EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005PC0548

Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση .

/* COM/2005/0548 τελικό - COD 2005/0221 */

52005PC0548

Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση . /* COM/2005/0548 τελικό - COD 2005/0221 */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 10.11.2005

COM(2005)548 τελικό

2005/0221(COD)

.

Πρόταση

ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση

.

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Περιεχόμενο της πρότασης

- Λόγοι υποβολής και στόχοι της πρότασης

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας το Μάρτιο του 2000 αναγνώρισε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει προκλήσεις σχετικά με την προσαρμογή στην παγκοσμιοποίηση και τη μετατροπή των οικονομιών σε οικονομίες που βασίζονται στη γνώση. Υπογράμμισε ότι "κάθε πολίτης πρέπει να διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες ώστε να ζει και να εργάζεται σε αυτή τη νέα κοινωνία της πληροφορίας" και ότι "ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο πρέπει να καθορίζει τις νέες βασικές δεξιότητες[1] που πρέπει να παρέχονται κατά τη διάρκεια της διά βίου μάθησης: δεξιότητες ΤΠ, ξένες γλώσσες, τεχνολογική παιδεία, επιχειρηματικότητα και κοινωνικές δεξιότητες". Η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι είναι το σημαντικότερο κεφάλαιο της Ευρώπης για την ανάπτυξη και την απασχόληση ήταν σαφής το 2000 και επαναλήφθηκε τακτικά σε διάφορες δηλώσεις, πιο πρόσφατα δε στην ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2005, το οποίο ζήτησε περισσότερες επενδύσεις στην εκπαίδευση και την απόκτηση δεξιοτήτων.

Η εντολή επαναλήφθηκε και αναπτύχθηκε στο πρόγραμμα εργασίας "Eκπαίδευση και κατάρτιση 2010" (EΚ2010), που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο της Βαρκελώνης τον Μάρτιο του 2002 και το οποίο ζήτησε επίσης περαιτέρω δράση για την "εδραίωση των βασικών δεξιοτήτων" και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης στην εκπαίδευση. Οι εργασίες αυτές πρέπει να επικεντρωθούν στον προσδιορισμό των βασικών δεξιοτήτων και του τρόπου με τον οποίο οι εν λόγω δεξιότητες, μαζί με τις παραδοσιακές δεξιότητες, μπορούν να ενσωματωθούν καλύτερα στα αναλυτικά προγράμματα σπουδών, να αποκτώνται και να διατηρούνται διά βίου. Οι βασικές δεξιότητες πρέπει να είναι πραγματικά διαθέσιμες σε όλους, συμπεριλαμβανομένων και των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των ατόμων που εγκαταλείπουν το σχολείο και των ενήλικων μαθητών. Πρέπει να προωθηθεί η επικύρωση των βασικών δεξιοτήτων προκειμένου να υποστηριχθεί η περαιτέρω μάθηση και η απασχολησιμότητα. Η ανακοίνωση της Επιτροπής για τη διά βίου μάθηση (2001) και το ψήφισμα του Συμβουλίου που ακολούθησε (Ιούνιος 2002) υπογράμμισαν περαιτέρω την ανάγκη παροχής ευκαιριών διά βίου μάθησης για όλους, ιδιαίτερα δε για την απόκτηση και την επικαιροποίηση των βασικών γνώσεων.

Με βάση αυτήν την πολιτική εντολή, μια ομάδα εργασίας για τις βασικές δεξιότητες, η οποία δημιουργήθηκε το 2001 στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας για την εκπαίδευση και την κατάρτιση 2010, ανέπτυξε ένα πλαίσιο βασικών ικανοτήτων[2] οι οποίες απαιτούνται σε μια κοινωνία της γνώσης συνοδευόμενο από διάφορες συστάσεις προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι όλοι οι πολίτες μπορούν να τις αποκτήσουν[3].

Η κοινή ενδιάμεση έκθεση του 2004 του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με την πρόοδο του προγράμματος εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010”[4] επισήμανε την ανάγκη να θεσπιστούν κοινές ευρωπαϊκές αναφορές και αρχές για τη στήριξη των εθνικών πολιτικών, τη διευκόλυνση και την ενθάρρυνση της μεταρρύθμισης, και έδωσε προτεραιότητα στο βασικό πλαίσιο ικανοτήτων.

Συνεπώς, η σύσταση που προτείνεται εδώ παρουσιάζει ένα ευρωπαϊκό εργαλείο αναφοράς για τις βασικές ικανότητες και υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στις εν λόγω ικανότητες για όλους τους πολίτες μέσω της διά βίου μάθησης.

Συγκεκριμένα, οι στόχοι της είναι:

1) Ο προσδιορισμός και ο καθορισμός των βασικών ικανοτήτων που είναι αναγκαίες για την προσωπική ολοκλήρωση, την κοινωνική συνοχή και την απασχολησιμότητα σε μια κοινωνία της γνώσης.

2) Η στήριξη των εργασιών των κρατών μελών για την εξασφάλιση ότι μέχρι το τέλος της αρχικής εκπαίδευσης και κατάρτισης οι νέοι θα έχουν αναπτύξει τις βασικές ικανότητες σε ένα επίπεδο που τους παρέχει τα εφόδια για τη ζωή του ενήλικα και ότι οι ενήλικες θα μπορούν να τις αναπτύσσουν και να τις επικαιροποιούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

3) Η παροχή ενός εργαλείου αναφοράς ευρωπαϊκού επιπέδου, του συνημμένου «Bασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς» [5] , για τους φορείς χάραξης πολιτικής, τους φορείς παροχής εκπαίδευσης, τους εργοδότες και τους ίδιους τους εκπαιδευόμενους, προκειμένου να διευκολυνθεί η εθνική και ευρωπαϊκή προσπάθεια για την επίτευξη των από κοινού συμφωνημένων στόχων.

4) Η παροχή ενός πλαισίου περαιτέρω δράσης σε κοινοτικό επίπεδο τόσο στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010” όσο και στο πλαίσιο των κοινοτικών προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης.

- Η ζήτηση για ικανότητες σε μια κοινωνία γνώσης

Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, ως "ικανότητα" ορίζεται εδώ ένας συνδυασμός γνώσεων, δεξιοτήτων και συμπεριφορών που αρμόζουν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Οι "βασικές ικανότητες" είναι εκείνες που υποστηρίζουν την προσωπική ολοκλήρωση, την κοινωνική ένταξη, την ιδιότητα του ενεργού πολίτη και την απασχόληση.

Η ανάπτυξη της κοινωνίας της γνώσης αυξάνει την απαίτηση για τις βασικές ικανότητες σε προσωπικό, δημόσιο και επαγγελματικό επίπεδο. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες και στις υπηρεσίες αλλάζει, όπως και η δομή και η σύνθεση των κοινωνιών. Υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη του δημοκρατικού πνεύματος· αυτό απαιτεί να είναι οι άνθρωποι πιο ενημερωμένοι, ευαισθητοποιημένοι και ενεργοί. Κατά συνέπεια, οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι συμπεριφορές που χρειάζεται καθένας αλλάζουν.

Η αυξανόμενη διεθνοποίηση των οικονομιών επηρεάζει τον κόσμο της εργασίας, με ταχείες και συχνές αλλαγές, την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και νέων προσεγγίσεων στην οργάνωση των επιχειρήσεων. Οι εργαζόμενοι χρειάζεται τόσο να επικαιροποιούν τις συγκεκριμένες δεξιότητές τους που σχετίζονται με την εργασία όσο και να αποκτούν γενικές ικανότητες που θα τους επιτρέπουν να προσαρμοστούν στην αλλαγή. Οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι συμπεριφορές του εργατικού δυναμικού αποτελούν σημαντικό παράγοντα της καινοτομίας, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και συμβάλλουν στην εξασφάλιση κινήτρων, την ικανοποίηση των εργαζομένων από την εργασία τους και την ποιότητα της εργασίας.

Εντούτοις, η ομάδα υψηλού επιπέδου για τη στρατηγική της Λισσαβώνας δήλωσε σαφώς το Νοέμβριο του 2004 ότι "στην Ευρώπη δεν λαμβάνονται αρκετά μέτρα ώστε τα άτομα να εφοδιάζονται με τα εργαλεία που χρειάζονται ώστε να προσαρμόζονται σε μια εξελισσόμενη αγορά εργασίας, αυτό δε ισχύει τόσο για τις θέσεις που απαιτούν υψηλές δεξιότητες όσο και για εκείνες που απαιτούν χαμηλές δεξιότητες". Έχει εκτιμηθεί ότι σχεδόν το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού (80 εκατομμύρια άνθρωποι) έχουν χαμηλές δεξιότητες. Επιπλέον, μια έκθεση του Cedefop του 2004 προβλέπει ότι μέχρι το 2010 μόνο το 15% των νεοδημιουργούμενων θέσεων εργασίας θα αφορά ανθρώπους με τις βασικές σχολικές γνώσεις, ενώ το 50% θα απαιτεί εργαζομένους με υψηλές δεξιότητες.

