Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52007PC0530

Πρόταση κανονισμοσ του Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και του Συμβουλίου για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας {SEC(2007) 1179} {SEC(2007) 1180}

/* COM/2007/0530 τελικό - COD 2007/0197 */

52007PC0530




[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 19.9.2007

COM(2007) 530 τελικό

2007/0197 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

(υποβληθείσα από την Επιτροπή) { SEC(2007) 1179}{SEC(2007) 1180}

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο αποτελούν το οξυγόνο της ευημερίας της Ευρώπης. Χωρίς ανταγωνιστική και αποδοτική ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, οι ευρωπαίοι πολίτες θα καταβάλλουν υπερβολικά υψηλές τιμές για να καλύψουν μία από τις πλέον θεμελιώδεις καθημερινές τους ανάγκες. Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου είναι επίσης ουσιαστικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, επειδή η ενέργεια αποτελεί σημαντικό συντελεστή που επιβαρύνει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Επιπλέον, μια ανταγωνιστική και αποδοτική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου αποτελεί προϋπόθεση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Μόνο με μια λειτουργική αγορά καθίσταται δυνατή η ανάπτυξη ενός μηχανισμού εμπορίας εκπομπών που λειτουργεί αποτελεσματικά και ενός κλάδου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που θα επιτύχει το φιλόδοξο στόχο, ο οποίος συμφωνήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, της κάλυψης ποσοστού 20% του ενεργειακού μείγματος της ΕΕ από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το έτος 2020.

Τέλος, μια ανταγωνιστική, ευρωπαϊκών διαστάσεων αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου είναι ζωτικής σημασίας για να κατοχυρωθεί η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης, επειδή μόνο μία ευρωπαϊκών διαστάσεων και ανταγωνιστική αγορά στέλνει τα ορθά μηνύματα για επενδύσεις και προσφέρει δίκαιη πρόσβαση στα δίκτυα σε όλους τους δυνητικούς επενδυτές, παρέχει πραγματικά και αποτελεσματικά κίνητρα και στους διαχειριστές δικτύων και στους φορείς ηλεκτροπαραγωγής για να επενδύσουν τα δισεκατομμύρια ευρώ που χρειάζονται στην ΕΕ στο διάστημα της επόμενης εικοσαετίας.

Η διαδικασία απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου άρχισε πριν από δέκα περίπου χρόνια. Στη διάρκεια των δέκα αυτών ετών, πολλοί ευρωπαίοι πολίτες επωφελήθηκαν από ευρύτερη επιλογή και περισσότερο ανταγωνισμό, με βελτιωμένη εξυπηρέτηση και ασφάλεια εφοδιασμού. Η αξιολόγηση την οποία εκπόνησαν η Επιτροπή και οι ρυθμιστικές αρχές ενέργειας στην Ευρώπη έδειξε όμως ότι η διαδικασία της ανάπτυξης πραγματικά ανταγωνιστικών αγορών δεν έχει καθόλου ολοκληρωθεί. Στην πράξη, ο αριθμός των πολιτών και των επιχειρήσεων της ΕΕ που στερούνται πραγματικής επιλογής προμηθευτή θεωρείται υπέρμετρα μεγάλος. Ο κατακερματισμός των αγορών σε εθνικά σύνορα, ο υψηλός βαθμός καθετοποίησης και η υψηλή συγκέντρωση αγοράς αποτελούν τα αίτια της απουσίας μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς.

Από τότε που τέθηκαν σε ισχύ οι παρούσες οδηγίες για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο τον Ιούλιο 2003, η Επιτροπή παρακολουθεί μόνιμα την υλοποίησή τους και τις επιδράσεις τους στην αγορά, ευρίσκεται δε σε τακτική επαφή με όλους τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες. Ιδιαίτερα, η Επιτροπή δημοσιεύει, κάθε χρόνο, συγκριτική έκθεση για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Διοργάνωσε το κανονιστικό φόρουμ ηλεκτρικής ενέργειας της Φλωρεντίας και το κανονιστικό φόρουμ αερίου της Μαδρίτης, στα οποία συγκεντρώνονται τακτικά εκπρόσωποι υπουργείων, εθνικών ρυθμιστικών αρχών, της Επιτροπής, των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, των προμηθευτών, των εμπόρων, των καταναλωτών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των χρηστών του δικτύου και των χρηματιστηρίων ηλεκτρισμού.

Στα τέλη 2005, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Hampton Court εξήγγειλε μια αληθή ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Ανταποκρινόμενη στην εξαγγελία αυτή, η Επιτροπή δημοσίευσε, στις 8 Μαρτίου 2006, Πράσινη Βίβλο σχετικά με τη χάραξη μιας κοινής, συνεπούς ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Η δημόσια διαβούλευση απέδωσε 1 680 απαντήσεις. Ήδη το 2005 η Επιτροπή ξεκίνησε έρευνα με αντικείμενο τον ανταγωνισμό στις αγορές αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Η έρευνα στον τομέα της ενέργειας διενεργήθηκε ως ανταπόκριση στις ανησυχίες που εξέφρασαν οι καταναλωτές και οι νεοεισερχόμενοι του κλάδου σχετικά με την ανάπτυξη των αγορών χονδρικής στους τομείς του αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας και την περιορισμένη δυνατότητα επιλογής για τους καταναλωτές. Η τελική έκθεση της έρευνας εγκρίθηκε από την Επιτροπή, μαζί με περιεκτική δέσμη μέτρων, ώστε να προταθεί μια νέα ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη στις 10 Ιανουαρίου 2007.

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 2007 με τίτλο «Ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη»[1] υπογραμμίστηκε η σημασία της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Η ανακοίνωση βασίστηκε σε περιεκτική έκθεση για την εσωτερική αγορά, τα τελικά αποτελέσματα της έρευνας του τομέα του ανταγωνισμού και σε εμπεριστατωμένες αναλύσεις της επικρατούσας κατάστασης στις εθνικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Παράλληλα, η Επιτροπή εκπόνησε ανάλυση επιπτώσεων για να εκτιμήσει τις πολιτικές επιλογές σχετικά με την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανάλυση επιπτώσεων περιέλαβε διαβούλευση των εμπλεκόμενων παραγόντων. Συμπληρώθηκαν συνολικά 339 ερωτηματολόγια από οργανισμούς με έδρα σε 19 χώρες. Επιπλέον ελήφθησαν 73 ερωτηματολόγια από οργανισμούς μη συνδεόμενους με συγκεκριμένη χώρα. Πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις με 56 πρόσθετους εμπλεκόμενους παράγοντες, κυρίως εταιρείες που μπορεί να επηρεασθούν από το διαχωρισμό των πάγιων στοιχείων τους ή απαιτήσεις αυξημένης διαφάνειας.

Το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2007 κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει περαιτέρω μέτρα, όπως:

- ο ενεργός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων προμήθειας και παραγωγής από την εκμετάλλευση του δικτύου

- η περαιτέρω εναρμόνιση των εξουσιών και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας

- η συγκρότηση ανεξάρτητου μηχανισμού συνεργασίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών

- η δημιουργία μηχανισμού για τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, ώστε να βελτιωθεί ο συντονισμός της εκμετάλλευσης των δικτύων και της ασφάλειας του διασυνδεδεμένου δικτύου, το διασυνοριακό εμπόριο και η εκμετάλλευση του διασυνδεδεμένου δικτύου· και

- η περισσότερη διαφάνεια των εργασιών εκμετάλλευσης στην ενεργειακή αγορά.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τόνισε επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας του εφοδιασμού σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του σχετικά με τις προοπτικές για την εσωτερική αγορά αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας που εξέδωσε στις 10 Ιουλίου 2007, εξέφρασε ισχυρή πολιτική στήριξη υπέρ μιας κοινής ενεργειακής πολιτικής, θεωρώντας ότι "ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός του συστήματος μεταφοράς αποτελεί το πιο αποτελεσματικό μέσο για την προώθηση των επενδύσεων σε υποδομή χωρίς διακρίσεις, τη δίκαιη πρόσβαση των νεοεισερχομένων στο δίκτυο και τη διαφάνεια της αγοράς". Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τόνισε όμως ότι χρειάζονται επίσης και άλλα μέτρα και ότι οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου πιθανώς να απαιτήσουν εν μέρει διαφορετική υλοποίηση. Το Κοινοβούλιο ζήτησε επίσης να ενισχυθεί "η συνεργασία μεταξύ των εθνικών κανονιστικών φορέων σε επίπεδο ΕΕ, μέσω οργανισμού της ΕΕ, ως μέσο για την προώθηση ευρωπαϊκότερης προσέγγισης στην κανονιστική ρύθμιση διασυνοριακών προβλημάτων".

Το Συμβούλιο των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας (CEER) επιδοκίμασε την ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου, συντάχθηκε δε ένθερμα με το αίτημα για νέα κοινοτική νομοθεσία με την οποία θα επανέλθει στο προσκήνιο το όραμα της ενιαίας ενεργειακής αγοράς. Στις 6 Ιουνίου 2007, οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας δημοσίευσαν μια σειρά έξη εγγράφων με τα οποία διατυπώνουν τις απόψεις τους σχετικά με τα κυριότερα ζητήματα στη νέα ενεργειακή νομοθεσία. Οι ρυθμιστικές αρχές στήριξαν ειδικότερα τις προτάσεις της Επιτροπής για ενισχυμένη ανεξάρτητη κανονιστική εποπτεία σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, και για ενεργό διαχωρισμό των δικτύων μεταφοράς. Οι ρυθμιστικές αρχές υπέδειξαν σαφώς τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό του συστήματος μεταφοράς ως το απαιτούμενο καταρχήν μοντέλο στη νέα κοινοτική νομοθεσία, το οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί σε αμφότερους τους τομείς, ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου.

Τα ανωτέρω στοιχεία συνεκτιμήθηκαν πλήρως κατά τη σύνταξη των προτάσεων, των οποίων περίληψη παρατίθεται κατωτέρω.

1. Ενεργός διαχωρισμοσ των δραστηριοτητων προμηθειασ και παραγωγησ απο τισ εργασιεσ εκμεταλλευσησ δικτυου

1.1. Οι υφιστάμενες διατάξεις για το διαχωρισμό δραστηριοτήτων δεν επαρκούν για τη διασφάλιση εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς

Η κείμενη νομοθεσία απαιτεί για τις εργασίες εκμετάλλευσης δικτύου να είναι νομικώς και λειτουργικώς διαχωρισμένες από τις δραστηριότητες προμήθειας και παραγωγής. Τα κράτη μέλη έχουν συμμορφωθεί προς την απαίτηση αυτή εφαρμόζοντας διαφορετικές οργανωτικές δομές. Αρκετά κράτη μέλη έχουν δημιουργήσει μια εντελώς χωριστή εταιρεία για την εκμετάλλευση του δικτύου, ενώ άλλα έχουν δημιουργήσει μια νομική οντότητα εντός καθετοποιημένης εταιρείας. Οι απαιτήσεις νομικού και λειτουργικού διαχωρισμού δραστηριοτήτων έχουν όντως συμβάλει θετικά στην εμφάνιση ανταγωνισμού των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου σε αρκετά κράτη μέλη.

Ωστόσο, η εμπειρία έχει δείξει ότι όπου ο διαχειριστής του συστήματος μεταφοράς είναι μια νομική οντότητα εντός καθετοποιημένης εταιρείας αναφύονται τρία είδη προβλημάτων.

Κατά πρώτον, ο διαχειριστής συστήματος μεταφοράς πιθανώς να μεταχειρίζεται τις συγγενικές του εταιρείες ευνοϊκότερα από τα ανταγωνιζόμενα τρίτα μέρη. Όντως, οι καθετοποιημένες εταιρείες μπορεί να χρησιμοποιούν τα πάγια στοιχεία του δικτύου για να καθιστούν δυσχερέστερη την είσοδο ανταγωνιστών. Ο υποκρυπτόμενος λόγος είναι ότι ο νομικός και λειτουργικός διαχωρισμός δραστηριοτήτων δεν επιλύει τη θεμελιώδη σύγκρουση συμφερόντων εντός καθετοποιημένων εταιρειών, όπου τα συμφέροντα προμήθειας και παραγωγής στοχεύουν στη μεγιστοποίηση των πωλήσεών τους και του μεριδίου τους στην αγορά, ενώ ο φορέας εκμετάλλευσης δικτύου υποχρεούται να προσφέρει αμερόληπτη πρόσβαση στους ανταγωνιστές. Η εγγενής αυτή σύγκρουση συμφερόντων είναι σχεδόν αδύνατο να τεθεί υπό έλεγχο με κανονιστικά μέσα, επειδή είναι αδύνατη η παρακολούθηση της ανεξαρτησίας του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς εντός μιας καθετοποιημένης εταιρείας χωρίς υπέρμετρα φορτική και διεισδυτική κανονιστική ρύθμιση.

Κατά δεύτερο, υπό τους τρέχοντες κανόνες για το διαχωρισμό δραστηριοτήτων, δεν μπορεί να υπάρχει εγγύηση για αμερόληπτη πρόσβαση σε πληροφορίες, επειδή δεν μπορούν στην πράξη να εμποδιστούν οι διαχειριστές συστήματος μεταφοράς να μη γνωστοποιήσουν επηρεάζουσες την αγορά πληροφορίες στο κλιμάκιο παραγωγής ή προμήθειας ενέργειας της καθετοποιημένης εταιρείας.

Τρίτον, εντός μιας καθετοποιημένης εταιρείας τα επενδυτικά κίνητρα υφίστανται αλλοίωση. Οι καθετοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου δεν έχουν κανένα κίνητρο να αναπτύξουν το δίκτυο προς το γενικό συμφέρον της αγοράς και τοιουτοτρόπως να διευκολύνουν νεοεισερχόμενους στα επίπεδα παραγωγής ή προμήθειας, αλλά αντιθέτως έχουν εγγενές συμφέρον να περιορίζουν νέες επενδύσεις όταν αυτές θα ωφελήσουν τους ανταγωνιστές και θα προσελκύσουν νέους ανταγωνιστές στην "πάτρια αγορά" του κατεστημένου φορέα. Αντίθετα, οι επενδυτικές αποφάσεις καθετοποιημένων εταιριών τείνουν να επηρεάζονται από τις ανάγκες των συγγενικών εταιρειών του χώρου της προμήθειας. Τέτοιες εταιρείες φαίνεται ότι είναι ιδιαίτερα απρόθυμες να αυξήσουν τη διασύνδεση ή τη δυναμικότητα εισαγωγής αερίου, που επιτρέπει περισσότερο ανταγωνισμό στην πάτρια αγορά του κατεστημένου φορέα εις βάρος της εσωτερικής αγοράς.

Ανακεφαλαιώνοντας, μια εταιρεία που παραμένει καθετοποιημένη έχει εγγενές κίνητρο τόσο να πραγματοποιήσει κατώτερο από το απαιτούμενο επίπεδο επενδύσεων σε νέα δίκτυα (φοβούμενη ότι αυτού του είδους οι επενδύσεις θα βοηθήσουν τους ανταγωνιστές να ευδοκιμήσουν στην πάτρια αγορά «της») όσο και να ευνοήσει – όποτε καθίσταται δυνατό –τις δικές της εταιρείες πωλήσεων, όποτε υφίσταται θέμα πρόσβασης στο δίκτυο. Τούτο βλάπτει την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και την ασφάλεια του εφοδιασμού της, επηρεάζει δε την επίτευξη των στόχων της για την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον.

Τα αριθμητικά στοιχεία για τις επενδύσεις κατά τα τελευταία έτη δείχνουν το εξής: οι καθετοποιημένες εταιρείες έχουν, για παράδειγμα, επανεπενδύσει σημαντικά λιγότερο ποσοστό από τις προσόδους διασυνοριακής συμφόρησης σε νέες γραμμές διασύνδεσης απ’ ό,τι οι εταιρείες που έχουν πλήρως διαχωρισμένες δραστηριότητες. Ο ενεργός διαχωρισμός δραστηριοτήτων αίρει το είδος των αλλοιωμένων επενδυτικών κινήτρων που είναι το χαρακτηριστικό των καθετοποιημένων διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς. Τοιουτοτρόπως δίνει ώθηση στην ασφάλεια του εφοδιασμού. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο ενεργός διαχωρισμός των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς δίνει ώθηση στην επενδυτική δραστηριότητα των ΔΣΜ. Τα οικεία κράτη μέλη προσήλκυσαν έπειτα νέους επενδυτές σε υποδομή οι οποίοι, για παράδειγμα, κατασκευάζουν τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).

Επιπλέον, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στις διάφορες αγορές κατά τα τελευταία έτη δείχνει τα οφέλη του ιδιοκτησιακού διαχωρισμού. Κατά την παρελθούσα δεκαετία, οι καθετοποιημένες εταιρείες επέβαλαν μεγαλύτερες ανατιμήσεις και διατήρησαν υψηλότερες τιμές απ’ ό,τι οι εταιρείες με πλήρως διαχωρισμένες δραστηριότητες.

1.2. Είναι επομένως αναγκαίος ο ενεργότερος διαχωρισμός δραστηριοτήτων των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς

Η συγκεκριμένη επί του προκειμένου πρόταση διευκρινίζει ότι ως προτιμότερη επιλογή της Επιτροπής παραμένει ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός δραστηριοτήτων. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι το ίδιο πρόσωπο ή τα ίδια πρόσωπα δεν δικαιούνται να ασκούν έλεγχο σε επιχείρηση προμήθειας και, ταυτόχρονα, να κατέχουν τυχόν συμμετοχή ή να ασκούν τυχόν δικαίωμα σε διαχειριστή συστήματος μεταφοράς ή σε σύστημα μεταφοράς. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης αντιστρόφως, δηλαδή ο έλεγχος επί διαχειριστού συστήματος μεταφοράς αποκλείει τη δυνατότητα κατοχής τυχόν συμμετοχής ή άσκησης τυχόν δικαιώματος σε επιχείρηση προμήθειας.

Η επιλογή αυτή καθιστά δυνατή κατάσταση στην οποία το ίδιο πρόσωπο, για παράδειγμα ένα συνταξιοδοτικό ταμείο, έχει στην κατοχή του εταιρικά μερίδια μειοψηφίας και σε ένα διαχειριστή συστήματος μεταφοράς και σε μια επιχείρηση προμήθειας, χωρίς όμως να ασκεί τη διοίκηση. Ωστόσο, ένας τέτοιος μέτοχος δεν μπορεί να έχει δικαιώματα αναστέλλουσας μειοψηφίας και στις δύο επιχειρήσεις, ούτε μπορεί να διορίζει μέλη του διοικητικού τους συμβουλίου, ούτε μπορεί κάποιο πρόσωπο να είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου και των δύο επιχειρήσεων. Η επιλογή αυτή, επιφέροντας σαφή ιδιοκτησιακό διαχωρισμό μεταξύ διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και τυχόν επιχειρήσεων προμήθειας, αποτελεί τον αποτελεσματικότερο και σταθερότερο τρόπο επίτευξης ενεργού διαχωρισμού δραστηριοτήτων του δικτύου μεταφοράς και επίλυσης, τοιουτοτρόπως, του εγγενούς προβλήματος της σύγκρουσης συμφερόντων.

