This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52011PC0779
Proposal for a REGULATION OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL on specific requirements regarding statutory audit of public-interest entities
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος
/* COM/2011/0779 τελικό - 2011/0359 (COD) */
Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος /* COM/2011/0779 τελικό - 2011/0359 (COD) */
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ
ΕΚΘΕΣΗ 1. ΠΛΑΙΣΙΟ
ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ Τα μέτρα
που
θεσπίστηκαν
στην Ευρώπη
και αλλού αμέσως
μετά τη
χρηματοπιστωτική
κρίση
εστιάστηκαν
στην επείγουσα
ανάγκη
σταθεροποίησης
του χρηματοπιστωτικού
συστήματος.
Ενώ ο ρόλος που
διαδραμάτισαν
οι τράπεζες, τα
αμοιβαία
κεφάλαια
αντιστάθμισης
κινδύνου, οι οργανισμοί
αξιολόγησης
της
πιστοληπτικής
ικανότητας, οι
εποπτικές
αρχές και οι
κεντρικές
τράπεζες
αμφισβητήθηκε
και αναλύθηκε
σε βάθος κατ’
επανάληψη,
δόθηκε
ελάχιστη ή και
μηδενική
σημασία στο
ρόλο που διαδραμάτισαν
οι ελεγκτές
στην κρίση ή
για το ρόλο που
θα έπρεπε να
έχουν
διαδραματίσει.
Δεδομένου ότι
πολλές
τράπεζες
αποκάλυψαν
τεράστιες
ζημίες κατά τα
έτη 2007 έως 2009 στις
θέσεις που
κατείχαν εντός
και εκτός
ισολογισμού,
είναι δύσκολο
για πολλούς
πολίτες και
επενδυτές να
κατανοήσουν
πώς οι
ελεγκτές μπόρεσαν
να καταρτίσουν
εκθέσεις
ελέγχου των
πελατών τους
(ιδίως των
τραπεζών) γι’
αυτές τις
περιόδους. Είναι
σημαντικό να
σημειωθεί ότι,
σε μια κρίση κατά
την οποία 4.588,9 δισ.
ευρώ των
χρημάτων των
φορολογούμενων
δεσμεύθηκαν
για την
υποστήριξη των
τραπεζών από
τον Οκτώβριο 2008
έως τον
Οκτώβριο 2009 και
όπου η εν λόγω
ενίσχυση
αντιστοιχούσε
στο 39% του ΑΕΠ της
ΕΕ των 27 το 2009[1],
θα πρέπει να
βελτιωθούν
όλες οι
συνιστώσες του
χρηματοπιστωτικού
συστήματος. Ο αυστηρός
έλεγχος έχει
καίρια σημασία
για την αποκατάσταση
της
αξιοπιστίας
και της
εμπιστοσύνης της
αγοράς.
Συμβάλλει στην
προστασία των
επενδυτών
παρέχοντας
άμεσα
διαθέσιμες,
αποδοτικές ως
προς το κόστος
και αξιόπιστες
πληροφορίες
σχετικά με τις
οικονομικές
καταστάσεις
των εταιρειών.
Επίσης
περιορίζει δυνητικά
το κόστος
κεφαλαίου για
τις
ελεγχόμενες επιχειρήσεις
εξασφαλίζοντας
τη μεγαλύτερη
διαφάνεια και
αξιοπιστία των
οικονομικών
καταστάσεων. Πρέπει
επίσης να
τονιστεί ότι
οι ελεγκτές
είναι επιφορτισμένοι
από το νόμο να
διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους των
οικονομικών
καταστάσεων
επιχειρήσεων
που απολαμβάνουν
καθεστώς
περιορισμένης
ευθύνης και/ή
μπορούν να
παρέχουν
υπηρεσίες στο
χρηματοπιστωτικό
τομέα. Η
αποστολή αυτή
αντιστοιχεί
στην εκπλήρωση
κοινωνικού ρόλου
με τη
διατύπωση
γνώμης σχετικά
με την ακρίβεια
και την
αξιοπιστία των
οικονομικών
καταστάσεων
των εν λόγω
επιχειρήσεων. Από το 1984,
όταν εκδόθηκε
οδηγία (οδηγία
1984/253/ΕΟΚ) που εναρμόνισε
τις
διαδικασίες
για τη
χορήγηση
άδειας στους
ελεγκτές, οι
κανόνες της ΕΕ
ρυθμίζουν
νομοθετικά εν
μέρει τις διαδικασίες
για τη
χορήγηση
άδειας στους
ελεγκτές. Η
οδηγία 2006/43/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 17ης Μαΐου
2006, για τους
υποχρεωτικούς
ελέγχους των
ετήσιων και
των
ενοποιημένων
λογαριασμών,
για την
τροποποίηση
των οδηγιών
78/660/ΕΚ και 83/349/ΕΟΚ
του Συμβουλίου
και για την
κατάργηση της
οδηγίας 84/253/ΕΟΚ
του Συμβουλίου
(εφεξής
αποκαλούμενη
«οδηγία 2006/43/ΕΚ»)
εκδόθηκε το 2006
και διεύρυνε
σημαντικά το πεδίο
εφαρμογής της
προηγούμενης
οδηγίας. Η
χρηματοπιστωτική
κρίση έχει
αναδείξει
αδυναμίες στον
υποχρεωτικό
έλεγχο, ιδίως
όσον αφορά τις
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
(ΟΔΣ), οντότητες οι
οποίες είναι
ιδιαιτέρως
σημαντικού
δημοσίου συμφέροντος
λόγω του τομέα
δραστηριότητάς
τους, του μεγέθους
τους, του
αριθμού
απασχολούμενων
σε αυτές ή των
οποίων το
νομικό
καθεστώς είναι
τέτοιο ώστε να
διαθέτουν
μεγάλο εύρος
ενδιαφερόμενων
μερών. Ως εκ
τούτου, η
παρούσα
πρόταση
καθορίζει τους
όρους
διενέργειας
του
υποχρεωτικού
ελέγχου των οικονομικών
καταστάσεων
ΟΔΣ. 2. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΤΩΝ
ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ
ΜΕ ΤΑ
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ
ΜΕΡΗ ΚΑΙ
ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ
ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ Η
Επιτροπή
διενήργησε
διαβούλευση
από τις 13 Οκτωβρίου
έως τις 8
Δεκεμβρίου 2010[2]. Συνολικά,
ελήφθησαν
περίπου 700
απαντήσεις από
διάφορα
ενδιαφερόμενα
μέρη· αυτά
περιλάμβαναν
μέλη του
επαγγελματικού
κλάδου,
εποπτικές
αρχές,
επενδυτές,
ακαδημαϊκούς,
επιχειρήσεις,
κρατικές
αρχές,
επαγγελματικούς
φορείς και
ιδιώτες. Η
διαβούλευση
έδειξε
ταυτόχρονα
διάθεση για
αλλαγή αλλά
και άρνηση. Τα
ενδιαφερόμενα
μέρη που βρίσκονται
σήμερα σε
ευνοϊκή θέση
έδειξαν ιδιαίτερη
απροθυμία
απέναντι στις
αλλαγές. Από
την άλλη
πλευρά, ιδίως
μικρομεσαίοι
επαγγελματίες
του κλάδου,
καθώς και
επενδυτές,
συμπέραναν ότι
η πρόσφατη
χρηματοπιστωτική
κρίση ανέδειξε
σημαντικές
ελλείψεις.
Συνοπτική
παρουσίαση των
εισηγήσεων του
κοινού που ελήφθησαν
είναι
διαθέσιμη στην
ακόλουθη
διεύθυνση: http://ec.europa.eu/internal_market/consultations/docs/2010/audit/summary_responses_en.pdf Επιπροσθέτως,
η διάσκεψη
υψηλού
επιπέδου για
τον έλεγχο την
οποία
διενήργησε η
Επιτροπή στις 10
Φεβρουαρίου 2011[3]
επέτρεψε
περαιτέρω
ανταλλαγή
απόψεων. Το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
εξέδωσε έκθεση
πρωτοβουλίας
στις 13 Σεπτεμβρίου
2011 επί του
θέματος ως
απάντηση στην
πράσινη βίβλο
της Επιτροπής
και ζητά από
την Επιτροπή
να εξασφαλίσει
μεγαλύτερη
διαφάνεια και
ανταγωνισμό
στην ελεγκτική
αγορά[4]. Η
Ευρωπαϊκή
Οικονομική και
Κοινωνική
Επιτροπή (ΕΟΚΕ)
εξέδωσε
παρόμοια
έκθεση στις 16
Ιουνίου 2011[5]. Τα
ζητήματα
τέθηκαν επίσης
υπόψη των
κρατών μελών
στη συνεδρίαση
της επιτροπής
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών της 16ης
Μαΐου 2011 και στη
συνεδρίαση της
κανονιστικής
επιτροπής
ελεγκτικών
θεμάτων της 24ης
Ιουνίου 2011. Σύμφωνα
με τις αρχές
της βελτίωσης
της
νομοθεσίας,
στην εκτίμηση
επιπτώσεων
εντοπίζονται
οι διάφοροι
προβληματικοί τομείς
που μπορεί να
χρήζουν
ρύθμισης: ·
Υφίσταται
απόκλιση
μεταξύ των
προσδοκιών που
έχουν τα
ενδιαφερόμενα
μέρη από τον
έλεγχο και των όσων
κάνουν
πραγματικά οι
ελεγκτές. ·
Η
ανεξαρτησία
ούτε
εξασφαλίζεται
ούτε αποδεικνύεται
σε ένα
παράδειγμα στο
οποίο ο
έλεγχος έχει ουσιαστικά
καταστεί μέρος
μιας πληθώρας
εμπορικών
υπηρεσιών. Η
έλλειψη
τακτικής
διενέργειας διαγωνισμών
για την παροχή
ελεγκτικών
υπηρεσιών και
περιοδικής
εναλλαγής των
ελεγκτικών
εταιρειών έχει
στερήσει από
τον έλεγχο τη
βασική του
ηθική αξία: τον
επαγγελματικό προβληματισμό.
·
Συγκέντρωση
αγοράς και
έλλειψη
επιλογών: Η
αγορά είναι
τόσο πολωμένη
που σπάνια ο
ελεγκτής μιας
ΟΔΣ δεν είναι
ένα από τα
τέσσερα μεγάλα
ελεγκτικά
γραφεία («Big Four»).
Στην
πλειονότητα των
κρατών μελών,
οι Big Four ελέγχουν
περισσότερες
από το 85% των
μεγάλων
εισηγμένων στο
χρηματιστήριο
εταιρειών. Η
εκτίμηση
επιπτώσεων
κατέληξε στις
ακόλουθες προτιμώμενες
επιλογές
πολιτικής: ·
Το αντικείμενο
του
υποχρεωτικού
ελέγχου θα
πρέπει να αποσαφηνιστεί
και να
εξειδικευθεί,
ενώ οι
πληροφορίες
που παρέχει ο
ελεγκτής στους
χρήστες, τις
ελεγχόμενες
οντότητες, τις
ελεγκτικές
επιτροπές και τις
εποπτικές
αρχές θα
πρέπει να
βελτιωθούν. ·
Η
απαγόρευση παροχής
μη ελεγκτικών
υπηρεσιών στις
ελεγχόμενες
οντότητες και,
επίσης, η
απαγόρευση
παροχής μη ελεγκτικών
υπηρεσιών εν
γένει θα
αντιμετώπιζε αποτελεσματικά
την ανάγκη
ενίσχυσης της
ανεξαρτησίας
και του
επαγγελματικού
σκεπτικισμού.
Επιπλέον, οι
αυστηρότεροι
κανόνες κατά
τη διαδικασία
διορισμού
ελεγκτών και η
εισαγωγή
υποχρεωτικής
εναλλαγής των
ελεγκτικών
γραφείων θα
συνέβαλαν στη
διενέργεια
ελέγχων
υψηλότερης
ποιότητας. ·
Για να
διευκολυνθεί η
αντικειμενική
επιλογή ενός
παρόχου
υπηρεσιών
ελέγχου, θα
πρέπει να
απαγορεύονται
οι συμβατικές
ρήτρες που
περιορίζουν
την επιλογή
ελεγκτικού
γραφείου, να
αυξηθεί η
διαφάνεια της
ποιότητας του
ελέγχου και
των ελεγκτικών
γραφείων και
να θεσπιστεί
πιστοποίηση
της ποιότητας
του ελέγχου. ·
Για να
διευρυνθούν τα
περιθώρια
επιλογής
παρόχων
υπηρεσιών
ελέγχου, θα
πρέπει να
αρθούν οι
περιορισμοί
που αφορούν
την κυριότητα. ·
Οι
εθνικές αρχές
εποπτείας του
ελέγχου θα
πρέπει να
ενισχυθούν και
να αναπτυχθεί
συνεργασία σε
επίπεδο ΕΕ στο
πλαίσιο της
Ευρωπαϊκής
Αρχής Κινητών
Αξιών και
Αγορών (ΕΑΚΑΑ). Η έκθεση
εκτίμησης
επιπτώσεων της
παρούσας πρότασης
είναι
διαθέσιμη στη
διεύθυνση: http://ec.europa.eu/internal_market/auditing/index_en.htm 3. ΝΟΜΙΚΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ
ΠΡΟΤΑΣΗΣ 3.1 Νομική
βάση Η
υφιστάμενη
οδηγία 2006/43/ΕΚ
βασίζεται στο
άρθρο 50 της ΣΛΕΕ.
Οι σχετικές με
τη σύσταση της
επιχείρησης απαιτήσεις
(π.χ. οι
απαιτήσεις που
αφορούν τη
χορήγηση
άδειας/
εγγραφή σε
μητρώο των
ελεγκτών) και
οι τροποποιήσεις
αυτών
παραμένουν
εντός των
διατάξεων της
οδηγίας[6]. Ειδικές
συμπληρωματικές
απαιτήσεις που
αφορούν τη
διενέργεια
υποχρεωτικού
ελέγχου ΟΔΣ καθορίζονται
στον παρόντα
κανονισμό
βάσει του άρθρου
114 της ΣΛΕΕ. 3.2. Επικουρικότητα
και
αναλογικότητα Έως
σήμερα, οι
κανόνες της ΕΕ
παρείχαν
μεγάλη διακριτική
ευχέρεια στα
κράτη μέλη, τα
οποία, με τη σειρά
τους,
βασίζονταν σε
μεγάλο βαθμό
στην
αυτορρύθμιση
του κλάδου. Η
κρίση έδειξε
ότι η
αυτορρύθμιση
δεν επαρκεί
για το μέλλον.
Επιπλέον, τα
προβλήματα που
αναδείχθηκαν
στην εκτίμηση
επιπτώσεων δεν
είναι δυνατόν
να επιλυθούν
σε εθνικό
επίπεδο, καθώς
θα ανέκυπταν
σημαντικές
διαφορές στο
ρυθμιστικό
πλαίσιο, γεγονός
που θα
υπονόμευε
σημαντικά την
ενιαία αγορά. Δεδομένης
της
αλληλένδετης
φύσης των
αγορών κινητών
αξιών και των
δημοσιονομικών
παραγόντων, ο έλεγχος
θα πρέπει να
διενεργείται
σε ολόκληρη
την Ένωση
εντός ενός
εναρμονισμένου
πλαισίου.
Είναι
ιδιαιτέρως σημαντικό
να
αντιμετωπιστεί
το ζήτημα του
ρόλου, της
ανεξαρτησίας
των ελεγκτών
και της
διάρθρωσης της
αγοράς σε
κοινοτικό
επίπεδο, καθώς
οι ΟΔΣ στην
Ευρώπη έχουν
συχνά
δραστηριότητες
και πέραν των
εθνικών τους
συνόρων.
Αξίζει να
σημειωθεί ότι
νομοθεσία που
καλύπτει την
προστασία των
επενδυτών,
καθώς και τα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα, έχει
ήδη ψηφιστεί
σε επίπεδο
Ένωσης. Επιπλέον,
μια
συντονισμένη
προσέγγιση στο
επίπεδο της
Ένωσης,
συνοδευόμενη
από διεθνή
στήριξη, θα
μείωνε
σημαντικά τον
κίνδυνο
καταχρηστικής
επιλογής τυχόν
ευνοϊκότερων
καθεστώτων. Η
πρόταση
σέβεται την
αρχή της
αναλογικότητας
και δεν
υπερβαίνει
ό,τι είναι
αναγκαίο για
την επίτευξη
των
επιδιωκόμενων
στόχων. 3.3. Λεπτομερής
επεξήγηση της
πρότασης Τα άρθρα 39
έως 43 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ
καθορίζουν ήδη
ορισμένες
απαιτήσεις που
ισχύουν για
τον υποχρεωτικό
έλεγχο των ΟΔΣ.
Οι απαιτήσεις
αυτές δεν θα
περιλαμβάνονται
πλέον στην
οδηγία αλλά
ενσωματώνονται
(και
αναπτύσσονται
περαιτέρω)
στον παρόντα
κανονισμό. Ο
κανονισμός
αποτελεί ένα
κατάλληλο και
αναλογικό
νομικό μέσο
για την
εξασφάλιση της
υψηλής ποιότητας
του ελέγχου
των ΟΔΣ. Η
δυνατότητα
άμεσης εφαρμογής
του κανονισμού
προσφέρει
μεγαλύτερη ασφάλεια
δικαίου.
Επίσης, η
νομοθεσία θα
τεθεί σε ισχύ
την ίδια
ημερομηνία σε
όλη την Ένωση,
αποφεύγοντας
κατ’ αυτόν τον
τρόπο
προβλήματα που
σχετίζονται με
την καθυστερημένη
μεταφορά της
νομοθεσίας στο
εθνικό δίκαιο
των κρατών
μελών[7].
Επιπροσθέτως,
ο κανονισμός
προσφέρει
εναρμόνιση στο
μέγιστο δυνατό
βαθμό: ο
υποχρεωτικός
έλεγχος θα
διενεργείται
σύμφωνα με
ουσιαστικά
πανομοιότυπους
κανόνες σε όλα
τα κράτη μέλη. 3.3.1. Τίτλος
Ι (αντικείμενο,
πεδίο
εφαρμογής και
ορισμοί) Ο
κανονισμός
ισχύει για
ελεγκτές που
διενεργούν υποχρεωτικό
έλεγχο ΟΔΣ και
για τις
ελεγχόμενες ΟΔΣ,
ήτοι τους
κανόνες
σχετικά με την
ελεγκτική
επιτροπή που
πρέπει να
διαθέτει κάθε
ΟΔΣ. Για τους
σκοπούς του
κανονισμού, οι
ορισμοί που ισχύουν
στην
τροποποιημένη
οδηγία 2006/43/ΕΚ θα
πρέπει να
ισχύουν επίσης
και στον
παρόντα
κανονισμό. Καθώς
ο χρηματοπιστωτικός
τομέας
εξελίσσεται,
δημιουργούνται
νέες κατηγορίες
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων
βάσει του
δικαίου της
Ένωσης και, ως
εκ τούτου,
είναι απαραίτητο
ο ορισμός των
ΟΔΣ να
περιλαμβάνει
επίσης εταιρείες
επενδύσεων,
ιδρύματα
πληρωμών,
οργανισμούς
συλλογικών επενδύσεων
σε κινητές
αξίες (ΟΣΕΚΑ),
ιδρύματα ηλεκτρονικού
χρήματος και
οργανισμούς
εναλλακτικών
επενδύσεων. 3.3.2. Τίτλος
ΙΙ (Όροι
διενέργειας
του
υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος) Κεφάλαιο
Ι (Ανεξαρτησία
και αποφυγή
σύγκρουσης συμφερόντων) Ο
ελεγκτής θα
πρέπει να
καθορίζει
κατάλληλες πολιτικές
και
διαδικασίες
ώστε να
εξασφαλίζει τη
συμμόρφωση με
τις
προβλεπόμενες
στον παρόντα
κανονισμό
υποχρεώσεις
σχετικά με την
ανεξαρτησία,
τα εσωτερικά
συστήματα
διασφάλισης
της ποιότητας και
την εποπτεία
των
εργαζομένων. Πρώην
ελεγκτές,
κύριοι
ελεγκτικοί
εταίροι ή οι υπάλληλοί
τους δεν
επιτρέπεται να
αναλαμβάνουν
βασική
διοικητική
θέση στην
ελεγχόμενη
οντότητα, να
συμμετέχουν ως
μέλη της
ελεγκτικής
επιτροπής της
ελεγχόμενης
οντότητας, να
συμμετέχουν ως
μη εκτελεστικά
μέλη στο
διοικητικό
όργανο ή να συμμετέχουν
στο όργανο
εποπτείας της
ελεγχόμενης
οντότητας για
διάστημα δύο
ετών από την
περάτωση της
ελεγκτικής
τους
αποστολής. Οι
αμοιβές για
την παροχή
υπηρεσιών
συναφούς δημοσιονομικού
ελέγχου στην
ελεγχόμενη
οντότητα θα
πρέπει να
περιορίζονται
στο 10% των
αμοιβών που
καταβάλλει η
εν λόγω
οντότητα στους
ελεγκτές.
Επιπροσθέτως,
στην περίπτωση
που το σύνολο
των αμοιβών
ελέγχου και
των αμοιβών
για υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου που
λαμβάνει ένας
ελεγκτής από
μια ΟΔΣ
ανέλθει σε
σημαντικό
ποσοστό των
συνολικών
ετήσιων
αμοιβών του, θα
πρέπει να εφαρμόζονται
κατάλληλες
ασφαλιστικές
δικλείδες. Ο
νόμιμος
ελεγκτής, το
ελεγκτικό
γραφείο ή
μέλος του
δικτύου του
ελεγκτικού
γραφείου θα
αποτρέπεται
οπωσδήποτε να
παρέχει στις
ελεγχόμενες
από αυτό
οντότητες μη ελεγκτικές
υπηρεσίες οι
οποίες είναι
ριζικά ασυμβίβαστες
με το
ανεξάρτητο,
δημοσίου
συμφέροντος
λειτούργημα
του ελέγχου, ενώ
για τις
υπόλοιπες μη
ελεγκτικές
παρεχόμενες υπηρεσίες
οι οποίες δεν
είναι ριζικά ασυμβίβαστες
με τις
ελεγκτικές
υπηρεσίες θα
δοθούν
εξουσίες στην
ελεγκτική
επιτροπή ή την αρμόδια
αρχή να εκτιμά, ανάλογα
με τις
συγκεκριμένες
περιστάσεις, κατά
πόσον
επιτρέπεται ή
όχι να
παρέχονται
στην ελεγχόμενη
οντότητα. Ωστόσο,
μπορούν να
παρέχονται υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου. Η Επιτροπή
εξουσιοδοτείται
να προσαρμόζει
τους καταλόγους
εγκεκριμένων
υπηρεσιών και
απαγορευμένων
υπηρεσιών
σύμφωνα με
τους όρους του
τίτλου VI. Επιπλέον,
τα ελεγκτικά
γραφεία που
έχουν
σημαντικό όγκο
εργασιών θα πρέπει
να εστιάζουν
την
επαγγελματική
τους δραστηριότητα
στη διενέργεια
υποχρεωτικού
ελέγχου και να
μην
επιτρέπεται να
αναλαμβάνουν μη
ελεγκτικές υπηρεσίες. Πριν από
την αποδοχή ή
τη συνέχιση
μιας αποστολής,
ο ελεγκτής θα
πρέπει να
αξιολογεί όλες
τις ενδεχόμενες
απειλές για
την
ανεξαρτησία
του και να επιβεβαιώνει
την
ανεξαρτησία
του στην
ελεγκτική επιτροπή.
Κεφάλαιο
ΙΙ
(Εμπιστευτικότητα
και
επαγγελματικό
απόρρητο) Οι
ελεγκτές δεν
θα πρέπει να
επικαλούνται
το επαγγελματικό
απόρρητο με
σκοπό να
εμποδίζουν την
εφαρμογή των
διατάξεων της
παρούσας
πρότασης. Το άρθρο 13
εξασφαλίζει τη
δυνατότητα
ανταλλαγής των
απαραίτητων
πληροφοριών
κατά τη
διενέργεια του
ελέγχου.
Ωστόσο, οι εν
λόγω κανόνες
δεν θα πρέπει
να επιτρέπουν
στον ελεγκτή
να
συνεργάζεται
με αρχές
τρίτης χώρας
εκτός των
διαύλων
συνεργασίας
που προβλέπονται
στο κεφάλαιο
ΧΙ της οδηγίας
2006/43/ΕΚ. Κεφάλαιο
ΙΙΙ
(Διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου) Ο
κανονισμός
προβλέπει ότι
ο ελεγκτής θα
πρέπει να
προβαίνει στις
απαραίτητες
ενέργειες ώστε
να σχηματίσει
γνώμη σχετικά
με το εάν οι
οικονομικές
καταστάσεις παρουσιάζουν
αληθή και
ακριβή εικόνα
και έχουν καταρτιστεί
σύμφωνα με το
συναφές
πλαίσιο
χρηματοοικονομικής
αναφοράς. Δεν
περιλαμβάνει
τη διασφάλιση
σχετικά με τη
μελλοντική
βιωσιμότητα
της ελεγχόμενης
οντότητας ούτε
σχετικά με την
αποδοτικότητα
ή την αποτελεσματικότητα
με την οποία το
διαχειριστικό
ή διοικητικό
όργανο έχει
διενεργήσει ή
πρόκειται να διενεργήσει
τις
δραστηριότητες
της οντότητας.
Ωστόσο, αυτή η
εξαίρεση δεν
θα πρέπει να
υποβαθμίζει τα
καθήκοντα που
θα πρέπει να
αναλάβει ο
ελεγκτής ώστε
να εκτελέσει
ορθά τον
έλεγχο ούτε
τυχόν
υποχρεώσεις
αναφοράς. Ενισχύεται
ο
επαγγελματικός
προβληματισμός.
Ο ελεγκτής θα
πρέπει να
επαγρυπνεί
συνεχώς για την
πιθανότητα
ουσιώδους
ανακρίβειας
λόγω σφάλματος
ή απάτης, με την
επιφύλαξη της
εμπειρίας που
έχει αποκομίσει
στο παρελθόν ο
ελεγκτής σε
σχέση με την
οντότητα. Καθορίζονται
βασικές
απαιτήσεις για
τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Το
ελεγκτικό
γραφείο θα
πρέπει να
ορίζει
τουλάχιστον
έναν κύριο ελεγκτικό
εταίρο ο
οποίος θα
πρέπει να
συμμετέχει
ενεργά στη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Θα
πρέπει να παρέχονται
επίσης
επαρκείς
πόροι. Θα
πρέπει να τηρείται
μητρώο
λογαριασμού
πελάτη και να
δημιουργηθεί
φάκελος
ελέγχου.
Επίσης, ο
ελεγκτής θα
πρέπει να
εξασφαλίζει
την ορθή
εφαρμογή όλων
των
οργανωτικών
απαιτήσεων. Όταν
λαμβάνει χώρα
συμβάν που
έχει ή μπορεί
να έχει
σημαντικές
συνέπειες στην
ακεραιότητα των
δραστηριοτήτων
υποχρεωτικού
ελέγχου, ο
ελεγκτής θα
πρέπει να
λαμβάνει
κατάλληλα
μέτρα για τη διαχείριση
των συνεπειών
του συμβάντος
και την
πρόληψη τυχόν επανάληψής
του. Στην
περίπτωση
ελέγχου
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
όταν ο
ελεγκτής του
ομίλου δεν είναι
σε θέση να
τεκμηριώσει
τον έλεγχο που
διενήργησε(-αν)
ελεγκτής(-ές)
τρίτης χώρας,
θα πρέπει να
λαμβάνει
κατάλληλα
μέτρα,
συμπεριλαμβανομένης
της
διενέργειας
συμπληρωματικού
ελέγχου, και να
ενημερώνει
σχετικά την
αρμόδια αρχή. Ο
ελεγκτής/ το
ελεγκτικό
γραφείο θα
πρέπει να ελέγχει
το εσωτερικό
σύστημα
διασφάλισης
της ποιότητας
προτού
καταθέσει την
έκθεση
ελέγχου. Ο
έλεγχος αυτός
θα πρέπει να
αποτελεί
ευθύνη ενός
ελεγκτή που
δεν λαμβάνει
μέρος στη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου τον
οποίο αφορά ο
εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας. Κεφάλαιο
IV (Έκθεση
ελέγχου) Το
περιεχόμενο
της έκθεσης
ελέγχου που
γνωστοποιείται
στο κοινό
διευρύνεται
ώστε να
επεξηγεί τη
χρησιμοποιούμενη
μεθοδολογία,
ιδίως τα
στοιχεία του
ισολογισμού
που έχουν
επαληθευτεί
άμεσα και τα
στοιχεία
εκείνα, των οποίων
ο έλεγχος
βασίστηκε σε
έλεγχο του
συστήματος και
σε δειγματοληπτικό
έλεγχο
συμφωνίας, τα
επίπεδα
ουσιαστικότητας
που
εφαρμόστηκαν
για τη
διενέργεια του
ελέγχου, τους
βασικούς
τομείς
κινδύνου
ύπαρξης ουσιωδών
ανακριβειών,
εάν ο
υποχρεωτικός
έλεγχος έχει
σχεδιαστεί
έτσι ώστε να
εντοπίζει
περιπτώσεις
απάτης και, στην
περίπτωση
γνώμης με
επιφύλαξη ή
αρνητικής γνώμης,
τους λόγους
της εν λόγω
απόφασης. Θα
πρέπει να εξηγεί
επίσης τη
μεταβολή στη
στάθμιση του
δειγματοληπτικού
ελέγχου
επαλήθευσης
και συμφωνίας
σε σύγκριση με
την
προηγούμενη
χρήση. Επίσης, ο
ελεγκτής θα
πρέπει να
καταρτίζει μια
πιο μακροσκελή
και αναλυτική
έκθεση για την
ελεγκτική
επιτροπή. Η
έκθεση αυτή θα
πρέπει να
παρέχει
αναλυτικότερες
πληροφορίες
σχετικά με το
διενεργηθέντα
έλεγχο, την
κατάσταση της
επιχείρησης ως
έχει (π.χ.
συνεχιζόμενη
δραστηριότητα)
και τα
ευρήματα του
ελέγχου σε
συνδυασμό με
τις απαραίτητες
εξηγήσεις.
Αυτή η
συμπληρωματική
έκθεση θα
πρέπει να
παρουσιάζει
(και να
τεκμηριώνει) το
διενεργηθέντα
έλεγχο στην
ελεγκτική
επιτροπή. Αυτή
η πιο
μακροσκελής
έκθεση θα
πρέπει να υποβάλλεται
στην ελεγκτική
επιτροπή και
στη διοίκηση
της ελεγχόμενης
οντότητας αλλά
όχι στο κοινό
(δεδομένου ότι
το περιεχόμενό
της θα
περιλαμβάνει
επιχειρηματικά
μυστικά και
δυνητικώς
ευαίσθητες
πληροφορίες
σχετικά με τις
τιμές). Ωστόσο,
εφόσον του
ζητηθεί, ο
ελεγκτής θα πρέπει
να κοινοποιεί
την έκθεση
αυτή στις
αρμόδιες
αρχές. Στις
περισσότερες
οδηγίες περί
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών, ο
ελεγκτής
απαιτείται ήδη
να γνωστοποιεί
στις αρμόδιες
αρχές που
εποπτεύουν την
ΟΔΣ
οποιοδήποτε
γεγονός ή
απόφαση που
αφορά την ΟΔΣ. Η
υποχρέωση αυτή
επεκτείνεται
πλέον σε όλες
τις ΟΔΣ. Επιπροσθέτως,
οι αρμόδιες
αρχές
εποπτείας των
πιστωτικών
ιδρυμάτων και
των
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων
θα πρέπει να
οργανώσουν
τακτικό
διάλογο με τους
ελεγκτές. Κεφάλαιο
V (Εκθέσεις
διαφάνειας των
νόμιμων ελεγκτών
και των
ελεγκτικών
γραφείων και
τήρηση αρχείων) Οι
ελεγκτές θα
πρέπει να
γνωστοποιούν
οικονομικές
πληροφορίες,
οι οποίες θα
παρουσιάζουν
ιδίως τον
συνολικό κύκλο
εργασιών τους
διαιρούμενο σε
αμοιβές
ελέγχου
καταβαλλόμενες
από ΟΔΣ,
αμοιβές ελέγχου
καταβαλλόμενες
από άλλες
οντότητες και
αμοιβές για
άλλες
υπηρεσίες. Θα
πρέπει επίσης
να
γνωστοποιούν
οικονομικές
πληροφορίες
στο επίπεδο
του δικτύου στο
οποίο ανήκουν. Οι
εκθέσεις
διαφάνειας των
ελεγκτών ΟΔΣ
θα πρέπει να
συμπληρώνονται
από δήλωση
σχετικά με την
εταιρική
διακυβέρνηση
των ίδιων των
γραφείων. Πρόσθετες
συμπληρωματικές
πληροφορίες
για τις αμοιβές
ελέγχου θα
πρέπει να
παρέχονται
στις αρμόδιες
αρχές με στόχο
τη διευκόλυνση
των εποπτικών
τους
καθηκόντων. Ο
ελεγκτής θα
πρέπει να
τηρεί ορισμένα
έγγραφα και
πληροφορίες
για διάστημα
πέντε ετών. 3.3.3. Τίτλος
ΙΙΙ (Διορισμός
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων από
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος) Για να
ενισχυθεί η
ανεξαρτησία
και οι
δυνατότητες
της ελεγκτικής
επιτροπής,
αυτή θα πρέπει
να αποτελείται
από μη
εκτελεστικά
μέλη,
τουλάχιστον
ένα μέλος θα
πρέπει να
διαθέτει πείρα
και γνώσεις
ελέγχου, ενώ
ένα άλλο μέλος
θα πρέπει να
διαθέτει πείρα
και γνώσεις
λογιστικής
και/ή ελέγχου. Η
πρόταση για το
διορισμό του
ελεγκτή στη
συνέλευση των
μετόχων θα
πρέπει να βασίζεται
σε σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής. Η
σύσταση θα
πρέπει να
περιλαμβάνει
πάντα
αιτιολόγηση
της
προτεινόμενης
απόφασης.
Επίσης, εκτός
εάν αφορά
ανανέωση
ελεγκτικής
αποστολής, η
σύσταση θα πρέπει
να περιέχει
τουλάχιστον
δύο
εναλλακτικές
επιλογές ελεγκτή
(εξαιρουμένου
του κατεστημένου
ελεγκτή) και η
ελεγκτική
επιτροπή θα
πρέπει να προκρίνει
κατά δεόντως
αιτιολογημένο
τρόπο μία εξ αυτών.
Η σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής θα
πρέπει να
πραγματοποιείται
κατόπιν της
ολοκλήρωσης κατάλληλης
διαδικασίας
υποβολής
προσφορών.
Στην περίπτωση
πιστωτικών
ιδρυμάτων ή
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων,
η ελεγκτική
επιτροπή θα
πρέπει να
υποβάλει τη
σύστασή της
στην αρχή
προληπτικής
εποπτείας, η
οποία θα έχει
δικαίωμα
αρνησικυρίας
επί του
προτεινόμενου
ελεγκτή. Θα
πρέπει να απαγορεύονται
συμβατικές
ρήτρες με
τρίτους που
περιορίζουν
την επιλογή
ελεγκτή από
την ελεγχόμενη
οντότητα. Για να
αντιμετωπιστεί
ο κίνδυνος
οικειότητας που
προκύπτει από
το διορισμό ή
επαναδιορισμό
από την
ελεγχόμενη
οντότητα του
ίδιου
ελεγκτικού γραφείου
για πολλές
δεκαετίες, ο
κανονισμός
προβλέπει την
υποχρεωτική
εναλλαγή των
ελεγκτικών
γραφείων μετά
από μέγιστη
περίοδο 6 ετών
με δυνατότητα
παράτασης, υπό
ορισμένες
έκτακτες
περιστάσεις,
σε 8 έτη. Όταν μια
οντότητα
δημόσιου
συμφέροντος
έχει ορίσει
δύο ή περισσότερους
νόμιμους
ελεγκτές ή ελεγκτικά
γραφεία, η
ανώτατη
διάρκεια
αποστολών θα
είναι 9 έτη·
κατ’εξαίρεση, η
διάρκεια αυτή
μπορεί να
παραταθεί σε 12
έτη. Επίσης,
προβλέπεται
περίοδος
αναμονής πριν
ένα ελεγκτικό
γραφείο είναι
ξανά σε θέση να
διενεργήσει τον
υποχρεωτικό
έλεγχο της
ίδιας
οντότητας. Για
να εξασφαλιστεί
η ομαλή
μετάβαση, ο
προηγούμενος
ελεγκτής
πρέπει να
μεταβιβάσει
στον νέο
ελεγκτή φάκελο
παράδοσης που
περιέχει τις
σχετικές
πληροφορίες. Η
ελεγκτική
επιτροπή, ένας
ή περισσότεροι
μέτοχοι, οι αρμόδιες
αρχές και οι
αρμόδιες αρχές
για την
εποπτεία των
ΟΔΣ
εξουσιοδοτούνται
να καταθέτουν
αγωγή ενώπιον
εθνικού
δικαστηρίου
για την
απόλυση του ελεγκτή,
εφόσον
υπάρχουν
βάσιμοι λόγοι. 3.3.4. Τίτλος
IV (Εποπτεία των
δραστηριοτήτων
ελεγκτών και
ελεγκτικών γραφείων
που διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος) Κεφάλαιο
Ι (Αρμόδιες
αρχές) Κάθε
κράτος μέλος
πρέπει να
ορίσει μια
αρμόδια αρχή
υπεύθυνη για
την εποπτεία
των ελεγκτών
και των
ελεγκτικών
γραφείων που
ελέγχουν ΟΔΣ.
Οι αρχές αυτές
θα πρέπει να
διαθέτουν
κατάλληλο
προσωπικό και
να είναι
ανεξάρτητες
από τους
ελεγκτές. Οι
υποχρεώσεις
προστασίας του
επαγγελματικού
απορρήτου ισχύουν
για τους
υπαλλήλους των
αρμόδιων
αρχών. Οι
αρμόδιες αρχές
πρέπει να
διαθέτουν όλες
τις εξουσίες
εποπτείας και
διενέργειας
ερευνών που
απαιτούνται
για την άσκηση
του
λειτουργήματός
τους αλλά δεν
πρέπει να επεμβαίνουν
στο
περιεχόμενο
της έκθεσης
ελέγχου. Οι
αρμόδιες αρχές
πρέπει να
συνεργάζονται
σε εθνικό
επίπεδο με την
αρχή που είναι
υπεύθυνη για
τη χορήγηση
άδειας και την
εγγραφή στο
μητρώο νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων
(οδηγία 2006/43/ΕΚ) και
με τις άλλες εποπτικές
αρχές των ΟΔΣ,
όπως τις αρχές
τραπεζικής ή
ασφαλιστικής
εποπτείας. Κεφάλαιο
ΙΙ (Διασφάλιση
ποιότητας,
διενέργεια ερευνών,
παρακολούθηση
της αγοράς,
σχεδιασμός
αντιμετώπισης
έκτακτων καταστάσεων
και διαφάνεια
των αρμόδιων
αρχών) Στα
καθήκοντα των
αρμόδιων αρχών
περιλαμβάνονται
τα εξής: ·
εκτέλεση
ελέγχων
διασφάλισης
ποιότητας των
διενεργούμενων
υποχρεωτικών
ελέγχων. Οι
έλεγχοι αυτοί
θα πρέπει να
είναι ανάλογοι
της κλίμακας
και των
διαστάσεων της
δραστηριότητας
του
ελεγχόμενου
ελεγκτή· ·
διενέργεια
ερευνών με
στόχο τον
εντοπισμό, τη
διόρθωση και
την πρόληψη
ανεπαρκών
υποχρεωτικών
ελέγχων ΟΔΣ· ·
παρακολούθηση
των εξελίξεων
στην αγορά για
την παροχή υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου σε ΟΔΣ· ·
τακτική
παρακολούθηση
των πιθανών
κινδύνων για τη
συνέχιση των
επιχειρήσεων
μεγάλων
ελεγκτικών
γραφείων,
συμπεριλαμβανομένων
των κινδύνων
που ανακύπτουν
από την υψηλή
συγκέντρωση,
και υποχρέωση
των μεγάλων
ελεγκτικών γραφείων
να καταρτίζουν
σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων
για την
αντιμετώπιση
των εν λόγω
κινδύνων· ·
διατήρηση
της διαφάνειας
σχετικά με τις
δραστηριότητές
τους,
συμπεριλαμβανομένης
της δημοσίευσης
εκθέσεων
ελέγχου των
επιμέρους
συστημάτων διασφάλισης
της ποιότητάς
τους. Κεφάλαιο
ΙΙΙ
(Συνεργασία
μεταξύ
αρμόδιων αρχών
και σχέσεις με
τις ευρωπαϊκές
εποπτικές
αρχές) Ο
κανονισμός
προβλέπει ότι
η συνεργασία
σε επίπεδο ΕΕ
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
θα
πραγματοποιείται
στο πλαίσιο
της ΕΑΚΑΑ,
αντικαθιστώντας
την υφιστάμενη
συνεργασία σε
επίπεδο ΕΕ υπό
την αιγίδα της
Ευρωπαϊκής
Ομάδας Φορέων
Εποπτείας Ελεγκτών
(ΕΟΦΕΕ), μιας
επιτροπής
εμπειρογνωμόνων
υπό την
προεδρία της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής. Η
ΕΑΚΑΑ
εργάζεται ήδη
στο πεδίο του
ελέγχου (και της
λογιστικής)
σχετικά με τις
ΟΔΣ και το
νομικό πλαίσιο
προβλέπει τη
συνεργασία της
ΕΑΚΑΑ, της
Ευρωπαϊκής
Αρχής Τραπεζών
(ΕΑΤ) και της
Ευρωπαϊκής
Αρχής
Ασφαλίσεων και
Επαγγελματικών
Συντάξεων
(ΕΑΑΕΣ) στο
πλαίσιο της
κοινής τους
επιτροπής στον
τομέα του
ελέγχου. Η
ΕΑΚΑΑ πρέπει να
συστήσει μια
μόνιμη
εσωτερική
επιτροπή
αποτελούμενη
τουλάχιστον
από τις
εθνικές
αρμόδιες αρχές. Η ΕΑΚΑΑ
θα πρέπει να
εκδώσει
κατευθύνσεις
για διάφορα
ζητήματα: π.χ.
για το
περιεχόμενο
και την
παρουσίαση της
έκθεσης
ελέγχου και
της
συμπληρωματικής
έκθεσης προς
την ελεγκτική
επιτροπή, για
την εποπτική δραστηριότητα
της ελεγκτικής
επιτροπής ή
για τη διενέργεια
ελέγχων
διασφάλισης
της ποιότητας. Θεσπίζεται
«εθελοντική»
πανευρωπαϊκή
πιστοποίηση
ποιότητας
ελέγχου για
την αύξηση της
προβολής, της
αναγνώρισης και
της φήμης όλων
των ελεγκτικών
γραφείων που
έχουν
δυνατότητες
διενέργειας
υψηλής
ποιότητας ελέγχων
των ΟΔΣ. Η ΕΑΚΑΑ
θα πρέπει να
δημοσιεύσει
τις απαιτήσεις
για τη
χορήγηση της
πιστοποίησης,
καθώς και
συναφείς
διοικητικές
επιπτώσεις ή
επιπτώσεις
στις αμοιβές.
Οι εθνικές
αρμόδιες αρχές
πρέπει να
συμμετέχουν
στην εξέταση
των αιτήσεων
για λήψη
πιστοποίησης.
Σχετικά με τη
διενέργεια
ερευνών και
επιτόπιων
ελέγχων, οι
αρμόδιες αρχές
θα πρέπει να
ενημερώνουν
την αρμόδια
αρχή του
έτερου κράτους
μέλους, εάν
συμπεράνουν
ότι
εκτελούνται ή
έχουν
εκτελεστεί
δραστηριότητες
αντίθετες προς
τις διατάξεις
του κανονισμού.
Επιπροσθέτως,
η αρμόδια αρχή
ενός κράτους
μέλους μπορεί
να ζητήσει τη
διενέργεια
έρευνας από την
αρμόδια αρχή
άλλου κράτους
μέλους στο
έδαφος του
τελευταίου. Επίσης,
συλλογικά
όργανα
αρμόδιων αρχών
μπορεί να
συσταθούν από
την ΕΑΚΑΑ
κατόπιν
αίτησης μίας ή
περισσότερων
αρμόδιων αρχών
για τη
διευκόλυνση
της άσκησης
ορισμένων
καθηκόντων. Κεφάλαιο
IV (Συνεργασία με
ελεγκτές
τρίτων χωρών και
με διεθνείς
οργανισμούς
και φορείς Οι
αρμόδιες αρχές
και η ΕΑΚΑΑ μπορεί
να συνάπτουν
συμφωνίες
συνεργασίας
για την ανταλλαγή
πληροφοριών με
τις αρμόδιες
αρχές τρίτων χωρών,
μόνο εάν οι
γνωστοποιούμενες
πληροφορίες καλύπτονται
από εγγυήσεις
προστασίας του
επαγγελματικού
απορρήτου και
γίνονται
σεβαστοί οι
κανόνες
προστασίας δεδομένων. 3.3.5. Τίτλος
V (Μέτρα
εποπτείας και
κυρώσεις) Για να
βελτιωθεί η
συμμόρφωση με
τις απαιτήσεις
του παρόντα
κανονισμού και
μετά την
ανακοίνωση ης Επιτροπής
της 9ης
Δεκεμβρίου 2010 με
τίτλο
«Ενίσχυση των
καθεστώτων
επιβολής
κυρώσεων στον
τομέα χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών»[8],
οι εξουσίες
έγκρισης
μέτρων
εποπτείας και
οι εξουσίες
επιβολής
κυρώσεων των
αρμόδιων αρχών
ενισχύονται.
Προβλέπονται
διοικητικές
χρηματικές κυρώσεις
επιβαλλόμενες
σε ελεγκτές
και ΟΔΣ για τις
παραβάσεις που
εντοπίζονται.