Οι διεθνείς έρευνες όπως η IALS (International Adult Literacy Survey) δείχνουν ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού των ενηλίκων δεν διαθέτουν τις δεξιότητες ανάγνωσης και γραφής που απαιτούνται για να λειτουργήσουν στην κοινωνία και ότι τα άτομα που εγκαταλείπουν νωρίς το σχολείο διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο. Μολονότι τα ποσοστά αναλφαβητισμού στην Ευρώπη εμφανίζονται σχετικά χαμηλά, καμία κοινωνία δεν έχει ανοσία σε αυτό το φαινόμενο, ενώ υπάρχουν πολλές μειονότητες μεταξύ των οποίων ο αναλφαβητισμός αποτελεί σημαντικό πρόβλημα. Τα στοιχεία του 2005 για τα ευρωπαϊκά επίπεδα αναφοράς (συγκριτικά στοιχεία), που θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο το Μάιο του 2003[6], δεν δείχνουν πρόοδο από το 2000 όσον αφορά τη μείωση του ποσοστού των ατόμων με χαμηλές επιδόσεις στην ικανότητα ανάγνωσης στην ηλικία των 15 ετών ή όσον αφορά την αύξηση του ποσοστού ολοκλήρωσης για την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η πρόοδος όσον αφορά την επίτευξη άλλων επιπέδων αναφοράς είναι επίσης πολύ χαμηλή: με τα σημερινά ποσοστά η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου προβλέπεται να πέσει σε 14% μέχρι το 2010, ενώ το επίπεδο αναφοράς είναι 10%. Η συμμετοχή ενηλίκων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση αυξάνεται μόνο κατά 0,1-0,2 % μονάδες ετησίως, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα οδηγήσει στην επίτευξη του επιπέδου αναφοράς του 12,5% μέχρι το 2010. Επιπλέον, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα άτομα με τις χαμηλές δεξιότητες είναι λιγότερο πιθανό να συμμετέχουν σε περαιτέρω κατάρτιση, πράγμα που δυσκολεύει περισσότερο τη στήριξη εκείνων που τη χρειάζονται περισσότερο.

- ρέχουσες διατάξεις για τις βασικές ικανότητες

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα κοινοτικά προγράμματα όπως το Leonardo Da Vinci και η δράση Grundtvig στο πλαίσιο του προγράμματος Socrates παρέχουν υποστήριξη για σχέδια τα οποία αντιμετωπίζουν την έλλειψη βασικών δεξιοτήτων.

Από τη θέσπιση του προγράμματος εργασίας για την εκπαίδευση και την κατάρτιση 2010, διάφορες ομάδες εργασίας επικεντρώθηκαν σε συγκεκριμένους τομείς θεμάτων όπως οι ΤΠΕ ή ευρύτερα θέματα (π.χ. κοινωνική ένταξη και ιδιότητα του ενεργού πολίτη) στις οποίες οι εργασίες για τις βασικές ικανότητες προσέφεραν ένα πλαίσιο με την ένταξη όλων των βασικών ικανοτήτων σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Στις εργασίες αυτές συμπεριλήφθησαν επίσης η συλλογή και η διάδοση ορθών πρακτικών πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για την ανάπτυξη εγκάρσιων ικανοτήτων στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στις βασικές ικανότητες για μειονεκτούντα άτομα και αναπτύσσοντας συνεκτική παροχή βασικών ικανοτήτων για τους ενήλικες.

Οι εργασίες σχετικά με τις βασικές ικανότητες συνδέονται στενά με τις υπόλοιπες εξελίξεις για τη βελτίωση των ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης όπως οι πραγματοποιούμενες εργασίες για την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού πλαισίου προσόντων και οι πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην ενίσχυση της διαφάνειας και την αναγνώριση των προσόντων και ικανοτήτων (όπως οι αρχές επικύρωσης της άτυπης και ανεπίσημης μάθησης και τα συστήματα μεταφοράς ακαδημαϊκών μονάδων). Οι εργασίες σχετικά με τις κοινές ευρωπαϊκές αρχές για τις ικανότητες και τα προσόντα των διδασκόντων σχετίζονται επίσης, δεδομένου ότι αποσκοπούν στην εξέταση του μεταβαλλόμενου ρόλου των σχολείων στην ανάπτυξη ικανοτήτων των νέων.

Σε επίπεδο κρατών μελών, υπάρχει ουσιαστική δραστηριότητα στη μεταρρύθμιση των αρχικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η οποία αντικατοπτρίζει μια μετατόπιση της εστίασης από τη μετάδοση της γνώσης στην ανάπτυξη μεταβιβάσιμων ικανοτήτων που εξοπλίζουν τους νέους για την ζωή του ενήλικα και την περαιτέρω μάθηση. Απαιτούνται εν προκειμένω διαφορετικές προσεγγίσεις στην οργάνωση της μάθησης και νέες ικανότητες των διδασκόντων. Συνεπώς, υπάρχει μια συζήτηση σχετικά με το ποιες ικανότητες πρέπει να αναπτύξει κάθε νέος και πώς θα υποστηρίζονται καλύτερα τα σχολεία μέσω της ανάπτυξης π.χ. της διοίκησης και της αξιολόγησής τους. Έχει δοθεί επίσης ένας σημαντικότερος ρόλος στις κοινωνικές πτυχές της μάθησης: το εκπαιδευτικό μειονέκτημα είναι συχνά συνδυασμός προσωπικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και οικονομικών περιστάσεων και πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνεργασία με άλλους τομείς. Τα σχολεία επιδιώκουν τρόπους συμμετοχής των οικογενειών και των τοπικών κοινοτήτων όχι μόνο προκειμένου να υποστηρίξουν τη μάθηση των νέων αλλά και να προωθήσουν τη διά βίου μάθηση σε ολόκληρη την κοινότητα.

Πολλές χώρες ξεκίνησαν προγράμματα απόκτησης βασικών δεξιοτήτων, π.χ. για την απόκτηση βασικών γνώσεων και γνώσεων ΤΠΕ για ενήλικες, συχνά μέσω των ΜΚΟ. Εντούτοις, πολλές χώρες δεν είναι ακόμη σε θέση να προσφέρουν σε όλους τους πολίτες τη δυνατότητα να μάθουν και να επικαιροποιήσουν τις βασικές τους δεξιότητες και, μολονότι πολλοί αναγνωρίζουν την ανάγκη παροχής ευρύτερων ικανοτήτων στους ενήλικες μαθητές, δεν υπάρχει ακόμη κοινός ορισμός και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει σχετική συνοχή.

Τα παραδείγματα ορθών μέτρων πολιτικής των κρατών μελών δείχνουν ότι η παροχή εκπαίδευσης στους ενηλίκους πρέπει να εστιάζεται σε σαφώς καθορισμένες εθνικές, περιφερειακές ή/και τοπικές προτεραιότητες. Πρέπει να οδηγεί σε υποδομές που αναγνωρίζουν και ικανοποιούν τις διάφορες ανάγκες των ενηλίκων, με πιο καταρτισμένους δασκάλους/εκπαιδευτές, μέτρα που να εξασφαλίζουν την πρόσβαση με κίνητρα, καθοδήγηση και παροχή συμβουλών. Πρέπει να αναγνωρίζονται οι ιδιαιτερότητες των μαθητών: η προηγούμενη πείρα τους, οι μαθησιακές ανάγκες και φιλοδοξίες τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, καθώς και ευρύτερα θέματα που συνδέονται με την κοινωνική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης και απαιτούν τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων.

Παρά την ύπαρξη πολλών καλών παραδειγμάτων ορθής πρακτικής, η παροχή βασικών ικανοτήτων σπάνια προσαρμόζεται κατά τρόπον ώστε να ικανοποιεί τις μαθησιακές ανάγκες των πολιτών σε όλες τις ηλικίες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η παρούσα πρόταση προσφέρει σημαντική προστιθέμενη αξία παρέχοντας ένα εργαλείο αναφοράς για τον προσδιορισμό των βασικών ικανοτήτων που θεωρούνται αναγκαίες για όλους και υποστηρίζοντας τα κράτη μέλη στις προσπάθειές τους να εξασφαλίσουν την πλήρη ενσωμάτωση της παροχής βασικών ικανοτήτων στις στρατηγικές και τις υποδομές τους για τη διά βίου μάθηση.

- Συνοχή με τις λοιπές πολιτικές και στόχους της Ένωσης

Η πρόταση συμβάλλει στους στόχους της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή:

- Οι ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών[7] αναγνωρίζουν τη σημασία των ικανοτήτων για την απασχόληση (ειδικά για τις ευάλωτες ομάδες) και για την προσαρμογή στις αλλαγές. Αυτό πρέπει να είναι σημαντικό στοιχείο των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων των κρατών μελών στην εφαρμογή των ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών.

- Η κοινωνική πολιτική δίνει έμφαση στο ρόλο της εκπαίδευσης και της κατάρτισης ως μέσου διαφυγής από τη φτώχεια ή/και βασικού παράγοντα για την κοινωνική συνοχή.

- Το σύμφωνο νεολαίας[8] απαιτεί την εξασφάλιση ότι η γνώση ικανοποιεί τις ανάγκες μιας οικονομίας βασισμένη στη γνώση και, για το σκοπό αυτόν, την ενθάρρυνση της ανάπτυξης ενός κοινού συνόλου βασικών δεξιοτήτων.

- Το πρόγραμμα δράσης για την επιχειρηματικότητα[9] αναγνωρίζει το σημαντικό ρόλο της εκπαίδευσης· η επιχειρηματικότητα είναι μια από τις βασικές ικανότητες.

- Το έγγραφο “Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς” περιλαμβάνει τις γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που οδηγούν τους ανθρώπους να συμμετέχουν περισσότερο τόσο στη βιώσιμη ανάπτυξη όσο και στην εδραίωση του δημοκρατικού πνεύματος.