Προκειμένου να εφαρμοστεί η ανωτέρω επιλογή, τα κράτη μέλη μπορεί να προτιμήσουν την κατωτέρω μεθοδολογία η οποία μπορεί να τους βοηθήσει να διαφυλάξουν πλήρως τα συμφέροντα των μετόχων καθετοποιημένων εταιρειών. Οι μετοχές της καθετοποιημένης εταιρείας μπορεί να διαιρεθούν σε μετοχές της εταιρείας στην οποία ανήκει το σύστημα μεταφοράς αφενός και σε μετοχές της εταιρείας προμήθειας αφετέρου. Ακολούθως, οι μετοχές αυτές μπορεί να διατεθούν στους μετόχους της προηγουμένως καθετοποιημένης εταιρείας.

Αν και η Επιτροπή θεωρεί ότι προτιμότερη επιλογή παραμένει ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός δραστηριοτήτων, δίνει όμως μια εναλλακτική επιλογή για όσα κράτη μέλη αποφασίσουν να μην την ακολουθήσουν στην προτίμησή της. Η επιλογή ωστόσο αυτή οφείλει να προσφέρει τις ίδιες εγγυήσεις ως προς την ανεξαρτησία δράσης του εν λόγω δικτύου και το ίδιο επίπεδο κινήτρων για επενδύσεις σε νέα δικτυακή υποδομή που μπορεί να ωφελήσει τους ανταγωνιστές. Η ανωτέρω επιλογή, που αποτελεί παρέκκλιση από τη βασική φιλοσοφία του ιδιοκτησιακού διαχωρισμού δραστηριοτήτων, είναι γνωστή ως "ανεξάρτητος διαχειριστής συστήματος". Η επιλογή αυτή επιτρέπει σε καθετοποιημένες εταιρείες να διατηρούν την ιδιοκτησία των δικτυακών πάγιων στοιχείων τους, απαιτεί όμως για το ίδιο το δίκτυο μεταφοράς να διευθύνεται από ανεξάρτητο διαχειριστή συστήματος – επιχείρηση ή οντότητα εντελώς διακεκριμένη από την καθετοποιημένη εταιρεία – ο οποίος επιτελεί όλες τις λειτουργίες ενός φορέα εκμετάλλευσης δικτύου. Επιπλέον, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι ο διαχειριστής παραμένει και ενεργεί αληθώς ανεξάρτητα από την καθετοποιημένη εταιρεία, πρέπει να έχουν προβλεφθεί κανονιστικές ρυθμίσεις και μόνιμη κανονιστική παρακολούθηση.

Υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να εξαναγκασθούν καθετοποιημένες ενεργειακές εταιρείες να εκποιούν ορισμένα από τα πάγια στοιχεία τους, ιδίως τα δίκτυά τους μεταφοράς, ή να αναθέτουν σε τρίτο μέρος την εκμετάλλευση τέτοιων πάγιων στοιχείων ώστε να συμμορφωθούν προς τις προτεινόμενες απαιτήσεις του ενεργού διαχωρισμού δραστηριοτήτων. Φαίνεται όμως ότι δεν υφίσταται τυχόν εναλλακτική λύση έναντι των προτεινόμενων επιλογών, εφόσον υπάρχει πρόθεση διασφάλισης της πλήρους ανεξαρτησίας των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (ΔΣΜ).

Οι δύο επιλογές εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του αερίου. Αν και η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι στην ΕΕ ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός δραστηριοτήτων σε γενικές γραμμές έχει προχωρήσει περισσότερο στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, δεν έχει βρει πειστικό επιχείρημα που θα δικαιολογούσε διαφορετική μεταχείριση των δύο τομέων. Ειδικότερα, η θεμελιώδης σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των δραστηριοτήτων προμήθειας και παραγωγής αφενός και εκμετάλλευσης και ανάπτυξης του δικτύου αφετέρου ισχύει εξίσου και για τους δύο τομείς. Επιπλέον, καίριας σημασίας για τη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών προμήθειας με ανάντη παραγωγούς αερίου δεν είναι η ιδιοκτησία του δικτύου αλλά η ύπαρξη ισχυρής βάσης πελατών. Η ΕΕ παραμένει επομένως αναμφισβήτητα μια υψηλής ελκυστικότητας αγορά προμήθειας αερίου ανεξάρτητα από την ιδιοκτησιακή δομή των εταιρειών που αγοράζουν αέριο, οι οποίες, μόλις διαχωριστούν στην πράξη οι δραστηριότητές τους, θα είναι ικανές να ανταγωνίζονται ισότιμα για το αέριο. Η Επιτροπή αναγνωρίζει επιπροσθέτως ότι η μεταφορά αερίου, αντίθετα προς τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας, συνεπάγεται την υλική κίνηση μορίων αερίου μέσω σωληναγωγών. Ως εκ τούτου, ο ΔΣΜ διαθέτει μεγαλύτερο βαθμό ευχέρειας καθορισμού της κατεύθυνσης των ροών και της χρησιμοποίησης δυναμικότητας στο σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι ο ενεργός διαχωρισμός δραστηριοτήτων στα δίκτυα αερίου είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικός όσο και στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας.

Ωστόσο, με σκοπό την ενθάρρυνση των επενδύσεων σε νέες ενεργειακές υποδομές από εταιρείες προμήθειας και παραγωγής, η παρούσα πρόταση περιλαμβάνει τη δυνατότητα προσωρινής απόκλισης από τους κανόνες για ιδιοκτησιακό διαχωρισμό όσον αφορά την κατασκευή νέας υποδομής. Η εξαίρεση αυτή θα εφαρμόζεται κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές παραμέτρους της νέας επένδυσης, τους στόχους της εσωτερικής αγοράς, καθώς και το στόχο της ασφάλειας του εφοδιασμού.

Συνάδοντας με το άρθρο 295 της συνθήκης ΕΚ, η πρόταση ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο σε εταιρείες ανήκουσες στο δημόσιο ή σε ιδιώτες. Αυτό σημαίνει ότι ανεξάρτητα από τη δημόσια ή ιδιωτική του φύση, κανένα πρόσωπο ή ομάδα προσώπων από μόνο του ή από κοινού θα είναι ικανό να επηρεάζει τη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων, την ψήφιση ή τη λήψη αποφάσεων εκ μέρους είτε των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς είτε των εταιρειών προμήθειας ή παραγωγής. Με την απαίτηση αυτή διασφαλίζεται ότι, όποτε οι δραστηριότητες προμήθειας ή παραγωγής είναι στην κυριότητα του δημοσίου, θα εξακολουθεί να είναι κατοχυρωμένη η ανεξαρτησία του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς που ανήκει στο δημόσιο, χωρίς όμως οι προτάσεις αυτές να απαιτούν από κρατικές εταιρείες να πωλήσουν το δίκτυό τους σε ιδιωτική εταιρεία. Για παράδειγμα, για να υπάρξει συμμόρφωση προς την ανωτέρω απαίτηση, οποιοσδήποτε δημόσιος φορέας ή το κράτος θα δύναται να μεταβιβάζει τα δικαιώματα (τα οποία προσφέρουν την “επιρροή”) σε άλλο νομικό πρόσωπο δημόσιο είτε ιδιωτικό. Σημασία έχει ότι, σε όλες τις περιπτώσεις όπου διενεργείται διαχωρισμός δραστηριοτήτων, το επίμαχο κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι στην πράξη τα αποτελέσματα είναι αληθώς ενεργά και ότι οι εταιρείες λειτουργούν εντελώς χωριστά η μία από την άλλη, προσφέροντας πραγματικά ισότιμους όρους σε όλο το χώρο της ΕΕ.

Τέλος, στα κράτη μέλη όπου δεν υπάρχουν δίκτυα μεταφοράς αερίου ή ηλεκτρισμού, αλλά μόνο δίκτυο διανομής, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις σχετικά με τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό των δικτύων μεταφοράς.

1.3. Πτυχές ως προς τρίτες χώρες

Η παρούσα πρόταση απαιτεί τον ενεργό διαχωρισμό των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και των δραστηριοτήτων προμήθειας και παραγωγής όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε ολόκληρο το χώρο της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ειδικότερα ότι καμία εταιρεία προμήθειας ή παραγωγής που δραστηριοποιείται οπουδήποτε στην ΕΕ δεν μπορεί να έχει στην κυριότητά της ή να εκμεταλλεύεται σύστημα μεταφοράς σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της ΕΕ. Η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται εξίσου σε εταιρείες με έδρα στην ΕΕ και εκτός αυτής.

Η δέσμη μέτρων περιέχει διασφαλίσεις ώστε σε περίπτωση που εταιρείες τρίτων χωρών επιθυμούν να αποκτήσουν σημαντικό μερίδιο ή δικαιώματα που τους επιτρέπουν τον έλεγχο ενός ευρωπαϊκού δικτύου να οφείλουν αποδεδειγμένα και κατηγορηματικά να συμμορφώνονται στις ίδιες απαιτήσεις για διαχωρισμό δραστηριοτήτων όπως οι ευρωπαϊκές εταιρείες. Η Επιτροπή δύναται να παρεμβαίνει όποτε η εταιρεία που εξαγοράζει μερίδια δεν μπορεί να αποδείξει αμφότερες, την άμεση και την έμμεση ανεξαρτησία της από δραστηριότητες προμήθειας και παραγωγής.

Επιπλέον, η εύρυθμα λειτουργούσες αγορές και τα αντίστοιχα δίκτυα είναι ουσιαστικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και για την ευημερία των πολιτών. Σκοπός της τρέχουσας πρότασης είναι η προώθηση του ανταγωνισμού στις ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές και η προώθηση της ορθής λειτουργίας των εν λόγω αγορών. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι επιτακτικής σημασίας - με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας - να διασφαλιστεί ότι όλοι οι οικονομικοί παράγοντες που δραστηριοποιούνται στις ευρωπαϊκές ενεργειακές αγορές τηρούν και ενεργούν σύμφωνα με τις αρχές του επενδυτή σε οικονομία αγοράς. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει να υπάρχει απαίτηση για τα μεμονωμένα άτομα τρίτων χωρών και τις τρίτες χώρες να μην δύνανται να αποκτήσουν έλεγχο επί κοινοτικού συστήματος μεταφοράς ή διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, εκτός αν αυτό επιτρέπεται από συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και της τρίτης χώρας. Στόχος είναι να κατοχυρωθεί ότι οι εταιρείες από τρίτες χώρες τηρούν τους ίδιους κανόνες που ισχύουν για τις επιχειρήσεις με έδρα στην ΕΕ σε αμφότερα, και το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και όχι να υπάρξει μεροληπτική μεταχείριση εις βάρος τους. Τέλος, η Επιτροπή θα εκπονήσει επίσης ταχεία και εμπεριστατωμένη ανασκόπηση των ευρύτερων πτυχών της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής στον τομέα της ενέργειας και θα δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής.

Καταλήγοντας στο σοβαρό ζήτημα του διαχωρισμού δραστηριοτήτων, οι παρούσες προτάσεις για ενεργό διαχωρισμό αποτελούν αναγκαίο και αποφασιστικό βήμα για την επίτευξη μιας ευρωπαϊκών διαστάσεων ενοποίησης της αγοράς. Μπορεί απώτατα να συντείνει στη δημιουργία υπερεθνικών διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, καθώς οι διαχειριστές δεν θα συγκρατούνται πλέον λόγω αμοιβαίας δυσπιστίας. Παράλληλα όμως, αν δημιουργηθούν υπερεθνικοί διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς χωρίς να διασφαλίζεται η πλήρης ανεξαρτησία τους, είναι πιθανό να αδυνατίσει ο ανταγωνισμός μεταξύ συγγενικών εταιρειών προμήθειας και παραγωγής λόγω του κινδύνου μεταξύ τους συνεννόησης. Αν δεν υπάρχει ενεργός διαχωρισμός δραστηριοτήτων, μια τέτοια συνεργασία θα εγείρει επομένως ανησυχίες για τον ανταγωνισμό. Σημειωτέον ότι οι παρούσες προτάσεις περιλαμβάνουν αρκετά πρόσθετα μέτρα για την προώθηση της ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς, που έχουν ιδίως σχέση με τη βελτιωμένη συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς.

2. Ενίσχυση των εξουσιων και τησ ανεξαρτησιασ των εθνικων ρυθμιστικων αρχων

2.1. Ισχυρές εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα επιβλέπουν τη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου

Οι ισχύουσες οδηγίες για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να συγκροτήσουν ρυθμιστικές αρχές. Σε αρκετά κράτη μέλη, οι ρυθμιστικές αρχές αποτελούν από καιρού θεσπισμένους φορείς με ουσιαστικές εξουσίες και πόρους που τους επιτρέπουν να διενεργούν ορθή ρύθμιση της αγοράς. Σε άλλα κράτη μέλη, οι ρυθμιστικές αρχές συγκροτήθηκαν μόλις πρόσφατα και οι εξουσίες τους είναι ασθενέστερες ή κατεσπαρμένες σε διαφορετικούς φορείς. Οι διενεργηθείσες από την Επιτροπή περιεκτικές ανασκοπήσεις ανά χώρα απεκάλυψαν την ετερογένεια αυτή και, σε πολλές περιπτώσεις, την αδυναμία της ρυθμιστικής αρχής.

Η πείρα των κρατών μελών εκείνων, όπου οι αγορές έχουν ανοίξει εδώ και πολλά έτη, καθώς και άλλων τομέων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που είναι ανοικτοί στον ανταγωνισμό, δείχνει σαφώς ότι οι ισχυρές ρυθμιστικές αρχές είναι αναγκαίες για την ορθή λειτουργία της αγοράς, ιδιαίτερα όσον αφορά τη χρήση των δικτυακών υποδομών.

Για τους λόγους αυτούς, η παρούσα πρόταση στοχεύει στην ενίσχυση των εξουσιών των ρυθμιστικών αρχών. Πρώτον, πρέπει να τους δοθεί σαφής εντολή να συνεργάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε στενή συνεργασία με τον οργανισμό συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας και την Επιτροπή, ώστε να διασφαλίζουν ανταγωνιστικές, ασφαλείς και περιβαλλοντικώς βιώσιμες εσωτερικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και το αποτελεσματικό άνοιγμα της αγοράς για όλους τους καταναλωτές και προμηθευτές.

Δεύτερον, προτείνεται να ενισχυθούν οι εξουσίες τους ρύθμισης της αγοράς, ειδικότερα στους εξής τομείς:

- παρακολούθηση της συμμόρφωσης των διαχειριστών των συστημάτων μεταφοράς και διανομής προς τους κανόνες για την πρόσβαση τρίτων μερών, τις υποχρεώσεις διαχωρισμού δραστηριοτήτων, τους μηχανισμούς εξισορρόπησης, τη διαχείριση της συμφόρησης και των διασυνδέσεων,

- επανεξέταση των επενδυτικών σχεδίων των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και διενέργεια, στην ετήσια έκθεσή τους, εκτίμησης του βαθμού στον οποίο τα επενδυτικά σχέδια των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ανταποκρίνονται στο πανευρωπαϊκών διαστάσεων δεκαετές σχέδιο ανάπτυξης δικτύων, παρακολούθηση της ασφάλειας και αξιοπιστίας του δικτύου και επανεξέταση των κανόνων για την ασφάλεια και αξιοπιστία του δικτύου,

- παρακολούθηση των υποχρεώσεων διαφάνειας,

- παρακολούθηση του επιπέδου ανοίγματος της αγοράς και ανταγωνισμού, καθώς και προώθηση ενεργού ανταγωνισμού σε συνεργασία με τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές,

- διασφάλιση αποτελεσματικότητας των μέτρων προστασίας του καταναλωτή.

Η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο διαφέρουν θεμελιωδώς από τα άλλα εμπορευματικά αγαθά επειδή αποτελούν προϊόντα βασιζόμενα στο δίκτυο, είναι δε αδύνατο ή δαπανηρό να τα αποθηκεύσει κανείς. Αυτό τα καθιστά ευπαθή σε καταχρηστικές πρακτικές στην αγορά, οπότε χρειάζεται να αυξηθεί η κανονιστική εποπτεία επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Χρειάζεται επομένως να έχουν οι ρυθμιστικές αυτές πρόσβαση στις πληροφορίες για τις επιχειρησιακές αποφάσεις των εταιρειών. Προτείνεται να υποχρεωθούν οι εταιρείες να τηρούν αρχείο δεδομένων σχετικά με τις επιχειρησιακές τους αποφάσεις της τελευταίας πενταετίας, το οποίο θέτουν στη διάθεση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, καθώς και στη διάθεση των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών και της Επιτροπής, ώστε οι εν λόγω αρχές να είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τις κατηγορίες για κατάχρηση αγοραίων κανόνων. Με αυτό θα περιοριστούν τα περιθώρια τέτοιας κατάχρησης, θα αυξηθεί η εμπιστοσύνη στην αγορά και έτσι θα τονωθούν το εμπόριο και ο ανταγωνισμός.

Ορισμένοι τύποι εμπόρων (π.χ. τράπεζες) ήδη υπόκεινται σε τέτοιες υποχρεώσεις δυνάμει της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, οπότε δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε διπλές υποχρεώσεις. Ως εκ τούτου, οι υποχρεώσεις τήρησης αρχείου πρέπει να εκπληρούνται με την επιφύλαξη της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και να είναι συμβατές με αυτήν. Οι ρυθμιστικές αρχές της ενεργειακής αγοράς και των χρηματοπιστωτικών αγορών χρειάζεται να συνεργάζονται ώστε να αλληλοβοηθούνται στην αντίληψη της γενικής εικόνας των οικείων αγορών. Πριν από τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών με τις οποίες ορίζονται οι απαιτήσεις τήρησης αρχείου, ο οργανισμός συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας και η ευρωπαϊκή επιτροπή ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών (CESR) καλούνται να συνεργασθούν και συμβουλεύσουν την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο των κατευθυντήριων γραμμών.

Προκειμένου να είναι σε θέση να ασκούν τα καθήκοντά τους, οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν εξουσιοδοτηθεί να διερευνούν, να ζητούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και να επιβάλλουν αποτρεπτικές κυρώσεις. Θα τους ζητηθεί επίσης να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους στόχους της ενεργειακής απόδοσης κατά την επιτέλεση της ρυθμιστικής τους αποστολής.

2.2. Η δυνατότητα επίδειξης της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών αρχών αποφέρει εμπιστοσύνη στην αγορά

Η ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών αποτελεί καίριας σημασίας αρχή της χρηστής διακυβέρνησης και θεμελιώδη προϋπόθεση διασφάλισης εμπιστοσύνης της αγοράς. Η κείμενη νομοθεσία απαιτεί για τις ρυθμιστικές αρχές να είναι πλήρως ανεξάρτητες από τα συμφέροντα του κλάδου αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, στη νομοθεσία δεν ορίζεται ο τρόπος αποδείξιμης διασφάλισης της ανεξαρτησίας και δεν κατοχυρώνεται η ανεξαρτησία από βραχυπρόθεσμα πολιτικά συμφέροντα.

Όπως τονίστηκε στα συμπεράσματα του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2007 και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας αποτελεί άρα προτεραιότητα.

