Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61989CJ0113

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 27ης Μαρτίου 1990.
Rush Portuguesa Ldª κατά Office national d'immigration.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal administratif de Versailles - Γαλλία.
Πράξη προσχωρήσεως - Μεταβατική περίοδος - Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
Υπόθεση C-113/89.

European Court Reports 1990 I-01417

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1990:142

ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ

στην υπόθεση C-113/89 ( *1 )

Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

1. Νομικό πλαίσιο

Κατά το άρθρο 2 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και περί των προσαρμογών των Συνθηκών ( ΕΕ L 302 της 15.11.1985, σ. 23) (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πράξεις των οργάνων των Κοινοτήτων πριν από την προσχώρηση δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά με τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην Πράξη Προσχωρήσεως.

Στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, τα άρθρα 215 έως 232 της Πράξεως προβλέπουν τους ειδικούς όρους της προσχωρήσεως της Πορτογαλίας.

Το άρθρο 215 της Πράξεως Προσχωρήσεως ορίζει ότι:

«Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των άλλων κρατών μελών και της Πορτογαλίας, εφαρμόζεται μόνο με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στα άρθρα 216 έως 219 της παρούσης πράξης. »

Η παράγραφος 1 του άρθρου 216 ορίζει ότι:

«Τα άρθρα 1 έως και 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1612/68 για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας εφαρμόζονται στην Πορτογαλία έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών και στα άλλα κράτη μέλη έναντι των πορτογάλων υπηκόων μόνο από την 1η Ιανουαρίου 1993.

Η Πορτογαλική Δημοκρατία και τα άλλα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διατηρούν σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, έναντι αντιστοίχως των υπηκόων των παρόντων κρατών μελών, αφενός, και των πορτογάλων υπηκόων, αφετέρου, τις εθνικές διατάξεις ή τις διατάξεις οι οποίες προκύπτουν από διμερείς συμφωνίες που υποβάλλουν σε προηγούμενη άδεια τη μετανάστευση με σκοπό την άσκηση μισθωτής εργασίας ή/και την πρόσληψη σε μισθωτή απασχόληση.

Πάντως η Πορτογαλική Δημοκρατία και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου έχουν την ευχέρεια να διατηρήσουν σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995 τις εθνικές διατάξεις που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και οι οποίες ισχύουν κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσης πράξης έναντι αντιστοίχως των λουξεμβουργιανών υπηκόων, αφενός, και των πορτογάλων υπηκόων, αφετέρου. »

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 221, η Πράξη Προσχωρήσεως δεν περιέχει μεταβατικές διατάξεις ή άλλους ιδιαίτερους όρους σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Το εν λόγω άρθρο 221 επιτρέπει στην Πορτογαλία να διατηρήσει περιορισμούς για τις δραστηριότητες που υπάγονται στον τομέα των πρακτορείων ταξιδιών και τουρισμού μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1988, καθώς και για τις δραστηριότητες που υπάγονται στον τομέα του κινηματογράφου, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1990.

2. Τα πραγματικά περιστατικά

Η εταιρία Rush Portuguesa Lda (στο εξής: Rush ), εταιρία πορτογαλικού δικαίου με έδρα στην Πορτογαλία, είναι μία επιχείρηση οικοδομών και δημοσίων έργων. Η Rush συνήψε σύμβαση υπεργολαβίας με μία γαλλική εταιρία για την εκτέλεση έργων σε ορισμένα εργοτάξια του TGV Atlantique (υπέρ-ταχεία του Ατλαντικού) στη Γαλλία. Για την εκτέλεση των έργων αυτών η Rush έφερε από την Πορτογαλία τους πορτογάλους μισθωτούς της.

Οι αρμόδιες για την επιθεώρηση της εργασίας γαλλικές αρχές προέβησαν σε ελέγχους σε δύο από τα εργοτάξια που αφορούσε η υπεργολαβία της Rush, όπου διαπίστωσαν διάφορες παραβάσεις του γαλλικού εργατικού κώδικα. Οι παραβάσεις αυτές αφορούν 46 μισθωτούς στο πρώτο εργοτάξιο και 12 μισθωτούς στο δεύτερο. Οι μισθωτοί εκτελούσαν διαφορετικές εργασίες· 46 απ' αυτούς απασχολούνταν ως τεχνίτες σκυροδέματος ή σιδηρουργοί και 7 ως επιστάτες. Κατά τα λοιπά επρόκειτο για έναν διευθύνοντα μηχανικό, έναν εργοδηγό, έναν ανειδίκευτο εργάτη, έναν οδηγό γερανού και έναν κτίστη.

Κατά την έκθεση που συνέταξε ο επιθεωρητής εργασίας οι μισθωτοί αυτοί δεν είχαν άδεια εργασίας, όπως απαιτεί το άρθρο L 341.6 του εργατικού κώδικα για τους υπηκόους τρίτων χωρών που ασκούν έμμισθες δραστηριότητες στη Γαλλία. Από την έκθεση προκύπτει επίσης ότι οι πορτογάλοι εργαζόμενοι δεν είχαν προσληφθεί από το Office national d' immigration, ( Εθνική Υπηρεσία Αλλοδαπών Μεταναστών), στο οποίο το άρθρο L 341.9 του ίδιου κώδικα χορηγεί το αποκλειστικό δικαίωμα προσλήψεως στη Γαλλία υπηκόων τρίτων χωρών.

