EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61991CJ0158

Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Αυγούστου 1993.
Ποινική διαδικασία κατά Jean-Claude Levy.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal de police de Metz - Γαλλία.
Ίση μεταχείρηση ανδρών και γυναικών - Νομοθετική απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών - Σύμβαση 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, περί απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας των γυναικών.
Υπόθεση C-158/91.

European Court Reports 1993 I-04287

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1993:332

61991J0158

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 2ΑΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1993. - MINISTERE PUBLIC ΚΑΙ DIRECTION DU TRAVAIL ET DE L'EMPLOI ΚΑΤΑ JEAN-CLAUDE LEVY. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: TRIBUNAL DE POLICE DE METZ - ΓΑΛΛΙΑ. - ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ - ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ - ΣΥΜΒΑΣΗ ΥΠ'ΑΡΙΘ. 89 ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΠΕΡΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΥΚΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-158/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-04287
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00295
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00329


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Κοινωνική πολιτική * 'Ανδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Πρόσβαση σε απασχόληση και όροι εργασίας * 'Ιση μεταχείριση * Οδηγία 76/207/ΕΟΚ * 'Αρθρο 5 * 'Αμεσο αποτέλεσμα * Απαράδεκτο της απαγορεύσεως νυκτερινής εργασίας γυναικών ενόσω δεν ισχύει η ίδια απαγόρευση για τους άνδρες * Καθήκον του εθνικού δικαστή που ευρίσκεται ενώπιον υποχρεώσεων απορρεουσών εκ προγενεστέρων της Συνθήκης ΕΟΚ συμβάσεων, έναντι τρίτων κρατών, ασυμβιβάστων προς τις απορρέουσες εκ του άρθρου 5 * Εφαρμογή του κανόνα της υπεροχής του άρθρου 234 της Συνθήκης

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 234, πρώτο εδάφιο οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, άρθρο 5)

Περίληψη


Ο εθνικός δικαστής οφείλει να διασφαλίζει πλήρως τον σεβασμό του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, εκτός αν η εφαρμογή της αντίθετης αυτής διατάξεως είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους υποχρεώσεων απορρεουσών από σύμβαση που είχε συνάψει με τρίτα κράτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ.

Καίτοι η ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, αναγνωριζόμενο από την κοινοτική έννομη τάξη, η εφαρμογή της, ακόμη και σε κοινοτικό επίπεδο, υπήρξε προοδευτική, απαιτώντας την εκ μέρους του Συμβουλίου παρέμβαση με την έκδοση οδηγιών, οι οποίες επιτρέπουν προσωρινώς ορισμένες παρεκκλίσεις. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αρκεί η επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως προς ματαίωση της εκτελέσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτό δυνάμει προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως, υποχρεώσεων των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το άρθρο 234, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.

Στα πλαίσια της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, εναπόκειται στο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο και όχι στο Δικαστήριο να ελέγξει ποιες είναι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η προγενέστερη διεθνής σύμβαση και να τις οριοθετήσει κατά τρόπον ώστε να προσδιοριστεί αν εμποδίζουν την εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-158/91,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de police de Metz (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά

Jean-Claude Levy,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 έως 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro

γραμματέας: J.-G. Giraud

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* η Direction du travail et de l' emploi, εκπροσωπούμενη από την E. Klein, επιθεωρήτρια εργασίας,

* ο J.-C. Levy, εκπροσωπούμενος από τον F. Crehange, δικηγόρο στο Μetz,

* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. Pouzoulet, υποδιευθυντή νομικών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, και τον C. Chavance, attache principal στην κεντρική διοίκηση, ως αναπληρωτή,

* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Roeder, Regierungsdirektor στο Bundesministerium fuer Wirtschaft,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Wolfcarius, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του J.-C. Levy, της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με απόφαση της 22ας Μαΐου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιουνίου 1991, το tribunal de police de Μetz (Γαλλία) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 έως 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70, στο εξής: οδηγία).