Προτείνεται για τη ρυθμιστική αρχή να είναι νομικώς διαχωρισμένη και λειτουργικώς ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα, για δε το προσωπικό της και τυχόν μέλος του οργάνου λήψης των αποφάσεων να ενεργούν ανεξάρτητα από τυχόν αγοραίο συμφέρον και να μην επιζητούν ή λαμβάνουν οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή άλλη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα. Για το σκοπό αυτό, προτείνεται να έχουν οι ρυθμιστικές αρχές νομική προσωπικότητα, δημοσιονομική αυτονομία, κατάλληλους ανθρώπινους και χρηματοδοτικούς πόρους και ανεξάρτητη διαχείριση.

3. Ενας ανεξαρτητος μηχανισμοσ για να συνεργαζονται και λαμβανουν αποφασεισ οι εθνικεσ ρυθμιστικεσ αρχεσ: ο Οργανισμός συνεργασιασ των ρυθμιστικων αρχων ενεργειασ

3.1. Η θετική εμπειρία της ERGEG χρειάζεται να αναπτυχθεί σε επίσημη δομή συνεργασίας

Μολονότι έχει αναπτυχθεί σημαντικά η εσωτερική αγορά ενέργειας, εξακολουθεί και υπάρχει κανονιστικό χάσμα σε διασυνοριακά ζητήματα. Προκειμένου να ασχοληθεί με το πρόβλημα αυτό, η Επιτροπή οργάνωσε βήματα συζήτησης της αυτορρύθμισης, όπως το φόρουμ της Φλωρεντίας (ηλεκτρική ενέργεια) και το αντίστοιχο της Μαδρίτης (αέριο). Στα βήματα αυτά συγκεντρώνονται εμπλεκόμενοι παράγοντες ώστε να ενισχυθεί η συνεργασία.

Επιπλέον, το 2003 συγκροτήθηκε από την Επιτροπή μια ανεξάρτητη συμβουλευτική ομάδα σε θέματα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου με την ονομασία «Ομάδα ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου» (ERGEG), με σκοπό να διευκολύνει τη διαβούλευση, το συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στα κράτη μέλη και μεταξύ των εν λόγω αρχών και της Επιτροπής, ενόψει της παγίωσης της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Η ERGEG συντίθεται από εκπροσώπους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

Οι δραστηριότητες της ERGEG κατά τα παρελθόντα έτη συνέβαλαν πολύ θετικά στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, εκδίδοντας μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές και προσφέροντας συστάσεις και γνώμες στην Επιτροπή. Πάντως, η οργάνωση βημάτων αυτορρύθμισης και η συγκρότηση της ERGEG δεν απέφερε την πραγματική ώθηση προς την ανάπτυξη κοινών προτύπων και προσεγγίσεων η οποία είναι αναγκαία για να καταστούν πραγματικότητα οι διασυνοριακές συναλλαγές και η ανάπτυξη των πρώτων περιφερειακών αγορών, απώτερα δε, μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς.

Με την πάροδο του χρόνου, ο ενεργειακός τομέας έχει καταστεί πλέον πολύπλοκος και λεπτομερής, συνεπάγεται δε σε μεγαλύτερη έκταση διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Η παρούσα θεώρηση στο πλαίσιο της ERGEG, που στην πράξη συνήθως απαιτεί τη συμφωνία 27 ρυθμιστικών αρχών και άνω των 30 διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς για να καταλήξει σε συμφωνία, δεν παράγει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Έχει οδηγήσει σε ορισμένους μη δεσμευτικούς κώδικες και προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας για κοινές προσεγγίσεις μέσω «σταδιακής σύγκλισης», αλλά δεν απέδωσε πραγματικές αποφάσεις για τα δύσκολα ζητήματα, οι οποίες χρειάζεται τώρα να ληφθούν.

Επί του παρόντος, οι τεχνικοί κανόνες στο πλαίσιο των οποίων οφείλουν να λειτουργούν οι ηλεκτρικές εταιρείες, «οι κώδικες διασυνδεδεμένου δικτύου», διαφέρουν σε τεράστιο βαθμό μεταξύ κρατών μελών και συχνά ακόμη και εντός ενός και μοναδικού κράτους μέλους. Οι κανόνες αυτοί χρειάζεται να ακολουθήσουν πορεία σύγκλισης και έπειτα εναρμόνισης, εφόσον έχουμε πρόθεση να ενοποιήσουμε τις ενεργειακές αγορές στην ΕΕ.

Η Επιτροπή έχει αξιολογήσει τις διάφορες επιλογές για την οργάνωση των απαιτούμενων εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον η Επιτροπή είναι σε θέση να επιτελέσει η ίδια τις εργασίες αυτές. Η εναρμόνιση των ζητημάτων αυτών, καθώς και η πρόοδος σε νέα υποδομή, δεν αποτελεί εργασία που τυπικώς εμπίπτει στο πεδίο δραστηριοτήτων της Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν έχει μάλιστα ποτέ αναπτύξει μια τέτοια δραστηριότητα. Η εργασία αυτή απαιτεί να εργαστούν μαζί οι 27 εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) που διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη ειδήμονα, οι αρχές αυτές δε είναι που χρειάζεται να συμφωνήσουν για να τροποποιήσουν τους κώδικες των εθνικών διασυνδεδεμένων δικτύων. Στην πράξη, μόνο ένας φορέας που προέρχεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για όλους τους αναγκαίους πόρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που είναι θεμελιώδους σημασίας για την επιτυχία στα εν λόγω ζητήματα. Ο οργανισμός μπορεί μέσω του ρυθμιστικού συμβουλίου του – το οποίο συνίσταται από τις ΕΡΑ – να επιστρατεύσει τις υπηρεσίες του προσωπικού αυτών των ΕΡΑ. Η Επιτροπή δεν έχει τέτοια δυνατότητα.

Η Επιτροπή έχει συμπεράνει ότι οι απαιτούμενες εργασίες θα μπορούσαν καλύτερα να επιτελεστούν από μια χωριστή οντότητα, ανεξάρτητη και έξω από την Επιτροπή. Τόσο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την άνοιξη του 2007, όπως και τα πρόσφατα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επιδοκίμασαν το συμπέρασμα αυτό[2].

Ως εκ τούτου, εξετάστηκε η δημιουργία ενός ισχυρότερου δικτύου εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας. Σχετικό μοντέλο είναι το δίκτυο των αρχών ανταγωνισμού που δημιουργήθηκε το 2004 βάσει του κανονισμού του Συμβουλίου (EK) αριθ. 01/2003. Αυτό πάντως θα απαιτούσε τη δημιουργία αυτόνομων εξουσιών της Επιτροπής στον ενεργειακό τομέα (οι εξουσίες αυτές υφίστανται τη στιγμή αυτή μόνο στο πεδίο των κανόνων περί ανταγωνισμού). Οι εξουσίες των ΕΡΑ θα πρέπει, οπωσδήποτε, να ενισχυθούν και εναρμονιστούν.

Επιπλέον, το μοντέλο του συστήματος των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών θα μπορούσε να εφαρμοστεί, αλλά στερείται νομικής βάσης στη Συνθήκη. Ένα τέτοιο μοντέλο θα απαιτούσε απλώς τροπολογία της Συνθήκης.

Η Επιτροπή κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι αν πρέπει να συσταθεί ανεξάρτητος φορέας που θα έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει προτάσεις στην Επιτροπή όσον αφορά αποφάσεις με ουσιαστικό αντικείμενο και να λαμβάνει μεμονωμένες κανονιστικές αποφάσεις που είναι δεσμευτικές για τρίτα μέρη όσον αφορά αναλυτικά τεχνικά ζητήματα που τους έχουν ανατεθεί, η μόνη λύση θα είναι η σύσταση οργανισμού.

Σύμφωνα με τα προτεινόμενα, η κυριότερη ενασχόληση του οργανισμού είναι να συμπληρώνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις κανονιστικές εργασίες που επιτελούνται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η δομή θα πρέπει να προσφέρει πλαίσιο συνεργασίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, κανονιστική ανασκόπηση της συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και πεδίο για λήψη μεμονωμένων αποφάσεων όσον αφορά την υποδομή στην επικράτεια περισσότερων του ενός κρατών μελών. Η ανάλυση αυτή αντανακλά τις αρχές που ορίστηκαν από την Επιτροπή στο σχέδιο διοργανικής συμφωνίας για ένα πλαίσιο λειτουργίας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών[3], ειδικότερα όσον αφορά τη δυνατότητα έκδοσης μεμονωμένων αποφάσεων νομικώς δεσμευτικών για τρίτα μέρη.

Η κατωτέρω πρόταση στηρίζεται επίσης στην επιλογή «ERGEG+», η οποία αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 2007 με τίτλο «Μια ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη»[4].

3.2. Κυριότερες εργασίες του προτεινόμενου οργανισμού συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας

Ο οργανισμός θα συμπληρώνει, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις κανονιστικές εργασίες που επιτελούνται σε εθνικό επίπεδο από τις ρυθμιστικές αρχές:

- Προσφορά πλαισίου για να συνεργάζονται οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Προτείνεται να βελτιωθεί ο χειρισμός διασυνοριακών καταστάσεων. Ο οργανισμός θα θεσπίσει διαδικασίες για τη συνεργασία μεταξύ εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τον επιμερισμό αρμοδιοτήτων όποτε εμπλέκονται περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Το πλαίσιο αυτό θα δώσει επίσης ώθηση στην περιφερειακή συνεργασία μεταξύ εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

- Κανονιστική εποπτεία της συνεργασίας μεταξύ διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς. Ο οργανισμός θα έχει την ευθύνη της παρακολούθησης και ανασκόπησης των δραστηριοτήτων του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρισμού και του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς αερίου. Ειδικότερα, θα συμμετέχει στον καθορισμό προτεραιοτήτων μέσω του προγράμματος εργασίας των ανωτέρω δικτύων, στην επανεξέταση του δεκαετούς επενδυτικού των σχεδίου και στην προετοιμασία τεχνικών και αγοραίων κωδίκων. Η επανεξέταση του επενδυτικού σχεδίου διενεργείται με την επιφύλαξη της αστικής ευθύνης των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς για τεχνικές αστοχίες όπως ορίζεται βάσει του εθνικού δικαίου. Όσον αφορά τους τεχνικούς και αγοραίους κώδικες, ο οργανισμός θα διαθέτει την εξουσία να ζητεί από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς να τροποποιούν τα σχέδιά τους ή να πραγματεύονται λεπτομερώς πιο συγκεκριμένα ζητήματα. Θα έχει επίσης την εξουσία να συνιστά στην Επιτροπή να καταστήσει νομικώς δεσμευτικούς τους εν λόγω κώδικες στις περιπτώσεις που μια αυτόβουλη εφαρμογή εκ μέρους των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φαίνεται ανεπαρκής ή ακατάλληλη για ορισμένα ζητήματα. Ο οργανισμός έχει επίσης την ευχέρεια να συνιστά στην Επιτροπή τροποποίηση του σχεδίου προτάσεων των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ή πρόσθετες διατάξεις. Στην πράξη, ο μηχανισμός αυτός θα λάβει τη μορφή εποικοδομητικού και συνεχούς διαλόγου μεταξύ του οργανισμού, των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και της Επιτροπής. Η ανάμειξη του οργανισμού στα εν λόγω ζητήματα θα είναι καίριας σημασίας για να υπάρχει βεβαιότητα ότι η συνεργασία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς εξελίσσεται κατά αποδοτικό και διαφανή τρόπο προς όφελος της εσωτερικής αγοράς.

- Εξουσίες λήψης μεμονωμένων αποφάσεων. Προκειμένου να χειρίζεται ιδιαίτερα διασυνοριακά ζητήματα, προτείνεται να δοθούν στον οργανισμό εξουσίες λήψης μεμονωμένων αποφάσεων για αιτήσεις εξαίρεσης[5] όσον αφορά πάγια στοιχεία υποδομής ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και ο οργανισμός να αποφασίζει για το εφαρμοστέο κανονιστικό καθεστώς σε υποδομή εγκατεστημένη στην επικράτεια περισσότερων του ενός κρατών μελών. Επιπλέον, ο οργανισμός θα είναι σε θέση να λάβει ειδικές αποφάσεις σε μεμονωμένα τεχνικά ζητήματα όταν αυτά ανατίθενται στον οργανισμό με βάση ιδιαίτερες κατευθυντήριες γραμμές υιοθετούμενες κατ’εφαρμογή των οδηγιών για το αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια, στο πλαίσιο διαδικασίας επιτροπολογίας.

- Γενικός συμβουλευτικός ρόλος . Ο οργανισμός θα έχει εν γένει συμβουλευτικό ρόλο, προς την Επιτροπή, όσον αφορά ζητήματα ρύθμισης της αγοράς και μπορεί να εκδίδει μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διάδοση ορθών πρακτικών μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Κατά περίπτωση θα έχει επίσης την εξουσία να επανεξετάζει, υπό το πρίσμα των εκτελεστικών μέτρων που θεσπίζει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα του αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, τυχόν αποφάσεις που λαμβάνονται από μια εθνική ρυθμιστική αρχή, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την εσωτερική αγορά, και να διατυπώνει γνώμη στην Επιτροπή.

Μολονότι οι εξουσίες του δεν μπορούν να επεκταθούν ώστε να καλύπτουν αποφάσεις θέσπισης προτύπων (όπως η επίσημη θέσπιση υποχρεωτικών κατευθυντήριων γραμμών), ο νέος οργανισμός θα διαδραματίσει συνολικώς ζωτικό ρόλο στην ανάπτυξη και εφαρμογή των κανόνων της ευρωπαϊκής αγοράς αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.

3.3. Διοίκηση του προτεινόμενου οργανισμού συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας

Οι αρχές θεσμοθέτησης και διοίκησης του οργανισμού συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας βασίζονται καταρχήν στους πρότυπους κανόνες και πρακτικές για κοινοτικούς ρυθμιστικούς οργανισμούς.

Ωστόσο, χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η αναγκαία ανεξαρτησία των κανονιστικών λειτουργιών. Για το σκοπό αυτό, πέραν του διοικητικού συμβουλίου που είναι υπεύθυνο για τα πάσης φύσεως διοικητικά και δημοσιονομικά θέματα, προτείνεται η δημιουργία ενός συμβουλίου ρυθμιστικών αρχών που είναι υπεύθυνο για τα πάσης φύσεως ρυθμιστικά θέματα και αποφάσεις. Ο διευθυντής, διοριζόμενος από το διοικητικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο ρυθμιστικών αρχών, θα εκλεγεί από κατάλογο προεπιλογής που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή. Ο διευθυντής θα εκπροσωπεί τον οργανισμό και θα είναι υπεύθυνος για την επί καθημερινής βάσεως διαχείριση. Επιπλέον, στη σύνθεση του οργανισμού προβλέπεται τμήμα προσφυγών το οποίο είναι αρμόδιο να χειρίζεται τις προσφυγές κατά αποφάσεων που εκδίδει ο οργανισμός.

3.4. Δημοσιονομικές πτυχές

Προτείνεται να διαθέτει ο οργανισμός, με δεδομένες τις εργασίες του, περιορισμένο προσωπικό 40 έως 50 ατόμων. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε εκτεταμένη ανάλυση των απαιτήσεων στελέχωσης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και σε προσεκτική ανάλυση των ελάχιστων πόρων που είναι αναγκαίοι για την επιτέλεση των προτεινόμενων εργασιών, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των δυνατοτήτων συνεργειών για την αξιοποίηση πόρων εντός των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που θα υποβοηθούν το έργο του οργανισμού. Το προτεινόμενο προσωπικό ανταποκρίνεται στις ανάγκες των εν λόγω αρχών[6]. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, εάν η Επιτροπή αποπειραθεί να επιτελέσει τις εργασίες των οργανισμών, το ύψος του απαιτούμενου προσωπικού θα είναι πολύ υψηλότερο.

Οι συνολικές ετήσιες δαπάνες του οργανισμού εκτιμώνται σε περίπου 6-7 εκατομμύρια € κατ’ έτος, από τα οποία ποσό 5 εκατομμυρίων € για δαπάνες προσωπικού (λαμβάνοντας ως μέσον όρο το κατά κεφαλή κόστος του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δηλαδή 0,117 εκατομμύρια € κατ’ έτος, που περιλαμβάνει τα έξοδα που συνδέονται με τη στέγαση και τις σχετικές διοικητικές δαπάνες), 1 εκατομμύριο € λειτουργικές δαπάνες (δαπάνες οργάνωσης συσκέψεων, εκπόνησης μελετών, καθώς και μετάφρασης, δημοσιεύσεων και δημόσιων σχέσεων) και το υπόλοιπο για κεφαλαιουχικές δαπάνες (σχετικά με την αγορά κινητών αγαθών και συναφείς δαπάνες) και δαπάνες αποστολών.

Οι ετήσιες δαπάνες του οργανισμού θα καλυφθούν από επιχορηγήσεις της Κοινότητας. Ο οργανισμός διαθέτει περιορισμένα έσοδα προερχόμενα από τέλη τα οποία καταβάλλουν τρίτες χώρες και τα οποία τις βαρύνουν όταν ο οργανισμός λαμβάνει ορισμένες αποφάσεις.

3.5. Ρόλος της Επιτροπής

Υπάρχουν καταρχήν τρεις διαφορετικές διασφαλίσεις για την κατοχύρωση της θέσης της Επιτροπής και του ρόλου της ως θεματοφύλακα της Συνθήκης.

Κατά πρώτον, όταν ο οργανισμός λαμβάνει απόφαση, η απόφαση αυτή είναι δεσμευτική μόνο για ειδικές τεχνικές καταστάσεις που προβλέπονται ρητά στον κανονισμό και τις οδηγίες ή προβλέπονται κατά περίπτωση από δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές. Ο οργανισμός δεν διαθέτει καμιά πολιτική διακριτική ευχέρεια εκτός του πλαισίου αυτού.

Κατά δεύτερον, αν η συνεργασία των ΔΣΜ ή οι αποφάσεις των ΕΡΑ απειλούν τον ενεργό ανταγωνισμό και την αποδοτική λειτουργία της αγοράς, η Επιτροπή ενημερώνεται πάραυτα από τον οργανισμό και δύναται ακολούθως να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα γα τη διόρθωση της κατάστασης. Η Επιτροπή έχει επίσης τη δυνατότητα να επιλέξει να ενεργήσει με δική της πρωτοβουλία.

Κατά τρίτον, όποτε χρειάζεται να ληφθεί ουσιώδης απόφαση, αυτό μπορεί να γίνει μόνο από την Επιτροπή. Στις περιπτώσεις αυτές, ο οργανισμός έχει μόνο προπαρασκευαστικό και γνωμοδοτικό ρόλο. Η νομική υπηρεσία της Επιτροπής έχει αναλύσει προσεκτικά το κείμενο από την άποψη αυτή και διασφαλίσει ότι ο οργανισμός δεν διαθέτει εξουσία λήψης διακριτικής ουσιώδους απόφασης.

Επιπλέον, εναπόκειται στην Επιτροπή, μέσω της θέσπισης δεσμευτικών κατευθυντήριων γραμμών, να εξειδικεύσει περαιτέρω και να καθορίσει το ρόλο του οργανισμού.