Η έκθεση αυτή διαβιβάστηκε στην εισαγγελία από τον διευθυντή του Office national ď immigration, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Κινήθηκε επίσης η διαδικασία του άρθρου L 341.7 του εργατικού κώδικα. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι εργοδότης που απασχόλησε αλλοδαπό εργαζόμενο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου L 341.6, πρώτο εδάφιο, υποχρεούται να καταβάλλει ειδική εισφορά προς όφελος του Office national ď immigration, ανεξάρτητα από την ποινική δίωξη που μπορεί να ασκηθεί εναντίον του.

Ο διευθυντής της εν λόγω υπηρεσίας κοινοποίησε στις 28 Ιανουαρίου και 26 Μαρτίου 1987 προς τη Rush πράξη επιβολής της ανωτέρω ειδικής εισφοράς, αφενός, και εκτελεστό τίτλο για τα αντίστοιχα ποσά, αφετέρου.

Στις 17 Μαρτίου 1987 η Rush απηύθυνε έγγραφο στο Office national ď immigration αμφισβητώντας το κύρος και το βάσιμο του εκτελεστού τίτλου που της είχε κοινοποιηθεί στις 28 Ιανουαρίου 1987. Στο έγγραφο αυτό της 17ης Μαρτίου δεν δόθηκε απάντηση.

3. Η διαφορά της κυρίας δίκης

Η Rush ζήτησε από το Tribunal administratif de Versailles να ακυρώσει τις πράξεις του διευθυντή του Office national ď immigration που της είχαν κοινοποιηθεί στις 28 Ιανουαρίου και 26 Μαρτίου 1987, καθώς και τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως θεραπείας που είχε υποβάλει στις 17 Μαρτίου 1987.

Προς στήριξη των αιτημάτων της η Rush ισχυρίστηκε ότι τα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ κωλύουν την εφαρμογή του εργατικού κώδικα στο προσωπικό της. Τα άρθρα αυτά εφαρμόζονται από 1ης Ιανουαρίου 1986 στις σχέσεις μεταξύ της Πορτογαλίας και των παλαιών κρατών μελών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, κατά τη Rush, ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες μπορούν να μετακινούνται από το ένα κράτος μέλος στο άλλο με το προσωπικό τους, χωρίς να μπορούν να τους αντιταχθούν οι μεταβατικές διατάξεις περί του καθεστώτος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατά τα άρθρα 215 και 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Η Rush ισχυρίζεται ότι οι εργασίες που εκτελεί ως υπεργολάβος στη Γαλλία συνιστούν παροχή υπηρεσιών κατά τα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ.

To Office national ď immigration υποστήριξε ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν καλύπτει όλους τους μισθωτούς του παρέχοντος υπηρεσίες, αλλ' ότι αυτοί υποχρεούνται ακόμη, κατά κανόνα, να έχουν άδεια εργασίας, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993, ημερομηνία λήξεως της μεταβατικής περιόδου. Η εν λόγω ελευθερία δεν καλύπτει, ασφαλώς, τις εν λόγω θέσεις εργασίας των πορτογάλων εργαζομένων. Αυτές οι θέσεις εργασίας δεν απαιτούν καμιά ειδίκευση ούτε την ύπαρξη ειδικής σχέσεως εμπιστοσύνης με την εταιρία. To Office αναφέρεται συναφώς στο παράρτημα του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, που καθορίζει τη φύση της εξειδικεύσεως και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των θέσεων εργασίας.

4. Προδικαστικά ερωτήματα

To Tribunal administratif de Versailles θεώρησε ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης προϋποθέτει την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Υπό τις συνθήκες αυτές το Tribunal αποφάσισε, με Διάταξη της 2ας Μαρτίου 1989 να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής τρία προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, θεωρούμενο στο σύνολό του, και ιδίως τα άρθρα 5, 58 έως 66 της Συνθήκης της Ρώμης, και το άρθρο 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σε ιδρυτικό της Κοινότητας κράτος μέλος, όπως η Γαλλία, να εμποδίζει πορτογαλική εταιρία με έδρα την Πορτογαλία να παρέχει υπηρεσίες στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων επί του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους, μεταβαίνοντας σ' αυτό με το δικό της πορτογαλικό προσωπικό, για να εκτελέσει έργα στο όνομά της και για λογαριασμό της, στο πλαίσιο της εν λόγω παροχής υπηρεσιών, εννοουμένου ότι το εν λόγω πορτογαλικό προσωπικό πρέπει να επιστρέψει και επιστρέφει στην Πορτογαλία αμέσως μετά την εκπλήρωση της αποστολής του και την εκπλήρωση της παροχής υπηρεσιών;

2)

Μπορούν τα ιδρυτικά της ΕΟΚ κράτη μέλη να εξαρτήσουν το δικαίωμα πορτογαλικής εταιρίας να παρέχει υπηρεσίες στο σύνολο της Κοινότητας από προϋποθέσεις όπως η πρόσληψη προσωπικού επιτόπου, η έκδοση αδείας εργασίας για το δικό της πορτογαλικό προσωπικό ή η καταβολή τελών σε οργανισμό αρμόδιο για τους μετανάστες;

