Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61981CC0025

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Rozès της 27ης Ιανουαρίου 1982.
C.H.W. κατά G.J.H.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Hoge Raad - Κάτω Χώρες.
Σύμβαση των Βρυξελλών: ερμηνεία των όρων "κληρονομικό δίκαιο", "συστήματα ρυθμίσεως των περουσιακών σχέσεων των συζύγων", "προσωρινά ή συντηρητικά μέτρα" και του άρθρου 18.
Υπόθεση 25/81.

European Court Reports 1982 -01189

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1982:19

ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤῆΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΩΣ SIMONE ROZÈS

ΠΟΫ ΆΝΕΠΤΫΧΘΗΣΑΝ ΣΤΊΣ 27 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1982 ( 1 )

Κύριε πρόεδρε,

κύριοι δικαστές,

Τό Hoge Raad τῶν Κάτω Χωρῶν έχει υποβάλει ενώπιόν σας αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικῆς ἀποφάσεως στην υπόθεση W. κατά Η.

Τά περιστατικά ἔχουν ὡς έξης:

Ι —

Ή διαφορά υφίσταται μεταξύ τοῦ Η., ὀλλανδοῦ υπηκόου καί κατοίκου Βελγίου, καί τῆς συζύγου του (W.), επίσης ὀλλανδής υπηκόου καί κατοίκου Βελγίου. Κατά την δίκη πού αυτή την στιγμή εκκρεμεί στίς Κάτω Χώρες καί πού άφορᾶ τήν διαχείριση ἀπό τόν σύζυγο τῆς προσωπικής περιουσίας τῆς συζύγου του, ἡ τελευταία αύτη θέλει νά χρησιμοποιήσει ὡς ἀποδεικτικό μέσο τίς δηλώσεις πού περιέχονται στον «κωδίκελλο» πού συνέταξε ὁ σύζυγός της καί πού τώρα ευρίσκεται στην κατοχή τοῦ δικηγόρου τῆς στό Ρόττερνταμ.

Ἐξ άλλου, μεταξύ τῶν συζύγων υπάρχει εκκρεμής διαδικασία διαζυγίου στίς Κάτω Χώρες.

Ό σύζυγος ζήτησε, κατά τήν διαδικασία των ἀσφαλιστικών μέτρων, ἀπό τόν πρόεδρο τοῦ Arrondissementsrechtbank τοῦ Ρόττερνταμ νά διατάξει τήν λήψη «επείγοντος μέτρου προσωρινοῦ χαρακτῆρος» καί συνεπώς τήν επιστροφή τοῦ «κωδικέλλου» αὐτοθ, προκειμένου νά ἀποφευχθεί ή χρησιμοποίηση τοῦ περιεχομένου του ἀπό τήν σύζυγό του εναντίον του ενώπιον δικαστηρίου ἤ μέ άλλον τρόπο.

Ή σύζυγος παρέστη κατά τήν διαδικασία των ἀσφαλιστικῶν μέτρων καί ἠμφε-σβήτησε τήν ἀρμοδιότητα τοῦ δικαστηρίου, επικουρικῶς δέ τό βάσιμο τῆς αιτήσεως περί τοῦ συντηρητικού μέτρου.

Ό πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ρόττερνταμ ἐκήρυξε εαυτόν ἁρμόδιο, άλλά ἀπέρριψε τήν αίτηση τοῦ συζύγου ὡς ἀβάσιμη.

Ό τελευταίος αυτός ἤσκησε τότε έφεση κατά τῆς ἀποφάσεως αυτής ενώπιον τοῦ 'Εφετείου τῆς Χάγης, ὁπότε ἡ σύζυγος ἤσκησε καί εκείνη ἀντέφεση, ἰσχυριζόμενη ὅτι κακώς ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου είχε κηρυχθεί ἁρμόδιος.