2. Διαβούλευση με τουσ ενδιαφερόμενους και αξιολόγηση αντίκτυπου

Η βάση της παρούσας πρότασης είναι το «ευρωπαϊκό πλαίσιο βασικών ικανοτήτων», που αναπτύχθηκε από μια ομάδα εργασίας αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, των χωρών της ΕΖΕΣ/ΕΟΧ, των υποψήφιων για προσχώρηση χωρών (από τον Ιανουάριο του 2003) και των ευρωπαϊκών ενώσεων. Οι εμπειρογνώμονες που συνέβαλαν στις εργασίες της ομάδας περιελάμβαναν φορείς χάραξης πολιτικής, επαγγελματίες και ακαδημαϊκούς ερευνητές, καλύπτοντας τόσο την εκπαίδευση ενηλίκων όσο και την υποχρεωτική εκπαίδευση και τους ενδιαφερομένους σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι εργασίες συζητήθηκαν σε ευρύ φάσμα συνεδρίων και σεμιναρίων που διοργανώθηκαν από τους ενδιαφερομένους ή από διεθνείς οργανισμούς. Οι υπουργοί Παιδείας συζήτησαν την "ευρωπαϊκή διάσταση" των βασικών ικανοτήτων στην άτυπη συνεδρίασή τους στο Ρότερνταμ τον Ιούλιο του 2004 και ενθάρρυναν την Επιτροπή να εξακολουθήσει να εργάζεται γι’ αυτή την πρωτοβουλία.

Την άνοιξη του 2005 συγκλήθηκε ειδική ομάδα 5 εμπειρογνωμόνων (από πανεπιστήμια και κρατικούς φορείς αρμόδιοιυς για τη σχολική ανάπτυξη), οι οποίοι ανέλαβαν να αναπτύξουν περαιτέρω το πλαίσιο με βάση την εμπειρογνωμοσύνη τους και τα στοιχεία που προέρχονταν από τις συζητήσεις στα συνέδρια και από άλλες πηγές, καθώς και να συζητήσουν σχετικά με την εφαρμογή του.

Η συμβουλευτική επιτροπή για την επαγγελματική κατάρτιση γνωμοδότησε το Σεπτέμβριο/Οκτώβριο του 2005.

- Συγκέντρωση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης

Ανατέθηκε σε ένα σύμβουλο να ερευνήσει τις σχετικές και διεθνείς εργασίες. Ειδικά θέματα όπως η ευρωπαϊκή διάσταση του πλαισίου, η διδασκαλία λιγότερο ευνοημένων ατόμων και η επιχειρηματικότητα προετοιμάστηκαν σε μικρότερες ομάδες και εγκρίθηκαν από την ευρύτερη ομάδα εργασίας[10].

Οι διαβουλεύσεις και η παρασχεθείσα εμπειρογνωμοσύνη επιβεβαίωσαν την ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλίας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και κατέδειξαν ότι η προτεινόμενη προσέγγιση ήταν σύμφωνη με τις τρέχουσες τάσεις και θα ήταν θετικά αποδεκτή.

- Αξιολόγηση αντικτύπου

Η παρούσα πρόταση θα στηρίξει την ανάπτυξη των στρατηγικών για τη διά βίου μάθηση και των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης των κρατών μελών. Θα διευκολύνει τις μεταρρυθμίσεις των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τις συζητήσεις γύρω από αυτές και θα προσφέρει ώθηση για τη δημιουργία ενός συνεκτικού συστήματος παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης στους ενηλίκους. Θα έχει θετικό αντίκτυπο στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή των ατόμων, και -σε ευρύτερο επίπεδο- στους στόχους της Λισσαβώνας για κοινωνική συνοχή και οικονομική ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη. Θα έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στις μειονεκτούσες ομάδες οι οποίες συχνά δεν αποκτούν, επί του παρόντος, τις βασικές ικανότητες.

3. Νομικά στοιχεία της πρότασης

- Περίληψη της προτεινόμενης δράσης

Η προτεινόμενη σύσταση ορίζει τις βασικές ικανότητες που χρειάζονται όλοι οι πολίτες στις οικονομίες και τις κοινωνίες που βασίζονται στη γνώση. Αναγνωρίζει ότι οι αποφάσεις εφαρμογής λαμβάνονται καλύτερα σε εθνικό, περιφερειακό ή/και τοπικό επίπεδο. Ζητά από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την απόκτηση των βασικών ικανοτήτων μέχρι το πέρας της αρχικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και, λαμβανομένων υπόψη των ευρωπαϊκών επιπέδων αναφοράς, τα ενθαρρύνει να αντιμετωπίσουν το εκπαιδευτικό μειονέκτημα. Όσον αφορά τους ενηλίκους, η σύσταση ζητά τη δημιουργία ολοκληρωμένων υποδομών μαζί με όλους τους σχετικούς ενδιαφερομένους.

Η πρόταση καλεί την Επιτροπή να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο με:

- τη μάθηση μέσω ομοτίμων, την ανταλλαγή ορθών πρακτικών και την περιγραφή της επιτελούμενης προόδου στις διετείς εκθέσεις του EΚ2010·

- τη στήριξη σχετικών σχεδίων μέσω των κοινοτικών προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης·

- την προώθηση μιας κοινής αντίληψης για τις βασικές ικανότητες και για τη σχέση τους με την πολιτική απασχόλησης και την κοινωνική πολιτική

- την προώθηση συμπράξεων με τους κοινωνικούς εταίρους και άλλες σχετικές οργανώσεις.

- Νομική βάση

Σύμφωνα με το άρθρο 149 της Συνθήκης, η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη, ταυτόχρονα, πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία. Η προτεινόμενη σύσταση αποσκοπεί να στηρίξει τις προσπάθειες που καταβάλλουν τα κράτη μέλη για να αναπτύξουν τα συστήματά που εφαρμόζουν για την αρχική εκπαίδευση και κατάρτιση καθώς και για την εκπαίδευση και κατάρτιση ενηλίκων, παρέχοντας ένα εργαλείο αναφοράς για τις βασικές ικανότητες, και να τα ενθαρρύνει να συνεχίσουν τη συνεργασία στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010”. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου, η προτεινόμενη σύσταση αποσκοπεί στην ανάπτυξη της ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών για κοινά θέματα που σχετίζονται με την παροχή των βασικών ικανοτήτων μέσω της διά βίου μάθησης.

Το άρθρο 150 της Συνθήκης προβλέπει ότι η κοινοτική δράση υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών και, ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου, έχει ως στόχο να βελτιώνει την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση, να διευκολύνει την επαγγελματική ένταξη και επανένταξη και να αναπτύσσει τις ανταλλαγές πληροφοριών και εμπειριών για κοινά θέματα. Στόχος της προτεινόμενης σύστασης είναι η βελτίωση όλων αυτών των πτυχών της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, δεδομένου ότι παρέχει ένα εργαλείο αναφοράς για τις βασικές ικανότητες το οποίο διευκολύνει τις προσπάθειες των κρατών μελών να προσαρμόσουν τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισής τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία γενικά.

- Αρχή της επικουρικότητας και της αναλογικότητας

Η προτεινόμενη σύσταση συμβάλλει στην ποιότητα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης διευκολύνοντας τις εργασίες τις οποίες έχουν αναλάβει τα ίδια τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010” και με τη θέσπιση των ευρωπαϊκών επιπέδων αναφοράς από το Συμβούλιο το Μάιο του 2003. Ενθαρρύνει και στηρίζει τις εθνικές μεταρρυθμίσεις και την άντληση διδαγμάτων από τις ορθές πρακτικές άλλων χωρών προκειμένου να βοηθήσει τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν ένα σφαιρικό και συνεκτικό σύστημα παροχής βασικών ικανοτήτων ως μέρος των στρατηγικών τους για τη διά βίου μάθηση. Συνεπώς, η παρούσα πρόταση συμμορφώνεται προς την αρχή της επικουρικότητας. Η σύσταση θεσπίζει ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς για τις βασικές ικανότητες που πρέπει να αποκτήσουν όλοι οι πολίτες και δημιουργεί και ενισχύει την πολιτική δέσμευση για μεταρρυθμίσεις που δεν μπορούν να επιτευχθούν χρησιμοποιώντας π.χ. μόνο τα κοινοτικά προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης. Εντούτοις, αφήνει την εφαρμογή εξ ολοκλήρου στα κράτη μέλη και, συνεπώς, συμμορφώνεται προς την αρχή της αναλογικότητας.

4. Δημοσιονομικές επίπτωσεισ

Η πρόταση δεν έχει καμία δημοσιονομική επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

2005/0221(COD)

Πρόταση

ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑ ΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο149 παράγραφος 4 και το άρθρο 150 παράγραφος 4,

την πρόταση της Επιτροπής[11],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[12],

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[13],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[14],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας του 2000 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υιοθέτηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου που θα καθορίζει τις νέες βασικές δεξιότητες αποτελεί βασική συνιστώσα της απάντηση της Ευρώπης στην παγκοσμιοποίηση και στη μετατροπή των οικονομιών σε οικονομίες που βασίζονται στη γνώση και έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι το βασικό κεφάλαιο της Ευρώπης. Από τότε, αυτά τα συμπεράσματα επανεπιβεβαιώθηκαν επανειλημμένα, ιδίως και στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του Μαρτίου του 2003 και του Μαρτίου του 2005 και στην ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας η οποία εγκρίθηκε το 2005.

2. Τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια της Στοκχόλμης το 2001 και της Βαρκελώνης το 2002 επικύρωσαν τους συγκεκριμένους μελλοντικούς στόχους των ευρωπαϊκών συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και ένα πρόγραμμα εργασίας (το πρόγραμμα εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010”) προκειμένου να επιτευχθούν οι εν λόγω στόχοι μέχρι το 2010. Στους εν λόγω στόχους περιλαμβάνονται η ανάπτυξη δεξιοτήτων για την κοινωνία της γνώσης και ειδικοί στόχοι για την προώθηση της εκμάθησης γλωσσών, την ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος και τη συνολική ανάγκης ενίσχυσης της ευρωπαϊκής διάστασης στην εκπαίδευση.

3. Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη διά βίου μάθηση[15] και το ψήφισμα του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2002 για τη διά βίου μάθηση[16] που ακολούθησε προσδιόρισαν "τις νέες βασικές δεξιότητες" ως προτεραιότητα, και υπογράμμισαν ότι η διά βίου μάθηση πρέπει να καλύπτει το διάστημα από την προσχολική ηλικία έως την ηλικία μετά τη συνταξιοδότηση. Το σύμφωνο νεολαίας που αποτελεί παράρτημα των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών τον Μαρτίου του 2005 υπογράμμισε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη ενός κοινού συνόλου βασικών δεξιοτήτων.

4. Στο πλαίσιο της βελτίωσης της απόδοσης της Κοινότητας στον τομέα της απασχόλησης, τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του Μαρτίου του 2003 και Δεκεμβρίου του 2003 υπογράμμισαν την ανάγκη να αναπτυχθεί η διά βίου μάθηση με ιδιαίτερη έμφαση στα ενεργητικά και προληπτικά μέτρα για τους ανέργους και τα οικονομικώς μη ενεργά άτομα. Αυτά βασίστηκαν στην έκθεση της ειδικής ομάδας (task force) για την απασχόληση, η οποία έδωσε έμφαση στην ανάγκη να μπορούν οι άνθρωποι να προσαρμοστούν στις αλλαγές, στη σημασία της ένταξης των ανθρώπων στην αγορά εργασίας και στο βασικό ρόλο της διά βίου μάθησης.

5. Η έκθεση του Συμβουλίου σχετικά με τον ευρύτερο ρόλο της εκπαίδευσης, η οποία εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2004, υπογράμμισε ότι η εκπαίδευση συμβάλλει στη διατήρηση και την ανανέωση του κοινού πολιτιστικού υποβάθρου στην κοινωνία και είναι ιδιαίτερα σημαντική σε μια χρονική στιγμή που όλα τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν ως πρόκληση το ερώτημα του πώς μπορούν να διαχειριστούν την αυξανόμενη κοινωνική και πολιτιστική πολυμορφία. Επιπλέον, η εξασφάλιση της δυνατότητας να εισέλθουν οι άνθρωποι και να παραμείνουν στον ενεργό οικονομικά βίο αποτελεί σημαντικό μέρος του ρόλου της εκπαίδευσης στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

6. Το Μάιο του 2003 θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο πέντε ευρωπαϊκά επίπεδα αναφοράς (συγκριτικά στοιχεία), πράγμα που καταδεικνύει τη δέσμευση για μια μετρήσιμη βελτίωση της ευρωπαϊκής μέσης απόδοσης. Τα επίπεδα αναφοράς που σχετίζονται με την ικανότητα ανάγνωσης, την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, την ολοκλήρωση της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τη συμμετοχή των ενηλίκων στη διά βίου μάθηση συνδέονται στενά με την ανάπτυξη των βασικών ικανοτήτων.

7. Η έκθεση που εκδόθηκε από την Επιτροπή το 2005 σχετικά με την πρόοδο προς τους στόχους της Λισσαβώνας για την εκπαίδευση και την κατάρτιση[17] κατέδειξε ότι δεν υπήρξε πρόοδος όσον αφορά τη μείωση του ποσοστού των ατόμων με χαμηλές επιδόσεις στην ικανότητα ανάγνωσης στην ηλικία των 15 ετών ή στην αύξηση του ποσοστού ολοκλήρωσης της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Κάποια πρόοδος σημειώθηκε στη μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου, αλλά, με το σημερινό ρυθμό, τα ευρωπαϊκά επίπεδα αναφοράς 2010, τα οποία θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο του Μαΐου του 2003, δεν θα επιτευχθούν. Η συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση δεν αυξάνει με αρκετά ταχείς ρυθμούς έτσι ώστε να φθάσει στο επίπεδο αναφοράς 2010, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι οι άνθρωποι με χαμηλές δεξιότητες είναι λιγότερο πιθανό να συμμετέχουν σε περαιτέρω κατάρτιση.

8. Το πλαίσιο των δράσεων για τη διά βίου ανάπτυξη ικανοτήτων και προσόντων, το οποίο θεσπίστηκε από τους ευρωπαϊκούς κοινωνικούς εταίρους το Μάρτιο του 2002, υπογραμμίζει την ανάγκη να αναπροσαρμόσουν οι επιχειρήσεις περισσότερο και ταχύτερα τις δομές τους προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Η ομαδική εργασία, η μείωση των ιεραρχικών επιπέδων, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και η μεγαλύτερη ανάγκη για άτομα με πολλαπλά προσόντα οδηγούν στην ανάπτυξη οργανισμών που χρειάζονται μάθηση. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ικανότητα των οργανισμών να προσδιορίζουν τις ικανότητες, να τις κινητοποιούν και να τις αναγνωρίζουν και να ενθαρρύνουν την ανάπτυξή τους για όλους τους απασχολουμένους αντιπροσωπεύει τη βάση για τις νέες ανταγωνιστικές στρατηγικές.

9. Η μελέτη του Μάαστριχτ για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση καταδεικνύει ένα σημαντικό κενό μεταξύ των επιπέδων εκπαίδευσης που απαιτούνται από τις νέες θέσεις εργασίας και των επιπέδων εκπαίδευσης που επιτυγχάνονται από το ευρωπαϊκό εργατικό δυναμικό. Ποσοστό μεγαλύτερο από το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού εργατικού δυναμικού (80 εκατομμύρια άτομα) έχει χαμηλές δεξιότητες, ενώ έχει εκτιμηθεί ότι μέχρι το 2010 ποσοστό σχεδόν 50% των νέων θέσεων εργασίας θα απαιτεί προσόντα του επιπέδου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ποσοστό μόλις μικρότερο του 40% θα απαιτεί επίπεδο ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μόνο ποσοστό περίπου 15% θα είναι κατάλληλο για τα άτομα με μόρφωση βασικής σχολικής εκπαίδευσης.

10. Η ανάγκη να εξοπλιστούν οι νέοι με τις απαραίτητες βασικές ικανότητες και να βελτιωθεί το μορφωτικό τους επίπεδο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών για την ανάπτυξη και την απασχόληση 2005-2008, οι οποίες εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ιουνίου του 2005. Ειδικότερα, οι κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση απαιτούν την αναπροσαρμογή των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις ικανότητας μέσω του καλύτερου προσδιορισμού των επαγγελματικών αναγκών και των βασικών ικανοτήτων στο πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων των κρατών μελών.

11. Το 2004 η έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου για τη στρατηγική της Λισσαβώνας αποσαφήνισε ότι δεν καταβάλλονται ικανοποιητικές προσπάθειες στην Ευρώπη προκειμένου να εξοπλιστούν οι άνθρωποι με τα εργαλεία που χρειάζονται για να προσαρμοστούν στην εξελισσόμενη αγορά εργασίας και ότι αυτό ισχύει τόσο για τις θέσεις που απαιτούν υψηλές δεξιότητες όσο και για εκείνες που απαιτούν χαμηλές δεξιότητες είτε στον τομέα της μεταποίησης είτε στον τομέα των υπηρεσιών.

12. Η κοινή έκθεση Συμβουλίου/Επιτροπής σχετικά με το πρόγραμμα εργασίας για την εκπαίδευση και την κατάρτιση 2010, η οποία εκδόθηκε το 2004, ενίσχυσε την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι πολίτες θα εφοδιαστούν με τις ικανότητες που χρειάζονται στο πλαίσιο των στρατηγικών των κρατών μελών για τη διά βίου μάθηση. Προκειμένου να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η μεταρρύθμιση, η έκθεση προτείνει την ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών σημείων αναφοράς και αρχών και δίνει προτεραιότητα στο πλαίσιο των βασικών ικανοτήτων.

13. Στόχος της παρούσας σύστασης είναι να συμβάλει στην ανάπτυξη εκπαίδευσης υψηλής ποιότητας με τη στήριξη και τη συμπλήρωση των δράσεων των κρατών μελών, για να εξασφαλισθεί ότι τα συστήματά τους αρχικής εκπαίδευσης και κατάρτισης προσφέρουν σε όλους τους νέους τα μέσα για να αναπτύξουν τις βασικές ικανότητες σε επίπεδο που να τους εξασφαλίζει τα προσόντα για περαιτέρω μάθηση και για τη ζωή του ενήλικα και ότι οι ενήλικες μπορούν να αναπτύσσουν και να επικαιροποιούν τις βασικές τους ικανότητες μέσω της παροχής συνεκτικής και ολοκληρωμένης διά βίου μάθησης. Παρέχει ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς για τις βασικές ικανότητες για τους φορείς λήψης αποφάσεων, τους φορείς παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τους εργοδότες και τους ίδιους τους εκπαιδευόμενους, έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι εθνικές μεταρρυθμίσεις και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010”, με στόχο την επίτευξη των συμφωνημένων ευρωπαϊκών επιπέδων αναφοράς. Επιπλέον, η σύσταση στηρίζει άλλες σχετικές πολιτικές όπως η πολιτική απασχόλησης και η κοινωνική πολιτική και άλλες πολιτικές που επηρεάζουν τη νεολαία.

