Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61999CJ0079

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 7ης Δεκεμßρίου 2000.
Julia Schnorbus κατά Land Hessen.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Verwaltungsgericht Frankfurt am Main - Γερμανία.
Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών - Ρύθμιση περί προσßάσεως στην προπαρασκευαστική νομική άσκηση στο ομόσπονδo κράτος της Έσσης - Προτεραιότητα των υποψηφίων που έχουν υπηρετήσει ένοπλη ή εναλλακτική θητεία.
Υπόθεση C-79/99.

Συλλογή της Νομολογίας 2000 I-10997

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2000:676

61999J0079

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 7ης Δεκεμßρίου 2000. - Julia Schnorbus κατά Land Hessen. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Verwaltungsgericht Frankfurt am Main - Γερμανία. - Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών - Ρύθμιση περί προσßάσεως στην προπαρασκευαστική νομική άσκηση στο ομόσπονδo κράτος της Έσσης - Προτεραιότητα των υποψηφίων που έχουν υπηρετήσει ένοπλη ή εναλλακτική θητεία. - Υπόθεση C-79/99.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2000 σελίδα I-10997


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1. Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - ρόσβαση στην απασχόληση και συνθήκες εργασίας - Ίση μεταχείριση - Οδηγία 76/207 - εδίο εφαρμογής - Εθνικές διατάξεις διέπουσες τις ημερομηνίες εισδοχής στην προπαρασκευαστική άσκηση για κατάληψη θέσεως δημοσίου υπαλλήλου - εριλαμβάνονται

(Οδηγία 76/207 του Συμβουλίου)

2. Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - ρόσβαση στην απασχόληση και συνθήκες εργασίας - Ίση μεταχείριση - ροτεραιότητα εισδοχής στην προπαρασκευαστική άσκηση για κατάληψη θέσεως δημοσίου υπαλλήλου χορηγούμενη στους υποψηφίους που έχουν υπηρετήσει ένοπλη ή εναλλακτική θητεία - De facto αποκλεισμός των γυναικών από την εφαρμογή του μέτρου - Αντικειμενικός χαρακτήρας των εθνικών διατάξεων που χορηγούν την εν λόγω προτεραιότητα - Έμμεση δυσμενής διάκριση των γυναικών εργαζομένων - Δεν υφίσταται

(Οδηγία 76/207 του Συμβουλίου)

Περίληψη


1. Οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τις ημερομηνίες εισδοχής για την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως που συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την πρόσβαση σε απασχόληση στη δημόσια διοίκηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.

( βλ. σκέψη 29, διατακτ. 1 )

2. Οι εθνικές διατάξεις που χορηγούν στους υποψηφίους που έχουν υπηρετήσει υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία προτεραιότητα εισδοχής στην προπαρασκευαστική άσκηση για κατάληψη θέσεως δημοσίου υπαλλήλου συνιστούν, αυτές καθεαυτές, έμμεση δυσμενή διάκριση, δεδομένου ότι, δυνάμει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, οι γυναίκες δεν βαρύνονται με στρατιωτικές υποχρεώσεις και δεν μπορούν, επομένως, να τύχουν της προβλεπομένης από τις διατάξεις αυτές προτεραιότητας. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές, που στηρίζονται εν προκειμένω στον συνυπολογισμό της καθυστερήσεως στην εξέλιξη των σπουδών των υποψηφίων που εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να υπηρετήσουν ένοπλη ή εναλλακτική θητεία, παρουσιάζουν αντικειμενικό χαρακτήρα και υπαγορεύονται αποκλειστικά και μόνον από τη μέριμνα της συμβολής στην αντιστάθμιση των αποτελεσμάτων της καθυστερήσεως αυτής. Επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών εργαζομένων.

( βλ. σκέψεις 38, 44-45 )

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-79/99,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht Frankfurt am Main (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Julia Schnorbus

και

Land Hessen,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, Β. Σκουρή, J.-P. Puissochet (εισηγητή), R. Schintgen, και την F. Macken, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- το Land Hessen, εκπροσωπούμενο από τον R. P. Eckert, Ministerialrat στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ομοσπόνδου κράτους της Έσσης,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Schmidt και τον A. Aresu, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουλίου 2000,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 1999, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Μαρτίου 1999, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ), οκτώ προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70, στο εξής: οδηγία).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της J. Schnorbus και του Land Hessen (ομοσπόνδου κράτους της Έσσης) σχετικά με την αναβολή της προσλήψεως της ενδιαφερομένης στην προπαρασκευαστική νομική άσκηση που προηγείται της δεύτερης κρατικής εξετάσεως στα νομικά.

