EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61989CJ0357

Απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1992.
V. J. M. Raulin κατά Minister van Onderwijs en Wetenschappen.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: College van Beroep Studiefinanciering - Κάτω Χώρες.
Απαγόρευση των διακρίσεων - Πρόσβαση στην εκπαίδευση - Χρηματοδότηση των σπουδών.
Υπόθεση C-357/89.

European Court Reports 1992 I-01027

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1992:87

61989J0357

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 26ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1992. - V. J. M. RAULIN ΚΑΤΑ MINISTER VAN ONDERWIJS EN WETENSCHAPPEN. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: COLLEGE VAN BEROEP STUDIEFINANCIERING - ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ. - ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ - ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ - ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-357/89.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-01027


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - Έννοια - Ώπαρξη σχέσεως εργασίας - Άσκηση πραγματικών και γνησίων δραστηριοτήτων - Κριτήρια εκτιμήσεως - Εργαζόμενος απασχολούμενος με σύμβαση περιστασιακής εργασίας

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 48)

2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - Έννοια - Πρόσωπο που αρχίζει σπουδές αφού έχει ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα - Διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου - Προϋποθέσεις

(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 2)

3. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Ίση μεταχείριση - Διάκριση λόγω ιθαγενείας - Απαγόρευση - Πεδίο εφαρμογής - Βοηθήματα χορηγούμενα στους σπουδαστές για την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση - Όριο - Βοηθήματα που

προορίζονται για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως του σπουδαστή

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 7)

4. Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Ίση μεταχείριση - Διάκριση λόγω ιθαγενείας - Απαγόρευση - Πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση - Συνέπειες - Δικαίωμα εισόδου και διαμονής των υπηκόων άλλου κράτους μέλους που γίνονται δεκτοί σε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως - Επιτρεπόμενοι περιορισμοί - Εξάρτηση του δικαιώματος εισόδου και διαμονής και του δικαιώματος επί βοηθήματος που χορηγείται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση από την προϋπόθεση της κατοχής αδείας διαμονής - Δεν επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 7 και 128)

Περίληψη


1. Η έννοια του εργαζομένου έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο ή υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή. Η φύση της έννομης σχέσης μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη δεν είναι καθοριστική. Οι όροι απασχολήσεως ενός μισθωτού βάσει συμβάσεως η οποία δεν του παρέχει καμία εγγύηση ως προς τον αριθμό των ωρών εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας ο ενδιαφερόμενος εργάζεται επί πολύ λίγες ημέρες την εβδομάδα ή ώρες την ημέρα, ο δε εργοδότης οφείλει να καταβάλλει αμοιβή και να παρέχει κοινωνικά πλεονεκτήματα μόνο στο μέτρο που ο μισθωτός πράγματι εργάστηκε, και η οποία δεν συνεπάγεται υποχρέωση του μισθωτού να ανταποκριθεί όταν κληθεί από τον εργοδότη να εργαστεί, δεν απαγορεύουν να χαρακτηριστεί ο εν λόγω μισθωτός εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης, εφόσον πρόκειται για άσκηση πραγματικών και γνησίων δραστηριοτήτων, αποκλειομένων των δραστηριοτήτων που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως περιθωριακές και παρεπόμενες.

Ο εθνικός δικαστής, κατά την εκτίμηση του πραγματικού και γνήσιου χαρακτήρα της δραστηριότητας που ασκεί ο εργαζόμενος, μπορεί να λάβει υπόψη του τη μη τακτική παροχή και την περιορισμένη διάρκεια των υπηρεσιών που πράγματι παρασχέθηκαν στο πλαίσιο συμβάσεως περιστασιακής εργασίας.

2. Για την εκτίμηση της ιδιότητας του εργαζομένου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι επαγελματικές δραστηριότητες τις οποίες ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, όχι όμως και δραστηριότητες τις οποίες έχει ασκήσει αλλού εντός της Κοινότητας. Η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου, προκειμένου ο ενδιαφερόμενος να τύχει των πλεονεκτημάτων που εξασφαλίζονται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 όταν εγκαταλείπει την εργασία του για να παρακολουθήσει σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως, εξαρτάται από τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των προηγουμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων του στο κράτος μέλος υποδοχής και των συγκεκριμένων σπουδών, εκτός αν πρόκειται για διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος κατέστη ακουσίως άνεργος και αναγκάζεται λόγω της καταστάσεως στην αγορά εργασίας να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό και να στραφεί σε άλλο τομέα δραστηριότητας.

