EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61983CJ0267

Απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1985.
Aissatou Diatta κατά Land Berlin.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundesverwaltungsgericht - Γερμανία.
Διακινούμενοι εργαζόμενοι - Δικαίωμα διαμονής της οικογένειας των εργαζομένων.
Υπόθεση 267/83.

European Court Reports 1985 -00567

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1985:67

61983J0267

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 13ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1985. - AISSATOU DIATTA ΚΑΤΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ BUNDESVERWALTUNGSGERICHT - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΔΙΑΚΙΝΟΥΜΕΝΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 267/83.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1985 σελίδα 00567
Ισπανική ειδική έκδοση σελίδα 00263
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα 00061
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα 00063


Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 . Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Εργαζόμενοι — Δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας — Μια μόνο μόνιμη οικογενειακή κατοικία — Μη απαραίτητη προϋπόθεση — Αυτοτελές δικαίωμα παραμονής βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 1612/68 — Δεν υφίσταται

( Κανονισμός του Συμβουλίου 1612/68 , άρθρα 10 και 11 )

2 . Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Εργαζόμενοι — Δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας — Σύζυγος — Σύζυγοι που ζουν χωριστά

( Κανονισμός του Συμβουλίου 1612/68 , άρθρο 10 )

Περίληψη


1 . Καίτοι το δικαίωμα διαμονής που προβλέπει υπέρ των μελών της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 προϋποθέτει , δυνάμει της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου , ότι η κατοικία που διαθέτει ο εργαζόμενος μπορεί να θεωρηθεί ως κανονική προκειμένου να δεχθεί την οικογένειά του , δεν συνοδεύεται από καμία απαίτηση μιας και μόνο μόνιμης οικογενειακής κατοικίας .

Το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού παρέχει απλώς στα μέλη της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου δικαίωμα ασκήσεως οποιασδήποτε εξαρτημένης εργασίας στο σύνολο του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους και , συνεπώς , δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα δικαιώματος διαμονής ανεξάρτητου από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 10 .

2 . Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 , που προβλέπει το δικαίωμα της συζύγου να εγκατασταθεί μαζί με το διακινούμενο εργαζόμενο , ο συζυγικός δεσμός δεν μπορεί να θεωρηθεί λυμένος εφόσον δεν έχει τεθεί τέρμα από την αρμόδια αρχή . Αυτό δεν συμβαίνει με τους συζύγους που ζουν απλώς χωριστά , ακόμα και όταν έχουν την πρόθεση να διαζευχθούν προσεχώς .

Διάδικοι


Στην υπόθεση 267/83

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesverwaltungsgericht προς το Δικαστήριο , κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK , με την οποία ζητείται , στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ

Aissatou Diatta , σενεγαλικής ιθαγενείας , κατοίκου Δυτικού Βερολίνου ,

και

Land Berlin , εκπροσωπούμενου από τον Polizeipraesident του Βερολίνου ,

Αντικείμενο της υπόθεσης


η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου , της 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ,

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1983 , που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Δεκεμβρίου 1983 , το πρώτο τμήμα του Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης EOK δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου , της 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητος ( EE ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 33 ).

2 Τα δύο αυτά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Diatta , σενεγαλικής ιθαγενείας και του Land Berlin εκπροσωπούμενου από τον Polizeipraesident του εν λόγω Land .

3 Η Diatta είναι παντρεμένη με γάλλο υπήκοο που κατοικεί και εργάζεται στο Βερολίνο . Ασκεί το επάγγελμά της στην πόλη αυτή συνεχώς από το Φεβρουάριο του 1978 .

4 Αφού επί ορισμένο χρονικό διάστημα συγκατοίκησε με το σύζυγό της , στις 29 Αυγούστου 1978 εγκατέλειψε την κοινή στέγη με την πρόθεση να διαζευχθεί και κατοικεί έκτοτε σε χωριστή κατοικία .

5 Κατά τη λήξη της άδειας διαμονής της η Diatta ζήτησε την παράτασή της , ο δε Polizeipraesident με απόφασή του της 29ης Αυγούστου 1980 απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι η Diatta δεν αποτελεί πλέον μέλος της οικογενείας υπηκόου κράτους μέλους της EOK και δεν έχει κοινή κατοικία με το σύζυγό της . Την απόφαση αυτή επικύρωσε το Verwaltungsgericht λόγω της ελλείψεως κοινής κατοικίας των συζύγων . Αντιθέτως , το εν λόγω δικαστήριο δέχτηκε ότι εξακολουθούσε να υφίσταται ο οικογενειακός δεσμός . H προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberverwaltungsgericht και μετά την απορριπτική απόφαση επί της εφέσεως αυτής προσέφυγε στο Bundesverwaltungsgericht .

