EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52021PC0346

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

COM/2021/346 final

Βρυξέλλες, 30.6.2021

COM(2021) 346 final

2021/0170(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SEC(2021) 280 final} - {SWD(2021) 168 final} - {SWD(2021) 169 final}


ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ    3

1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ3

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης3

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της ΕΕ5

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ6

Νομική βάση6

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)7

Αναλογικότητα8

Επιλογή της νομικής πράξης8

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ8

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας8

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη9

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας11

Εκτίμηση επιπτώσεων11

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου13

Θεμελιώδη δικαιώματα14

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ15

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ15

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων15

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης15

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ    για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου    

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I    32

Γενικές διατάξεις    32

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II    35

Απαιτήσεις ασφάλειας    35

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III    37

Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων    37

Τμήμα 1    37

Τμήμα 2    43

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV    44

Διαδικτυακές αγορές    44

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V    46

Εποπτεία της αγοράς και εφαρμογή    46

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI    47

Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης Safety Gate    47

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII    48

Ρόλος της Επιτροπής και συντονισμός της επιβολής της νομοθεσίας    48

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII    51

Δικαίωμα ενημέρωσης και επανόρθωσης    51

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX    53

Διεθνής συνεργασία    53

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X    54

Δημοσιονομικές διατάξεις    54

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI    57

Τελικές διατάξεις    57

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ    62

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η παρούσα πρόταση κανονισμού για την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων συνάδει με το Νέο Θεματολόγιο για τους Καταναλωτές του 2020 1 που αποσκοπεί: i) στην επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό του γενικού πλαισίου για την ασφάλεια των μη εδώδιμων καταναλωτικών προϊόντων, ii) στη διατήρηση του ρόλου του ως διχτυού ασφαλείας για τους καταναλωτές, iii) στην προσαρμογή των διατάξεων στις προκλήσεις που θέτουν οι νέες τεχνολογίες και οι διαδικτυακές πωλήσεις και iv) στη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις. Παρότι η πρόταση θα αντικαταστήσει την οδηγία 2001/95/ΕΚ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων 2 (στο εξής: ΟΓΑΠ), θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται για τα κατασκευασμένα μη εδώδιμα καταναλωτικά προϊόντα. Ο προτεινόμενος κανονισμός θα εξασφαλίζει επίσης τη συνέχεια με την ΟΓΑΠ ως εξής: i) με την απαίτηση τα καταναλωτικά προϊόντα να είναι «ασφαλή», ii) με τον καθορισμό ορισμένων υποχρεώσεων για τους οικονομικούς φορείς και iii) με τη συμπερίληψη διατάξεων για την ανάπτυξη προτύπων προς υποστήριξη της γενικής απαίτησης για ασφάλεια. Επίσης, εναρμονίζει τους κανόνες εποπτείας της αγοράς για τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης (στο εξής: μη εναρμονισμένα προϊόντα) με τους κανόνες που ισχύουν για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης (στο εξής: εναρμονισμένα προϊόντα), όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020. Ως εκ τούτου, ο προτεινόμενος κανονισμός έχει ως στόχο τόσο να επικαιροποιήσει τους κανόνες που προβλέπονται επί του παρόντος στην οδηγία 2001/95/ΕΚ ώστε να εξασφαλιστεί ένα δίχτυ ασφάλειας για όλα τα προϊόντα, όσο και, ταυτόχρονα, να διασφαλίσει ότι το καθεστώς παρέχει μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των εναρμονισμένων και των μη εναρμονισμένων προϊόντων.

Ήδη το 2011, στην Πράξη για την Ενιαία αγορά 3 προβλεπόταν η αναθεώρηση της ΟΓΑΠ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 4 ως βασική δράση «για τη βελτίωση της ασφάλειας των προϊόντων που κυκλοφορούν στην ΕΕ μέσω της καλύτερης συνοχής και επιβολής των κανόνων για την ασφάλεια των προϊόντων και την εποπτεία της αγοράς». Η αναθεώρηση αυτή προτάθηκε το 2013 στο πλαίσιο δέσμης μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης αμφότερων των νομικών πράξεων, σκοπός της οποίας ήταν η θέσπιση ενός ενιαίου νομοθετικού πλαισίου για τα εναρμονισμένα και τα μη εναρμονισμένα προϊόντα. Θεωρήθηκε ότι οι επικαλύψεις των κανόνων εποπτείας της αγοράς και των υποχρεώσεων των οικονομικών φορέων, όπως προβλέπονται σε διάφορες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης [ΟΓΑΠ, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και τομεακή νομοθεσία εναρμόνισης της Ένωσης] έχουν αφενός οδηγήσει σε σύγχυση τους οικονομικούς φορείς και τις εθνικές αρχές και, αφετέρου, έχουν δυσχεράνει την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς στην Ένωση. Η προταθείσα δέσμη μέτρων δεν ευοδώθηκε στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την έγκρισή της και αποσύρθηκε. Στο μεταξύ, το 2017, σε συνέχεια της ανακοίνωσης του 2015 Αναβάθμιση της ενιαίας αγοράς: περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις 5 , η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση για την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 με σκοπό την ενίσχυση της συμμόρφωσης των προϊόντων και της επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης για τα προϊόντα, στο πλαίσιο της «δέσμης μέτρων για τα προϊόντα», π.χ. μιας δέσμης πρωτοβουλιών με σκοπό να διασφαλιστεί η καλύτερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς αγαθών. Αυτό οδήγησε στην έκδοση, το 2019, του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 6 .

     Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 7

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 θεσπίζει τους κανόνες και τις διαδικασίες για τη συμμόρφωση με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης για τα προϊόντα, καθώς και την επιβολή αυτής. Η πρόταση αποβλέπει στη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς. Προς τούτο, αποσκοπεί να αποσαφηνίσει τις διαδικασίες για τον μεταξύ τους μηχανισμό αμοιβαίας συνδρομής και, όσον αφορά ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, θα απαιτεί από τους κατασκευαστές εκτός ΕΕ να ορίζουν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ως υπεύθυνο για πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση. Η πρόταση καλύπτει την εποπτεία της αγοράς των μη εδώδιμων προϊόντων (στο εξής: βιομηχανικά προϊόντα), των οποίων η διάθεση στην ενιαία αγορά υπόκειται στις ενωσιακές νομικές πράξεις εναρμόνισης. Εφαρμόζεται, με εξαίρεση το κεφάλαιο VII, μόνο στα εναρμονισμένα προϊόντα.

Για να διασφαλίσει τη συνοχή και τη συνέπεια μεταξύ των καθεστώτων για τα εναρμονισμένα και τα μη εναρμονισμένα προϊόντα, η παρούσα πρόταση αξιοποιεί και προσαρμόζει σειρά διατάξεων του κανονισμού 2019/1020, όπως τα κεφάλαια IV, V και VI σχετικά με την εποπτεία της αγοράς καθώς και το άρθρο 4.

Απόφαση αριθ. 768/2008/EΚ 8

Η απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ θεσπίζει κοινές αρχές και διαδικασίες τις οποίες πρέπει να τηρεί η ενωσιακή νομοθεσία κατά την εναρμόνιση των όρων εμπορίας των προϊόντων στην ΕΕ και τον ΕΟΧ. Περιλαμβάνει απαιτήσεις αναφοράς οι οποίες πρέπει να ενσωματώνονται όποτε αναθεωρείται η νομοθεσία για τα προϊόντα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η απόφαση αποτελεί υπόδειγμα για μελλοντικές νομοθετικές πράξεις εναρμόνισης των προϊόντων.

Για να διασφαλίσει τη συνέπεια μεταξύ της νομοθεσίας για τα εναρμονισμένα και τα μη εναρμονισμένα προϊόντα, η παρούσα πρόταση βασίζεται σε ορισμένες από τις διατάξεις της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ, όπως οι διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας και τις υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων.

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 9

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 παρέχει τη νομική βάση για τη χρήση ευρωπαϊκών προτύπων για προϊόντα και υπηρεσίες, τον προσδιορισμό των τεχνικών προδιαγραφών των ΤΠΕ και τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής διαδικασίας τυποποίησης. Επίσης, ορίζει την υποχρέωση των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης (CEN, CENELEC, ETSI) και των εθνικών φορέων τυποποίησης ως προς τη διαφάνεια και τη συμμετοχή.

Για να διασφαλίσει τη συνέπεια με το γενικό καθεστώς τυποποίησης, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, η παρούσα πρόταση προβλέπει σειρά τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 με σκοπό την προσαρμογή του στα ειδικά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου κανονισμού, πιο συγκεκριμένα, στο γεγονός ότι ο παρών κανονισμός απαιτεί τη θέσπιση ειδικών απαιτήσεων ασφάλειας και στο γεγονός ότι τα πρότυπα που θεσπίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού δεν μπορούν να εξομοιωθούν με εναρμονισμένα πρότυπα και, ως εκ τούτου, αναφέρονται ως «ευρωπαϊκά πρότυπα».

Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 10

Η οδηγία (ΕΕ) 2019/771 θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη συμμόρφωση των αγαθών, τους τρόπους επανόρθωσης σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης και τις διαδικασίες άσκησης αυτών.

Η πρόταση προβλέπει τρόπους επανόρθωσης ειδικά για τα επικίνδυνα προϊόντα που έχουν ανακληθεί από την αγορά. Η συγκεκριμένη κατάσταση αιτιολογεί την ύπαρξη ενός συνόλου κανόνων οι οποίοι είναι εν μέρει διαφορετικοί και ενεργοποιούνται ευκολότερα, ιδίως λόγω του ότι ο καταναλωτής δεν υποχρεούται να αποδείξει τη μη συμμόρφωση του προϊόντος. Οι εν λόγω κανόνες ισχύουν μόνο σε περίπτωση που τα προϊόντα ανακληθούν. Ως εκ τούτου, δεν τροποποιούν την οδηγία (ΕΕ) 2019/771 αλλά απλώς παρέχουν επιπρόσθετη προστασία σε περίπτωση ανάκλησης.

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/881 11

Η πράξη για την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο θεσπίζει ένα πανενωσιακό πλαίσιο πιστοποίησης της κυβερνοασφάλειας για τα προϊόντα, τις υπηρεσίες και τις διαδικασίες των ΤΠΕ. Ωστόσο, δεν περιλαμβάνει ελάχιστες νομικές απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για προϊόντα ΤΠΕ. Η παρούσα πρόταση διευκρινίζει ότι οι κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας που έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια των καταναλωτών καλύπτονται από την έννοια της ασφάλειας στο πλαίσιο του προτεινόμενου κανονισμού.

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Οι ακόλουθες εν εξελίξει ή σχεδιαζόμενες πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων:

Η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες, που εξέδωσε η Επιτροπή στις 15 Δεκεμβρίου 2020 12 , αποσκοπεί να ρυθμίσει τις ευθύνες των παρόχων διαδικτυακών ενδιάμεσων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών πλατφορμών όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι διαδικτυακές αγορές, όσον αφορά το παράνομο περιεχόμενο, τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους χρήστες τους. Στην εν λόγω πρόταση καθορίζεται σειρά υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας για τις διαδικτυακές πλατφόρμες, οι οποίες σχετίζονται με τον προτεινόμενο κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της θέσπισης της αρχής της «ιχνηλασιμότητας των εμπόρων» και της υποχρέωσης να λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο για την ασφάλεια των προϊόντων κατά τη διαμόρφωση της δομής της διεπαφής (άρθρο 22). Η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες καλύπτει όλα τα είδη παράνομου περιεχομένου, όπως ορίζονται από το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της διαδικτυακής πώλησης επικίνδυνων προϊόντων. Δεδομένου ότι η εν λόγω πράξη αποτελεί νομοθετική πράξη γενικής εφαρμογής, δεν περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις αναφορικά με το εν λόγω είδος περιεχομένου. Η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες καθορίζει επίσης το πλαίσιο για τη διαδικασία ειδοποίησης και δράσης (άρθρο 14). Ο προτεινόμενος κανονισμός προσδιορίζει ορισμένες υποχρεώσεις για τις διαδικτυακές αγορές στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων.

Η νομοθετική πρόταση για την τεχνητή νοημοσύνη (στο εξής: ΤΝ) θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες για τη διάθεση στην αγορά, τη θέση σε λειτουργία και τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στην ΕΕ. Οι κανόνες πρέπει να διασφαλίζουν υψηλό βαθμό προστασίας των δημόσιων συμφερόντων, ιδίως σε ό,τι αφορά την υγεία και ασφάλεια, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των ατόμων. Στη νομοθετική πρόταση θεσπίζονται ειδικές απαιτήσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τα συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου και επιβάλλονται υποχρεώσεις στους παρόχους και στους χρήστες των εν λόγω συστημάτων.

Η παρούσα πρόταση λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις αυτές και παρέχει ένα δίχτυ ασφαλείας για τα προϊόντα και τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της πρότασης για την ΤΝ.

Η στρατηγική για τα χημικά προϊόντα που εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2020 13 επισημαίνει το γεγονός ότι η ήδη διαδεδομένη χρήση των χημικών προϊόντων θα αυξηθεί περαιτέρω, μεταξύ άλλων σε καταναλωτικά προϊόντα, και ότι είναι αναγκαίο να απαγορευτούν οι πιο επιβλαβείς χημικές ουσίες στα καταναλωτικά προϊόντα ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλειά τους. Ο κανονισμός REACH 14 θέσπισε υποχρεώσεις βάσει των οποίων ο κλάδος πρέπει να αξιολογεί και να διαχειρίζεται τους κινδύνους που ενέχουν τα χημικά προϊόντα,καθώς και να παρέχει στους χρήστες τους τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια. Επίσης, προβλέπει περιορισμούς για την προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος έναντι απαράδεκτων κινδύνων που ενέχουν τα χημικά προϊόντα. Η παρούσα πρόταση διατηρεί ένα δίχτυ ασφαλείας για τους χημικούς κινδύνους που ενέχουν τα προϊόντα που δεν καλύπτονται από ειδική νομοθεσία.

Το σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία που εγκρίθηκε τον Μάρτιο του 2020 15 αποσκοπεί στη μείωση των αποβλήτων μέσω της επαναχρησιμοποίησης, της επισκευής, της ανακατασκευής και της υψηλής ποιότητας ανακύκλωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά τις δευτερογενείς πρώτες ύλες στις οποίες μπορούν να εξακολουθούν να διατηρούνται επικίνδυνες ουσίες, και αναφέρει ότι η ασφάλεια των προϊόντων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως πρωταρχικός στόχος. Η παρούσα πρόταση αναγνωρίζει ότι, όταν οι οικονομικοί φορείς ή οι αρχές πρέπει να επιλέξουν διορθωτικές ενέργειες, θα πρέπει να προτιμάται η πιο βιώσιμη ενέργεια (δηλ. η ενέργεια με τον μικρότερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο), υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνεπάγεται χαμηλότερο επίπεδο ασφάλειας.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Η νομική βάση για τον προτεινόμενο κανονισμό είναι το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου 169 16 . Στόχος του είναι να διασφαλιστεί η ασφάλεια των προϊόντων και να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ταυτόχρονα, αποσκοπεί να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, συμβάλλοντας στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας των Ευρωπαίων καταναλωτών και προάγοντας το δικαίωμα ενημέρωσής τους 17 .

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας) 

Η πρόταση εναρμονίζει την απαίτηση για γενική ασφάλεια των προϊόντων στην ΕΕ. Η διασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων στην ενιαία αγορά δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς μόνο με τη μεμονωμένη δράση των κρατών μελών, για τους ακόλουθους λόγους:

Τα προϊόντα κυκλοφορούν ελεύθερα στην ενιαία αγορά. Όταν εντοπίζεται ένα επικίνδυνο προϊόν σε μια συγκεκριμένη χώρα, είναι πολύ πιθανό το ίδιο προϊόν να εντοπιστεί και σε άλλα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων λόγω κυρίως της εκθετικής αύξησης των διαδικτυακών πωλήσεων.

Η ύπαρξη διαφορετικών κανόνων για την ασφάλεια των προϊόντων σε εθνικό επίπεδο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να επιβαρύνονται με διαφορετικό κόστος προκειμένου να συμμορφώνονται με τη νομοθεσία για την ασφάλεια των προϊόντων και, ως εκ τούτου, μπορεί προκαλέσει στρεβλώσεις όσον αφορά τους ίσους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.

Για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, η ΕΕ πρέπει να συμβάλει στην προστασία της υγείας και της ασφάλειάς τους. Εάν διαφορετικές χώρες έχουν διαφορετικούς κανόνες, οι καταναλωτές δεν θα προστατεύονται από τα επικίνδυνα προϊόντα με τον ίδιο τρόπο σε όλη την ΕΕ.

Για να είναι αποτελεσματική, η εποπτεία της αγοράς πρέπει να είναι ομοιόμορφη σε όλη την ΕΕ. Εάν η εποπτεία της αγοράς είναι «ηπιότερη» σε ορισμένα μέρη της ΕΕ, δημιουργούνται αδύναμα σημεία. Τα σημεία αυτά ενέχουν κινδύνους για το δημόσιο συμφέρον, δημιουργούν αθέμιτους όρους συναλλαγής και ενθαρρύνουν το «forum shopping» 18 .

Η δράση για την ασφάλεια των μη εναρμονισμένων προϊόντων σε επίπεδο ΕΕ παρέχει την ακόλουθη προστιθέμενη αξία:

Η ύπαρξη κοινών κανόνων και προτύπων για την ασφάλεια των προϊόντων σε επίπεδο ΕΕ απαλλάσσει πλέον τις επιχειρήσεις από την υποχρέωση να συμμορφώνονται με ετερογενή σύνολα εθνικών κανόνων. Το γεγονός αυτό αποφέρει οφέλη από την άποψη της εξοικονόμησης κόστους, της μείωσης του διοικητικού φόρτου και της απλούστευσης του νομικού καθεστώτος για τις επιχειρήσεις. Επίσης, επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στην ΕΕ και τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών.

Οι κοινοί ενωσιακοί κανόνες παρέχουν τη δυνατότητα ανάπτυξης οικονομιών κλίμακας στον τομέα της εποπτείας της αγοράς, οι οποίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές δεδομένης της εκθετικής ανάπτυξης των διαδικτυακών πωλήσεων, γεγονός που ενισχύει τις διασυνοριακές πωλήσεις και τις άμεσες εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ. Επίσης, το κόστος εποπτείας της αγοράς επιμερίζεται μέσω των κοινών δράσεων εποπτείας της αγοράς και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των χωρών της ΕΕ.

Η δράση σε επίπεδο ΕΕ θα βελτιώσει τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Οι κοινοί κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων και την εποπτεία της αγοράς σε όλη την ΕΕ θα εξασφαλίσουν την πιο ενιαία μεταχείριση των επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, θα μειωθούν οι πιθανότητες στρέβλωσης των ίσων όρων ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά της ΕΕ.

Η δράση σε επίπεδο ΕΕ παρέχει τη δυνατότητα ταχύτερης και αποτελεσματικότερης κυκλοφορίας των πληροφοριών, ιδίως μέσω του συστήματος Safety Gate / RAPEX, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την ταχεία δράση κατά των επικίνδυνων προϊόντων σε ολόκληρη την ΕΕ και ίσους όρους ανταγωνισμού.

Σε διεθνές επίπεδο, το κοινό σύνολο διατάξεων βάσει της ΟΓΑΠ παρείχε επίσης στην ΕΕ περισσότερες δυνατότητες προκειμένου να προωθήσει υψηλό επίπεδο ασφάλειας τόσο διμερώς όσο και πολυμερώς, αντιμετωπίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την αυξανόμενη κυκλοφορία των αγαθών από τρίτες χώρες μέσω των διαδικτυακών πωλήσεων.

Αναλογικότητα

Η παρούσα πρόταση επιτυγχάνει μια προσεκτική ισορροπία μεταξύ, αφενός, της κανονιστικής αυτονομίας των χωρών της ΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και εποπτείας της αγοράς που θεωρούν απαραίτητο, και, αφετέρου, της ανάγκης αντιμετώπισης των ζητημάτων ασφάλειας των προϊόντων που πρέπει να αντιμετωπιστούν σε κεντρικό επίπεδο. Όπως υπογραμμίζεται στο κεφάλαιο 7 της εκτίμησης των επιπτώσεων, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις, δεδομένης της σημαντικής παρουσίας μη ασφαλών καταναλωτικών προϊόντων στην αγορά της ΕΕ. Το κόστος και ο κανονιστικός φόρτος που σχετίζονται με την παρούσα πρόταση περιορίστηκαν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Το συνολικό κόστος για τις επιχειρήσεις στην ΕΕ-27 κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του παρόντος κανονισμού εκτιμάται στο 0,02 % του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων της ΕΕ για την κατασκευή, τη χονδρική πώληση και τη λιανική πώληση μη εναρμονισμένων προϊόντων. Τα μέτρα που περιλαμβάνονται στην παρούσα πρόταση δεν υπερβαίνουν τα όρια που είναι αναγκαία για την επίλυση των προβλημάτων που έχουν εντοπιστεί και την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί. Το προβλεπόμενο κόστος για την Επιτροπή και τα κράτη μέλη θεωρείται αποδεκτό και θα αντισταθμιστεί από τις εξοικονομήσεις που συνεπάγεται η πρόταση για τις επιχειρήσεις, καθώς επίσης και από τα οφέλη που θα αποφέρει για τις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και τα κράτη μέλη.

Επιλογή της νομικής πράξης

Ο κανονισμός είναι η μόνη κατάλληλη πράξη για να επιτευχθεί ο στόχος της ενίσχυσης της επιβολής της ενωσιακής νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων και της βελτίωσης της συμμόρφωσης με αυτήν, καθώς εξασφαλίζει τη συνοχή κατά την εφαρμογή του νομικού του πλαισίου. Οι εν λόγω στόχοι δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν επαρκώς με μια οδηγία, καθώς, μετά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, θα εξακολουθούσαν να υφίστανται όρια δικαιοδοσίας και πιθανές συγκρούσεις αρμοδιοτήτων. Η επιλογή του κανονισμού αντί της οδηγίας επιτρέπει, επίσης, την καλύτερη επίτευξη του στόχου εξασφάλισης συνοχής με το νομοθετικό πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς των εναρμονισμένων προϊόντων, στο οποίο η εφαρμοστέα νομική πράξη είναι επίσης κανονισμός [κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020]. Τέλος, η συγκεκριμένη επιλογή θα μειώσει περαιτέρω τον κανονιστικό φόρτο μέσω της συνεκτικής εφαρμογής των κανόνων για την ασφάλεια των προϊόντων σε όλη την ΕΕ.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ 

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας 

Η παρούσα πρόταση κανονισμού βασίζεται στην αξιολόγηση της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, η οποία διενεργήθηκε παράλληλα με την εκτίμηση των επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση. Ο στόχος της ΟΓΑΠ είναι διττός. Αποσκοπεί στη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, μέσω της θέσπισης κοινού νομοθετικού πλαισίου για την αποφυγή των αποκλίσεων μεταξύ των κρατών μελών που θα μπορούσαν να προκύψουν ελλείψει ενωσιακής νομοθεσίας. Ταυτόχρονα, η ΟΓΑΠ αποσκοπεί στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών μέσω της θέσπισης απαίτησης για γενική ασφάλεια των προϊόντων και άλλων μέτρων. Οι δύο στόχοι είναι αλληλένδετοι: η απαίτηση εναρμονισμένης ασφάλειας για τα καταναλωτικά προϊόντα που προβλέπεται στην ΟΓΑΠ αποτρέπει τις αποκλίσεις που θα οδηγούσαν στη δημιουργία φραγμών για το εμπόριο και στη στρέβλωση των ίσων όρων ανταγωνισμού στο εσωτερικό της ενιαίας αγοράς.

Η αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ρόλος της ΟΓΑΠ ως ακρογωνιαίου λίθου της ασφάλειας των καταναλωτών και της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς είναι αδιαμφισβήτητος. Οι στόχοι της εν λόγω οδηγίας παραμένουν απολύτως συναφείς, ενώ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η προστιθέμενη αξία της για την ΕΕ. Ο ρόλος της ΟΓΑΠ ως «διχτυού ασφαλείας» εξακολουθεί να είναι σημαντικός για την προστασία των καταναλωτών, καθώς παρέχει μια νομική βάση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση ότι κανένα επικίνδυνο προϊόν δεν καταλήγει στους καταναλωτές. Η θέσπιση του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για τα επικίνδυνα μη εδώδιμα προϊόντα στο πλαίσιο της ΟΓΑΠ αποδείχθηκε επιτυχής. Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση εντοπίστηκε σειρά παραγόντων που θέτουν υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο ορισμένες διατάξεις της ΟΓΑΠ εξακολουθούν να συμβάλλουν στη δέουσα επίτευξη των στόχων της.

Κατ’ αρχάς, η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου μείωσε την αποτελεσματικότητα της ΟΓΑΠ. Η ΟΓΑΠ εφαρμόζεται σε όλα τα καταναλωτικά προϊόντα, ανεξάρτητα από το εάν αυτά πωλούνται σε πραγματικά καταστήματα ή διαδικτυακά. Ωστόσο, η έλλειψη ρητών διατάξεων στην ΟΓΑΠ για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των διαδικτυακών πωλήσεων, ιδίως δε η εμφάνιση νέων φορέων στην διαδικτυακή αλυσίδα εφοδιασμού, έχει επηρεάσει αρνητικά την ασφάλεια των καταναλωτών της ΕΕ και τους ίσους όρους ανταγωνισμού για τις συμμορφούμενες επιχειρήσεις της ΕΕ.

Η ταχεία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών εγείρει επίσης ερωτήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των βασικών εννοιών της ΟΓΑΠ. Η εμφάνιση ορισμένων νέων κινδύνων που σχετίζονται με τη συνδεσιμότητα, την εφαρμοσιμότητα της οδηγίας στις ενημερώσεις και στις καταφορτώσεις λογισμικού, καθώς και με τις εξελισσόμενες λειτουργικές ικανότητες των προϊόντων που λειτουργούν με ΤΝ θέτουν το ερώτημα του κατά πόσον η ΟΓΑΠ είναι επαρκώς σαφής ώστε να παρέχει ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις και προστασία των καταναλωτών.

Κατά την αξιολόγηση διαπιστώθηκε, επίσης, έλλειψη εσωτερικής συνοχής του νομικού πλαισίου της ΕΕ, καθώς υπάρχουν δύο διαφορετικά σύνολα κανόνων για την εποπτεία της αγοράς όσον αφορά τα εναρμονισμένα και τα μη εναρμονισμένα προϊόντα.

Τέλος, με βάση την αξιολόγηση είναι εμφανές ότι θα χρειαστεί η λεπτομερής προσαρμογή ορισμένων από τις διατάξεις προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της ΟΓΑΠ. Πιο συγκεκριμένα, απαιτούνται νομοθετικές αλλαγές ή περαιτέρω δράσεις για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ανακλήσεων προϊόντων. Επίσης, είναι αναγκαίος ένας μηχανισμός για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις εκτιμήσεις κινδύνου. Το σύστημα ιχνηλασιμότητας στο πλαίσιο της οδηγίας και οι περιορισμένοι πόροι των αρχών εποπτείας της αγοράς δυσχεραίνουν τον αποτελεσματικό έλεγχο της ασφάλειας των προϊόντων και, κατά συνέπεια, πρέπει να αντιμετωπιστούν ώστε να εξασφαλιστεί η δέουσα προστασία των καταναλωτών και η λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Επίσης, η οδηγία για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων δεν εφαρμόζεται επί του παρόντος με εναρμονισμένο τρόπο μεταξύ των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η εξεύρεση λύσης για την αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος.

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Κατά την εκπόνηση της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των ενδιαφερομένων μερών μέσω δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με την αρχική εκτίμηση των επιπτώσεων και τον χάρτη πορείας, ανοικτής δημόσιας διαβούλευσης, εργαστηρίων με τη συμμετοχή ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και ad hoc συνεισφορών και στοχευμένων διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων διαβούλευσης ενσωματώθηκαν σε ολόκληρη την εκτίμηση των επιπτώσεων και αποτυπώνονται στην παρούσα πρόταση. Τα κύρια ζητήματα που τέθηκαν στη διάρκεια των διαβουλεύσεων είναι τα ακόλουθα:

Διατήρηση του διχτυού ασφαλείας: Η γενική ανατροφοδότηση από όλες τις ομάδες ενδιαφερόμενων μερών ήταν ότι η ΟΓΑΠ αποτελεί χρήσιμη νομοθετική πράξη και ότι η αρχή του «διχτυού ασφαλείας» που τη διέπει θα πρέπει να διατηρηθεί. Ωστόσο, μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι οι ισχύοντες κανόνες ασφάλειας της ΕΕ για τα μη εδώδιμα καταναλωτικά προϊόντα που καλύπτονται από την ΟΓΑΠ θα μπορούσαν να βελτιωθούν σε συγκεκριμένους τομείς ώστε να βελτιωθεί η προστασία των καταναλωτών (71 % των απαντήσεων στο πλαίσιο της ανοικτής δημόσιας διαβούλευσης).

Αντιμετώπιση των προκλήσεων που προκύπτουν από τις νέες τεχνολογίες: Παρότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη αναγνώρισαν ότι οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν πολλές προκλήσεις, οι προσεγγίσεις που προτείνουν για την αντιμετώπισή τους είναι αποκλίνουσες. Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, οι εκπρόσωποι των καταναλωτών και διάφορες αρχές των κρατών μελών τάχθηκαν υπέρ της διεύρυνσης του ορισμού της «ασφάλειας» ώστε να συμπεριλάβει πτυχές της (κυβερνο)ασφάλειας που επηρεάζουν την ασφάλεια. Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαβούλευσης σχετικά με τον χάρτη πορείας / την αρχική εκτίμηση των επιπτώσεων, οι επιχειρήσεις με τεχνολογικό προσανατολισμό δεν ήταν τόσο πρόθυμες όσον αφορά τη συμπερίληψη στην ΟΓΑΠ των νέων τεχνολογιών και των νέων κινδύνων που σχετίζονται με αυτές. Θα προτιμούσαν η ΟΓΑΠ να παραμείνει ουδέτερη ως προς την τεχνολογία και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες να καλυφθούν από άλλες, πιο εξειδικευμένες νομοθετικές πράξεις. Ωστόσο, η πρόταση κανονισμού περιλαμβάνει τις εν λόγω πτυχές προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κίνδυνοι που ενέχουν οι νέες τεχνολογίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του διχτυού ασφαλείας, σε περίπτωση που δεν καλύπτονται από πιο εξειδικευμένες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ 19 .

Αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας που συνδέονται με τα προϊόντα που πωλούνται διαδικτυακά: Το ζήτημα των προϊόντων που προέρχονται απευθείας ή μέσω διαδικτυακών πλατφορμών από χώρες εκτός της ΕΕ ήταν ένα ζήτημα που τέθηκε επανειλημμένα στις διαβουλεύσεις. Οι επιχειρήσεις και οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων τόνισαν τη σημασία της εξασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού και επισήμαναν ότι, επί του παρόντος, πολλοί έμποροι λιανικής στην ΕΕ υφίστανται τις συνέπειες του αθέμιτου ανταγωνισμού από φορείς που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτες χώρες. Οι αρχές των κρατών μελών τόνισαν τη δυσκολία ελέγχου των προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες και της λήψης μέτρων επιβολής της νομοθεσίας κατά οικονομικών φορέων που είναι εγκατεστημένοι εκτός της ΕΕ. Τα ενδιαφερόμενα μέρη διατύπωσαν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά τις υποχρεώσεις των διαδικτυακών αγορών:

Οι διαδικτυακές αγορές που υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με τον χάρτη πορείας ανέφεραν ότι θα δέχονταν τη δεσμευτικότητα ορισμένων από τις υποχρεώσεις βάσει της ισχύουσας δέσμευσης για την ασφάλεια των προϊόντων, αλλά δεν θα τάσσονταν υπέρ περαιτέρω υποχρεώσεων. 20 Οι έμποροι λιανικής υποστήριξαν ότι οι διαδικτυακές αγορές διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην αλυσίδα εφοδιασμού και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν.

Οι εκπρόσωποι των καταναλωτών και οι αρχές των κρατών μελών τάχθηκαν υπέρ της διεύρυνσης των ευθυνών σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού.