Το νομικό πλαίσιο

3 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας:

«Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως, και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας και, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, την κοινωνική ασφάλιση. Η αρχή αυτή καλείται στο εξής "αρχή της ίσης μεταχειρίσεως"».

4 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.

(...)

4. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυνικών, ιδίως διά της άρσεως των ανισοτήτων που εκδηλώνονται στην πράξη και οι οποίες ανισότητες θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1.»

5 Το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας.

2. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

α) να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως·

(...)».

6 Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας:

«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την πρόσβαση σ' όλες τις μορφές και σ' όλα τα επίπεδα του επαγγελματικού προσανατολισμού, της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, της επαγγελματικής επιμορφώσεως και μετεκπαιδεύσεως συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη θα λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:

α) να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως·

(...)

γ) υπό την επιφύλαξη της αυτονομίας την οποία ορισμένα κράτη μέλη αναγνωρίζουν σε ορισμένα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, η επαγγελματική εκπαίδευση, η επαγγελματική επιμόρφωση και μετεκπαίδευση πρέπει να είναι προσιτά βάσει των ιδίων κριτηρίων και στα ίδια επίπεδα, χωρίς διάκριση που να βασίζεται στο φύλο.»

7 Τέλος, το άρθρο 6 της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να καταστεί δυνατό σε κάθε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγεται από την μη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 5, να διεκδικεί τα δικαιώματά του διά της δικαστικής οδού, αφού ενδεχομένως, προσφύγει σε άλλα αρμόδια όργανα.»

8 Κατά το άρθρο 12a, παράγραφοι 1 και 2, του Grundgesetz der Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδους νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής: Grundgesetz):

«1. Οι άνδρες μπορούν, από της συμπληρώσεως της ηλικίας των 18 ετών, να υποχρεωθούν να υπηρετήσουν στις ένοπλες δυνάμεις, στην ομοσπονδιακή αστυνομία των συνόρων ή σε ομάδα πολιτικής άμυνας.

2. Οποιοσδήποτε αρνείται, για λόγους συνειδήσεως, να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία σε καιρό πολέμου μπορεί να υποχρεωθεί να υπηρετήσει εναλλακτική θητεία (...)».

9 Το άρθρο 5 του Wehrpflichtgesetz (νόμου περί της υποχρεωτικής ένοπλης θητείας) ορίζει τη διάρκεια της υποχρεωτικής ένοπλης θητείας σε δέκα μήνες, το δε άρθρο 25 του Zivildienstgesetz (νόμου περί της εναλλακτικής θητείας) προβλέπει ότι η εναλλακτική θητεία διαρκεί τρεις επιπλέον μήνες.

10 Δυνάμει του άρθρου 18a του Hessisches Beamtengesetz (δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα του ομοσπόνδου κράτους της Έσσης), όπως προκύπτει από τον νόμο της 11ης Ιανουαρίου 1989 (GVBl. Ι, σ. 26), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 18ης Δεκεμβρίου 1997 (GVBl. Ι, σ. 429), η αίτηση προσλήψεως για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως για συγκεκριμένη ημερομηνία μπορεί να απορριφθεί, εφόσον δεν επαρκούν οι θέσεις και τα κονδύλια που έχει καθορίσει ο προϋπολογισμός του ομοσπόνδου κράτους.

11 Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, του Juristenausbildungsgesetz (νόμου περί καταρτίσεως των νομικών), ως είχε στις 19 Ιανουαρίου 1994 (GVBl. Ι, σ. 74, στο εξής: JAG):

«Οι επιτυχόντες στην πρώτη κρατική εξέταση στα νομικά προσλαμβάνονται, κατόπιν αιτήσεώς τους, για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως και διορίζονται ως ασκούμενοι νομικοί [Rechtreferendarin ή Rechtreferendar] με το καθεστώς μετακλητών δημοσίων υπαλλήλων (...)».

