EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61998CJ0275

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 18ης Νοεμßρίου 1999.
Unitron Scandinavia A/S και 3-S A/S, Danske Svineproducenters Serviceselskab κατά Ministeriet for Fødevarer, Landbrug og Fiskeri.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Klagenævnet for Udbud - Δανία.
Συμßάσεις δημοσίων προμηθειών - Οδηγία 93/36/ΕΟΚ - Σύναψη συμßάσεων δημοσίων προμηθειών από φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή.
Υπόθεση C-275/98.

European Court Reports 1999 I-08291

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1999:567

61998J0275

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 18ης Νοεμßρίου 1999. - Unitron Scandinavia A/S και 3-S A/S, Danske Svineproducenters Serviceselskab κατά Ministeriet for Fødevarer, Landbrug og Fiskeri. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Klagenævnet for Udbud - Δανία. - Συμßάσεις δημοσίων προμηθειών - Οδηγία 93/36/ΕΟΚ - Σύναψη συμßάσεων δημοσίων προμηθειών από φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή. - Υπόθεση C-275/98.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1999 σελίδα I-08291


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών - Οδηγία 93/36 - αΑρθρο 2, παράγραφος 2 - Αυτοτελής χαρακτήρας σε σχέση με την οδηγία 92/50 - Αναθέτουσα αρχή που εμπιστεύεται την άσκηση δραστηριότητας δημοσίας υπηρεσίας σε άλλον φορέα - Υποχρέωση να επιβληθεί η τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων - Δεν υφίσταται υποχρέωση να επιβληθεί η τήρηση των διαδικασιών διαγωνισμού

(Οδηγίες του Συμβουλίου 92/50 και 93/36, άρθρο 2 § 2)

Περίληψη


$$Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, το οποίο έχει αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με τις διατάξεις της οδηγίας 92/50 για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή που χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ασκήσεως δραστηριότητας δημοσίας υπηρεσίας σε φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή να απαιτεί από τον φορέα αυτόν να τηρεί, για τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών που συνάπτει με τρίτους στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει υπό τις συνθήκες αυτές στην αναθέτουσα αρχή να απαιτεί από τον εν λόγω φορέα να τηρεί, για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, τις διαδικασίες διαγωνισμού που προβλέπει η οδηγία 93/36.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-275/98,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Klagenζvnet for Udbud (Δανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Unitron Scandinavia A/S,

3-S A/S, Danske Svineproducenters Serviceselskab,

και

Ministeriet for Fψdevarer, Landbrug og Fiskeri,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Sevσn, πρόεδρο τμήματος, P. Jann (εισηγητή) και M. Wathelet, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: S. Alber

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- το Ministeriet for Fψdevarer, Landbrug og Fiskeri, εκπροσωπούμενο από τον P. Biering, δικηγόρο Κοπεγχάγης,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. C. Stψvlbζk, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1999,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 15ης Ιουλίου 1998, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Ιουλίου 1998, το Klagenζvnet for Udbud (επιτροπή εκδικάσεως προσφυγών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων) υπέβαλε βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ) δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Unitron Scandinavia A/S (στο εξής: Unitron) και της 3-S A/S, Danske Svineproducenters Serviceselskab (στο εξής: 3-S) και, αφετέρου, του Ministeriet for Fψdevarer, Landbrug og Fiskeri (Υπουργείου Επισιτισμού, Γεωργίας και Αλιείας, στο εξής: υπουργείο) με αντικείμενο την κατακύρωση μιας συμβάσεως δημοσίων προμηθειών αναγνωριστικών ενωτίων για χοιροειδή.

Το νομικό πλαίσιο

3 Το άρθρο 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 93/36 ορίζει:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

(...)

β) αναθέτουσες αρχές: το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις που συγκροτούνται από έναν ή περισσότερους από αυτούς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

Ως οργανισμός δημοσίου δικαίου νοείται κάθε οργανισμός:

- που έχει δημιουργηθεί ειδικά για να ικανοποιήσει ανάγκες γενικού συμφέροντος, που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα,

- που έχει νομική προσωπικότητα και

- του οποίου είτε η δραστηριότητα χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου είτε η διαχείριση υπόκειται σε έλεγχο από το κράτος ή τους οργανισμούς αυτούς είτε άνω του ημίσεος του αριθμού των μελών του οργάνου διοίκησης, διεύθυνσης ή εποπτείας διορίζεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.»

