Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52006PC0232

Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ

/* COM/2006/0232 τελικό - COD 2006/0086 */

No longer in force, Date of end of validity: 21/05/2014

52006PC0232

Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ /* COM/2006/0232 τελικό - COD 2006/0086 */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 22.9.2006

COM(2006) 232 τελικό

2006/0086(COD)

Πρόταση για

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ

(υποβάλλεται από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Πλαίσιο της πρότασης |

110 | Αιτιολογία και στόχοι της πρότασης Το έδαφος αποτελεί, ουσιαστικά, μη ανανεώσιμο πόρο και είναι ένα πολύ δυναμικό σύστημα, το οποίο επιτελεί πολλές λειτουργίες και προσφέρει υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για τις δραστηριότητες του ανθρώπου και την επιβίωση των οικοσυστημάτων. Τα διαθέσιμα στοιχεία παρέχουν ενδείξεις ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, εντάθηκαν σημαντικά οι διεργασίες διάβρωσης του εδάφους και ότι θα ενταθούν ακόμη περισσότερο, εάν δεν ληφθούν μέτρα. Παρόλο που το κοινοτικό κεκτημένο περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις, δεν υπάρχει ειδική κοινοτική νομοθεσία για την προστασία του εδάφους. Με την παρούσα πρόταση επιδιώκεται να συμπληρωθεί το κενό αυτό. Στόχος της είναι ο καθορισμός κοινής στρατηγικής για την προστασία και την αειφόρο χρήση του εδάφους με βάση τις ακόλουθες αρχές: ενσωμάτωση του προβληματισμού για το έδαφος στις άλλες πολιτικές, διατήρηση των λειτουργιών του εδάφους στο πλαίσιο της αειφόρου χρήσης, πρόληψη των απειλών που δέχεται το έδαφος και μετριασμός των συνεπειών τους, όπως επίσης ανάταξη των υποβαθμισμένων εδαφών τουλάχιστον στο επίπεδο λειτουργικότητας που αρμόζει στην τρέχουσα και την εγκεκριμένη μελλοντική χρήση. |

120 | Γενικό πλαίσιο Σε όλη την έκταση της Κοινότητας, το έδαφος δέχεται αυξανόμενη περιβαλλοντική πίεση, η οποία προκαλείται ή επιδεινώνεται από τις δραστηριότητες του ανθρώπου, όπως οι ακατάλληλες γεωργικές και δασοκομικές πρακτικές, η βιομηχανική δραστηριότητα, ο τουρισμός, η αστική ανάπτυξη. Οι δραστηριότητες αυτές βλάπτουν την ικανότητα του εδάφους να συνεχίσει να επιτελεί στο ακέραιο τις καίριας σημασίας πολυποίκιλες λειτουργίες του. Αν και ως επί το πλείστον υπό ατομική ιδιοκτησία, το έδαφος αποτελεί πόρο κοινού ενδιαφέροντος για την Κοινότητα και η αδυναμία προστασίας του θα κλονίσει την αειφορία και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Επιπλέον, η υποβάθμιση του εδάφους έχει ισχυρή επίδραση σε άλλους τομείς κοινού ενδιαφέροντος στην Κοινότητα, όπως τα ύδατα, η υγεία του ανθρώπου, η αλλαγή του κλίματος, η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας και η ασφάλεια των τροφίμων. Η απόφαση αριθ. 1600/2002/EΚ σχετικά με τη θέσπιση του έκτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για το περιβάλλον περιλαμβάνει μεταξύ των γενικών στόχων την προστασία των φυσικών πόρων και την προώθηση της αειφόρου χρήσης του εδάφους. Στο νομοθέτημα αυτό η Κοινότητα δεσμεύεται να θεσπίσει θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους με σκοπό την ανάσχεση και την αντιστροφή της υποβάθμισής του. Το 2002, στην ανακοίνωσή της «Προς μια θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους», η Επιτροπή προσδιόρισε τις οκτώ βασικές απειλές που αντιμετωπίζουν τα εδάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Πρόκειται για τη διάβρωση, την απομείωση οργανικών υλών, τη ρύπανση, την αλάτωση, τη συμπύκνωση (συμπίεση), την απώλεια εδαφικής βιοποικιλότητας, τη σφράγιση (στεγανοποίηση), τις κατολισθήσεις και τις πλημμύρες. |

130 | Ισχύουσες διατάξεις στο πεδίο που καλύπτει η πρόταση Μέχρι σήμερα, το έδαφος δεν υπήρξε το αντικείμενο ειδικής προστατευτικής πολιτικής σε κοινοτικό επίπεδο. Ορισμένες πτυχές της προστασίας του εδάφους είναι διάσπαρτες στο κοινοτικό κεκτημένο, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν στην προστασία αυτή διαφορετικές κοινοτικές πολιτικές. Αυτό ισχύει για πολλές διατάξεις της υφιστάμενης κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας σε πεδία όπως τα ύδατα, τα απόβλητα. τα χημικά προϊόντα, η πρόληψη της βιομηχανικής ρύπανσης, η προστασία της φύσης και τα γεωργικά φάρμακα. Αναμένονται επίσης θετικές επιδράσεις στην κατάσταση των γεωργικών εδαφών, αφενός ως απόρροια της επιβολής απαιτήσεων πολλαπλής συμμόρφωσης, που συνδέονται με την ένταξη παραμέτρων προστασίας των γεωργικών εδαφών στη μεταρρυθμισμένη Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) και, αφετέρου, μέσω της αγροτικής ανάπτυξης. Ωστόσο, λόγω των διαφορετικών στόχων και πεδίων εφαρμογής τους, καθώς και του γεγονότος ότι με αυτές συχνά επιδιώκεται η διαφύλαξη άλλων στοιχείων του περιβάλλοντος, οι ισχύουσες διατάξεις, ακόμη και όταν εφαρμόζονται πλήρως, έχουν ως αποτέλεσμα μια αποσπασματική και ελλιπή προστασία του εδάφους, δεδομένου ότι δεν καλύπτουν το σύνολο των εδαφών ούτε όλες τις αναγνωρισμένες απειλές. Για τους λόγους αυτούς, η υποβάθμιση του εδάφους συνεχίζεται. |

140 | Συνέπεια με τις λοιπές πολιτικές και τους λοιπούς στόχους της Ένωσης Το προτεινόμενο νομοθέτημα, που στοχεύει στην προστασία του εδάφους και στη διατήρηση της ικανότητάς του να επιτελεί τις περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές λειτουργίες του, εναρμονίζεται απόλυτα με τους στόχους του άρθρου 174 της συνθήκης EΚ. Λαμβάνει υπόψη τις ποικίλες καταστάσεις στις διάφορες περιφέρειες της Κοινότητας. Βασίζεται στις αρχές της προφύλαξης, της ανάληψης προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των περιβαλλοντικών ζημιών κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει". Στηρίζεται σε ανάλυση των πιθανών οφελών και κόστους της δράσης έναντι της αδράνειας και στον σεβασμό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Κοινότητας στο σύνολό της και της ισόρροπης ανάπτυξης των περιφερειών της. |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερομενα μέρη και εκτιμηση αντίκτυπου |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |

211 | Μέθοδοι διαβούλευσης, κύριοι κλάδοι στόχοι και γενικά χαρακτηριστικά των συνομιλητών Για την ανακοίνωση του 2002 διατύπωσαν ευνοϊκά συμπεράσματα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, τα οποία παραδέχθηκαν ότι το έδαφος διαδραματίζει μείζονα ρόλο στη μακροπρόθεσμη αειφορία στην Κοινότητα. Η Επιτροπή οργάνωσε ανοικτή διαδικασία διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους από τον Φεβρουάριο του 2003 και συγκρότησε ευρύτατη βάση δημόσιας συζήτησης με περισσότερα από 400 μέλη, κατανεμημένα σε πέντε ομάδες εργασίας, καθώς και ένα Συμβουλευτικό Φόρουμ με καθοδηγητικό ρόλο. Τον Ιούνιο του 2004, οι ομάδες εργασίας ολοκλήρωσαν τις εξαιρετικά εμπεριστατωμένες εκθέσεις τους, που περιείχαν στοιχεία σχετικά με την κατάσταση των εδαφών της Ευρώπης, τις πιέσεις που αυτά δέχονται και τα αίτια της υποβάθμισής τους και συνοδεύονταν από δέσμη συστάσεων προς την Επιτροπή για τη χάραξη πολιτικής για το έδαφος σε κοινοτικό επίπεδο. Τον Νοέμβριο του 2004, η ολλανδική Προεδρία του Συμβουλίου και η Επιτροπή διοργάνωσαν διάσκεψη, η οποία συγκέντρωσε τα κράτη μέλη και τους συμμετέχοντες στη διαδικασία διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι υποστήριξαν ένθερμα μια προσέγγιση διαμόρφωσης πλαισίου με βάση την κοινοτική δράση. Η Επιτροπή οργάνωσε δημόσια διαβούλευση στο Διαδίκτυο, διάρκειας οκτώ εβδομάδων, με αντικείμενο τα στοιχεία που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στη θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, απάντησαν 1.206 πολίτες, 377 εμπειρογνώμονες σε θέματα εδάφους και 287 φορείς από 25 χώρες. |

