EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62000CC0212

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 7ης Ιουνίου 2001.
Salvatore Stallone κατά Office national de l'emploi (ONEM).
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal du travail de Mons - Βέλγιο.
Κοινωνική ασφάλιση διακινούμενων εργαζομένων - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 - Επίδομα ανεργίας - Προϋπόθεση συγκατοικήσεως του ανέργου με τα μέλη της οικογένειας των οποίων η συντήρηση τον βαρύνει.
Υπόθεση C-212/00.

European Court Reports 2001 I-07625

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2001:320

62000C0212

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano της 7ης Ιουνίου 2001. - Salvatore Stallone κατά Office national de l'emploi (ONEM). - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal du travail de Mons - Βέλγιο. - Κοινωνική ασφάλιση διακινούμενων εργαζομένων - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 - Επίδομα ανεργίας - Προϋπόθεση συγκατοικήσεως του ανέργου με τα μέλη της οικογένειας των οποίων η συντήρηση τον βαρύνει. - Υπόθεση C-212/00.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-07625


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


I - Εισαγωγή

1. Είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο η νομοθεσία κράτους μέλους που εξαρτά τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας με τον ευνοϊκό συντελεστή του «αρχηγού οικογενείας» από τον όρο της συγκατοικήσεως του ενδιαφερομένου με άλλα μέλη της οικογένειας και, ως εκ τούτου, δεν λαμβάνει υπόψη τα μέλη της οικογένειας που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος; Αυτό είναι κατ' ουσίαν το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Tribunal du travail de Mons (Βέλγιο) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο), δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, και το οποίο αφορά, ειδικότερα, την ερμηνεία των άρθρων 1, στοιχείο στ_, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 98, στο εξής: κανονισμός 1408/71), τόσο υπό τη μορφή που είχε ο κανονισμός αυτός την 1η Δεκεμβρίου 1990 όσο και υπό τη μορφή που έλαβε αφού τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 28, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 118/97), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1997.

ΙΙ - Νομικό πλαίσιο

Α - Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση

2. Η σχετική εν προκειμένω διάταξη είναι κυρίως το άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 118/97. Η διάταξη αυτή είναι κατ' ουσίαν όμοια με το πρώην άρθρο 1, στοιχείο στ_, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1390/81 του Συμβουλίου, της 12ης Μα_ου 1981, περί επέκτασης στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (EE L 143, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1390/81). ρος αποφυγή συγχύσεως διευκρινίζω ότι, καθόσον αφορά τις παρούσες προτάσεις, οι παραπομπές στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, δηλαδή στην αρχική αρίθμηση της διατάξεως, πρέπει να θεωρούνται ως παραπομπές στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, και μόνον.

3. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής:

«ως "μέλος της οικογένειας" νοείται κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία, δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές, ή, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 22, παράγραφος 1, περίπτωση α_, και το άρθρο 31, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί· πάντως, αν οι νομοθεσίες αυτές θεωρούν ως μέλος της οικογένειας ή του νοικοκυριού μόνον το πρόσωπο που ζει υπό τη στέγη του μισθωτού ή μη μισθωτού, ο όρος αυτός θεωρείται ότι πληρούται όταν η συντήρηση του εν λόγω προσώπου, βαρύνει κυρίως τον εργαζόμενο μισθωτό ή μη μισθωτό [...].»

4. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, διάταξη που δεν τροποποιήθηκε, προβλέπει τα εξής:

«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»

5. Για τον υπολογισμό των παροχών ανεργίας, το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο επίσης δεν τροποποιήθηκε, έχει ως εξής:

«Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου προβλέπει ότι το ποσό των παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, λαμβάνει υπόψη και τα μέλη της οικογένειας του ενδιαφερομένου που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, σαν να κατοικούσαν στο έδαφος του αρμοδίου κράτους. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει αν, στη χώρα κατοικίας των μελών της οικογένειας, άλλο πρόσωπο έχει δικαίωμα παροχών ανεργίας για τον υπολογισμό των οποίων λαμβάνονται υπόψη τα μέλη της οικογένειας» .

6. Τέλος, πρέπει επίσης να υπομνηστεί, έστω αναφορικά με τις οικογενειακές παροχές και μόνον, το άρθρο 74 του κανονισμού 1408/71, με τη διατύπωση που προκύπτει από τον κανονισμό 118/97 (όμοιο κατ' ουσίαν με το πρώην άρθρο 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1390/81), το οποίο έχει ως εξής:

«Ο άνεργος μισθωτός ή μη μισθωτός που λαμβάνει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού [...]» .

Β - Η εθνική κανονιστική ρύθμιση

7. Βάσει του άρθρου 66 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, περί ανεργίας (Moniteur belge της 31ης Δεκεμβρίου 1991, σ. 29888, στο εξής: βασιλικό διάταγμα), το επίδομα ανεργίας χορηγείται αποκλειστικά στους ανέργους που πράγματι κατοικούν στο βελγικό έδαφος. Επιπλέον, για όσους «έχουν οικογενειακά βάρη», το επίδομα χορηγείται με ευνοϊκότερο συντελεστή, τον λεγόμενο συντελεστή «αρχηγού οικογενείας». Συναφώς, το άρθρο 110, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος έχει ως εξής :

«Ως "εργαζόμενος με οικογενειακά βάρη" νοείται ο εργαζόμενος που:

1) συγκατοικεί με σύζυγο που δεν διαθέτει ούτε επαγγελματικό εισόδημα ούτε υποκατάσταστο εισόδημα· σε αυτή την περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη η ενδεχόμενη ύπαρξη εισοδημάτων άλλων προσώπων που συγκατοικούν με τον εργαζόμενο.

2) δεν συγκατοικεί με σύζυγο αλλά συγκατοικεί αποκλειστικά με:

α) ένα ή περισσότερα τέκνα, υπό τον όρο ότι δικαιούται οικογενειακού επιδόματος για τουλάχιστο ένα από αυτά ή ότι κανένα από αυτά δεν διαθέτει επαγγελματικό εισόδημα ή υποκατάστατο εισόδημα·

β) ένα ή περισσότερα τέκνα και άλλους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού, υπό τον όρο ότι δικαιούται οικογενειακού επιδόματος για τουλάχιστο ένα από αυτά τα τέκνα και ότι οι άλλοι συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας δεν διαθέτουν επαγγελματικό εισόδημα ή υποκατάστατο εισόδημα·

γ) έναν ή περισσότερους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού που δεν διαθέτουν ούτε επαγγελματικό εισόδημα ούτε υποκατάστατο εισόδημα·

3) κατοικεί μόνος και είναι υπόχρεος διατροφής βάσει είτε δικαστικής αποφάσεως είτε συμβολαιογραφικού εγγράφου που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού κοινή συναινέσει».

