Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52018IE2195

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Υποστηρικτικά εκπαιδευτικά συστήματα για την αποφυγή των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων — Ποια είναι η μετάβαση που απαιτείται;»(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

EESC 2018/02195

OJ C 228, 5.7.2019, p. 16–23 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

5.7.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 228/16


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Υποστηρικτικά εκπαιδευτικά συστήματα για την αποφυγή των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων — Ποια είναι η μετάβαση που απαιτείται;»

(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

(2019/C 228/03)

Εισηγήτρια: η κ. Milena ANGELOVA

Απόφαση της συνόδου ολομέλειας

15.2.2018

Νομική βάση

Άρθρο 29 παράγραφος 2 του εσωτερικού κανονισμού

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας

Αρμόδιο τμήμα

Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη

Υιοθετήθηκε από το τμήμα

13.2.2019

Υιοθετήθηκε από την ολομέλεια

21.3.2019

Σύνοδος ολομέλειας αριθ

542

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

(υπέρ/κατά/αποχές)

130/0/2

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση, την κατάρτιση, καθώς και την ανάπτυξη και την αξιοποίηση των δεξιοτήτων στην ΕΕ, η οποία δίνεται εκ νέου στις πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (1). Ενώ επισημαίνει ότι οι τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης εμπίπτουν στις κύριες αρμοδιότητες των κρατών μελών, τονίζει τη στρατηγική σημασία των τομέων αυτών για το μέλλον της Ευρώπης όσον αφορά την οικονομική ευημερία, την καλύτερη συνοχή και τον δημοκρατικό βίο, καθώς και τη σημασία τους ως προς την «αντιμετώπιση των προσδοκιών των πολιτών και την ανταπόκριση στις ανησυχίες τους για το μέλλον σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο (2)».

1.2.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της σχετικά με τα σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αγορές εργασίας λόγω των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων, ορισμένες εκ των οποίων οφείλονται σε τεχνολογικούς και δημογραφικούς παράγοντες. Ζητεί, ως εκ τούτου, τον άμεσο σχεδιασμό και εφαρμογή εύστοχων μέτρων πολιτικής, τα οποία να συνοδεύονται από κίνητρα και συλλογές βέλτιστων πρακτικών για τα κράτη μέλη, προκειμένου να βοηθηθούν —όπου παρίσταται ανάγκη— κατά την υλοποίηση των επιτυχημένων και υποστηρικτικών μέτρων προσαρμογής των εκπαιδευτικών τους συστημάτων και των συστημάτων κατάρτισης, με στόχο την αποφυγή των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων και της κατασπατάλησης ταλέντων.

1.3.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων σήμερα και στο μέλλον θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με βιώσιμο τρόπο μόνον εφόσον η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκπονήσουν πολιτικές με ειδικούς στόχους και προβούν στη λήψη απτών μέτρων για τη βελτίωση και την κατάλληλη προσαρμογή των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, επιδεικνύοντας προσήλωση στους στόχους της διαχείρισης των ταλέντων καθώς και της εφαρμογής ολιστικών συστημάτων διαχείρισης των δεξιοτήτων. Ως εκ τούτου, τα προτρέπει να το πράξουν με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο. Αυτά τα συστήματα θα πρέπει να αποσκοπούν στην υποστήριξη της συνεχούς και χωρίς αποκλεισμούς προσαρμογής του εργατικού δυναμικού στο νέο οικονομικό περιβάλλον.

1.4.

Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντατικοποιήσει τη διάδοση βέλτιστων πρακτικών σε ό,τι αφορά τα προγράμματα επαγγελματικών προσόντων και την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Θα πρέπει επίσης να παρέχεται ο κατάλληλος συνδυασμός κινήτρων για όλους τους συμμετέχοντες στη διεργασία εκπαίδευσης και κατάρτισης έτσι ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα στην κατάλληλη εκπαίδευση για όλους (3). Σύμφωνα με την προηγούμενη σχετική γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Εκπαίδευσης (4). Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την περαιτέρω αναβάθμιση και τη συνεχή βελτίωση των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτών σε όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

1.5.

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη ότι ορισμένα στοιχεία της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων θα εξακολουθήσουν να υφίστανται και ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα δεν μπορούν ποτέ να προετοιμάσουν τους πολίτες τέλεια για όλες τις περιστάσεις. Ωστόσο, οι τρέχουσες τάσεις είναι ανησυχητικές και λειτουργούν ανασταλτικά για την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, καθότι εμποδίζουν τους πολίτες να απελευθερώνουν πλήρως το δημιουργικό τους δυναμικό και τις επιχειρήσεις να επωφελούνται στο έπακρο από τις δυνατότητες καινοτομίας των δεξιοτήτων που διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι κυβερνήσεις, οι κοινωνικοί εταίροι και η κοινωνία των πολιτών πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους ώστε να υπερκεραστεί το πρόβλημα και να δοθούν στους πολίτες οι απαραίτητες συμβουλές και η καθοδήγηση που θα τους βοηθούν να κάνουν τις σωστές επιλογές και να αναπτύσσουν συνεχώς τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους προς όφελος της κοινωνίας. Απαιτούνται συνολικές και ολιστικές προσεγγίσεις για την καλύτερη πρόβλεψη και αντιμετώπιση των αναγκών σε δεξιότητες (5).

1.6.

Αναπόφευκτα, η αξιόπιστη πρόβλεψη της προσφοράς και της ζήτησης δεξιοτήτων, καθώς και της μελλοντικής δομής της αγοράς εργασίας της ΕΕ είναι καθοριστικής σημασίας για τη μείωση των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων. Για τον λόγο αυτό, τα πανεπιστήμια, τα επιστημονικά κέντρα και άλλα ερευνητικά ιδρύματα θα πρέπει να αρχίσουν να εργάζονται για το θέμα αυτό, σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και τα αρμόδια διοικητικά όργανα στα κράτη μέλη. Η πείρα που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια από το CEDEFOP θα είναι πολύ χρήσιμη, πρέπει όμως να αναπτυχθεί περαιτέρω σε εθνική βάση, με λεπτομερέστερη ανάλυση για κάθε κράτος μέλος.

1.7.

Οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση ως επένδυση. Τα φορολογικά κίνητρα για μια τέτοια επένδυση θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν τους εργοδότες και τους εργαζομένους να επενδύουν περισσότερο. Είναι δυνατόν στις συλλογικές συμβάσεις να αναγνωρίζονται ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις των εργοδοτών και των εργαζομένων που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την κατάρτιση. Θα πρέπει να προωθηθούν βέλτιστες πρακτικές για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και την επαγγελματική επιμόρφωση, έτσι ώστε να βοηθούνται οι εργαζόμενοι να ξαναβρίσκουν μια θέση εργασίας.

1.8.