212 | Σύνοψη των απαντήσεων και τρόπος με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη Τόσο οι ευρωπαίοι πολίτες, όσο και οι εμπειρογνώμονες και οι φορείς που ασχολούνται με το έδαφος εξέφρασαν στη πλειονότητά τους την άποψη ότι η πρόληψη της υποβάθμισής του στην Ευρώπη και ο μετριασμός των συνεπειών της είναι σημαντικό ή πολύ σημαντικό ζήτημα και τάχθηκαν υπέρ της ανάληψης δράσης με τη μορφή της θέσπισης πλαισίου σε κοινοτικό επίπεδο και συγκεκριμένων μέτρων σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Στην εκτίμηση αντίκτυπου παρέχεται πλήρης έκθεση, η οποία παρουσιάζει τη στατιστική ανάλυση όλων των ερωτήσεων, την κατανομή των απαντήσεων κατά χώρα και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη η ανταπόκριση. Ενσωματώθηκαν στην πρόταση οι περισσότερες συστάσεις των ομάδων εργασίας, καθώς και οι ανησυχίες που εκφράστηκαν κατά τη διαβούλευση στο Διαδίκτυο. Οι πολυάριθμες εκκλήσεις για υποχρεωτικούς περιορισμούς στην αστική και την τουριστική ανάπτυξη δεν ικανοποιήθηκαν, επειδή η Κοινότητα έχει περιορισμένη αρμοδιότητα όσον αφορά τον περιορισμό των χρήσεων γης. |

Συγκέντρωση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης |

221 | Σχετικοί τομείς επιστημονικής ειδίκευσης Γεωλογία, γεωπονία, δασολογία, υδρολογία, βιολογία, οικολογία, οικονομία, κοινωνικές επιστήμες, πολιτικές επιστήμες. |

222 | Χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία Η πρόταση βασίζεται στη βέλτιστη διαθέσιμη επιστημονική και τεχνική γνώση. Η εμπειρογνωμοσύνη αυτή συγκεντρώθηκε μέσω των εκτενέστατων διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους και με την ανάθεση της εκπόνησης δύο ανεξάρτητων μελετών για να εκτιμηθούν, αφενός οι κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της υποβάθμισης του εδάφους και, αφετέρου, ο περιβαλλοντικός και κοινωνικοοικονομικός αντίκτυπος των προτεινόμενων μέτρων. Οι εκθέσεις τις οποίες συνέταξαν οι ομάδες εργασίας και δημοσίευσε η Επιτροπή, η παρούσα πρόταση και η εκτίμηση αντίκτυπου αποτυπώνουν πλήρως τα αποτελέσματα της εν λόγω συγκέντρωσης εμπειρογνωμοσύνης. |

223 | Κυριότεροι φορείς/εμπειρογνώμονες που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις Οι διαβουλεύσεις κάλυψαν εθνικές, περιφερειακές και τοπικές διοικητικές υπηρεσίες, βιομηχανικές, επαγγελματικές και οικολογικές οργανώσεις, οργανώσεις καταναλωτών, επιστημονικά και ερευνητικά ιδρύματα, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, το Κοινό Κέντρο Ερευνών και άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, συνδικαλιστικές οργανώσεις, γεωργικές οργανώσεις, οργανώσεις γαιοκτημόνων και πολλές άλλες ενώσεις με ευρωπαϊκή εκπροσώπηση, οι οποίες εκδήλωσαν ενδιαφέρον για το έδαφος. |

2244 | Σύνοψη των συμβουλών που ελήφθησαν και αξιοποιήθηκαν Αναφέρθηκε η ύπαρξη ενδεχομένως σοβαρών κινδύνων με μη αναστρέψιμες συνέπειες, για την οποία υπάρχει ομοφωνία. |

225 | Υπήρξε ομοφωνία για το ότι πρέπει να εξασφαλιστεί η προστασία του εδάφους στον ίδιο βαθμό με εκείνον που προβλέπεται για άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος, όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας ή τα ύδατα, διότι οι λειτουργίες του εδάφους είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του ανθρώπου και των οικοσυστημάτων. Τονιζόταν συνεχώς ότι, λόγω της τεράστιας ποικιλίας των εδαφών στην Ευρώπη, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την κοινοτική πολιτική για το έδαφος μία προσέγγιση πανάκεια. Οι περισσότερες απόψεις που εκφράστηκαν υποστηρίζουν ένα ευέλικτο σύστημα που θα επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές ιδιαιτερότητες της χρήσης του εδάφους και της γης. Διαμορφώθηκε, επομένως, ευρεία συναίνεση υπέρ του να θεσπιστεί πλαίσιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το οποίο θα ορίζει κοινούς στόχους και κοινές αρχές, αφήνοντας στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών τη θέσπιση λεπτομερών μέτρων στο ενδεδειγμένο διοικητικό και γεωγραφικό επίπεδο. |

226 | Χρησιμοποιηθέντα μέσα για τη δημοσιοποίηση των συμβουλών των εμπειρογνωμόνων Οι εκθέσεις που συνέταξαν οι ομάδες εργασίας δημοσιεύθηκαν από την Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενώ διατίθενται δωρεάν και στο Διαδίκτυο (http://ec.europa.eu/comm/environment/soil/index.htm). Στον ίδιο δικτυακό τόπο παρουσιάζονται οι απαντήσεις που δόθηκαν στο δημόσιο ερωτηματολόγιο από εμπειρογνώμονες και φορείς. |

230 | Εκτίμηση αντίκτυπου Εξετάστηκαν οι ακόλουθες δυνατότητες επιλογής, κατά σειρά αυξανόμενης ρυθμιστικής αυστηρότητας: (1) Προτροπή προς τα κράτη μέλη να αναλάβουν δράση βάσει γενικής, μη δεσμευτικής κοινοτικής στρατηγικής για το έδαφος (2) Ευέλικτο νομικό μέσο με τη μορφή οδηγίας πλαισίου για το έδαφος, με φιλόδοξους στόχους αλλά όχι υπέρμετρα δεσμευτικό περιεχόμενο (3) Νομοθετικές προτάσεις για τις επιμέρους απειλές που δέχεται το έδαφος, οι οποίες θα ορίζουν όλους τους στόχους και τα μέσα σε κοινοτικό επίπεδο. |

231 | Η Επιτροπή διενήργησε εκτίμηση αντίκτυπου, που διατίθεται στο Διαδίκτυο, στη διεύθυνση http://ec.europa.eu/comm/environment/soil/index.htm, και στην οποία παρατίθενται λεπτομερέστερα οι διαπιστώσεις που αφορούν τον κοινωνικοοικονομικό και τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο της παρούσας πρότασης. |

Νομικά στοιχεια της προτασησ |

305 | Σύνοψη της προτεινόμενης δράσης Η προτεινόμενη οδηγία περιλαμβάνει: τη θέσπιση κοινού πλαισίου για την προστασία του εδάφους με βάση τις ακόλουθες αρχές: διατήρηση των λειτουργιών του εδάφους, πρόληψη της υποβάθμισής του εδάφους και μετριασμός των συνεπειών της, ανάταξη των υποβαθμισμένων εδαφών και ενσωμάτωση των παραμέτρων που αφορούν το έδαφος σε άλλες κλαδικές πολιτικές· την απαίτηση να προσδιορίζονται, να περιγράφονται και να αποτιμώνται οι επιδράσεις ορισμένων κλαδικών πολιτικών στις διεργασίες υποβάθμισης του εδάφους με σκοπό την προστασία των λειτουργιών του· την απαίτηση να λαμβάνουν οι χρήστες γης προφυλακτικά μέτρα, όταν αναμένεται ότι η εκ μέρους τους χρήση της γης ενδέχεται να παρεμποδίσει σοβαρά τις λειτουργίες του εδάφους· μια προσέγγιση όσον αφορά τη σφράγιση του εδάφους, με την οποία επιδιώκεται να εξασφαλιστεί η ορθολογικότερη χρήση της γης σύμφωνα με το άρθρο 174 της συνθήκης EΚ και να διατηρηθούν όσο το δυνατόν περισσότερες εδαφικές λειτουργίες· τον εντοπισμό των περιοχών που διατρέχουν κίνδυνο διάβρωσης, απομείωσης των οργανικών υλών, αλάτωσης, συμπύκνωσης και κατολισθήσεων και την κατάρτιση εθνικών προγραμμάτων μέτρων. Θα πρέπει να προσδιοριστεί η έκταση των περιοχών που κινδυνεύουν από τις εν λόγω απειλές. Για να εξασφαλιστούν συνεκτικές και συγκρίσιμες προσεγγίσεις, ο κίνδυνος πρέπει να χαρακτηρίζεται με βάση κοινά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνουν παραμέτρους που είναι γνωστό ότι πυροδοτούν τις διάφορες απειλές. Θα πρέπει να εγκριθούν στόχοι μείωσης των κινδύνων και προγράμματα μέτρων για την επίτευξη των στόχων αυτών. Τα προγράμματα αυτά θα μπορούν να βασίζονται σε πρότυπα και μέτρα που έχουν ήδη αναγνωριστεί και εφαρμόζονται σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο· μέτρα για τον περιορισμό της εισόδου επικίνδυνων ουσιών στο έδαφος, ώστε να αποφευχθεί η συσσώρευση σ’ αυτό που θα μπορούσε να παρεμποδίσει τις λειτουργίες του και να εκθέσει σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον· την κατάρτιση καταλόγου ρυπασμένων τόπων, τη δημιουργία μηχανισμού για τη χρηματοδότηση της αποκατάστασης "ορφανών" τόπων, την εκπόνηση εκθέσεων για την κατάσταση του εδάφους και την κατάστρωση εθνικών στρατηγικών για την αποκατάσταση των χαρακτηριζόμενων ρυπασμένων τόπων. Διατυπώνεται ορισμός των ρυπασμένων τόπων και απαριθμούνται οι δραστηριότητες που μπορούν να ρυπάνουν το έδαφος. Οι τελευταίες χρησιμεύουν ως βάση για τον εντοπισμό των τόπων που είναι πιθανόν να ρυπανθούν, ως πρώτο βήμα για την κατάρτιση καταλόγου των πραγματικά ρυπασμένων τόπων. Η διαδικασία αυτή συμπληρώνεται από την υποχρέωση που επιβάλλεται στους πωλητές ή στους υποψήφιους αγοραστές να προσκομίζουν έκθεση σχετική με την κατάσταση του εδάφους για κάθε αγοραπωλησία γης στην οποία έχει ασκηθεί ή ασκείται δυνητικά ρυπογόνος δραστηριότητα. Στην κοινοτική νομοθεσία υπάρχει ήδη ανάλογη διάταξη σχετικά με την ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων (βλ. άρθρο 7 της οδηγίας 2002/91/EΚ). |