Βελτίωση των κανόνων εποπτείας της αγοράς και επιβολή: Όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς και την επιβολή της νομοθεσίας, τα ενδιαφερόμενα μέρη όλων των κατηγοριών τάχθηκαν υπέρ της εναρμόνισης των κανόνων εποπτείας της αγοράς μεταξύ των εναρμονισμένων και των μη εναρμονισμένων προϊόντων. Η πρόταση περιλαμβάνει σχετική πρόβλεψη. Όσον αφορά την εισαγωγή «υπεύθυνου προσώπου» στην αναθεωρημένη ΟΓΑΠ, η μεγάλη πλειονότητα των συμμετεχόντων στο πλαίσιο της ανοικτής δημόσιας διαβούλευσης θεώρησαν ότι τα προϊόντα που καλύπτονται από την ΟΓΑΠ θα πρέπει να διατίθενται στην αγορά της ΕΕ μόνον εφόσον υπάρχει οικονομικός φορέας εγκατεστημένος στην ΕΕ ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια των προϊόντων (το 70 % των συμμετεχόντων τάχθηκε υπέρ).

Αναθεώρηση της διαδικασίας τυποποίησης: Η πλειονότητα των ενδιαφερόμενων μερών τάχθηκαν υπέρ της απλούστευσης της διαδικασίας τυποποίησης για την ανάπτυξη νέων προτύπων βάσει της ΟΓΑΠ και, πλέον, βάσει του παρόντος κανονισμού. Η παρούσα πρόταση ανταποκρίνεται σ’ αυτό το αίτημα.

Συμπερίληψη των προϊόντων απομίμησης τροφίμων στο πεδίο εφαρμογής της αναθεωρημένης ΟΓΑΠ: Τα περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη τάχθηκαν υπέρ της ενσωμάτωσης της νομοθεσίας για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων στην αναθεωρημένη ΟΓΑΠ. Οι συμμετέχοντες στο πλαίσιο της ανοικτής δημόσιας διαβούλευσης ανέφεραν, στη μεγάλη πλειονότητά τους, ότι τα προϊόντα που έχουν όψη τροφίμων θα πρέπει να ενσωματωθούν στη νομική πράξη για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (το 69 % των συμμετεχόντων τάχθηκε υπέρ). Στο πλαίσιο της διαβούλευσης για την αρχική εκτίμηση επιπτώσεων, οι συμμετέχοντες τάχθηκαν υπέρ του να συμπεριληφθεί το εν λόγω στοιχείο στην εκτίμηση του κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων. Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται στην πρόταση. Η πλήρης απαγόρευση των προϊόντων απομίμησης τροφίμων δεν έλαβε καμία υποστήριξη.

Βελτίωση του πλαισίου για τις ανακλήσεις προϊόντων: Τα ενδιαφερόμενα μέρη τόνισαν επανειλημμένα ότι είναι καίριας σημασίας να υπάρχει, όποτε είναι δυνατό, απευθείας επικοινωνία με τους θιγόμενους καταναλωτές σε περίπτωση ανακλήσεων, για παράδειγμα, λόγω του ότι το προϊόν ήταν καταχωρισμένο, αγοράστηκε διαδικτυακά ή αγοράστηκε με χρήση κάρτας ανταμοιβής τακτικού πελάτη. Αρκετά ενδιαφερόμενα μέρη ανέφεραν ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν να λαμβάνουν μόνο ανακοινώσεις σχετικά με την ασφάλεια (όταν καταχωρίζουν ένα προϊόν ή εγγράφονται σε πρόγραμμα ανταμοιβής τακτικών πελατών). Υπήρξε ευρεία συμφωνία σχετικά με το ότι ορισμένα βασικά στοιχεία και γενικοί κανόνες, που ισχύουν για όλες τις ανακοινώσεις ανάκλησης, θα πρέπει να είναι τυποποιημένα και υποχρεωτικά, αίτημα το οποίο ικανοποιείται στον προτεινόμενο κανονισμό. Αρκετά ενδιαφερόμενα μέρη ανέφεραν την ανάγκη να καταστεί η συμμετοχή στην ανάκληση λιγότερο επαχθής και πιο ελκυστική για τους καταναλωτές.

Βελτίωση της ιχνηλασιμότητας σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού: Τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφώνησαν, στη μεγάλη πλειονότητά τους, ότι το σύστημα ιχνηλασιμότητας των προϊόντων θα πρέπει να ενισχυθεί στο πλαίσιο της ΟΓΑΠ (το 82 % τάχθηκε υπέρ στο πλαίσιο της δημόσιας ανοικτής διαβούλευσης). Επιπλέον, τονίστηκε επίσης ο ρόλος των διαδικτυακών αγορών στη βελτίωση της ιχνηλασιμότητας των προϊόντων, καθώς οι συμμετέχοντες υποστήριξαν κυρίως ότι οι αγορές θα πρέπει να ελέγχουν ότι υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες ιχνηλασιμότητας, προτού εντάξουν ένα προϊόν στους καταλόγους τους.

Αντιμετώπιση των προϊόντων παραποίησης/απομίμησης: Οι οργανισμοί ιδιοκτητών εμπορικών σημάτων τόνισαν ότι η ΟΓΑΠ θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αντιμετωπίζονται τα μη ασφαλή προϊόντα παραποίησης/απομίμησης. Το ζήτημα ελήφθη δεόντως υπόψη αλλά δεν συμπεριλήφθηκε στην παρούσα πρόταση, καθώς τα προϊόντα παραποίησης/απομίμησης αντιμετωπίζονται ήδη στην ενωσιακή νομοθεσία, ενώ τα μη ασφαλή προϊόντα καλύπτονται στην ΟΓΑΠ και στην παρούσα πρόταση, ανεξαρτήτως της γνησιότητάς τους. Παρότι τα προϊόντα παραποίησης/απομίμησης μπορεί να ενέχουν κινδύνους για την ασφάλεια, η ασφάλεια ενός συγκεκριμένου προϊόντος πρέπει να αναλύεται βάσει εκτίμησης κινδύνου.

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας 

Τα προπαρασκευαστικά στάδια της παρούσας πρότασης βασίζονται σε συμβουλές εμπειρογνωμόνων και σε σειρά μελετών. Σε αυτές περιλαμβάνονται μελέτες με επίκεντρο την εφαρμογή της ΟΓΑΠ, με σκοπό την υποστήριξη της αξιολόγησης και της εκτίμησης των επιπτώσεων, καθώς και την αποτελεσματικότητα των ανακλήσεων προϊόντων.

Η Επιτροπή συγκέντρωσε, επίσης, εμπειρογνωσία και απόψεις μέσω στοχευμένων διαβουλεύσεων και δραστηριοτήτων ενεργού συμμετοχής, συμπεριλαμβανομένης σειράς εργαστηρίων, διασκέψεων, συνεντεύξεων με εμπειρογνώμονες και αρχές, καθώς και της γνώμης της υποομάδας του δικτύου ασφάλειας των καταναλωτών για την τεχνητή νοημοσύνη, τα συνδεδεμένα προϊόντα και άλλες νέες προκλήσεις όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων. Η Επιτροπή διοργάνωσε σειρά διμερών συσκέψεων και διενήργησε ανάλυση ad-hoc εγγράφων διατύπωσης θέσης από οργανώσεις καταναλωτών, εκπροσώπους του κλάδου και την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Εκτίμηση των επιπτώσεων 

Η παρούσα πρόταση υποστηρίζεται από έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων [SWD (2021) 169, SWD (2021) 168]. Η έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων ελέγχθηκε από την επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου και έλαβε θετική γνώμη [SEC 280 (avis du RSB)].

Στο πλαίσιο της εν λόγω πρωτοβουλίας, η Επιτροπή εξέτασε διάφορες εναλλακτικές επιλογές πολιτικής, όπως παρουσιάζονται στην έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων. Μεταξύ των διαφόρων εναλλακτικών επιλογών πολιτικής που αναλύθηκαν περιλαμβάνονταν τόσο μη νομοθετικές όσο και νομοθετικές δράσεις για την αντιμετώπιση των διαφόρων ειδικών στόχων που παρουσιάζονται στην έκθεση: i) διασφάλιση ότι το ενωσιακό νομικό πλαίσιο προβλέπει γενικούς κανόνες ασφάλειας για όλα τα καταναλωτικά προϊόντα και τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων και των κινδύνων που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες, ii) αντιμετώπιση των προκλήσεων ασφάλειας προϊόντων στους διαύλους διαδικτυακών πωλήσεων, iii) το να καταστούν οι ανακλήσεις προϊόντων πιο αποτελεσματικές και αποδοτικές ώστε τα μη ασφαλή προϊόντα να μην καταλήγουν στους καταναλωτές, iv) ενίσχυση της εποπτείας της αγοράς και διασφάλιση καλύτερης εναρμόνισης των κανόνων για τα εναρμονισμένα και τα μη εναρμονισμένα καταναλωτικά προϊόντα και τέλος v) αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας που σχετίζονται με τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων.

Αξιολογήθηκε σειρά επιλογών. Πρώτον, η Επιτροπή εξέτασε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να ανταποκριθεί στους ειδικούς στόχους χωρίς αναθεώρηση της ΟΓΑΠ (επιλογή 1). Εξετάστηκαν διάφορα μη νομοθετικά μέτρα, πιο συγκεκριμένα: i) έκδοση εγγράφων καθοδήγησης σχετικά με την εφαρμοσιμότητα της ΟΓΑΠ στις νέες τεχνολογίες και τις ανακλήσεις, και ii) διερεύνηση της διεύρυνσης των εθελοντικών μέτρων βάσει της δέσμευσης για την ασφάλεια των προϊόντων για τις διαδικτυακές πωλήσεις. Ωστόσο, οι διάφορες διαβουλεύσεις κατέδειξαν ότι τα εν λόγω μη νομικώς δεσμευτικά μέτρα δεν θα αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες που εντοπίστηκαν.

Η Επιτροπή εξέτασε διάφορες νομοθετικές επιλογές για την αντιμετώπιση των ειδικών στόχων: στοχευμένη νομοθετική αναθεώρηση της ΟΓΑΠ (επιλογή 2) η οποία επικεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό αλλαγών και πλήρης αναθεώρηση της ΟΓΑΠ βάσει της οποίας προτείνεται η ανάληψη ολοκληρωμένης δράσης για όλους τους στόχους (επιλογή 3). Η εκτίμηση των επιπτώσεων καταδεικνύει ότι η επιλογή 3, η οποία είναι πιο φιλόδοξη από την επιλογή 2, αντιμετωπίζει επίσης καλύτερα τις ανεπάρκειες που εντοπίστηκαν και ανταποκρίνεται καλύτερα στους ειδικούς στόχους που πρέπει να αντιμετωπιστούν, ενώ εξακολουθεί, παράλληλα, να διασφαλίζει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες. Στο πλαίσιο της επιλογής 4, εξετάστηκε η πλήρης ενσωμάτωση των πράξεων για την εποπτεία της αγοράς, όπως προτάθηκε στη δέσμη μέτρων για την ασφάλεια των προϊόντων και την εποπτεία της αγοράς του 2013, προκειμένου να αναλυθεί κατά πόσον η εν λόγω επιλογή εξακολουθεί να ισχύει μετά την πρόσφατη έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. Η εκτίμηση των επιπτώσεων κατέδειξε ότι η επιλογή 4, παρότι παρόμοια κατ’ ουσίαν με την επιλογή 3, ενδέχεται να αυξήσει το κόστος για τις επιχειρήσεις της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επέλεξε την επιλογή 3 (πλήρης αναθεώρηση της ΟΓΑΠ, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής σε κανονισμό) ως τη βέλτιστη επιλογή πολιτικής για την παρούσα πρόταση, δεδομένου ότι αντιμετωπίζει με τον καλύτερο τρόπο τους στόχους πολιτικής και, παράλληλα, περιορίζει το κόστος για τις επιχειρήσεις και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

Επίσης, εξετάστηκαν διάφορες επιλογές όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων απομίμησης τροφίμων. Αυτές ήταν: i) διατήρηση χωριστού καθεστώτος για τα εν λόγω προϊόντα βάσει χωριστής οδηγίας (η οποία αναθεωρεί την οδηγία 87/357/ΕΟΚ), ii) ενσωμάτωση των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας οδηγίας 87/357/ΕΟΚ στη νέα ΟΓΑΠ με ειδικό νομικό καθεστώς, iii) απόσυρση των στοχευμένων διατάξεων για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων και χρήση, αντ’ αυτών, των γενικών διατάξεων για τη διασφάλιση της ασφάλειας των εν λόγω προϊόντων βάσει εκτίμησης κινδύνου κατά περίπτωση. Όσον αφορά τις δύο πρώτες επιλογές, η Επιτροπή εξέτασε επίσης το ενδεχόμενο ανάπτυξης καθοδήγησης για την επίλυση του ζητήματος των διαφορετικών ερμηνειών από τα κράτη μέλη· ωστόσο, κατόπιν διαβούλευσης με τα κράτη μέλη, καταδείχθηκε ότι οι αποκλίσεις ως προς την ερμηνεία της οδηγίας για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων ήταν τόσο μεγάλες ώστε να απαιτείται νομική αναθεώρηση των κανόνων προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της. Η Επιτροπή επέλεξε ως βέλτιστη επιλογή πολιτικής να τερματίσει το ειδικό καθεστώς για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων και να αξιολογεί την ασφάλειά τους σύμφωνα με τις ίδιες αρχές εκτίμησης κινδύνου που χρησιμοποιεί για τα υπόλοιπα μη εναρμονισμένα καταναλωτικά προϊόντα (η πτυχή της απομίμησης των τροφίμων θα λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση κινδύνου του συγκεκριμένου προϊόντος).

Η προτιμώμενη επιλογή, η οποία περιλαμβάνει: α) διευκρινήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η εν λόγω νομοθεσία θα εφαρμοστεί στους κινδύνους που ενέχουν οι νέες τεχνολογίες και οι διαδικτυακές πωλήσεις, β) διατάξεις για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ανακλήσεων προϊόντων, γ) ευθυγράμμιση με τους εναρμονισμένους κανόνες εποπτείας της αγοράς και διασφάλιση της βελτίωσης της ανάληψης ευθυνών από τους οικονομικούς φορείς και τις διαδικτυακές αγορές όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων, δ) απλούστευση των διαδικασιών τυποποίησης και ε) ενσωμάτωση των διατάξεων της οδηγίας για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων, αναμένεται να έχει τις ακόλουθες επιπτώσεις:

Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις, η προτιμώμενη επιλογή αναμένεται να αποφέρει σημαντικά οφέλη για τους καταναλωτές και την κοινωνία. Η εκτιμώμενη ζημία των καταναλωτών αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 1,0 δισ. EUR το πρώτο έτος εφαρμογής της προτιμώμενης επιλογής και κατά περίπου 5,5 δισ. EUR κατά την επόμενη δεκαετία. Η εν λόγω επιλογή αναμένεται επίσης να μειώσει τη ζημία των καταναλωτών που σχετίζεται με τις αναποτελεσματικές ανακλήσεις κατά πάνω από 400 εκατ EUR ετησίως. Επιπλέον, μέσω της μείωσης του αριθμού των μη ασφαλών προϊόντων, τα προτεινόμενα μέτρα αναμένεται επίσης να μειώσουν τη ζημία που υφίστανται επί του παρόντος οι καταναλωτές της ΕΕ και η κοινωνία εξαιτίας αποτρέψιμων ατυχημάτων που σχετίζονται με προϊόντα (η οποία εκτιμάται σήμερα στα 11,5 δισ. EUR ετησίως) καθώς και το τρέχον κόστος υγειονομικής περίθαλψης για τραυματισμούς που σχετίζονται με προϊόντα (τρέχουσα εκτίμηση 6,7 δισ. EUR ετησίως). Ο ακριβής αντίκτυπος δεν ήταν εφικτό να προσδιοριστεί ποσοτικά λόγω έλλειψης στοιχείων σχετικά με τους τραυματισμούς ώστε να εκτιμηθούν οι σχετικές τάσεις. Οι εκτιμώμενες εξοικονομήσεις κόστους από τη μείωση των διαφορών στην εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο καθώς και του νομικού κατακερματισμού εκτιμώνται σε 59 εκατ. EUR ετησίως για τις επιχειρήσεις και σε 0,7 εκατ. EUR ετησίως για τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

Το συνολικό κόστος για τις επιχειρήσεις στην ΕΕ (οι οποίες δραστηριοποιούνται στην κατασκευή, χονδρική πώληση και λιανική πώληση μη εναρμονισμένων προϊόντων) εκτιμάται σε 196,6 εκατ. EUR, που ισοδυναμεί με το 0,02 % του κύκλου εργασιών τους κατά το πρώτο έτος εφαρμογής. Κατά τα επόμενα έτη, το τακτικό κόστος για τις επιχειρήσεις της ΕΕ θα ανέλθει στα 177,8 εκατ. EUR. Το εν λόγω κόστος συνδέεται με τις αυξημένες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων κυρίως όσον αφορά τις διαδικτυακές πωλήσεις, τις πωλήσεις νέων τεχνολογικών προϊόντων και τις ανακλήσεις μη ασφαλών προϊόντων, καθώς και με την ευθυγράμμιση των κανόνων εποπτείας της αγοράς με τους κανόνες για τα εναρμονισμένα προϊόντα. Βάσει της παρούσας πρότασης, οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών θα επιβαρυνθούν με συνολικό επιπρόσθετο, τακτικό κόστος ύψους περίπου 6,7 εκατ. EUR ετησίως λόγω των αυξημένων εξουσιών τους όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς των μη ασφαλών προϊόντων και μόνο σχετικά μέτριο εφάπαξ κόστος προσαρμογής και εφαρμογής.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου 

Η παρούσα πρόταση προβλέπει την αναθεώρηση δύο υφιστάμενων νομοθετικών πράξεων: της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και της οδηγίας για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων. Για την απλούστευση της νομοθεσίας, η Επιτροπή προτείνει την κατάργηση της οδηγίας για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων και την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων απομίμησης τροφίμων βάσει της παρούσας πρότασης νέου κανονισμού για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων.

Η Επιτροπή προσδιόρισε επίσης διάφορους τομείς στους οποίους μπορεί να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος και το σχετικό κόστος.

Πρώτον, η παρούσα πρόταση θα μειώσει το κανονιστικό κόστος και τον φόρτο για τις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι οι νομικώς δεσμευτικές διευκρινήσεις και η επιλογή του κανονισμού ως νομικής πράξης θα μειώσουν την κανονιστική αβεβαιότητα και θα διασφαλίσουν μια πιο ενιαία εφαρμογή της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση στο πλαίσιο της ΟΓΑΠ. Επίσης, η ευθυγράμμιση των γενικών απαιτήσεων για την εποπτεία της αγοράς και την ασφάλεια για τα εναρμονισμένα και μη εναρμονισμένα προϊόντα θα περιορίσει τις αποκλίσεις όσον αφορά την εφαρμογή και θα βελτιώσει την ιχνηλασιμότητα στην αλυσίδα εφοδιασμού. Οι μειώσεις του κόστους θα αφορούν όλες τις επιχειρήσεις, ιδίως δε για το 42 % των επιχειρήσεων που ανέφεραν πρόσθετο κόστος που σχετίζεται με τη μη ενιαία εφαρμογή της ΟΓΑΠ. Οι εξοικονομήσεις κόστους για τις επιχειρήσεις μέσω της πιο εναρμονισμένης εφαρμογής εκτιμώνται σε περίπου 59 εκατ. EUR ετησίως (εξοικονόμηση ύψους 34 εκατ. EUR για τις ΜΜΕ της ΕΕ και 26 εκατ. EUR για τις μεγάλες επιχειρήσεις της ΕΕ αντίστοιχα).

Δεύτερον, η παρούσα πρόταση θα αποφέρει οφέλη για τα κράτη μέλη όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της εποπτείας της αγοράς και της επιβολής της νομοθεσίας. Αυτό οφείλεται στην ευθυγράμμιση των διατάξεων για την εποπτεία της αγοράς μεταξύ εναρμονισμένων και μη εναρμονισμένων προϊόντων, στη βελτίωση της εναρμόνισης των αρμοδιοτήτων επιβολής της νομοθεσίας, στην αύξηση του αποτρεπτικού αποτελέσματος και σε έναν νέο μηχανισμό διαιτησίας. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση επιφέρει μειώσεις του κόστους για όλες τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών, ιδίως δε για το 16 % εξ αυτών που ανέφεραν σχετικό πρόσθετο κόστος λόγω των διαφορετικών νομικών πλαισίων μεταξύ των εναρμονισμένων και των μη εναρμονισμένων προϊόντων. Οι εν λόγω εξοικονομήσεις κόστους για τα κράτη μέλη εκτιμώνται σε 0,7 εκατ. EUR ετησίως σε όλη την ΕΕ.

Τέλος, η προτεινόμενη απλούστευση της διαδικασίας τυποποίησης θα μειώσει τον διοικητικό φόρτο για τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Ο εν λόγω εξορθολογισμός της διαδικασίας τυποποίησης της ΕΕ θα επιταχύνει τις εργασίες τυποποίησης και, ως εκ τούτου, θα αυξήσει την ασφάλεια δικαίου και θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις να συμμορφώνονται με την απαίτηση για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων.

Από τις υποχρεώσεις της παρούσας πρότασης δεν εξαιρούνται οι πολύ μικρές επιχειρήσεις και οι ΜΜΕ. Η ενωσιακή νομοθεσία για την ασφάλεια των προϊόντων δεν προβλέπει «λιγότερο αυστηρά» καθεστώτα για τις ΜΜΕ, δεδομένου ότι όλα τα καταναλωτικά προϊόντα πρέπει να είναι ασφαλή, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αλυσίδας εφοδιασμού τους, προκειμένου να επιτευχθεί ο γενικός στόχος της ασφάλειας των προϊόντων και της προστασίας των καταναλωτών. Η Επιτροπή εκτιμά το συνολικό κόστος συμμόρφωσης της παρούσας πρότασης για τις ΜΜΕ της ΕΕ σε 111,1 εκατ. EUR (εφάπαξ και τακτικό κόστος) κατά το πρώτο έτος εφαρμογής. Τα επόμενα έτη, το τακτικό κόστος για τις ΜΜΕ της ΕΕ θα ανέλθει σε περίπου 100 εκατ. EUR. Η εκτιμώμενη εξοικονόμηση από τη μείωση των διαφορών στην εφαρμογή της νομοθεσίας σε εθνικό επίπεδο και του νομικού κατακερματισμού θα ανέλθει σε 34 εκατ. EUR για τις ΜΜΕ της ΕΕ.

Η παρούσα πρόταση θα έχει πρακτικές επιπτώσεις τόσο στους οικονομικούς φορείς που διαχειρίζονται προϊόντα που καλύπτονται από την ΟΓΑΠ όσο και στις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών.

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να συμμορφώνονται με πρόσθετες απαιτήσεις αναφορικά με την ιχνηλασιμότητα και τη διαφάνεια. Πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με τις ανακλήσεις θα ισχύουν για τις επιχειρήσεις που έχουν πράγματι διαθέσει μη ασφαλή προϊόντα στην αγορά. Επίσης, οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι θα δημιουργήσουν εσωτερικούς μηχανισμούς ώστε να συμμορφώνονται με τις νέες υποχρεώσεις τους σε σχέση με την ασφάλεια των προϊόντων. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν πωλήσεις στην ενιαία αγορά από χώρες εκτός της ΕΕ θα πρέπει να προβούν σε ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζουν ότι για τα προϊόντα που πωλούνται στην ΕΕ υπάρχει ένας υπεύθυνος οικονομικός φορέας.

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών ενδέχεται να χρειαστούν πρόσθετους πόρους για να αντεπεξέλθουν στη διεύρυνση των ευθυνών εποπτείας της αγοράς και στις νέες αρμοδιότητες που θα ανατεθούν. Για παράδειγμα, τα νέα διαδικτυακά εργαλεία εποπτείας της αγοράς διευρύνουν τις δυνατότητες των εθνικών αρχών και ενδέχεται να απαιτούν πρόσθετους πόρους και δεξιότητες. Ωστόσο, καθώς οι εν λόγω νέες εξουσίες είναι σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένες με τις υφιστάμενες διατάξεις για την εποπτεία της αγοράς που ισχύουν για τα εναρμονισμένα προϊόντα βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, οι αρχές εποπτείας της αγοράς είναι συχνά εξοικειωμένες μαζί τους, ιδίως στα κράτη μέλη στα οποία οι ίδιες εθνικές αρχές εποπτείας της αγοράς διαχειρίζονται ήδη τόσο τα εναρμονισμένα όσο και τα μη εναρμονισμένα προϊόντα. Ως εκ τούτου, οι πρακτικές επιπτώσεις για τα κράτη μέλη είναι μάλλον η βελτίωση των συνεργειών και η βελτιωμένη χρήση των υφιστάμενων δομών και πόρων παρά η δημιουργία νέων πρόσθετων αναγκών. Η διευρυνόμενη κάλυψη των κινδύνων που ενέχουν οι νέες τεχνολογίες (π.χ. των κινδύνων κυβερνοασφάλειας που επηρεάζουν την ασφάλεια) αναμένεται να αυξήσει την ανάγκη για επαγγελματικό προσωπικό και εξωτερική εμπειρογνωσία στα κράτη μέλη με σκοπό τον έλεγχο της ασφάλειας των νέων τεχνολογικών προϊόντων.

Οι επιχειρηματικοί τομείς που θα επηρεαστούν περισσότερο θα είναι οι διαδικτυακές πωλήσεις και οι παραγωγοί σε ορισμένους νέους τεχνολογικούς τομείς. Ωστόσο, χάρη στις εναρμονισμένες απαιτήσεις της ΕΕ, το γεγονός αυτό δεν αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητά τους.

Η παρούσα πρόταση είναι αποτελεσματική σε ό,τι αφορά τόσο τον ψηφιακό όσο και τον φυσικό κόσμο και λαμβάνει υπόψη τις ψηφιακές εξελίξεις, ιδίως την ανάπτυξη των διαδικτυακών πωλήσεων και των νέων τεχνολογικών προϊόντων. Η αντιμετώπιση των ψηφιακών προκλήσεων όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων αποτελεί έναν από τους κύριους στόχους της παρούσας πρότασης. Βελτιώνει τους κανόνες εποπτείας της αγοράς για τις διαδικτυακές πωλήσεις και καθορίζει υποχρεώσεις ασφάλειας των προϊόντων για τις διαδικτυακές αγορές και τους εμπόρους λιανικής μέσω διαδικτύου ώστε να βελτιωθεί η ασφάλεια των προϊόντων που πωλούνται διαδικτυακά. Η παρούσα πρόταση αντιμετωπίζει επίσης τους νέους κινδύνους για την ασφάλεια που συνεπάγονται οι νέες τεχνολογίες και παρέχει διευκρινήσεις σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για την ασφάλεια των προϊόντων στο λογισμικό. Η παρούσα πρόταση συνάδει πλήρως με τις εφαρμοζόμενες ψηφιακές πολιτικές της ΕΕ, ιδίως με την πρόταση πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες, καθώς και με το νομοθετικό έργο σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη και το διαδίκτυο των πραγμάτων. Η παρούσα πρωτοβουλία υποστηρίζεται από υφιστάμενες λύσεις ΤΠΕ, δηλαδή το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης της ΕΕ για τα επικίνδυνα μη εδώδιμα προϊόντα («Safety Gate») και τη σχετική πύλη επιχειρήσεων («Business Gateway»).

Θεμελιώδη δικαιώματα 

Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των Ευρωπαίων καταναλωτών και στην προαγωγή του δικαιώματός τους στην ενημέρωση. Χάρη στις σαφέστερες υποχρεώσεις και στην καλύτερη επιβολή της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων, η παρούσα πρόταση αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο και να εξασφαλίσει υψηλότερο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πρόταση επιβάλλει πρόσθετες απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις, οι οποίες είναι αναγκαίες για την επιδίωξη του γενικού συμφέροντος της ΕΕ όσον αφορά την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών. Το προκύπτον κόστος συμμόρφωσης εκτιμάται ότι θα είναι σχετικά χαμηλό σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω απαιτήσεις δεν επηρεάζουν τη θεμελιώδη επιχειρηματική ελευθερία και την αναλογικότητά της βάσει του άρθρου 52 του Χάρτη.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ 

Βάσει του προτεινόμενου κανονισμού απαιτείται από την Επιτροπή να στηρίξει και να διευκολύνει τη συνεργασία των αρχών επιβολής της νομοθεσίας για την εποπτεία της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των συντονισμένων δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς, του νέου μηχανισμού διαιτησίας και των αξιολογήσεων από ομοτίμους. Επιπλέον, η παρούσα πρόταση παρέχει τη δυνατότητα ενισχυμένης συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών με τους διεθνείς εταίρους της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων. Τέλος, η παρούσα πρόταση προβλέπει τη θέσπιση εκτελεστικών πράξεων και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων (σχετικών με την ιχνηλασιμότητα και τις ανακλήσεις) καθώς και πιθανή αύξηση των δραστηριοτήτων τυποποίησης μέσω μιας απλουστευμένης διαδικασίας τυποποίησης. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πρόσθετου φόρτου εργασίας για την Επιτροπή, ο οποίος εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε τέσσερις επιπλέον υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης (τρεις διοικητικούς υπαλλήλους και έναν βοηθό). Οι πόροι αυτοί θα προέλθουν από την ανακατανομή και τον επαναπροσδιορισμό των καθηκόντων του υφιστάμενου προσωπικού.

Η Επιτροπή θα χρηματοδοτήσει επίσης ηλεκτρονικές διεπαφές, δηλαδή την ιστοσελίδα Safety Gate, τη δικτυακή πύλη Safety Gate (η οποία παρέχει κοινοποιήσεις επικίνδυνων προϊόντων) και τη πύλη επιχειρήσεων Safety Business Gateway, η οποία συγκεντρώνει κοινοποιήσεις οικονομικών φορέων προς τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

Το πρόσθετο κόστος για τις εν λόγω δραστηριότητες συντονισμού και τις ηλεκτρονικές διεπαφές μπορεί να καλυφθεί από το πρόγραμμα για την ενιαία αγορά στο πλαίσιο του τρέχοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2021-2027. Παρόμοιες δυνατότητες χρηματοδότησης μπορούν επίσης να περιλαμβάνονται στα προγράμματα που θα διαδεχθούν το εν λόγω πρόγραμμα, στο πλαίσιο μελλοντικών πολυετών δημοσιονομικών πλαισίων. Οι λεπτομέρειες εκτίθενται στο δημοσιονομικό δελτίο που επισυνάπτεται στην παρούσα πρόταση.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων 

Η εφαρμογή της πρότασης θα συνοδεύεται από παρακολούθηση βάσει προκαθορισμένων βασικών δεικτών επιβολής. Η Επιτροπή εκπονεί μελέτη για τον καθορισμό ενός κοινού συνόλου εφικτών και σχετικών δεικτών επιβολής στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων, το οποίο θα συμφωνηθεί με τα κράτη μέλη.

Πέραν της τακτικής παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, προτείνεται η διενέργεια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας, της συνάφειας, της συνοχής και της προστιθέμενης αξίας για την ΕΕ της παρούσας νομοθετικής παρέμβασης, μετά από 5 έτη εφαρμογής από τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή θα υποστηρίξει την εφαρμογή της πρότασης με δράσεις συντονισμού, στο πλαίσιο τόσο του δικτύου ασφάλειας των καταναλωτών (ενέργειες παρακολούθησης της εφαρμογής, ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, κ.λπ.) όσο και των συντονισμένων δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς (CASP).

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης 

Ο προτεινόμενος κανονισμός αποτελείται από 11 κεφάλαια τα οποία περιλαμβάνουν 47 άρθρα.

Κεφάλαιο Ι – Γενικές διατάξεις

Στο κεφάλαιο αυτό παρουσιάζεται το πεδίο εφαρμογής και οι βασικοί όροι που χρησιμοποιούνται στον προτεινόμενο κανονισμό. Παρέχεται ένα «δίχτυ ασφαλείας» για όλα τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, βάσει του οποίου καθορίζονται απαιτήσεις που διασφαλίζουν την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων και, ως εκ τούτου, την ασφάλεια των καταναλωτών. Παρέχονται κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στη μη εναρμονισμένη νομοθεσία. Επικαιροποιούνται οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται στην οδηγία 2001/95/ΕΚ, προκειμένου ιδίως να ληφθεί υπόψη το διαφορετικό πεδίο εφαρμογής του ορισμού του προϊόντος και εισάγεται ειδικός ορισμός της «διαδικτυακής αγοράς».