6 Στο πλαίσιο αυτής της αλληλουχίας το Bundesverwaltungsgericht υπέβαλε τα ακόλουθα δύο ερωτήματα :

1 ) Το άρθρο 10 , παράγραφος 1 , του κανονισμού 1612/68 πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι ο σύζυγος εργαζομένου που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους και εργάζεται σε άλλο κράτος μέλος , διαμένει « υπό την αυτή στέγη » με τον εργαζόμενο , όταν ζει χωριστά από το σύζυγό του συνεχώς , αλλά έχει δική του κατοικία στον ίδιο τόπο που κατοικεί ο εργαζόμενος ;

2 ) Το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 παρέχει στο μη έχοντα την ιθαγένεια κράτους μέλους σύζυγο υπηκόου κράτους μέλους που εργάζεται και κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος δικαίωμα διαμονής , που δεν εξαρτάται από τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 του εν λόγω κανονισμού , όταν επιθυμεί να εργαστεί στο κράτος αυτό ως μισθωτός ;

7 Με τα δύο ερωτήματα του Bundesverwaltungsgericht ερωτάται ουσιαστικά αν τα μέλη της οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 οφείλουν οπωσδήποτε να κατοικούν μονίμως μαζί του για να έχουν δικαίωμα διαμονής δυνάμει της διατάξεως αυτής και αν το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού παρέχει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής σε σχέση με το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 10 .

8 Δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 :

« 1 ) Ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των , έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως μετά του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους τα εξής πρόσωπα :

α ) έκαστος των συζύγων και οι κατιόντες τους οι οποίοι έχουν ηλικία κάτω των 21 ετών ή συντηρούνται απ’ αυτόν·

β)οι ανιόντες του εργαζομένου αυτού και του συζύγου του , τους οποίους αυτός συντηρεί .

2 ) Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την είσοδο οποιουδήποτε μέλους της οικογενείας που δεν ωφελείται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 εφόσον συντηρείται ή ζει στη χώρα προελεύσεως , υπό την αυτή στέγη με τον εργαζόμενο που αναφέρεται ανωτέρω .

3 ) Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 ο εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει για την οικογένειά του κατοικία , η οποία θεωρείται κανονική για τους ημεδαπούς εργαζομένους στην περιφέρεια όπου απασχολείται χωρίς ωστόσο η διάταξη αυτή να δύναται να οδηγήσει στη δημιουργία διακρίσεως μεταξύ των ημεδαπών εργαζομένων και των εργαζομένων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη . »

9 Το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι :

« O σύζυγος και τα τέκνα , τα οποία είναι κάτω των 21 ετών ή αυτά που συντηρεί υπήκοος κράτους μέλους που ασκεί στην επικράτεια ενός κράτους μέλους μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα , έχουν το δικαίωμα να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο της επικράτειας του κράτους αυτού , ακόμη και αν δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους . »

10 Κατά την προσφεύγουσα στην κύρια δίκη το άρθρο 10 δεν αναφέρει ρητώς τη συγκατοίκηση , αλλά απαιτεί απλώς από το διακινούμενο εργαζόμενο να θέσει στη διάθεση των μελών της οικογενείας του κατοικία που « να θεωρείται κανονική » . Πρόκειται , πράγματι , να διασφαλιστεί η δημόσια τάξη και ασφάλεια αποφεύγοντας τη μετανάστευση προσώπων που θα ζουν υπό συνθήκες αβέβαιες . Αυτό δεν αποκλείει , ωστόσο , τη δυνατότητα του συζύγου ή άλλου μέλους της οικογένειας να αποκτήσει συμπληρωματικό χώρο με την ενοικίαση χωριστής κατοικίας . Εξάλλου , ο κανονισμός 1612/68 δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι απαιτεί αδιατάρακτη κοινή συζυγική ζωή . Δεν αποτελεί , πράγματι , έργο της αρμόδιας για τη μετανάστευση αρχής να κρίνει αν είναι ακόμα δυνατή η συμφιλίωση . Επιπλέον , αν η συγκατοίκηση των συζύγων συνιστούσε επιτακτική προϋπόθεση , ο εργαζόμενος θα μπορούσε κάθε στιγμή να προ καλέσει την απέλαση του συζύγου του με το να μην του παρέχει πλέον στέγη . Τέλος , το άρθρο 11 του κανονισμού παρέχει δικαίωμα διαμονής ευρύτερο από του άρθρου 10 και στηρίζεται αναγκαστικά στη δυνατότητα επιλογής διαφορετικής κατοικίας .

