EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005PC0716

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου όσον αφορά την έγκριση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί καθορισμού προσανατολισμών για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας και περί καταργήσεως των αποφάσεων αριθ. 96/391/ΕΚ και αριθ. 1229/2003/ΕΚ

/* COM/2005/0716 τελικό - COD 2003/0297 */

52005PC0716

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου όσον αφορά την έγκριση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί καθορισμού προσανατολισμών για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας και περί καταργήσεως των αποφάσεων αριθ. 96/391/ΕΚ και αριθ. 1229/2003/ΕΚ /* COM/2005/0716 τελικό - COD 2003/0297 */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 27.11.2006

COM(2006) 729 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

σχετικά με την επανεξέταση της οδηγίας 94/19/EΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

σχετικά με την επανεξέταση της οδηγίας 94/19/EΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων

1. Εισαγωγη

Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ) παρέχουν ένα δίχτυ ασφαλείας για τους καταθέτες έτσι ώστε, εάν ένα πιστωτικό ίδρυμα καταστεί αφερέγγυο, αυτοί να είναι σε θέση να ανακτήσουν ένα μέρος τουλάχιστον των τραπεζικών καταθέσεών τους. Η οδηγία 94/19/EΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων συστημάτων στο έδαφός τους και κατόρθωσε να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας για τους καταθέτες σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η οδηγία έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία σε όλα τα κράτη μέλη[1].

Η οδηγία παρέχει στα κράτη μέλη επαρκές περιθώριο να αναπτύξουν τα συστήματα που είναι πλέον κατάλληλα για τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Ταυτόχρονα, οι ανησυχίες για ισότιμη συμμετοχή στον ανταγωνισμό καλύπτονται με την παρουσία διατάξεων που παρέχουν σε υποκαταστήματα ξένων τραπεζών από την ΕΕ τη δυνατότητα να εντάσσονται σε συστήματα της αγοράς υποδοχής ώστε να είναι σε θέση να παρέχουν το ίδιο επίπεδο εγγυήσεων με τις εγχώριες ελεγχόμενες τράπεζες[2].

Ωστόσο, έντεκα χρόνια μετά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, η Επιτροπή επανεξετάζει την οδηγία με σκοπό να αξιολογήσει κατά πόσον ισχύει ακομη η σκοπιμότητα των υφισταμένων κανόνων λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχιζόμενη τάση προς χρηματοοικονομική ενοποίηση και διασυνοριακές συγχωνεύσεις μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα, κατά τις διαβουλεύσεις της Επιτροπής, ορισμένοι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι οι διαφορές στον τρόπο χρηματοδότησης των συστημάτων αποτελούν εμπόδιο για τη διασυνοριακή ενοποίηση και είναι αθέμιτες από την άποψη του ανταγωνισμού. Υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές στα επίπεδα εγγύησης που παρέχονται στους καταθέτες στα διάφορα κράτη μέλη και τονίστηκαν ορισμένα ζητήματα που αφορούν τις διαφορές μεταξύ του πεδίου κάλυψης και της διασυνοριακής λειτουργίας μεταξύ των συστημάτων.

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να εξαγάγει συμπεράσματα από τη διαδικασία διαβούλευσης, να ανταποκριθεί στις ανησυχίες που έχουν εκφράσει οι ενδιαφερόμενοι, να επισημάνει βραχυπρόθεσμους και μη νομοθετικούς τρόπους βελτίωσης της λειτουργίας της οδηγίας και να εκθέσει την πολιτική της Επιτροπής όσον αφορά τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων κατά τα επόμενα χρόνια.

1.1. Επιχειρήματα υπέρ και κατά της αλλαγής του υπάρχοντος πλαισίου από τη διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους παράγοντες

Η διαδικασία διαβούλευσης αποκάλυψε διαφορετικές απόψεις σχετικά με το εάν οι υπάρχουσες ρυθμίσεις εγγύησης των καταθέσεων χρειάζονται αλλαγή ή όχι.

Ορισμένοι ενδιαφερόμενοι υποστήριξαν ότι το υπάρχον πλαίσιο πρέπει να αλλάξει για τους εξής λόγους:

- υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των επιπέδων εγγύησης που παρέχονται στους καταθέτες (κυμαίνονται από μόνο 14.481 ευρώ στη Λετονία έως 103.291 ευρώ στην Ιταλία).

- υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα σχετικά συστήματα χρηματοδοτούν τις πληρωμές στους καταθέτες. Υπάρχουν συστήματα χρηματοδοτούμενα εκ των υστέρων, τα οποία βασίζονται στην είσπραξη χρημάτων από τα μέλη του συστήματος μετά τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας μιας τράπεζας και συστήματα χρηματοδοτούμενα εκ των προτέρων τα οποία εισπράττουν χρήματα από τα μέλη του συστήματος μέσω της καταβολής εισφορών – υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές στο μέγεθος των εκ των προτέρων χρηματοδοτούμενων συστημάτων . Υποστηρίζεται ότι οι διαφορές αυτές προκαλούν αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα των συστημάτων να λειτουργούν σε διασυνοριακή βάση υπό συνθήκες κρίσης, δημιουργούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό λόγω του αθέμιτου πλεονεκτήματος των τραπεζών που λειτουργούν στο πλαίσιο συστημάτων με χαμηλότερο κόστος και αναφέρθηκαν ως εμπόδιο για τις τράπεζες εκείνες που επιδιώκουν την ενοποίηση των μονάδων τους χρησιμοποιώντας το καταστατικό της ευρωπαϊκής εταιρείας.

Αντίθετα, άλλοι ενδιαφερόμενοι υποστήριξαν όταν δεν χρειάζονται αλλαγές στο σημερινό στάδιο, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους (ιδίως για τα κράτη μέλη με συστήματα χρηματοδοτούμενα εκ των υστέρων , που λειτουργούν με την προοπτική αλλαγής τους σε συστήματα χρηματοδοτούμενα εκ των προτέρων). Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, το σύστημα λειτουργεί σχετικά ομαλά στο σημερινό περιβάλλον και είναι επαρκές για τους σκοπούς εποπτείας, ενώ δεν συμφωνούν ότι οι υφιστάμενες ρυθμίσεις δημιουργούν ανταγωνιστικές στρεβλώσεις μεταξύ των αγορών. Υποστηρίζουν επίσης ότι τα προβλήματα διασυνοριακής ενοποίησης που αντιμετωπίζει μόνο ένας πολύ περιορισμένος αριθμός πιστωτικών ιδρυμάτων δεν επαρκούν για τη θεμελιώδη αλλαγή των υπαρχουσών ρυθμίσεων.

1.2. Ανταπόκριση στη διαβούλευση των ενδιαφερομένων

Στο σημερινό στάδιο, από τις γνώμες που έχουν διατυπωθεί φαίνεται ότι υποστηρίζεται η διατήρηση του σημερινού καθεστώτος και η αποφυγή δαπανηρών επενδύσεων για τη μεταβολή του υπάρχοντος πλαισίου εφόσον δεν υπάρχουν ασφαλώς τεκμηριωμένα επιχειρήματα.