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο της ποινικής διώξεως που άσκησε η εισαγγελική αρχή, κατόπιν μηνύσεως της direction du travail et de l' emploi (διεύθυνση εργασίας και απασχολήσεως), κατά του Jean-Claude Levy, διευθυντή της SA Nouvelle Falor, κατηγορουμένου ότι στις 22 Μαρτίου 1990 απασχόλησε, κατά παράβαση του άρθρου L 213-1 του γαλλικού εργατικού κώδικα (στο εξής: γαλλικός νόμος) 23 γυναίκες σε νυκτερινή εργασία, γεγονός που συνιστά παράβαση τιμωρούμενη με πρόστιμο, κατ' εφαρμογήν ιδίως του άρθρου R 261-7 του ιδίου κώδικα.

3 Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προς εφαρμογή της Συμβάσεως 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της 9ης Ιουλίου 1948, περί της νυκτερινής εργασίας των εργαζομένων στη βιομηχανία γυναικών (στο εξής: Σύμβαση ΔΟΕ), κυρωθείσας στη Γαλλία με τον νόμο 53-603 της 7ης Ιουλίου 1953. Το έγγραφο επικυρώσεως καταχωρίστηκε από τον γενικό διευθυντή του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας στις 21 Σεπτεμβρίου 1953.

4 Το άρθρο 3 της Συμβάσεως ΔΟΕ, τις διατάξεις του οποίου επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν ο γαλλικός νόμος, ορίζει:

"Απαγορεύεται η απασχόληση γυναικών, αδιακρίτως ηλικίας, κατά τη νύκτα σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, ή σε βοηθητικούς χώρους αυτών, με εξαίρεση τις οικογενειακές επιχειρήσεις όπου απασχολούνται αποκλειστικώς και μόνο τα μέλη της οικογενείας."

5 Ενώπιον του tribunal de police de Μetz, ο Levy, κατηγορούμενος της κύριας δίκης, υποστήριξε ότι ο γαλλικός νόμος έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 5 της οδηγίας, το οποίο προβλέπει:

"Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την κατάργηση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αντίκεινται προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως."

6 Κατόπιν αυτού, το tribunal de police ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

"'Εχει η οδηγία 76/207, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, και συγκεκριμένα τα άρθρα 1 έως 5 αυτής, την έννοια ότι εθνική νομοθεσία, απαγορεύουσα τη νυκτερινή εργασία αποκλειστικώς των γυναικών, εισάγει δυσμενή διάκριση, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 3 της Συμβάσεως 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας περί απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, Συμβάσεως στην οποία έχει προσχωρήσει η Γαλλία;"

7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, καθώς και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

8 Προτού δοθεί απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προβλεπόμενη τόσο από τη Σύμβαση ΔΟΕ όσο και από τον γαλλικό νόμο απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών συνδυάζεται με διάφορες παρεκκλίσεις, επίκληση των οποίων έγινε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου από τον Levy. Πάντως, επειδή το ερώτημα αν ο Levy μπορεί να τις επικαλεστεί δεν ασκεί επιρροή ως προς την επίλυση του προβλήματος που θέτει το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, οι παρεκκλίσεις αυτές δεν θα εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως.

9 Με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-345/89, Stoeckel (Συλλογή 1991, σ. Ι-4047), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 5 της οδηγίας είναι αρκούντως σαφές ώστε να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μη καθιερώνουν νομοθετικώς την απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, έστω και αν από την εν λόγω υποχρέωση προβλέπονται παρεκκλίσεις, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά τη νυκτερινή εργασία των ανδρών. Επομένως, ο εθνικός δικαστής οφείλει, καταρχήν, να διασφαλίζει πλήρως τα έννομα αποτελέσματα του εν λόγω κανόνα, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη εθνική διάταξη (βλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 106/77, Simmenthal, Συλλογή τόμος 1978, σ. 239).

10 Εν προκειμένω, το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα άπτεται κατ' ουσίαν του ζητήματος αν η αυτή υποχρέωση επιβάλλεται στον εθνικό δικαστή οσάκις η αποδεικνυομένη ασυμβίβαστη προς τον κοινοτικό κανόνα εθνική διάταξη προορίζεται να θέσει σε εφαρμογή σύμβαση όπως η Σύμβαση ΔΟΕ, την οποία συνήψε το οικείο κράτος μέλος με άλλα κράτη μέλη, καθώς και τρίτα κράτη, πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ (στο εξής: προγενέστερη διεθνής σύμβαση).