3. Το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο καθιερώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, έχει εφαρμογή στα βοηθήματα που χορηγούν τα κράτη μέλη στους υπηκόους τους για την πραγματοποίηση επαγγελματικών σπουδών μόνο στο μέτρο που τα βοηθήματα αυτά αποσκοπούν στην κάλυψη των εξόδων προσβάσεως στην εν λόγω εκπαίδευση. Οι σπουδαστές που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος δικαιούνται να τύχουν της ιδίας μεταχειρίσεως που επιφυλάσσεται στους σπουδαστές υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά κάθε βοήθημα που αποσκοπεί στην κάλυψη των τελών εγγραφής και των λοιπών εξόδων, ιδίως των διδάκτρων, που απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, δεν μπορούν όμως να επικαλεστούν την ανωτέρω διάταξη προκειμένου να τους χορηγηθεί βοήθημα για την κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως.

4. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία απορρέει από τα άρθρα 7 και 128 της

Συνθήκης ΕΟΚ, συνεπάγεται ότι στον υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος έχει εξ αυτού του λόγου δικαίωμα διαμονής για τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως, ανεξαρτήτως της χορηγήσεως αδείας διαμονής από το κράτος μέλος υποδοχής. Ωστόσο, το δικαίωμα διαμονής του σπουδαστή υπηκόου κράτους μέλους περιορίζεται στο αναγκαίο προκειμένου να μπορέσει να παρακολουθήσει τα μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και, συνεπώς, μπορεί να περιοριστεί χρονικώς στη διάρκεια των συγκεκριμένων σπουδών και να χορηγείται μόνο προς τον σκοπό πραγματοποιήσεως των σπουδών αυτών ή να εξαρτηθεί από την πλήρωση ορισμένων όρων υπαγορευομένων από τα νόμιμα συμφέροντα του κράτους μέλους, όπως η κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και υγειονομικής ασφαλίσεως, ως προς τους οποίους δεν έχει εφαρμογή η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.

Το να απαιτούν τα κράτη μέλη από τους σπουδαστές υπηκόους άλλου κράτους μέλους, οι οποίοι έχουν δυνάμει του κοινοτικού δικαίου δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, να διαθέτουν άδεια διαμονής προκειμένου να υπαχθούν σε σύστημα χρηματοδοτήσεως των εξόδων προσβάσεως στην εκπαίδευση συνιστά διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-357/89,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep Studienfinanciering (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

V. J. M. Raulin

και

Minister van Onderwijs en Wetenschappen,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 7, 48 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, R. Joliet, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: W. van Gerven

γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

- η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον B. R. Bot, Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών

- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Roeder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τον J. Karl

- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον O. Fiumara, avvocato dello Stato

- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τον A. Rodger, QC, solicitor general for Scotland

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την M. Wolfcarius και τον B. J. Drijber, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενης από τον De Zwaan, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαΐου 1991,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 1991,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 24ης Νοεμβρίου 1989, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Νοεμβρίου 1989, το College van Beroep Studiefinanciering υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, επτά προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 48 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ και την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της V. J. M. Raulin, προσφεύγουσας της κύριας δίκης, και του Minister van Onderwijs en Wetenschapper, καθού της κύριας δίκης, σχετικά με αίτηση χρηματικής συνδρομής την οποία υπέβαλε η Raulin δυνάμει του Wet op de Studiefinanciering (ολλανδικού νόμου περί χρηματοδοτήσεως των σπουδών, της 24ης Απριλίου 1986, στο εξής: WSF).

3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Raulin, Γαλλίδα υπήκοος, εγκαταστάθηκε στις Κάτω Χώρες στα τέλη του 1985 χωρίς να εγγραφεί στα μητρώα της υπηρεσίας αλλοδαπών και χωρίς να λάβει άδεια διαμονής. Τον Μάρτιο του 1986, συνήψε για την περίοδο από 5 Μαρτίου έως 3 Νοεμβρίου 1986, σύμβαση εργασίας "oproep contract", στο πλαίσιο της οποίας εργάστηκε, κατά την περίοδο από 5 έως 21 Μαρτίου 1986, 60 ώρες ως σερβιτόρα. Την 1η Αυγούστου 1986 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα

πλαστικών τεχνών με πλήρες ωράριο φοιτήσεως στη Gerrit Rietveld Academie του Άμστερνταμ.