Ωστόσο, η άποψη της Επιτροπής είναι ότι, αν δεν υπάρξει προσαρμογή στον αυξημένο βαθμό διασυνοριακής ενοποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Ευρώπη, θα υπάρξουν δαπανηρές συνέπειες μακροπρόθεσμα, αν η απουσία τυποποιημένων κανόνων συμβάλει στην ανικανότητα επαρκούς λειτουργίας του εποπτικού διχτυού ασφαλείας σε μια κατάσταση διασυνοριακής κρίσης. Η υπονόμευση της εμπιστοσύνης στην ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά και το κόστος για την οικονομία μπορεί τελικά να αποδειχθεί πολύ υψηλότερο από το επίπεδο των επενδύσεων που χρειάζεται για να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική λειτουργία του διχτυού ασφαλείας για όλη την ΕΕ.

Επιπλέον, η παράλειψη να αντιμετωπιστούν ορισμένα από τα ζητήματα αυτά μπορεί τελικά να αποβεί επιζήμια για τους καταναλωτές: αν και οι άμεσες διασυνοριακές καταθέσεις βρίσκονται ακόμη σε σχετικά χαμηλό επίπεδο, από πρόσφατες έρευνες φαίνεται ότι ένας αυξανόμενος αριθμός πολιτών της ΕΕ σκέπτεται να αγοράσει χρηματοπιστωτικά προϊόντα στο εξωτερικό. Αυτό περιλαμβάνει την αυξανόμενη ζήτηση για άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών σε άλλο κράτος μέλος.[3]

Γιαυτό, η Επιτροπή προτίθεται να ανταποκριθεί στα αποτελέσματα της διαδικασίας επανεξέτασης με δύο διαφορετικούς τρόπους. Πρώτον, θα επιδιώξει να αναπτύξει πραγματιστικές και επιτεύξιμες προσεγγίσεις στα εντοπισμένα προβλήματα οι οποίες δεν θα απαιτούν αλλαγές του υπάρχοντος κανονιστικού πλαισίου. Ως δεύτερο βήμα, θα εξετάσει το ενδεχόμενο πιο θεμελιωδών αλλαγών που ενδέχεται να απαιτήσουν την αναμόρφωση της τρέχουσας νομοθεσίας της ΕΕ για τα ΣΕΚ.

2. Πραγματιστικεσ μη νομοθετικεσ λυσεισ

Η Επιτροπή πιστεύει ότι μπορούν να πραγματοποιηθούν ορισμένες βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις των υπαρχουσών ρυθμίσεων σε ανταπόκριση στις αντιδράσεις των ενδιαφερομένων παραγόντων χωρίς να υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της υπάρχουσας οδηγίας. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση των σχετικών λύσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με την Ομάδα Εργασίας της Επιτροπής που απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών, το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ασφαλιστών των Καταθέσεων (EFDI), ή αντιπροσωπευτικές ενώσεις τραπεζών σε κοινοτικό επίπεδο. Παρακάτω παρουσιάζονται ερμηνευτικές οδηγίες και συστάσεις.

2.1. Ορισμός των καταθέσεων και πεδίο κάλυψης

Ο τρέχων ορισμός των "καταθέσεων" στο άρθρο 1 παράγραφος 1 είναι ευρύς και κανένας ενδιαφερόμενος δεν έδωσε στοιχεία που να δείχνουν ότι χρειάζονται τροποποιήσεις ώστε να καλυφθούν προϊόντα που ενδεχομένως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

Ωστόσο, δεδομένου ότι στα κράτη μέλη παρέχεται η διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας[4], ορισμένοι ενδιαφερόμενοι πρότειναν τον εξορθολογισμό του πεδίου κάλυψης ώστε να καταστεί πιο συνεκτικό μεταξύ των κρατών μελών, με τον περιορισμό αυτής της διακριτικής ευχέρειας.

Η Επιτροπή προτείνει τη διενέργεια έρευνας των προϊόντων αποταμίευσης που σήμερα εμπίπτουν στο πεδίο κάλυψης της οδηγίας και τον αντίκτυπο των τυχόν εξαιρέσεων. Η έρευνα, που μπορεί να διεξαχθεί με την υποστήριξη της ομάδας εργασίας της Επιτροπής για τα ΣΕΚ ή της EFDI, θα πρέπει επίσης να διερευνήσει εάν υπάρχει κατάλληλη διατομεακή κάλυψη (δηλαδή ασφαλίσεις[5], επενδύσεις και καταθέσεις) χωρίς κενά. Αυτό θα ήταν χρήσιμο, δεδομένης της όλο και πιο ασαφούς διάκρισης μεταξύ των διαφόρων χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

2.2. "Συνασφάλιση"

Σύμφωνα με τις διατάξεις περί "Συνασφάλισης" που περιέχονται στην οδηγία, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι καταθέτες πρέπει να βαρύνονται οι ίδιοι με ένα ορισμένο ποσοστό των ζημιών στην περίπτωση που οι καταθέσεις τους δεν είναι πλέον διαθέσιμες. Κατά συνέπεια, ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει κανόνες που περιορίζουν το ποσό που καταβάλλεται στους καταθέτες σε περίπτωση αφερεγγυότητας μιας τράπεζας ακόμη και εάν δεν έχουν φθάσει στο κατώτατο όριο εγγύησης[6].

Στο παρόν στάδιο, φαίνεται ότι δεν υπάρχει επαρκής υποστήριξη για τη βραχυπρόθεσμη θέσπιση αλλαγών των κανόνων περί συνασφάλισης. Γενικά, φαίνεται ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν συμφωνούν σχετικά με το εάν η υποκείμενη αρχή του ηθικού κινδύνου , (δηλαδή ο κίνδυνος να επιλέγουν οι καταθέτες μία τράπεζα χωρίς πρώτα να αξιολογήσουν την κατάστασή της, επειδή οι καταθέσεις τους είναι ασφαλισμένες σε κάθε περίπτωση) αιτιολογεί την εφαρμογή της. Ορισμένοι θεωρούν ότι η συνασφάλιση είναι απαραίτητο στοιχείο για την πρόληψη του ηθικού κινδύνου ενώ άλλοι, ιδίως οι ενώσεις των καταναλωτών, υποστηρίζουν ότι οι καταθέτες δεν πρέπει να βρεθούν στη θέση να κρίνουν την κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος.

Έχοντας υπόψη αυτές τις αποκλίνουσες απόψεις, η Επιτροπή δεν έχει πεισθεί ότι στο παρόν στάδιο δικαιολογείται η αλλαγή των κανόνων περί συνασφάλισης. Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το ζήτημα αυτό μελλοντικά όταν θα εξετάζει άλλες πιθανές αλλαγές (βλέπε κεφάλαιο 3) της οδηγίας[7].

