Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52004AE1444

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί μέτρων διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και περί επενδύσεων υποδομής»[COM(2003) 740 τελικό- 2003/0301 (COD)]

OJ C 120, 20.5.2005, p. 119–122 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)

20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/119


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί μέτρων διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και περί επενδύσεων υποδομής»

[COM(2003) 740 τελικό- 2003/0301 (COD)]

(2005/C 120/22)

Στις 23 Ιανουαρίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Οκτωβρίου 20042004 με βάση εισηγητική έκθεση της κας Sirkeinen.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειάς της, της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 134 ψήφους υπέρ, 7 κατά και 14 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Ιστορικό

1.1

Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ ακολούθησε κατά τα τελευταία έτη τρεις βασικούς προσανατολισμούς:

δημιουργία αποτελεσματικών ανοικτών αγορών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο,

διασφάλιση ασφαλούς ενεργειακού εφοδιασμού, και

επίτευξη αυστηρών περιβαλλοντικών στόχων και, συγκεκριμένα, αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος.

Η βασική νομοθεσία στους τομείς αυτούς περιλαμβάνει τις αναθεωρημένες οδηγίες για την ηλεκτρική ενέργεια και την αγορά φυσικού αερίου οι οποίες ανοίγουν τις αγορές για τους μη οικιακούς χρήστες στα μέσα του 2004 και για όλους τους καταναλωτές το 2007. Το 2001 δημοσιεύτηκε πράσινη βίβλος για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού με την οποία υπογραμμίζεται η διαχείριση βάσει της ζήτησης ως βασική δράση τόσο για την ασφάλεια του εφοδιασμού όσο και για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος.

1.2

Η ασφάλεια του εφοδιασμού σε προσιτές τιμές αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την οικονομική μεγέθυνση και την ευημερία των ευρωπαίων πολιτών. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ σε γνωμοδοτήσεις της υποστηρίζει τους στόχους και την προσέγγιση της Επιτροπής.

1.3

Οι αγορές ενέργειας στην ΕΕ δεν λειτουργούν ακόμα επιτυγχάνοντας τους ανωτέρω αναφερόμενους στόχους. Κάτι τέτοιο, ίσως, δεν θα πρέπει να αναμένεται εφόσον η βασική νομοθεσία απλώς πλησιάζει το στάδιο εφαρμογής της. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η παρούσα πρόταση οδηγίας αποτελεί συμπλήρωμα της ισχύουσας νομοθεσίας που στοχεύει στη κάλυψη των τρεχουσών ή των μελλοντικών ελλείψεων.

1.4

Ένα ισχυρό κίνητρο για την υποβολή της δέσμης ρυθμιστικών μέτρων υπήρξε η γενική διακοπή ρεύματος το Σεπτέμβριο του 2003 στην Ιταλία καθώς και άλλα συμβάντα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Η γενική διακοπή ρεύματος προκλήθηκε από σειρά λειτουργικών βλαβών που ακολούθησε την κατάρρευση υπερφορτωμένης γραμμής στην Ελβετία. Επίσης, εμφάνισε προβλήματα συντονισμού των διαχειριστών των συστημάτων μεταφοράς. Το ατυχές γεγονός αποτελεί σημαντικό δίδαγμα. Οι ανοικτές αγορές θα αυξήσουν την μεταφορά και δυνητικά προβλήματα τα οποία συνδέονται με αυτές.

1.5

Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι η Επιτροπή απλώς αναφέρεται στην πλέον βασική υποκείμενη αιτία γενικών διακοπών ρεύματος. Ορισμένες περιοχές ή χώρες έχουν ανεπαρκή εφοδιασμό ηλεκτροπαραγωγής και χρήζουν συνεχούς εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας από γειτονικές και πιο απομακρυσμένες περιοχές με ενεργειακό πλεόνασμα. Οι διασυνοριακές συναλλαγές στην κοινή αγορά ηλεκτρισμού είναι επωφελείς για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των διακυμάνσεων της προσφοράς και της ζήτησης, συμβάλλουν στην ασφάλεια εφοδιασμού, και ενισχύουν τον ανταγωνισμό. Εντούτοις, δεν μπορούν και δεν θα πρέπει να καλύπτουν την ανεπαρκή ικανότητα παραγωγής τμημάτων της αγοράς.