14. Η παρούσα σύσταση συμμορφώνεται προς την αρχή της επικουρικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης, δεδομένου ότι στόχος της είναι να στηρίξει και να συμπληρώσει τη δράση των κρατών μελών με τη θέσπιση κοινού σημείου αναφοράς που ενθαρρύνει και διευκολύνει τις εθνικές μεταρρυθμίσεις και την περαιτέρω συνεργασία με τα κράτη μέλη. Αυτή η σύσταση συμμορφώνεται προς την αρχή της αναλογικότητας που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο δεδομένου ότι, αφήνοντας την εφαρμογή της σύστασης στα κράτη μέλη, δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων όρια,

ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ:

1. Να εξασφαλίσουν ότι η αρχική εκπαίδευση και κατάρτιση προσφέρει σε όλους τους νέους τα μέσα για να αναπτύξουν τις βασικές ικανότητες σε επίπεδο που να τους εφοδιάζει για τη ζωή του ενήλικα και που αποτελεί βάση για περαιτέρω μάθηση και για τη ζωή του εργαζόμενου

2. Να εξασφαλίσουν ότι θα υπάρχει κατάλληλη πρόβλεψη για τους νέους οι οποίοι, λόγω εκπαιδευτικών μειονεκτημάτων που οφείλονται σε προσωπικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ή οικονομικές περιστάσεις, χρειάζονται ιδιαίτερη στήριξη προκειμένου να αξιοποιήσουν το εκπαιδευτικό τους δυναμικό·

3. Να εξασφαλίσουν ότι οι ενήλικες μπορούν να αναπτύσσουν και να επικαιροποιούν τις βασικές ικανότητες καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους και ότι υπάρχει ιδιαίτερη έμφαση σε ομάδες-στόχους που προσδιορίζονται ως προτεραιότητες στο εθνικό, περιφερειακό ή/και τοπικό πλαίσιο·

4. Να εξασφαλίσουν την ύπαρξη κατάλληλης υποδομής για τη συνεχή εκπαίδευση και κατάρτιση των ενηλίκων, συμπεριλαμβανομένων διδασκόντων και εκπαιδευτών, μέτρων για την εξασφάλιση της πρόσβασης και μέτρων στήριξης των εκπαιδευομένων, η οποία θα αναγνωρίζει τις διαφορετικές ανάγκες των ενηλίκων·

5. Να εξασφαλίσουν τη συνοχή στην παροχή εκπαίδευσης και κατάρτισης ενηλίκων για τους επιμέρους πολίτες μέσω στενών δεσμών με την πολιτική απασχόλησης και την κοινωνική πολιτική και άλλών πολιτικών που επηρεάζουν τους νέους και μέσω της συνεργασίας με τους κοινωνικούς εταίρους και άλλους ενδιαφερομένους·

6. Να χρησιμοποιήσουν το έγγραφο "Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς" του παραρτήματος ως εργαλείο αναφοράς για την ανάπτυξη της παροχής των βασικών ικανοτήτων για όλους, στο πλαίσιο των στρατηγικών τους για τη διά βίου μάθηση,

ΣΗΜΕΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ:

1. Να συμβάλει στις προσπάθειες των κρατών μελών να αναπτύξουν τα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης και να εφαρμόσουν την παρούσα σύσταση, συμπεριλαμβανομένης τη χρήσης του εγγράφου "Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς" ως σημείου αναφοράς, προκειμένου να διευκολυνθεί η μάθηση μέσω ομοτίμων και η ανταλλαγή ορθών πρακτικών και να εξασφαλιστεί η παρακολούθηση των εξελίξεων και η περιγραφή της επιτελούμενης προόδου μέσω των διετών εκθέσεων προόδου για το πρόγραμμα εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010”·

2. Να χρησιμοποιήσει το έγγραφο "Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς" ως σημείο αναφοράς για την εφαρμογή των κοινοτικών προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και να εξασφαλίσει ότι αυτά προωθούν την απόκτηση των βασικών ικανοτήτων·

3. Να προωθήσει την ευρύτερη χρήση του εγγράφου "Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς" σε σχετικές κοινοτικές πολιτικές, ιδίως κατά την εφαρμογή της πολιτικής για την απασχόληση, τη νεολαία και της κοινωνικής πολιτικής, και να αναπτύξει περαιτέρω δεσμούς με τους κοινωνικούς εταίρους και άλλες οργανώσεις που εργάζονται στους εν λόγω τομείς·

4. Να επανεξετάσει τον αντίκτυπο του εγγράφου "Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς" στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας “Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010” και να υποβάλει σχετική έκθεση τέσσερα έτη μετά την έκδοση της παρούσας σύστασης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε και τις συνέπειες για το μέλλον.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση

- ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς

Εισαγωγή

Το παρόν πλαίσιο ορίζει τις οκτώ βασικές ικανότητες:

1. Επικοινωνία στη μητρική γλώσσα·

2. Επικοινωνία στις ξένες γλώσσες·

3. Μαθηματική ικανότητα και βασικές ικανότητες στην επιστήμη και την τεχνολογία·

4. Ψηφιακή ικανότητα·

5. Μεθοδολογία της μάθησης·

6. Διαπροσωπικές, διαπολιτισμικές και κοινωνικές ικανότητες και ικανότητα του πολίτη·

7. Επιχειρηματικότητα·και

8. Πολιτιστική έκφραση.

Οι ικανότητες ορίζονται εδώ ως συνδυασμός γνώσεων, δεξιοτήτων και συμπεριφορών κατάλληλων για το πλαίσιο. Οι βασικές ικανότητες είναι εκείνες τις οποίες χρειάζονται όλοι για την προσωπική τους ολοκλήρωση και ανάπτυξη, την ενεργό ιδιότητα του πολίτη, την κοινωνική ένταξη και την απασχόληση. Μέχρι το τέλος της αρχικής εκπαίδευσης και κατάρτισης οι νέοι πρέπει να έχουν αναπτύξει τις βασικές ικανότητες σε επίπεδο που θα τους εξοπλίζει για τη ζωή του ενήλικα και αυτές θα πρέπει να αναπτύσσονται περαιτέρω, να διατηρούνται και να επικαιροποιούνται στο πλαίσιο της διά βίου μάθησης.

Πολλές από τις ικανότητες αλληλεπικαλύπτονται και αλληλοσυνδέονται: πτυχές που είναι ουσιαστικές για έναν τομέα υποστηρίζουν ικανότητες σε άλλο τομέα. Η ικανότητα στις θεμελιώδεις βασικές δεξιότητες της γλώσσας, των βασικών γνώσεων της γραφής και της ανάγνωσης, της αριθμητικής και των ΤΠ αποτελεί βασικό θεμέλιο για τη μάθηση, ενώ η μεθοδολογία της μάθησης στηρίζει όλες τις μαθησιακές δραστηριότητες. Υπάρχουν πολλά θέματα που εφαρμόζονται σε ολόκληρο το πλαίσιο: η κριτική σκέψη, η δημιουργικότητα, η ανάληψη πρωτοβουλιών, η επίλυση προβλημάτων, η αξιολόγηση του κινδύνου, η λήψη αποφάσεων και η εποικοδομητική διαχείριση των συναισθημάτων διαδραματίζουν ρόλο και στις οκτώ βασικές ικανότητες.

Βασικές ικανότητες

1. Επικοινωνία στη μητρική γλώσσα[18]

Ορισμός: Η επικοινωνία στη μητρική γλώσσα είναι η ικανότητα έκφρασης και ερμηνείας σκέψεων, συναισθημάτων και γεγονότων τόσο σε προφορική όσο και σε γραπτή μορφή (ακρόαση, ομιλία, ανάγνωση και γραφή) και η ικανότητα γλωσσικής αλληλεπίδρασης με κατάλληλο τρόπο στο πλήρες φάσμα κοινωνικών και πολιτιστικών πλαισίων —εκπαίδευση και κατάρτιση, εργασία, σπίτι και ελεύθερος χρόνος.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτήν την ικανότητα

Η επικοινωνία στη μητρική γλώσσα απαιτεί το άτομο να έχει γνώση του βασικού λεξιλογίου, της λειτουργικής γραμματικής και των λειτουργιών της γλώσσας. Περιλαμβάνει τη γνώση των βασικών τύπων λεκτικής αλληλεπίδρασης, ενός φάσματος λογοτεχνικών και μη λογοτεχνικών κειμένων, των βασικών χαρακτηριστικών των διαφορετικών γλωσσικών μορφών και κατηγοριών και των διακυμάνσεων της γλώσσας και της επικοινωνίας σε διάφορα πλαίσια.

Τα άτομα πρέπει να έχουν τις δεξιότητες να επικοινωνούν προφορικά και γραπτά σε διάφορες επικοινωνιακές καταστάσεις και να παρακολουθούν και να προσαρμόζουν την επικοινωνία τους στις απαιτήσεις της κατάστασης. Η ικανότητα περιλαμβάνει επίσης την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης διαφόρων ειδών κειμένων, την έρευνα, τη συλλογή και την επεξεργασία πληροφοριών, τη χρήση βοηθημάτων, τη διατύπωση και την έκφραση επιχειρημάτων με πειστικό τρόπο κατάλληλο για το πλαίσιο.