Κεφάλαιο II – Απαιτήσεις ασφάλειας

Θεσπίζεται η απαίτηση γενικής ασφάλειας, επιβεβαιώνεται η σημασία των προτύπων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ διότι αποτελούν τεκμήριο ασφάλειας και επικαιροποιούνται οι πτυχές για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων κατά την εκτίμηση του κινδύνου, μετά την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ. Στις νέες πτυχές για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων περιλαμβάνονται επίσης οι πιθανοί κίνδυνοι που σχετίζονται με προϊόντα που βασίζονται σε νέες τεχνολογίες.

Κεφάλαιο III – Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων

Τμήμα 1

Στο παρόν τμήμα παρατίθενται οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων, με εξαίρεση τους οικονομικούς φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η πιθανότητα οι υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στο εν λόγω κεφάλαιο να αντιτίθενται σε παρόμοιες υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στην εναρμονισμένη νομοθεσία. Πέραν των γενικότερων υποχρεώσεων των οικονομικών φορέων να διασφαλίζουν την ασφάλεια των προϊόντων, εισάγεται η έννοια της σημαντικής τροποποίησης, βάσει της οποίας η ευθύνη για την ασφάλεια του προϊόντος μετατίθεται στο πρόσωπο που πραγματοποιεί την τροποποίηση. Επιπλέον, η έννοια του υπεύθυνου προσώπου που περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 επεκτείνεται στα μη εναρμονισμένα προϊόντα. Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα των άμεσων εισαγωγών από τρίτες χώρες. Το εν λόγω κεφάλαιο περιλαμβάνει επίσης τις βασικές διατάξεις για την ιχνηλασιμότητα, οι οποίες έχουν ληφθεί κατά κύριο λόγο από την απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ, καθώς και τη δυνατότητα, στην περίπτωση προϊόντων που ενδέχεται να ενέχουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των ατόμων, θέσπισης αυστηρότερου συστήματος ιχνηλασιμότητας μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

Τμήμα 2

Στο εν λόγω τμήμα περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων, οι οποίες εφαρμόζονται επίσης στους οικονομικούς φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. Πρόκειται για υποχρεώσεις που δεν αφορούν τους εναρμονισμένους τομείς και, ως εκ τούτου, η εφαρμοσιμότητά τους και στον εν λόγω τομέα δεν θα δημιουργήσει συγκρούσεις. Αφορούσε την υποχρέωση των οικονομικών φορέων σε περίπτωση πωλήσεων εξ αποστάσεως και σε περίπτωση ατυχημάτων που σχετίζονται με ένα προϊόν.

Κεφάλαιο IV – Διαδικτυακές αγορές

Στο εν λόγω κεφάλαιο εξετάζεται ο ρόλος των διαδικτυακών αγορών και θεσπίζονται ειδικές υποχρεώσεις για αυτές.

Κεφάλαιο V– Εποπτεία της αγοράς και εφαρμογή

Στο εν λόγω κεφάλαιο χρησιμοποιούνται και προσαρμόζονται ολόκληρα τα κεφάλαια IV, V και VI του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 σχετικά με την εποπτεία της αγοράς. Στόχος είναι η δημιουργία, στον βαθμό που είναι εφικτό, ενός ενιαίου καθεστώτος τόσο για τα εναρμονισμένα όσο και για τα μη εναρμονισμένα προϊόντα.

Κεφάλαιο VI – Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης Safety Gate

Στο εν λόγω κεφάλαιο θεσπίζεται η αρχή της ανταλλαγής πληροφοριών σε περίπτωση επικίνδυνου προϊόντος και μεταβάλλεται η ονομασία του συστήματος RAPEX σε Safety Gate, χωρίς να αλλάζουν τα χαρακτηριστικά του συστήματος. Με την πρόταση προστίθενται πιο συγκεκριμένες προθεσμίες. Αποσαφηνίζεται η σχέση μεταξύ του Safety Gate και του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για την εποπτεία της αγοράς (ICSMS)· στο κεφάλαιο διευκρινίζεται επίσης ότι οι αρχές του κράτους μέλους μπορούν να αποφασίσουν να αναθέσουν το έργο του ενιαίου υπαλλήλου σύνδεσης στο εθνικό σημείο επαφής του Safety Gate.

Κεφάλαιο VII – Ρόλος της Επιτροπής και συντονισμός της επιβολής της νομοθεσίας

Στο εν λόγω κεφάλαιο παρέχεται η δυνατότητα στην Επιτροπή να θεσπίζει μέτρα, μέσω εκτελεστικών πράξεων, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου ο οποίος δεν μπορεί να περιοριστεί ικανοποιητικά με τα μέτρα που λαμβάνονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος (ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη) ή με οποιασδήποτε άλλη διαδικασίας βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας. Η εν λόγω δυνατότητα παρέχεται ήδη βάσει της ΟΓΑΠ: ο προτεινόμενος κανονισμός προσδιορίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το πεδίο εφαρμογής της. Στο κεφάλαιο V θεσπίζεται επίσης ένας εθελοντικός μηχανισμός διαιτησίας βάσει του οποίου τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλλουν στην Επιτροπή ερωτήσεις σχετικά με τον προσδιορισμό ή το επίπεδο του κινδύνου που συνδέεται με ένα προϊόν σε περίπτωση αποκλινουσών εκτιμήσεων κινδύνου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα καταστεί εφικτή η ανάληψη πιο ενιαίας δράσης σε επίπεδο ΕΕ έναντι των επικίνδυνων προϊόντων.

Κεφάλαιο VIII – Δικαίωμα ενημέρωσης και επανόρθωσης 

Στο εν λόγω κεφάλαιο περιέχονται διατάξεις σχετικά με την ενημέρωση των καταναλωτών. Επιβεβαιώνεται η υποχρέωση της Επιτροπής και των κρατών μελών να καθιστούν διαθέσιμες στους καταναλωτές πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια τους οποίους ενέχουν τα προϊόντα. Επίσης, ορίζεται η υποχρέωση των κρατών μελών να παρέχουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να υποβάλλουν καταγγελίες στις αρμόδιες εθνικές αρχές. Επιβεβαιώνεται και ενισχύεται περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής της δικτυακής πύλης Safety Gate, η οποία υπάρχει ήδη, μέσω της προσθήκης νέας ενότητας στην οποία οι καταναλωτές μπορούν να ενημερώνονται για τις προειδοποιήσεις και τις ανακλήσεις που εκδίδονται απευθείας από τους οικονομικούς φορείς. Όσον αφορά τις ανακλήσεις, με τις νέες διατάξεις επιχειρείται η βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους, ώστε να διασφαλιστεί η πληρέστερη και ευρύτερη παροχή πληροφοριών στους καταναλωτές, καθώς και ένα ενισχυμένο σύστημα ένδικων μέσων τα οποία θα είναι διαθέσιμα στους καταναλωτές.

Κεφάλαιο IX– Διεθνής συνεργασία 

Στο εν λόγω κεφάλαιο παρέχεται η νομική βάση ώστε η Επιτροπή να καθιερώσει μορφές συνεργασίας για τη βελτίωση της ασφάλειας των προϊόντων. Σε αυτές περιλαμβάνονται κοινές δράσεις επιβολής της νομοθεσίας, τεχνική υποστήριξη, ανταλλαγή υπαλλήλων και ανταλλαγή πληροφοριών για τα επικίνδυνα προϊόντα και, πιο συγκεκριμένα, των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο Safety Gate. Από αυτή την άποψη, η διάταξη παρέχει τη δυνατότητα είτε πλήρους συμμετοχής στο Safety Gate είτε ανταλλαγής επιλεγμένων πληροφοριών.

Κεφάλαιο X – Δημοσιονομικές διατάξεις

Ο προτεινόμενος κανονισμός προβλέπει τη χρηματοδότηση από την Επιτροπή δραστηριοτήτων σε όλα τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

Ο προτεινόμενος κανονισμός περιλαμβάνει γενικές ρήτρες σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.

Κεφάλαιο XI - Τελικές διατάξεις

Το εν λόγω κεφάλαιο προβλέπει, πιο συγκεκριμένα, ένα σύστημα κυρώσεων: παρότι αναγνωρίζεται ότι η θέσπιση κυρώσεων αποτελεί εθνική αρμοδιότητα, καθορίζεται μια καθοδηγητική αρχή για τις κυρώσεις, ιδίως κριτήρια για τον καθορισμό κυρώσεων, τα είδη των παραβάσεων που θα επισύρουν κυρώσεις, κριτήρια για τα μέγιστα όρια, καθώς και τη δυνατότητα επιβολής χρηματικών ποινών.

2021/0170 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου


(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 21 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Η oδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 22 ορίζει ότι τα καταναλωτικά προϊόντα πρέπει να είναι ασφαλή και ότι οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών πρέπει να αναλαμβάνουν δράση κατά των επικίνδυνων προϊόντων και να ανταλλάσσουν εν προκειμένω πληροφορίες μέσω του «ενωσιακού συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών», RAPEX.

(2)Η οδηγία 2001/95/ΕΚ πρέπει να αναθεωρηθεί και να επικαιροποιηθεί ενόψει των εξελίξεων που σχετίζονται με τις νέες τεχνολογίες και τις διαδικτυακές πωλήσεις, ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια με τις εξελίξεις στην ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και στη νομοθεσία τυποποίησης, να εξασφαλιστεί η καλύτερη λειτουργία των ανακλήσεων προϊόντων, καθώς και ένα σαφέστερο πλαίσιο για τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων, τα οποία διέπονται μέχρι σήμερα από την οδηγία 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου 23 . Για λόγους σαφήνειας, η οδηγία 2001/95/ΕΚ καθώς και η οδηγία 87/357/ΕΟΚ θα πρέπει να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από τον παρόντα κανονισμό.

(3)Ο κανονισμός είναι η ενδεδειγμένη νομική πράξη, επειδή επιβάλλει σαφείς και λεπτομερείς κανόνες που δεν αφήνουν περιθώρια για αποκλίνουσα μεταφορά της πράξης στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών. Η επιλογή του κανονισμού αντί της οδηγίας επιτρέπει επίσης την καλύτερη επίτευξη του στόχου εξασφάλισης της συνοχής με το νομοθετικό πλαίσιο εποπτείας της αγοράς για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, στο οποίο η εφαρμοστέα νομική πράξη είναι επίσης του ιδίου είδους, δηλαδή ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 24 . Τέλος, η συγκεκριμένη επιλογή θα μειώσει περαιτέρω τον κανονιστικό φόρτο μέσω της συνεπούς εφαρμογής των κανόνων για την ασφάλεια των προϊόντων σε όλη την Ένωση.

(4)Στόχος της παρούσας πράξης είναι να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 169 της Συνθήκης. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποσκοπεί στην εξασφάλιση της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα που προορίζονται για τους καταναλωτές.

(5)Ο παρόν κανονισμός θα πρέπει να αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών και της ασφάλειάς τους ως μιας από τις θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού νομικού πλαισίου, η οποία κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Τα επικίνδυνα προϊόντα μπορεί να έχουν πολύ αρνητικές συνέπειες για τους καταναλωτές και τους πολίτες. Όλοι οι καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των πιο ευάλωτων, όπως τα παιδιά, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή τα άτομα με αναπηρία, έχουν το δικαίωμα σε ασφαλή προϊόντα. Οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους επαρκή μέσα για την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων και τα κράτη μέλη επαρκή μέσα και μέτρα για την επιβολή του εν λόγω κανονισμού.

(6)Παρά την ανάπτυξη ενωσιακής τομεακής νομοθεσίας εναρμόνισης η οποία καλύπτει τις πτυχές ασφάλειας συγκεκριμένων προϊόντων ή κατηγοριών προϊόντων, είναι πρακτικά αδύνατον να θεσπιστεί νομοθεσία της Ένωσης για όλα τα καταναλωτικά προϊόντα που υπάρχουν ή ενδέχεται να αναπτυχθούν. Κατά συνέπεια, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη για ένα νομοθετικό πλαίσιο οριζόντιου χαρακτήρα που θα καλύπτει τα κενά και θα εξασφαλίζει την προστασία των καταναλωτών, η οποία δεν εξασφαλίζεται διαφορετικά, ιδίως με σκοπό να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών, όπως απαιτείται από το άρθρο 114 και το άρθρο 169 της Συνθήκης.

(7)Ταυτόχρονα, όσον αφορά τα προϊόντα που υπόκεινται στην ενωσιακή τομεακή νομοθεσία εναρμόνισης, θα πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια το πεδίο εφαρμογής των διαφόρων τμημάτων του παρόντος κανονισμού ώστε να αποφευχθεί η ύπαρξη αλληλεπικαλυπτόμενων διατάξεων και η ασάφεια του νομικού πλαισίου.

(8)Παρότι ορισμένες από τις διατάξεις, όπως εκείνες που αφορούν την πλειονότητα των υποχρεώσεων των οικονομικών φορέων, δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε προϊόντα που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, δεδομένου ότι καλύπτονται ήδη από την εν λόγω νομοθεσία, θα πρέπει να εφαρμόζεται σειρά άλλων διατάξεων προκειμένου να συμπληρώνεται η ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης. Πιο συγκεκριμένα, η απαίτηση για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και οι συναφείς διατάξεις θα πρέπει να εφαρμόζονται για τα καταναλωτικά προϊόντα που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, σε περίπτωση που ορισμένα είδη κινδύνων δεν καλύπτονται από την εν λόγω νομοθεσία. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού αναφορικά με τις υποχρεώσεις των διαδικτυακών αγορών, τις υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων σε περίπτωση ατυχημάτων, το δικαίωμα ενημέρωσης των καταναλωτών καθώς και τις ανακλήσεις καταναλωτικών προϊόντων θα πρέπει να εφαρμόζονται για τα προϊόντα που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, όταν δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για τον ίδιο σκοπό στην εν λόγω νομοθεσία. Ομοίως, το σύστημα RAPEX χρησιμοποιείται ήδη για τους σκοπούς της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 25 , οπότε οι διατάξεις που διέπουν το Safety Gate και τη λειτουργία του και οι οποίες περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμόζονται για την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

(9)Οι διατάξεις του κεφαλαίου VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, που καθορίζουν τους κανόνες για τους ελέγχους των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, εφαρμόζονται ήδη άμεσα στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και ο παρών κανονισμός δεν αποσκοπεί στην τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων. Η σταθερότητα των εν λόγω κανόνων είναι ιδιαίτερα σημαντική, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για τους συγκεκριμένους ελέγχους (οι οποίες είναι σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη οι τελωνειακές αρχές) διενεργούν τους ελέγχους βάσει ανάλυσης κινδύνου, όπως αναφέρεται στα άρθρα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 (ο ενωσιακός τελωνειακός κώδικας), στις εκτελεστικές νομοθετικές πράξεις και στην αντίστοιχη καθοδήγηση. Η προσέγγιση με βάση τον κίνδυνο είναι κομβικής σημασίας για τους τελωνειακούς ελέγχους, δεδομένων των σημαντικών όγκων εμπορευμάτων που εισέρχονται και εξέρχονται από το τελωνειακό έδαφος και έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων ελέγχου, ανάλογα με τις προσδιοριζόμενες προτεραιότητες. Το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν τροποποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο το κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, παραπέμποντας απευθείας στην προσέγγιση με βάση τον κίνδυνο που ορίζεται στην τελωνειακή νομοθεσία, συνεπάγεται πρακτικά ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για τους ελέγχους των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης (συμπεριλαμβανομένων των τελωνειακών αρχών) θα πρέπει να περιορίζουν τους ελέγχους τους στα πλέον επικίνδυνα προϊόντα, ανάλογα με την πιθανότητα και τις συνέπειες του κινδύνου, διασφαλίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των δραστηριοτήτων τους καθώς και τη διαφύλαξη της ικανότητάς τους να διενεργούν τους εν λόγω ελέγχους.

(10)Η αρχή της προφύλαξης αποτελεί θεμελιώδη αρχή για την εξασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων και των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη από όλους τους σχετικούς φορείς κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(11)Επίσης, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας έκτασης της έννοιας της υγείας 26 , ο περιβαλλοντικός κίνδυνος θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, στον βαθμό που μπορεί επίσης να δημιουργήσει τελικά κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών.

(12)Τα προϊόντα που αρχικά προβλέπονταν αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση, αλλά τα οποία εισήλθαν στη συνέχεια στην αγορά προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, θα πρέπει να υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, διότι, χρησιμοποιούμενα υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, μπορούν να παρουσιάσουν κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών.

(13)Η νομοθεσία της Ένωσης για τα τρόφιμα, τις ζωοτροφές και τους σχετικούς τομείς προβλέπει τη δημιουργία ενός ειδικού συστήματος που να εξασφαλίζει την ασφάλεια των προϊόντων που καλύπτονται από αυτήν. Ως εκ τούτου, τα τρόφιμα και οι ζωοτροφές θα πρέπει να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τα υλικά και τα αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα, στον βαθμό που ενέχουν κινδύνους που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 27 ή από άλλη νομοθεσία για τα τρόφιμα η οποία καλύπτει μόνο τους χημικούς και βιολογικούς κινδύνους σχετικά με τα τρόφιμα.

(14)Τα φάρμακα υπόκεινται σε αξιολόγηση πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά, η οποία περιλαμβάνει ειδική ανάλυση κινδύνου/οφέλους. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(15)Τα αεροσκάφη που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1139 28 υπόκεινται στον κανονιστικό έλεγχο των κρατών μελών, δεδομένου του περιορισμένου κινδύνου που παρουσιάζουν για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(16)Οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμόζονται στα μεταχειρισμένα προϊόντα ή στα προϊόντα που επισκευάζονται, ανακαινίζονται ή ανακυκλώνονται και τα οποία εισέρχονται εκ νέου στην αλυσίδα εφοδιασμού στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, με εξαίρεση τα προϊόντα για τα οποία ο καταναλωτής δεν μπορεί να έχει την εύλογη προσδοκία ότι πληρούν τα πλέον εξελιγμένα πρότυπα ασφάλειας, όπως οι αντίκες ή τα προϊόντα που παρουσιάζονται ως προοριζόμενα για επισκευή ή ανακαίνιση.

(17)Η οδηγία 87/357/ΕΟΚ για τα καταναλωτικά προϊόντα τα οποία, αν και δεν είναι τρόφιμα, μοιάζουν με τρόφιμα και είναι δυνατόν να εκληφθούν ως τρόφιμα κατά τρόπον ώστε να υπάρχει ενδεχόμενο οι καταναλωτές, ειδικά τα παιδιά, να τα βάλουν στο στόμα τους, να τα γλείψουν ή να τα καταπιούν, και τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν π.χ. ασφυξία, δηλητηρίαση, διάτρηση ή απόφραξη του πεπτικού σωλήνα, έχει προκαλέσει αμφιλεγόμενη ερμηνεία. Επιπλέον, εκδόθηκε σε χρονική στιγμή κατά την οποία το πεδίο εφαρμογής του νομικού πλαισίου για την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων ήταν πολύ περιορισμένο. Για τους λόγους αυτούς, η οδηγία 87/357/ΕΟΚ θα πρέπει να καταργηθεί.

(18)Οι υπηρεσίες δεν θα πρέπει να καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί η επίτευξη της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών, τα προϊόντα που παρέχονται ή καθίστανται διαθέσιμα στους καταναλωτές στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων στα οποία οι καταναλωτές εκτίθενται άμεσα κατά τη διάρκεια της παροχής υπηρεσιών, θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Οι εξοπλισμοί με τους οποίους κυκλοφορούν ή ταξιδεύουν οι καταναλωτές και τους οποίους χειρίζονται πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δεδομένου ότι πρέπει να εξετάζονται σε συνδυασμό με την ασφάλεια της παρεχόμενης υπηρεσίας.

(19)Τα στοιχεία που συνδέονται με άλλα στοιχεία ή με μη ενσωματωμένα στοιχεία τα οποία επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας ενός άλλου στοιχείου μπορεί να παρουσιάζουν κίνδυνο για την ασφάλεια του προϊόντος. Η συγκεκριμένη πτυχή θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη ως πιθανός κίνδυνος. Οι πιθανές συνδέσεις και η συσχέτιση ενός στοιχείου με εξωτερικά στοιχεία δεν θα πρέπει να διακυβεύουν την ασφάλειά του.

(20)Οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν επίσης νέους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών ή μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο ενδέχεται να πραγματωθούν ήδη υφιστάμενοι κίνδυνοι, όπως η εξωτερική επέμβαση με σκοπό τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση («hacking») σε ένα προϊόν ή την αλλαγή των χαρακτηριστικών του.

(21)Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει την έννοια της «υγείας» ως κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς ως έλλειψη ασθένειας ή αναπηρίας. Ο εν λόγω ορισμός υποστηρίζει το γεγονός ότι η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ενδέχεται να δημιουργήσει νέους κινδύνους για την υγεία των καταναλωτών, όπως ψυχολογικοί κίνδυνοι, αναπτυξιακοί κίνδυνοι, ιδίως για τα παιδιά, ψυχικοί κίνδυνοι, κατάθλιψη, απώλεια ύπνου ή αλλοίωση της λειτουργίας του εγκεφάλου.

(22)Οι ειδικοί κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας που επηρεάζουν την ασφάλεια των καταναλωτών καθώς και τα πρωτόκολλα και οι πιστοποιήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω τομεακής νομοθεσίας. Ωστόσο, σε περίπτωση κενών στην τομεακή νομοθεσία, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι σχετικοί οικονομικοί φορείς και οι εθνικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες, αντιστοίχως κατά τον σχεδιασμό των προϊόντων και την αξιολόγησή τους, ώστε να διασφαλίζουν ότι οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στο προϊόν δεν διακυβεύουν την ασφάλειά του.

(23)Κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές πτυχές, κυρίως τα χαρακτηριστικά και η παρουσίασή τους καθώς και οι ειδικές ανάγκες και οι κίνδυνοι για τις κατηγορίες καταναλωτών που είναι πιθανό να χρησιμοποιήσουν τα προϊόντα, ιδίως τα παιδιά, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα με αναπηρία. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που απαιτούνται συγκεκριμένες πληροφορίες προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των προϊόντων σε σχέση με συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων, κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων θα πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη η ύπαρξη των εν λόγω πληροφοριών και η δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτές. Κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη το προϊόν να είναι ασφαλές καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του.

(24)Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρεώσεις όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων, σε σχέση με τους αντίστοιχους ρόλους τους στην αλυσίδα εφοδιασμού, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών. Όλοι οι οικονομικοί φορείς που παρεμβαίνουν στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι καθιστούν διαθέσιμα στην αγορά μόνο προϊόντα που είναι ασφαλή και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Είναι απαραίτητο να προβλεφθεί σαφής και αναλογική κατανομή των υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στον ρόλο του κάθε φορέα στη διαδικασία εφοδιασμού και διανομής.

(25)Οι εξ αποστάσεως πωλήσεις, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών πωλήσεων, θα πρέπει επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Οι διαδικτυακές πωλήσεις αυξάνονται διαρκώς και σταθερά, δημιουργώντας νέα επιχειρηματικά μοντέλα και νέους φορείς στην αγορά, όπως οι διαδικτυακές αγορές.

(26)Οι διαδικτυακές αγορές διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αλυσίδα εφοδιασμού —καθώς επιτρέπουν στους οικονομικούς φορείς να προσεγγίζουν απεριόριστο αριθμό καταναλωτών— και, ως εκ τούτου, και στο σύστημα ασφάλειας των προϊόντων.

(27)Δεδομένου του σημαντικού διαμεσολαβητικού ρόλου που διαδραματίζουν οι διαδικτυακές αγορές ως προς την πώληση προϊόντων μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών, οι εν λόγω φορείς θα πρέπει να αναλάβουν περισσότερες ευθύνες όσον αφορά την αντιμετώπιση της διαδικτυακής πώλησης επικίνδυνων προϊόντων. Η οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 29  παρέχει το γενικό πλαίσιο για το ηλεκτρονικό εμπόριο και θεσπίζει ορισμένες υποχρεώσεις για τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Ο κανονισμός […/…] σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ 30 διέπει την ευθύνη και τη λογοδοσία των παρόχων διαδικτυακών ενδιάμεσων υπηρεσιών όσον αφορά το παράνομο περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων των μη ασφαλών προϊόντων. Ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται χωρίς να θίγει τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου για την προστασία των καταναλωτών και την ασφάλεια των προϊόντων. Αντίστοιχα, αξιοποιώντας το οριζόντιο νομικό πλαίσιο που παρέχει ο εν λόγω κανονισμός, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές απαιτήσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαδικτυακής πώλησης επικίνδυνων προϊόντων, σύμφωνα με το άρθρο [1 παράγραφος 5 στοιχείο η)] του εν λόγω κανονισμού.

(28)Η δέσμευση για την ασφάλεια των προϊόντων, η οποία υπογράφηκε το 2018 και στην οποία εντάχθηκε έκτοτε σειρά αγορών, προβλέπει σειρά εθελοντικών δεσμεύσεων για την ασφάλεια των προϊόντων. Το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται η δέσμευση για την ασφάλεια των προϊόντων έχει αποδειχθεί ορθό σε ό,τι αφορά την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών από τα επικίνδυνα προϊόντα που πωλούνται διαδικτυακά. Ωστόσο, ο εθελοντικός της χαρακτήρας και η εθελοντική συμμετοχή περιορισμένου αριθμού διαδικτυακών αγορών μειώνει την αποτελεσματικότητά της και δεν μπορούν να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού.

(29)Οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να αντιμετωπίζουν με τη δέουσα επιμέλεια το περιεχόμενο που φιλοξενείται στις διαδικτυακές διεπαφές τους και σχετίζεται με την ασφάλεια των προϊόντων, σύμφωνα με τις ειδικές υποχρεώσεις που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Αντίστοιχα, θα πρέπει να θεσπιστούν υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας για όλες τις διαδικτυακές αγορές σε σχέση με το περιεχόμενο που φιλοξενείται στις διαδικτυακές διεπαφές τους και αφορά την ασφάλεια των προϊόντων.

(30)Επιπλέον, για τους σκοπούς της αποτελεσματικής εποπτείας της αγοράς, οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να καταχωρίζονται στη δικτυακή πύλη Safety Gate και να αναφέρουν, στην ίδια πύλη, τα στοιχεία των ενιαίων σημείων επαφής τους, προς διευκόλυνση της κοινοποίησης πληροφοριών σχετικά με ζητήματα ασφάλειας προϊόντων. Το ενιαίο σημείο επαφής βάσει του παρόντος κανονισμού μπορεί να είναι το ίδιο με το σημείο επαφής βάσει του [άρθρου 10] του κανονισμού (ΕΕ) …/…[πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες], χωρίς να διακυβεύεται ο στόχος της αντιμετώπισης των ζητημάτων που συνδέονται με την ασφάλεια των προϊόντων με ταχύ και συγκεκριμένο τρόπο.

(31)Προκειμένου να μπορούν να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού, ιδίως όσον αφορά την έγκαιρη και αποτελεσματική συμμόρφωση με τις εντολές των δημοσίων αρχών, την επεξεργασία των ειδοποιήσεων άλλων τρίτων μερών και τη συνεργασία με τις αρχές εποπτείας της αγοράς στο πλαίσιο διορθωτικών μέτρων κατόπιν αιτήματος, οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να εφαρμόζουν εσωτερικό μηχανισμό διαχείρισης των ζητημάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια των προϊόντων.

(32)Οι υποχρεώσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός στις διαδικτυακές αγορές δεν θα πρέπει ούτε να ισοδυναμεί με γενική υποχρέωση παρακολούθησης των πληροφοριών που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν, ούτε με ενεργητική αναζήτηση γεγονότων ή περιστάσεων που υποδεικνύουν παράνομη δραστηριότητα, όπως η διαδικτυακή πώληση επικίνδυνων προϊόντων. Ωστόσο, οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να αφαιρούν ταχέως περιεχόμενο που αναφέρεται σε επικίνδυνα προϊόντα από τις διαδικτυακές διεπαφές τους, μόλις πληροφορηθούν αποδεδειγμένα ή, στην περίπτωση αξιώσεων αποζημίωσης, μόλις αντιληφθούν ότι πρόκειται για παράνομο περιεχόμενο, ιδίως δε στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικτυακή αγορά έχει ενημερωθεί για γεγονότα ή περιστάσεις βάσει των οποίων ένας επιμελής οικονομικός φορέας θα έπρεπε εύλογα να έχει αναγνωρίσει τον υπό εξέταση παράνομο χαρακτήρα του περιεχομένου, ώστε να επωφελούνται από την απαλλαγή από την ευθύνη για τη φιλοξενία υπηρεσιών βάσει της «οδηγίας για τον ηλεκτρονικό εμπόριο» και της [πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες]. Οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να επεξεργάζονται τις ειδοποιήσεις σχετικά με περιεχόμενο που αναφέρεται σε μη ασφαλή προϊόντα, οι οποίες λαμβάνονται σύμφωνα με το [άρθρο 14] του κανονισμού (ΕΕ) …/…[πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες], εντός των συμπληρωματικών χρονικών πλαισίων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(33)Το άρθρο 14 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 παρέχει στις αρχές εποπτείας της αγοράς την εξουσία, όταν δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την εξάλειψη ενός σοβαρού κινδύνου, να απαιτούν την αφαίρεση περιεχομένου που αναφέρεται στα συγκεκριμένα προϊόντα από την διαδικτυακή διεπαφή ή να απαιτούν την ανάρτηση ρητής προειδοποίησης προς τους τελικούς χρήστες όταν αυτοί συνδέονται με την διαδικτυακή διεπαφή. Οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρχές εποπτείας της αγοράς βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 θα πρέπει να εφαρμόζονται και στον παρόντα κανονισμό. Για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς βάσει του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να αποφεύγεται η παρουσία επικίνδυνων προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, η εν λόγω εξουσία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις αναγκαίες και ανάλογες περιπτώσεις καθώς επίσης και σε προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο ο οποίος δεν είναι σοβαρός. Είναι σημαντικό οι διαδικτυακές αγορές να συμμορφώνονται επειγόντως με τις εν λόγω εντολές. Ως εκ τούτου, στον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται δεσμευτικές προθεσμίες από αυτή την άποψη, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα καθορισμού βραχύτερης προθεσμίας στην ίδια την εντολή. Η εν λόγω εξουσία θα πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το [άρθρο 8] της πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες.

(34)Ακόμη και όταν στις πληροφορίες του Safety Gate δεν περιλαμβάνεται ενιαίος εντοπιστής πόρου (URL) και, εφόσον απαιτείται, συμπληρωματικές πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του υπό εξέταση παράνομου περιεχομένου, οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει, ωστόσο, να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που διαβιβάζονται, όπως τα αναγνωριστικά προϊόντων, εφόσον διατίθενται, καθώς και άλλες πληροφορίες ιχνηλασιμότητας, στο πλαίσιο τυχόν μέτρων που λαμβάνουν οι διαδικτυακές αγορές με δική τους πρωτοβουλία με σκοπό τον εντοπισμό, την αναγνώριση, την αφαίρεση επικίνδυνων προϊόντων ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σ’ αυτά, τα οποία διατίθενται στην αγορά τους, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

(35)Για τους σκοπούς του [άρθρου 19] του κανονισμού (ΕΕ) …/…[πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες], και σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των προϊόντων που πωλούνται διαδικτυακά, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να θεωρεί, ειδικότερα, τις οργανώσεις καταναλωτών και τις ενώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των καταναλωτών, κατόπιν αιτήματός τους, ως αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο.