8. Επιπλέον, το άρθρο 114, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος προβλέπει τα εξής:

«Το βασικό ημερήσιο ποσό του επιδόματος ανεργίας, για τον εργαζόμενο με οικογενειακά βάρη, προσαυξάνεται, για όσο διάστημα είναι άνεργος, λόγω απώλειας του μοναδικού εισοδήματος, κατά το 5 % των μέσων ημερήσιων αποδοχών» .

9. Όσον αφορά την έννοια της «συγκατοίκησης», στην οποία στηρίζεται το άρθρο 110 του βασιλικού διατάγματος, το άρθρο 59 της υπουργικής αποφάσεως, της 26ης Νοεμβρίου 1991, για τη θέσπιση διατάξεων εφαρμογής του βασιλικού διατάγματος (Moniteur belge της 25ης Ιανουαρίου 1992, σ. 1593), έχει ως εξής:

«Ως συγκατοίκηση νοείται η συνύπαρξη δύο ή περισσοτέρων προσώπων υπό την ίδια στέγη και η κατά κανόνα από κοινού ρύθμιση των ζητημάτων του νοικοκυριού.

Θεωρείται επίσης ότι συγκατοικούν τα μέλη του νοικοκυριού που:

1) υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία ή υπηρετούν θητεία αντιρρησία συνειδήσεως·

2) διατρέχουν τους δώδεκα πρώτους μήνες φυλακίσεως, περιορισμού ή εγκλεισμού σε ίδρυμα για ψυχασθενείς·

3) έχουν προσωρινά άλλη κατοικία για επαγγελματικούς λόγους.»

ΙΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα

10. Ο S. Stallone, Ιταλός υπήκοος, απέκτησε για πρώτη φορά δικαίωμα για επίδομα ανεργίας στο Βέλγιο στις 20 Φεβρουαρίου 1978, αφού είχε εργαστεί στο κράτος αυτό από τις 16 Μα_ου 1977 έως τις 19 Φεβρουαρίου 1978. Από τη δικογραφία της παρούσας υποθέσεως προκύπτει ότι ο S. Stallone, αφού έλαβε, για την περίοδο 1991 έως 1993, το επίδομα αυτό με τον συντελεστή που προβλέπεται για τα πρόσωπα χωρίς οικογενειακά βάρη, υπέβαλε στις 20 Σεπτεμβρίου 1993 στο Office national de l'emploi (εθνικό γραφείο απασχόλησης) (στο εξής: ONEM) αίτηση για τη χορήγηση των επιδομάτων αυτών με τον συντελεστή «αρχηγού οικογενείας», διευκρινίζοντας ότι, μολονότι η σύζυγός του και τα τέκνα του κατοικούσαν στην Ιταλία από το 1991, εξακολουθούσε να φέρει το βάρος της συντηρήσεώς τους. Το ΟΝΕΜ, καθού στην υπόθεση της κύριας δίκης, απέρριψε την αίτηση αυτή στηριζόμενο στις προαναφερθείσες εθνικές διατάξεις, ιδίως στο άρθρο 110 του βασιλικού διατάγματος. Ο S. Stallone πληροφορήθηκε την απόρριψη της αιτήσεώς του την 1η Δεκεμβρίου 1993, όταν παρουσιάστηκε στα γραφεία του αρμόδιου φορέα για την πληρωμή.

11. Κατόπιν τούτου, στις 2 Δεκεμβρίου 1993 ο S. Stallone υπέβαλε την παρούσα προσφυγή κατά της απορριπτικής αποφάσεως. Λόγω της προφανούς αντιθέσεως μεταξύ της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία για τον υπολογισμό του ποσού των παροχών ανεργίας απαγορεύει την προϋπόθεση κατοικίας των μελών της οικογένειας στο έδαφος του αρμόδιου κράτους μέλους, και της βελγικής νομοθεσίας περί ανεργίας, η οποία εξαρτά ουσιαστικά τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος με συντελεστή «αρχηγού οικογενείας» από την κατοικία των μελών της οικογενείας του ενδιαφερομένου στο βελγικό έδαφος, το εθνικό δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιβαίνει το άρθρο 110, παράγραφος 1, σημεία 1 και 2, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, περί ανεργίας, στο πρωτογενές και στο παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο, ειδικότερα δε στα άρθρα 1, στοιχείο στ_, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, ως έχουν σήμερα ή ως είχαν κατά την περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 1990 έως σήμερα, καθόσον η εθνική αυτή νομοθετική διάταξη εξαρτά τη χορήγηση ευνοϊκότερου επιδόματος ανεργίας από τον όρο της συγκατοικήσεως με ορισμένα μέλη της οικογένειας και όχι αποκλειστικά από τον όρο της κύριας ή ουσιαστικής επιβάρυνσης με τη συντήρησή τους;»

IV - Νομική ανάλυση

Α - Εισαγωγή

12. Με το μοναδικό αυτό προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν μια εθνική διάταξη βάσει της οποίας η χορήγηση επιδόματος ανεργίας με ευνοϊκό συντελεστή (τον λεγόμενο συντελεστή «αρχηγού οικογενείας») στους ανέργους με οικογενειακά βάρη εξαρτάται από τη συγκατοίκηση του ανέργου με τα μέλη της οικογένειάς του στο έδαφος του αρμόδιου κράτους μέλους αντίκειται στα άρθρα 1, στοιχείο στ_, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυαν αρχικά καθώς και μετά από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 118/97. Όπως επισήμανα ήδη, οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 1408/71 έμειναν σχεδόν αμετάβλητες κατά την περίοδο που κυρίως ενδιαφέρει το εθνικό δικαστήριο, ήτοι από την 1η Δεκεμβρίου 1990 μέχρι σήμερα, οπότε η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δεν επηρεάζεται από τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο κανονισμός 118/97.

