Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52017PC0537

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

COM/2017/0537 final - 2017/0231 (COD)

Βρυξέλλες, 20.9.2017

COM(2017) 537 final

2017/0231(COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η παρούσα πρόταση εντάσσεται σε μια δέσμη μέτρων που σκοπό έχουν την ενίσχυση της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ, μέσω της βελτίωσης της λειτουργίας του συστήματος των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΕΑ), και την επιτάχυνση και την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Η παρούσα πρόταση αφορά την εποπτεία και τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και προβλέπει τη μεταβίβαση ορισμένων εποπτικών εξουσιών, τις οποίες επί του παρόντος διαθέτουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές.

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID II) 1  εισάγει έναν νέο τύπο υπηρεσιών που υπόκεινται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας και εποπτεία: τις υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων, τις οποίες διαχειρίζονται πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων. Η οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFID I) 2 δεν προέβλεπε την αποτελεσματική κυκλοφορία, την παρακολούθηση και την αναδιάρθρωση των στοιχείων των συναλλαγών. Ως αποτέλεσμα αυτού, τα δεδομένα για τις συναλλαγές στην ΕΕ δεν ήταν ούτε συνεπή ούτε επαρκούς ποιότητας, προκειμένου να παρακολουθείται ο βαθμός επίτευξης των στόχων της MiFID. Επιπροσθέτως, τα δεδομένα για τις συναλλαγές δεν ήταν διαθέσιμα σε εύλογο κόστος σε ολόκληρη την ΕΕ από τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης.

Καθώς οι ασυνέπειες ως προς την ποιότητα, τον μορφότυπο, την αξιοπιστία και το κόστος έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη διαφάνεια των δεδομένων, την προστασία των επενδυτών και την αποδοτικότητα των αγορών, η MIFID II αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας και της προσβασιμότητας των δεδομένων των συναλλαγών, αφενός με την καθιέρωση ενός τυποποιημένου μορφοτύπου για τα δεδομένα των συναλλαγών, που να είναι εύκολο να ενοποιηθούν, να γίνουν εύκολα κατανοητά και να διατίθενται σε εύλογο κόστος, και αφετέρου με την επιβολή τυπικών οργανωτικών απαιτήσεων για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, οι οποίοι θα υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την αρμόδια εθνική αρχή.

Δεδομένης της διασυνοριακής διάστασης του χειρισμού δεδομένων, των οφελών της συγκέντρωσης αρμοδιοτήτων που συνδέονται με δεδομένα —περιλαμβανομένων δυνητικών οικονομιών κλίμακας— και των δυσμενών επιπτώσεων τυχόν αποκλίσεων στις εποπτικές πρακτικές, τόσο όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων των συναλλαγών όσο και τα καθήκοντα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, κρίνεται σκόπιμη η μεταβίβαση της χορήγησης άδειας λειτουργίας και της εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων από τις εθνικές αρχές στην ΕΑΚΑΑ.

Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση περιορίζεται στη μεταβίβαση των εξουσιών χορήγησης άδειας λειτουργίας και εποπτείας των εν λόγω οντοτήτων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές στην ΕΑΚΑΑ, με την προσθήκη των εν λόγω εξουσιών στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFIR) 3 , χωρίς να επιφέρει περαιτέρω μεταβολή στους ουσιαστικούς κανόνες που εφαρμόζονται στους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, περιλαμβανομένων των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας και των οργανωτικών απαιτήσεων που είχαν αρχικά προβλεφθεί στη MIFID II. Κατά συνέπεια, οι σχετικές διατάξεις της MiFID II που αφορούν τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων απαλείφονται.

Επιπροσθέτως, η παρούσα πρόταση αφορά επίσης τον ρόλο της ΕΑΑΕΣ (EIOPA) στις διαδικασίες έγκρισης εσωτερικών υποδειγμάτων.