3)

Μπορούν τα μέλη του προσωπικού, για τα οποία επιβλήθηκαν οι αμφισβητούμενες ειδικές εισφορές και των οποίων ο πίνακας που αναφέρει τα ονόματα και τα προσόντα τους επισυνάπτεται στην έκθεση του επιθεωρητή εργασίας περί διαπιστώσεως των παραβάσεων που διαπράχθηκαν από την επιχείρηση Rush Portuguesa, να θεωρηθούν ως “εξειδικευμένο προσωπικό ή προσωπικό που κατέχει θέση εμπιστευτικού χαρακτήρα” κατά την έννοια των προβλεπομένων στο παράρτημα του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, διατάξεων; »

5. Διαδικασία

Η Διάταξη περί παραπομπής του Tribunal de Versailles πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Απριλίου 1989.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου του κανονισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσε η Rush, προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον Alain Desmazières de Séchelles, δικηγόρο Παρισιού· η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τους πληρεξουσίους της Edwige Belliard και Geraud de Bergues· η κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τους πληρεξουσίους της Luis Fernandez και Maria Luísa Duarte· η δε Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Etienne Lasnet.

Με Διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα.

Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.

II — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου

1. Em νων δύο πρώνων ερωτημάνων

Η Rush παρατηρεί ότι η Πράξη Προσχωρήσεως δεν προβλέπει μεταβατική περίοδο ως προς την εφαρμογή των άρθρων 59 έως 66 της Συνθήκης στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων. Τα εν λόγω άρθρα διασφαλίζουν χωρίς περιορισμούς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών τόσο από φυσικό, όσο και από νομικό πρόσωπο. Από το γεγονός αυτό συνάγεται, κατά τη Rush, ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες μπορούν να μετακινούνται από το ένα κράτος μέλος στο άλλο με το προσωπικό τους. Η εφαρμογή των περιοριστικών διατάξεων του γαλλικού εργατικού κώδικα στο προσωπικό αυτό αντίκειται επομένως στο κοινοτικό δίκαιο.

Τα άρθρα 215 έως 219 της Πράξεως Προσχωρήσεως περί της μεταβατικής περιόδου στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων δεν μπορεί να παρεμποδίσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Η Rush επισημαίνει συναφώς ότι κατά παγία νομολογία οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά και το πεδίο εφαρμογής τους δεν μπορεί να επεκτείνεται σε τομείς μη διεπόμενους από αυτές.

Η γαλλική κυβερνηση δεν αμφισβητεί ότι η Rush απολαύει της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Παρατηρεί, ωστόσο, ότι το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείει την εφαρμογή όλων των εθνικών διατάξεων περί της οικείας οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό προκύπτει ιδίως από την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 279/80, Webb (Συλλογή 1981, σ. 3305). Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μία επιχείρηση μπορεί να καταστρατηγεί τις εθνικές διατάξεις στον τομέα της προσφοράς εργασίας, και ιδίως εκείνες που διέπουν την προσωρινή εργασία, υπό το κάλυμμα συμβάσεως υπεργολαβίας.

Η γαλλική κυβέρνηση επισημαίνει εξάλλου ότι στον τομέα της παροχής των υπηρεσιών πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, που απολαύει του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και της καταστάσεως των μισθωτών της. Από την προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 προκύπτει ότι οι μισθωτοί αυτοί μπορούν να εξακολουθούν να υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης.

Το γεγονός ότι μία επιχείρηση απολαύει του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν συνεπάγεται επομένως, κατ' ανάγκη, την εξομοίωση του συνόλου των μισθωτών της προς τους παρέχοντες υπηρεσία. Κατά τη γαλλική κυβέρνηση πρέπει, επομένως, να γίνει διάκριση, στο πλαίσιο της εν λόγω επιχειρήσεως, μεταξύ των μισθωτών που υπάγονται, ως εργαζόμενοι, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης, η εφαρμογή του οποίου υπόκειται στις εξαιρέσεις των άρθρων 215 έως 220 της Πράξεως Προσχωρήσεως, και εκείνων, οι οποίοι, ως παρέχοντες υπηρεσία, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, τελευταίο εδάφιο, της Συνθήκης. Η τελευταία αυτή κατηγορία περιλαμβάνει μόνο το προσωπικό εμπιστευτικών θέσεων της εταιρίας. Η γαλλική κυβέρνηση θεωρεί ότι περιλαμβάνονται στο προσωπικό αυτό τα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα χαρακτηρίζοντα τους διευθύνοντες μιας εταιρίας και μπορούν να δεσμεύουν την εταιρία έναντι τρίτων.

