EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61991CJ0110

Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1993.
Michael Moroni κατά Collo GmbH.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Arbeitsgericht Bonn - Γερμανία.
Ισότητα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων - Συντάξεις επαγγελματιών - Περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως C-262/88, Barber.
Υπόθεση C-110/91.

European Court Reports 1993 I-06591

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1993:926

61991J0110

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 14ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1993. - MICHAEL MORONI ΚΑΤΑ COLLO GMBH. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: ARBEITSGERICHT BONN - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ - ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ - ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ C-262/88, BARBER. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-110/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-06591
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00453
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00501


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Κοινωνική πολιτική * 'Ανδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * Αμοιβή * 'Εννοια * Επικουρική σύνταξη που καταβάλλεται από ιδιωτικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών * Εμπίπτει * Καθορισμός, για τη γένεση του δικαιώματος συντάξεως, διαφορετικού ορίου ηλικίας αναλόγως του φύλου * Δεν επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)

2. Κοινωνική πολιτική * 'Ανδρες και γυναίκες εργαζόμενοι * Ισότητα αμοιβών * 'Αρθρο 119 της Συνθήκης * Εφαρμόζεται στα ιδιωτικά συστήματα συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών * Κρίθηκε με την απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88 * Τα αποτελέσματα περιορίζονται στις παροχές που οφείλονται για περιόδους εργασίας μεταγενέστερες της ημερομηνίας εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119 οδηγία 86/378 του Συμβουλίου)

Περίληψη


1. Οι συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου που καταβάλλονται από επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως, το οποίο πηγάζει από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων, είναι επικουρικό του εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν ενισχύεται οικονομικά από το δημόσιο, αποτελούν αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, με συνέπεια ότι καλύπτονται από την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου που θεσπίζει η διάταξη αυτή.

Επομένως το άρθρο 119 της Συνθήκης παραβιάζεται όταν, στο πλαίσιο ενός επικουρικού επαγγελματικού συστήματος προνοίας, οι άνδρες εργαζόμενοι μπορούν να λάβουν επαγγελματική σύνταξη σε μεγαλύτερη ηλικία απ' ό,τι οι ευρισκόμενες στην ίδια κατάσταση γυναίκες εργαζόμενες λόγω καθορισμού ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου.

2. Το άρθρο 119 της Συνθήκης εφαρμόζεται απ' ευθείας σε όλες τις μορφές διακρίσεων που μπορούν να διαπιστωθούν με τη βοήθεια μόνο των κριτηρίων της όμοιας εργασίας και της ισότητας των αμοιβών που περιέχει η διάταξη αυτή, χωρίς να είναι αναγκαία, για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, κοινοτικά ή εθνικά μέτρα που να τα προσδιορίζουν ειδικότερα.

Δεδομένου ότι η δυσμενής διάκριση που προκύπτει από τον καθορισμό ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής αναλόγως του φύλου, όσον αφορά τις επαγγελματικές συντάξεις, μπορεί να αποδειχθεί απευθείας με γνώμονα τα στοιχεία που συνιστούν την επίδικη αμοιβή και τα κριτήρια του άρθρου 119, ο εργαζόμενος που υφίσταται δυσμενή διάκριση μπορεί, παρά τις διατάξεις της οδηγίας 86/378, να επικαλεστεί τα δικαιώματά του για καταβολή της επαγγελματικής συντάξεως στην ίδια ηλικία όπως και η ευρισκομένη στην ίδια κατάσταση γυναίκα εργαζομένη, η δε μείωση σε περίπτωση πρόωρης αποχωρήσεως από την επιχείρηση πρέπει να υπολογιστεί με βάση αυτή την ηλικία.