Μεγάλο μέρος της μάθησης πραγματοποιείται σε μη τυπικό και ανεπίσημο πλαίσιο, όπως σε οργανώσεις νέων και μέσω της μάθησης μεταξύ ομοτίμων, ενώ πολλές δεξιότητες που χρειάζονται στον χώρο εργασίας δεν μπορούν να αποκτηθούν μέσω της επίσημης εκπαίδευσης στα σχολεία (6). Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να αναζητήσουν τρόπους επικύρωσης των σχετικών δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί μέσω αυτών των οδών. Ένας τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσω της ολοκλήρωσης και ορθής εφαρμογής των εθνικών τους συστημάτων επικύρωσης των τίτλων εκπαίδευσης, μεταξύ άλλων να με τη χρήση βάσεων οι οποίες προσφέρουν τυποποιημένες αξιολογήσεις των επιπέδων δεξιοτήτων των ατόμων, ανεξαρτήτως του τρόπου απόκτησης αυτών. Μια τέτοια λύση θα δημιουργήσει έναν πρόσθετο δίαυλο για τη γνωστοποίηση των δυνατοτήτων των ατόμων στις επιχειρήσεις, ιδίως όσον αφορά άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, με την ανάδειξη δεξιοτήτων που δεν εμφανίζονται μεν στα επίσημα έγγραφα πιστοποίησης των επαγγελματικών προσόντων, αλλά ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα χρήσιμες.

1.9.

Η διά βίου μάθηση, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η επαγγελματική επιμόρφωση αποτελούν κοινή ευθύνη του κράτους, των εργοδοτών και των εργαζομένων. Για να είναι σε θέση να ακολουθήσουν μια ικανοποιητική επαγγελματική σταδιοδρομία, οι πολίτες θα πρέπει να υποστηρίζονται ενεργά και να λαμβάνουν συμβουλές, μεταξύ άλλων, μέσω μεθόδων προσανατολισμού, παροχής συμβουλών, συμβουλευτικής, καθοδήγησης και πλαισίωσης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να προβούν σε μια εμπεριστατωμένη επιλογή προγράμματος κατάρτισης και μάθησης, το οποίο να τους εφοδιάζει με δεξιότητες και ικανότητες που έχουν ζήτηση στην αγορά εργασίας. Οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο, να ευαισθητοποιούν τους πολίτες σχετικά με τα συναφή προβλήματα και να προτείνουν πιθανές λύσεις. Προτού δεσμεύσουν τον χρόνο και τα χρήματά τους για επαγγελματική κατάρτιση, οι πολίτες θα πρέπει να γνωρίζουν ποιες δεξιότητες είναι χρήσιμες και με ποιον τρόπο τα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης θα επηρεάσουν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Θα είναι επίσης να είναι διατεθειμένοι να αποκτήσουν έναν τίτλο ή μια πιστοποίηση που θα αναγνωρίζεται από άλλους φορείς.

2.   Οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων σήμερα και αύριο

2.1.

Το μέλλον είναι το σήμερα· γίνεται πραγματικότητα ταχύτερα από ό,τι μπορούμε να το παρακολουθήσουμε και να το προβλέψουμε. Θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες διοικήσεις με τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών μοντέλων όσο και για τους εργαζομένους απαιτώντας νέες δεξιότητες και ικανότητες, οι περισσότερες από τις οποίες είναι δύσκολο να προβλεφθούν σήμερα, ωθώντας έτσι την κοινωνία, στο σύνολό της, να προσαρμόζεται στις ταχείες μεταβολές. Για να είναι επιτυχής η μετάβαση αυτή, πρέπει να παραμείνουμε ενωμένοι και έτοιμοι για άμεση αντίδραση, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας ώστε να προβλέψουμε τι έρχεται και να διαχειριστούμε προληπτικά την τρέχουσα επαναστατική αλλαγή των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, ρομποτικής, τεχνητής νοημοσύνης και ψηφιοποίησης για το καλό της κοινωνίας μας.

2.2.

Οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θέτουν σήμερα σε κίνδυνο την ανάπτυξη και παρεμποδίζουν τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας στην ΕΕ. Ορισμένες μελέτες (7) εκτιμούν ότι το κόστος αυτού του φαινομένου ανέρχεται στο 2 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 70 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν γνωρίζουν επαρκώς ανάγνωση και γραφή, και ακόμη περισσότεροι έχουν περιορισμένες αριθμητικές και ψηφιακές δεξιότητες. Σε μια πρόσφατη μελέτη (8) καταδεικνύεται ότι το ποσοστό των αναντίστοιχων προς τις θέσεις εργασίας τους εργαζομένων στην ΕΕ, κατά μέσο όρο, παραμένει περίπου στο 40 %, σύμφωνα με τη συνολική αξιολόγηση του CEDEFOP. Οι εργαζόμενοι που διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες είναι καθοριστικής σημασίας παράγοντας ανταγωνιστικότητας για τις επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά σημαντικό το σημερινό και το αυριανό εργατικό δυναμικό να διαθέτει τα προσόντα και τις δεξιότητες που ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Κανείς δεν θα πρέπει να μείνει πίσω (9) και θα πρέπει να αποτραπεί η κατασπατάληση ταλέντων. Προς τούτο, απαιτούνται υψηλά ειδικευμένοι εκπαιδευτικοί και πάροχοι κατάρτισης, καθώς και κατάλληλη στήριξη της συμμετοχής στη διά βίου μάθηση.

2.3.

Η ΕΟΚΕ έχει υπογραμμίσει σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (10) τις επιπτώσεις της ψηφιοποίησης, της ρομποτοποίησης, των νέων οικονομικών μοντέλων όπως η «Βιομηχανία 4.0», της κυκλικής οικονομίας και της συνεργατικής οικονομίας όσον αφορά τις νέες απαιτήσεις στα των δεξιοτήτων. Επίσης, έχει εκφράσει τις απόψεις της για την ανάγκη να προαχθούν πιο καινοτόμες λύσεις στους τομείς της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης δεξιοτήτων, καθώς η Ευρώπη χρειάζεται μια πραγματική αλλαγή στάσης ως προς τους στόχους και τη λειτουργία του τομέα της εκπαίδευσης και την κατανόηση της θέσης και της λειτουργίας του στην κοινωνία (11). Το CEDEFOP (12) εκτιμά ότι οι υφιστάμενες δεξιότητες του εργατικού δυναμικού της ΕΕ υπολείπονται κατά το ένα πέμπτο περίπου όσων απαιτούνται ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να εκτελούν την εργασία τους στο υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας. Το γεγονός αυτό απαιτεί συντονισμένη δράση για την τόνωση της περαιτέρω εκπαίδευσης ενηλίκων στην Ευρώπη.

2.4.

Η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε συνδυασμό με τη μεταβολή των αναγκών σε δεξιότητες, έχει εντείνει σε υψηλότατα επίπεδα τόσο τη ζήτηση εργατικού δυναμικού όσο και την έλλειψη ταλέντων κατά την τελευταία δεκαετία. Ενώ το ποσοστό ανεργίας στην ΕΕ μειώνεται (από 10,11 % το 2014 σε 7,3 % το 2018), το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας έχει διπλασιαστεί (από 1,1 % το 2009 σε 2,2 % το 2018) (13).

2.4.1.

Όλα τα κράτη μέλη είναι αντιμέτωπα με αυτό το πρόβλημα, αν και σε διαφορετικό βαθμό και για διαφορετικούς λόγους. Παγκόσμια έρευνα (14) αποκαλύπτει ότι, σε πολλά κράτη μέλη, το ποσοστό των εργοδοτών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σχετικές με τις προσλήψεις είναι ανησυχητικά υψηλό. Δέκα κράτη μέλη υπερβαίνουν τον παγκόσμιο μέσο όρο του 45 %, με τις πιο δυσμενείς περιπτώσεις να είναι η Ρουμανία (81 %), η Βουλγαρία (68 %) και η Ελλάδα (61 %). Με λιγότερα αλλά σημαντικά προβλήματα στο άλλο άκρο του φάσματος βρίσκονται η Ιρλανδία (18 %), το Ηνωμένο Βασίλειο (19 %) και οι Κάτω Χώρες (24 %).