1.6

Σύμφωνα με την Επιτροπή σε μια υγιή αγορά, εφόσον αυξάνει η ζήτηση και η προσφορά μένει αμετάβλητη, οι τιμές αυξάνουν. Θεωρητικά, οι καταναλωτές αντιδρούν στις υψηλότερες τιμές με περικοπή της κατανάλωσης, αλλά στις αγορές ηλεκτρισμού η ελαστικότητα των τιμών θεωρείται μειονέκτημα για πολλούς λόγους. Σε ένα δεδομένο επίπεδο τιμών, οι επενδύσεις για μεγαλύτερη προσφορά αποδεικνύονται επικερδείς και, επομένως, ανακόπτεται η συνεχόμενη αύξηση των τιμών. Εφόσον δεν υπάρξουν επαρκείς επενδύσεις, οι τιμές εξακολουθούν να αυξάνουν, τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο στάδιο, ενώ διαπιστώνονται σοβαρά προβλήματα για τους καταναλωτές και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και, ως εκ τούτου, για το σύνολο της οικονομίας. Ένα ιδιαίτερο πρόβλημα που αφορά τις επενδύσεις στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής είναι το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει ταχεία αντίδραση στις μεταβολές των τιμών δεδομένου ότι η εκτέλεση των επενδυτικών έργων, από το σχεδιασμό έως την απαιτούμενη αδειοδότηση για την κατασκευή, απαιτούν πολύ χρόνο. Εάν σε ορισμένες περιπτώσεις οι προθεσμιακές αγορές μπορούν να αμβλύνουν το πρόβλημα αυτό, ωστόσο, επειδή πρόκειται για πρόσφατες πρακτικές, η βιωσιμότητά τους δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί.

1.7

Η ΕΕ αποφάσισε να ανοίξει την κοινοτική αγορά ηλεκτρισμού και αερίου στον ανταγωνισμό. Ωστόσο, υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με το ερώτημα εάν θα υπάρξουν επαρκείς επενδύσεις στην ανοικτή αγορά για την κατασκευή εγκαταστάσεων για την κάλυψη των αναγκών αιχμής. Η οδηγία για την αγορά ηλεκτρισμού απαιτεί από τα κράτη μέλη να καθιερώσουν συστήματα παρακολούθησης της ισορροπίας ζήτησης και προσφοράς και διαδικασίες προσκλήσεως υποβολής προσφορών για αύξηση της ικανότητας όταν τούτο κρίνεται αναγκαίο. Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για την γενική διάρθρωση της προσφοράς ενέργειας και την επιλογή των ενεργειακών πηγών, και το σχέδιο συντάγματος δεν επιφέρει αλλαγές ως προς αυτό.

1.8

Αίτια της ανεπάρκειας των επενδύσεων ενδέχεται να συνιστούν τόσο οι ελλείψεις της αγοράς (η μη συνεκτίμηση μακροπρόθεσμων αναγκών, περιβαλλοντικών παραγόντων και τοπικών και περιφερειακών περιστάσεων κλπ) όσο και ο ελλιπής ανταγωνισμός, η έλλειψη σταθερού κανονιστικού πλαισίου, οι αποθαρρυντικές διαδικασίες αδειοδότησης ή/και η αντίθεση του κοινού. Λόγω της απαίτησης να καταστεί ανεξάρτητος οικονομικός φορέας (διαχωρισμός), το δίκτυο καταδικάζεται σε μια διαχείριση χωρίς φιλοδοξίες δεδομένου ότι η καινοτομία και η δημιουργία αξίας πηγάζουν από τις υπηρεσίες που προσφέρονται στους πελάτες, Έτσι, το δίκτυο περιορίζεται ανάμεσα στις τιμές πρόσβασης στο δίκτυο, οι οποίες καθορίζονται από τις ρυθμιστικές αρχές, και τα τέλη και τις επενδύσεις που επιβάλλονται από τους πελάτες-φορείς, ώστε να μην υπάρχει καμία ευκαιρία ανάπτυξης ή σαφής άποψη των αναγκών για ανάπτυξη.