Ωστόσο, βάσει της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, Barber, C-262/88, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης προς στήριξη απαιτήσεως για ίση μεταχείριση στον τομέα των συντάξεων επαγγελματιών, παρά μόνο σε σχέση με τις παροχές που οφείλονται για περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της ημερομηνίας εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου, υπό την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα, οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-110/91,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση που υπέβαλε το Arbeitsgericht Bonn προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Michael Moroni

και

Collo GmbH,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40) καθώς και του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990 στην υπόθεση C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και M. Diez de Velasco, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας, και D. Louterman-Hubeau, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* ο Michael Moroni, εκπροσωπούμενος από τον M. Hohlfeld, δικηγόρο Βόννης,

* η εταιρία Collo GmbH, εκπροσωπούμενη από την Bundesvereinigung der Deutschen Arbeitgeberverbaende,

* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Roeder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,

* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. R. Bot, γενικό γραμματέα στο Υπουργείο Εξωτερικών,

* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Caudwell, του Treasury Solicitor' s Department και από τον S. Richards, barrister,

* η Ιρλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενμη από τον L. J. Dockery, Chief State Solicitor,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από την K. Banks και τον Μ. B. Jansen, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξαν η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπηθείσα από τους J. W. de Zwaan και T. Heukels, βοηθούς νομικούς συμβούλους στο Υπουργείο Εξωτερικών, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκπροσωπηθείσα από τον Sir Nicholas Lyell, QC, Attorney-General, τους S. Richards και N. Paines, barristers και τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor' s Departmemt, η Ιρλανδική Κυβέρνηση εκπροσωπηθείσα από τους J. Cooke, SC και A. O' Caoimh, BL, και η Επιτροπή, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Ιανουαρίου 1993,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1993,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1991 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Απριλίου του ίδιου έτους, το Arbeitsgericht Bonn υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 119 της ίδιας Συνθήκης, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ L 225, σ. 40, στο εξής: οδηγία 86/378) καθώς και της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, στην υπόθεση C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, στο εξής: απόφαση Barber) όσον αφορά τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Moroni και της εταιρίας Collo (στο εξής: Collo) σχετικά με τον τρόπο της χορηγήσεως μιας επαγγελματικής συντάξεως.

3 Ο Moroni, γεννημένος το 1948, εργάσθηκε ως μισθωτός στην Collo μεταξύ 1968 και 1973 και υπήχθη στο σύστημα ασφαλίσως γήρατος της επιχειρήσεως αυτής. Κατά το σύστημα αυτό, που είναι συμπληρωματικό του εκ του νόμου συστήματος, οι άνδρες εργαζόμενοι μπορούν να ζητήσουν σύνταξη από την επιχείρηση μόνον αφού συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας, ενώ οι γυναίκες εργαζόμενοι μπορούν να τη λάβουν από το εξηκοστό έτος υπό τον όρο και στις δύο περιπτώσεις ότι, κατά το χρονικό αυτό σημείο, έχουν εργασθεί στην επιχείρηση επί δεκαετία τουλάχιστον.

4 Βάσει του νόμου Gesetz zurVerbesserung der betrieblichen Altersversorgung (νόμος περί βελτιώσεως των συστημάτων ασφαλίσως γήρατος επαγγελματιών, στο εξής: BertAVG), ο μισθωτός που εγκαταλείπει την επιχείρηση πριν συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο διατηρεί τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησε κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς του, πλην όμως σύνταξη μπορεί να λάβει μόνον αφού συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο ή το εξηκοστό έτος της ηλικίας, αναλόγως του αν είναι άνδρας ή γυναίκα. Το ύψος της συντάξεως υπολογίζεται τότε με την εφαρμογή στη σύνταξη που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος αν συμπλήρωνε την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως ενός συντελεστή μειώσεως ίσο με τη σχέση μεταξύ του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας του μισθωτού και του συνολικού θεωρητικού χρόνου υπηρεσίας. Λόγω του ότι, στην περίπτωση των γυναικών ο αριθμός των ετών που υπολείπονται μέχρι την ηλικία συνταξιοδοτήσεως είναι μικρότερος, οι γυναίκες υφίστανται μικρότερη μείωση από τους άνδρες εργαζομένους.