4 Στις 5 Δεκεμβρίου 1986, η Raulin υπέβαλε στον Minister van Onderwijs en Wetenschappen, δυνάμει του WSF, αίτηση χρηματοδοτήσεως των σπουδών. Η αίτησή της απορρίφθηκε όσον αφορά το διάστημα από τον Οκτώβριο του 1986 έως τον Δεκέμβριο του 1987 με την αιτιολογία ιδίως ότι, κατά τον WSF, δεν μπορούσε να εξομοιωθεί προς υπήκοο των Κάτω Χωρών, καθόσον δεν είχε άδεια διαμονής.

5 Η ένσταση που υπέβαλε κατά της αρνητικής αυτής αποφάσεως απορρίφθηκε από τον ίδιο υπουργό στις 25 Σεπτεμβρίου 1987 και η Raulin άσκησε ενώπιον του College van Beroep Studiefinanciering (δικαιοδοτικού οργάνου το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό επί των διαφορών σχετικά με τη χορήγηση της χρηματοδοτήσεως των σπουδών βάσει του WF) προσφυγή κατά της τελευταίας αυτής απορριπτικής αποφάσεως του υπουργού. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η Raulin υποστήριξε κατ' ουσία ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συνάψει της προσέδιδε την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι, επομένως, εδικαιούτο βοηθήματος για τα έξοδα σπουδών και διαβιώσεως κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Επικουρικώς, η Raulin υποστήριξε ότι, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θεσπίζεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, εδικαιούτο του μέρους του βοηθήματος που αντιστοιχούσε στα τέλη εγγραφής.

6 Κρίνοντας ότι για τη λύση της διαφοράς ήταν απαραίτητη η ερμηνεία των διατάξεων της συναφούς κοινοτικής νομοθεσίας, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) Η φύση των δραστηριοτήτων του εργαζομένου βάσει μιας συμβάσεως περιστασιακής εργασίας εμποδίζει να θεωρείται αυτός ως εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ;

2) Έχει σημασία το γεγονός ότι ένα πρόσωπο άσκησε ή επιθυμούσε να ασκήσει δραστηριότητα οικονομικής φύσεως μόνο για σύντομη χρονική περίοδο, για παράδειγμα στο πλαίσιο συμβάσεως περιστασιακής εργασίας, για να κριθεί αν πρόκειται για δραστηριότητες τόσο περιορισμένης εκτάσεως που φαίνονται απλώς ως περιθωριακές και δευτερεύουσας σημασίας, ώστε να μην ισχύουν οι διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων;

3) Πρέπει, για να κριθεί η ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, να λαμβάνονται υπόψη όλες οι δραστηριότητες που ο εργαζόμενος άσκησε εντός της Κοινότητας ή αποκλειστικά και μόνο οι δραστηριότητες που ασκήθηκαν τελευταία στο κράτος μέλος υποδοχής;

4) Διατηρεί ο διακινούμενος εργαζόμενος που εγκατέλειψε (εκούσια ή ακούσια) το προηγούμενο επάγγελμά του με σκοπό να σπουδάσει για να αποκτήσει νέα προσόντα στο πλαίσιο της επαγγελματικής του εξελίξεως την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, παρά το ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των προηγουμένων δραστηριοτήτων και του είδους των επιλεγεισών σπουδών και μπορεί, έτσι, να αποκτήσει τα ίδια κοινωνικά πλεονεκτήματα που αναγνωρίζονται στους ημεδαπούς εργαζόμενους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση;

5) Συνιστά ο όρος που επιβάλλει στον διακινούμενο σπουδαστή να έχει άδεια διαμονής για να δικαιούται να υπαχθεί σε ένα σύστημα χορηγήσεως σπουδαστικών επιδομάτων διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν αυτό δεν επιβάλλεται στους ημεδαπούς σπουδαστές;

6) Έχει ο υπήκοος κράτους μέλους που έχει γίνει δεκτός σε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος, βάσει των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, δικαίωμα παραμονής στο άλλο κράτος μέλος, ώστε να μπορεί να παρακολουθήσει και τα μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως; Αν ναι, μπορεί αυτός ο υπήκοος να ασκήσει αυτό το δικαίωμα διαμονής ανεξάρτητα από το αν στο άλλο κράτος μέλος θα του χορηγηθεί άδεια διαμονής; Μπορούν οι εθνικές αρχές του άλλου κράτους μέλους να χορηγήσουν άδεια

διαμονής με περιοριστικούς όρους ως προς τον σκοπό και τη διάρκεια της παραμονής, καθώς και την κάλυψη των δαπανών διαβιώσεως;

7) Εμπίπτει ένα σύστημα χορηγήσεως σπουδαστικών επιδομάτων (όπως το σύστημα του ολλανδικού WSF), το οποίο δεν διακρίνει μεταξύ χρηματοδοτήσεως των δαπανών προσβάσεως στην εκπαίδευση και χρηματοδοτήσεως των δαπανών διαβιώσεως, εν όλω ή εν μέρει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ (και ειδικότερα στα άρθρα 7 και 128);