310 | Νομική βάση Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και, ως εκ τούτου, επιλέχθηκε ως νομική βάση το άρθρο 175 παράγραφος 1 της συνθήκης EΚ. |

320 | Αρχή της επικουρικότητας Εν προκειμένω έχει εφαρμογή η αρχή της επικουρικότητας, εφόσον η πρόταση δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. |

Οι στόχοι της πρότασης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη για τους κατωτέρω λόγους. |

321 | Η υποβάθμιση του εδάφους σε ένα κράτος μέλος ή μία περιφέρεια μπορεί να έχει διασυνοριακές συνέπειες. Πράγματι, παρεμποδίζεται η λειτουργία φραγμάτων και προκαλούνται ζημίες στην υποδομή μιας χώρας από τη μαζική διάβρωση ιζημάτων σε άλλη χώρα ευρισκόμενη μακράν ανάντη. Ομοίως, οι υπόγειοι υδάτινοι όγκοι που διαρρέουν όμορα κράτη είναι δυνατόν να ρυπανθούν, εξαιτίας ρυπασμένων τόπων που βρίσκονται στη μία μόνο πλευρά των συνόρων. Οι απώλειες οργανικών υλών του εδάφους είναι δυνατόν να υπονομεύσουν την επίτευξη των στόχων του πρωτοκόλλου του Κιότο από την Κοινότητα. Αυτό συνεπάγεται ότι το κόστος της αποκατάστασης της ποιότητας του περιβάλλοντος βαρύνει άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο ακολουθείται η πρακτική που υποβαθμίζει το έδαφος. |

323 | Οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των εθνικών καθεστώτων προστασίας του εδάφους, ιδίως όσον αφορά τη ρύπανσή του, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να επιβάλλουν πολύ διαφορετικές υποχρεώσεις στους οικονομικούς παράγοντες, δημιουργώντας ανισότητες στις πάγιες δαπάνες τους και στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά. Η πρόσληψη ρύπων του εδάφους από τις καλλιέργειες που προορίζονται για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων των οποίων η εμπορία είναι ελεύθερη στην εσωτερική αγορά, εκθέτοντας σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου ή των ζώων. Η λήψη μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο στην πηγή του προβλήματος θα συμπληρώσει τους ποιοτικούς ελέγχους που διενεργούνται σε εθνικό επίπεδο για την εγγύηση της ασφάλειας των τροφίμων. Η υποβάθμιση του εδάφους είναι δυνατόν να βλάψει την υγεία των ευρωπαίων πολιτών με διάφορους τρόπους, ένας από τους οποίους είναι η άμεση ή έμμεση έκθεση σε ρύπους του εδάφους. Ομοίως, είναι δυνατόν να υπάρξουν θύματα από τις κατολισθήσεις. |

Η κοινοτική δράση θα είναι αποτελεσματικότερη για την επίτευξη των στόχων της πρότασης για τους κατωτέρω λόγους. |

324 | Η υποβάθμιση του εδάφους θίγει άλλες συνιστώσες του περιβάλλοντος, για την προστασία των οποίων έχει θεσπιστεί κοινοτική νομοθεσία (π.χ. ύδατα, φύση, βιοποικιλότητα, κλιματική αλλαγή). Η κοινοτική δράση για την προστασία του εδάφους θα γεφυρώσει τα κενά και θα εξασφαλίσει τη συνεπή και αποτελεσματική προστασία της ποιότητας σε όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος. Η προστασία του εδάφους συμβάλλει στην εγγύηση της ασφάλειας των τροφίμων και στην εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης παραγωγικότητας της γεωργίας, στην οποία στηρίζεται η κοινή γεωργική πολιτική που χρηματοδοτείται από την Κοινότητα. Η ύπαρξη κοινών αρχών, βάσει των οποίων θα καθορίζεται τι θεωρείται ως αειφόρος χρήση του εδάφους, θα επιτρέψει τη σύνδεση των ερευνητικών θεματολογίων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο και, κατά συνέπεια, την αποδοτικότερη χρησιμοποίηση των διαθέσιμων για έρευνα και ανάπτυξη κονδυλίων με στόχο τη συμπλήρωση των κενών στις γνώσεις. Εάν αποκτήσει ένα φιλόδοξο και συνεκτικό πλαίσιο, το οποίο θα εκφραστεί με πληρέστερη γνώση και καλύτερη διαχείριση του εδάφους, η Κοινότητα μπορεί να πρωταγωνιστήσει στη διεθνή σκηνή, όπου άλλες χώρες έχουν μεγάλες ανάγκες σε μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνική αρωγή. |

325 | Μέχρι σήμερα, ελλείψει κοινοτικής δράσης για να υποστηρίξει τις προσπάθειές τους, μόνον εννέα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ειδική νομοθεσία για την προστασία του εδάφους, ενώ τα υπόλοιπα κάνουν χρήση ορισμένων διατάξεων σχετικών με τη διατήρηση του εδάφους που περιέχονται σε διάφορες άλλες πολιτικές. Με τις περισσότερες από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της ρύπανσης του εδάφους και, μολονότι αναγνωρίζονται οι άλλες απειλές, λείπει η εστίαση στην ευρύτερη διατήρηση των εδαφικών λειτουργιών. Ο καλύτερος δείκτης που μαρτυρά ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα με κοινή δράση της Κοινότητας είναι το γεγονός ότι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί προς την αειφόρο χρήση παρουσιάζει τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών. |

327 | Η πρόταση αποσκοπεί στην επίτευξη κοινών αρχών, στόχων και μέτρων για όλα τα κράτη μέλη, ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα ισχύουν ίσοι όροι και ότι όλα τα κράτη μέλη θα αντιμετωπίζουν όλες τις απειλές που δέχονται τα εδάφη στην επικράτειά τους και δεν θα μεροληπτούν όσον αφορά την προστασία του εδάφους. |

Συνεπώς, η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας. |

Αρχή της αναλογικότητας Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας για τους κατωτέρω λόγους. |

331 | Το προτεινόμενο μέσο είναι οδηγία που ορίζει πλαίσιο για την προστασία του εδάφους και τη διατήρηση των λειτουργιών του. Για να διασφαλιστεί η αναλογικότητα, αφήνονται μεγάλα περιθώρια στα κράτη μέλη να καθορίσουν τα καταλληλότερα ειδικά μέτρα στο πιο ενδεδειγμένο γεωγραφικό και διοικητικό επίπεδο. Αυτό έχει καθοριστική σημασία, προκειμένου να εξασφαλιστεί η δυνατότητα ορθής συνεκτίμησης των ιδιαίτερων περιφερειακών και τοπικών χαρακτηριστικών, όσον αφορά την ετερογένεια των εδαφών, τις χρήσεις της γης, τις τοπικές κλιματολογικές συνθήκες και κοινωνικοοικονομικές πτυχές. |

332 | Επαφίεται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν τον βαθμό παρέμβασης, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αποδοτικότερη χρήση της εθνικής διοικητικής δυναμικότητας του καθενός. Θα δημιουργηθούν ορισμένες πρόσθετες οικονομικές και διοικητικές υποχρεώσεις, ιδίως για τα κράτη μέλη που δεν έχουν αντιμετωπίσει το ζήτημα της προστασίας του εδάφους σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Ωστόσο, τα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη των μέτρων, που περιγράφονται στην εκτίμηση αντίκτυπου, υπερτερούν σημαντικά των δαπανών που θα προκύψουν. |

Επιλογή μέσων |

341 | Προτεινόμενο μέσο: οδηγία-πλαίσιο. |

342 | Η χρήση άλλου μέσου δεν ενδείκνυται για τους κατωτέρω λόγους. Ένα δεσμευτικότερο ρυθμιστικό μέσο, όπως ο κανονισμός, δεν θα επέτρεπε να ληφθεί υπόψη η ετερογένεια των εδαφών και δεν θα παρείχε την απαραίτητη ευελιξία για την αποτύπωση των τοπικών συνθηκών. Από την άλλη πλευρά, η χρήση μη δεσμευτικού μέσου δεν θα εξασφάλιζε την αειφόρο χρήση ενός κοινόχρηστου φυσικού πόρου σε όλη την Ευρώπη και δεν θα απέτρεπε τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκαλούν οι μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών καθεστώτων |