Οι αρχές θα πρέπει
να
εξασφαλίζουν
τη διαφάνεια
σχετικά με τις
κυρώσεις και
τα μέτρα που
εφαρμόζουν. 3.3.6. Τίτλος
VI (Υποβολή
εκθέσεων και
μεταβατικές
και τελικές
διατάξεις) Προβλέπεται
μεταβατικό
καθεστώς
σχετικά με την
έναρξη ισχύος
της υποχρέωσης
εναλλαγής των
ελεγκτικών
γραφείων, της
υποχρέωσης
οργάνωσης διαδικασίας
επιλογής
ελεγκτικού
γραφείου και
της ίδρυσης
ελεγκτικών
γραφείων που
παρέχουν μόνο
υπηρεσίες
ελέγχου. 3.3.7. Ρυθμιστικά
τεχνικά
πρότυπα και
συμμόρφωση με
το άρθρο 290 της
ΣΛΕΕ Για να
ληφθούν υπόψη
οι εξελίξεις
στον έλεγχο
και την αγορά
ελέγχου, η
ΕΑΚΑΑ πρέπει
να υποβάλει
ρυθμιστικά
τεχνικά
πρότυπα στην
Επιτροπή για
τον προσδιορισμό
τεχνικών
απαιτήσεων
σχετικά με το
περιεχόμενο
του φακέλου
παράδοσης που
θα πρέπει να
λαμβάνει ο
νέος ελεγκτής
και τη θέσπιση
του ευρωπαϊκού
πιστοποιητικού
ποιότητας για
ελεγκτές που
διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο ΟΔΣ. Η Επιτροπή
εξουσιοδοτείται
να εγκρίνει
αυτά τα τεχνικά
πρότυπα ως κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις. Στις 23
Σεπτεμβρίου 2009, η
Επιτροπή
εξέδωσε
προτάσεις
κανονισμών για
την ίδρυση της
ΕΑΤ, της ΕΑΑΕΣ
(Ευρωπαϊκή
Αρχή Ασφαλίσεων
και
Επαγγελματικών
Συντάξεων) και
της ΕΑΚΑΑ (Ευρωπαϊκή
Αρχή Κινητών
Αξιών και
Αγορών)[9].
Σχετικά με
αυτές, η
Επιτροπή
επιθυμεί να
υπενθυμίσει
τις δηλώσεις
σε σχέση με τα
άρθρα 290 και 291 της
ΣΛΕΕ τις οποίες
πραγματοποίησε
κατά την
έκδοση των
κανονισμών για
την ίδρυση των
ευρωπαϊκών
εποπτικών
αρχών, σύμφωνα
με τις οποίες:
«Όσον αφορά τη
διαδικασία για
την έγκριση
ρυθμιστικών
προτύπων, η
Επιτροπή υπογραμμίζει
τον μοναδικό
χαρακτήρα του
τομέα των χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών, που
απορρέει από
τον μηχανισμό
Lamfalussy και
αναγνωρίζεται
ρητά στη
Δήλωση 39 που
προσαρτήθηκε
στη ΣΛΕΕ.
Ωστόσο, η
Επιτροπή έχει
σοβαρές
αμφιβολίες εάν
οι περιορισμοί
του ρόλου της κατά
την έκδοση κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων και
εκτελεστικών
μέτρων είναι
σύμφωνοι με τα
άρθρα 290 και 291 της
ΣΛΕΕ.» 4. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ Η
πρόταση της
Επιτροπής δεν
έχει άμεσες ή
έμμεσες
επιπτώσεις
στον
προϋπολογισμό
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Συγκεκριμένα,
τα καθήκοντα
που θα
ανατεθούν
στους εποπτικούς
φορείς της ΕΕ,
όπως
αναφέρονται
στην πρόταση, δεν
συνεπάγονται
πρόσθετη
χρηματοδότηση
από την ΕΕ. 2011/0359 (COD) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά
με ειδικές απαιτήσεις
όσον αφορά τον
υποχρεωτικό
έλεγχο οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος (Κείμενο
που
παρουσιάζει
ενδιαφέρον για
τον ΕΟΧ) ΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΚΑΙ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ
ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας
υπόψη τη
Συνθήκη για τη
λειτουργία της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης και ιδίως
το άρθρο 114 αυτής, Έχοντας
υπόψη την
πρόταση της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, Κατόπιν
διαβίβασης του
σχεδίου
νομοθετικής
πράξης στα
εθνικά
κοινοβούλια, Έχοντας
υπόψη τη γνώμη
της Ευρωπαϊκής
Οικονομικής
και Κοινωνικής
Επιτροπής[10], Κατόπιν
διαβούλευσης
με τον
Ευρωπαίο
Επόπτη
Προστασίας
Δεδομένων[11], Αποφασίζοντας
σύμφωνα με τη
συνήθη
νομοθετική διαδικασία, Εκτιμώντας
τα ακόλουθα: (1)
Οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία εξουσιοδοτούνται
από τον νόμο να
διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους των
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
ώστε να
βελτιώνουν τον
βαθμό
εμπιστοσύνης
του κοινού
στις ετήσιες
και ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις
των εν λόγω
οντοτήτων. Η
ευθύνη
δημοσίου
συμφέροντος
του υποχρεωτικού
ελέγχου
σημαίνει ότι
ένα ευρύ
σύνολο ανθρώπων
και θεσμών
βασίζεται στην
ποιότητα του
έργου του
νόμιμου
ελεγκτή. Η καλή
ποιότητα του
ελέγχου
συμβάλλει στην
ομαλή λειτουργία
των αγορών
βελτιώνοντας
την ακεραιότητα
και την
αποδοτικότητα
των
οικονομικών
καταστάσεων.
Ως εκ τούτου, οι
ελεγκτές
εκπληρώνουν
ιδιαιτέρως
σημαντικό κοινωνικό
ρόλο. (2)
Σύμφωνα
με τη
νομοθεσία της
Ένωσης, οι
οικονομικές
καταστάσεις,
αποτελούμενες
από τους
ετήσιους ή ενοποιημένους
λογαριασμούς,
πιστωτικών
ιδρυμάτων,
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων,
εκδοτών
κινητών αξιών
που έχουν
εισαχθεί προς
διαπραγμάτευση
σε ρυθμιζόμενη
αγορά,
ιδρυμάτων
πληρωμών,
ΟΣΕΚΑ, ιδρυμάτων
ηλεκτρονικού
χρήματος και
οργανισμών εναλλακτικών
επενδύσεων
πρέπει να
ελέγχονται από
ένα ή
περισσότερα
πρόσωπα που
δικαιούνται να
διενεργούν
τους εν λόγω
ελέγχους
σύμφωνα με το
δίκαιο της
Ένωσης, ήτοι: το
άρθρο 1
παράγραφος 1
της οδηγίας
86/635/ΕΟΚ του
Συμβουλίου,
της 8ης
Δεκεμβρίου 1986,
για τους
ετήσιους και
ενοποιημένους
λογαριασμούς
των τραπεζών
και λοιπών
άλλων χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων[12],
το άρθρο 1
παράγραφος 1
της οδηγίας
91/674/ΕΟΚ του
Συμβουλίου,
της 19ης
Σεπτεμβρίου 1991,
για τους
ετήσιους και τους
ενοποιημένους
λογαριασμούς
των ασφαλιστικών
επιχειρήσεων[13],
το άρθρο 4
παράγραφος 4
της οδηγίας
2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 15ης
Δεκεμβρίου 2004,
για την
εναρμόνιση των
προϋποθέσεων
διαφάνειας
αναφορικά με
την
πληροφόρηση
σχετικά με
εκδότες των
οποίων οι κινητές
αξίες έχουν
εισαχθεί προς
διαπραγμάτευση
σε ρυθμιζόμενη
αγορά και για
την
τροποποίηση
της οδηγίας
2001/34/ΕΚ[14], το
άρθρο 15
παράγραφος 2
της οδηγίας 2007/64/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 13ης
Νοεμβρίου 2007, για
τις υπηρεσίες
πληρωμών στην
εσωτερική
αγορά, την
τροποποίηση
των οδηγιών
97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ
και 2006/48/ΕΚ και την
κατάργηση της
οδηγίας 97/5/EΚ[15],
το άρθρο 73 της
οδηγίας 2009/65/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 13ης
Ιουλίου 2009, για
το συντονισμό
των
νομοθετικών,
κανονιστικών
και
διοικητικών
διατάξεων
σχετικά με ορισμένους
οργανισμούς
συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ)[16], το
άρθρο 3
παράγραφος 1
της οδηγίας
2009/110/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 16ης
Σεπτεμβρίου 2009,
για την
ανάληψη,
άσκηση και
προληπτική
εποπτεία της
δραστηριότητας
ιδρύματος ηλεκτρονικού
χρήματος, την
τροποποίηση
των οδηγιών 2005/60/ΕΚ
και 2006/48/ΕΚ και την
κατάργηση της
οδηγίας 2000/46/ΕΚ[17],
και το άρθρο 22
παράγραφος 3
της οδηγίας
2011/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 8ης
Ιουνίου 2011,
σχετικά με
τους
διαχειριστές
οργανισμών
εναλλακτικών
επενδύσεων και
για την τροποποίηση
των οδηγιών
2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και
των κανονισμών
(ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και
(ΕΕ) αριθ. 1095/2010[18].
Επίσης, το
άρθρο 4
παράγραφος 1
σημείο 1 της
οδηγίας 2004/39/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 21ης
Απριλίου 2004, για τις
αγορές
χρηματοπιστωτικών
μέσων, για την
τροποποίηση
των οδηγιών
85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ
και της
οδηγίας 2000/12/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
και για την
κατάργηση της
οδηγίας 93/22/ΕΟΚ
του Συμβουλίου[19]
ορίζει επίσης
ότι οι ετήσιοι
λογαριασμοί
επενδυτικών
επιχειρήσεων
πρέπει να ελέγχονται
στις
περιπτώσεις
που δεν
εφαρμόζεται η
τέταρτη οδηγία
78/660/ΕΟΚ του
Συμβουλίου,
της 25ης
Ιουλίου 1978, περί
των ετήσιων
λογαριασμών
εταιρειών
ορισμένων
μορφών[20] ή η
έβδομη οδηγία
83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου,
της 13ης
Ιουνίου 1983, για
τους
ενοποιημένους
λογαριασμούς[21]. (3)
Οι όροι
χορήγησης
άδειας στα
πρόσωπα που
είναι υπεύθυνα
για τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου, καθώς
και οι
ελάχιστες
απαιτήσεις
διενέργειας
του εν λόγω
υποχρεωτικού
ελέγχου
ορίζονται στην
οδηγία 2006/43/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 17ης Μαΐου
2006, για τους
υποχρεωτικούς
ελέγχους των
ετήσιων και
των
ενοποιημένων
λογαριασμών,
για την τροποποίηση
των οδηγιών
78/660/ΕΚ και 83/349/ΕΟΚ
και για την κατάργηση
της οδηγίας
84/253/ΕΟΚ του
Συμβουλίου[22]. (4)
Κατά την
πρόσφατη
χρηματοπιστωτική
κρίση, πολλές
τράπεζες
αποκάλυψαν
τεράστιες
ζημίες κατά τα
έτη 2007 έως 2009 στις
θέσεις που
κατείχαν εντός
και εκτός ισολογισμού.
Το γεγονός
αυτό προκάλεσε
το ερώτημα όχι
μόνο σχετικά
με το πώς οι
ελεγκτές
μπόρεσαν να
καταρτίσουν
εκθέσεις
ελέγχου των
πελατών τους
χωρίς
επιφυλάξεις γι’
αυτές τις
περιόδους,
αλλά και κατά
πόσον είναι κατάλληλο
και επαρκές το
ισχύον
νομοθετικό
πλαίσιο. Η
Επιτροπή
δημοσίευσε
στις 13
Οκτωβρίου 2010 την
πράσινη βίβλο
για την
πολιτική
ελέγχου:
Διδάγματα που
αντλήθηκαν από
την κρίση[23],
η οποία
εγκαινίασε
ευρεία δημόσια
διαβούλευση, στο
γενικό πλαίσιο
της
ρυθμιστικής
μεταρρύθμισης
των
χρηματοπιστωτικών
αγορών,
σχετικά με τον
ρόλο και το
πεδίο
εφαρμογής του
ελέγχου, καθώς
και το πώς θα
μπορούσε να
βελτιωθεί η
λειτουργία του
ελέγχου ώστε
να συμβάλλει
σε αυξημένη χρηματοπιστωτική
σταθερότητα.
Από τη δημόσια
διαβούλευση
προέκυψε ότι
οι κανόνες της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ σχετικά
με τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου των ετήσιων
και
ενοποιημένων
λογαριασμών
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος θα
μπορούσαν να
βελτιωθούν σημαντικά.
Το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
εξέδωσε έκθεση
πρωτοβουλίας
για την Πράσινη
Βίβλο στις 13
Σεπτεμβρίου 2011. Η
Ευρωπαϊκή
Οικονομική και
Κοινωνική
Επιτροπή εξέδωσε
επίσης έκθεση
επί της εν λόγω Πράσινης
Βίβλου στις 16
Ιουνίου 2011. (5)
Είναι
σημαντικό να
καθοριστούν
αναλυτικοί
κανόνες ώστε
να
εξασφαλιστεί
επαρκής
ποιότητα κατά
τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
και η
διενέργειά
τους από
νόμιμους
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία βάσει
αυστηρών
απαιτήσεων.
Μια κοινή
ρυθμιστική προσέγγιση
θα βελτίωνε
την
ακεραιότητα,
την ανεξαρτησία,
την
αντικειμενικότητα,
την ευθύνη, τη
διαφάνεια και
την αξιοπιστία
των νόμιμων
ελεγκτών και των
ελεγκτικών γραφείων
που διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
γεγονός που θα
συνέβαλε στην
ποιότητα του
υποχρεωτικού
ελέγχου στην
Ένωση,
συμβάλλοντας,
ως εκ τούτου,
στην ομαλή λειτουργία
της εσωτερικής
αγοράς και
επιτυγχάνοντας,
ταυτόχρονα, υψηλό
επίπεδο
προστασίας των
καταναλωτών
και των επενδυτών.
Η ανάπτυξη
μιας
ξεχωριστής
πράξης για τις
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος θα
εξασφαλίσει
επίσης τη
συνεκτική
εναρμόνιση και
την ομοιόμορφη
εφαρμογή και
θα συμβάλει,
συνεπώς, στην
αποτελεσματικότερη
λειτουργία της
εσωτερικής
αγοράς. (6)
Ο
χρηματοπιστωτικός
τομέας
εξελίσσεται
και νέες
κατηγορίες
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων δημιουργούνται
βάσει του
δικαίου της
Ένωσης. Η
σημασία των
νέων οντοτήτων
και
δραστηριοτήτων
εκτός του
συνηθισμένου
τραπεζικού
συστήματος
αυξάνεται και
οι επιπτώσεις
τους στη
χρηματοπιστωτική
σταθερότητα
μεγαλώνουν. Ως
εκ τούτου, ο ορισμός
των οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
πρέπει να
περιλαμβάνει
επίσης άλλα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα και
οντότητες,
όπως τις
επιχειρήσεις επενδύσεων,
τα ιδρύματα
πληρωμών, τους
οργανισμούς
συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ), τα
ιδρύματα ηλεκτρονικού
χρήματος και
τους
οργανισμούς
εναλλακτικών
επενδύσεων. (7)
Ο έλεγχος
των ετήσιων
και
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
αποτελεί
νόμιμη εγγύηση
για τους
επενδυτές,
τους δανειστές
και τους
επιχειρηματικούς
αντισυμβαλλόμενους
που έχουν
μερίδιο ή επιχειρηματικό
συμφέρον σε
οντότητες
δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς, οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία θα
πρέπει να
είναι απολύτως
ανεξάρτητοι
κατά τη διενέργεια
υποχρεωτικών
ελέγχων των εν
λόγω οντοτήτων
και να
αποφεύγεται
κάθε σύγκρουση
συμφερόντων.
Για να
καθοριστεί η
ανεξαρτησία
των ελεγκτών και
των ελεγκτικών
γραφείων, θα
πρέπει να
ληφθεί υπόψη η
έννοια του
δικτύου εντός
του οποίου
ενεργούν
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία. (8)
Η
κατάλληλη
εσωτερική
οργάνωση των
νόμιμων ελεγκτών
και των
ελεγκτικών
γραφείων
συμβάλλει στην
πρόληψη
απειλών για
την
ανεξαρτησία
τους. Ως εκ τούτου,
οι ιδιοκτήτες
ή οι μέτοχοι
ενός
ελεγκτικού
γραφείου,
καθώς και όσοι
το διευθύνουν,
δεν θα πρέπει
να επεμβαίνουν
στη διενέργεια
ενός υποχρεωτικού
ελέγχου με
οποιονδήποτε
τρόπο που να
θέτει σε
κίνδυνο την
ανεξαρτησία
και την αντικειμενικότητα
του νόμιμου
ελεγκτή που
διενεργεί το
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ
μέρους του
ελεγκτικού γραφείου.
Επίσης, οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία θα πρέπει
να θεσπίζουν
κατάλληλες
εσωτερικές
πολιτικές και
διαδικασίες σε
σχέση με τους
εργαζομένους ή
άλλα πρόσωπα
που
συμμετέχουν
στη δραστηριότητα
υποχρεωτικού
ελέγχου εντός
των οργανισμών
τους ώστε να
εξασφαλίζουν
τη συμμόρφωση
με τις
καταστατικές
τους υποχρεώσεις.
Αυτές οι
πολιτικές και
διαδικασίες θα
πρέπει να
επιδιώκουν
ιδίως την
πρόληψη και
την αντιμετώπιση
οποιασδήποτε
απειλής για
την ανεξαρτησία
των ελεγκτών
και να
εξασφαλίζουν
την ποιότητα,
την ακεραιότητα
και την
ενδελέχεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Οι εν
λόγω πολιτικές
και
διαδικασίες θα
πρέπει να
είναι ανάλογες
της κλίμακας
και της
πολυπλοκότητας
της
επιχείρησης
του νόμιμου
ελεγκτή ή του ελεγκτικού
γραφείου. (9)
Οι
ελεγκτές, τα
ελεγκτικά
γραφεία και οι υπάλληλοί
τους πρέπει
ιδιαιτέρως να
απέχουν από τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου μιας
οντότητας εάν
έχουν
επιχειρηματικό
συμφέρον ή
οικονομικό
συμφέρον σε
αυτήν, και από
την
πραγματοποίηση
συναλλαγών με
χρηματοοικονομικά
μέσα που εκδίδει,
εγγυάται ή υποστηρίζει
με άλλον τρόπο
μια ελεγχόμενη
οντότητα,
πέραν των
συμμετοχών σε
προγράμματα
διαφοροποιημένων
συλλογικών
επενδύσεων. Ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο πρέπει
να απέχει από τις
εσωτερικές
διαδικασίες
λήψης
αποφάσεων της ελεγχόμενης
οντότητας. Οι
νόμιμοι
ελεγκτές ή οι
υπάλληλοί τους
δεν πρέπει να
αναλαμβάνουν
καθήκοντα στην
ελεγχόμενη
οντότητα σε
επίπεδο
διεύθυνσης ή
διοικητικού συμβουλίου
έως ότου
περάσει
κατάλληλο
χρονικό διάστημα
από την
περάτωση της
ελεγκτικής
αποστολής. (10)
Το
επίπεδο αμοιβών
που λαμβάνει
ένας νόμιμος
ελεγκτής ή ένα
ελεγκτικό
γραφείο από
μια ελεγχόμενη
οντότητα και η
διάρθρωση των
αμοιβών μπορεί
επίσης να
αποτελεί
απειλή για την
ανεξαρτησία του.
Συνεπώς, είναι
σημαντικό να
εξασφαλίζεται
ότι οι αμοιβές
ελέγχου δεν
βασίζονται σε
κανενός είδους
αίρεση και ότι,
όταν οι
αμοιβές ελέγχου
από έναν
πελάτη είναι
σημαντικές,
εφαρμόζεται
ειδική
διαδικασία
ώστε να
διασφαλίζεται
η ποιότητα του
ελέγχου. Εάν η
εξάρτηση από
κάποιον μεμονωμένο
πελάτη είναι
υπερβολική, ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο πρέπει
να μην
αναλαμβάνει
τον εν λόγω
υποχρεωτικό
έλεγχο. (11)
Η παροχή
υπηρεσιών
πέραν του
υποχρεωτικού
ελέγχου σε
ελεγχόμενες
οντότητες από
νόμιμους
ελεγκτές,
ελεγκτικά
γραφεία ή μέλη
των δικτύων
τους μπορεί να
θέτει σε
κίνδυνο την
ανεξαρτησία
τους. Ως εκ
τούτου, θα
πρέπει ο
νόμιμος
ελεγκτής, το
ελεγκτικό
γραφείο και τα
μέλη των
δικτύων τους
να μην
παρέχουν μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες στις
ελεγχόμενες
οντότητες. Η
παροχή μη
ελεγκτικών
υπηρεσιών από
ένα ελεγκτικό
γραφείο σε μια
εταιρεία πρέπει
να συνεπάγεται
ότι το εν λόγω
ελεγκτικό
γραφείο δεν διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο της
εταιρείας αυτής.
Το γεγονός
αυτό θα
οδηγούσε στη
μείωση των ελεγκτικών
γραφείων που
είναι
διαθέσιμα να
διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο ιδίως
σε σχέση με τον
έλεγχο
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος,
στην αγορά των
οποίων υπάρχει
υψηλή
συγκέντρωση.
Ως αποτέλεσμα,
για να διασφαλιστεί
ελάχιστος
αριθμός
ελεγκτικών
γραφείων που
είναι σε θέση
να παρέχουν
υπηρεσίες
ελέγχου σε
μεγάλες
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος,
πρέπει να
ζητείται από τα
μεγάλα
ελεγκτικά
γραφεία να
εστιάζουν την
επαγγελματική
τους
δραστηριότητα
στη διενέργεια
υποχρεωτικού
ελέγχου και να
μην
επιτρέπεται να
αναλαμβάνουν
άλλες
υπηρεσίες που
δεν συνδέονται
με τη
λειτουργία
υποχρεωτικού
ελέγχου, όπως
συμβουλευτικές
υπηρεσίες. (12)
Για την
αποφυγή της
σύγκρουσης
συμφερόντων,
είναι
σημαντικό ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό γραφείο,
προτού να
αποδεχθεί ή να
συνεχίσει μια
αποστολή
υποχρεωτικού
ελέγχου μιας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος,
να αξιολογεί
εάν πληρούνται
οι απαιτήσεις
ανεξαρτησίας
και, ιδίως, εάν
προκύπτουν
απειλές για την
ανεξαρτησία
του ως
αποτέλεσμα της
σχέσης του με
την οντότητα
αυτή. Για να
διατηρείται η
ανεξαρτησία,
είναι επίσης
σημαντικό να
τηρούνται
αρχεία για
όλες τις
απειλές για
την
ανεξαρτησία
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου και
για την
ανεξαρτησία
των υπαλλήλων
του και άλλων
προσώπων που
συμμετέχουν
στη διαδικασία
υποχρεωτικού
ελέγχου, καθώς
και για τις
ασφαλιστικές
δικλίδες που
εφαρμόζει για
την άμβλυνση
των εν λόγω
απειλών.
Επίσης, στις
περιπτώσεις
που οι απειλές
για την
ανεξαρτησία
είναι πολύ σημαντικές,
ακόμα και μετά
την εφαρμογή
ασφαλιστικών
δικλείδων για
τη μείωση των
εν λόγω
απειλών, οι
νόμιμοι
ελεγκτές ή τα
ελεγκτικά
γραφεία θα πρέπει
να
παραιτούνται ή
να μην
αναλαμβάνουν
την ελεγκτική
αποστολή. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο πρέπει
να
επιβεβαιώνει
ετησίως στην
ελεγκτική επιτροπή
της
ελεγχόμενης
οντότητας την
ανεξαρτησία
του και να
συζητά με την
εν λόγω
επιτροπή οποιαδήποτε
απειλή για την
ανεξαρτησία
του, καθώς και τις
ασφαλιστικές
δικλίδες που
εφάρμοσε για
τη μείωση των
απειλών αυτών. (13)
Η οδηγία
95/46/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου,
της 24ης
Οκτωβρίου 1995, για
την προστασία
των φυσικών
προσώπων
έναντι της
επεξεργασίας
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα και
για την ελεύθερη
κυκλοφορία των
δεδομένων
αυτών[24]
διέπει την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
που εκτελείται
στα κράτη μέλη
στο πλαίσιο
του παρόντος
κανονισμού και
υπό την
εποπτεία των
αρμόδιων αρχών
των κρατών
μελών, ιδίως
των δημόσιων
ανεξάρτητων
αρχών που
διορίζουν τα
κράτη μέλη. Ο
κανονισμός (ΕΚ)
αριθ. 45/2001 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου της
18ης
Δεκεμβρίου 2000
σχετικά με την
προστασία των
φυσικών
προσώπων
έναντι της
επεξεργασίας
δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα από
τα όργανα και
τους οργανισμούς
της Κοινότητας
και σχετικά με
την ελεύθερη
κυκλοφορία των
δεδομένων
αυτών[25],
διέπει την
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
που εκτελείται
από την ΕΑΚΑΑ
στο πλαίσιο του
παρόντα
κανονισμού και
υπό την
εποπτεία του Ευρωπαϊκού
Επόπτη
Προστασίας
Δεδομένων.
Οποιαδήποτε
ανταλλαγή ή
μετάδοση πληροφοριών
από τις
αρμόδιες αρχές
θα πρέπει να γίνεται
σύμφωνα με
τους κανόνες
για τη
διαβίβαση δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα που
ορίζονται στην
οδηγία 95/46/ΕΚ και
οποιαδήποτε
ανταλλαγή ή
μετάδοση
πληροφοριών
από την ΕΑΚΑΑ
θα πρέπει να
γίνεται
σύμφωνα με τους
κανόνες για τη
διαβίβαση
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα που
ορίζονται στον
κανονισμό (ΕΚ)
αριθ. 45/2001. (14)
Είναι
σημαντικό οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία να
σέβονται τα
δικαιώματα
ιδιωτικής ζωής
και προστασίας
των δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
των πελατών
τους. Ως εκ
τούτου, θα
πρέπει να
δεσμεύονται
από αυστηρούς
κανόνες
τήρησης της εμπιστευτικότητας
και του
επαγγελματικού
απορρήτου οι
οποίοι, ωστόσο,
δεν θα πρέπει
να εμποδίζουν
την ορθή επιβολή
του παρόντος
κανονισμού ή
τη συνεργασία
με τον ελεγκτή
ομίλου κατά τη
διενέργεια του
ελέγχου ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
όταν η μητρική
επιχείρηση
βρίσκεται σε
τρίτη χώρα,
εφόσον υπάρχει
συμμόρφωση με
την οδηγία 95/46/ΕΚ.
Ωστόσο, οι εν
λόγω κανόνες
δεν θα πρέπει
να επιτρέπουν
στο νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό
γραφείο να
συνεργάζεται
με αρχές
τρίτων χωρών
εκτός των
διαύλων
συνεργασίας που
προβλέπονται
στο κεφάλαιο
ΧΙ της οδηγίας
2006/43/ΕΚ. Οι εν λόγω
κανόνες
τήρησης της
εμπιστευτικότητας
θα πρέπει να
ισχύουν επίσης
για
οποιονδήποτε
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο που
έχει παύσει να
συμμετέχει σε
μια
συγκεκριμένη
ελεγκτική
αποστολή. (15)
Ο
υποχρεωτικός
έλεγχος οδηγεί
σε γνωμοδότηση
επί της
αλήθειας και
της
αξιοπιστίας
των οικονομικών
καταστάσεων των
ελεγχόμενων
οντοτήτων. Τα
ενδιαφερόμενα
μέρη, ωστόσο, μπορεί
να μην
γνωρίζουν τους
περιορισμούς
του ελέγχου (σημαντικότητα,
τεχνικές
δειγματοληψίας,
ρόλος του
ελεγκτή στον
εντοπισμό
περιπτώσεων
απάτης και
ευθύνη της
διοίκησης),
γεγονός που μπορεί
να οδηγήσει σε
απόκλιση
σχετικά με τις
προσδοκίες.
Για να μειωθεί
η εν λόγω
απόκλιση,
είναι
σημαντικό να παρέχεται
μεγαλύτερη
σαφήνεια
σχετικά με το
πεδίο
εφαρμογής του
υποχρεωτικού
ελέγχου. (16)
Παρόλο
που την
πρωταρχική
ευθύνη για την
παροχή χρηματοοικονομικών
πληροφοριών
πρέπει να έχει
η διοίκηση των
ελεγχόμενων
οντοτήτων, οι
ελεγκτές
διαδραματίζουν
ρόλο αμφισβητώντας
ενεργά τη
διοίκηση από
την οπτική του
χρήστη. Για να
βελτιωθεί η
ποιότητα του
ελέγχου, είναι,
επομένως,
σημαντικό να
ενισχυθεί ο
επαγγελματικός
προβληματισμός
του ελεγκτή
απέναντι στην
ελεγχόμενη
οντότητα. Οι
ελεγκτές
πρέπει να
αναγνωρίζουν
την πιθανότητα
ύπαρξης
ουσιώδους
ανακρίβειας
λόγω απάτης ή σφάλματος,
με την
επιφύλαξη της
εμπειρίας που
έχει
αποκομίσει στο
παρελθόν ο
ελεγκτής
σχετικά με την
ειλικρίνεια
και την
ακεραιότητα
της διοίκησης
της ελεγχόμενης
οντότητας. Η
διασφάλιση της
ποιότητας του
ελέγχου πρέπει
να αποτελεί το
κύριο κριτήριο
οργάνωσης του
ελεγκτικού
έργου και
κατανομής των
απαραίτητων
πόρων στις
επιμέρους
εργασίες. Η ακεραιότητα
του νόμιμου
ελεγκτή, του
ελεγκτικού
γραφείου και
του προσωπικού
του είναι
ιδιαιτέρως
σημαντική ώστε
να
εξασφαλιστεί η
εμπιστοσύνη
του κοινού
στους υποχρεωτικούς
ελέγχους και
τις
χρηματοπιστωτικές
αγορές.
Συνεπώς,
οποιοδήποτε
συμβάν που
ενδέχεται να
έχει σοβαρές
επιπτώσεις
στην
ακεραιότητα
των
δραστηριοτήτων
υποχρεωτικού
ελέγχου θα
πρέπει να
τυγχάνει κατάλληλης
διαχείρισης. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο θα
πρέπει να
τεκμηριώνει
καταλλήλως το
ελεγκτικό
έργο. (17)
Στην
περίπτωση
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
είναι
σημαντικό να
υπάρχει σαφής
καθορισμός των
ευθυνών των
νόμιμων
ελεγκτών που
ελέγχουν
διαφορετικές
οντότητες του
ομίλου. Για το
σκοπό αυτό, ο
ελεγκτής
ομίλου θα
πρέπει να
φέρει την πλήρη
ευθύνη για την
έκθεση
ελέγχου. (18)
Ο
αξιόπιστος
εσωτερικός έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας
του έργου που εκτελείται
σε κάθε
αποστολή
υποχρεωτικού
ελέγχου οδηγεί
σε υψηλή
ποιότητα
ελέγχου. Ως εκ
τούτου, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο δεν θα πρέπει
να εκδίδει την
έκθεση ελέγχου
του έως ότου να
ολοκληρωθεί ο
εν λόγω
εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας. (19)
Τα
αποτελέσματα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου θα πρέπει
να
παρουσιάζονται
στα
ενδιαφερόμενα
μέρη στην
έκθεση
ελέγχου. Για να
αυξηθεί η
εμπιστοσύνη των
ενδιαφερόμενων
μερών στις
οικονομικές
καταστάσεις της
ελεγχόμενης
οντότητας,
είναι
ιδιαιτέρως
σημαντικό η
έκθεση ελέγχου
να είναι καλά
θεμελιωμένη και
απόλυτα
τεκμηριωμένη
και το
περιεχόμενό
της να
περιλαμβάνει
πρόσθετες
πληροφορίες
σχετικά με το
διενεργηθέντα
έλεγχο. Η
έκθεση ελέγχου
θα πρέπει
ιδίως να περιλαμβάνει
επαρκείς
πληροφορίες
σχετικά με τη μεθοδολογία
που
χρησιμοποιήθηκε
κατά τον
έλεγχο, ιδίως
τα στοιχεία
του
ισολογισμού
που έχουν επιβεβαιωθεί
άμεσα και τα
στοιχεία ο
έλεγχος των
οποίων
βασίστηκε σε
έλεγχο του
συστήματος και
δειγματοληπτικό
έλεγχο
συμφωνίας, τα
επίπεδα
σημαντικότητας
που εφαρμόστηκαν
για τη
διενέργεια του
ελέγχου, τους
βασικούς
τομείς
κινδύνου
ύπαρξης
ουσιωδών
ανακριβειών
στις ετήσιες
και τις
ενοποιημένες
οικονομικές καταστάσεις,
εάν ο
υποχρεωτικός
έλεγχος έχει
σχεδιαστεί
έτσι ώστε να
εντοπίζει
περιπτώσεις
απάτης και,
στην περίπτωση
γνώμης με
επιφύλαξη ή
αρνητικής
γνώμης ή άρνησης
γνωμοδότησης,
τους λόγους
της εν λόγω
απόφασης. (20)
Η αξία του
υποχρεωτικού
ελέγχου για
την ελεγχόμενη
οντότητα θα
βελτιωθεί
ιδιαιτέρως εάν
ενισχυθεί η
επικοινωνία
μεταξύ του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου,
αφενός, και της
ελεγκτικής
επιτροπής, αφετέρου.
Πέραν του
τακτικού
διαλόγου κατά
τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου, είναι
σημαντικό ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο να υποβάλλει
στην ελεγκτική
επιτροπή μια
συμπληρωματική
και αναλυτικότερη
έκθεση σχετικά
με τα
αποτελέσματα
του υποχρεωτικού
ελέγχου. Θα
πρέπει να
είναι δυνατή η
κοινοποίηση
των εν λόγω
συμπληρωματικών
αναλυτικότερων
εκθέσεων στις
εποπτικές
αρχές των οντοτήτων
δημοσίου συμφέροντος,
αλλά όχι στο
κοινό. (21)
Οι
νόμιμοι
ελεγκτές ή τα
ελεγκτικά
γραφεία παρέχουν
ήδη στις
εποπτικές
αρχές των
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
πληροφορίες
σχετικά με
γεγονότα ή
αποφάσεις που μπορεί
να συνιστούν
παραβίαση των
κανόνων που
διέπουν τις
δραστηριότητες
της
ελεγχόμενης
οντότητας ή
πληροφορίες σχετικά
με την
πρόκληση
βλάβης στη
συνεχή λειτουργία
της
ελεγχόμενης
οντότητας. Η
άσκηση εποπτικών
καθηκόντων θα
διευκολύνονταν
επίσης εάν οι
εποπτικές
αρχές
πιστωτικών και
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων
έπρεπε να
διενεργούν
τακτικό
διάλογο με
τους νόμιμους
ελεγκτές ή τα
ελεγκτικά
γραφεία. (22)
Για να
αυξηθεί η
εμπιστοσύνη
στους νόμιμους
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν τον
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
και η
αντίστοιχη
ευθύνη των νόμιμων
ελεγκτών και
των ελεγκτικών
γραφείων, είναι
σημαντικό να
αυξηθεί η
διαφάνεια των
εκθέσεων των
νόμιμων
ελεγκτών και
των ελεγκτικών
γραφείων. Ως εκ
τούτου, οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία θα
πρέπει να
γνωστοποιούν
ελεγμένες οικονομικές
πληροφορίες,
οι οποίες
παρουσιάζουν
ιδίως το
συνολικό κύκλο
εργασιών τους
διαιρούμενο σε
αμοιβές ελέγχου
καταβαλλόμενες
από οντότητες
δημοσίου συμφέροντος,
αμοιβές
ελέγχου
καταβαλλόμενες
από άλλες
οντότητες και
αμοιβές για
άλλες
υπηρεσίες. Θα
πρέπει επίσης
να
γνωστοποιούν
οικονομικές
πληροφορίες
στο επίπεδο
του δικτύου
στο οποίο
ανήκουν. Οι
εκθέσεις διαφάνειας
των ελεγκτικών
γραφείων θα
πρέπει να συμπληρώνονται
από δήλωση
σχετικά με την
εταιρική διακυβέρνηση
ώστε να
αποδεικνύεται
εάν το ελεγκτικό
γραφείο εφαρμόζει
μέτρα ορθής
εταιρικής
διακυβέρνησης.
Πρόσθετες
συμπληρωματικές
πληροφορίες
για τις αμοιβές
ελέγχου θα
πρέπει να
παρέχονται
στις αρμόδιες αρχές
με στόχο τη
διευκόλυνση
των εποπτικών
τους καθηκόντων. (23)
Οι
ελεγκτικές
επιτροπές ή τα
όργανα που
εκτελούν ισοδύναμη
λειτουργία
εντός της
ελεγχόμενης
οντότητας
συμβάλλουν
αποφασιστικά
στην επίτευξη
της υψηλής
ποιότητας του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Είναι
ιδιαιτέρως
σημαντικό να
ενισχυθεί η
ανεξαρτησία και
η τεχνική
επάρκεια της
ελεγκτικής
επιτροπής μέσω
της υποχρέωσης
να είναι
ανεξάρτητη η
πλειονότητα
των μελών της, ένα
τουλάχιστον
μέλος της
επιτροπής να
διαθέτει γνώσεις
ελέγχου και
άλλο ένα να
διαθέτει
γνώσεις ελέγχου
και/ή
λογιστικής. Η
σύσταση της
Επιτροπής της 15ης
Φεβρουαρίου 2005
σχετικά με το
ρόλο των μη
εκτελεστικών
και των
εποπτικών
διοικητικών
στελεχών των εισηγμένων
εταιρειών,
καθώς και
σχετικά με τις
επιτροπές του
διοικητικού ή
του εποπτικού
συμβουλίου[26]
καθορίζει τον
τρόπο σύστασης
και
λειτουργίας των
ελεγκτικών
επιτροπών.
Ωστόσο,
λαμβάνοντας
υπόψη τις
διαστάσεις των
διοικητικών
συμβουλίων σε
εταιρείες με μειωμένη
χρηματιστηριακή
αξία και σε
μικρομεσαίες
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος,
θα πρέπει οι λειτουργίες
που
ανατίθενται
στην ελεγκτική
επιτροπή των
εν λόγω
οντοτήτων ή σε
ένα όργανο που
εκτελεί
ισοδύναμες λειτουργίες
εντός της
ελεγχόμενης
οντότητας, να μπορεί
να εκτελούνται
από το
διοικητικό ή
το εποπτικό συμβούλιο
συνολικά. Οι
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
που είναι
ΟΣΕΚΑ ή
οργανισμοί
εναλλακτικών επενδύσεων
θα πρέπει να
εξαιρούνται
επίσης από την
υποχρέωση
διατήρησης
ελεγκτικής
επιτροπής. Η
εξαίρεση αυτή
λαμβάνει υπόψη
το γεγονός ότι,
στις περιπτώσεις
που οι εν λόγω
οργανισμοί
λειτουργούν
απλώς για το
σκοπό της
συγκέντρωσης
ενεργητικού,
δεν απαιτείται
απασχόληση
ελεγκτικής
επιτροπής. Οι
ΟΣΕΚΑ και οι
οργανισμοί
εναλλακτικών
επενδύσεων,
καθώς και οι
εταιρείες
διαχείρισής
τους,
λειτουργούν σε
ένα αυστηρώς
καθορισμένο
κανονιστικό
περιβάλλον και
υπόκεινται σε
συγκεκριμένους
μηχανισμούς
διακυβέρνησης,
όπως ελέγχους
ασκούμενους
από το θεματοφύλακά
τους. (24)
Είναι επίσης
σημαντικό να
ενισχυθεί ο
ρόλος της
ελεγκτικής
επιτροπής στην
επιλογή νέου
νόμιμου
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου προς
όφελος της
λήψης πιο ενημερωμένων
αποφάσεων από
τη γενική
συνέλευση των μετόχων
ή τα μέλη της
ελεγχόμενης
οντότητας.
Συνεπώς, κατά
τη διατύπωση
μιας πρότασης
προς τη γενική
συνέλευση, το
διοικητικό
συμβούλιο θα
πρέπει να
εξηγεί εάν ακολουθεί
τη σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής και,
εάν όχι, τους
σχετικούς
λόγους. Η
σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής θα
πρέπει να
περιλαμβάνει
τουλάχιστον
δύο πιθανές
εναλλακτικές
προτάσεις για
την αποστολή
ελέγχου και να
προκρίνει κατά
δεόντως
αιτιολογημένο
τρόπο τη μία εξ
αυτών, έτσι
ώστε η γενική
συνέλευση να
μπορεί να
πραγματοποιήσει
πραγματική επιλογή.
Η ελεγκτική
επιτροπή θα
πρέπει να
χρησιμοποιεί
τα αποτελέσματα
μιας
υποχρεωτικής
διαδικασίας
επιλογής που
οργανώνεται
από την
ελεγχόμενη
οντότητα, υπό
την ευθύνη της
ελεγκτικής
επιτροπής,
ώστε να αιτιολογεί
κατά τρόπο
ορθό και
κατάλληλο τη
σύστασή της.
Στην εν λόγω
διαδικασία
επιλογής, η
ελεγχόμενη
οντότητα θα
πρέπει να
προσκαλεί
νόμιμους
ελεγκτές ή
ελεγκτικά
γραφεία,
συμπεριλαμβανομένων
γραφείων μικρότερου
μεγέθους, να
παρουσιάσουν
τις προτάσεις
τους για την
ελεγκτική
αποστολή. Τα
έγγραφα προσφοράς
θα πρέπει να
περιέχουν
διαφανή
κριτήρια επιλογής
τα οποία δεν
πραγματοποιούν
διακρίσεις και
τα οποία θα
χρησιμοποιηθούν
για την
αξιολόγηση των
προτάσεων. Ωστόσο,
έχοντας υπόψη
ότι αυτή η
διαδικασία
επιλογής μπορεί
να συνεπάγεται
δυσανάλογο
κόστος για
εταιρείες με
μειωμένη
χρηματιστηριακή
αξία ή
μικρομεσαίες
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος,
δεδομένων των
διαστάσεών
τους, οι εν λόγω
οντότητες θα
πρέπει να
απαλλάσσονται
από τη
συγκεκριμένη
υποχρέωση. (25)
Το
δικαίωμα της
γενικής
συνέλευσης των
μετόχων ή των
μελών της
ελεγχόμενης
οντότητας να
επιλέγει το
νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό
γραφείο δεν θα
έχει καμία
αξία εάν η ελεγχόμενη
οντότητα
πρόκειται να
συνάψει
σύμβαση με
τρίτο μέρος η
οποία
προβλέπει
περιορισμό της
εν λόγω
δυνατότητας
επιλογής. Ως εκ
τούτου,
οποιαδήποτε
συμβατική
ρήτρα που
συνάπτεται από
την ελεγχόμενη
οντότητα με
τρίτο μέρος
σχετικά με το
διορισμό
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου ή που
περιορίζει τη
δυνατότητα
επιλογής ενός
συγκεκριμένου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου
πρέπει να
θεωρείται
άκυρη. (26)
Ο ορισμός
περισσότερων
του ενός
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων από
οντότητες
δημόσιου
συμφέροντος θα
ενίσχυε τον
επαγγελματικό
προβληματισμό
και θα συνέβαλε
στην αύξηση
της ποιότητας
του ελέγχου.
Επίσης, το
μέτρο αυτό
συνδυαζόμενο
με την παρουσία
μικρότερων
ελεγκτικών
γραφείων θα διευκόλυνε
την ανάπτυξη
των δυνατοτήτων
των εν λόγω
γραφείων,
συμβάλλοντας
έτσι στη διεύρυνση
των περιθωρίων
επιλογής
νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων για
τις οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος. Ως
εκ τούτου, θα
πρέπει στις
τελευταίες να
υπάρξει
προτροπή και
να δοθούν
κίνητρα να
διορίζουν
περισσότερους
του ενός
νόμιμους
ελεγκτές ή ελεγκτικά
γραφεία για τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου. (27)
Για να
αντιμετωπιστεί
ο κίνδυνος
λόγω οικειότητας
και, συνεπώς, να
ενισχυθεί η
ανεξαρτησία
των ελεγκτών
και των
ελεγκτικών
γραφείων,
είναι σημαντικό
να καθοριστεί
η μέγιστη
διάρκεια της
αποστολής ελέγχου
ενός νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου σε
μια
συγκεκριμένη
ελεγχόμενη
οντότητα. Θα πρέπει
να θεσπιστεί
επίσης
κατάλληλος
μηχανισμός σταδιακής
εναλλαγής
σχετικά με το
ανώτερο προσωπικό
που απασχολείται
στον
υποχρεωτικό
έλεγχο,
συμπεριλαμβανομένων
των κύριων
ελεγκτικών
εταίρων που
διενεργούν τον
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ
μέρους του
ελεγκτικού γραφείου.