4. Αποδοτικη συνεργασια μεταξύ διαχειριστων συστηματων μεταφορασ

4.1. Μια ζωηρή συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς είναι αναγκαία για την ενοποίηση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου

Για να πραγματωθεί η ενοποίηση της αγοράς, χρειάζονται επίσης ενεργός συνεργασία μεταξύ διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (ΔΣΜ) και η θέσπιση ενός σαφούς και σταθερού κανονιστικού πλαισίου, η οποία περιλαμβάνει συντονισμό των κανονιστικών παρεμβάσεων. Χρειάζεται συμβατότητα των κανόνων πρόσβασης στο δίκτυο και των επιχειρησιακών κανόνων, πρέπει να συντελείται αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και ικανοποιητικός συντονισμός των νέων επενδύσεων για την αύξηση των δυναμικοτήτων διασύνδεσης. Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας συνεργάζονται ήδη αυτοβούλως σε υφιστάμενες δομές, όπως οι σύνδεσμοι Ευρωπαϊκών Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς (ETSO) και Μεταφοράς Αερίου στην Ευρώπη (GTE). Συνεργάζονται σε επιχειρησιακά ζητήματα σε περιφερειακό επίπεδο και συμμετέχουν σε τεχνικούς φορείς, όπως η Ένωση Συντονισμού της Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (UCTE) και ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Διευκόλυνσης των Συναλλαγών Ενέργειας (EASEE-Gas). Οι πρωτοβουλίες αυτές πολυστρωματικής συνεργασίας βοήθησαν σοβαρά την εσωτερική αγορά και έχουν συμβάλει στη βελτίωση του βαθμού απόδοσης και της ασφάλειας των δικτύων.

Ωστόσο, η εκούσια αυτή συνεργασία έχει εμφανώς εξαντλήσει τα περιθώριά της και αναφέρονται ως παραδείγματα τα επεισόδια στο δίκτυο και οι γενικές διακοπές ηλεκτρισμού λόγω ελλιπούς συντονισμού της εκμετάλλευσης δικτύων ή ελλείψεως διασυνδέσεων στα ηλεκτρικά δίκτυα και τα δίκτυα αερίου, καθώς και οι δυσκολίες στη διατύπωση προτάσεων ή την επίτευξη συμφωνίας για κοινά τεχνικά πρότυπα. Ως εκ τούτου, προτείνεται να ανατεθεί στους διαχειριστές των συστημάτων μεταφοράς το έργο της ενίσχυσης της συνεργασίας τους σε ορισμένους τομείς καίριας σημασίας, με επικέντρωση στα ακόλουθα κύρια ζητήματα.

- Ανάπτυξη αγοραίων και τεχνικών “κωδίκων” . Για την ενοποίηση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου χρειάζεται μια ομοιογενής σειρά τεχνικών και αγοραίων κωδίκων. Σήμερα, οι κώδικες αυτοί υφίστανται σε εθνική βάση ή μέσω συστάσεων οργανώσεων, όπως οι UCTE ή EASEE-gas. Το πρόβλημα με τη σημερινή κατάσταση είναι τριπλό: κατά πρώτον, οι ισχύοντες κανόνες δεν καλύπτουν όλες τις περιοχές που χρειάζονται εναρμόνιση ώστε να συντελέσουν στη λειτουργία μιας ενοποιημένης αγοράς, κατά δεύτερον οι εθνικοί κώδικες συχνά δεν είναι συμβατοί μεταξύ τους και κατά τρίτο συχνά δεν είναι νομικώς δεσμευτικοί ή επιβλητέοι. Παραδείγματα των κωδίκων αυτών είναι το λειτουργικό εγχειρίδιο της UCTE για την ασφάλεια και την αξιοπιστία των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρισμού και οι συστάσεις της EASEE-gas για τις ιδιότητες του αερίου.

- Η πρόταση διατηρεί την εκούσια διαδικασία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ως ρεαλιστικό τρόπο ανάπτυξης λεπτομερών τεχνικών και αγοραίων κωδίκων. Οι κώδικες αυτοί συχνά είναι τεχνικώς πολύπλοκοι και χρειάζεται αποδοτική διαδικασία τροποποίησής τους όταν είναι αναγκαίο. Η πρόταση προσθέτει ισχυρή κανονιστική εποπτεία στο περιεχόμενο και στην παρακολούθηση της συμμόρφωσης και επιβολής των εν λόγω κανόνων εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, του οργανισμού ή/και της Επιτροπής, ανάλογα με τη φύση της υπόψη πρότασης. Σε περίπτωση που οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν για αναγκαίους τεχνικούς και αγοραίους κώδικες ή δεν τους εφαρμόζουν, οι κανόνες αυτοί μπορεί να προταθούν και θεσπιστούν μέσω διαδικασίας επιτροπολογίας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής.

- Συνολικώς, στην παρούσα πρόταση ορίζονται ένδεκα κύρια πεδία συνεργασίας. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (βλέπε σημείο 1.2), το οποίο καταρτίζεται σε διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες και το νέο οργανισμό συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας (βλέπε σημείο 3), θα θέσει προτεραιότητες και θα καθορίσει λεπτομερέστερα τους τεχνικούς και αγοραίους κώδικες που χρειάζονται. Η συνεργασία μεταξύ διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς θα πρέπει επίσης να περιλάβει την παρακολούθηση της υλοποίησης των τεχνικών και αγοραίων κωδίκων.

- Δραστηριότητες έρευνας και καινοτομίας κοινού ενδιαφέροντος : Με τη συνεργασία των ΔΣΜ αναμένεται να συγκροτηθεί πλαίσιο προσδιορισμού, χρηματοδότησης και διαχείρισης των αναγκαίων δραστηριοτήτων έρευνας και καινοτομίας που αποτελούν κινητήριες δυνάμεις της άρτιας τεχνικής ανάπτυξης και εξέλιξης των ευρωπαϊκών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, ιδιαίτερα για την προώθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού και της ενεργειακής απόδοσης και τη δυνατότητα διείσδυσης τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

- Συντονισμός της εκμετάλλευσης διασυνδεδεμένου δικτύου . Η συνεργασία μεταξύ των ΔΣΜ θα περιλαμβάνει την από κοινού εκμετάλλευση των δικτύων ακολουθώντας συμφωνημένους αγοραίους και τεχνικούς κώδικες. Αφορά επίσης την ανταλλαγή επιχειρησιακών πληροφοριών για το δίκτυο και τη συντονισμένη δημοσίευση πληροφοριών για την απόκτηση πρόσβασης στο δίκτυο, για παράδειγμα μέσω κοινού κριτηρίου διαφάνειας.

- Σχεδιασμός επενδύσεων . Προκειμένου να καταστήσουν διαθέσιμη επαρκή δυναμικότητα μεταφοράς ώστε να καλύψει τη ζήτηση και να ενοποιήσει τις εθνικές αγορές, οι διαχειριστές δικτύων χρειάζονται συντονισμένο μακροχρόνιο σχεδιασμό της ανάπτυξης συστημάτων ώστε να προγραμματίζουν τις επενδύσεις σε δίκτυα και να παρακολουθούν τις εξελίξεις των δυναμικοτήτων δικτύων μεταφοράς. Θεωρείται ότι τα ευρωπαϊκά δίκτυα διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς θα δημοσιεύουν σχέδια ανάπτυξης δικτύων, τα οποία περιλαμβάνουν την εκπόνηση μοντέλου του ενοποιημένου δικτύου, την κατάστρωση υποθετικών εξελίξεων και την εκτίμηση της επανατακτικότητας του ενοποιημένου συστήματος και της ικανότητάς του να αποδώσει αποτελέσματα. Τα αναπτυξιακά αυτά σχέδια θα πρέπει να έχουν επαρκές βάθος χρόνου (π.χ. τουλάχιστον δέκα ετών) που να επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό επενδυτικών χασμάτων, ειδικότερα με γνώμονα διασυνοριακές δυναμικότητες.

Ιδιαίτερα για τις δύο τελευταίες από τις ανωτέρω εργασίες, περιφερειακές πρωτοβουλίες διαδραματίζουν θετικό ρόλο στην ενοποίηση της αγοράς. Η συνεργασία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει όντως να συμπληρώνεται σε περιφερειακό επίπεδο, ώστε να διασφαλίζεται αληθής πρόοδος στην πράξη, βέλτιστη διαχείριση του δικτύου[7] και κατάλληλος σχεδιασμός και υλοποίηση επενδύσεων. Το κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να προωθεί, συντονίζει και αναπτύσσει περιφερειακές πρωτοβουλίες μεταξύ διαχειριστή συστήματος μεταφοράς και ρυθμιστικών αρχών, όπως συμβαίνει με τις περιφερειακές πρωτοβουλίες στις οποίες πρωτοστατεί η ERGEG και με πρωτοβουλίες όπως το πενταμερές φόρουμ στη Βορειοδυτική Ευρώπη και όπως υποδεικνύουν μείζονες παράγοντες, όπως η Eurelectric.

4.2. Ένας βελτιωμένος μηχανισμός συνεργασίας

Έχει σημασία για τις δομές συνεργασίας των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς να είναι πλήρως αναγνωρισμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως αρμόδια αρχή για την επιτέλεση των ανωτέρω εργασιών. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα κατονομάσει επίσημα τα ευρωπαϊκά δίκτυα διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας) που είναι επιφορτισμένα με τις ανωτέρω εργασίες.

Όπως και οι εταιρείες, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς οφείλουν να επιδεικνύουν διαφάνεια για τον τρόπο της μεταξύ τους συνεργασίας. Έχουν την ευχέρεια να αξιοποιήσουν υφιστάμενες δομές όπως οι GTE και ETSO. Ωστόσο, οι εργασίες και ευθύνες που απαιτούνται από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς θα μεταφράζονται σε ανάγκη κεντρικής και σταθερής δομής συνεργασίας τόσο από πλευράς οργάνωσης όσο και πρακτικών εργαλείων σχεδιασμού και εκμετάλλευσης των δικτύων.

Ο οργανισμός συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας θα παρακολουθεί τον τρόπο κατά τον οποίο το ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς επιτελεί τις εργασίες που του έχουν ανατεθεί.

Η ανάμειξη και διαβούλευση των εμπλεκόμενων παραγόντων, όπως των παραγωγών, προμηθευτών, πελατών και διαχειριστών συστημάτων διανομής θα αναπτυχθεί ως τυπική πρακτική από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς ευθύς εξαρχής όταν εργάζονται σε συγκεκριμένο θέμα. Για το σκοπό αυτό, θα διενεργείται διαβούλευση των εμπλεκόμενων παραγόντων για οποιοδήποτε σχέδιο αγοραίου και τεχνικού κώδικα που συντάσσεται από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και θα δοθεί σε αυτούς η δυνατότητα να διατυπώνουν σχόλια σχετικά με το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς. Ο οργανισμός θα επιστατεί την ορθή διενέργεια της διαβούλευσης.

5. Βελτιωση της λειτουργιασ της αγορασ

Η παρούσα πρόταση στοχεύει επίσης στη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου για τη διευκόλυνση της πρόσβασης τρίτων μερών σε υποδομές καίριας σημασίας, για την αύξηση της διαφάνειας στην αγορά, την ενίσχυση της ενοποίησης της αγοράς και τη βελτίωση της πρόσβασης πελατών λιανικής.

5.1. Καθεστώς εξαίρεσης

Η τρέχουσα νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα να εξαιρείται η μείζων νέα υποδομή από τους κανόνες της υπαγόμενης σε ρυθμίσεις πρόσβασης τρίτου μέρους, για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Η δυνατότητα αυτή έχει χρησιμοποιηθεί για αρκετές υποδομές που έχουν ολοκληρωθεί ή είναι υπό κατασκευή, στις οποίες περιλαμβάνονται νέες διασυνδέσεις αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας και μονάδες LNG, έχει δε βοηθήσει να σημειωθεί πρόοδος σε έργα που συντελούν στην ασφάλεια του εφοδιασμού και στον ανταγωνισμό. Παράλληλα, η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι φορείς ανάπτυξης έργων, οι ρυθμιστικές αρχές και η Επιτροπή θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την ομαλή ροή της διαδικασίας αίτησης και χορήγησης εξαιρέσεων, καθώς και τη διευκρίνιση ορισμένων από τις προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει να διατυπώσει κατευθυντήριες γραμμές ώστε να υποβοηθήσει τους αιτούντες και τις ρυθμιστικές αρχές στην εφαρμογή των απαιτούμενων όρων παραχώρησης εξαίρεσης. Για να υπάρχει βεβαιότητα ότι η εξαιρούμενη υποδομή δύναται παρά ταύτα να χρησιμοποιηθεί κατά βέλτιστο τρόπο από την αγορά, προτείνεται για τη νέα υποδομή να γενικευθούν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την κατανομή δυναμικότητας και οι διατάξεις για τη διαχείριση της συμφόρησης, οι οποίες μέχρι τώρα εφαρμόζονταν μεμονωμένα για κάθε περίπτωση.

5.2. Διαφάνεια

Η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου πάσχει από έλλειψη ρευστότητας και διαφάνειας που εμποδίζει την αποδοτική κατανομή πόρων, περιορίζοντας τις δυνατότητες αντιστάθμισης κινδύνων και αναστέλλοντας την είσοδο νέων παικτών. Χρειάζεται να αυξηθούν η εμπιστοσύνη στην αγορά, η ρευστότητά της και ο αριθμός των συμμετεχόντων, πολλαπλασιάζοντας τις πληροφορίες που διατίθενται σε αυτήν.

Οι τρέχουσες απαιτήσεις σχετικά με τη διαφάνεια εστιάζονται στη δημοσίευση της δυναμικότητας του δικτύου, ώστε οι συμμετέχοντες στην αγορά να είναι ικανοί να διακρίνουν αν διατίθεται δυναμικότητα και αν προσφέρεται στην αγορά το σύνολο της διαθέσιμης δυναμικότητας. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες στην αγορά χρειάζονται επίσης να διαθέτουν ίση πρόσβαση στις πληροφορίες με τις οποίες προσδιορίζονται οι διακυμάνσεις των τιμών χονδρικής.

Επί του παρόντος, οι κατεστημένες επιχειρήσεις που είναι υπεύθυνες για το μεγαλύτερο μέρος των ροών αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, και οι οποίες έχουν στην κυριότητά τους το πλείστο των πάγιων στοιχείων στην αγορά, διαθέτουν περισσότερη και καλύτερη πρόσβαση στις πληροφορίες, απ’ό,τι οι νεοεισερχόμενοι. Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας υπάρχουν απαιτήσεις υπό τη μορφή κατευθυντήριων γραμμών προσαρτημένων στον κανονισμό, με τις οποίες ορίζονται απαιτήσεις διαφάνειας σχετικά με την ηλεκτροπαραγωγή, αλλά δεν είναι επαρκείς, στον δε τομέα του αερίου δεν υπάρχουν επί του παρόντος τέτοιες απαιτήσεις. Ως εκ τούτου, προτείνεται να επεκταθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας όσον αφορά τα αποθέματα αερίου, τις προβλέψεις ζήτησης και προσφοράς, τις δαπάνες για την εξισορρόπηση του δικτύου και τις εμπορικές συναλλαγές.

Η ορθή και πλήρης εφαρμογή των ανωτέρω απαιτήσεων χρειάζεται να υπόκειται στον έλεγχο και την παρακολούθηση των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, επομένως χρειάζεται να ενισχυθούν ανάλογα οι εξουσίες των εν λόγω αρχών.

Σχετικά με το πρόβλημα της διαφάνειας όσον αφορά παράγωγα και χρηματοπιστωτικά μέσα, ως προς την οποία οι παρούσες προτάσεις δεν προβλέπουν επιπρόσθετες απαιτήσεις για τις οικείες εταιρείες, η Επιτροπή θα εξετάσει αναλυτικά το ζήτημα αυτό και θα καταλήξει σε συμπεράσματα προς τα μέσα του 2008. Ο οργανισμός συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας και η ευρωπαϊκή επιτροπή ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών καλούνται να συνεργασθούν ώστε να διερευνήσουν περαιτέρω το θέμα και να συμβουλεύσουν εάν οι συναλλαγές στο πλαίσιο συμβάσεων προμήθειας αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις διαφάνειας πριν ή/και μετά την εμπορική συναλλαγή.

5.3. Πρόσβαση στην αποθήκευση

Η ισχύουσα οδηγία για την εσωτερική αγορά αερίου ορίζει ότι όποτε η αποθήκευση αποτελεί ουσιαστικής σημασίας εγκατάσταση για τον εφοδιασμό πελατών οι φορείς εκμετάλλευσης αποθηκευτικών χώρων οφείλουν να παραχωρούν πρόσβαση σε τρίτα μέρη. Τα κράτη μέλη μπορούν να διασφαλίσουν την πρόσβαση στις εν λόγω εγκαταστάσεις αποθήκευσης διαλέγοντας είτε να θέσουν προϋποθέσεις οριζόμενες από τη ρυθμιστική αρχή είτε να υποχρεώσουν τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς να διαπραγματεύονται με τους πελάτες τους όρους της πρόσβασης. Οι περιεχόμενες στην οδηγία απαιτήσεις περιορίζονται στη διατύπωση αρχών και αφήνουν μεγάλα περιθώρια στα κράτη μέλη να ορίσουν το κανονιστικό τους πλαίσιο. Οι λόγω αρχές απέκτησαν ακολούθως ουσιαστικό περιεχόμενο μέσω του φόρουμ της Μαδρίτης, όπου όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες συμφώνησαν σε εκούσιες «κατευθυντήριες γραμμές ορθής πρακτικής στην πρόσβαση τρίτων μερών για φορείς εκμετάλλευσης αποθηκευτικών συστημάτων» (GGPSSO). Ωστόσο, η ERGEG κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνολική υλοποίηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών είναι ελλιπής.

Προκειμένου να εφαρμοστούν αποτελεσματικά οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές, η Επιτροπή προτείνει τέσσερα μέτρα:

- Να καταστούν οι κατευθυντήριες γραμμές νομικώς δεσμευτικές και να προβλεφθεί λεπτομερής υλοποίηση των κατευθυντήριων γραμμών μέσω επιτροπολογίας.

- Να θεσπιστεί νομικός και λειτουργικός διαχωρισμός των φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων αποθήκευσης οι οποίοι αποτελούν τμήμα επιχειρήσεων προμήθειας.

- Να ενισχυθούν οι εξουσίες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ώστε οι τελευταίες να ασκούν εποπτεία της πρόσβασης στην αποθήκευση.

- Να απαιτηθεί σαφήνεια του κανονιστικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις αποθήκευσης.

Προκειμένου να καταστούν οι κατευθυντήριες γραμμές νομικώς δεσμευτικές, ο κανονισμός θα επεκταθεί ώστε να ορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων αποθήκευσης θα προσφέρουν υπηρεσίες πρόσβασης τρίτων μερών, καθώς και τον τρόπο κατανομής δυναμικότητας και διαχείρισης της συμφόρησης. Στον κανονισμό θα ορίζονται επίσης οι απαιτήσεις διαφάνειας και ο τρόπος κατά τον οποίο θα δοθεί η δυνατότητα ανάπτυξης δευτερογενούς αγοράς σε δυναμικότητα αποθήκευσης. Με τους κανόνες αυτούς θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι όλα τα αποθηκευτικά μέσα που είναι διαθέσιμα σε τρίτα μέρη προσφέρονται στην αγορά κατά τρόπο αμερόληπτο και διαφανή, και ότι αποθαρρύνεται ζωηρά η αποθησαύριση δυναμικότητας. Οι κανόνες αυτοί θα συντελούν επίσης στη διασφάλιση συνέπειας με τις προτεινόμενες ελάχιστες απαιτήσεις για την εξαιρούμενη υποδομή.