1.9

Η ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση, ή η εξοικονόμηση της ενέργειας, έχει εδώ και καιρό αναγνωριστεί ως ισχυρό στοιχείο της αγοράς ενέργειας. Η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας εξοικονομεί χρήματα και συμβάλλει άμεσα στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και, συχνά, στην μείωση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, μειώνοντας την ανάγκη για παραγωγή και για επενδύσεις σε νέο δυναμικό παραγωγής την μεταφορά και τη διανομή της ενέργειας. Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να προσφέρουν πολλά στο σημείο αυτό και πρέπει να ληφθούν μέτρα για την προώθηση της ανάπτυξής τους και την εφαρμογή τους στην αγορά.

1.10

Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί το θέμα της εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης. Μια υποκείμενη αιτία της αυξανόμενης έντασης στην οποία υπόκεινται τα δίκτυα είναι η αύξηση της ζήτησης η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί εν μέρει χάρη στη διαχείριση της ζήτησης. Όμως απαιτούνται, επίσης, κίνητρα για επενδύσεις σε δίκτυα και παραγωγή ηλεκτρισμού.

1.11

Σύμφωνα με την Επιτροπή, το σύνολο της μελλοντικής αύξησης της ζήτησης για ηλεκτρισμό μπορεί να αντιμετωπιστεί χάρη στην διαχείριση της ζήτησης. Ωστόσο, φαίνεται ότι απαιτούνται ορισμένες επενδύσεις απλώς και μόνο για να ανακαινιστούν μονάδες που έχουν φθάσει στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Η Επιτροπή αναμένει ένα μεγάλο ποσοστό των επενδύσεων για νέες εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής να λάβει την μορφή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και κατανεμημένων εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής που στηρίζονται στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού-θερμότητας μικρής κλίμακας.

1.11.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την έντονη αντίθεσή της με την περιγραφή αυτή των μελλοντικών τάσεων και αναγκών του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Σε ανακοίνωση σχετικά με τις επενδύσεις στις υποδομές, πρέπει να αναμένονται σαφέστερες και ρεαλιστικότερες πληροφορίες σχετικά με τις τάσεις και το δυναμικό, ειδικότερα όταν θα υπάρχουν πληρέστερα ποσοτικοποιημένα δεδομένα και σενάρια, συμπεριλαμβανομένου υλικού που θα προέρχεται από την ίδια την Επιτροπή. Κανείς δεν ωφελείται από την έλλειψη σαφών και ρεαλιστικών — έστω και μη δημοφιλών — βασικών πληροφοριών.

1.11.2

Ένας χονδρικός υπολογισμός δίνει μια ιδέα του μεγέθους του προβλήματος και των επιλογών για την επίλυσή του: επί του παρόντος, η αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας κυμαίνεται σε ποσοστό 1-2 % ετησίως στην ΕΕ. Ο κοινοτικός στόχος όσον αφορά την αύξηση της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνεπάγεται ετήσια αύξηση χαμηλότερη του 1 %. Ο προτεινόμενος στόχος για την ενεργειακή αποτελεσματικότητα θα μειώσει την ετήσια αύξηση κατά 1 %. Έτσι, οι ανανεώσιμες μορφές και η ενεργειακή αποτελεσματικότητα θα αντισταθμίσουν την αύξηση της ζήτησης, και, επιπλέον, ενδεχομένως να υποκαταστήσουν την υπάρχουσα ικανότητα κατά ποσοστό πολύ χαμηλότερο του μέσου 1 % ετησίως. Οι εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής λειτουργούν για 30-50 έτη, που σημαίνει θεωρητικά ότι οι ανάγκες υποκατάστασης πραγματοποιούνται με ετήσιο μέσο όρο 3 %. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας σημειώνει την ανάγκη κατασκευής νέων εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ άνω των 200 000 MW τα επόμενα 20 έτη.