Είναι επίσης
σημαντικό να
καθοριστεί κατάλληλη
περίοδος εντός
της οποίας ο εν
λόγω νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο δεν
δύναται να
διενεργήσει τον
υποχρεωτικό
έλεγχο της
ίδιας
οντότητας. Για
να εξασφαλιστεί
η ομαλή
μετάβαση, ο
προηγούμενος
ελεγκτής θα
πρέπει να
διαβιβάζει
φάκελο
παράδοσης στο
νέο ελεγκτή
που θα
περιέχει τις
σχετικές πληροφορίες. (28)
Για την
προστασία της
ανεξαρτησίας
του ελεγκτή,
είναι σημαντικό
να είναι
δυνατή η
απόλυσή του
μόνο στην
περίπτωση που
υπάρχουν
βάσιμοι λόγοι
και εφόσον οι
λόγοι αυτοί
κοινοποιηθούν
στην(στις)
αρμόδια(-ες)
εποπτική(-ές)
αρχή(-ές). Στις
περιπτώσεις
που υφίστανται
βάσιμοι λόγοι
αλλά η
ελεγχόμενη
οντότητα δεν
αναλαμβάνει
δράση, η
ελεγκτική
επιτροπή, οι
μέτοχοι, οι
αρμόδιες για
την εποπτεία
των ελεγκτών
και των
ελεγκτικών
γραφείων αρχές
ή οι αρμόδιες
για την εποπτεία
της οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος αρχές
θα πρέπει να
εξουσιοδοτούνται
να φέρνουν την
υπόθεση ενώπιον
εθνικού
δικαστηρίου
για την
απόλυση του
ελεγκτή. (29)
Για να
εξασφαλιστεί
υψηλό επίπεδο
εμπιστοσύνης των
επενδυτών και
των
καταναλωτών
στην εσωτερική
αγορά
αποφεύγοντας
περιπτώσεις
σύγκρουσης συμφερόντων,
οι νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία θα
πρέπει να
υπόκεινται σε
κατάλληλη
εποπτεία από
αρμόδιες αρχές
ανεξάρτητες
του ελεγκτικού
κλάδου, οι οποίες
διαθέτουν
κατάλληλες ικανότητες,
τεχνογνωσία
και πόρους. Οι
εθνικές αρμόδιες
αρχές θα
πρέπει να
έχουν τις
απαραίτητες
εξουσίες για
να
αναλαμβάνουν
τα εποπτικά
τους
καθήκοντα,
συμπεριλαμβανομένης
της δυνατότητας
πρόσβασης σε
έγγραφα,
αίτησης λήψης
πληροφοριών
από
οποιοδήποτε
πρόσωπο και
διενέργειας
ελέγχων
ποιότητας. Θα
πρέπει να
εξειδικεύονται
στην εποπτεία
χρηματοπιστωτικών
αγορών, στην
εποπτεία της
συμμόρφωσης με
τις
υποχρεώσεις
χρηματοοικονομικής
αναφοράς και
στην εποπτεία
του
υποχρεωτικού
ελέγχου.
Ωστόσο, θα
πρέπει να
είναι δυνατή ή
άσκηση της
εποπτείας της
συμμόρφωσης με
τις
υποχρεώσεις που
έχουν τεθεί για
τις οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
από τις αρμόδιες
για την
εποπτεία των
εν λόγω
οντοτήτων αρχές.
Η
χρηματοδότηση
των αρμόδιων
αρχών δεν μπορεί
να επηρεάζεται
με αθέμιτο
τρόπο από
νόμιμους ελεγκτές
ή ελεγκτικά
γραφεία. (30)
Η
ποιότητα της
εποπτείας θα
βελτιωθεί εάν
υπάρχει
αποτελεσματική
συνεργασία
μεταξύ των
αρχών που
είναι
επιφορτισμένες
με τα διάφορα
καθήκοντα σε
εθνικό
επίπεδο. Ως εκ
τούτου, οι αρχές
που είναι
υπεύθυνες για
την εποπτεία
της συμμόρφωσης
με τις
υποχρεώσεις
υποχρεωτικού
ελέγχου οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος θα
πρέπει να
συνεργάζονται
με τις αρχές
που είναι
υπεύθυνες για
χορήγηση
άδειας σε
νόμιμους
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία και την
εγγραφή τους
στο μητρώο, με
τις αρχές που
εποπτεύουν τις
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
και με τις
μονάδες χρηματοοικονομικών
πληροφοριών
που αναφέρονται
στην οδηγία
2005/60/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου
της 26ης
Οκτωβρίου 2006
σχετικά με την
πρόληψη της
χρήσης του χρηματοπιστωτικού
συστήματος για
τη νομιμοποίηση
εσόδων από
παράνομες
δραστηριότητες
και τη
χρηματοδότηση
της
τρομοκρατίας[27]. (31)
Η
εξωτερική
διασφάλιση της
ποιότητας του
υποχρεωτικού
ελέγχου είναι
θεμελιώδης για
την υψηλή ποιότητα
του ελέγχου.
Προσθέτει
αξιοπιστία
στις δημοσιευμένες
οικονομικές
πληροφορίες
και παρέχει
καλύτερη
προστασία
στους
μετόχους, τους
επενδυτές,
τους πιστωτές
και άλλα
ενδιαφερόμενα
μέρη. Οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία θα
πρέπει λοιπόν
να υπόκεινται
σε σύστημα
διασφάλισης
της ποιότητας
υπό την ευθύνη
των αρμόδιων
αρχών,
εξασφαλίζοντας
έτσι την
αντικειμενικότητα
και την
ανεξαρτησία
από το
ελεγκτικό επάγγελμα.
Οι έλεγχοι
διασφάλισης
της ποιότητας
θα πρέπει να
οργανώνονται
κατά τρόπο
ώστε κάθε νόμιμος
ελεγκτής ή
ελεγκτικό
γραφείο που
αναλαμβάνει
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος να
υπόκειται σε
έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας
τουλάχιστον
ανά τριετία. Η
σύσταση της
Επιτροπής της 6ης
Μαΐου 2008 για την
εξωτερική
διασφάλιση της
ποιότητας
στους νόμιμους
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν
έλεγχο των
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος[28]
παρέχει πληροφορίες
για τον τρόπο
διεξαγωγής των
ελέγχων ποιότητας.
Οι έλεγχοι
διασφάλισης
της ποιότητας
θα πρέπει να
είναι ανάλογοι
της κλίμακας
και της πολυπλοκότητας
της
επιχείρησης
του
ελεγχόμενου νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου. (32)
Οι
έρευνες
βοηθούν στον
εντοπισμό, την
πρόληψη και τη
διόρθωση
περιπτώσεων ανεπαρκούς
διενέργειας
του
υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος.
Ως εκ τούτου, οι
αρμόδιες αρχές
θα πρέπει να
έχουν τη
δυνατότητα να
αναλαμβάνουν
έρευνες των
νόμιμων
ελεγκτών ή ελεγκτικών
γραφείων. (33)
Η αγορά
παροχής
υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
εξελίσσεται μέσα
στο χρόνο.
Είναι, ως εκ
τούτου,
απαραίτητο οι
αρμόδιες αρχές
να
παρακολουθούν
τις εξελίξεις
της αγοράς,
ιδίως όσον
αφορά την
ενδεχόμενη
περιορισμένη
δυνατότητα
επιλογής
ελεγκτή και
τους κινδύνους
που προκύπτουν
από την υψηλή
συγκέντρωση
της αγοράς. (34)
Ο
αφανισμός
σημαντικών
ελεγκτικών
γραφείων μπορεί
να διαταράξει
την παροχή
ελεγκτικών
υπηρεσιών στην
αγορά και να
οδηγήσει σε
περαιτέρω
διαρθρωτική
συσσώρευση κινδύνου
στην αγορά. Ως
εκ τούτου, οι
αρμόδιες αρχές
θα πρέπει να
ζητούν,
προληπτικά,
από τα μεγαλύτερα
ελεγκτικά
γραφεία σε
κάθε κράτος
μέλος να καθορίσουν
σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων
που
ενδεχομένως
απειλούν τη
συνέχιση των
επιχειρήσεων
κάθε οικείου
γραφείου. Τα εν
λόγω σχέδια μπορεί
να
περιλαμβάνουν
μέτρα για την
προετοιμασία
του οικείου
γραφείου για
το ενδεχόμενο
ομαλής χρεοκοπίας. (35)
Η
διαφάνεια των
δραστηριοτήτων
των αρμόδιων
αρχών θα
πρέπει να
συμβάλλει στην
αύξηση της
εμπιστοσύνης
των επενδυτών
και των
καταναλωτών
στην εσωτερική
αγορά. Συνεπώς,
οι αρμόδιες
αρχές θα
πρέπει να
εκδίδουν τακτικά
εκθέσεις για
τις
δραστηριότητές
τους και να
δημοσιεύουν
ατομικές
εκθέσεις
ελέγχων ποιότητας. (36)
Η
συνεργασία
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
των κρατών
μελών μπορεί
να συμβάλει
σημαντικά στην
εξασφάλιση της
συνεχούς
υψηλής
ποιότητας του
υποχρεωτικού
ελέγχου στην
Ένωση. Ως εκ
τούτου, οι
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών θα
πρέπει να
συνεργάζονται
μεταξύ τους,
όπου είναι
απαραίτητο,
για το σκοπό
της άσκησης
των εποπτικών
τους
καθηκόντων
σχετικά με
τους υποχρεωτικούς
ελέγχους. Θα
πρέπει να
σέβονται την
αρχή της κανονιστικής
και εποπτικής
αρμοδιότητας
του κράτους
μέλους στο
οποίο έλαβε
άδεια ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο και
στο οποίο
βρίσκεται η
καταστατική
έδρα της
ελεγχόμενης
οντότητας. Η
συνεργασία μεταξύ
των αρμόδιων
αρχών θα
πρέπει να
είναι ιδιαιτέρως
ενισχυμένη στο
πλαίσιο της
Μεικτής
Επιτροπής των
Ευρωπαϊκών
Εποπτικών
Αρχών (ΕΕΑ), υπό
την ηγεσία της
Ευρωπαϊκής
Αρχής Κινητών
Αξιών και Αγορών
(ΕΑΚΑΑ) που
ιδρύθηκε
σύμφωνα με τον
κανονισμό (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου της
24ης
Νοεμβρίου 2010
σχετικά με τη
σύσταση
Ευρωπαϊκής Εποπτικής
Αρχής
(Ευρωπαϊκή
Αρχή Κινητών
Αξιών και Αγορών)[29].
Η ΕΑΚΑΑ, με την
υποστήριξη της
Ευρωπαϊκής
Αρχής Τραπεζών
(ΕΑΤ), η οποία
ιδρύθηκε σύμφωνα
με τον
κανονισμό (ΕΕ)
αριθ. 1093/2010 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου της
24ης
Νοεμβρίου 2010
σχετικά με τη
σύσταση
Ευρωπαϊκής Εποπτικής
Αρχής
(Ευρωπαϊκή
Αρχή Τραπεζών)[30],
και της
Ευρωπαϊκής
Αρχής
Ασφαλίσεων και
Επαγγελματικών
Συντάξεων
(ΕΑΑΕΣ) που
ιδρύθηκε
σύμφωνα με τον
κανονισμό (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
της 24ης
Νοεμβρίου 2010
σχετικά με τη
σύσταση
Ευρωπαϊκής Εποπτικής
Αρχής
(Ευρωπαϊκή
Αρχή Ασφαλίσεων
και
Επαγγελματικών
Συντάξεων)[31],
θα πρέπει να
συμβάλει στη
συνεργασία
αυτή παρέχοντας
συμβουλές και
κατευθυντήριες
γραμμές στις
εθνικές
αρμόδιες
αρχές. (37)
Το πεδίο
της
συνεργασίας
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
των κρατών
μελών θα
πρέπει να
περιλαμβάνει
την ανταλλαγή
πληροφοριών,
τη συνεργασία
σχετικά με τους
ελέγχους
διασφάλισης
της ποιότητας,
την υποστήριξη
των ερευνών
σχετικά με τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου συμφέροντος,
συμπεριλαμβανομένων
των
περιπτώσεων στις
οποίες η
διερευνούμενη
συμπεριφορά
δεν συνιστά
παραβίαση
οποιασδήποτε
ισχύουσας
νομοθετικής ή
ρυθμιστικής διάταξης
στα οικεία
κράτη μέλη, και
σχεδιασμό
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων.
Οι όροι της
συνεργασίας
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
των κρατών
μελών μπορεί
να περιλαμβάνουν
τη δημιουργία
συλλογικών
οργάνων των
αρμόδιων αρχών
και την
ανάθεση
καθηκόντων
μεταξύ τους. Η
έννοια του
δικτύου εντός
του οποίου
λειτουργούν οι
ελεγκτές και
τα γραφεία θα
πρέπει να λαμβάνεται
υπόψη στην εν
λόγω
συνεργασία. Οι
αρμόδιες αρχές
και οι ευρωπαϊκές
αρχές
εποπτείας
πρέπει να
σέβονται κατάλληλους
κανόνες
προστασίας της
εμπιστευτικότητας
και του
επαγγελματικού
απορρήτου. (38)
Η
αναγνώριση της
ικανότητας των
νόμιμων
ελεγκτών και
των ελεγκτικών
γραφείων να
εκτελούν τον
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος θα
πρέπει να
διευκολύνει την
πρόσβαση
ελεγκτών και
γραφείων σε
άλλους πελάτες.
Ως εκ τούτου,
είναι
σημαντικό να
υπάρξει πρόβλεψη
για
πιστοποιητικό
ποιότητας με
ευρωπαϊκή διάσταση
το οποίο θα
πρέπει να
αναπτυχθεί από
την ΕΑΚΑΑ. Οι
εθνικές
αρμόδιες αρχές
πρέπει να
συμμετέχουν
στην εξέταση
των αιτήσεων
για τη λήψη του
πιστοποιητικού. (39)
Οι
αλληλεπιδράσεις
μεταξύ των
κεφαλαιαγορών
τονίζουν
περαιτέρω την
ανάγκη να
δοθεί η
δυνατότητα
στις εθνικές
αρμόδιες αρχές
και τις
ευρωπαϊκές αρχές
εποπτείας να
συνεργάζονται
με τις
εποπτικές
αρχές και τα όργανα
τρίτων χωρών
σχετικά με την
ανταλλαγή
πληροφοριών ή
τους ελέγχους
διασφάλισης
της ποιότητας.
Ωστόσο, στην
περίπτωση που
η συνεργασία
με αρχές
τρίτων χωρών
σχετίζεται με
έγγραφα
εργασίας του
ελέγχου ή άλλα
έγγραφα που
κατέχουν οι
νόμιμοι
ελεγκτές ή τα ελεγκτικά
γραφεία, θα
πρέπει να
εφαρμόζονται
οι διαδικασίες
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ. (40)
Απαιτούνται
βιώσιμη
ικανότητα
ελέγχου και
ανταγωνιστική
αγορά
υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου, στην
οποία υπάρχει
επαρκής επιλογή
ελεγκτικών
γραφείων
ικανών να
εκτελούν υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου συμφέροντος,
ώστε να
εξασφαλιστεί
ομαλή
λειτουργία των
κεφαλαιαγορών.
Θα πρέπει η
ΕΑΚΑΑ να
υποβάλει έκθεση
σχετικά με τις
αλλαγές που
επέφερε ο
παρών κανονισμός
στη διάρθρωση
της αγοράς
ελεγκτικών
υπηρεσιών. Κατά
τη διενέργεια
της εν λόγω
ανάλυσης, η
ΕΑΚΑΑ θα
πρέπει να
συνεκτιμήσει
τον αντίκτυπο
που έχουν στη
διάρθρωση της
αγοράς
ελεγκτικών
υπηρεσιών οι
εθνικοί
κανόνες περί
αστικής
ευθύνης των
νόμιμων ελεγκτών.
Με βάση την
έκθεση αυτή
και άλλα
κατάλληλα
αποδεικτικά
στοιχεία, η
Επιτροπή θα
πρέπει να
υποβάλει
έκθεση σχετικά
με τον
αντίκτυπο που
έχουν στη
διάρθρωση της
αγοράς
ελεγκτικών
υπηρεσιών οι
εθνικοί κανόνες
περί ευθύνης
των νόμιμων
ελεγκτών, και
θα πρέπει να
λάβει τα μέτρα
που κρίνει
ενδεδειγμένα
ως αποτέλεσμα
των διαπιστώσεών
της. (41)
Για να
βελτιωθεί η
συμμόρφωση με
τις απαιτήσεις
του παρόντος
κανονισμού και
μετά την
ανακοίνωση ης
Επιτροπής της 9ης
Δεκεμβρίου 2010 με
τίτλο
«Ενίσχυση των
καθεστώτων επιβολής
κυρώσεων στον τομέα
των
χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών»[32],
οι εξουσίες
έγκρισης
μέτρων
εποπτείας και
οι εξουσίες
επιβολής
κυρώσεων των
αρμόδιων αρχών
πρέπει να
ενισχυθούν. Θα
πρέπει να
προβλεφθούν
διοικητικές
χρηματικές
κυρώσεις για
τους νόμιμους
ελεγκτές, τα
ελεγκτικά γραφεία
και τις
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
στην περίπτωση
που
εντοπίζονται
παραβάσεις. Οι
αρμόδιες αρχές
θα
εξασφαλίζουν
τη διαφάνεια
σχετικά με τις
κυρώσεις και
τα μέτρα που
εφαρμόζουν. Η
έγκριση και η
δημοσίευση
κυρώσεων θα
πρέπει να
γίνονται με
σεβασμό στα
θεμελιώδη
δικαιώματα που
προβλέπονται
στο Χάρτη
Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, ιδίως
το δικαίωμα
σεβασμού της
ιδιωτικής και
της
οικογενειακής
ζωής (άρθρο 7), το
δικαίωμα προστασίας
των δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα
(άρθρο 8) και το
δικαίωμα
πραγματικής
προσφυγής και
αμερόληπτου
δικαστηρίου
(άρθρο 47). (42)
Οι
πληροφοριοδότες
μπορούν να
θέτουν νέες
πληροφορίες
υπόψη των
αρμόδιων αρχών
που τις
βοηθούν να
εντοπίζουν και
να επιβάλλουν
κυρώσεις για
παρατυπίες,
συμπεριλαμβανομένων
των
περιπτώσεων απάτης.
Ωστόσο, οι
πληροφοριοδότες
μπορεί να
αποθαρρύνονται
από μία τέτοια
ενέργεια υπό
το φόβο
αντιποίνων ή μπορεί
να μην έχουν
κίνητρο να το
κάνουν. Ως εκ
τούτου, τα κράτη
μέλη θα πρέπει
να
εξασφαλίσουν
την εφαρμογή κατάλληλων
μέτρων ώστε να
ενθαρρύνονται
οι
πληροφοριοδότες
να ενημερώνουν
για τυχόν παραβιάσεις
του παρόντος
κανονισμού και
να προστατεύονται
από αντίποινα.
Τα κράτη μέλη μπορεί
επίσης να τους
παρέχουν
κίνητρα.
Ωστόσο, οι
πληροφοριοδότες
θα πρέπει να
επωφελούνται
των εν λόγω κινήτρων
μόνο στις περιπτώσεις
που φέρνουν
στο φως
πληροφορίες
τις οποίες δεν
είναι ήδη
υποχρεωμένοι
από το νόμο να γνωστοποιούν
και στις
περιπτώσεις
που οι πληροφορίες
αυτές οδηγούν
σε επιβολή
κύρωσης για
παραβίαση του
παρόντος
κανονισμού. Τα
κράτη μέλη θα
πρέπει επίσης
να εξασφαλίζουν
ότι τα
προγράμματα
για τους
πληροφοριοδότες
που εφαρμόζουν
περιλαμβάνουν
μηχανισμούς
που παρέχουν
κατάλληλη
προστασία στο
πρόσωπο το
οποίο αφορούν
οι
πληροφορίες,
ιδίως σε σχέση
με το δικαίωμα
στην προστασία
των προσωπικών
του δεδομένων,
και διαδικασίες
για την
εξασφάλιση του
δικαιώματος υπεράσπισης
και ακρόασης
του προσώπου
το οποίο αφορούν
οι καταγγελίες
πριν από την
έκδοση απόφασης
σχετικά με
αυτό, καθώς και
του
δικαιώματος
πραγματικής
προσφυγής
ενώπιον
δικαστηρίου
κατά της απόφασης
που το αφορά. (43)
Για να
ληφθούν υπόψη
οι εξελίξεις
στον έλεγχο
και την
ελεγκτική
αγορά, η
Επιτροπή θα
πρέπει να έχει εξουσιοδοτηθεί
να
προσδιορίζει
τεχνικές
απαιτήσεις
σχετικά με το
περιεχόμενο
του φακέλου
παράδοσης που
θα πρέπει να
λάβει ο νέος
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο και
σχετικά με τη
θέσπιση ενός
ευρωπαϊκού
πιστοποιητικού
ποιότητας για
τους νόμιμους
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία που διενεργούν
τους
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος. (44)
Για να
ληφθούν υπόψη
οι τεχνικές
εξελίξεις στις
χρηματοπιστωτικές
αγορές, στον
έλεγχο και το
ελεγκτικό
επάγγελμα και
για να
προσδιοριστούν
οι απαιτήσεις
που
προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό, η
Επιτροπή θα
πρέπει να έχει
τη δυνατότητα
να εκδίδει κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις
σύμφωνα με το
άρθρο 290 της
συνθήκης για
τη λειτουργία
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης.
Συγκεκριμένα,
η χρήση κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων είναι
απαραίτητη για
την προσαρμογή
του καταλόγου
συναφών
ελεγκτικών
υπηρεσιών και
μη ελεγκτικών
υπηρεσιών,
καθώς και για
τον καθορισμό
του επιπέδου
αμοιβών που
δύναται να
χρεώνει η
ΕΑΚΑΑ για τη
χορήγηση του
ευρωπαϊκού
πιστοποιητικού
ποιότητας σε
νόμιμους
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία. Είναι
ιδιαίτερα
σημαντικό να
διενεργήσει η
Επιτροπή κατάλληλες
διαβουλεύσεις,
και σε επίπεδο
εμπειρογνωμόνων,
κατά τις προπαρασκευαστικές
εργασίες της. Η
Επιτροπή, κατά
την
προετοιμασία
και τη σύνταξη
κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων, θα
πρέπει να
διασφαλίζει
την ταυτόχρονη,
έγκαιρη και
κατάλληλη
διαβίβαση των
σχετικών εγγράφων
στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το Συμβούλιο. (45)
Για να εξασφαλιστεί
η ασφάλεια
δικαίου και η
ομαλή μετάβαση
στο καθεστώς
που θεσπίζεται
με τον παρόντα
κανονισμό,
είναι
σημαντικό να
θεσπιστεί
μεταβατικό καθεστώς
σχετικά με την
έναρξη ισχύος
της υποχρέωσης
εναλλαγής
ελεγκτικών
γραφείων, την
υποχρέωση
οργάνωσης μιας
διαδικασίας
για την
επιλογή
ελεγκτικού
γραφείου και
τη μετατροπή
ελεγκτικών
γραφείων σε
γραφεία που
παρέχουν μόνο
ελεγκτικές
υπηρεσίες. (46)
Δεδομένου
ότι οι στόχοι
του παρόντος
κανονισμού, ήτοι
η διασαφήνιση
και ο
καλύτερος
καθορισμός του
ρόλου του
νόμιμου ελεγκτή
σχετικά με τις
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος, η
βελτίωση των
πληροφοριών
που ο νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο
παρέχει στην
ελεγχόμενη
οντότητα, τους
επενδυτές και
τα άλλα ενδιαφερόμενα
μέρη, η
βελτίωση των
διαύλων
επικοινωνίας
μεταξύ ελεγκτών
και εποπτικών
αρχών
οντοτήτων
δημοσίου συμφέροντος,
η πρόληψη
οποιασδήποτε
σύγκρουσης
συμφερόντων
που προκύπτει
από την παροχή
μη ελεγκτικών
υπηρεσιών σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος, η
άμβλυνση του
κινδύνου
ενδεχόμενης
σύγκρουσης συμφερόντων
λόγω του
υφιστάμενου
συστήματος «ο
ελεγχόμενος
επιλέγει και
πληρώνει τον
ελεγκτή» ή του
κινδύνου
οικειότητας, η
διευκόλυνση
της αλλαγής
νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου και
της επιλογής
παρόχου υπηρεσιών
ελέγχου σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος, η
αύξηση της
δυνατότητας
επιλογής
παρόχων
υπηρεσιών
ελέγχου σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
και η βελτίωση
της
αποτελεσματικότητας,
της
ανεξαρτησίας και
της συνέπειας
της ρύθμισης
και της
εποπτείας των
νόμιμων
ελεγκτών και
των ελεγκτικών
γραφείων που
διενεργούν υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
συμπεριλαμβανομένης
της πτυχής της
συνεργασίας σε
επίπεδο
Ένωσης, δεν μπορεί
να επιτευχθούν
επαρκώς από τα
κράτη μέλη και
μπορούν, λόγω
της κλίμακάς
τους, να
επιτευχθούν
καλύτερα σε
επίπεδο
Ένωσης, η Ένωση
δύναται να
λάβει μέτρα
σύμφωνα με την
αρχή της επικουρικότητας
που
προβλέπεται
στο άρθρο 5 της
συνθήκης για
την Ευρωπαϊκή
Ένωση. Σύμφωνα
με την αρχή της
αναλογικότητας,
όπως
προβλέπεται
στο ίδιο άρθρο,
ο παρών
κανονισμός δεν
υπερβαίνει τα
αναγκαία για
την επίτευξη
των στόχων
αυτών. (47)
Ο παρών
κανονισμός
σέβεται τα
θεμελιώδη
δικαιώματα και
τηρεί τις
αρχές που
αναγνωρίζονται
ιδιαίτερα από
το Χάρτη
Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, ιδίως
το δικαίωμα
σεβασμού της
ιδιωτικής και
της
οικογενειακής
ζωής (άρθρο 7), το
δικαίωμα
προστασίας των
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα
(άρθρο 8), την
επαγγελματική
ελευθερία
(άρθρο 16), το
δικαίωμα
πραγματικής
προσφυγής και
αμερόληπτου
δικαστηρίου
(άρθρο 47), το
τεκμήριο της
αθωότητας και
το δικαίωμα
υπεράσπισης
(άρθρο 48), τις
αρχές της
νομιμότητας
και της
αναλογικότητας
των αξιόποινων
πράξεων και
των ποινών
(άρθρο 49), το
δικαίωμα του
προσώπου να
μην δικάζεται
ή να μην τιμωρείται
ποινικά δύο
φορές για την
ίδια αξιόποινη
πράξη (άρθρο 50),
και πρέπει να
εφαρμόζεται
σύμφωνα με τα
εν λόγω
δικαιώματα και
αρχές, ΕΞΕΔΩΣΑΝ
ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Τίτλος Ι αντικειμενο,
πεδιο
εφαρμογησ και
ορισμοι Άρθρο 1 Αντικείμενο Ο παρών
κανονισμός
ορίζει
απαιτήσεις για
τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου
ετήσιων και
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
κανόνες για
την οργάνωση
και την
επιλογή
νόμιμων ελεγκτών
και ελεγκτικών
γραφείων από
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
για την
προώθηση της
ανεξαρτησίας
τους και για
την αποφυγή
της σύγκρουσης
συμφερόντων
και κανόνες για
την εποπτεία
της
συμμόρφωσης
των νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων με
τις εν λόγω
απαιτήσεις. Άρθρο 2 Πεδίο
εφαρμογής 1. Ο
παρών
κανονισμός
εφαρμόζεται
σε: α) νόμιμους
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος· β) οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος. 2. Ο
παρών
κανονισμός
εφαρμόζεται με
την επιφύλαξη της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Άρθρο 3 Ορισμοί Για τους
σκοπούς του
παρόντος
κανονισμού,
εφαρμόζονται
οι ορισμοί που
προβλέπονται
στο άρθρο 2 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ, με
την εξαίρεση
των ορισμών
της «έκθεσης
ελέγχου» και
της «αρμόδιας
αρχής». Άρθρο 4 Μεγάλες
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος Για τους
σκοπούς του
παρόντος
κανονισμού, ο
ορισμός των
«μεγάλων
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος» καλύπτει
τα εξής: α) σε σχέση
με τις
οντότητες που
ορίζονται στο
σημείο 13 στοιχείο
α) του άρθρου 2
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ, οι
μεγαλύτεροι 10
εκδότες
μετοχών σε
κάθε κράτος
μέλος,
υπολογιζόμενοι
σύμφωνα με τη
χρηματιστηριακή
αξία τους με
βάση τα
στοιχεία στο
τέλος κάθε
έτους και, σε
κάθε
περίπτωση,
όλοι οι
εκδότες
μετοχών που
είχαν μέση
χρηματιστηριακή
αξία άνω του 1.000.000.000
ευρώ με βάση τα
στοιχεία στο
τέλος κάθε
έτους κατά τα
προηγούμενα
τρία
ημερολογιακά
έτη· β) σε
σχέση με τις
οντότητες που
ορίζονται στο
σημείο 13
στοιχεία β) έως
στ) του άρθρου 2
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ,
οποιαδήποτε οντότητα
η οποία κατά
την ημερομηνία
κατάρτισης του
ισολογισμού
διαθέτει
σύνολο
ισολογισμού
που υπερβαίνει
το 1.000.000.000 ευρώ· γ) σε
σχέση με τις
οντότητες που
ορίζονται στο
σημείο 13
στοιχεία ζ) και
η) του άρθρου 2
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ,
οποιαδήποτε οντότητα
η οποία κατά
την ημερομηνία
κατάρτισης του
ισολογισμού
διαθέτει
συνολική αξία
των στοιχείων
ενεργητικού
υπό διαχείριση
που υπερβαίνει
το 1.000.000.000 ευρώ. Τίτλος
ΙΙ Όροι
διενέργειας
του υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος ΚΕΦΑΛΑΙΟ
I ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΦΥΓΗ
ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ
ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ Άρθρο 5 Ανεξαρτησία
και
αντικειμενικότητα Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο λαμβάνει
όλα τα
απαραίτητα
μέτρα για να
εξασφαλίζει
ότι η διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου μιας
οντότητας δημοσίου
συμφέροντος
δεν
επηρεάζεται
από οποιαδήποτε
υφιστάμενη ή
δυνητική
σύγκρουση
συμφερόντων ή
επιχειρηματική
ή άλλη σχέση
στην οποία
εμπλέκεται ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο και,
κατά
περίπτωση, το
δίκτυό του, τα
διευθυντικά
στελέχη του, οι
ελεγκτές ή οι
υπάλληλοί
τους,
οποιαδήποτε
άλλα φυσικά
πρόσωπα οι υπηρεσίες
των οποίων
τίθενται στη
διάθεση ή υπό τον
έλεγχο του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου,
ή οποιοδήποτε
πρόσωπο που
συνδέεται
άμεσα ή έμμεσα
με το νόμιμο
ελεγκτή ή
ελεγκτικό
γραφείο μέσω της
άσκησης
ελέγχου. Άρθρο 6 Εσωτερική
οργάνωση
ελεγκτών και
ελεγκτικών γραφείων 1.
Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο πληροί
τις ακόλουθες
οργανωτικές
απαιτήσεις: α) το
ελεγκτικό
γραφείο
θεσπίζει
κατάλληλες
πολιτικές και
διαδικασίες
για να
εξασφαλίζει
ότι οι ιδιοκτήτες
ή μέτοχοί του,
καθώς και τα
μέλη των οργάνων
διοίκησης,
διαχείρισης
και εποπτείας
του γραφείου, ή
ένα
συνδεδεμένο
γραφείο, δεν
παρεμβαίνουν
στη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου με
οποιονδήποτε
τρόπο που να
θέτει σε
κίνδυνο την
ανεξαρτησία
και την
αντικειμενικότητα
του νόμιμου
ελεγκτή που
διενεργεί το
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ μέρους
του ελεγκτικού
γραφείου· β) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
διαθέτει
αξιόπιστες
διοικητικές
και λογιστικές
διαδικασίες,
μηχανισμούς
εσωτερικού ελέγχου,
αποτελεσματικές
διαδικασίες
εκτίμησης των
κινδύνων και
κατάλληλους
μηχανισμούς
ελέγχου και
ασφάλειας των
συστημάτων
επεξεργασίας
δεδομένων. Οι εν λόγω
μηχανισμοί
εσωτερικού
ελέγχου είναι
σχεδιασμένοι έτσι
ώστε να
διασφαλίζουν
τη συμμόρφωση
με τις αποφάσεις
και τις
διαδικασίες σε
όλα τα επίπεδα
του ελεγκτικού
γραφείου ή της
λειτουργικής
διάρθρωσης του
νόμιμου
ελεγκτή. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
εφαρμόζει και
διατηρεί
διαδικασίες
λήψης αποφάσεων
και
οργανωτικές
δομές που
σαφώς και κατά
τεκμηριωμένο
τρόπο
διασαφηνίζουν
υποχρεώσεις
αναφοράς και
κατανέμουν
λειτουργίες
και ευθύνες· γ) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο θεσπίζει
κατάλληλες
πολιτικές και
διαδικασίες
ώστε να
εξασφαλίζει
ότι οι εργαζόμενοί
του και
οποιαδήποτε
φυσικά
πρόσωπα, οι
υπηρεσίες των
οποίων
τίθενται στη
διάθεσή του ή
υπό τον έλεγχό
του και τα
οποία
συμμετέχουν
απευθείας στις
δραστηριότητες
υποχρεωτικού
ελέγχου
διαθέτουν κατάλληλες
γνώσεις και
πείρα ως προς
τα καθήκοντα
που τους
ανατίθενται· δ) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο θεσπίζει
κατάλληλες
πολιτικές και
διαδικασίες
ώστε να εξασφαλίζει
ότι η ανάθεση
σε τρίτους
σημαντικών λειτουργιών
ελέγχου δεν
αναλαμβάνεται
κατά τρόπο που
βλάπτει την
ποιότητα του
εσωτερικού ελέγχου
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου
και την
ικανότητα των
αρμόδιων αρχών
να εποπτεύουν
τη συμμόρφωση
του νόμιμου
ελεγκτή ή του ελεγκτικού
γραφείου με
τις
υποχρεώσεις
που προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό· ε) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο θεσπίζει
κατάλληλα και
αποτελεσματικά
μέτρα οργάνωσης
και διοίκησης
ώστε να
προλαμβάνει,
να εντοπίζει,
να εξαλείφει ή
να
διαχειρίζεται
και να
γνωστοποιεί
οποιεσδήποτε
απειλές για
την ανεξαρτησία
που
αναφέρονται
στο άρθρο 11
παράγραφος 2∙ στ) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο θεσπίζει
κατάλληλες
διαδικασίες
και πρότυπα
για τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος,
την
καθοδήγηση,
την εποπτεία και
τον έλεγχο των
δραστηριοτήτων
των
εργαζομένων
και την οργάνωση
της δομής του
φακέλου
ελέγχου που
αναφέρεται στο
άρθρο 15
παράγραφος 5∙ ζ) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο καθορίζει
εσωτερικό
σύστημα
διασφάλισης
ποιότητας ώστε
να εξασφαλίζει
την ποιότητα
του υποχρεωτικού
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος.
Το σύστημα
διασφάλισης
ποιότητας
πρέπει να καλύπτει
τουλάχιστον
τις
διαδικασίες
και τα πρότυπα
που
περιγράφονται
στο στοιχείο
στ). Στην περίπτωση
ελεγκτικού
γραφείου, την
ευθύνη για το
εσωτερικό
σύστημα διασφάλισης
ποιότητας
φέρει το
πρόσωπο που
έχει την
ιδιότητα του
νόμιμου
ελεγκτή· η) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο χρησιμοποιεί
κατάλληλα
συστήματα,
πόρους και
διαδικασίες
ώστε να
εξασφαλίζει τη
συνέχεια και
την κανονικότητα
της εκτέλεσης
των δραστηριοτήτων
υποχρεωτικού
ελέγχου· θ) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο εφαρμόζει
πολιτική ώστε
να αποκλείεται
η ανάμειξή του
και η ανάμειξη
των υπαλλήλων
του σε
αξιόποινες πράξεις
ή στην
παραβίαση
νόμων κατά την
εκτέλεση του
έργου τους. Ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο
λαμβάνει
επίσης κατάλληλα
και
αποτελεσματικά
μέτρα
οργάνωσης και
διοίκησης για
την
αντιμετώπιση
και την
καταγραφή
συμβάντων που
έχουν ή μπορεί
να έχουν
σοβαρές
επιπτώσεις
στην
ακεραιότητα των
δραστηριοτήτων
υποχρεωτικού
ελέγχου που
εκτελεί· ι) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο διαθέτει
κατάλληλες
πολιτικές
αποδοχών που
παρέχουν επαρκή
κίνητρα
επιδόσεων για
τη διασφάλιση
της ποιότητας
του ελέγχου.
Συγκεκριμένα,
η αποζημίωση και
η αξιολόγηση
των επιδόσεων
των
εργαζομένων
δεν θα πρέπει
να εξαρτώνται
από το ύψος των
εσόδων που
λαμβάνει ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό γραφείο
από την
ελεγχόμενη
οντότητα· ια) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παρακολουθεί
και αξιολογεί
την επάρκεια
και την αποτελεσματικότητα
των συστημάτων
του, των
εσωτερικών
μηχανισμών
ελέγχου και
διασφάλισης
ποιότητας και
των μέτρων που
έχουν τεθεί σε
εφαρμογή
σύμφωνα με τον
παρόντα κανονισμό
και λαμβάνει
κατάλληλα
μέτρα για την
αντιμετώπιση
οποιωνδήποτε
ελλείψεων. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
πραγματοποιεί
ιδίως ετήσια
αξιολόγηση του
εσωτερικού
συστήματος
διασφάλισης
ποιότητας που
αναφέρεται στο
στοιχείο ζ). Ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο
διατηρεί
αρχείο με τα ευρήματα
της
αξιολόγησης
αυτής και
οποιοδήποτε προτεινόμενο
μέτρο για την
τροποποίηση
του εσωτερικού
συστήματος διασφάλισης
της ποιότητας. Οι
πολιτικές και
οι διαδικασίες
που
αναφέρονται στο
πρώτο εδάφιο
καταγράφονται
και
κοινοποιούνται
στους
υπαλλήλους του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου. Οποιαδήποτε
ανάθεση σε
τρίτους
λειτουργιών
ελέγχου, όπως
αναφέρεται στο
στοιχείο δ), δεν
επηρεάζει την
ευθύνη του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου
έναντι της ελεγχόμενης
οντότητας. 2.
Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο λαμβάνει
υπόψη το
μέγεθός του
και την πολυπλοκότητα
των
δραστηριοτήτων
του κατά τη
συμμόρφωση με
τις απαιτήσεις
της παραγράφου
1 του παρόντος
άρθρου. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο είναι
σε θέση να
αποδείξει στην
αρμόδια αρχή
του άρθρου 35 παράγραφος
1 ότι η εν λόγω
συμμόρφωση
είναι ανάλογη
του μεγέθους
και της
πολυπλοκότητας
των δραστηριοτήτων
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου.