Β - Η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71

13. Η Βελγική Κυβέρνηση αντιτάσσει, εκ προοιμίου, ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι η κατάσταση του S. Stallone είναι αμιγώς εσωτερική ενός κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, ο S. Stallone απέκτησε δικαίωμα για επίδομα ανεργίας λόγω της μισθωτής εργασίας που άσκησε αποκλειστικά στο Βέλγιο και δήλωσε, με την αίτηση για τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας, ότι κατοικούσε στο Βέλγιο με τη σύζυγό του και ένα από τα τέκνα του. εραιτέρω, η ιδιότητα του διακινούμενου εργαζομένου δεν μπορεί να του αποδοθεί από το γεγονός και μόνον ότι η οικογένειά του επέστρεψε στην Ιταλία.

14. Θεωρώ ωστόσο ότι η αντίρρηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κανονισμοί περί συντονισμού στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως δεν περιορίζονται «μόνο στους stricto senso διακινούμενους εργαζομένους ή μόνο στις μετακινήσεις που συνδέονται με την άσκηση της εργασίας τους» , αλλά εφαρμόζονται σε όλους τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι ασφαλισμένοι σε συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που έχουν θεσπιστεί για τους μισθωτούς εργαζομένους. Το Δικαστήριο συνεχίζει διαπιστώνονας ότι (πράγμα το οποίο υπενθύμισε και η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση) το άρθρο 1, στοιχείο α_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ως εργαζόμενο, για την εφαρμογή του κανονισμού αυτού, «κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς» · το δε άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει ότι ο κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς εργαζομένους οι οποίοι «υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη». Επιπλέον, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71, στην αρχική του διατύπωση, οι κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως, τους οποίους περιέχει ο κανονισμός, ισχύουν επίσης για την περίπτωση που τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου μετακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας. Συνεπώς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένας εργαζόμενος, όπως ο S. Stallone, που λαμβάνει επίδομα ανεργίας σε ένα κράτος μέλος και είναι, ως εκ τούτου, «ασφαλισμένος» υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, η δε οικογένειά του έχει επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ακόμα και αν έχει εργαστεί μόνο στο κράτος μέλος που χορηγεί το επίδομα .

Γ - Οι αρχές που απορρέουν από τη σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση

15. Όσον αφορά την ουσία του ερωτήματος, πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι η νομική βάση του κανονισμού 1408/71 είναι το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 42 ΕΚ), το οποίο εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να λάβει μέτρα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως για να διευκολύνει, και στον τομέα αυτό, την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, όπως αυτή θεσπίζεται με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ). Ο σκοπός στην ουσία είναι να παρασχεθεί στον εργαζόμενο η εγγύηση ότι το δικαίωμά του για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως δεν θα υποστεί αδικαιολόγητους περιορισμούς σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταναστεύσεώς του, ώστε ο φόβος των περιορισμών αυτών να μην αποθαρρύνει και να μην παρακωλύει την άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας .

16. ρος επίτευξη του αποτελέσματος αυτού, οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου διαπνέονται, και στον τομέα αυτόν, από τη θεμελιώδη αρχή που διέπει τις ελευθερίες που θεσπίζει η Συνθήκη ΕΚ, ήτοι από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, αναφέροντας ρητά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ διακινούμενων εργαζομένων και υπηκόων του κράτους μέλους υποδοχής, καθιερώνει απλώς και μόνον, στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, την αρχή που θεσπίζουν το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, και, με γενικότερη διατύπωση, το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ (αρχικά άρθρο 7 της Συνθήκης, στη συνέχεια, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 12 ΕΚ), που απαγορεύει ακριβώς κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας.

17. Είναι γνωστό και αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει εξαιρετικά ευρύ περιεχόμενο, το οποίο υπερβαίνει την απλή απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας και εκτείνεται σε όλους τους περιορισμούς που θίγουν τον εργαζόμενο (και, γενικά, τον δικαιούχο των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας) για τον λόγο και μόνον ότι άσκησε την ελευθερία αυτή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πλούσια και πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «[η αρχή] της ίσης μεταχειρίσεως, [της οποίας το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, συνιστά συγκεκριμένη έκφραση], απαγορεύει όχι μόνον τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις, που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα» . Η ίση μεταχείριση δηλαδή πρέπει να διασφαλίζεται πλήρως και συνεπάγεται, επομένως, την αυστηρή απαγόρευση κάθε εθνικού μέτρου που εμποδίζει ή παρεμβάλλει εμπόδια, νομικά ή πραγματικά, στην άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας, αποκλειστικά ή προεχόντως σε βάρος των κοινοτικών υπηκόων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, είτε το μέτρο αυτό παράγει το εν λόγω αποτέλεσμα άμεσα και πρόδηλα είτε συνιστά έμμεση ή συγκεκαλυμμένη διάκριση .

18. Σ' αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται μια σειρά διατάξεων του κανονισμού 1408/71, όπως ακριβώς τα ισχύοντα σήμερα άρθρα 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, 68, παράγραφος 2, 73 και 74, σκοπός των οποίων είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να μπορεί ένα κράτος μέλος να αρνηθεί παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως σε διακινούμενο εργαζόμενο για τον λόγο και μόνον ότι τα μέλη της οικογένειάς του κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από αυτό που είναι αρμόδιο για την πληρωμή των παροχών αυτών. Συγκεκριμένα, όπως παρατηρεί η Ισπανική Κυβέρνηση που παρενέβη στην παρούσα υπόθεση, μια τέτοια άρνηση θα αποτελούσε εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία, δεδομένου ότι το πρόβλημα της κατοικίας των μελών της οικογένειας εκτός του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την πληρωμή ορισμένων κοινωνικών παροχών τίθεται συνήθως για τους διακινούμενους εργαζομένους και, επομένως, η αντίθετη λύση θα αποθάρρυνε τον κοινοτικό εργαζόμενο από την άσκηση της ελευθερίας αυτής .