5 Ενώπιον του Arbeitsgericht Bonn, ο Moroni υποστήριξε, επικαλούμενος το άρθρο 119 της Συνθήκης, ότι δικαιούται επαγγελματική σύνταξη από την επιχείρηση με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας όπως και οι γυναίκες συνάδελφοί του και επομένως η σύνταξή του πρέπει να μειωθεί μόνο κατά τον αριθμό των ετών που μεσολαβούν από την παύση της εργασίας μέχρι τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας του.

6 Η Collo αμφισβητεί την εφαρμογή του άρθρου 119 εν προκειμένω και επικαλείται την οδηγία 86/378, κατά την οποία, αφενός, η αναθεώρηση των διατάξεων των επαγγελματικών συστημάτων που αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1993, δεν πρέπει να έχει οπωσδήποτε αναδρομικό αποτέλεσμα (άρθρο 8) και, αφετέρου, τα κράτη μέλη μπορούν να αναβάλουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος ή αποχώρησης είτε μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η ίση μεταχείριση θα επιτευχθεί στα εκ του νόμου συστήματα, είτε το αργότερο μέχρις ότου η εφαρμογή της αρχής αυτής επιβληθεί με οδηγία (άρθρο 9). Εν πάση περιπτώσει πρέπει να ληφθεί υπόψη ο περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber.

7 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Arbeitsgericht Bonn ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) Λαμβανομένης υπόψη και της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, αντιβαίνει ήδη και σήμερα προς το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ ο συνταξιοδοτικός κανονισμός επιχειρήσεως που έχει τη μορφή άμεσης ασφάλισης και σύμφωνα με τον οποίο ο άνδρας εργαζόμενος δικαιούται συντάξεως από την επιχείρηση με τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του, ενώ η γυναίκα εργαζομένη δικαιούται συντάξεως με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας της;

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως έχει η παράβαση αυτή ήδη σήμερα τις έννομες συνέπειες που προβλέπει η οδηγία 86/378/ΕΟΚ για το έτος 1993; Μπορεί ο εργαζόμενος τον οποίο αφορά ένας τέτοιος συνταξιοδοτικός κανονισμός να αξιώσει σύνταξη από την επιχείρηση ήδη με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας του και πρέπει να καταβληθεί αμείωτη η σύνταξη από την επιχείρηση παρά το γεγονός ότι ζητείται πρόωρα σε σχέση με ό,τι οριζόταν στην άμεση ασφάλιση;

3) Στερείται ακόμη συνεπειών η ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, έστω και λαμβανομένης υπόψη της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ,

α) όταν ο εργαζόμενος πριν την κοινοποίηση της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, πριν την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 1990, (C-262/88, Barber κατά Guardian Royal Exchange Assurance Group) ή πριν την 1η Ιανουαρίου 1993, που είναι η ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, αποχώρησε ή θα αποχωρήσει πρόωρα από την επιχείρηση εργοδότη, αφού απέκτησε ή αποκτήσει 'απαράγραπτη' προσδοκία συνταξιοδοτικού δικαιώματος,

ή μόνο

β) όταν ο πρώην εργαζόμενος λαμβάνει ήδη σύνταξη από την επιχείρηση κατά μία από τις εναλλακτικές αναφερόμενες ημερομηνίες αναφοράς,

ή μόνο στο μέτρο

γ) που οι αξιώσεις συντάξεως από την επιχείρηση έχουν ήδη ικανοποιηθεί πριν από μία από τις εναλλακτικώς αναφερόμενες ημερομηνίες αναφοράς, έτσι ώστε να προβληθεί και αξίωση αυξήσεως όσον αφορά τις μελλοντικές αξιώσεις συντάξεως,

ή

δ) εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αποφανθούν επί του ζητήματος των διαχρονικών αποτελεσμάτων του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ εν προκειμένω, ζήτημα το οποίο αφορούν τα ανωτέρω εναλλακτικώς υποβαλλόμενα ερωτήματα;"

8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί του πρώτου ερωτήματος

9 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν προσκρούει στο άρθρο 119 της Συνθήκης το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενός επικουρικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών και λόγω του ότι η ηλικία συνταξιοδοτήσεως διαφέρει αναλόγως του φύλου, ο άνδρας εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη από την επιχείρηση σε ηλικία μεγαλύτερη απ' ό,τι η γυναίκα εργαζομένη που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.