Δημοσιονομικές επιπτωσεις |

409 | Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό. |

Συμπληρωματικές πληροφορίες |

Ρήτρα επανεξέτασης/αναθεώρησης/λήξης ισχύος |

531 | Η πρόταση περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης. |

550 | Πίνακας αντιστοιχίας Απαιτείται από τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. |

560 | Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος (ΕΟΧ) Η προτεινόμενη νομοθετική πράξη αφορά θέμα του ΕΟΧ και, συνεπώς, πρέπει να τον καλύπτει. |

E-13860 |

1. 2006/0086 (COD)

Πρόταση για

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ

(Κείμενο που ενδιαφέρει τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 1,

την πρόταση της Επιτροπής[1],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[2],

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[3],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[4],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

2. Το έδαφος αποτελεί, ουσιαστικά, μη ανανεώσιμο πόρο, υπό την έννοια ότι οι ρυθμοί υποβάθμισης μπορεί να είναι ταχείς, ενώ οι διεργασίες σχηματισμού και ανανέωσης είναι εξαιρετικά αργές. Πρόκειται για πολύ δυναμικό σύστημα, το οποίο επιτελεί πολλές λειτουργίες και προσφέρει υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για τις δραστηριότητες του ανθρώπου και την επιβίωση των οικοσυστημάτων. Οι λειτουργίες αυτές συνίστανται σε παραγωγή βιομάζας, αποθήκευση, διήθηση και μετατροπή θρεπτικών στοιχείων και νερού, υποδοχή του αποθέματος βιοποικιλότητας, βάση για τις περισσότερες δραστηριότητες του ανθρώπου, παροχή πρώτων υλών, απόθεμα άνθρακα και φύλαξη της γεωλογικής και της αρχαιολογικής κληρονομιάς.

3. Η υποβάθμιση ή η βελτίωση του εδάφους έχει μεγάλη επίδραση σε άλλους τομείς κοινοτικού ενδιαφέροντος, όπως η προστασία των επιφανειακών και των υπογείων υδάτων, η υγεία του ανθρώπου, η αλλαγή του κλίματος, η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας και η ασφάλεια των τροφίμων.

4. Το έδαφος αποτελεί φυσικό πόρο κοινού ενδιαφέροντος που υφίσταται αυξανόμενη περιβαλλοντική πίεση και πρέπει να προστατεύεται αυτοδικαίως από την υποβάθμιση. Η απόφαση αριθ. 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2002, για τη θέσπιση του έκτου κοινοτικού προγράμματος δράσης για το περιβάλλον[5] περιλαμβάνει μεταξύ των γενικών στόχων την προστασία των φυσικών πόρων και την προώθηση της αειφόρου χρήσης του εδάφους.

5. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο "Προς μια θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους"[6] προσδιορίζονται οι οκτώ βασικές διεργασίες υποβάθμισης που αντιμετωπίζουν τα εδάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Πρόκειται για τη διάβρωση, την απομείωση οργανικών υλών, τη ρύπανση, την αλάτωση, τη συμπύκνωση (συμπίεση), την απώλεια εδαφικής βιοποικιλότητας, τη σφράγιση (στεγανοποίηση), τις κατολισθήσεις και τις πλημμύρες. Το τρέχον επίπεδο των επιστημονικών γνώσεων σχετικά με τη βιοποικιλότητα του εδάφους και τη συμπεριφορά της είναι τόσο περιορισμένο, ώστε δεν επιτρέπει να περιληφθούν στην παρούσα οδηγία ειδικές διατάξεις για την προστασία της. Η πρόληψη των πλημμυρών και ο μετριασμός των συνεπειών τους καλύπτονται από την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των πλημμυρών[7].

6. Το έδαφος παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια στην Κοινότητα, υπάρχουν δε τεράστιες διαφορές στη δομική, φυσική, χημική και βιολογική κατάστασή του, τόσο εντός των επιμέρους τύπων όσο και μεταξύ των εδαφών. Πρέπει να ληφθούν υπόψη αυτές οι ποικίλες συνθήκες και ανάγκες της Κοινότητας, διότι απαιτούν διαφορετικές συγκεκριμένες λύσεις για τον εντοπισμό των περιοχών που διατρέχουν κίνδυνο, τον καθορισμό στόχων και για την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων, ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία του εδάφους.

7. Η κοινοτική νομοθεσία, λόγου χάριν στους τομείς των αποβλήτων, των χημικών προϊόντων, της πρόληψης και της καταπολέμησης της βιομηχανικής ρύπανσης, της κλιματικής αλλαγής, των υδάτων και της γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης, περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις για την προστασία του εδάφους οι οποίες, όμως, δεν προορίζονται ούτε επαρκούν για την προστασία του συνόλου των εδαφών από όλες τις διεργασίες υποβάθμισης. Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται ένα συνεκτικό και αποτελεσματικό νομοθετικό πλαίσιο που θα προβλέπει κοινές αρχές και κοινούς στόχους με απώτερο σκοπό την προστασία και την αειφόρο χρήση του εδάφους στην Κοινότητα.

8. Το έδαφος πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις αρχές της αειφορίας για να διατηρηθεί η ικανότητά του να προσφέρει οικολογικές, οικονομικές, και κοινωνικές υπηρεσίες και, ταυτόχρονα, να διαφυλαχθούν οι λειτουργίες του, ώστε να μπορούν οι μελλοντικές γενεές να καλύψουν τις ανάγκες τους.

9. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλίσει την προστασία του εδάφους με βάση τις αρχές της διατήρησης των λειτουργιών του εδάφους, της πρόληψης της υποβάθμισής του και του μετριασμού των συνεπειών της, της ανάταξης των υποβαθμισμένων εδαφών και της ενσωμάτωσης των παραμέτρων που αφορούν το έδαφος σε άλλες κλαδικές πολιτικές, ορίζοντας ένα κοινό πλαίσιο και κοινά μέτρα.

10. Χρειάζεται κοινό πλαίσιο για να συνδεθούν οι προσπάθειες των κρατών μελών που αποσκοπούν στην ενίσχυση της προστασίας των εδαφών και της αειφόρου χρήσης τους, στην καταπολέμηση των φαινομένων διασυνοριακής υποβάθμισης του εδάφους, στην προστασία των υδάτινων και των χερσαίων οικοσυστημάτων και στον αποκλεισμό της στρέβλωσης του ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομικών παραγόντων.

11. Δεδομένου ότι οι στόχοι της δράσης που πρόκειται να αναληφθεί – δηλ. η θέσπιση κοινού πλαισίου για την προστασία του εδάφους –είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και, επομένως, μπορούν να επιδιωχθούν αποτελεσματικότερα σε κοινοτικό επίπεδο, λόγω της κλίμακας του προβλήματος και των συνεπειών του για άλλα κοινοτικά νομοθετήματα, τα οποία αφορούν την προστασία της φύσης και των υδάτων, την ασφάλεια των τροφίμων, την αλλαγή του κλίματος, τη γεωργία και τομείς κοινού συμφέροντος, όπως η προστασία της υγείας του ανθρώπου, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου.

12. Δεδομένου ότι ορισμένες κλαδικές πολιτικές ενδέχεται να οξύνουν ή να αμβλύνουν τις διεργασίες υποβάθμισης του εδάφους, είναι αναγκαία η περαιτέρω ενσωμάτωση των παραμέτρων προστασίας του εδάφους στις πολιτικές αυτές. Η παρούσα οδηγία πρέπει να προβλέπει ότι τα κράτη μέλη προσδιορίζουν και αποτιμούν τις επιδράσεις των εν λόγω πολιτικών στην πρόληψη της υποβάθμισης του εδάφους και στην προστασία των λειτουργιών του.

13. Σε αντίθεση με τον ατμοσφαιρικό αέρα και τα ύδατα, το έδαφος τελεί ως επί το πλείστον υπό ατομική ιδιοκτησία στην Κοινότητα. Ωστόσο, συνιστά φυσικό πόρο κοινού ενδιαφέροντος, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί για τις μελλοντικές γενεές. Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, επομένως, πρέπει να απαιτείται από τους χρήστες γης να λαμβάνουν προφυλακτικά μέτρα, όταν αναμένεται ότι η εκ μέρους τους χρήση της γης ενδέχεται να παρεμποδίσει σοβαρά τις λειτουργίες του εδάφους.

14. Η σφράγιση του εδάφους εντείνεται σημαντικά στην Κοινότητα ως επακόλουθο της επέκτασης των πόλεων και της αυξανόμενης ζήτησης γης σε πολλούς τομείς της οικονομίας, γεγονός που απαιτεί την πληρέστερη τήρηση των αρχών της αειφορίας στη χρήση του εδάφους. Χρειάζονται κατάλληλα μέτρα για να περιοριστεί η σφράγιση του εδάφους, λόγου χάριν με την αποκατάσταση εγκαταλελειμμένων ρυπασμένων περιοχών, ώστε να αναχαιτιστεί η μείωση των αναξιοποίητων περιοχών. Στις περιπτώσεις σφράγισης, τα κράτη μέλη πρέπει να επιβάλλουν τεχνικές κατασκευών και στραγγίσεων που επιτρέπουν τη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων εδαφικών λειτουργιών.