Η οδηγία Φερεγγυότητα II (οδηγία 2009/138/EΚ 4 ) προβλέπει ότι, σύμφωνα με την προσέγγιση με γνώμονα τον κίνδυνο, όσον αφορά την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας (Solvency Capital Requirement – SCR), επιτρέπεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ομίλους, σε επίπεδο είτε μεμονωμένων επιχειρήσεων είτε ομίλων, η χρησιμοποίηση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό της SCR, αντί του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου. Τα εσωτερικά αυτά υποδείγματα υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών. Παρά το πολύτιμο έργο που επιτελεί η ΕΑΑΕΣ στον τομέα της εποπτικής σύγκλισης όσον αφορά τα εσωτερικά υποδείγματα, εξακολουθούν να υπάρχουν μείζονες ασυνέπειες ως προς τις απαιτήσεις των αρμόδιων αρχών για τα εσωτερικά υποδείγματα, ενώ υπάρχουν δυσκολίες στην επίτευξη κοινών συμφωνιών για εσωτερικά υποδείγματα ομίλου στο πλαίσιο των Σωμάτων εποπτών.

Η απόκλιση όσον αφορά την εποπτεία και την έγκριση εσωτερικών υποδειγμάτων οδηγεί σε ασυνέπειες και δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Συνεπώς, η πρόταση προωθεί τη σύγκλιση, ενισχύοντας τον ρόλο της ΕΑΑΕΣ σε σχέση με τα εσωτερικά υποδείγματα, μέσω διατάξεων για τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών, και παρέχοντας στην ΕΑΑΕΣ εξουσίες ώστε να εκδίδει γνώμες στον συγκεκριμένο τομέα και να συμβάλλει με ίδια πρωτοβουλία στη διευθέτηση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών, μεταξύ άλλων με δεσμευτική διαμεσολάβηση.

Συνοχή με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η παρούσα πρόταση συνάδει με άλλες πράξεις του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβανομένων εκείνων που παρέχουν άμεσες εξουσίες στις ΕΕΑ.

Συνοχή με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η παρούσα πρόταση δεν επηρεάζει άλλες πολιτικές της Ένωσης.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 και στο άρθρο 62 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας (άρθρο 5 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ), ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ επιβάλλεται μόνον όταν τα κράτη μέλη μεμονωμένα δεν είναι σε θέση να επιτύχουν επαρκώς τους επιδιωκόμενους στόχους και, συνεπώς, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα από την ΕΕ.

Η ουσιαστική αδειοδότηση και εποπτεία καλύπτονται ήδη από τη MiFID II και, άρα, το ουσιώδες έχει ανατεθεί σε επίπεδο Ένωσης. Η μοναδική τροποποίηση την οποία επιφέρει η παρούσα πρόταση είναι ότι, αντί των αρμόδιων εθνικών αρχών, αρμόδια για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και για την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων θα είναι η ΕΑΚΑΑ. Από την άποψη αυτή, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν, και αποκτούν ολοένα και περισσότερο, εγγενώς διασυνοριακό χαρακτήρα. Εξίσου ραγδαία αυξανόμενη είναι και η ένταση των δεδομένων των χρηματοπιστωτικών αγορών. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εν λόγω προκλήσεις, απαιτείται ενισχυμένη αποδοτικότητα ως προς τον χειρισμό πτυχών συναφών με δεδομένα του πλαισίου της MIFID II. Με τη μεταβίβαση της χορήγησης άδειας λειτουργίας και της εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων στην ΕΑΚΑΑ, μπορούν να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες για τα δεδομένα των συναλλαγών και τους διαύλους αναφοράς συναλλαγών, και παράλληλα παρέχεται η δυνατότητα στις εθνικές αρμόδιες αρχές να αποδεσμεύσουν πόρους για την εποπτεία των τελικών χρηστών των δεδομένων.

Η αρχή της εποπτικής έγκρισης εσωτερικών υποδειγμάτων περιλαμβάνεται ήδη στην οδηγία Φερεγγυότητα II. Οι τροποποιήσεις που επιφέρει η παρούσα πρόταση αποσκοπούν στην ενίσχυση του ρόλου της ΕΑΑΕΣ, με στόχο την επίτευξη μεγαλύτερης εποπτικής σύγκλισης στον εν λόγω τομέα, ιδίως όσον αφορά ασφαλιστικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ, αφήνοντας παράλληλα στις εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, στο Σώμα εποπτών την εξουσία να εγκρίνουν τέτοιες αιτήσεις.