2.3. Ρήτρα "De minimis"

Η διαδικασία διαβούλευσης αποκάλυψε επίσης ότι ορισμένοι ενδιαφερόμενοι υποστηρίζουν την εισαγωγή μιας ρήτρας "de minimis" (περί ελαχίστου ορίου) στην οδηγία, σύμφωνα με την οποία οι πολύ μικρές καταθέσεις δεν θα αποζημιώνονται επειδή το διοικητικό κόστος θα υπερβαίνει το ύψος της αποζημίωσης. Δεν φαίνεται ότι θα υπάρξει σημαντικός αντίκτυπος στις διασυνοριακές δραστηριότητες γιατί είναι απίθανο τα εν λόγω ποσά (π.χ. 20 ευρώ, όπως ανέφεραν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στο έγγραφο διαβούλευσης[8]) να έχουν αποφασιστική σημασία για τους καταθέτες. Εξάλλου, τα σύγχρονα συστήματα πληροφορικής θα συμβάλουν στη μείωση των διοικητικών δαπανών.

Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι υπάρχει σήμερα λόγος να εξεταστεί το ενδεχόμενο εισαγωγής μιας ρήτρας de minimis δεδομένου ότι τόσο οι κανόνες περί συνασφάλισης όσο και οι κανόνες περί ελάχιστων ορίων συνδέονται με τον περιορισμό της προστασίας των καταθετών και, επομένως, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά.

2.4. Ρυθμίσεις "συμπληρωματικής κάλυψης"

Στο πλαίσιο των ρυθμίσεων "συμπληρωματικής κάλυψης", το υποκατάστημα μιας τράπεζας που αρχίζει να λειτουργεί σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ στο οποίο το επίπεδο κάλυψης είναι υψηλότερο ή το πεδίο κάλυψης είναι ευρύτερο από τη χώρα καταγωγής του, έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει στο ΣΕΚ της χώρας υποδοχής. Αυτό του παρέχει τη δυνατότητα να προσφέρει το ίδιο επίπεδο εγγύησης στους καταθέτες με τις τοπικές τράπεζες.

Υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των ενδιαφερομένων και των κρατών μελών ότι οι ρυθμίσεις συμπληρωματικής κάλυψης είναι απαραίτητες εφόσον τα επίπεδα κάλυψης δεν είναι εναρμονισμένα, ακόμη και αν οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι ισχυρίζονται ότι η πρακτική σημασία τους είναι ελάχιστη λόγω του περιορισμένου αριθμού των συμφωνιών που έχουν συναφθεί.

Φαίνεται ότι δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη να αλλάξει η οδηγία ως προς το ζήτημα αυτό, αν και μπορεί να υπάρχει περιθώριο για τη λήψη μη κανονιστικών μέτρων που θα αποσκοπούν στη διευκόλυνση των συμφωνιών μεταξύ των διαφόρων ΣΕΚ και στην εξομάλυνση πιθανών σημείων τριβής που προέκυψαν από τις υπάρχουσες ρυθμίσεις. Η Επιτροπή θα υποστήριζε μια προαιρετική λεγόμενη "συμφωνία πλαίσιο" σχετικά με τις ρυθμίσεις συμπληρωματικής κάλυψης, που μπορεί να αναπτυχθεί από την EFDI και να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ΣΕΚ[9], υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρείται η κοινοτική νομοθεσία.

Η δημόσια διαβούλευση έδειξε ότι υπάρχει κάποια υποστήριξη για την "συμπληρωματική κάλυψη στη χώρα καταγωγής", έχοντας υπόψη τα διάφορα εμπόδια για τις ρυθμίσεις συμπληρωματικής κάλυψης, τα οποία οφείλονται στην ελάχιστη εναρμόνιση των ΣΕΚ. Στο πλαίσιο της συμπληρωματικής κάλυψης στη χώρα καταγωγής, η διαφορά μεταξύ των επιπέδων κάλυψης καλύπτεται από το σύστημα της χώρας καταγωγής και όχι από το σύστημα της χώρας υποδοχής. Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να αποσαφηνίσει ότι, βάσει της οδηγίας, τα κράτη μέλη είναι ήδη ελεύθερα να επιλέγουν τέτοιου είδους ρυθμίσεις.[10]

Επιπλέον, οι υπάρχουσες διατάξεις για τη συμπληρωματική κάλυψη αφορούν μόνο την παροχή υπηρεσιών μέσω υποκαταστημάτων. Ωστόσο, όλο και περισσότερο παρέχονται υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη απευθείας, χωρίς την ίδρυση υποκαταστημάτων ή θυγατρικών. Μακροπρόθεσμα, θα είναι χρήσιμο να εξεταστεί κατά πόσον θα πρέπει να επεκταθεί η σημερινή απαίτηση ώστε να καλύπτεται η απευθείας παροχή υπηρεσιών από άλλο κράτος μέλος[11]. Δεδομένου ότι η οδηγία δεν εμποδίζει στην πραγματικότητα τα ΣΕΚ να επιτρέπουν την πρόσβαση σε πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με τον τρόπο αυτό, στο παρόν στάδιο δεν φαίνεται ότι η αλλαγή της νομοθεσίας αποτελεί θέμα προτεραιότητας.

2.5. Απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών

Κατά τη δημόσια διαβούλευση, οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι παράγοντες ήταν αντίθετοι με τη θέσπιση περαιτέρω διατάξεων που θα διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΣΕΚ της χώρας καταγωγής και της χώρας υποδοχής στην οδηγία, για υποστήριξη των όρων συμμετοχής των υποκαταστημάτων. Ωστόσο, μπορεί να εξεταστεί η δυνατότητα μιας μη κανονιστικής προσέγγισης που θα στοχεύει στη βελτίωση της ροής πληροφοριών μεταξύ των ΣΕΚ – ιδίως αυτών που έχουν συνάψει μέσω ρυθμίσεων συμπληρωματικής κάλυψης – ώστε να αποφευχθεί η περιττή έλλειψη σαφήνειας στον τομέα αυτό. Η Επιτροπή θα μπορούσε να υποστηρίξει τις εργασίες που πραγματοποιεί το EFDI με στόχο την ανάπτυξη μιας μη δεσμευτικής συμφωνίας-τύπου, επιθυμεί όμως να τονίσει ότι οι σχετικές εργασίες δεν πρέπει να παρεμποδίζουν τις συνεχιζόμενες εργασίες σε άλλα φόρα σχετικά με το ευρύτερο ζήτημα της διαχείρισης κρίσεων (που μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών και να αφορούν άλλες αρχές διαφορετικής εντολής και αρμοδιότητας).