11 Κατά το Land Berlin , καθού στην κύρια δίκη , το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 σκοπεύει αποκλειστικά στην προστασία των διακινούμενων εργαζομένων και στη διασφάλιση της δυνατότητας να μετακινούνται , εξασφαλίζοντας τη διατήρηση των οικογενειακών τους δεσμών . Δεν υπάρχει , συνεπώς , κανείς λόγος αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στα μέλη της οικογένειάς τους , εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν στηρίζεται σε από κοινού διαβίωση . Όσον αφορά το άρθρο 11 , δεν προβλέπει δικαίωμα διαμονής αλλά μόνο δικαίωμα εργασίας .

12 Σύμφωνα , επίσης , και με τις Κυβερνήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας , του Ηνωμένου Βασιλείου και των Κάτω Χωρών , τόσο από το γράμμα , όσο και από το πνεύμα του άρθρου 10 του κανονισμού προκύπτει ότι το δικαίωμα διαμονής του συζύγου υπάρχει μόνο εφόσον ζει υπό την αυτή στέγη με το διακινούμενο εργαζόμενο . H πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1612/68 αναφέρει ότι σκοπός του είναι να παράσχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να ζήσει με την οικογένειά του . Δεν υπάρχει , όμως , οικογενειακή ενότητα όταν οι σύζυγοι εγκαταλείπουν την κοινή συζυγική ζωή . O κανονισμός 1612/68 λαμβάνει υπόψη του , στα άρθρα 10 και 11 , το δυαδικό χαρακτήρα της νομικής κατάστασης που προβλέπει η τρίτη παράγραφος του άρθρου 48 ως προς το δικαίωμα εργασίας και το δικαίωμα διαμονής . Την ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνει το ιστορικό θεσπίσεως των άρθρων 10 και 11 του κανονισμού 1612/68 , τα οποία στηρίζονται στα άρθρα 17 και 18 του κανονισμού 38/64 του Συμβουλίου , της 25ης Μαρτίου 1964 , περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ABl . 62 , σ . 965 ). Το άρθρο 18 του κανονισμού 38/64 αναφέρει σαφώς ότι αν δεν υφίσταται η νομική κατάσταση που προκύπτει από το άρθρο 17 , το μέλος της οικογένειας δεν διαθέτει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής .

13 H Επιτροπή ισχυρίζεται ότι γίνεται γενικώς δεκτό ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπει το άρθρο 48 επ . της Συνθήκης , αναγνωρίζεται επίσης στην οικογένεια των διακινούμενων εργαζομένων . Κατά την Επιτροπή , είναι επομένως απαράδεκτο να συνδέεται το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων με τον τρόπο κατά τον οποίο επιθυμούν οι σύζυγοι να οργανώσουν τη συζυγική τους ζωή , επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση να ζουν υπό κοινή στέγη . Όλα τα κράτη μέλη και όλα τα άτομα δεν έχουν πράγματι την ίδια αντίληψη των συζυγικών σχέσεων . Γι’ αυτό το λόγο το άρθρο 10 δεν θέτει καμία τέτοια απαίτηση . Το άρθρο 10 σκοπεύει απλώς να διασφαλίσει την ύπαρξη κανονικής κατοικίας για τους μετανάστες για τις ανάγκες της αστυνομίας αλλοδαπών στους τομείς της υγιεινής και της κατοικίας . Όπως , επίσης , προκύπτει από το άρθρο 3 , παράγραφοι 3 και 4 , της οδηγίας 68/360 του Συμβουλίου , της 15ης Οκτωβρίου 1968 , περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητος ( EE ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 43 ), η χορήγηση άδειας διαμονής εξαρτάται μόνο από το ουσιαστικό κριτήριο του γάμου και όχι από το συμπληρωματικό κριτήριο της κοινής κατοικίας . Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή προχώρησε ακόμη περισσότερο και θεώρησε ότι το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου , καθώς και το δικαίωμά τους να εργασθούν ως μισθωτοί στο σύνολο του εδάφους του κράτους υποδοχής δεν αίρεται σε περίπτωση ρήξεως του οικογενειακού δεσμού μετά την είσοδο στο έδαφος του κράτους αυτού .