2.4.2.

Για περίπου το ένα τρίτο των εργοδοτών, ο κύριος λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας είναι η έλλειψη υποψηφίων. 20 % επιπλέον αναφέρουν ότι οι υποψήφιοι δεν διαθέτουν την απαραίτητη πείρα. Καθώς οι εταιρείες μεταβαίνουν στην ψηφιακή εποχή, αυτοματοποιούνται και μετασχηματίζονται, η εξεύρεση υποψηφίων με τον σωστό συνδυασμό τεχνικών και μη τεχνικών δεξιοτήτων είναι σημαντικότερη από ποτέ —ένα επιπλέον ποσοστό ύψους 27 % των εργοδοτών αναφέρουν ότι οι αιτούντες δεν διαθέτουν τις δεξιότητες που χρειάζονται. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περισσότερο από το ήμισυ (56 %) των εργοδοτών αναφέρουν ότι τα πλέον αξιόλογα ανθρώπινα προτερήματα για αυτούς είναι οι επικοινωνιακές δεξιότητες —γραπτές και προφορικές— και ακολουθούν η συνεργασία και η επίλυση προβλημάτων.

2.5.

Τα αποτελέσματα τόσο του προγράμματος για τη διεθνή αξιολόγηση των ικανοτήτων των ενηλίκων (Program for the International Assessment of Adult Competencies) όσο και της έρευνας για τις ευρωπαϊκές δεξιότητες και θέσεις εργασίας (European Skills and Jobs Survey), καθώς και της πανεπιστημιακής έρευνας (15), καταδεικνύουν ότι μεγάλο μέρος της αναντιστοιχίας οφείλεται στην υπερβολική κατάρτιση ή εκπαίδευση. Συνήθως, τέσσερις στους δέκα ενήλικες εργαζόμενοι θεωρούν ότι οι δεξιότητές τους δεν αξιοποιούνται επαρκώς και σχεδόν το ένα τρίτο των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διαθέτουν περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη θέση εργασίας τους προσόντα. Αυτό το γεγονός είναι συνέπεια τόσο της αναποτελεσματικής κατανομής των πόρων (που οδηγεί σε ανεπαρκή χρησιμοποίηση των υφιστάμενων αποθεμάτων δεξιοτήτων) όσο και των γενικότερων ανισορροπιών μεταξύ των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού και της ζήτησης στην αγορά εργασίας (16).

2.6.

Οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις οικονομίες και στο σύνολο της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα:

Αποτρέπουν τους πολίτες από το να είναι ικανοποιημένοι από το επάγγελμα και την επαγγελματική τους σταδιοδρομία και μειώνουν το επίπεδο αυτοεκτίμησής τους, αλλά δύνανται επίσης να παρασύρουν τους μισθούς προς τα κάτω.

Παρακωλύουν την προσωπική ανάπτυξη, την εξέλιξη και την αξιοποίηση των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων των ατόμων.

Συνεπάγονται χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας: ορισμένες εκτιμήσεις καταδεικνύουν ότι η απώλεια παραγωγικότητας (17) λόγω των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων στην ΕΕ ανέρχεται περίπου σε 0,8 ευρώ για κάθε ώρα εργασίας (18).

Μειώνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων επιβραδύνοντας και καθιστώντας ακριβότερη τη διαδικασία πρόσληψης και επιβάλλοντας την ανάγκη επιπρόσθετων δαπανών για κατάρτιση.

2.7.

Τόσο το εργατικό δυναμικό υψηλής όσο και το εργατικό δυναμικό χαμηλής εξειδίκευσης εκτίθεται σε αναντιστοιχίες δεξιοτήτων λόγω των ραγδαίων μεταβολών, το ίδιο και τα επαγγέλματα που συνήθως απαιτούν υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και γνώσης. Ηλεκτρολόγοι, μηχανολόγοι, συγκολλητές, μηχανικοί, οδηγοί, ειδικοί πληροφορικής, ειδικοί στον κλάδο των κοινωνικών υπηρεσιών και εμπορικοί αντιπρόσωποι συγκαταλέγονται σήμερα στα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση από τους εργοδότες.

2.8.

Οι δεξιότητες στα γνωστικά πεδία θετικών επιστημών, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών και οι ψηφιακές δεξιότητες είναι ολοένα και πιο ζωτικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και την αξιοποίηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Η σπουδαιότητα των δεξιοτήτων στα εν λόγω πεδία ξεπερνά και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών στις φυσικές επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική και τα μαθηματικά και επιτρέπει στους μαθητές και τους σπουδαστές να αποκτήσουν ένα ευρύτερο φάσμα δεξιοτήτων και προσόντων, όπως η συστημική και η κριτική σκέψη. Προς υποστήριξη των εν λόγω συνόλων δεξιοτήτων, είναι επίσης σημαντικό οι άνθρωποι να διαθέτουν ένα καλό υπόβαθρο βασικών και επιχειρηματικών δεξιοτήτων. Οι δεξιότητες στις θετικές επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική και τα μαθηματικά μπορούν να αποκτηθούν μέσω της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και μέσω της γενικής εκπαίδευσης. Είναι δε ιδιαίτερα αναγκαίο να ενθαρρυνθούν περισσότερες γυναίκες να σπουδάζουν αυτά τα γνωστικά πεδία, σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιμετώπιση του ψηφιακού χάσματος μεταξύ των δύο φύλων (19). Θα πρέπει να εξευρεθούν διαφορετικοί τρόποι για την ευρύτερη διάδοση προαναφερθέντων πεδίων, ιδίως στις περιφέρειες, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένοι επιστημονικοί τομείς συγκεντρώνονται, συνήθως, σε μεγάλες πόλεις (20). Το ραντάρ των στρατηγικών ψηφιακών δεξιοτήτων είναι ένα χρήσιμο μέσο για να έρθουν οι νέοι σε επαφή με καθοδηγητές ή υποδειγματικούς εργαζομένους και για να ενημερώνονται ως προς τις απαιτούμενες ικανότητες στις συγκεκριμένες θέσεις εργασίας (21).

2.9.

Χρειάζονται καλά σχεδιασμένα μέτρα πολιτικής για να αποφευχθεί το πρόβλημα της περαιτέρω αύξησης των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων. Λόγω της επαναστατικής αλλαγής των τεχνολογιών, τα επιχειρηματικά μοντέλα, οι προσδοκίες των καταναλωτών και η φύση της εργασίας συχνά μεταβάλλονται με πρωτόγνωρο και σχεδόν απρόβλεπτο τρόπο. Όπως έχει ήδη επισημάνει η ΕΟΚΕ (22), σχεδόν το ήμισυ των υφιστάμενων θέσεων εργασίας επηρεάζεται από την αυτοματοποίηση και, ως εκ τούτου, η αυτοματοποίηση και τα ρομπότ θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο μέλλον της εργασίας. Το φαινόμενο αυτό ενδεχομένως να έχει ως αποτέλεσμα ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των αναγκών των επιχειρήσεων και των προσόντων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων των εργαζομένων στο μέλλον και αποτελεί πρόκληση για τους παρόχους εκπαίδευσης και κατάρτισης. Τούτο αναδεικνύει επίσης την αυξανόμενη σημασία των μη τεχνικών, των διαθεματικών, καθώς και άλλων δεξιοτήτων που αποκτώνται συχνά μέσω της άτυπης μάθησης και εγείρει ζητήματα που συνδέονται με την αναγνώριση και την επικύρωση της άτυπης εκπαίδευσης και κατάρτισης.