Άρθρο 7 Ανεξαρτησία
από την
ελεγχόμενη
οντότητα 1. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο ή
οποιοσδήποτε
κάτοχος
δικαιωμάτων
ψήφου σε
ελεγκτικό γραφείο
είναι
ανεξάρτητος
από την
ελεγχόμενη
οντότητα και
δεν λαμβάνει
μέρος στη λήψη
αποφάσεων της
ελεγχόμενης
οντότητας. 2. Ο
νόμιμος
ελεγκτής, το
ελεγκτικό
γραφείο, οι
κύριοι
ελεγκτικοί
εταίροι του, οι
υπάλληλοί του,
καθώς και
οποιοδήποτε
άλλο φυσικό
πρόσωπο οι
υπηρεσίες του
οποίου
τίθενται στη
διάθεση ή υπό
τον έλεγχο του
εν λόγω
ελεγκτή ή
γραφείου και το
οποίο
συμμετέχει
άμεσα σε
δραστηριότητες
υποχρεωτικού
ελέγχου, καθώς
και πρόσωπα
που συνδέονται
στενά με τα
ανωτέρα κατά
την έννοια του
άρθρου 1
παράγραφος 2
της οδηγίας
2004/72/ΕΚ[33] της
Επιτροπής, δεν
αγοράζουν,
πωλούν ή
συμμετέχουν σε
οποιαδήποτε
συναλλαγή με
οποιοδήποτε
χρηματοπιστωτικό
μέσο που
εκδίδει,
εγγυάται ή
άλλως υποστηρίζει
η ελεγχόμενη
οντότητα στον
τομέα των δραστηριοτήτων
υποχρεωτικού
ελέγχου που
διενεργούν, με
εξαίρεση τα
μερίδια σε
προγράμματα
διαφοροποιημένων
συλλογικών
επενδύσεων ή
τα κεφάλαια
υπό
διαχείριση,
συμπεριλαμβανομένων
των
συνταξιοδοτικών
ταμείων και
των ασφαλίσεων
ζωής. 3. Τα
αναφερόμενα
στην παράγραφο
2 πρόσωπα ή
γραφεία δεν συμμετέχουν
ούτε
επηρεάζουν
κατ’ άλλον
τρόπο τον προσδιορισμό
του
υποχρεωτικού
ελέγχου
οποιασδήποτε
ελεγχόμενης
οντότητας, εάν: α) κατέχουν
χρηματοπιστωτικά
μέσα της
ελεγχόμενης
οντότητας, με
εξαίρεση τα
μερίδια σε
προγράμματα
διαφοροποιημένων
συλλογικών επενδύσεων· β) κατέχουν
χρηματοπιστωτικά
μέσα
οποιασδήποτε οντότητας
που συνδέεται
με την
ελεγχόμενη
οντότητα, η
κυριότητα των
οποίων μπορεί
να προκαλέσει
ή να θεωρηθεί
γενικά ότι
προκαλεί σύγκρουση
συμφερόντων,
με εξαίρεση τα
μερίδια σε προγράμματα
διαφοροποιημένων
συλλογικών
επενδύσεων· γ) είχαν
προσφάτως
εργασιακή,
επιχειρηματική
ή άλλη σχέση με
την ελεγχόμενη
οντότητα η
οποία μπορεί
να προκαλέσει
ή να θεωρηθεί
γενικά ότι
προκαλεί σύγκρουση
συμφερόντων. 4. Τα
αναφερόμενα
στην παράγραφο
2 πρόσωπα ή
γραφεία δεν
επιδιώκουν τη
λήψη και δεν
αποδέχονται
χρήματα, δώρα ή
διευκολύνσεις
από
οποιονδήποτε
που έχει
συμβατική
σχέση με τον
υποχρεωτικό
έλεγχο ή το ελεγκτικό
γραφείο. 5. Τα
εθνικά μέτρα
σχετικά με την
επαγγελματική
δεοντολογία
που έχουν
εγκριθεί
σύμφωνα με το
άρθρο 21
παράγραφος 1
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ και τα
οποία δεν
είναι συμβατά
με τις
παραγράφους 2, 3
και 4 δεν εφαρμόζονται. Άρθρο 8 Απασχόληση
από οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος πρώην
νόμιμων
ελεγκτών ή
υπαλλήλων
νόμιμων ελεγκτών
ή ελεγκτικών
γραφείων 1 Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή ο
κύριος
ελεγκτικός
εταίρος που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο μιας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος εκ
μέρους ενός
ελεγκτικού
γραφείου δεν
αναλαμβάνει
οποιοδήποτε
από τα
ακόλουθα
καθήκοντα πριν
από το πέρας
τουλάχιστον
δύο ετών από
την παραίτησή
του από την
ιδιότητα του
νόμιμου ελεγκτή
ή κύριου
ελεγκτικού
εταίρου στην
ελεγκτική αποστολή: α) ανάληψη
βασικής
διευθυντικής
θέσης στην
ελεγχόμενη
οντότητα· β) συμμετοχή
ως μέλος στην
ελεγκτική
επιτροπή της ελεγχόμενης
οντότητας και,
στην περίπτωση
που δεν
υφίσταται
τέτοια
επιτροπή, του
οργάνου που
εκτελεί
καθήκοντα
ισοδύναμα με
αυτά της ελεγκτικής
επιτροπής· γ) συμμετοχή
ως μη
εκτελεστικό
μέλος στο
διοικητικό
συμβούλιο ή ως
μέλος στο
εποπτικό
συμβούλιο της
ελεγχόμενης
οντότητας. 2. Οι
υπάλληλοι του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντότητας δημοσίου
συμφέροντος,
καθώς και
οποιοδήποτε
άλλο φυσικό
πρόσωπο, οι
υπηρεσίες του
οποίου
τίθενται στη
διάθεση ή υπό
τον έλεγχο του
εν λόγω
ελεγκτή ή γραφείου,
δεν
αναλαμβάνουν,
στην περίπτωση
που οι εν λόγω
υπάλληλοι ή
άλλα φυσικά
πρόσωπα έχουν
λάβει
προσωπικά
άδεια ως νόμιμοι
ελεγκτές,
οποιαδήποτε
από τα
καθήκοντα που
αναφέρονται
στα στοιχεία α),
β) και γ) της
παραγράφου 1, πριν
από το πέρας
περιόδου
τουλάχιστον ενός
έτους από την
άμεση
συμμετοχή τους
σε δραστηριότητες
υποχρεωτικού
ελέγχου. Άρθρο 9 Αμοιβές
ελέγχου 1. Οι
αμοιβές για τη
διενέργεια
υποχρεωτικών
ελέγχων σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
δεν είναι αμοιβές
υπό αίρεση. Για τους
σκοπούς του
πρώτου εδαφίου,
αμοιβές υπό
αίρεση είναι
οι αμοιβές για
αποστολές
ελέγχου που
υπολογίζονται
σε
προκαθορισμένη
βάση σχετικά
με το
αποτέλεσμα ή
την έκβαση
μιας συναλλαγής
ή το
αποτέλεσμα του
εκτελούμενου
έργου. Οι
αμοιβές δεν
θεωρούνται ότι
είναι υπό
αίρεση εάν
έχουν καθοριστεί
από δικαστήριο
ή αρμόδια αρχή. 2. Όταν
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παρέχει
στην
ελεγχόμενη
οντότητα
υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου, όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 10
παράγραφος 2, οι
αμοιβές για
τις εν λόγω
υπηρεσίες
περιορίζονται
στο 10% το πολύ των
αμοιβών που
καταβάλλει η
ελεγχόμενη
οντότητα για
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο. 3. Όταν
το σύνολο των
αμοιβών που
καταβάλλονται
από μια
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
υποκείμενη σε
υποχρεωτικό
έλεγχο
αντιστοιχούν
είτε σε ποσοστό
άνω του 20% ή σε
ποσοστό άνω
του 15%, για δύο
διαδοχικά έτη,
του συνόλου
των ετήσιων
αμοιβών που
λαμβάνονται
από το νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο, ο εν
λόγω ελεγκτής
ή το γραφείο
γνωστοποιεί
στην ελεγκτική
επιτροπή το
γεγονός ότι το
σύνολο των εν
λόγω αμοιβών
αντιστοιχεί σε
ποσοστό άνω
του 20% ή 15%, κατά
περίπτωση, του
συνόλου των
αμοιβών που
λαμβάνει το
γραφείο και
πραγματοποιούνται
οι συζητήσεις
που
προβλέπονται
στο άρθρο 11
παράγραφος 4
στοιχείο δ). Η
ελεγκτική
επιτροπή εξετάζει
εάν η αποστολή
ελέγχου θα
υποβληθεί σε έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας
από άλλο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο πριν
από την έκδοση
της έκθεσης
ελέγχου. Όταν το
σύνολο των
αμοιβών που
καταβάλλονται
από μια
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
υποκείμενη σε
υποχρεωτικό
έλεγχο
αντιστοιχούν,
για δύο διαδοχικά
έτη, σε ποσοστό
ίσο ή
μεγαλύτερο του
15% του συνόλου
των ετήσιων
αμοιβών που
λαμβάνονται
από τον νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο, ο
ελεγκτής ή το
γραφείο πληροφορεί
την αρμόδια
αρχή που
αναφέρεται στο
άρθρο 35 παράγραφος
1 για την
κατάσταση
αυτή. Η αρμόδια
αρχή που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
αποφασίζει με
βάση
αντικειμενική
αιτιολόγηση
παρεχόμενη από
τον νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο κατά πόσο
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο της εν
λόγω οντότητας
μπορεί να
εξακολουθήσει
να διενεργεί
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο για
πρόσθετο διάστημα
που οπωσδήποτε
δεν είναι
μακρύτερο των
δύο ετών. Στην
περίπτωση που
η ελεγχόμενη
οντότητα
εξαιρείται της
υποχρέωσης
διατήρησης
ελεγκτικής
επιτροπής, η ελεγχόμενη
οντότητα
αποφασίζει
ποιο όργανο ή
σώμα της
οντότητας θα
ασχοληθεί με
το νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο για
τους σκοπούς
της εκπλήρωσης
των
υποχρεώσεων
της παρούσας
παραγράφου. Άρθρο 10 Απαγόρευση
παροχής μη
ελεγκτικών
υπηρεσιών 1. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου συμφέροντος
μπορεί να
παρέχει στην
ελεγχόμενη οντότητα,
στη μητρική
επιχείρησή της
ή στις ελεγχόμενες
επιχειρήσεις
της υπηρεσίες
υποχρεωτικού
ελέγχου και
υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου. Στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής
ανήκει σε δίκτυο,
ένα μέλος του
δικτύου μπορεί
να παρέχει στην
ελεγχόμενη
οντότητα, στη
μητρική
επιχείρησή της
ή στις
ελεγχόμενες
επιχειρήσεις της
εντός της
Ένωσης
υπηρεσίες
υποχρεωτικού
ελέγχου ή
υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου. 2. Για
τους σκοπούς
του παρόντος
άρθρου, ως
υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου
νοούνται: α) ο
έλεγχος ή η
εξέταση των
ενδιάμεσων
οικονομικών καταστάσεων· β) η
παροχή
εγγυήσεων για
τις δηλώσεις
εταιρικής διακυβέρνησης·
γ) η
παροχή
εγγυήσεων για
ζητήματα
εταιρικής
κοινωνικής
ευθύνης· δ) η
παροχή
εγγυήσεων ή η
πιστοποίηση
της υποβολής εκθέσεων
στο πλαίσιο
ρυθμίσεων προς
τις ρυθμιστικές
αρχές των
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων
πέραν του
πεδίου του
υποχρεωτικού
ελέγχου, οι
οποίες έχουν
σχεδιαστεί
ώστε να υποστηρίζουν
τις
ρυθμιστικές
αρχές στην
εκπλήρωση του
ρόλου τους,
όπως εκθέσεις
σχετικά με τις
κεφαλαιακές
απαιτήσεις ή
συγκεκριμένους
δείκτες φερεγγυότητας
που προσδιορίζουν
πόσο πιθανό
είναι για μια
επιχείρηση να
συνεχίσει να
πληροί τις
δανειακές της
υποχρεώσεις· ε) η
παροχή
πιστοποίησης
για συμμόρφωση
με τις φορολογικές
απαιτήσεις,
όταν η
πιστοποίηση
αυτή επιβάλλεται
από το εθνικό
δίκαιο· στ) οποιοδήποτε
άλλο νόμιμο
καθήκον που
συνδέεται με
το ελεγκτικό
έργο που
επιβάλλει η
νομοθεσία της
Ένωσης στο
νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό
γραφείο. 3. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου συμφέροντος
δεν παρέχει
άμεσα ή έμμεσα στην
ελεγχόμενη
οντότητα, στη
μητρική
επιχείρησή της
ή στις
ελεγχόμενες
επιχειρήσεις
της μη ελεγκτικές
υπηρεσίες. Στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής
ανήκει σε δίκτυο,
κανένα μέλος
του δικτύου
δεν παρέχει
στην ελεγχόμενη
οντότητα, στη
μητρική επιχείρησή
της ή στις
ελεγχόμενες
επιχειρήσεις
της εντός της
Ένωσης τυχόν
μη ελεγκτικές
υπηρεσίες. Για τους
σκοπούς του
παρόντος
άρθρου, ως μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες
νοούνται: α) υπηρεσίες
που οπωσδήποτε
συνεπάγονται
σύγκρουση
συμφερόντων: (i) υπηρεσίες
εμπειρογνωμόνων
άσχετες με τον
έλεγχο, φοροτεχνικές
συμβουλές, γενική
διοίκηση και
λοιπές συμβουλευτικές
υπηρεσίες· (ii) τήρηση
βιβλίων και
κατάρτιση
λογαριασμών
και
οικονομικών
καταστάσεων· (iii) σχεδιασμός
και υλοποίηση
διαδικασίας
εσωτερικού
ελέγχου ή
διαχείρισης
κινδύνου σε
σχέση με την
κατάρτιση
και/ή τον έλεγχο
των
οικονομικών
πληροφοριών
που περιλαμβάνονται
στις
οικονομικές
καταστάσεις
και συμβουλές
για την
επικινδυνότητα· (iv) υπηρεσίες
αποτίμησης,
γνωμοδοτήσεις
σχετικά με την
αξιοπιστία ή
παροχή
εκθέσεων για
τις εισφορές
σε είδος· (v) αναλογιστικές
και νομικές
υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης
της επίλυσης
διαφορών· (vi)
σχεδιασμός και
υλοποίηση
τεχνολογικών
συστημάτων
χρηματοοικονομικών
πληροφοριών
για οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
όπως
αναφέρονται
στο άρθρο 2
παράγραφος 13
στοιχεία β) έως ι)
της οδηγίας 2006/43/ΕΚ· (vii) συμμετοχή
στον εσωτερικό
έλεγχο του
πελάτη που υπόκειται
σε έλεγχο και
παροχή
υπηρεσιών
σχετικών με τη
λειτουργία
εσωτερικού
ελέγχου· (viii) υπηρεσίες
μεσίτη ή
αντιπροσώπου,
επενδυτικού συμβούλου
ή υπηρεσίες
επενδυτικής
τραπεζικής. β) υπηρεσίες
που μπορεί να
συνεπάγονται
σύγκρουση συμφερόντων: (i) υπηρεσίες
διαχείρισης
ανθρώπινου
δυναμικού, συμπεριλαμβανομένης
της πρόσληψης
ανώτερων διοικητικών
στελεχών· (ii) παροχή
επιστολών
υποστήριξης
για επενδυτές
στο πλαίσιο
της έκδοσης
χρεογράφων μιας
επιχείρησης· (iii)
σχεδιασμός και
υλοποίηση
τεχνολογικών
συστημάτων
χρηματοοικονομικών
πληροφοριών
για οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
όπως
αναφέρονται
στο άρθρο 2
παράγραφος 13
στοιχείο α) της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ· (iv) υπηρεσίες
δέουσας
επιμέλειας
στον πωλητή ή
τον αγοραστή
σε περιπτώσεις
ενδεχόμενων
συγχωνεύσεων ή
εξαγορών, και
παροχή
εγγυήσεων για
την ελεγχόμενη
οντότητα σε
άλλα μέρη μιας
χρηματοοικονομικής
ή εταιρικής
συναλλαγής. Κατά
παρέκκλιση από
το πρώτο και
δεύτερο εδάφιο,
οι υπηρεσίες
που
αναφέρονται
στο στοιχείο β)(iii)
και (iv) μπορεί να
παρέχονται από
τον νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο, υπό
τον όρο
προηγούμενης
έγκρισης από
την αρμόδια
αρχή που
αναφέρεται στο
άρθρο 35
παράγραφος 1. Κατά
παρέκκλιση από
το πρώτο και
δεύτερο
εδάφιο, οι
υπηρεσίες που
αναφέρονται
στο στοιχείο β)(i) και (ii) μπορεί
να παρέχονται
από τον νόμιμο
ελεγκτή ή το ελεγκτικό
γραφείο, υπό
τον όρο
προηγούμενης
έγκρισης από
την ελεγκτική
επιτροπή όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 31 του
παρόντος
κανονισμού. 4. Όταν
ένα μέλος του
δικτύου στο
οποίο ανήκει ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο μιας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
παρέχει μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες σε
μια επιχείρηση
συσταθείσα σε
τρίτη χώρα που
βρίσκεται υπό
τον έλεγχο της
ελεγχόμενης
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος, ο
οικείος νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
οφείλει να αξιολογήσει
εάν η
ανεξαρτησία
του μπορεί να
διακινδυνεύσει
από την εν λόγω
παροχή υπηρεσιών
από το μέλος
του δικτύου. Εάν όντως
επηρεάζεται η
ανεξαρτησία
του, ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
οφείλει να
εφαρμόσει
ασφαλιστικές
δικλείδες ώστε
να περιορίσει
τους κινδύνους
που
προκαλούνται
από την εν λόγω
παροχή
υπηρεσιών σε
τρίτη χώρα. Ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο μπορεί
να συνεχίσει
να διενεργεί
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο της
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
μόνο εάν μπορεί
να
αιτιολογήσει,
σύμφωνα με το
άρθρο 11, ότι η εν
λόγω παροχή
υπηρεσιών δεν
επηρεάζει την
επαγγελματική
κρίση του και
την έκθεση ελέγχου. Η
συμμετοχή στη
διαδικασία
λήψης
αποφάσεων της
ελεγχόμενης
οντότητας και
η παροχή των
υπηρεσιών που
αναφέρονται
στα σημεία (ii) και
(iii) της
παραγράφου 3α) θεωρείται
ότι οπωσδήποτε
επηρεάζουν την
εν λόγω ανεξαρτησία. Η παροχή
των υπηρεσιών
που αναφέρονται
στα σημεία (i) και (iv)
έως (viii) της
παραγράφου 3α)
τεκμαίρεται
ότι επηρεάζουν
την εν λόγω
ανεξαρτησία. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο μπορεί
να
διαβουλευθεί
με την αρμόδια
αρχή για να
λάβει τη γνώμη
της επί του
θέματος. 5. Στην
περίπτωση που
ένα ελεγκτικό
γραφείο
αποκομίζει
πάνω από το ένα
τρίτο των
ετήσιων εσόδων
ελέγχου του
από μεγάλες
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
και ανήκει σε
δίκτυο του
οποίου τα μέλη
έχουν,
συνδυαστικά,
ετήσια έσοδα
ελέγχου που
υπερβαίνουν τα
1.500 εκατομμύρια ευρώ
εντός της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης,
συμμορφώνεται
με τις κάτωθι
προϋποθέσεις: α) δεν
παρέχει άμεσα
ή έμμεσα σε
οποιαδήποτε
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες· β) δεν
ανήκει σε
δίκτυο που
παρέχει μη
ελεγκτικές υπηρεσίες
εντός της
Ένωσης· γ) οποιαδήποτε
οντότητα που
παρέχει τις
υπηρεσίες της
παραγράφου 3
δεν κατέχει
άμεσα ή έμμεσα
ποσοστό άνω
του 5% του
κεφαλαίου ή
των
δικαιωμάτων
ψήφου του
ελεγκτικού
γραφείου· δ) οι
οντότητες που
παρέχουν τις
υπηρεσίες της
παραγράφου 3 δεν
κατέχουν μαζί, άμεσα
ή έμμεσα,
ποσοστό άνω
του 10% του
κεφαλαίου ή
των
δικαιωμάτων ψήφου
του ελεγκτικού
γραφείου· ε) το εν
λόγω ελεγκτικό
γραφείο
οφείλει να μην
κατέχει άμεσα
ή έμμεσα
ποσοστό άνω
του 5% του
κεφαλαίου ή των
δικαιωμάτων
ψήφου
οποιασδήποτε
οντότητας που
παρέχει τις
υπηρεσίες της
παραγράφου 3. 6. Η
Επιτροπή έχει
τη δυνατότητα
να εκδίδει κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις
σύμφωνα με το
άρθρο 68 για την προσαρμογή
του καταλόγου
των υπηρεσιών
συναφούς δημοσιονομικού
ελέγχου της
παραγράφου 2
και του καταλόγου
των μη ελεγκτικών
υπηρεσιών της
παραγράφου 3
του άρθρου
αυτού. Κατά την
άσκηση των εν
λόγω εξουσιών,
η Επιτροπή λαμβάνει
υπόψη τις
εξελίξεις στον
έλεγχο και το
ελεγκτικό
επάγγελμα. Άρθρο 11 Προετοιμασία
του
υποχρεωτικού
ελέγχου και
αξιολόγηση των
απειλών για
την ανεξαρτησία 1. Πριν
αποδεχθεί ή
συνεχίσει μια
αποστολή
υποχρεωτικού
ελέγχου μιας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο αξιολογεί
και
τεκμηριώνει τα
εξής: –
εάν
συμμορφώνεται
με τις
απαιτήσεις
εσωτερικής οργάνωσης
του άρθρου 6· –
εάν
συμμορφώνεται
με τις
απαιτήσεις των
άρθρων 7, 9 και 10· –
εάν
διαθέτει τους
κατάλληλους
υπαλλήλους,
χρόνο και
πόρους για να
διενεργήσει
σωστά τον
έλεγχο· –
στην
περίπτωση
ελεγκτικού
γραφείου, εάν ο
κύριος ελεγκτικός
εταίρος έχει
λάβει άδεια
νόμιμου ελεγκτή
στο κράτος
μέλος όπου
πρέπει να
διενεργηθεί ο
υποχρεωτικός
έλεγχος· –
εάν
πληρούνται οι
προϋποθέσεις
του άρθρου 33· –
με την
επιφύλαξη της
οδηγίας 2005/60/ΕΚ,
την ακεραιότητα
της οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος. 2. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο αξιολογεί
επίσης εάν
υφίστανται
απειλές για
την ανεξαρτησία
του. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο δεν
διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο όταν
υφίσταται
οποιαδήποτε
άμεση ή έμμεση
οικονομική,
επιχειρηματική,
εργασιακή ή
άλλη σχέση
μεταξύ του
νομίμου ελεγκτή,
του ελεγκτικού
γραφείου ή του
δικτύου και
της ελεγχόμενης
οντότητας
εξαιτίας της
οποίας ένας αντικειμενικός,
συνετός και
ενημερωμένος
τρίτος θα
κατέληγε στο
συμπέρασμα ότι
διακυβεύεται η
ανεξαρτησία
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου. Όταν η ανεξαρτησία
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου
απειλείται από
καταστάσεις
όπως αυτοέλεγχος
ή ίδιο
συμφέρον, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο δεν
διενεργεί τον
υποχρεωτικό έλεγχο. Όταν η
ανεξαρτησία
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου
απειλείται από
καταστάσεις
όπως ιδιότητα
συνηγόρου,
οικειότητα,
εμπιστοσύνη ή
εκφοβισμός, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
γραφείο
εφαρμόζει διασφαλίσεις
προκειμένου να
περιορίζει
τους κινδύνους.
Εάν η έκταση
των κινδύνων
συγκρινόμενη
με τις
εφαρμοζόμενες
διασφαλίσεις
είναι τέτοια
ώστε να
κινδυνεύει η
ανεξαρτησία
του, ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό γραφείο
δεν διενεργεί
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο. 3. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο τηρεί
αρχεία των
αξιολογήσεων
που
αναφέρονται
στις παραγράφους
1 και 2 και
καταγράφει στα
έγγραφα
εργασίας του
ελέγχου όλους
τους
σημαντικούς
κινδύνους για
την ανεξαρτησία
του, καθώς και
τις
διασφαλίσεις
που εφαρμόστηκαν
προς
περιορισμό των
κινδύνων. 4 Ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο: α) επιβεβαιώνει
σε ετήσια βάση
εγγράφως την
ανεξαρτησία
του από την
ελεγχόμενη
οντότητα στην
ελεγκτική
επιτροπή· β) επιβεβαιώνει
σε ετήσια βάση
εγγράφως στην
ελεγκτική
επιτροπή τα
ονόματα των
ελεγκτικών
εταίρων, των
ανώτερων
διοικητικών
στελεχών και
του διευθυντή
της βασικής
ομάδας που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο,
πιστοποιώντας
ότι δεν
υφίσταται
σύγκρουση
συμφερόντων· γ) ζητά
άδεια από την
ελεγκτική
επιτροπή για
την παροχή
προς την
ελεγχόμενη
οντότητα μη
ελεγκτικών υπηρεσιών
όπως
αναφέρονται
στο άρθρο 10
παράγραφος 3
στοιχείο β)(i) και
(ii)· δ) ζητά
άδεια από την
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1 για
την παροχή
προς την
ελεγχόμενη
οντότητα μη ελεγκτικών
υπηρεσιών όπως
αναφέρονται
στο άρθρο 10 παράγραφος
3 στοιχείο β)(iii) και
(iv)· ε) συζητά
με την
ελεγκτική επιτροπή
τους κινδύνους
για την
ανεξαρτησία
του και τις
διασφαλίσεις
που εφαρμόζει
για τον
περιορισμό των
κινδύνων
αυτών, όπως
καταγράφονται
σύμφωνα με την
παράγραφο 3. Στις
περιπτώσεις
που η
ελεγχόμενη
οντότητα εξαιρείται
της υποχρέωσης
διατήρησης
ελεγκτικής
επιτροπής, η
ελεγχόμενη
οντότητα
αποφασίζει το σώμα
ή το όργανο της
οντότητας που
θα εκτελεί τα καθήκοντα
που
ανατίθενται
στην ελεγκτική
επιτροπή στην
παρούσα
παράγραφο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
II ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ
ΑΠΟΡΡΗΤΟ Άρθρο 12 Εμπιστευτικότητα
και
επαγγελματικό
απόρρητο Οι
νόμιμοι
ελεγκτές ή τα
ελεγκτικά
γραφεία, συμπεριλαμβανομένων
όσων έχουν
παύσει να
συμμετέχουν σε
μια
συγκεκριμένη
ελεγκτική
αποστολή και
των πρώην
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων, δεν
επικαλούνται
τους κανόνες
περί τήρησης
της
εμπιστευτικότητας
και του
επαγγελματικού
απορρήτου που
αναφέρονται
στο άρθρο 23
παράγραφος 1
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ για να
εμποδίζουν την
εφαρμογή των
διατάξεων του
παρόντος
κανονισμού. Άρθρο 13 Γνωστοποίηση
σε ελεγκτές
τρίτης χώρας
και σε αρχές
τρίτης χώρας 1. Στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
που είναι
μέλος ομίλου
επιχειρήσεων,
η μητρική του
οποίου είναι
εγκατεστημένη
σε τρίτη χώρα,
οι κανόνες
προστασίας της
εμπιστευτικότητας
και του
επαγγελματικού
απορρήτου που
αναφέρονται
στο άρθρο 23
παράγραφος 1
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ δεν
εμποδίζουν τη
διαβίβαση από
το νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο
αποδεικτικών
εγγράφων του
ελέγχου που
έχει
διενεργηθεί
στον ελεγκτή
ομίλου που
είναι
εγκατεστημένος
σε τρίτη χώρα, εάν
τα εν λόγω
αποδεικτικά
έγγραφα είναι
αποκλειστικά
απαραίτητα για
την
προετοιμασία
του ελέγχου
των
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων της
μητρικής
επιχείρησης. Η
διαβίβαση
πληροφοριών
στον ελεγκτή
ομίλου που
είναι
εγκατεστημένος
σε τρίτη χώρα
είναι σύμμορφη
προς το
κεφάλαιο IV της
οδηγίας 95/46/ΕΚ
και τους
ισχύοντες
εθνικούς
κανόνες για
την προστασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα. 2. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
που έχει
εκδώσει
χρεόγραφα σε
τρίτη χώρα ή
που αποτελεί
μέλος ομίλου
που εκδίδει
επίσημες
ενοποιημένες οικονομικές
καταστάσεις σε
τρίτη χώρα μπορεί
να διαβιβάζει
τα έγγραφα
εργασίας του
ελέγχου ή άλλα
έγγραφα σχετικά
με τον έλεγχο
της οντότητας
αυτής που
κατέχει στις
αρμόδιες αρχές
της εν λόγω
τρίτης χώρας
μόνο υπό τις
προϋποθέσεις
του άρθρου 47 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
III ΕΚΤΕΛΕΣΗ
ΤΟΥ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΥ
ΕΛΕΓΧΟΥ Άρθρο 14 Αντικείμενο
του
υποχρεωτικού
ελέγχου 1. Κατά
τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
λαμβάνει τα
απαραίτητα
μέτρα ώστε να
σχηματίζει
γνώμη σχετικά
με το εάν οι ετήσιες
ή οι
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις της
οντότητας δημοσίου
συμφέροντος
παρουσιάζουν
αληθινή και αξιόπιστη
εικόνα σύμφωνα
με το σχετικό
πλαίσιο χρηματοοικονομικής
αναφοράς και,
κατά
περίπτωση, εάν
οι εν λόγω
ετήσιες ή
ενοποιημένες
οικονομικές καταστάσεις
συμμορφώνονται
με τις
ρυθμιστικές απαιτήσεις
που αναφέρονται
στο άρθρο 22. Τα εν λόγω
μέτρα
περιλαμβάνουν
τουλάχιστον
τις απαιτήσεις
των άρθρων 15 έως
20. Η γνώμη
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου
εκφράζεται
σύμφωνα με τα
άρθρα 21 έως 25. 2. Με
την επιφύλαξη
των απαιτήσεων
αναφοράς που
αναφέρονται
στα άρθρα 22 και 23,
το αντικείμενο
του
υποχρεωτικού ελέγχου
δεν
περιλαμβάνει
εγγυήσεις
σχετικά με τη
μελλοντική
βιωσιμότητα
της
ελεγχόμενης
οντότητας ή
την
αποδοτικότητα
ή
αποτελεσματικότητα
με την οποία το
διαχειριστικό
ή διοικητικό
όργανο έχει
διενεργήσει ή
διενεργεί τις
υποθέσεις της
οντότητας. Άρθρο 15 Επαγγελματικός
προβληματισμός Κατά τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου μιας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος, ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο
διατηρεί τον
επαγγελματικό
του προβληματισμό
καθ’ όλη τη
διάρκεια του
ελέγχου,
αναγνωρίζοντας
την πιθανότητα
ύπαρξης
ουσιώδους
ανακρίβειας
λόγω γεγονότων
ή συμπεριφοράς
που φανερώνουν
παρατυπίες,
συμπεριλαμβανομένης
της περίπτωσης
απάτης ή
σφάλματος, με
την επιφύλαξη
της εμπειρίας
που έχει
αποκομίσει στο
παρελθόν ο
ελεγκτής ή το
γραφείο
σχετικά με την
ειλικρίνεια
και την
ακεραιότητα
της διοίκησης
της
ελεγχόμενης
οντότητας και
των προσώπων
που έχουν
επιφορτιστεί
με τη
διακυβέρνησή
της. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο επιδεικνύουν
επαγγελματικό προβληματισμό
ιδίως κατά τον
έλεγχο των
εκτιμήσεων της
διοίκησης
σχετικά με την
εύλογη αξία
και την
απομείωση της
υπεραξίας και
άλλες άυλες
και
μελλοντικές
ταμειακές ροές
σχετικά με το
ζήτημα της
συνεχιζόμενης
δραστηριότητας. Για τους
σκοπούς του
παρόντος άρθρου,
ως
«επαγγελματικός
προβληματισμός»
νοείται η
συμπεριφορά
που
περιλαμβάνει
διάθεση
αμφισβήτησης,
επαγρύπνηση
απέναντι σε
συνθήκες που
ενδέχεται να
υποδεικνύουν
πιθανή
ανακρίβεια
λόγω σφάλματος
ή απάτης και
κριτική
αξιολόγηση των
αποδεικτικών
εγγράφων του
ελέγχου. Άρθρο 16 Οργάνωση
του έργου 1. Όταν
ο υποχρεωτικός
έλεγχος μιας
οντότητας δημοσίου
συμφέροντος
διενεργείται
από ελεγκτικό
γραφείο, το
ελεγκτικό
γραφείο ορίζει
τουλάχιστον έναν
κύριο
ελεγκτικό
εταίρο. Το
ελεγκτικό
γραφείο παρέχει
στο(στους) διορισμένο(-ους)
ελεγκτικό(-ούς)
εταίρο(-ους)
επαρκείς πόρους
για να
εκτελεί(-ούν) τα
καθήκοντά
του(τους) κατά
το δέοντα
τρόπο. Η
διασφάλιση της
ποιότητας του
ελέγχου, η
ανεξαρτησία
και η επάρκεια
αποτελούν τα
κύρια κριτήρια
που
χρησιμοποιεί
το ελεγκτικό
γραφείο για
την επιλογή
του(των)
κύριου(-ων)
ελεγκτικού(-ών)
εταίρου(-ων) που
θα
διοριστεί(-ούν). Ο(Οι)
διορισμένος(-οι)
ελεγκτικός(-οί)
εταίρος(-οι) συμμετέχει(-ουν)
ενεργά στη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου. 2. Όταν
ο υποχρεωτικός
έλεγχος μιας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
διενεργείται
από νόμιμο
ελεγκτή, αυτός
αφιερώνει
επαρκή χρόνο
στην αποστολή
του και
αναθέτει
επαρκείς
πόρους στους
υπαλλήλους του
για την άσκηση
των καθηκόντων
του κατά τον
δέοντα τρόπο. 3. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο τηρεί
αρχεία των
περιπτώσεων
κατά τις
οποίες οι υπάλληλοί
του δεν
συμμορφώθηκαν
με τον παρόντα
κανονισμό.
Επίσης τηρεί
αρχείο με
οποιεσδήποτε
συνέπειες των
εν λόγω
περιπτώσεων μη
συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων
των μέτρων που
έλαβε για τους
υπαλλήλους αυτούς
και για την
τροποποίηση
του εσωτερικού
συστήματος
διασφάλισης
ποιότητας. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
καταρτίζει
ετήσια έκθεση
με την
επισκόπηση
τυχόν μέτρων
που έχουν
ληφθεί και την
κοινοποιεί
στους
υπαλλήλους
του. Όταν ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
απευθύνεται σε
εξωτερικούς
εμπειρογνώμονες
για την παροχή
συμβουλών, καταγράφει
το σχετικό
αίτημα και τις
συμβουλές που έλαβε.
4. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο διατηρεί
μητρώο με τους
λογαριασμούς
των πελατών. Το
εν λόγω μητρώο
περιλαμβάνει
τα ακόλουθα
δεδομένα για κάθε
πελάτη
υποβληθέντα σε
έλεγχο: α) το
ονοματεπώνυμο,
τη διεύθυνση
και την
επιχειρηματική
έδρα· β) στην
περίπτωση
ελεγκτικού
γραφείου,
τον(τους) κύριο(-ους)
ελεγκτικό(-ούς)
εταίρο(-ους)∙ γ) τις
αμοιβές που χρεώθηκαν
για τον
υποχρεωτικό
έλεγχο και τις
αμοιβές που
χρεώθηκαν για
άλλες
υπηρεσίες σε
οποιαδήποτε
οικονομική
χρήση. 5. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο καταρτίζει
φάκελο ελέγχου
για κάθε
υποχρεωτικό
έλεγχο που
διενεργεί. Ο
φάκελος
ελέγχου περιέχει
τουλάχιστον τα
ακόλουθα
δεδομένα και
έγγραφα, είτε
σε έντυπη είτε
σε ηλεκτρονική
μορφή: α) τη
σύμβαση μεταξύ
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου και
της
ελεγχόμενης
οντότητας, καθώς
και τυχόν
τροποποιήσεις
αυτής· β) την
αλληλογραφία
με την ελεγχόμενη
οντότητα σε
σχέση με τον
υποχρεωτικό έλεγχο· γ) ένα
σχέδιο ελέγχου
που ορίζει το
πιθανό
αντικείμενο
και τη μέθοδο
εκτέλεσης του
υποχρεωτικού
ελέγχου· δ) περιγραφή
της φύσης και
της έκτασης
των διενεργούμενων
δραστηριοτήτων
ελέγχου· ε) τις
ημερομηνίες
έναρξης και
λήξης των
φάσεων των
διαδικασιών
ελέγχου που
ορίζονται στο
σχέδιο
ελέγχου· στ) τα
κύρια ευρήματα
των
διενεργούμενων
διαδικασιών
ελέγχου· ζ) τα
συμπεράσματα
που εξήχθησαν
από τα
ευρήματα που
αναφέρονται
στο στοιχείο
στ)∙ η) τη
γνώμη του νόμιμου
ελεγκτή ή του
κύριου
ελεγκτικού
εταίρου όπως
καταγράφεται
στα προσχέδια
των εκθέσεων
που αναφέρονται
στα άρθρα 22 και
23∙ θ) τα
δεδομένα που
καταγράφονται
σύμφωνα με το
άρθρο 11
παράγραφος 3, το
άρθρο 16
παράγραφος 3, τα
άρθρα 17 και 18 και
το άρθρο 19
παράγραφος 6∙ ι) άλλα
συναφή
δεδομένα και
έγγραφα που
έχουν σημασία
για την
υποστήριξη των
εκθέσεων που
αναφέρονται
στα άρθρα 22 και 23
και για την
παρακολούθηση
της συμμόρφωσης
με τον παρόντα
κανονισμό και
άλλες ισχύουσες
νομικές
απαιτήσεις. Ο φάκελος ελέγχου
κλείνει εντός
δύο μηνών από
την ημερομηνία
υπογραφής της
έκθεσης
ελέγχου που
αναφέρεται στο
άρθρο 22. 6. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο τηρεί
αρχείο
οποιωνδήποτε
καταγγελιών
σχετικά με την
εκτέλεση των
υποχρεωτικών
ελέγχων. Άρθρο 17 Ακεραιότητα
της αγοράς 1. Στην
περίπτωση που
λαμβάνει χώρα
συμβάν το
οποίο έχει ή μπορεί
να έχει
σοβαρές
συνέπειες στην
ακεραιότητα
των δραστηριοτήτων
υποχρεωτικού
ελέγχου
νόμιμου ελεγκτή
ή ελεγκτικού
γραφείου, ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο: α) καταγράφει
το συμβάν στο
αρχείο του· β) λαμβάνει
κατάλληλα
μέτρα ώστε να
διαχειριστεί
τις συνέπειες
του συμβάντος
και να
προλάβει τυχόν
επανάληψή του· γ) ενημερώνει
την αρμόδια
αρχή που
αναφέρεται στο
άρθρο 35
παράγραφος 1
σχετικά με το
συμβάν. Το αρχείο
που αναφέρεται
στο στοιχείο α)
του πρώτου
εδαφίου περιλαμβάνει
τα γεγονότα
και τις
συνθήκες του
συμβάντος,
πληροφορίες
για το
εμπλεκόμενο
πρόσωπο ή πρόσωπα
και στοιχεία
σχετικά με τα
μέτρα που
έχουν ληφθεί
σύμφωνα με το
στοιχείο β) του
παρόντος εδαφίου. 2. Με
την επιφύλαξη
της οδηγίας
2005/60/ΕΚ, στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που διενεργεί
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο μιας
οντότητας δημοσίου
συμφέροντος
υποπτεύεται ή
έχει βάσιμους
λόγους να
υποπτεύεται
ότι έχουν
λάβει χώρα ή έχει
επιχειρηθεί να
λάβουν χώρα
γεγονότα ή
συμπεριφορές
που φανερώνουν
παρατυπίες,
συμπεριλαμβανομένης
της περίπτωσης
απάτης σχετικά
με τις
οικονομικές καταστάσεις
της
ελεγχόμενης
οντότητας,
ενημερώνει την
ελεγχόμενη
οντότητα και
την καλεί να
διερευνήσει το
ζήτημα καθώς
και να λάβει
κατάλληλα
μέτρα για την
αντιμετώπιση
των εν λόγω
παρατυπιών και
για την
πρόληψη τυχόν
επανάληψής
τους στο
μέλλον. Στην
περίπτωση που
η ελεγχόμενη
οντότητα δεν
διερευνά το
ζήτημα ή δεν
λαμβάνει μέτρα
ή στην περίπτωση
που ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
πιστεύει ότι
τα ληφθέντα από
την ελεγχόμενη
οντότητα μέτρα
δεν επαρκούν για
την
αντιμετώπιση
των εν λόγω
παρατυπιών, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
ενημερώνει τις
αρμόδιες αρχές
που εποπτεύουν
οντότητες δημοσίου
συμφέροντος
σχετικά με τις
εν λόγω
παρατυπίες. Η
καλόπιστη
γνωστοποίηση
στις αρμόδιες
αρχές, από το
νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό
γραφείο, γεγονότων
που
αναφέρονται
στο πρώτο
εδάφιο δεν
αποτελεί
παράβαση
συμβατικού ή
νομικού
περιορισμού στην
γνωστοποίηση
πληροφοριών
και δεν
συνεπάγεται
καμία ευθύνη
των προσώπων αυτών.
Άρθρο 18 Έλεγχος
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων 1 Στην
περίπτωση
υποχρεωτικού
ελέγχου
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
ενός ομίλου
επιχειρήσεων,
η μητρική
επιχείρηση του
οποίου είναι
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος, ο
ελεγκτής του
ομίλου: α) ευθύνεται
πλήρως για την
έκθεση ελέγχου
που αναφέρεται
στο άρθρο 22 και
τη
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή που
αναφέρεται στο
άρθρο 23 σε σχέση
με τις
ενοποιημένες
οικονομικές καταστάσεις· β) καταγράφει
αποδείξεις του
ελεγκτικού
έργου που εκτέλεσε(-αν)
ο(οι)
ελεγκτής(-ές)
τρίτης χώρας ή
ο(οι) νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές), ή
η(οι)
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες)
τρίτης χώρας ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) για
τους σκοπούς
του ελέγχου
του ομίλου· γ) επιβλέπει
και διατηρεί
αποδείξεις για
την εκ μέρους
του επίβλεψη
του έλεγχου
που
διενήργησε(-αν)
ο(οι)
ελεγκτής(-ές)
τρίτης χώρας ή
ο(οι) νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές), ή
η(οι)
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες)
τρίτης χώρας ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) για
τους σκοπούς
του ελέγχου
του ομίλου. Οι
αποδείξεις που
διατηρεί ο
ελεγκτής του
ομίλου επιτρέπουν
στην αρμόδια
αρχή να
ελέγχει
καταλλήλως το
έργο του. Για τον
σκοπό του
στοιχείου γ)
του πρώτου
εδαφίου, ο
ελεγκτής
ομίλου
εξασφαλίζει τη
συμφωνία
του(των)
ελεγκτή(-ών)
τρίτης χώρας,
του(των)
νόμιμου(-ων) ελεγκτή(-ών),
της(των)
ελεγκτικής(-ών)
οντότητας(-ων) ή
του(των)
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων)
τρίτης χώρας
για τη
διαβίβαση των
σχετικών
καταγεγραμμένων
στοιχείων κατά
τη διενέργεια
του ελέγχου
των ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
ως προϋπόθεση για
να μπορεί ο
ελεγκτής
ομίλου να
βασίζεται στο έργο
του(των) εν λόγω
ελεγκτή(-ών)
τρίτης χώρας,
νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών),
ελεγκτικής(-ών)
οντότητας(-ων) ή
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων)
τρίτης χώρας. 2. Στην
περίπτωση που
ο ελεγκτής
ομίλου δεν
είναι σε θέση
να
συμμορφώνεται
με το στοιχείο
γ) του πρώτου εδαφίου
της παραγράφου
1, λαμβάνει
κατάλληλα
μέτρα και
ενημερώνει
σχετικά την
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1. Τα εν λόγω
μέτρα μπορεί
να
περιλαμβάνουν
τη διενέργεια
συμπληρωματικού
υποχρεωτικού
ελέγχου, είτε
άμεσα είτε
μέσω ανάθεσης
των εν λόγω
εργασιών σε
τρίτους, στη
συναφή θυγατρική
της οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος. 3. Στην
περίπτωση που
ο ελεγκτής
ομίλου
υπόκειται σε
έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας
ή σε έρευνα
σχετικά με τον
υποχρεωτικό
έλεγχο των
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
ενός ομίλου
επιχειρήσεων,
η μητρική επιχείρηση
του οποίου
είναι οντότητα
δημοσίου συμφέροντος,
ο ελεγκτής
ομίλου, εφόσον
του ζητηθεί, καθιστά
διαθέσιμα στην
αρμόδια αρχή
τα εν λόγω
καταγεγραμμένα
στοιχεία που
διατηρεί
σχετικά με το
ελεγκτικό έργο
που έχει(-ουν)
εκτελέσει ο(οι)
εν λόγω
ελεγκτής(-ές)
τρίτης χώρας,
ο(οι) νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές),
η(οι) ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)
τρίτης χώρας
για τον σκοπό
του ελέγχου του
ομίλου,
συμπεριλαμβανομένων
των εγγράφων
εργασίας σε
σχέση με τον
έλεγχο του
ομίλου. Η αρμόδια
αρχή ζητά την
υποβολή
συμπληρωματικών
στοιχείων για
το ελεγκτικό
έργο που
εκτελείται από
τον(τους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) για τον
σκοπό του
ελέγχου του
ομίλου προς
τις αρμόδιες
αρχές σύμφωνα
με το κεφάλαιο
ΙΙΙ του τίτλου IV
του παρόντος
κανονισμού. Εάν
συνιστώσα
ομίλου
επιχειρήσεων
ελέγχεται από
ελεγκτή(-ές) ή
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες)
τρίτης χώρας, η
αρμόδια αρχή
ζητά συμπληρωματικά
αποδεικτικά
έγγραφα του
ελεγκτικού
έργου που
διενεργήθηκε
από τον(τους)
ελεγκτή(-ές) τρίτης
χώρας ή την(τις)
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες) τρίτης
χώρας προς τις
σχετικές
αρμόδιες αρχές
από τρίτες
χώρες μέσω των
συμφωνιών
συνεργασίας
που αναφέρονται
στο άρθρο 47 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Κατά
παρέκκλιση του
τρίτου
εδαφίου, εάν
συνιστώσα
ομίλου
επιχειρήσεων
ελέγχεται από
ελεγκτή(-ές) ή
οντότητα(-ες)
ελέγχου τρίτης
χώρας που δεν
έχει συνάψει
συμφωνία
συνεργασίας,
όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 47 της οδηγίας
2006/43/ΕΚ, ο ελεγκτής
του ομίλου
είναι
υπεύθυνος να
διασφαλίσει,
εφόσον του
ζητηθεί, την
κατάλληλη παράδοση
των
αποδεικτικών
εγγράφων του
ελεγκτικού
έργου που
διενεργήθηκε
από τον(τους)
ελεγκτή(-ές) τρίτης
χώρας ή την(τις)
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες) τρίτης
χώρας,
συμπεριλαμβανομένων
των εγγράφων εργασίας
που είναι
απαραίτητα για
τον έλεγχο του
ομίλου. Για να
διασφαλίσει
την παράδοση
αυτή, ο ελεγκτής
του ομίλου
διατηρεί
αντίγραφο των
εγγράφων αυτών
ή, εναλλακτικά,
συμφωνεί με
τον(τους)
ελεγκτή(-ές) της τρίτης
χώρας ή την(τις)
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες) τρίτης
χώρας ότι έχει
δικαίωμα
απεριόριστης
πρόσβασης
κατόπιν
αιτήσεως ή
λήψης
οποιουδήποτε
άλλου
ενδεδειγμένου
μέτρου. Στην
περίπτωση που
τα έγγραφα
εργασίας του
ελέγχου δεν
μπορούν να
διαβιβαστούν
για νομικούς ή
άλλους λόγους
από μια τρίτη
χώρα στον
ελεγκτή
ομίλου, τα
αποδεικτικά
έγγραφα που διατηρεί
ο ελεγκτής του
ομίλου
περιλαμβάνουν
απόδειξη ότι
προέβη σε
κατάλληλες
ενέργειες
προκειμένου να
αποκτήσει
πρόσβαση στα
αποδεικτικά
έγγραφα του
ελέγχου και, σε
περίπτωση
εμποδίων πέραν
εκείνων της νομοθεσίας
της τρίτης
χώρας,
αποδεικτικά
στοιχεία σχετικά
με τα εμπόδια
αυτά. Άρθρο 19 Εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας 1. Πριν
από την έκδοση
των εκθέσεων
που
αναφέρονται
στα άρθρα 22 και 23,
εκτελείται
εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας ώστε
να αξιολογηθεί
εάν ο νόμιμος
ελεγκτής ή ο κύριος
ελεγκτικός
εταίρος
ενδέχεται
εύλογα να έχει
καταλήξει στη
γνώμη και τα
συμπεράσματα
που εκφράζονται
στα προσχέδια
των εκθέσεων
αυτών. 2. Ο
εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας διενεργείται
από έναν
εσωτερικό
ελεγκτή διασφάλισης
της ποιότητας.