10 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι με την απόφαση Barber (σκέψη 32) το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 119 απαγορεύει κάθε διάκριση ως προς τις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, όποιος και αν είναι ο μηχανισμός που καθορίζει την ανισότητα αυτή και ειδικότερα τον καθορισμό προϋποθέσεων ηλικίας που διαφέρουν αναλόγως του φύλου για τις συντάξεις που καταβάλλονται στο πλαίσιο συμβατικώς αποκλεισθέντος συστήματος, ακόμη και αν η διαφορά της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και τις γυναίκες είναι αντίστοιχη αυτής που προβλέπει το εκ του νόμου εθνικό σύστημα.

11 Το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή αφού έκρινε με την ίδια απόφαση ότι οι συντάξεις επαγγελματιών αποτελούν αμοιβή κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119, η οποία αμοιβή περιλαμβάνει εννοιολογικώς, κατά πάγια νομολογία, όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας αυτού, ενώ το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει ότι μπορούν να έχουν τον χαρακτήρα αμοιβής κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου (βλ. ιδίως σκέψη 12).

12 Βεβαίως, όπως παρατηρεί το εθνικό δικαστήριο, η απόφαση Barber αφορά ένα συμβατικώς οργανωμένο σύστημα συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών ("contracted-out") του βρετανικού δικαίου και όχι ένα επικουρικό σύστημα όπως το επίδικο στην κύρια δίκη.

13 Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, για να κρίνει ότι οι συντάξεις που καταβάλλονται στο πλαίσιο τέτοιου είδους συστημάτων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα ίδια κριτήρια με αυτά που χρησιμοποίησε στην παλαιότερη νομολογία του προκειμένου να κάνει τη διάκριση μεταξύ των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως και των ιδιωτικών συστημάτων προνοίας.

14 Με την απόφαση της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne (Slg. 1971, σ. 445, σκέψεις 7 και 8), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της αμοιβής δεν περιλαμβάνει τα συστήματα ή τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως είναι οι συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, που ρυθμίζονται απευθείας από τον νόμο χωρίς καμία διαβούλευση στο πλαίσιο της επιχειρήσεως ή του ενδιαφερομένου επαγγελματικού κλάδου και που έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων. Πράγματι, τα συστήματα αυτά διασφαλίζουν στους εργαζομένους το ευεργέτημα ενός εκ του νόμου συστήματος, στη χρηματοδότηση του οποίου συμβάλλουν εργαζόμενοι, εργοδότες και ενδεχομένως οι δημόσιες αρχές σε βαθμό που είναι συνάρτηση όχι τόσο της σχέσεως εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου όσο της κοινωνικής πολιτικής.

15 Με την απόφαση της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus (Συλλογή 1986, σ. 1607), που αφορούσε ακριβώς ένα γερμανικό επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν το σύστημα αυτό θεσπίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί από τον εθνικό νομοθέτη, πηγάζει από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων, είναι επικουρικό του εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν ενισχύεται οικονομικά από το δημόσιο. 'Ενα σύστημα που εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά εμπίπτει επομένως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης.

16 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, με την απόφαση Barber, το Δικαστήριο αντιμετώπισε για πρώτη φορά το ζήτημα της εκτιμήσεως από τη σκοπιά του άρθρου 119 της άνισης μεταχείρισης που συνεπάγεται ο καθορισμός ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των συμβατικώς οργανωμένων συστημάτων συνταξιοδοτήσεως αντιθέτως, απαντά σε όλα τα άλλα είδη συστημάτων συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών και δημιουργεί τις ίδιες διακρίσεις.

17 Επομένως, οι αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση Barber δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορούν μόνο τα συμβατικώς οργανωμένα συστήματα συνταξιοδοτήσως επαγγελματιών, αλλ' αφορούν και τα επικουρικά συστήματα όπως το επίδικο στην κύρια δίκη.