Μια θετική συμπεριφορά (στάση) ως προς την επικοινωνία στη μητρική γλώσσα περιλαμβάνει τη διάθεση για κριτικό και εποικοδομητικό διάλογο, την εκτίμηση αισθητικών ιδιοτήτων και την προθυμία επιδίωξής τους, καθώς και ενδιαφέρον για την αλληλεπίδραση με άλλους.

2. Επικοινωνία στις ξένες γλώσσες

Ορισμός: Η επικοινωνία στις ξένες γλώσσες εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό τις βασικές δεξιότητες της επικοινωνίας στη μητρική γλώσσα: βασίζεται στην ικανότητα κατανόησης, έκφρασης και ερμηνείας σκέψεων, συναισθημάτων και γεγονότων τόσο σε προφορική όσο και σε γραπτή μορφή (ακρόαση, ομιλία, ανάγνωση και γραφή) σε κατάλληλο φάσμα κοινωνικών πλαισίων -εργασία, σπίτι, ελεύθερος χρόνος, εκπαίδευση και κατάρτιση- σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες καθενός. Η επικοινωνία στις ξένες γλώσσες απαιτεί επίσης δεξιότητες όπως η διαμεσολάβηση και η διαπολιτισμική κατανόηση. Το επίπεδο ικανότητας του ατόμου ποικίλλει μεταξύ των τεσσάρων διαστάσεων, των διαφόρων γλωσσών και σύμφωνα με το υπόβαθρο, το περιβάλλον και τις ανάγκες/ενδιαφέροντά του.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται αυτή την ικανότητα

Η ικανότητα σχετικά με πρόσθετες ή ξένες γλώσσες απαιτεί τη γνώση του λεξιλογίου και της λειτουργικής γραμματικής και γνώση των βασικών ειδών λεκτικής αλληλεπίδρασης και κατηγοριών της γλώσσας. Η γνώση των κοινωνικών συμβάσεων και των πολιτιστικών πτυχών και διακυμάνσεων των γλωσσών είναι σημαντική.

Οι βασικές δεξιότητες συνίστανται στην ικανότητα κατανόησης προφορικών μηνυμάτων, έναρξης, διεκπεραίωσης και ολοκλήρωσης συνομιλιών και ανάλυσης και κατανόησης κειμένων κατάλληλων για τις ανάγκες του ατόμου. Τα άτομα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν κατάλληλα βοηθήματα και να μάθουν γλώσσες και σε άτυπο επίπεδο στο πλαίσιο της διά βίου μάθησης.

Μια θετική συμπεριφορά περιλαμβάνει την εκτίμηση των πολιτιστικών διαφορών και της ποικιλομορφίας καθώς και το ενδιαφέρον και την περιέργεια για γλώσσες και διαπολιτισμική επικοινωνία.

3. Μαθηματική ικανότητα και βασικές ικανότητες στην επιστήμη και την τεχνολογία

Ορισμός:

Α. Η μαθηματική ικανότητα είναι η ικανότητα της πρόσθεσης, της αφαίρεσης, του πολλαπλασιασμού, της διαίρεσης και των κλασμάτων στη νοητική και γραπτή αριθμητική για την επίλυση ενός φάσματος προβλημάτων σε καθημερινές καταστάσεις. Δίδεται έμφαση στη διαδικασία και τη δραστηριότητα καθώς και στη γνώση. Η μαθηματική ικανότητα περιλαμβάνει -σε διάφορους βαθμούς- την ικανότητα και την προθυμία χρήσης μαθηματικών τρόπων σκέψης (λογική και χωρική σκέψη) και παρουσίασης (μαθηματικοί τύποι, μοντέλα, κατασκευές, γραφικές παραστάσεις/διαγράμματα).

Β. Η επιστημονική ικανότητα αναφέρεται στην ικανότητα και την προθυμία χρησιμοποίησης του συνόλου των γνώσεων και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιούνται για την εξήγηση του φυσικού κόσμου, προκειμένου να προσδιοριστούν ερωτήματα και να εξαχθούν συμπεράσματα βασιζόμενα σε στοιχεία. Η ικανότητα στην τεχνολογία θεωρείται ως εφαρμογή της εν λόγω γνώσης και μεθοδολογίας σε απάντηση στις αντιληπτές ανθρώπινες επιθυμίες ή ανάγκες. Και οι δύο τομείς αυτής της ικανότητας περιλαμβάνουν την κατανόηση των αλλαγών που προκαλούνται από τη δραστηριότητα του ανθρώπου και την ευθύνη του ως μεμονωμένου πολίτη.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή την ικανότητα

Α. Οι απαραίτητες γνώσεις στα μαθηματικά περιλαμβάνουν την καλή γνώση των αριθμών, των μέτρων και των δομών, των βασικών πράξεων και των βασικών μαθηματικών παρουσιάσεων, την κατανόηση των μαθηματικών όρων και εννοιών και των ερωτημάτων στα οποία τα μαθηματικά μπορούν να παράσχουν απαντήσεις.

Το άτομο πρέπει να έχει τις δεξιότητες που απαιτούνται για να εφαρμόσει τις βασικές μαθηματικές αρχές και διαδικασίες σε καθημερινές καταστάσεις στο σπίτι του και στην εργασία και για να ακολουθεί και να αξιολογεί σειρές επιχειρημάτων. Θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τη μαθηματική λογική, να κατανοεί τη μαθηματική απόδειξη και να επικοινωνεί με μαθηματική γλώσσα καθώς και να χρησιμοποιεί κατάλληλα βοηθήματα.

Μια θετική συμπεριφορά στα μαθηματικά βασίζεται στο σεβασμό της αλήθειας και στην προθυμία αναζήτησης των λόγων και αξιολόγησης της ισχύος τους.

Β. Για την επιστήμη και την τεχνολογία , οι βασικές γνώσεις περιλαμβάνουν τις βασικές αρχές του φυσικού κόσμου, τις θεμελιώδεις επιστημονικές έννοιες, αρχές και μεθόδους, την τεχνολογία και τα τεχνολογικά προϊόντα και διαδικασίες. Τα άτομα πρέπει να κατανοούν τις εξελίξεις, τους περιορισμούς και τους κινδύνους των επιστημονικών θεωριών, των εφαρμογών και της τεχνολογίας στις κοινωνίες γενικά (σε σχέση με τη λήψη αποφάσεων, τις αξίες, τα ηθικά θέματα, τον πολιτισμό κ.λπ.) τόσο σε ειδικούς επιστημονικούς τομείς, όπως η ιατρική, όσο και σε επίπεδο κατανόησης του αντίκτυπου της επιστήμης και της τεχνολογίας στο φυσικό κόσμο.

Οι δεξιότητες περιλαμβάνουν την ικανότητα χρήσης και χειρισμού τεχνολογικών εργαλείων και μηχανημάτων καθώς επίσης και επιστημονικών στοιχείων, προκειμένου να επιτευχθεί ένας στόχος ή να ληφθεί μια απόφαση ή να εξαχθούν συμπεράσματα, με βάση τα στοιχεία. Τα άτομα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της επιστημονικής έρευνας και να έχουν τη ικανότητα να γνωστοποιούν τα συμπεράσματα και να παρουσιάζουν το συλλογισμό που οδήγησε σε αυτά.

Η ικανότητα περιλαμβάνει μια συμπεριφορά κριτικής εκτίμησης και περιέργειας, το ενδιαφέρον για ηθικά ζητήματα και το σεβασμό τόσο της ασφάλειας όσο και της βιωσιμότητας – ιδίως όσον αφορά την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο σε σχέση με το άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα καθώς και για παγκόσμια θέματα.

4. Ψηφιακή ικανότητα

Ορισμός: Η ψηφιακή ικανότητα περιλαμβάνει τη χρήση της τεχνολογίας της κοινωνίας της πληροφορίας (ΤΚΠ) για την εργασία, την ψυχαγωγία και την επικοινωνία, με αυτοπεποίθηση και κριτικό πνεύμα. Βασίζεται στις βασικές δεξιότητες ΤΠΕ: χρήση Η/Υ για την ανάκτηση, την αξιολόγηση, την αποθήκευση, την παραγωγή, την παρουσίαση και την ανταλλαγή πληροφοριών και για την επικοινωνία και τη συμμετοχή σε συνεργατικά δίκτυα μέσω του Διαδικτύου.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή την ικανότητα

Η ψηφιακή ικανότητα απαιτεί καλή κατανόηση και γνώση της φύσης, του ρόλου και των ευκαιριών της ΤΚΠ σε καθημερινές καταστάσεις: στην προσωπική και κοινωνική ζωή καθώς και στην εργασία. Συμπεριλαμβάνει τις κύριες εφαρμογές πληροφορικής, όπως η επεξεργασία κειμένου, τα λογιστικά φύλλα, οι βάσεις δεδομένων, η αποθήκευση και διαχείριση πληροφοριών, καθώς και την κατανόηση των ευκαιριών του Διαδικτύου και της επικοινωνίας με ηλεκτρονικά μέσα (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, εργαλεία δικτύου) για την ψυχαγωγία, τη διάδοση πληροφοριών και τη συνεργατική δικτύωση, τη μάθηση και την έρευνα. Τα άτομα πρέπει επίσης να κατανοούν πώς η ΤΚΠ μπορεί να στηρίξει τη δημιουργικότητα και την καινοτομία και να γνωρίζουν τα θέματα που αφορούν την εγκυρότητα και την αξιοπιστία των διαθέσιμων πληροφοριών και τις ηθικές αρχές της διαλογικής χρήσης της ΤΚΠ.