Ο εν λόγω
ελεγκτής είναι
νόμιμος
ελεγκτής που
δεν συμμετέχει
στη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου τον οποίο
αφορά ο
εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας. 3. Κατά
τον έλεγχο του
εσωτερικού
συστήματος
διασφάλισης
της ποιότητας,
ο ελεγκτής
καταγράφει
τουλάχιστον τα
εξής. α) τις
προφορικές και
γραπτές
πληροφορίες
που παρέχονται
από το νόμιμο
ελεγκτή ή τον
κύριο
ελεγκτικό
εταίρο για την
υποστήριξη των
κύριων
ευρημάτων των
ελεγκτικών
διαδικασιών που
διενεργήθηκαν
και τα
συμπεράσματα
που εξήχθησαν
από τα
ευρήματα αυτά,
είτε κατόπιν
αίτησης του ελεγκτή
του εσωτερικού
συστήματος
διασφάλισης της
ποιότητας είτε
όχι· β) τις
ελεγμένες
οικονομικές
καταστάσεις· γ) τα
κύρια ευρήματα
των ελεγκτικών
διαδικασιών που
διενεργήθηκαν
και τα
συμπεράσματα
που εξήχθησαν
από τα εν λόγω
ευρήματα· δ) τη
γνώμη του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
κύριου ελεγκτικού
εταίρου, όπως
εκφράζεται στα
προσχέδια των
εκθέσεων που
αναφέρονται
στα άρθρα 22 και 23. 4. Ο
εσωτερικός
έλεγχος
διασφάλισης
της ποιότητας αξιολογεί
τουλάχιστον τα
ακόλουθα
στοιχεία: α) την
ανεξαρτησία
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου από
την ελεγχόμενη
οντότητα· β) τους
σημαντικούς
κινδύνους που
έχει εντοπίσει
ο νόμιμος
ελεγκτής ή ο
κύριος
ελεγκτικός
εταίρος κατά τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου και τα
μέτρα που έχει
λάβει για να
διαχειριστεί
καταλλήλως
τους κινδύνους
αυτούς· γ) την
αιτιολόγηση
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
κύριου
ελεγκτικού
εταίρου ιδίως
σε σχέση με τη
σημαντικότητα
και τους
σημαντικούς
κινδύνους που
αναφέρονται
στο στοιχείο
β)∙ δ) οποιοδήποτε
αίτημα παροχής
συμβουλών προς
εξωτερικούς
εμπειρογνώμονες
και την
εφαρμογή των
εν λόγω
συμβουλών· ε) τη
φύση και το
αντικείμενο
των
διορθωμένων
και μη διορθωμένων
ανακριβειών
στις
οικονομικές
καταστάσεις
που
εντοπίστηκαν
κατά τη
διενέργεια του
ελέγχου· στ) τα
θέματα που
συζητήθηκαν με
την ελεγκτική
επιτροπή και
τα διοικητικά
και/ή εποπτικά
όργανα της ελεγχόμενης
οντότητας· ζ) τα
θέματα που
συζητήθηκαν με
τις αρμόδιες
αρχές και, κατά
περίπτωση, με
άλλα τρίτα
μέρη· η) εάν τα
έγγραφα και οι
πληροφορίες
που επιλέχθηκαν
από το φάκελο
αντικατοπτρίζουν
κατά τρόπο
ικανοποιητικό
τις θέσεις που
υιοθέτησαν οι
εργαζόμενοι
που
συμμετείχαν
στον έλεγχο
και εάν τα εν
λόγω έγγραφα
και οι
πληροφορίες
υποστηρίζουν
τη γνώμη του νόμιμου
ελεγκτή ή του
κύριου
ελεγκτικού
εταίρου, όπως
εκφράζεται στο
προσχέδιο των
εκθέσεων που
αναφέρονται
στα άρθρα 22 και 23. 5. Ο
ελεγκτής
εσωτερικής
διασφάλισης
της ποιότητας
συζητά τα
αποτελέσματα
του εσωτερικού
ελέγχου
διασφάλισης
της ποιότητας
με το νόμιμο
ελεγκτή ή τον
κύριο
ελεγκτικό
εταίρο. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο καθορίζει
τη διαδικασία
που πρέπει να
εφαρμοστεί
όταν ο
ελεγκτής εσωτερικής
διασφάλισης
της ποιότητας
και ο νόμιμος
ελεγκτής ή ο
κύριος
ελεγκτικός
εταίρος δεν
συμφωνούν επί
των
αποτελεσμάτων
του ελέγχου
διασφάλισης
της ποιότητας. 6. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο τηρούν
αρχείο με τα
αποτελέσματα
του εσωτερικού
ελέγχου
διασφάλισης
της ποιότητας,
καθώς και με τα
θέματα που
υποδεικνύουν
τα αποτελέσματα
αυτά. Άρθρο 20 Χρήση
διεθνών
προτύπων
ελέγχου Ο(Οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)
συμμορφώνεται(-ονται)
με τα διεθνή
πρότυπα
ελέγχου που
αναφέρονται
στο άρθρο 26 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ
κατά τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
εφόσον τα
πρότυπα αυτά
είναι σύμμορφα
προς τις
απαιτήσεις του
παρόντος
κανονισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
IV ΕΛΕΓΚΤΙΚΕΣ
ΕΚΘΕΣΕΙΣ Άρθρο 21 Αποτελέσματα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παρουσιάζουν
τα
αποτελέσματα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου στις
ακόλουθες
εκθέσεις –
έκθεση
ελέγχου
σύμφωνα με το
άρθρο 22· –
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή σύμφωνα
με το άρθρο 23. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παρουσιάζουν
τα
αποτελέσματα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου στην
ελεγκτική
επιτροπή της
ελεγχόμενης
οντότητας
σύμφωνα με το
άρθρο 24 και στις
αρχές εποπτείας
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
σύμφωνα με το
άρθρο 25. Άρθρο 22 Έκθεση
ελέγχου 1. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παρουσιάζουν
τα
αποτελέσματα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου της
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος σε
μια έκθεση
ελέγχου. 2. Η
έκθεση ελέγχου
καταρτίζεται
γραπτώς. Στην
έκθεση αυτή τουλάχιστον: α) προσδιορίζεται
η οντότητα της
οποίας έχουν
ελεγχθεί οι
ετήσιες ή
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις· β) προσδιορίζονται
οι ετήσιες ή
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις
και η
ημερομηνία και
η περίοδος που
καλύπτουν· γ) επεξηγείται
το πεδίο του
ελέγχου
ποιότητας των
συμπληρωματικών
εκθέσεων,
εφόσον έχουν
ελεγχθεί
συμπληρωματικές
εκθέσεις· δ) προσδιορίζεται
το όργανο της
ελεγχόμενης
οντότητας που
διόρισε
τον(τους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)· ε) αναφέρεται
η ημερομηνία
διορισμού και
η συνολική
περίοδος αδιάλειπτης
ελεγκτικής
αποστολής,
συμπεριλαμβανομένων
περιπτώσεων
ανανέωσης
προηγούμενου
διορισμού ή
επαναδιορισμού· στ) αναφέρεται
ότι ο
υποχρεωτικός
έλεγχος
διενεργήθηκε
σύμφωνα με τα
διεθνή πρότυπα
ελέγχων όπως
αναφέρονται
στο άρθρο 20· ζ) προσδιορίζεται
το πλαίσιο
χρηματοοικονομικής
αναφοράς που
εφαρμόστηκε
κατά την
κατάρτιση των οικονομικών
καταστάσεων· η) περιγράφεται
η μεθοδολογία
που
χρησιμοποιήθηκε,
συμπεριλαμβανομένων
των στοιχείων
του ισολογισμού
που επαληθεύθηκαν
άμεσα και των
στοιχείων του
ισολογισμού
που βασίστηκαν
σε έλεγχο του
συστήματος και
σε
δειγματοληπτικό
έλεγχο
συμφωνίας· θ) επεξηγείται
οποιαδήποτε
μεταβολή στη
στάθμιση του
δειγματοληπτικού
έλεγχου
συμφωνίας και
επαλήθευσης σε
σύγκριση με το
προηγούμενο
έτος, ακόμα και
εάν ο
υποχρεωτικός
έλεγχος του
προηγούμενου
έτους είχε
διενεργηθεί από
άλλο(-ους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) ή
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)· ι) αναφέρονται
τα στοιχεία
του επιπέδου
σημαντικότητας
που
χρησιμοποιήθηκαν
για τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου· ια) προσδιορίζονται
βασικοί τομείς
κινδύνου ύπαρξης
ουσιώδους
ανακρίβειας
στις ετήσιες ή
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις,
συμπεριλαμβανομένων
των ιδιαιτέρως
σημαντικών
λογιστικών εκτιμήσεων
ή των τομέων
αβεβαιότητας
ως προς τις
μετρήσεις· ιβ) παρέχεται
δήλωση σχετικά
με την
κατάσταση της
ελεγχόμενης
οντότητας ή,
στην περίπτωση
υποχρεωτικού
ελέγχου
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
της μητρικής
επιχείρησης
και του ομίλου,
ιδίως
αξιολόγηση της
ικανότητας της
οντότητας ή της
μητρικής της
επιχείρησης
και του ομίλου
να εκπληρώσει
τις
υποχρεώσεις
της/του στο
προβλέψιμο μέλλον
και, συνεπώς, να
συνεχίσει τις
επιχειρηματικές
της/του
δραστηριότητες· ιγ) αξιολογείται
το εσωτερικό
σύστημα
ελέγχου της οντότητας
ή, στην
περίπτωση
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
της μητρικής επιχείρησης,
συμπεριλαμβανομένων
των σημαντικών
ελλείψεων
εσωτερικού
ελέγχου που
εντοπίστηκαν
κατά τον
υποχρεωτικό
έλεγχο, καθώς
και το σύστημα
τήρησης
βιβλίων και το
λογιστικό
σύστημα· ιδ) επεξηγείται
ο βαθμός στον
οποίο ο
υποχρεωτικός
έλεγχος είχε
σχεδιαστεί
έτσι ώστε να
εντοπίζει
παρατυπίες,
συμπεριλαμβανομένων
των
περιπτώσεων
απάτης· ιε) αναφέρονται
και
επεξηγούνται
τυχόν
παραβιάσεις
λογιστικών
κανόνων ή
παραβάσεις
νόμων ή καταστατικών,
αποφάσεων
λογιστικής πολιτικής
και άλλα
ζητήματα που
είναι
σημαντικά για
τη διοίκηση
της οντότητας· ιστ) επιβεβαιώνεται
ότι η γνώμη του
ελέγχου
συμφωνεί με τη
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή που
αναφέρεται στο
άρθρο 23· ιζ) δηλώνεται
ότι δεν
παρασχέθηκαν
οι μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες που
αναφέρονται
στο άρθρο 10
παράγραφος 3
και ότι ο(οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)
παρέμεινε(-αν)
απολύτως
ανεξάρτητο(-α)
κατά τη
διενέργεια του
ελέγχου. Στην
περίπτωση που
ο υποχρεωτικός
έλεγχος διενεργήθηκε
από ελεγκτικό
γραφείο, η
έκθεση θα αναφέρει
κάθε μέλος της
ελεγκτικής
αποστολής και
θα δηλώνει ότι
όλα τα μέλη
παρέμειναν
απολύτως ανεξάρτητα
και δεν είχαν
άμεσο ή έμμεσο
συμφέρον στην
ελεγχόμενη
οντότητα· ιη) εμφαίνονται
οι μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες που
αναφέρονται
στο άρθρο 10
παράγραφος 3 στοιχείο
β)(i) και (ii), τις
οποίες η
ελεγκτική
επιτροπή επέτρεψε
να παρέχει
προς την
ελεγχόμενη
οντότητα ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο· ιθ) εμφαίνονται
οι μη
ελεγκτικές
υπηρεσίες που
αναφέρονται στο
άρθρο 10
παράγραφος 3
στοιχείο β)(iii) και (iv), τις
οποίες η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1 επέτρεψε
να παρέχει
προς την
ελεγχόμενη
οντότητα ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο· κ) παρέχεται
γνώμη στην
οποία
αναφέρεται
καθαρά η γνώμη
του(των)
νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών) ή
του(των) ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων)
σχετικά με το
εάν οι ετήσιες
ή ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις παρουσιάζουν
αληθινή και
αξιόπιστη
εικόνα και έχουν
καταρτιστεί
σύμφωνα με το
συναφές
πλαίσιο χρηματοοικονομικής
αναφοράς και,
κατά
περίπτωση, εάν
οι ετήσιες ή
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις συμμορφώνονται
με
καταστατικές
απαιτήσεις· η
γνώμη του
ελέγχου
διατυπώνεται
ως γνώμη χωρίς
επιφύλαξη,
γνώμη με
επιφύλαξη,
αντίθετη γνώμη
ή, εάν ο(οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) δεν
είναι σε θέση
να
εκφράσει(-ουν)
γνώμη, άρνηση
γνώμης. Στην
περίπτωση
γνώμης με
επιφύλαξη,
αρνητικής γνώμης
ή άρνησης
γνώμης, στην
έκθεση
εξηγούνται οι
λόγοι της εν
λόγω απόφασης· κα) αναφέρονται
οποιαδήποτε
ζητήματα στα
οποία ο(οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)
εφιστά(-ούν) την προσοχή
υπογραμμίζοντάς
τα χωρίς να
διατυπώνει(-ουν)
γνώμη υπό
επιφύλαξη· κβ) παρέχεται
γνώμη σχετικά
με τη συνέπεια
ή τη μη συνέπεια
της ετήσιας έκθεσης
με τις ετήσιες
οικονομικές
καταστάσεις του
ίδιου
οικονομικού
έτους· κγ) αναφέρεται
η έδρα του(των)
νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών) ή
του(των)
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων). 3. Όταν
περισσότεροι
του ενός
νόμιμοι
ελεγκτές ή ελεγκτικά
γραφεία έχουν
διοριστεί για
τη διενέργεια
του
υποχρεωτικού
ελέγχου οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος,
οφείλουν να
συμφωνούν επί
των
αποτελεσμάτων
του
υποχρεωτικού
ελέγχου και
υποβάλλουν
κοινή έκθεση
και γνώμη. Στην
περίπτωση
διαφωνίας,
κάθε νόμιμος
ελεγκτής ή
ελεγκτικό
γραφείο υποβάλλει
τη δική του
γνώμη
ξεχωριστά. Εάν
ένας νόμιμος
ελεγκτής ή
ελεγκτικό
γραφείο
υποβάλλει γνώμη
με επιφύλαξη,
αρνητική γνώμη
ή άρνηση
γνώμης, η συνολική
γνώμη
θεωρείται ότι
είναι γνώμη με
επιφύλαξη,
αρνητική γνώμη
ή άρνηση
γνώμης. Σε
ξεχωριστή
παράγραφο,
κάθε νόμιμος
ελεγκτής ή
ελεγκτικό
γραφείο αναφέρει
τους λόγους
της διαφωνίας. 4. Η
έκθεση ελέγχου
δεν
καταρτίζεται
σε περισσότερες
από τέσσερις
σελίδες ή δεν
περιέχει
περισσότερους
από 10.000
χαρακτήρες
(εξαιρουμένων
των κενών). Δεν
περιέχει
παραπομπές στη
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή του
άρθρου 23. 5. Ο(Οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)
υπογράφει(-ουν)
και
σημειώνει(-ουν)
την ημερομηνία
κατάρτισης της
έκθεσης
ελέγχου. Όταν
ελεγκτικό
γραφείο
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο, η
έκθεση ελέγχου
υπογράφεται
τουλάχιστον
από τον(τους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) που
διενήργησε(-αν)
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ μέρους
του ελεγκτικού
γραφείου. 6. Το
άρθρο 35 της
οδηγίας [ΧΧΧ]
σχετικά με τις
ετήσιες οικονομικές
καταστάσεις,
τις
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις
και τις
συναφείς
εκθέσεις ορισμένου
τύπου
επιχειρήσεων
δεν
εφαρμόζεται στις
εκθέσεις
ελέγχου
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος. 7. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο δεν
χρησιμοποιεί
το όνομα
οποιασδήποτε
αρμόδιας αρχής
κατά τρόπο που
να φανερώνει ή
να υποδηλώνει
υποστήριξη ή
έγκριση της
έκθεσης ελέγχου
από την εν λόγω
αρχή. Άρθρο 23 Συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή 1. Ο(Οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)
που
διενεργεί(-ούν)
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
υποβάλλει(-ουν)
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή της
ελεγχόμενης
οντότητας. Εάν η
ελεγχόμενη
οντότητα δεν
διαθέτει
ελεγκτική
επιτροπή, η
συμπληρωματική
έκθεση υποβάλλεται
προς το όργανο
που εκτελεί
ισοδύναμα
καθήκοντα
εντός της
ελεγχόμενης
οντότητας. Η
ελεγκτική
επιτροπή ή το
όργανο που
εκτελεί ισοδύναμα
καθήκοντα
επιτρέπεται να
διαβιβάσει τη
συμπληρωματική
έκθεση προς το
διοικητικό,
διαχειριστικό
ή εποπτικό
όργανο της
ελεγχόμενης
οντότητας. Η
συμπληρωματική
έκθεση
γνωστοποιείται
στη γενική
συνέλευση της
ελεγχόμενης
οντότητας εάν
το αποφασίσει
το
διαχειριστικό
ή διοικητικό
όργανο της
ελεγχόμενης
οντότητας. 2. Η
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή
καταρτίζεται
γραπτώς.
Επεξηγεί με
αναλυτικό και
σαφή τρόπο τα
αποτελέσματα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου που διενεργήθηκε
και πληροί
τουλάχιστον
τις εξής απαιτήσεις:
α) περιλαμβάνει
δήλωση
ανεξαρτησίας
σύμφωνα με το στοιχείο
ιζ) του άρθρου 22
παράγραφος 2· β) αναφέρει
τις
ημερομηνίες
των
συναντήσεων με
την ελεγκτική
επιτροπή ή το
όργανο που
εκτελεί
ισοδύναμα καθήκοντα
εντός της
ελεγχόμενης
οντότητας· γ) αναφέρει
τις
ημερομηνίες
των
συναντήσεων με
το διαχειριστικό,
διοικητικό ή
εποπτικό
όργανό της ελεγχόμενης
οντότητας,
εφόσον έχουν
πραγματοποιηθεί· δ) περιγράφει
τη διαδικασία
διορισμού· ε) περιγράφει
την κατανομή
καθηκόντων
μεταξύ του(των)
νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών)
και/ή του(των)
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων)· στ) αναφέρει
και επεξηγεί
τις απόψεις
σχετικά με ουσιώδεις
αβεβαιότητες
που μπορεί να
προκαλέσουν
αμφιβολίες
σχετικά με την
ικανότητα της
οντότητας να
συνεχίσει τις
επιχειρηματικές
της
δραστηριότητες· ζ) προσδιορίζει
αναλυτικά εάν
η τήρηση
βιβλίων, η λογιστική,
το σύνολο των
ελεγμένων
εγγράφων, οι
ετήσιες ή
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις
και οι πιθανές
συμπληρωματικές
εκθέσεις είναι
κατάλληλες· η) αναφέρει
και επεξηγεί
αναλυτικά όλες
τις περιπτώσεις
μη
συμμόρφωσης,
συμπεριλαμβανομένων
και επουσιωδών
περιπτώσεων,
εφόσον
θεωρείται
σημαντικό για
την ελεγκτική
επιτροπή για
την εκπλήρωση
των καθηκόντων
της· θ) αξιολογεί
τις μεθόδους
αποτίμησης που
χρησιμοποιήθηκαν
για τα διάφορα
στοιχεία των
ετήσιων ή ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
συμπεριλαμβανομένων
οποιωνδήποτε
επιπτώσεων
λόγω μεταβολών
τους· ι) αναφέρει
λεπτομερώς
όλες τις
εγγυήσεις, τις
επιστολές στήριξης,
μέτρα δημόσιας
παρέμβασης και
άλλα μέτρα υποστήριξης
στα οποία έχει
βασιστεί ο
έλεγχος για την
πραγματοποίηση
εκτίμησης
σχετικά με τη
συνέχιση των
επιχειρηματικών
δραστηριοτήτων
της οντότητας· ια) επιβεβαιώνει
την παρουσία
σε απογραφές,
καθώς και άλλες
περιστάσεις
φυσικής
επαλήθευσης,
στην περίπτωση
που έχουν
λάβει χώρα οι
εν λόγω
απογραφές ή
επαληθεύσεις· ιβ) αναφέρει
και επεξηγεί
τις αρχές
ενοποίησης
στην περίπτωση
υποχρεωτικού
ελέγχου
ενοποιημένων οικονομικών
καταστάσεων· ιγ) αναφέρει
το ελεγκτικό
έργο που έχει
εκτελεστεί από
ελεγκτή(-ές)
τρίτης χώρας,
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές),
ελεγκτική(-ές)
οντότητα(-ες) ή
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)
τρίτης χώρας,
στην περίπτωση
υποχρεωτικού
ελέγχου
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων· ιδ) αναφέρει
εάν η
ελεγχόμενη
οντότητα
παρείχε όλες τις
επεξηγήσεις
και τα έγγραφα
που της
ζητήθηκαν. 3. Σε
περίπτωση
διαφωνίας
μεταξύ των
διορισμένων νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων
σχετικά με τις
διαδικασίες
ελέγχου, τους
λογιστικούς
κανόνες ή
οποιοδήποτε
άλλο ζήτημα
σχετικό με τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου, οι λόγοι
της εν λόγω
διαφωνίας
επεξηγούνται
στη συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή. 4. Ο(Οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)
υπογράφει(-ουν)
και
σημειώνει(-ουν)
την ημερομηνία
κατάρτισης της
συμπληρωματικής
έκθεσης προς την
ελεγκτική
επιτροπή. Όταν
ένα ελεγκτικό
γραφείο
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο, η
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή
υπογράφεται
τουλάχιστον
από τον(τους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) που
διενήργησε(-αν)
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ
μέρους του ελεγκτικού
γραφείου. 5. Εφόσον
του(τους)
ζητηθεί, ο(οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)
καθιστά(-ούν)
άμεσα
διαθέσιμη τη
συμπληρωματική
έκθεση στις
αρμόδιες
αρχές. Άρθρο 24 Εποπτεία
του
υποχρεωτικού
ελέγχου από
την ελεγκτική
επιτροπή Η
ελεγκτική
επιτροπή της
οντότητας
δημοσίου συμφέροντος
παρακολουθεί
το έργο του(των)
νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών) ή
του(των)
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων)
που
διενεργεί(-ούν)
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο. Ο(Οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά) γραφείο(-α)
αναφέρει(-ουν)
στην ελεγκτική
επιτροπή όλα
τα βασικά
ζητήματα που
προκύπτουν από
τον υποχρεωτικό
έλεγχο και
ιδίως
οποιαδήποτε
ουσιώδη αδυναμία
του εσωτερικού
ελέγχου σε
σχέση με τη
διαδικασία
χρηματοοικονομικής
αναφοράς.
Εφόσον ζητηθεί
από
οποιοδήποτε
μέρος, ο(οι)
νόμιμος(-οι)
ελεγκτής(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)
συζητά(-ούν) τα
ζητήματα αυτά
με την
ελεγκτική
επιτροπή. Η ελεγκτική
επιτροπή
ενημερώνει το
διοικητικό ή
εποπτικό
όργανο της
ελεγχόμενης
οντότητας για
το αποτέλεσμα
του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Η
ελεγκτική επιτροπή
επεξηγεί πώς ο
υποχρεωτικός
έλεγχος συνέβαλε
στην
ακεραιότητα
της
χρηματοοικονομικής
αναφοράς και
ποιος ήταν ο
ρόλος της στη
διαδικασία. Εάν η
ελεγχόμενη
οντότητα δεν
υποχρεούται να
διαθέτει
ελεγκτική
επιτροπή, η
ελεγχόμενη
οντότητα αποφασίζει
το σώμα ή το
όργανο της
οντότητας που θα
συνεργαστεί με
το νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο για
τους σκοπούς
των υποχρεώσεων
του παρόντος
άρθρου. Άρθρο 25 Αναφορά
στις αρχές
εποπτείας
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος 1. Με
την επιφύλαξη
του άρθρου 55 της
οδηγίας 2004/39/ΕΚ,
του άρθρου 53 της
οδηγίας 2006/48/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[34],
του άρθρου 15
παράγραφος 4
της οδηγίας
2007/64/ΕΚ, του άρθρου
106 της οδηγίας
2009/65/ΕΚ, της πρώτης
παραγράφου του
άρθρου 3 της οδηγίας
2009/110/ΕΚ και του
άρθρου 72 της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[35],
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό έλεγχο
μιας οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος έχει
καθήκον να
αναφέρει άμεσα
στις αρμόδιες
αρχές που
εποπτεύουν τις
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
οποιοδήποτε
γεγονός ή
απόφαση που
αφορά την
οντότητα δημοσίου
συμφέροντος
της οποίας
έχει λάβει
γνώση κατά τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου και η
οποία ενδέχεται
να προκαλέσει
οποιοδήποτε
από τα εξής: α) ουσιώδη
παράβαση των
νομοθετικών,
κανονιστικών ή
διοικητικών
διατάξεων που
ορίζουν, κατά
περίπτωση, τις
προϋποθέσεις
χορήγησης
άδειας
λειτουργίας ή
διέπουν συγκεκριμένα
την άσκηση των
δραστηριοτήτων
της εν λόγω
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος· β) βλάβη
στη συνεχή
λειτουργία της
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος· γ) άρνηση
πιστοποίησης
των
οικονομικών
καταστάσεων ή
έκφραση
επιφυλάξεων. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο έχει
επίσης καθήκον
να αναφέρει
οποιαδήποτε
γεγονότα και
αποφάσεις των
οποίων
λαμβάνει γνώση
κατά τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου μιας
επιχείρησης
που διατηρεί
στενούς
δεσμούς με την
οντότητα δημοσίου
συμφέροντος
για την οποία
διενεργεί επίσης
υποχρεωτικό
έλεγχο. 2. Οι
αρμόδιες αρχές
που εποπτεύουν
πιστωτικά ιδρύματα
και
ασφαλιστικές
επιχειρήσεις
καθιερώνουν
τακτικό
διάλογο με
τους νόμιμους
ελεγκτές και τα
ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν τον
υποχρεωτικό
έλεγχο των εν
λόγω ιδρυμάτων
και επιχειρήσεων.
Προς
διευκόλυνση
της άσκησης
των καθηκόντων
που αναφέρονται
στο πρώτο
εδάφιο, η ΕΑΤ
και η ΕΑΑΕΣ εκδίδουν
κατευθυντήριες
γραμμές προς
τις αρμόδιες
αρχές
εποπτείας
πιστωτικών
ιδρυμάτων και
ασφαλιστικών
επιχειρήσεων
σύμφωνα με το
άρθρο 16 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1093/2010 και του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010, αντιστοίχως. 3. Η
καλόπιστη
γνωστοποίηση
στις αρμόδιες
αρχές, από το
νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό
γραφείο, γεγονότων
ή αποφάσεων
που αναφέρονται
στην παράγραφο
1 ή γεγονότων
κατά τη διάρκεια
του διαλόγου
που αναφέρεται
στην παράγραφο
2 δεν αποτελεί
παράβαση
συμβατικού ή
νομικού περιορισμού
στη
γνωστοποίηση
πληροφοριών
και δεν συνεπάγεται
καμία ευθύνη
των προσώπων
αυτών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
V ΕΚΘΕΣΕΙΣ
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΤΩΝ
ΝΟΜΙΜΩΝ
ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΚΑΙ
ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ
ΚΑΙ ΤΗΡΗΣΗ
ΒΙΒΛΙΩΝ Άρθρο 26 Γνωστοποίηση
οικονομικών
πληροφοριών 1. Το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί
υποχρεωτικό έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
δημοσιεύει την
ετήσια
οικονομική του
έκθεση κατά την
έννοια του
άρθρου 4
παράγραφος 2
της οδηγίας 2004/109/ΕΚ
εντός τεσσάρων
μηνών από τη
λήξη κάθε
οικονομικού
έτους. Οι
νόμιμοι
ελεγκτές που
διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
δημοσιεύουν
τους ετήσιους
λογαριασμούς
αποτελεσμάτων
τους. 2. Η
ετήσια
οικονομική
έκθεση και ο
ετήσιος
λογαριασμός
αποτελεσμάτων
παρουσιάζουν
το συνολικό κύκλο
εργασιών
διαιρούμενο
ανά αμοιβές
για τον υποχρεωτικό
έλεγχο ετήσιων
και
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
και οντοτήτων
που ανήκουν σε
όμιλο
επιχειρήσεων,
η μητρική
εταιρεία του
οποίου είναι
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος,
αμοιβές για
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο ετήσιων
και
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
άλλων
οντοτήτων και
αμοιβές που
έχουν χρεωθεί
για υπηρεσίες συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου, όπως
ορίζεται στο
άρθρο 10
παράγραφος 2. Η ετήσια
οικονομική
έκθεση ή ο
ετήσιος
λογαριασμός
αποτελεσμάτων
ελέγχονται
σύμφωνα με τις
διατάξεις του
παρόντος
κανονισμού. 3. Στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό γραφείο
ανήκει σε
δίκτυο, ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το ελεγκτικό
γραφείο
παρέχει τις
ακόλουθες
συμπληρωματικές
πληροφορίες
στην ετήσια
οικονομική έκθεση
ή ως παράρτημα
στον ετήσιο
λογαριασμό
αποτελεσμάτων: α) το
όνομα κάθε
νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου που
ανήκει στο
δίκτυο· β) τη(τις)
χώρα(-ες)
στην(στις)
οποία(-ες) κάθε
νόμιμος ελεγκτής
ή ελεγκτικό
γραφείο που
ανήκει στο
δίκτυο έχει
λάβει άδεια ως
νόμιμος
ελεγκτής ή
διατηρεί την
επίσημη έδρα
του, την
κεντρική του
διοίκηση ή τις
κύριες
εγκαταστάσεις
του· γ) το
συνολικό κύκλο
εργασιών που
παράγεται από
τους νόμιμους
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία που ανήκουν
στο δίκτυο, ο
οποίος
προκύπτει από
τον υποχρεωτικό
έλεγχο ετήσιων
και
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων· δ) τις
ελεγμένες
ενοποιημένες
οικονομικές
καταστάσεις
του δικτύου
και, στην
περίπτωση που
υπάρχει νομική
οντότητα που
διοικεί το
δίκτυο, τις
ελεγμένες
οικονομικές
καταστάσεις
της εν λόγω
νομικής
οντότητας, οι
οποίες έχουν
καταρτιστεί
σύμφωνα με το
άρθρο 4
παράγραφος 3
της οδηγίας 2004/109/ΕΚ.
Κατά
παρέκκλιση του
πρώτου
εδαφίου, ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο
δύναται να μην
παράσχει τις
συμπληρωματικές
πληροφορίες
όταν αυτές γνωστοποιούνται
από τη νομική
οντότητα που
διοικεί το
δίκτυο ή άλλον
εκπρόσωπο του
δικτύου. Στην περίπτωση
αυτή, ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο αναφέρει
στο παράρτημα
του ετήσιου
λογαριασμού
αποτελεσμάτων
ή στην ετήσια
οικονομική
έκθεση πού είναι
διαθέσιμες οι
πληροφορίες
αυτές. 4. Η
ετήσια
οικονομική
έκθεση ή ο
ετήσιος
λογαριασμός
αποτελεσμάτων
δημοσιεύεται
στον δικτυακό
τόπο του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου και
παραμένει
διαθέσιμος
εκεί για τουλάχιστον
πέντε χρόνια. Οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία πληροφορούν
τις αρμόδιες
αρχές ότι ο
ετήσιος
λογαριασμός αποτελεσμάτων
ή η ετήσια
οικονομική
έκθεση έχει
δημοσιευθεί
στους δικτυακούς
τόπους του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου. Άρθρο 27 Έκθεση
διαφάνειας 1. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
διενεργεί
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
δημοσιεύει
ετήσια έκθεση
διαφάνειας
εντός τριών
μηνών από τη
λήξη κάθε
οικονομικού
έτους. Η ετήσια
έκθεση
διαφάνειας
δημοσιεύεται
στο δικτυακό
τόπο του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου και
παραμένει
διαθέσιμη εκεί
για
τουλάχιστον
πέντε χρόνια. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
επιτρέπεται να
επικαιροποιεί
τη
δημοσιευμένη
ετήσια έκθεση
διαφάνειάς
του. Στην
περίπτωση
αυτή, ο
ελεγκτής ή το
γραφείο
αναφέρει ότι
πρόκειται για
επικαιροποιημένη
έκδοση της
έκθεσης και η
αρχική έκδοση
της έκθεσης
συνεχίζει να
είναι
διαθέσιμη στο
δικτυακό τόπο. Οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία ενημερώνουν
την ΕΑΚΑΑ και
τις αρμόδιες
αρχές ότι η έκθεση
διαφάνειας
έχει
δημοσιευθεί
στο δικτυακό τόπο
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου ή,
κατά
περίπτωση, ότι
έχει
επικαιροποιηθεί. 2. Η
ετήσια έκθεση
διαφάνειας
περιλαμβάνει
τουλάχιστον τα
εξής: α) περιγραφή
της νομικής
δομής και της
ιδιοκτησίας του
ελεγκτικού
γραφείου· β) στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο ανήκει
σε δίκτυο,
περιγραφή του
δικτύου και
των νομικών
και
διαρθρωτικών
μηχανισμών του
δικτύου· γ) περιγραφή
της
διοικητικής
δομής του
ελεγκτικού γραφείου· δ) περιγραφή
του εσωτερικού
συστήματος
διασφάλισης
της ποιότητας
του ελεγκτικού
γραφείου και
δήλωση του
διοικητικού ή
διαχειριστικού
οργάνου για
την
αποτελεσματικότητα
της λειτουργίας
του· ε) αναφορά
σχετικά με την
ημερομηνία
διενέργειας του
τελευταίου
ελέγχου
διασφάλισης
της ποιότητας
σύμφωνα με το
άρθρο 40∙ στ) κατάλογο
των οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος για
τις οποίες ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
διενήργησε υποχρεωτικούς
ελέγχους κατά
το προηγούμενο
οικονομικό
έτος και
κατάλογο των
οντοτήτων από
τις οποίες ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο λαμβάνει
άνω του 5% των
ετήσιων εσόδων
του· ζ) δήλωση
σχετικά με τις
πρακτικές
ανεξαρτησίας
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου που
επιβεβαιώνει
επίσης τη
διενέργεια
εσωτερικού
ελέγχου
διασφάλισης της
ανεξαρτησίας· η) δήλωση
της πολιτικής
που εφάρμοσε ο
νόμιμος ελεγκτής
ή το ελεγκτικό
γραφείο
σχετικά με τη
συνεχή
εκπαίδευση των
νόμιμων
ελεγκτών που
προβλέπεται
στο άρθρο 13 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ∙ θ) πληροφορίες
σχετικά με τη
βάση
υπολογισμού
των αμοιβών
των εταίρων
ελεγκτικών
γραφείων· ι) περιγραφή
της πολιτικής
της σχετικά με
την εναλλαγή
κύριων
ελεγκτικών
εταίρων και
προσωπικού
σύμφωνα με το
άρθρο 33
παράγραφος 5∙ ια) κατά
περίπτωση,
δήλωση
εταιρικής
διακυβέρνησης. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο μπορεί,
σε εξαιρετικές
περιπτώσεις,
να αποφασίσει
να μην
γνωστοποιήσει
τις
πληροφορίες
που απαιτούνται
στο στοιχείο
στ) του πρώτου
εδαφίου στο
βαθμό που είναι
απαραίτητο για
τη μείωση
επικείμενων
και σημαντικών
απειλών για
την προσωπική
ασφάλεια οποιουδήποτε
προσώπου. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο πρέπει
να μπορεί να
αποδείξει στην
αρμόδια αρχή
την ύπαρξη των
εν λόγω
απειλών. 3. Η
έκθεση
διαφάνειας
υπογράφεται
από τον νόμιμο
ελεγκτή ή το
ελεγκτικό
γραφείο. Άρθρο 28 Δήλωση
εταιρικής
διακυβέρνησης 1. Στην
περίπτωση που
ένα ελεγκτικό
γραφείο εισπράττει
πάνω από το ένα
τρίτο των
ετήσιων εσόδων
ελέγχου του
από μεγάλες
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος,
δημοσιεύει
δήλωση
εταιρικής
διακυβέρνησης.
Η δήλωση αυτή
περιλαμβάνεται
σε ειδική
ενότητα της
έκθεσης
διαφάνειας. 2. Η
δήλωση
εταιρικής
διακυβέρνησης
περιλαμβάνει τουλάχιστον
τις εξής
πληροφορίες: α) αναφορά
τουλάχιστον
ενός εκ των
εξής: i) του
κώδικα
εταιρικής
διακυβέρνησης
στον οποίο υπόκειται
το ελεγκτικό
γραφείο, ii) του
κώδικα
εταιρικής
διακυβέρνησης
τον οποίο μπορεί
να έχει
αποφασίσει να
εφαρμόζει
εθελοντικά το
ελεγκτικό
γραφείο, iii) κάθε
συναφούς
πληροφορίας
σχετικά με τις
πρακτικές
εταιρικής
διακυβέρνησης
που έχει
εφαρμόσει
πέραν των
απαιτήσεων που
προβλέπονται
στο εθνικό
δίκαιο. Στην
περίπτωση που
περιλαμβάνονται
οι πληροφορίες
που
αναφέρονται
στα σημεία i) και
ii), το ελεγκτικό
γραφείο
αναφέρει
επίσης πού
έχουν
δημοσιευθεί τα
σχετικά
κείμενα. Στην
περίπτωση που
περιλαμβάνονται
οι πληροφορίες
που αναφέρονται
στο σημείο iii), το
ελεγκτικό
γραφείο δημοσιεύει
τις πρακτικές
εταιρικής
διακυβέρνησης
που εφαρμόζει. Εάν το
ελεγκτικό
γραφείο δεν
υπόκειται σε
κάποιον κώδικα
εταιρικής
διακυβέρνησης
και δεν εφαρμόζει
κάποιον
εθελοντικά, το
δηλώνει· β) τον
βαθμό στον
οποίο το
ελεγκτικό
γραφείο,
σύμφωνα με το
εθνικό δίκαιο,
παύει να
εφαρμόζει
κάποιον κώδικα
εταιρικής
διακυβέρνησης
που αναφέρεται
στο στοιχείο α)
σημεία i) ή ii), και
επεξήγηση από
το ελεγκτικό
γραφείο των τμημάτων
του κώδικα
εταιρικής
διακυβέρνησης
που έχει
παύσει να
εφαρμόζει και
τους σχετικούς
λόγους. Στην
περίπτωση που
το ελεγκτικό
γραφείο έχει αποφασίσει
να μην
εφαρμόζει
οποιεσδήποτε
διατάξεις
κώδικα εταιρικής
διακυβέρνησης
που αναφέρεται
στο στοιχείο α)
σημεία i) ή ii),
επεξηγεί τους
σχετικούς
λόγους· γ) περιγραφή
των βασικών
χαρακτηριστικών
των συστημάτων
εσωτερικού
ελέγχου και
διαχείρισης
κινδύνων της
επιχείρησης σε
σχέση με τις
διαδικασίες χρηματοοικονομικής
αναφοράς· δ) τις
ακόλουθες
πληροφορίες: i) σημαντική
άμεση ή έμμεση
κατοχή
δικαιωμάτων
ψήφου που
ισοδυναμεί με
ή υπερβαίνει
το 5% των συνολικών
δικαιωμάτων
ψήφου στο
ελεγκτικό
γραφείο, συμπεριλαμβανομένης
της άμεσης
κατοχής
δικαιωμάτων
ψήφου μέσω
πυραμιδικών
διαρθρώσεων
και
διασταυρωμένης
κατοχής
δικαιωμάτων
ψήφου· ii) την
ταυτότητα των
κατόχων
οποιωνδήποτε
ειδικών δικαιωμάτων
ελέγχου και
περιγραφή των
δικαιωμάτων
αυτών, είτε τα
εν λόγω
δικαιώματα
προκύπτουν από
την κατοχή
χρεογράφων,
από σύμβαση ή
με άλλον τρόπο· iii) οποιουσδήποτε
περιορισμούς
στα δικαιώματα
ψήφου,
συμπεριλαμβανομένων
περιορισμών
των δικαιωμάτων
ψήφου κατόχων
δεδομένου
ποσοστού ή
αριθμού ψήφων,
προθεσμιών για
την άσκηση
δικαιωμάτων ψήφου· iv) τους
κανόνες που
διέπουν το
διορισμό και
την
αντικατάσταση
μελών του
διοικητικού
συμβουλίου και
την
τροποποίηση
του
καταστατικού· v) τις
εξουσίες των
μελών του
διοικητικού
συμβουλίου· ε) εάν οι
πληροφορίες
δεν
προβλέπονται
ήδη πλήρως στους
εθνικούς
νόμους ή
κανονισμούς,
τη λειτουργία
της συνέλευσης
των μετόχων ή
των κατόχων
δικαιωμάτων ψήφου
και τις
βασικές
εξουσίες της,
περιγραφή των
δικαιωμάτων
των μετόχων ή
των κατόχων
δικαιωμάτων
ψήφου και του
τρόπου άσκησης
των εν λόγω
δικαιωμάτων· στ) τη
σύνθεση και τη
λειτουργία των
διοικητικών,
διαχειριστικών
και εποπτικών
οργάνων και
των επιτροπών
τους. Άρθρο 29 Ενημέρωση
των αρμόδιων
αρχών Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παρέχει,
σε ετήσια βάση, στις
αρμόδιες
αρχές, κατάλογο
των οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος που
έχει ελέγξει και
των εσόδων που έχει
εισπράξει από
αυτές. Άρθρο 30 Τήρηση
βιβλίων Οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία τηρούν
τα έγγραφα και
τις
πληροφορίες
που αναφέρονται
στο άρθρο 6
παράγραφος 1, το
άρθρο 9
παράγραφος 3, το άρθρο
11 παράγραφοι 3
και 4, το άρθρο 16
παράγραφοι 2
έως 6, το άρθρο 17
παράγραφοι 1
και 2, το άρθρο 18
παράγραφοι 1
και 3, το άρθρο 19
παράγραφοι 3
έως 6, τα άρθρα 22, 23
και 24, το άρθρο 25
παράγραφοι 1
και 2, το άρθρο 29,
το άρθρο 32 παράγραφοι
2, 3, 5 και 6, το άρθρο 33
παράγραφος 6
και το άρθρο 43
παράγραφος 4
για μια
περίοδο πέντε
ετών από την παραγωγή
των εν λόγω
εγγράφων ή
πληροφοριών. Τα κράτη
μέλη μπορεί να
απαιτούν από
τους νόμιμους
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία να
τηρούν τα
έγγραφα και
τις πληροφορίες
που
αναφέρονται
στο πρώτο
εδάφιο για
μεγαλύτερη
περίοδο
σύμφωνα με
τους κανόνες
τους για την
προστασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα και
τις
αντίστοιχες
διοικητικές
και δικαστικές
διαδικασίες. Τίτλος
ΙΙΙ Διορισμός
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων από
οντοτητεσ
δημοσίου
συμφέροντος Άρθρο 31 Ελεγκτική
επιτροπή 1. Κάθε
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
διαθέτει ελεγκτική
επιτροπή. Η
ελεγκτική
επιτροπή
αποτελείται
από μη
εκτελεστικά
μέλη του
διοικητικού
οργάνου και/ή
μέλη του
εποπτικού
οργάνου της
ελεγχόμενης
οντότητας
ή/και μέλη
διορισμένα από
τη γενική
συνέλευση των
μετόχων της
ελεγχόμενης
οντότητας ή,
στην περίπτωση
οντοτήτων
χωρίς μετόχους,
από ισοδύναμο
όργανο. Τουλάχιστον
ένα μέλος της
ελεγκτικής
επιτροπής διαθέτει
επάρκεια στον
τομέα του
ελέγχου, ενώ
άλλο μέλος
διαθέτει
επάρκεια στον
τομέα της
λογιστικής
και/ή του
ελέγχου. Τα
μέλη της επιτροπής
στο σύνολό
τους διαθέτουν
επάρκεια σχετικά
με τον τομέα
στον οποίο
δραστηριοποιείται
η ελεγχόμενη
οντότητα. Τα μέλη
της ελεγκτικής
επιτροπής
είναι στην
πλειονότητά
τους
ανεξάρτητα. Ο
πρόεδρος της ελεγκτικής
επιτροπής
διορίζεται από
τα μέλη της και
είναι
ανεξάρτητος. 2. Κατά
παρέκκλιση της
παραγράφου 1
του παρόντος
άρθρου, σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
που πληρούν τα
κριτήρια των
στοιχείων στ)
και κ) της
παραγράφου 1
του άρθρου 2 της
οδηγίας 2003/71/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου[36],
οι λειτουργίες
που
ανατίθενται
στην ελεγκτική
επιτροπή μπορεί
να εκτελούνται
από το
διοικητικό ή
το εποπτικό όργανο
συνολικά,
εφόσον,
τουλάχιστον
στις περιπτώσεις
που ο πρόεδρος
του οργάνου
αυτού είναι
εκτελεστικό
μέλος, δεν
είναι πρόεδρος
της ελεγκτικής
επιτροπής. 3. Κατά
παρέκκλιση της
παραγράφου 1, οι
ακόλουθες οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος μπορεί
να αποφασίζουν
να μην
διατηρούν
ελεγκτική
επιτροπή: α) οποιαδήποτε
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
που είναι
θυγατρική
επιχείρηση
κατά την
έννοια του άρθρου
1 της οδηγίας
83/349/ΕΟΚ, εάν η
οντότητα
συμμορφώνεται
με τις
απαιτήσεις των
παραγράφων 1
έως 4 του εν λόγω
άρθρου σε
επίπεδο
ομίλου· β) οποιαδήποτε
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
που είναι
οργανισμός συλλογικών
επενδύσεων σε
κινητές αξίες
(ΟΣΕΚΑ), όπως
ορίζεται στο
άρθρο 1
παράγραφος 2
της οδηγίας
2009/65/ΕΚ, ή
οργανισμός
εναλλακτικών
επενδύσεων (OEE),
όπως ορίζεται
στο άρθρο 4
παράγραφος 1
στοιχείο α) της
οδηγίας 2011/61/ΕΕ∙ γ) οποιαδήποτε
οντότητα δημοσίου
συμφέροντος
που
δραστηριοποιείται
αποκλειστικά
στην έκδοση
τίτλων
προερχόμενων
από τιτλοποίηση,
όπως ορίζεται
στο άρθρο 2
παράγραφος 5
του κανονισμού
(ΕΚ) αριθ. 809/2004[37]
της Επιτροπής· δ) οποιοδήποτε
πιστωτικό
ίδρυμα κατά
την έννοια του
άρθρου 1 παράγραφος
1 της οδηγίας
2006/48/ΕΚ, οι μετοχές
του οποίου έχουν
εισαχθεί προς
διαπραγμάτευση
σε ρυθμιζόμενη
αγορά
οποιουδήποτε
κράτους μέλους
κατά τη έννοια
του σημείου 14
του άρθρου 4
παράγραφος 1
της οδηγίας
2004/39/ΕΚ και το
οποίο έχει,
κατά συνεχή
και επανειλημμένο
τρόπο, εκδώσει
μόνο
χρεωστικούς
τίτλους που
έχουν εισαχθεί
προς
διαπραγμάτευση
σε ρυθμιζόμενη
αγορά, εφόσον
το συνολικό
ονομαστικό ποσό
του συνόλου
των εν λόγω
χρεωστικών
τίτλων παραμένει
κάτω των 100.000.000
ευρώ και
εφόσον δεν
έχει δημοσιεύσει
ενημερωτικό
δελτίο σύμφωνα
με την οδηγία
2003/71/ΕΚ. Οι
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
που αναφέρονται
στα στοιχεία β)
και γ)
επεξηγούν στο
κοινό τους λόγους
για τους
οποίους
θεωρούν ότι
δεν χρειάζεται
να διαθέτουν
ελεγκτική
επιτροπή ή
διοικητικό ή
εποπτικό
όργανο
επιφορτισμένο
με την άσκηση
των καθηκόντων
μιας
ελεγκτικής
επιτροπής. 4. Κατά
παρέκκλιση της
παραγράφου 1,
μια οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
που διαθέτει
όργανο που
εκτελεί
καθήκοντα
ισοδύναμα με
αυτά μιας
ελεγκτικής επιτροπής,
το οποίο έχει
θεσπιστεί και
λειτουργεί
σύμφωνα με τις
ισχύουσες διατάξεις
του κράτους
μέλος στο
οποίο είναι
καταχωρισμένη
η οντότητα που
πρόκειται να
ελεγχθεί, μπορεί
να αποφασίσει
να μην
διαθέτει
ελεγκτική
επιτροπή. Στην
περίπτωση
αυτή, η
οντότητα
γνωστοποιεί το
όργανο που
εκτελεί τα
καθήκοντα αυτά
και τη σύνθεση
του οργάνου
αυτού. 5. Με
την επιφύλαξη
της ευθύνης
των μελών του
διοικητικού,
διαχειριστικού
ή εποπτικού
οργάνου ή άλλων
μελών που
έχουν
διοριστεί από
τη γενική
συνέλευση των
μετόχων της
ελεγχόμενης οντότητας,
η ελεγκτική
επιτροπή,
μεταξύ άλλων: α) παρακολουθεί
τη διαδικασία
χρηματοοικονομικής
αναφοράς και
υποβάλλει
συστάσεις ή
προτάσεις για
την εξασφάλιση
της
ακεραιότητάς
της· β) παρακολουθεί
την
αποτελεσματικότητα
του εσωτερικού
ελέγχου
ποιότητας, του
εσωτερικού λογιστικού
ελέγχου, κατά
περίπτωση, και
των συστημάτων
διαχείρισης
κινδύνων της
επιχείρησης· γ) παρακολουθεί
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο των
ετήσιων και
των
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων και
εποπτεύει την
πληρότητα και
την
ακεραιότητα των
σχεδίων των
εκθέσεων
ελέγχου
σύμφωνα με τα
άρθρα 22 έως 23∙ δ) ελέγχει
και
παρακολουθεί
την
ανεξαρτησία
των νόμιμων
ελεγκτών ή των
ελεγκτικών
γραφείων
σύμφωνα με τα
άρθρα 5 έως 11 και
ιδίως την
παροχή
συμπληρωματικών
υπηρεσιών στην
ελεγχόμενη
οντότητα σύμφωνα
με το άρθρο 10∙ ε) είναι
υπεύθυνη για
τη διαδικασία
επιλογής νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών) ή
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων)
και να
προτείνει
τον(τους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) ή το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) που
θα
διοριστεί(-ούν)
σύμφωνα με το
άρθρο 32· στ) επιτρέπει,
εξετάζοντας
κάθε περίπτωση
χωριστά, την
παροχή από τον
νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό γραφείο
προς την
ελεγχόμενη
οντότητα των
υπηρεσιών που
αναφέρονται
στο άρθρο 10
παράγραφος 2
στοιχείο β)(i) και
(ii) ) του παρόντος
κανονισμού. Άρθρο 32 Διορισμός
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων 1. Για
τους σκοπούς
της εφαρμογής
του άρθρου 37 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ,
για τον
διορισμό
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων από
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
ισχύουν οι όροι
που
προβλέπονται
στις παραγράφους
2 έως 5 του
παρόντος
άρθρου. Στην
περίπτωση που
εφαρμόζεται το
άρθρο 37 παράγραφος
2 της οδηγίας
2006/43/ΕΚ, η οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
ενημερώνει την
αρμόδια αρχή
για τη χρήση των
εναλλακτικών
συστημάτων ή
όρων που
αναφέρονται
στο άρθρο αυτό. 2. Η
ελεγκτική επιτροπή
υποβάλλει
σύσταση στο
διοικητικό ή
εποπτικό
συμβούλιο της
ελεγχόμενης
οντότητας για
το διορισμό
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων. Η
ελεγκτική
επιτροπή
αιτιολογεί τη
σύστασή της. Εάν δεν
αφορά την
ανανέωση μιας
ελεγκτικής
αποστολής
σύμφωνα με το
δεύτερο εδάφιο
του άρθρου 33
παράγραφος 1, η
σύσταση
περιέχει
τουλάχιστον
δύο εναλλακτικές
επιλογές για
την ελεγκτική
αποστολή και η
ελεγκτική
επιτροπή
εκφράζει
δεόντως αιτιολογημένη
προτίμηση για
μία εξ αυτών. Όσον
αφορά την
ανανέωση μιας
ελεγκτικής αποστολής
σύμφωνα με το
δεύτερο εδάφιο
της πρώτης παραγράφου
του άρθρου 34, η
ελεγκτική
επιτροπή λαμβάνει
υπόψη κατά την
κατάρτιση της
σύστασής της
οποιαδήποτε
ευρήματα και
συμπεράσματα
σχετικά με τον
προτεινόμενο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο που
αναφέρονται
στο άρθρο 40
παράγραφος 6
και
δημοσιεύονται
από την
αρμόδια αρχή
σύμφωνα με το
άρθρο 44
στοιχείο δ). Στη
σύστασή της, η
ελεγκτική
επιτροπή
δηλώνει ότι η
σύστασή της
δεν
επηρεάζεται
από τρίτους
και ότι δεν της
έχει επιβληθεί
καμία
συμβατική
ρήτρα όπως
αναφέρεται
στην παράγραφο
7. 3. Εάν
δεν αφορά την
ανανέωση
ελεγκτικής
αποστολής σύμφωνα
με το δεύτερο
εδάφιο της
πρώτης
παραγράφου του
άρθρου 33, η
σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής που
αναφέρεται
στην παράγραφο
2 του παρόντος
άρθρου
καταρτίζεται
ακολουθώντας
διαδικασία
επιλογής που
οργανώνει η
ελεγχόμενη
οντότητα
σύμφωνα με τα
ακόλουθα
κριτήρια: α) η
ελεγχόμενη
οντότητα έχει
την ελευθερία
να καλέσει
οποιουσδήποτε
νόμιμους
ελεγκτές ή
ελεγκτικά
γραφεία να
υποβάλουν
προτάσεις για
την παροχή της
υπηρεσίας υποχρεωτικού
ελέγχου υπό
την προϋπόθεση
ότι γίνεται
σεβαστό το
άρθρο 33
παράγραφος 2
και ότι
τουλάχιστον
ένας από τους
ελεγκτές ή τα
γραφεία στα
οποία
απευθύνεται η
πρόσκληση δεν
είναι ελεγκτής
ή γραφείο
μεταξύ αυτών
που έχουν
εισπράξει άνω
του 15% των συνολικών
αμοιβών
ελέγχου τους
από μεγάλες
οντότητες δημοσίου
συμφέροντος
στο οικείο
κράτος μέλος
κατά το
προηγούμενο
ημερολογιακό
έτος· β) η
ελεγχόμενη
οντότητα έχει
την ελευθερία
να επιλέξει
μέθοδο
επικοινωνίας
με τον(τους)
νόμιμο(-ους) ελεγκτή(-ές)
ή το(τα) ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) όπου
απευθύνει την
πρόσκληση και
δεν
υποχρεούται να
δημοσιεύσει
πρόσκληση
υποβολής
προσφορών στην
Επίσημη
Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και/ή σε
εθνικές
επίσημες ή άλλες
εφημερίδες· γ) η
ελεγχόμενη
οντότητα
καταρτίζει
συγγραφή υποχρεώσεων
για τον(τους)
νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) ή το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α) όπου
απευθύνει την
πρόσκληση. Η εν
λόγω συγγραφή
υποχρεώσεων
του(τους) επιτρέπει
να
κατανοήσει(-ουν)
την επιχείρηση
της ελεγχόμενης
οντότητας και
το είδος του
υποχρεωτικού
ελέγχου που
πρόκειται να
διενεργήσει(-ουν).