2.6. Συνεισφορές στα ΣΕΚ με βάση τους κινδύνους

Ορισμένα ΣΕΚ βασίζουν ήδη τις εισφορές στο σύστημά τους με βάση τον επιμέρους κίνδυνο του κάθε πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τη σύσταση του φόρουμ για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα της ομάδας G10[12]. Η καθιέρωση εισφορών στα ΣΕΚ με βάση τον κίνδυνο μπορεί να αποτελέσει επιθυμητή ενίσχυση του υπάρχοντος πλαισίου και να διευκολύνει τη δυνατότητα μεταβίβασης των εισφορών από το ένα σύστημα στο άλλο (αν και αυτό δεν μπορεί να συμβεί σε ένα σύστημα χρηματοδοτούμενο εκ των υστέρων). Οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι που υποστηρίζουν τα συστήματα με χρηματοδότηση εκ των προτέρων, υποστηρίζουν τις εισφορές με βάση τους κινδύνους επειδή είναι πιο δίκαια και επειδή αποτελούν κίνητρο για χρηστή διαχείριση, δεδομένου ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο θα πρέπει να καταβάλλουν χαμηλότερες εισφορές και αντίστροφα. Ορισμένοι τονίζουν ότι τα συστήματα με βάση τους κινδύνους αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των ΣΕΚ όσον αφορά την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν πιθανές καταστάσεις αφερεγγυότητας. Αν και τα ΣΕΚ είναι ήδη ελεύθερα, εντός των ορίων της οδηγίας, να εισάγουν στοιχεία βασιζόμενα στους κινδύνους, η εναρμόνιση θα απαιτεί σαφώς την τροποποίηση της οδηγίας και, έχοντας υπόψη τον πολύπλοκο χαρακτήρα της, αυτό θα είναι μακρόπνοο έργο. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει την καθιέρωση στοιχείων με βάση τους κινδύνους και συνιστά να βασίζεται ο προσδιορισμός του 'κινδύνου' σε ήδη διαθέσιμα και εναρμονισμένα εργαλεία (π.χ. όπως αυτά που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο της οδηγίας για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων[13]). Η Επιτροπή θα υποστηρίξει τις προπαρασκευαστικές εργασίες του EFDI ή/και της ομάδας εργασίας για τα ΣΕΚ που θα μπορούσαν στη συνέχεια να εφαρμόζονται σε εθελούσια βάση. Οι εν λόγω εργασίες μπορούν μακροπρόθεσμα να χρησιμεύσουν ως βάση για μια εναρμονισμένη προσέγγιση.

2.7. Δυνατότητα μεταβίβασης ή επιστροφής των εισφορών ΣΕΚ

Έχοντας υπόψη τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην πράξη ένας τραπεζικός όμιλος όσον αφορά την ενοποίηση των εισφορών που είχαν καταβληθεί σε διαφορετικά συστήματα σε ένα ενιαίο ΣΕΚ, υπήρξε διάσταση των απόψεων των ενδιαφερομένων σχετικά με το εάν θα πρέπει να τροποποιηθεί η οδηγία και να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη δυνατότητα μεταβίβασης ή επιστροφής των καταβληθεισών εισφορών ΣΕΚ. Ορισμένοι θεωρούσαν ότι υπήρχε ανάγκη για κανόνες ώστε να μειωθούν τα χρηματοοικονομικά βάρη των επιχειρήσεων όταν θα εισέρχονται σε άλλο σύστημα, ενώ άλλοι επέμεναν ότι οι εισφορές ΣΕΚ πρέπει να θεωρούνται ως μη επιστρεφόμενα 'ασφάλιστρα' και υποστήριζαν ότι η ανάληψη των σχετικών ποσών θα αδυνατίζει τα συστήματα. Στην περίπτωση που μια τράπεζα αποφασίσει να μετακινήσει την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος ή να ενοποιήσει τις λειτουργίες της στο πλαίσιο του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας, η οδηγία δεν εμποδίζει την επιστροφή ή τη μεταβίβαση των εισφορών, ούτε τις χαρακτηρίζει 'ασφάλιστρα'. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει εναρμόνιση, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να ρυθμίζουν το ζήτημα αυτό όπως προτιμούν. Ωστόσο, σύμφωνα με τις συστάσεις της Επιτροπής, τυχόν νέοι κανόνες που θα επιτρέπουν τη μεταφορά ή την επιστροφή των εισφορών ΣΕΚ δεν θα πρέπει ούτε να αποδυναμώνουν το χρηματικό απόθεμα με τρόπο που θα θέτει σε κίνδυνο τη λειτουργία του ούτε να οδηγούν σε αντενδεικνυόμενη συσσώρευση κινδύνων. Αν και σήμερα δεν απαιτείται από την κοινοτική νομοθεσία, θα είναι χρήσιμο για τα πιστωτικά ιδρύματα να λαμβάνουν κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με το εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει μερική ή πλήρη επιστροφή των εισφορών ή όχι.

2.8. Πληροφόρηση των καταναλωτών και διαφήμιση

Οι ενώσεις καταναλωτών τόνισαν ότι οι καταθέτες πληροφορούνται ανεπαρκώς σχετικά με τα ΣΕΚ και σπάνια γνωρίζουν ποιες καταθέσεις καλύπτονται και μέχρι ποιο ποσό. Ορισμένοι ενδιαφερόμενοι πρότειναν επίσης να διαγραφεί η διάταξη της οδηγίας[14] που περιορίζει τη χρήση πληροφοριών σχετικά με τα ΣΕΚ στη διαφήμιση. Δεδομένου ότι άλλες διατάξεις[15] της οδηγίας απαιτούν ήδη "κατανοητή πληροφόρηση" σχετικά με την κάλυψη των ΣΕΚ και ο αντίκτυπος για τις διασυνοριακές δραστηριότητες δεν φαίνεται ότι είναι σημαντικός, δεν φαίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της οδηγίας. Στο παρόν στάδιο θα πρέπει μάλλον να επικεντρωθούν οι προσπάθειες στη βελτίωση της πληροφόρησης των καταναλωτών σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να καταβάλλουν περισσότερες προσπάθειες στον τομέα αυτό και θα παρακολουθεί την ορθή εφαρμογή των σχετικών άρθρων. Η Επιτροπή προτίθεται, με τη συνδρομή μιας ομάδας εργασίας της, να διενεργήσει έρευνα σχετικά με τις τρέχουσες πρακτικές.

2.9. Προθεσμία για επιστροφή/μετριασμό των συνεπειών για τους καταθέτες

Βάσει των άρθρων 1 παράγραφος 3 και 10 της οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διαπιστώνουν τη μη διαθεσιμότητα των καταθέσεων μέσα σε 21 ημέρες από τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας, ενώ ακολουθεί μια άλλη προθεσμία τριών μηνών για την πληρωμή από το ΣΕΚ των ζημιωθέντων καταθετών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί δύο φορές (για ένα τρίμηνο κάθε φορά) κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις. Στη σημερινή εποχή, που η τεχνολογία των πληροφοριών παρέχει στα ΣΕΚ τη δυνατότητα να βρίσκει τους καταθέτες και να υπολογίζει τις πληρωμές πιο εύκολα από την εποχή της έκδοσης της οδηγίας, είναι σημαντικό να εξεταστεί εάν εξακολουθεί να είναι σωστή μια "κανονική" ανώτατη περίοδος αναμονής σχεδόν 4 μηνών.