18 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στο εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως γήρατος που ισχύει στη Γερμανία ο άνδρας εργαζόμενος μπορεί να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας. Στην περίπτωση αυτή, το BetrAVG προβλέπει ότι μπορεί επίσης να λάβει συγχρόνως και την επαγγελματική του σύνταξη. Οι διατάξεις αυτές αναδεικνύουν τη συσταλτική και άμεση ερμηνεία του εκ του νόμου και του επαγγελματικού συστήματος.

19 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, αφενός, η υποχρέωση που προβλέπει η εθνική νομοθεσία, να καταβάλλεται δηλαδή η επαγγελματική σύνταξη συγχρόνως με τη νόμιμη σύνταξη, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να αποκλείσει το επαγγελματικό σύστημα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης. Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική εθνική διάταξη δεν επηρεάζει καθόλου τον χαρακτήρα της επίδικης διαφοράς ως πηγής διακρίσεων, που απορρέει αποκλειστικά από τους συμβατικούς κανόνες του επιδίκου επαγγελματικού συστήματος σχετικά με τον καθορισμό διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες εργαζομένους.

20 Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση Barber, το άρθρο 119 της Συνθήκης παραβιάζεται όταν, στο πλαίσιο ενός επικουρικού επαγγελματικού συστήματος προνοίας, οι άνδρες εργαζόμενοι μπορούν να λάβουν επαγγελματική σύνταξη σε μεγαλύτερη ηλικία από ό,τι οι ευρισκόμενες στην ίδια κατάσταση γυναίκες εργαζόμενοι λόγω καθορισμού ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

21 Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά μήπως το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/378 εξουδετερώνει τις συνέπειες που έχει το ασυμβίβαστο προς το άρθρο 119 της Συνθήκης του καθορισμού ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου, ενόψει της χορηγήσεως επαγγελματικής συντάξεως, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, ημερομηνία μέχρι την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τη διάταξη αυτή, να έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με την οδηγία.

22 Το ερώτημα αυτό στην ουσία θίγει το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ του άρθρου 119 της Συνθήκης και της οδηγίας 86/378.

23 Επ' αυτού αρκεί να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 119 εφαρμόζεται άμεσα σε όλες τις μορφές διακρίσεως που μπορούν να διαπιστωθούν με τη βοήθεια μόνο των κριτηρίων της όμοιας εργασίας και της ισότητας των αμοιβών που περιέχει η διάταξη αυτή, χωρίς να είναι αναγκαία για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών κοινοτικά ή εθνικά μέτρα που να τα προσδιορίζουν ειδικότερα (βλ. ιδίως απόφαση Barber, σκέψη 37).

24 Δεδομένου ότι η δυσμενής διάκριση που προκύπτει από τον καθορισμό ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής αναλόγως του φύλου, όσον αφορά τις επαγγελματικές συντάξεις, μπορεί να αποδειχθεί απευθείας με γνώμονα τα στοιχεία που συνιστούν την επίδικη αμοιβή και τα κριτήρια του άρθρου 119, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος των αποτελεσμάτων της οδηγίας 86/378. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να περιορίσουν το περιεχόμενο των επιταγών αυτού του άρθρου.

25 Κατά συνέπεια και υπό την επιφύλαξη της απαντήσεως που δίνεται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, ο εργαζόμενος που υφίσταται δυσμενή διάκριση λόγω καθορισμού ηλικίας συνταξιοδοτήσεως διαφορετικής αναλόγως του φύλου μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματά του για καταβολή της επαγγελματικής συντάξεως στην ίδια ηλικία όπως και η ευρισκομένη στην ίδια κατάσταση γυναίκα εργαζομένη, η δε μείωση σε περίπτωση πρόωρης αποχωρήσεως από την επιχείρηση πρέπει να υπολογιστεί με βάση αυτή την ηλικία.