2.   H πρόταση της Επιτροπής

2.1

Σκοπός της προτεινόμενης οδηγίας είναι η προώθηση των επενδύσεων στον ευρωπαϊκό τομέα της ενέργειας προκειμένου να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να προληφθεί η επανάληψη γενικών διακοπών ρεύματος. Η πρόταση δίνει έμφαση στην ανάγκη θέσπισης σαφούς κοινοτικού νομοθετικού πλαισίου για την ορθή λειτουργία μιας ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς ενέργειας, με τη διασφάλιση του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και κατάλληλο επίπεδο γραμμών διασύνδεσης ηλεκτρισμού μεταξύ των κρατών μελών, μέσω γενικών, διαφανών πολιτικών, που δεν εισάγουν διακρίσεις.

2.2

Το σχέδιο οδηγίας απαιτεί από τα κράτη μέλη να:

θεσπίσουν σαφή πολιτική όσον αφορά την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης η οποία να επιτρέπει τον καθορισμό στόχων σχετικά με την εφεδρική δυναμικότητα ή εναλλακτικές λύσεις, όπως είναι η λήψη μέτρων διαχείρισης της ζήτησης και να

ορίσουν πρότυπα σχετικά με την ασφάλεια των δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού.

2.3

Οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς πρέπει να υποβάλουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τους πολυετή στρατηγική επενδύσεων. Η ρυθμιστική αρχή έχει τη δυνατότητα να προσθέτει στον κατάλογο σημαντικά διασυνοριακά έργα.

2.4

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να υποβάλλουν περίληψη αυτών των προγραμμάτων επενδύσεων στην Επιτροπή για διαβουλεύσεις με την ομάδα ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών ηλεκτρισμού και αερίου και προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι άξονες των διευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας για έργα προτεραιότητας ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

2.5

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αποκτούν το δικαίωμα να επεμβαίνουν προκειμένου να επιταχυνθεί η ολοκλήρωση των έργων και όπου απαιτείται, να προκηρύσσουν δημοπρασίες για ορισμένα έργα σε περίπτωση που οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης συστήματος μεταφοράς αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να ολοκληρώσουν τα σχετικά έργα.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η οδηγία για την αγορά ηλεκτρισμού και ο κανονισμός για το διασυνοριακό εμπόριο θεσπίζουν το πλαίσιο για μια ελευθερωμένη εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού. Η εφαρμογή τους ξεκινά την 1η Ιουλίου 2004. Προκειμένου να διασφαλιστεί στους επενδυτές και τους άλλους παράγοντες κανονιστική σταθερότητα η οποία είναι κεφαλαιώδους σημασίας για το κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον. Τυχόν αλλαγές στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποτρέπονται αλλαγές που αντίκεινται στην επιλεχθείσα βασική προσέγγιση για μια ανταγωνιστική και ανοικτή αγορά.

3.2

Η ίδια η Επιτροπή αναφέρεται, λίγο έως πολύ έκδηλα, στις γενεσιουργές αιτίες για τις ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού, και την παρουσίαση του σχεδίου οδηγίας. Η πρόταση οδηγίας, εντούτοις, δεν αντιμετωπίζει άμεσα τις αιτίες αυτές.