Το ζήτημα αυτό δεν συζητήθηκε στις διαβουλεύσεις, και δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη διάρκεια των περιόδων πληρωμής. Η Επιτροπή προτίθεται να διενεργήσει έρευνα στα ΣΕΚ και ενθαρρύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των συστημάτων σχετικά με τον τρόπο μετριασμού των συνεπειών της αφερεγγυότητας για τους καταθέτες βάσει της εθνικής νομοθεσίας, παρέχοντας, για παράδειγμα, προκαταβολικές πληρωμές ή εξασφαλίζοντας ενδιάμεσες πιστώσεις για μια μεταβατική περίοδο (με την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σύμφωνο με τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις[16]). Η Επιτροπή θα διερευνήσει επίσης εάν υπάρχουν διαφορές όσον αφορά τις ερμηνείες για τον προσδιορισμό επακριβώς του χρόνου κατά τον οποίο οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες.

2.10. Πανευρωπαϊκά/περιφερειακά ΣΕΚ

Η ιδέα της ανάπτυξης ενός πανευρωπαϊκού ΣΕΚ απορρίφθηκε από όλους σχεδόν τους παράγοντες· προς το παρόν δεν φαίνεται ότι χρειάζονται περαιτέρω εργασίες σχετικά με την προσέγγιση αυτή. Ορισμένοι παράγοντες δέχθηκαν ευνοϊκά την ιδέα των περιφερειακών ΣΕΚ που θα καλύπτουν πολλά κράτη μέλη. Αυτό μπορεί να είναι μια επιλογή για τα κράτη μέλη των οποίων τα συστήματα έχουν παρεμφερή χαρακτηριστικά (όπως ο μηχανισμός χρηματοδότησης) και μπορεί ίσως να επιλύσει ορισμένα ζητήματα ισότητας στους όρους ανταγωνισμού (π.χ. κάλυψη και συνασφάλιση) και να επιτρέπει τη μεταβίβαση χρημάτων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχουν νομικά εμπόδια για τη σύναψη σχετικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών βάσει της υπάρχουσας οδηγίας και αυτό θα μπορούσε πράγματι να αποτελέσει μια λύση για τις τράπεζες που επιθυμούν να μετακινήσουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος ή να υιοθετήσουν το καθεστώς της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE).

2.11. Στατιστικές υποχρεώσεις

Και οι δύο εκθέσεις του ΚΚΕρ αποκάλυψαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθούν στοιχεία σχετικά με τις καταθέσεις, αν και είχαν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες και είχαν επιτευχθεί στενές επαφές με τα ΣΕΚ με την υποστήριξη του EFDI. Θα απαιτηθούν περαιτέρω εργασίες με βάσει τις προσπάθειες αυτές για να βελτιωθεί η διαθεσιμότητα των στοιχείων, έτσι ώστε οι μελλοντικές συζητήσεις επί θεμάτων πολιτικής να είναι εμπλουτισμένες με περισσότερρες πληροφορίες και καλύτερα εμπειρικά στοιχεία. Πιο μακροπρόθεσμα, μπορεί να εξεταστεί το ζήτημα της καθιέρωσης κοινών στατιστικών υποχρεώσεων για τα ΣΕΚ.

3. Χρειαζεται αλλαγη η ισχυουσα κοινοτική νομοθεσηα για τα ΣΕΚ;

Από την άποψη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, είναι πολύ σημαντικό να συμβάλουν τα ΣΕΚ στην ομαλή διαχείριση των κρίσεων, ιδίως σε περιπτώσεις σημαντικών διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων. Οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των ΣΕΚ όσον αφορά τους μηχανισμούς χρηματοδότησης, τα επίπεδα κάλυψης και τους κανόνες εκταμίευσης υπέρ των καταθετών ενδέχεται να παρεμποδίζουν την ταχεία και αποτελεσματική επίλυση των κρίσεων και των περιπτώσεων αφερεγγυότητας σε διασυνοριακά πλαίσια. Επιπλέον, οι δημιουργούμενες εντυπώσεις κακής λειτουργίας των ΣΕΚ ενδεχομένως θα υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ.

Ωστόσο, πριν να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα και, πριν ληφθούν αποφάσεις μεγάλης εμβέλειας σχετικά με το αν και το πώς θα αναθεωρηθούν οι ισχύοντες κοινοτικοί κανόνες όσον αφορά τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, χρειάζεται πρώτα σαφήνεια σχετικά με τη γενικότερη κατανομή των εποπτικών αρμοδιοτήτων και των χρηματοπιστωτικών υποχρεώσεων σε τέτοιες καταστάσεις κρίσης. Με άλλα λόγια, απαιτείται μια σαφής εικόνα των ρυθμίσεων 'επιμερισμού των βαρών' μεταξύ των κρατών μελών. Είναι σημαντική η σαφήνεια σχετικά με τις ρυθμίσεις επιμερισμού των βαρών από την άποψη των ΣΕΚ, ιδιαίτερα για τους εξής λόγους:

- Ορισμένα ΣΕΚ μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση κρίσεων παρέχοντας πρόσθετη ρευστότητα σε ένα πιστωτικό ίδρυμα – αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με την παροχή υποστήριξης με τη μορφή ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα (πρέπει οπωσδήποτε να αποσαφηνιστεί ότι, εάν αυτά τα ΣΕΚ είναι δημόσια ιδρύματα, πρέπει να τηρούν τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις[17]).

- Εάν αποφασισθεί να αφεθεί η τράπεζα να περιπέσει σε αφερεγγυότητα και να ενεργοποιηθούν οι πληρωμές από το ΣΕΚ στους καταθέτες, πρέπει να είναι σαφές ποιος λαμβάνει την απόφαση για κάποια από αυτές τις επιλογές και, στην τελευταία περίπτωση, ενδέχεται, σε διασυνοριακές καταστάσεις, να είναι απαραίτητη η διαχείριση της συμμετοχής διαφόρων ΣΕΚ· επομένως, έχει κρίσιμη σημασία να γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό τα εν λόγω συστήματα θα είναι σε θέση να απορροφήσουν τις απαιτήσεις πληρωμών από τα ίδια κεφάλαιά τους.

Οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές γνωρίζουν τα ζητήματα αυτά και, σε διάφορους χώρους συζητήσεων, συνεχίζονται οι εργασίες σχετικά με τον επιμερισμό των βαρών μεταξύ των Υπουργείων Οικονομικών, της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών καθώς και άλλων εποπτικών φορέων και της Επιτροπής.