12 Το άρθρο 24 του JAG προβλέπει τα εξής:

«1. Οι ασκούμενοι νομικοί προσλαμβάνονται για περιόδους ασκήσεως που αρχίζουν, αντιστοίχως, την πρώτη εργάσιμη ημέρα των μηνών Ιανουαρίου, Μαρτίου, Μα_ου, Ιουλίου, Σεπτεμβρίου ή Νοεμβρίου του οικείου έτους.

2. Εάν ο αριθμός των εμπροθέσμως υποβληθεισών αιτήσεων προσλήψεως για πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής ασκήσεως για συγκεκριμένη ημερομηνία προσλήψεως είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των υφισταμένων θέσεων καταρτίσεως, η πρόσληψη μπορεί να αναβληθεί για διάστημα που μπορεί να φθάσει τους δώδεκα μήνες, εκτός αν συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που θα στοιχειοθετούσαν ανεπιεική κατάσταση, σε περίπτωση αναβολής. Τα πρόσωπα των οποίων η πρόσληψη πρέπει να αναβληθεί επιλέγονται με κλήρωση.»

13 Τέλος, κατά το άρθρο 14a της Juristische Ausbildungsordnung (κανονιστικής αποφάσεως περί της καταρτίσεως των νομικών), ως είχε στις 8 Αυγούστου 1994 (GVBl. Ι, σ. 334, στο εξής: JAO):

«1. Ιδιαίτερες περιστάσεις στοιχειοθετούσες ανεπιεική κατάσταση υπό την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του JAG συντρέχουν στην περίπτωση που η αναβολή θα συνεπαγόταν για την υποψήφια ή τον υποψήφιο μειονεκτήματα τα οποία, εξεταζόμενα υπό το φως αυστηρών κριτηρίων, καταδεικνύονται κατά πολύ σοβαρότερα από εκείνα που συνεπάγεται συνήθως η αναβολή αυτή.

2. Ως στοιχειοθετούσες ανεπιεική κατάσταση θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες περιστάσεις:

(...)

4) η εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων κατά το άρθρο 12a, παράγραφος 1 ή 2, του Grundgesetz ή η διετής τουλάχιστον εθελοντική εργασία στο πλαίσιο προγράμματος αναπτυξιακής βοήθειας, υπό την έννοια του Εntwicklungshelfergesetz [νόμου περί των εθελοντικώς εργαζομένων στο πλαίσιο προγραμμάτων αναπτυξιακής βοήθειας] της 18ης Ιουνίου 1969 (BGBl. Ι, σ. 549), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 18ης Δεκεμβρίου 1989 (BGBl. Ι, σ. 2261), ή η παροχή εθελοντικής κοινωνικής εργασίας επί ένα έτος, υπό την έννοια του Gesetz zur Förderung eines freiwilligen sozialen Jahres [νόμου για την προαγωγή της εθελοντικής κοινωνικής εργασίας διάρκειας ενός έτους] της 17ης Αυγούστου 1964 (BGBl. Ι, σ. 640), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 18ης Δεκεμβρίου 1989 (BGBl. Ι, σ. 2261).»

Η διαφορά της κύριας δίκης

14 Η J. Schnorbus επέτυχε τον Οκτώβριο του 1997 στην πρώτη κρατική εξέταση στα νομικά. Δυνάμει της ομοσπονδιακής νομοθεσίας και της νομοθεσίας του ομοσπόνδου κράτους της Έσσης, προϋποθέσεις για την κατάληψη θέσεως στο δικαστικό σώμα ή των ιεραρχικώς ανώτερων θέσεων στη δημόσια διοίκηση είναι η πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως και, ακολούθως, η επιτυχία στη δεύτερη κρατική εξέταση. ρος τούτο, η ενδιαφερόμενη ζήτησε από το Hessisches Ministerium der Justiz und für Europaangelegenheiten (Υπουργείο δικαιοσύνης και ευρωπαϊκών υποθέσεων του ομοσπόνδου κράτους της Έσσης, στο εξής: Υπουργείο) να προσληφθεί, προκειμένου να αρχίσει την άσκησή της τον Ιανουάριο 1998.