19. Λαμβανομένης υπόψη της έννοιας και του περιεχομένου των σχετικών κοινοτικών κανόνων όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, δεν μου φαίνεται δύσκολο να εκτιμηθεί αν είναι συμβατή με τους κανόνες αυτούς η υπό κρίση βελγική νομοθεσία, ιδίως το άρθρο 110, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος, καθόσον αυτό προβλέπει, για τον υπολογισμό του επιδόματος ανεργίας που καταβάλλεται στους εργαζομένους που πράγματι κατοικούν στο Βέλγιο, ότι ο ευνοϊκότερος συντελεστής του «αρχηγού οικογενείας» χορηγείται μόνον υπό τον όρο ότι ο σύζυγος ή άλλα μέλη της οικογένειας τα οποία συντηρεί ο εργαζόμενος συγκατοικούν μ' αυτόν. Θεωρώ πράγματι ότι η προϋπόθεση αυτή είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με τις προαναφερθείσες γενικές αρχές που ισχύουν στον τομέα αυτό όσο και με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που συγκεκριμενοποιούν τις αρχές αυτές, καθόσον η προϋπόθεση αυτή, μολονότι εφαρμόζεται αδιακρίτως, αποτελεί στην πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη διάκριση σε βάρος των διακινούμενων εργαζομένων, διότι, όπως μόλις υπενθύμισα, αυτοί οι εργαζόμενοι είναι πιθανό να τελούν σε κατάσταση που να αποκλείει την πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής, δηλαδή τα μέλη της οικογένειάς τους να κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος.

20. άντως η Βελγική Κυβέρνηση και το ΟΝΕΜ αντιτάσσουν στο συμπέρασμα αυτό πολυάριθμα επιχειρήματα, που θα εξετάσω τώρα, κάνοντας διάκριση μεταξύ αυτών που αφορούν αποκλειστικά το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και αυτών που στηρίζονται επιπλέον στις ιδιαιτερότητες της επίμαχης βελγικής νομοθεσίας.

Δ - Τα επιχειρήματα που στηρίζονται στο άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71

1. Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως

21. Το ΟΝΕΜ υποστηρίζει, κατ' αρχάς, ότι το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι σκοπός του είναι μόνο να αποφευχθεί η δυσμενής αντιμετώπιση του διακινούμενου εργαζομένου, η οικογένεια του οποίου δεν μπόρεσε να μετοικήσει μαζί του και αναγκάστηκε, ως εκ τούτου, να παραμείνει στη χώρα καταγωγής· η περίπτωση του S. Stallone όμως είναι διαφορετική, διότι πρώτα ο εργαζόμενος μετοίκησε με όλη του την οικογένεια σε άλλο κράτος μέλος και στη συνέχεια τα μέλη της οικογένειάς του επέστρεψαν στη χώρα καταγωγής. Σύμφωνα με το ΟΝΕΜ, στην περίπτωση αυτή όμως δεν υφίσταται κανένας περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία, διότι στο εσωτερικό της Κοινότητας διακινείται η οικογένεια και όχι ο εργαζόμενος.

22. Είναι προφανές ότι το αντεπιχείρημα αυτό επαναλαμβάνει εν μέρει αυτό που μόλις εξέτασα και απέρριψα όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. άντως, εκτός αυτού και εκτός του ότι, όπως θα δούμε, το επιχείρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με άλλα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν προς απόδειξη του συμβατού της εν λόγω βελγικής νομοθεσίας, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν κατάφερα να κατανοήσω πού στηρίζεται η διάκριση στην οποία προβαίνει το ΟΝΕΜ. Δεδομένου ότι στο κείμενο του άρθρου 68, παράγραφος 2, δεν υπάρχει πράγματι καμία ένδειξη, οδηγούμαι στην άποψη ότι η διάκριση αυτή είναι αποτέλεσμα αυθαίρετης ερμηνείας, της οποίας η ορθότητα είναι κατά μείζονα λόγο αμφίβολη, αν ληφθεί υπόψη ότι διαπνέεται από κριτήρια εκ διαμέτρου αντίθετα προς αυτά τα οποία, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να διαπνέουν την ερμηνεία των διατάξεων που αποβλέπουν στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας στην Κοινότητα. Συγκεκριμένα, είναι σαφές ότι η υπό εξέταση θέση έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει εντελώς αδικαιολόγητα το περιεχόμενο μιας διατάξεως που αποβλέπει αντιθέτως, όπως αναγνωρίζει το ίδιο το ΟΝΕΜ, στη διασφάλιση της ελευθερίας αυτής, μειώνοντας τις αρνητικές συνέπειες της ασκήσεώς της στις κάθε άλλο παρά σπάνιες περιπτώσεις που επιφέρει τον χωρισμό των μελών μιας οικογένειας. Από την άποψη αυτή είναι σαφές ότι το χρονικό σημείο του χωρισμού (αν δηλαδή συμπίπτει χρονικά με τη μετοίκηση του εργαζομένου ή έπεται αυτής) δεν ασκεί επιρροή, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τον προορισμό της μετακινήσεως (εντός του κράτους μέλους καταγωγής ή σε άλλο) ή την αιτία της (οικογενειακοί λόγοι, σπουδές, ιατρική περίθαλψη κ.λπ.) .

2. Η δυσχέρεια διενέργειας των ελέγχων που απαιτεί η διάταξη

23. Για να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή του άρθρου 68, παράγραφος 2, στην περίπτωση του S. Stallone, το ΟΝΕΜ επικαλείται ακολούθως τις διοικητικές δυσχέρειες που θα αντιμετώπιζε αν, βάσει της διατάξεως αυτής, χορηγούνταν στους διακινούμενους εργαζόμενους που βρίσκονται στην κατάσταση του S. Stallone επίδομα ανεργίας με συντελεστή «αρχηγού οικογενείας», καθότι ο φορέας αυτός δεν διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για να εξακριβώνει αν ο ενδιαφερόμενος φέρει πράγματι το βάρος της συντηρήσεως των μελών της οικογένειάς του που έχουν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής.