Μόνο όταν θα έχουν αποσαφηνισθεί οι ρυθμίσεις για τον επιμερισμό των βαρών θα μπορούν να αντιμετωπιστούν τα πιο μακροπρόθεσμα ζητήματα:

1. στόχοι των ΣΕΚ : απαιτείται αποσαφήνιση σχετικά με το ρόλο που αναμένεται να διαδραματίσουν τα ΣΕΚ και την ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί ανάμεσα στους στόχους της προστασίας των καταναλωτών και στο βαθμό στον οποίο θα πρέπει να αναμένεται να συμβάλλουν τα ΣΕΚ στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος·

2. μηχανισμοί χρηματοδότησης των ΣΕΚ : τα ΣΕΚ χρηματοδοτούνται συνήθως με συνεισφορές των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων, με χρηματοδότηση εκ των προτέρων, εκ των υστέρων ή μεικτή. Από τη διαβούλευση φάνηκε ότι μια σαφής πλειοψηφία δεν επιθυμεί να εναρμονιστούν σήμερα οι μηχανισμοί χρηματοδότησης, επειδή πιστεύουν ότι τα κόστη θα είναι μεγαλύτερα από τα προσδοκώμενα οφέλη. Σύμφωνα με την προσέγγιση της Επιτροπής για βελτίωση των κανονιστικών ρυθμίσεων, αξιολογήθηκε ο αντίκτυπος της αλλαγής των μηχανισμών χρηματοδότησης από την άποψη του κόστους.

3. Η ενδιάμεση έκθεση που εξέδωσε το ΚΚΕρ σχετικά με το θέμα αυτό δημοσιεύθηκε[18] και στο παράρτημα III παρουσιάζεται μια σύντομη περίληψή της. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η περαιτέρω εναρμόνιση των μηχανισμών χρηματοδότησης θα συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση μεταξύ 2,5 δισ. ευρώ και 4,3 δισ. ευρώ[19] σωρευτικά σε περίοδο 10 ετών για τον τραπεζικό τομέα στα έξι κράτη μέλη που έχουν σήμερα ΣΕΚ με χρηματοδότηση εκ των υστέρων (βλέπε παράρτημα III). Tα προσδοκώμενα οφέλη ενός πιο τυποποιημένου συστήματος με χρηματοδότηση των ΣΕΚ εκ των προτέρων δεν αξιολογήθηκαν και, πράγματι, στην περίπτωση αυτή είναι πιο δύσκολη η ποσοτικοποίηση – δεδομένου ότι, από την άποψη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αυτά θα καταστούν εμφανή μόνο αν το τραπεζικό σύστημα της ΕΕ αντιμετωπίσει μια κρίση με διασυνοριακές διαστάσεις. Τα οφέλη από επιχειρηματική άποψη θα περιλαμβάνουν την υποστήριξη ενός αποτελεσματικού και ισότιμου πεδίου ανταγωνισμού. Στο παρόν σημείο, η Επιτροπή παραδέχεται ότι τα οικονομικά επιχειρήματα δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί, αν και οι συνεχιζόμενες εργασίες για τον επιμερισμό των βαρών και τη διαχείριση των κρίσεων μπορεί μακροπρόθεσμα να καταλήξουν σε ισχυρότερα επιχειρήματα υπέρ της αλλαγής.

4. Συνεισφορές με βάση τους κινδύνους : όπως αναφέρεται παραπάνω (2.6) η Επιτροπή υποστηρίζει τις μεθόδους χρηματοδότησης με βάση τους κινδύνους. Αν επιτευχθεί πρόοδος σχετικά με τους μηχανισμούς χρηματοδότησης, ίσως να ακολουθήσει η εναρμόνιση της μεθόδου των συνεισφορών·

5. Ελάχιστο επίπεδο κάλυψης : οι εργασίες για τον αντίκτυπο στον τομέα αυτόν δείχνουν ότι, δεδομένων των ανισοτήτων των μέσων καταθέσεων στα κράτη μέλη, οι πραγματικά εναρμονισμένες συνθήκες για την προστασία των καταθέσεων μπορεί να μην επιτευχθούν με τον απλό καθορισμό ενός κοινού επιπέδου εγγύησης για όλες τις χώρες, δεδομένων των εκτεταμένων οικονομικών ανισοτήτων. Πιθανές αλλαγές σχετικά με το ελάχιστο επίπεδο θα πρέπει να εξεταστούν πιο μακροπρόθεσμα·

6. Χρήση των οικονομικών πόρων των ΣΕΚ : η δυνατότητα χρησιμοποίησης των πόρων ενός ΣΕΚ για την παροχή βοήθειας με τη μορφή ρευστότητας σε τράπεζες αξίζει να εξεταστεί περισσότερο, αλλά αυτό εξαρτάται από την πρόοδο σχετικά με τις ευρύτερες εργασίες για τη διαχείριση των κρίσεων·

7. Συνεργασία μεταξύ ΣΕΚ, εποπτικών φορέων, κεντρικών τραπεζών και κυβερνήσεων : από τις ευρύτερες εργασίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την εξέλιξη της εποπτείας ενδέχεται να προκύψουν νομοθετικής φύσεως απαιτήσεις που θα ορίζουν την ανάγκη για ενίσχυση της συνεργασίας·

8. Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων : Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα επανεξετάσουν σύντομα την οδηγία 2001/24/EΚ[20]. Δύο τουλάχιστον ζητήματα είναι σημαντικά για τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας που αφορούν τα ΣΕΚ σε περισσότερα από ένα κράτος μέλος και θα ληφθούν υπόψη κατά τη διαδικασία της επανεξέτασης:

9. Τα ΣΕΚ θα πρέπει – μετά τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας – να έχουν την ίδια πρόσβαση σε πληροφορίες με τις εποπτικές αρχές ώστε να είναι σε θέση να ανακτούν τις απαιτήσεις τους· και,

10. θα πρέπει να εξασφαλιστεί η ισότιμη αντιμετώπιση των ΣΕΚ, ιδίως όσον αφορά την κατάταξη των απαιτήσεων.

4. Συμπερασματα

Με την επανεξέταση της οδηγίας επισημάνθηκαν ορισμένοι τομείς που παρουσιάζουν ελλείψεις όσον αφορά τον τρόπο κανονιστικής ρύθμισης των ΣΕΚ σε επίπεδο ΕΕ.

Η Επιτροπή έχει την άποψη ότι πολλές βελτιώσεις των ΣΕΚ μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα βραχυπρόθεσμα χωρίς να υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της υφισταμένης οδηγίας και προτείνει την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων χωρίς καθυστέρηση. Τα ζητήματα αυτά παρουσιάστηκαν στο κεφάλαιο 2 και μια περίληψη των προτεινόμενων ενεργειών περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ.Α.