Αναλογικότητα

Η πρόταση λαμβάνει πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, καθώς επαρκεί για την επίτευξη των στόχων και δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο μέτρο για την επίτευξή τους. Συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την προσήκουσα ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος που διακυβεύεται και της αποτελεσματικότητας του μέτρου από πλευράς κόστους.

Επιλογή της νομικής πράξης

Η παρούσα πρόταση τροποποιεί μια οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 53 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, και μια οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία εκδόθηκε βάσει των άρθρων 53 και 62 της ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, απαιτείται πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση αμφότερων των εν λόγω οδηγιών.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκτίμηση επιπτώσεων

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των εν λόγω οδηγιών είναι πολύ περιορισμένης έκτασης και, δεδομένης της πρόσφατης θέσης σε ισχύ και εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών, οι αλλαγές δεν δικαιολογούν τη διενέργεια χωριστής αξιολόγησης.

Καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου και απλούστευση

Η ενιαία θυρίδα εξυπηρέτησης που παρέχεται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και την εποπτεία, με την τροποποίηση της MiFID II και του MiFIR, θα συμβάλει στον περιορισμό των κανονιστικών επιβαρύνσεων, περιλαμβανομένων των επιβαρύνσεων για μικρότερους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων. Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών αναφορικά με τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων θα μεταβιβαστούν στην ΕΑΚΑΑ. Από το ενιαίο πλαίσιο χορήγησης άδειας λειτουργίας και εποπτείας θα προκύψει αφενός ουσιαστική απλούστευση για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων με διασυνοριακή παρουσία, και αφετέρου περιορισμός του διοικητικού φόρτου.

Όσον αφορά τη Φερεγγυότητα II, η εποπτική σύγκλιση συμβάλλει σε εξορθολογισμένες διαδικασίες αιτήσεων και απαιτήσεις σε ολόκληρη την Ένωση, με αποτέλεσμα τον περιορισμό των άνισων όρων ανταγωνισμού, ιδίως για τους ασφαλιστικούς ομίλους.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και το δικαίωμα υπεράσπισης διασφαλίζονται κυρίως με ένα σαφές διαδικαστικό πλαίσιο και με τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου των μέτρων έρευνας, όταν απαιτείται από εθνικό δικαστή, και των οριστικών αποφάσεων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού από το Δικαστήριο.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Καλύπτονται από τις τροποποιήσεις του κανονισμού MiFIR και τις τροποποιήσεις του ιδρυτικού κανονισμού της ΕΑΑΕΣ.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Το άρθρο 1 της πρότασης περιλαμβάνει τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για τη μεταβίβαση των σημερινών εξουσιών και αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών στην ΕΑΚΑΑ, η οποία θα είναι αρμόδια για τη χορήγηση αδειών λειτουργίας και για την εποπτεία των επιχειρήσεων που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων.

Οι εν λόγω τροποποιήσεις συνίστανται στην τροποποίηση και την απαλοιφή διαφόρων τμημάτων της MiFID II, όπου περιλαμβάνονται ο τίτλος V που αφορά τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, το τμήμα Δ του παραρτήματος I και οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών να επιβάλλουν κυρώσεις σε παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

Το άρθρο 2 της παρούσας πρότασης περιλαμβάνει τις τροποποιήσεις στην οδηγία Φερεγγυότητα II, προκειμένου η ΕΑΑΕΣ να αποκτήσει ισχυρότερο ρόλο ώστε να συνεισφέρει στην εποπτική σύγκλιση στον τομέα της εφαρμογής εσωτερικών υποδειγμάτων, και συνίσταται σε αλλαγές αναφορικά με την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με αιτήσεις για τέτοια υποδείγματα, τη δυνατότητα της ΕΑΑΕΣ να εκδίδει γνώμες για το ζήτημα αυτό, καθώς και να συνδράμει στη διευθέτηση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών, είτε κατόπιν αιτήματος αυτών είτε με ίδια πρωτοβουλία της ΕΑΑΕΣ είτε, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.

Οι τροποποιήσεις προβλέπουν επίσης την υποχρέωση της ΕΑΑΕΣ να καταρτίζει ετήσιες εκθέσεις για το ζήτημα αυτό. Με τον τρόπο αυτόν θα είναι εφικτή η στενή παρακολούθηση της κατάστασης αναφορικά με τις αιτήσεις για εσωτερικά υποδείγματα, ενώ επίσης θα αναδειχθούν τυχόν εκκρεμούντα ζητήματα σχετικά με την εποπτική σύγκλιση στον εν λόγω τομέα.