Επιβάλλοντας το νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό των φορέων εκμετάλλευσης αποθηκευτικών συστημάτων, θα ενισχυθεί σε μεγάλο βαθμό η ενεργός πρόσβαση στην αποθήκευση. Το γεγονός ότι σήμερα όταν οι προμηθευτές χρειάζονται δυναμικότητα αποθήκευσης οφείλουν να απευθυνθούν στους ανταγωνιστές τους για να καλύψουν με σύμβαση την αποθηκευτική τους ανάγκη δεν αυξάνει την εμπιστοσύνη στην αγορά και αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για νεοεισερχόμενους. Η απαίτηση φορέων εκμετάλλευσης αποθηκευτικών συστημάτων με διαχωρισμένες δραστηριότητες θα βελτιώσει την κατάσταση αυτή και θα επιτρέψει στους ανταγωνιστές και στις ρυθμιστικές αρχές να ελέγχουν ότι προσφέρεται στην αγορά το σύνολο της διαθέσιμης αποθηκευτικής δυναμικότητας.

Η Επιτροπή προτείνει να άρει την ασάφεια που υφίσταται ως προς την αναλογία αποθηκευτικής δυναμικότητας που προσφέρεται στην αγορά, απαιτώντας από όλα τα κράτη μέλη να ορίσουν κριτήρια για το χρόνο και τον τρόπο εφαρμογής της πρόσβασης τρίτων μερών στην αποθηκευτική δυναμικότητα, τα οποία πρέπει να δημοσιοποιούνται. Έργο της ρυθμιστικής αρχής είναι έπειτα ο έλεγχος της τήρησης των ανωτέρω κριτηρίων σε όλους τους αποθηκευτικούς χώρους.

5.4. Πρόσβαση σε τερματικούς σταθμούς LNG

Ο ρόλος του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στον εφοδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αέριο καθίσταται όλο και σπουδαιότερος, προγραμματίζονται δε ή ευρίσκονται σε εξέλιξη πολλές επενδύσεις σε τερματικούς σταθμούς LNG. Για το λόγο αυτό, χρειάζονται κανόνες για τη διαφανή πρόσβαση σε τερματικούς σταθμούς LNG. Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν εντοπίσει τη σχετική ανάγκη, η δε ERGEG έχει ετοιμάσει κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό τη διαμόρφωση κοινής θεώρησης ως προς την πρόσβαση τρίτων μερών σε τερματικούς σταθμούς LNG.

Μολονότι πολλοί κατασκευασμένοι τερματικοί σταθμοί LNG έχουν χρησιμοποιήσει τις δυνατότητες εξαίρεσης από την πρόσβαση τρίτων μερών και τη ρυθμιστική παρέμβαση βάσει του άρθρου 22 της οδηγίας, υπάρχουν επίσης τερματικοί σταθμοί LNG στους οποίους εφαρμόζονται οι κανόνες για την πρόσβαση τρίτων μερών. Επειδή η τρέχουσα οδηγία επιβάλλει απλώς μια γενική απαίτηση υπαγωγής της πρόσβασης σε κανονιστικές ρυθμίσεις, αυτό αφήνει περιθώρια για αποκλίνουσες ερμηνείες μεταξύ κρατών μελών. Επιπλέον, μια εξαίρεση με βάση το άρθρο 22 είναι πάντοτε προσωρινή, όταν δε έχει παρέλθει η περίοδος εξαίρεσης, οι τερματικοί σταθμοί LNG θα υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει να επιβάλει ακριβέστερα καθορισμένους κανόνες πρόσβασης τρίτων μερών σε τερματικούς σταθμούς LNG. Προκειμένου να καταστούν οι κατευθυντήριες γραμμές νομικώς δεσμευτικές, ο κανονισμός θα επεκταθεί ώστε να ορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο οι φορείς εκμετάλλευσης τερματικών σταθμών LNG θα προσφέρουν υπηρεσίες πρόσβασης τρίτων μερών και τον τρόπο κατά τον οποίο θα κατανέμουν δυναμικότητα και θα διαχειρίζονται τη συμφόρηση. Θα ορίζει επίσης τις απαιτήσεις διαφάνειας και θα προτείνει μέτρα που καθιστούν δυνατή την ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς δυναμικότητας τερματικών σταθμών. Οι κανόνες αυτοί θα βοηθούν επίσης στη διασφάλιση συνέπειας με τις προτεινόμενες ελάχιστες απαιτήσεις για την εξαιρούμενη υποδομή.

5.5. Μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας

Οι κατάντη διμερείς συμφωνίες προμήθειας προσφέρουν την ευκαιρία σε ενεργοβόρες βιομηχανίες να επιτύχουν πλέον προβλέψιμες τιμές. Ωστόσο, επειδή οι εν λόγω συμφωνίες εμποδίζουν τους καταναλωτές να αλλάξουν προμηθευτή και περιορίζουν τοιουτοτρόπως τον ανταγωνισμό, ενέχουν τον κίνδυνο μονοπωλιακού ελέγχου της κατάντη αγοράς. Για να μειώσει την επικρατούσα αβεβαιότητα στην αγορά, κατά τους επόμενους μήνες η Επιτροπή θα δώσει οδηγίες, στην ενδεδειγμένη μορφή, σχετικά με τη συμμόρφωση των κατάντη μακροχρόνιων διμερών συμφωνιών προμήθειας με το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού.

5.6. Ένα πλαίσιο για τη σταδιακή καθιέρωση μιας ευρωπαϊκής αγοράς λιανικής

Ούτε στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ούτε στην αντίστοιχη του αερίου είναι ακόμη δυνατό να γίνει λόγος για μια ευρωπαϊκή αγορά λιανικής (νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις), καθώς οι πελάτες, με την παραδοχή ότι υφίσταται επιλογή, εξακολουθούν να υποχρεούνται να χρησιμοποιούν προμηθευτές εγκατεστημένους στην ίδια χώρα. Η καθιέρωση μιας αληθούς ευρωπαϊκής αγοράς τελικού χρήστη αποτελεί τον απώτατο στόχο των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου: είναι αναγκαία για τη δημιουργία ανταγωνιστικών αγορών και για την επίτευξη της ανώτατης απόδοσης. Η απελευθέρωση της αγοράς λιανικής είναι σημαντική για να διασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες της ΕΕ είναι σε θέση να επωφεληθούν από τον ανταγωνισμό. Αν η απελευθέρωση εφαρμοζόταν μόνο σε μεγάλους πελάτες, τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά θα κατέληγαν να επιδοτούν τη βιομηχανία τους. Από την 1η Ιουλίου 2007, όλες οι αγορές λιανικής στην ΕΕ έχουν ανοίξει στον ανταγωνισμό, αλλά στην πράξη πολλοί καταναλωτές είναι δεμένοι με τους παλαιούς προμηθευτές τους επειδή δεν έχει στηθεί κατάλληλο νομικό πλαίσιο, όπως επιβάλλεται. Μια ευρωπαϊκή αγορά λιανικής μπορεί να δημιουργηθεί σταδιακά και μόνο. Για να τονώσει την πορεία αυτή, η Επιτροπή εξετάζει τη συγκρότηση φόρουμ λιανικής κατ’αναλογία της θετικής εμπειρίας με τα φόρα της Φλωρεντίας και της Μαδρίτης. Το φόρουμ αυτό θα επιτρέψει την επικέντρωση σε ειδικά ζητήματα της αγοράς λιανικής και αναμένεται να χρησιμεύσει ως πλαίσιο έδρασης για να προωθήσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες την καθιέρωση μιας ευρωπαϊκών διαστάσεων αγοράς λιανικής. Με το φόρουμ θα δοθούν οδηγίες για τις προτεινόμενες υποχρεώσεις των κρατών μελών και των ρυθμιστικών αρχών να θεσπίσουν σαφείς κανόνες για τον ανταγωνισμό στην αγορά λιανικής, με σκοπό τη σταδιακή εναρμόνιση των κανόνων που διέπουν την αγορά ώστε να καταστεί δυνατή η λειτουργία διασυνοριακών αγορών λιανικής.

Οι εύρυθμα λειτουργούσες αγορές λιανικής θα διαδραματίσουν επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στο να συνειδητοποιήσει ο κόσμος περισσότερο το πρόβλημα της εγχώριας ενεργειακής κατανάλωσης και των δαπανών ενέργειας, εφόσον τα πάσης φύσεως μέτρα για τη μείωση των εκπομπών CO2 και την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης απαιτούν δράση από τα νοικοκυριά. Ο ανταγωνισμός για την παροχή ενέργειας στα νοικοκυριά θα ενδυναμώσει τη συνειδητοποίηση της ενεργειακής παραμέτρου. Ωστόσο, οι τρέχουσες πρακτικές κατά τις οποίες οι καταναλωτές λαμβάνουν μόνο τον τελικό λογαριασμό για την κατανάλωσή τους μετά από ένα έτος δεν δημιουργεί τέτοια συνειδητοποίηση, ούτε δίνει στους προμηθευτές τη δυνατότητα να αναπτύξουν ανταγωνιστικές υπηρεσίες που κάνουν διάκριση μεταξύ νοικοκυριών με συγκεκριμένες ανάγκες. Ως εκ τούτου, οι προμηθευτές χρειάζεται να δίνουν περισσότερες πληροφορίες ώστε οι πελάτες να ενημερώνονται συχνότερα για την ενεργειακή τους κατανάλωση και τις σχετικές δαπάνες.

Είναι προφανές ότι η ελευθερία επιλογής για τους καταναλωτές πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρές εγγυήσεις για τα δικαιώματά τους. Οι ευπαθείς καταναλωτές ήδη διαθέτουν υψηλό βαθμό προστασίας στην τρέχουσα οδηγία ώστε να διασφαλίζεται ότι διαθέτουν πρόσβαση στην ενέργεια που χρειάζονται για έναν ομαλό βίο. Τα μέτρα αυτά έχουν όμως εφαρμοστεί λανθασμένα σε ορισμένες χώρες, προκειμένου δε η Επιτροπή να διευκρινίσει το σχετικό πλαίσιο, προτείνει τον ορισμό δεσμευτικών κατευθυντήριων γραμμών. Παράλληλα, η Επιτροπή προτείνει να ενισχυθούν τα δικαιώματα όλων των πελατών, μεταξύ άλλων παραχωρώντας τους το δικαίωμα να αλλάζουν προμηθευτή οποτεδήποτε και επιβάλλοντας στις ενεργειακές εταιρείες την υποχρέωση να εκκαθαρίζονται οι λογαριασμοί εντός μηνός μετά την αλλαγή προμηθευτή από τον καταναλωτή.

Τέλος, η Επιτροπή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι για τους διαχειριστές συστημάτων διανομής (ΔΣΔ) είναι επαρκείς οι τρέχοντες κανόνες για το νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, δεν προτείνει να επεκταθούν στους ΔΣΔ οι περιγραφόμενοι στο ανωτέρω σημείο 4 κανόνες για τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό.

6. Συνεργασία για την ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού

6.1. Παρακολούθηση της ασφάλειας του εφοδιασμού εκ μέρους των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς

Έχει σημασία να διασφαλιστεί ότι τα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση ακόμη και σε περιόδους αιχμής. Στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, τούτο καθίσταται δυνατό μόνον εφόσον υπάρχει αρκετή δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής (επάρκεια ηλεκτροπαραγωγής), το δε δίκτυο είναι ικανό να μεταφέρει την ενέργεια από τους φορείς ηλεκτροπαραγωγής στους τελικούς καταναλωτές (επάρκεια δικτύου). Στην περίπτωση του αερίου, χρειάζεται να είναι εγκατεστημένη επαρκής δυναμικότητα εισαγωγής και αποθήκευσης.

Η οδηγία 2005/89/ΕΚ απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να συντάσσουν ετησίως, με τη βοήθεια των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, έκθεση προς την Επιτροπή σχετικά με την ασφάλεια της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Η οδηγία 2004/67/ΕΚ απαιτεί από τα κράτη μέλη να συντάσσουν έκθεση σχετικά με την κατάσταση της ασφάλειας του εφοδιασμού με αέριο και το κανονιστικό πλαίσιο για την ενίσχυση των επενδύσεων σε υποδομή. Οι προτεινόμενες τροπολογίες στους κανονισμούς (EK) αριθ. 1228/2003 και (EK) αριθ. 1775/2005 αναθέτουν στο δίκτυο των ευρωπαϊκών διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς το έργο της κατάρτισης προβλέψεων της επάρκειας του συστήματος καθ’εκάστη θερινή και χειμερινή περίοδο, καθώς και μακροχρονίως. Είναι ανάγκη να καταρτίζονται ευρωπαϊκές προοπτικές ώστε να συνεκτιμώνται οι δυνατότητες εξαγωγών και εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου υπό συνθήκες αιχμής ζήτησης. Λόγω των διασυνοριακών ροών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου εντός της εσωτερικής αγοράς, χρειάζεται να εκπονούνται οι προοπτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

6.2. Συνεργασία των κρατών μελών

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία διαθέτει δύο μέσα που ασχολούνται με την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο. Κατά πρώτον, η οδηγία 2003/55/EΚ προέβλεψε γενικές υποχρεώσεις παρακολούθησης για τα κράτη μέλη. Κατά δεύτερον, η οδηγία 2004/67/EΚ αφορά ειδικώς μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας του εφοδιασμού με αέριο. Με την τελευταία οδηγία συγκροτείται ομάδα συντονισμού στον τομέα του αερίου και ορίζεται «κοινοτικός μηχανισμός» σε περίπτωση διατάραξης του εφοδιασμού.

Τα ανωτέρω μέσα προβλέπουν πλαίσιο έδρασης συντονισμού. Δεν ορίζουν ποσοτικούς στόχους όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, ούτε προβλέπουν τυχόν υποχρέωση όσον αφορά τα αποθέματα αερίου. Τέλος, δεν προβλέπουν πλαίσιο περιφερειακής συνεργασίας σε περίπτωση σοβαρών διαταράξεων του εφοδιασμού.

Η οδηγία 2004/67/EΚ μόλις πρόσφατα μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη. Στο άρθρο 10 ορίζει ότι η Επιτροπή θα συντάξει έκθεση, μέχρι τις 19 Μαΐου 2008, σχετικά με την υλοποίηση της οδηγίας και ιδιαίτερα την αποτελεσματικότητα των μέσων της, μπορεί δε να διατυπώσει περαιτέρω προτάσεις όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού. Ειδικότερα, η ανωτέρω έκθεση θα πραγματεύεται μέτρα ασφάλειας του εφοδιασμού σε σχέση με αποθέματα αερίου.

Για το λόγο αυτό, ως πρώτο βήμα, οι παρούσες προτάσεις δεν τροποποιούν την οδηγία 2004/67/EΚ, παρά ασχολούνται με δύο μόνο ζητήματα:

- Αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας στο επίπεδο των εμπορικών αποθεμάτων. Κάθε φορέας εκμετάλλευσης αποθηκευτικών μονάδων θα υποχρεούται να δημοσιεύει, σε καθημερινή βάση, την ποσότητα του ωφέλιμου αερίου που διαθέτει στις εγκαταστάσεις του. Η υποχρέωση αυτή θα αυξήσει σημαντικά την αμοιβαία εμπιστοσύνη για περιφερειακή και διμερή συνδρομή σε περίπτωση σοβαρών διαταράξεων του εφοδιασμού.

- Αλληλεγγύη. Προτείνεται να συνεργάζονται τα κράτη μέλη ώστε να προωθήσουν την περιφερειακή και διμερή αλληλεγγύη. Η συνεργασία αυτή προορίζεται να καλύψει καταστάσεις οι οποίες είναι πιθανό να συνεπάγονται σοβαρές διαταράξεις του εφοδιασμού με αέριο, που πλήττουν ένα κράτος μέλος. Παραδείγματα του συντονισμού αυτού αποτελούν η απλούστευση εθνικών μέτρων αντιμετώπισης καταστάσεων ανάγκης και η επεξεργασία πρακτικών λεπτομερειών για αμοιβαία συνδρομή. Η Επιτροπή θα θεσπίσει, αν παραστεί ανάγκη, κατευθυντήριες γραμμές για συνεργασία περιφερειακής αλληλεγγύης.

2007/0197 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) |

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής[8],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[9],

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[10],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 2007 με τίτλο «Ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη»[11] τονίστηκε η σημασία της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. Η βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου σε κοινοτικό επίπεδο χαρακτηρίστηκε ως βασικό μέτρο για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου.

(2) Με την απόφαση 2003/796/ΕΚ της Επιτροπής[12] συστάθηκε μια ανεξάρτητη συμβουλευτική ομάδα για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, με την επωνυμία «Ευρωπαϊκή ομάδα ρυθμιστικών αρχών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο» (ERGEG), για να διευκολύνει τη συνεννόηση, τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ των φορέων αυτών και της Επιτροπής, με στόχο την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. Η ομάδα αυτή απαρτίζεται από εκπροσώπους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που συστάθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ[13], και της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ[14].

(3) Το έργο που επιτέλεσε η ERGEG από τη σύστασή της συνέβαλε θετικά στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. Ωστόσο, όπως αναγνωρίζεται ευρέως από τον κλάδο και όπως προτείνει η ίδια η ERGEG, η εθελοντική συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών πρέπει πλέον να ενταχθεί σε μια κοινοτική δομή με σαφείς αρμοδιότητες και με εξουσία έκδοσης ατομικών ρυθμιστικών αποφάσεων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

(4) Το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2007 ζήτησε από την Επιτροπή να προτείνει μέτρα σχετικά με τη σύσταση ανεξάρτητου μηχανισμού για τη συνεργασία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

(5) Βάσει της εκτίμησης των επιπτώσεων όσον αφορά τους απαιτούμενους πόρους για μια κεντρική οντότητα, διαπιστώθηκε ότι μια ανεξάρτητη κεντρική οντότητα εμφάνιζε αρκετά μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα σε σύγκριση με άλλες εναλλακτικές δυνατότητες. Ως εκ τούτου, πρέπει να ιδρυθεί ένας οργανισμός συνεργασίας των ρυθμιστικών αρχών ενέργειας, στο εξής «ο Οργανισμός».

(6) Ο Οργανισμός πρέπει να εξασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό και, εάν είναι αναγκαίο, τη συμπλήρωση, σε κοινοτικό επίπεδο, των ρυθμιστικών καθηκόντων που ασκούν σε εθνικό επίπεδο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με την οδηγία 2003/54/ΕΚ και την οδηγία 2003/55/ΕΚ. Προς τούτο, είναι απαραίτητο να διασφαλιστούν η ανεξαρτησία, οι τεχνικές και ρυθμιστικές ικανότητες, η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα του Οργανισμού.