Τό Ἐφετείο ἀπέρριψε τήν ἀντέφεση, κρίνοντας δέ ἐπί τῆς κυρίας ἐφέσεως, ἀνεκά-λεσε τήν ἀπόφαση τοῦ δικαστηρίου ἐπί των ἀσφαλιστικών μέτρων, διέταξε τήν επιστροφή τοῦ «κωδικέλλου» στόν δικηγόρο τοῦ συζύγου καί ἀπηγόρευσε στην σύζυγο, ὑπό τήν ἀπειλή χρηματικής ποινής, τήν χρησιμοποίηση τοῦ έγγράφου αὐτοῦ.

Κατά τῆς ἀποφάσεως αὐτής ἤσκησαν ἀναίρεση καί οἱ δύο, πρώτα ἡ σύζυγος καί κατόπιν ὁ σύζυγος.

Ή ἀναίρεση τῆς συζύγου θέτει πάλι τό ζήτημα κατά πόσο ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ρόττερνταμ ήταν ἀρμόδιος νά ἀποφανθεί ἐπί αιτήσεως περί τοῦ προσωρινοί) μέτρου γιά τήν ἀπαγόρευση τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ «κωδικέλλου». Ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές τό ἀναιρετικό δικαστήριο τῶν Κάτω Χωρών υπέβαλε ενώπιόν σας, κατ' εφαρμογή τῶν άρθρων 1 καί 2 τοῦ πρωτοκόλλου περί τῆς ἑρμηνείας τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλών, τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968, περί ἁρμοδιότητος τῶν δικαστηρίων καί εκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων ἐπί ἀστικών καί εμπορικών υποθέσεων, τά ἀκόλουθα ερωτήματα:

α)

Ή εξαίρεση τοῦ «κληρονομικού δικαίου» ( 2 ) ἀπό τήν εφαρμογή τῆς συμβάσεως, πού προβλέπεται στό άρθρο 1 δεύτερη παράγραφος σημείο 1, άφορᾶ τίς ἀξιώσεις πού ἀσκούνται δικαστικώς ἀπό τόν συντάκτη ἑνός κωδικέλλου, τόν όποιο κατέχει ἕνα άλλο πρόσωπο, καί πού έχουν ὡς ἀντικείμενο τήν επιστροφή τοῦ κωδικέλλου, την καταστροφή τῶν φωτοαντιγράφων, ἀντιγράφων ἡ ἀντιτύπων του καί τήν επιβολή τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς κατοχής ἤ τῆς χρήσεως ὁποιουδήποτε φωτοαντιγράφου, αντιγράφου ἡ ἀντιτύπου τοῦ έγγραφου αὐτοῦ, μέ σκοπό νά ἀποφευχθεί ἡ χρησιμοποίηση κατά τοῦ συντάκτη του τῶν δηλώσεων πού περιέχει ὁ κωδίκελλος σέ διαφορά πού δέν άφορα τό κληρονομικό δίκαιο;

β)

Ή εξαίρεση τῶν «συστημάτων ρυθμίσεως τῶν περιουσιακῶν σχέσεων τῶν συζύγων» ( 3 ) ἀπό τήν εφαρμογή τῆς συμβάσεως, πού προβλέπεται στό άρθρο 1 δεύτερη παράγραφος σημείο 1, άφορᾶ ἀξιώσεις ὅπως αυτές πού εξετέθησαν ὑπό α) ἀνωτέρω, σέ περίπτωση πού αυτές ἀσκοῦνται γιά νά ἀποφευχθεί ἡ χρήση τῶν δηλώσεων πού περιέχονται στον κωδίκελλο ὡς ἀποδεικτικοῦ μέσου κατά τοῦ συντάκτη τοῦ κωδικέλλου σέ διαφορά σχετικά μέ τήν διαχείριση ἀπό τόν συντάκτη τοῦ κωδικέλλου τῆς προσωπικής περιουσίας τῆς συζύγου του, γιά τήν ὁποία δέν ὑπῆρχε δήθεν εξουσιοδότηση ἡ ήταν ενδεχομένως εσφαλμένη, ἄν ἡ διαχείριση αυτή πρέπει νά θεωρηθεί ὅτι συνδέεται στενά μέ τίς περιουσιακές σχέσεις πού ἀπορρέουν ἀπ᾽ ευθείας ἀπό τόν δεσμό τοῦ γάμου;