Επιπλέον, το άρθρο ευθυγραμμίζει ορισμένα μέρη της οδηγίας Φερεγγυότητα II (άρθρο 231 παράγραφος 3 και άρθρο 237 παράγραφος 3) με αλλαγές στον ιδρυτικό κανονισμό της ΕΑΑΕΣ, οι οποίες περιλαμβάνονται στην πρόταση της Επιτροπής για τον εν λόγω κανονισμό όσον αφορά τη δεσμευτική διαμεσολάβηση. Επιπροσθέτως, το άρθρο επιφέρει τις αναγκαίες τροποποιήσεις στο άρθρο 248 παράγραφος 4 της οδηγίας Φερεγγυότητα II για τη δεσμευτική διαμεσολάβηση, με τη διαγραφή αναφορών σε μια προγενέστερη διαδικασία διευθέτησης διαφορών με τη CEIOPS (η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), η οποία αντικαταστάθηκε από την ΕΑΑΕΣ.

Τα άρθρα 3 και 4 καθορίζουν τις διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και έναρξης ισχύος.

2017/0231 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 62,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 5 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 6 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Η οδηγία 2014/65/ΕΕ διαμορφώνει ένα κανονιστικό πλαίσιο για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και απαιτεί οι υπηρεσίες αναφοράς μετασυναλλακτικών δεδομένων να είναι αδειοδοτημένες ως εγκεκριμένοι μηχανισμοί δημοσιοποίησης συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.). Επιπλέον, οι πάροχοι ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών (Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.) υποχρεούνται να παρέχουν ενοποιημένα δεδομένα συναλλαγών, τα οποία να καλύπτουν το σύνολο των συναλλαγών τόσο σε μετοχικά όσο και μη μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα σε ολόκληρη την Ένωση, σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Η οδηγία 2014/65/ΕΕ τυποποιεί επίσης τους διαύλους αναφοράς των συναλλαγών στις αρμόδιες αρχές, απαιτώντας από τρίτους που αναφέρουν για λογαριασμό επιχειρήσεων να διαθέτουν άδεια λειτουργίας ως εγκεκριμένοι μηχανισμοί γνωστοποίησης συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.).

(2)Η ποιότητα των δεδομένων των συναλλαγών, και της επεξεργασίας και παροχής των εν λόγω δεδομένων, περιλαμβανομένης της διασυνοριακής επεξεργασίας και παροχής δεδομένων, είναι μείζονος σημασίας για την επίτευξη του βασικού σκοπού του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος συνίσταται στην ενίσχυση της διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών αγορών. Τα ακριβή δεδομένα παρέχουν στους χρήστες μια γενική εικόνα της συναλλακτικής δραστηριότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ένωσης, και στις αρμόδιες αρχές ακριβείς και εκτενείς πληροφορίες αναφορικά με τις σχετικές συναλλαγές. Δεδομένης της διασυνοριακής διάστασης του χειρισμού δεδομένων, των οφελών της συγκέντρωσης αρμοδιοτήτων που συνδέονται με δεδομένα —περιλαμβανομένων δυνητικών οικονομιών κλίμακας— και των δυσμενών επιπτώσεων τυχόν αποκλίσεων στις εποπτικές πρακτικές, τόσο όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων των συναλλαγών όσο και τα καθήκοντα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, κρίνεται, επομένως, σκόπιμη η μεταβίβαση της χορήγησης άδειας λειτουργίας και της εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, καθώς και των εξουσιών συλλογής δεδομένων, από τις εθνικές αρχές στην ΕΑΚΑΑ.

(3)Για την επίτευξη της συνεπούς μεταβίβασης τέτοιων εξουσιών κρίνεται σκόπιμη η απαλοιφή των αντίστοιχων διατάξεων, που αφορούν τις λειτουργικές απαιτήσεις για παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών αναφορικά με τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, οι οποίες καθορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ, και η εισαγωγή των αντίστοιχων διατάξεων στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 7 .