Δεν έχουν ακόμη διατυπωθεί πειστικά επιχειρήματα σχετικά με το αν μακροπρόθεσμα θα είναι απαραίτητη μια ακόμη πιο βαθειά αλλαγή του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου και εάν τα προσδοκώμενα οφέλη των σχετικών αλλαγών θα υπερκαλύπτουν τα κόστη. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, στο σημερινό στάδιο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την επίτευξη προόδου όσον αφορά το ευρύτερο ζήτημα του διχτυού ασφαλείας ώστε να είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές αυτές που στοχεύουν στην αντιμετώπιση ορισμένων από τις πιο συγκεκριμένες και θεμελιώδεις ανεπάρκειες της οδηγίας. Η αντιμετώπιση αυτών των ανεπαρκειών απαιτεί σημαντική νομοθετική προσπάθεια για την εναρμόνιση της χρηματοδότησης των εθνικών συστημάτων, με σημαντικές οικονομικές συνέπειες για τους τραπεζικούς τομείς ορισμένων κρατών μελών, αλλά με λίγα εμφανή άμεσα οφέλη. Οι ενδεχόμενες περαιτέρω αλλαγές της νομοθεσίας θα εξαρτηθούν από τις συνεχιζόμενες εργασίες σε άλλους σχετικούς τομείς (βλ. παράρτημα II B) καθώς και από την επαρκή υποστήριξη από τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους και, πριν από οποιαδήποτε αλλαγή, θα πρέπει να διενεργηθούν κατάλληλες αξιολογήσεις των επιπτώσεων. Χρειάζεται ιδιαίτερα μια σαφέστερη εικόνα σχετικά με την κατανομή των εποπτικών αρμοδιοτήτων και, ανάλογα με την περίπτωση, περισσότερη συνέπεια στις προσεγγίσεις επιμερισμού των βαρών (δηλαδή, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό) στην περίπτωση μιας διασυνοριακής τραπεζικής κρίσης στην ΕΕ.

ANNEX I

Procedural issues and consultation of interested parties

This Communication is based on the following elements of the Commission's "better regulation" policy[21]:

Member States' finance ministries have been consulted in the European Banking Committee (EBC) and its predecessor, the Banking Advisory Committee (BAC). At its July 2006 meeting, the EBC endorsed a policy paper that contained most of the elements of this Communication. Member States' supervisory authorities in the Committee of European Banking Supervisors (CEBS) have provided technical advice on specific aspects of DGS and the European Central Bank (ECB) has also carried out important background work. Member States have additionally been consulted in writing and at two technical meetings of the working group on DGS in 2005 and 2006.

A public stakeholder consultation was launched in July 2005. A synthesis of the more than 40 contributions is available on the web page of the Directorate-General Internal Market and Services.[22]

The Commission has conducted two quantitative studies. Firstly, work on a possible change to the minimum coverage level was carried out with the Commission's Joint Research Centre (JRC)[23], and further JRC work has subsequently been undertaken on the cost implications of changes to the funding mechanisms of DGS (the JRC's interim report is attached in Annex III).

ANNEX II

A. List of short-term non-regulatory actions proposed in the Communication

Survey on savings products covered under national DGS, | Commission Working Group on DGS or EFDI |

Development of a non-binding 'master agreement' on topping up arrangements | EFDI |

Development of a non-binding model agreement on exchange of information between DGS | EFDI |

Development of common voluntary approaches to inclusion of risk based elements for DGS. | Commission Working Group on DGS or EFDI |

Improvement of comprehensible information about DGS' coverage to consumers; identification of deficiencies and agreement and promotion of best practices | Commission Working Group on DGS with consultation of the banking industry |

Improvement of payment delays to depositors; survey among DGS on delays and best practices | Commission working with EFDI |

B. Timetable of wider Commission initiatives with implications for Deposit Guarantee Schemes

Publication of Communication on DGS | Commission | Autumn 2006 |

Report to EBC on progress of ECB and Basel Committee liquidity projects and Commission services work | Commission services | November 2006 |

Impact assessment on costs of introduction of common ex ante financed schemes by MS (final report) | Commission services | End 2006 |

Report to EBC on crisis management cooperation with 3rd countries and bail out rules | Commission services | March/April 2007 |

Report to EBC on lender of last resort arrangements | Commission services | June/July 2007 |

Report to EBC on further work on evolution of supervision | Commission services | October/November 2007 |

Report to EBC on review of re-organisation and winding up Directive | Commission services | October/November 2007 |

Publication of study on Insurance Guarantee Schemes in the EU analysing problems and evaluating options and their feasibility | Commission services/ external consultants | End 2007 |

Report to EBC on completion of Commission services liquidity work | Commission services | End 2007 |

Decision about follow-up to study on Insurance Guarantee Schemes | Commission | 2008 |

Commission report to Council and EP on supervisory arrangements (under 20006/48/EC Art. 156 para 3) on the effectiveness of supervisory arrangements put in place in the CRD and any proposals for change | Commission | 2012 |

ANNEX III

Further work carried out by the JRC on the effects of changing the funding mechanisms of EU Deposit Guarantee Schemes[24]

DGS are usually funded by contributions from credit institutions themselves: either on a regular basis ('ex-ante'), on a case by case basis after a failure ('ex-post') or comprising both ex-ante and ex-post elements ('mixed'). Changing funding mechanisms would entail differing costs for participants. For instance, the cost for a full ex-post mechanism is close to zero (administration fees entail the only cost as long as no failure happens), while annual fees are paid in ex-ante schemes destined for the creation of a float ready to be used in the event of a crisis. At present, 19 Member States have ex-ante funded schemes while 6 Member States have ex-post schemes[25].

The public consultation has revealed that a clear majority does not wish to harmonise financing mechanisms now, on the grounds that this would create more costs than benefits. Those in favour of harmonisation (mainly Nordic stakeholders) believed that only harmonisation could solve the current distortion of competition where a branch competing with domestic credit institutions has to pay different DGS fees.

For this reason, the Commission has requested the JRC to conduct research into the cost impact of changing the funding mechanisms of EU DGS. The enclosed interim report provides a quantitative evaluation of the costs associated with harmonising the existing funding mechanisms of DGS. It looks at four scenarios ranging from ex-post funding to a "high" ex-ante funded coverage ratio of 0.84% of covered deposits[26].

The key finding of the report is that many Member States already require equal or higher contributions than those necessary to reach the coverage ratios defined in the scenarios. In order to reach the lowest ex-ante funded scenario (0.16% coverage ratio), only 9 Member States would need to increase contributions. To achieve the highest coverage ratio under the scenarios (0.84%), 14 Member States would need to increase contributions[27]. The costs for those Member States which currently operate ex post schemes (see table) of building up a low ex-ante funded scheme based on scenario 3 (0.16% coverage ratio) would range from € 2.5 bln to € 4.3 bln[28] depending on the level of risk associated with the members of the scheme cumulatively over a period of 10 years.

Low coverage, low risk adjusted fund | Low coverage, medium risk adjusted fund | Low coverage, high risk adjusted fund |

IT | 512 640 000 | 683 520 000 | 854 390 000 |

LU | 1 670 000 | 22 300 000 | 27 880 000 |

NL | 268 580 000 | 358 110 000 | 447 640 000 |

AT | 90 820 000 | 268 580 000 | 121 100 000 |

SI | 8 620 000 | 11 500 000 | 14 370 000 |

UK | 170 3930 000 | 2 271 910 000 | 2 839 880 000 |

Total | 2 586 260 000 | 3 615 920 000 | 4 305 260 000 |

The Commission recognises that this study does not paint a complete picture of the costs and benefits of changing the funding mechanisms. On the one hand, it does not consider the opportunity cost of the capital tied up in funds which cannot be used by banks for other purposes.