γ)

Περιλαμβάνει ὁ ὅρός «προσωρινά ή συντηρητικά μέτρα» 1 τοῦ ἄρθρου 24 καί τήν δυνατότητα νά ζητηθεί ἡ λήψη ἀσφαλιστικών μέτρων, ἡ ὁποία προβλέπεται στό τμήμα 18 τοῦ τίτλου 13 τοῦ πρώτου βιβλίου τοῦ ὀλλανδικοῦ κωδικός πολιτικής δικονομίας; Ἔχει σημασία ἐν προκειμένω τό γεγονός ὅτι τό μέτρο ζητείται σέ συνδυασμό μέ άλλη διαδικασία πού εκκρεμεί στίς Κάτω Χῶρες;

δ)

Ή περίπτωση τῆς παραστάσεως τοῦ εναγομένου ἀποκλειστικά καί μόνο γιά τήν προβολή τῆς ἐνστάσεως ἀναρμο-διότητος, περίπτωση πού ἀναφέρεται στην δεύτερη φράση τοῦ ἄρθρου 18, περιλαμβάνει καί τήν περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ εναγόμενος προβάλλει μέν τήν ένσταση ἀναρμοδιότητος, ἀναπτύσσει ὅμως επικουρικῶς, ἐφ᾽ ὅσον τυχόν ὁ δικαστής κηρυχθεί ἁρμόδιος, ισχυρισμούς ἐπί τῆς οὐσίας;

ΙΙ —

Ἐπί ἀστικών καί εμπορικών ὑποθέσεων κατά τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 1 της συμβάσεως ἁρμόδια κανονικώς εἶναι, σύμφωνα μέ τόν γενικό κανόνα πού προβλέπεται στό άρθρο 2 πρώτη παράγραφος, τά δικαστήρια τοῦ Κράτους μέλους στό όποιο κατοικεί ὁ εναγόμενος, ἐν προκειμένω δέ ή σύζυγος κατοικεί στό Βέλγιο.

Ἐν τούτοις ἡ σύμβαση δέν εφαρμόζεται (άρθρο 1 σημείο 1) ἰδίως ἐπί συστημάτων ρυθμίσεως τῶν περιουσιακών σχέσεων τῶν συζύγων καί ἐπί τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου. Κατά τήν απόφαση τοῦ Ἐφετείου, ὁ κανόνας αυτός σημαίνει ὅτι ἁρμόδια είναι τά ὀλλανδικά δικαστήρια, ἀφοῦ οἱ σύζυγοι, παρά τό γεγονός ὅτι κατοικούν στό Βέλγιο, έχουν καί οἱ δύο τήν ὀλλανδική ιθαγένεια καί τά τῆς κληρονομικής διαδοχής τοῦ συζύγου μετά τόν θάνατό τους θά ρυθμισθοῦν κατά πάσα πιθανότητα βάσει τοῦ ὀλλανδικοῦ δικαίου.

'Υπάρχει ὅμως μία διπλή «εξαίρεση τῆς εξαιρέσεως αυτής».

Ἀφ' ἑνός μέν, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 18, «τό δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους, πλην τῶν περιπτώσεων κατά τίς όποιες ἡ ἁρμοδιότης του προκύπτει ἐξ άλλων διατάξεων τῆς παρούσης συμβάσεως, καθίσταται ἁρμόδιο καί ὅταν ὁ εναγόμενος παρίσταται ενώπιον του. Ό κανόνας αυτός δέν εφαρμόζεται ἄν ἡ παράσταση τοῦ εναγομένου ἀποβλέπει στην ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος ἡ ἄν υφίσταται ἀποκλειστική ἁρμοδιότης άλλου δικαστηρίου δυνάμει τοῦ άρθρου 16» ( 4 ).