11 Το άρθρο 234 της Συνθήκης ορίζει στο πρώτο εδάφιό του ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν θίγουν τα απορρέοντα από συμβάσεις που συνήψαν πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, αφενός, και ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη, αφετέρου, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Πάντως, το δεύτερο εδάφιο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μετέρχονται όλα τα πρόσφορα μέσα προς άρση των ενδεχομένων ασυμβιβάστων μεταξύ μιας τέτοιας συμβάσεως και της Συνθήκης. Το άρθρο 234 είναι γενικής ισχύος και τυγχάνει εφαρμογής επί οποιασδήποτε διεθνούς συμβάσεως, ασχέτως περιεχομένου, που μπορεί να έχει επίπτωση επί της εφαρμογής της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1980 στην υπόθεση 812/79, Burgoa, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 71, σκέψη 6).

12 'Οπως προκύπτει από την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1962 στην υπόθεση 10/61, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (Συλλογή τόμος 1954-64, σ. 657), το άρθρο 234, πρώτο εδάφιο, έχει ως αντικείμενο να καταστήσει σαφές ότι, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, η εφαρμογή της Συνθήκης δεν θίγει την αναληφθείσα από το οικείο κράτος μέλος δέσμευση να σέβεται τα απορρέοντα από προγενέστερη σύμβαση δικαιώματα των τρίτων κρατών και να τηρεί τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του. Επομένως, στα πλαίσια της εν λόγω διατάξεως, οι όροι "δικαιώματα και υποχρεώσεις" αναφέρονται, όσον μεν αφορά τα "δικαιώματα", στα δικαιώματα των τρίτων κρατών, ενώ, όσον αφορά τις "υποχρεώσεις", στις υποχρεώσεις των κρατών μελών.

13 Συνεπώς, προκειμένου να κριθεί αν προγενέστερη διεθνής σύμβαση μπορεί να καταστήσει ανενεργό ένα κοινοτικό κανόνα, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω σύμβαση επιβάλλει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υποχρεώσεις την εκπλήρωση των οποίων ενδέχεται να εξακολουθούν να απαιτούν τα τρίτα κράτη ως συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως.

14 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αφότου το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση Stoeckel ότι η μέριμνα προστασίας από την οποία διαπνεόταν αρχικώς η καταρχήν απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας των γυναικών προφανώς δεν δικαιολογείται πλέον, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ', της οδηγίας, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αναθεωρήσουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές εκείνες διατάξεις που αντίκεινται προς την αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως. Αν οι νομοθετικές διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν λόγω διεθνών συμβάσεων που συνήφθησαν πριν από τη Συνθήκη, όπως η Σύμβαση ΔΟΕ, τα ληπτέα από τα κράτη μέλη μέτρα είναι της ιδίας φύσεως με τα "πρόσφορα μέσα" τα οποία καλούνται να λάβουν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, προς άρση των διαπιστωμένων ασυμβιβάστων μεταξύ των διεθνών αυτών συμβάσεων και του κοινοτικού δικαίου, και συνίστανται στην επέκταση της απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας και στους εργαζομένους του άλλου φύλου ή στην καταγγελία της προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως.

15 Η Επιτροπή προσθέτει ότι εν πάση περιπτώσει η απορρέουσα από τη Σύμβαση ΔΟΕ υποχρέωση περί απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας των γυναικών δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται η μη τήρηση εκ μέρους των κρατών μελών της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου, του οποίου ο σεβασμός αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου που διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 11/70, Internationale Handelsgesellschaft, Συλλογή τόμος 1969-71, σ. 581). Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. ειδικότερα απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, Abdulaziz, Cabales και Balkandali, σειρά Α, αριθ. 94), η διαφορετική μεταχείριση των γυναικών σε σχέση με εκείνη των ανδρών πρέπει να δικαιολογείται από αντικειμενικούς και αποχρώντες λόγους, ενώ πρέπει να τηρείται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκομένου σκοπού. Ενόψει του ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι εργαζόμενοι τη νύκτα, άνδρες ή γυναίκες, είναι πανομοιότυποι, η διαφορετική μεταχείριση των γυναικών σε σχέση με εκείνη των ανδρών δικαιολογείται μόνον όταν το απαιτεί η προστασία της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας.