3.3

Ως πρώτη αιτία, αναφέρεται η ανεπάρκεια της εφεδρικής δυναμικότητας σε ορισμένα τμήματα/ κράτη μέλη της Ένωσης, λόγω του προσανατολισμού της ενεργειακής πολιτικής. Η Επιτροπή περιγράφει το πρόβλημα αυτό από πλευράς εφεδρικής δυναμικότητας, αλλά το πρόβλημα υφίσταται, επίσης, από πλευράς βασικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

3.4

Ως δεύτερη αιτία αναφέρεται η έλλειψη ανταγωνισμού, λόγω της πολιτικής απροθυμίας που επιδεικνύουν ορισμένα κράτη μέλη, τα οποία δρουν με βάση κατεστημένα μονοπώλια, ολιγοπώλια, ή δεσπόζουσες θέσεις στην αγορά. Η Επιτροπή σημειώνει τα ανωτέρω και αναφέρεται στις περιορισμένες αρμοδιότητές της να προβεί σε σημαντικές ενέργειες επί τούτου. Η επιλογή που έγινε είναι να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός με επιχειρήσεις εκμετάλλευσης από αλλά κράτη μέλη με σκοπό την εξασφάλιση επαρκούς δυναμικότητας διασύνδεσης.

3.5

Ως τρίτη αιτία αναφέρεται η απροθυμία ή η έλλειψη ικανότητας ορισμένων επιχειρήσεων εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς να εφαρμόσουν τις υφισταμένες κατευθυντήριες γραμμές για τις διασυνοριακές συναλλαγές, ακόμα και εάν οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές έχουν συμφωνηθεί εθελούσια από τις οργανώσεις των επιχειρήσεων εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς. Προκύπτει το ερώτημα, κατά πόσον αποτελεί αιτία είναι ο ανεπαρκής διαχωρισμός των δραστηριοτήτων παραγωγής ενέργειας και εκμετάλλευσης των δικτύων.

3.6

Το πλέον εμφανές εμπόδιο στις επενδύσεις δικτύων μεταφοράς συνιστά η πολιτική αντίθεση και η αντίθεση του κοινού απέναντι σε τέτοια έργα μεταφοράς. Σε ορισμένα κράτη μέλη είναι ανεπιθύμητη οιαδήποτε μορφή ηλεκτροπαραγωγής. Αποτελεί βασικό δικαίωμα του κοινού να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του για έργα τα οποία έχουν αντίκτυπο στη δημόσια υγεία. Όμως, ο σχεδιασμός και οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων τείνουν να καθίστανται εξαιρετικά δυσκίνητες και παρατεταμένες διακυβεύοντας, επιπλέον, την υλοποίηση κατεπειγόντων και αναγκαίων έργων.

3.7

Το σχετικό ζήτημα που πραγματεύεται η οδηγία, και πρέπει να επιλυθεί σε επίπεδο ΕΕ, είναι να διασφαλιστεί με οιονδήποτε τρόπο η υλοποίηση επαρκών επενδύσεων σε γραμμές διασύνδεσης σε ένα πλαίσιο των δυνάμεων αγοράς.

3.8

Το σχέδιο οδηγίας προβλέπει το δικαίωμα της ρυθμιστικής αρχής να παρεμβαίνει μεταβάλλοντας τα επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και απαιτώντας την υλοποίηση συγκεκριμένων επενδύσεων και, τελικά, καθιερώνει μια διαδικασία διαγωνισμού. Η παρούσα πρόταση προχωρά πέρα από την οδηγία για την αγορά ηλεκτρισμού η οποία προβλέπει παρακολούθηση της ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης και, όπου τούτο κρίνεται απαραίτητο, διαδικασία υποβολής προσφορών για αύξηση της ικανότητας. Προκειμένου να αποφευχθούν οι υπερβολικά συχνές αλλαγές των κανονιστικών ρυθμίσεων και μια υπερβολική ρύθμιση, η νομοθεσία δεν θα έπρεπε να αλλάξει στο σημείο αυτό προτού αποκτηθεί επαρκής εμπειρία σχετικά με την λειτουργία των εν ισχύι διατάξεων.