15. Για να είναι στοχοθετημένη και αποδοτική, η πολιτική προστασίας του εδάφους πρέπει να βασίζεται στη γνώση των περιοχών όπου σημειώνεται υποβάθμιση. Αναγνωρίζεται ότι ορισμένες διεργασίες υποβάθμισης, όπως η διάβρωση, η απομείωση οργανικών υλών, η συμπύκνωση, η αλάτωση και οι κατολισθήσεις, σημειώνονται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές που κινδυνεύουν περισσότερο από τις εν λόγω διεργασίες. Αυτό απαιτεί τον εντοπισμό των περιοχών κινδύνου.

16. Για να εξασφαλιστούν η συνοχή και η συγκρισιμότητα των προσεγγίσεων στα διάφορα κράτη μέλη, ο εντοπισμός των περιοχών που διατρέχουν κίνδυνο διάβρωσης, απομείωσης των οργανικών υλών, συμπύκνωσης, αλάτωσης και κατολισθήσεων πρέπει να βασίζεται σε κοινή μεθοδολογία, η οποία θα περιλαμβάνει στοιχεία που είναι γνωστό ότι πυροδοτούν τις διάφορες διεργασίες υποβάθμισης.

17. Στις χαρακτηριζόμενες περιοχές κινδύνου, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την πρόληψη της περαιτέρω υποβάθμισης του εδάφους με τον περιορισμό του κινδύνου εμφάνισής της και με την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, ώστε να διατηρηθούν οι εδαφικές λειτουργίες.

18. Τα μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται υπό την ευθύνη των κρατών μελών στο πιο ενδεδειγμένο επίπεδο, με βάση τον καθορισμό στόχων περιορισμού του κινδύνου και την κατάρτιση προγραμμάτων μέτρων για την επίτευξη των στόχων αυτών.

19. Στα εν λόγω προγράμματα μέτρων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κοινωνικός και οικονομικός αντίκτυπος των προβλεπόμενων μέτρων. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να επανεξετάζονται κατά περιόδους και να μπορούν να βασίζονται σε υποχρεώσεις, σχέδια και προγράμματα που έχουν ήδη συσταθεί βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας ή διεθνών συμφωνιών.

20. Η παρούσα οδηγία πρέπει, αφενός να συμβάλει στην ανάσχεση της απερήμωσης, η οποία οφείλεται σε συντρέχουσες διεργασίες υποβάθμισης, και της απώλειας εδαφικής βιοποικιλότητας και, αφετέρου, να ενισχύσει τη συνεργασία στην εφαρμογή της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της απερήμωσης και της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα, των οποίων η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενο μέρος, θα διευκολύνει δε την εφαρμογή αυτών των διεθνών περιβαλλοντικών συμφωνιών.

21. Σύμφωνα με την αρχή της πρόληψης που διατυπώνεται στο άρθρο 174 της συνθήκης ΕΚ, η παρούσα οδηγία πρέπει να συμβάλει στην πρόληψη και τον περιορισμό της εισόδου επικίνδυνων ουσιών στο έδαφος, ώστε να αποτραπεί η ρύπανσή του και να διατηρηθούν οι λειτουργίες του.

22. Η εκβιομηχάνιση και οι ελλιπείς ή ακατάλληλες διαχειριστικές πρακτικές του παρελθόντος κατέλειπαν εκατοντάδες χιλιάδες ρυπασμένους τόπους στην Κοινότητα, για τους οποίους χρειάζεται κοινή στρατηγική διαχείρισης της παλαιάς ρύπανσης του εδάφους με στόχο την πρόληψη και τον μετριασμό των επιβλαβών επιδράσεων στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον.

23. Για την επιτυχή πρόληψη και μείωση του κινδύνου που εγκυμονεί η ρύπανση του εδάφους για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον, τα κράτη μέλη πρέπει να χαρακτηρίσουν τους τόπους που, κατά την κρίση τους, αντιπροσωπεύουν σοβαρό κίνδυνο από την άποψη αυτή. Με δεδομένο το πλήθος των τόπων που είναι πιθανόν να έχουν ρυπανθεί, ο χαρακτηρισμός τους απαιτεί συστηματική σταδιακή προσέγγιση. Χρειάζεται χρονοδιάγραμμα για την παρακολούθηση της προόδου στον χαρακτηρισμό ρυπασμένων τόπων.

24. Για να υποστηριχθεί ο χαρακτηρισμός ρυπασμένων τόπων και να διασφαλιστεί κοινή προσέγγιση, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί κοινός κατάλογος δραστηριοτήτων που ενέχουν σημαντικό δυναμικό ρύπανσης του εδάφους. Ο εν λόγω κοινός κατάλογος δυνητικά ρυπογόνων για το έδαφος δραστηριοτήτων μπορεί να συμπληρώνεται από άλλους, πληρέστερους καταλόγους που θεσπίζονται σε εθνικό επίπεδο.

25. Ο χαρακτηρισμός ρυπασμένων τόπων πρέπει να αποτυπώνεται σε εθνικό κατάλογο ρυπασμένων τόπων, ο οποίος πρέπει να ενημερώνεται τακτικά και να δίδεται στη δημοσιότητα για διαβούλευση με το κοινό. Πρέπει να ληφθούν υπόψη οι παλαιότερες και οι σημερινές προσπάθειες των κρατών μελών να χαρακτηρίσουν ρυπασμένους τόπους.

26. Για να υποβοηθηθεί ο ταχύς χαρακτηρισμός ρυπασμένων τόπων, ο ιδιοκτήτης ή ο υποψήφιος αγοραστής γης στην οποία, όπως προκύπτει από επίσημα αρχεία, π.χ. εθνικά μητρώα ή κτηματολόγια, έχει ασκηθεί ή ασκείται δραστηριότητα που ρυπαίνει το έδαφος πρέπει, πριν ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία, να παρέχει στην αρμόδια αρχή και στον αντισυμβαλλόμενο ουσιαστικές πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους. Η παροχή των πληροφοριών αυτών όταν προγραμματίζεται μια αγοραπωλησία γης θα συμβάλει στην επίσπευση της ολοκλήρωσης του καταλόγου ρυπασμένων τόπων. Με τον τρόπο αυτό, επίσης, ο υποψήφιος αγοραστής θα γνωρίζει την κατάσταση του εδάφους και θα είναι σε θέση να επιλέξει με επίγνωση.

27. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση των ρυπασμένων τόπων που έχουν χαρακτηριστεί στην εθνική επικράτειά τους, τηρώντας την αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει".

28. Πρέπει να καταστρωθεί εθνική στρατηγική αποκατάστασης, με σκοπό ιδίως τον καθορισμό ειδικών στόχων αποκατάστασης και της σειράς προτεραιότητας που θα τηρηθεί κατά την αποκατάσταση των τόπων.

29. Για τους ρυπασμένους τόπους στην περίπτωση των οποίων είναι αδύνατον να εντοπιστεί ο ρυπαίνων ή να του καταλογιστεί ευθύνη βάσει της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας ή δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναλάβει το κόστος της αποκατάστασης – γνωστοί και ως "ορφανοί" τόποι –, υπεύθυνα για τον περιορισμό του κινδύνου που διατρέχουν η υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον πρέπει να είναι τα κράτη μέλη. Προς τούτο, τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν ειδικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης, ώστε να εξασφαλιστεί διαρκής πηγή οικονομικών πόρων για την αποκατάσταση των εν λόγω τόπων.

30. Η οδηγία 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας[8] ορίζει ότι, για τους ορφανούς τόπους, η αρμόδια αρχή δύναται, σε έσχατη ανάγκη, να λαμβάνει η ίδια μέτρα αποκατάστασης. Η εν λόγω οδηγία πρέπει, επομένως, να τροποποιηθεί, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις υποχρεώσεις αποκατάστασης που επιβάλλει η παρούσα οδηγία.

31. Το κοινό είναι ελάχιστα ευαισθητοποιημένο στη σημασία της προστασίας του εδάφους και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση των γνώσεων, της ανταλλαγής πληροφοριών και της εφαρμογής βέλτιστων πρακτικών.

32. Η επιτυχία της παρούσας οδηγίας εξαρτάται από τη στενή συνεργασία και τη συνεκτική δράση σε κοινοτικό, εθνικό και τοπικό επίπεδο, καθώς και από την ενημέρωση, την έκφραση της γνώμης και τη συμμετοχή του κοινού, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της Κοινότητας που απορρέουν από τη σύμβαση της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών (UNECE) για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (σύμβαση του Ώρχους). Για τον λόγο αυτό, ενδείκνυται να προβλεφθεί η εφαρμογή της οδηγίας 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου[9] στην κατάρτιση, την τροποποίηση και την επανεξέταση των προγραμμάτων μέτρων για τις περιοχές κινδύνου και των εθνικών στρατηγικών αποκατάστασης.

33. Αναγνωρίζεται ότι σήμερα εφαρμόζονται στα κράτη μέλη διαφορετικές μέθοδοι εκτίμησης επικινδυνότητας για τους ρυπασμένους τόπους. Για να σημειωθεί πρόοδος προς την κατεύθυνση μιας κοινής προσέγγισης, η οποία θα εξασφαλίζει ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού και ένα συνεκτικό καθεστώς προστασίας του εδάφους, χρειάζεται διεξοδική ανταλλαγή πληροφοριών, ώστε να κριθεί αν ενδείκνυται η εναρμόνιση ορισμένων στοιχείων της εκτίμησης επικινδυνότητας και να αναπτυχθούν περαιτέρω και να βελτιωθούν οι μέθοδοι οικοτοξικολογικής εκτίμησης επικινδυνότητας.