2.10.

Η ΕΕ θα πρέπει να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τα κράτη μέλη να εξετάσουν επειγόντως αυτήν τη διαρθρωτική πρόκληση στην αγορά εργασίας και να αντιμετωπίσουν τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων οι οποίες δημιουργούν σημεία συμφόρησης στην ανάπτυξη, με ιδιαίτερη έμφαση στα πεδία των θετικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών και τις ψηφιακές δεξιότητες. Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό και, όπου είναι δυνατόν, στην πρόβλεψη των δεξιοτήτων, των ικανοτήτων και των προσόντων που θα είναι απαραίτητα στα νέα και αναδυόμενα επαγγέλματα (23), έτσι ώστε η εκπαίδευση και η κατάρτιση να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων. Η ψηφιοποίηση αποτελεί ευκαιρία για όλους, αλλά μόνον εφόσον αξιοποιηθεί σωστά και εμπεδωθεί μια νέα αντίληψη περί εργασίας και εργατικού δυναμικού (24). Είναι επίσης σημαντικό οι κοινωνικοί εταίροι να συμμετέχουν στην ερμηνεία των δεδομένων που συλλέγονται από τις στατιστικές και τις κυβερνητικές υπηρεσίες, δεδομένου ότι οι εργοδότες και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να προσφέρουν ζωτικής σημασίας ιδέες, οι οποίες, διαφορετικά, ενδεχομένως να μην λαμβάνονταν υπόψη. Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο πρέπει να συμβάλει αποφασιστικά σε αυτό, στηρίζοντας πρωτοβουλίες, μεταξύ άλλων, με κοινές δράσεις των κοινωνικών εταίρων.

2.11.

Η πανεπιστημιακή έρευνα με θέμα την αναντιστοιχία δεξιοτήτων έχει αποκαλύψει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις αιτίες, τα μεγέθη, τις συνέπειες και το οικονομικό κόστος των πολλών και διαφορετικών ειδών αναντιστοιχίας δεξιοτήτων. Επομένως, οι πολιτικές-πανάκεια είναι απίθανο να είναι αποτελεσματικές, καθότι τα κράτη μέλη τείνουν να πλήττονται από διαφορετικές μορφές του προβλήματος. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι η εφαρμογή σχετικών μέτρων πολιτικής που αποσκοπούν στη μείωση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της αποτελεσματικότητας. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία της ολιστικής μάθησης που σέβεται και εμπλουτίζει την πολιτιστική πολυμορφία και το αίσθημα του ανήκειν (25).

2.12.

Το ευρωπαϊκό διαβατήριο δεξιοτήτων (European skills passport) μπορεί να συμβάλει ουσιωδώς στην παρουσίαση των προσόντων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων ενός ατόμου κατά τρόπο που θα διευκολύνει την καλύτερη αντιστοίχιση των ικανοτήτων ενός ατόμου με την περιγραφή καθηκόντων μιας συγκεκριμένης θέσης εργασίας.

3.   Τα ζητήματα στα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης

3.1.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.1.

Εάν η ΕΕ επιθυμεί να παράσχει στους πολίτες της τις καλύτερες πιθανότητες επιτυχίας και να διατηρήσει και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, πρέπει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να προωθούν ένα περιβάλλον πολιτικής που θα προσφέρει αρχική εκπαίδευση και κατάρτιση εστιασμένη στη σταδιοδρομία και το οποίο θα εξακολουθεί να παρέχει ευκαιρίες διά βίου μάθησης καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής των πολιτών.

3.1.2.

Τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης σε πολλά κράτη μέλη επικεντρώνονται στη μακροχρόνια περίοδο της τυπικής μάθησης, της οποίας έπεται η επαγγελματική σταδιοδρομία. Η σύνδεση μεταξύ της μάθησης και των απολαβών έχει την τάση να ακολουθεί μια απλή σχέση: όσο μεγαλύτερη είναι η επίσημη μάθηση, τόσο υψηλότερες είναι οι αντίστοιχες αμοιβές. Οικονομικές μελέτες καταδεικνύουν ότι κάθε επιπλέον έτος σχολικής εκπαίδευσης συνδέεται, κατά μέσο όρο, με 8-13 % περισσότερα κέρδη. Είναι εξίσου αληθές ότι ένα πανεπιστημιακό πτυχίο δεν μπορεί να θεωρείται πλέον εγγύηση εξεύρεσης εργασίας μετά την αποφοίτηση. Σήμερα, οι εργοδότες δεν εξετάζουν μόνο το επίπεδο προσόντων που διαθέτει ένα άτομο, αλλά και τις δεξιότητες και τα προσόντα που έχει αποκτήσει κάποιος κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του και τον βαθμό στον οποίο οι γνώσεις αυτές σχετίζονται με την αγορά εργασίας. Όμως, με δεδομένες τις νέες προκλήσεις, αυτό δεν μπορεί να συνιστά πλέον το ενδεδειγμένο μοντέλο. Τα μελλοντικά εκπαιδευτικά συστήματα θα πρέπει να συνδέουν την εκπαίδευση και την απασχόληση με νέους τρόπους, αφενός εξομαλύνοντας την ένταξη στην αγορά εργασίας και, αφετέρου, επιτρέποντας στους ανθρώπους να αποκτούν νέες δεξιότητες καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας τους με ευέλικτο τρόπο.

3.1.3.

Το αίτημα απλώς και μόνο για περισσότερη εκπαίδευση και κατάρτιση δεν είναι η σωστή απάντηση· περισσότερη εκπαίδευση δεν σημαίνει αναγκαστικά και καλύτερη εκπαίδευση. Για να ανταποκρίνονται σωστά, τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης πρέπει να απευθύνονται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, πρέπει να είναι σε θέση να αποφεύγουν τη δυσανάλογη κατανομή των πόρων και πρέπει να μπορούν να παρέχουν στους ανθρώπους τη δυνατότητα εύστοχης διά βίου μάθησης. Στην προσπάθεια να προωθηθεί η ίση και χωρίς αποκλεισμούς απασχόληση, το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων πρέπει να αντιμετωπιστεί με συναφή μέτρα.

3.1.4.