(7) Ο Οργανισμός πρέπει να παρακολουθεί τη συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας και το αερίου, καθώς και την εκτέλεση των καθηκόντων του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και των ευρωπαϊκών δικτύων διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς αερίου. Η συμμετοχή του Οργανισμού είναι θεμελιώδους σημασίας για να εξασφαλιστεί η συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς με αποτελεσματικότητα και διαφάνεια, προς όφελος της εσωτερικής αγοράς.

(8) Ενδείκνυται να προβλεφθεί ένα πλαίσιο εντός του οποίου οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα είναι σε θέση να συνεργάζονται. Το πλαίσιο αυτό πρέπει να διευκολύνει την ενιαία εφαρμογή, στο σύνολο της Κοινότητας, της νομοθεσίας που διέπει την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Όσον αφορά τις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται περισσότερα του ενός κράτη μέλη, πρέπει να παραχωρηθεί στον Οργανισμό η αρμοδιότητα έκδοσης ατομικών αποφάσεων. Η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να καλύπτει το ρυθμιστικό καθεστώς της υποδομής η οποία συνδέει δύο τουλάχιστον κράτη μέλη, την εξαίρεση νέων ηλεκτρικών γραμμών διασύνδεσης από τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και τις νέες υποδομές φυσικού αερίου που είναι εγκατεστημένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.

(9) Δεδομένου ότι ο Οργανισμός θα έχει εποπτική εικόνα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, πρέπει να επιτελεί ρόλο συμβούλου της Επιτροπής σε θέματα ρύθμισης της αγοράς. Πρέπει επίσης να υποχρεούται να ενημερώνει την Επιτροπή, εφόσον διαπιστώνει ότι η συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς δεν αποδίδει τα αναγκαία αποτελέσματα ή ότι μια εθνική ρυθμιστική αρχή που παραβίασε με απόφασή της κατευθυντήριες γραμμές, είναι απρόθυμη να συμμορφωθεί με γνωμοδότηση του Οργανισμού.

(10) Ο Οργανισμός πρέπει επίσης να μπορεί να εκδίδει μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για να συνδράμει τις ρυθμιστικές αρχές και τους παράγοντες της αγοράς στην ανταλλαγή ορθών πρακτικών.

(11) Η δομή του Οργανισμού πρέπει να είναι κατάλληλη για την κάλυψη των αναγκών της ρύθμισης του κλάδου της ενέργειας. Συγκεκριμένα, πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη ο ειδικός ρόλος και η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

(12) Το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, τον έλεγχο της εκτέλεσής του, την κατάρτιση του εσωτερικού κανονισμού, τη θέσπιση δημοσιονομικών κανονισμών και τον διορισμό του διευθυντή.

(13) Ο Οργανισμός πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες για την άσκηση των ρυθμιστικών καθηκόντων με αποτελεσματικό και, προπάντων, ανεξάρτητο τρόπο. Η ανεξαρτησία των ρυθμιστικών αρχών αποτελεί όχι μόνο θεμελιώδη αρχή της χρηστής διακυβέρνησης, αλλά και βασική προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη της αγοράς. Ως εκ τούτου, το Ρυθμιστικό Συμβούλιο, το οποίο θα αποτυπώνει την επικρατούσα στα κράτη μέλη κατάσταση, πρέπει να ενεργεί ανεξάρτητα από τα συμφέροντα της αγοράς και να μη ζητεί ούτε να δέχεται οδηγίες από καμία κυβέρνηση ή άλλη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα.

(14) Στις περιπτώσεις που ο Οργανισμός διαθέτει αποφασιστικές αρμοδιότητες, πρέπει να παρέχεται στους ενδιαφερόμενους, για λόγους διαδικαστικής οικονομίας, δικαίωμα προσφυγής σε Συμβούλιο Προσφυγών, το οποίο πρέπει να αποτελεί τμήμα του Οργανισμού, ανεξάρτητο όμως από την οικεία διοικητική και ρυθμιστική δομή.

(15) Ο Οργανισμός πρέπει να χρηματοδοτείται κυρίως από τον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από τέλη και από εθελοντικές συνεισφορές. Ειδικότερα, οι πόροι που σήμερα διατίθενται από κοινού από τις ρυθμιστικές αρχές για τη συνεργασία τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να συνεχίσουν να είναι διαθέσιμοι για τον Οργανισμό. Η κοινοτική διαδικασία του προϋπολογισμού πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται, όσον αφορά τις επιδοτήσεις που θα εγγράφονται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιπλέον, ο έλεγχος των λογαριασμών πρέπει να διενεργείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 91 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 2002 για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[15].

(16) Ο Οργανισμός πρέπει να διαθέτει προσωπικό υψηλού επαγγελματικού επιπέδου. Ειδικότερα, πρέπει να επωφελείται από τις ικανότητες και την πείρα προσωπικού αποσπασμένου από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Στο προσωπικό του Οργανισμού πρέπει να εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι κανόνες που θεσπίζονται από κοινού από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, πρέπει να θεσπίζει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα.

(17) Ο Οργανισμός πρέπει να τηρεί τους γενικούς κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους τα όργανα της Κοινότητας. Το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να θεσπίσει πρακτικά μέτρα για την προστασία των εμπορικά ευαίσθητων δεδομένων και των προσωπικών δεδομένων.

(18) Πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής τρίτων χωρών στο έργο του Οργανισμού, βάσει κατάλληλων συμφωνιών που θα συναφθούν από την Κοινότητα.

(19) Δεδομένου ότι οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης, οι οποίοι συνίστανται στη συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σε κοινοτικό επίπεδο, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, μπορούν να επιτευχθούν πληρέστερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ίδρυση

Ιδρύεται Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, εφεξής «ο Οργανισμός», με σκοπό να συμπληρώνει σε κοινοτικό επίπεδο τα ρυθμιστικά καθήκοντα που ασκούν σε εθνικό επίπεδο οι ρυθμιστικές αρχές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 22α της οδηγίας 2003/54/ΕΚ και στο άρθρο 24α της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, και όπου είναι αναγκαίο, να συντονίζει τη δράση τους.

Άρθρο 2

Νομικό καθεστώς και έδρα

1. Ο Οργανισμός είναι κοινοτικό όργανο με νομική προσωπικότητα.

2. Σε κάθε κράτος μέλος, ο Οργανισμός διαθέτει την ευρύτερη δικαιοπρακτική ικανότητα που αναγνωρίζει σε νομικά πρόσωπα το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, δύναται να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να είναι διάδικος.

3. Ο Οργανισμός εκπροσωπείται από τον διευθυντή του.

4. Ο Οργανισμός εδρεύει στ… [τόπος]. Μέχρις ότου ετοιμαστούν οι εγκαταστάσεις του, θα φιλοξενείται σε εγκαταστάσεις της Επιτροπής.

Άρθρο 3

Σύνθεση

Ο Οργανισμός αποτελείται από:

1. το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 10·

2. το Ρυθμιστικό Συμβούλιο, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 12·

3. τον διευθυντή, ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 14·

4. το Συμβούλιο Προσφυγών, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που καθορίζονται στο άρθρο 16.

Άρθρο 4

Τύποι πράξεων του Οργανισμού

Ο Οργανισμός δύναται:

5. να γνωμοδοτεί προς τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς·

6. να γνωμοδοτεί προς τις ρυθμιστικές αρχές·

7. να διατυπώνει γνώμες και συστάσεις προς την Επιτροπή·

8. να λαμβάνει ατομικές αποφάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως αναφέρεται στα άρθρα 7 και 8.

Άρθρο 5

Γενικά καθήκοντα

Ο Οργανισμός δύναται να γνωμοδοτεί προς την Επιτροπή σχετικά με κάθε ζήτημα συνδεόμενο με τον σκοπό της ίδρυσής του, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή με δική του πρωτοβουλία.

Άρθρο 6

Καθήκοντα σχετικά με τη συνεργασία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς

1. Ο Οργανισμός γνωμοδοτεί προς την Επιτροπή σχετικά με το σχέδιο καταστατικού, τον κατάλογο των μελών και το σχέδιο εσωτερικού κανονισμού του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 2β παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003, και του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου, σύμφωνα με το άρθρο 2β παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005.

2. Ο Οργανισμός παρακολουθεί την εκτέλεση των καθηκόντων του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2δ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003, και του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2δ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005.

3. Ο Οργανισμός δύναται να γνωμοδοτεί προς το ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2δ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003, και προς το ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2δ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005, σχετικά με τους τεχνικούς ή εμπορικούς κώδικες, το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασιών και το σχέδιο δεκαετούς επενδυτικού προγράμματος.

4. Ο Οργανισμός διατυπώνει δεόντως αιτιολογημένη γνώμη προς στην Επιτροπή, εφόσον κρίνει ότι το σχέδιο ετήσιου προγράμματος εργασιών ή το σχέδιο δεκαετούς επενδυτικού προγράμματος, που του έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 2δ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 και το άρθρο 2δ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005, δεν διασφαλίζει την ίση μεταχείριση, τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και την αποδοτική λειτουργία της αγοράς.

5. Ο Οργανισμός διατυπώνει δεόντως αιτιολογημένη γνώμη προς την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 2ε παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 και το άρθρο 2ε παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005, εφόσον κρίνει ότι ένας τεχνικός ή εμπορικός κώδικας δεν διασφαλίζει την ίση μεταχείριση, τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και την αποδοτική λειτουργία της αγοράς ή δεν θεσπίστηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή δεν εφαρμόζεται από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς.

6. Ο Οργανισμός παρακολουθεί την περιφερειακή συνεργασία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 2η του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 και στο άρθρο 2η του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005.

Άρθρο 7

Καθήκοντα σχετικά με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές

1. Ο Οργανισμός εκδίδει ατομικές αποφάσεις σχετικά με τεχνικά ζητήματα, εφόσον αυτές προβλέπονται σε κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καταρτιστεί κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005.

2. Ο Οργανισμός δύναται, σύμφωνα με το οικείο πρόγραμμα εργασιών ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, να εκδίδει μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για να συνδράμει τις ρυθμιστικές αρχές και τους παράγοντες της αγοράς στην ανταλλαγή ορθών πρακτικών.

3. Ο Οργανισμός προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και τη συνεργασία των ρυθμιστικών αρχών σε περιφερειακό επίπεδο. Εφόσον ο Οργανισμός κρίνει ότι απαιτούνται δεσμευτικοί κανόνες για τη συνεργασία αυτή, διατυπώνει κατάλληλες συστάσεις προς την Επιτροπή.

4. Κατόπιν αιτήματος οποιασδήποτε εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή της Επιτροπής, ο Οργανισμός γνωμοδοτεί σχετικά με τη συμφωνία μιας απόφασης που ελήφθη από ρυθμιστική αρχή με τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην οδηγία 2003/54/ΕΚ, στην οδηγία 2003/55/ΕΚ, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1775/2005.

5. Εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή δεν συμμορφωθεί με την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 γνωμοδότηση του Οργανισμού εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της, ο Οργανισμός ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή

6. Εάν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, μια εθνική ρυθμιστική αρχή αντιμετωπίζει δυσκολίες όσον αφορά την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην οδηγία 2003/54/ΕΚ, στην οδηγία 2003/55/ΕΚ, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1775/2005, δύναται να ζητήσει γνωμοδότηση από τον Οργανισμό. Ο Οργανισμός γνωμοδοτεί εντός τεσσάρων μηνών, μετά από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή.

7. Ο Οργανισμός αποφασίζει σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς της υποδομής η οποία συνδέει τουλάχιστον δύο κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 22δ παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ και το άρθρο 24δ παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ.

Άρθρο 8

Λοιπά καθήκοντα

1. Ο Οργανισμός δύναται να εγκρίνει εξαιρέσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003. Δύναται επίσης να εγκρίνει εξαιρέσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, εφόσον η σχετική υποδομή βρίσκεται στην επικράτεια περισσότερων του ενός κρατών μελών.

2. Ο Οργανισμός προτείνει ανεξάρτητο διαχειριστή συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ και το άρθρο 9 παράγραφος 4 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ.

Άρθρο 9

Διοικητικό Συμβούλιο

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο απαρτίζεται από δώδεκα μέλη, εκ των οποίων έξι διορίζονται από την Επιτροπή και έξι από το Συμβούλιο. Η θητεία τους είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρό του μεταξύ των μελών του. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτοδικαίως τον πρόεδρο, σε περίπτωση αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αντιπροέδρου είναι δυόμισι έτη, με δυνατότητα ανανέωσης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η θητεία του προέδρου και του αντιπροέδρου λήγει μόλις παύσουν να είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

3. Οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρό του. Ο διευθυντής του Οργανισμού συμμετέχει στις συζητήσεις, εκτός αντίθετης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές ετησίως σε τακτική συνεδρίαση. Συνεδριάζει επίσης με πρωτοβουλία του προέδρου του, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να προσκαλεί στις συνεδριάσεις του ως παρατηρητή κάθε πρόσωπο με σημαίνουσα ενδεχομένως γνώμη. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επιτρέπεται να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες, τηρουμένου του εσωτερικού κανονισμού του. Ο Οργανισμός παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο Διοικητικό Συμβούλιο.

4. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων των παρόντων μελών του.

5. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Ο εσωτερικός κανονισμός ορίζει αναλυτικότερα τους κανόνες της ψηφοφορίας, κυρίως δε τους όρους αντιπροσώπευσης μέλους από άλλο μέλος, και , εφόσον είναι αναγκαίο, τους κανόνες για την απαρτία.

Άρθρο 10

Καθήκοντα του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει τον διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2, αφού ζητήσει τη γνώμη του Ρυθμιστικού Συμβουλίου.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει τα μέλη του Ρυθμιστικού Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο διορίζει τα μέλη του Συμβουλίου Προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1.

4. Πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, το Διοικητικό Συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής και με την έγκριση του Ρυθμιστικού Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3, εγκρίνει το πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Το πρόγραμμα εργασιών εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού.

5. Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του σύμφωνα με τα άρθρα 18 έως 21.

6. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, σχετικά με την αποδοχή κληροδοτημάτων, δωρεών ή επιχορηγήσεων από άλλες κοινοτικές πηγές.

7. Το Διοικητικό Συμβούλιο ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του διευθυντή.

8. Εφόσον είναι αναγκαίο, το Διοικητικό Συμβούλιο χαράσσει την πολιτική για το προσωπικό του Οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2.

9. Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει τις ειδικές διατάξεις για την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα του Οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 27.

10. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει την ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες του Οργανισμού, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 8, και τη διαβιβάζει, το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει μια ανεξάρτητη ενότητα, εγκεκριμένη από το Ρυθμιστικό Συμβούλιο, η οποία αφορά τις ρυθμιστικές δραστηριότητες του Οργανισμού κατά το υπό εξέταση έτος.

11. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του.

Άρθρο 11

Ρυθμιστικό Συμβούλιο

1. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο απαρτίζεται από έναν εκπρόσωπο των ρυθμιστικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 22α της οδηγίας 2003/54/ΕΚ και στο άρθρο 24α της οδηγίας 2003/55/ΕΚ ανά κράτος μέλος, καθώς και από έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διορίζουν έναν αναπληρωτή ανά κράτος μέλος.

2. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο εκλέγει πρόεδρο και αντιπρόεδρο μεταξύ των μελών του. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτοδικαίως τον πρόεδρο, σε περίπτωση αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντά του. Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αντιπροέδρου είναι δυόμισι έτη, με δυνατότητα ανανέωσης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η θητεία του προέδρου και του αντιπροέδρου λήγει μόλις παύσουν να είναι μέλη του Ρυθμιστικού Συμβουλίου.

3. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του. Κάθε μέλος ή αναπληρωτής διαθέτει μία ψήφο.

4. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του.

5. Κατά την άσκηση των καθηκόντων που του ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, το Ρυθμιστικό Συμβούλιο ενεργεί ανεξάρτητα και δεν ζητεί ούτε δέχεται οδηγίες από καμία κυβέρνηση κράτους μέλους και καμία δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση.

6. Ο Οργανισμός παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο Ρυθμιστικό Συμβούλιο.

Άρθρο 12

Καθήκοντα του Ρυθμιστικού Συμβουλίου

1. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί προς τον Διευθυντή, πριν εκδοθούν οι γνώμες, συστάσεις και αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6, 7 και 8. Επιπλέον, το Ρυθμιστικό Συμβούλιο, στο πεδίο της αρμοδιότητάς του, παρέχει καθοδήγηση στον Διευθυντή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου.

2. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί σχετικά με τον υποψήφιο διευθυντή, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 και το άρθρο 13 παράγραφος 2. Λαμβάνει τη σχετική απόφαση με πλειοψηφία των τριών τετάρτων των μελών του.

3. Βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 4 και του άρθρου 14 παράγραφος 6 και σύμφωνα με το σχέδιο προϋπολογισμού που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 1, το Ρυθμιστικό Συμβούλιο εγκρίνει το πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού για το επόμενο έτος και το υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο, πριν από την 1η Σεπτεμβρίου, προς έγκριση.

4. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο εγκρίνει τη σχετική με τις ρυθμιστικές δραστηριότητες ανεξάρτητη ενότητα της ετήσιας έκθεσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 10 και στο άρθρο 14 παράγραφος 8.

Άρθρο 13

Διευθυντής

1. Ο Οργανισμός διοικείται από τον διευθυντή του, ο οποίος ενεργεί ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, του Διοικητικού Συμβουλίου και του Ρυθμιστικού Συμβουλίου, ο διευθυντής δεν ζητεί ούτε δέχεται οδηγίες από καμία κυβέρνηση και κανέναν φορέα.

2. Ο διευθυντής διορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο με κριτήρια την αξία του, καθώς και τις δεξιότητες και την πείρα του, από πίνακα τριών τουλάχιστον υποψηφίων, τους οποίους προτείνει η Επιτροπή μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Πριν διοριστεί, ο επιλεγόμενος από το Διοικητικό Συμβούλιο υποψήφιος είναι δυνατόν να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της.

3. Η θητεία του διευθυντή είναι πενταετής. Στη διάρκεια των εννέα τελευταίων μηνών της περιόδου αυτής, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση με αντικείμενο ιδίως:

9. τις επιδόσεις του διευθυντή,

10. τα καθήκοντα και τις ανάγκες του Οργανισμού κατά τα επόμενα έτη.

4. Μετά από πρόταση της Επιτροπής, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η έκθεση αξιολόγησης, και μόνο εφόσον δικαιολογείται από τα καθήκοντα και τις ανάγκες του Οργανισμού, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να παρατείνει τη θητεία του διευθυντή άπαξ, για μέγιστο διάστημα τριών ετών.

5. Το Διοικητικό Συμβούλιο γνωστοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την πρόθεσή του να παρατείνει τη θητεία του διευθυντή. Εντός μηνός πριν από την παράταση της θητείας του, ο διευθυντής είναι δυνατόν να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της.

6. Εάν δεν παραταθεί η θητεία του, ο διευθυντής εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι να διοριστεί ο αντικαταστάτης του.

7. Ο διευθυντής είναι δυνατόν να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνον με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται κατόπιν διαβούλευσης με το Ρυθμιστικό Συμβούλιο. Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει τη σχετική απόφαση με πλειοψηφία των τριών τετάρτων των μελών του.

8. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δύνανται να ζητήσουν από τον διευθυντή να υποβάλει έκθεση των πεπραγμένων του.

Άρθρο 14

Καθήκοντα του διευθυντή

1. Ο διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκπροσώπηση του Οργανισμού και είναι επιφορτισμένος με τη διοίκησή του.

2. Ο διευθυντής προετοιμάζει τις εργασίες του Διοικητικού Συμβουλίου. Συμμετέχει στις εργασίες του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

3. Ο διευθυντής εκδίδει τις γνώμες, συστάσεις και αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6, 7 και 8, με τη συγκατάθεση του Ρυθμιστικού Συμβουλίου.

4. Ο διευθυντής είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση του ετήσιου προγράμματος εργασιών του Οργανισμού, υπό την καθοδήγηση του Ρυθμιστικού Συμβουλίου και υπό τον διοικητικό έλεγχο του Διοικητικού Συμβουλίου.

5. Ο διευθυντής λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, κυρίως δε, εκδίδει εσωτερικές διοικητικές εγκυκλίους και δημοσιεύει ανακοινώσεις, για να διασφαλίζεται η λειτουργία του Οργανισμού σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

6. Κάθε έτος ο διευθυντής καταρτίζει σχέδιο προγράμματος εργασιών του Οργανισμού για το επόμενο έτος και το υποβάλλει στο Ρυθμιστικό Συμβούλιο και στην Επιτροπή πριν από τις 30 Ιουνίου του έτους.

7. Ο διευθυντής προβαίνει σε εκτίμηση των εσόδων και των δαπανών του Οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 20 και εκτελεί τον προϋπολογισμό του Οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 21.

8. Κάθε έτος ο διευθυντής συντάσσει σχέδιο ετήσιας έκθεσης, η οποία περιλαμβάνει μία ενότητα για τις ρυθμιστικές δραστηριότητες του Οργανισμού και μία για τα οικονομικά και διοικητικά θέματα.

9. Σε σχέση με το προσωπικό του Οργανισμού, ο διευθυντής ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 25 παράγραφος 3.

Άρθρο 15

Συμβούλιο Προσφυγών

1. Το Συμβούλιο Προσφυγών απαρτίζεται από έξι μέλη και έξι αναπληρωτές που επιλέγονται μεταξύ εν ενεργεία ή πρώην ανώτατων υπαλλήλων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, των αρχών ανταγωνισμού ή άλλων εθνικών ή κοινοτικών θεσμικών οργάνων με κατάλληλη πείρα στον τομέα της ενέργειας. Το Συμβούλιο Προσφυγών ορίζει τον πρόεδρό του. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Προσφυγών λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων από τα έξι μέλη του. Το Συμβούλιο Προσφυγών συγκαλείται όποτε είναι αναγκαίο.

2. Τα μέλη του Συμβουλίου Προσφυγών διορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, βάσει πρότασης της Επιτροπής, μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, και κατόπιν διαβούλευσης με το Ρυθμιστικό Συμβούλιο.

3. Η θητεία των μελών του Συμβουλίου Προσφυγών είναι πενταετής και ανανεώσιμη. Τα μέλη του Συμβουλίου Προσφυγών λαμβάνουν τις αποφάσεις τους ανεξάρτητα και δεν δεσμεύονται από υποδείξεις. Δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλα καθήκοντα στον Οργανισμό ή στο οικείο Διοικητικό ή Ρυθμιστικό Συμβούλιο. Μέλος του Συμβουλίου Προσφυγών δεν είναι δυνατόν να εκπέσει από την ιδιότητά του αυτή κατά τη διάρκεια της θητείας του, εκτός εάν κριθεί ότι έχει υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα και το Διοικητικό Συμβούλιο εκδώσει απόφαση έκπτωσης, κατόπιν διαβούλευσης με το Ρυθμιστικό Συμβούλιο.

4. Τα μέλη του Συμβουλίου Προσφυγών δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε διαδικασία προσφυγής, εάν έχουν οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον σε αυτήν ή εάν διετέλεσαν στο παρελθόν εκπρόσωποι ενός εκ των διαδίκων ή εάν συμμετείχαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

5. Εάν, για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ένα μέλος του Συμβουλίου Προσφυγών θεωρεί ότι ένα άλλο μέλος δεν πρέπει να συμμετάσχει σε διαδικασία προσφυγής, το πρώτο μέλος ενημερώνει σχετικά το Συμβούλιο Προσφυγών. Κάθε διάδικος δύναται να υποβάλει αίτηση εξαίρεσης μελών του Συμβουλίου Προσφυγών για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ή εάν υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας. Η αίτηση εξαίρεσης δεν μπορεί να στηρίζεται στην ιθαγένεια των μελών και δεν είναι παραδεκτή εάν ο διάδικος, μολονότι γνώριζε τον λόγο εξαίρεσης, προέβη σε διαδικαστική πράξη.

6. Το Συμβούλιο Προσφυγών αποφασίζει σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στις περιπτώσεις που προσδιορίζονται στις παραγράφους 4 και 5, χωρίς τη συμμετοχή του οικείου μέλους. Για τη λήψη της απόφασης αυτής, το οικείο μέλος αντικαθίσταται στο Συμβούλιο Προσφυγών από τον αναπληρωτή του, εκτός εάν και ο αναπληρωτής εμπίπτει στις εν λόγω περιπτώσεις. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο πρόεδρος διορίζει αντικαταστάτη μεταξύ των διαθέσιμων αναπληρωτών.

Άρθρο 16

Προσφυγές

1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να προσβάλει απόφαση που αναφέρεται στα άρθρα 7 και 8 και απευθύνεται σε αυτό ή απόφαση η οποία, παρότι έχει τον τύπο απόφασης που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και προσωπικά το συγκεκριμένο πρόσωπο.

2. Η προσφυγή, μαζί με το υπόμνημα στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι υποβολής της, υποβάλλεται εγγράφως στον Οργανισμό εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή, απουσία κοινοποίησης, από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης του Οργανισμού. Τα Συμβούλιο Προσφυγών αποφασίζει σχετικά με την προσφυγή εντός δύο μηνών από την υποβολή της.

3. Προσφυγή που ασκείται δυνάμει της παραγράφου 1 δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, εφόσον θεωρεί ότι το επιβάλλουν οι περιστάσεις, το Συμβούλιο Προσφυγών δύναται να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

4. Εάν η προσφυγή είναι παραδεκτή, το Συμβούλιο Προσφυγών εξετάζει κατά πόσον είναι βάσιμη. Καλεί, όσο συχνά απαιτείται, τους διαδίκους να καταθέσουν παρατηρήσεις σχετικά με κοινοποιήσεις που εκδίδει το ίδιο ή σχετικά με ανακοινώσεις εκ μέρους των άλλων διαδίκων, εντός καθορισμένων προθεσμιών. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να προβούν σε προφορική παρουσίαση.

5. Υπό τους όρους του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο Προσφυγών δύναται να ασκεί κάθε εξουσία που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Οργανισμού ή να παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο του Οργανισμού. Το τελευταίο δεσμεύεται από την απόφαση του Συμβουλίου Προσφυγών.

6. Το Συμβούλιο Προσφυγών εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του.

Άρθρο 17

Προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου

1. Είναι δυνατόν να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου κατά αποφάσεων του Συμβουλίου Προσφυγών ή, στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναρμόδιο, αποφάσεων του Οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 230 της Συνθήκης.

2. Εάν ο Οργανισμός δεν λάβει μια απόφαση, είναι δυνατόν να ασκηθεί προσφυγή για παράλειψη ενώπιον του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 232 της Συνθήκης.

3. Ο Οργανισμός οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να συμμορφώνεται με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου.

Άρθρο 18

Προϋπολογισμός του Οργανισμού

1. Τα έσοδα του Οργανισμού περιλαμβάνουν:

11. επιδότηση από την Κοινότητα, εγγεγραμμένη στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο τμήμα που αφορά την Επιτροπή)·

12. τα τέλη που καταβάλλονται στον Οργανισμό κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19·

13. ενδεχομένως, εθελοντικές συνεισφορές των κρατών μελών ή των οικείων ρυθμιστικών αρχών·

14. ενδεχομένως, κληροδοτήματα, δωρεές ή επιχορηγήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 6.

2. Τα έξοδα καλύπτουν τις δαπάνες προσωπικού, τα διοικητικά έξοδα και τις δαπάνες υποδομής και λειτουργίας.

3. Τα έσοδα και τα έξοδα ισοσκελίζονται.

4. Όλα τα έσοδα και τα έξοδα του Οργανισμού αποτελούν αντικείμενο προβλέψεων για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του.

Άρθρο 19

Τέλη

1. Όταν υποβάλλεται αίτηση έκδοσης απόφασης εξαίρεσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 1, καταβάλλονται στον Οργανισμό τέλη.

2. Το ύψος των προαναφερόμενων τελών καθορίζεται από την Επιτροπή.

Άρθρο 20

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1. Το αργότερο έως τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους, ο διευθυντής καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού, το οποίο καλύπτει τις δαπάνες λειτουργίας και το πρόγραμμα εργασιών που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος, και διαβιβάζει το εν λόγω προσχέδιο προϋπολογισμού στο Διοικητικό Συμβούλιο, συνοδευόμενο από πίνακα προσωρινών θέσεων προσωπικού. Κάθε έτος, βάσει του προσχεδίου που καταρτίζεται από τον διευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο προβαίνει σε εκτίμηση των εσόδων και των εξόδων του Οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος. Η εκτίμηση αυτή, που περιλαμβάνει και σχέδιο οργανογράμματος, διαβιβάζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου. Πριν από την έγκριση της εκτίμησης, το προσχέδιο που έχει καταρτιστεί από τον διευθυντή διαβιβάζεται στο Ρυθμιστικό Συμβούλιο, το οποίο δύναται να γνωμοδοτήσει σχετικά με το προσχέδιο του προϋπολογισμού.

2. Η εκτίμηση διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (στο εξής «η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή»), ταυτόχρονα με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3. Βάσει των εκτιμήσεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τις προβλέψεις που θεωρεί αναγκαίες σε σχέση με το οργανόγραμμα και το ποσό της επιχορήγησης που θα καταλογιστεί στον γενικό προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 272 της Συνθήκης.

4. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα του Οργανισμού.

5. Ο προϋπολογισμός του Οργανισμού καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όταν είναι αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται αναλόγως.

6. Το Διοικητικό Συμβούλιο γνωστοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει σχέδια τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ειδικότερα κάθε σχέδιο που σχετίζεται με ακίνητη περιουσία, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Εάν οποιοδήποτε από τα σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής προτίθεται να γνωμοδοτήσει, γνωστοποιεί την πρόθεσή του αυτή στον Οργανισμό, εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή των πληροφοριών που αφορούν το κτιριακό σχέδιο. Εάν δεν λάβει απάντηση, ο Οργανισμός μπορεί να προβεί στη σχεδιαζόμενη πράξη.

Άρθρο 21

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1. Ο διευθυντής ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον προϋπολογισμό του Οργανισμού.

2. Το αργότερο έως την 1η Μαρτίου μετά τη λήξη του οικονομικού έτους, ο υπόλογος του Οργανισμού διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση δημοσιονομικής και οικονομικής διαχείρισης του οικονομικού έτους. Ο υπόλογος του Οργανισμού διαβιβάζει επίσης την έκθεση δημοσιονομικής και οικονομικής διαχείρισης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. Στη συνέχεια, ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002[16].

3. Το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου μετά τη λήξη του οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους προσωρινούς λογαριασμούς του Οργανισμού, συνοδευόμενους από την έκθεση δημοσιονομικής και οικονομικής διαχείρισης του οικονομικού έτους,. Η έκθεση δημοσιονομικής και οικονομικής διαχείρισης του οικονομικού έτους διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4. Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς του Οργανισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 129 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, ο διευθυντής καταρτίζει υπ’ ευθύνη του τους οριστικούς λογαριασμούς του Οργανισμού και τους διαβιβάζει στο Διοικητικό Συμβούλιο για γνωμοδότηση.

5. Το Διοικητικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί σχετικά με τους οριστικούς λογαριασμούς του Οργανισμού.

6. Το αργότερο την 1η Ιουλίου μετά τη λήξη του οικονομικού έτους, ο διευθυντής διαβιβάζει τους εν λόγω οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνωμοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο,.

7. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8. Ο διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου, το αργότερο έως τις 15 Οκτωβρίου. Αποστέλλει επίσης αντίγραφο της απάντησης αυτής στο Διοικητικό Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

9. Ο διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 146 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπό εξέταση οικονομικό έτος.

10. Πριν από τις 15 Μαΐου του έτους N + 2, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χορηγεί στον διευθυντή απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους N, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Άρθρο 22

Οικονομικοί κανόνες

Οι οικονομικοί κανόνες που ισχύουν για τον Οργανισμό καταρτίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, κατόπιν διαβουλεύσεων με την Επιτροπή. Επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, εάν το επιβάλλουν οι ειδικές ανάγκες λειτουργίας του Οργανισμού και μόνο με προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής.

Άρθρο 23

Μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης

1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πράξεων, εφαρμόζονται στον Οργανισμό, χωρίς περιορισμό, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999[17].

2. Ο Οργανισμός προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)[18] και θεσπίζει αμέσως τις κατάλληλες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού του Οργανισμού.

3. Οι χρηματοδοτικές αποφάσεις, οι συμφωνίες και οι εκτελεστικές πράξεις που απορρέουν από αυτές, ορίζουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF δύνανται, εάν χρειαστεί, να διενεργήσουν επιτόπιους ελέγχους των δικαιούχων των ποσών που έχει καταβάλει ο Οργανισμός, καθώς και των μελών του προσωπικού που είναι αρμόδια για τη χορήγηση των εν λόγω ποσών.

Άρθρο 24

Προνόμια και ασυλίες

Στον Οργανισμό εφαρμόζεται το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 25

Προσωπικό

1. Στο προσωπικό του Οργανισμού εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι κανόνες που θεσπίζονται από κοινού από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού και καθεστώτος.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, θεσπίζει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3. Ο Οργανισμός ασκεί, όσον αφορά το προσωπικό του, τις εξουσίες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων αρχή από το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να θεσπίζει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων από τα κράτη μέλη στον Οργανισμό.

Άρθρο 26

Ευθύνη του Οργανισμού

1. Σε περίπτωση μη συμβατικής ευθύνης, ο Οργανισμός αποκαθιστά, σύμφωνα με τις κοινές στο δίκαιο των κρατών μελών γενικές αρχές, κάθε ζημία που προκαλείται από τις υπηρεσίες του ή από το προσωπικό του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει δικαιοδοσία για διαφορές οι οποίες αφορούν την αποζημίωση για τις ζημίες αυτές.

2. Η προσωπική οικονομική και πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων του Οργανισμού έναντι του Οργανισμού διέπεται από τις σχετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο προσωπικό του Οργανισμού.

Άρθρο 27

Πρόσβαση σε έγγραφα

1. Στα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του ο Οργανισμός εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001[19].

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει τα πρακτικά μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος κανονισμού.

3. Κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται από τον Οργανισμό κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 είναι δυνατόν να υποβληθεί καταγγελία στον διαμεσολαβητή ή προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό τους όρους των άρθρων 195 και 230 της Συνθήκης, αντίστοιχα.

Άρθρο 28

Συμμετοχή τρίτων χωρών

Στον Οργανισμό μπορούν να συμμετέχουν χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν συνάψει συμφωνίες με την Κοινότητα για τον σκοπό αυτό. Βάσει των σχετικών διατάξεων των συμφωνιών αυτών, συνομολογούνται διακανονισμοί οι οποίοι προσδιορίζουν, ιδίως, τη φύση, την έκταση και τις διαδικαστικές πτυχές της συμμετοχής των χωρών αυτών στις εργασίες του Οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων για τις χρηματοδοτικές συνεισφορές και το προσωπικό.

Άρθρο 29

Γλωσσικό καθεστώς

1. Στον Οργανισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το εσωτερικό γλωσσικό καθεστώς του Οργανισμού.

3. Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του Οργανισμού παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 30

Αξιολόγηση

1. Η Επιτροπή αξιολογεί τις δραστηριότητες του Οργανισμού. Η εν λόγω αξιολόγηση καλύπτει τα αποτελέσματα που επιτυγχάνει ο Οργανισμός και τις μεθόδους εργασίας του, σε σχέση με τον σκοπό, την εντολή και τα καθήκοντα που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στα οικεία ετήσια προγράμματα εργασιών.

2. Η πρώτη έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, το αργότερο τέσσερα έτη αφότου αναλάβει καθήκοντα ο πρώτος διευθυντής. Ακολούθως, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση αξιολόγησης τουλάχιστον ανά πενταετία.

Άρθρο 31

Έναρξη ισχύος και μεταβατικά μέτρα

1. Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

2. Τα άρθρα 5, 6, 7 και 8 εφαρμόζονται από … [18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, [ ...]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

[ ...] [ ...]

Παράρτημα 1 ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας(-είς) πολιτικής: ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Δραστηριότητα(-ες): Εσωτερική αγορά ενέργειας |

Ονομασία της δρασησ: Οργανισμοσ Συνεργασιασ Ρυθμιστικων Αρχων Ενεργειασ |

1. ΓΡΑΜΜΗ(-ΕΣ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΟΝΟΜΑΣΙΑ(-ΕΣ)

Στο κεφάλαιο 06 …

Δημιουργία της κατάλληλης διάρθρωσης για τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ρυθμιστικός οργανισμός), δηλαδή:

- δημιουργία μιας θέσης 06 με την ονομασία «Οργανισμός Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας»

- δημιουργία μιας θέσης 06 XX XX – με την ονομασία «Οργανισμός Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας» – Επιχορήγηση στους τίτλους 1 και 2

- δημιουργία μιας θέσης 06 XX XX – με την ονομασία «Οργανισμός Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας» – Επιχορήγηση στον τίτλο 3

Η επιλογή του άρθρου και των θέσεων, στο κεφάλαιο 06 03, θα καθοριστεί κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού 2009.

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1 . Κονδύλια της δράσης:

Περιλαμβάνεται ετήσιο κονδύλιο στις πιστώσεις που είναι εγγεγραμμένες στο άρθρο XXX για το έτος 2009 και τα επόμενα οικονομικά έτη.

2.2 . Περίοδος υλοποίησης

Η δράση έχει απεριόριστη διάρκεια (ετήσια επιχορήγηση).