34. Πρέπει να προβλεφθεί η ταχεία προσαρμογή των μεθόδων χαρακτηρισμού περιοχών κινδύνου στα κράτη μέλη, η οποία περιλαμβάνει τακτική επανεξέταση των κοινών στοιχείων των μεθόδων αυτών.

35. Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικές με τους μορφότυπους ανταλλαγής δεδομένων και τα κριτήρια ποιότητας δεδομένων, οι οποίες να συμβιβάζονται με την ενδεχόμενη συγκρότηση υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Κοινότητα.

36. Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που κατοχυρώνει, ιδίως, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, επιδιώκει την ενσωμάτωση υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος στις κοινοτικές πολιτικές σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης, όπως ορίζει το άρθρο 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

37. Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή[10],

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο I Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία ορίζει πλαίσιο για την προστασία του εδάφους και τη διατήρηση της ικανότητάς του να επιτελεί καθεμία από τις ακόλουθες περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές λειτουργίες:

α) παραγωγή βιομάζας, όπου συμπεριλαμβάνονται η γεωργία και η δασοκομία·

β) αποθήκευση, διήθηση και μετατροπή θρεπτικών στοιχείων, ουσιών και νερού·

γ) απόθεμα βιοποικιλότητας, π.χ. ενδιαιτημάτων, ειδών χλωρίδας και πανίδας και γονιδίων·

δ) φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον για τον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του·

ε) πηγή πρώτων υλών·

στ) απόθεμα άνθρακα·

ζ) παρακαταθήκη της γεωλογικής και της αρχαιολογικής κληρονομιάς.

Προς τούτο, η παρούσα οδηγία ορίζει μέτρα για την πρόληψη των διεργασιών υποβάθμισης του εδάφους, τόσο των φυσικών όσο και των προκαλούμενων από ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων του ανθρώπου, διεργασίες που υπονομεύουν την ικανότητα του εδάφους να επιτελεί τις ανωτέρω λειτουργίες. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τον μετριασμό των συνεπειών των εν λόγω διεργασιών και την ανάταξη και αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών τουλάχιστον στο επίπεδο λειτουργικότητας που αρμόζει στην τρέχουσα και την εγκεκριμένη μελλοντική χρήση.

2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στο έδαφος που σχηματίζει το ανώτερο στρώμα του στερεού φλοιού της Γης, μεταξύ του γεωλογικού υποβάθρου και της επιφάνειας, εξαιρουμένων των υπογείων υδάτων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 2000/60/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[11].

Άρθρο 2 Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1) ως «σφράγιση» νοείται η μόνιμη κάλυψη της επιφάνειας του εδάφους με στεγανό υλικό·

(2) ως «επικίνδυνες ουσίες» νοούνται ουσίες ή παρασκευάσματα υπό την έννοια της οδηγίας 67/548/EΚ του Συμβουλίου[12] και της οδηγίας 1999/45/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [13].

Άρθρο 3 Ολοκλήρωση

Κατά τη χάραξη κλαδικών πολιτικών που ενδέχεται να οξύνουν ή να αμβλύνουν τις διεργασίες υποβάθμισης του εδάφους, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν, περιγράφουν και αποτιμούν τις επιδράσεις των πολιτικών αυτών στις εν λόγω διεργασίες, ειδικότερα στους τομείς του περιφερειακού και του αστικού χωροταξικού σχεδιασμού, των μεταφορών, της ενέργειας, της γεωργίας, της αγροτικής ανάπτυξης, της δασοκομίας, της εξόρυξης πρώτων υλών, του εμπορίου και της βιομηχανίας, της πολιτικής για τα προϊόντα, του τουρισμού, της αλλαγής του κλίματος και της προστασίας του περιβάλλοντος, της φύσης και του τοπίου.

Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τις διαπιστώσεις τους.

Άρθρο 4 Προφυλακτικά μέτρα

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε χρήστης γης, του οποίου οι δραστηριότητες επηρεάζουν το έδαφος κατά τρόπο που είναι εύλογα αναμενόμενο να παρεμποδίσει σημαντικά τις αναφερόμενες στο άρθρο 1 παράγραφος 1 λειτουργίες του εδάφους, να υποχρεούται να λάβει προφυλάξεις για την πρόληψη ή ελαχιστοποίηση των εν λόγω δυσμενών επιδράσεων.

Άρθρο 5 Σφράγιση

Για τη διατήρηση των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 1 λειτουργιών του εδάφους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον περιορισμό της σφράγισης του εδάφους ή, στις περιπτώσεις σφράγισης, για τον μετριασμό των επιδράσεών της, κυρίως με τη χρήση κατασκευαστικών τεχνικών και δομικών προϊόντων που επιτρέπουν τη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων από τις εν λόγω λειτουργίες.

Κεφάλαιο II Πρόληψη κινδύνων, μετριασμός και ανάταξη

Τμημα 1 Χαρακτηρισμός περιοχων κινδυνου

Άρθρο 6 Χαρακτηρισμός περιοχών που διατρέχουν κίνδυνο διάβρωσης, απομείωσης των οργανικών υλών, συμπύκνωσης, αλάτωσης και κατολισθήσεων

1. Εντός πέντε ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν, στο ενδεδειγμένο επίπεδο, τις περιοχές της εθνικής επικράτειάς τους, για τις οποίες υπάρχουν αδιάσειστες αποδείξεις ή βάσιμες υπόνοιες ότι έχουν συντελεστεί ή είναι πιθανόν να συντελεστούν στο προσεχές μέλλον μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες διεργασίες υποβάθμισης του εδάφους, περιοχές καλούμενες εφεξής «περιοχές κινδύνου»:

α) υδατική (υδραυλική) και αιολική διάβρωση·

β) απομείωση οργανικών υλών, προκαλούμενη από σταθερή πτωτική τάση του οργανικού κλάσματος του εδάφους, με εξαίρεση τα αδιάσπαστα φυτικά και ζωικά κατάλοιπα, τα προϊόντα μερικής αποσύνθεσής τους και τη βιομάζα του εδάφους·

γ) συμπύκνωση με την αύξηση του φαινόμενου βάρους και τη μείωση του πορώδους του εδάφους·

δ) αλάτωση με τη συσσώρευση διαλυτών αλάτων στο έδαφος·

ε) κατολισθήσεις, προκαλούμενες από τη μέτριας ταχύτητας ή ταχεία καθοδική μετακίνηση εδαφικών και βραχωδών μαζών σε πρανή.

Για τους σκοπούς του εν λόγω χαρακτηρισμού, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν, για καθεμία από τις ανωτέρω διεργασίες υποβάθμισης του εδάφους, τουλάχιστον τα στοιχεία που απαριθμούνται στο παράρτημα I και λαμβάνουν υπόψη τις επιδράσεις των διεργασιών αυτών όσον αφορά την επιδείνωση των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου και της απερήμωσης.

2. Οι περιοχές κινδύνου που χαρακτηρίζονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 δημοσιοποιούνται και επανεξετάζονται τουλάχιστον ανά δεκαετία.

Άρθρο 7 Μεθοδολογία

Τα κράτη μέλη δύνανται να βασίζουν τον χαρακτηρισμό των περιοχών κινδύνου σε εμπειρικά στοιχεία ή σε μοντέλα. Σε περίπτωση χρήσης μοντέλων, αυτά πρέπει να επικυρώνονται με σύγκριση των αποτελεσμάτων βάσει εμπειρικών δεδομένων τα οποία δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για την εκπόνηση του καθαυτό μοντέλου.

Τμημα 2 Καθορισμός στόχων και κατάρτιση προγραμματων μετρων

Άρθρο 8 Προγράμματα μέτρων για την καταπολέμηση της διάβρωσης, της απομείωσης των οργανικών υλών, της συμπύκνωσης, της αλάτωσης και των κατολισθήσεων

1. Για τη διατήρηση των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 1 λειτουργιών του εδάφους, τα κράτη μέλη καταρτίζουν στο ενδεδειγμένο επίπεδο, για κάθε περιοχή κινδύνου που έχει χαρακτηριστεί σύμφωνα με το άρθρο 6, πρόγραμμα μέτρων το οποίο περιλαμβάνει, τουλάχιστον, στόχους περιορισμού του κινδύνου, τα κατάλληλα μέτρα για την επίτευξη των στόχων αυτών, χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των συγκεκριμένων μέτρων και εκτίμηση των ιδιωτικών ή δημόσιων πόρων που πρόκειται να διατεθούν για τη χρηματοδότησή τους.

2. Κατά την κατάρτιση και αναθεώρηση του προγράμματος μέτρων σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη αποδίδουν τη δέουσα σημασία στον κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο των προβλεπόμενων μέτρων.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα να είναι οικονομικώς αποδοτικά και τεχνικώς εφικτά και, πριν από την εφαρμογή των προγραμμάτων μέτρων, διενεργούν εκτιμήσεις αντίκτυπου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται λεπτομερείς αναλύσεις κόστους-οφέλους.

Τα κράτη μέλη αναφέρουν στα οικεία προγράμματα μέτρων πώς πρόκειται να εφαρμοστούν τα μέτρα και πώς αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη των καθορισμένων περιβαλλοντικών στόχων.