(4)Η μεταβίβαση της χορήγησης άδειας λειτουργίας και της εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων στην ΕΑΚΑΑ συνάδει με τα καθήκοντά της. Ειδικότερα, η μεταβίβαση των εξουσιών συλλογής δεδομένων, χορήγησης άδειας λειτουργίας και εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ είναι καθοριστική για τα υπόλοιπα καθήκοντα που επιτελεί η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του κανονισμού (EΕ) αριθ. 600/2014, όπως η παρακολούθηση της αγοράς, οι εξουσίες προσωρινής παρέμβασης της ΕΑΚΑΑ και οι αρμοδιότητες της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τη διαχείριση θέσεων, καθώς και η διασφάλιση της συνεπούς συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις προσυναλλακτικής και μετασυναλλακτικής διαφάνειας. Επομένως, η οδηγία 2014/65/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(5)Η οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 8 (Φερεγγυότητα II) προβλέπει ότι, σύμφωνα με την προσέγγιση με γνώμονα τον κίνδυνο, όσον αφορά την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, επιτρέπεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ομίλους, η χρησιμοποίηση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό της απαίτησης αυτής, αντί του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου.

(6)Προκειμένου να εξασφαλιστεί ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, τα εσωτερικά αυτά υποδείγματα θα πρέπει να υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών, βάσει εναρμονισμένων διαδικασιών και προτύπων.

(7)Προκειμένου να διασφαλιστεί μεγάλος βαθμός σύγκλισης στον τομέα της εποπτείας και της έγκρισης των εσωτερικών υποδειγμάτων, η ΕΑΑΕΣ (EIOPA) θα πρέπει να δύναται να εκδίδει γνώμες σχετικά με ζητήματα που αφορούν τέτοια εσωτερικά υποδείγματα.

(8)Για την προαγωγή της εποπτικής σύγκλισης, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει, είτε με ίδια πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος των εποπτικών αρχών, να συνδράμει τις τελευταίες στην επίτευξη συμφωνίας. Σε ειδικές περιστάσεις, όταν οι εποπτικές αρχές δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν σχετικά με την έγκριση εσωτερικού υποδείγματος ομίλου, και προτού η αρχή εποπτείας του ομίλου εκδώσει την τελική απόφασή της, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να δύνανται να ζητήσουν από την ΕΑΑΕΣ να μεσολαβήσει και να συνδράμει τις εποπτικές αρχές στην εξεύρεση συμφωνίας. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν όλες τις συναφείς πληροφορίες με την ΕΑΑΕΣ, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ΕΑΑΕΣ μπορεί να συμμετέχει πλήρως στη διαδικασία έγκρισης εσωτερικών υποδειγμάτων ομίλου.

(9)Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νέα σύσταση των ομάδων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, θα πρέπει να τροποποιηθούν οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας Φερεγγυότητα II που αναφέρονται στις ομάδες, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τη νέα διαδικασία δεσμευτικής διαμεσολάβησης δυνάμει του κανονισμού.

(10)Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αντικατάσταση της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (CEIOPS) από την ΕΑΑΕΣ, θα πρέπει να απαλειφθούν οι αναφορές της οδηγίας Φερεγγυότητα II στην CEIOPS.

(11)Επομένως, η οδηγία 2009/138/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1) Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)    Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων, στους διαχειριστές αγοράς και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος εντός της Ένωσης.»·

β) Στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) απαλείφεται·

2) Στο άρθρο 4, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α) Τα σημεία 36) και 37) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«36)    «διοικητικό όργανο»: το όργανο ή τα όργανα μιας επιχείρησης επενδύσεων ή ενός διαχειριστή αγοράς, που έχουν οριστεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τα οποία έχουν την εξουσία καθορισμού της στρατηγικής, των στόχων και της συνολικής κατεύθυνσης της οντότητας, και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκησή της και περιλαμβάνουν πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες της οντότητας. 