(36)Η ιχνηλασιμότητα των προϊόντων είναι θεμελιώδης για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς ως προς τα επικίνδυνα προϊόντα και για αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα. Οι καταναλωτές θα πρέπει επίσης να προστατεύονται από τα επικίνδυνα προϊόντα με τον ίδιο τρόπο στους εξωδιαδικτυακούς και στους διαδικτυακούς διαύλους πωλήσεων, μεταξύ άλλων και όταν αγοράζουν προϊόντα σε διαδικτυακές αγορές. Αξιοποιώντας τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) …/…[πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες] αναφορικά την ιχνηλασιμότητα των εμπόρων, οι διαδικτυακές αγορές δεν θα πρέπει να επιτρέπουν τη συμπερίληψη προϊόντων στους καταλόγους των πλατφορμών τους, εκτός εάν ο έμπορος έχει παράσχει όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλεια και την ιχνηλασιμότητα του προϊόντος, όπως περιγράφονται αναλυτικά στον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να προβάλλονται μαζί με τον κατάλογο προϊόντων ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να επωφελούνται από τις ίδιες πληροφορίες που διατίθενται τόσο εντός όσο και εκτός διαδικτύου. Ωστόσο, η διαδικτυακή αγορά δεν θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την επαλήθευση της πληρότητας, της ορθότητας και της ακρίβειας των ίδιων των πληροφοριών, δεδομένου ότι η εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας των προϊόντων αποτελεί υποχρέωση του εμπόρου.

(37)Επίσης, είναι σημαντικό οι διαδικτυακές αγορές να συνεργάζονται στενά με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, τις αρχές επιβολής του νόμου και με τους σχετικούς οικονομικούς φορείς σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των προϊόντων. Βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 προβλέπεται υποχρέωση των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό, η οποία θα πρέπει, ως εκ τούτου, να επεκταθεί σε όλα τα καταναλωτικά προϊόντα. Για παράδειγμα, οι αρχές εποπτείας της αγοράς βελτιώνουν διαρκώς τα τεχνολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούν για την εποπτεία των διαδικτυακών αγορών ώστε να εντοπίζουν τα επικίνδυνα προϊόντα που πωλούνται διαδικτυακά. Προκειμένου τα εν λόγω εργαλεία να τεθούν σε λειτουργία, οι διαδικτυακές αγορές θα πρέπει να παράσχουν πρόσβαση στις διεπαφές τους. Επιπλέον, για τον σκοπό της ασφάλειας των προϊόντων, οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορεί επίσης να πρέπει να εξάγουν δεδομένα από τις διαδικτυακές αγορές.

(38)Η άμεση πώληση από οικονομικούς φορείς που είναι εγκατεστημένοι εκτός της Ένωσης μέσω διαδικτυακών διαύλων παρακωλύει το έργο των αρχών εποπτείας της αγοράς κατά την αντιμετώπιση των επικίνδυνων προϊόντων στην Ένωση, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι οικονομικοί φορείς ενδέχεται να μην είναι εγκατεστημένοι ούτε να διαθέτουν νομικό εκπρόσωπο στην Ένωση. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εποπτείας της αγοράς έχουν επαρκείς εξουσίες και μέσα για να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά την διαδικτυακή πώληση επικίνδυνων προϊόντων. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή του παρόντος κανονισμού, η υποχρέωση που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 θα πρέπει να επεκταθεί και στα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης ώστε να εξασφαλιστεί η ύπαρξη υπεύθυνου οικονομικού φορέα εγκατεστημένου στην Ένωση, στον οποίο έχουν ανατεθεί καθήκοντα σχετικά με τα εν λόγω προϊόντα και ο οποίος αποτελεί έναν συνομιλητή για τις αρχές εποπτείας της αγοράς και επιτελεί εγκαίρως ειδικά καθήκοντα.

(39)Τα στοιχεία επικοινωνίας του οικονομικού φορέα, που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση και είναι υπεύθυνος για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να παρέχονται μαζί με το προϊόν, ώστε να διευκολύνονται οι έλεγχοι σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού.

(40)Σε περίπτωση που οι οικονομικοί φορείς ή οι αρχές εποπτείας της αγοράς πρέπει να επιλέξουν μεταξύ διαφόρων διορθωτικών μέτρων, θα πρέπει να προτιμάται η πιο βιώσιμη δράση με τον μικρότερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο, όπως η επισκευή του προϊόντος, εφόσον δεν συνεπάγεται χαμηλότερο επίπεδο ασφάλειας.

(41)Οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας διαθέτει προϊόν στην αγορά με τη δική του επωνυμία ή εμπορικό σήμα ή τροποποιεί προϊόν κατά τρόπον ώστε να επηρεαστεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι ο κατασκευαστής και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή.

(42)Οι εσωτερικές διαδικασίες συμμόρφωσης μέσω των οποίων οι οικονομικοί φορείς εξασφαλίζουν, εσωτερικά, την αποτελεσματική και ταχεία εκπλήρωση της υποχρέωσής τους καθώς και οι προϋποθέσεις έγκαιρης αντίδρασης σε περίπτωση επικίνδυνου προϊόντος, θα πρέπει να εφαρμόζονται από τους ίδιους τους οικονομικούς φορείς.

(43)Όταν διαθέτουν προϊόντα στην αγορά, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να παρέχουν, στο πλαίσιο της σχετικής προσφοράς, ελάχιστες πληροφορίες για την ασφάλεια και την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει τις απαιτήσεις ενημέρωσης που θεσπίζονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 31 , για παράδειγμα σχετικά με τα κύρια χαρακτηριστικά των αγαθών, στον βαθμό που ενδείκνυται σε σχέση με το μέσο και τα αγαθά.

(44)Η διασφάλιση της ταυτοποίησης και της ιχνηλασιμότητας των προϊόντων σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού συμβάλλει στην ταυτοποίηση των οικονομικών φορέων και στη λήψη αποτελεσματικών διορθωτικών μέτρων κατά των επικίνδυνων προϊόντων, όπως οι στοχευμένες ανακλήσεις προϊόντων. Συνεπώς, η ταυτοποίηση και η ιχνηλασιμότητα των προϊόντων εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές και οι οικονομικοί φορείς λαμβάνουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τα επικίνδυνα προϊόντα, πράγμα που ενισχύει την εμπιστοσύνη στην αγορά και εξασφαλίζει την αποφυγή άσκοπων διαταραχών στις εμπορικές συναλλαγές. Συνεπώς, τα προϊόντα θα πρέπει να φέρουν πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίησή τους και την ταυτοποίηση του κατασκευαστή τους και, κατά περίπτωση, του εισαγωγέα τους. Οι εν λόγω απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας μπορούν να καταστούν αυστηρότερες για ορισμένα είδη προϊόντων. Οι κατασκευαστές θα πρέπει επίσης να καταρτίζουν τεχνικό φάκελο για τα προϊόντα τους, στον οποίo θα πρέπει να περιλαμβάνονται οι απαραίτητες πληροφορίες για την απόδειξη της ασφάλειας του προϊόντος τους.

(45)Το νομικό πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης και καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020 και το νομικό πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο συνεκτικά. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τις δραστηριότητες, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες, τα μέτρα και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών εποπτείας της αγοράς, είναι απαραίτητο να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των εν λόγω δύο συνόλων διατάξεων. Για τον λόγο αυτό, τα άρθρα 10 έως 16, τα άρθρα 18 και 19 και τα άρθρα 21 έως 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 θα πρέπει να εφαρμόζονται και στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(46)Για να διατηρηθεί η συνοχή του νομικού πλαισίου εποπτείας της αγοράς και, ταυτόχρονα, να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ του ευρωπαϊκού δικτύου των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των προϊόντων (στο εξής: δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών) που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό και του ενωσιακού δικτύου συμμόρφωσης των προϊόντων που αποσκοπεί στον διαρθρωμένο συντονισμό και τη συνεργασία ανάμεσα στις αρχές επιβολής των κρατών μελών και στην Επιτροπή που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, είναι απαραίτητο να συσχετιστεί το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών με το ενωσιακό δίκτυο συμμόρφωσης των προϊόντων όσον αφορά τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα άρθρα 11, 12, 13 και 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

(47)Θα πρέπει να παρασχεθεί στις εθνικές αρχές η δυνατότητα να συμπληρώνουν τις παραδοσιακές δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που επικεντρώνονται στην ασφάλεια των προϊόντων με δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που επικεντρώνονται στις εσωτερικές διαδικασίες συμμόρφωσης που εφαρμόζουν οι οικονομικοί φορείς με σκοπό τη διασφάλιση της ασφάλειας των προϊόντων. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν από έναν κατασκευαστή να αναφέρει ποια άλλα προϊόντα —που παράγονται με την ίδια διαδικασία ή περιέχουν τα ίδια συστατικά τα οποία θεωρείται ότι παρουσιάζουν κίνδυνο ή τα οποία αποτελούν μέρος της ίδιας παρτίδας παραγωγής— επηρεάζονται από τον ίδιο κίνδυνο.

(48)Θα πρέπει να καθιερωθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού με βάση δείκτες αποτελεσμάτων που θα παρέχουν τη δυνατότητα μέτρησης και σύγκρισης της αποτελεσματικότητας των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων.

(49)Θα πρέπει να υπάρχει αποτελεσματική, ταχεία και ακριβής ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά τα επικίνδυνα προϊόντα.

(50)Το σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών (RAPEX) της Ένωσης έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά του. Επιτρέπει να ληφθούν διορθωτικά μέτρα σε όλη την Ένωση όσον αφορά προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο πέραν του εδάφους ενός και μόνο κράτους μέλους. Είναι σκόπιμο, ωστόσο, η χρησιμοποιούμενη συντομογραφημένη ονομασία να αλλάξει από RAPEX σε Safety Gate, για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας και καλύτερης προσέγγισης των καταναλωτών. Το Safety Gate περιλαμβάνει ένα σύστημα ταχείας προειδοποίησης για τα επικίνδυνα μη εδώδιμα προϊόντα μέσω του οποίου οι εθνικές αρχές και η Επιτροπή μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τα εν λόγω προϊόντα, μια δικτυακή πύλη για την ενημέρωση του κοινού (δικτυακή πύλη Safety Gate) και μια διεπαφή που παρέχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να συμμορφώνονται με την υποχρέωσή τους να ενημερώνουν τις αρχές και τους καταναλωτές σχετικά με τα επικίνδυνα προϊόντα (Safety Business Gateway).

(51)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στο Safety Gate τα υποχρεωτικά και τα εθελοντικά διορθωτικά μέτρα που εμποδίζουν, περιορίζουν ή επιβάλλουν συγκεκριμένους όρους στην πιθανή εμπορική διάθεση ενός προϊόντος λόγω σοβαρού κινδύνου για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών ή, σε περίπτωση προϊόντων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, και για άλλο σχετικό δημόσιο συμφέρον των τελικών χρηστών.

(52)Βάσει του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, οι αρχές των κρατών μελών πρέπει να κοινοποιούν τα μέτρα που θεσπίζονται κατά των προϊόντων που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό και παρουσιάζουν λιγότερο σοβαρό κίνδυνο, μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο ίδιο άρθρο, ενώ τα διορθωτικά μέτρα που θεσπίζονται κατά των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και παρουσιάζουν λιγότερο σοβαρό κίνδυνο θα πρέπει να κοινοποιούνται στο Safety Gate. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να καταστήσουν διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που παρουσιάζουν τα προϊόντα για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Είναι σκόπιμο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις όλες οι πληροφορίες για τα διορθωτικά μέτρα που θεσπίζονται κατά προϊόντων που παρουσιάζουν κίνδυνο να περιλαμβάνονται στο Safety Gate, ώστε οι σχετικές πληροφορίες για τα επικίνδυνα προϊόντα να καθίστανται διαθέσιμες στο κοινό μέσω της δικτυακής πύλης Safety Gate. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να κοινοποιούν στο Safety Gate όλα τα διορθωτικά μέτρα για τα προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών.

(53)Σε περίπτωση που οι πληροφορίες πρέπει να κοινοποιηθούν στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, υπάρχει η δυνατότητα, για τις συγκεκριμένες κοινοποιήσεις, να υποβάλλονται απευθείας στο Safety Gate ή να δημιουργούνται στο εσωτερικό του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για την εποπτεία της αγοράς που προβλέπεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να διατηρεί και να αναπτύξει περαιτέρω τη διεπαφή που έχει δημιουργηθεί για τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας και του Safety Gate, ώστε να αποφεύγεται η διπλή καταχώριση των δεδομένων και να διευκολύνεται η εν λόγω διαβίβαση.

(54)Η Επιτροπή θα πρέπει να διατηρεί και να αναπτύξει περαιτέρω τη δικτυακή πύλη επιχειρήσεων Safety Business Gateway, δίνοντας στους οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους να ενημερώνουν τις αρχές εποπτείας της αγοράς και τους καταναλωτές για τα επικίνδυνα προϊόντα που έχουν διαθέσει ή καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά. Το εν λόγω εργαλείο θα πρέπει επίσης να παρέχει στους οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να ενημερώνουν τις αρχές εποπτείας της αγοράς για ατυχήματα που οφείλονται σε προϊόντα που έχουν διαθέσει ή καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά. Θα πρέπει να επιτρέπει την ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των οικονομικών φορέων και των εθνικών αρχών και να διευκολύνει την ενημέρωση των καταναλωτών από τους οικονομικούς φορείς.

(55)Ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες παρουσιάζεται η ανάγκη να αντιμετωπιστεί ένας σοβαρός κίνδυνος σε επίπεδο ΕΕ ο οποίος δεν μπορεί να περιοριστεί ικανοποιητικά μέσω των μέτρων που λαμβάνει το ενδιαφερόμενα κράτος μέλος ούτε μέσω άλλης διαδικασίας βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας. Οι περιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι κυρίως νέοι αναδυόμενοι κίνδυνοι ή κίνδυνοι που επηρεάζουν τους ευάλωτους καταναλωτές. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει μέτρα είτε με δική της πρωτοβουλία είτε μετά από σχετικό αίτημα των κρατών μελών. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να προσαρμοστούν στη σοβαρότητα και στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να προβλέπεται ένας επαρκής μηχανισμός μέσω του οποίου η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει άμεσα προσωρινά μέτρα.

(56)Ο προσδιορισμός του κινδύνου σε σχέση με ένα προϊόν καθώς και του επιπέδου του κινδύνου αυτού βασίζεται σε εκτίμηση κινδύνου που διενεργούν οι σχετικοί φορείς. Τα κράτη μέλη, κατά τη διενέργεια της εκτίμησης κινδύνου, ενδέχεται να καταλήξουν σε διαφορετικά αποτελέσματα ως προς την ύπαρξη ή το επίπεδο του κινδύνου. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς και τους ίσους όρους ανταγωνισμού τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους οικονομικούς φορείς. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταστεί διαθέσιμος στα κράτη μέλη ένας μηχανισμός διαιτησίας, σε εθελοντική βάση, ο οποίος θα επιτρέπει στην Επιτροπή να γνωμοδοτεί επί του επίμαχου ζητήματος.

(57)Το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών ενισχύει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών για την επιβολή της νομοθεσίας σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων. Πιο συγκεκριμένα, διευκολύνει τις δραστηριότητες ανταλλαγής πληροφοριών, την οργάνωση κοινών δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς και την ανταλλαγή εμπειρογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών. Το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών θα πρέπει να εκπροσωπείται δεόντως και να συμμετέχει στις δραστηριότητες συντονισμού και συνεργασίας του ενωσιακού δικτύου συμμόρφωσης των προϊόντων που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020 στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται συντονισμός των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αμφότερων των κανονισμών προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους.

(58)Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να διεξάγουν κοινές δραστηριότητες με άλλες αρχές ή οργανισμούς που εκπροσωπούν οικονομικούς φορείς ή τελικούς χρήστες με σκοπό να προωθήσουν την ασφάλεια των προϊόντων και να εντοπίσουν επικίνδυνα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που προσφέρονται προς πώληση διαδικτυακά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αρχές εποπτείας της αγοράς και η Επιτροπή, κατά περίπτωση, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιλογή προϊόντων και παραγωγών καθώς και των δραστηριοτήτων που διεξάγονται δεν διαμορφώνουν μια κατάσταση που ενδέχεται να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό ή να επηρεάσει την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των μερών.

(59)Οι ταυτόχρονες συντονισμένες δράσεις ελέγχου (στο εξής: σαρώσεις) είναι ειδικές δράσεις επιβολής της νομοθεσίας που μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω την ασφάλεια των προϊόντων. Πιο συγκεκριμένα, οι σαρώσεις θα πρέπει να διεξάγονται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τάσεις της αγοράς, καταγγελίες καταναλωτών ή άλλες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι ορισμένες κατηγορίες προϊόντων διαπιστώνεται συχνά ότι παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο.

(60)Η δημόσια διεπαφή του συστήματος Safety Gate, η δικτυακή πύλη Safety Gate, παρέχει τη δυνατότητα στο ευρύ κοινό, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, των οικονομικών φορέων και των διαδικτυακών αγορών, να ενημερώνονται για τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται κατά επικίνδυνων προϊόντων που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης. Μια χωριστή ενότητα της δικτυακής πύλης Safety Gate παρέχει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να ενημερώνουν την Επιτροπή για προϊόντα που εντοπίζονται στην αγορά και παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή θα πρέπει να προβαίνει σε επαρκείς ενέργειες παρακολούθησης, κυρίως μέσω της διαβίβασης των εν λόγω πληροφοριών στις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές.

(61)Όταν διατίθενται στο κοινό πληροφορίες σχετικά την ασφάλεια των προϊόντων θα πρέπει να προστατεύεται το επαγγελματικό απόρρητο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 339 της Συνθήκης, κατά τρόπο που να συμβιβάζεται με την ανάγκη εξασφάλισης της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς και των μέτρων προστασίας.

(62)Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ένα προϊόν που πωλείται ήδη στους καταναλωτές είναι επικίνδυνο, μπορεί να χρειαστεί να ανακληθεί προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές στην Ένωση. Οι καταναλωτές ενδέχεται να μην γνωρίζουν ότι κατέχουν ανακληθέν προϊόν. Ως εκ τούτου, για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των ανακλήσεων, είναι σημαντικό να βελτιωθεί η προσέγγιση των ενδιαφερόμενων καταναλωτών. Η άμεση επικοινωνία είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος ώστε να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση των καταναλωτών σχετικά με τις ανακλήσεις και να ενθαρρυνθεί η ανάληψη δράσης. Είναι, επίσης, ο προτιμώμενος δίαυλος επικοινωνίας σε όλες τις ομάδες καταναλωτών. Για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των καταναλωτών, είναι σημαντικό να ενημερώνονται με ταχύ και αξιόπιστο τρόπο. Συνεπώς, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν τα δεδομένα των πελατών που έχουν στη διάθεσή τους για να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με ανακλήσεις και προειδοποιήσεις ασφάλειας που συνδέονται με τα προϊόντα που έχουν αγοράσει. Ως εκ τούτου, απαιτείται η θέσπιση νομικής υποχρέωσης βάσει της οποίας θα απαιτείται από τους οικονομικούς φορείς να χρησιμοποιούν τυχόν δεδομένα πελατών που έχουν ήδη στη διάθεσή τους για να ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με ανακλήσεις και προειδοποιήσεις ασφάλειας. Από αυτή την άποψη, οι οικονομικοί φορείς θα διασφαλίζουν ότι συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα να επικοινωνούν απευθείας με τους πελάτες σε περίπτωση ανάκλησης ή προειδοποίησης ασφάλειας που τους επηρεάζει όσον αφορά τα υφιστάμενα προγράμματα ανταμοιβής τακτικού πελάτη ή τα συστήματα καταχώρισης προϊόντων, μέσω των οποίων ζητείται από τους πελάτες, αφότου αγοράσουν ένα προϊόν, να κοινοποιήσουν στον κατασκευαστή, σε εθελοντική βάση, ορισμένα στοιχεία όπως το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας τους, το μοντέλο του προϊόντος ή τον αριθμό σειράς.

(63)Το ένα τρίτο των καταναλωτών συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα επικίνδυνα προϊόντα παρά το γεγονός ότι βλέπουν μια ανακοίνωση ανάκλησης, κυρίως διότι οι ανακοινώσεις ανάκλησης συντάσσονται με περίπλοκο τρόπο ή ελαχιστοποιούν τον σχετικό κίνδυνο. Ως εκ τούτου, η ανακοίνωση ανάκλησης θα πρέπει να είναι σαφής, διαφανής και να περιγράφει με σαφήνεια τον σχετικό κίνδυνο, και θα πρέπει να αποφεύγονται οποιοιδήποτε όροι, εκφράσεις ή άλλα στοιχεία που ενδέχεται να μειώσουν την ικανότητα των καταναλωτών να αντιληφθούν τον κίνδυνο. Οι καταναλωτές θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ενημερώνονται εκτενέστερα, εάν χρειάζεται, μέσω δωρεάν τηλεφωνικού αριθμού ή με άλλο διαδραστικό μέσο.

(64)Για να ενθαρρυνθεί η απόκριση των καταναλωτών στις ανακλήσεις, είναι επίσης σημαντικό η ενέργεια που ζητείται από τους καταναλωτές να είναι όσο το δυνατόν απλούστερη και οι τρόποι επανόρθωσης που παρέχονται να είναι αποτελεσματικοί, δωρεάν και έγκαιροι. Στην οδηγία (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 32 παρέχονται στους καταναλωτές οι συμβατικοί τρόποι επανόρθωσης για την έλλειψη συμμόρφωσης αγαθών, η οποία υφίστατο κατά τον χρόνο της παράδοσης και κατέστη εμφανής εντός της περιόδου ευθύνης. Ο οικονομικός φορέας που είναι υπεύθυνος για την ανάκληση θα πρέπει να παρέχει παρόμοιους τρόπους επανόρθωσης στον καταναλωτή.

(65)Για να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και συνεκτική εφαρμογή της γενικής απαίτησης ασφάλειας που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό, είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται τα ευρωπαϊκά πρότυπα που καλύπτουν ορισμένα προϊόντα και κινδύνους κατά τρόπον ώστε ένα προϊόν που είναι σύμφωνο με ένα τέτοιο ευρωπαϊκό πρότυπο, τα στοιχεία αναφοράς του οποίου έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται με την εν λόγω απαίτηση.

(66)Όταν η Επιτροπή επισημαίνει την ανάγκη για ένα ευρωπαϊκό πρότυπο που διασφαλίζει τη συμμόρφωση ορισμένων προϊόντων με τη γενική απαίτηση ασφάλειας βάσει του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 33 , ώστε να ζητείται από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης είτε να καταρτίσουν είτε να προσδιορίσουν ένα πρότυπο κατάλληλο για να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που συμμορφώνονται με αυτό τεκμαίρεται ότι είναι ασφαλή.

(67)Ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παρόντος κανονισμού και, πιο συγκεκριμένα, η ανάγκη να οριστούν οι ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας βάσει του παρόντος κανονισμού, πριν από την υποβολή του αιτήματος στον ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης.

(68)Σε συνδυασμό με την προσαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, θα πρέπει να καθιερωθεί ειδική διαδικασία για τη θέσπιση των ειδικών απαιτήσεων ασφάλειας με τη συνδρομή της ειδικής επιτροπής που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό.

(69)Τα ευρωπαϊκά πρότυπα, των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με την οδηγία 2001/95/EΚ, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό. Τα αιτήματα τυποποίησης που εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία 2001/95/ΕΚ θα πρέπει να θεωρούνται αιτήματα τυποποίησης που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(70)Η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται και να ανταλλάσσει πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων με τις ρυθμιστικές αρχές τρίτων χωρών ή διεθνείς οργανισμούς στο πλαίσιο των συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Επιτροπής και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών θα πρέπει να τηρούνται οι κανόνες εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της Ένωσης.

(71)Για να έχουν σημαντικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα ώστε οι οικονομικοί φορείς και οι διαδικτυακές αγορές να αποτρέπουν τη διάθεση στην αγορά επικίνδυνων προϊόντων, οι κυρώσεις θα πρέπει να είναι αντίστοιχες με το είδος της παράβασης, το πιθανό πλεονέκτημα για τον οικονομικό φορέα ή την διαδικτυακή αγορά καθώς και με το είδος και τη σοβαρότητα της ζημίας που υπέστη ο καταναλωτής. Επιπλέον, είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ομοιογενές επίπεδο κυρώσεων ώστε να διασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού και να αποτρέπεται η συγκέντρωση των δραστηριοτήτων των οικονομικών φορέων ή των διαδικτυακών αγορών σε εδάφη όπου το επίπεδο των κυρώσεων είναι χαμηλότερο.

(72)Κατά την επιβολή κυρώσεων, θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η φύση, η σοβαρότητα και η διάρκεια της υπό εξέταση παράβασης. Η επιβολή κυρώσεων θα πρέπει να είναι αναλογική και θα πρέπει να συνάδει με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, μεταξύ άλλων με τις ισχύουσες δικονομικές εγγυήσεις και τις αρχές του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

(73)Για να διευκολυνθεί η συνεκτικότερη επιβολή των κυρώσεων, θα πρέπει να συμπεριληφθούν κοινά μη εξαντλητικά και ενδεικτικά κριτήρια για την επιβολή κυρώσεων. Μεταξύ των εν λόγω κριτηρίων θα πρέπει να περιλαμβάνεται η διάρκεια ή τα διαχρονικά αποτελέσματα της παράβασης, καθώς και η φύση και η σοβαρότητά της, ιδίως δε το επίπεδο του κινδύνου για τον καταναλωτή. Η περίπτωση υποτροπής από τον ίδιο παραβάτη καταδεικνύει προδιάθεση για διάπραξη ανάλογων παραβάσεων και συνεπώς συνιστά σημαντική ένδειξη της σοβαρότητας της συμπεριφοράς και, επομένως, της ανάγκης αύξησης του επιπέδου της κύρωσης προκειμένου να επιτευχθεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα οικονομικά οφέλη που αποκομίστηκαν ή οι ζημίες που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα τα σχετικά δεδομένα. Θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη άλλα επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία που που προκύπτουν από τις περιστάσεις της υπόθεσης.

(74)Για να διασφαλιστεί μεγαλύτερη συνέπεια, θα πρέπει να συμπεριληφθεί κατάλογος των παραβάσεων που θα πρέπει να υπόκεινται σε κυρώσεις.

(75)Το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των κυρώσεων θα πρέπει να ενισχυθεί με τη δυνατότητα δημοσίευσης των πληροφοριών που σχετίζονται με τις κυρώσεις που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη. Σε περίπτωση που οι εν λόγω κυρώσεις επιβάλλονται κατά φυσικών προσώπων ή περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μπορούν να δημοσιεύονται κατά τρόπο που συνάδει με τις απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 34 και στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 35 . Η ετήσια έκθεση για τις κυρώσεις που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμβάλει στη διαμόρφωση ίσων όρων ανταγωνισμού και στην πρόληψη των υποτροπών. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, είναι σκόπιμο να διευκρινίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες δεν θα πρέπει να γίνεται η δημοσίευση. Όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να δημοσιεύονται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις που αιτιολογούνται από τη σοβαρότητα της παράβασης, για παράδειγμα, όταν μια κύρωση έχει επιβληθεί σε οικονομικό φορέα του οποίου η επωνυμία ταυτοποιεί ένα φυσικό πρόσωπο και ο εν λόγω οικονομικός φορέας δεν έχει συμμορφωθεί κατ’ επανάληψη με τη γενική απαίτηση για την ασφάλεια των προϊόντων.

(76)Για να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες ώστε να θεσπίσει τις ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας, να προσδιορίσει τους δείκτες αποτελεσμάτων βάσει των οποίων τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν δεδομένα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, να θεσπίσει τους τρόπους και τις διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα μέτρα που κοινοποιούνται μέσω του Safety Gate καθώς και τα κριτήρια για την εκτίμηση του επιπέδου του κινδύνου, να λαμβάνει μέτρα όσον αφορά τα προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο, να θεσπίσει τους τρόπους αποστολής πληροφοριών από τους καταναλωτές στη δικτυακή πύλη Safety Gate, να καθορίσει τις απαιτήσεις για την καταχώριση των προϊόντων για σκοπούς ανάκλησης και να εκδώσει το υπόδειγμα ανακοίνωσης ανάκλησης. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 36 .

(77)Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή αν, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, τούτο επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης.

(78)Για να διατηρηθεί υψηλό επίπεδο υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης όσον αφορά την ταυτοποίηση και την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων που ενδέχεται ενέχουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου 37 . Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(79)Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η διασφάλιση συνεκτικού και υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών και, παράλληλα, η διατήρηση της ενότητας της ενιαίας αγοράς, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, δεδομένης της ανάγκης για υψηλό βαθμό συνεργασίας και συνεκτική δράση μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και για ένα μηχανισμό ταχείας και αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών για τα επικίνδυνα προϊόντα στην Ένωση, μπορούν όμως, λόγω του ενωσιακού χαρακτήρα του προβλήματος, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(80)Τυχόν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδει με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2016/679 και (ΕΕ) 2018/1725. Όταν οι καταναλωτές αναφέρουν ένα προϊόν στο Safety Gate, θα αποθηκεύονται μόνο εκείνα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι απαραίτητα για την αναφορά του επικίνδυνου προϊόντος και για περίοδο έως πέντε έτη μετά την καταγραφή των εν λόγω δεδομένων. Οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς θα πρέπει να τηρούν το μητρώο καταγγελιών των καταναλωτών μόνο για όσο είναι απαραίτητο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Οι κατασκευαστές και οι εισαγωγείς, σε περίπτωση που είναι φυσικά πρόσωπα, θα πρέπει να κοινοποιούν το όνομά τους ώστε να διασφαλίζεται ότι ο καταναλωτής μπορεί να ταυτοποιήσει το προϊόν για λόγους ιχνηλασιμότητας.

(81)Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κλήθηκε να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 και εξέδωσε τη γνωμοδότησή του στις ΧΧ ΧΧΧΧ 38 ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει βασικούς κανόνες σχετικά με την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων που διατίθενται ή καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα προϊόντα που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και τα οποία διατίθενται ή καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά, στον βαθμό που δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις με το ίδιο αντικείμενο στους κανόνες του ενωσιακού δικαίου που ρυθμίζουν την ασφάλεια των οικείων προϊόντων.

Όσον αφορά τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας που επιβάλλονται από την ενωσιακή νομοθεσία, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνον για τις πτυχές και τους κινδύνους ή τις κατηγορίες κινδύνων που δεν καλύπτονται από τις απαιτήσεις αυτές.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις που επιβάλλονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 25,

α)δεν εφαρμόζεται το κεφάλαιο II, στον βαθμό που πρόκειται για κινδύνους ή κατηγορίες κινδύνων που καλύπτονται από την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης·

β)δεν εφαρμόζονται το κεφάλαιο III τμήμα 1, τα κεφάλαια V και VII, και τα κεφάλαια IX έως XI.

2.Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε:

α)φάρμακα που προορίζονται για χρήση από τον άνθρωπο ή για κτηνιατρική χρήση·

β)τρόφιμα·

γ)ζωοτροφές·

δ)ζώντα φυτά και ζώα, γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς και γενετικώς τροποποιημένους μικροοργανισμούς σε περιορισμένη χρήση, καθώς και σε προϊόντα φυτών και ζώων που σχετίζονται άμεσα με τη μελλοντική αναπαραγωγή τους·

ε)ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα·

στ)φυτοπροστατευτικά προϊόντα·

ζ)εξοπλισμούς με τους οποίους κυκλοφορούν ή ταξιδεύουν οι καταναλωτές και τους οποίους χειρίζονται πάροχοι υπηρεσιών στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσίας στους καταναλωτές·

η)αεροσκάφη που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1139·

θ)αντίκες (αντικείμενα αρχαιολογικής/συλλεκτικής αξίας).

3.Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα προϊόντα που διατίθενται ή καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά είτε είναι καινούργια είτε μεταχειρισμένα είτε επισκευασμένα ή ανασκευασμένα. Δεν εφαρμόζεται σε προϊόντα που πρέπει να επισκευαστούν ή να ανασκευαστούν πριν από τη χρήση τους, όταν τα εν λόγω προϊόντα καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά με τη μορφή αυτή.

4.Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου για την προστασία των καταναλωτών.