4 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 ορίζει:

«Όταν μια αναθέτουσα αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, παραχωρεί σε φορέα που δεν αποτελεί αναθέτουσα αρχή, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος του, ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα να ασκεί δραστηριότητα δημόσιας υπηρεσίας, η πράξη παραχώρησης του δικαιώματος αυτού ορίζει ότι ο εν λόγω φορέας οφείλει να τηρεί την αρχή της μη διάκρισης λόγω ιθαγένειας κατά τη σύναψη συμβάσεων δημόσιων προμηθειών με τρίτους.»

5 Με τον επανειλημμένως τροποποιηθέντα δανικό νόμο 344 της 6ης Ιουνίου 1991 ιδρύθηκε το Klagenζvnet for Udbud στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε από το άρθρο 41 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).

Η διαφορά της κύριας δίκης

6 Δυνάμει της οδηγίας 92/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων (EE L 355, σ. 32), επί των χοιροειδών πρέπει να τίθεται αναγνωριστικό ενώτιο για να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός της προελεύσεώς τους. Η δανική ρύθμιση για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής ορίζει ότι, μετά την έγκρισή τους από την υπαγόμενη στο υπουργείο κτηνιατρική υπηρεσία, τα αναγνωριστικά ενώτια παρέχονται από τα Danske Slagterier (δανικά σφαγεία, στο εξής: DS), τα οποία είναι ιδιωτική επιχείρηση.

7 Για να περιοριστεί ο αριθμός των εγκεκριμένων αναγνωριστικών ενωτίων για χοιροειδή, η κτηνιατρική υπηρεσία και τα DS έθεσαν σε εφαρμογή μια διαδικασία διαγωνισμού. Τον Νοέμβριο του 1996, τα DS, στα οποία είχε ανατεθεί η διενέργεια του διαγωνισμού, απέστειλαν φακέλους υποβολής προσφορών σε ορισμένους δυνητικούς προμηθευτές και, κατά το πέρας της διαδικασίας, συνήψαν συμβάσεις προμηθειών, για τρία έτη από την 1η Απριλίου 1997, με τις εταιρίες Allflex dan-mark ApS και Daploma A/S.

8 Η Unitron και η 3-S είναι κατασκευαστές αναγνωριστικών ενωτίων για χοιροειδή. Με προσφυγή τους ενώπιον του Klagenζvnet for Udbud, ισχυρίζονται ότι τα DS υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και ότι στην πραγματικότητα ενεργούν για λογαριασμό του υπουργείου, οπότε πρέπει να εξομοιωθούν με αναθέτουσα αρχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 93/36. Επικουρικώς, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι τα DS έπρεπε να ακολουθήσουν τη διαδικασία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36.

9 Με απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1998, το Klagenζvnet for Udbud έκρινε κατ' αρχάς ότι τα DS είναι όντως αυτός που απέκτησε αναγνωριστικά ενώτια από προμηθευτές και ότι το ποσό της δημόσιας αυτής συμβάσεως υπερβαίνει το κατώτατο όριο του άρθρου 5 της οδηγίας 93/36.

10 Στη συνέχεια σημείωσε ότι η εκ μέρους του υπουργείου ανάθεση της διαχειρίσεως του συστήματος των αναγνωριστικών ενωτίων σε επιχείρηση έπρεπε, κατ' αρχήν, να αποτελέσει το αντικείμενο διαδικασίας διαγωνισμού σύμφωνα με την οδηγία 93/36. Ωστόσο, διαπίστωσε ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι αντικείμενο της εκκρεμούς ενώπιόν του διαδικασίας.

11 Τέλος, αφού θεώρησε ότι τα DS δεν είναι αναθέτουσα αρχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 93/36, το Klagenζvnet for Udbud απέρριψε το επιχείρημα των προσφευγουσών της κύριας δίκης ότι η οδηγία αυτή έπρεπε να εφαρμοστεί επί των DS κατ' αναλογίαν.