Ἀφ᾽ ἑτερου δέ, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 14, «ή λήψη προσωρινών ἡ συντηρητικών μέτρων πού προβλέπονται ἀπό την νομοθεσία ἑνός συμβαλλομένου κράτους δύναται νά ζητηθεί ἀπό δικαστήριο τοῦ κράτους αὐτοῦ, έστω καί ἄν, δυνάμει τῆς παρούσης συμβάσεως, ἁρμόδιο ἐπί τῆς κυρίας ὑποθέσεως εἶναι δικαστήριο άλλου συμβαλλομένου κράτους» ( 4 ).

Τό ἀνώτατο δικαστήριο τῆς 'Ολλανδίας θέτει τό ερώτημα ἄν, σέ περίπτωση πού έχει εφαρμογή ἡ μία ἡ ἡ άλλη ἀπό τίς διατάξεις αυτές, ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ρόττερνταμ εἶχε ἁρμοδιότητα να δεχθεί τήν αἴτηση τοῦ συζύγου περί ἀσφαλιστικῶν μέτρων.

Μοῦ φαίνεται χρήσιμο νά εξετάσω κατ' ἀρχάς τά δύο τελευταία ερωτήματα.

1.

Οἱ διαφορές πού ἀφορούν τά συστήματα ρυθμίσεως τῶν περιουσιακών σχέσεων τῶν συζύγων, καί τό κληρονομικό δίκαιο ἀποκλείονται ρητώς ἀπό τό πεδίο εφαρμογής τῆς συμβάσεως. Τό άρθρο 24 δέν ἀπονέμει στά δικαστήρια ενός συμβαλλομένου κράτους τήν ἁρμοδιότητα νά διατάξουν προσωρινά ἡ συντηρητικά μέτρα, ἐκτός ἄν ἡ ουσία νῆς διαφοράς, έστω καί ἄν είναι τῆς ἁρμοδιότητος δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους, ἀφορᾶ τίς υποθέσεις ἐπί τῶν ὁποίων ἐφαρμόζεται ἡ σύμβαση: σέ καμμία επομένως περίπτωση δέν εἶναι δυνατόν νά χρησιμοποιηθεῖ τό άρθρο αὐτό γιά νά καταστρατηγηθεῖ ἡ δημοσίας τάξεως διάταξη τοῦ ἄρθρου 1 τῆς συμβάσεως.

Στην ἀπόφαση σας de Cavel, τῆς 27ης Μαρτίου 1979 (Rec. σ. 1056), κρίνατε ὅτι ἡ σύμβαση δέν παρέχει καμμία νομική βάση πού νά επιτρέπει τήν διάκριση μεταξύ προσωρινών καί ὁριστικών μέτρων, ὅσον ἀφορᾶ τό εθνικό πεδίο εφαρμογής της. Τό άρθρο 24 δέν επηρεάζει καθόλου τήν διαπίστωση αὐτή, ἀφοῦ άφορᾶ ρητώς τήν περίπτωση τῶν προσωρινών μέτρων πού διατάσσονται σέ ένα συμβαλλόμενο κράτος, ὅταν ἁρμόδια ἐπί τῆς ουσίας «δννάμει τῆς σνμδά-σεως» εἶναι τά δικαστήρια άλλου Κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, δέν δύναται νά γίνει επίκληση τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ προκειμένου νά υπαχθεί στό πεδίο εφαρμογής τῆς συμβάσεως ἡ λήψη προσωρινών ἡ συντηρητικών μέτρων ἐπί υποθέσεων πού δέν καλύπτονται ἀπό τήν σύμδαση.

2.

'Ακόμη καί ἄν υποτεθεί ὅτι ἀποκλείεται ή ἁρμοδιότης τῶν ὀλλανδικών δικαστηρίων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1, τό ὀλλανδικό ἀναιρετικό δικαστήριο θέτει πάντως τό ερώτημα μήπως τά δικαστήρια αυτά καθίστανται πάλι ἁρμόδια λόγω τοῦ ὅτι ή σύζυγος παρέστη ενώπιον τοῦ δικαστηρίου ὄχι μόνο γιά νά ἀμφισβητήσει τήν ἁρμοδιότητα τοῦ προέδρου τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ρόττερνταμ, άλλά καί γιά νά ἀντικρούσει επικουρικώς τήν αίτηση κατ' ουσία (άρθρο 18).