5.Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αρχής της προφύλαξης.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.«προϊόν»: οποιοδήποτε αντικείμενο, διασυνδεδεμένο ή μη με άλλα αντικείμενα, το οποίο παρέχεται ή καθίσταται διαθέσιμο, έναντι τιμήματος ή δωρεάν, στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών —το οποίο προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές, ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς·

2. «ασφαλές προϊόν»: κάθε προϊόν το οποίο, υπό τις συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης ή κακής χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής διάρκειας χρήσης, δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή μόνον ελάχιστους κινδύνους που συμβιβάζονται με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί και συνάδουν με το υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών·

3.«επικίνδυνο προϊόν»: κάθε προϊόν που δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του «ασφαλούς προϊόντος»·

4.«κίνδυνος»: ο συνδυασμός της πιθανότητας εμφάνισης μιας πηγής κινδύνου ικανής να προκαλέσει βλάβη και του βαθμού σοβαρότητας της βλάβης αυτής·

5.«σοβαρός κίνδυνος»: κίνδυνος για τον οποίο, βάσει εκτίμησης κινδύνου και λαμβανομένης υπόψη της φυσιολογικής και προβλέψιμης χρήσης του προϊόντος, του συνδυασμού της πιθανότητας εμφάνισης μιας πηγής κινδύνου ικανής να προκαλέσει βλάβη και του βαθμού σοβαρότητας της βλάβης αυτής, κρίνεται ότι απαιτείται ταχεία επέμβαση των αρχών εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο κίνδυνος δεν έχει άμεσες επιπτώσεις·

6.«διαθεσιμότητα στην αγορά»: κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν·

7.«διάθεση στην αγορά»: η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ένωσης·

8. «κατασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ένα προϊόν ή αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την κατασκευή του και διοχετεύει στην αγορά το προϊόν αυτό υπό την επωνυμία του ή το εμπορικό σήμα του·

9.«εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί για λογαριασμό του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων·

10.«εισαγωγέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση το οποίο διαθέτει προϊόν τρίτης χώρας στην αγορά της Ένωσης·

11.«διανομέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, διαφορετικό από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά προϊόν διαθέσιμο στην αγορά·

12.«πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, παρέχει τουλάχιστον δύο από τις ακόλουθες υπηρεσίες: αποθήκευση, συσκευασία, διευθυνσιοδότηση και αποστολή, χωρίς να έχει την κυριότητα των εμπλεκόμενων προϊόντων και εξαιρέσει των ταχυδρομικών υπηρεσιών όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 39 , των υπηρεσιών αποστολής δεμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/644 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 40 , και κάθε άλλης ταχυδρομικής υπηρεσίας ή υπηρεσίας εμπορευματικής μεταφοράς·

13.«οικονομικός φορέας»: ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας, ο διανομέας, ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών ή κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπέχει υποχρεώσεις σχετικά με την κατασκευή προϊόντων, τη διαθεσιμότητά τους στην αγορά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

14.«διαδικτυακή αγορά»: πάροχος ενδιάμεσης υπηρεσίας η οποία χρησιμοποιεί λογισμικό, συμπεριλαμβανομένων ιστοτόπων, μέρους ιστοτόπων ή εφαρμογών, το οποίο διαχειρίζεται έμπορος ή τρίτος για λογαριασμό του εμπόρου, και η οποία επιτρέπει στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με άλλους εμπόρους ή καταναλωτές για την πώληση προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό·

15.«διαδικτυακή διεπαφή»: κάθε λογισμικό, συμπεριλαμβανομένων ιστοτόπων, μέρους ιστοτόπων ή εφαρμογών, το οποίο διαχειρίζεται οικονομικός φορέας ή τρίτος για λογαριασμό του οικονομικού φορέα, και το οποίο χρησιμεύει για να δίνει στον τελικό χρήστη πρόσβαση στα προϊόντα του οικονομικού φορέα·

16.«τελικός χρήστης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο στην Ένωση, στη διάθεση του οποίου τέθηκε ένα προϊόν είτε ως καταναλωτή, εκτός οποιασδήποτε εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, είτε ως επαγγελματία τελικού χρήστη στο πλαίσιο των βιομηχανικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων του·

17.«ευρωπαϊκό πρότυπο»: το ευρωπαϊκό πρότυπο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

18.«διεθνές πρότυπο»: το διεθνές πρότυπο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

19.«εθνικό πρότυπο»: το εθνικό πρότυπο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

20.«ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης»: ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποίησης που απαριθμείται στο παράρτημα 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

21.«εποπτεία της αγοράς»: οι δραστηριότητες που διεξάγονται και τα μέτρα που λαμβάνονται από αρχές εποπτείας της αγοράς προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό·

22.«αρχή εποπτείας της αγοράς»: η αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 ως αρμόδια να οργανώνει και να ασκεί εποπτεία της αγοράς στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους·

23.«ανάκληση»: κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή προϊόντος που έχει ήδη καταστεί διαθέσιμο στον καταναλωτή·

24.«απόσυρση»: κάθε μέτρο που έχει ως στόχο να αποτρέψει τη διαθεσιμότητα στην αγορά προϊόντος που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού·

25.«ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης»: η ενωσιακή νομοθεσία που παρατίθεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, καθώς και κάθε άλλη ενωσιακή νομοθεσία που εναρμονίζει τους όρους εμπορίας των προϊόντων στα οποία εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός.

Άρθρο 4

Πωλήσεις εξ αποστάσεως

1.Προϊόν που διατίθεται προς πώληση διαδικτυακά ή με άλλες μεθόδους εξ αποστάσεως πώλησης θεωρείται ότι καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά εάν η προσφορά στοχεύει καταναλωτές εντός της Ένωσης. Διάθεση προς πώληση θεωρείται ότι στοχεύει καταναλωτές εντός της Ένωσης εάν ο αντίστοιχος οικονομικός φορέας κατευθύνει με οποιονδήποτε τρόπο τις δραστηριότητές του προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

2.Για να προσδιοριστεί εάν η προσφορά στοχεύει καταναλωτές εντός της Ένωσης, λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα μη εξαντλητικά κριτήρια:

α)η χρήση επίσημης γλώσσας ή νομίσματος των κρατών μελών·

β)όνομα χώρου καταχωρισμένο σε ένα από τα κράτη μέλη·

γ)οι γεωγραφικές περιοχές στις οποίες μπορούν να αποστέλλονται τα προϊόντα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Απαιτήσεις ασφάλειας

Άρθρο 5

Γενική απαίτηση ασφάλειας

Οι οικονομικοί φορείς διαθέτουν ή καθιστούν διαθέσιμα στην αγορά της Ένωσης μόνο ασφαλή προϊόντα.

Άρθρο 6

Τεκμήριο ασφάλειας

1.Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ένα προϊόν τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5 στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)εφόσον συμμορφώνεται με τα σχετικά ευρωπαϊκά πρότυπα ή μέρη αυτών όσον αφορά τους κινδύνους και τις κατηγορίες κινδύνων που καλύπτονται, των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

β)ελλείψει των ευρωπαϊκών προτύπων που αναφέρονται στο στοιχείο α), όσον αφορά τους κινδύνους που καλύπτονται από τις απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας που ορίζονται στο δίκαιο του κράτους μέλους στην αγορά του οποίου καθίσταται διαθέσιμο το προϊόν, εφόσον συμμορφώνεται με τις εν λόγω εθνικές απαιτήσεις.

2.Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες καθορίζονται οι ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας που είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα πληρούν τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 3.

3.Ωστόσο, το τεκμήριο ασφάλειας βάσει της παραγράφου 1 δεν εμποδίζει τις αρχές εποπτείας της αγοράς να λάβουν μέτρα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρά τη συμμόρφωση, το προϊόν είναι επικίνδυνο.

Άρθρο 7

Πτυχές για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων

1.Όταν δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5, λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθες πτυχές, ιδίως κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας ενός προϊόντος:

α)τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού του, των τεχνικών χαρακτηριστικών του, της σύνθεσής του, της συσκευασίας του, των οδηγιών συναρμολόγησης, και, ενδεχομένως, εγκατάστασης και συντήρησής του·

β)η επίδραση που έχει το προϊόν αυτό σε άλλα προϊόντα, όταν είναι ευλόγως δυνατόν να προβλεφθεί ότι αυτό θα χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της διασύνδεσης των προϊόντων μεταξύ τους·

γ)η επίδραση που ενδέχεται να έχουν άλλα προϊόντα στο προς αξιολόγηση προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της επίδρασης μη ενσωματωμένων στοιχείων τα οποία προορίζονται να καθορίσουν, να μεταβάλουν ή να ολοκληρώσουν τον τρόπο λειτουργίας άλλου προϊόντος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας του εν λόγω άλλου προϊόντος·

δ)η παρουσίαση του προϊόντος, η επισήμανσή του, οι προειδοποιήσεις και οι οδηγίες ασφαλούς χρήσης και διάθεσής του, καθώς και κάθε άλλη οδηγία ή πληροφορία σχετική με το προϊόν·

ε)οι κατηγορίες καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο όταν χρησιμοποιούν το προϊόν, ιδίως οι ευάλωτοι καταναλωτές όπως τα παιδιά, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα με αναπηρία·

στ)η εμφάνιση του προϊόντος και ιδίως όταν ένα προϊόν, αν και δεν είναι τρόφιμο, μοιάζει με τρόφιμο και είναι δυνατόν να εκληφθεί ως τρόφιμο λόγω της μορφής, της μυρωδιάς, του χρώματος, της όψης, της συσκευασίας, της επισήμανσης, του όγκου, του μεγέθους ή άλλων χαρακτηριστικών του·

ζ)το γεγονός ότι παρότι δεν έχει σχεδιαστεί ή δεν προορίζεται για χρήση από παιδιά, το προϊόν μοιάζει με αντικείμενο το οποίο αναγνωρίζεται κοινώς ότι προσελκύει παιδιά ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί από αυτά, λόγω του σχεδιασμού, της συσκευασίας και των χαρακτηριστικών του·

η)τα κατάλληλα χαρακτηριστικά κυβερνοασφάλειας που είναι απαραίτητα για την προστασία του προϊόντος από εξωτερικές επιρροές, συμπεριλαμβανομένων των κακόβουλων τρίτων, όταν οι εν λόγω επιρροές ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια του προϊόντος·

θ)οι εξελισσόμενες λειτουργικές ικανότητες και οι λειτουργικές ικανότητες μάθησης και πρόβλεψης ενός προϊόντος.

2.Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου επιπέδου ασφάλειας ή η διαθεσιμότητα άλλων προϊόντων που παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο δεν συνιστά επαρκή λόγο για τον χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως μη ασφαλούς.

3.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κατά την αξιολόγηση της ασφάλειας ενός προϊόντος, λαμβάνονται υπόψη, εφόσον είναι διαθέσιμα, τα ακόλουθα στοιχεία, και ιδίως:

α)τα ευρωπαϊκά πρότυπα, εκτός εκείνων τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012·

β)τα διεθνή πρότυπα·

γ)οι διεθνείς συμφωνίες·

δ)τα συστήματα εθελοντικής πιστοποίησης ή παρόμοια πλαίσια αξιολόγησης της συμμόρφωσης τρίτων, ιδίως εκείνα που σχεδιάστηκαν για την υποστήριξη της ενωσιακής νομοθεσίας·

ε)οι συστάσεις ή οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων·

στ)τα εθνικά πρότυπα που ισχύουν στο κράτος μέλος στην αγορά του οποίου καθίσταται διαθέσιμο το προϊόν·

ζ)οι τεχνολογικές εξελίξεις και η τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένης της γνώμης αναγνωρισμένων επιστημονικών φορέων και επιτροπών εμπειρογνωμόνων·

η)οι κώδικες ορθής πρακτικής για την ασφάλεια των προϊόντων, οι οποίοι ισχύουν στον συγκεκριμένο τομέα·

θ)η ασφάλεια την οποία δικαιούνται ευλόγως να προσδοκούν οι καταναλωτές·

ι)οι απαιτήσεις ασφάλειας που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων

Τμήμα 1

Άρθρο 8

Υποχρεώσεις των κατασκευαστών

1.Όταν διαθέτουν τα προϊόντα τους στην αγορά, οι κατασκευαστές εξασφαλίζουν ότι τα εν λόγω προϊόντα είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα σύμφωνα με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5.

2.Οι κατασκευαστές διερευνούν τις καταγγελίες που λαμβάνουν και αφορούν προϊόντα τα οποία κατέστησαν διαθέσιμα στην αγορά και τα οποία έχουν χαρακτηριστεί από τον καταγγέλλοντα ως επικίνδυνα και τηρούν μητρώο των εν λόγω καταγγελιών και των ανακλήσεων προϊόντων.

Οι κατασκευαστές καθιστούν δημόσια διαθέσιμους για τους καταναλωτές διαύλους επικοινωνίας, όπως αριθμό τηλεφώνου, ηλεκτρονική διεύθυνση ή ειδική ενότητα στον ιστότοπό τους, παρέχοντας τη δυνατότητα στους καταναλωτές να υποβάλλουν καταγγελίες και να τους ενημερώνουν για τυχόν ατυχήματα ή προβλήματα ασφάλειας που αντιμετώπισαν σε σχέση με το προϊόν.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποθηκεύονται στο μητρώο καταγγελιών είναι μόνο εκείνα που είναι απαραίτητα προκειμένου να διερευνήσει ο κατασκευαστής την καταγγελία για ένα εικαζόμενο επικίνδυνο προϊόν. Τα εν λόγω δεδομένα τηρούνται για το χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για τους σκοπούς της έρευνας και έως πέντε έτη μετά την καταγραφή τους.

3.Οι κατασκευαστές ενημερώνουν τους διανομείς, τους εισαγωγείς και τις διαδικτυακές αγορές της σχετικής αλυσίδας εφοδιασμού σχετικά με κάθε πρόβλημα ασφάλειας που έχουν διαπιστώσει.

4.Οι κατασκευαστές καταρτίζουν τον τεχνικό φάκελο του προϊόντος. Ο τεχνικός φάκελος περιλαμβάνει, κατά περίπτωση:

α)γενική περιγραφή του προϊόντος και των βασικών χαρακτηριστικών του που έχουν σημασία για την αξιολόγηση της ασφάλειάς του·

β)ανάλυση των πιθανών κινδύνων που σχετίζονται με το προϊόν και των λύσεων που έχουν επιλεγεί για την εξάλειψη ή τον μετριασμό των κινδύνων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων τυχόν δοκιμών που διενεργήθηκαν από τον κατασκευαστή ή από άλλο μέρος για λογαριασμό του·

γ)τον κατάλογο των ευρωπαϊκών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), ή τα υπόλοιπα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3, που εφαρμόζονται για την εκπλήρωση της γενικής απαίτησης ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5.

Σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, τις απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας ή τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 εφαρμόζεται μόνο μερικώς, προσδιορίζονται τα τμήματα που εφαρμόζονται.

5.Οι κατασκευαστές τηρούν τον τεχνικό φάκελο του προϊόντος επί δέκα έτη από τη διάθεσή του προϊόντος στην αγορά και τον θέτουν στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς, όταν τους ζητηθεί.

6.Οι κατασκευαστές εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα τους φέρουν αριθμό τύπου, παρτίδας ή σειράς ή άλλο στοιχείο που επιτρέπει την ταυτοποίηση του προϊόντος και το οποίο είναι εύκολα ορατό και ευανάγνωστο για τους καταναλωτές, ή, αν το μέγεθος ή η φύση του προϊόντος δεν το επιτρέπουν, εξασφαλίζουν ότι οι απαιτούμενες πληροφορίες αναγράφονται στη συσκευασία ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν.

7.Οι κατασκευαστές σημειώνουν το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία τους ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους και την ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνσή τους, όπου μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί τους, στο προϊόν ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, στη συσκευασία του ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν. Η διεύθυνση υποδεικνύει ένα ενιαίο σημείο επαφής με τον κατασκευαστή.

8.Οι κατασκευαστές εξασφαλίζουν ότι το προϊόν τους συνοδεύεται από οδηγίες και πληροφορίες ασφάλειας σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους καταναλωτές, η οποία καθορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο καθίσταται διαθέσιμο το προϊόν. Η εν λόγω απαίτηση δεν εφαρμόζεται όταν το προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια και σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή χρήση του, χωρίς τέτοιες οδηγίες και πληροφορίες ασφάλειας.

9.Οι κατασκευαστές εξασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται οι κατάλληλες διαδικασίες ώστε η μαζική παραγωγή να συμμορφώνεται με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5.

10.Οι κατασκευαστές που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν, ότι ένα προϊόν που έχουν διαθέσει στην αγορά δεν είναι ασφαλές, λαμβάνουν άμεσα τα διορθωτικά μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της απόσυρσης ή ανάκλησης, κατά περίπτωση.

11.Οι κατασκευαστές προειδοποιούν άμεσα, μέσω της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway που αναφέρεται στο άρθρο 25, τους καταναλωτές σχετικά με τον κίνδυνο που παρουσιάζει για την υγεία και την ασφάλειά τους ένα προϊόν που κατασκευάζουν και ενημερώνουν άμεσα σχετικά με το θέμα αυτό τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχει καταστεί διαθέσιμο το εν λόγω προϊόν, παρέχοντας στοιχεία, πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τον κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών καθώς και σχετικά με οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο έχει ήδη ληφθεί.

Άρθρο 9

Υποχρεώσεις των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων

1.Οι κατασκευαστές μπορούν να διορίζουν, με γραπτή εντολή, εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο.

2.Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντα που προσδιορίζονται στην εντολή την οποία λαμβάνει από τον κατασκευαστή. Η εντολή επιτρέπει στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο να ασκεί τουλάχιστον τα εξής καθήκοντα:

α)να παρέχει σε αρχή εποπτείας της αγοράς, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματός της, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για να αποδειχθεί η ασφάλεια του προϊόντος, σε επίσημη γλώσσα που να μπορεί να την κατανοήσει η εν λόγω αρχή·

β)εάν έχει λόγους να πιστεύει πως ένα προϊόν παρουσιάζει κίνδυνο, να ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή·

γ)να συνεργάζεται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατόπιν αιτήματος των τελευταίων, σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν ώστε να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι που ενέχουν τα προϊόντα που καλύπτει η εντολή του.

Άρθρο 10

Υποχρεώσεις των εισαγωγέων

1.Προτού διαθέσουν ένα προϊόν στην αγορά, οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι το προϊόν συμμορφώνεται με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5 και ότι ο κατασκευαστής έχει τηρήσει τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 4, 6 και 7.

2.Εφόσον ο εισαγωγέας θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 5 και το άρθρο 8 παράγραφοι 4, 6 και 7, δεν διαθέτει το προϊόν στην αγορά έως ότου αποκατασταθεί η συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος. Επιπλέον, όταν το προϊόν δεν είναι ασφαλές, ο εισαγωγέας ενημερώνει σχετικά τον κατασκευαστή και μεριμνά ώστε να ενημερωθούν οι αρχές εποπτείας της αγοράς.

3.Οι εισαγωγείς αναγράφουν το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία τους ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους και την ταχυδρομική ή ηλεκτρονική διεύθυνσή τους όπου μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί τους, στο προϊόν ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, στη συσκευασία του ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν. Εξασφαλίζουν ότι τυχόν πρόσθετη επισήμανση δεν κρύβει κανένα από τα στοιχεία που περιέχονται στην επισήμανση που παρέχεται από τον κατασκευαστή.

4.Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι το προϊόν που εισήγαγαν συνοδεύεται από οδηγίες και από πληροφορίες ασφάλειας σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους καταναλωτές, η οποία καθορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο καθίσταται διαθέσιμο το προϊόν, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες το προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια και σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή χρήση του χωρίς τέτοιες οδηγίες και πληροφορίες ασφάλειας.

5.Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι, ενόσω το προϊόν βρίσκεται υπό την ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5 και τη συμμόρφωσή του με το άρθρο 8 παράγραφοι 6 και 7.

6.Οι εισαγωγείς διερευνούν τις καταγγελίες που συνδέονται με προϊόντα που κατέστησαν διαθέσιμα στην αγορά και καταχωρίζουν τις εν λόγω καταγγελίες, όπως και τις ανακλήσεις προϊόντων, στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, ή στο δικό τους μητρώο. Οι εισαγωγείς ενημερώνουν τον κατασκευαστή και τους διανομείς σχετικά με τη διενεργούμενη έρευνα και τα αποτελέσματά της.

Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο είναι διαθέσιμοι ώστε να μπορούν οι καταναλωτές να υποβάλλουν καταγγελίες και να κοινοποιούν τυχόν ατυχήματα ή προβλήματα ασφάλειας που σχετίζονται με το προϊόν. Εάν οι εν λόγω δίαυλοι δεν είναι διαθέσιμοι, ο εισαγωγέας μεριμνά ώστε να καταστούν διαθέσιμοι.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποθηκεύονται στο μητρώο καταγγελιών είναι μόνο εκείνα που είναι απαραίτητα προκειμένου να διερευνήσει ο εισαγωγέας την καταγγελία για ένα εικαζόμενο επικίνδυνο προϊόν. Τα εν λόγω δεδομένα τηρούνται για το χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για τους σκοπούς της έρευνας και έως πέντε έτη μετά την καταγραφή τους.

7.Οι εισαγωγείς συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς και τον κατασκευαστή με σκοπό να εξασφαλίζεται η ασφάλεια του προϊόντος.

8.Οι εισαγωγείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν, ότι ένα προϊόν που έχουν διαθέσει στην αγορά δεν είναι ασφαλές, ενημερώνουν άμεσα τον κατασκευαστή και εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα διορθωτικά μέτρα που είναι απαραίτητα για τη συμμόρφωση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της απόσυρσης ή ανάκλησης, κατά περίπτωση. Σε περίπτωση που δεν έχουν ληφθεί τα εν λόγω μέτρα, τα λαμβάνει ο εισαγωγέας. Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι, μέσω της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway που αναφέρεται στο άρθρο 25, οι καταναλωτές προειδοποιούνται άμεσα και αποτελεσματικά σχετικά με τον κίνδυνο, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και ότι ενημερώνονται άμεσα σχετικά με το θέμα αυτό οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών στα οποία κατέστησαν διαθέσιμο το εν λόγω προϊόν, παρέχοντας στοιχεία, πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τον κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών καθώς και σχετικά με οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο έχει ήδη ληφθεί.

9.Οι εισαγωγείς τηρούν τον τεχνικό φάκελο που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 4 επί δέκα έτη από τη διάθεσή του προϊόντος στην αγορά και τον θέτουν στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς, όταν τους ζητηθεί.

Άρθρο 11

Υποχρεώσεις των διανομέων

1.Πριν καταστήσουν διαθέσιμο ένα προϊόν στην αγορά, οι διανομείς επαληθεύουν ότι ο κατασκευαστής και ο εισαγωγέας έχουν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 6, 7 και 8 και στο άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4, κατά περίπτωση.

2.Οι διανομείς εξασφαλίζουν ότι, ενόσω το προϊόν βρίσκεται υπό την ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5 και τη συμμόρφωσή του με το άρθρο 8 παράγραφοι 6, 7 και 8 και το άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4, κατά περίπτωση.

3.Οι διανομείς που θεωρούν ή έχουν λόγους να πιστεύουν, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν, ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις της παραγράφου 2, δεν καθιστούν διαθέσιμο το προϊόν στην αγορά έως ότου αποκατασταθεί η συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος. Επιπλέον, όταν το προϊόν δεν είναι ασφαλές, ο διανομέας ενημερώνει αμέσως σχετικά με το θέμα αυτό τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, κατά περίπτωση, και μεριμνά ώστε να ενημερωθούν, μέσω της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway που αναφέρεται στο άρθρο 25, οι αρχές εποπτείας της αγοράς.

4.Οι διανομείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν, ότι ένα προϊόν που έχουν καταστήσει διαθέσιμο στην αγορά δεν είναι ασφαλές ή δεν συμμορφώνεται με το άρθρο 8 παράγραφοι 6, 7 και 8 και το άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα διορθωτικά μέτρα που είναι απαραίτητα για τη συμμόρφωση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της απόσυρσης ή ανάκλησης, κατά περίπτωση. Επιπλέον, όταν το προϊόν δεν είναι ασφαλές, οι διανομείς ενημερώνουν άμεσα σχετικά με το θέμα αυτό τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, κατά περίπτωση, και μεριμνούν ώστε να ενημερώνονται σχετικά με το θέμα αυτό, μέσω της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway που αναφέρεται στο άρθρο 25, οι αρχές εποπτείας της αγοράς του κράτους μέλους στο οποίο έχουν καταστήσει διαθέσιμο το προϊόν, παρέχοντας στοιχεία, πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τον κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια καθώς και σχετικά με οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο έχει ληφθεί.

Άρθρο 12

Περιπτώσεις στις οποίες οι υποχρεώσεις των κατασκευαστών εφαρμόζονται σε άλλους οικονομικούς φορείς

1.Φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εκτός από τον κατασκευαστή, το οποίο τροποποιεί ουσιωδώς το προϊόν, θεωρείται κατασκευαστής για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και υπόκειται στις υποχρεώσεις του κατασκευαστή που προβλέπονται στο άρθρο 8 για το μέρος του προϊόντος που επηρεάζεται από την τροποποίηση ή για ολόκληρο το προϊόν, αν η ουσιώδης τροποποίηση επηρεάζει την ασφάλειά του.

2.Η τροποποίηση θεωρείται ουσιώδης εφόσον πληρούνται τα ακόλουθα τρία κριτήρια:

α)η τροποποίηση μεταβάλλει τις σκοπούμενες λειτουργίες, τον τύπο ή την απόδοση του προϊόντος κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν στη αρχική εκτίμηση κινδύνου του προϊόντος·

β)η φύση της πηγής κινδύνου έχει μεταβληθεί ή το επίπεδο του κινδύνου έχει αυξηθεί λόγω της τροποποίησης·

γ)    οι αλλαγές δεν πραγματοποιήθηκαν από τον καταναλωτή για δική του χρήση.

Άρθρο 13

Εσωτερικές διαδικασίες για την ασφάλεια των προϊόντων

Οι οικονομικοί φορείς διασφαλίζουν ότι εφαρμόζουν εσωτερικές διαδικασίες για την ασφάλεια των προϊόντων, οι οποίες τους επιτρέπουν να τηρούν τη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5.

Άρθρο 14

Συνεργασία των οικονομικών φορέων με τις αρχές εποπτείας της αγοράς

1.Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς για μέτρα που θα μπορούσαν να εξαλείψουν ή να μετριάσουν κινδύνους τους οποίου παρουσιάζουν προϊόντα που οι φορείς αυτοί έχουν καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά.

2.Κατόπιν αιτήματος της αρχή εποπτείας της αγοράς, ο οικονομικός φορέας παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, ιδίως τις ακόλουθες:

α)πλήρη περιγραφή του κινδύνου που παρουσιάζει το προϊόν·

β) περιγραφή των διορθωτικών μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του κινδύνου.

3.Όταν τους ζητηθεί, οι οικονομικοί φορείς προσδιορίζουν επίσης και κοινοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)κάθε οικονομικό φορέα ο οποίος τους έχει προμηθεύσει το προϊόν·

β)κάθε οικονομικό φορέα στον οποίο έχουν προμηθεύσει το προϊόν.

4.Οι οικονομικοί φορείς είναι σε θέση να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 επί δέκα έτη αφότου έχουν προμηθευτεί το προϊόν και επί δέκα έτη αφότου έχουν προμηθεύσει το προϊόν, κατά περίπτωση.

5.Οι οικονομικοί φορείς διασφαλίζουν ότι το διορθωτικό μέτρο που λαμβάνεται είναι αποτελεσματικό όσον αφορά την εξάλειψη ή τον μετριασμό των κινδύνων. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να ζητούν από τους οικονομικούς φορείς να υποβάλλουν τακτικές εκθέσεις προόδου και μπορούν να αποφαίνονται για το κατά πόσον ή πότε το διορθωτικό μέτρο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ολοκληρωθεί.

Άρθρο 15

Υπεύθυνο πρόσωπο για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης

1.Το άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 εφαρμόζεται και στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι αναφορές στην «ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης» στο άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοούνται ως «Κανονισμός […]».

2.Πέραν των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, ο οικονομικός φορέας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 διενεργεί κατά περιόδους δειγματοληπτικές δοκιμές σε τυχαία επιλεγμένα προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά. Όταν τα προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά υπόκεινται σε απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 26 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ο οικονομικός φορέας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 διενεργεί, τουλάχιστον μία φορά ετησίως και για το σύνολο της διάρκειας ισχύος της απόφασης, αντιπροσωπευτικές δειγματοληπτικές δοκιμές σε προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά τα οποία επιλέγονται υπό τον έλεγχο δικαστικού υπαλλήλου ή οποιουδήποτε ειδικευμένου προσώπου έχει ορίσει το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας.

3.Το όνομα, η καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα και τα στοιχεία επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ταχυδρομικής και της ηλεκτρονικής διεύθυνσης, του οικονομικού φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 αναγράφονται στο προϊόν ή στη συσκευασία του, στο δέμα ή σε συνοδευτικό έγγραφο.

Άρθρο 16

Παροχή πληροφοριών στους οικονομικούς φορείς

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες για τη δωρεάν παροχή στους οικονομικούς φορείς, μετά από δικό τους αίτημα, πληροφοριών για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 17

Ιχνηλασιμότητα των προϊόντων

1.Για ορισμένα προϊόντα, κατηγορίες ή ομάδες προϊόντων που ενδέχεται να εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, βάσει των ατυχημάτων που καταχωρίζονται στην πύλη επιχειρήσεων Safety Business Gateway, των στατιστικών στοιχείων του Safety Gate, των αποτελεσμάτων των κοινών δραστηριοτήτων για την ασφάλεια των προϊόντων και άλλων σχετικών δεικτών ή αποδεικτικών στοιχείων, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από τους οικονομικούς φορείς που διαθέτουν και καθιστούν διαθέσιμα τα εν λόγω προϊόντα στην αγορά να καθιερώσουν ή να τηρούν σύστημα ιχνηλασιμότητας.

2.Το σύστημα ιχνηλασιμότητας συνίσταται στη συλλογή και αποθήκευση δεδομένων, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικά μέσα, που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του προϊόντος, των συστατικών μερών του ή των οικονομικών φορέων που συμμετέχουν στη σχετική αλυσίδα εφοδιασμού, και περιλαμβάνει τους τρόπους απεικόνισης των δεδομένων και της πρόσβασης σ’ αυτά, συμπεριλαμβανομένης της τοποθέτησης φορέα δεδομένων στο προϊόν, στη συσκευασία του ή στα συνοδευτικά του έγγραφα.

3.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 41 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό ως εξής:

α)προσδιορίζοντας τα προϊόντα, τις κατηγορίες ή τις ομάδες προϊόντων ή συστατικών μερών που ενδέχεται να εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η Επιτροπή αναφέρει στις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις αν έχει χρησιμοποιήσει τη μεθοδολογία ανάλυσης κινδύνου που προβλέπεται στην απόφαση (ΕΕ) 2019/417 41 της Επιτροπής ή, εάν εν λόγω μεθοδολογία δεν είναι κατάλληλη για το υπό εξέταση προϊόν, παρέχει αναλυτική περιγραφή της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε·

β)προσδιορίζοντας το είδος των δεδομένων τα οποία πρέπει να συλλέγουν και να αποθηκεύουν οι οικονομικοί φορείς μέσω του συστήματος ιχνηλασιμότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 2·

γ)προσδιορίζοντας τους τρόπους απεικόνισης των δεδομένων και πρόσβασης σ’ αυτά, συμπεριλαμβανομένης της τοποθέτησης φορέα δεδομένων στο προϊόν, τη συσκευασία του ή τα συνοδευτικά έγγραφα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.Κατά τη θέσπιση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τα εξής:

α)την οικονομική αποδοτικότητα των μέτρων, καθώς και τον αντίκτυπό τους στις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρομεσαίες·

β)τη συμβατότητα με συστήματα ιχνηλασιμότητας που είναι διαθέσιμα στην Ένωση ή σε διεθνές επίπεδο.