12 Όσον αφορά τον επικουρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε με βάση το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36, το Klagenζvnet for Udbud σημειώνει ότι η διάταξη αυτή αναπαράγει στην ουσία το περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24), νομοθετήματος που εκδόθηκε όταν δεν υφίστατο ακόμη οδηγία περί δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών.

13 Εφόσον οι δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών κατέστησαν το αντικείμενο της οδηγίας 92/50, το Klagenζvnet for Udbud διερωτάται ως προς το περιεχόμενο που έχει τώρα το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36, καθόσον αναπαράγει στην ουσία νομοθέτημα παλαιότερο της οδηγίας 92/50.

14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Klagenζvnet for Udbud αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Διατηρεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών το αυτοτελές περιεχόμενό του μετά την έκδοση της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (οι οποίες οδηγίες τροποποιήθηκαν αμφότερες από την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου);

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνεπάγεται τότε η διάταξη αυτή ότι, όταν η αναθέτουσα αρχή αναθέτει σε ιδιωτική επιχείρηση που δεν είναι τέτοια αρχή τη διαχείριση συστήματος σημάνσεως των χοιροειδών με αναγνωριστικά ενώτια, η αναθέτουσα αρχή οφείλει να ορίσει, αφενός, ότι η επιχείρηση πρέπει να τηρεί, κατά τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών με τρίτους, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και, αφετέρου, ότι οι αγορές προϋόντων τα οποία συνδέονται με το σύστημα πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο δημοσίου διαγωνισμού αν η αξία των προμηθειών υπερβαίνει το κατώτατο όριο που προβλέπει η οδηγία 93/36;»

Επί του παραδεκτού

15 Εκ προοιμίου πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, για τους λόγους που ο γενικός εισαγγελέας ανέλυσε στα σημεία 17 και 18 των προτάσεών του, το Klagenζvnet for Udbud είναι δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης.

16 Το υπουργείο θεωρεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα διότι, όποια ερμηνεία και αν δοθεί στη διάταξη που αποτελεί το αντικείμενο των ερωτημάτων, δεν θα μεταβληθεί η νομική κατάσταση των προσφευγουσών της κύριας δίκης.

17 Κατά το καθού της κύριας δίκης, αν από τη μια πλευρά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει μόνο στο υπουργείο να απαιτεί να τηρούν τα DS την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η ερμηνεία αυτή δεν θα αλλάξει τίποτα για την Unitron και την 3-S, οι οποίες αμφότερες είναι εγκατεστημένες στη Δανία. Αν από την άλλη πλευρά η διάταξη αυτή ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει υποχρέωση προκηρύξεως διαγωνισμού σύμφωνου με την οδηγία αυτή, πάλι οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν θα μπορέσουν να επωφεληθούν της ερμηνείας αυτής, δεδομένου ότι, κατά το υπουργείο, μετά τον διαγωνισμό που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης έγινε νέος διαγωνισμός σύμφωνος με τις διατάξεις της οδηγίας 93/36, ο οποίος εξαφάνισε κάθε ενδεχόμενη παράβαση.

18 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι μόνο στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της διαφοράς και το οποίο πρέπει να αναλαμβάνει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί, απόκειται να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, τόσο την ανάγκη υπάρξεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει την απόφασή του όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (βλ., ιδίως, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59). Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν προκύπτει σαφώς ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους κοινοτικού κανόνα, που ζητήθηκαν από το δικαστήριο αυτό, δεν έχουν σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία πραγματικά ή νομικά στοιχεία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα απόφαση Bosman, σκέψη 61, και την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1999, C-60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. I-3993, σκέψη 13).

19 Εν προκειμένω δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, αναλόγως των απαντήσεων που θα δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα, το Klagenζvnet for Udbud θα οδηγηθεί να ακυρώσει την επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία διαγωνισμού ή να διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητας της διαδικασίας αυτής. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να εκτιμήσει τις συνέπειες που, κατά το εθνικό δίκαιο, θα μπορούσε να έχει το γεγονός ότι μετά την έναρξη της κύριας δίκης κινήθηκε νέα διαδικασία διαγωνισμού σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 93/36.