Η πορτογαλική κνβέρνηοη θεωρεί επίσης ότι πρέπει να οριοθετηθεί η έννοια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε σχέση με την έννοια της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπό το φως των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως. Αντιτάσσεται ωστόσο σε μια οριοθέτηση σε συνάρτηση με τη φύση της εργασίας που εκτελούν οι μισθωτοί επιχειρήσεως που παρέχει υπηρεσίες. Η διαθεσιμότητα του συνόλου του προσωπικού της προσδιορίζει την παραγωγική ικανότητα μιας τέτοιας επιχειρήσεως και επομένως, την ικανότητά της να παράσχει την οικεία υπηρεσία. Κάθε προϋπόθεση περιορίζουσα τη χρησιμοποίηση των εργαζομένων της θα περιόριζε, κατά συνέπεια, το δικαίωμα της επιχειρήσεως στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

Για να οριοθετηθεί το εν λόγω δικαίωμα σε σχέση με το προβλεπόμενο στο άρθρο 48 της Συνθήκης πρέπει μάλλον να γίνει αναφορά στο θεμέλιο των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Κατά το άρθρο 216 της εν λόγω Πράξεως η μεταβατική περίοδος αφορά μόνο τα έξι πρώτα άρθρα του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, που αναφέρονται στην είσοδο και τη διαμονή των εργαζομένων. Δεν προβλέπεται, αντίθετα, εξαίρεση από τα άρθρα του κανονισμού αυτού που αφορούν την απασχόληση και την ίση μεταχείριση. Οι πορτογάλοι εργαζόμενοι που κατοικούσαν ή στους οποίους επιτράπηκε να κατοικήσουν στα λοιπά κράτη μέλη απολαύουν επομένως της ευεργετικής ρυθμίσεως των άρθρων αυτών.

Οι μεταβατικές αυτές διατάξεις έχουν ως σκοπό, κατά την πορτογαλική κυβέρνηση, να αποτρέψουν την εισροή εργατικού δυναμικού σε ορισμένα κράτη μέλη, η οποία θα δημιουργούσε κινδύνους διαταράξεως της αγοράς εργασίας των κρατών αυτών. Η παροχή υπηρεσιών και η προσωρινή είσοδος του αντίστοιχου εργατικού δυναμικού δεν μπορούν να αποτελέσουν τέτοιο παράγοντα διαταράξεως. Οι εργαζόμενοι που συνοδεύουν τον παρέχοντα υπηρεσίες επιστρέφουν στο κράτος μέλος καταγωγής μετά την ολοκλήρωση της παροχής υπηρεσιών δεν εισέρχονται, επομένως, στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Οι εργασιακές τους σχέσεις, διέπονται, εξάλλου, στο σύνολό τους από το πορτογαλικό δίκαιο.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της Rush ότι η εφαρμογή των διατάξεων του γαλλικού εργατικού κώδικα επί του προσωπικού προκαλεί επιπλοκές στην παροχή υπηρεσιών. Θεωρεί ωστόσο υπερβολική την άποψη της επιχειρήσεως, καθόσον αυτή θα οδηγούσε στην αποφυγή εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως. Ακόμη κι άν πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, οι μισθωτοί της Rush δεν παύουν να είναι μετακινούμενοι εργαζόμενοι· όμως, η ελεύθερη κυκλοφορία των πορτογάλων εργαζομένων διέπεται ακριβώς από το μεταβατικό καθεστώς.

Η Επιτροπή, προκειμένου να συμβιβάσει τις απαιτήσεις της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών προς εκείνες της Πράξεως Προσχωρήσεως, θεωρεί χρήσιμη την αναφορά στις διατάξεις του γενικού προγράμματος του 1962 για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Ο δεύτερος τίτλος του προγράμματος αυτού αναφέρεται στην κατάργηση των περιορισμών κατά την είσοδο, την έξοδο και τη διαμονή, που είναι τέτοια φύσεως ώστε να παρακωλύουν την παροχή υπηρεσιών από τον ίδιο τον παρέχοντα ή από το ειδικευμένο προσωπικό ή από το προσωπικό εμπιστευτικών θέσεων που συνοδεύει τον παρέχοντα ή διεκπεραιώνει την παροχή για λογαριασμό του. Κατά τον χρόνο θεσπίσεως του προγράμματος θα μπορούσε να ανακύψει πρόβλημα του ίδιου είδους με το υπό κρίση, καθόσον δεν είχε ακόμη εξασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και των υπηρεσιών.

Το αντικειμενικό κριτήριο του προσωπικού εμπιστευτικών θέσεων και του ειδικευμένου προσωπικού μπορεί να εξασφαλίσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, λαμβανομένων συγχρόνως υπόψη των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως. Το κριτήριο αυτό,που καθορίζεται επίσης, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο στο παράρτημα του κανονισμού 1612/68, πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση προς τη φύση και το είδος της οικείας παροχής υπηρεσιών.

Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστή:

«—

Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( άρθρο 59 επ. ) δεν επιτρέπουν σε κράτος μέλος εκτός της Ισπανίας και της Πορτογαλίας να αρνηθεί, κατά τη διάρκεια της παροχής υπηρεσιών, την είσοδο και τη διαμονή στο έδαφός του του έμμισθου προσωπικού του παρέχοντος υπηρεσίες το οποίο έρχεται ειδικότερα από την Πορτογαλία, για να εκπληρώσει την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό του παρέχοντος αυτές που είναι εγκατεστημένος στην Πορτογαλία, ή για να τον συνοδεύσει προς εκπλήρωση της παροχής, καθόσον το έμμισθο αυτό προσωπικό αποτελεί προσωπικό εμπιστευτικών θέσεων ή πρέπει να θεωρηθεί ειδικευμένο προσωπικό.