Για τα σημεία στα οποία η παρούσα οδηγία αναφέρεται στο διοικητικό όργανο και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι διοικητικές και εποπτικές λειτουργίες του διοικητικού οργάνου ανατίθενται σε διαφορετικά όργανα ή σε διαφορετικά μέλη ενός ενιαίου οργάνου, το κράτος μέλος προσδιορίζει τα όργανα ή τα μέλη του διοικητικού οργάνου που είναι υπεύθυνα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία,

37)    «ανώτερα στελέχη»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες μιας επενδυτικής επιχείρησης ή ενός διαχειριστή αγοράς και τα οποία είναι υπεύθυνα και υπόλογα απέναντι στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διαχείριση της οντότητας, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των πολιτικών σχετικά με τη διάθεση υπηρεσιών και προϊόντων προς τους πελάτες από την επιχείρηση και το προσωπικό της,»·

γ) Τα σημεία 52), 53), 54) και 55) στοιχείο γ) απαλείφονται·

3) Ο τίτλος V απαλείφεται·

4) Το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α) Στην παράγραφο 3 στοιχείο α), τα σημεία xxxvii) έως xxxx) απαλείφονται·

β) Στην παράγραφο 4, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) άρθρο 5 ή άρθρο 6 παράγραφος 2 ή άρθρα 34, 35, 39 ή 44 της παρούσας οδηγίας· ή»·

γ) Στην παράγραφο 6, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) στην περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς που διαθέτει άδεια λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ ή ρυθμιζόμενης αγοράς, αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 43,»·

5) Στο άρθρο 71, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.Όταν μια δημοσιευθείσα ποινική ή διοικητική κύρωση αφορά επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς, πιστωτικό ίδρυμα σε σχέση με επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες ή παρεπόμενες υπηρεσίες, ή υποκατάστημα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που διαθέτουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, η ΕΑΚΑΑ προσθέτει στο αντίστοιχο μητρώο αναφορά στη δημοσιευθείσα κύρωση.»·

6) Στο άρθρο 77 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι κάθε πρόσωπο που έχει λάβει άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, το οποίο εκτελεί σε επιχείρηση επενδύσεων ή σε ρυθμιζόμενη αγορά τα καθήκοντα του άρθρου 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή του άρθρου 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή οποιαδήποτε άλλη εκ του νόμου προβλεπόμενη αποστολή, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως στις αρμόδιες αρχές κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με την εν λόγω επιχείρηση του οποίου ή της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του και που ενδέχεται:

* Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87).»·

7) Το άρθρο 89 τροποποιείται ως εξής:

α) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 4 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 1, στο άρθρο 16 παράγραφος 12, στο άρθρο 23 παράγραφος 4, στο άρθρο 24 παράγραφος 13, στο άρθρο 25 παράγραφος 8, στο άρθρο 27 παράγραφος 9, στο άρθρο 28 παράγραφος 3, στο άρθρο 30 παράγραφος 5, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 32 παράγραφος 4, στο άρθρο 33 παράγραφος 8, στο άρθρο 52 παράγραφος 4, στο άρθρο 54 παράγραφος 4, στο άρθρο 58 παράγραφος 6 και στο άρθρο 79 παράγραφος 8 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από τις 2 Ιουλίου 2014.»·

β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 4 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 1, στο άρθρο 16 παράγραφος 12, στο άρθρο 23 παράγραφος 4, στο άρθρο 24 παράγραφος 13, στο άρθρο 25 παράγραφος 8, στο άρθρο 27 παράγραφος 9, στο άρθρο 28 παράγραφος 3, στο άρθρο 30 παράγραφος 5, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 32 παράγραφος 4, στο άρθρο 33 παράγραφος 8, στο άρθρο 52 παράγραφος 4, στο άρθρο 54 παράγραφος 4, στο άρθρο 58 παράγραφος 6 και στο άρθρο 79 παράγραφος 8 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

γ) Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3, του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 2) δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 4 παράγραφος 2, του άρθρου 13 παράγραφος 1, του άρθρου 16 παράγραφος 12, του άρθρου 23 παράγραφος 4, του άρθρου 24 παράγραφος 13, του άρθρου 25 παράγραφος 8, του άρθρου 27 παράγραφος 9, του άρθρου 28 παράγραφος 3, του άρθρου 30 παράγραφος 5, του άρθρου 31 παράγραφος 4, του άρθρου 32 παράγραφος 4, του άρθρου 33 παράγραφος 8, του άρθρου 52 παράγραφος 4, του άρθρου 54 παράγραφος 4, του άρθρου 58 παράγραφος 6 και του άρθρου 79 παράγραφος 8 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

8) Στο άρθρο 90, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·

9) Στο άρθρο 93 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα από τις 3 Ιανουαρίου 2018.»·

10) Στο παράρτημα I, το τμήμα Δ απαλείφεται.