Το Διαδίκτυο έχει καταργήσει την ανάγκη να γνωρίζει κανείς και να θυμάται σημαντικά γεγονότα και λεπτομέρειες, καθότι αποτελεί μια πύλη άμεσης πρόσβασης στη γνώση με ένα μόνο κλικ. Το γεγονός αυτό αλλάζει τις θεμελιώδεις αρχές των ανθρωπιστικών επιστημών, καταργώντας την ανάγκη οι μαθητές να αποθηκεύουν όλες τις πληροφορίες στο κεφάλι τους και αντικαθιστώντας τη με την ανάγκη να διδάσκονται τις μεθόδους μάθησης και να αποκτούν μια βασική και εννοιολογική εικόνα των σχετικών θεμάτων, έτσι ώστε να μπορούν, στη συνέχεια, να βρίσκουν και να επεξεργάζονται πληροφορίες για να φέρουν επιτυχώς εις πέρας ένα δεδομένο έργο ή να βρίσκουν λύση σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα.

3.1.5.

Οι τεχνολογικές αλλαγές είναι τόσο γρήγορες ώστε καθιστούν το περιεχόμενο ορισμένων κλάδων παρωχημένο, ακόμη και κατά τη διάρκεια του κύκλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης των σπουδαστών. Τίθενται, συνεπώς, υπό αμφισβήτηση τα παραδοσιακά προγράμματα σπουδών, ειδικά όσον αφορά το λεγόμενο «βασικό»μέρος, και αυξάνεται η σημασία της εκπαίδευσης στα πεδία των θετικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών και η ανάπτυξη μη τεχνικών δεξιοτήτων, όπως η κριτική σκέψη, η επίλυση προβλημάτων, η κοινή μάθηση και η συνεργασία. Εξίσου σημαντικό είναι και να αντιμετωπιστεί η πρόκληση της αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρώπων και μηχανών.

3.1.6.

Η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών θέτει επίσης σοβαρές προκλήσεις στην πρακτική συνιστώσα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, επειδή απαιτείται πολύς χρόνος στα περισσότερα κράτη μέλη έως ότου αναπτυχθούν και εγκριθούν επίσημα τα προγράμματα, γεγονός το οποίο τα καθιστά άκαμπτα και παρεμποδίζει την ταχεία προσαρμογή τους στις εξελίξεις στην πραγματική ζωή. Για να διορθωθεί το ζήτημα αυτό, είναι απαραίτητη η ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ όλων των επιπέδων εκπαίδευσης και των αναγκών της αγοράς εργασίας. Η έγκαιρη ενημέρωση των προγραμμάτων σπουδών καθίσταται βασικό ζητούμενο και τούτο αναδεικνύει τη σημασία της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, αλλά και της μαθητείας ως απάντησης στις ανάγκες.

3.1.7.

Είναι σημαντικό σε κάθε θέση εργασία οι άνθρωποι να έχουν ορισμένες τεχνικές και ειδικές δεξιότητες, βασισμένες στη γνώση και την πείρα για τον συγκεκριμένο κλάδο. Ωστόσο, καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικό να έχουν και θεμελιώδεις δεξιότητες, όπως η δημιουργικότητα και η επίλυση προβλημάτων, οι κοινωνικές δεξιότητες και η ενσυναίσθηση.

3.1.8.

Ο αυξανόμενος ρυθμός με τον οποίο καθίστανται παρωχημένες οι καθιερωμένες δεξιότητες καθιστά απαραίτητη την ταχύτερη απόκτηση νέων δεξιοτήτων και οδηγεί σε αυξανόμενη ζήτηση ενός νέου συνδυασμού δεξιοτήτων ως απάντηση στις λεγόμενες «υβριδικές θέσεις εργασίας», οι οποίες συνδυάζουν διαφορετικούς τύπους καθηκόντων. Για παράδειγμα, οι δεξιότητες κωδικοποίησης απαιτούνται πλέον σε πολλούς κλάδους πέραν του τεχνολογικού, ενώ τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι μεταξύ του 1/3 και του 1/2 των αγγελιών προσφοράς εργασίας με την υψηλότερη αμοιβή αφορά θέσεις που απαιτούν δεξιότητες κωδικοποίησης.

3.1.9.

Οι πρόσφατες ταχείες αλλαγές στη σύνθεση των νέων θέσεων εργασίας απαιτούν ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στη μάθηση ως καθαυτή δεξιότητα. Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της πρόκλησης της απρόβλεπτα μεταλλασσόμενης τεχνολογίας και της υβριδοποίησης των θέσεων εργασίας είναι η ικανότητα ταχείας απόκτησης νέων δεξιοτήτων και η συνεχής μάθηση. Η πτυχή αυτή θα πρέπει να τυγχάνει της απαιτούμενης μέριμνας, έτσι ώστε μειονεκτούσες ομάδες, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι, τα άτομα με πολύ χαμηλή ειδίκευση, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι μειονότητες, να μην απομακρύνονται από την αγορά εργασίας. Από την άποψη αυτή, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και των παρόχων ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας.

3.1.10.

Για να επιτευχθεί ο ανωτέρω στόχος είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να βρίσκουν τρόπους να παρακινούν τους νέους να μην εγκαταλείπουν το σχολείο σε πρόωρο στάδιο, δεδομένου ότι όσοι το πράττουν, κατατάσσονται, συνήθως, μεταξύ των ατόμων με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων και αμοιβών. Χρειάζεται να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις μητέρες με μικρά παιδιά όσον αφορά την κατάρτιση, προκειμένου να επικαιροποιούν τις δεξιότητές τους σε συνάρτηση με τις ταχείες μεταβολές στα επαγγέλματα.

3.1.11.

Η ΕΟΚΕ συνιστά θερμά την ευρύτερη προώθηση και εφαρμογή τής κατά ενότητες και της διαδικτυακής μάθησης —π.χ. ανοικτές εκπαιδευτικές πηγές και ανοικτά μαζικά διαδικτυακά μαθήματα (massive open online courses(26).

3.2.   Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

3.2.1.

Για να είναι σε θέση να εξοπλίζει τους σπουδαστές με τις θεμελιώδεις δεξιότητες για το μέλλον —π.χ. περιέργεια, αναζήτηση αξιόπιστων πληροφοριών, ικανότητα συνεχούς μάθησης, δημιουργικότητα, επίλυση προβλημάτων, ομαδική εργασία— η δευτεροβάθμια εκπαίδευση πρέπει να μεταστραφεί από την αποκλειστική απαίτηση της απομνημόνευσης και της επανάληψης σε μια προσέγγιση βασισμένη στα προγράμματα και την επίλυση προβλημάτων.

3.2.2.

Η διττή επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, στο πλαίσιο της οποίας οι εκπαιδευόμενοι αφιερώνουν μέρος του χρόνου τους στη σχολική τάξη και τον υπόλοιπο χρόνο σε μια επιχείρηση, και ειδικά η μαθητεία, αποτελεί ισχυρό μέσο ώστε να παρέχονται στους σπουδαστές ειδικές ανά εργασία διαθεματικές (μη τεχνικές) δεξιότητες, αλλά και να προωθηθεί η επιτυχής μετάβαση από το σχολείο στην εργασία. Συνεπώς, η χρήση της πρέπει να προωθηθεί πιο ενεργά στα κράτη μέλη, με γνώμονα τις βέλτιστες πρακτικές των πρωτοπόρων χωρών, όπου ένα ποσοστό ανάμεσα στο ένα τρίτο και το ήμισυ των μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ακολουθεί αυτό το είδος εκπαίδευσης. Οι περίοδοι πρακτικής άσκησης έχουν επίσης μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι βοηθούν τους νέους να αποκτήσουν πρακτική προϋπηρεσία. Οι περίοδοι πρακτικής άσκησης πραγματοποιούνται, ως επί το πλείστον, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκπαίδευσης και κατάρτισης. Μπορούν επίσης να λάβουν τη μορφή πρακτικής άσκησης στην ελεύθερη αγορά, η οποία λαμβάνει χώρα μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης ή της κατάρτισης των σπουδαστών. Οι κανόνες που διέπουν τις περιόδους πρακτικής άσκησης, καθώς και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πραγματοποιείται η πρακτική άσκηση καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο και λαμβάνονται υπόψη οι υφιστάμενοι κανονισμοί, οι εργασιακές σχέσεις και οι υφιστάμενες πρακτικές που εφαρμόζονται στον εκπαιδευτικό τομέα. Οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν να εμπνευστούν από τη σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με ένα πλαίσιο ποιότητας για την πρακτική άσκηση (27).