Η συγγραφή
υποχρεώσεων
περιέχει
διαφανή
κριτήρια επιλογής
χωρίς
διακρίσεις, τα
οποία θα
χρησιμοποιηθούν
από την
ελεγχόμενη
οντότητα για
την αξιολόγηση
των προτάσεων
που υποβάλλουν
οι νόμιμοι
ελεγκτές ή τα
ελεγκτικά
γραφεία· δ) η
ελεγχόμενη
οντότητα έχει
την ελευθερία
να καθορίσει
τη διαδικασία
επιλογής και μπορεί
να διενεργήσει
απευθείας
διαπραγματεύσεις
με τους
ενδιαφερόμενους
υποψηφίους
κατά τη
διάρκεια της
διαδικασίας· ε) στην
περίπτωση που,
σύμφωνα με το
εθνικό δίκαιο
ή το δίκαιο της
Ένωσης, οι
αρμόδιες αρχές
που
αναφέρονται
στο άρθρο 35,
απαιτούν τη
συμμόρφωση των
νόμιμων
ελεγκτών ή ελεγκτικών
γραφείων με
ορισμένα
ποιοτικά
πρότυπα, τα
πρότυπα αυτά
περιλαμβάνονται
στη συγγραφή υποχρεώσεων· στ) η
ελεγχόμενη οντότητα
αξιολογεί τις
προτάσεις των
νόμιμων ελεγκτών
ή των
ελεγκτικών
γραφείων
σύμφωνα με τα
κριτήρια
επιλογής που
έχουν
προκαθοριστεί
στη συγγραφή
υποχρεώσεων. Η
ελεγχόμενη
οντότητα
καταρτίζει
έκθεση επί των
συμπερασμάτων
της
διαδικασίας επιλογής,
η οποία επικυρώνεται
από την
ελεγκτική
επιτροπή. Η
ελεγχόμενη
οντότητα και η
ελεγκτική
επιτροπή
λαμβάνουν
υπόψη
οποιαδήποτε
έκθεση ελέγχου
ποιότητας για
τον υποψήφιο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο που
αναφέρεται στο
άρθρο 40
παράγραφος 6
και
δημοσιεύεται
από την
αρμόδια αρχή
σύμφωνα με το
άρθρο 44
στοιχείο δ)· ζ) η
ελεγχόμενη
οντότητα είναι
σε θέση να
αποδείξει στην
αναφερόμενη
στο άρθρο 35
αρμόδια αρχή
ότι η
διαδικασία
επιλογής
διενεργήθηκε
κατά δίκαιο
τρόπο. Η
ελεγκτική
επιτροπή είναι
υπεύθυνη για
τη διαδικασία
επιλογής που
αναφέρεται στο
πρώτο εδάφιο. Για τους
σκοπούς του
στοιχείου α)
του πρώτου
εδαφίου, η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
δημοσιεύει
κατάλογο των
οικείων ελεγκτών
και των
ελεγκτικών
γραφείων τον
οποίο ενημερώνει
ετησίως. Η
αρμόδια αρχή
χρησιμοποιεί
τις
πληροφορίες
που παρέχουν
νόμιμοι
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία σύμφωνα
με το άρθρο 28 για
να κάνει τους
σχετικούς υπολογισμούς. 4. Οι
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
που πληρούν τα
κριτήρια των
στοιχείων στ)
και κ) του
άρθρου 2
παράγραφος 1
της οδηγίας
2003/71/ΕΚ δεν
υποχρεούνται
να εφαρμόζουν
την
αναφερόμενη
στην παράγραφο
4 διαδικασία
επιλογής. 5. Η
πρόταση του
διοικητικού ή
εποπτικού
συμβουλίου
προς τη γενική
συνέλευση των
μετόχων ή τα
μέλη της
ελεγχόμενης
οντότητας για
το διορισμό
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων
περιλαμβάνει
τη σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής. Εάν η
πρόταση του
διοικητικού ή
εποπτικού
συμβουλίου
διαφέρει από
τη σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής,
στην πρόταση
αιτιολογούνται
οι λόγοι για τους
οποίους δεν
ακολουθήθηκε η
σύσταση της
ελεγκτικής
επιτροπής. 6. Στην
περίπτωση
πιστωτικού
ιδρύματος ή
ασφαλιστικής
επιχείρησης,
το διοικητικό
ή εποπτικό
συμβούλιο
υποβάλλει το
σχέδιο
πρότασής του
προς την αρμόδια
αρχή που
αναφέρεται στο
άρθρο 35
παράγραφος 2. Η
αναφερόμενη
στο άρθρο 35
παράγραφος 2
αρμόδια αρχή
έχει δικαίωμα
αρνησικυρίας
επί της
επιλογής που
προτείνεται
στη σύσταση.
Οποιαδήποτε
τέτοια αντίθετη
γνώμη πρέπει
να
αιτιολογείται
δεόντως. Η απουσία
απάντησης από
την αρμόδια
αρχή εντός της
προκαθορισμένης
προθεσμίας από
την υποβολή
της σύστασης
της ελεγκτικής
επιτροπής
θεωρείται ότι
συνιστά
σιωπηρή συναίνεση
στη σύσταση. 7. Οποιαδήποτε
συμβατική
ρήτρα που
συνάπτεται μεταξύ
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
και τρίτου μέρους
και η οποία
περιορίζει τις
δυνατότητες
επιλογής από
τη γενική
συνέλευση των
μετόχων ή τα
μέλη της
οντότητας
αυτής, σύμφωνα
με το άρθρο 37 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ, σε
ορισμένες
κατηγορίες ή
καταλόγους
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων για τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου της
οντότητας
αυτής είναι
απολύτως
άκυρη. Η
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
ενημερώνει τις
αρχές που
αναφέρονται
στο άρθρο 35
αρμόδιες για
οποιαδήποτε
απόπειρα
τρίτου να
επιβάλει
τέτοιου είδους
συμβατική
ρήτρα ή να
επηρεάσει με
άλλον τρόπο
την απόφαση
της γενικής
συνέλευσης των
μετόχων
σχετικά με την
επιλογή νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου. 8. Στην
περίπτωση που
η ελεγχόμενη
οντότητα δεν
υποχρεούται να
διαθέτει
ελεγκτική
επιτροπή, η
ελεγχόμενη
οντότητα
αποφασίζει το
όργανο ή το
σώμα της
οντότητας που
θα εκτελεί τα
καθήκοντά της
για τους
σκοπούς
εκπλήρωσης των
υποχρεώσεων
που
προβλέπονται
στο παρόν
άρθρο. 9. Τα
κράτη μέλη
μπορεί να
αποφασίσουν
τον διορισμό ελάχιστου
αριθμού
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων από
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος υπό
ορισμένες περιστάσεις
και να
καθορίσουν
τους όρους που
διέπουν τις
σχέσεις μεταξύ
των
διορισμένων
ελεγκτών ή γραφείων. Εάν
κάποιο κράτος
μέλος επιβάλει
μια τέτοια
απαίτηση,
ενημερώνει
σχετικά την
Επιτροπή και
την ΕΑΚΑΑ. 10. Προς
διευκόλυνση
της άσκησης
του καθήκοντος
της
ελεγχόμενης
οντότητας να
οργανώσει
διαδικασία
επιλογής για
το διορισμό
νόμιμου
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου, η ΕΑΤ,
η ΕΑΑΕΣ και η
ΕΑΚΑΑ εκδίδουν
κατευθυντήριες
γραμμές προς
τις οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
σχετικά με τα
κριτήρια που
διέπουν την
αναφερόμενη
στην παράγραφο
3 διαδικασία
επιλογής,
σύμφωνα με το
άρθρο 16 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1093/2010, του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010 και του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010, αντιστοίχως. Άρθρο 33 Διάρκεια
της ελεγκτικής
αποστολής 1. Η
οντότητα δημοσίου
συμφέροντος
διορίζει
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο για
μια αρχική
αποστολή που
έχει διάρκεια
τουλάχιστον
δύο έτη. Η
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
δύναται να
ανανεώσει την
εν λόγω
ελεγκτική
αποστολή μία
μόνο φορά. Η μέγιστη
διάρκεια των
συνδυασμένων
δύο ελεγκτικών
αποστολών δεν
υπερβαίνει τα 6
έτη. Εφόσον σε
όλη τη
διάρκεια
συνεχούς
εντολής 6 ετών έχουν
διοριστεί δύο
νόμιμοι
ελεγκτές ή
ελεγκτικά
γραφεία, η μέγιστη
διάρκεια εντολής
εκάστου νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου δεν
υπερβαίνει τα 9
έτη. 2. Μετά
τη λήξη της
μέγιστης
διάρκειας εντολής
που αναφέρεται
στην παράγραφο
1, ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο ή
τυχόν μέλη του
δικτύου τους
εντός της
Ένωσης δεν
αναλαμβάνουν
ξανά τον
υποχρεωτικό
έλεγχο της
οικείας
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος
για
τουλάχιστον
τέσσερα έτη. 3. Κατά
παρέκκλιση από
τις διατάξεις
των παραγράφων
1 και 2, η οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
μπορεί κατ’εξαίρεση
να ζητήσει από
την αρμόδια
αρχή του άρθρου
35 παράγραφος 1 να
παραχωρήσει παράταση
ώστε να
διορίσει εκ
νέου τον
νόμιμο ελεγκτή
ή το ελεγκτικό
γραφείο για
πρόσθετη εντολή.
Σε περίπτωση διορισμού
δύο
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων, η
τρίτη αυτή
εντολή δεν
υπερβαίνει τα
τρία έτη. Σε
περίπτωση
διορισμού ενός
νόμιμου
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου, η
τρίτη αυτή εντολή
δεν υπερβαίνει
τα δύο έτη. 4. Ο(Οι)
κύριος(-οι)
ελεγκτικός(-οί)
εταίρος(-οι) που
είναι
υπεύθυνος(οι)
για τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου
παύει(-ουν) τη
συμμετοχή
του(τους) στον
υποχρεωτικό
έλεγχο της
ελεγχόμενης
οντότητας μετά
από διάστημα
επτά ετών από
την ημερομηνία
διορισμού
του(τους). Δύναται
να
συμμετάσχει(-ουν)
ξανά στον
υποχρεωτικό έλεγχο
της
ελεγχόμενης
οντότητας μετά
από περίοδο
τουλάχιστον
τριών ετών. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο καθορίζει
κατάλληλο
μηχανισμό
σταδιακής εναλλαγής
αναφορικά με
το ανώτερο
προσωπικό που
συμμετέχει
στον
υποχρεωτικό
έλεγχο,
συμπεριλαμβανομένων
τουλάχιστον
των προσώπων
που έχουν εγγραφεί
στο μητρώο των
νόμιμων
ελεγκτών. Ο
μηχανισμός
σταδιακής
εναλλαγής
εφαρμόζεται σε
στάδια και αφορά
άτομα και όχι
ολόκληρη
ομάδα. Πρέπει
να είναι
ανάλογος της
κλίμακας και
των διαστάσεων
της
δραστηριότητας
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου. Ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο πρέπει
να μπορεί να
αποδείξει στην
αρμόδια αρχή
ότι ο εν λόγω
μηχανισμός
τίθεται
αποτελεσματικά
σε εφαρμογή
και προσαρμόζεται
στην κλίμακα
και τις
διαστάσεις της
δραστηριότητας
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου. 5. Στην
περίπτωση που
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
αντικαθίσταται
από άλλο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο, ο
προηγούμενος
νόμιμος ελεγκτής
ή ελεγκτικό
γραφείο
παραδίδει στον
νέο νόμιμο
ελεγκτή ή
ελεγκτικό
γραφείο φάκελο
παράδοσης. Ο εν
λόγω φάκελος
περιλαμβάνει
σχετικές
πληροφορίες
που αφορούν
την ελεγχόμενη
οντότητα και
που μπορεί να
είναι ευλόγως
απαραίτητες
για την
κατανόηση της
επιχείρησης
και της
εσωτερικής
οργάνωσης της
ελεγχόμενης
οντότητας και
για την
εξασφάλιση της
συνέχειας του
υποχρεωτικού
ελέγχου και
της συγκρισιμότητάς
του με τους
ελέγχους που
διενεργήθηκαν
κατά τα
προηγούμενα έτη.
Ο
προηγούμενος
νόμιμος
ελεγκτής ή
ελεγκτικό γραφείο
επιτρέπει
επίσης στον
νέο νόμιμο
ελεγκτή ή
ελεγκτικό
γραφείο την
πρόσβαση στις
συμπληρωματικές
εκθέσεις προς
την ελεγκτική
επιτροπή που
αναφέρονται
στο άρθρο 23 των
προηγούμενων
ετών και σε
οποιεσδήποτε
πληροφορίες
που
διαβιβάζονται
στις αρμόδιες αρχές
σύμφωνα με τα
άρθρα 25 και 27. Ο
προηγούμενος
νόμιμος
ελεγκτής ή
ελεγκτικό γραφείο
πρέπει να
είναι σε θέση
να αποδείξει
στην αρμόδια
αρχή ότι οι εν
λόγω
πληροφορίες
έχουν δοθεί
στο νέο νόμιμο
ελεγκτή ή ελεγκτικό
γραφείο. 6. Η
ΕΑΚΑΑ
αναπτύσσει
σχέδια
ρυθμιστικών
τεχνικών προτύπων
για τον
προσδιορισμό
τεχνικών
απαιτήσεων για
το περιεχόμενο
του φακέλου
παράδοσης που αναφέρεται
στην παράγραφο
6. Ανατίθεται
στην Επιτροπή
η εξουσία να
εκδώσει τα ρυθμιστικά
τεχνικά
πρότυπα που
αναφέρονται
στην παράγραφο
6 σύμφωνα με το
άρθρο 10 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Άρθρο 34 Απόλυση
και παραίτηση
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων 1. Με
την επιφύλαξη
του άρθρου 38
παράγραφος 1
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ, η ελεγχόμενη
οντότητα και ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
ενημερώνουν
την αρμόδια
αρχή σχετικά με
την απόλυση ή
την παραίτηση
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου κατά
τη διάρκεια
του διορισμού
και επεξηγούν
δεόντως τους
σχετικούς λόγους. Στην περίπτωση
που κράτος
μέλος διορίζει
άλλες αρμόδιες
αρχές για τους
σκοπούς του
τίτλου ΙΙΙ του
παρόντος
κανονισμού
σύμφωνα με το
άρθρο 35
παράγραφος 2, οι
εν λόγω
αρμόδιες αρχές
προωθούν τις
πληροφορίες
αυτές στις
αρμόδιες αρχές
που
αναφέρονται
στο άρθρο 35 παράγραφος
1. 2. Η
ελεγκτική
επιτροπή, ένας
ή περισσότεροι
μέτοχοι, οι
αρμόδιες αρχές
που
αναφέρονται
στο άρθρο 35 παράγραφος
1 ή στο άρθρο 35
παράγραφος 2
μπορούν να
εγείρουν αγωγή
ενώπιον
εθνικού
δικαστηρίου
για την απόλυση
του(των)
νόμιμου(-ων)
ελεγκτή(-ών) ή
του(των)
ελεγκτικού(-ών)
γραφείου(-ων),
εφόσον υπάρχουν
βάσιμοι λόγοι. Στην
περίπτωση που
εφαρμόζεται ο
όρος που
προβλέπεται
στο άρθρο 6
παράγραφος 2
της οδηγίας
2007/36/ΕΚ, ο όρος
αυτός ισχύει
επίσης για
τους μετόχους
που ασκούν την
εξουσία που
περιγράφεται
στο πρώτο
εδάφιο. Στην
περίπτωση που
η ελεγχόμενη
οντότητα δεν
υπόκειται στην
υποχρέωση
διατήρησης
ελεγκτικής επιτροπής,
η ελεγχόμενη
οντότητα
αποφασίζει το
όργανο ή το
σώμα της
οντότητας που
θα εκτελέσει
τα καθήκοντά
της για τους
σκοπούς της
παρούσας
παραγράφου. Τίτλος IV Εποπτεία
των
δραστηριοτήτων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων που
διενεργούν
υποχρεωτικο
έλεγχο
οντοτητων
δημοσίου
συμφέροντος ΚΕΦΑΛΑΙΟ
I ΑΡΜΟΔΙΕΣ
ΑΡΧΕΣ Άρθρο 35 Καθορισμός
αρμόδιων αρχών 1. Κάθε
κράτος μέλος
ορίζει μια
αρμόδια αρχή
υπεύθυνη για
την άσκηση των
καθηκόντων που
προβλέπει ο
παρών
κανονισμός,
καθώς και για
τη διασφάλιση
της εφαρμογής
των διατάξεων
του παρόντος
κανονισμού. Η αρμόδια
αρχή θα είναι
μία εκ των εξής: α) η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 24
παράγραφος 1
της οδηγίας
2004/109/ΕΚ∙ β) η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 24
παράγραφος 4
στοιχείο η) της
οδηγίας 2004/109/ΕΚ∙ γ) η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 32 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ. 2. Κατά
παρέκκλιση της
παραγράφου 1, τα
κράτη μέλη μπορεί
να αποφασίσουν,
κατά
περίπτωση, την
ανάθεση της
ευθύνης για
την εξασφάλιση
της εφαρμογής
του συνόλου ή μέρους
των διατάξεων
του τίτλου ΙΙΙ
του παρόντος κανονισμού
στις αρμόδιες
αρχές που
αναφέρονται: α) στο
άρθρο 24
παράγραφος 1
της οδηγίας
2004/109/ΕΚ∙ β) στο άρθρο
24 παράγραφος 4
στοιχείο η) της
οδηγίας 2004/109/ΕΚ∙ γ) στο
άρθρο 40 της
οδηγίας 2006/48/ΕΚ∙ δ) στο
άρθρο 30 της
οδηγίας 2009/138/ΕΚ∙ ε) στο
άρθρο 20 της
οδηγίας 2007/64/ΕΚ∙ στ) στο
άρθρο 3
παράγραφος 1
της οδηγίας
2009/110/ΕΚ∙ ζ) στο
άρθρο 48 της οδηγίας
2004/39/ΕΚ∙ η) στο
άρθρο 97 της
οδηγίας 2009/110/ΕΚ∙ θ) στο
άρθρο 44 της
οδηγίας 2011/61/ΕΚ. 3. Στην
περίπτωση
ορισμού
περισσότερων
της μίας αρμόδιων
αρχών σύμφωνα
με τις
παραγράφους 1
και 2, οι αρχές
αυτές
οργανώνονται
κατά τρόπο
ώστε τα καθήκοντά
τους να είναι
σαφώς
κατανεμημένα. 4. Οι
παράγραφοι 1, 2
και 3
εφαρμόζονται
με την
επιφύλαξη της
δυνατότητας
ενός κράτους
μέλους να
προβλέπει
ξεχωριστές
νομοθετικές
και
διοικητικές
ρυθμίσεις για
υπερπόντια
ευρωπαϊκά
εδάφη, για τις
εξωτερικές
σχέσεις των
οποίων είναι
υπεύθυνο το εν
λόγω κράτος
μέλος. 5. Οι
αρμόδιες αρχές
είναι επαρκώς
στελεχωμένες,
όσον αφορά την
επάρκεια και
την
τεχνογνωσία
τους, και
διαθέτουν
κατάλληλους
πόρους ώστε να
μπορούν να
εκπληρώνουν τα
καθήκοντα που
προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό. 6. Τα
κράτη μέλη
ενημερώνουν τα
έτερα κράτη
μέλη, την ΕΑΤ, το
Ευρωπαϊκό
Ινστιτούτο
Δημοσίας
Διοίκησης
(ΕΙΔΔ) και την
ΕΑΚΑΑ σύμφωνα
με τις
σχετικές διατάξεις
των κανονισμών
(ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ.
1095/2010 και
ενημερώνουν
την Επιτροπή
για το
διορισμό
αρμόδιων αρχών
για τους
σκοπούς του
παρόντος
κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ
ενοποιεί τις
πληροφορίες
αυτές και τις
δημοσιοποιεί. Άρθρο 36 Όροι
ανεξαρτησίας Οι
αρμόδιες αρχές
και
οποιαδήποτε
αρχή στην οποία
έχει αναθέσει
καθήκοντα η αρμόδια
αρχή που
αναφέρεται στο
άρθρο 35
παράγραφος 1 είναι
ανεξάρτητες
από τους
νόμιμους
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία. Ένα
πρόσωπο δεν
συμμετέχει στη
διοίκηση των
εν λόγω αρχών
εάν κατά τη
διάρκεια των
τριών
προηγούμενων
ετών: α) έχει
διενεργήσει
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος· β) κατείχε
δικαιώματα
ψήφου σε
ελεγκτικό
γραφείο· γ) ήταν
μέλος του
διοικητικού,
διαχειριστικού
ή εποπτικού
οργάνου
ελεγκτικού
γραφείου· δ) ήταν
υπάλληλος ή
συνδεόταν με
άλλον τρόπο με
ελεγκτικό
γραφείο. Η
χρηματοδότηση
των αρχών
αυτών θα είναι
εξασφαλισμένη
και δεν θα
επηρεάζεται με
αθέμιτο τρόπο
από νόμιμους ελεγκτές
και ελεγκτικά
γραφεία. Άρθρο 37 Επαγγελματικό
απόρρητο Η
υποχρέωση
προστασίας του
επαγγελματικού
απορρήτου
ισχύει για όλα
τα πρόσωπα που
απασχολούνται
ή έχουν
απασχοληθεί σε
αρμόδιες αρχές
ή σε
οποιαδήποτε
αρχή στην
οποία έχει
αναθέσει καθήκοντα
η αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1,
συμπεριλαμβανομένων
των εμπειρογνωμόνων
που
συνεργάζονται
με τις εν λόγω
αρχές. Οι
πληροφορίες
που
καλύπτονται
από
επαγγελματικό
απόρρητο δεν
επιτρέπεται να
γνωστοποιούνται
σε οποιοδήποτε
άλλο πρόσωπο ή
αρχή, εκτός από
την περίπτωση
που αυτό
απαιτείται
βάσει των
υποχρεώσεων
του παρόντος
κανονισμού ή
των
νομοθετικών,
κανονιστικών ή
διοικητικών
διαδικασιών
κράτους
μέλους. Άρθρο 38 Εξουσίες
αρμόδιων αρχών 1. Με
την επιφύλαξη
των άρθρων 40 και
41, κατά την άσκηση
των καθηκόντων
τους βάσει του
παρόντος
κανονισμού, οι
αρμόδιες αρχές
ή οποιεσδήποτε
άλλες δημόσιες
αρχές κράτους
μέλους δεν επιτρέπεται
να παρεμβαίνουν
στο
περιεχόμενο
των εκθέσεων
ελέγχου. 2. Για
την άσκηση των
καθηκόντων
τους βάσει του
παρόντος
κανονισμού, οι
αρμόδιες αρχές
διαθέτουν,
σύμφωνα με το
εθνικό δίκαιο,
όλες τις
εξουσίες
εποπτείας και
διενέργειας
ερευνών που
είναι
απαραίτητες
για την άσκηση
των
λειτουργιών
τους. Οφείλουν
να ασκούν τις
εξουσίες τους
με
οποιονδήποτε
από τους ακόλουθους
τρόπους: α) άμεσα· β) σε
συνεργασία με
άλλες αρχές· γ) υπό
την ευθύνη
τους με
ανάθεση σε
οντότητες στις
οποίες έχουν
μεταβιβαστεί
αρμοδιότητες
σύμφωνα με το
άρθρο 35
παράγραφος 1∙ δ) υποβάλλοντας
αίτηση προς
τις αρμόδιες
δικαστικές
αρχές. 3. Για
την άσκηση των
καθηκόντων
τους βάσει του
παρόντος
κανονισμού, οι
αρμόδιες
αρχές, σύμφωνα
με το εθνικό
δίκαιο, έχουν
την εξουσία,
στο πλαίσιο
των εποπτικών
τους καθηκόντων:
α) να
έχουν πρόσβαση
σε οποιοδήποτε
έγγραφο υπό
οποιαδήποτε
μορφή σχετικά
με την άσκηση
των καθηκόντων
τους και να
λαμβάνουν
τέτοια έγγραφα
ή αντίγραφά
τους· β) να
ζητούν
πληροφορίες
από
οποιοδήποτε
πρόσωπο και,
εφόσον είναι
απαραίτητο, να
καλούν και να
ανακρίνουν
οποιοδήποτε
πρόσωπο για τη
συγκέντρωση
πληροφοριών, γ) να
διενεργούν
επιτόπιους
ελέγχους
ποιότητας κατόπιν
προηγούμενης
ειδοποίησης ή
χωρίς προηγούμενη
ειδοποίηση· δ) να
ζητούν αρχεία
τηλεφωνικών
κλήσεων και
διαβίβασης
δεδομένων που
επεξεργάζονται
νόμιμοι
ελεγκτές και
ελεγκτικά γραφεία· ε) να
ζητούν την
άσκηση
ποινικής
δίωξης· στ) να
ζητούν από
εμπειρογνώμονες
τη διενέργεια
επαληθεύσεων ή
ερευνών· ζ) να
λαμβάνουν τα
διοικητικά
μέτρα και να
επιβάλλουν τις
κυρώσεις που
αναφέρονται
στο άρθρο 61. Οι
αρμόδιες αρχές
επιτρέπεται να
χρησιμοποιούν
τις εξουσίες
που
αναφέρονται στο
πρώτο εδάφιο
μόνο σε σχέση
με τους
νόμιμους ελεγκτές
και τα
ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
πρόσωπα που
συμμετέχουν στις
δραστηριότητες
νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων που
διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
ελεγχόμενες οντότητες,
τις θυγατρικές
τους εταιρείες
και συνδεδεμένα
τρίτα μέρη,
τρίτα μέρη στα
οποία οι
νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
έχουν αναθέσει
ορισμένες
λειτουργίες ή
δραστηριότητες
και πρόσωπα
άλλως
συνδεδεμένα ή
σχετιζόμενα με
νόμιμους
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία που
διενεργούν
υποχρεωτικό
έλεγχο οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος. 4. Για
οποιοδήποτε
αίτημα λήψης
αρχείων
τηλεφωνικών
κλήσεων ή
διαβίβασης
δεδομένων που
αναφέρεται στο
στοιχείο δ) της
παραγράφου 3
απαιτείται
χορήγηση
άδειας από
δικαστική
αρχή. 5. Εφόσον
ένας συνεταιρισμός,
κατά την
έννοια του
άρθρου 2 (14) της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ, ή
παρόμοια
οντότητα, όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 45 της
οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,
απαιτείται ή
επιτρέπεται
βάσει της
εθνικής
νομοθεσίας να
είναι μέλος
ενός μη
κερδοσκοπικού
ελεγκτικού
φορέα, η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
μπορεί να
αποφασίσει ότι
ορισμένες
διατάξεις που
διατυπώνονται
στο πλαίσιο
του παρόντος
κανονισμού δεν
ισχύουν για
τον υποχρεωτικό
έλεγχο της εν
λόγω
κατηγορίας
οντότητας, υπό
τον όρο ότι οι
αρχές της
ανεξαρτησίας
που προβλέπονται
στο κεφάλαιο I
του παρόντος
κανονισμού
τηρούνται από
τον νόμιμο
ελεγκτή που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο και από
τα πρόσωπα που
μπορεί να είναι
σε θέση να
επηρεάσουν τον
υποχρεωτικό
έλεγχο. Προκειμένου
να λάβει
απόφαση για
τις εν λόγω
έκτακτες
καταστάσεις μη
εφαρμογής
ορισμένων
διατάξεων του
παρόντος
κανονισμού, η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35 παράγραφος
1 διαβουλεύεται
με την
εποπτική αρχή
του συνεταιρισμού
ή την παρόμοια
οντότητα,
ανάλογα με την
περίπτωση. Η
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
ενημερώνει την
ΕΑΚΑΑ τις
εν λόγω
έκτακτες
καταστάσεις μη
εφαρμογής ορισμένων
διατάξεων του
παρόντος
κανονισμού. Κοινοποιεί
στην ΕΑΚΑΑ τον
κατάλογο των
διατάξεων του
παρόντος
κανονισμού που
δεν έχουν
εφαρμοσθεί στον
υποχρεωτικό
έλεγχο των
οντοτήτων που
αναφέρονται
στην παράγραφο
5, και τους
λόγους που
δικαιολόγησαν
την παραχωρηθείσα
εξαίρεση για
μη εφαρμογή. 6. Η
επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα κατά
την άσκηση των
εξουσιών
εποπτείας και
διενέργειας
ερευνών
σύμφωνα με το
παρόν άρθρο
εκτελείται
σύμφωνα με την
οδηγία 95/46/ΕΚ. Άρθρο 39 Συνεργασία
με άλλες
αρμόδιες αρχές
σε εθνικό επίπεδο Η
αρμόδια αρχή
που ορίζεται
σύμφωνα με το
άρθρο 35 παράγραφος
1 και, κατά
περίπτωση,
οποιαδήποτε
αρχή στην
οποία η
αρμόδια αρχή
αναθέτει
καθήκοντα,
συνεργάζεται
σε εθνικό
επίπεδο με: α) τις
αρμόδιες αρχές
που είναι
υπεύθυνες για
τη χορήγηση
άδειας και την
εγγραφή στο
μητρώο νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων
σύμφωνα με την
οδηγία 2006/43/ΕΚ∙ β) τις
αρχές που
αναφέρονται
στο άρθρο 36
παράγραφος 2,
είτε έχουν
οριστεί
αρμόδιες αρχές
για τους σκοπούς
του παρόντος
κανονισμού
είτε όχι· γ) τις
μονάδες
χρηματοοικονομικών
πληροφοριών και
τις αρμόδιες
αρχές που
αναφέρονται
στα άρθρα 21 και 37
της οδηγίας
2005/60/ΕΚ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
II ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ, ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ
ΕΡΕΥΝΩΝ,
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ
ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ
ΕΚΤΑΚΤΩΝ
ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ
ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΩΝ
ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ Άρθρο 40 Διασφάλιση
ποιότητας 1. Για
τους σκοπούς
του παρόντος
άρθρου,
νοούνται ως: α) «έλεγχοι
ποιότητας», οι
έλεγχοι
διασφάλισης
της ποιότητας
νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων που
διενεργούνται
από ελεγκτή
ποιότητας και
δεν αποτελούν
έρευνα κατά
την έννοια του
άρθρου 41∙ β) «ελεγκτής
ποιότητας»,
ελεγκτής που
πληροί τις απαιτήσεις
του στοιχείου
α) του δεύτερου
εδαφίου της
παραγράφου 3
του παρόντος
άρθρου, ο
οποίος
απασχολείται
σε αρμόδια
αρχή· γ) «εμπειρογνώμονας»,
φυσικό πρόσωπο
που διαθέτει
ειδική
τεχνογνωσία
στις
χρηματοπιστωτικές
αγορές, τη
χρηματοοικονομική
αναφορά, τον
έλεγχο ή άλλα
πεδία σχετικά
με τους ελέγχους
ποιότητας,
συμπεριλαμβανομένων
των επαγγελματιών
νόμιμων
ελεγκτών. 2. Οι
αναφερόμενες
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
αρμόδιες αρχές
εφαρμόζουν
αποτελεσματικό
σύστημα διασφάλισης
της ποιότητας
ελέγχου. Η αρμόδια
αρχή διενεργεί
ελέγχους
διασφάλισης της
ποιότητας
νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων που
διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
τουλάχιστον
κάθε τρία έτη. 3. Η
αρμόδια αρχή
είναι υπεύθυνη
για το σύστημα
διασφάλισης
ποιότητας και
το οργανώνει
κατά τρόπο ώστε
να είναι
ανεξάρτητο από
τους
ελεγχόμενους
νόμιμους ελεγκτές
και ελεγκτικά
γραφεία. Η αρμόδια
αρχή έχει τις
ακόλουθες
ευθύνες, τις
οποίες δεν επιτρέπεται
να αναθέτει σε
οποιαδήποτε
ένωση ή όργανο
συνδεδεμένο με
τον λογιστικό
ή τον
ελεγκτικό
κλάδο: α) έγκριση
και τροποποίηση
των
μεθοδολογιών
ελέγχου
ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων
των
εγχειριδίων
ελέγχου ποιότητας
και
παρακολούθησης,
των
μεθοδολογιών
αναφοράς και
των
προγραμμάτων
περιοδικών
ελέγχων ποιότητας· β) έγκριση
και
τροποποίηση
των εκθέσεων
ελέγχου ποιότητας
και των
εκθέσεων
παρακολούθησης· γ) έγκριση
και ανάθεση
καθηκόντων
ελεγκτών
ποιότητας για
κάθε έλεγχο
ποιότητας. Η αρμόδια
αρχή κατανέμει
επαρκείς
πόρους σε κάθε σύστημα
διασφάλισης
ποιότητας. 4. Η
αρμόδια αρχή
εξασφαλίζει
την εφαρμογή
κατάλληλων
πολιτικών και
διαδικασιών
σχετικά με την
ανεξαρτησία
και την
αντικειμενικότητα
του
προσωπικού,
συμπεριλαμβανομένων
των ελεγκτών
ποιότητας, και
τη διαχείριση
του συστήματος
ελέγχου
ποιότητας. Η αρμόδια
αρχή
συμμορφώνεται
με τα ακόλουθα
κριτήρια κατά
τον διορισμό
ελεγκτών
ποιότητας: α) οι
ελεγκτές
ποιότητας
διαθέτουν
κατάλληλη επαγγελματική
εκπαίδευση και
σχετική πείρα
στον υποχρεωτικό
έλεγχο και τη
χρηματοοικονομική
αναφορά σε
συνδυασμό με
ειδική
εκπαίδευση σε
ελέγχους διασφάλισης
της ποιότητας· β) οποιοδήποτε
πρόσωπο που
είναι
επαγγελματίας
νόμιμος
ελεγκτής ή απασχολείται
ή συνδέεται με
άλλον τρόπο με
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο δεν
επιτρέπεται να
ενεργεί ως
ελεγκτής
ποιότητας· γ) ένα
πρόσωπο δεν
επιτρέπεται να
διενεργεί
έλεγχο ποιότητας
νόμιμου
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου έως
ότου περάσουν
τουλάχιστον δύο
έτη από τη
στιγμή που το
εν λόγω
πρόσωπο παύει
να είναι
εταίρος ή
υπάλληλος του
εν λόγω
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου ή να
συνδέεται με
άλλον τρόπο με
αυτό(ν)∙ δ) οι
ελεγκτές
ποιότητας
δηλώνουν ότι
δεν υφίσταται
σύγκρουση
συμφερόντων
μεταξύ αυτών
και του
νόμιμου
ελεγκτή ή
ελεγκτικού
γραφείου στο
οποίο θα
διενεργηθεί ο
έλεγχος
ποιότητας. Η αρμόδια
αρχή δύναται
να συνάπτει
συμβάσεις με εμπειρογνώμονες
για τη
διενέργεια
συγκεκριμένων
ελέγχων
ποιότητας όταν
δεν επαρκεί ο
αριθμός των
ελεγκτών
ποιότητας
εντός της
αρχής. Η
αρμόδια αρχή
δύναται επίσης
να υποστηρίζεται
από
εμπειρογνώμονες
όταν αυτό
είναι απαραίτητο
για την ορθή
διενέργεια
ενός ελέγχου
ποιότητας.