24. Συναφώς υπενθυμίζω καταρχάς ότι, όπως τόνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος του S. Stallone, το άρθρο 84 του κανονισμού 1408/71, με τίτλο «Συνεργασία των αρμόδιων αρχών», προβλέπει ότι, για την εφαρμογή του κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, σαν να επρόκειτο για την εφαρμογή της δικής τους νομοθεσίας. Επομένως το ΟΝΕΜ έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη συνεργασία του αρμόδιου ιταλικού φορέα για να εξακριβώσει αν ο S. Stallone φέρει πράγματι το βάρος της συντηρήσεως των μελών της οικογένείας του. άντως, εκτός αυτού, επιβάλλεται επίσης η παρατήρηση ότι οι δυσχέρειες που επικαλείται το ΟΝΕΜ για την περίπτωση των μελών της οικογένειας ενός κοινοτικού εργαζομένου που επέστρεψαν στη χώρα καταγωγής τους ουδόλως διαφέρουν από αυτές που θα προέκυπταν στην περίπτωση που η οικογένεια αυτή εξ αρχής δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τον διακινούμενο εργαζόμενο, ήτοι στην περίπτωση για την οποία, όπως μόλις υπενθύμισα, το ΟΝΕΜ θεωρεί με βεβαιότητα ότι καλύπτεται από το άρθρο 68, παράγραφος 2. Τέλος, θα ήθελα ακόμα να παρατηρήσω ότι οι προβαλλόμενες δυσχέρειες είναι πολύ πιθανόν λιγότερο σημαντικές από αυτές που πρέπει να αντιμετωπίσει το ΟΝΕΜ για να ελέγξει αν πληρούται η προϋπόθεση της συγκατοικήσεως των μελών της οικογένειας υπό την ίδια στέγη, την οποία, όπως θα δούμε εντός ολίγου, θέτει η βελγική νομοθεσία, καθότι οι σχετικές εξακριβώσεις θα ήταν ενδεχομένως πιο περίπλοκες από αυτές που απαιτούνται για να επαληθευτεί αν πράγματι υφίσταται οικονομική εξάρτηση, οπότε χρειάζεται μόνο να ερευνηθεί αν 4τα μέλη της οικογένειας διαθέτουν ή όχι ίδιους πόρους. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν οι έλεγχοι αυτοί δημιουργούσαν δυσχέρειες όπως αυτές που προβάλλει το ΟΝΕΜ, αυτό δεν δικαιολογεί αφεαυτού διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο· συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο .

Ε - Τα επιχειρήματα που στηρίζονται στην ιδιαιτερότητα της υπό εξέταση βελγικής νομοθεσίας

1. Η σημασία της αποφάσεως Acciardi

25. ρος απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το βελγικό δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό, όπως και άλλοι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία, υπενθύμισαν μια προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου που φαίνεται ότι επιβεβαιώνει πλήρως την άποψη ότι οι εν λόγω βελγικοί κανόνες εισάγουν διακρίσεις. Είναι προφανές ότι αναφέρομαι στην απόφαση Acciardi , στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 68, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1408/71 αντίκειται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της δευτέρας περιόδου της ίδιας αυτής παραγράφου, προς διάταξη [...] δυνάμει της οποίας οι χορηγούμενες σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους παροχές υπολογίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο σύζυγός του ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος» (σκέψη 27). άντως, σύμφωνα με τη Βελγική Κυβέρνηση και το ΟΝΕΜ, η υπόθεση Acciardi έχει δύο σημαντικές διαφορές σε σχέση με την υπό κρίση, με αποτέλεσμα να μην ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι οι δύο αυτές διαφορές αφορούν σημεία στα οποία οι Βέλγοι επέμειναν πολύ, πρέπει να τους δοθεί ιδιαίτερη σημασία.

α) Το ζήτημα του αριθμού των συντηρούμενων μελών της οικογένειας

26. Καταρχάς, κυρίως το ΟΝΕΜ υποστηρίζει ότι η επίδικη στην υπόθεση Acciardi ολλανδική νομοθεσία εξαρτούσε το ποσό των παροχών από τον αριθμό των μελών της οικογένειας που συντηρούσε ο δικαιούχος· επρόκειτο δηλαδή ακριβώς για την περίπτωση που ενέπιπτε στο άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, που αφορά την περίπτωση νομοθεσιών στις οποίες «το ποσό των παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας», οπότε επιβάλλει ρητά τον συνυπολογισμό των μελών της οικογένειας που κατοικούν στο εξωτερικό. Αντιθέτως, σύμφωνα πάντα με το ΟΝΕΜ, το άρθρο 110, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος προβλέπει ότι το επίδομα ανεργίας, άπαξ και χορηγηθεί με συντελεστή «αρχηγού οικογενείας», δεν ποικίλλει πλέον ανάλογα με τον «αριθμό των μελών της οικογένειας» που συγκατοικούν με τον εργαζόμενο, ενώ για τη χορήγησή του αρκεί αυτός να συγκατοικεί έστω και με ένα από τα πρόσωπα που προβλέπει η διάταξη αυτή, το οποίο μάλιστα μπορεί να είναι ξένο προς τον οικογενειακό πυρήνα (όπως μάλιστα είδαμε, το άρθρο 110, παράγραφος 1, καλύπτει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ακόμη και την περίπτωση που ο εργαζόμενος ζει μόνος). Επομένως, το αν τα πρόσωπα αυτά είναι ένα ή περισσότερα και το αν ανήκουν στην οικογένεια είναι αδιάφορο για τη χορήγηση και για το ύψος του εν λόγω κοινωνικού οφέλους, διότι το σημαντικό είναι ότι ο εργαζόμενος δεν συγκατοικεί με πρόσωπο που διαθέτει επαγγελματικό ή υποκατάστατο εισόδημα. Για τον λόγο αυτό, το άρθρο 110, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος ουδόλως εμπίπει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, καθότι το άρθρο αυτό αναφέρεται, το επαναλαμβάνω, μόνο σε νομοθεσίες στις οποίες «το ποσό των παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας».