3.2.3.

Ωστόσο, η διττή επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση θα πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες πραγματικότητες, μεταξύ άλλων και με την έγκαιρη ενημέρωση των προγραμμάτων σπουδών, με τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού μαθησιακού περιβάλλοντος, στο οποίο οι δεξιότητες μπορούν να αναπτύσσονται και να αναβαθμίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

3.2.4.

Οι ικανότητες των εκπαιδευτικών είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για μια υψηλής ποιότητας διττή επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση όσο και για τον συνδυασμό πρακτικής και θεωρητικής πείρας. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να διατηρήσουν ένα σύστημα συνεχούς κατάρτισης των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευτών, και να καταβάλλουν προσπάθειες, μαζί με τους κοινωνικούς εταίρους, να βρίσκουν τρόπους για την παρότρυνσή τους.

3.3.   Πανεπιστημιακή εκπαίδευση

3.3.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ως κυριότερο ζητούμενο όσον αφορά την πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε πολλά κράτη μέλη την ανάγκη να ενισχυθούν τα εκπαιδευτικά στοιχεία των προγραμμάτων σπουδών που βασίζονται στην εργασία, έτσι ώστε να διδαχθούν οι σπουδαστές τις διαθεματικές και ειδικές ανά αντικείμενο πρακτικές δεξιότητες που αναζητούν οι εργοδότες. Συνεπώς, υπάρχει ανάγκη μεγαλύτερης συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό και την παροχή εκπαίδευσης και κατάρτισης.

3.3.2.

Πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Όλες οι θέσεις εργασίας είναι σημαντικές, δεδομένου ότι όλα τα επαγγέλματα επιτρέπουν στους ανθρώπους να συμβάλλουν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη μιας κοινωνίας και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση θα πρέπει να παραμείνει επιλογή, όχι υποχρέωση, ούτε εχέγγυο ποιότητας ενός ατόμου.

3.3.3.

Ένα πανεπιστημιακό πτυχίο στην αρχή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας δεν σημαίνει ότι δεν είναι αναγκαία η συνεχής απόκτηση νέων δεξιοτήτων, ειδικά εφόσον η διάρκεια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τείνει να επιμηκύνεται. Τα πανεπιστήμια θα πρέπει να αναγνωρίσουν έναν νέο κοινωνικό στόχο για την παροχή διά βίου εκπαίδευσης με τη χρήση ευέλικτων μορφών μάθησης (εξ αποστάσεως μάθηση, βραδινά μαθήματα κ.λπ.) και να προσαρμόζουν ανάλογα τις δομές και τα σχέδιά τους.

3.3.4.

Οι κοινωνικές δεξιότητες έχουν αυξανόμενη βαρύτητα για ένα ευρύ φάσμα θέσεων εργασίας λόγω της επιρροής τους στις σχέσεις στον χώρο εργασίας, στον καταμερισμό των καθηκόντων και στην καθοδήγηση της εκτέλεσής τους, καθώς και στη δημιουργία και τη διατήρηση ενός αποτελεσματικού και παραγωγικού περιβάλλοντος. Για τον λόγο αυτό, θα ήταν σκόπιμο τα πανεπιστήμια να συμπληρώνουν τα παραδοσιακά προγράμματα σπουδών τους σε εξειδικευμένους τομείς με πρόσθετες τάξεις για τη διοίκηση, τις επικοινωνιακές δεξιότητες κ.λπ. Επιπλέον, τα πανεπιστήμια πρέπει να «ρίξουν τα τείχη»μεταξύ των γνωστικών πεδίων και να δώσουν έμφαση σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Το μέλλον της εργασίας για τα επαγγέλματα υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου θα συνδέεται αναπόφευκτα με την ανάγκη για διεπιστημονικές δεξιότητες.

3.3.5.

Οι πληροφορίες σχετικά με τις αποτελεσματικές στρατηγικές μάθησης μπορούν επίσης να είναι εξατομικευμένες. Είναι ευκολότερο για τα άτομα να ενθαρρύνονται να μαθαίνουν αποτελεσματικότερα και με καλύτερα αποτελέσματα εάν έχουν μεγαλύτερη επίγνωση των δικών τους διεργασιών σκέψης. Με την πρόσφατη αύξηση της διαδικτυακής μάθησης, οι μηχανισμοί μάθησης καθίστανται γνωστότεροι και θα μπορούσαν να προσφέρουν καλύτερο προσανατολισμό σχετικά με το ποιοι είναι οι βέλτιστοι τρόποι μάθησης σε ατομική βάση. Εάν εφαρμόζονται τέτοιες προσεγγίσεις, είναι πιθανότερο ότι οι σπουδαστές θα αποκτήσουν νέες δεξιότητες αργότερα στη ζωή τους, ενώ θα μπορούσε και να παρέχεται εξατομικευμένο περιεχόμενο για τους σπουδαστές με τη μορφή εξ αποστάσεως μάθησης.

3.3.6.

Δεδομένου του υψηλού κόστους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των διαθέσιμων στοιχείων βάσει των οποίων παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματική κατανομή των πόρων στον τομέα αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να εισαγάγουν συστήματα παρακολούθησης που θα παρέχουν πληροφορίες σχετικές με την πραγματική κατάσταση της αγοράς εργασίας, σύμφωνα με τη «Σύσταση του Συμβουλίου για την παρακολούθηση των αποφοίτων» (28).

3.4.   Το σύστημα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης

3.4.1.

Η ΕΟΚΕ εξέφρασε την ικανοποίησή της για τον στόχο που παρουσιάζεται στο Ευρωπαϊκό πλαίσιο για ποιοτικά και αποτελεσματικά προγράμματα μαθητείας, βάσει του οποίου το ήμισυ τουλάχιστον της μαθητείας θα πρέπει να πραγματοποιείται στον χώρο εργασίας. Λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών συστημάτων, ο στόχος είναι να σημειωθεί σταδιακή πρόοδος, έτσι ώστε η πλειονότητα των περιόδων μαθητείας να διεξάγεται στον χώρο εργασίας (29).

3.4.2.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τον στόχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να καταστεί η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση μια επιλογή πρώτης κατηγορίας για τους μαθητευόμενους. Υπογραμμίζει τη σημασία της ενίσχυσης της ώσμωσης μεταξύ της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με σκοπό να δημιουργηθούν ευκαιρίες και να διευκολυνθεί η εξάλειψη του στίγματος που χαρακτηρίζει την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (30).