Αντίθετα, οι εν λόγω διατάξεις ( ελεύθερη παροχή υπηρεσιών) δεν απαγορεύουν, ενόψει των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως, της Πορτογαλίας ειδικότερα, και των προσαρμογών των Συνθηκών (άρθρα 215 και 216 ), και υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, σε ένα κράτος μέλος εκτός της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, στο οποίο πραγματοποιείται η παροχή υπηρεσιών, να αρνηθεί, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, την είσοδο και διαμονή επί του εδάφους του μισθωτών, ιδίως πορτογάλων εγκατεστημένων στην Πορτογαλία, έστω και στο πλαίσιο προσωρινής μετακινήσεως, προς εκπλήρωση παροχής υπηρεσιών, καθόσον το εν λόγω προσωπικό δεν αποτελεί προσωπικό εμπιστευτικών θέσεων του παρέχοντος υπηρεσίες ή δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικευμένο προσωπικό.

Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο παρόν ερώτημα και αφορούν τους όρους που θέτει το κράτος μέλος στο οποίο εκπληρώνεται η παροχή επιτρέπονται ενόψει των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως ( μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1992 ), καθόσον βέβαια οι όροι αυτοί αφορούν τους πορτογάλους μισθωτούς του παρέχοντος υπηρεσίες που δεν υπάγονται στο προσωπικό εμπιστευτικών θέσεων και δεν μπορούν να θεωρηθούν ειδικευμένο προσωπικό. »

2. Επί τον τρίτον ερωτήματος

Η Rush καθώς και η πορτογαλική και γαλλική κνβέρνηση θεωρούν ότι η απάντηση επί του τρίτου ερωτήματος δεν ασκεί επιρροή επί της εκβάσεως της διαφοράς της κυρίας δίκης. Το παράρτημα του κανονισμού 1612/68 αφορά μόνο τη λειτουργία των ενδοκοινοτικών μηχανισμών συμψηφισμού της προσφοράς και ζητήσεως εργασίας που αφορούν τα άρθρα 15 και 16 του εν λόγω κανονισμού, καθόσον πρόκειται για υπηκόους τρίτων κρατών.

Η πορτογαλική κυβέρνηση παρατηρεί επιπλέον ότι η εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος στους εργαζομένους κράτους μέλους που μετακινούνται επ' ευκαιρία της παροχής υπηρεσιών συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων που παρέχονται από τα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης.

Η Επιτροπή θεωρεί, αντίθετα, ότι οι ορισμοί των εννοιών « εξειδίκευση » και « εμπιστευτικό χαρακτήρα της θέσης εργασίας » κατά το παράρτημα καθιστούν δυνατή τη διευκρίνιση των κριτηρίων που προτείνει για να συμβιβάσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών με τις μεταβατικές διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως. Οι έννοιες αυτές καλύπτουν στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς τον εργοδηγό, τους επιστάτες και τους χειριστές ιδιαίτερα πολύπλοκων μηχανών. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, υπό την επιφύλαξη της κατά περίπτωση εκτιμήσεως των περιστατικών της παρούσας διαφοράς από το εθνικό δικαστήριο, τα κριτήρια του « ειδικευμένου προσωπικού » ή του « προσωπικού εμπιστευτικών θέσεων », όπως αυτά προκύπτουν από το γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και το παράρτημα του κανονισμού 1612/68, πρέπει να διευκρινιστούν αναφορικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε κάθε είδος παροχής υπηρεσιών. Ωστόσο, τα κριτήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν εν πάση περιπτώσει: « ως ειδικευμένο προσωπικό: τους βασικούς υπευθύνους της επιχειρήσεως που παρέχει υπηρεσίες — ως ειδικευμένο προσωπικό εμπιστευτικών θέσεων: πρόσωπα με υψηλή ή σπάνια εξειδίκευση που αναφέρεται σε εργασία ή επάγγελμα που απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις ».

T. Koopmans

εισηγητής δικαστής


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Top

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )

της 27ης Μαρτίου 1990 ( *1 )

Στην υπόθεση C-113/89,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal administratif de Versailles προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ

Rush Portuguesa Lda

και

Office national d'immigration ( Υπηρεσίας Αλλοδαπών ),

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 5 και 58 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ και του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ), καθώς και των άρθρων 2, 215, 216 και 221 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, G. F. Mancini, T. F. O'Higgins και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven

γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως

αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

η εταιρία Rush Portuguesa Lda, προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από τον Α. Desmazières de Séchelles, δικηγόρο Παρισιού,

η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον G. Α. Delafosse, διευθυντή του υπουργείου εργασίας με έδρα στο Παρίσι,

η πορτογαλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. L. Duarte, νομικό σύμβουλο, και L. Ι. Fernandes, διευθυντή νομικών υποθέσεων,

η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Ε. Lasnet, νομικό σύμβουλο,

αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Ιανουαρίου 1990,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 1990,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με Διάταξη της 2ας Μαρτίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Απριλίου του ιδίου έτους, το Tribunal administratif de Versailles υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 5, 58 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ και 2, 215, 216 και 221 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), καθώς και του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ).