Στις εν λόγω
περιπτώσεις,
οι αρμόδιες
αρχές και οι
εμπειρογνώμονες
συμμορφώνονται
με τις
απαιτήσεις της
παρούσας
παραγράφου. Οι
εμπειρογνώμονες
είναι ανεξάρτητοι
από
επαγγελματικές
ενώσεις και
φορείς. 5. Το
πεδίο
εφαρμογής των
ελέγχων
ποιότητας
καλύπτει: α) αξιολόγηση
του σχεδιασμού
του εσωτερικού
συστήματος διασφάλισης
ποιότητας του
ελεγκτικού
γραφείου ή του
νόμιμου
ελεγκτή· β) επαρκή
δειγματοληπτικό
έλεγχο
συμφωνίας των
διαδικασιών
και έλεγχο των
φακέλων
ελέγχου οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
ώστε να
επαληθευτεί η
αποτελεσματικότητα
του εσωτερικού
συστήματος διασφάλισης
ποιότητας· γ) βάσει
των ευρημάτων
του ελέγχου
ποιότητας
σύμφωνα με τα
στοιχεία α) και
β) της παρούσας
παραγράφου, αξιολόγηση
των
περιεχομένων
της πλέον
πρόσφατης
ετήσιας
έκθεσης
διαφάνειας που
έχει δημοσιευθεί
από τον νόμιμο
ελεγκτή ή το ελεγκτικό
γραφείο
σύμφωνα με το
άρθρο 27. Ελέγχονται
τουλάχιστον οι
ακόλουθες
πολιτικές και
διαδικασίες
εσωτερικού
ελέγχου του
νόμιμου ελεγκτή
ή του
ελεγκτικού
γραφείου: α) συμμόρφωση
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού γραφείου
με τα ισχύοντα
πρότυπα
ελέγχου και
διασφάλισης
της ποιότητας
και με τις
απαιτήσεις
περί
δεοντολογίας
και
ανεξαρτησίας,
συμπεριλαμβανομένων
όσων αφορούν
το κεφάλαιο IV
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ και τα
άρθρα 5 έως 10 του
παρόντος
κανονισμού, καθώς
και τις
συναφείς
νομοθετικές,
κανονιστικές και
διοικητικές
διατάξεις του
οικείου
κράτους μέλους· β) η
ποσότητα και η
ποιότητα των
χρησιμοποιηθέντων
πόρων,
συμπεριλαμβανομένης
της
συμμόρφωσης με
τις απαιτήσεις
συνεχούς
εκπαίδευσης,
όπως ορίζονται
στο άρθρο 13 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ∙ γ) συμμόρφωση
με τις
απαιτήσεις που
ορίζονται στο
άρθρο 9 σχετικά
με τις αμοιβές
ελέγχου που
χρεώνονται. Για τους
σκοπούς του
δειγματοληπτικού
ελέγχου συμφωνίας,
επιλέγεται
τουλάχιστον
σημαντικό μέρος
των φακέλων
ελέγχου βάσει
ανάλυσης του
κινδύνου
ανεπαρκούς
διενέργειας
του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Οι
αρμόδιες αρχές
ελέγχουν
επίσης
περιοδικά τις μεθοδολογίες
που
χρησιμοποιούν
οι νόμιμοι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία για τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου. Οι
έλεγχοι
ποιότητας θα
πρέπει να
είναι κατάλληλοι
και ανάλογοι της
κλίμακας και
της
πολυπλοκότητας
των δραστηριοτήτων
του
ελεγχόμενου
ελεγκτικού
γραφείου ή νόμιμου
ελεγκτή. 6. Τα
ευρήματα και
τα
συμπεράσματα
των ελέγχων
ποιότητας στα
οποία
βασίζονται οι
συστάσεις,
συμπεριλαμβανομένων
των ευρημάτων
και των
συμπερασμάτων
σχετικά με την
έκθεση
διαφάνειας,
κοινοποιούνται
στον
ελεγχόμενο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο και
συζητούνται με
αυτό(ν) πριν
οριστικοποιηθεί
η έκθεση
ελέγχου
ποιότητας. Οι
συστάσεις των
ελέγχων
ποιότητας
παρακολουθούνται
από τον
ελεγχόμενο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο εντός
εύλογης περιόδου
που ορίζει η
αρμόδια αρχή. Η
εν λόγω
περίοδος δεν
υπερβαίνει
τους 12 μήνες
στην περίπτωση
συστάσεων για
το εσωτερικό
σύστημα
διασφάλισης
της ποιότητας
του ελεγκτικού
γραφείου. 7. Ο
έλεγχος
ποιότητας
αποτελεί το
αντικείμενο
έκθεσης η
οποία περιέχει
τα κύρια
συμπεράσματα
του ελέγχου
διασφάλισης
ποιότητας. Άρθρο 41 Διενέργεια
ερευνών Οι
αναφερόμενες
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
αρμόδιες αρχές
θεσπίζουν
αποτελεσματικά
συστήματα διενέργειας
ερευνών για
τον εντοπισμό,
τη διόρθωση
και την
πρόληψη
περιπτώσεων
ανεπαρκούς
διενέργειας
του
υποχρεωτικού
ελέγχου οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος. Στην
περίπτωση που
μια αρμόδια
αρχή συνάπτει
σύμβαση με
εμπειρογνώμονες
για τη
διενέργεια
συγκεκριμένων
αποστολών, η
αρχή
εξασφαλίζει
ότι δεν
υφίσταται
σύγκρουση
συμφερόντων
μεταξύ των
εμπειρογνωμόνων
αυτών και του
νόμιμου ελεγκτή
ή του
ελεγκτικού
γραφείου για
το(ν) οποίο
διενεργείται
έρευνα. Άρθρο 42 Παρακολούθηση
της αγοράς 1. Οι
αναφερόμενες
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
αρμόδιες αρχές
παρακολουθούν
τακτικά τις
εξελίξεις της
αγοράς για την
παροχή
υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος. Οι
αρμόδιες αρχές
αξιολογούν
ιδιαίτερα τα
εξής: α) τους
κινδύνους που
προέρχονται
από την υψηλή
συγκέντρωση,
συμπεριλαμβανομένου
του αφανισμού
ελεγκτικών
γραφείων με
σημαντικό μερίδιο
στην αγορά, της
διακοπής της
παροχής υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου σε
συγκεκριμένο
τομέα ή σε
διάφορους
τομείς, της
περαιτέρω
συσσώρευσης
κινδύνου στην
αγορά και των
επιπτώσεων στη
συνολική
σταθερότητα
του
χρηματοπιστωτικού
τομέα· β) την
ανάγκη λήψης
μέτρων για τη
μείωση αυτών
των κινδύνων. 2. Έως
τις X X 20XX [2 έτη μετά
την έναρξη
ισχύος του
παρόντος
κανονισμού],
και, στη
συνέχεια,
τουλάχιστον
ανά διετία,
κάθε αρμόδια
αρχή
καταρτίζει
έκθεση επί του ζητήματος
αυτού και την
υποβάλλει στην
ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΤ
και την ΕΑΑΕΣ. Η ΕΑΚΑΑ, η
ΕΑΤ και η ΕΑΑΕΣ
χρησιμοποιούν
τις εκθέσεις
αυτές για να
καταρτίσουν
κοινή έκθεση
για την
κατάσταση σε
επίπεδο
Ένωσης. Η
έκθεση
υποβάλλεται
στην Επιτροπή,
την Ευρωπαϊκή
Κεντρική
Τράπεζα και
την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
Συστημικών Κινδύνων. Άρθρο 43 Σχεδιασμός
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων 1. Με
την επιφύλαξη
του άρθρου 52, οι
αρμόδιες αρχές
που έχουν
οριστεί
σύμφωνα με το
άρθρο 35
παράγραφος 1
απαιτούν
τουλάχιστον τα
έξι μεγαλύτερα
ελεγκτικά
γραφεία,
υπολογιζόμενα
βάσει των υποχρεωτικών
ελέγχων
μεγάλων
οντοτήτων
δημοσίου ελέγχου
σε κάθε κράτος
μέλος, να
καθορίσουν
σχέδιο
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων
για την αντιμετώπιση
ενδεχόμενων
γεγονότων που
απειλούν τη
συνέχιση των
επιχειρήσεων
του οικείου
γραφείου. Η αρμόδια
αρχή
δημοσιεύει
κατάλογο με τα
γραφεία που
αφορά το πρώτο
εδάφιο και τον
ενημερώνει
ετησίως. Η
αρμόδια αρχή
χρησιμοποιεί
τις
πληροφορίες που
παρέχουν
νόμιμοι
ελεγκτές και
ελεγκτικά γραφεία
σύμφωνα με το
άρθρο 28 για να
προσδιορίσει
τα έξι
μεγαλύτερα
ελεγκτικά γραφεία. 2. Τα
σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων προσδιορίζουν
μέτρα για την
αποφυγή
διατάραξης της
παροχής
υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου σε οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος,
για την
πρόληψη των
συνεπειών της
μετάδοσης σε
άλλα ελεγκτικά
γραφεία, είτε
αυτά ανήκουν
στο ίδιο
δίκτυο είτε
όχι, ως
αποτέλεσμα ευθύνης
ή κινδύνων για
τη φήμη και την
πρόληψη της
διαρθρωτικής
συσσώρευσης
του κινδύνου
στην αγορά. Τα σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων αναφέρουν: α) το
επίπεδο
ευθύνης που
αναλαμβάνει
κάθε εταίρος εντός
του ελεγκτικού
γραφείου· β) το
βαθμό στον
οποίο η νομική
ευθύνη μπορεί
να εξαπλωθεί
σε άλλα
ελεγκτικά
γραφεία που
ανήκουν στο
ίδιο δίκτυο, σε
εθνικό,
διεθνές
επίπεδο και σε
επίπεδο
Ένωσης. 3. Με
την επιφύλαξη
των ισχυόντων
εθνικών νόμων
περί πτώχευσης,
οι αρμόδιες
αρχές μπορεί
να απαιτούν
συγκεκριμένα
τον
προσδιορισμό
στα σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων
μέτρων για την
προετοιμασία
της ομαλής
χρεοκοπίας του
οικείου
γραφείου. 4. Τα
οικεία ελεγκτικά
γραφεία
υποβάλλουν τα
αντίστοιχα
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων
στις αρμόδιες
αρχές εντός
του χρονικού
πλαισίου που
αυτές καθορίζουν.
Τα σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων καταστάσεων
επικαιροποιούνται
καταλλήλως. Οι
αρμόδιες αρχές
δεν εγκρίνουν
ούτε
προσυπογράφουν
επισήμως τα
σχέδια αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων.
Ωστόσο,
δύνανται να
παράσχουν
γνώμη επί των
σχεδίων
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων ή
επί των
προσχεδίων τους,
εάν τα
ελεγκτικά
γραφεία
διαβουλευθούν
μαζί τους εκ
των προτέρων. Άρθρο 44 Διαφάνεια
των αρμόδιων
αρχών Οι
αρμόδιες αρχές
μεριμνούν για
τη διαφάνειά
τους και
δημοσιεύουν
τουλάχιστον τα
εξής: α) ετήσιες
εκθέσεις
δραστηριότητας
σχετικά με τα καθήκοντα
που
προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό· β) ετήσια
προγράμματα
εργασίας
σχετικά με τα
καθήκοντα που
προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό· γ) έκθεση
επί των
συνολικών
αποτελεσμάτων
του συστήματος
διασφάλισης
ποιότητας σε
ετήσια βάση. Η
έκθεση αυτή
περιλαμβάνει
πληροφορίες
σχετικά με τις
εκδιδόμενες
συστάσεις,
παρακολούθηση
των συστάσεων,
ληφθέντα μέτρα
εποπτείας και
επιβεβλημένες
κυρώσεις.
Επίσης
περιλαμβάνει
ποσοτικές
πληροφορίες
και άλλες
βασικές
πληροφορίες
απόδοσης για
τους
οικονομικούς
πόρους και το
προσωπικό,
καθώς και για
την
αποδοτικότητα
και την αποτελεσματικότητα
του συστήματος
διασφάλισης
της ποιότητας· δ) τα
ευρήματα και
τα
συμπεράσματα
των ελέγχων
ποιότητας που
αναφέρονται
στο άρθρο 40
παράγραφος 6. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
III ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΜΕΤΑΞΥ
ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ
ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ
ΕΠΟΠΤΙΚΕΣ
ΑΡΧΕΣ Άρθρο 45 Υποχρέωση
συνεργασίας Οι
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών
συνεργάζονται
μεταξύ τους
στις
περιπτώσεις
που αυτό είναι
απαραίτητο για
τους σκοπούς
του παρόντος
κανονισμού,
συμπεριλαμβανομένων
των
περιπτώσεων
στις οποίες η
συμπεριφορά
για την οποία
διενεργείται
έρευνα δεν συνιστά
παραβίαση
νομοθετικών ή
κανονιστικών
διατάξεων που
ισχύουν στο
οικείο κράτος
μέλος. Άρθρο 46 ΕΑΚΑΑ 1. Η
συνεργασία
μεταξύ των
αρμόδιων αρχών
οργανώνεται
στο πλαίσιο
της ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ θα
ιδρύσει μια
μόνιμη
εσωτερική
επιτροπή σύμφωνα
με το άρθρο 41 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010 για το
σκοπό αυτό. Η εν
λόγω εσωτερική
επιτροπή θα
αποτελείται
τουλάχιστον από
τις αρμόδιες
αρχές που
αναφέρονται
στο άρθρο 35 παράγραφος
1 του παρόντος
κανονισμού. Οι
αρμόδιες αρχές
που
αναφέρονται
στο άρθρο 32 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ
καλούνται να
λαμβάνουν
μέρος στις
συνεδριάσεις
της εν λόγω
εσωτερικής
επιτροπής για
ζητήματα που
αφορούν τη
χορήγηση
άδειας και την
εγγραφή σε
μητρώο νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων και
τις σχέσεις με
τρίτες χώρες
στο μέτρο που αυτές
αφορούν τον
υποχρεωτικό
έλεγχο
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος. Η ΕΑΚΑΑ
συνεργάζεται
με την ΕΑΤ και
την ΕΑΑΕΣ στο πλαίσιο
της Μεικτής
Επιτροπής
Ευρωπαϊκών
Εποπτικών
Αρχών που
δημιουργείται
με το άρθρο 54 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010. Η ΕΑΚΑΑ θα
αναλάβει, κατά
περίπτωση, όλα
τα υφιστάμενα
και εν εξελίξει
καθήκοντα της
Ευρωπαϊκής
Ομάδας Φορέων
Εποπτείας
Ελεγκτών
(ΕΟΦΕΕ) που
δημιουργείται
σύμφωνα με την
απόφαση 2005/909/ΕΚ. 2. Η
ΕΑΚΑΑ παρέχει
συμβουλές στις
αρμόδιες αρχές
στις
περιπτώσεις
που
προβλέπονται
στον παρόντα
κανονισμό. Οι
αρμόδιες αρχές
λαμβάνουν
υπόψη τις
συμβουλές
αυτές πριν να
λάβουν οποιαδήποτε
τελική απόφαση
βάσει του
παρόντος κανονισμού.
3. Για
τη διευκόλυνση
της άσκησης
των καθηκόντων
που προβλέπει
ο παρών
κανονισμός, η
ΕΑΚΑΑ εκδίδει
κατευθυντήριες
γραμμές
σύμφωνα με το
άρθρο 16 του κανονισμού
(ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά
περίπτωση,
σχετικά με τα
εξής: α) κοινά
πρότυπα για το
περιεχόμενο
και την
παρουσίαση της
έκθεσης που
αναφέρεται στο
άρθρο 22∙ β) κοινά
πρότυπα για το
περιεχόμενο
και την παρουσίαση
της έκθεσης
που αναφέρεται
στο άρθρο 23∙ γ) κοινά
πρότυπα για τη
δραστηριότητα
εποπτείας της
ελεγκτικής
επιτροπής που
αναφέρεται στο
άρθρο 24∙ δ) κοινά
πρότυπα και
βέλτιστες
πρακτικές για
το περιεχόμενο
και την
παρουσίαση της
έκθεσης που
αναφέρεται στο
άρθρο 27,
συμπεριλαμβανομένης
της δήλωσης που
αναφέρεται στο
άρθρο 28∙ ε) κοινά
πρότυπα και
βέλτιστες
πρακτικές για
το μηχανισμό
σταδιακής
εναλλαγής που
αναφέρεται στο
άρθρο 33∙ στ) κοινά
πρότυπα και
βέλτιστες
πρακτικές
σχετικά με την
απόλυση ελεγκτών,
ιδίως την
ύπαρξη βάσιμων
λόγων για την
απόλυση, όπως
αναφέρεται στο
άρθρο 34∙ ζ) πρακτικές
και
δραστηριότητες
επιβολής που
εκτελούνται
από τις
αρμόδιες αρχές
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό· η) κοινά
πρότυπα και
βέλτιστες
πρακτικές για
τη διενέργεια
των ελέγχων
διασφάλισης
της ποιότητας
που αναφέρονται
στο άρθρο 40,
λαμβάνοντας
υπόψη ιδίως τα
εξής; i) τη
διαφορετική
κλίμακα και
τις διαστάσεις
της δραστηριότητας
νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών γραφείων
και πολιτικών· ii) την
ομοιότητα
ποιοτικών
προτύπων,
πολιτικών και
διαδικασιών
που εφαρμόζουν
τα μέλη του
δικτύου των
νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων· θ) κοινά
πρότυπα και
βέλτιστες
πρακτικές για
τη διενέργεια
ερευνών
σύμφωνα με το
άρθρο 41∙ ι) διαδικασίες
για την
ανταλλαγή
πληροφοριών
σύμφωνα με το
άρθρο 48∙ ια) διαδικασίες
και όρους
συνεργασίας
σχετικά με τους
ελέγχους
διασφάλισης
της ποιότητας
σύμφωνα με το
άρθρο 49∙ ιβ) διαδικασίες
και όρους
κοινών ερευνών
και ελέγχων
ποιότητας
σύμφωνα με το
άρθρο 51∙ ιγ) την
επιχειρησιακή
λειτουργία των
συλλογικών
οργάνων που
αναφέρονται
στο άρθρο 53,
συμπεριλαμβανομένων
των όρων
προσδιορισμού
της συμμετοχής
στα συλλογικά
όργανα, της
επιλογής
διαμεσολαβητών,
των γραπτών
όρων της
λειτουργίας
των συλλογικών
οργάνων και
των συμφωνιών
συντονισμού μεταξύ
συλλογικών
οργάνων. Η ΕΑΚΑΑ
διαβουλεύεται
με την ΕΑΤ και
την ΕΑΑΕΣ πριν
εκδώσει τις
κατευθυντήριες
γραμμές που
αναφέρονται
στο πρώτο
εδάφιο. 4. Έως
τις X X 20XX [τέσσερα
έτη από την
έναρξη ισχύος
του παρόντος
κανονισμού],
και
τουλάχιστον
ανά δύο έτη στη
συνέχεια, η ΕΑΚΑΑ
θα καταρτίζει
έκθεση επί της
εφαρμογής του παρόντος
κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ
διαβουλεύεται
με την ΕΑΤ και
την ΕΑΑΕΣ πριν
δημοσιεύσει
την έκθεσή της. Σε έκθεση που
θα καταρτίσει
έως τις X X 20XX [δύο έτη
από την έναρξη
ισχύος του
παρόντος
κανονισμού], η
ΕΑΚΑΑ θα
αναλάβει να
εκπονήσει
αξιολόγηση της
διάρθρωσης της
αγοράς
ελεγκτικών
υπηρεσιών. Για τους
σκοπούς της
ανωτέρω
έκθεσης, η
ΕΑΚΑΑ θα
εξετάσει την
επίδραση που
ασκούν στη
διάρθρωση της
αγοράς
ελεγκτικών υπηρεσιών
τα συστήματα
των κρατών
μελών περί
αστικής
ευθύνης των
νόμιμων
ελεγκτών. Σε έκθεση
που θα
καταρτίσει έως
τις X X 20XX [τέσσερα
έτη από την
έναρξη ισχύος
του παρόντος
κανονισμού], η
ΕΑΚΑΑ θα
εξετάσει κατά
πόσον οι
αρμόδιες αρχές
που
αναφέρονται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
έχουν επαρκείς
εξουσίες και
πόρους ώστε να
εκτελούν τα
καθήκοντά
τους. Σε έκθεση
που θα
καταρτίσει έως
τις X X 20XX έξι έτη
από το τέλος
της
μεταβατικής
περιόδου], η
ΕΑΚΑΑ θα
εξετάσει τα
εξής ζητήματα: α) τις
αλλαγές στη
διάρθρωση της
αγοράς
ελέγχου· β) τις
αλλαγές στα
μοντέλα διασυνοριακής
δραστηριότητας,
μεταξύ άλλων
ως αποτέλεσμα
των αλλαγών
στο κεφάλαιο
ΙΙ της οδηγίας
2006/43/ΕΚ βάσει της
οδηγίας
ΧΧΧΧ/ΧΧ/ΕΕ∙ γ) ενδιάμεση
αξιολόγηση της
βελτίωσης της
ποιότητας του
ελέγχου και
των επιπτώσεων
του παρόντος
κανονισμού
στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
που είναι
οντότητες
δημοσίου συμφέροντος. Σε έκθεση
που θα
καταρτίσει έως
τις X X 20XX [δώδεκα
έτη από την
έναρξη ισχύος
του παρόντος
κανονισμού], η
ΕΑΚΑΑ θα
αναλάβει να
εκπονήσει
αξιολόγηση του
αντικτύπου του
παρόντος
κανονισμού. 5. Πριν
από τις X X 20XX [τρία έτη
από την έναρξη
ισχύος του
παρόντος
κανονισμού] η
Επιτροπή θα
παρουσιάσει
έκθεση, με βάση
τις εκθέσεις
της ΕΑΚΑΑ και
άλλα κατάλληλα
αποδεικτικά στοιχεία,
σχετικά με τον
αντίκτυπο των
εθνικών
κανόνων περί
ευθύνης στη
διάρθρωση της
αγοράς
ελεγκτικών
υπηρεσιών. Ανάλογα
με την έκθεση
αυτή, η
Επιτροπή
λαμβάνει τα
μέτρα που
κρίνει
κατάλληλα ως
αποτέλεσμα των
διαπιστώσεών
της. Άρθρο 47 Αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής 1. Τα
κράτη μέλη
τηρούν την
αρχή της
κανονιστικής
και εποπτικής
αρμοδιότητας
του κράτους
μέλους στο
οποίο έλαβε
άδεια ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο και
στο οποίο
βρίσκεται η
καταστατική
έδρα της
ελεγχόμενης
οντότητας. 2. Στην
περίπτωση
υποχρεωτικού
ελέγχου
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων,
το κράτος
μέλος που απαιτεί
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο των
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
δεν δύναται να
επιβάλει
συμπληρωματικές
απαιτήσεις
όσον αφορά τον
υποχρεωτικό
έλεγχο σε
σχέση με την
εγγραφή στο
μητρώο, τον
έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας,
τα ελεγκτικά
πρότυπα, την
επαγγελματική
δεοντολογία
και την
ανεξαρτησία του
νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου που
διενεργεί τον
υποχρεωτικό
έλεγχο
θυγατρικής που
έχει συσταθεί
σε άλλο κράτος
μέλος. 3. Στην
περίπτωση
επιχείρησης,
τα χρεόγραφα
της οποίας
έχουν εισαχθεί
προς διαπραγμάτευση
σε ρυθμιζόμενη
αγορά άλλου
κράτους μέλους
πέραν αυτού
στο οποίο έχει
την έδρα της η
επιχείρηση, το
κράτος μέλος
στο οποίο
έχουν εισαχθεί
προς
διαπραγμάτευση
τα χρεόγραφα
δεν δύναται να
επιβάλει
συμπληρωματικές
απαιτήσεις όσον
αφορά τον
υποχρεωτικό
έλεγχο σε
σχέση με την
εγγραφή στο
μητρώο, τον
έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας,
τα ελεγκτικά
πρότυπα, την
επαγγελματική
δεοντολογία
και την
ανεξαρτησία σε
νόμιμους
ελεγκτές ή
ελεγκτικά γραφεία
που διενεργούν
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο ετήσιων
ή ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
της
επιχείρησης αυτής. Άρθρο 48 Ανταλλαγή
πληροφοριών 1. Οι
αρμόδιες αρχές
που
αναφέρονται
στο άρθρο 35, ανταλλάσσουν
μεταξύ τους
και παρέχουν
στις σχετικές
ευρωπαϊκές
εποπτικές
αρχές, χωρίς
αδικαιολόγητη
καθυστέρηση,
τις πληροφορίες
που
απαιτούνται
για τον σκοπό
της άσκησης
των καθηκόντων
τους βάσει του
παρόντος
κανονισμού. 2. Κατά
τη λήψη
αιτήματος
πληροφόρησης
από άλλη αρμόδια
αρχή ή
ευρωπαϊκή
εποπτική αρχή,
η αρμόδια αρχή
που λαμβάνει
το εν λόγω
αίτημα
λαμβάνει,
χωρίς αδικαιολόγητη
καθυστέρηση,
τα απαραίτητα
μέτρα για τη
συλλογή των
απαιτούμενων
πληροφοριών.
Εάν η αρχή αυτή
δεν μπορεί να
παράσχει
πάραυτα τις
ζητούμενες
πληροφορίες,
γνωστοποιεί
τους σχετικούς
λόγους στην
αιτούσα
αρμόδια αρχή. 3. Οι
αρμόδιες αρχές
μπορεί να αρνηθούν
να ενεργήσουν
κατόπιν
αιτήματος
πληροφόρησης
σε οποιαδήποτε
από τις
ακόλουθες
περιστάσεις: α) εάν η
παροχή των
πληροφοριών
ενδέχεται να
επηρεάσει
δυσμενώς την
εθνική
κυριαρχία, την
ασφάλεια ή τη
δημόσια τάξη
των κρατών
μελών στα
οποία υποβάλλεται
η αίτηση
πληροφόρησης ή
να παραβιάζει
κανόνες εθνικής
ασφάλειας· β) εάν
έχει ήδη
κινηθεί
δικαστική
διαδικασία για
τα ίδια
πραγματικά
περιστατικά
και κατά των
ιδίων νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων
ενώπιον των
αρχών του
κράτους μέλους
στο οποίο
υποβάλλεται η
αίτηση
πληροφόρησης· γ) εάν
έχει ήδη
εκδοθεί
τελεσίδικη
απόφαση για τα
ίδια
πραγματικά
περιστατικά
και για τους
ίδιους νόμιμους
ελεγκτές ή
ελεγκτικά
γραφεία από
τις αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
στο οποίο
υποβάλλεται η
αίτηση
πληροφόρησης, Με την
επιφύλαξη των
υποχρεώσεων εκ
της ποινικής
δικονομίας, οι
αρμόδιες αρχές
ή οι
ευρωπαϊκές
εποπτικές
αρχές που
λαμβάνουν
πληροφορίες
σύμφωνα με την
παράγραφο 1, τις
χρησιμοποιούν
αποκλειστικά
για την άσκηση
των καθηκόντων
τους στο
πλαίσιο του πεδίου
εφαρμογής του
παρόντος
κανονισμού,
καθώς και στο
πλαίσιο
διοικητικών ή
δικαστικών
διαδικασιών
που σχετίζονται
ειδικά με την
άσκηση αυτών
των
καθηκόντων. 4. Οι
αρμόδιες αρχές
μπορεί να
διαβιβάσουν
στις αρμόδιες
αρχές που
είναι υπεύθυνες
για την
εποπτεία των
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
τις κεντρικές
τράπεζες, το
ευρωπαϊκό
σύστημα
κεντρικών
τραπεζών και την
Ευρωπαϊκή
Κεντρική
Τράπεζα, με την
ιδιότητά τους
ως
νομισματικές
αρχές, καθώς
και στην
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
Συστημικών
Κινδύνων,
εμπιστευτικές
πληροφορίες
που προορίζονται
για την άσκηση
των καθηκόντων
τους. Οι εν λόγω
αρχές ή όργανα
έχουν τη
δυνατότητα να
κοινοποιούν
στις αρμόδιες
αρχές
πληροφορίες
που αυτές μπορεί
να χρειάζονται
για την άσκηση
των καθηκόντων
τους βάσει του
παρόντος
κανονισμού Άρθρο 49 Συνεργασία
για τους
ελέγχους
διασφάλισης
ποιότητας 1. Οι
αρμόδιες αρχές
λαμβάνουν
μέτρα για να
εξασφαλίζουν
αποτελεσματική
συνεργασία σε
επίπεδο Ένωσης
αναφορικά με
τους ελέγχους
διασφάλισης
ποιότητας. 2. Η
αρμόδια αρχή
ενός κράτους
μέλους δύναται
να ζητά την
υποστήριξη της
αρμόδιας αρχής
άλλου κράτους
μέλους αναφορικά
με τους
ελέγχους
διασφάλισης
της ποιότητας
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων που ανήκουν
σε δίκτυο που
ασκεί
σημαντικές
δραστηριότητες
σε αυτό το
κράτος μέλος. Η αρμόδια
αρχή που
υποβάλλει
οποιοδήποτε
παρόμοιο
αίτημα
ενημερώνει
σχετικά την ΕΑΚΑΑ.
Στην περίπτωση
διενέργειας
έρευνας ή
ελέγχου
ποιότητας με
διασυνοριακές
επιπτώσεις, οι
αρμόδιες αρχές
μπορεί να
ζητήσουν από
την ΕΑΚΑΑ να συντονίσει
την έρευνα ή
τον έλεγχο
ποιότητας. 3. Στην
περίπτωση που
μια αρμόδια
αρχή λαμβάνει
αίτημα από
αρμόδια αρχή
άλλου κράτους
μέλους να
συμμετάσχει
στον έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας
νόμιμου
ελεγκτή ή ελεγκτικού
γραφείου που
ανήκει σε
δίκτυο που ασκεί
σημαντικές
δραστηριότητες
σε αυτό το
κράτος μέλος,
επιτρέπει στην
αιτούσα
αρμόδια αρχή
να συμμετέχει
στον εν λόγω
έλεγχο
διασφάλισης
της ποιότητας. Η αιτούσα
αρμόδια αρχή
δεν δικαιούται
να έχει πρόσβαση
σε πληροφορίες
οι οποίες
μπορεί να
επηρεάζουν
δυσμενώς την
εθνική
κυριαρχία, την
ασφάλεια ή τη
δημόσια τάξη
του κράτους
μέλους στο
οποίο
απευθύνεται η
αίτηση πληροφόρησης
ή οι οποίες
παραβιάζουν
κανόνες εθνικής
ασφάλειας. Άρθρο 50 Ευρωπαϊκό
πιστοποιητικό
ποιότητας 1. Η
ΕΑΚΑΑ θεσπίζει
ευρωπαϊκό
πιστοποιητικό
ποιότητας για
νόμιμους
ελεγκτές και
ελεγκτικά
γραφεία που διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος. Το
ευρωπαϊκό
πιστοποιητικό
ποιότητας
πληροί τις
ακόλουθες
προϋποθέσεις: α) το
ευρωπαϊκό
πιστοποιητικό
ποιότητας
χορηγείται από
την ΕΑΚΑΑ και
έχει ισχύ σε
ολόκληρη την
Ένωση· β) οι
ελεγκτές και
τα ελεγκτικά
γραφεία της
Ένωσης που
πληρούν τις
σχετικές
απαιτήσεις
δικαιούνται να
καταθέτουν αίτηση
για το
ευρωπαϊκό
πιστοποιητικό
ποιότητας· γ) η
ΕΑΚΑΑ
δημοσιεύει τις
απαιτήσεις για
τη λήψη του
ευρωπαϊκού
πιστοποιητικού
ποιότητας. Οι
εν λόγω απαιτήσεις
βασίζονται
στην ποιότητα
του ελέγχου
και την εμπειρία
στα συστήματα
διασφάλισης
της ποιότητας
που
αναφέρονται
στο άρθρο 30 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ
και το άρθρο 40
του παρόντος
κανονισμού· δ) η
ΕΑΚΑΑ χρεώνει
αμοιβή στους
αιτούντες
νόμιμους ελεγκτές
και ελεγκτικά
γραφεία για τη
χορήγηση του
ευρωπαϊκού πιστοποιητικού
ποιότητας
σύμφωνα με την
κατ’ εξουσιοδότηση
πράξη που
αναφέρεται
στην παράγραφο
4 του παρόντος
άρθρου. Οι εν
λόγω αμοιβές
καλύπτουν πλήρως
τις
απαραίτητες
δαπάνες της
ΕΑΚΑΑ σχετικά
με τη χορήγηση του
πιστοποιητικού
και
οποιαδήποτε
έξοδα με τα οποία
δύναται να
επιβαρύνονται
οι αρμόδιες
αρχές κατά την
εκτέλεση των
καθηκόντων
τους σύμφωνα
με το παρόν
άρθρο· ε) η
ΕΑΚΑΑ αναφέρει
τους λόγους
χορήγησης του
πιστοποιητικού
ή απόρριψης
της σχετικής
αίτησης· στ) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο συμμορφώνεται
ανά πάσα
στιγμή με τους
όρους αρχικής
χορήγησης του
πιστοποιητικού· ζ) η
ΕΑΚΑΑ
δικαιούται να
επανεξετάσει
οποιοδήποτε πιστοποιητικό
που έχει
χορηγηθεί σε
οποιο(ν)δήποτε
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό γραφείο,
είτε κατόπιν
αίτησης της
αρμόδιας αρχής
ή με δική της
πρωτοβουλία.
Τα
αποτελέσματα
των ελέγχων
διασφάλισης
της ποιότητας
λαμβάνονται υπόψη· η) η
ΕΑΚΑΑ
δικαιούται να
ανακαλέσει το
ευρωπαϊκό πιστοποιητικό
ποιότητας εάν
ο νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο δεν
πληροί πλέον
τις
προϋποθέσεις
λήψης του· θ) η
ΕΑΚΑΑ διατηρεί
μητρώο των
νόμιμων
ελεγκτών και γραφείων
που έχουν
λάβει το
πιστοποιητικό· ι) το
ευρωπαϊκό
πιστοποιητικό
ποιότητας έχει
εθελοντικό
χαρακτήρα και
δεν αποτελεί
προϋπόθεση προκειμένου
να είναι σε
θέση οι
νόμιμοι
ελεγκτές ή τα
ελεγκτικά
γραφεία να
διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος,
να λαμβάνουν άδεια
σε άλλο κράτος
μέλος σύμφωνα
με το άρθρο 14 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ ή
για να
λαμβάνουν
αναγνώριση σε
άλλο κράτος
μέλος σύμφωνα
με το άρθρο 3α
της οδηγίας
αυτής. 2. Η
ΕΑΚΑΑ
αναπτύσσει
σχέδια
ρυθμιστικών
τεχνικών προτύπων
για να
προσδιορίζει
τη διαδικασία
λήψης του
ευρωπαϊκού
πιστοποιητικού
ποιότητας νόμιμων
ελεγκτών και
ελεγκτικών
γραφείων που
διενεργούν
υποχρεωτικούς
ελέγχους
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος.
Τα εν λόγω
τεχνικά
πρότυπα τηρούν
τις ακόλουθες
αρχές: α) οι
αιτήσεις
υποβάλλονται
στην ΕΑΚΑΑ
είτε σε γλώσσα
αποδεκτή στο
κράτος μέλος
στο οποίο έχει
λάβει άδεια ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο ή σε
γλώσσα ευρέως
διαδεδομένη
στο διεθνή
χρηματοοικονομικό
τομέα. Στην
περίπτωση που
ένας όμιλος
ελεγκτικών
γραφείων
καταθέσει
αίτηση για τη
λήψη του
ευρωπαϊκού πιστοποιητικού
ποιότητας, τα
μέλη του
ομίλου δύναται
να αναθέσουν
σε ένα από τα
μέλη του να
υποβάλει όλες
τις αιτήσεις
εκ μέρους του
ομίλου· β) η
ΕΑΚΑΑ
διαβιβάζει
αντίγραφο της
αίτησης στις
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών που
αφορά η αίτηση· γ) οι
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών που
αφορά η αίτηση
εξετάζουν από
κοινού την
αίτηση λήψης
του πιστοποιητικού
στο πλαίσιο
του συλλογικού
οργάνου των
αρμόδιων αρχών
που αναφέρεται
στο άρθρο 53. Η εν
λόγω εξέταση
αφορά την
πληρότητα της
αίτησης και
την εκπλήρωση
των
υποχρεώσεων
χορήγησης του
πιστοποιητικού.
Οι πληροφορίες
που
λαμβάνονται
κατά τους
ελέγχους
διασφάλισης
της ποιότητας
συγκεκριμένου
αιτούντα χρησιμοποιούνται
στην εν λόγω
εξέταση· δ) οι
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών που
αφορά η αίτηση
ενημερώνουν
την ΕΑΚΑΑ
σχετικά με το
εάν ο αιτών
δικαιούται να
λάβει το
πιστοποιητικό· ε) η
ΕΑΚΑΑ λαμβάνει
απόφαση επί της
αίτησης· στ) η
ΕΑΚΑΑ
καθορίζει τα
αναλυτικά
διαδικαστικά
βήματα και τις
αντίστοιχες
χρονικές
προθεσμίες. Για τους
σκοπούς του
σημείου ii), τα εν
λόγω κράτη μέλη
είναι
τουλάχιστον τα
εξής: –
εάν ο
αιτών είναι
νόμιμος
ελεγκτής, το(τα)
κράτος(-η) μέλος(-η)
όπου ο νόμιμος
ελεγκτής έχει
λάβει άδεια
σύμφωνα με το
άρθρο 3 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ
και, κατά
περίπτωση, το(τα)
κράτος(-η)
μέλος(-η) όπου ο
νόμιμος
ελεγκτής έχει
λάβει άδεια
σύμφωνα με το
άρθρο 14 της
οδηγίας αυτής
και/ή το(τα)
κράτος(-η)
μέλος(-η) όπου ο
νόμιμος
ελεγκτής
αναλαμβάνει
περίοδο
προσαρμογής
σύμφωνα με το
άρθρο 14 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ∙ –
εάν ο
αιτών είναι
ελεγκτικό
γραφείο, το(τα)
κράτος(-η)
μέλος(-η) όπου το
ελεγκτικό
γραφείο έχει
λάβει άδεια
σύμφωνα με το
άρθρο 3 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ
και, κατά
περίπτωση,
το(τα) κράτος(-η)
μέλος(-η) όπου το
ελεγκτικό
γραφείο έχει
λάβει
αναγνώριση
σύμφωνα με το
άρθρο 3α της
οδηγίας αυτής
και/ή το(τα)
κράτος(-η) μέλος(-η)
όπου το
ελεγκτικό
γραφείο έχει
ελεγχόμενα
γραφεία,
συνδεδεμένα
γραφεία ή
μητρική
εταιρεία-γραφείο. 3. Η
ΕΑΚΑΑ
υποβάλλει το
σχέδιο
ρυθμιστικών
τεχνικών
προτύπων που
αναφέρονται
στην παράγραφο
2 στην Επιτροπή
έως τις [3 έτη
μετά την
έναρξη ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]. Ανατίθενται
στην Επιτροπή
εξουσίες για
την έκδοση των
ρυθμιστικών
τεχνικών
προτύπων που
αναφέρονται
στην παράγραφο
2 σύμφωνα με το
άρθρο 10 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1095/2010. 4. Η
Επιτροπή
εξουσιοδοτείται
να εκδίδει κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις
σύμφωνα με το
άρθρο 68 σχετικά
με τον
καθορισμό των
αμοιβών που
αναφέρονται
στο στοιχείο δ)
της παραγράφου
1. Οι κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις
προσδιορίζουν
ιδίως τους
τύπους των
αμοιβών και τα
ζητήματα για
τα οποία
οφείλονται
αμοιβές, το
ύψος των
αμοιβών, τον
τρόπο
καταβολής τους
και τον τρόπο
με τον οποίο η
ΕΑΚΑΑ θα
καλύπτει τυχόν
έξοδα των
αρμόδιων αρχών
με τα οποία
ενδέχεται να
επιβαρυνθούν
κατά την
εκτέλεση των
καθηκόντων
τους σύμφωνα
με το παρόν
άρθρο. Το ύψος
αμοιβής που
χρεώνεται σε
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο
καλύπτει το
σύνολο των
διοικητικών
δαπανών. Άρθρο 51 Συνεργασία
για τη
διενέργεια
ερευνών ή
επιτόπιων
ελέγχων ποιότητας 1. Στην
περίπτωση που
μια αρμόδια
αρχή
διαπιστώσει ότι
δραστηριότητες
αντίθετες προς
τις διατάξεις
του παρόντος
κανονισμού
εκτελούνται ή
έχουν εκτελεστεί
στην
επικράτεια
άλλου κράτους
μέλους, ενημερώνει
την αρμόδια
αρχή του άλλου
κράτους μέλους
σχετικά με το
συμπέρασμά της
με όσο το
δυνατό πιο
συγκεκριμένο
τρόπο. Η
αρμόδια αρχή
του έτερου
κράτους μέλους
υποχρεούται να
λάβει τα
κατάλληλα
μέτρα. Ενημερώνει
την αρμόδια
αρχή που την
πληροφόρησε για
το αποτέλεσμα
και, στο μέτρο
του δυνατού,
για τις
κυριότερες
ενδιάμεσες
εξελίξεις. 2. Η
αρμόδια αρχή
ενός κράτους
μέλους μπορεί
να ζητήσει τη
διενέργεια
έρευνας από
την αρμόδια
αρχή άλλου
κράτους μέλους
στο έδαφός του
τελευταίου. Δύναται
επίσης να
ζητήσει να
επιτραπεί σε
ορισμένα μέλη
του προσωπικού
της να συνοδεύσουν
το προσωπικό
της αρμόδιας
αρχής του
άλλου κράτους
μέλους για τη
διενέργεια της
έρευνας, καθώς
και σχετικά με
επιτόπιους
ελέγχους
ποιότητας. Η αρμόδια
αρχή που
υποβάλλει το
εν λόγω αίτημα
ενημερώνει την
ΕΑΚΑΑ σχετικά
με οποιοδήποτε
αίτημα που
αναφέρεται στο
πρώτο και στο
δεύτερο
εδάφιο. Η έρευνα ή
ο έλεγχος
ποιότητας
τίθεται υπό
τον πλήρη
έλεγχο του
κράτους μέλους
στο έδαφος του
οποίου
διενεργείται.
Ωστόσο, στην
περίπτωση
έρευνας ή
ελέγχου
ποιότητας με διασυνοριακές
επιπτώσεις, οι
αρμόδιες αρχές
δύναται να
ζητήσουν από
την ΕΑΚΑΑ να
συντονίσει την
έρευνα ή τον
έλεγχο
ποιότητας. 3. Η
αρμόδια αρχή
στην οποία
υποβάλλεται το
αίτημα δύναται
να αρνηθεί να
ενεργήσει
σχετικά με
αίτημα διενέργειας
έρευνας
σύμφωνα με το
πρώτο εδάφιο
της παραγράφου
2 ή σχετικά με αίτημα
συνοδείας του
προσωπικού της
από προσωπικό αρμόδιας
αρχής άλλου
κράτους μέλους
σύμφωνα με το
δεύτερο εδάφιο
της παραγράφου
2, στις
ακόλουθες περιπτώσεις: α) η εν
λόγω έρευνα ή ο
εν λόγω
έλεγχος ποιότητας
δύναται να
επηρεάσει
δυσμενώς την
εθνική κυριαρχία,
την ασφάλεια ή
τη δημοσία
τάξη του
κράτους μέλους
στο οποίο
υποβάλλεται η
αίτηση· β) έχει
ήδη κινηθεί
δικαστική
διαδικασία για
τα ίδια
πραγματικά
περιστατικά
και κατά των
ιδίων προσώπων
ενώπιον των αρχών
του κράτους
μέλους στο
οποίο
υποβάλλεται η
αίτηση· γ) έχει
ήδη εκδοθεί
τελεσίδικη
απόφαση για τα
ίδια πραγματικά
περιστατικά
και για τα ίδια
πρόσωπα από
τις αρμόδιες
αρχές του
κράτους μέλους
στο οποίο
υποβάλλεται η
αίτηση. Άρθρο 52 Συνεργασία
για το σχεδιασμό
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων Στην
περίπτωση που
τα ελεγκτικά
γραφεία τα
οποία αφορά η
απαίτηση του
άρθρου 43
ανήκουν σε
δίκτυα που
εξαπλώνονται
γεωγραφικά
τουλάχιστον σε
επίπεδο
Ένωσης, οι
αρμόδιες αρχές
συνεργάζονται
στο πλαίσιο
της ΕΑΚΑΑ για
να
εξασφαλίζουν
ότι οι
διάφορες
εθνικές απαιτήσεις
λαμβάνουν
υπόψη τις
διαστάσεις του
δικτύου. Οι
αρμόδιες αρχές
καθιστούν
διαθέσιμα στην
ΕΑΚΑΑ και τις
άλλες αρμόδιες
αρχές τα
σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων
που λαμβάνουν
σύμφωνα με το
άρθρο 43
παράγραφος 4. Η ΕΑΚΑΑ
δεν εγκρίνει
ούτε
προσυπογράφει
επισήμως τα
σχέδια
αντιμετώπισης
έκτακτων
καταστάσεων αλλά
δύναται να
γνωμοδοτεί επ’
αυτών. Άρθρο 53 Συλλογικά
όργανα
αρμόδιων αρχών 1. Συλλογικά
όργανα
αρμόδιων αρχών
μπορεί να
ιδρύονται για
τη διευκόλυνση
της άσκησης
των καθηκόντων
που αναφέρονται
στα άρθρα 40, 41, 50, 51, 52
και 61 αναφορικά
με
συγκεκριμένους
νόμιμους
ελεγκτές,
ελεγκτικά
γραφεία ή τα
δίκτυά τους. 2. Αναφορικά
με
συγκεκριμένους
νόμιμους
ελεγκτές ή
ελεγκτικά
γραφεία,
συλλογικά
όργανα
αρμόδιων αρχών
ιδρύονται από
την αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής. Το
συλλογικό
όργανο
αποτελείται
από την
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής και
οποιαδήποτε
άλλη αρμόδια
αρχή άλλων
κρατών μελών,
εφόσον: α) ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
παρέχει
υπηρεσίες
υποχρεωτικού
ελέγχου σε
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος
εντός της
δικαιοδοσίας
της· ή β) κλάδος
του ελεγκτικού
γραφείου
ιδρυθεί εντός
της
δικαιοδοσίας
της. Η αρμόδια
αρχή του
κράτους μέλους
καταγωγής ενεργεί
ως
διαμεσολαβητής. 3. Όσον
αφορά
συγκεκριμένα
δίκτυα,
συλλογικά
όργανα
αρμόδιων αρχών
ιδρύονται από
την ΕΑΚΑΑ
κατόπιν αίτησης
μίας ή
περισσότερων
αρμόδιων
αρχών. Το
συλλογικό
όργανο
αποτελείται
από τις
αρμόδιες αρχές
των κρατών
μελών στα
οποία το
δίκτυο εκτελεί
σημαντικές δραστηριότητες.
4. Εντός
15 εργάσιμων
ημερών από την
ίδρυση του
συλλογικού
οργάνου
αρμόδιων αρχών
αναφορικά με
συγκεκριμένο
δίκτυο, τα μέλη
του επιλέγουν
διαμεσολαβητή.
Εάν δεν
επιτευχθεί
συμφωνία, η
ΕΑΚΑΑ διορίζει
διαμεσολαβητή. Τα μέλη
του συλλογικού
οργάνου
επανελέγχουν
την επιλογή
διαμεσολαβητή
τουλάχιστον
κάθε πέντε
χρόνια για να
εξασφαλίζουν ότι
ο επιλεγμένος
διαμεσολαβητής
εξακολουθεί να
είναι ο πλέον
κατάλληλος. 5. Ο
διαμεσολαβητής
προεδρεύει των
συνεδριάσεων του
συλλογικού
οργάνου,
συντονίζει τις
ενέργειες του
συλλογικού
οργάνου και
εξασφαλίζει
την
αποτελεσματική
ανταλλαγή
πληροφοριών
μεταξύ των
μελών του
συλλογικού
οργάνου. 6. Εντός
10 εργάσιμων
ημερών από την
επιλογή του, ο
διαμεσολαβητής
καθορίζει
γραπτές
συμφωνίες
συντονισμού
στο πλαίσιο
του συλλογικού
οργάνου για τα
ακόλουθα
ζητήματα: α) τις
πληροφορίες
που θα
ανταλλάσσονται
μεταξύ των
αρμόδιων
αρχών· β) περιπτώσεις
στις οποίες οι
αρμόδιες αρχές
πρέπει να
διαβουλεύονται
μεταξύ τους· γ) περιπτώσεις
στις οποίες οι
αρμόδιες αρχές
δύναται να
αναθέτουν
εποπτικά
καθήκοντα
σύμφωνα με το
άρθρο 54. 7. Εάν
δεν υπάρχει
συμφωνία ως
προς τις
γραπτές ρυθμίσεις
συντονισμού
βάσει της
παραγράφου 6,
οποιοδήποτε
μέλος του
συλλογικού
οργάνου
δύναται να παραπέμπει
κάθε ζήτημα
που ανακύπτει
στην ΕΑΚΑΑ. Ο διαμεσολαβητής
λαμβάνει
δεόντως υπόψη
του
οποιεσδήποτε
συμβουλές της
ΕΑΚΑΑ σχετικά
με τις γραπτές
ρυθμίσεις συντονισμού
προτού να
συμφωνήσει το
τελικό τους κείμενο.