3. Σε περίπτωση όπου μια περιοχή διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας της συνύπαρξης διαφορετικών διεργασιών υποβάθμισης του εδάφους που συντελούνται ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη δύνανται να καταρτίζουν ένα ενιαίο πρόγραμμα, στο οποίο πρέπει να καθορίζονται κατάλληλοι στόχοι περιορισμού όλων των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί, καθώς και τα ενδεδειγμένα μέτρα για την επίτευξη των στόχων αυτών.

4. Το πρόγραμμα μέτρων καταρτίζεται εντός επτά ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο] και τίθεται σε εφαρμογή το αργότερο οκτώ έτη μετά την ημερομηνία αυτή.

Το πρόγραμμα μέτρων δημοσιοποιείται και επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά πενταετία.

Κεφάλαιο III Ρύπανση του εδάφους

Τμήμα 1 Πρόληψη και απογραφή

Άρθρο 9 Πρόληψη της ρύπανσης του εδάφους

Για τη διατήρηση των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 1 λειτουργιών του εδάφους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα και ανάλογα με τους στόχους μέτρα για να περιοριστεί η εκούσια ή ακούσια είσοδος επικίνδυνων ουσιών στην επιφάνεια ή στο εσωτερικό του εδάφους, εξαιρουμένης εκείνης που οφείλεται, αφενός στην εναπόθεση μέσω του αέρα και, αφετέρου, σε ασυνήθη, αναπόφευκτα ή ακαταμάχητα φυσικά φαινόμενα, ώστε να αποτραπεί η συσσώρευση που θα μπορούσε να παρεμποδίσει τις λειτουργίες του εδάφους ή να εκθέσει σε σοβαρούς κινδύνους την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον.

Άρθρο 10 Κατάλογος ρυπασμένων τόπων

1. Τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν, με τη διαδικασία του άρθρου 11, τους τόπους της εθνικής επικράτειάς τους όπου έχει επιβεβαιωθεί η ανθρωπογενής παρουσία επικίνδυνων ουσιών σε επίπεδα που εκείνα θεωρούν ότι εκθέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, εφεξής καλούμενους «ρυπασμένους τόπους».

Ο κίνδυνος αυτός αξιολογείται με συνεκτίμηση της τρέχουσας και της εγκεκριμένης μελλοντικής χρήσης της γης.

2. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν εθνικό κατάλογο ρυπασμένων τόπων, εφεξής καλούμενο «κατάλογο», ο οποίος δημοσιοποιείται και επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά πενταετία.

Άρθρο 11 Διαδικασία χαρακτηρισμού

1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει αρμόδια αρχή για τον χαρακτηρισμό των ρυπασμένων τόπων.

2. Εντός πέντε ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], οι αρμόδιες αρχές έχουν προσδιορίσει τη γεωγραφική θέση τουλάχιστον των τόπων όπου ασκούνται ή ασκούνταν στο παρελθόν οι δυνητικά ρυπογόνες για το έδαφος δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα II.

Προς τούτο, οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο σημείο 2 του παραρτήματος II λαμβάνονται υπόψη ανεξάρτητα από τις οριακές τιμές που καθορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας 96/61/EΚ του Συμβουλίου[14], εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται από πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/EΚ της Επιτροπής[15], καθώς και των κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων.

Ο χαρακτηρισμός επανεξετάζεται τακτικά.

3. Οι αρμόδιες αρχές μετρούν, σύμφωνα με το κατωτέρω χρονοδιάγραμμα, τα επίπεδα συγκέντρωσης επικίνδυνων ουσιών στους τόπους που έχουν χαρακτηριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 και, εφόσον τα επίπεδα αυτά συνιστούν επαρκή λόγο για να θεωρηθεί ότι εκθέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, διενεργείται επιτόπια εκτίμηση επικινδυνότητας για τους συγκεκριμένους τόπους:

α) εντός πέντε ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], τουλάχιστον στο 10% των τόπων·

β) εντός 15 ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], τουλάχιστον στο 60% των τόπων·

γ) εντός 25 ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], στους υπόλοιπους τόπους.

Άρθρο 12 Έκθεση για την κατάσταση του εδάφους

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση πώλησης τόπου στον οποίο ασκείται ή, όπως προκύπτει από επίσημα αρχεία, π.χ. εθνικά μητρώα, έχει ασκηθεί δυνητικά ρυπογόνος για το έδαφος δραστηριότητα που αναφέρεται στο παράρτημα II, ο ιδιοκτήτης ή ο υποψήφιος αγοραστής θέτει στη διάθεση της αναφερόμενης στο άρθρο 11 αρμόδιας αρχής και του αντισυμβαλλομένου έκθεση σχετική με την κατάσταση του εδάφους.

2. Η έκθεση για την κατάσταση του εδάφους εκδίδεται από εξουσιοδοτημένο φορέα ή πρόσωπο, που ορίζεται από το κράτος μέλος. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα λεπτομερή στοιχεία:

α) το ιστορικό του τόπου, όπως προκύπτει από τα επίσημα έγγραφα·

β) χημική ανάλυση για τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων των επικίνδυνων ουσιών στο έδαφος, η οποία περιορίζεται στις ουσίες που σχετίζονται με τη δυνητικά ρυπογόνο δραστηριότητα στον τόπο·

γ) τα επίπεδα συγκέντρωσης στα οποία υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να θεωρηθεί ότι οι υπόψη επικίνδυνες ουσίες εκθέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον.

3. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις απαραίτητες μεθόδους για τον προσδιορισμό των επιπέδων συγκέντρωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).

4. Οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τα στοιχεία που περιέχει η έκθεση για την κατάσταση του εδάφους στον χαρακτηρισμό ρυπασμένων τόπων σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1.

Τμήμα 2 Αποκατάσταση

Άρθρο 13 Αποκατάσταση

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αποκατάσταση των ρυπασμένων τόπων που απαριθμούνται στους οικείους καταλόγους.

2. Η αποκατάσταση συνίσταται στην εφαρμογή μέτρων στο έδαφος με στόχο την απομάκρυνση, τον έλεγχο, τη συγκράτηση ή τη μείωση των ρύπων, ώστε ο ρυπασμένος τόπος να μην εκθέτει πλέον σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα και την εγκεκριμένη μελλοντική χρήση του.

3. Τα κράτη μέλη δημιουργούν κατάλληλους μηχανισμούς για τη χρηματοδότηση της αποκατάστασης των ρυπασμένων τόπων για τους οποίους, τηρουμένης της αρχής "ο ρυπαίνων πληρώνει", είναι αδύνατον να εντοπιστεί το πρόσωπο που ευθύνεται για τη ρύπανση ή να του καταλογιστεί ευθύνη βάσει της κοινοτικής ή της εθνικής νομοθεσίας ή δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναλάβει το κόστος της αποκατάστασης.

Άρθρο 14 Εθνική στρατηγική αποκατάστασης

1. Εντός επτά ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο], τα κράτη μέλη καταστρώνουν εθνική στρατηγική αποκατάστασης με βάση τον κατάλογο, η οποία περιλαμβάνει, τουλάχιστον, ειδικούς στόχους αποκατάστασης, ιεράρχηση προτεραιοτήτων με πρώτους τους τόπους που εκθέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και τα κονδύλια που πρόκειται να διαθέσουν οι αρμόδιες για τις δημοσιονομικές αποφάσεις αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες.

Σε περίπτωση όπου εφαρμόζεται η συγκράτηση ή η φυσική ανάκαμψη, παρακολουθείται η εξέλιξη του κινδύνου για την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον.

2. Η εθνική στρατηγική αποκατάστασης τίθεται σε εφαρμογή και δημοσιοποιείται το αργότερο οκτώ έτη μετά [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο] και επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά πενταετία.

Κεφάλαιο IV Ευαισθητοποίηση, υποβολή εκθέσεων και ανταλλαγή πληροφοριών

Άρθρο 15 Ευαισθητοποίηση και συμμετοχή του κοινού

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ευαισθητοποίησης στη σημασία του εδάφους για την επιβίωση του ανθρώπου και των οικοσυστημάτων και προάγουν τη μεταφορά γνώσεων και πείρας για την αειφόρο χρήση του εδάφους.

2. Στην κατάρτιση, τροποποίηση και επανεξέταση των προγραμμάτων μέτρων για τις περιοχές κινδύνου, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 8, και των εθνικών στρατηγικών αποκατάστασης που αναφέρονται στο άρθρο 14, εφαρμόζεται το άρθρο 2 παράγραφοι 1, 2, 3 και 5 της οδηγίας 2003/35/EΚ.

Άρθρο 16 Υποβολή εκθέσεων

1. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες εντός οκτώ ετών από [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο] και, στη συνέχεια, ανά πενταετία:

α) σύνοψη των πρωτοβουλιών που ανελήφθησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5·

β) τις περιοχές κινδύνου που καθορίστηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 1·

γ) τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον εντοπισμό του κινδύνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7·

δ) τα προγράμματα μέτρων που εγκρίθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 και εκτίμηση της αποδοτικότητας των μέτρων για τον περιορισμό του κινδύνου εμφάνισης και της εμφάνισης διεργασιών υποβάθμισης του εδάφους·

ε) τα αποτελέσματα του χαρακτηρισμού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφοι 2 και 3 και τον κατάλογο ρυπασμένων τόπων που καταρτίστηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 παράγραφος 2·

στ) την εθνική στρατηγική αποκατάστασης που εγκρίθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14·

ζ) σύνοψη των πρωτοβουλιών ευαισθητοποίησης που ανελήφθησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15.