2

Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Rush Portuguesa Lda, επιχειρήσεως κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων εδρεύουσας στην Πορτογαλία, και του Office national ď immigration. H Rush Portuguesa συνήψε σύμβαση υπεργολαβίας με γαλλική επιχείρηση, προκειμένου να εκτελέσει έργα για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής στη δυτική Γαλλία· για τον σκοπό αυτό έφερε από την Πορτογαλία τους πορτογάλους μισθωτούς της. Μόνο το Office national d'immigration μπορεί εντούτοις να προσλάβει στη Γαλλία υπηκόους τρίτων χωρών, δυνάμει του αποκλειστικού δικαιώματος που του χορηγεί το άρθρο L 341.9 του γαλλικού εργατικού κώδικα.

3

Ο διευθυντής του Office national ď immigration, αφού διαπίστωσε ότι η Rush Portuguesa δεν είχε συμμορφωθεί στις απαιτήσεις του εργατικού κώδικα σχετικά με τις δραστηριότητες που ασκούν στη Γαλλία υπήκοοι τρίτων χωρών, κοινοποίησε στη Rush απόφαση με την οποία της ζητούσε να καταβάλει την ειδική εισφορά που οφείλεται από τους εργοδότες που απασχόλησαν αλλοδαπούς εργαζομένους κατά παράβαση των διατάξεων του εργατικού κώδικα.

4

Η Rush Portuguesa, στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal administratif de Versailles, ισχυρίστηκε ότι είχε δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας και ότι, επομένως, οι διατάξεις των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ κωλύουν την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας που έχει ως αποτέλεσμα να της απαγορεύει να απασχολήσει το προσωπικό της στη Γαλλία. Το Office national d'immigration υποστήριξε ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών δεν αφορούσε όλους τους μισθωτούς του παρέχοντος υπηρεσίες, οι οποίοι εξακολουθούν να διέπονται από το καθεστώς που εφαρμόζεται στους εργαζομένους που προέρχονται από τρίτες χώρες, δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.

5

Το Tribunal administratif έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Για τον λόγο αυτό ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

« 1)

Επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, θεωρούμενο στο σύνολό του, και ιδίως τα άρθρα 5, 58 έως 66 της Συνθήκης της Ρώμης, και το άρθρο 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, σε ιδρυτικό της Κοινότητας κράτος μέλος, όπως η Γαλλία, να εμποδίζει πορτογαλική εταιρία με έδρα την Πορτογαλία να παρέχει υπηρεσίες στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων επί του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους, μεταβαίνοντας σ' αυτό με το δικό της πορτογαλικό προσωπικό, για να εκτελέσει έργα στο όνομα της και για λογαριασμό της, στο πλαίσιο της εν λόγω παροχής υπηρεσιών, εννοουμένου ότι το εν λόγω πορτογαλικό προσωπικό πρέπει να επιστρέψει και επιστρέφει στην Πορτογαλία αμέσως μετά την εκπλήρωση της αποστολής του και την εκπλήρωση της παροχής υπηρεσιών;

2)

Μπορούν τα ιδρυτικά της ΕΟΚ κράτη μέλη να εξαρτήσουν το δικαίωμα πορτογαλικής εταιρίας να παρέχει υπηρεσίες στο σύνολο της Κοινότητας από προϋποθέσεις όπως η πρόσληψη προσωπικού επιτόπου, η έκδοση αδείας εργασίας για το δικό της πορτογαλικό προσωπικό ή η καταβολή τελών σε οργανισμό αρμόδιο για τους μετανάστες;

3)

Μπορούν τα μέλη του προσωπικού, για τα οποία επιβλήθηκαν οι αμφισβητούμενες ειδικές εισφορές και των οποίων ο πίνακας που αναφέρει τα ονόματα και τα προσόντα τους επισυνάπτεται στην έκθεση του επιθεωρητή εργασίας περί διαπιστώσεως των παραβάσεων που διαπράχθηκαν από την επιχείρηση Rush Portuguesa, να θεωρηθούν ως “ εξειδικευμένο προσωπικό ή προσωπικό που κατέχει θέση εμπιστευτικού χαρακτήρα” κατά την έννοια των προβλεπομένων στο παράρτημα του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, διατάξεων; »

6

Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η διαδικασία καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

7

Τα δύο πρώτα ερωτήματα αφορούν την περίπτωση επιχειρήσεως εδρεύουσας στην Πορτογαλία που παρέχει υπηρεσίες στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων σε κράτος μέλος που ανήκε στην Κοινότητα ήδη προ της 1ης Ιανουαρίου 1986, ημερομηνίας προσχωρήσεως της Πορτογαλίας, και η οποία φέρει προς τούτο δικό της προσωπικό από την Πορτογαλία για το χρονικό διάστημα εκτελέσεως των εργασιών. Το πρώτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν σε μια τέτοια περίπτωση ο παρέχων υπηρεσίες μπορεί να στηριχτεί στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης και στο άρθρο 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως, προκειμένου να επικαλεστεί το δικαίωμά του να μετακινείται μαζί με το προσωπικό του· το δεύτερο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστούν τα έργα μπορεί να επιβάλλει στον παρέχοντα υπηρεσίες την τήρηση προϋποθέσεων ως προς την επιτόπου πρόσληψη προσωπικού και την έκδοση άδειας εργασίας για τα μέλη του προσωπικού που έχουν πορτογαλική ιθαγένεια. Τα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να συνεξεταστούν.