15 Με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 1997, το Υπουργείο απέρριψε την αίτηση της J. Schnorbus, γνωστοποιώντας της ότι, ενόψει του υπερβολικά μεγάλου αριθμού υποψηφιοτήτων, αναγκάστηκε να προβεί σε επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του JAG. Με έγγραφο της 11ης Φεβρουαρίου 1998, το Υπουργείο την πληροφόρησε ότι, για τους ίδιους λόγους, δεν μπορούσε να την προσλάβει ούτε για την επόμενη περίοδο ασκήσεως, για την οποία είχε υποβάλει επίσης αίτηση και η οποία θα άρχιζε τον Μάρτιο του 1998.

16 Κατόπιν τούτου, η ενδιαφερόμενη άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς της προσλήψεως για την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η διαδικασία επιλογής επάγεται δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών λόγω της προτιμήσεως των υποψηφίων που έχουν υπηρετήσει την υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία, την οποία μπορούν να υπηρετήσουν μόνον οι άνδρες. Η εν λόγω διοικητική προσφυγή απορρίφθηκε στις 2 Απριλίου 1998, με την αιτιολογία ότι ο επίμαχος κανόνας, ο οποίος σκοπεί να αντισταθμίσει το μειονέκτημα που υφίστανται οι υποψήφιοι που υποχρεούνται να υπηρετήσουν την ένοπλη ή την εναλλακτική θητεία, στηριζόταν σε δικαιολογημένο κριτήριο διαφοροποιήσεως.

17 Συγχρόνως με τη διοικητική προσφυγή της, η J. Schnorbus υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankurt am Main, με αίτημα να διοριστεί ως ασκούμενη από τις αρχές του Μαρτίου 1998. Το δικαστήριο αυτό δέχθηκε το αίτημά της με διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 1998, η οποία όμως ακυρώθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1998 από το Hessischer Verwaltungsgerichtshof.

18 Τέλος, η J. Schnorbus άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Frankurt am Main, με την οποία ζήτησε να διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας της αρνήσεως που της είχε αντιτάξει το Υπουργείο και να υποχρεωθεί το ομόσπονδο κράτος της Έσσης να την προσλάβει ως ασκούμενη για την περίοδο ασκήσεως που θα άρχιζε τον Μάιο του 1998. Όταν πληροφορήθηκε, με έγγραφο της 28ης Απριλίου 1998, ότι τελικώς κατέστη δυνατή η πρόσληψή της κατόπιν της επιλογής που είχε γίνει για την τελευταία αυτή περίοδο ασκήσεως, παραιτήθηκε από το σχετικό με την περίοδο αυτή αίτημά της, πλην όμως ενέμεινε στα αιτήματά της περί διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα των προγενέστερων αποφάσεων, καθόσον συνιστούν, κατά την άποψή της, δυσμενή διάκριση σε βάρος της, ως γυναίκας.

19 Δεδομένου ότι τείνει να δεχθεί το αίτημα της ενδιαφερομένης, ιδίως επειδή οι άνδρες υποψήφιοι είναι οι μόνοι που μπορούν να πληρούν μία από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την κτήση προτεραιότητας όσον αφορά την πρόσβαση στις προπαρασκευαστικές νομικές ασκήσεις και επειδή οι άνδρες υποψήφιοι που τυγχάνουν αυτής της προτεραιότητας είναι πολύ περισσότεροι απ' ό,τι οι γυναίκες υποψήφιες, παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός των γυναικών υποψηφίων είναι πολύ υψηλότερος, το Verwaltungsgericht έκρινε, ενόψει της αντίθετης απόψεως που είχε υιοθετήσει το Hessischer Verwaltungsgerichtshof στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, ότι δεν μπορεί να αποφανθεί απευθείας.