Τμήμα 2

Άρθρο 18

Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων σε περίπτωση πωλήσεων εξ αποστάσεως

Όταν τα προϊόντα καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά διαδικτυακά ή με άλλα μέσα εξ αποστάσεως πωλήσεων από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς, στη σχετική προσφορά του προϊόντος περιλαμβάνονται σαφώς και ευδιάκριτα τουλάχιστον οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)το όνομα, η καταχωρισμένη επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του κατασκευαστή, καθώς και η ταχυδρομική ή η ηλεκτρονική διεύθυνσή του, όπου μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί του·

β)σε περίπτωση που ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, το όνομα, η διεύθυνση, ο αριθμός τηλεφώνου και η ηλεκτρονική διεύθυνση του υπεύθυνου προσώπου κατά την έννοια του άρθρου 15 παράγραφος 1·

γ)πληροφορίες για την ταυτοποίηση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του τύπου προϊόντος και, εφόσον διατίθενται, του αριθμού παρτίδας ή σειράς καθώς και τυχόν άλλου αναγνωριστικού κωδικού του προϊόντος·

δ)τυχόν προειδοποίηση ή πληροφορίες ασφάλειας που πρέπει να επικολληθούν στο προϊόν ή να το συνοδεύουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους καταναλωτές.

Άρθρο 19

Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων σε περίπτωση ατυχημάτων ή ζητημάτων ασφάλειας που σχετίζονται με τα προϊόντα

1.Ο κατασκευαστής εξασφαλίζει ότι, μέσω της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway που αναφέρεται στο άρθρο 25, ατύχημα που οφείλεται σε προϊόν που διατίθεται ή καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά κοινοποιείται εντός δύο εργάσιμων ημερών από τη στιγμή που ο κατασκευαστής ενημερώνεται για το ατύχημα, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο συνέβη το ατύχημα. Στην κοινοποίηση περιλαμβάνεται ο τύπος και ο αριθμός ταυτοποίησης του προϊόντος καθώς και οι περιστάσεις του ατυχήματος, εφόσον είναι γνωστές. Ο κατασκευαστής κοινοποιεί, κατόπιν αιτήματος, στις αρμόδιες αρχές τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες.

2.Οι εισαγωγείς και οι διανομείς που είναι ενήμεροι για ατύχημα που οφείλεται σε προϊόν που διέθεσαν ή κατέστησαν διαθέσιμο στην αγορά ενημερώνουν τον κατασκευαστή, ο οποίος μπορεί να δώσει εντολή στον εισαγωγέα ή σε έναν από τους διανομείς να προβεί στην κοινοποίηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Διαδικτυακές αγορές

Άρθρο 20

Ειδικές υποχρεώσεις των διαδικτυακών αγορών που σχετίζονται με την ασφάλεια των προϊόντων

1.Οι διαδικτυακές αγορές καθορίζουν ένα ενιαίο σημείο επαφής το οποίο παρέχει τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας με τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών σχετικά με ζητήματα ασφάλειας των προϊόντων, ιδίως για εντολές που αφορούν προσφορές επικίνδυνων προϊόντων.

Οι διαδικτυακές αγορές καταχωρίζονται στη δικτυακή πύλη Safety Gate και αναρτούν στην πύλη τα στοιχεία για το ενιαίο σημείο επαφής τους.

2.Όσον αφορά τις εξουσίες που ανατίθενται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, τα κράτη μέλη εκχωρούν στις οικείες αρχές εποπτείας της αγοράς την εξουσία, για όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, να διατάσσουν μια διαδικτυακή αγορά να αφαιρεί από την διαδικτυακή διεπαφή της συγκεκριμένο παράνομο περιεχόμενο που αναφέρεται σε επικίνδυνο προϊόν, να απενεργοποιεί την πρόσβαση σ’ αυτό ή να αναρτά ρητή προειδοποίηση προς τους τελικούς χρήστες κατά την πρόσβασή τους σ’ αυτό. Οι εν λόγω εντολές περιέχουν αιτιολογίες και προσδιορίζουν έναν ή περισσότερους ακριβείς ενιαίους εντοπιστές πόρου και, εφόσον απαιτείται, παρέχουν συμπληρωματικές πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του σχετικού παράνομου περιεχομένου. Οι εντολές αυτές μπορούν να διαβιβάζονται μέσω της δικτυακής πύλης Safety Gate.

Οι διαδικτυακές αγορές λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να λαμβάνουν και να επεξεργάζονται τις εντολές που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο. Μόλις λάβουν την εκδοθείσα εντολή, προβαίνουν στις δέουσες ενέργειες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση εντός δύο εργάσιμων ημερών στο κράτος μέλος στο οποίο λειτουργεί η διαδικτυακή αγορά, από τη λήψη της εντολής. Ενημερώνουν την εκδίδουσα αρχή εποπτείας της αγοράς σχετικά με την εκτέλεση της εντολής χρησιμοποιώντας τα στοιχεία επικοινωνίας της αρχής εποπτείας της αγοράς που δημοσιεύονται στο Safety Gate.

3.Οι διαδικτυακές αγορές λαμβάνουν υπόψη τις τακτικές πληροφορίες για τα επικίνδυνα προϊόντα που κοινοποιούν οι αρχές εποπτείας της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 24, οι οποίες λαμβάνονται μέσω της δικτυακής πύλης Safety Gate, με σκοπό την εφαρμογή των εθελοντικών μέτρων τους για τον εντοπισμό, την αναγνώριση, την αφαίρεση παράνομου περιεχομένου που αναφέρεται σε επικίνδυνα προϊόντα τα οποία προσφέρονται στην αγορά ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σ’ αυτό, κατά περίπτωση. Ενημερώνουν την αρχή που πραγματοποίησε την κοινοποίηση στο Safety Gate σχετικά με τυχόν ενέργειες στις οποίες προέβησαν, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία επικοινωνίας της αρχής εποπτείας της αγοράς που δημοσιεύονται στο Safety Gate.

4.Οι διαδικτυακές αγορές παρέχουν δέουσα απάντηση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός πέντε εργάσιμων ημερών στο κράτος μέλος στο οποίο λειτουργεί η διαδικτυακή αγορά, στις ειδοποιήσεις που σχετίζονται με προβλήματα ασφάλειας προϊόντων και επικίνδυνα προϊόντα και οι οποίες λαμβάνονται σύμφωνα με το [άρθρο 14] του κανονισμού (ΕΕ) […/…] σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ.

5.Για τους σκοπούς των απαιτήσεων του άρθρου 22 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) […/…] σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, οι διαδικτυακές αγορές σχεδιάζουν και οργανώνουν την διαδικτυακή διεπαφή τους κατά τρόπο ώστε οι έμποροι να μπορούν να παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε προσφερόμενο προϊόν και να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω πληροφορίες εμφανίζονται ή καθίστανται με άλλο τρόπο εύκολα προσβάσιμες για τους καταναλωτές στον κατάλογο προϊόντων:

α)το όνομα, την καταχωρισμένη επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του κατασκευαστή, καθώς και την ταχυδρομική ή την ηλεκτρονική διεύθυνσή του, όπου μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί του·

β)σε περίπτωση που ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και την ηλεκτρονική διεύθυνση του υπεύθυνου προσώπου κατά την έννοια του άρθρου 15 παράγραφος 1·

γ)πληροφορίες για την ταυτοποίηση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένου του τύπου προϊόντος και, εφόσον διατίθεται, του αριθμού παρτίδας ή σειράς καθώς και τυχόν άλλου αναγνωριστικού κωδικού του προϊόντος·

δ)τυχόν προειδοποίηση ή πληροφορίες ασφάλειας που πρέπει να επικολληθούν στο προϊόν ή να το συνοδεύουν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους καταναλωτές.

6.Οι διαδικτυακές αγορές συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς και με τους σχετικούς οικονομικούς φορείς για να διευκολύνουν κάθε τυχόν μέτρο που λαμβάνεται με σκοπό την εξάλειψη ή, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, τον μετριασμό των κινδύνων που παρουσιάζει ένα προϊόν που προσφέρεται ή προσφέρθηκε προς πώληση διαδικτυακά μέσω των δικών τους υπηρεσιών. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει συγκεκριμένα:

α)συνεργασία με σκοπό να διασφαλίζονται αποτελεσματικές ανακλήσεις προϊόντων, μεταξύ άλλων με την αποφυγή δημιουργίας εμποδίων στις ανακλήσεις προϊόντων·

β)ενημέρωση των αρχών εποπτείας της αγοράς σχετικά με τυχόν ληφθέντα μέτρα·

γ)συνεργασία με τους οργανισμούς επιβολής του νόμου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης, μέσω τακτικής και διαρθρωμένης ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με προσφορές που έχουν αφαιρεθεί βάσει του παρόντος άρθρου από διαδικτυακές αγορές·

δ)παροχή στις αρχές εποπτείας της αγοράς της δυνατότητας πρόσβασης στις διεπαφές τους για τα διαδικτυακά εργαλεία τους, με σκοπό τον εντοπισμό επικίνδυνων προϊόντων·

ε)κατόπιν αιτήματος των αρχών εποπτείας της αγοράς, σε περίπτωση που οι διαδικτυακές αγορές ή όσοι πραγματοποιούν πωλήσεις διαδικτυακά δημιουργούν τεχνικά εμπόδια για την εξαγωγή δεδομένων από τις διαδικτυακές διεπαφές τους (εξαγωγή δεδομένων), παροχή της δυνατότητας εξαγωγής των εν λόγω δεδομένων για λόγους ασφάλειας των προϊόντων με βάση τις παραμέτρους ταυτοποίησης που παρέχουν οι αρχές εποπτείας της αγοράς που υποβάλλουν το αίτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Εποπτεία της αγοράς και εφαρμογή

Άρθρο 21

Εποπτεία της αγοράς

1.Τα άρθρα 10 έως 16, τα άρθρα 18 και 19 και τα άρθρα 21 έως 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 εφαρμόζονται στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

2.Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 εφαρμόζεται ως εξής:

α)οι αναφορές στην «ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης» στα άρθρα 10 έως 16, τα άρθρα 18 και 19 και τα άρθρα 21 έως 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοούνται ως αναφορές στον «παρόντα κανονισμό»·

β)η αναφορά στην «εν λόγω νομοθεσία και τον παρόντα κανονισμό» στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοείται ως «Κανονισμός […]»·

γ)οι αναφορές στο «Δίκτυο» στα άρθρα 10 έως 16, τα άρθρα 18 και 19 και τα άρθρα 21 έως 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοούνται ως αναφορές στο «Δίκτυο και το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών που αναφέρονται στο άρθρο 28 του παρόντος κανονισμού»·

δ)οι αναφορές στη «μη συμμόρφωση» στα άρθρα 10 έως 16, τα άρθρα 18 και 19 και τα άρθρα 21 έως 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοούνται ως αναφορά στη «μη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό»·

ε)η αναφορά στο «άρθρο 41» στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοείται ως αναφορά στο «άρθρο 40 του παρόντος κανονισμού»·

στ)η αναφορά στο «άρθρο 20» στο άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 νοείται ως αναφορά στο «άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού».

3.Σε περίπτωση εντοπισμού επικίνδυνου προϊόντος, ο κατασκευαστής αναφέρει, όταν του ζητηθεί από τις αρχές εποπτείας της αγοράς, ποια άλλα προϊόντα, τα οποία παράγονται με την ίδια διαδικασία και περιέχουν τα ίδια συστατικά ή αποτελούν μέρος της ίδιας παρτίδας παραγωγής, επηρεάζονται από τον ίδιο κίνδυνο.

4.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να δημιουργούν συστήματα που επικεντρώνονται στον έλεγχο των εσωτερικών διαδικασιών για την ασφάλεια των προϊόντων που εφαρμόζουν οι οικονομικοί φορείς σύμφωνα με το άρθρο 13.

Άρθρο 22

Εφαρμογή

1.Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, μια φορά κατ’ έτος, στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.Η Επιτροπή καθορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τους δείκτες αποτελεσμάτων βάσει των οποίων τα κράτη μέλη πρέπει να κοινοποιούν τα εν λόγω στοιχεία. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης Safety Gate

Άρθρο 23

Safety Gate

1.Η Επιτροπή αναπτύσσει περαιτέρω και διατηρεί σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα για τα επικίνδυνα προϊόντα (στο εξής: Safety Gate).

2.Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση στο Safety Gate. Προς τούτο, κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα ενιαίο σημείο επαφής το οποίο εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 24 παράγραφοι 1 έως 6).

Άρθρο 24

Κοινοποίηση μέσω Safety Gate των προϊόντων που παρουσιάζουν κίνδυνο

1.Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στο Safety Gate τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνουν οι αρχές τους ή οικονομικοί φορείς:

α)βάσει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών·

β)βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 σχετικά με προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

2.Τα κράτη μέλη μπορούν να κοινοποιούν στο Safety Gate τα διορθωτικά μέτρα που λαμβάνουν οι αρχές τους ή οικονομικοί φορείς βάσει των διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 σχετικά με προϊόντα που παρουσιάζουν λιγότερο σοβαρό κίνδυνο.

Η κοινοποίηση υποβάλλεται στο Safety Gate εντός δύο εργάσιμων ημερών από τη λήψη του διορθωτικού μέτρου.

3.Μόλις λάβει κοινοποίηση, η Επιτροπή ελέγχει κατά πόσον αυτή συνάδει με το παρόν άρθρο και τις απαιτήσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία του Safety Gate, τις οποίες ορίζει η Επιτροπή βάσει της παραγράφου 7, και, εφόσον τηρούνται οι εν λόγω απαιτήσεις, τη διαβιβάζει στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

4.Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στο Safety Gate χωρίς καθυστέρηση οποιαδήποτε επικαιροποίηση, τροποποίηση ή απόσυρση των διορθωτικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

5.Όταν ένα κράτος μέλος κοινοποιεί διορθωτικά μέτρα που ελήφθησαν σε σχέση με προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο, τα υπόλοιπα κράτη μέλη κοινοποιούν στο Safety Gate τα μέτρα και τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν επακολούθως σε σχέση με τα ίδια προϊόντα καθώς και κάθε άλλη σχετική πληροφορία, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων τυχόν δοκιμών ή αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν, εντός δύο εργάσιμων ημερών από τη λήψη των μέτρων ή την εκτέλεση των ενεργειών.

6.Εάν η Επιτροπή εντοπίσει προϊόντα τα οποία είναι πιθανό να παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο και για τα οποία τα κράτη μέλη δεν έχουν υποβάλει κοινοποίηση στο Safety Gate, ενημερώνει σχετικά τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη διενεργούν τις κατάλληλες επαληθεύσεις και, εάν λάβουν μέτρα, τα κοινοποιούν στο Safety Gate σύμφωνα με την παράγραφο 1.

7.Η Επιτροπή αναπτύσσει διεπαφή μεταξύ του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και του Safety Gate, με σκοπό να αποφεύγεται η διπλή καταχώριση δεδομένων και να παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης σχεδίου κοινοποίησης στο Safety Gate από το εν λόγω σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας.

8.Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες διευκρινίζεται η εφαρμογή του παρόντος άρθρου και, πιο συγκεκριμένα, η πρόσβαση στο σύστημα, η λειτουργία του συστήματος, οι πληροφορίες που πρέπει να καταχωρίζονται στο σύστημα, οι απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι κοινοποιήσεις και τα κριτήρια για την εκτίμηση του επιπέδου του κινδύνου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 3.

Άρθρο 25

Safety Business Gateway

1.Η Επιτροπή διατηρεί δικτυακή πύλη η οποία παρέχει στους οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να παρέχουν στις αρχές εποπτείας της αγοράς και τους καταναλωτές τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 11, στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο γ), στο άρθρο 10 παράγραφος 8, στο άρθρο 11 παράγραφος 3, στο άρθρο 11 παράγραφος 4 και στο άρθρο 19.

2.Η Επιτροπή καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για την πρακτική υλοποίηση της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Ρόλος της Επιτροπής και συντονισμός της επιβολής της νομοθεσίας

Άρθρο 26

Τα μέτρα της Ένωσης κατά των προϊόντων που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο

1.Σε περίπτωση που περιέλθει σε γνώση της Επιτροπής προϊόν ή συγκεκριμένη κατηγορία ή ομάδα προϊόντων που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, δύναται η Επιτροπή να λάβει οποιαδήποτε κατάλληλα μέτρα, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος των κρατών μελών, μέσω εκτελεστικών πράξεων, προσαρμοσμένα στη σοβαρότητα και στον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, εφόσον ισχύουν ταυτόχρονα οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)από τις προηγηθείσες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη προκύπτει ότι, μεταξύ των κρατών μελών υπάρχει σημαντική διαφορά όσον αφορά την προσέγγιση που υιοθετήθηκε ή θα υιοθετηθεί· και

β)ενόψει της φύσης του προβλήματος ασφάλειας που θέτει το προϊόν, η κατηγορία ή η ομάδα προϊόντων, ο κίνδυνος είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί με τρόπο που συνάδει με τον βαθμό σοβαρότητας ή επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών που προβλέπονται από την ειδική ενωσιακή νομοθεσία που ισχύει για το συγκεκριμένο προϊόν· και

γ)ο κίνδυνος είναι δυνατόν να εξαλειφθεί αποτελεσματικά μόνο με τη λήψη κατάλληλων μέτρων που εφαρμόζονται σε ενωσιακό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλιστεί ενιαίο και υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών και η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν μέτρα για την απαγόρευση, την αναστολή ή τον περιορισμό της διάθεσης ή της διαθεσιμότητας των εν λόγω προϊόντων στην αγορά ή τον καθορισμό ειδικών όρων για την εμπορία τους, προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ασφάλειας των καταναλωτών.

Στις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις, η Επιτροπή καθορίζει τα ενδεδειγμένα μέτρα ελέγχου που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή τους.

2.Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εκδίδονται σύμφωνα με την διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 3. Η εκτελεστική πράξη καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία θα παύσει να εφαρμόζεται.

3.Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης που σχετίζονται με την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 4.

4.Απαγορεύεται η εξαγωγή από την Ένωση προϊόντος του οποίου η διάθεση ή η διαθεσιμότητα στην ενωσιακή αγορά έχει απαγορευτεί σύμφωνα με μέτρο που θεσπίστηκε βάσει της παραγράφου 1 ή 3, εκτός αν το μέτρο το επιτρέπει ρητά.

5.Όλα τα κράτη μέλη δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα στην Επιτροπή για να εξεταστεί η ανάγκη λήψης του μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 3.

Άρθρο 27

Μηχανισμός διαιτησίας

1.Τα προϊόντα που έχουν θεωρηθεί επικίνδυνα με βάση την απόφαση της αρχής εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους τεκμαίρονται ως επικίνδυνα από τις αρχές εποπτείας της αγοράς των υπολοίπων κρατών μελών.

2.Σε περίπτωση που οι αρχές εποπτείας της αγοράς άλλων κρατών μελών καταλήξουν σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά τον προσδιορισμό ή το επίπεδο του κινδύνου βάσει της δικής τους έρευνας και εκτίμησης κινδύνου, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δύνανται να ζητήσουν από την Επιτροπή να αναλάβει ρόλο διαιτητή. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή καλεί όλα τα κράτη μέλη να διατυπώσουν σύσταση.

3.Λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή εκδίδει γνώμη σχετικά με τον προσδιορισμό ή το επίπεδο του κινδύνου που παρουσιάζει το σχετικό προϊόν, κατά περίπτωση.

4.Η γνώμη λαμβάνεται δεόντως υπόψη από τα κράτη μέλη.

5.Η Επιτροπή καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για την πρακτική εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28

Δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών

1.Δημιουργείται ευρωπαϊκό δίκτυο των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των προϊόντων (στο εξής: δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών).

2.Η Επιτροπή προωθεί και συμμετέχει στη λειτουργία του δικτύου για την ασφάλεια των καταναλωτών, ιδίως με τη μορφή διοικητικής συνεργασίας.

3.Στόχος του δικτύου για την ασφάλεια των καταναλωτών είναι, ειδικότερα, να διευκολύνει:

α)την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εκτίμηση κινδύνου, τα επικίνδυνα προϊόντα, τις μεθόδους δοκιμής και τα αποτελέσματα των δοκιμών, τις πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις καθώς και άλλες πτυχές που είναι αφορούν τις δραστηριότητες ελέγχου·

β)τον σχεδιασμό και την εκτέλεση κοινών έργων παρακολούθησης και δοκιμής·

γ)την ανταλλαγή εμπειρογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών και τη συνεργασία σε δραστηριότητες κατάρτισης·

δ)τη βελτίωση της συνεργασίας, σε επίπεδο ΕΕ, όσον αφορά τον εντοπισμό, την απόσυρση και την ανάκληση επικίνδυνων προϊόντων·

ε)την ενίσχυση της συνεργασίας σχετικά με την επιβολή της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως για να διευκολυνθούν οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 30.

4.Το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών συντονίζει τη δράση του με τις υπόλοιπες υφιστάμενες δραστηριότητες της Ένωσης.

5.Το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών εκπροσωπείται δεόντως και συμμετέχει στις δραστηριότητες του ενωσιακού δικτύου συμμόρφωσης των προϊόντων που συγκροτήθηκε βάσει του άρθρου 29 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, και συμβάλλει στις δραστηριότητές του σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων με σκοπό να διασφαλιστεί ο συντονισμός των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς, τόσο στους εναρμονισμένους όσο και στους μη εναρμονισμένους τομείς.

Άρθρο 29

Κοινές δραστηριότητες σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων

1.Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 3 στοιχείο β), οι αρχές εποπτείας της αγοράς δύνανται να συμφωνήσουν με άλλες σχετικές αρχές ή με οργανισμούς που εκπροσωπούν οικονομικούς φορείς ή καταναλωτές να διεξάγουν δραστηριότητες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ασφάλειας και της προστασίας της υγείας των καταναλωτών όσον αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων που διατίθενται ή καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά, ιδίως κατηγορίες προϊόντων οι οποίες διαπιστώνεται συχνά ότι παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο.

2.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς και η Επιτροπή, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν ότι η συμφωνία για τη διεξαγωγή κοινών δραστηριοτήτων δεν προκαλεί αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ οικονομικών φορέων, και δεν επηρεάζει την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των μερών της συμφωνίας.

3.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν να χρησιμοποιούν κάθε πληροφορία που προκύπτει από τις δραστηριότητες που διεξάγονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε έρευνας για την ασφάλεια των προϊόντων την οποία αυτές διεξάγουν.

4.Η οικεία αρχή εποπτείας της αγοράς και η Επιτροπή, κατά περίπτωση, δημοσιοποιούν τη συμφωνία σχετικά με τις κοινές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των εμπλεκομένων μερών.

Άρθρο 30

Σαρώσεις

1.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς δύνανται να αποφασίσουν τη διενέργεια ταυτόχρονων, συντονισμένων δράσεων ελέγχου (στο εξής: σαρώσεις) συγκεκριμένων κατηγοριών προϊόντων προκειμένου να ελέγξουν τη συμμόρφωσή τους ή να εντοπίσουν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.

2.Εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά από τις ενδιαφερόμενες αρχές εποπτείας της αγοράς, τις σαρώσεις συντονίζει η Επιτροπή. Ο συντονιστής της σάρωσης δύναται, όταν αυτό αρμόζει, να δημοσιοποιεί τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα.

3.Όταν διενεργούν σάρωση, οι εμπλεκόμενες αρχές εποπτείας της αγοράς δύνανται να ασκούν τις εξουσίες έρευνας που καθορίζονται στο κεφάλαιο V, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες εξουσίες που τους αναθέτει το εθνικό δίκαιο.

4.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς αρχές μπορούν να καλούν υπαλλήλους της Επιτροπής, και λοιπό βοηθητικό προσωπικό που έχει εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή, να συμμετέχουν σε σαρώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Δικαίωμα ενημέρωσης και επανόρθωσης

Άρθρο 31

Ενημέρωση μεταξύ των δημόσιων αρχών και των καταναλωτών

1.Οι πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές των κρατών μελών ή η Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα για προϊόντα που παρουσιάζουν κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών γενικά τίθενται στη διάθεση του κοινού, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της διαφάνειας και με την επιφύλαξη των περιορισμών που απαιτούνται για τις δραστηριότητες ελέγχου και έρευνας. Ειδικότερα, το κοινό έχει πρόσβαση σε πληροφορίες για την ταυτοποίηση του προϊόντος, τη φύση του κινδύνου και τα ληφθέντα μέτρα. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται σε μορφότυπους που είναι προσβάσιμοι από άτομα με αναπηρία.

2.Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό τους υποχρεούνται να μην κοινοποιούν πληροφορίες που λαμβάνουν για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, εκτός από τις πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας των προϊόντων, οι οποίες πρέπει να δημοσιοποιούνται προκειμένου να προστατεύονται οι καταναλωτές.

3.Η προστασία του επαγγελματικού απόρρητου δεν εμποδίζει τη διαβίβαση χρήσιμων πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων παρακολούθησης και εποπτείας της αγοράς. Οι αρχές που λαμβάνουν πληροφορίες οι οποίες καλύπτονται από επαγγελματικό απόρρητο εξασφαλίζουν την προστασία τους.

4.Τα κράτη μέλη παρέχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές και σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές καταγγελίες σχετικά με την ασφάλεια κάποιου προϊόντος και τις δραστηριότητες ελέγχου και εποπτείας, και εξετάζουν τις καταγγελίες αυτές όπως αρμόζει.

Άρθρο 32

Δικτυακή πύλη Safety Gate

1.Για τους σκοπούς του άρθρου 31 παράγραφος 1 και του άρθρου 19, η Επιτροπή διατηρεί δικτυακή πύλη Safety Gate, η οποία παρέχει στο ευρύ κοινό δωρεάν πρόσβαση σε επιλεγμένες πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 24.

2.Οι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να ενημερώνουν την Επιτροπή, μέσω ειδικής ενότητας της δικτυακής πύλης Safety Gate, σχετικά με προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις πληροφορίες που λαμβάνει και διασφαλίζει ότι δίνεται συνέχεια σ’ αυτές, κατά περίπτωση.

3.Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικής πράξης, θεσπίζει τους τρόπους αποστολής των πληροφοριών από τους καταναλωτές σύμφωνα με την παράγραφο 2, καθώς και τους τρόπους διαβίβασης των εν λόγω πληροφοριών στις οικείες εθνικές αρχές, για ενδεχόμενη συνέχεια που θα θελήσουν να δώσουν. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 3.

Άρθρο 33

Ενημέρωση των καταναλωτών από τους οικονομικούς φορείς

1.Σε περίπτωση ανάκλησης ή σε περίπτωση που ορισμένες πληροφορίες πρέπει να κοινοποιηθούν στους καταναλωτές προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφαλής χρήση ενός προϊόντος (στο εξής: προειδοποίηση ασφάλειας), οι οικονομικοί φορείς, σύμφωνα με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στα άρθρα 8, 9, 10 και 11, ενημερώνουν απευθείας όλους τους θιγόμενους καταναλωτές που μπορούν να εντοπίσουν. Οι οικονομικοί φορείς που συλλέγουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των πελατών τους χρησιμοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες για ανακλήσεις και προειδοποιήσεις ασφάλειας.

2.Σε περίπτωση που οι οικονομικοί φορείς διαθέτουν συστήματα καταχώρισης προϊόντων ή εφαρμόζουν προγράμματα ανταμοιβής τακτικού πελάτη για σκοπούς πέραν της επικοινωνίας με τους πελάτες τους για θέματα ασφάλειας, παρέχουν στους πελάτες τους τη δυνατότητα να υποβάλλουν χωριστά στοιχεία επικοινωνίας μόνο για σκοπούς ασφάλειας. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται γι’ αυτόν τον σκοπό περιορίζονται στα ελάχιστα απαραίτητα και μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για την επικοινωνία με τους καταναλωτές σε περίπτωση ανάκλησης ή προειδοποίησης ασφάλειας.

3.Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει τις απαιτήσεις για την καταχώριση προϊόντων ή ειδικών κατηγοριών προϊόντων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 3.

4.Σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η απευθείας επικοινωνία με όλους τους θιγόμενους καταναλωτές, οι οικονομικοί φορείς, σύμφωνα με τις αντίστοιχες ευθύνες τους, δημοσιεύουν ανακοίνωση ανάκλησης ή προειδοποίηση ασφάλειας και διασφαλίζουν την ευρύτερη δυνατή διάδοσή της, χρησιμοποιώντας άλλους κατάλληλους διαύλους, μεταξύ των οποίων και τους εξής, εφόσον υπάρχουν: τον ιστότοπος της εταιρείας, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενημερωτικά δελτία και καταστήματα λιανικής πώλησης και, κατά περίπτωση, ανακοινώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και σε άλλους διαύλους επικοινωνίας. Οι πληροφορίες αυτές είναι προσβάσιμες από καταναλωτές με αναπηρία.

Άρθρο 34

Ανακοίνωση ανάκλησης

1.Όταν οι πληροφορίες σχετικά με ανάκληση παρέχονται στους καταναλωτές σε γραπτή μορφή, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφοι 1 και 4, λαμβάνουν τη μορφή ανακοίνωσης ανάκλησης.

2.Η ανακοίνωση ανάκλησης διατίθεται στη γλώσσα ή στις γλώσσες του κράτους μέλους ή των κρατών μελών στην αγορά των οποίων διατίθεται το προϊόν και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)τίτλο «Ανάκληση για λόγους ασφάλειας του προϊόντος»·

β)σαφή περιγραφή του ανακληθέντος προϊόντος, στην οποία περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

i)φωτογραφία, ονομασία και εμπορική επωνυμία του προϊόντος·

ii)αναγνωριστικοί αριθμοί του προϊόντος, όπως αριθμός παρτίδας ή σειράς, και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, γραφιστική ένδειξη της θέσης τους επί του προϊόντος·

iii)πληροφορίες σχετικά με τη χρονική στιγμή πώλησης και το σημείο πώλησης του προϊόντος, εφόσον υπάρχουν.

γ)σαφή περιγραφή της πηγής κινδύνου που σχετίζεται με το ανακληθέν προϊόν, αποφεύγοντας τυχόν στοιχεία τα οποία ενδέχεται να μειώσουν την ικανότητα των καταναλωτών να αντιληφθούν τον κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων όρων και εκφράσεων όπως «εθελοντική», «για λόγους προφύλαξης», «κατά τη διακριτική ευχέρεια», «σε σπάνιες/ειδικές περιπτώσεις» καθώς σημειώνοντας ότι δεν έχουν αναφερθεί ατυχήματα·

δ)σαφή περιγραφή των ενεργειών στις οποίες θα πρέπει να προβούν οι καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένης οδηγίας για την άμεση διακοπή της χρήσης του ανακληθέντος προϊόντος·

ε)σαφή περιγραφή του τρόπου επανόρθωσης που είναι διαθέσιμος για τους καταναλωτές, εάν αυτό αρμόζει·

στ)δωρεάν τηλεφωνικό αριθμό ή διαδραστική διαδικτυακή υπηρεσία, μέσω των οποίων οι καταναλωτές μπορούν να ενημερώνονται περαιτέρω στη σχετική επίσημη γλώσσα ή γλώσσες της Ένωσης·

ζ)Παρότρυνσης για την περαιτέρω κοινοποίηση πληροφοριών σχετικά με την ανάκληση, εάν αυτό αρμόζει.

3.Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καθορίζει το υπόδειγμα της ανακοίνωσης ανάκλησης, λαμβάνοντας υπόψη τις επιστημονικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 2.

Άρθρο 35

Δικαίωμα επανόρθωσης

1.Με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2019/771, σε περίπτωση ανάκλησης, ο οικονομικός φορέας που είναι υπεύθυνος για την ανάκληση παρέχει στον καταναλωτή αποτελεσματικό, δωρεάν και έγκαιρο τρόπο επανόρθωσης. Η εν λόγω επανόρθωση συνίσταται σε ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα:

α)επισκευή του ανακληθέντος προϊόντος·

β)αντικατάσταση του ανακληθέντος προϊόντος με ασφαλές προϊόν του ίδιου τύπου και τουλάχιστον της ίδιας αξίας και ποιότητας·

γ)επιστροφή της χρηματικής αξίας του ανακληθέντος προϊόντος.