Στό ερώτημα αυτό πρέπει νά δοθοῦν δύο ἀπαντήσεις.

Κατά πρώτο λόγο καί κατ' ἀναλογία πρός τήν παρατήρηση μου ὡς πρός τό άρθρο 24, είναι προφανές ὅτι, ἀκόμη καί ἄν ὁ εναγόμενος παρίσταται καί ἡ παράσταση αυτή δέν έχει ὡς μοναδικό σκοπό τήν ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος, ἡ παρέκταση τῆς ἁρμοδιότητος τήν ὁποία προβλέπει στην περίπτωση αυτή τό άρθρο 18 δέν δύναται νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά υπαχθεί στό πεδίο ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως μία υπόθεση πού ἐξαιρείται ἀπολύτως ἀπό τό πεδίο αυτό 6άσει τοῦ ἄρθρου 1. Ή δεύτερη φράση τοῦ ἄρθρου 18 διευκρινίζει άλλωστε ὅτι «ὁ κανόνας αυτός δέν εφαρμόζεται ... ἄν ὑφίσταται ἀποκλειστική ἁρμοδιότης άλλου δικαστηρίου δυνάμει τοῦ άρθρου 16» ( 5 ). Οἱ ἀποκλειστικές ὅμως ἁρμοδιότητες πού προβλέπει τό άρθρο αὐτό δέν ἀφορούν καί αυτές παρά μόνο τίς διαφορές σέ ἀστικές καί εμπορικές υποθέσεις.

Κατά δεύτερο λόγο, ἡ δεύτερη φράση τοῦ άρθρου 18 ἀποκλείει την παρέκταση της ἁρμοδιότητος τοῦ δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους διαφορετικού ἀπό τό κράτος τῆς κατοικίας τοῦ εναγομένου, ενώπιον τοῦ ὁποίου ὁ εναγόμενος παρίσταται, ἐφ᾽ ὅσον ὁ εναγόμενος ἀμφισβητεί ὄχι μόνο την ἁρμοδιότητα, άλλα καί την οὐσία της ἀγωγής. Πράγματι, έχετε ἀποφανθεί (Elefanten Schuh, 24 'Ιουνίου 1981) ὅτι ὁ κανόνας περί ἁρμοδιότητος τῆς πρώτης φράσεως τοῦ ἄρθρου 18 δέν λαμβάνεται ὑπ᾽ ὄψη, ἀκόμη καί ἄν ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ἁρμοδιότητος δέν ἀντιτάσσεται ως κύριο αίτημα ἡ πρίν ἀπό ὁποιοδήποτε ἰσχυρισμό ἀμύνης ἐπί τῆς οὐσίας: ἀρκεῖ ή ἀμφισβήτηση αυτή νά γίνει πρίν ἀπό τήν κατά τό εθνικό δίκαιο τοῦ επιληφθέντος δικαστηρίου «πρώτη πράξη ἀμύνης πού προβάλλεται ενώπιόν του». Ό Sir Gordon Slynn ήταν ἀκόμη σαφέστερος στίς προτάσεις πού ἀνέπτυξε στην υπόθεση αυτή, στίς όποιες έκρινε ὅτι «ή προβολή ισχυρισμών ἐπί τῆς οὐσίας τῆς διαφορᾶς ἀπό τόν εναγόμενο δέν σημαίνει κατ' ἀνάγκη ὅτι έχει ὑποβληθεῖ στην ἁρμοδιότητα τοῦ δικαστηρίου, ἄν οἱ ισχυρισμοί αυτοί γίνονται επικουρικώς πρός τόν κύριο ισχυρισμό ὅτι τό δικαστήριο εἶναι ἀναρμόδιο».