Οι απαιτούμενες δεξιότητες περιλαμβάνουν: την ικανότητα έρευνας, συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών και τη χρήση τους με κριτικό και συστηματικό τρόπο, την αξιολόγηση της καταλληλότητάς τους και τη διάκριση μεταξύ πραγματικών και εικονικών, καθώς και την αναγνώριση των συνδέσμων. Τα άτομα πρέπει να έχουν δεξιότητες χρήσης εργαλείων για την παραγωγή, την παρουσίαση και την κατανόηση σύνθετων πληροφοριών και την ικανότητα αξιολόγησης, αναζήτησης και χρήσης υπηρεσιών που βασίζονται στο Διαδίκτυο. Πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν την ΤΚΠ για τη στήριξη της κριτικής σκέψης, της δημιουργικότητας και της καινοτομίας.

Η χρήση της ΤΚΠ απαιτεί κριτική και στοχαστική συμπεριφορά έναντι των διαθέσιμων πληροφοριών και υπεύθυνη χρήση των διαλογικών μέσων· το ενδιαφέρον συμμετοχής σε κοινότητες και δίκτυα για πολιτιστικούς, κοινωνικούς ή/και επαγγελματικούς σκοπούς στηρίζει επίσης την ικανότητα.

5. Μεθοδολογία της μάθησης

Ορισμός: ως «μεθοδολογία της μάθησης» νοείται η ικανότητα αναζήτησης και επιμονής στη μάθηση. Τα άτομα πρέπει να είναι σε θέση να οργανώνουν τη μάθησή τους, και μέσω αποτελεσματικής διαχείρισης του χρόνου και των πληροφοριών, τόσο μεμονωμένα όσο και σε ομάδες. Η ικανότητα περιλαμβάνει τη γνώση της διαδικασίας και των αναγκών της μάθησης, προσδιορίζοντας τις διαθέσιμες ευκαιρίες, και την ικανότητα αντιμετώπισης των εμποδίων προκειμένου να αποβαίνει η μάθηση επιτυχής. Συγκεκριμένα: απόκτηση, επεξεργασία και αφομοίωση των νέων γνώσεων και δεξιοτήτων καθώς και αναζήτηση και χρησιμοποίηση καθοδήγησης. Η μεθοδολογία της μάθησης προβλέπει να βασίζεται η μάθηση σε προηγούμενες γνώσεις και εμπειρίες της ζωής προκειμένου να χρησιμοποιούνται και να εφαρμόζονται οι γνώσεις και δεξιότητες σε διάφορα πλαίσια – στο σπίτι, στην εργασία, στην εκπαίδευση και την κατάρτιση. Η παροχή κινήτρων και η εμπιστοσύνη αποτελούν σημαντικά στοιχεία της ικανότητας ενός ατόμου.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή την ικανότητα

Όταν η μάθηση κατευθύνεται προς τους ιδιαίτερους στόχους εργασίας ή σταδιοδρομίας, ένα άτομο πρέπει να γνωρίζει τις ικανότητες, τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τα προσόντα που απαιτούνται. Σε όλες τις περιπτώσεις, η μεθοδολογία της μάθησης απαιτεί το άτομο να γνωρίζει και να κατανοεί τις προτιμώμενες μαθησιακές στρατηγικές του, τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία των δεξιοτήτων και των προσόντων του και να είναι σε θέση να αναζητεί τις ευκαιρίες εκπαίδευσης και κατάρτισης καθώς και την καθοδήγηση/στήριξη που του είναι διαθέσιμες.

Οι δεξιότητες της μεθοδολογίας της μάθησης απαιτούν πρώτον την απόκτηση των θεμελιωδών βασικών δεξιοτήτων, όπως η ανάγνωση και γραφή, η αριθμητική και οι ΤΠΕ, που απαιτούνται για την περαιτέρω μάθηση. Με βάση αυτές, το άτομο μπορεί να έχει πρόσβαση, να αποκτήσει, να επεξεργαστεί και να αφομοιώσει νέες γνώσεις και δεξιότητες. Αυτό απαιτεί αποτελεσματική διαχείριση των προτύπων μάθησης, σταδιοδρομίας και εργασίας και ιδίως την ικανότητα επιμονής στη μάθηση, συγκέντρωσης σε εκτενείς περιόδους και κριτικής συνεκτίμησης των σκοπών και των στόχων της μάθησης. Τα άτομα πρέπει να είναι σε θέση να αφιερώνουν χρόνο στη μάθηση αυτόνομα και πειθαρχημένα, αλλά και να εργάζονται σε συνεργασία με άλλους στο πλαίσιο της διαδικασίας μάθησης, να αντλούν τα οφέλη από μια ανομοιογενή ομάδα και να μοιράζονται αυτά που έχουν μάθει. Θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να αξιολογούν την εργασία τους και να ζητούν συμβουλές, πληροφορίες και στήριξη όταν απαιτείται.

Μια θετική συμπεριφορά περιλαμβάνει την εξασφάλιση κινήτρων και αυτοπεποίθησης για τη συνέχιση και την επιτυχία στη μάθηση σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Μια συμπεριφορά επίλυσης προβλημάτων στηρίζει τόσο τη μάθηση όσο και τη ικανότητα του ατόμου να διαχειρίζεται εμπόδια και αλλαγές. Η επιθυμία εφαρμογής προηγούμενων γνώσεων και εμπειριών της ζωής και η περιέργεια αναζήτησης νέων ευκαιριών μάθησης και εφαρμογής των γνώσεων σε ποικίλα πλαίσια που καλύπτουν όλο το φάσμα της ζωής αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία μιας θετικής συμπεριφοράς.

6. Διαπροσωπικές, διαπολιτισμικές και κοινωνικές ικανότητες και ικανότητα του πολίτη

Ορισμός: Οι εν λόγω ικανότητες καλύπτουν όλες τις μορφές συμπεριφοράς που εξοπλίζουν τα άτομα ώστε να συμμετέχουν με αποτελεσματικό και εποικοδομητικό τρόπο στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή, ιδίως στις όλο και περισσότερο ποικιλόμορφες κοινωνίες, καθώς και στην επίλυση διαφορών όπου απαιτείται. Η ικανότητα του πολίτη εξοπλίζει τα άτομα ώστε να συμμετέχουν πλήρως στην ζωή των πολιτών, με βάση τη γνώση των κοινωνικών και πολιτικών εννοιών και δομών και την υποχρέωση ενεργού και δημοκρατικής συμμετοχής.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή την ικανότητα

Α. Η προσωπική και κοινωνική ευημερία απαιτεί την κατανόηση του πώς μπορεί να εξασφαλιστεί βέλτιστη σωματική και ψυχική υγεία, συμπεριλαμβανομένων, ως πόρου για το κάθε άτομο και την οικογένειά του, των γνώσεων σχετικά με το πώς μπορεί να συμβάλει εν προκειμένω ένας υγιής τρόπος ζωής. Για την επιτυχή διαπροσωπική και κοινωνική συμμετοχή, είναι σημαντική η κατανόηση των κωδίκων συμπεριφοράς και τρόπων γενικά που είναι αποδεκτοί σε διάφορες κοινωνίες και περιβάλλοντα (π.χ. στην εργασία) και η γνώση των βασικών εννοιών που σχετίζονται με τα άτομα, τις ομάδες, τις επαγγελματικές οργανώσεις, την ισότητα των φύλων, την κοινωνία και τον πολιτισμό. Η κατανόηση των πολυπολιτισμικών και κοινωνικοοικονομικών διαστάσεων των ευρωπαϊκών κοινωνιών και του τρόπου με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι εθνικές πολιτιστικές ταυτότητες με την ευρωπαϊκή ταυτότητα έχουν ουσιαστική σημασία.

Οι δεξιότητες εποικοδομητικής επικοινωνίας σε διάφορα περιβάλλοντα, έκφρασης και κατανόησης διαφόρων απόψεων, διαπραγμάτευσης με την ικανότητα δημιουργίας κλίματος εμπιστοσύνης και κατανόησης είναι ο πυρήνας αυτής της ικανότητας. Τα άτομα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν το άγχος και την απογοήτευση και να εκφράζονται με εποικοδομητικό τρόπο, καθώς και να κάνουν διάκριση μεταξύ της προσωπικής και της επαγγελματικής σφαίρας.

Όσον αφορά τις συμπεριφορές , η ικανότητα βασίζεται στη συνεργασία, στην αυτοπεποίθηση και στην ακεραιότητα. Τα άτομα πρέπει να έχουν ενδιαφέρον για τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, τη διαπολιτισμική επικοινωνία, την πολυμορφία των αξιών και το σεβασμό των άλλων, και να είναι προετοιμασμένα να ξεπερνούν τις προκαταλήψεις και να συμβιβάζονται.

Β. Η ικανότητα του πολίτη βασίζεται στη γνώση των εννοιών της δημοκρατίας, της ιδιότητας του ενεργού πολίτη και των δικαιωμάτων του πολίτη, συμπεριλαμβανομένων των τρόπων που εκφράζονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις διεθνείς διακηρύξεις, και του τρόπου που εφαρμόζονται από διάφορους φορείς σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Η γνώση των βασικών γεγονότων, τάσεων και παραγόντων αλλαγής στην εθνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, τόσο κατά το παρελθόν όσο και σήμερα, με ιδιαίτερη έμφαση στην ευρωπαϊκή ποικιλομορφία, είναι ουσιαστικής σημασίας, όπως και η γνώση των στόχων, αξιών και πολιτικών των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων.