Αν το σύστημα χορηγήσεως σπουδαστικών επιδομάτων εμπίπτει μόνο εν μέρει σ' αυτό το πεδίο εφαρμογής, το γεγονός ότι το σύστημα αυτό δεν εισάγει την ανωτέρω διάκριση συνεπάγεται ότι ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους που έρχεται, π.χ., για να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στις Κάτω Χώρες δικαιούται ενδεχομένως ολόκληρο το ποσό καλύψεως των δαπανών εκπαιδεύσεως (όπως αναφέρεται για παράδειγμα στο άρθρο 12, παράγραφος 1, περίπωση c, του WSF) ή μήπως μόνο (κατ' αναλογία) το ποσό το οποίο ο υπήκοος αυτός θα δικαιούται εν πάση περιπτώσει αν εφαρμοστούν πλήρως ως προς αυτόν οι διατάξεις του WSF περί του ύψους του χορηγουμένου σπουδαστικού επιδόματος;"

7 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί της εννοίας του εργαζομένου (τέσσερα πρώτα ερωτήματα)

8 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν, λαμβανομένων υπόψη των όρων απασχολήσεώς του, ένας εργαζόμενος με σύμβαση "oproep contract" μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργαζόμενος υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.

9 Από τη Διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι, κατά το ολλανδικό δίκαιο, οι συμβάσεις "oproep contract" είναι ένα μέσο για την πρόσληψη εργαζομένων σε τομείς, όπως ο ξενοδοχειακός τομέας, στους οποίους υπάρχει εποχική αυξομείωση του φόρτου εργασίας. Με τις συμβάσεις αυτές δεν παρέχεται καμία εγγύηση ως προς τις ώρες απασχολήσεως και, συχνά, ο ενδιαφερόμενος εργάζεται πολύ λίγες ημέρες την εβδομάδα ή ώρες την ημέρα. Ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει αμοιβή και να παράσχει κοινωνικά πλεονεκτήματα μόνο στο μέτρο που ο εργαζόμενος πράγματι εργάστηκε. Εξάλλου, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι συμβάσεις εργασίας "oproep" δεν υποχρεώνουν τον εργαζόμενο να ανταποκριθεί όταν κληθεί από τον εργοδότη να εργαστεί.

10 Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η έννοια του εργαζομένου έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Ωστόσο, για να χαρακτηριστεί ένα πρόσωπο ως εργαζόμενος πρέπει να ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, αποκλειομένων των δραστηριοτήτων που είναι τόσο περιορισμένες ώστε εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και παρεπόμενες. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο ή υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 197/86, Brown, Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 21). Συναφώς, η φύση της έννομης σχέσης μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη δεν είναι καθοριστική για την εφαρμογή του άρθρου 48 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 1989 στην υπόθεση 344/87, Bettray, Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψη 16).

11 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι όροι απασχολήσεως των εργαζομένων στο πλαίσιο συμβάσεως "oproep contract"

δεν εμποδίζουν τον χαρακτηρισμό τους ως εργαζομένων υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.

12 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος άσκησε δραστηριότητα μόνο επί βραχύ χρονικό διάστημα συνεπάγεται ότι η δραστηριότητα αυτή είναι περιθωριακή και παρεπόμενη και, επομένως, το πρόσωπο που την ασκεί δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργαζόμενος.

13 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, καίτοι η εργασία με μειωμένο ωράριο απασχολήσεως δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, οι κανόνες αυτοί καλύπτουν μόνο την άσκηση πραγματικών και γνησίων δραστηριοτήτων, αποκλειομένων των δραστηριοτήτων που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως περιθωριακές και παρεπόμενες (απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, υπόθεση 53/81, Levin, Συλλογή 1982, σ. 1035, σκέψη 17). Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στην αναγκαία εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών προκειμένου να κρίνει κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να θεωρηθεί ως εργαζόμενος υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας.

14 Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί ότι ο εθνικός δικαστής, κατά την εκτίμηση του πραγματικού και γνήσιου χαρακτήρα της εξεταζομένης δραστηριότητας, μπορεί να λάβει υπόψη του τη μη τακτική παροχή και την περιορισμένη διάρκεια των υπηρεσιών που πράγματι παρασχέθηκαν στο πλαίσιο συμβάσεως περιστασιακής εργασίας. Το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος εργάστηκε επί πολύ λίγες ώρες στο πλαίσιο μιας σχέσεως εργασίας μπορεί να αποτελέσει ένδειξη περί του ότι οι ασκηθείσες δραστηριότητες είναι απλώς περιθωριακές και παρεπόμενες. Ο εθνικός δικαστής μπορεί ενδεχομένως να λάβει υπόψη και το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα να εργαστεί σε περίπτωση που το ζητήσει ο εργοδότης.