Στην ἀπόφαση Rohr, τῆς 22ας 'Οκτωβρίου 1981, διευκρινίσατε ὅτι τό άρθρο 18 «επιτρέπει στόν ἐναγόμενο ὄχι μόνο νά ἀμφισβητήσει τήν ἁρμοδιότητα, άλλά καί νά προβάλει ταυτοχρόνως, επικουρικώς, ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας, χωρίς νά χάνει ἕνεκα τούτον τό δικαίωμα προ-6οΑῆς τῆς ἐνστάσεως ἀναρμοδιότητος».

3.

Ἑπομένως, τό πρόβλημα πού τίθεται ενώπιον τοῦ εθνικού δικαστηρίου περιορίζεται στό ἄν ἡ ουσία τῆς διαφοράς πού υφίσταται μεταξύ τῶν συζύγων ἀποτελεί ζήτημα πού υπάγεται στά συστήματα ρυθμίσεως τῶν περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ἡ στό κληρονομικό δίκαιο ἐν εὐρεία έννοια, ἡ ἀντιθέτως «στίς ἀστικές καί εμπορικές υποθέσεις».

Τά δύο πρώτα ερωτήματα έχουν υποβληθεί μέ πολύ εὐθύ τρόπο. Ό χαρακτηρισμός ὅμως τῆς ἀξιώσεως τοῦ συζύγου δέν εἶναι ζήτημα πού άφορᾶ τό Δικαστήριο, τό ὁποῖο κρίνει κατ' εφαρμογή τοῦ πρωτοκόλλου περί τῆς ἐρμηνείας τῆς συμβάσεως τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968.

Θά ήθελα μόνο νά τονίσω, προκειμένου νά βοηθήσω τό αἰτοῦν δικαστήριο, τό ἀκόλουθο σημεῖο, τό όποιο ἀπεσαφηνίσθη μέ τήν προαναφερθείσα ἀπόφαση σας de Cavel.

Λόγω τῆς ἰδιαιτερότητος ὁρισμένων θεμάτων, συγκεκριμένα δέ «τῆς προσωπικής καταστάσεως καί τῆς ικανότητος των φυσικών προσώπων, τῶν συστημάτων ρυθμίσεως τῶν περιουσιακών σχέσεων τῶν συζύγων, τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου» ¹ ή σύμβαση δέν εφαρμόζεται ἐπί τῶν διαφορών πού ἀνάγονται στά θέματα αυτά.

Ή προσωρινή ρύθμιση τῶν «περιουσιακών σχέσεων τῶν συζύγων μεταξύ τῶν ὁποίων ἐκκρεμεί δίκη περί διαζυγίου εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένη μέ ζητήματα τῆς προσωπικής καταστάσεως τῶν προσώπων, τά όποια ἀνακύπτουν λόγω τῆς λύσεως τοῦ συζυγικοῦ δεσμού καί τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος ρυθμίσεως τῶν περιουσιακών σχέσεων τῶν συζύγων».

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι ὁ ὅρός «συστήματα ρυθμίσεως τῶν περιουσιακών σχέσεων τῶν συζύγων» περιλαμβάνει «ὄχι μόνο τά συστήματα ρυθμίσεως τῶν περιουσιῶν τά όποια προβλέπονται ειδικώς καί ἀποκλειστικῶς ἀπό ὁρισμένες ἐθνικές νομοθεσίες ἐν ὅψει τοῦ γάμου, άλλά καί ὅλες τίς περιουσιακές σχέσεις πού ἀπορρέουν ἀπ᾽ εὐθείας ἀπό τόν συζυγικό δεσμό ἤ ἀπό τήν λύση τοῦ δεσμοῦ αὐτοῦ» (σκέψη 7, σ. 1066).

Κατά συνέπεια οἱ διαφορές πού ἀφορούν την περιουσία τῶν συζύγων μεταξύ τῶν ὁποίων εκκρεμεί δίκη περί διαζυγίου δύνανται νά εἶναι, ἀναλόγως τῆς περιπτώ-σεως, συνδεδεμένες στενά:

εἴτε μέ ζητήματα προσωπικής καταστάσεως,

εἴτε μέ περιουσιακές σχέσεις πού ἀπορρέουν ἀπ᾽ ευθείας ἀπό τόν συζυγικό δεσμό ἡ ἀπό τήν λύση του,

εἴτε ἀκόμη καί μέ περιουσιακές σχέσεις μεταξύ τῶν συζύγων οἱ όποιες ὅμως νά μή έχουν καμμία σχέση μέ τόν γάμο.