3.4.3.

Στις θέσεις μαθητείας υπάρχει σαφής ρόλος για τους εργοδότες όσον αφορά την παροχή των τμημάτων της κατάρτισης που σχετίζονται με την εργασία, καθότι έτσι μπορούν να προσαρμόζουν αυτό το μέρος της κατάρτισης ανάλογα με τις τάσεις της αγοράς εργασίας και τις ανάγκες σε δεξιότητες.

3.4.4.

Η επαγγελματική κατάρτιση —τόσο η αρχική όσο και η συνεχής—, εκτός των συστημάτων δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μπορεί επίσης να συντείνει στη σύζευξη των αναντιστοιχιών δεξιοτήτων. Σε έναν κόσμο συνεχούς επανακατάρτισης και αυξανόμενης αυτοαπασχόλησης, οι άνθρωποι θα χρειαστούν βοήθεια κατά τη μετάβαση από τη μία θέση εργασίας σε μια άλλη (31). Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να αναπτυχθούν διαφορετικές μορφές οργάνωσης των συμβουλών, έτσι ώστε να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις διαδρομές σταδιοδρομίας, τους μέσους οικονομικούς όρους για τα διάφορα επαγγέλματα και θέσεις, για το πόσο χρόνο θα είναι χρήσιμες οι συγκεκριμένες δεξιότητες κ.λπ. (32).

3.4.5.

Οι νέες τεχνολογίες, όπως η εικονική και η επαυξημένη πραγματικότητα, καθιστούν τη μάθηση ευκολότερη, αποτελεσματικότερη και θα μπορούσαν να βελτιώσουν ριζικά την επαγγελματική κατάρτιση, ενώ οι τεχνικές των μαζικών δεδομένων προσφέρουν ευκαιρίες για εξατομικευμένη κατάρτιση. Για να αξιοποιηθούν αυτές οι ευκαιρίες, είναι σκόπιμο να αναπτυχθούν οι κατάλληλες πλατφόρμες που θα παρέχουν φθηνές και στιγμιαίες συνδέσεις και να δημιουργηθούν βιβλιοθήκες με κατά παραγγελία μαθήματα. Εκτός από όλα τα άλλα πλεονεκτήματα, οι εν λόγω πλατφόρμες επιλύουν επίσης το πρόβλημα των μεγάλων αποστάσεων για τους πολίτες σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτή η πτυχή της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι σήμερα ανεπαρκώς αναπτυγμένη σε σύγκριση με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και χρειάζεται να ενισχυθεί.

3.4.6.

Η ενδοεπιχειρησιακή επιμόρφωση στις εταιρείες είναι ένας ακόμη τρόπος για τη βελτίωση των δεξιοτήτων που μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της παραγωγικότητας των εργαζομένων και στην επαγγελματική τους εξέλιξη, στις συνολικές επιχειρηματικές επιδόσεις και στην ευημερία των εργαζομένων στην εργασία τους. Τους παρέχει επίσης κίνητρα και τους επιτρέπει να προοδεύουν στη σταδιοδρομία και στις απολαβές τους. Ως εκ τούτου, η κατάρτιση των εργαζομένων αποτελεί κοινό συμφέρον, και οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι έχουν κοινή ευθύνη να συμβάλουν στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων και στην επανακατάρτιση, παράμετροι οι οποίες οδηγούν στη σύσταση επιτυχημένων επιχειρήσεων και στη διαμόρφωση κατάλληλα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.

3.4.7.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί εθνικοί νόμοι, κανόνες και προσεγγίσεις για την οργάνωση και την παροχή επαγγελματικής κατάρτισης στους εργαζομένους. Ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν στη νομοθεσία τους ευρείας εμβέλειας πολιτικές επαρκούς επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ, σε άλλα κράτη, οι διατάξεις περί κατάρτισης καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις σε διάφορα επίπεδα, ή συμφωνούνται απευθείας μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων στον χώρο εργασίας. Οι ευκαιρίες πρόσβασης σε κατάρτιση μπορεί επίσης να εξαρτώνται από το μέγεθος της επιχείρησης ή του χώρου εργασίας. Πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσβαση στην αποτελεσματική κατάρτιση των εργαζομένων, με παράλληλο σεβασμό της ποικιλομορφίας και της ευελιξίας των συστημάτων, τα οποία ποικίλλουν ανάλογα με τις διάφορες πρακτικές των εργασιακών σχέσεων.

3.4.8.

Τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να συνεργαστούν, αξιοποιώντας το πλήρες δυναμικό του κοινωνικού διαλόγου, σε τριμερή και σε διμερή βάση ώστε να προάγονται η πρόσβαση και η συμμετοχή στην επιμόρφωση των εργαζομένων. Αυτή η συνεργασία θα πρέπει να αναπτυχθεί κατά τρόπο ώστε να ωφελούνται όλοι οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις/χώροι εργασίας στο πλαίσιο μιας προοπτικής διά βίου μάθησης που βασίζεται στις δυνητικές και τις πραγματικές ανάγκες ενός ποικιλόμορφου εργατικού δυναμικού στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και στις μικρές, μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και στους χώρους εργασίας.

3.4.9.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και υλοποιείται η επαγγελματική επιμόρφωση στον χώρο εργασίας θα πρέπει να συμφωνείται από κοινού μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων μέσω ενός συνδυασμού συλλογικών και ατομικών ρυθμίσεων. Αυτό συνεπάγεται ότι η επιμόρφωση θα πραγματοποιείται, κατά προτίμηση, κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας ή, κατά περίπτωση, εκτός ωρών εργασίας (ιδίως για την επιμόρφωση που δεν σχετίζεται με την εταιρεία). Οι εργοδότες θα πρέπει να ενστερνιστούν μια θετική προσέγγιση έναντι της επιμόρφωσης των εργαζομένων. Ωστόσο, όταν ο εργαζόμενος ζητά ή δικαιούται επιμόρφωση, οι εργοδότες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συζητούν τα αιτήματα αυτά, έτσι ώστε η επιμόρφωση να υποστηρίζει την απασχολησιμότητα του εργαζομένου κατά τρόπο που να είναι και προς το συμφέρον της επιχείρησης.

3.4.10.

Η επαγγελματική κατάρτιση δεν αφορά μόνο τους εργαζομένους. Οι μεγάλες εταιρείες παρέχουν συνήθως εξειδικευμένη κατάρτιση στο ανώτερο διοικητικό προσωπικό τους. Αυτό όμως δεν ισχύει για τις ΜΜΕ, και ιδιαίτερα για τις μικρές παραδοσιακές και οικογενειακές επιχειρήσεις. Η ευημερία αυτών των επιχειρήσεων συνδέεται σχεδόν εξολοκλήρου με τους ιδιοκτήτες/διευθυντές τους. Τα σύντομης χρονικής διάρκειας μαθήματα επιμόρφωσης και η πρόσβαση σε συμβουλευτικές υπηρεσίες και σε μαθήματα μέσω βίντεο —τα οποία επικεντρώνονται σε νομικές απαιτήσεις, κανονισμούς, στην προστασία των καταναλωτών, σε τεχνικά πρότυπα κ.λπ.— θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις επιδόσεις των εν λόγω εταιρειών.