Οι γραπτές
ρυθμίσεις
συντονισμού
καταγράφονται
σε ένα ενιαίο
έγγραφο στο
οποίο αναφέρονται
πλήρως οι λόγοι
οποιασδήποτε
σημαντικής
απόκλισης από
τη γνωμοδότηση
της ΕΑΚΑΑ. Ο
διαμεσολαβητής
διαβιβάζει τις
γραπτές
ρυθμίσεις
συντονισμού
στα μέλη του συλλογικού
οργάνου και
την ΕΑΚΑΑ. Άρθρο 54 Ανάθεση
καθηκόντων Η
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους
καταγωγής δύναται
να αναθέσει
οποιαδήποτε
καθήκοντά της
στην αρμόδια
αρχή άλλου
κράτους
μέλους, με την
επιφύλαξη συμφωνίας
της εν λόγω
αρχής. Η
ανάθεση
καθηκόντων δεν
επηρεάζει την
ευθύνη της
αναθέτουσας
αρμόδιας
αρχής. Άρθρο 55 Εμπιστευτικότητα
και
επαγγελματικό
απόρρητο σε
σχέση με την
ΕΑΚΑΑ 1. Η
υποχρέωση
τήρησης του
επαγγελματικού
απορρήτου
ισχύει για όλα
τα πρόσωπα που
εργάζονται ή
που έχουν
εργαστεί για
την ΕΑΚΑΑ ή για
οποιαδήποτε πρόσωπα
στα οποία έχει
αναθέσει
καθήκοντα η
ΕΑΚΑΑ, συμπεριλαμβανομένων
εμπειρογνωμόνων
που
συνεργάζονται
με την ΕΑΚΑΑ. Οι
πληροφορίες
που καλύπτει
το
επαγγελματικό
απόρρητο δεν
γνωστοποιούνται
σε άλλα
πρόσωπα ή
αρχές πέραν
των περιπτώσεων
που αυτό είναι
απαραίτητο για
νομικούς λόγους. 2. Η
παράγραφος 1
του παρόντος
άρθρου και το
άρθρο 37 δεν απαγορεύουν
την ανταλλαγή
εμπιστευτικών
πληροφοριών
μεταξύ της
ΕΑΚΑΑ και των
αρμόδιων
αρχών. Οι πληροφορίες
που
ανταλλάσσονται
με αυτόν τον
τρόπο
καλύπτονται
από την
υποχρέωση
προστασίας του
επαγγελματικού
απόρρητου, το
οποίο οφείλουν
να τηρούν τα
πρόσωπα που
εργάζονται ή
έχουν εργασθεί
στις αρμόδιες
αρχές. 3. Όλες
οι πληροφορίες
που
ανταλλάσσονται
βάσει του
παρόντος
κανονισμού
μεταξύ της
ΕΑΚΑΑ, των
αρμόδιων αρχών
και άλλων
αρχών και
οργάνων
θεωρούνται εμπιστευτικές,
με την
εξαίρεση των
περιπτώσεων στις
οποίες η ΕΑΚΑΑ
ή η αρμόδια
αρχή ή άλλη
οικεία αρχή ή
όργανο δηλώσει
κατά το χρόνο
κοινοποίησης
ότι οι εν λόγω
πληροφορίες
δύναται να
γνωστοποιηθούν
ή των
περιπτώσεων
στις οποίες η
εν λόγω
γνωστοποίηση είναι
απαραίτητη για
νομικούς
λόγους. Άρθρο 56 Προστασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα 1. Τα
κράτη μέλη
εφαρμόζουν την
οδηγία 95/46/ΕΚ
στην επεξεργασία
των δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα που πραγματοποιείται
στα κράτη μέλη
σύμφωνα με τον
παρόντα
κανονισμό. 2. Ο
κανονισμός (ΕΚ)
αριθ. 45/2001 ισχύει
για την επεξεργασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα που
εκτελείται από
την ΕΑΚΑΑ, την
ΕΑΤ και την
ΕΑΑΕΣ στο πλαίσιο
του παρόντος
κανονισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ
IV ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
ΜΕ ΑΡΧΕΣ
ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ
ΚΑΙ ΜΕ
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ
ΚΑΙ ΦΟΡΕΙΣ Άρθρο 57 Συμφωνία
για την
ανταλλαγή
πληροφοριών 1. Οι
αρμόδιες αρχές
και η ΕΑΚΑΑ
μπορεί να
συνάψουν συμφωνίες
συνεργασίας
για την
ανταλλαγή
πληροφοριών με
τις αρμόδιες
αρχές τρίτων
χωρών μόνο εάν
οι
γνωστοποιούμενες
πληροφορίες
καλύπτονται, στις
οικείες τρίτες
χώρες, από
εγγυήσεις
τήρησης του
επαγγελματικού
απορρήτου οι
οποίες είναι
τουλάχιστον ισοδύναμες
με αυτές που
ορίζονται στα
άρθρα 37 και 55. Αυτή η
ανταλλαγή
πληροφοριών
πρέπει να
εξυπηρετεί την
άσκηση των
καθηκόντων των
εν λόγω
αρμόδιων
αρχών. Στην
περίπτωση που
η εν λόγω
ανταλλαγή
πληροφοριών περιλαμβάνει
τη διαβίβαση
δεδομένων
προσωπικού χαρακτήρα
σε τρίτη χώρα,
τα κράτη μέλη
συμμορφώνονται
με την οδηγία
95/46/ΕΚ και η ΕΑΚΑΑ
συμμορφώνεται με
τον κανονισμό
(ΕΚ) αριθ. 45/2001. 2. Οι
αρμόδιες αρχές
συνεργάζονται
με τις
αρμόδιες αρχές
ή άλλους συναφείς
φορείς τρίτων
χωρών σχετικά
με τους
ελέγχους
διασφάλισης
της ποιότητας
και τις
έρευνες ελεγκτών
και ελεγκτικών
γραφείων. Η
ΕΑΚΑΑ συμβάλλει
σε αυτή τη
συνεργασία. Η ΕΑΚΑΑ
συμβάλλει στην
καθιέρωση
εποπτικής σύγκλισης
με τρίτες
χώρες. 3. Στην
περίπτωση που
η συνεργασία ή
η ανταλλαγή
πληροφοριών
αφορά έγγραφα
εργασίας του
ελέγχου ή άλλα
έγγραφα στην κατοχή
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων, εφαρμόζεται
το άρθρο 47 της
οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Άρθρο 58 Γνωστοποίηση
πληροφοριών
που
λαμβάνονται
από τρίτες χώρες Η
αρμόδια αρχή
κράτους μέλους
ή η ΕΑΚΑΑ
δύναται να
γνωστοποιήσει
τις
πληροφορίες
που λαμβάνει
από αρμόδιες
αρχές τρίτων
χωρών μόνο εάν
έχει εξασφαλίσει
τη ρητή
συμφωνία της
αρμόδιας αρχής
που διαβίβασε
τις
πληροφορίες
και, κατά
περίπτωση, οι πληροφορίες
γνωστοποιούνται
μόνο για τους
σκοπούς για
τους οποίους η
συγκεκριμένη
αρμόδια αρχή
συμφώνησε ή μόνο
στην περίπτωση
που η εν λόγω
γνωστοποίηση
είναι
απαραίτητη για
νομικούς
λόγους. Άρθρο 59 Γνωστοποίηση
πληροφοριών
που
διαβιβάζονται
σε τρίτες
χώρες Η αρμόδια
αρχή κράτους
μέλους ή η ΕΑΚAΑ
μεριμνά ώστε
οι πληροφορίες
που κοινοποιεί
σε αρμόδια
αρχή τρίτης
χώρας να
δύναται να
γνωστοποιηθούν
από τη συγκεκριμένη
αρμόδια αρχή
σε τρίτα μέρη ή
αρχές μόνο κατόπιν
προηγούμενης
ρητής
συμφωνίας της
αρμόδιας αρχής
που διαβίβασε
τις
πληροφορίες,
σύμφωνα με το
εθνικό της
δίκαιο και
εφόσον οι
πληροφορίες
γνωστοποιούνται
μόνο για τους
σκοπούς για
τους οποίους
συναίνεσε η
συγκεκριμένη
αρμόδια αρχή
του κράτους
μέλους ή η
ΕΑΚΑΑ ή μόνο
στην περίπτωση
που η εν λόγω γνωστοποίηση
είναι
απαραίτητη για
νομικούς
λόγους. Άρθρο 60 Συνεργασία
με διεθνείς
οργανισμούς
και φορείς Η ΕΑΚΑΑ
συνεργάζεται
με τους
διεθνείς
οργανισμούς
και τους
φορείς που
καταρτίζουν
διεθνή ελεγκτικά
πρότυπα. Τίτλος V Διοικητικές
κυρωσεισ και
μετρα Άρθρο 61 Διοικητικές
κυρώσεις και
μέτρα 1. Τα
κράτη μέλη
ορίζουν τους
κανόνες για
τις διοικητικές
κυρώσεις και
τα μέτρα που
επιβάλλονται
σε περιπτώσεις
παραβίασης των
διατάξεων του
παρόντος
κανονισμού, οι
οποίες
προσδιορίζονται
στο παράρτημα,
στα πρόσωπα
που είναι υπεύθυνα
για την εν λόγω
παραβίαση και
λαμβάνουν όλα τα
αναγκαία μέτρα
για να
εξασφαλίσουν
την επιβολή
τους. Οι εν λόγω
κυρώσεις και
τα μέτρα
πρέπει να είναι
αποτελεσματικά,
αναλογικά και
αποτρεπτικά. 2. Έως
τις [24 μήνες από
την έναρξη
ισχύος του
παρόντος κανονισμού]
τα κράτη μέλη
κοινοποιούν
στην Επιτροπή
και στην ΕΑΚΑΑ
τους
αναφερόμενους
στην παράγραφο
1 κανόνες.
Κοινοποιούν
επίσης
αμελλητί στην
Επιτροπή και
την ΕΑΚΑΑ
οποιαδήποτε
μεταγενέστερη
τροποποίησή
τους. 3. Το
παρόν άρθρο
και τα άρθρα 62
έως 66 εφαρμόζονται
με την
επιφύλαξη των
διατάξεων του
εθνικού
ποινικού
δικαίου. Άρθρο 62 Εξουσίες
επιβολής
κυρώσεων 1. Το
παρόν άρθρο
εφαρμόζεται
στις
περιπτώσεις
παραβίασης των
διατάξεων του
παρόντος
κανονισμού που
προσδιορίζονται
στο παράρτημα. 2. Με
την επιφύλαξη των
εποπτικών
εξουσιών των
αρμόδιων αρχών
σύμφωνα με το
άρθρο 38, στην
περίπτωση
παραβίασης που
αναφέρεται
στην παράγραφο
1, οι αρμόδιες
αρχές, σύμφωνα
με το εθνικό
δίκαιο, έχουν
την εξουσία να
επιβάλλουν
τουλάχιστον τα
εξής
διοικητικά
μέτρα και κυρώσεις: α) εκδίδουν
εντολή με την
οποία απαιτούν
το πρόσωπο που
είναι υπεύθυνο
για την
παραβίαση να
παύσει και να
μην επαναλάβει
ξανά τη
συγκεκριμένη
συμπεριφορά· β) εκδίδουν
δημόσια δήλωση
που αναφέρει
το υπεύθυνο
πρόσωπο και τη
φύση της
παραβίασης και
τη δημοσιεύουν
στο δικτυακό
τόπο των
αρμόδιων
αρχών· γ) εκδίδουν
προσωρινή
απαγόρευση
προς το νόμιμο
ελεγκτή, το
ελεγκτικό
γραφείο ή τον
κύριο
ελεγκτικό
εταίρο να
διενεργεί
υποχρεωτικούς
ελέγχους οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
ή/και να
υπογράφει εκθέσεις
ελέγχου κατά
την έννοια του
άρθρου 22 που
ισχύουν σε
ολόκληρη την
Ένωση, έως ότου
παύσει η
παραβίαση· δ) δηλώνουν
ότι η έκθεση
ελέγχου δεν
πληροί τις
απαιτήσεις του
άρθρου 22, έως
ότου παύσει η
παραβίαση· ε) εκδίδουν
προσωρινή
απαγόρευση σε
μέλος ελεγκτικού
γραφείου ή
διοικητικού ή
διαχειριστικού
οργάνου
οντότητας
δημοσίου
συμφέροντος να
ασκεί
καθήκοντα σε
ελεγκτικά
γραφεία ή
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος· στ) επιβάλλουν
διοικητικές
χρηματικές
κυρώσεις ύψους
έως το
διπλάσιο του
ύψους των
κερδών που
αποκομίσθηκαν
ή των ζημιών
που
αποφεύχθηκαν
λόγω της
παραβίασης, στην
περίπτωση που
το ύψος αυτό
δύναται να
προσδιοριστεί· ζ) όσον
αφορά φυσικά
πρόσωπα,
επιβάλλουν
διοικητικές
χρηματικές
κυρώσεις ύψους
έως 5.000.000 ευρώ ή,
στα κράτη μέλη
όπου το ευρώ
δεν είναι το
επίσημο νόμισμα,
την αντίστοιχη
αξία στο
εθνικό νόμισμα
κατά την
ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του
κανονισμού· η) όσον
αφορά νομικά
πρόσωπα,
επιβάλλουν
διοικητικές
χρηματικές
κυρώσεις ύψους
έως 10% του
συνολικού ετήσιου
κύκλου
εργασιών του
κατά το
προηγούμενο οικονομικό
έτος· στην
περίπτωση που
το νομικό
πρόσωπο είναι
θυγατρική
μητρικής
επιχείρησης
κατά την έννοια
των άρθρων 1 και 2
της οδηγίας
83/349/ΕΟΚ, ο
σχετικός συνολικός
ετήσιος κύκλος
εργασιών είναι
ο συνολικός
ετήσιος κύκλος
εργασιών που
προκύπτει από
τους ενοποιημένους
λογαριασμούς
της τελικής
μητρικής επιχείρησης
κατά το
προηγούμενο
οικονομικό
έτος. 3. Τα
κράτη μέλη μπορεί
να εκχωρούν
στις αρμόδιες
αρχές άλλες
εξουσίες επιβολής
κυρώσεων
επιπροσθέτως
αυτών που
αναφέρονται
στην παράγραφο
2 και δύναται να
καθορίζουν
υψηλότερα
επίπεδα
διοικητικών
χρηματικών κυρώσεων
από αυτά που
προβλέπονται
στη συγκεκριμένη
παράγραφο. Άρθρο 63 Αποτελεσματική
επιβολή
κυρώσεων 1. Κατά
τον
προσδιορισμό
του τύπου των
διοικητικών κυρώσεων
και μέτρων, οι
αρμόδιες αρχές
λαμβάνουν υπόψη
τους όλες τις
συναφείς
περιστάσεις,
συμπεριλαμβανομένων
των εξής: α) της
σοβαρότητας
και της
διάρκειας της
παραβίασης· β) του
βαθμού ευθύνης
του υπεύθυνου
προσώπου· γ) της
οικονομικής
δύναμης του
υπεύθυνου
προσώπου, όπως
φαίνεται από
το συνολικό
κύκλο εργασιών
της υπεύθυνης
επιχείρησης ή
το ετήσιο
εισόδημα του
υπεύθυνου
φυσικού
προσώπου· δ) της
σημασίας των
κερδών που
αποκομίσθηκαν
ή των ζημιών
που
αποφεύχθηκαν
από το
υπεύθυνο
πρόσωπο, εφόσον
μπορούν να
προσδιοριστούν· ε) του
επιπέδου
συνεργασίας
του υπεύθυνου
προσώπου με
την αρμόδια
αρχή, με την
επιφύλαξη της
ανάγκης
εξασφάλισης
της παράδοσης
των κερδών που
αποκομίσθηκαν
ή των ζημιών
που
αποφεύχθηκαν από
το πρόσωπο
αυτό· στ) προηγούμενων
παραβιάσεων
από το
υπεύθυνο πρόσωπο. Επιπρόσθετοι
παράγοντες
δύναται να
λαμβάνονται
υπόψη από τις
αρμόδιες
αρχές, εάν οι εν
λόγω
παράγοντες
προσδιορίζονται
στο εθνικό δίκαιο. 2. Η ΕΑΤ,
η ΕΑΑΕΣ και η
ΕΑΚΑΑ εκδίδουν
από κοινού
κατευθυντήριες
γραμμές προς
τις αρμόδιες
αρχές σύμφωνα
με το άρθρο 16 του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1093/2010, του
κανονισμού (ΕΕ)
αριθ. 1094/2010 και του
κανονισμού (ΕΕ) αριθ.
1095/2010 σχετικά με τα
είδη
διοικητικών
μέτρων και κυρώσεων
και το επίπεδο
των
διοικητικών
χρηματικών
κυρώσεων που
επιβάλλονται
σε επιμέρους
περιπτώσεις
εντός του
εθνικού
νομικού πλαισίου. Άρθρο 64 Δημοσίευση
κυρώσεων και
μέτρων Κάθε
διοικητικό
μέτρο ή κύρωση
που
επιβάλλεται λόγω
παραβίασης του
παρόντος
κανονισμού
δημοσιεύεται
άμεσα,
συμπεριλαμβανομένων
τουλάχιστον πληροφοριών
σχετικά με το
είδος και τη
φύση της παραβίασης
και την ταυτότητα
των προσώπων
που είναι
υπεύθυνα για
αυτήν, εκτός
εάν η εν λόγω
δημοσίευση θα
έθετε σε
σοβαρό κίνδυνο
τη σταθερότητα
των
χρηματοπιστωτικών
αγορών. Στην
περίπτωση που
η δημοσίευση
θα προκαλούσε
δυσανάλογα
μεγάλη ζημία
στα
εμπλεκόμενα
μέρη, οι
αρμόδιες αρχές
δημοσιεύουν τα
μέτρα και τις
κυρώσεις ανωνύμως. Οι
αρμόδιες αρχές
ενημερώνουν
χωρίς
αδικαιολόγητη
καθυστέρηση
την ΕΑΚΑΑ για
οποιαδήποτε
κύρωση ή μέτρο
που
επιβάλλεται
λόγω
παραβίασης του
παρόντος
κανονισμού. Κατά τη
δημοσίευση των
κυρώσεων
τηρούνται τα
θεμελιώδη
δικαιώματα που
αναφέρονται
στον Χάρτη
Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων
της ΕΕ, ιδίως το
δικαίωμα του
σεβασμού της
ιδιωτικής και
οικογενειακής ζωής
και το
δικαίωμα
προστασίας των
δεδομένων προσωπικού
χαρακτήρα. Άρθρο 65 Προσφυγή Τα κράτη
μέλη μεριμνούν
ώστε οι
λαμβανόμενες
αποφάσεις από
την αρμόδια
αρχή σύμφωνα
με τον παρόντα
κανονισμό να
υπόκεινται σε
δικαίωμα
προσφυγής. Άρθρο 66 Αναφορά
παραβιάσεων 1. Τα
κράτη μέλη
θεσπίζουν
αποτελεσματικούς
μηχανισμούς
ώστε να
ενθαρρύνουν
την αναφορά
περιπτώσεων
παραβίασης του
παρόντος
κανονισμού
στις αρμόδιες
αρχές. 2. Οι
αναφερόμενοι
στην παράγραφο
1 μηχανισμοί
περιλαμβάνουν
τουλάχιστον τα
εξής: α) συγκεκριμένες
διαδικασίες
για τη λήψη
αναφορών παραβίασης
και την
παρακολούθησή
τους· β) κατάλληλη
προστασία για
τα πρόσωπα που
αναφέρουν
πιθανές ή
πραγματικές
περιπτώσεις
παραβίασης· γ) προστασία
δεδομένων
προσωπικού
χαρακτήρα σχετικά
με το πρόσωπο
που αναφέρει
πιθανές ή
πραγματικές
περιπτώσεις
παραβίασης και
το
κατηγορούμενο
πρόσωπο
σύμφωνα με τις
αρχές που
ορίζονται στην
οδηγία 95/46/ΕΚ· δ) κατάλληλες
διαδικασίες
για να
εξασφαλίζεται
το δικαίωμα
υπεράσπισης
και ακρόασης
του κατηγορούμενου
προσώπου πριν
από την έκδοση
απόφασης για αυτό
και το
δικαίωμα
αποτελεσματικής
προσφυγής ενώπιον
δικαστηρίου
κατά
οποιασδήποτε
απόφασης ή
μέτρου που το
αφορά. 3. Τα
ελεγκτικά
γραφεία και οι
οντότητες
δημοσίου συμφέροντος
καθορίζουν
κατάλληλες
διαδικασίες ώστε
να μπορούν οι
υπάλληλοί τους
να αναφέρουν
πιθανές ή
πραγματικές
περιπτώσεις
παραβίασης του
παρόντος
κανονισμού
εσωτερικά,
μέσω συγκεκριμένου
διαύλου. Άρθρο 67 Ανταλλαγή
πληροφοριών με
την ΕΑΚΑΑ 1. Οι
αρμόδιες και
οι δικαστικές
αρχές παρέχουν
σε ετήσια βάση
στην ΕΑΚΑΑ
συγκεντρωτικές
πληροφορίες
σχετικά με όλα
τα διοικητικά
μέτρα, τις
κυρώσεις και
τα πρόστιμα
που επέβαλαν
σύμφωνα με τα
άρθρα 61, 62, 63, 64, 65 και 66. Η
ΕΑΚΑΑ
δημοσιεύει τις
πληροφορίες αυτές
σε ετήσια
έκθεση. 2. Στην
περίπτωση που
η αρμόδια αρχή
έχει γνωστοποιήσει
διοικητικά
μέτρα,
κυρώσεις και
πρόστιμα στο κοινό,
ενημερώνει
ταυτοχρόνως
την ΕΑΚΑΑ
σχετικά με την
εν λόγω γνωστοποίηση.
Τίτλος VI Κατ’
εξουσιοδοτηση
πραξεισ,
αναφορά και
μεταβατικές
και τελικές
διατάξεις Άρθρο 68 Άσκηση
της
εξουσιοδότησης 1. Η
εξουσία
έκδοσης κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων ανατίθεται
στην Επιτροπή
σύμφωνα με τις
προϋποθέσεις
που
καθορίζονται
στο παρόν
άρθρο. 2. Η
εξουσία
έκδοσης των
κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεων που
αναφέρονται
στο άρθρο 10
παράγραφος 6
και στο άρθρο 50
παράγραφος 4
ανατίθεται
στην Επιτροπή
για απροσδιόριστο
χρονικό
διάστημα από
την [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]. 3. Οι
ανατιθέμενες
εξουσίες που
αναφέρονται
στο άρθρο 10
παράγραφος 6
και στο άρθρο 50
παράγραφος 4 μπορεί
να ανακληθούν
οποιαδήποτε
χρονική στιγμή
από το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο ή
το Συμβούλιο. Η
απόφαση ανάκλησης
περατώνει την
ανάθεση της
εξουσίας που προσδιορίζεται
στην εν λόγω
απόφαση.
Τίθεται σε
ισχύ την
επομένη της
ημέρας
δημοσίευσης
της απόφασης στην
Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης ή σε μεταγενέστερη
ημερομηνία που
ορίζεται σε
αυτήν. Δεν
επηρεάζει την
εγκυρότητα
οποιωνδήποτε
κατ’ εξουσιοδότηση
πράξεων που
βρίσκονται ήδη
σε ισχύ. 4. Μόλις
εκδώσει μια
κατ’
εξουσιοδότηση
πράξη, η Επιτροπή
την κοινοποιεί
ταυτόχρονα στο
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο. 5. Οι κατ’
εξουσιοδότηση
πράξεις που
εγκρίνονται σύμφωνα
με το άρθρο 10
παράγραφος 6
και το άρθρο 50
παράγραφος 4
τίθενται σε
ισχύ μόνο
εφόσον δεν
προβληθεί
καμία ένσταση
είτε από το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
είτε από το
Συμβούλιο,
εντός προθεσμίας
[δύο μηνών] από
την
κοινοποίηση
της εν λόγω
πράξης στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο ή
εάν, πριν από τη
λήξη της
περιόδου
αυτής, το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο ενημερώσουν
αμφότερα την
Επιτροπή ότι
δεν πρόκειται
να προβάλουν
ενστάσεις. Η
περίοδος αυτή
παρατείνεται
κατά [δύο μήνες]
με πρωτοβουλία
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου ή
του Συμβουλίου. Άρθρο 69 Αναφορά Έως τις Χ
Χ 20ΧΧ [πέντε έτη
από το τέλος
της
μεταβατικής
περιόδου] η
Επιτροπή
καταρτίζει
έκθεση για την
εφαρμογή του
παρόντος
κανονισμού. Η
έκθεση θα
λαμβάνει δεόντως
υπόψη την
έκθεση που
καταρτίζεται
από την ΕΑΚΑΑ
και που
αναφέρεται στο
τέταρτο εδάφιο
του άρθρου 46
παράγραφος 4. Άρθρο 70 Μεταβατική
διάταξη 1. Κατά
παρέκκλιση των
άρθρων 32 και 33, οι
ακόλουθες απαιτήσεις
εφαρμόζονται
σε συμβάσεις
για την παροχή
υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου σε
οντότητες δημοσίου
συμφέροντος
που βρίσκονται
σε ισχύ κατά
την
[ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]: α) οποιαδήποτε
σύμβαση
ελέγχου που
συνάπτεται πριν
από την
ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧΧ [ημερομηνία
έκδοσης της
πρότασης της
Επιτροπής] και
η οποία
εξακολουθεί να
ισχύει την [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού],
παραμένει σε
ισχύ για
μέγιστη
περίοδο
τεσσάρων οικονομικών
ετών από την [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]· β) οποιαδήποτε
σύμβαση
ελέγχου που
συνάπτεται μετά
από την
ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧΧ [ημερομηνία
έκδοσης της
πρότασης της
Επιτροπής]
αλλά πριν την
ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧ [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]
και η οποία
εξακολουθεί να
ισχύει,
παραμένει σε ισχύ
για μέγιστη
περίοδο πέντε
οικονομικών
ετών από την
ΧΧ/ΧΧ/ΧΧΧΧ [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]· γ) όταν η
σύμβαση
ελέγχου που
αναφέρεται στα
στοιχεία α) ή β)
της παρούσας
παραγράφου
λήξει ή
καταγγελθεί, η
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
δύναται να ανανεώσει
την εν λόγω
σύμβαση μόνο
μία φορά με τον ίδιο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο, χωρίς
να εφαρμόζονται
οι διατάξεις
του άρθρου 31
παράγραφος 3. Η εν
λόγω
ανανεωμένη
σύμβαση έχει
την ακόλουθη
μέγιστη
διάρκεια: i) 1 έτος:
εάν ο ελεγκτής
παρείχε
υπηρεσίες στην
ελεγχόμενη
οντότητα για
συνεχόμενη
περίοδο άνω
των 100 ετών· ii) 2 έτη:
εάν ο ελεγκτής
παρείχε
υπηρεσίες στην
ελεγχόμενη
οντότητα για
συνεχόμενη
περίοδο 51 έως 100
ετών· iv) 3 έτη: εάν
ο ελεγκτής
παρείχε
υπηρεσίες στην
ελεγχόμενη
οντότητα για
συνεχόμενη
περίοδο 21 έως 50
ετών· v) 4 έτη: εάν
ο ελεγκτής
παρείχε
υπηρεσίες στην
ελεγχόμενη
οντότητα για
συνεχόμενη
περίοδο 11 έως 20
ετών· vi) 5 έτη: εάν
ο ελεγκτής
παρείχε
υπηρεσίες στην
ελεγχόμενη
οντότητα για
συνεχόμενη
περίοδο που
δεν υπερβαίνει
τα 10 έτη. Κατά
παρέκκλιση των
κριτηρίων του
στοιχείου γ), η σύμβαση
ελέγχου
δύναται να
παραμείνει σε
ισχύ έως το
τέλος του
πρώτου
οικονομικού
έτους που λήγει
μετά την [2 έτη
από την έναρξη
ισχύος του
παρόντος
κανονισμού]. Κατά
παρέκκλιση των
στοιχείων α)
έως γ), όταν
σύμφωνα με
τους εθνικούς
κανόνες
ορίζεται
μέγιστη διάρκεια
της συμβατικής
σχέσης μεταξύ
του νόμιμου
ελεγκτή ή του
ελεγκτικού
γραφείου και
της ελεγχόμενης
οντότητας που
δεν υπερβαίνει
τα 9 έτη και η
ελεγχόμενη
οντότητα
πρέπει να
επιλέξει διαφορετικό
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο με τη συμπλήρωση
αυτής της
μέγιστης
διάρκειας, η
σύμβαση
ελέγχου δύναται
να παραμείνει
σε ισχύ έως το
τέλος της συγκεκριμένης
μέγιστης
διάρκειας. 2. Το
άρθρο 33
εφαρμόζεται σε
οποιαδήποτε
σύμβαση
ελέγχου που συνάπτεται
μετά την […] [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]
αλλά πριν την […] [2
έτη από την
έναρξη ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]. Το άρθρο 32
παράγραφος 3
εφαρμόζονται
μόνο στις εν λόγω
συμβάσεις μετά
τη λήξη ή
καταγγελία της
πρώτης
ανανέωσης κάθε
εν λόγω
σύμβασης. Άρθρο 71 Εθνικές
διατάξεις Τα κράτη
μέλη λαμβάνουν
τα κατάλληλα
μέτρα για να
εξασφαλίσουν
την
αποτελεσματική
εφαρμογή του
παρόντος κανονισμού. Άρθρο 72 Έναρξη
ισχύος Ο παρών
κανονισμός
αρχίζει να
ισχύει την
εικοστή ημέρα
από τη
δημοσίευσή του
στην Επίσημη
Εφημερίδα της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Εφαρμόζεται
από την [2 έτη
από την έναρξη
ισχύος]. Ωστόσο,
το άρθρο 32
παράγραφος 7
εφαρμόζεται
από την […] [ημερομηνία
έναρξης ισχύος
του παρόντος
κανονισμού]
ενώ το άρθρο 10
παράγραφος 5
εφαρμόζεται
από την […] [3 έτη
από την έναρξη
ισχύος του
παρόντος
κανονισμού]. Ο παρών
κανονισμός
είναι
δεσμευτικός ως
προς όλα τα
μέρη του και
ισχύει άμεσα
σε κάθε κράτος
μέλος. , Για το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο Για
το Συμβούλιο Ο
Πρόεδρος Ο
Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
I. Παραβιάσεις
νόμιμων
ελεγκτών,
ελεγκτικών
γραφείων ή
κύριων
ελεγκτικών
εταίρων Α.
Παραβιάσεις
σχετικά με
σύγκρουση
συμφερόντων,
οργανωτικές ή
επιχειρησιακές
απαιτήσεις 1. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 6
παράγραφος 1
εάν δεν
καθορίζει και
εφαρμόζει
κατάλληλες
πολιτικές και
διαδικασίες ώστε
να εξασφαλίζει
τη συμμόρφωση
με τις ελάχιστες
οργανωτικές
απαιτήσεις,
όπως αυτές
ορίζονται στην
παράγραφο 1
στοιχεία α) έως
ια). 2. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή ο
κύριος
ελεγκτικός
εταίρος που
διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ
μέρους ελεγκτικού
γραφείου
παραβιάζει το
άρθρο 8
παράγραφος 1
στοιχείο α) εάν
αναλάβει κύρια
διοικητική
θέση στην
ελεγχόμενη
οντότητα εντός
δύο ετών από
την παραίτησή
του από τη θέση
του νόμιμου
ελεγκτή ή
κύριου
ελεγκτικού
εταίρου στην
ελεγκτική
αποστολή. 3. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή ο
κύριος
ελεγκτικός
εταίρος που
διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ
μέρους
ελεγκτικού
γραφείου
παραβιάζει το
άρθρο 8
παράγραφος 1
στοιχείο β) εάν
γίνει μέλος
της ελεγκτικής
επιτροπής της
ελεγχόμενης
οντότητας ή ισοδύναμου
οργάνου εντός
δύο ετών από
την παραίτησή
του από τη θέση
του νόμιμου
ελεγκτή ή
κύριου ελεγκτικού
εταίρου στην
ελεγκτική
αποστολή. 4. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή ο
κύριος
ελεγκτικός
εταίρος που
διενεργεί
υποχρεωτικό
έλεγχο εκ
μέρους ελεγκτικού
γραφείου
παραβιάζει το
άρθρο 8
παράγραφος 1
στοιχείο γ) εάν
διοριστεί μη
εκτελεστικό
μέλος του
διοικητικού
οργάνου ή μέλος
του εποπτικού
οργάνου της
ελεγχόμενης
οντότητας
εντός δύο ετών
από την
παραίτησή του
από τη θέση του
νόμιμου
ελεγκτή ή
κύριου
ελεγκτικού εταίρου
στην ελεγκτική
αποστολή. 5. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 9
παράγραφος 2
εάν δεν
εξασφαλίζει
ότι οι
υπηρεσίες
συναφούς δημοσιονομικού
ελέγχου που
παρέχει στην
ελεγχόμενη
οντότητα δεν
υπερβαίνουν το
10% των αμοιβών
που καταβάλλει
η ελεγχόμενη
οντότητα για
τον υποχρεωτικό
έλεγχο. 6. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 10 εάν
παρέχει άλλες
υπηρεσίες πέραν
των υπηρεσιών
υποχρεωτικού
ελέγχου ή
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου στην
ελεγχόμενη
οντότητα. Β.
Παραβιάσεις
σχετικά με τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου 7. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
παραβιάζει το
άρθρο 16
παράγραφος 3
εάν δεν τηρεί αρχείο
των
περιπτώσεων
κατά τις
οποίες οι
υπάλληλοί του
δεν
συμμορφώνονται
με τις
διατάξεις του
παρόντος
κανονισμού ή
εάν δεν
καταρτίζει
ετήσια έκθεση
των μέτρων που
λαμβάνει για
να εξασφαλίζει
τη συμμόρφωση
με τις
διατάξεις
αυτές. 8. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 16
παράγραφος 4
εάν δεν τηρεί
μητρώο λογαριασμών
πελατών που
περιλαμβάνει
τα δεδομένα που
αναφέρονται
στα στοιχεία α),
β) και γ) της
ίδιας παραγράφου.
9. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
παραβιάζει το άρθρο
16 παράγραφος 5
εάν δεν
δημιουργεί
φάκελο ελέγχου
για κάθε
διενεργούμενο
υποχρεωτικό
έλεγχο ο
οποίος να
περιέχει τις
πληροφορίες
που αναφέρονται
στα στοιχεία α)
έως ι) της ίδιας
παραγράφου. 10. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο
παραβιάζει το άρθρο
17 παράγραφος 1
στοιχείο γ) εάν
δεν ενημερώνει
την αρμόδια
αρχή που
αναφέρεται στο
άρθρο 36 σχετικά
με οποιοδήποτε
συμβάν που
έχει ή δύναται
να έχει
σοβαρές
επιπτώσεις
στην
ακεραιότητα
της καταστατικής
του
δραστηριότητας.
11. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 17
παράγραφος 2
εάν δεν
ενημερώνει την
αρμόδια αρχή
που εποπτεύει
οντότητες
δημοσίου συμφέροντος
σχετικά με
οποιαδήποτε
απάτη που διαπράττεται
ή επιχειρείται
σε σχέση με τις
οικονομικές
καταστάσεις
της
ελεγχόμενης οντότητας. 12. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 19 εάν
δεν
εξασφαλίζει
την εκτέλεση εσωτερικού
ελέγχου
διασφάλισης
της ποιότητας
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις που
ορίζονται στις
παραγράφους 2
έως 6 του άρθρου
αυτού. Γ.
Παραβιάσεις
σχετικά με τις
ελεγκτικές
εκθέσεις 13. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 22 εάν
δεν παρέχει
γνώμη ελέγχου
η οποία
καταρτίζεται
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις των
παραγράφων 2, 3, 4, 5
και 7 του άρθρου
αυτού. 14. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 23 εάν
δεν υποβάλλει
συμπληρωματική
έκθεση προς
την ελεγκτική
επιτροπή της
ελεγχόμενης
οντότητας η
οποία
καταρτίζεται
σύμφωνα με τις
απαιτήσεις των
παραγράφων 2
έως 5 του άρθρου
αυτού. 15. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 25 εάν
δεν αναφέρει
άμεσα στις
αρμόδιες αρχές
που εποπτεύουν
τις οντότητες
δημοσίου συμφέροντος
οποιοδήποτε
γεγονός ή
απόφαση σχετικά
με την
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος του
οποίου έχει
λάβει γνώση
κατά τη
διενέργεια του
υποχρεωτικού
ελέγχου και
που
ενδεχομένως να
συνδέεται με
οποιαδήποτε
από τις
παραβιάσεις
που αναφέρονται
στα στοιχεία α)
έως γ) της
πρώτης παραγράφου
του άρθρου 25. Δ.
Παραβιάσεις
σχετικά με τις
διατάξεις περί
γνωστοποίησης 16. Το
ελεγκτικό
γραφείο
παραβιάζει το
πρώτο εδάφιο του
άρθρου 26
παράγραφος 1
σχετικά με το
άρθρο 26 παράγραφος
4 εάν δεν
δημοσιεύει στο
δικτυακό του
τόπο την
ετήσια
οικονομική
έκθεσή του
κατά την
έννοια της
παραγράφου 2
του άρθρου 4 της οδηγίας
2004/109/ΕΚ το
αργότερο εντός
τεσσάρων μηνών
από το τέλος
κάθε
οικονομικού
έτους και εάν
δεν τη διατηρεί
διαθέσιμη για
τουλάχιστον
πέντε έτη. 17. Ο
νόμιμος
ελεγκτής
παραβιάζει το
δεύτερο εδάφιο
του άρθρου 28
παράγραφος 2
σχετικά με το
άρθρο 27 παράγραφος
1 εάν δεν
δημοσιεύει στο
δικτυακό του
τόπο τον
ετήσιο
λογαριασμό
αποτελεσμάτων
του και εάν δεν
τον διατηρεί
διαθέσιμο για
τουλάχιστον
πέντε έτη. 18. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 26
παράγραφος 2
εάν δεν
παρουσιάζει στον
ετήσιο
λογαριασμό
αποτελεσμάτων
του ή στην ετήσια
οικονομική
έκθεσή του τις
αμοιβές που
έχει λάβει για
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο ετήσιων
ή ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
οντοτήτων δημοσίου
συμφέροντος
και οντοτήτων
που ανήκουν σε
όμιλο
εταιρειών, η μητρική
επιχείρηση των
οποίων είναι
οντότητα δημοσίου
συμφέροντος
ξεχωριστά από
τις αμοιβές
που έχει λάβει
για τον
υποχρεωτικό
έλεγχο ετήσιων
και
ενοποιημένων
οικονομικών
καταστάσεων
άλλων οντοτήτων
και από τις
αμοιβές που
έχει χρεώσει
για υπηρεσίες
συναφούς
δημοσιονομικού
ελέγχου, όπως
ορίζονται στο
άρθρο 10. 19. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο που
ανήκει σε
δίκτυο
παραβιάζει το
άρθρο 26
παράγραφος 3 εάν
δεν παρέχει ως
παράρτημα στο
λογαριασμό
αποτελεσμάτων
ή στην ετήσια
οικονομική
έκθεσή του τις πληροφορίες
που
αναφέρονται
στα στοιχεία α)
έως δ) του
άρθρου 26
παράγραφος 3,
εκτός εάν
εφαρμόζεται η παρέκκλιση
του δεύτερου
εδαφίου της
παραγράφου αυτής.
20. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 27 εάν
δεν
δημοσιεύει,
είτε καθόλου
είτε εγκαίρως,
έκθεση
διαφάνειας που
περιλαμβάνει
τις
πληροφορίες
που
αναφέρονται
στην παράγραφο
2 του άρθρου
αυτού και, κατά
περίπτωση, τις
πληροφορίες
που αναφέρει
το άρθρο 28. 21. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 29 εάν δεν
παρέχει
ετησίως στην
αρμόδια αρχή
που αναφέρεται
στο άρθρο 35
παράγραφος 1
κατάλογο των
ελεγχόμενων
οντοτήτων
δημοσίου
συμφέροντος
καθώς και τα
έσοδα που έχει
εισπράξει από
αυτές. 22. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 30 παράγραφος
1 εάν δεν τηρεί
τα έγγραφα και
τις πληροφορίες
που
αναφέρονται
στο άρθρο 30
παράγραφος 1. Ε.
Παραβιάσεις
σχετικά με το
διορισμό
νόμιμων ελεγκτών
ή ελεγκτικών
γραφείων από
οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος 23. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 33
παράγραφος 2
εάν αναλάβει
τον
υποχρεωτικό
έλεγχο μιας
οντότητας
δημοσίου συμφέροντος
μετά τη λήξη
των δύο
διαδοχικών
ελεγκτικών
αποστολών στη
συγκεκριμένη
οντότητα που
αναφέρονται
στο άρθρο 33
παράγραφος 1
πριν από το
πέρας τεσσάρων
ετών. 24. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 33
παράγραφος 6
εάν
προσκομίσει
πλήρη φάκελο
παράδοσης στο
τέλος της
ελεγκτικής
αποστολής στο
νέο νόμιμο
ελεγκτή ή
ελεγκτικό
γραφείο. ΣΤ.
Παραβιάσεις
σχετικά με τη
διασφάλιση της
ποιότητας 25. Ο
νόμιμος
ελεγκτής ή το
ελεγκτικό
γραφείο παραβιάζει
το άρθρο 40
παράγραφος 6
εάν δεν
ακολουθήσει τις
συστάσεις των
ελέγχων
ποιότητας
εντός της προθεσμίας
που ορίζει η
αρμόδια αρχή. II. Παραβιάσεις
από οντότητες
δημοσίου
συμφέροντος Α. Παραβιάσεις
σχετικά με το
διορισμό
νόμιμων
ελεγκτών ή
ελεγκτικών
γραφείων 1. Με
την επιφύλαξη
του άρθρου 31
παράγραφοι 2, 3
και 4, μια οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
παραβιάζει το
άρθρο 31
παράγραφος 1
εάν δεν
ιδρύσει
ελεγκτική
επιτροπή και/ή
εάν δεν
διορίσει τον
απαιτούμενο
αριθμό
ανεξάρτητων
μελών και/ή εάν
δεν διορίσει
τον
απαιτούμενο
αριθμό μελών
με συγκεκριμένη
επάρκεια στη
λογιστική
και/ή τον
έλεγχο. 2. Μια
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
παραβιάζει το
άρθρο 32
παράγραφος 1
εάν δεν
διορίζει
τον(τους) νόμιμο(-ους)
ελεγκτή(-ές) ή
το(τα)
ελεγκτικό(-ά)
γραφείο(-α)
σύμφωνα με
τους όρους του
άρθρου 32
παράγραφοι 2
έως 6. 3. Μια
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
παραβιάζει το
άρθρο 33 εάν
χρησιμοποιεί
τον ίδιο
νόμιμο ελεγκτή
ή ελεγκτικό
γραφείο για
περίοδο
μακρύτερη από
την αναφερόμενη
στο άρθρο 33. 4. Μια
οντότητα
δημοσίου
συμφέροντος
παραβιάζει το
άρθρο 34 εάν
παύσει νόμιμο
ελεγκτή ή
ελεγκτικό γραφείο
χωρίς να
υπάρχουν
βάσιμοι λόγοι. [1] Τα μεγάλα
ποσά στήριξης
που εγκρίθηκαν
βάσει συγκεκριμένων
σχεδίων
μπορούν να
εξηγηθούν από
το γεγονός ότι
ορισμένα κράτη
μέλη ενέκριναν
σχέδια
συνολικής
εγγύησης τα
οποία κάλυπταν
το σύνολο του
τραπεζικού
τους χρέους. Τα
κράτη μέλη
βασίστηκαν
κυρίως σε
μέτρα εγγυήσεων.
Ποσό ύψους 546,08
δισ. ευρώ (4,5% του
ΑΕΠ) εγκρίθηκε
για μέτρα
ανακεφαλαιοποίησης,
από το οποίο τα
κράτη μέλη
χρησιμοποίησαν
πραγματικά
περίπου 141,5 δισ.
ευρώ το 2009. Κατά
την περίοδο
μεταξύ
Οκτωβρίου 2008 και
Οκτωβρίου 2010, η
Επιτροπή
ενέκρινε μέτρα
αντιμετώπισης
της
χρηματοπιστωτικής
κρίσης στον
τομέα των
κρατικών
ενισχύσεων σε 22
κράτη μέλη:
ήτοι σε όλα τα
κράτη μέλη
εκτός της
Βουλγαρίας,
της
Δημοκρατίας
της Τσεχίας,
της Εσθονίας,
της Μάλτας και
της Ρουμανίας. [2] Ευρωπαϊκή
Επιτροπή, Πράσινη
βίβλος για την
πολιτική
ελέγχου:
Διδάγματα που
αντλήθηκαν από
την κρίση, COM (2010)561,
13.10.2010. [3] http://ec.europa.eu/internal_market/accounting/conferenc_20110209_en.htm [4] http://www.europarl.europa.eu/oeil/FindByProcnum.do?lang=en&procnum=INI/2011/2037 [5] http://www.eesc.europa.eu/?i=portal.en.int-opinions.15880 [6] Βλέπε
τμήμα 4.3 της
αιτιολογικής
έκθεσης της
πρότασης για
την τροποποίηση
της οδηγίας
2006/43/ΕΚ για
αναλυτικότερες
πληροφορίες
σχετικά με το
πεδίο
εφαρμογής κάθε
πρότασης. [7] Βάσει
κατάλληλων
μεταβατικών
διατάξεων,
κατά περίπτωση.
[8] COM(2010) 716 τελικό. [9] COM(2009) 501 τελικό,
COM(2009) 502 τελικό, COM (2009) 503
τελικό. [10] ΕΕ C της σ. . [11] Ημερομηνία
γνωμοδότησης
του ΕΕΠΔ [12] EE L 372 της 31.12.1986, σ. 1. [13] ΕΕ L 374 της 31.12.1991, σ.
7. [14] EE L 390 της 31.12.2004, σ. 38. [15] ΕΕ L 319 της 5.12.2007, σ.
1. [16] EE L 302 της 17.11.2009, σ. 32. [17] EE L 267 της 10.10.2009, σ. 7. [18] ΕΕ L 174 της
1.7.2011, σ. 1. [19] ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ.
1. [20] ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ.
11. [21] ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ.
1. [22] ΕΕ L 157 της 9.6.2006,
σελ. 87. [23] COM(2010) 561 τελικό. [24] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ.
31. [25] ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1. [26] ΕΕ L 52 της 25.2.2005, σ.
51. [27] ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ.
15. [28] ΕΕ L 120 της 7.5.2008, σ.
20. [29] ΕΕ L 331 της 15.12.2010,
σελ. 84. [30] ΕΕ L 331 της 15.12.2010,
σελ. 12. [31] ΕΕ L 331 της 15.12.2010,
σελ. 48. [32] COM(2010) 716 τελικό. [33] ΕΕ L 162 της 30.4.2004, σ.
70. [34] ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1 [35] ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ.
1. [36] ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ.
64. [37] ΕΕ L 149 της
30.04.2004, σ. 1.