15 Συνεπώς, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η διάρκεια των δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί ο ενδιαφερόμενος αποτελεί στοιχείο το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του ο εθνικός δικαστής προκειμένου να κρίνει αν οι δραστηριότητες αυτές είναι πραγματικές και γνήσιες ή αν, αντιθέτως, είναι τόσο περιορισμένες ώστε να αποτελούν περιθωριακές και παρεπόμενες δραστηριότητες.

16 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οφείλει να λάβει υπόψη του, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος έχει την ιδιότητα του εργαζομένου, δραστηριότητες άλλες από αυτές που άσκησε ο ενδιαφερόμενος τελευταία στο κράτος μέλος υποδοχής.

17 Όσον αφορά τις δραστηριότητες που έχουν ασκηθεί σε κράτη μέλη εκτός του κράτους υποδοχής, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 1612/68 έχει ως αντικείμενο τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και, ως εκ τούτου, την εξασφάλιση της εντάξεως του εργαζομένου στη χώρα υποδοχής. Η ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου και, επομένως, το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς εργαζόμενους αποκτάται μόνο με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στη χώρα υποδοχής.

18 Όσον αφορά τις επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούνται στο κράτος μέλος υποδοχής, πρέπει να υπεθυμιστεί ότι, στον τομέα των βοηθημάτων που χορηγούνται για την πραγματοποίηση πανεπιστημιακών σπουδών, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι, εκτός της περιπτώσεως ακουσίας ανεργίας, η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου εξαρτάται από τη σχέση μεταξύ της προηγουμένης επαγγελματικής δραστηριότητας και των σπουδών που παρακολουθεί ο ενδιαφερόμενος (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, υπόθεση 39/86, Lair, Συλλογή 1988, σ. 3161, σκέψη 37). Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει αν το σύνολο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ασκήθηκαν προηγουμένως στο κράτος μέλος υποδοχής, ανεξαρτήτως του αν οι δραστηριότητες αυτές διακόπηκαν από περιόδους

πρακτικής εκπαιδεύσεως, εκπαιδεύσεως λόγω αλλαγής επαγγελματικού προσανατολισμού ή προς απόκτηση νέων προσόντων, έχει σχέση με το αντικείμενο των σπουδών που παρακολουθεί ο ενδιαφερόμενος.

19 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για την εκτίμηση της ιδιότητας του εργαζομένου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι επαγελματικές δραστηριότητες τις οποίες ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, όχι όμως και δραστηριότητες τις οποίες έχει ασκήσει αλλού εντός της Κοινότητας.

20 Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ο διακινούμενος εργαζόμενος μπορεί να διατηρήσει την ιδιότητα του εργαζομένου και, συνεπώς, να τύχει των πλεονεκτημάτων που εξασφαλίζονται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 αν εγκαταλείψει την εργασία του προκειμένου να παρακολουθήσει σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως, όταν δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των προηγουμένων δραστηριοτήτων και του είδους των επιλεγεισών σπουδών.

21 Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο για την περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος αρχίζει στο κράτος μέλος υποδοχής, αφού έχει ασκήσει επαγγελματικές δραστηριότητες στο κράτος αυτό, πανεπιστημιακές σπουδές που οδηγούν στην απόκτηση επαγγελματικού διπλώματος, η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου εξαρτάται από τη σχέση που υφίσταται μεταξύ των προηγουμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και των σπουδών (βλ. ιδίως την προαναφερθείσα απόφαση Lair, σκέψη 39). Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στο σημείο 18, η πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής δεν μπορεί, ωστόσο, να απαιτηθεί στην περίπτωση διακινουμένου εργαζομένου ο οποίος κατέστη ακουσίως άνεργος και αναγκάζεται λόγω της καταστάσεως στην αγορά εργασίας να αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό και να στραφεί σε άλλον τομέα δραστηριότητας.

22 Συνεπώς, στο τέταρτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος που εγκαταλείπει την εργασία του για να αρχίσει σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις προηγούμενες επαγγελματικές του δραστηριότητες δεν διατηρεί την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, εκτός αν πρόκειται για διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος κατέστη ακουσίως άνεργος.