26 Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η οδηγία 86/378 δεν εμποδίζει τη δυνατότητα άμεσης και απευθείας επικλήσεως του άρθρου 119 της Συνθήκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, με την επιφύλαξη της απαντήσεως που δίδεται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

Επί του τρίτου ερωτήματος

27 Με το τρίτο ερώτημα το Δικαστήριο καλείται στην ουσία να αποφανθεί όσον αφορά την ακριβή έκταση του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber.

28 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993 στην υπόθεση C-109/71, Ten Oever (Συλλογή 1993, σ. Ι-4879), αρκεί να σημειωθεί συναφώς ότι ο περιορισμός αυτός αποφασίστηκε στο συγκεκριμένο πλαίσιο παροχών (ειδικότερα συντάξεων) που προβλέπονται από ιδιωτικά συστήματα συνταξιοδοτήσεως επαγγελματιών και θεωρούνται αμοιβές κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.

29 Η απόφαση εκείνη έλαβε υπόψη την ιδιαιτερότητα αυτού του είδους αμοιβής που συνίσταται στον χρονικό διαχωρισμό μεταξύ της γενέσεως του δικαιώματος συντάξεως που πραγματοποιείται προοδευτικά με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου και της πραγματικής καταβολής της παροχής που αναβάλλεται μέχρι ορισμένη ηλικία.

30 Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη τα χαρακτηριστικά των μηχανισμών χρηματοδοτήσεως των συντάξεων επαγγελματιών και επομένως τις λογιστικές σχέσεις που υπάρχουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ των περιοδικών εισφορών και των ποσών που θα καταβληθούν στο μέλλον.

31 Αν ληφθούν επίσης υπόψη οι λόγοι που υπαγόρευσαν τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως Barber, όπως διευκρινίζονται στις σκέψεις 44, πρέπει να σημειωθεί ότι η ίση μεταχείριση στον τομέα των συντάξεων επαγγελματιών δεν μπορεί να προβληθεί παρά μόνο για τις παροχές που οφείλονται έναντι περιόδων απασχολήσεως μεταγενεστέρων της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, δηλαδή της 17ης Μαΐου 1990, υπό την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση.

32 'Οσον αφορά το σημείο δ) του τρίτου ερωτήματος, πρέπει να σημειωθεί ότι στο Δικαστήριο και μόνο εναπόκειται να περιορίζει κατ' εξαίρεση τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλούνται την ερμηνεία την οποία δίνει σε κάποια διάταξη του κοινοτικού δικαίου απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα.

33 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι, βάσει της αποφάσεως Barber, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης προς στήριξη απαιτήσεως για ίση μεταχείριση στον τομέα των συντάξεων επαγγελματιών, παρά μόνο σε σχέση με τις παροχές που οφείλονται για περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 υπό την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα, οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Ολλανδική, και η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Επειδή η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1991 το Arbeitsgericht Bonn, αποφαίνεται:

1) 'Οπως προκύπτει από την απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, Barber (C-262/88), το άρθρο 119 της Συνθήκης παραβιάζεται όταν, στο πλαίσιο ενός επικουρικού επαγγελματικού συστήματος προνοίας, οι άνδρες εργαζόμενοι μπορούν να λάβουν επαγγελματική σύνταξη σε μεγαλύτερη ηλικία από ό,τι οι ευρισκόμενες στην ίδια κατάσταση γυναίκες εργαζόμενοι λόγω καθορισμού ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που διαφέρει αναλόγως του φύλου.

2) H οδηγία 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, δεν εμποδίζει τη δυνατότητα άμεσης και ευθείας επικλήσεως του άρθρου 119 της Συνθήκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, με την επιφύλαξη της απαντήσεως που δίδεται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

3) Bάσει της προαναφερθείσας αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του αμέσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης προς στήριξη απαιτήσεως για ίση μεταχείριση στον τομέα των συντάξεων επαγγελματιών, παρά μόνο σε σχέση με τις παροχές που οφείλονται για περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 υπό την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται υπέρ των εργαζομένων ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα, οι οποίοι πριν από την ημερομηνία αυτή άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση.

Top