14 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν ο κανονισμός 1612/68 πρέπει να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο όλων των σχετικών ρυθμίσεων .

15 O κανονισμός αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο των διαφόρων ρυθμίσεων που αποσκοπούν να διευκολύνουν την πραγμάτωση των στόχων του άρθρου 48 της Συνθήκης και σκοπός του είναι να παράσχει , μεταξύ άλλων , στους εργαζομένους τη δυνατότητα να μετακινούνται ελεύθερα στο έδαφος των άλλων κρατών μελών και να κατοικούν εκεί προκειμένου να εργασθούν .

16 Προς το σκοπό αυτό το άρθρο 10 του κανονισμού προβλέπει ότι ορισμένα μέλη της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου μπορούν επίσης να εισέλθουν στο έδαφος του κράτους μέλους , όπου είναι εγκατεστημένος ο εργαζόμενος και να κατοικήσουν μαζί του .

17 H διάταξη αυτή , λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου και των σκοπών της , δεν μπορεί να ερμηνευτεί συσταλτικά .

18 Το άρθρο 10 του κανονισμού , προβλέποντας ότι το μέλος της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου έχει το δικαίωμα να εγκατασταθεί μαζί με τον εργαζόμενο δεν απαιτεί το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας να κατοικεί μόνιμα μαζί με τον εργαζόμενο , αλλά απλώς , όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου , η κατοικία που διαθέτει ο εργαζόμενος να μπορεί να θεωρηθεί ως κανονική προκειμένου να δεχθεί την οικογένειά του . Δεν μπορεί , συνεπώς , να γίνει εμμέσως δεκτή η απαίτηση μιας και μόνο μόνιμης οικογενειακής κατοικίας .

19 H ερμηνεία αυτή , εξάλλου , ανταποκρίνεται στο πνεύμα του άρθρου 11 του κανονισμού , το οποίο παρέχει στο μέλος της οικογένειας το δικαίωμα ασκήσεως οποιασδήποτε εξαρτημένης εργασίας στο σύνολο του εδάφους του οικείου κράτους μέλους και τούτο έστω και αν η εργασία αυτή ασκείται σε τόπο απομακρυσμένο από τον τόπο κατοικίας του διακινούμενου εργαζομένου .

20 Πρέπει να προστεθεί ότι ο συζυγικός δεσμός δεν μπορεί να θεωρηθεί λυμένος εφόσον δεν έχει τεθεί τέρμα από την αρμόδια αρχή . Αυτό δεν συμβαίνει με τους συζύγους που ζουν απλώς χωριστά , ακόμα και όταν έχουν την πρόθεση να διαζευχθούν προσεχώς .

21 Ως προς το άρθρο 11 του κανονισμού 1612/68 , από το ίδιο το γράμμα του προκύπτει ότι δεν παρέχει στα μέλη της οικογένειας του διακινούμενου εργαζομένου αυτοτελές δικαίωμα διαμονής , αλλά απλώς δικαίωμα ασκήσεως οποιασδήποτε εξαρτημένης εργασίας στο σύνολο του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους . Επομένως , το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα δικαιώματος διαμονής ανεξάρτητου από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 10 .

22 Συνεπώς , στα ερωτήματα του Bundesverwaltungsgericht πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα μέλη της οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου , κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 δεν υποχρεούνται να κατοικούν οπωσδήποτε μονίμως μαζί του για να έχουν δικαίωμα διαμονής δυνάμει της διατάξεως αυτής και ότι το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού δεν παρέχει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής σε σχέση με το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 10 .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι παρεμβαίνουσες κυβερνήσεις και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου , σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht , με Διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1983 , αποφαίνεται :

Τα μέλη της οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου , κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 δεν υποχρεούνται να κατοικούν οπωσδήποτε μονίμως μαζί του για να έχουν δικαίωμα διαμονής δυνάμει της διατάξεως αυτής και ότι το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού δεν παρέχει αυτοτελές δικαίωμα διαμονής σε σχέση με το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 10 .

Top