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ

Η οδηγία 2009/138/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

(1)Στο άρθρο 112 παράγραφος 4, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Όταν οι εποπτικές αρχές θεωρήσουν την αίτηση πλήρη, ενημερώνουν την EIOPA σχετικά με την αίτηση.

Κατόπιν αιτήματος της EIOPA, οι εποπτικές αρχές παρέχουν στην EIOPA το σύνολο της τεκμηρίωσης που έχει υποβάλλει η επιχείρηση στην αίτησή της.

Η EIOPA δύναται να εκδίδει γνώμη προς τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, εντός 4 μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την εποπτική αρχή.

Εάν εκδοθεί τέτοια γνώμη, η εποπτική αρχή λαμβάνει την απόφασή της, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη ή, αν δεν λάβει απόφαση σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη, παρέχει αιτιολόγηση εγγράφως στην EIOPA και στον αιτούντα.»·

(2)Το άρθρο 231 τροποποιείται ως εξής:

α)Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i) Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Αν υποβληθεί, από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της ή από κοινού από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, αίτηση για να επιτραπεί ο υπολογισμός της ενοποιημένης κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας του ομίλου και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου, βάσει εσωτερικού υποδείγματος, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και με την EIOPA, για να αποφασίσουν για την έγκριση ή μη της αίτησης και για να καθορίσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις, αν υπάρχουν, για την έγκριση αυτή.»·

ii) Το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει τα άλλα μέλη του Σώματος εποπτών σχετικά με την παραλαβή της αίτησης και διαβιβάζει την πλήρη αίτηση, περιλαμβανομένης της τεκμηρίωσης που υπέβαλε η επιχείρηση, στα μέλη του Σώματος, περιλαμβανομένης της EIOPA, χωρίς καθυστέρηση.»·

β)Προστίθεται νέα παράγραφος 2β ως εξής:

«2β. Αν η EIOPA κρίνει ότι μια αίτηση, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, παρουσιάζει ιδιαίτερα ζητήματα όσον αφορά τη συνέπεια στις εγκρίσεις αιτήσεων εσωτερικών υποδειγμάτων ανά την Ένωση, τότε η EIOPA δύναται να εκδώσει γνώμη προς τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, εντός 4 μηνών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την αρχή εποπτείας του ομίλου.

Αν εκδοθεί τέτοια γνώμη, οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν την κοινή απόφασή τους, όπως αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη ή, αν δεν λάβουν κοινή απόφαση σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη, παρέχουν αιτιολόγηση εγγράφως στην EIOPA και στον αιτούντα.»·

γ)Η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i) Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν μέσα στην εξάμηνη προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 2, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην EIOPA, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ή η EIOPA συνδράμει τις εποπτικές αρχές με ίδια πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού, η αρχή εποπτείας του ομίλου αναβάλλει την απόφασή της μέχρι την έκδοση απόφασης από την EIOPA, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την εκδοθείσα απόφαση της EIOPA. Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

ii) Στο τρίτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν η EIOPA δεν εκδώσει απόφαση, όπως αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει την τελική απόφαση.»·

δ)Στην παράγραφο 6, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει δεόντως υπόψη ενδεχόμενες απόψεις και επιφυλάξεις άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών και της EIOPA, που διατυπώθηκαν μέσα στην εν λόγω εξάμηνη προθεσμία.»·

ε)Στην παράγραφο 6, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει στον αιτούντα, στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και στην EIOPA έγγραφο στο οποίο εκθέτει την πλήρως αιτιολογημένη απόφασή της.»·

στ)Προστίθεται νέα παράγραφος 6α:

«6α. Μετά το πέρας της εξάμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2, και προτού η αρχή εποπτείας του ομίλου λάβει απόφαση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6, η επιχείρηση που υπέβαλε την αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 δύναται να ζητήσει από την EIOPA να συνδράμει τις εποπτικές αρχές στην επίτευξη συμφωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Η αρχή εποπτείας του ομίλου αναβάλλει την απόφασή της έως ότου η EIOPA εκδώσει απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με εκδοθείσα απόφαση της EIOPA. Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.