2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) συνοδεύονται από μεταδεδομένα και διαβιβάζονται ως τεκμηριωμένα ψηφιακά δεδομένα με γεωαναφορά, σε μορφότυπο αναγνώσιμο από σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών (GIS).

Άρθρο 17 Ανταλλαγή πληροφοριών

Εντός έτους από [έναρξη ισχύος], η Επιτροπή συγκροτεί βάση ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και των ενδιαφερομένων, οι οποίες αφορούν τον χαρακτηρισμό περιοχών κινδύνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 και τις ήδη χρησιμοποιούμενες ή αναπτυσσόμενες μεθοδολογίες εκτίμησης επικινδυνότητας για τους ρυπασμένους τόπους.

Κεφάλαιο V Τελικές διατάξεις

Άρθρο 18 Εφαρμογή και προσαρμογή στη τεχνική πρόοδο

1. Η Επιτροπή δύναται να προσαρμόζει το παράρτημα I στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 3.

2. Εφόσον διαπιστωθεί, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 17 ανταλλαγής πληροφοριών, ότι είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν οι μεθοδολογίες εκτίμησης επικινδυνότητας όσον αφορά τη ρύπανση του εδάφους, η Επιτροπή θεσπίζει, με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 3, κοινά κριτήρια για την εκτίμηση του κινδύνου ρύπανσης του εδάφους.

3. Εντός τεσσάρων ετών από [ημερομηνία έναρξης της ισχύος], η Επιτροπή θεσπίζει, με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 19 παράγραφος 2, τις αναγκαίες διατάξεις σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων και των μεταδεδομένων, τη χρήση των δεδομένων ιστορικού, τις μεθόδους, την πρόσβαση και τους μορφότυπους ανταλλαγής δεδομένων για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16.

Άρθρο 19 Διαδικασία επιτροπής

1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή, εφεξής καλούμενη «επιτροπή».

2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

3. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

4. Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 20 Έκθεση της Επιτροπής

1. Η Επιτροπή δημοσιεύει την πρώτη έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας εντός δύο ετών από την παραλαβή των προγραμμάτων μέτρων και των εθνικών στρατηγικών αποκατάστασης.

Στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει νέες εκθέσεις ανά πενταετία.

Υποβάλλει τις εκθέσεις αυτές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2. Οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 εκθέσεις περιλαμβάνουν επισκόπηση της προόδου όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16.

Άρθρο 21 Επανεξέταση

Η Επιτροπή επανεξετάζει την παρούσα οδηγία το αργότερο [15 έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος] και, εφόσον ενδείκνυται, προτείνει τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις.

Άρθρο 22 Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν κανόνες για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις σχετικές διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στο άρθρο 24 και της γνωστοποιούν αμέσως κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 23 Τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ

Στο άρθρο 6 της οδηγίας 2004/35/EΚ, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η αρμόδια αρχή απαιτεί να λαμβάνονται τα μέτρα αποκατάστασης από τον φορέα εκμετάλλευσης. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13 παράγραφος 1 της οδηγίας xx/xx/xx, εάν ο φορέας εκμετάλλευσης δεν συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η παράγραφος 1 ή η παράγραφος 2 στοιχείο β), γ) ή δ) του παρόντος άρθρου ή είναι αδύνατον να εντοπιστεί ή δεν υποχρεούται δυνάμει της παρούσας οδηγίας να αναλάβει τις δαπάνες, η αρμόδια αρχή δύναται να λαμβάνει η ίδια τα εν λόγω μέτρα.»

Άρθρο 24 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι [24 μήνες από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος]. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από σχετική αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 25 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 26 Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΤΜΗΜΑ 1 ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΔΙΑΒΡΩΣΗΣ |

Τυπολογική μονάδα εδάφους (STU) (τύπος εδάφους) |

Σύσταση του εδάφους (σε επίπεδο STU) |

Πυκνότητα και υδραυλικές ιδιότητες του εδάφους (σε επίπεδο STU) |

Τοπογραφία, όπου συμπεριλαμβάνονται η κλίση και το μήκος των πρανών |

Εδαφοκάλυψη |

Χρήσεις γης (συμπεριλαμβάνονται η διαχείριση της γης, τα καλλιεργητικά συστήματα και η δασοκομία) |

Κλίμα (συμπεριλαμβάνονται η κατανομή των βροχοπτώσεων και τα αιολικά χαρακτηριστικά) |

Υδρολογικές συνθήκες |

Αγροοικολογική ζώνη |

ΤΜΗΜΑ 2 ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΥΛΩΝ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ |

Τυπολογική μονάδα εδάφους (STU) (τύπος εδάφους) |

Σύσταση του εδάφους/περιεκτικότητα σε αργίλους |

Οργανικός άνθρακας εδάφους (συγκέντρωση ολικού άνθρακα και συγκέντρωση χούμου) |

Οργανικός άνθρακας εδάφους (απόθεμα) |

Κλίμα (συμπεριλαμβάνονται η κατανομή των βροχοπτώσεων και τα αιολικά χαρακτηριστικά) |

Τοπογραφία |

Εδαφοκάλυψη |

Χρήσεις γης (συμπεριλαμβάνονται η διαχείριση της γης, τα καλλιεργητικά συστήματα και η δασοκομία) |

ΤΜΗΜΑ 3 ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗΣ |

Τυπολογική μονάδα εδάφους (STU) (τύπος εδάφους) |

Σύσταση του επιφανειακού εδάφους και του υπεδάφους (σε επίπεδο STU) |

Φαινόμενο βάρος του επιφανειακού εδάφους και του υπεδάφους (σε επίπεδο STU) |

Οργανική ύλη εδάφους (σε επίπεδο STU) |

Κλίμα |

Εδαφοκάλυψη |

Χρήσεις γης (συμπεριλαμβάνονται η διαχείριση της γης, τα καλλιεργητικά συστήματα και η δασοκομία) |

Τοπογραφία |

ΤΜΗΜΑ 4 ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΑΛΑΤΩΣΗΣ |

Τυπολογική μονάδα εδάφους (STU) (τύπος εδάφους) |

Σύσταση του εδάφους (σε επίπεδο STU) |

Υδραυλικές ιδιότητες του εδάφους |

Αρδευόμενες περιοχές, χημικές ιδιότητες του νερού άρδευσης και τύπος αρδευτικών τεχνικών |

Πληροφορίες για τα υπόγεια ύδατα |

Κλίμα |

ΤΜΗΜΑ 5 ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΚΑΤΟΛΙΣΘΗΣΕΩΝ |

Τυπολογική μονάδα εδάφους (STU) (τύπος εδάφους) |

Συχνότητα εμφάνισης/χωρική πυκνότητα υφιστάμενων κατολισθήσεων |

Γεωλογικό υπόβαθρο |

Τοπογραφία |

Εδαφοκάλυψη |

Χρήσεις γης (συμπεριλαμβάνονται η διαχείριση της γης, τα καλλιεργητικά συστήματα και η δασοκομία) |

Κλίμα |

Σεισμικός κίνδυνος |

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Κατάλογος δυνητικά ρυπογόνων για το έδαφος δραστηριοτήτων

38. Εγκαταστάσεις στις οποίες είναι ή ήταν παρούσες επικίνδυνες ουσίες σε ποσότητες ίσες ή μεγαλύτερες από τις αναφερόμενες στο παράρτημα I μέρη 1 και 2, στήλη 2, της οδηγίας 96/82/EΚ του Συμβουλίου (οδηγία "Seveso")[16]

39. Οι δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 96/61/EΚ του Συμβουλίου

40. Αερολιμένες

41. Λιμένες

42. Πρώην στρατιωτικές εγκαταστάσεις

43. Πρατήρια καυσίμων και ανεφοδιασμού

44. Στεγνοκαθαριστήρια

45. Εγκαταστάσεις εξόρυξης που δεν καλύπτονται από την οδηγία 96/82/EΚ του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων εξορυκτικών αποβλήτων, όπως ορίζονται στην οδηγία 2006/21/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[17]

46. Χώροι υγειονομικής ταφής αποβλήτων, όπως ορίζονται στη οδηγία 1999/31/EΚ του Συμβουλίου[18]

47. Εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων

48. Αγωγοί μεταφοράς επικίνδυνων ουσιών

[1] […]

[2] […]

[3] […]

[4] […]

[5] ΕΕ L 242 της 10.9.2002, σ. 1

[6] COM(2002)179

[7] COM(2006) 15

[8] ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 56

[9] ΕΕ L 156 της 25.6.2003, σ. 17

[10] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23· απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/EΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

[11] ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1

[12] ΕΕ L 196 της 16.8.1967, σ. l

[13] ΕΕ L 200 της 30.7.1999, σ. 1

[14] ΕΕ L 257 της 10.10.1996, σ. 26

[15] ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36

[16] ΕΕ L 10 της 14.1.1997, σ. 13

[17] ΕΕ L 102 της 11.4.2006, σ. 15

[18] ΕΕ L 182 της 16.7.1999, σ. 1

Top