2.Η επισκευή, απόρριψη ή καταστροφή του προϊόντος από τους καταναλωτές θεωρείται αποτελεσματικός τρόπος επανόρθωσης μόνο σε περίπτωση που μπορεί να πραγματοποιηθεί εύκολα και με ασφάλεια από τον καταναλωτή. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο οικονομικός φορέας που είναι υπεύθυνος για την ανάκληση παρέχει στους καταναλωτές τις απαραίτητες οδηγίες και/ή, σε περίπτωση επισκευής από τον καταναλωτή, δωρεάν ανταλλακτικά ή ενημερώσεις λογισμικού.

3.Η επανόρθωση δεν συνεπάγεται σημαντική ενόχληση του καταναλωτή. Ο καταναλωτής δεν χρεώνεται για το κόστος αποστολής ή της επιστροφής του προϊόντος με άλλο τρόπο. Για προϊόντα που δεν είναι από τη φύση τους φορητά, ο οικονομικός φορέας μεριμνά για την παραλαβή του προϊόντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

Διεθνής συνεργασία

Άρθρο 36

Διεθνής συνεργασία

1.Η Επιτροπή δύναται να συνεργάζεται, μεταξύ άλλων και μέσω ανταλλαγής πληροφοριών, με τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς στον τομέα της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, που καλύπτει δραστηριότητες όπως οι εξής:

α)δραστηριότητες επιβολής της νομοθεσίας και μέτρα που σχετίζονται με την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας της αγοράς·

β)μέθοδοι εκτίμησης κινδύνου και δοκιμές προϊόντων·

γ)συντονισμένες ανακλήσεις προϊόντων και άλλες παρόμοιες ενέργειες·

δ)επιστημονικά, τεχνικά και ρυθμιστικά θέματα, με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας των προϊόντων·

ε)αναδυόμενα ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας για την υγεία και την ασφάλεια·

στ)δραστηριότητες σχετικές με την τυποποίηση·

ζ)ανταλλαγή υπαλλήλων.

2.Η Επιτροπή δύναται να παρέχει σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς επιλεγμένες πληροφορίες από το σύστημα Safety Gate και να λαμβάνει σχετικές πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων και τα προληπτικά, περιοριστικά και διορθωτικά μέτρα που λαμβάνονται από τις εν λόγω τρίτες χώρες ή τους διεθνείς οργανισμούς. Η Επιτροπή κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στις εθνικές αρχές, κατά περίπτωση.

3.Η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να λάβει τη μορφή:

α)είτε μη συστηματικής ανταλλαγής, σε δεόντως αιτιολογημένες και ειδικές περιπτώσεις·

β)είτε συστηματικής ανταλλαγής, βάσει διοικητικής ρύθμισης με την οποία διευκρινίζεται το είδος των πληροφοριών που θα ανταλλάσσονται και οι τρόποι ανταλλαγής.

4.Η πλήρης συμμετοχή στο σύστημα Safety Gate μπορεί να είναι ανοικτή στις αιτούσες χώρες και σε τρίτες χώρες υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία τους είναι εναρμονισμένη με τη συναφή ενωσιακή νομοθεσία και ότι συμμετέχουν στο ευρωπαϊκό σύστημα τυποποίησης. Η εν λόγω συμμετοχή συνεπάγεται τις ίδιες υποχρεώσεις με αυτές των κρατών μελών βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων κοινοποίησης και παρακολούθησης. Η πλήρης συμμετοχή στο Safety Gate βασίζεται σε συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και των εν λόγω χωρών, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στις εν λόγω συμφωνίες.

5.Τυχόν ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, διεξάγεται σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες προστασίας των δεδομένων. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται μόνο στον βαθμό που η εν λόγω ανταλλαγή είναι απαραίτητη αποκλειστικά για τον σκοπό της προστασίας της υγείας ή της ασφάλειας των καταναλωτών.

6.Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δυνάμει του παρόντος άρθρου χρησιμοποιούνται με αποκλειστικό σκοπό την προστασία της υγείας ή της ασφάλειας των καταναλωτών και τηρούν τους κανόνες εμπιστευτικότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

Δημοσιονομικές διατάξεις

Άρθρο 37

Χρηματοδοτικές δραστηριότητες

1.Η Ένωση χρηματοδοτεί τις ακόλουθες δραστηριότητες σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:

α)την άσκηση των καθηκόντων του δικτύου για την ασφάλεια των καταναλωτών που αναφέρονται στο άρθρο 28·

β)την ανάπτυξη και λειτουργία του Safety Gate που αναφέρεται στο άρθρο 23, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης ηλεκτρονικών λύσεων διαλειτουργικότητας για:

την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ του Safety Gate και των εθνικών συστημάτων εποπτείας της αγοράς,

την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ του Safety Gate και των εθνικών τελωνειακών συστημάτων,

την ανταλλαγή δεδομένων με άλλα συναφή συστήματα περιορισμένης πρόσβασης που χρησιμοποιούνται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς για τους δικούς τους σκοπούς επιβολής της νομοθεσίας.

γ)την ανάπτυξη και συντήρηση της πύλης Safety Gate που αναφέρεται στο άρθρο 32 και της πύλης επιχειρήσεων Safety Business Gateway, που αναφέρεται στο άρθρο 25, συμπεριλαμβανομένης δημόσιας διεπαφής λογισμικού μη περιορισμένης πρόσβασης για την ανταλλαγή δεδομένων με πλατφόρμες και τρίτους.

2.Η Ένωση μπορεί να χρηματοδοτήσει τις ακόλουθες δραστηριότητες σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:

α)την ανάπτυξη των μέσων διεθνούς συνεργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 36·

β)τη σύνταξη και επικαιροποίηση των εισηγήσεων για κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εποπτεία της αγοράς και την ασφάλεια των προϊόντων·

γ)τη διάθεση τεχνικής ή επιστημονικής εμπειρογνωσίας στην Επιτροπή, με σκοπό τη συνδρομή της Επιτροπής κατά την υλοποίηση της διοικητικής συνεργασίας στο πεδίο της εποπτείας της αγοράς·

δ)την εκτέλεση προπαρασκευαστικών ή βοηθητικών εργασιών σε σχέση με τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς που συνδέονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, όπως μελέτες, προγράμματα, αξιολογήσεις, κατευθυντήριες γραμμές, συγκριτικές αναλύσεις, αμοιβαίες από κοινού επισκέψεις και προγράμματα επισκέψεων, ανταλλαγή μελών του προσωπικού, ερευνητική εργασία, την ανάπτυξη και συντήρηση βάσεων δεδομένων, δραστηριότητες κατάρτισης, εργαστηριακό έργο, δοκιμές ικανότητας, διεργαστηριακές δοκιμές και εργασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης·

ε)εκστρατείες εποπτείας της αγοράς της Ένωσης και συναφείς δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των πόρων και του εξοπλισμού, των εργαλείων ΤΠ και της κατάρτισης·

στ)δραστηριότητες που διεξάγονται στο πλαίσιο προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας, συνεργασίας με τρίτες χώρες και της προώθησης και ενίσχυσης των πολιτικών και των συστημάτων εποπτείας της αγοράς της Ένωσης μεταξύ ενδιαφερόμενων μερών σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο.

3.Η χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης στις δραστηριότητες που προβλέπει ο παρών κανονισμός υλοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 42 , είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της ανάθεσης καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού στις οντότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού.

4.Οι πιστώσεις που διατίθενται για τις δραστηριότητες οι οποίες αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό καθορίζονται ετησίως από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εντός των ορίων του ισχύοντος δημοσιονομικού πλαισίου.

5.Οι πιστώσεις που καθορίζονται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς μπορούν επίσης να καλύπτουν δαπάνες που αφορούν τις δραστηριότητες προετοιμασίας, παρακολούθησης, ελέγχου, λογιστικού ελέγχου και αξιολόγησης, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την επίτευξη των στόχων τους· πρόκειται, ιδίως, για δαπάνες για μελέτες, συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων, μέτρα πληροφόρησης και επικοινωνίας, περιλαμβανομένης της επικοινωνίας εταιρικού χαρακτήρα σχετικά με τις πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης, στο μέτρο που σχετίζονται με τους γενικούς στόχους των δραστηριοτήτων εποπτείας της αγοράς, δαπάνες για δίκτυα της τεχνολογίας των πληροφοριών που επικεντρώνονται στην επεξεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη για τεχνική και διοικητική βοήθεια την οποία πραγματοποιεί η Επιτροπή για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 38

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

1.Κατά την υλοποίηση δράσεων που χρηματοδοτούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και, αν διαπιστωθούν παρατυπίες, με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, καθώς επίσης, όταν ενδείκνυται, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων.

2.Η Επιτροπή ή οι εκπρόσωποί της και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν την εξουσία να ελέγχουν, βάσει εγγράφων και επιτόπιων επιθεωρήσεων, όλους τους δικαιούχους επιχορηγήσεων, τους εργολάβους και τους υπεργολάβους που έχουν λάβει πόρους της Ένωσης κατ’ εφαρμογή του προγράμματος για την ενιαία αγορά και του διαδόχου προγράμματος 43 .

3.Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) μπορεί να διενεργεί έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 44 και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 45 του Συμβουλίου, με στόχο τη διαπίστωση απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση με συμφωνία ή απόφαση επιχορήγησης ή σύμβαση χρηματοδοτούμενη βάσει του προγράμματος.

4.Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγουν τους εν λόγω λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 39

Ευθύνη

1.Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, με τις οποίες περιορίζεται η διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά ή επιβάλλεται η απόσυρσή του ή η ανάκλησή του, δεν επηρεάζουν την εκτίμηση της ευθύνης του οικείου μέρους, υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση.

2.Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την οδηγία 85/374/ΕΟΚ 46 του Συμβουλίου.

Άρθρο 40

Κυρώσεις

1.Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεων των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, έως την/τις [να προστεθεί ημερομηνία – 3 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], τους εν λόγω κανόνες και τα εν λόγω μέτρα και της κοινοποιούν, χωρίς καθυστέρηση, οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση τα επηρεάζει.

2.Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα ενδεικτικά κριτήρια για την επιβολή κυρώσεων, κατά περίπτωση:

α)τη διάρκεια ή τα διαχρονικά αποτελέσματα της παράβασης, καθώς και τη φύση και τη σοβαρότητά της, ιδίως δε το επίπεδο του κινδύνου για τον καταναλωτή·

β)τον αριθμό των επικίνδυνων προϊόντων που έχουν καταστεί διαθέσιμα στην αγορά ή τον αριθμό των καταναλωτών που επηρεάζονται ή και τα δύο·

γ)τον ρόλο και την ευθύνη του οικονομικού φορέα ή της διαδικτυακής αγοράς·

δ)τυχόν μέτρα που έλαβε ο οικονομικός φορέας ή η διαδικτυακή αγορά για τον έγκαιρο μετριασμό ή την επανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν οι καταναλωτές·

ε)κατά περίπτωση, το εάν η παράβαση είναι εσκεμμένη ή οφείλεται σε αμέλεια·

στ)τυχόν προηγούμενες παραβάσεις που διέπραξε ο οικονομικός φορέας ή η διαδικτυακή αγορά·

ζ)τα άμεσα ή έμμεσα οικονομικά οφέλη που αποκομίστηκαν ή τις ζημίες που αποφεύχθηκαν για τον οικονομικό φορέα ή την διαδικτυακή αγορά εξαιτίας της παράβασης, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα τα σχετικά στοιχεία·

η)το μέγεθος της επιχείρησης·

θ)τον βαθμό συνεργασίας με την αρχή·

ι)τον τρόπο με τον οποίο η αρχή πληροφορήθηκε την παράβαση, ειδικότερα εάν και κατά πόσο ο οικονομικός φορέας ή η διαδικτυακή αγορά κοινοποίησε εγκαίρως την παράβαση·

ια)κάθε άλλη επιβαρυντική ή ελαφρυντική περίσταση που είναι εφαρμοστέα στις συνθήκες της υπόθεσης.

3.Τα είδη των παραβάσεων των οικονομικών φορέων ή των διαδικτυακών αγορών, κατά περίπτωση, που υπόκεινται σε κυρώσεις είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)παράβαση της γενικής απαίτησης ασφάλειας των προϊόντων·

β)μη έγκαιρη ενημέρωση της αρχής σχετικά με επικίνδυνο προϊόν που διέθεσαν στην αγορά·

γ)μη συμμόρφωση με οποιαδήποτε απόφαση, εντολή, προσωρινό μέτρο, δέσμευση του οικονομικού φορέα ή άλλο μέτρο που ελήφθη δυνάμει του παρόντος κανονισμού·

δ)μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις ιχνηλασιμότητας και ενημέρωσης των οικονομικών φορέων που αναφέρονται στα άρθρα 8, 9, 10, 11 και 18 και 19·

ε)παροχή εσφαλμένων, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών κατόπιν αιτήματος των αρχών εποπτείας της αγοράς·

στ)μη παροχή των ζητούμενων πληροφοριών εντός της απαιτούμενης προθεσμίας·

ζ)άρνηση να υποβληθούν σε επιθεωρήσεις·

η)μη παροχή των απαιτούμενων εγγράφων ή προϊόντων κατά τις επιθεωρήσεις·

θ)παραποίηση αποτελεσμάτων δοκιμών.

4.Σε περίπτωση προστίμων, το μέγιστο ύψος των κυρώσεων ανέρχεται σε τουλάχιστον 4 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του οικονομικού φορέα ή, κατά περίπτωση, της διαδικτυακής αγοράς στο οικείο κράτος μέλος ή στα οικεία κράτη μέλη.

5.Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να επιβάλλουν χρηματικές ποινές προκειμένου να υποχρεώσουν τους οικονομικούς φορείς ή τις διαδικτυακές αγορές, κατά περίπτωση:

α)να τερματίσουν παράβαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού·

β)να συμμορφωθούν με απόφαση που επιτάσσει τη λήψη διορθωτικού μέτρου·

γ)να παράσχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες·

δ)να υποβληθούν σε επιθεώρηση·

ε)να επιτρέψουν στις αρχές εποπτείας της αγοράς να πραγματοποιήσουν εξαγωγή δεδομένων σε διαδικτυακές διεπαφές.

6.Έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με το είδος και το ύψος των κυρώσεων που επιβλήθηκαν βάσει του παρόντος κανονισμού, προσδιορίζουν τις πραγματικές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού και αναφέρουν την ταυτότητα των οικονομικών φορέων ή των διαδικτυακών αγορών στους οποίους ή στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις.

7.Κάθε χρόνο, η Επιτροπή εκπονεί και δημοσιοποιεί έκθεση σχετικά με τις κυρώσεις που επέβαλαν τα κράτη μέλη.

8.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 6 δεν δημοσιοποιούνται στην έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 7 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)εφόσον κρίνεται απαραίτητο να διαφυλαχθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας μιας έρευνας ή εθνικών δικαστικών διαδικασιών·

β)εφόσον η δημοσιοποίηση θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στον οικονομικό φορέα ή την διαδικτυακή αγορά·

γ)εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, εκτός εάν η δημοσιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αιτιολογείται λόγω εξαιρετικών συνθηκών, μεταξύ άλλων, λόγω της σοβαρότητας της παράβασης.

Άρθρο 41

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.Η προβλεπόμενη στο άρθρο 17 παράγραφος 3 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από [να προστεθεί ημερομηνία – η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Η ανάκληση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου της 13ης Απριλίου 2016 47 .

5.Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνο αν δεν διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία δύναται να παραταθεί κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 42

Διαδικασία επιτροπής

1.Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.Όποτε γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.Όποτε γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

4.Όποτε γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

Άρθρο 43

Αξιολόγηση

1.Έως [να προστεθεί η ημερομηνία πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος], η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού. H Επιτροπή παρουσιάζει έκθεση με τα κύρια πορίσματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Η έκθεση αξιολογεί, ειδικότερα, αν ο παρών κανονισμός πέτυχε τον στόχο της ενίσχυσης της προστασίας των καταναλωτών από επικίνδυνα προϊόντα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τον αντίκτυπό του στις επιχειρήσεις και ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

2.Εφόσον τους ζητηθεί, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 44

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012

1.Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 τροποποιείται ως εξής:

Στο άρθρο 10, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7. Όταν ένα ευρωπαϊκό πρότυπο που εκπονήθηκε με σκοπό την υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 48 [του παρόντος κανονισμού (GPSR)] ανταποκρίνεται στη γενική απαίτηση ασφάλειας που ορίζεται στο άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού καθώς και στις ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας που αναφέρονται στο [άρθρο [6] του εν λόγω κανονισμού], η Επιτροπή δημοσιεύει χωρίς καθυστέρηση στοιχείο αναφοράς του εν λόγω ευρωπαϊκού προτύπου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Στο άρθρο 11, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Όταν ένα κράτος μέλος ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φρονεί ότι ένα εναρμονισμένο πρότυπο ή ευρωπαϊκό πρότυπο που εκπονήθηκε προς υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) …/… [του παρόντος κανονισμού (GPSR)] δεν ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που επιδιώκει να καλύψει και οι οποίες καθορίζονται στην οικεία ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης ή στον εν λόγω κανονισμό, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή με λεπτομερή εξήγηση. Η Επιτροπή, αφού διαβουλευθεί με την επιτροπή που έχει συσταθεί με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης, αν υπάρχει, ή την επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) …/… [του παρόντος κανονισμού (GPSR)], ή μετά από άλλες μορφές διαβούλευσης με ειδικούς κατά τομέα, αποφασίζει:

α)να δημοσιεύσει, να μη δημοσιεύσει ή να δημοσιεύσει με περιορισμούς τα στοιχεία αναφοράς του σχετικού εναρμονισμένου προτύπου ή του ευρωπαϊκού προτύπου που εκπονήθηκε προς υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) .../... [GPSR] στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)να διατηρήσει, να διατηρήσει με περιορισμούς ή να αποσύρει τα στοιχεία αναφοράς του σχετικού εναρμονισμένου προτύπου ή του ευρωπαϊκού προτύπου που εκπονήθηκε προς υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) .../... [GPSR] στην ή από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

2.Η Επιτροπή δημοσιεύει στον ιστότοπό της πληροφορίες για τα εναρμονισμένα πρότυπα και τα ευρωπαϊκά πρότυπα που εκπονήθηκαν προς υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) …/… [GPSR], που έχουν αποτελέσει αντικείμενο της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.Η Επιτροπή ενημερώνει τον σχετικό ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης για την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και, αν χρειαστεί, ζητεί την αναθεώρηση των οικείων εναρμονισμένων προτύπων ή των ευρωπαϊκών προτύπων που εκπονήθηκαν προς υποστήριξη του κανονισμού (ΕΕ) …/… [GPSR]».

Άρθρο 45

Κατάργηση

1.Η οδηγία 87/357/ΕΟΚ και η οδηγία 2001/95/ΕΚ καταργούνται από την/τις [ημερομηνία εφαρμογής].

2.Οι αναφορές στις οδηγίες 87/357/ΕΟΚ και 2001/95/ΕΚ λογίζονται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος.

Άρθρο 46

Μεταβατικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν να καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά τα προϊόντα που καλύπτονται από την οδηγία 2001/95/ΕΚ τα οποία συμμορφώνονται με την εν λόγω οδηγία και διατέθηκαν στην αγορά πριν από την/τις [να προστεθεί ημερομηνία – ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού].

Άρθρο 47

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την [6 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος    Ο Πρόεδρος

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής

1.3.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:

1.4.Στόχοι

1.4.1.Γενικοί στόχοι

1.4.2.Ειδικοί στόχοι

1.4.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

1.4.4.Δείκτες επιδόσεων

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή παρέμβαση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

2.2.1.Αιτιολόγηση των τρόπων διαχείρισης, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της προτεινόμενης στρατηγικής ελέγχου

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις

3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται με επιχειρησιακές πιστώσεις

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής 

Τίτλος: 03 – Ενιαία αγορά –

Κεφάλαιο: 03 02 Πρόγραμμα για την ενιαία αγορά

Θέση: 03 02 04 Ενδυνάμωση των καταναλωτών και της κοινωνίας των πολιτών και διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και ασφάλειας των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής των τελικών χρηστών στη χάραξη της πολιτικής για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

1.3.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά: 

 νέα δράση 

 νέα δράση έπειτα από δοκιμαστικό σχέδιο / προπαρασκευαστική ενέργεια 49  

την παράταση υφιστάμενης δράσης 

 συγχώνευση ή αναπροσανατολισμό μίας ή περισσότερων δράσεων προς άλλη/νέα δράση 

1.4.Στόχοι

1.4.1.Γενικοί στόχοι

Προστασία των καταναλωτών, δικαιότερη και βαθύτερη εσωτερική αγορά· ψηφιακή ενιαία αγορά.

Διασφάλιση του ότι στην εσωτερική αγορά διατίθενται μόνο ασφαλή προϊόντα και εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας και προστασίας των καταναλωτών καθώς και ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις στην ενιαία αγορά.

Η πρόταση αποσκοπεί στην αναθεώρηση της οδηγίας 2001/95/ΕΚ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και στην εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών της ΕΕ από επικίνδυνα προϊόντα, διασφαλίζοντας, παράλληλα, την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, ιδίως των ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις.

Σκοπός της προτεινόμενης προϋπολογισθείσας δράσης είναι η συνέχιση και η περαιτέρω ανάπτυξη των μέτρων συνεργασίας που σχετίζονται με την εποπτεία της αγοράς (και σε διεθνές επίπεδο), της χρηματοδότησης των ηλεκτρονικών διεπαφών που παρέχουν τη δυνατότητα ανταλλαγής δεδομένων και ενημέρωσης των καταναλωτών και των οικονομικών φορέων για επικίνδυνα προϊόντα και η εφαρμογή της νέας πρότασης (μέσω εκτελεστικών και κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και της αύξησης των δραστηριοτήτων τυποποίησης).

1.4.2.Ειδικοί στόχοι

Ειδικός στόχος αριθ.

1.    Ενίσχυση των διαδικασιών συνεργασίας για την εποπτεία της αγοράς μεταξύ των αρχών επιβολής, με τον περιορισμό του κατακερματισμού και των ανεπαρκειών·

2.    Αύξηση της επιχειρησιακής ικανότητας, βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της διαθεσιμότητας των πόρων για τον συντονισμό της επιβολής και της εφαρμογής της πρότασης (παρακολούθηση, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις), αύξηση της χρήσης της διαδικασίας τυποποίησης·

3.    Ενίσχυση της εργαλειοθήκης επιβολής, ώστε οι αρχές εποπτείας της αγοράς να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν εργαλεία πιο αποτρεπτικά, πιο αποτελεσματικά και πιο κατάλληλα να εφαρμόζονται και στο μέλλον·

4.    Βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών για τα επικίνδυνα προϊόντα τόσο εντός της ΕΕ όσο και με εξωτερικούς εταίρους (μεταξύ άλλων μέσω εργαλείων ΤΠ). Βελτίωση της ενημέρωσης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών για τα επικίνδυνα προϊόντα μέσω εργαλείων ΤΠ·

5.    Προώθηση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της ΕΕ για την ασφάλεια των προϊόντων όσον αφορά τα μη εναρμονισμένα καταναλωτικά προϊόντα.

Οι στόχοι καλύπτουν την εποπτεία της αγοράς εντός της ΕΕ και στα εξωτερικά σύνορα και περιλαμβάνουν τόσο τις ψηφιακές όσο και τις παραδοσιακές αλυσίδες εφοδιασμού.

1.4.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους/τις στοχευόμενους/-ες δικαιούχους/ομάδες.

Ο στοχευόμενος πληθυσμός θα είναι το σύνολο των καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι θα επωφεληθούν από τη διάθεση ασφαλών προϊόντων στην εσωτερική αγορά. Η αυξημένη εποπτεία της αγοράς θα ωφελήσει τους Ευρωπαίους παραγωγούς αποτρέποντας τους αθέμιτους όρους ανταγωνισμού από επιχειρήσεις που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών.

1.4.4.Δείκτες επιδόσεων

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου και των επιτευγμάτων.

Η παρακολούθηση της εφαρμογής της πρότασης θα βασιστεί σε προκαθορισμένους βασικούς δείκτες παρακολούθησης και επιβολής. Η Επιτροπή θα αρχίσει να παρακολουθεί την εφαρμογή της αναθεωρημένης ΟΓΑΠ μετά την έναρξη ισχύος της πρωτοβουλίας.

Κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων προσδιορίστηκε ένα σύνολο δεικτών παρακολούθησης οι οποίοι προτάθηκαν για την παρακολούθηση της επίτευξης των προσδιορισθέντων στόχων πολιτικής (βλ. τμήμα 9 της εκτίμησης των επιπτώσεων).

Την παρακολούθηση θα διεξάγει κατά κύριο λόγο η Επιτροπή, βάσει τακτικών ερευνών καταναλωτών σε επίπεδο ΕΕ, στοιχείων που παρέχουν ου επιχειρήσεις και οι αρχές των κρατών μελών καθώς και στοιχείων από το Safety Gate. Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση θα πραγματοποιούνται, όπου είναι δυνατό, βάσει των υφιστάμενων πηγών δεδομένων.

Η πρόταση καθορίζει υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για τα κράτη μέλη. Η εν λόγω υποβολή εκθέσεων θα πραγματοποιείται βάσει δεικτών επιβολής, οι οποίοι θα προσδιοριστούν περαιτέρω βάσει μελέτης. Η Επιτροπή εκπονεί μελέτη για τον καθορισμό ενός κοινού συνόλου εφικτών και σχετικών δεικτών επιβολής στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων, το οποίο θα συμφωνηθεί με τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή χαρτογράφησε επίσης τις υφιστάμενες πηγές πληροφοριών σχετικά με τους τραυματισμούς και εξέτασε τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια βάση δεδομένων για τους τραυματισμούς σε επίπεδο ΕΕ για να συμβάλει στην εφαρμογή της νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων. Επί του παρόντος, αξιολογεί το κόστος και το όφελος από τη σύσταση της εν λόγω βάσης δεδομένων για τους τραυματισμούς σε επίπεδο ΕΕ (μέσω συντονισμένων δράσεων με τα κράτη μέλη).

Πέραν της τακτικής παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, προτείνεται η διενέργεια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας, της συνάφειας, της συνοχής και της προστιθέμενης αξίας για την ΕΕ της παρούσας νομοθετικής παρέμβασης, 5 έτη μετά την εφαρμογή της παρούσας πρότασης από τα κράτη μέλη.

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας 

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην επίτευξη των ακόλουθων στόχων:

Η εκτίμηση του κινδύνου που παρουσιάζουν τα νέα τεχνολογικά προϊόντα θα βελτιωθεί μετά την έγκριση της πρότασης, παρέχοντας, με τον τρόπο αυτό, τη δυνατότητα βελτίωσης της λειτουργίας της νομοθετικής πράξης ως διχτυού ασφαλείας.

Βραχυπρόθεσμα, αναμένεται βελτίωση της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων που αγοράζονται διαδικτυακά χάρη στη βελτίωση των κανόνων εποπτείας της αγοράς για τις διαδικτυακές πωλήσεις και στις αυξημένες υποχρεώσεις των διαδικτυακών αγορών σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων.

Οι κανόνες εποπτείας της αγοράς για τα μη εναρμονισμένα προϊόντα θα ευθυγραμμιστούν με τους αντίστοιχους κανόνες για τα εναρμονισμένα προϊόντα. Επιπλέον, ορισμένες βελτιώσεις των κανόνων εποπτείας της αγοράς στο πλαίσιο της παρούσας πρωτοβουλίας για την εποπτεία της αγοράς όσον αφορά όλα τα προϊόντα θα ενισχύσει την εποπτεία της αγοράς και θα διασφαλίσει υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας των προϊόντων μεσοπρόθεσμα.

Η προτεινόμενη βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος Safety Gate / RAPEX θα καταστήσει την ανταλλαγή πληροφοριών ταχύτερη, με αποτέλεσμα την πιο έγκαιρη λήψη διορθωτικών μέτρων.

Η αποτελεσματικότητα της ανάκλησης προϊόντων αναμένεται να αυξηθεί βραχυπρόθεσμα χάρη στην ενίσχυση της διαδικασίας ανάκλησης και στη βελτίωση της ενημέρωσης των καταναλωτών.

Η αυξημένη αποτελεσματικότητα, στο επίπεδο της Επιτροπής, της διαδικασίας τυποποίησης για τα μη εναρμονισμένα προϊόντα θα διευκολύνει τον καθορισμό προτύπων για τα εν λόγω προϊόντα: μπορούμε να αναμένουμε αυξημένο αριθμό προτύπων μεσοπρόθεσμα. Η αυξημένη χρήση ευρωπαϊκών προτύπων θα ενισχύσει τη βεβαιότητα των παραγωγών όσον αφορά τη συμμόρφωσή των προϊόντων τους με τις σχετικές απαιτήσεις ασφάλειας και θα παράσχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να ανταγωνίζονται με ίσους όρους μέσω της εξασφάλισης ίσων ευκαιριών για αυτές.

Η πρόταση θα εναρμονίσει την εκτίμηση κινδύνου όσον αφορά τα προϊόντα απομίμησης τροφίμων και, ως εκ τούτου, θα εξασφαλίσει την ίση μεταχείρισή τους στα κράτη μέλη.

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή παρέμβαση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

Λόγοι για ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο (εκ των προτέρων)

Η συμμετοχή της ΕΕ στην ασφάλεια των μη εναρμονισμένων προϊόντων αποφέρει σαφή οφέλη, όπως αποδεικνύεται από την αξιολόγηση της ΟΓΑΠ και την εκτίμηση των επιπτώσεων της παρούσας πρότασης:

   Οι κοινοί ενωσιακοί κανόνες παρέχουν τη δυνατότητα ανάπτυξης οικονομίας κλίμακας στον τομέα της εποπτείας της αγοράς, ιδίως λόγω της εκθετικής ανάπτυξης των διαδικτυακών πωλήσεων, γεγονός που ενισχύει τις διασυνοριακές πωλήσεις και τις άμεσες εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ. Ο επιμερισμός του κόστους της εποπτείας της αγοράς επιτυγχάνεται επίσης μέσω της εκτέλεσης κοινών δράσεων εποπτείας της αγοράς μεταξύ των χωρών της ΕΕ και της ανταλλαγής πληροφοριών.

   Η δράση σε επίπεδο ΕΕ παρέχει τη δυνατότητα ταχύτερης και αποτελεσματικότερης κυκλοφορίας των πληροφοριών, ιδίως μέσω του συστήματος Safety Gate / RAPEX, εξασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την ταχεία δράση κατά των επικίνδυνων προϊόντων σε ολόκληρη την ΕΕ και ίσους όρους ανταγωνισμού.

   Οι κοινοί κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων σε επίπεδο ΕΕ αποφέρουν οφέλη από την άποψη της εξοικονόμησης κόστους και της μείωσης του διοικητικού φόρτου και των περιπλοκών για τις επιχειρήσεις, καθώς απαλλάσσονται από την υποχρέωση να συμμορφώνονται με ετερόκλητα σύνολα εθνικών κανόνων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, διευκολύνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στην ΕΕ και η στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών.

   Οι κοινοί ενωσιακοί κανόνες επιτρέπουν την ανάπτυξη προτύπων ασφάλειας των προϊόντων σε επίπεδο ΕΕ, τα οποία, καθώς αποτελούν τεκμήριο ασφάλειας σε επίπεδο ΕΕ, διευκολύνουν τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με τις απαιτήσεις ασφάλειας των προϊόντων (και, ενδεχομένως, μειώνουν το σχετικό κόστος).

   Σε διεθνές επίπεδο, το κοινό σύνολο διατάξεων βάσει της ΟΓΑΠ παρείχε επίσης στην ΕΕ περισσότερες δυνατότητες προκειμένου να προωθήσει υψηλό επίπεδο ασφάλειας μεταξύ διεθνών παραγόντων, αντιμετωπίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την όλο και περισσότερο υψηλή κυκλοφορία των αγαθών από τρίτες χώρες μέσω των διαδικτυακών πωλήσεων.