8

Δυνάμει του άρθρου 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως οι διατάξεις της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ της Πορτογαλίας και των λοιπών κρατών μελών από της ημερομηνίας προσχωρήσεως της Πορτογαλίας στην Κοινότητα. Μόνο για τις δραστηριότητες που υπάγονται στον τομέα των πρακτορείων ταξιδιών και του τουρισμού, καθώς και στον τομέα του κινηματογράφου προβλέπονται στο άρθρο 221 μεταβατικά μέτρα.

9

Η Πράξη Προσχωρήσεως προβλέπει διαφορετικό σύστημα ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Πράγματι, κατά το άρθρο 215 της Πράξεως Προσχωρήσεως, οι διατάξεις του άρθρου 48 της Συνθήκης εφαρμόζονται στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ της Πορτογαλίας και των λοιπών κρατών μελών μόνο με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 216 έως 219 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Το άρθρο 216 αποκλείει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1993 την εφαρμογή των άρθρων 1 έως 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εθνικές διατάξεις ή οι διατάξεις διμερών συμφωνιών που εξαρτούν από προηγούμενη άδεια τη μετανάστευση με σκοπό την άσκηση έμμισθης εργασίας και την πρόσληψη σε έμμισθη απασχόληση μπορούν να διατηρηθούν σε ισχύ. Το άρθρο 218 της Πράξεως Προσχωρήσεως διευκρινίζει ότι η εξαίρεση αυτή συνεπάγεται τη μη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της διακινήσεως και της παραμονής των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους εντός της Κοινότητας, όταν η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του κανονισμού 1612/68.

10

Τα προδικαστικά ερωτήματα θέτουν έτσι το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης, και των εξαιρέσεων από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που προβλέπονται στα άρθρα 215 επ. της Πράξεως Προσχωρήσεως.

11

Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί καταρχάς ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών που προβλέπεται στο άρθρο 59 της Συνθήκης συνεπάγεται, κατά το άρθρο 60 της Συνθήκης, ότι εκείνος που παρέχει την υπηρεσία δύναται για την εκτέλεση της να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρεσία « με τους ίδιους όρους που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους ».

12

Τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης δεν επιτρέπουν, συνεπώς, σε ένα κράτος μέλος να απαγορεύσει σε παρέχοντα υπηρεσίες εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος να μετακινηθεί ελεύθερα στο έδαφός του με το σύνολο του προσωπικού του ή να επιβάλει στη μετακίνηση του εν λόγω προσωπικού του περιοριστικές προϋποθέσεις, όπως η προϋπόθεση προσλήψεως προσωπικού επιτόπου ή η υποχρεωτική έκδοση αδείας εργασίας. Πράγματι, το γεγονός ότι επιβάλλονται τέτοιες προϋποθέσεις σε επιχείρηση άλλου κράτους μέλους η οποία παρέχει υπηρεσίες συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος της σε σχέση με τους ανταγωνιστές της που είναι εγκατεστημένοι στη χώρα υποδοχής και μπορούν να χρησιμοποιήσουν ελεύθερα το προσωπικό τους, πλήττει δε την ικανότητα της να εκπληρώσει την παροχή.

13

Πρέπει να υπομνηστεί στη συνέχεια ότι το άρθρο 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως έχει ως σκοπό να αποτρέψει την πρόκληση διαταράξεων στην αγορά εργασίας, τόσο της Πορτογαλίας όσο και των άλλων κρατών μελών, συνεπεία της προσχωρήσεως της Πορτογαλίας, λόγω των αμέσων και σημαντικών μετακινήσεων εργαζομένων, και ότι το εν λόγω άρθρο εισάγει προς τούτο εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που προβλέπεται στο άρθρο 48 της Συνθήκης. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου η εξαίρεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση προς τον σκοπό της ( βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, Lopes da Veiga, 9/88, Συλλογή 1989, σ. 2989).

14

Η εξαίρεση του άρθρου 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως αφορά τον τίτλο Ι του κανονισμού 1612/68 σχετικά με την πρόσβαση σε απασχόληση. Οι εθνικές ή συμβατικές διατάξεις που εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη διάρκεια εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής αφορούν την άδεια μεταναστεύσεως και την πρόσληψη σε έμμισθη απασχόληση. Απ' αυτό συνάγεται ότι η εξαίρεση του άρθρου 216 εφαρμόζεται προκειμένου για την πρόσβαση των πορτογάλων εργαζομένων στην αγορά εργασίας άλλων κρατών μελών και για το καθεστώς εισόδου και διαμονής των πορτογάλων εργαζομένων που ζητούν αυτή την πρόσβαση, καθώς και των μελών των οικογενειών τους. Η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων δικαιολογείται πράγματι, εφόσον, υπό τις συνθήκες αυτές, υφίσταται κίνδυνος διαταράξεως της αγοράς εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.