27. Για να είμαι ειλικρινής, έχω την εντύπωση ότι η επίδικη στην υπόθεση Acciardi ολλανδική νομοθεσία δεν διέφερε στην ουσία πολύ από τη βελγική. Θεωρώ όμως ότι δεν χρειάζεται να επιμείνω στο σημείο αυτό, διότι εκτιμώ ότι, εν πάση περιπτώσει, η μόλις αναφερθείσα άποψη στηρίζεται σε μια αυθαίρετη ερμηνεία του γράμματος του άρθρου 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, η οποία, καθόσον είναι έντονα και αδικαιολόγητα περιοριστική, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τους δηλωμένους στόχους των κοινοτικών κανόνων και ανατρέπει πλήρως τα ερμηνευτικά κριτήρια που το Δικαστήριο έχει επιβάλει από μακρού και κατηγορηματικά σχετικά με τις διατάξεις που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ελευθερίας κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στις εθνικές νομοθεσίες που εξαρτούν το ποσό ενός κοινωνικού οφέλους από τον αριθμό των μελών της οικογένειας την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη όλα τα μέλη της συντηρούμενης οικογένειας, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους· αντιθέτως, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέλη της οικογένειας που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, όταν το γεγονός αυτό ενδέχεται να επηρεάσει την ίδια την αναγνώριση του εν λόγω κοινωνικού οφέλους. Σε μια τέτοια περίπτωση, μια διάταξη η οποία, όπως δέχεται το ΟΝΕΜ, αποβλέπει στην προστασία των διακινούμενων εργαζομένων και, για τον λόγο αυτό, απαγορεύει κάθε περιορισμό στην αύξηση του συντελεστή του επιδόματος λόγω της κατοικίας των μελών της οικογένειας, θα είχε αντίθετα ως αποτέλεσμα να μη χορηγηθεί, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, το όφελος του ευνοϊκού συντελεστή. Δηλαδή, αν τυχόν η βελγική νομοθεσία προέβλεπε μεταβλητό συντελεστή «αρχηγού οικογενείας», ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, για τον υπολογισμό του θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη και τα συντηρούμενα μέλη της οικογένειας που κατοικούν στο εξωτερικό· επειδή όμως ο συντελεστής δεν είναι μεταβλητός, το γεγονός ότι ορισμένα μέλη της οικογένειας κατοικούν στο εξωτερικό μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην άρνηση χορηγήσεώς του. Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα αυτό είναι τόσο παράδοξο, ώστε καθιστά περιττό κάθε άλλο επιχείρημα που θα μπορούσε να προβληθεί για να υπογραμμιστεί ότι η εξεταζόμενη άποψη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το νόημα και το περιεχόμενο της διατάξεως και, γενικότερα, με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί της ελευθερίας κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα, αν από τη λογική του συστήματος και από τα στοιχεία που απορρέουν από τις κανονιστικές διατάξεις (από το ίδιο το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, αλλά και τον ορισμό της έννοιας των μελών της οικογένειας στο προπαρατεθέν άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i) προκύπτει κατηγορηματικά ότι ο εργαζόμενος δεν πρέπει να τυγχάνει δυσμενούς μεταχειρίσεως λόγω της κατοικίας των μελών της οικογένειάς του σε άλλο κράτος μέλος, για μια ερμηνεία συνεπή προς τα στοιχεία αυτά και μη περιοριζόμενη σε λογοπαίγνια πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η μεταβολή του ποσού των παροχών ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, ως «μείζον», εμπεριέχει κατ' ανάγκη το «έλασσον», δηλαδή τη χορήγηση των εν λόγω παροχών.

β) Η προϋπόθεση συγκατοικήσεως

28. Η άλλη διαφορά που, σύμφωνα με τη Βελγική Κυβέρνηση και το ΟΝΕΜ, παρουσιάζει η υπόθεση Acciardi σε σχέση με την υπό κρίση έγκειται στο ότι, μολονότι το νομολογιακό αυτό προηγούμενο αφορούσε εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία εξαρτούσε ρητά το ποσό των παροχών από την κατοικία των μελών της οικογένειας στο κράτος μέλος πληρωμής, η επίδικη στην παρούσα υπόθεση βελγική κανονιστική ρύθμιση θέτει αντιθέτως ως προϋπόθεση τη συγκατοίκηση των μελών της οικογένειας με τον άνεργο στο αρμόδιο κράτος μέλος. Επομένως, πρόκειται για εντελώς διαφορετική προϋπόθεση, που, εν πάση περιπτώσει, δεν συμπίπτει με την προϋπόθεση κατοικίας, διότι ενδέχεται να ελλείπει ακόμα και αν όλοι οι ενδιαφερόμενοι κατοικούν στο ίδιο κράτος. Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, η προϋπόθεση αυτή δεν δημιουργεί καμία διάκριση μεταξύ των διακινούμενων εργαζομένων και των λοιπών εργαζομένων, δεδομένου ότι λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλους τους εργαζόμενους που κατοικούν στο Βέλγιο, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους και του αν τα μέλη της οικογένειας που δεν συγκατοικούν με τον εργαζόμενο κατοικούν στο Βέλγιο ή αλλού.

29. Το πρώτο επιχείρημα που πρέπει να αντιταχθεί στην άποψη αυτή, όπως προβάλλεται και στη διάταξη περί παραπομπής, είναι ότι αντιβαίνει στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71, κανόνα προφανώς γενικής ισχύος στον τομέα αυτό, βάσει του οποίου όλες οι νομοθεσίες που «θεωρούν ως μέλος της οικογένειας ή του νοικοκυριού μόνον το πρόσωπο που ζει υπό τη στέγη» του εργαζομένου πρέπει να θεωρούν ότι ο όρος αυτός πληρούται αφ' ης στιγμής η συντήρηση του εν λόγω προσώπου βαρύνει τον εργαζόμενο. Επομένως, η επιβολή της προϋποθέσεως της συγκατοικήσεως, όπως συμβαίνει με την επίδικη βελγική νομοθεσία, ισοδυναμεί με παράβαση της υποχρεώσεως αυτής.

30. Η Βελγική Κυβέρνηση και το ΟΝΕΜ απαντούν ότι, στην πραγματικότητα, το άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 ουδόλως έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, καθότι η διάταξη αυτή αφορά νομοθεσίες που «θεωρούν ως μέλος της οικογένειας ή του νοικοκυριού μόνο το πρόσωπο που ζει υπό τη στέγη» του εργαζομένου, ενώ η βελγική νομοθεσία επιτρέπει τη χορήγηση του συντελεστή «αρχηγού οικογενείας» ακόμα και σε περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει πράγματι συγκατοίκηση. Αυτό συμβαίνει ιδίως στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, της προπαρατεθείσας υπουργικής αποφάσεως, δηλαδή όταν πρόκειται για πρόσωπα που υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία ή υπηρετούν θητεία για αντιρρησίες συνειδήσεως, είναι φυλακισμένα ή σε ανάλογη κατάσταση ή βρίσκονται προσωρινά στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους.

31. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι το επιχείρημα αυτό, όπως προβλήθηκε, έρχεται σε αντίθεση με αυτό που θα εξετάσω αμέσως μετά και το οποίο, αντίθετα, στηρίζεται ακριβώς στην απαίτηση συγκατοικήσεως για τη χορήγηση του εν λόγω κοινωνικού οφέλους, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη του μια αποφασιστική, κατά την άποψή μου, πτυχή: ότι, στην πραγματικότητα, υπάρχει «συγκατοίκηση» ακόμα και στις ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις, αλλά μόνο από νομικής απόψεως και όχι στην πράξη. Με άλλα λόγια, το άρθρο 59, δεύτερο εδάφιο, της υπουργικής αποφάσεως καθιερώνει νόμιμο τεκμήριο συγκατοικήσεως, που εξομοιώνει τα πρόσωπα που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή με «συγκατοίκους»· επειδή πρόκειται ακριβώς για νόμιμο τεκμήριο, δεν απαιτείται καμία επαλήθευση στην πράξη. Για την ακρίβεια, στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει ασφαλώς συγκατοίκηση στην πράξη, ωστόσο, χάρη στη νομοθετική πρόβλεψη, «λογίζεται» ότι υπάρχει. Αυτό σημαίνει όμως ότι οι προβλεπόμενες περιπτώσεις δεν αποτελούν εξαιρέσεις, αλλά επιβεβαίωση του κανόνα της συγκατοικήσεως, δεδομένου ότι ο νόμος χρησιμοποιεί το εν λόγω κριτήριο για να αντισταθμιστούν οι συνέπειες ορισμένων καταστάσεων και να μη θιγεί, παράλληλα, ο κανόνας αυτός. Επομένως, το άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 έχει πλήρη εφαρμογή και στην υπό εξέταση εθνική νομοθεσία.

32. Εντούτοις η Βελγική Κυβέρνηση και το ΟΝΕΜ αντιτάσσουν ότι, μολονότι η τελευταία αυτή κοινοτική διάταξη κάνει λόγο μόνο για πρόσωπα που ζουν υπό την ίδια στέγη (συμβίωση), η βελγική νομοθεσία κάνει λόγο για συγκατοίκηση· θέτει δηλαδή μια πρόσθετη και διαφορετική προϋπόθεση που προσδιορίζει την προϋπόθεση συμβιώσεως, καθότι δίδει σαφέστερη και αμεσότερη έμφαση στην ιδέα της οικογενειακής «κοινότητας», ήτοι στην ιδέα, την οποία διευκρινίζει το προαναφερθέν άρθρο 59 της υπουργικής αποφάσεως, ενός οικογενειακού πυρήνα, τα μέλη του οποίου όχι μόνο ζουν υπό την ίδια στέγη, αλλά ρυθμίζουν επίσης από κοινού τα οικογενειακά ζητήματα. Θεωρώ πάντως ότι ούτε η διευκρίνιση αυτή, η οποία προβλήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση κατά τη διαδικασία, καθιστά συμβατή τη βελγική νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο.

33. ρέπει καταρχάς να παρατηρήσω ότι, εφόσον η συμβίωση δεν συνιστά αφεαυτής συνώνυμο της «συγκατοικήσεως», όπως αναγνωρίζει η ίδια η βελγική νομοθεσία, το γεγονός της μη συμβιώσεως ομοίως δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την έλλειψη οικογενειακής κοινότητας. Δηλαδή ουδόλως μπορεί να αποκλειστεί ότι τα μέλη ενός οικογενειακού πυρήνα που κατοικούν σε διαφορετικά κράτη μέλη μπορούν εντούτοις να αποτελούν «κοινότητα», αντιμετωπίζοντας και ρυθμίζοντας - κατά τρόπο ασφαλώς πιο δύσκολο λόγω της αποστάσεως, παρ' όλα αυτά εφικτό, ιδίως στις μέρες μας - τα βασικά προβλήματα του οικογενειακού πυρήνα. Θεωρώ ότι, για τον σκοπό αυτό, αποφασιστική σημασία δεν έχει, τελικά, το γεγονός της συμβιώσεως, το οποίο μπορεί αφεαυτού να αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, τεκμήριο, αλλά το animus, η επιθυμία να διασφαλιστεί η ενότητα και η συνοχή της οικογένειας. Υπ' αυτή την έννοια δεν μπορεί μάλιστα να αποκλειστεί ότι μια οικογένεια που αναγκάζεται για νόμιμους λόγους να ζει χωριστά, θέλει όμως να διατηρήσει και να διασφαλίσει την οικογενειακή κοινότητα, μπορεί μερικές φορές να το επιτύχει περισσότερο και καλύτερα από τις οικογένειες που ζουν ή τεκμαίρεται ότι ζουν υπό την ίδια στέγη. Εν πάση περιπτώσει, θα έχει οπωσδήποτε περισσότερες πιθανότητες να το επιτύχει από αυτές που θα είχε - για να πάρουμε ακριβώς ένα παράδειγμα από το άρθρο 59 της υπουργικής αποφάσεως το οποίο προβλήθηκε επανειλημμένα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - μια οικογένεια που περιλαμβάνει μεταξύ των μελών της πρόσωπο φυλακισμένο ή έγκλειστο, ενδεχομένως για πράξη ή έγκλημα κατά της οικογένειάς του, το οποίο ωστόσο η βελγική νομοθεσία θεωρεί εξ ορισμού ως «συγκάτοικο». Ακόμα όμως και αν δεν αναφερθούμε σε τόσο ακραίες, αν και όχι φανταστικές, περιπτώσεις, τα παραδείγματα που αντλούνται από το άρθρο 59 της υπουργικής αποφάσεως αποδεικνύουν ότι η φυσική συμβίωση δεν είναι πάντοτε αναγκαία για να μπορεί να γίνει λόγος για συγκατοίκηση και ότι, αν κρίθηκε αναγκαία η προσφυγή σ' ένα τέτοιο νόμιμο τεκμήριο για την αντιμετώπιση θεμιτών απαιτήσεων, πολλώ μάλλον πρέπει να χρησιμοποιείται το τεκμήριο αυτό στις περιπτώσεις χωρισμών που προκλήθηκαν από την άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας, ώστε η εθνική νομοθεσία να συνάδει προς τους κοινοτικούς κανόνες. Αυτό που θέλω να πω δηλαδή είναι ότι, υπό το φως των αρχών και των εφαρμοστέων στον τομέα αυτό κανόνων, η υπό κρίση βελγική νομοθεσία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απαίτηση συγκατοικήσεως πρέπει να τεκμαίρεται ότι πληρούται, όπως στις περιπτώσεις του άρθρου 59 της υπουργικής αποφάσεως και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο στ_, περίπτωση i, του κανονισμού 1408/71 όσον αφορά τη συμβίωση, και για τα μέλη της οικογένειας ενός διακινούμενου εργαζομένου τα οποία επέστρεψαν στο κράτος καταγωγής τους.