Επί του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 7 και 128 της Συνθήκης (ερωτήματα 5, 6 και 7)

23 Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει τη δεύτερη αυτή ομάδα ερωτημάτων για την περίπτωση που η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν έχει αποκτήσει ή, ενδεχομένως, δεν διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, για την περίπτωση αυτή, η Raulin ζητεί επικουρικώς να της χορηγηθεί το μέρος του χρηματικού βοηθήματος που προορίζεται για την κάλυψη των τελών εγγραφής και των διδάκτρων. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν κατά σειρά αντίστροφη από αυτή με την οποία υποβλήθηκαν.

24 Με το έβδομο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει εφαρμογή στα συστήματα χρηματοδοτήσεως των σπουδών τα οποία δεν διακρίνουν μεταξύ αποδόσεως των εξόδων προσβάσεως στην εκπαίδευση και αποδόσεως των εξόδων διαβιώσεως.

25 Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης έχει εφαρμογή στα βοηθήματα που χορηγούν τα κράτη μέλη στους υπηκόους τους για τη πραγματοποίηση πανεπιστημιακών σπουδών μόνο στο μέτρο που τα βοηθήματα αυτά αποσκοπούν στην κάλυψη των τελών εγγραφής ή άλλων εξόδων, ιδίως των διδάκτρων, που απαιτούνται για την πρόσβαση

στην εκπαίδευση (βλ. την ως άνω απόφαση Lair, σκέψη 16, και την προαναφερθείσα απόφαση Brown).

26 Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η βασική υποτροφία που χορηγείται κατ' εφαρμογή του WSF δεν έχει καμία σχέση με τα τέλη εγγραφής ή τα δίδακτρα που καταβάλλονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση της βασικής υποτροφίας αναλόγως των διαφόρων στοιχείων των δαπανών θα ήταν τεχνητή και ξένη προς τη φιλοσοφία του WSF, ο οποίος έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στον σπουδαστή μια συμμετοχή στα έξοδα διαβιώσεως και, συνεπώς, συνιστά μέσο ασκήσεως κοινωνικής πολιτικής εμπίπτουσας στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

27 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως αναγνωρίζει η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, η επίδικη υποτροφία απαρτίζεται από πολλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έξοδα προσβάσεως στην εκπαίδευση. Το ότι σκοπός της υποτροφίας αυτής είναι να παρέχει στους σπουδαστές μια σημαντική οικονομική ανεξαρτησία δεν εμποδίζει να θεωρηθεί ότι το μέρος που καλύπτει τα τέλη εγγραφής και τα δίδακτρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.

28 Οι σπουδαστές που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος δικαιούνται να τύχουν της ιδίας μεταχειρίσεως που επιφυλάσσεται στους σπουδαστές υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής, στο μέτρο που το βοήθημα που χορηγείται αποσκοπεί στην κάλυψη των τελών εγγραφής και των λοιπών εξόδων που απαιτούνται για την πρόσβαση στην εκπαίδευση, και τούτο ανεξάρτητα από τον τρόπο υπολογισμού του βοηθήματος ή της φιλοσοφίας στην οποία στηρίζεται. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει το μέρος της χρηματοδοτήσεως που προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων που απαιτούνται για την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.

29 Συνεπώς, στο έβδομο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης έχει εφαρμογή στα χρηματικά βοηθήματα που χορηγεί κράτος μέλος στους δικούς του υπηκόους προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, στο μέτρο που τα βοηθήματα αυτά αποσκοπούν στην κάλυψη των εξόδων προσβάσεως στην εκπαίδευση αυτή.

30 Με το έκτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν ένας υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος έχει βάσει του κοινοτικού δικαίου δικαίωμα εισόδου και διαμονής στο δεύτερο αυτό κράτος προκειμένου να παρακολουθήσει τα εν λόγω μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.

31 Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ και, επομένως, η επιβολή χρηματικής επιβαρύνσεως ως προϋποθέσεως για την πρόσβαση σε κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στους σπουδαστές υπηκόους των άλλων κρατών μελών, όταν η ίδια επιβάρυνση δεν επιβάλλεται και στους ημεδαπούς σπουδαστές, συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας που απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης (βλ. ιδίως απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, υπόθεση 293/83, Gravier, Συλλογή 1985, σ. 593).