20 Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά.

Επί του πρώτου ερωτήματος

21 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οδηγία 93/36 εκδόθηκε μετά την οδηγία 92/50.

22 Δεύτερον, από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/36 προκύπτει ότι η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να ευθυγραμμιστούν οι διατάξεις περί συνάψεως συμβάσεων δημοσίων προμηθειών με τις διατάξεις της οδηγίας 92/50. Συνεπώς, οι τελευταίες διατάξεις ελήφθησαν ρητώς υπόψη κατά την έκδοση της οδηγίας 93/36.

23 Επομένως, οι διατάξεις της οδηγίας 92/50 δεν μπορούν να επηρεάσουν το περιεχόμενο των διατάξεων της οδηγίας 93/36, περιλαμβανομένων των διατάξεων που ήδη περιείχε η οδηγία 77/62.

24 Ειδικότερα, όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν διέπει μόνον τις καταστάσεις στις οποίες έχει εφαρμογή η οδηγία 92/50. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η οδηγία 92/50 την στέρησε του αντικειμένου της.

25 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 έχει αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με τις διατάξεις της οδηγίας 92/50.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

26 Από τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι τα DS δεν είναι αναθέτουσα αρχή υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας 93/36.

27 Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/36 υποχρέωση εφαρμογής των διαδικασιών διαγωνισμού που ορίζονται στο άρθρο 1, στοιχεία δδ, εε και σττ, της οδηγίας αυτής δεν καταλαμβάνει φορέα όπως τα DS.

28 Επιπλέον, η οδηγία 93/36 δεν περιέχει διάταξη ανάλογη με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/50 ή με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54), τα οποία άρθρα υποχρεώνουν τις αναθέτουσες αρχές να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων των οδηγιών αυτών όταν ορισμένες δημόσιες συμβάσεις συνάπτονται από φορείς που δεν είναι αναθέτουσες αρχές.

29 Αντιθέτως, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36, όταν σε φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή χορηγούνται από αναθέτουσα αρχή ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ασκήσεως δραστηριότητας δημοσίας υπηρεσίας, απαιτείται μόνον όπως η χορηγούσα το δικαίωμα αυτό πράξη ορίζει ότι ο εν λόγω φορέας οφείλει να τηρεί, για τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών που συνάπτει με τρίτους στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

30 Συνεπώς, από συστηματική ερμηνεία της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να απαιτεί από τον σχετικό φορέα να τηρεί τις διαδικασίες διαγωνισμού που προβλέπει η οδηγία 93/36.

31 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενώς. Η αρχή αυτή συνεπάγεται ιδίως υποχρέωση διαφάνειας, προκειμένου η αναθέτουσα αρχή να μπορεί να βεβαιώνεται για την τήρηση της αρχής αυτής.

32 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής:

- Επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή που χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ασκήσεως δραστηριότητας δημοσίας υπηρεσίας σε φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή να απαιτεί από τον φορέα αυτόν να τηρεί, για τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών που συνάπτει με τρίτους στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

- Αντιθέτως, υπό τις συνθήκες αυτές δεν επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή να απαιτεί από τον σχετικό φορέα να τηρεί, για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, τις διαδικασίες διαγωνισμού που προβλέπει η οδηγία 93/36.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

33 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(πρώτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 15ης Ιουλίου 1998 το Klagenζvnet for Udbud, αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, έχει αυτοτελές περιεχόμενο σε σχέση με τις διατάξεις της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών.

2) Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής:

- Επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή που χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ασκήσεως δραστηριότητας δημοσίας υπηρεσίας σε φορέα που δεν είναι αναθέτουσα αρχή να απαιτεί από τον φορέα αυτόν να τηρεί, για τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών που συνάπτει με τρίτους στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας.

- Αντιθέτως, υπό τις συνθήκες αυτές δεν επιβάλλει στην αναθέτουσα αρχή να απαιτεί από τον σχετικό φορέα να τηρεί, για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, τις διαδικασίες διαγωνισμού που προβλέπει η οδηγία 93/36.

Top