Ή σύμβαση εφαρμόζεται μόνο στην τελευταία αύτη περίπτωση.

Κατά τήν γνώμη μου ἡ διαχείριση τοῦ συζύγου πρέπει νά θεωρηθεί, σύμφωνα μέ τήν διατύπωση τοῦ δευτέρου ερωτήματος, «ὅτι συνδέεται στενά μέ τίς περιουσιακές σχέσεις πού ἀπορρέουν ἀπ᾽ ευθείας ἀπό τόν δεσμό τοῦ γάμου».

4.

Όσον άφορᾶ τόν χαρακτήρα ἀπό ἀπόψεως κληρονομικοῦ δικαίου τῆς διαφοράς πού εκκρεμεί μεταξύ τῶν διαδίκων, θά παρατηρήσω ἁπλώς ὅτι τά δικαιώματα — πρός υποστήριξη τῶν ὁποίων ἡ σύζυγος σκοπεύει νά χρησιμοποιήσει ὡς ἀποδεικτικό μέσο τόν «κωδίκελλο» πού συνέταξε ὁ σύζυγός τῆς — έχουν ενδεχόμενο μόνο χαρακτήρα, ἀφοῦ βασίζονται σέ μελλοντική κληρονομική διαδοχή. Μοῦ φαίνεται δύσκολο νά επιτρέπεται, ὑπό τίς προϋποθέσεις αυτές, τό δικαστήριο νά διατάξει κατά τήν διαδικασία τῶν ἀσφαλιστικών μέτρων έστω καί προσωρινά ἡ συντηρητικά μέτρα: ὁ ενάγων στην δίκη πού εκκρεμεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου δέν δύναται νά προβάλει κατά τοῦ εναγομένου γεγενη-μένες ἤ μέλλουσες ἀπαιτήσεις παρά μόνο βάσει μιας υφισταμένης ήδη νομικής καταστάσεως. 'Εξ ὁρισμοῦ ὅμως, ἡ κληρονομική διαδοχή τοῦ συζύγου δέν έχει χωρήσει.

Προτείνω νά δώσετε τήν έξης ἀπάντηση στά υποβληθέντα ερωτήματα:

1.

Οἱ δικαστικές ἀποφάσεις πού διατάσσουν προσωρινά ἤ συντηρητικά μέτρα βάσει τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συμβάσεως τῆς 27ης Σεπτεμβρίου 1968 εμπίπτουν στό πεδίο εφαρμογῆς της, τό όποιο ὁρίζεται στό άρθρο 1, ἐφ᾽ ὅσον ἡ διαφορά σέ σχέση μέ τήν ὁποία ζητείται τό μέτρο άφορᾶ περιουσιακές σχέσεις πού δέν εξαρτώνται ἀπό τό σύστημα ρυθμίσεως τῶν περιουσιακῶν σχέσεων τῶν διαδίκων ἤ ἀπό τήν κατάργηση του.

2.

Ὁ κανόνας περί ἁρμοδιότητος τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως δέν εφαρμόζεται, ὅταν ὁ εναγόμενος σέ μία υπόθεση πού εμπίπτει στό πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως παρίσταται γιά νά ἀμφισβητήσει τήν ἁρμοδιότητα καί υποβάλλει συγχρόνως επικουρικῶς Ισχυρισμούς ἀμύνης ἐπί τῆς ουσίας.


( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γαλλικά.

( 2 ) 'Ανεπίσημη μετάφραση.

( 3 ) Ἀνεπίσημη μετάφραση.

( 4 ) Ἀνεπίσημη μετάφραση.

( 5 ) 'Ανεπίσημη μετάφραση.

Top