15

Άλλως έχει το πράγμα σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, στην οποία πρόκειται για προσωρινή μετακίνηση εργαζομένων που αποστέλλονται προς άλλο κράτος μέλος για να εκτελέσουν εκεί εργασίες κατασκευής κτιρίων ή δημοσίων έργων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του εργοδότη τους. Πράγματι, οι εργαζόμενοι αυτοί επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους μετά την εκπλήρωση της αποστολής τους, χωρίς ποτέ να εισέλθουν στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.

16

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι, καθόσον η έννοια της παροχής υπηρεσιών, όπως ορίζεται στο άρθρο 60 της Συνθήκης, καλύπτει δραστηριότητες ποικίλης φύσεως, δεν επιβάλλονται σε όλες τις περιπτώσεις τα ίδια συμπεράσματα. Πρέπει να γίνει ειδικότερα δεκτό, όπως υποστήριξε η γαλλική κυβέρνηση, ότι επιχείρηση που διαθέτει εργατικό δυναμικό, μολονότι παρέχει υπηρεσίες κατά την έννοια της Συνθήκης, ασκεί δραστηριότητες που έχουν ακριβώς ως σκοπό να καταστήσουν δυνατή την πρόσβαση των εργαζομένων στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Στην περίπτωση αυτή το άρθρο 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως κωλύει τη χρησιμοποίηση πορτογάλων εργαζομένων από επιχείρηση παροχής υπηρεσιών.

17

Η παρατήρηση αυτή δεν ασκεί ωστόσο επιρροή στο δικαίωμα του παρέχοντος υπηρεσίες στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων να μετακινείται με το προσωπικό του από την Πορτογαλία ενόσω διαρκεί η εκτέλεση του αναληφθέντος έργου. Στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη πρέπει ωστόσο να μπορούν να ελέγξουν αν μια πορτογαλική επιχείρηση που κατασκευάζει κτίρια ή δημόσια έργα κάνει χρήση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών προς εξυπηρέτηση άλλου σκοπού, φέρνοντας, για παράδειγμα, το προσωπικό της προκειμένου να εγκαταστήσει ή να διαθέσει εργαζομένους κατά παράβαση του άρθρου 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Κατά τους ελέγχους αυτούς πρέπει ωστόσο να τηρούνται τα όρια που θέτει το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως τα απορρέοντα από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που δεν πρέπει να καταστεί αναποτελεσματική και των οποίων η τήρηση δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως.

18

Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί, κατόπιν των σχετικών ανησυχιών που εξέφρασε η γαλλική κυβέρνηση, ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν κωλύει τα κράτη μέλη να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας τους ή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται από τους κοινωνικούς εταίρους σε κάθε πρόσωπο που παρέχει έμμισθη εργασία, έστω και προσωρινού χαρακτήρα, επί του εδάφους τους, ανεξαρτήτως της χώρας εγκαταστάσεως του εργοδότη· το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει εξάλλου στα κράτη μέλη να επιβάλουν την τήρηση των κανόνων αυτών με τα κατάλληλα μέσα (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982, Seco et Desquenne, 62/81 και 63/81, Συλλογή 1982, σ. 223).

19

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα άρθρα 215 και 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιχείρηση εδρεύουσα στην Πορτογαλία και παρέχουσα υπηρεσίες στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να μετακινείται με το δικό της προσωπικό που φέρνει από την Πορτογαλία για το χρονικό διάστημα εκτελέσεως των οικείων έργων. Στην περίπτωση αυτή οι αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστούν τα έργα δεν μπορεί να επιβάλει στον παρέχοντα υπηρεσίες όρους ως προς την πρόσληψη εργατικού δυναμικού επιτόπου ή την έκδοση αδείας εργασίας για τα μέλη του προσωπικού που έχουν πορτογαλική ιθαγένεια.

20

Ενόψει της απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

21

Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κυρίας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό απόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Μαρτίου 1989 το Tribunal administratif de Versailles, αποφαίνεται:

 

Το άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης ΕΟΚ και τα άρθρα 215 και 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιχείρηση εγκατεστημένη στην Πορτογαλία παρέχουσα υπηρεσίες στον τομέα της κατασκευής κτιρίων και δημοσίων έργων σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να μετακινείται με το δικό της προσωπικό που φέρνει από την Πορτογαλία για το χρονικό διάστημα εκτελέσεως των οικείων έργων. Στην περίπτωση αυτή οι αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να εκτελεστούν τα έργα δεν μπορεί να επιβάλει στον παρέχοντα υπηρεσίες όρους ως προς την πρόσληψη εργατικού δυναμικού επιτόπου ή την έκδοση αδείας εργασίας για τα μέλη του προσωπικού που έχουν πορτογαλική ιθαγένεια.

 

Κακούρης

Koopmans

Mancini

Ο' Higgins

Diez de Velasco

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Μαρτίου 1990.

Ο γραμματέας

J.-G. Giraud

Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος

Κ. Ν. Κακούρης


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Top