34. Στην αντίθετη περίπτωση, μολονότι κατανοώ τη νομοθετική πολιτική του βελγικού κράτους, δεν μπορώ παρά να επαναλάβω την άποψη που διατύπωσα ήδη ανωτέρω, δηλαδή ότι η προϋπόθεση συγκατοικήσεως πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς την κοινοτική νομοθεσία. Συγκεκριμένα, όπως τόνισαν όλοι οι λοιποί διάδικοι της παρούσας διαδικασίας καθώς και το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια προϋπόθεση ισοδυναμεί στην πράξη με την επιβολή στα μέλη της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου προϋποθέσεως όμοιας (και μάλιστα, από ορισμένες απόψεις, αυστηρότερης) με την προϋπόθεση κατοικίας στο αρμόδιο κράτος μέλος, δηλαδή με την επιβολή περιορισμού τον οποίο απαγορεύει αυστηρά το κοινοτικό δίκαιο όταν πρόκειται για τη χορήγηση κοινωνικού οφέλους στον εργαζόμενο. Επομένως, ισχύουν εν προκειμένω οι ίδιοι λόγοι που οδηγούν στην απαγόρευση της προϋποθέσεως κατοικίας, διότι, παρά τα όσα αντιτάσσουν η Βελγική Κυβέρνηση και το ΟΝΕΜ, η απαίτηση συγκατοικήσεως δεν επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο τους διακινούμενους και τους μη διακινούμενους εργαζομένους και, ως εκ τούτου, περιέχει και αυτή συγκεκαλυμμένη διάκριση στηριζόμενη στην κατοικία.

35. Το ΟΝΕΜ πάντως, όπως ήδη υπενθύμισα, το αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιας διακρίσεως και προβάλλει μάλιστα το αντίθετο επιχείρημα. Συγκεκριμένα θεωρεί ότι σε διακρίσεις οδηγεί η άποψη ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 68, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 εκτείνεται και στους εργαζομένους που βρίσκονται σε κατάσταση όπως αυτή του S. Stallone. Μια τέτοια διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής θα συνεπαγόταν πράγματι διάκριση σε βάρος των Βέλγων εργαζομένων που φέρουν το βάρος συντηρήσεως μελών της οικογένειάς τους τα οποία δεν συγκατοικούν με αυτούς, κατοικούν όμως επίσης στο Βέλγιο· συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς τους διακινούμενους εργαζομένους, οι εργαζόμενοι αυτοί δεν θα δικαιούνταν επίδομα ανεργίας με συντελεστή «αρχηγού οικογενείας». Επειδή όμως η βελγική νομοθεσία χορηγεί τον συντελεστή αυτό υπό τις ίδιες προϋποθέσεις σε όλους τους εργαζομένους, αποφεύγεται μια τέτοια διάκριση.

36. Εκτιμώ πάντως ότι η συλλογιστική αυτή δεν λαμβάνει και πάλι υπόψη το γεγονός ότι οι δύο αυτές καταστάσεις δεν είναι όμοιες και ότι, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, σύμφωνα με τις γνωστές αρχές, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν κατά τον ίδιο τρόπο. Ειδικότερα, η συλλογιστική αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι στη μία περίπτωση υπάρχει μετανάστευση από ένα κράτος μέλος σε άλλο, στην άλλη όμως όχι. Εξάλλου, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, κατά πάγια και πασίγνωστη νομολογία, ότι τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης ΕΚ, όπως και ο κανονισμός 1408/71, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε καταστάσεις των οποίων όλα τα στοιχεία βρίσκονται στο εσωτερικό ενός και μοναδικού κράτους μέλους και ότι, «κατά συνέπεια, η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων δεν μπορεί να [τύχει εφαρμογής] στην περίπτωση εργαζομένων που ουδέποτε έχουν ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας» . Επομένως, η ρύθμιση αυτή δεν εμποδίζει τη μη παροχή στον μη διακινούμενο εργαζόμενο οφέλους το οποίο δικαιούται, στο ίδιο κράτος μέλος, ο εργαζόμενος άλλου κράτους μέλους για τον λόγο ακριβώς ότι είναι διακινούμενος .

37. Τελικά πιστεύω ότι μπορώ να προτείνω, κατόπιν όσων παρατήρησα μέχρι εδώ, ότι οι εθνικές διατάξεις, τις οποίες αφορά το προδικαστικό ερώτημα, ενέχουν διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο.

V - ρόταση

38. Κατόπιν των προεκτεθέντων προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

«Οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου και, ειδικά, τα άρθρα 1, στοιχείο στ_, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, τόσο υπό την αρχική μορφή τους όσο και υπό τη μορφή που έλαβαν κατόπιν των τροποποιήσεων και ενημερώσεων που επέφερε ο κανονισμός (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σ' αυτούς, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 68, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, η νομοθεσία κράτους μέλους, όπως τα άρθρα 110, παράγραφος 1, περιπτώσεις 1 και 2, του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, περί ανεργίας, η οποία εξαρτά τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας με ευνοϊκό συντελεστή στον άνεργο με οικογενειακά βάρη από τη συγκατοίκησή του με ορισμένα μέλη της οικογένειάς του στο έδαφος του αρμόδιου κράτους μέλους.»

Top