20 Κατά συνέπεια, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Κατά τη ρύθμιση των άρθρων 24, παράγραφος 2, του JAG και 14a της JAO, όταν ο αριθμός των αιτήσεων προσλήψεως για την πραγματοποίηση της "juristischer Vorbereitungsdienst" [προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως] είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των υφισταμένων θέσεων, η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων, οι οποίες βαρύνουν μόνον τους άνδρες (ένοπλη ή εναλλακτική θητεία, σύμφωνα με το άρθρο 12a του Grundgesetz) λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της αποφάσεως περί προσλήψεως, υπό την έννοια ότι οι υποψήφιοι που πληρούν την προϋπόθεση αυτή προσλαμβάνονται αμέσως και ανεξαρτήτως της πληρώσεως περαιτέρω προϋποθέσεων, ενώ η πρόσληψη των λοιπών υποψηφίων (γυναικών ή ανδρών) μπορεί να αναβληθεί μέχρι και για δώδεκα μήνες. Εμπίπτει η ρύθμιση αυτή στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70);

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Συνεπάγεται η ρύθμιση αυτή άμεση διάκριση στηριζόμενη στο φύλο, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα την κατά προτεραιότητα πρόσληψη για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως των ανδρών υποψηφίων που έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις;

3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:

Συνεπάγεται η γερμανική ρύθμιση έμμεση δυσμενή διάκριση;

4) Έχει το γεγονός ότι η εν λόγω ρύθμιση συνεπάγεται αυτομάτως την κατά προτεραιότητα πρόσληψη ανδρών για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής ασκήσεως, χωρίς η συναφής απόφαση να στηρίζεται περαιτέρω στην εξέταση των ατομικών περιστάσεων ή άλλων στοιχείων που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη υπέρ των λοιπών υποψηφίων (ανδρών ή γυναικών), ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η δικαιολόγηση της ρυθμίσεως δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/207, για τον λόγο και μόνον ότι βαίνει πέραν την εννοίας των μέτρων που σκοπούν στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών;

5) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα:

Αποκλείεται η δικαιολόγηση της ρυθμίσεως δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/207, επειδή το άρθρο αυτό επιτρέπει μόνο μέτρα που προωθούν την ισότητα των ευκαιρών υπέρ των γυναικών;

6) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα:

ρέπει να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 12a, παράγραφοι 1 και 2, του Grundgesetz, μόνον οι άνδρες βαρύνονται με στρατιωτικές υποχρεώσεις αποτελεί, ήδη από μόνο του, ανισότητα που εκδηλώνεται στην πράξη, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/207, και η οποία θίγει, ήδη αφεαυτής, τις ευκαιρίες των ανδρών στους αναφερομένους στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας τομείς, ή πρέπει, προκειμένου να γίνει δεκτή η ύπαρξη τέτοιας ανισότητας, να ληφθούν επίσης υπόψη οι δυσμενείς διακρίσεις που υφίστανται οι εργαζόμενες γυναίκες και οι κίνδυνοι τους οποίους εκ των πραγμάτων διατρέχουν λόγω του φύλου τους;

7) Μπορεί η περιεχόμενη στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του JAG και στο άρθρο 14a της JAO ρύθμιση να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 76/207, αποκλειστικά με την αιτιολογία ότι αντισταθμίζει τα μειονεκτήματα τα οποία δεν υφίστανται οι γυναίκες, δεδομένου ότι δεν βαρύνονται με στρατιωτικές υποχρεώσεις;

8) Μπορεί το άρθρο 6 της οδηγίας 76/207 να θεμελιώσει δικαίωμα προσβάσεως σε κατάρτιση, εφόσον η απόρριψη αιτήσεως συμμετοχής σε πρόγραμμα καταρτίσεως στηρίζεται σε δυσμενή διάκριση και δεν υφίστανται άλλες ρυθμίσεις προβλέπουσες ως κύρωση την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως;»

Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων

21 αραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου, το ομόσπονδο κράτος της Έσσης διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Κατά την άποψή του, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις δεν ισχύουν πλέον, δεδομένου ότι η διαδικασία προσλήψεων για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως υπέστη θεμελιώδεις τροποποιήσεις τον Μάιο του 1998. Επιπλέον, ακόμη κι αν κανένα πρόσωπο που έχει υπηρετήσει την υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία δεν είχε προσληφθεί κατά προτεραιότητα, η J. Schnorbus δεν θα μπορούσε να καταλάβει θέση τον Μάρτιο του 1998, δεδομένου ότι η πραγματοποιηθείσα κλήρωση δεν ήταν ευνοϊκή γι' αυτήν (είχε κληρωθεί στη 250ή θέση, ενώ υπήρχαν μόνον 140 κενές θέσεις). Τέλος, η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι άνευ σημασίας για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, δεδομένου ότι, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, η προσφυγή με αίτημα τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα, την οποία άσκησε η αιτούσα, είναι απαράδεκτη.