EIOPA εκδίδει την απόφασή της εντός 1 μηνός από το πέρας της περιόδου συμβιβασμού, που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.

Αν η EIOPA δεν εκδώσει απόφαση, όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει την τελική απόφαση. Η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εφαρμόζεται από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.»·

(3)Παρεμβάλλονται νέα άρθρα 231α και 231β ως εξής:

«Άρθρο 231α
Εποπτική έγκριση σχετικά με τα εσωτερικά υποδείγματα

1. Η EIOPA δύναται, με ίδια πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος των εποπτικών αρχών ή των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, να εκδώσει γνώμη προς τις εποπτικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 21α παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σχετικά με τα εσωτερικά υποδείγματα και τις εγκρίσεις αιτήσεων για εσωτερικά υποδείγματα, όπως ορίζεται στα άρθρα 112 έως 127, στο άρθρο 230, στο άρθρο 231 και στο άρθρο 233, με στόχο την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης.

Αν η EIOPA εκδώσει γνώμη, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές λαμβάνουν την απόφαση ή την κοινή απόφασή τους, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη ή, αν δεν λάβουν απόφαση ή κοινή απόφαση σύμφωνα με την εν λόγω γνώμη, παρέχουν αιτιολόγηση εγγράφως στην EIOPA και στον αιτούντα.

2. Αν οι εποπτικές αρχές διενεργήσουν επιτόπιους ελέγχους, στους οποίους συμμετέχει το προσωπικό της EIOPA σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, σε επιχειρήσεις ή ομίλους που εφαρμόζουν πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με τα άρθρα 112 έως 127, 230, 231 ή 233, τότε το προσωπικό της EIOPA καταρτίζει ειδική έκθεση σχετικά με το εσωτερικό υπόδειγμα. Η εν λόγω έκθεση υποβάλλεται στο εκτελεστικό συμβούλιο της EIOPA.

Άρθρο 231β
Επανεξέταση

1. Η EIOPA υποβάλλει, σε ετήσια βάση, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή σχετικά με τα γενικά ζητήματα τα οποία έχουν αντιμετωπίσει οι εποπτικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή σχετικά με τις αλλαγές σε αυτά, σύμφωνα με τα άρθρα 112 έως 127, 230, 231 και 233.

Οι εποπτικές αρχές παρέχουν στην EIOPA τις πληροφορίες που η EIOPA θεωρεί συναφείς για την κατάρτιση της εν λόγω έκθεσης.

2. Η EIOPA υποβάλλει στην Επιτροπή, έως την 1η Ιανουαρίου 2020 και μετά τη διεξαγωγή δημόσιας διαβούλευσης, γνώμη σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 112 έως 127, του άρθρου 230, του άρθρου 231 και του άρθρου 233 από τις εποπτικές αρχές, περιλαμβανομένων των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με αυτές. Στην εν λόγω γνώμη αξιολογούνται επίσης τυχόν αποκλίσεις στα εσωτερικά υποδείγματα εντός της Ένωσης.

3. Βάσει της γνώμης που υποβάλλει η EIOPA σύμφωνα με την παράγραφο 2, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 112 έως 127, του άρθρου 230, του άρθρου 231 και του άρθρου 233 από τις εποπτικές αρχές, περιλαμβανομένων των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με αυτές, έως την 1η Ιανουαρίου 2021.»·

(4)Στο άρθρο 237 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν η EIOPA δεν εκδώσει απόφαση, όπως αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει τελική απόφαση.»· και

(5)Στο άρθρο 248 παράγραφος 4, το τρίτο εδάφιο απαλείφεται.

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο την/στις [12/18 μήνες από την έναρξη ισχύος], τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

2.Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα μέτρα αναφορικά με το άρθρο 1 από [36 μήνες από την έναρξη ισχύος] και αναφορικά με το άρθρο 2 από [την ημερομηνία εφαρμογής της τροποποίησης του κανονισμού ΕΑΑΕΣ].

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος    Ο/Η Πρόεδρος

(1) Οδηγία 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).
(2) Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).
(4) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).
(5) ΕΕ C της , σ. .
(6) ΕΕ C της , σ. .
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).
(8) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).
Top