό της θα ήταν αντίθετη προς τον σκοπό της οδηγίας αυτής, ο οποίος συνίσταται στην εξάλειψη των φορολογικών εμποδίων στις διασυνοριακές αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων, διασφαλίζοντας τη μη φορολόγηση ενδεχόμενων αυξήσεων της αξίας εταιρικών μεριδίων, πριν όντως αυτές αποκομισθούν (βλ., σχετικώς, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, C-321/05, Kofoed, Συλλογή 2007, σ. I-5795, σκέψη 32).

29

Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης γερμανική ρύθμιση συμβάλλει στον σκοπό της οδηγίας 90/434, που συνίσταται στην αναβολή της φορολόγησης και όχι στην οριστική φοροαπαλλαγή. Η επιταγή της διπλής σύνδεσης βάσει της λογιστικής αξίας στην περίπτωση διασυνοριακής ανταλλαγής μεριδίων σκοπεί ακριβώς στο να εμποδίσει την αποφυγή της ενιαίας φορολόγησης διά της μεταβιβάσεως μεριδίων εκτός συνόρων, με αποτέλεσμα την πλήρη διαφυγή από τον φόρο της εκχώρησης μεριδίων, όσον αφορά τόσο την αλλοδαπή αποκτώσα εταιρία όσο και την ημεδαπή εισφέρουσα εταιρία.

30

Στο μέτρο που η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης γερμανική ρύθμιση είναι αναγκαία προκειμένου να προληφθεί, ακόμη και σε χρόνο μεταγενέστερο της ανταλλαγής μεριδίων, η οριστική αποφυγή της φορολόγησης, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να χορηγούν τα προβλεπόμενα από την οδηγία 90/434 φορολογικά πλεονεκτήματα στην περίπτωση πράξεων ανταλλαγής μετοχών του άρθρου 2, στοιχείο δ’, αυτής, εκτός αν κύριος στόχος ή ένας από τους κύριους στόχους των πράξεων αυτών είναι η φοροδιαφυγή ή η φοροαποφυγή υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της εν λόγω οδηγίας (απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem, Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψη 40).

31

Πάντως, κατ’ εξαίρεση και σε ορισμένες μόνον περιπτώσεις τα κράτη μέλη μπορούν, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 90/434, να αρνηθούν να εφαρμόσουν το σύνολο ή μέρος των διατάξεων της οδηγίας αυτής ή να άρουν τα προκύπτοντα από τις διατάξεις αυτές ευεργετήματα (προπαρατεθείσα απόφαση Kofoed, σκέψη 37). Οι αρμόδιες εθνικές αρχές, προκειμένου να εξακριβώσουν αν η σχεδιαζόμενη πράξη αποβλέπει σε τέτοιο στόχο, δεν μπορούν να αρκούνται στην εφαρμογή γενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων, αλλά πρέπει να προβαίνουν σε συνολική εξέταση της πράξεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (προπαρατεθείσα απόφαση Leur-Bloem, σκέψη 41).

32

Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η φορολογική ρύθμιση ενός κράτους μέλους η οποία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, αρνείται γενικώς να παράσχει τα φορολογικά πλεονεκτήματα που προβλέπει η οδηγία 90/434 στις πράξεις ανταλλαγής μετοχών που καλύπτονται από αυτή, για τον λόγο και μόνον ότι η αποκτώσα εταιρία δεν αποτίμησε στον φορολογικό ισολογισμό της τα εισφερόμενα μερίδια με την ιστορική λογιστική αξία τους, δεν μπορεί να στηρίζεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της οδηγίας 90/434 και, συναφώς, να θεωρηθεί συμβατή προς αυτή.

33

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι, χωρίς να αντικρουστεί στο σημείο αυτό από τη Γερμανική Κυβέρνηση, η A.T. ισχυρίζεται, με τις παρατηρήσεις της, ότι η επίμαχη ανταλλαγή μετοχών στην υπόθεση της κύριας δίκης έλαβε χώρα μόνο για την τήρηση των αμερικανικών χρηματιστηριακών διατάξεων και ότι η G-SA διατήρησε έως τότε τα μερίδια της C-GmbH που είχε αποκτήσει.