2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση δαπανών:

α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων / πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση)

σε εκατομ. ευρώ

Έτος | 2009 | 2010 | 2011 | 2012 | Επόμενα οικονομικά έτη |

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων | 1,970 | 3,940 | 6,084 | 6,314 | 6,434 |

Πιστώσεις πληρωμών | 1,970 | 3,940 | 6,084 | 6,314 | 6,434 |

2.4 . Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και με τις δημοσιονομικές προοπτικές

x Πρόταση συμβατή με τον ισχύοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό (2007/2013)

2.5 . Δημοσιονομική επίπτωση στα έσοδα

x Ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Είδος της δαπάνης | Νέα | Συνεισφορά ΕΖΕΣ | Συνεισφορές υποψηφίων χωρών | Τομέας δημοσιονο-μικών προοπτικών |

ΜΥΔ | ΔΠ/ΜΔΠ | ΝΑΙ | ΝΑΙ | ΝΑΙ | Αριθ. 1a |

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Συνθήκη ΕΚ: άρθρο 95

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1 . Αναγκαιότητα της κοινοτικής παρέμβασης

5.1.1 . Επιδιωκόμενοι στόχοι

Η ΕΚ έχει ήδη θεσπίσει σειρά μέτρων[20] για τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς ενέργειας, με σκοπό την παροχή πραγματικών δυνατοτήτων επιλογής σε όλους τους καταναλωτές της ΕΕ, πολίτες ή επιχειρήσεις, την προσφορά νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και την αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου. Η ανακοίνωση σχετικά με την εσωτερική αγορά ενέργειας[21] και η τελική έκθεση σχετικά με την έρευνα για τον ανταγωνισμό στον κλάδο[22] καταδεικνύουν ότι με τους υφιστάμενους κανόνες και μέτρα δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί οι στόχοι αυτοί. Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Ιανουαρίου 2007 με τίτλο «Ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη»[23] έθεσε ως στόχο τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας και μιας πραγματικά ανταγωνιστικής πανευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Βασικός παράγοντας για την υλοποίηση του στόχου αυτού είναι η βελτίωση της ρύθμισης της αγοράς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και, ειδικότερα, η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών με τη μορφή ενός «νέου, ενιαίου οργάνου σε κοινοτικό επίπεδο».

Το 2003, η Επιτροπή συνέστησε μια ανεξάρτητη συμβουλευτική ομάδα σε θέματα ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, με την επωνυμία «Ευρωπαϊκή ομάδα ρυθμιστικών αρχών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο» (ERGEG), για να διευκολύνει τη συνεννόηση, τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των ρυθμιστικών φορέων των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ των εν λόγω φορέων και της Επιτροπής. Οι δραστηριότητες της ERGEG τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν πολύ θετικά στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στους τομείς του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των ρυθμιστικών αρχών, θεωρούν ότι η ανάπτυξη των εσωτερικών αγορών απαιτεί την ύπαρξη επίσημου μηχανισμού, ώστε να μπορούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να συνεργάζονται και να λαμβάνουν αποφάσεις σε σημαντικά διασυνοριακά θέματα.

Η φύση των καθηκόντων που θα ανατεθούν σε έναν τέτοιο μηχανισμό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μόνη μορφή που αυτός μπορεί να λάβει είναι του ρυθμιστικού οργανισμού. Η ανάλυση αυτή απηχεί τις αρχές που διατυπώθηκαν από την Επιτροπή στο σχέδιο διοργανικής συμφωνίας για ένα πλαίσιο λειτουργίας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών[24], ιδίως όσον αφορά τη δυνατότητα έκδοσης ατομικών αποφάσεων οι οποίες θα είναι δεσμευτικές για τους τρίτους.

5.1.2 . Μέτρα σχετικά με την εκ των προτέρων (ex ante) αξιολόγηση

Η Επιτροπή αξιολόγησε τις επιπτώσεις της ίδρυσης οργανισμού με διάφορα κριτήρια. Καταρχάς, αξιολογήθηκαν το πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί και η ανάγκη που πρέπει να καλυφθεί.

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενέργειας έχουν αρμοδιότητες ρύθμισης των οικείων εθνικών αγορών. Παρ’ όλα αυτά, η ολοκλήρωση κάθε εθνικής αγοράς, ώστε να οικοδομηθεί η εσωτερική αγορά της ΕΕ, απαιτεί πλέον την επικύρωση, σε επίπεδο ΕΕ, ορισμένων τύπων αποφάσεων και οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούν ως προς αυτό. Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων των ρυθμιστικών αρχών, θεωρούν ότι η ανάπτυξη των εσωτερικών αγορών απαιτεί την ύπαρξη επίσημου μηχανισμού, στο πλαίσιο του οποίου οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα συνεργάζονται και θα λαμβάνουν αποφάσεις σε σημαντικά διασυνοριακά θέματα.

Δεύτερον, αξιολογήθηκαν η προστιθέμενη αξία της κοινοτικής δράσης και των εναλλακτικών λύσεων αντί της δημιουργίας ευρωπαϊκού ρυθμιστικού οργανισμού. Εξετάστηκε κατά πόσον τα νέα αυτά καθήκοντα θα μπορούσαν να ασκηθούν από την ίδια την Επιτροπή. Οι ρυθμιστικές δραστηριότητες απαιτούν άκρως τεχνικές ικανότητες και, ειδικότερα, γνώση της φυσικής του δικτύου και του ύψους των επενδύσεων που έχει ανάγκη ο κλάδος (παραγωγή και μεταφορά), τιμολόγια πρόσβασης και έναν μηχανισμό επίλυσης διαφορών. Τα καθήκοντα αυτά απαιτούν πολύ μεγάλη τεχνική ειδίκευση, την οποία η Επιτροπή δεν διαθέτει. Η απόκτηση της αναγκαίας ειδίκευσης θα απαιτούσε πιθανώς τη σύσταση μιας νέας διεύθυνσης στην Επιτροπή. Επιπλέον, αυτή η εναλλακτική δυνατότητα θα μετέτρεπε την Επιτροπή από θεσμικό όργανο σε έναν πιο τεχνικό οργανισμό, χωρίς να προκύψει όφελος από τις δραστηριότητες αυτές. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να εφαρμοστούν άλλα συστήματα, όπως το μοντέλο του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών. Το τελευταίο φαίνεται ελκυστικό, αλλά στερείται νομικής βάσης, π.χ. άρθρου της Συνθήκης, για την ενέργεια. Εξετάστηκε το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ισχυρότερου δικτύου εθνικών ρυθμιστικών αρχών ενέργειας, όπως το δίκτυο αρχών ανταγωνισμού που δημιουργήθηκε το 2004 από την Επιτροπή βάσει του νέου αντιμονοπωλιακού κανονισμού (EK) αριθ. 01/2003 του Συμβουλίου. Στο σύστημα αυτό, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν έχουν συλλογική αποφασιστική αρμοδιότητα, αλλά εφαρμόζουν συγκεκριμένους κανόνες για τον καθορισμό της αρμόδιας αρχής, της ανταλλαγής πληροφοριών και των διαδικασιών. Η Επιτροπή ασκεί γενική εξουσία αναίρεσης και δύναται να επιληφθεί μιας υπόθεσης, λόγου χάριν εάν δύο εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν διιστάμενες απόψεις. Ωστόσο, το σύστημα αυτό λειτουργεί σε συνάρτηση με τις αυτοτελείς αρμοδιότητες της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή δεν διαθέτει αυτοτελείς αποφασιστικές αρμοδιότητες για τη ρύθμιση των αγορών ενέργειας (πέραν των ζητημάτων ανταγωνισμού) και, ως εκ τούτου, δεν θα ασκούσε την ίδια επιρροή στο δίκτυο.

Η αξιολόγηση των εναλλακτικών αυτών μοντέλων οδήγησε στο συμπέρασμα ότι, λόγω της φύσης των καθηκόντων που θα του ανατεθούν, ο εν λόγω μηχανισμός μπορεί να λάβει μόνο τη μορφή ρυθμιστικού οργανισμού, με αρμοδιότητα έκδοσης ατομικών αποφάσεων οι οποίες θα είναι νομικά δεσμευτικές για τους τρίτους. Η επιλογή αυτή βασίζεται επίσης στην παραδοχή ότι θα ενισχυθούν και θα εναρμονιστούν οι αρμοδιότητες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

5.2. Σχεδιαζόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

Για την επίτευξη των στόχων του, ο Οργανισμός θα υλοποιήσει τα ακόλουθα μέτρα:

- Παροχή πλαισίου συνεργασίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Προτείνεται η βελτίωση του χειρισμού των διασυνοριακών περιπτώσεων. Ο Οργανισμός θα καθορίσει κανόνες και διαδικασίες για τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών και τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων, στις περιπτώσεις που αφορούν περισσότερα του ενός κράτη μέλη.

- Ρυθμιστική εποπτεία της συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς. Προτείνεται να εποπτεύει ο Οργανισμός τη συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, ιδίως όσον αφορά την ανάπτυξη εμπορικών και τεχνικών κωδίκων, τον συντονισμό της λειτουργίας των δικτύων και τον προγραμματισμό των επενδύσεων. Για τον σκοπό αυτό, τα σχέδια μέτρων που πρόκειται να ληφθούν από κοινού από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, ή από μερικούς εξ αυτών, θα υποβάλλονται στον Οργανισμό, ο οποίος θα γνωμοδοτεί προς τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, εάν τα μέτρα αυτά δεν διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση, τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό ή την αποδοτική λειτουργία της αγοράς. Στην πράξη, ο μηχανισμός αυτός θα λάβει τη μορφή εποικοδομητικού διαλόγου μεταξύ των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και η παρέμβαση της Επιτροπής θα αποτελεί μόνον την ύστατη λύση.

- Αρμοδιότητες έκδοσης ατομικών αποφάσεων. Σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, προτείνεται να ανατεθούν στον Οργανισμό αρμοδιότητες έκδοσης ατομικών αποφάσεων. Πρόκειται για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων εξαίρεσης[25] που αφορούν πάγια στοιχεία υποδομών ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

- Γενικός συμβουλευτικός ρόλος. Ο Οργανισμός θα επιτελεί επίσης ρόλο συμβούλου της Επιτροπής σε θέματα ρύθμισης της αγοράς και, με την επιφύλαξη των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, θα μπορεί να εκδίδει μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διάδοση ορθών πρακτικών στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

Όλα τα έσοδα και έξοδα του Οργανισμού αποτελούν αντικείμενο προβλέψεων για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του.

Ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τα έξοδα. Με την επιφύλαξη άλλων πόρων και οφειλών που θα καθοριστούν, τα έσοδα του Οργανισμού περιλαμβάνουν κοινοτική επιχορήγηση, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με σκοπό να εξασφαλίσει την ισοσκέλιση εσόδων και εξόδων.

Ειδικότερα, τα έξοδα του Οργανισμού περιλαμβάνουν την αμοιβή του προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής, τα έξοδα λειτουργίας και τις δαπάνες που συνδέονται με τη λειτουργία του Ρυθμιστικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Προσφυγών.

5.3 . Μέθοδοι υλοποίησης

Το νομικό καθεστώς του Οργανισμού θα του επιτρέπει να ενεργεί ως νομικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Το Διοικητικό Συμβούλιο θα αποτελεί τη μονάδα οικονομικού και διοικητικού ελέγχου του Οργανισμού. Απαρτίζεται από 12 μέλη, από τα οποία έξι διορίζονται από την Επιτροπή και έξι από το Συμβούλιο. Η θητεία τους είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

Επικεφαλής του Οργανισμού είναι ο διευθυντής του, ο οποίος διορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο για πενταετή θητεία, ανανεώσιμη άπαξ. Ο διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του Οργανισμού.

Οι αποφάσεις του Οργανισμού εγκρίνονται από το Ρυθμιστικό Συμβούλιο. Για να είναι η λήψη αποφάσεων ανεξάρτητη από το εκτελεστικό όργανο (το Διοικητικό Συμβούλιο), κρίθηκε απαραίτητο ένα χωριστό Ρυθμιστικό Συμβούλιο. Το Ρυθμιστικό Συμβούλιο απαρτίζεται από τον διευθυντή και έναν αντιπρόσωπο ανά κράτος μέλος, προερχόμενο από οικεία ρυθμιστική αρχή.

Τέλος, κατά των αποφάσεων του Οργανισμού είναι δυνατόν να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον εξαμελούς Συμβουλίου Προσφυγών.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

6.1. Τρόπος υπολογισμού του συνολικού κόστους της δράσης (Θα καθοριστεί από τη ΓΔ BUDG και τη ΓΔ ADMIN)

Οι ετήσιες δαπάνες του Οργανισμού θα καλύπτονται από τις κοινοτικές επιχορηγήσεις. Τα διάφορα είδη δαπανών είναι δυνατόν να αναλυθούν ως εξής:

Δαπάνες προσωπικού

Ο προτεινόμενος προϋπολογισμός αντιστοιχεί σε εκτιμώμενο προσωπικό 48 υπαλλήλων. Οι συνολικές ετήσιες δαπάνες προσωπικού εκτιμώνται σε 5,184 εκατομ. ευρώ, λαμβάνοντας ως μέσο όρο το κόστος του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δηλαδή 0,117 εκατομ. ευρώ ετησίως, το οποίο περιλαμβάνει τις δαπάνες για κτιριακές εγκαταστάσεις και τις συναφείς διοικητικές δαπάνες (ταχυδρομικά τέλη, τηλεπικοινωνίες, τεχνολογία πληροφοριών κλπ.).

Οι δαπάνες προσωπικού θα καλύπτουν τα έξοδα προσλήψεων από το 2009. Η εκτίμηση των εξόδων προσωπικού βασίζεται στο ακόλουθο σχέδιο προσλήψεων:

Πρόσληψη | Σύνολο προσωπικού |

Πρώτο εξάμηνο 2009 | +10 | 10 |

Δεύτερο εξάμηνο 2009 | +10 | 20 |

Πρώτο εξάμηνο 2010 | +10 | 30 |

Δεύτερο εξάμηνο 2010 | +10 | 40 |

Πρώτο εξάμηνο 2011 | +8 | 48 |

Κεφαλαιουχικές δαπάνες

Οι δαπάνες για την απόκτηση κινητής περιουσίας και τα συναφή έξοδα θα ανέλθουν σε 0,350 εκατομ. ευρώ τα δύο πρώτα έτη. Για τα επόμενα έτη, δημιουργείται πρόβλεψη 0,05 εκατομ. ευρώ ετησίως για να καλυφθούν τα πρόσθετα έξοδα. Το κονδύλιο αυτό μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τις εγκαταστάσεις που θα παράσχει το κράτος μέλος υποδοχής.

Δαπάνες λειτουργίας

Οι δαπάνες αυτές καλύπτουν τα έξοδα συνεδριάσεων, εκπόνησης μελετών, μετάφρασης και δημοσίευσης, καθώς και τα έξοδα δημοσίων σχέσεων. Σύμφωνα με μια πρώτη εκτίμηση, οι δαπάνες λειτουργίας ανέρχονται σε 1 εκατομ. ευρώ ετησίως.

Έξοδα αποστολών

Τα καθήκοντα που καλείται να εκτελέσει ο Οργανισμός απαιτούν την οργάνωση μετακινήσεων εντός και εκτός ΕΕ (οδοιπορικά και έξοδα διαμονής). Ο προϋπολογισμός των εξόδων για αποστολές εκτιμάται σε 0,150 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, όταν ο Οργανισμός θα λειτουργεί πλήρως. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται στο πραγματικό μέσο κόστος αποστολών για τη ΓΔ TREN. Μπορεί να διαφοροποιηθούν ανάλογα με τη γεωγραφική θέση της έδρας του Οργανισμού.

6.2 . Κατανομή ανά στοιχείο της δράσης

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων σε εκατομ. ευρώ (τρέχουσες τιμές)

Κατανομή / κατηγορίες | Έτος 2009 | Έτος 2010 | Έτος 2011 | Έτος 2012 | Επόμενα οικονομικά έτη |

Δαπάνες προσωπικού Εξοπλισμός Δαπάνες λειτουργίας | 1,755 0,150 0,150 | 4,095 0,200 0,400 | 5,616 0,050 0,700 | 5,616 0,050 0,900 | 5,616 0,050 1,000 |

Έξοδα αποστολών | 0,050 | 0,100 | 0,150 | 0,180 | 0,200 |

Σύνολο | 2,105 | 4,795 | 6,516 | 6,746 | 6,866 |

6.3. Χρονοδιάγραμμα πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων / πιστώσεων πληρωμών

σε εκατομ. ευρώ

Έτη και επόμενα | 2009 | 2010 | 2011 | 2012 | Επόμενα έτη |

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων | 1,970 | 3,940 | 6,084 | 6,314 | 6,434 |

Πιστώσεις πληρωμών | 1,970 | 3,940 | 6,084 | 6,314 | 6,434 |

7. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η διαχείριση των πιστώσεων που διατίθενται στον Οργανισμό υπόκειται σε έλεγχο εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρο 21), του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 21) και της Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (άρθρο 23).

8. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Βλέπε σημείο 7 ανωτέρω.

[1] COM(2007) 1.

[2] Στα συμπεράσματά του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφωνεί με τη συγκρότηση ανεξάρτητου μηχανισμού συνεργασίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και λήψης εκ μέρους του αποφάσεων για σημαντικά διασυνοριακά ζητήματα, ενώ στην εγκριθείσα έκθεση Vidal Quadras αναφέρεται ότι το ΕΚ "εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόταση της Επιτροπής να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών κανονιστικών φορέων σε επίπεδο ΕΕ, μέσω οργανισμού της ΕΕ, ως μέσο για την προώθηση ευρωπαϊκότερης προσέγγισης στην κανονιστική ρύθμιση διασυνοριακών προβλημάτων· υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή καλείται να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο, χωρίς ωστόσο να υπονομεύει την ανεξαρτησία των κανονιστικών φορέων· πιστεύει ότι οι αποφάσεις των κανονιστικών φορέων θα πρέπει να λαμβάνονται για καθορισμένα τεχνικά και εμπορικά προβλήματα και με πλήρη ενημέρωση, με την απαιτούμενη συνεκτίμηση των απόψεων των ΔΣΜ και άλλων ενδιαφερομένων, και να είναι νομικά δεσμευτικές".

[3] COM(2005) 59.

[4] ΕΕ C , , σ. .

[5] Όπως ορίζονται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55/EΚ και στο άρθρο 7 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1228/2003.

[6] Στην αιτιολογική έκθεση επισυνάπτεται οργανόγραμμα.

[7] Για παράδειγμα, στην ηλεκτρική ενέργεια, είναι σαφές ότι χρειάζεται να προσδιοριστεί ο καθορισμός τεχνικών κωδίκων για κάθε χώρο συγχρονισμού συχνότητας ως προς ορισμένα ζητήματα.

[8] ΕΕ C , , σ.

[9] ΕΕ C , , σ.

[10] ΕΕ C , , σ.

[11] ΕΕ C , , σ.

[12] ΕΕ L 296 της 14.11.2003,σ. 34.

[13] ΕΕ C 176 της 15.7.2003, σ. 37.

[14] ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 57.

[15] ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.

[16] ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

[17] ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

[18] ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

[19] ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

[20] Μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι δεύτερες οδηγίες για το άνοιγμα της αγοράς, οι κανονισμοί που αποσκοπούν στην εναρμόνιση των τεχνικών προτύπων τα οποία είναι αναγκαία για την πρακτική υλοποίηση του διασυνοριακού εμπορίου και οι οδηγίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού.

[21] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο – Προοπτικές για την εσωτερική αγορά αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας - COM(2006) 841.

[22] Ανακοίνωση της Επιτροπής «Έρευνα δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 στον ευρωπαϊκό κλάδο του αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας (τελική έκθεση)» - COM(2006) 851.

[23] ΕΕ C , , σ.

[24] COM(2005) 59.

[25] Όπως ορίζεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ και στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003.

Top