3.4.11.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διερευνήσουν τη θετική πείρα των χωρών της ΕΕ που διαθέτουν ανεπτυγμένα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και να εξετάσουν τη δυνατότητα ανάπτυξης προγραμμάτων για τη διευκόλυνση αυτής της ανταλλαγής.

Βρυξέλλες, 21 Μαρτίου 2019.

Ο πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Luca JAHIER


(1)  «Νέο θεματολόγιο δεξιοτήτων για την Ευρώπη», 2016, Ευρωπαϊκός Χώρος Εκπαίδευσης, 2018. Επικροτήθηκε επίσης το «Σχέδιο στρατηγικής για την τομεακή συνεργασία σχετικά με τις δεξιότητες»της ΓΔ εσωτερικής αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ —μολονότι το πεδίο εφαρμογής του είναι πολύ περιορισμένο—, καθώς και διάφορα έργα του προγράμματος EASME-COSME (π.χ. τα 2017/001, 004, 007, 2016/033 και 034).

(2)  COM(2018) 268 final.

(3)  ΕΕ C 237 της 6.7.2018, σ. 8.

(4)  ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 136.

(5)  Η πτυχή αυτή αναγνωρίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης), η οποία έχει χορηγήσει οικονομική και άλλου είδους στήριξη στα ανά χώρα σχέδια εθνικής στρατηγικής για τις δεξιότητες υπό την καθοδήγηση του ΟΟΣΑ σε αρκετά κράτη μέλη, όπως η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Σλοβενία και το Βέλγιο (Φλάνδρα). Τα τελευταία χρόνια, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP) υλοποίησε επίσης ειδικά προγράμματα υποστήριξης των κρατών μελών (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σλοβακία, Εσθονία, Μάλτα) για τη βελτίωση της πρόβλεψης των αναγκαίων δεξιοτήτων και των αντίστοιχων υποδομών: https://www.cedefop.europa.eu/en/events-and-projects/projects/assisting-eu-countries-skills-matching.

(6)  ΕΕ C 13 της 15.1.2016, σ. 49.

(7)  https://www.eesc.europa.eu/el/node/63699

(8)  «Αναντιστοιχίες δεξιοτήτων – εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της ΕΕ», ΕΟΚΕ.

(9)  ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 136.

(10)  ΕΕ C 237 της 6.7.2018, σ. 8, ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 15.

(11)  ΕΕ C 173 της 31.5.2017, σ. 45. Ποσοστό 40 % των ενήλικων εργαζομένων θεωρεί ότι οι δεξιότητές του δεν αξιοποιούνται πλήρως: http://www.cedefop.europa.eu/en/publications-and-resources/publications/3075.

(12)  “Insights into skill shortages and skill mismatch. Learning from Cedefop’s European skills and jobs survey”(Προσεγγίσεις σχετικά με τις ελλείψεις δεξιοτήτων και την αναντιστοιχία δεξιοτήτων. Διδάγματα από την έρευνα του CEDEFOP για τις ευρωπαϊκές δεξιότητες και θέσεις εργασίας), Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης, 2018. Επίσης, «Πανόραμα δεξιοτήτων»και Europass.

(13)  Στατιστικά στοιχεία για την ανεργία, στατιστικά στοιχεία για τις κενές θέσεις εργασίας, Eurostat.

(14)  “Solving the Talent Shortage”(Επίλυση του προβλήματος της έλλειψης ταλέντων), Έρευνα για την απασχόληση της εταιρείας ManpowerGroup, 2018. Πάντως, ορισμένοι αμφισβητούν την αξιοπιστία της συγκεκριμένης μελέτης —π.χ. Cappelli (2014): https://www.nber.org/papers/w20382.

(15)  “Skills Mismatches – An Impediment to the Competitiveness of EU Businesses”(Αναντιστοιχίες δεξιοτήτων – Ένα εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της ΕΕ), μελέτη που ανατέθηκε από το IME (Ινστιτούτο Οικονομικών της Αγοράς) κατόπιν αιτήματος της Ομάδας Εργοδοτών της ΕΟΚΕ.

(16)  Ό.π.

(17)  Το ίδιο ισχύει και για άλλες παραμέτρους.

(18)  Ό.π.

(19)  ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 37.

(20)  ΕΕ C 440 της 6.12.2018, σ. 37 και παραδείγματα ορθών πρακτικών εντοπίζονται στη Γερμανία όπου οι δεξιότητες στα πεδία των θετικών επιστημών, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών βελτιώνονται με τη συνδρομή του ιδρύματος Haus der kleinen Forscher (Το σπίτι των μικρών εξερευνητών): https://www.bertelsmann-stiftung.de/en/publications/publication/did/leitfaden-berufsorientierung-1/.

(21)  Πορίσματα της ευρωπαϊκής διάσκεψης που διοργάνωσε το ίδρυμα BMW.

(22)  ΕΕ C 367 της 10.10.2018, σ. 15.

(23)  https://www.cedefop.europa.eu/en/events-and-projects/projects/big-data-analysis-online-vancancies. Βλέπε επίσης τη μελέτη με τίτλο: "Overview of the national strategies on work 4.0 – a coherent analysis of the role of social partners»(«Επισκόπηση των εθνικών στρατηγικών για την εργασία 4.0 — μια συνεκτική ανάλυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων»), https://www.eesc.europa.eu/en/our-work/publications-other-work/publications/overview-national-strategies-work-40-coherent-analysis-role-social-partners-study.

(24)  https://twentythirty.com/how-digitization-will-affect-the-world-of-work

(25)  ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 136.

(26)  Τέτοιου είδους μέσα μπορούν να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε πλήρη πανεπιστημιακά πτυχία, βραχύτερα μαθήματα και ειδικότητες, καθώς και σε «νανο-πτυχία». Παρέχουν ευέλικτη οργάνωση με τη διάσπαση των πτυχίων σε ενότητες, των ενοτήτων σε μαθήματα, ή ακόμη και σε μικρότερες μονάδες. Επίσης, προσφέρουν ευκαιρίες στους ηλικιωμένους εργαζομένους να σπουδάσουν στα μεταγενέστερα στάδια της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας. Μειώνουν το κόστος και τον χρόνο μάθησης και προσφέρουν καλύτερη ισορροπία μεταξύ της εργασίας, της μελέτης και της οικογενειακής ζωής. Εξάλλου, παρέχουν ταχύτερες και πιο ευέλικτες απαντήσεις στις αυξανόμενες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας να είναι εφοδιασμένο το άτομο με τα επιθυμητά επαγγελματικά προσόντα και τις αντίστοιχες δεξιότητες. Καλλιεργούν κλίμα εμπιστοσύνης και βοηθούν τους εργοδότες να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τους υποψήφιους υπαλλήλους, όταν παρέχονται από εγνωσμένου κύρους εκπαιδευτικά ιδρύματα.

(27)  https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52013PC0857&from=EL

(28)  https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=uriserv:OJ.C_.2017.423.01.0001.01.ELL&toc=OJ:C:2017:423:FULL

(29)  ΕΕ C 262 της 25.7.2018, σ. 41.

(30)  https://www.ceemet.org/positionpaper/10-point-plan-competitive-industry

(31)  ΕΕ C 434 της 15.12.2017, σ. 36.

(32)  https://www.bertelsmann-stiftung.de/en/publications/publication/did/leitfaden-berufsorientierung-1/


Top