Οι δεξιότητες σχετίζονται με την ικανότητα αποτελεσματικής συνεργασίας με άλλους στο δημόσιο τομέα, την επίδειξη αλληλεγγύης και ενδιαφέροντος για την επίλυση προβλημάτων που επηρεάζουν την τοπική και την ευρύτερη κοινότητα. Περιλαμβάνουν την κριτική και δημιουργική συνεκτίμηση και την εποικοδομητική συμμετοχή σε κοινοτικές/γειτονικές δραστηριότητες, καθώς και τη λήψη αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα, από το τοπικό έως το εθνικό και το ευρωπαϊκό, ειδικότερα μέσω ψηφοφορίας.

Ο πλήρης σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ισότητας ως βάσης για τη δημοκρατία, η εκτίμηση και η κατανόηση των διαφορών μεταξύ των συστημάτων αξιών διαφόρων θρησκειών ή εθνικών ομάδων αποτελούν θεμέλια για μια θετική στάση . Σε αυτά περιλαμβάνονται επίσης η έννοια της συμμετοχής σε μια τοπική κοινότητα, χώρα, στην ΕΕ και στην Ευρώπη γενικά και στον κόσμο (ή σε μέρος του) καθώς και η προθυμία συμμετοχής στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα. Η εποικοδομητική συμμετοχή περιλαμβάνει επίσης τις δραστηριότητες του πολίτη, τη στήριξη της κοινωνικής πολυμορφίας και συνοχής και της βιώσιμης ανάπτυξης καθώς και την προθυμία σεβασμού των αξιών και της ιδιωτικής ζωής των άλλων.

7. Επιχειρηματικότητα

Ορισμός : Η επιχειρηματικότητα αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου να μετατρέπει τις ιδέες σε δράση. Περιλαμβάνει τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και την ανάληψη κινδύνων καθώς και την ικανότητα κατάρτισης και διαχείρισης σχεδίων προκειμένου να επιτευχθούν στόχοι. Στηρίζει όλους στην καθημερινή ζωή, τόσο στο σπίτι όσο και στην κοινωνία, και ειδικότερα τους εργαζομένους στο να γνωρίζουν το πλαίσιο της εργασίας τους και να είναι ικανοί να αξιοποιούν τις ευκαιρίες και αποτελεί το θεμέλιο για τις ειδικότερες δεξιότητες και γνώσεις που χρειάζονται οι επιχειρηματίες οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε κοινωνική ή εμπορική δραστηριότητα

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή την ικανότητα

Οι απαραίτητες γνώσεις περιλαμβάνουν τις διαθέσιμες ευκαιρίες για προσωπικές, επαγγελματικές ή/και επιχειρηματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων «ευρύτερης εμβέλειας» που απαρτίζουν το πλαίσιο στο οποίο ζουν και εργάζονται οι άνθρωποι, όπως η ευρεία κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της οικονομίας και των ευκαιριών και προκλήσεων που αντιμετωπίζει ένας εργοδότης ή ένας οργανισμός. Τα άτομα πρέπει επίσης να γνωρίζουν την ηθική θέση των επιχειρήσεων και τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αποτελέσουν δύναμη δημιουργίας καλού περιβάλλοντος, παραδείγματος χάριν μέσω του έντιμου εμπορίου ή μέσω της άσκησης των δραστηριοτήτων τους με κοινωνική υπευθυνότητα.

Οι δεξιότητες σχετίζονται με την ενεργό διαχείριση σχεδίων (με τη χρήση δεξιοτήτων όπως ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η διαχείριση, η ηγετική στάση και ανάθεση, η ανάλυση, η επικοινωνία, η ενημέρωση και η αξιολόγηση και καταχώριση) και την ικανότητα εργασίας τόσο σε τοπικό επίπεδο όσο και σε συνεργασία στο πλαίσιο ομάδων. Η ικανότητα κρίσης για τον προσδιορισμό των ισχυρών και αδύναμων σημείων του ατόμου καθώς και η αξιολόγηση και η ανάληψη κινδύνων αποτελούν σημαντικά στοιχεία.

Η επιχειρηματική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από την ανάληψη πρωτοβουλιών, την ενεργό στάση, την ανεξαρτησία και την καινοτομία τόσο στην προσωπική όσο και στην κοινωνική ζωή, καθώς επίσης και στην εργασία. Περιλαμβάνει επίσης την εξασφάλιση κινήτρων και την αποφασιστικότητα επίτευξης στόχων, είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε σε επίπεδο στόχων κοινών με άλλους, ή/και στην εργασία.

8. Πολιτιστική έκφραση

Ορισμός: Εκτίμηση της σημασίας της δημιουργικής έκφρασης ιδεών, εμπειριών και συναισθημάτων σε ένα φάσμα μέσων μαζικής επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της μουσικής, του θεάτρου, της λογοτεχνίας και των εικαστικών τεχνών.

Βασικές γνώσεις, δεξιότητες και συμπεριφορές που σχετίζονται με αυτή την ικανότητα

Η πολιτιστική γνώση περιλαμβάνει τη βασική γνώση σημαντικών πολιτιστικών έργων, συμπεριλαμβανομένου του λαϊκού σύγχρονου πολιτισμού ως σημαντικού μέρους της ανθρώπινης ιστορίας στα πλαίσια της εθνικής και ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς, και της θέσης τους στον κόσμο. Είναι σημαντικό να κατανοείται η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία της Ευρώπης (και των ευρωπαϊκών χωρών), η ανάγκη διατήρησής της και η εξέλιξη των λαϊκών προτιμήσεων και η σημασία των αισθητικών παραγόντων στην καθημερινή ζωή.

Οι δεξιότητες σχετίζονται τόσο με την εκτίμηση όσο και την έκφραση: αυτοέκφραση μέσω της ποικιλίας των μέσων μαζικής επικοινωνίας με τις εγγενείς ικανότητες των ατόμων και εκτίμηση και απόλαυση των έργων τέχνης και των παραστάσεων. Οι δεξιότητες περιλαμβάνουν επίσης την ικανότητα συσχετισμού των δημιουργικών και εκφραστικών απόψεων του ατόμου με τις γνώμες άλλων και προσδιορισμού και δημιουργίας οικονομικών ευκαιριών στην πολιτιστική δραστηριότητα.

Μια ισχυρή αίσθηση ταυτότητας είναι η βάση για το σεβασμό και την ανοικτή συμπεριφορά απέναντι στην πολυμορφία της πολιτιστικής έκφρασης. Μια θετική συμπεριφορά καλύπτει επίσης τη δημιουργικότητα και την προθυμία καλλιέργειας αισθητικής ικανότητας μέσω της καλλιτεχνικής αυτοέκφρασης και του ενδιαφέροντος για την πολιτιστική ζωή.

[1] Οι “βασικές δεξιότητες” αναφέρονται γενικά στις βασικές γνώσεις ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής· το Συμβούλιο της Λισσαβώνας ζήτησε να προστεθούν οι νέες δεξιότητες που χρειάζονται σε μια κοινωνία της γνώσης, όπως οι γνώσεις σχετικά με τις ΤΠΕ και την επιχειρηματικότητα.

[2] Η ομάδα εργασίας προτίμησε τον όρο “ικανότητα”, ο οποίος αναφέρεται σε έναν συνδυασμό γνώσεων, δεξιοτήτων και συμπεριφορών, και τον όρο “βασική ικανότητα” προκειμένου να καθορίσει τις ικανότητες που είναι αναγκαίες για όλους. Ο όρος αυτός συμπεριλαμβάνει τις βασικές δεξιότητες, αλλά επεκτείνεται και πέρα από αυτές.

[3] Ομάδα εργασίας για τις βασικές δεξιότητες, εκθέσεις προόδου 2003, 2004: htt p://europa.eu.int/comm/education/policies/2010/objectives_en.html#basic

[4] Κοινή ενδιάμεση έκθεση, έγγραφο 6905/04 του Συμβουλίου του Μαρτίου 2004.

[5] Το παράρτημα της σύστασης, “Βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση - ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς” είναι μια αναθεωρημένη έκδοση του πλαισίου βασικών ικανοτήτων που κατάρτισε η ομάδα εργασίας σχετικά με τις βασικές δεξιότητες.

[6] Πρόοδος προς τους στόχους της Λισσαβώνας στην εκπαίδευση και την κατάρτιση· έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, έκθεση 2005, σ. 20. http://europa.eu.int/comm/education/policies/2010/doc/progressreport05.pdf

[7] Απόφαση του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2005 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών. ΕΕ L 205 της 6.8.2005, σ. 21.

[8] Ευρωπαϊκό σύμφωνο νεολαίας, http://ue.eu.int/ueDocs/cms_Data/docs/pressData/en/ec/84335.pdf

[9] http://europa.eu.int/comm/enterprise/entrepreneurship/promoting_entrepreneurship/doc/com_70_en.pdf

[10] Ομάδα εργασίας για τις βασικές ικανότητες, έκθεση προόδου 2004.

[11] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

[12] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

[13] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

[14] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

[15] COM(2001) 678 τελικό.

[16] ΕΕ C 163 της 9.7.2002, σ. 1.

[17] SEC(2005) 419.

[18] Αναγνωρίζεται ότι η μητρική γλώσσα μπορεί να μην είναι σε όλες τις περιπτώσεις επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους και ότι η ικανότητα επικοινωνίας σε μια επίσημη γλώσσα αποτελεί προϋπόθεση για την εξασφάλιση της πλήρους συμμετοχής του ατόμου στην κοινωνία. Μέτρα για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων αποτελούν ευθύνη των επιμέρους κρατών μελών ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και συνθήκες τους.

Top