On the other hand, the study has not attempted to assess the cost impact of non-harmonisation of funding mechanisms, i.e. maintaining the status quo . These costs should not be neglected; the current distortion of competition whereby a branch competing with domestic banks has to pay different DGS fees would continue. The issue of compensation of contributions to DGS when credit institutions change their subsidiaries into branches would be more easily resolved if financing bases were similar across Member States.

Neither has the study given consideration to the potential benefits of changing the existing systems. The extent to which a more standardised ex ante funded system of DGS might be able to better withstand a banking crisis with cross-border implications have not been assessed and indeed are more difficult to quantify.

The results of this research show that harmonisation of funding is not impossible in financial terms, although the costs for industry would be significant in certain Member States. The key question is whether the advantages of ex-ante funded systems outweigh the costs incurred. At this point the Commission is not convinced that this is the case. Further analysis will be required on this issue.[pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic][pic]

[1] Έχουν συμφωνηθεί μεταβατικές ρυθμίσεις ώστε να είναι δυνατή η προσαρμογή στο ελάχιστο επίπεδο κάλυψης των 20.000 ευρώ που ορίζεται στην οδηγία.

[2] Οι λεγόμενες ρυθμίσεις "συμπληρωματικής κάλυψης".

[3] SEC (2005) 927, σ. 11.

[4] Για παράδειγμα, ορισμένα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν τις καταθέσεις σε νομίσματα εκτός ΕΕ ή ορισμένους καταθέτες όπως τα διοικητικά στελέχη της τράπεζας ή εταιρείες ορισμένου μεγέθους.

[5] Θα ανατεθεί μελέτη σκοπιμότητας των συστημάτων εγγύησης των ασφαλίσεων που λειτουργούν στην ΕΕ.

[6] Το άρθρο 7.4 επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιορίζουν την εγγύηση στο 90% των συνολικών καταθέσεων ενώ το καταβλητέο ποσό βάσει της εγγύησης δεν μπορεί να υπερβεί τις 20.000 ευρώ (βλέπε υποσημείωση 7).

[7] Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαβούλευσης ανέκυψε ένα ζήτημα σχετικό με τη συνασφάλιση που χρειάζεται αποσαφήνιση. Το ζήτημα αφορά το εάν η οδηγία επιτρέπει την εφαρμογή της συνασφάλισης ήδη από το ελάχιστο επίπεδο κάλυψης των 20.000 ευρώ ή όχι. Η ορθή ερμηνεία του άρθρου 7 παράγραφος 4 είναι ότι το ελάχιστο επίπεδο κάλυψης μπορεί να περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό των καταθέσεων, αλλά το ποσοστό αυτό πρέπει να ισούται τουλάχιστον με το 90% των συνολικών καταθέσεων μέχρι το καταβλητέο ποσό να φθάσει το ελάχιστο επίπεδο κάλυψης των 20.000 ευρώ: το ελάχιστο επίπεδο κάλυψης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερο από το ποσό αυτό. Η αιτιολογική έκθεση της οδηγίας αποσαφηνίζει ότι το ελάχιστο επίπεδο κάλυψης πρέπει να παραμένει άθικτο μετά την εφαρμογή της συνασφάλισης. Για ένα κράτος μέλος που εφαρμόζει ποσοστό συνασφάλισης 10%, αυτό σημαίνει επομένως ότι το ελάχιστο επίπεδο κάλυψης πρέπει να οριστεί σε 22.222 ευρώ. Η Επιτροπή θα εξασφαλίσει την ορθή εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 4 από τα κράτη μέλη.

[8] http://ec.europa.eu/internal_market/bank/docs/guarantee/consultationpaper_en.pdf.

[9] Βλ. παράρτημα II της οδηγίας· οι περαιτέρω εργασίες μπορούν να καλύψουν τομείς στους οποίους εμφανίστηκαν δυσκολίες όσον αφορά την επίτευξη συμφωνίας, όπως ο μετριασμός του αντικτύπου των διαφορετικών καθεστώτων συμψηφισμού και της διαφορετικής προτεραιότητας που έχουν τα ημεδαπά και τα αλλοδαπά ΣΕΚ σε μια διαδικασία εκκαθάρισης στη χώρα καταγωγής της τράπεζας.

[10] Αν και η "συμπληρωματική κάλυψη στη χώρα καταγωγής" μπορεί στην πραγματικότητα να έχει ως αποτέλεσμα την άνιση αντιμετώπιση των ημεδαπών και των αλλοδαπών καταθετών, επειδή οι πρώτοι θα έχουν χαμηλότερη κάλυψη από τους δεύτερους, αυτή η διάκριση εις βάρος των ημεδαπών καταθετών δεν παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο.

[11] Από νομική άποψη, οι ισχύουσες διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τρόπο που να προβλέπει ότι ένα ΣΕΚ της χώρας υποδοχής μπορεί να υποχρεωθεί να επιτρέπει τη συμμετοχή σε ένα πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί απευθείας από άλλο κράτος μέλος.

[12] http://www.fsforum.org/publications/Guidance_deposit01.pdf.

[13] Οδηγία 2006/48/EΚ, ΕΕ L 177 της 30ής Ιουνίου 2006, σ.1, και Οδηγία 2006/49/EΚ, ΕΕ L 177 της 30ής Ιουνίου 2006, σ. 201.

[14] Άρθρο 9 παράγραφος 3.

[15] Δηλαδή τα άρθρα 6 παράγραφος 2 και 9 παράγραφος 1.

[16] Βλέπε COM 2004/C 244/02.

[17] Στο ίδιο.

[18] http://ec.europa.eu/internal_market/bank/guarantee/index_en.htm.

[19] Βλέπε παράρτημα III και έκθεση του ΚΕρ, (πίνακας 10) όπου εμφανίζονται τα πληρωτέα ασφάλιστρα με βάση τις καλυπτόμενες καταθέσεις (που βασίζονται κατά ένα μέρος σε εκτιμήσεις)· τα ασφάλιστρα που θα βασίζονται στις επιλέξιμες καταθέσεις (βλέπε πίνακα 9) ενδέχεται να είναι υψηλότερα.

[20] Οδηγία 2001/24/EΚ, ΕΕ L 125 της 5.5.2001, σ. 15.

[21] COM(2002) 275 final.

[22] http://ec.europa.eu/internal_market/bank/guarantee/index_en.htm

[23] Ibid.

[24] http://ec.europa.eu/internal_market/bank/guarantee/index_en.htm

[25] At this time Austria, Italy, Luxembourg, the Netherlands, Slovenia and the United Kingdom have ex-post funded DGS.

[26] For the definition of 'covered deposits' see the report.

[27] Note that, due to a lack of comprehensive data from one Member State, results can be compared only among 24 Member States.

[28] See Annex II, p. 35 (table 10) showing premiums payable based on covered deposits (which are partly based on estimates); premiums based on eligible deposits (see table 9) may be higher.

Top