22 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59, και της 17ης Νοεμβρίου 1998, C-228/96, Aprile, Συλλογή 1998, σ. Ι-7141, σκέψη 11). Επιπλέον, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξακριβώνει αν η απόφαση περί παραπομπής έχει εκδοθεί σύμφωνα με τους οργανωτικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3547, σκέψη 24).

23 Συνεπώς, αφ' ης στιγμής τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να αποφανθεί. Οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει τέτοια υποχρέωση είναι όταν προδήλως προκύπτει ότι η αιτούμενη ερμηνεία δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (προαναφερθείσα απόφαση Bosman, σκέψη 61, και απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idéal tourisme, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 20).

24 Δεδομένου ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, επιβάλλεται η εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων.

Επί του πρώτου ερωτήματος

25 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, καθόσον ρυθμίζουν τις ημερομηνίες προσλήψεως για την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως.

26 Το ομόσπονδο κράτος της Έσσης προτείνει να δοθεί στο ερώτημα αυτό αρνητική απάντηση. Κατά την άποψή του, οι επίμαχες διατάξεις δεν αφορούν παρά μόνον την περίοδο αναμονής που προηγείται της προσλήψεως για την προπαρασκευαστική νομική άσκηση, πρόσληψη την οποία εγγυάται ο νόμος, και δεν περιέχουν στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της οδηγίας.

27 Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της προσβάσεως στην άσκηση, αυτής καθεαυτής, και της περιόδου αναμονής που προηγείται της προσλήψεως για την πραγματοποίηση της ασκήσεως αυτής. Κατά την άποψή της, δεδομένου ότι η προπαρασκευαστική νομική άσκηση συνιστά συγχρόνως περίοδο καταρτίσεως και απασχόληση, οι διατάξεις που διέπουν τους όρους προσβάσεως στην άσκηση αυτή, συμπεριλαμβανομένων των αναγομένων στο χρόνο, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

28 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι επίμαχες διατάξεις διέπουν τους όρους υπό τους οποίους η πρόσληψη των υποψηφίων για την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως μπορεί να καθυστερήσει επειδή δεν υπάρχει επαρκής αριθμός κενών θέσεων. Δεδομένου ότι η εν λόγω άσκηση συνιστά περίοδο καταρτίσεως και αναγκαία προϋπόθεση για την πρόσβαση σε απασχόληση στο δικαστικό σώμα ή στις ιεραρχικά ανώτερες θέσεις της δημόσιας διοικήσεως, η καθυστέρηση αυτή μπορεί να έχει επιπτώσεις επί της εξελίξεως της σταδιοδρομίας των ενδιαφερομένων. Επομένως, οι διατάξεις αυτής της φύσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η οποία έχει εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις στον δημόσιο τομέα (βλ. αποφάσεις της 21ης Μα_ου 1985, 248/83, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1985, σ. 1459, σκέψη 16, και της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-1/95, Gerster, Συλλογή 1997, σ. Ι-5253, σκέψη 18).

29 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τις ημερομηνίες προσλήψεως για την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως που συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την πρόσβαση σε απασχόληση στη δημόσια διοίκηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

30 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη συνιστούν άμεση δυσμενή διάκριση στηριζόμενη στο φύλο, καθόσον έχουν ως αποτέλεσμα την κατά προτεραιότητα πρόσληψη για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως των ανδρών υποψηφίων που έχουν υπηρετήσει την υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία.

31 Το ομόσπονδο κράτος της Έσσης και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί στο ερώτημα αυτό αρνητική απάντηση. Φρονούν, ιδίως, ότι τα πρόσωπα που ευνοούνται από τους επίμαχους κανόνες δεν ευνοούνται με κριτήριο το φύλο του υποψηφίου αλλά λόγω των μειονεκτημάτων που συνεπάγεται μια αναβολή και τα οποία μπορούν να υποστούν κατά τον ίδιο τρόπο τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες.