16 Σε απάντηση της ανωτέρω επιχειρηματολογίας, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, καίτοι η ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, αναγνωριζόμενο από την κοινοτική έννομη τάξη, η εφαρμογή της, ακόμη και σε κοινοτικό επίπεδο, υπήρξε προοδευτική, απαιτώντας την εκ μέρους του Συμβουλίου παρέμβαση με την έκδοση οδηγιών, οι οποίες επιτρέπουν προσωρινώς ορισμένες παρεκκλίσεις.

17 Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αρκεί η επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως προς ματαίωση της εκτελέσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη στον τομέα αυτό δυνάμει προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως, υποχρεώσεων των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το άρθρο 234, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.

18 Περαιτέρω, η Επιτροπή επικαλείται ως επιχείρημα την εξέλιξη του διεθνούς δικαίου στον τομέα αυτό, ιδίως με τη Σύμβαση περί καταργήσεως όλων των μορφών διακρίσεως εις βάρος των γυναικών, η οποία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 18 Δεκεμβρίου 1979 (στο εξής: Σύμβαση Νέας Υόρκης) και την οποία επικύρωσε η Γαλλία στις 14 Δεκεμβρίου 1983, καθώς και την εξέλιξη που σημειώθηκε ακόμη και στους κόλπους της ΔΟΕ. 'Οσον αφορά τη ΔΟΕ, η Επιτροπή αναφέρεται ειδικότερα στο πρωτόκολλο του 1990, σχετικά με τη Σύμβαση ΔΟΕ του 1948, στη Σύμβαση ΔΟΕ 171 του 1990, περί νυκτερινής εργασίας, και στη σύσταση ΔΟΕ 178 του 1990, περί νυκτερινής εργασίας, πράξεις που εγκρίθηκαν στις 26 Ιουνίου 1990.

19 Γεγονός είναι ότι οι διατάξεις διεθνούς συμβάσεως μπορούν να αποβάλουν τη δεσμευτικότητά τους αν όλα τα συμβαλλόμενα σ' αυτή μέρη έχουν αναλάβει προφανώς υποχρεώσεις με μεταγενέστερη σύμβαση, οι διατάξεις της οποίας είναι ασυμβίβαστες προς εκείνες της πρώτης, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να είναι αδύνατη η ταυτόχρονη εφαρμογή αμφοτέρων των συμβάσεων (βλ. άρθρο 59, παράγραφος 1, στοιχείο β', της Συμβάσεως της Βιέννης, της 21ης Μαρτίου 1986, περί του Δικαίου των Συνθηκών).

20 Στην προκειμένη περίπτωση, αν από την εξέλιξη του διεθνούς δικαίου που επικαλείται η Επιτροπή προέκυπτε ότι η απαγόρευση της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, όπως προβλέπει η Σύμβαση ΔΟΕ, είχε καταργηθεί δυνάμει μεταγενεστέρων συμβάσεων, δεσμευουσών τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη, δεν θα ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 234, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Στην περίπτωση αυτή, ουδόλως θα κωλυόταν το εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το άρθρο 5 της οδηγίας, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα υπόθεση της 25ης Ιουλίου 1991, και να μη λάβει υπόψη τις αντίθετες εθνικές διατάξεις.

21 Πάντως, στα πλαίσια της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, εναπόκειται στο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο και όχι στο Δικαστήριο να ελέγξει ποιες είναι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η προγενέστερη διεθνής σύμβαση και να τις οριοθετήσει κατά τρόπον ώστε να προσδιοριστεί αν εμποδίζουν την εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας.

22 Ενόψει των προηγηθεισών σκέψεων, η απάντηση που αρμόζει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα είναι ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να διασφαλίζει πλήρως τον σεβασμό του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, εκτός αν η εφαρμογή της αντίθετης αυτής διατάξεως είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους υποχρεώσεων απορρεουσών από σύμβαση που είχε συνάψει με τρίτα κράτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 22ας Μαΐου 1991 το tribunal de police de Μetz, αποφαίνεται:

Ο εθνικός δικαστής οφείλει να διασφαλίζει πλήρως τον σεβασμό του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, εκτός αν η εφαρμογή της αντίθετης αυτής διατάξεως είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους υποχρεώσεων απορρεουσών από σύμβαση που είχε συνάψει με τρίτα κράτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ.

Top