3.9

Τμήμα του περιεχομένου του σχεδίου της οδηγίας, όπως είναι οι γενικές διατάξεις του άρθρου 3, είναι τα συναφή χαρακτηριστικά κάθε χρηστής εθνικής ενεργειακής πολιτικής και εφαρμόζονται ευρέως. Η παρουσίαση τους ως διατάξεων της οδηγίας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σύγχυση των αρμοδιοτήτων.

3.10

Ένα ζήτημα που αξίζει προσοχής εκ μέρους της Επιτροπής είναι η διαχείριση της ζήτησης. Η ενίσχυση των δυνατοτήτων για τους χρήστες της ενέργειας, ιδιαίτερα τους μεσαίους χρήστες προκειμένου να αντιδρούν στις τιμολογιακές διακυμάνσεις της χονδρικής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας, ενδεχομένως να συμβάλει σε μείωση της ζήτησης αιχμής.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Άρθρο 4: Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις εν λόγω διατάξεις, δεδομένου ότι το πρώτο εδάφιο συνεπάγεται ότι όλες οι επιχειρήσεις εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς παραπέμπονται στις κατευθυντήριες γραμμές των Ευρωπαϊκών Επιχειρήσεων Εκμετάλλευσης Συστημάτων Μεταφοράς.

4.2

Άρθρο 5: Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η προσέγγιση του άρθρου είναι κάπως ασαφής όσον αφορά τις αρμοδιότητες της ΕΕ και των κρατών μελών. Καταρχήν, εκτός του παρόντος πλαισίου, η ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη με την πλειονότητα των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο ως τμήμα της σταθερούς εθνικής πολιτικής για την ενέργεια.

4.3

Παραμένει αδιευκρίνιστο το τι σημαίνει «απόθεμα δυναμικότητας» στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 5, εδάφιο 1.Το άρθρο θα πρέπει να έχει ως αντικείμενο μόνο τα βραχυπρόθεσμα τεχνικά αποθέματα τα οποία είναι αναγκαία για την αξιοπιστία του συστήματος.

4.4

Άρθρο 6: Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι επενδύσεις δικτύου με τη διαχείριση της ζήτησης, πολύ περισσότερο με τον τρόπο που συνδέονται οι δύο έννοιες στο άρθρο 6, παράγραφος 1. Για το άρθρο 6, παράγραφος 2, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, εάν είναι δυνατόν, κατά την καθιέρωση της μεθοδολογίας για τα τιμολόγια πρόσβασης στο δίκτυο. Όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 2, καθίστανται αναγκαίες οι δράσεις για τις γραμμές διασύνδεσης, όπως αναφέρονται στο σημείο 3.7.

4.5

Άρθρο 7: Η ΕΟΚΕ δεν εγκρίνει τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο αυτό για τους λόγους που αναφέρονται στο σημείο 3.8.

Βρυξέλλες, 28 Οκτωβρίου 2004.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Το παρακάτω κείμενο της γνωμοδότησης του τμήματος αντικαταστάθηκε από τροποποιήσεις οι οποίες υιοθετήθηκαν από την ολομέλεια αλλά έλαβε τουλάχιστον το ένα τέταρτο των εκπεφρασμένων ψήφων:

Σημείο 1.8, τελευταία περίοδος:

«Συχνά, η θέσπιση νέας νομοθεσίας και, συγκεκριμένα, νομοθεσίας που επιτρέπει την κρατική παρέμβαση στις αγορές δεν δημιουργεί το αναγκαίο σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο αλλά, αντιθέτως, αυξάνει τον επενδυτικό κίνδυνο, καθυστερεί τις επενδύσεις και, συνεπώς, αυξάνει τις τιμές».

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

78 υπέρ της διαγραφής της περιόδου, 67 κατά και 9 αποχές.


Top