Αναμενόμενη προστιθέμενη αξία της Ένωσης (εκ των υστέρων)

Η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς θα βελτιωθεί μέσω της δράσης σε επίπεδο ΕΕ, δεδομένου ότι η ύπαρξη συνεκτικών κανόνων για την ασφάλεια των προϊόντων και την εποπτεία της αγοράς σε όλη την ΕΕ θα εξασφαλίσει μια πιο ενιαία μεταχείριση των επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, θα περιορίσει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά της ΕΕ. Η βελτίωση της εποπτείας της αγοράς και η ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών θα οδηγήσει σε υψηλότερο βαθμό εντοπισμού μη ασφαλών προϊόντων και, συνεπώς, στην αύξηση της προστασίας και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

Η Ένωση εξέδωσε τον πρώτο κανονισμό για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων το 1992. Η ισχύουσα ΟΓΑΠ εκδόθηκε το 2001. Η αξιολόγηση της ισχύουσας ΟΓΑΠ και οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών κατέδειξαν ότι η ΟΓΑΠ εξακολουθεί να αποτελεί ιδιαίτερα χρήσιμη πράξη, ιδίως χάρη στη λειτουργία της ως «διχτυού ασφαλείας». Γενικά, φαίνεται ότι έχει επιτύχει τους στόχους της όσον αφορά τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας των καταναλωτών και, παράλληλα, την εξασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς αγαθών· ωστόσο, παρατηρείται ότι ο αριθμός των μη ασφαλών προϊόντων που φθάνουν στους καταναλωτές ή εξακολουθούν να κατέχουν οι καταναλωτές παραμένει πολύ υψηλός, γεγονός που αποτελεί και τον λόγο υποβολής της παρούσας πρότασης.

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

Η πρόταση αποσκοπεί στην αναθεώρηση της οδηγίας 2001/95/ΕΚ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και στην εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών της ΕΕ από επικίνδυνα προϊόντα, διασφαλίζοντας, παράλληλα, την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, ιδίως των ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, συνάδει απόλυτα με τον στόχο του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού για το πρόγραμμα για την ενιαία αγορά, δηλαδή την ενδυνάμωση των καταναλωτών και της κοινωνίας των πολιτών και τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και ασφάλειας των προϊόντων.

Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των επιχειρησιακών πιστώσεων θα καλυφθούν πλήρως από τις πιστώσεις που προβλέπονται στο ΠΔΠ 2021-27 στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών κονδυλίων του προγράμματος για την ενιαία αγορά.

Η πρόταση αποτελεί μία από τις νομικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο του νέου θεματολογίου για τους καταναλωτές.

Η πρόταση διασφαλίζει τη βελτίωση της εναρμόνισης με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων. Η πρόταση, ως δίχτυ ασφαλείας, συμβιβάζεται και συμπληρώνει την εναρμονισμένη νομοθεσία με δύο τρόπους. Πρώτον, εφαρμόζεται εξ ολοκλήρου στα καταναλωτικά προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εναρμονισμένης νομοθεσίας (π.χ. έπιπλα, είδη παιδικής φροντίδας, είδη ένδυσης). Δεύτερον, εφαρμόζεται μερικώς στα καταναλωτικά προϊόντα που καλύπτονται από την εναρμονισμένη νομοθεσία (π.χ. παιχνίδια ή αυτοκίνητα), εφόσον οι πτυχές ασφάλειας των προϊόντων που καλύπτονται από την ΟΓΑΠ δεν καλύπτονται από την εναρμονισμένη νομοθεσία.

Η ασφάλεια των τροφίμων ρυθμίζεται χωριστά βάσει του γενικού νομοθετικού κανονισμού για τα τρόφιμα (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 για τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα μπορεί να αλληλεπιδρά με την πρόταση όσον αφορά τα προϊόντα που περιέχουν τέτοια υλικά (π.χ. επαναχρησιμοποιούμενες συσκευασίες γευμάτων) και εξακολουθεί να συμβιβάζεται. Τα μη ασφαλή προϊόντα που περιέχουν υλικά που έρχονται σε επαφή τρόφιμα ενδέχεται να υπόκεινται σε ειδοποιήσεις ασφάλειας και στα δύο συστήματα προειδοποίησης, το RASFF για τα τρόφιμα και το Safety Gate / RAPEX για τα μη εδώδιμα προϊόντα.

Η πρόταση συνάδει πλήρως και συμβιβάζεται με τις άλλες πολιτικές και τις πρόσφατες προτάσεις της ΕΕ για την ενίσχυση της επιβολής της νομοθεσίας σε άλλους τομείς πολιτικής, όπως οι ακόλουθες:

   Πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες: η πρόταση πράξης για τις ψηφιακές υπηρεσίες αποσκοπεί στη θέσπιση νέων υποχρεώσεων για τους ενδιάμεσους διαδικτυακούς φορείς, μεταξύ άλλων σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται όλα τα είδη παράνομου περιεχομένου που φιλοξενείται στους ιστοτόπους τους, συμπεριλαμβανομένων των μη ασφαλών προϊόντων. Η πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες θεσπίζει τις γενικές οριζόντιες υποχρεώσεις για τους διαδικτυακούς ενδιάμεσους και αφήνει περιθώρια νομοθέτησης πιο ειδικών πράξεων σχετικά με συγκεκριμένα είδη παράνομου περιεχομένου (όπως η ασφάλεια των προϊόντων). Η παρούσα πρόταση θα ρυθμίζει και άλλες πτυχές ασφάλειας των προϊόντων όσον αφορά τις διαδικτυακές πωλήσεις, πέραν του ρόλου των διαδικτυακών ενδιάμεσων, όπως τον ρόλο των πωλητών και τις εξουσίες των αρχών εποπτείας της αγοράς.

   Οριζόντιο πλαίσιο τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ): αποσκοπεί να επικεντρωθεί στις εφαρμογές υψηλού κινδύνου. Κατά συνέπεια, και όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων, θα λειτουργήσει ως τομεακή νομοθεσία, καθώς θεσπίζει ειδικές απαιτήσεις για τις εφαρμογές ΤΝ, και η παρούσα πρόταση θα λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας για τα προϊόντα και τις πτυχές που δεν καλύπτονται από άλλη τομεακή νομοθεσία και θα αποτελέσει τη νομική βάση για την απόσυρση των εν λόγω προϊόντων και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτών.

   Οδηγία για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών: η πρόσφατη πρόταση θεσπίζει υποχρεώσεις βάσει των οποίων όλα τα κράτη πρέπει να θεσπίσουν εθνική στρατηγική για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών με σκοπό την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας σε όλη την ΕΕ. Ωστόσο, δεν περιλαμβάνει ελάχιστες απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για τα καταναλωτικά προϊόντα και, ως εκ τούτου, δεν παρέχει καμία νομική βάση ώστε οι αρχές να λαμβάνουν μέτρα κατά των προϊόντων που παρουσιάζουν τέτοιους κινδύνους.

   Κυκλική οικονομία: σύμφωνα με το νέο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία, τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά της ΕΕ θα πρέπει να είναι πιο βιώσιμα και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να σχεδιάζονται ώστε να διαρκούν περισσότερο και να επισκευάζονται, να αναβαθμίζονται, να ανακυκλώνονται και να επαναχρησιμοποιούνται ευκολότερα. Είναι αναγκαίο τα επισκευασμένα, αναβαθμισμένα, ανακυκλωμένα ή επαναχρησιμοποιούμενα προϊόντα να εξακολουθήσουν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ασφάλειας των προϊόντων. Σύμφωνα με την οδηγία για τον οικολογικό σχεδιασμό, κατά την επιλογή της εκάστοτε σχεδιαστικής λύσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η υγεία και η ασφάλεια· ωστόσο, τα ζητήματα ασφάλειας που σχετίζονται με τα τελικά προϊόντα δεν τυγχάνουν ειδικής αντιμετώπισης. Η πρωτοβουλία για μια πολιτική για τα βιώσιμα προϊόντα (η οποία θα αντικαταστήσει την οδηγία για τον οικολογικό σχεδιασμό και θα διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της) θα αποσκοπεί κυρίως στην επανόρθωση του γεγονότος ότι πολλά προϊόντα δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν, να επισκευαστούν ή να ανακυκλωθούν εύκολα και με ασφάλεια. Όταν ορισμένες πτυχές ασφάλειας που σχετίζονται με προϊόντα στην κυκλική οικονομία δεν τυγχάνουν ειδικής αντιμετώπισης από πρωτοβουλίες στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για την κυκλική οικονομία, την έλλειψη καλύπτει η λειτουργία της παρούσας πρότασης ως διχτυού ασφαλείας.

Ως εκ τούτου, μεταξύ των εν λόγω πρωτοβουλιών δεν υπάρχει επικάλυψη αλλά συμπληρωματικότητα. Συνεπώς, το πλεονέκτημα της ενσωμάτωσης πτυχών σημαντικών εναλλακτικών τομέων πολιτικής στη νομοθεσία για την ασφάλεια των προϊόντων συνίσταται στο ότι διασφαλίζεται ένα πραγματικό δίχτυ ασφαλείας για τους καταναλωτές, το οποίο καθιστά εφικτή την επίτευξη της ασφάλειας για όλα τα μη εδώδιμα καταναλωτικά προϊόντα στην αγορά της ΕΕ.

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

/

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας

 περιορισμένη διάρκεια

   με ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ

   Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις πληρωμών.

 απεριόριστη διάρκεια

Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ,

και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή.

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης 50   

 Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

από τις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης

από τους εκτελεστικούς οργανισμούς

 Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

 Έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

σε τρίτες χώρες ή οργανισμούς που αυτές έχουν ορίσει

σε διεθνείς οργανισμούς και στις οργανώσεις τους (να προσδιοριστούν)

στην ΕΤΕπ και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων

στους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού

σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου

σε οργανισμούς που διέπονται από ιδιωτικό δίκαιο και έχουν αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, στον βαθμό που παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους, στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και οι οποίοι παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

σε πρόσωπα επιφορτισμένα με την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων στην ΚΕΠΠΑ βάσει του τίτλου V της ΣΕΕ και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη.

Αν αναφέρονται περισσότεροι του ενός τρόποι διαχείρισης, να διευκρινιστούν στο τμήμα «Παρατηρήσεις».

Παρατηρήσεις

Ο εκτελεστικός οργανισμός μπορεί να διαχειρίζεται τις συμβατικές πτυχές συγκεκριμένων έργων υπό την εποπτεία της μητρικής ΓΔ.

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων 

Να προσδιοριστούν η συχνότητα και οι όροι.

Η πρόταση περιλαμβάνει υποχρέωση αξιολόγησης.

Η παρούσα πρόταση θα ενισχύσει το σύστημα ΤΠ που ονομάζεται «Safety Gate» και το οποίο συνδέει τις αρχές εποπτείας της αγοράς και την Επιτροπή. Με τη χρήση του συστήματος ΤΠ, η επιχειρησιακή δραστηριότητα μπορεί να παρακολουθείται σε συνεχή βάση και με αποτελεσματικό τρόπο.

Η παρακολούθηση μέσω του συστήματος ΤΠ θα ολοκληρωθεί με το έργο του υφιστάμενου δικτύου για την ασφάλεια των καταναλωτών και με την παροχή, εκ μέρους των κρατών μελών, περισσότερο αξιόπιστων και ολοκληρωμένων πληροφοριών σχετικά με τη δραστηριότητα για την ασφάλεια των προϊόντων και την επιβολή της νομοθεσίας για τα μη εναρμονισμένα προϊόντα στο πλαίσιο των εθνικών στρατηγικών επιβολής.

H επίτευξη των ειδικών στόχων θα παρακολουθείται βάσει των προκαθορισμένων δεικτών.

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου 

2.2.1.Αιτιολόγηση των τρόπων διαχείρισης, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της προτεινόμενης στρατηγικής ελέγχου

Η άμεση διαχείριση από την Επιτροπή θα παρέχει τη δυνατότητα διατήρησης άμεσης επικοινωνίας με τις αρχές των κρατών μελών και τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετέχουν στις δραστηριότητες. Μέσω της άμεσης διαχείρισης, η Επιτροπή μπορεί να προσαρμόζει καλύτερα τις δράσεις στις ανάγκες της πολιτικής, ώστε να διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά την αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων σε περίπτωση αναδυόμενων αναγκών και να συμβάλει στην επίτευξη των κοινών στόχων της Ένωσης.

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

Επιχειρησιακοί κίνδυνοι που αφορούν το σύστημα ΤΠ Safety Gate: κίνδυνος αδυναμίας του συστήματος ΤΠ να υποστηρίξει αποτελεσματικά τη συνεργασία των αρχών εποπτείας της αγοράς και το δίκτυο για την ασφάλεια των καταναλωτών.

Οι επιχειρησιακοί κίνδυνοι αφορούν επίσης το ύψος των πόρων που χορηγούνται στις αρχές εποπτείας της αγοράς στο επίπεδο των κρατών μελών.

Για τον μετριασμό τους, εφαρμόζονται αποτελεσματικές διαδικασίες διακυβέρνησης ΤΠ, στις οποίες συμμετέχουν ενεργά οι χρήστες των συστημάτων.

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο) 

Το κόστος των ελέγχων είναι αμελητέο σε σχέση με τις πιστώσεις για την ανάπτυξη του ίδιου του συστήματος ΤΠ.

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας 

Να προσδιοριστούν τα ισχύοντα ή τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας, π.χ. στη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης.

Τα μέτρα που εφαρμόζονται από την Επιτροπή υπόκεινται σε εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχους, σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό. Οι συμβάσεις και οι συμφωνίες για τη χρηματοδότηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα εξουσιοδοτούν ρητά την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της OLAF, και το Ελεγκτικό Συνέδριο να διεξάγουν λογιστικούς ελέγχους,επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις.

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται 

·Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού.

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Type of δαπάνης

Συμμετοχή

Αριθμός

ΔΠ/ΜΔΠ 51

χωρών ΕΖΕΣ 52

υποψηφίων για ένταξη χωρών 53

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

1

03.020401

ΔΠ

ΝΑΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις 

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Αριθμός 1

ΓΔ: JUST

Year2024 54

Year2025

Year2026

Year2027

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

• Επιχειρησιακές πιστώσεις

Μετά το 2027

Γραμμή του προϋπολογισμού 55  03.020401

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1α)

7,000

7,000

7,000

7,000

28,000

Πληρωμές

(2α)

2,100

7,000

7,000

7,000

4,900

28,000

Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων 56  

Γραμμή του προϋπολογισμού 03010101

(3)

0,200

0,200

0,200

0,200

0,800

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεωνγια τη ΓΔ JUST 

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=1α+1β +3

7,200

7,200

7,200

7,200

28,800

Πληρωμές

=2α+2β

+3

2,300

7,200

7,200

7,200

4,900

28,800





Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

7

«Διοικητικές δαπάνες»

Αυτό το τμήμα θα πρέπει να συμπληρωθεί με «στοιχεία διοικητικού χαρακτήρα του προϋπολογισμού» τα οποία θα εισαχθούν, καταρχάς, στο παράρτημα του νομοθετικού δημοσιονομικού δελτίου (παράρτημα V του εσωτερικού κανονισμού), που τηλεφορτώνεται στο DECIDE για διυπηρεσιακή διαβούλευση.

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Year2024

Year2025

Year2026

Year2027

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΓΔ: JUST

• Ανθρώπινοι πόροι

3,054

3,054

3,054

3,054

12,216 

• Άλλες διοικητικές δαπάνες

0,095

0,095

0,095

0,095

0,380 

ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ JUST

Πιστώσεις

3,149

3,149

3,149

3,149

12,596

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεωντου ΤΟΜΕΑ 7του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 

(Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)

3,149

3,149

3,149

3,149

12,596

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Year2024 57

Year2025

Year2026

Year2027

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 7του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 

Αναλήψεις υποχρεώσεων

10,349

10,349

10,349

10,349

41,396

Πληρωμές

5,449

10,349

10,349

10,349

4,900

41,396

3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται με επιχειρησιακές πιστώσεις 

Πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα

Year2024

Year2025

Year2026

Year2027

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Είδος 58

Μέσο κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Συνολικός αριθ.

Συνολικό κόστος

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 1 59

Ενίσχυση των διαδικασιών συνεργασίας για την εποπτεία της αγοράς μεταξύ των αρχών επιβολής, με τον περιορισμό του κατακερματισμού και των ανεπαρκειών

Συντονισμένες δραστηριότητες για την ασφάλεια του προϊόντος

δραστηριότητες

0,300

10

3,000

10

3,000

10

3,000

10

3,000

40

12,000

Μελέτες, αξιολογήσεις από ομοτίμους, πιλοτική εφαρμογή εθνικών στρατηγικών για την ασφάλεια των προϊόντων

εκθέσεις

0,200

2

0,400

2

0,400

2

0,400

2

0,400

8

1,600

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 1

12

3,400

12

3,400

12

3,400

12

3,400

48

13,600

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 2 ...

Αύξηση της επιχειρησιακής ικανότητας, βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της διαθεσιμότητας των πόρων για τον συντονισμό της επιβολής και της εφαρμογής της πρότασης (παρακολούθηση, κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις), αύξηση της χρήσης της διαδικασίας τυποποίησης

Εφαρμογή της πρότασης (κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, παρακολούθηση, τυποποίηση)

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 2

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 3

Ενίσχυση της εργαλειοθήκης επιβολής, ώστε οι αρχές εποπτείας της αγοράς να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν εργαλεία πιο αποτρεπτικά, πιο αποτελεσματικά και πιο κατάλληλα να εφαρμόζονται και στο μέλλον

Μαζικά δεδομένα και άλλα καινοτόμα εργαλεία στον τομέα της εποπτείας της διαδικτυακής αγοράς και της ασφάλειας των προϊόντων -

εργαλεία ΤΠ συλλογής δεδομένων

0,125

2

0,250

2

0,250

2

0,250

2

0,250

1,000

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 3

2

0,250

2

0,250

2

0,250

2

0,250

1,000

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 4

Βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών για τα επικίνδυνα προϊόντα τόσο εντός της ΕΕ όσο και με εξωτερικούς εταίρους (μεταξύ άλλων μέσω εργαλείων ΤΠ). Βελτίωση της ενημέρωσης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών για τα επικίνδυνα προϊόντα μέσω εργαλείων ΤΠ

Safety Gate galaxy

Συστήματα ΤΠ

0,166

9

1,500

9

1,500

9

1,500

9

1,500

6,000

Ανταλλαγή δεδομένων με διεθνείς εταίρους και άλλη διεθνής συνεργασία

Σύνδεση με άλλα συστήματα

0,35

3

1,050

3

1,050

3

1,050

3

1,050

4,200

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 4

12

2,550

12

2,550

12

2,550

12

2,550

10,200

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 5

Προώθηση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της ΕΕ για την ασφάλεια των προϊόντων όσον αφορά τα μη εναρμονισμένα καταναλωτικά προϊόντα.

Δραστηριότητες προώθησης και επικοινωνίας

Συνέδρια, τύπος, εκστρατεία

0,2

4

0,800

4

0,800

4

0,800

4

0,800

3,200

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 5

4

0,800

4

0,800

4

0,800

4

0,800

3,200

ΣΥΝΟΛΑ

7,000

7,000

7,000

7,000

28,000

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω:

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Year2024 60

Year2025

Year2026

Year2027

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

HEADING 7του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Ανθρώπινοι πόροι

3,054

3,054

3,054

3,054

12,216

Άλλες διοικητικές δαπάνες

0,095

0,095

0,095

0,095

0,380 

Subtotal HEADING 7του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

3,149

3,149

3,149

3,149

12,596

ΣΥΝΟΛΟ

3,149

3,149

3,149

3,149

12,596

Οι απαιτούμενες πιστώσεις για ανθρώπινους πόρους και άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα θα καλυφθούν από τις πιστώσεις της ΓΔ που έχουν ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχουν ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ, οι οποίες θα συμπληρωθούν, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετα κονδύλια που μπορεί να χορηγηθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

3.2.3.1.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης

Year2024

Year2025

Έτος 2026

Έτος 2027

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

• Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)

20 01 02 01 (στην έδρα και στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής)

18

18

18

18

20 01 02 03 (στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

01 01 01 01 (έμμεση έρευνα)

01 01 01 11 (άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

Εξωτερικό προσωπικό (σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης: ΙΠΑ) 61

20 02 01 (AC, END, INT από το συνολικό κονδύλιο)

5

5

5

5

20 02 03 (AC, AL, END, INT και JPD στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

XX 01 xx yy zz 62

— στην έδρα

— στις αντιπροσωπείες της ΕΕ

01 01 01 02 (AC, END, INT – έμμεση έρευνα)

01 01 01 12 (AC, END, INT – άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

ΣΥΝΟΛΟ

23

23

23

23

XX είναι ο σχετικός τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού.

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχει ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ, το οποίο θα συμπληρωθεί, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετους πόρους που μπορεί να διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων:

Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι

Προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων (σχετικών με την ιχνηλασιμότητα και τις ανακλήσεις), διαμόρφωση των νέων δραστηριοτήτων συνεργασίας (νέος μηχανισμός διαιτησίας, αξιολογήσεις από ομοτίμους, συνεργασία με το ενωσιακό δίκτυο συμμόρφωσης των προϊόντων), πιλοτική εφαρμογή εθνικών στρατηγικών για την ασφάλεια των προϊόντων, βελτίωση των διασυνδέσεων με άλλες βάσεις δεδομένων (ICSMS, τελωνεία), διεθνής συνεργασία και παρακολούθηση του κανονισμού. Προετοιμασία εκτελεστικών πράξεων για τις δραστηριότητες τυποποίησης.

Προσωπικό της ομάδας AD για την ασφάλεια των προϊόντων και την εποπτεία της αγοράς, τεχνική και νομική ανάλυση, διαχείριση κοινών δράσεων, ειδική εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της εποπτείας της αγοράς, διαχείριση έργων, συντονισμός και εφαρμογή του Safety Gate, διεθνής συνεργασία, η γραμματεία του δικτύου για την ασφάλεια των καταναλωτών, δραστηριότητες επικοινωνίας και προώθησης, εποπτεία συστημάτων ΤΠ και δεδομένων και καθήκοντα χρηματοοικονομικής διαχείρισης.

Προσωπικό της ομάδας AST για την υποστήριξη της εκπλήρωσης των καθηκόντων οργάνωσης και όλων των διοικητικών καθηκόντων.

Εξωτερικό προσωπικό

Τακτική συντήρηση ΤΠ και ειδικά έργα ανάπτυξης –.

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   μπορεί να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με ανακατανομή εντός του οικείου τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ).

Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός και να προσδιοριστούν οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού και τα αντίστοιχα ποσά. Να υποβληθεί πίνακας Excel σε περίπτωση σημαντικού αναπρογραμματισμού.

Δεν απαιτείται αναπρογραμματισμός.

   συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αδιάθετου περιθωρίου στο πλαίσιο του αντίστοιχου τομέα του ΠΔΠ και/ή τη χρήση ειδικών μηχανισμών, όπως ορίζεται στον κανονισμό για το ΠΔΠ.

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι σχετικοί τομείς και οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού, τα αντίστοιχα ποσά και οι μηχανισμοί που προτείνεται να χρησιμοποιηθούν.

   συνεπάγεται την αναθεώρηση του ΠΔΠ.

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι σχετικοί τομείς και οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού, καθώς και τα αντίστοιχα ποσά.

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτους

   προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από τρίτους που εκτιμάται κατωτέρω:

Πιστώσεις σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

YearN 63

YearN+1

YearN+2

YearN+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Σύνολο

Προσδιορισμός του φορέα συγχρηματοδότησης 

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:

στους ιδίους πόρους

στα λοιπά έσοδα

Να αναφερθεί αν τα έσοδα προορίζονται για γραμμές δαπανών

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:

Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος

Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας 64

YearN

YearN+1

YearN+2

YearN+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Άρθρο ………….

Ως προς τα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστούν οι γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.

/

Άλλες παρατηρήσεις (π.χ. μέθοδος/τύπος για τον υπολογισμό των επιπτώσεων στα έσοδα ή τυχόν άλλες πληροφορίες).

/

(1)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, Νέο Θεματoλόγιο για τους Καταναλωτές  Ενισχύοντας την ανθεκτικότητα των καταναλωτών για μια βιώσιμη ανάκαμψη [COM(2020) 696 final].
(2)    Οδηγία 2009/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 2001, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4).
(3)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή Περιφερειών, Πράξη για την Ενιαία αγορά Δώδεκα δράσεις για την τόνωση της ανάπτυξης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης Μαζί για μια νέα ανάπτυξη/* (COM/2011/0206 final).
(4)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).
(5)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Αναβάθμιση της ενιαίας αγοράς: περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις (COM/2015/0550 final).
(6)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1).
(7)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1).
(8)    Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82).
(9)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 12).
(10)    Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (EE L 136 της 22.5.2019, σ. 28).
(11)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/881 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, σχετικά με τον ENISA («Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια») και με την πιστοποίηση της κυβερνοασφάλειας στον τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 526/2013 (πράξη για την κυβερνοασφάλεια) (ΕΕ L 151 της 7.6.2019, σ. 15). 
(12)    Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (COM/2020/825 final).
(13)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Στρατηγική για τη βιωσιμότητα των χημικών προϊόντων – Για ένα περιβάλλον χωρίς τοξικές ουσίες (COM/2020/667 final).
(14)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
(15)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Ένα νέο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία Για μια πιο καθαρή και πιο ανταγωνιστική Ευρώπη (COM/2020/98 final).
(16)    Το άρθρο 169 παραπέμπει στο άρθρο 114 για να επιτύχει τους στόχους του.
(17)    Επίσης, η ασφάλεια των προϊόντων αποτελεί μέρος του υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών που διασφαλίζουν οι ενωσιακές πολιτικές (βλ. άρθρο 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και, ως εκ τούτου, είναι ένας από τους πυλώνες της ενωσιακής πολιτικής προστασίας των καταναλωτών.
(18)    Δηλαδή το ότι οι έμποροι δοκιμάζουν διαφορετικά σημεία εισόδου στην ΕΕ.
(19)    Βλέπε τη γνώμη του Δεκεμβρίου 2020 της υποομάδας του δικτύου ασφάλειας των καταναλωτών για την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ), τα συνδεδεμένα προϊόντα και άλλες νέες προκλήσεις όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων.
(20)    Παρατηρήσεις που ελήφθησαν σχετικά με τον χάρτη πορείας: Οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων – επανεξέταση (europa.eu)
(21)    .ΕΕ C  της , σ. .
(22)    Οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 11 της 15.1.2002, σ. 4).
(23)    Οδηγία 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1987, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τα προϊόντα που, επειδή δεν εμφανίζονται υπό την πραγματική τους μορφή, θέτουν σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλεια των καταναλωτών (ΕΕ L 192 της 11.7.1987, σ. 49).
(24)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1). 
(25)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1). 
(26)    Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, «Healthy environment, healthy lives: how the environment influences health and well-being in Europe», έκθεση του ΕΟΠ αριθ. 21/2019, 8 Σεπτεμβρίου 2020.
(27)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τα υλικά και αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα και με την κατάργηση των οδηγιών 80/590/ΕΟΚ και 89/109/ΕΟΚ (ΕΕ L 338 της 13.11.2004, σ. 4).
(28)    Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1139 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2018, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και την ίδρυση Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Αεροπορική Ασφάλεια, και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2111/2005, (ΕΚ) αριθ. 1008/2008, (ΕΕ) αριθ. 996/2010, (ΕΕ) αριθ. 376/2014 και των οδηγιών 2014/30/ΕΕ και 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 552/2004 και (ΕΚ) αριθ. 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3922/91 του Συμβουλίου (ΕΕ L 212 της 22.8.2018, σ. 1).
(29)    Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178 της 17.7.2000, σ. 1).
(30)    Κανονισμός […/…] σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ.
(31)    Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64).
(32)    Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ (ΕΕ L 136 της 22. 5. 2019, σ. 28).
(33)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316 της 14. 11. 2012, σ. 12).
(34)    Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(35)    Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).
(36)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (EE L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(37)    ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(38)    
(39)    Οδηγία 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών (ΕΕ L 15 της 21. 1. 1998, σ. 14).
(40)    Κανονισμός (ΕΕ) 2018/644 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Απριλίου 2018, σχετικά με τις υπηρεσίες διασυνοριακής παράδοσης δεμάτων (ΕΕ L 112 της 2. 5. 2018, σ. 19).
(41)    Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2019/417 της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών για τη διαχείριση του συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών «RAPEX» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 12 της οδηγίας 2001/95/ΕΚ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, και του συστήματος κοινοποίησής του (ΕΕ L 73 της 15.3.2019, σ. 121).
(42)    Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).
(43)    ΕΕ L 292 της 14.11.1996, σ. 2.
(44)    Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).
(45)    Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).
(46)    Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210 της 7.8.1985, σ. 29).
(47)    ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1
(48)    Κανονισμός (ΕΕ) .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ …)»
(49)    Όπως αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.
(50)    Οι λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης, καθώς και οι παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο BudgWeb: https://myintracomm.ec.europa.eu/budgweb/EN/man/budgmanag/Pages/budgmanag.aspx  
(51)    ΔΠ = Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ = Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.
(52)    ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών.
(53)    Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνάμει υποψήφια μέλη των Δυτικών Βαλκανίων.
(54)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(55)    Σύμφωνα με την επίσημη ονοματολογία του προϋπολογισμού.
(56)    Τεχνική και/ή διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.
(57)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(58)    Τα αποτελέσματα είναι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που θα παρασχεθούν (π.χ.: αριθμός ανταλλαγών φοιτητών που θα χρηματοδοτηθούν, αριθμός χλμ. οδών που θα κατασκευαστούν, κ.λπ.).
(59)    Όπως περιγράφεται στο σημείο 1.4.2. «Ειδικοί στόχοι …»
(60)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(61)    AC = Συμβασιούχος υπάλληλος· AL = Τοπικός υπάλληλος· END = Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας· INT = Προσωρινό προσωπικό· JPD = Νέος επαγγελματίας σε αντιπροσωπεία της ΕΕ.
(62)    Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού που καλύπτεται από επιχειρησιακές πιστώσεις (πρώην γραμμές «BA»).
(63)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(64)    Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης), τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 20 % για έξοδα είσπραξης.
Top

Βρυξέλλες, 30.6.2021

COM(2021) 346 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της

πρότασης κανονισμού

του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ9 αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

{SEC(2021) 280 final} - {SWD(2021) 168 final} - {SWD(2021) 169 final}


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας αντιστοιχίας

Οδηγία 87/357/ΕΟΚ

Οδηγία 2001/95/ΕΚ

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 2 εκτός από το στοιχείο α) δεύτερο εδάφιο και το στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 3

Άρθρο 2 στοιχείο α) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 2 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 5

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 2

4 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 10 παράγραφος 1

4 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

4 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 10 παράγραφος 7

Άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 5 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 8

Άρθρο 5 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 8 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, άρθρο 10 παράγραφος 6 τρίτη περίοδος

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 8 παράγραφος 11 και άρθρο 10 παράγραφος 8

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 8 παράγραφοι 6 και 7, άρθρο 10 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο στοιχείο β) πρώτη περίοδος

Άρθρο 15 παράγραφος 2 πρώτη περίοδος

Άρθρο 5 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο στοιχείο β) δεύτερη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και άρθρο 10 παράγραφος 6

Άρθρο 5 παράγραφος 1 πέμπτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 5 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 11, άρθρο 10 παράγραφος 8 και άρθρο 11 παράγραφος 4

Άρθρο 5 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 14

Άρθρα 6 έως 9

Άρθρο 21

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 28

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 29

Άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 1

Άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 8

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 24 παράγραφος 3

Άρθρο 12 παράγραφος 1 πρώτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 1

Άρθρο 12 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 24 παράγραφος 3

Άρθρο 12 παράγραφος 3

Άρθρο 24 παράγραφος 8

Άρθρο 12 παράγραφος 4

Άρθρο 36 παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6

Άρθρο 13

Άρθρο 26

Άρθρο 14

Άρθρο 15

Άρθρο 42

Άρθρο 16 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 31 παράγραφος 1

Άρθρο 16 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 31 παράγραφος 2

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρο 31 παράγραφος 3

Άρθρο 17

Άρθρο 39 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 21

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 39 παράγραφος 1

Άρθρο 19 παράγραφος 1

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 43

Άρθρο 20

Παράρτημα I σημείο 1

Άρθρο 8 παράγραφος 11 και άρθρο 10 παράγραφος 8, άρθρο 11 παράγραφοι 4 και 5

Παράρτημα I σημεία 2 και 3

Άρθρο 26

Παράρτημα III

Παράρτημα IV

Παράρτημα

Άρθρο 1

Άρθρο 2

Άρθρο 6 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και στοιχείο στ)

Άρθρα 3 έως 7

Top