32 Όπως τονίστηκε στη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 14a της JAO αναφέρει ορισμένες περιστάσεις που μπορούν να ληφθούν υπόψη για την κατά προτεραιότητα πρόσβαση στην προπαρασκευαστική νομική άσκηση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η εκπλήρωση της υποχρεωτικής ένοπλης ή εναλλακτικής θητείας. Στην περίπτωση αυτή, το ευεργέτημα της προτεραιότητας που προβλέπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στηριζόμενο άμεσα στο φύλο των ενδιαφερομένων προσώπων.

33 Σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν οριστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μόνον οι διατάξεις που εφαρμόζονται κατά διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το φύλο των οικείων προσώπων μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν δυσμενή διάκριση στηριζόμενη άμεσα στο φύλο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1998, C-249/96, Grant, Συλλογή 1998, σ. Ι-621, σκέψη 28).

34 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη δεν συνιστούν δυσμενή διάκριση στηριζόμενη άμεσα στο φύλο.

Επί του τρίτου ερωτήματος

35 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη συνιστούν έμμεση δυσμενή διάκριση στηριζόμενη στο φύλο, καθόσον έχουν ως αποτέλεσμα την κατά προτεραιότητα πρόσληψη για την πραγματοποίηση της προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως των ανδρών υποψηφίων που έχουν υπηρετήσει την υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία.

36 Το ομόσπονδο κράτος της Έσσης προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση. Ισχυρίζεται, ιδίως, ότι ο προσδιορισμός των ανεπιεικών καταστάσεων τις οποίες προβλέπουν οι επίμαχες διατάξεις στηρίζεται σε κριτήρια ανεξάρτητα από το φύλο των οικείων προσώπων και ότι τα στατιστικά στοιχεία που επικαλέστηκε το αιτούν δικαστήριο και τα οποία δεν αφορούν παρά μία μόνον ημερομηνία προσλήψεων δεν είναι σημαντικά.

37 Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι από τα στατιστικά αυτά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία το ποσοστό των γυναικών υποψηφίων που έλαβαν θετική απάντηση για την πρόσληψη στην προπαρασκευαστική άσκηση του Μαρτίου 1998 ως ευρισκόμενες σε ανεπιεικείς καταστάσεις ήταν κατά πολύ χαμηλότερο από εκείνο των ανδρών υποψηφίων, παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες αντιπροσώπευαν το 60 % του συνολικού αριθμού των υποψηφίων, προκύπτει μια έμμεση δυσμενής διάκριση υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.

38 Ωστόσο, εν προκειμένω παρέλκει η ανάλυση των συγκεκριμένων συνεπειών της εφαρμογής της JAO. ράγματι, αρκεί η διαπίστωση ότι οι επίμαχες διατάξεις, καθόσον χορηγούν προτεραιότητα στους υποψηφίους που έχουν υπηρετήσει την υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία, συνιστούν, αφεαυτών, έμμεση δυσμενή διάκριση, δεδομένου ότι, δυνάμει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, οι γυναίκες δεν βαρύνονται με στρατιωτικές υποχρεώσεις και δεν μπορούν, επομένως, όταν υποβάλουν την υποψηφιότητά τους, να τύχουν της προτεραιότητας την οποία προβλέπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις της JAO, ως ευρισκόμενες σε ανεπιεικείς καταστάσεις.

39 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη συνιστούν έμμεση δυσμενή διάκριση στηριζόμενη στο φύλο.

Επί του τέταρτου, του πέμπτου, του έκτου και του έβδομου ερωτήματος

40 Με τα ερωτήματα αυτά, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η δικαιολόγηση της επίμαχης ρυθμίσεως δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας αποκλείεται, επειδή η ρύθμιση αυτή συνεπάγεται αυτομάτως την κατά προτεραιότητα πρόσληψη των ανδρών, τους οποίους δεν αφορά η διάταξη αυτή, ή αν, αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτή, επειδή η ρύθμιση αυτή αντισταθμίζει μειονεκτήματα τα οποία δεν υφίστανται οι γυναίκες.