32 Συναφώς, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, υποστηριζόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανική Κυβέρνηση, υποστήριξε κατ' ουσία ότι η απόφαση Gravier αφορούσε μόνο τα τέλη εγγραφής και τα δίδακτρα και δεν είναι δυνατόν, ενόψει της αποφάσεως αυτής, να συναχθεί από τα άρθρα 7 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ ότι το γεγονός ότι ένας υπήκοος κράτους μέλους έγινε τυπικά δεκτός σε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος του παρέχει δικαίωμα διαμονής στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρατήρησε επίσης ότι, όταν η

Συνθήκη αναγνωρίζει ρητώς δικαίωμα δικαίωμα διαμονής, το παρέχει υπό ορισμένους όρους. Εφόσον ως προς το δικαίωμα διαμονής που αναγνωρίζει σιωπηρώς το άρθρο 7 δεν προβλέπεται κανένας περιορισμός, μπορεί, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το άρθρο αυτό δεν παρέχει κανένα δικαίωμα εισόδου και διαμονής σε κράτος μέλος.

33 Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του δικαιώματος προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση με τους ίδιους όρους με τους οποίους γίνονται δεκτοί οι ημεδαποί σπουδαστές θα ήταν μάταιη αν στον σπουδαστή που απολαύει του δικαιώματος αυτού δεν επιτρεπόταν και να διαμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους εντός του οποίου παρέχεται η επαγγελματική εκπαίδευση. Η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι το δικαίωμα διαμονής είναι συνακόλουθο του πρώτου αυτού δικαιώματος.

34 Τα επιχειρήματα της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτά. Πράγματι, το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση αναφέρεται όχι μόνο στους όρους που επιβάλλονται από το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, όπως π.χ. τα έξοδα εγγραφής, αλλά και σε κάθε μέτρο που είναι δυνατό να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Είναι πρόδηλο ότι ένας σπουδαστής ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κινδυνεύει να μην μπορεί να παρακολουθήσει τα μαθήματα αν δεν έχει δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος εντός του οποίου πραγματοποιούνται τα μαθήματα αυτά. Συνεπώς, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία απορρέει από τα άρθρα 7 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ, συνεπάγεται ότι στον υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός να παρακολουθήσει μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να χορηγείται συναφές δικαίωμα παραμονής για τη διάρκεια της εκπαιδεύσεως.

35 Με το δεύτερο σκέλος του έκτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν αυτό το δικαίωμα διαμονής μπορεί να ασκηθεί ανεξαρτήτως της χορηγήσεως αδείας διαμονής.

36 Κατά την πάγια συναφή νομολογία, η άδεια διαμονής είναι πράξη με την οποία διαπιστώνεται η ατομική κατάσταση του υπηκόου άλλου κράτους μέλους από πλευράς διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Εντούτοις, εφόσον η χορήγηση της άδειας αυτής δεν έχει συστατικό χαρακτήρα για τα δικαιώματα που απονέμει το κοινοτικό δίκαιο, η μη ύπαρξη άδειας δεν μπορεί να καθιστά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (βλ. μεταξύ άλλων τις αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1976, υπόθεση 48/75, Royer, Rec. 1976, σ. 497, σκέψη 33, και της 15ης Μαρτίου 1989, υποθέσεις 389/87 και 390/87, Echternach και Moritz, Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψη 25).

37 Από αυτό έπεται ότι το δικαίωμα εισόδου και διαμονής το οποίο αρύεται ο σπουδαστής υπήκοος κράτους μέλους από το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να εξαρτηθεί από τη χορήγηση άδειας διαμονής.

38 Με το τρίτο σκέλος του έκτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν και σε ποιο βαθμό το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εξαρτήσει το δικαίωμα διαμονής από ορισμένες περιοριστικές προϋποθέσεις.

39 Παρατηρείται συναφώς ότι εφόσον το δικαίωμα διαμονής του σπουδαστή υπηκόου κράτους μέλους είναι συνακόλουθο του δικαιώματος της χωρίς διάκριση προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, το εν λόγω δικαίωμα διαμονής περιορίζεται στο αναγκαίο προκειμένου να μπορέσει να παρακολουθήσει τα μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Συνεπώς, το δικαίωμα διαμονής μπορεί να περιοριστεί χρονικώς στη διάρκεια των

συγκεκριμένων σπουδών και να χορηγείται μόνο προς τον σκοπό πραγματοποιήσεως των σπουδών αυτών. Εξάλλου, το δικαίωμα διαμονής μπορεί να εξαρτηθεί από την πλήρωση ορισμένων όρων υπαγορευομένων από τα νόμιμα συμφέροντα του κράτους μέλους, όπως η κάλυψη των εξόδων διαβιώσεως και υγειονομικής ασφαλίσεως, ως προς τους οποίους δεν έχει εφαρμογή η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.