34

Καθόσον η επίμαχη ρύθμιση στην υπόθεση της κύριας δίκης σκοπεί, όπως υποστήριξε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όχι μόνον στο να αποφευχθούν οι καταχρήσεις αλλά και στο να καταστεί δυνατή η φορολόγηση στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται η ύπαρξη κενού στο σύστημα φορολόγησης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η παροχή σε ορισμένο κράτος μέλος της δυνατότητας να καλύψει μονομερώς τέτοιου είδους κενά, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι υπάρχουν αυτά, θα έθετε σε κίνδυνο την εκπλήρωση του σκοπού της οδηγίας 90/434 ο οποίος, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 27, συνίσταται στη θέσπιση ενός κοινού φορολογικού καθεστώτος.

35

Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η ίδια η οδηγία 90/434 σκοπεί, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, στη διασφάλιση των δημοσιονομικών συμφερόντων του κράτους της αποκτώμενης εταιρίας. Ειδικότερα, το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/434 προβλέπει ότι η εφαρμογή της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να φορολογούν το κέρδος που προκύπτει από τη μεταγενέστερη πώληση των τίτλων που αποκτήθησαν ακριβώς όπως και το κέρδος που προκύπτει από την πώληση των τίτλων που υπήρχαν πριν από την απόκτηση.

36

Πάντως, όπως παρατηρεί η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το γεγονός ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το χρηματιστηριακό δίκαιο αναγκάζει την A.T. να προβεί σε μεταγενέστερες πωλήσεις των μεριδίων που έλαβε ως αντάλλαγμα και ότι η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών της G-SA μειώθηκε σημαντικά δεν δικαιολογεί η ανταλλαγή μεριδίων και μόνον να αποτελέσει τον γενεσιουργό λόγο της φορολόγησης, καθόσον κατά την ημερομηνία αυτή δεν είχαν ακόμη όντως προκύψει τα τότε ακόμη λανθάνοντα αποθεματικά.

37

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως παραδέχεται η Γερμανική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο φορολόγησης της μεταγενέστερης πωλήσεως των εισφερομένων μεριδίων, δεν επωφελήθηκε η γερμανική φορολογική αρχή από τη μεταφορά υπέρ της αποκτώσας εταιρίας, της ιστορικής λογιστικής αξίας των εν λόγω μεριδίων, αλλά επωφελήθηκε περισσότερο η γαλλική φορολογική αρχή, γεγονός το οποίο καθιστά ακόμη λιγότερο εμφανές το συμφέρον της γερμανικής νομοθεσίας να επιβάλει μια τέτοιου είδους προϋπόθεση.

38

Είναι, άλλωστε, πολύ δυσκολότερο να διαπιστωθεί ένα πραγματικό συμφέρον για την επιβολή της προϋποθέσεως αυτής της διπλής σύνδεσης της ιστορικής λογιστικής αξίας των εισφερομένων μεριδίων, καθόσον, όπως επισήμαναν η A.T. και η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις τους και επιβεβαίωσε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο UmwStG τροποποιήθηκε εν τω μεταξύ με αποτέλεσμα η εν λόγω προϋπόθεση να μην εφαρμόζεται από το 2007 στις ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών.

39

Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434 αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία η ανταλλαγή μετοχών συνεπάγεται τη φορολόγηση, στο πρόσωπο των εταίρων της αποκτώμενης εταιρίας, της υπεραξίας της εισφοράς που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του αρχικού ποσού αγοράς των εισφερομένων μεριδίων και της αγοραίας αξίας τους, εκτός αν η αποκτώσα εταιρία εμφανίσει την ιστορική λογιστική αξία των εισφερομένων μεριδίων στον φορολογικό ισολογισμό της.

40

Δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

41

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών αποκλείει νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία η ανταλλαγή μετοχών συνεπάγεται τη φορολόγηση, στο πρόσωπο των εταίρων της αποκτώμενης εταιρίας, της υπεραξίας της εισφοράς που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του αρχικού ποσού αγοράς των εισφερομένων μεριδίων και της αγοραίας αξίας τους, εκτός αν η αποκτώσα εταιρία εμφανίσει την ιστορική λογιστική αξία των εισφερομένων μεριδίων στον φορολογικό ισολογισμό της.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top