41 Το ομόσπονδο κράτος της Έσσης φρονεί ότι η κατά παρέκκλιση πρόσληψη που προβλέπει η επίμαχη ρύθμιση ουδόλως είναι αυτόματη, αφού προϋποθέτει μια ειδική εξέταση της καταστάσεως κάθε υποψηφίου. Επιπλέον, η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται από τον λόγο και μόνον ότι σκοπεί να αντισταθμίσει μειονεκτήματα τα οποία δεν υφίστανται οι γυναίκες, δεδομένου ότι δεν βαρύνονται με στρατιωτικές υποχρεώσεις.

42 Αφού υπογράμμισε ότι τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας μπορούν να αφορούν τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες, η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι η επίμαχη ρύθμιση δικαιολογείται, στο μέτρο που σκοπεί να μειώσει την ανισότητα που υφίσταται σε βάρος των ανδρών λόγω της υποχρεώσεως που υπέχουν να υπηρετήσουν ένοπλη ή εναλλακτική θητεία.

43 Όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, ένα μέτρο που χορηγεί προτεραιότητα στα πρόσωπα που έχουν υπηρετήσει υποχρεωτική ένοπλη ή εναλλακτική θητεία συνιστά έμμεση διάκριση προς όφελος των ανδρών, που είναι οι μόνοι που βαρύνονται εκ του νόμου με τέτοια υποχρέωση.

44 Ωστόσο, προκύπτει ότι η επίμαχη διάταξη, που στηρίζεται στον συνυπολογισμό της καθυστερήσεως στην εξέλιξη των σπουδών των υποψηφίων που εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να υπηρετήσουν ένοπλη ή εναλλακτική θητεία, παρουσιάζει αντικειμενικό χαρακτήρα και υπαγορεύεται αποκλειστικά και μόνον από τη μέριμνα συμβολής στην αντιστάθμιση των αποτελεσμάτων της καθυστερήσεως αυτής.

45 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η επίμαχη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιβαίνουσα προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών εργαζομένων.

46 Επιπλέον, όπως τονίζει η Επιτροπή, το πλεονέκτημα που χορηγείται στους ενδιαφερομένους, των οποίων η προτεραιότητα δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος των λοιπών υποψηφίων παρά μόνον το πολύ επί δώδεκα μήνες, δεν είναι δυσανάλογο, καθόσον η καθυστέρηση στην οποία υποβλήθηκαν εξαιτίας των εν λόγω δραστηριοτήτων είναι τουλάχιστον ίση προς το χρονικό αυτό διάστημα.

47 Επομένως, στα προαναφερθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία δεν απαγορεύει εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, στο μέτρο που δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους και υπαγορεύονται αποκλειστικά και μόνον από τη μέριμνα συμβολής στην αντιστάθμιση της καθυστερήσεως που συνεπάγεται η εκπλήρωση της υποχρεωτικής ένοπλης ή εναλλακτικής θητείας.

Επί του όγδοου ερωτήματος

48 Ενόψει των απαντήσεων που δόθηκαν στα προαναφερθέντα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο όγδοο ερώτημα.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

49 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 1999 το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, αποφαίνεται:

1) Οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τις ημερομηνίες προσλήψεως για την πραγματοποίηση προπαρασκευαστικής νομικής ασκήσεως που συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την πρόσβαση σε απασχόληση στη δημόσια διοίκηση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.

2) Εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη δεν συνιστούν δυσμενή διάκριση στηριζόμενη άμεσα στο φύλο.

3) Εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη συνιστούν έμμεση δυσμενή διάκριση στηριζόμενη στο φύλο.

4) Η οδηγία 76/207 δεν απαγορεύει εθνικές διατάξεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, στο μέτρο που δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους και υπαγορεύονται αποκλειστικά και μόνον από τη μέριμνα συμβολής στην αντιστάθμιση της καθυστερήσεως που συνεπάγεται η εκπλήρωση της υποχρεωτικής ένοπλης ή εναλλακτικής θητείας.

Top