40 Συνεπώς, στο έκτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος έχει, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, δικαίωμα διαμονής στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος για την παρακολούθηση των μαθημάτων αυτών και για όλη τη διάρκειά τους.Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί ανεξαρτήτως της χορηγήσεως άδειας διαμονής από το κράτος μέλος υποδοχής. Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα διαμονής μπορεί να εξαρτηθεί από την πλήρωση ορισμένων όρων ως προς τους οποίους δεν έχει εφαρμογή η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.

41 Με το πέμπτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος απαιτεί από τους σπουδαστές υπηκόους άλλου κράτους μέλους να διαθέτουν άδεια διαμονής προκειμένου να υπαχθούν σε σύστημα χρηματοδοτήσεως των σπουδών, ενώ αυτό δεν απαιτείται για τους ημεδαπούς σπουδαστές, συνιστά δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.

42 Συναφώς, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις Royer και Echternach και Moritz προκύπτει ότι, εφόσον ο ενδιαφερόμενος αρύεται δικαίωμα διαμονής από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, η άδεια διαμονής δεν έχει συστατικό χαρακτήρα ως προς το δικαίωμα αυτό. Επομένως, κατά το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν επιτρέπεται να εξαρτηθεί μια αίτηση

χρηματοδοτήσεως των εξόδων εγγραφής ή άλλων εξόδων προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, από την προϋπόθεση κατοχής άδειας διαμονής.

43 Συνεπώς, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτούν από τους σπουδαστές υπηκόους άλλου κράτους μέλους, οι οποίοι έχουν δυνάμει του κοινοτικού δικαίου δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, να διαθέτουν άδεια διαμονής προκειμένου να υπαχθούν στο σύστημα χρηματοδοτήσεως των εξόδων σπουδών.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

44 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών, της Γερμανίας, της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το College van Beroep Studiefinanciering, με Διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 1989, αποφαίνεται:

1) Οι όροι απασχολήσεως των εργαζομένων στο πλαίσιο συμβάσεως "oproep contract" δεν εμποδίζουν τον χαρακτηρισμό τους ως εργαζομένων υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.

2) Η διάρκεια των δραστηριοτήτων τις οποίες ασκεί ο ενδιαφερόμενος αποτελεί στοιχείο το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του ο εθνικός δικαστής προκειμένου να κρίνει αν οι δραστηριότητες αυτές είναι πραγματικές και γνήσιες ή αν, αντιθέτως, είναι τόσο περιορισμένες ώστε να αποτελούν περιθωριακές και παρεπόμενες δραστηριότητες.

3) Για την εκτίμηση της ιδιότητας του εργαζομένου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι επαγελματικές δραστηριότητες τις οποίες ο ενδιαφερόμενος έχει ασκήσει στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, όχι όμως και δραστηριότητες τις οποίες έχει ασκήσει αλλού εντός της Κοινότητας.

4) Ο διακινούμενος εργαζόμενος που εγκαταλείπει την εργασία του για να αρχίσει σπουδές με καθεστώς πλήρους φοιτήσεως οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις προηγούμενες επαγγελματικές του δραστηριότητες δεν διατηρεί την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, εκτός αν πρόκειται για διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος κατέστη ακουσίως άνεργος.

5) Το άρθρο 7 της Συνθήκης έχει εφαρμογή στα χρηματικά βοηθήματα που χορηγεί κράτος μέλος στους δικούς του υπηκόους προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγελματικής εκπαιδεύσεως, στο μέτρο που τα βοηθήματα αυτά αποσκοπούν στην κάλυψη των εξόδων προσβάσεως στην εκπαίδευση αυτή.

6) Ο υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος έχει, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, δικαίωμα διαμονής στο δεύτερο αυτό

κράτος μέλος για την παρακολούθηση των μαθημάτων αυτών και για όλη τη διάρκειά τους. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί ανεξαρτήτως της χορηγήσεως άδειας διαμονής από το κράτος μέλος υποδοχής. Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα διαμονής μπορεί να εξαρτηθεί από την πλήρωση ορισμένων όρων ως προς τους οποίους δεν έχει εφαρμογή η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων όσον αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση.

7) Το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει στα κράτη μέλη να απαιτούν από τους σπουδαστές υπηκόους άλλου κράτους μέλους, οι οποίοι έχουν δυνάμει του κοινοτικού δικαίου δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, να διαθέτουν άδεια διαμονής προκειμένου να υπαχθούν στο σύστημα χρηματοδοτήσεως των εξόδων σπουδών.

Top