EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52003PC0052

Πρόταση κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα

/* COM/2003/0052 τελικό - COD 2003/0030 */

52003PC0052

Πρόταση κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα /* COM/2003/0052 τελικό - COD 2003/0030 */


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

I. ΠΕΡΙΛΗΨΗ

1. Η παρούσα πρόταση αποτελεί τη συνέχεια που δόθηκε στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων [1] σύμφωνα με την οποία επρόκειτο να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρόταση κανονισμού για τη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Καθορίζει τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται από τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την πραγματοποίηση των επίσημων ελέγχων καθώς και τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τη διεξαγωγή των ελέγχων αυτών. Είναι το αποτέλεσμα της επανεξέτασης των υφιστάμενων κοινοτικών κανόνων σχετικά με το θέμα αυτό, που εγκρίθηκαν ξεχωριστά για τον τομέα των ζωοτροφών, τον τομέα των τροφίμων και τον κτηνιατρικό τομέα. Καλύπτει το πλήρες φάσμα των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τη νομοθεσία για τα τρόφιμα, που περιλαμβάνει την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων αλλά και άλλες πτυχές που συνδέονται με την προστασία του καταναλωτή, όπως π.χ. η επισήμανση των ζωοτροφών και των τροφίμων.

[1] Έγγραφο COM (1999) 719.

Ειδική προσοχή δίνεται στα μέτρα εφαρμογής και ιδίως στην επιβολή κυρώσεων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο. Για το σκοπό αυτό, η πρόταση περιέχει τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις που πρέπει να επιβάλλονται από τα κράτη μέλη όσον αφορά σοβαρά αδικήματα που διαπράττονται εσκεμμένα ή λόγω σοβαρής αμέλειας. Η πρόταση περιέχει επίσης νέα μέσα για να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τα κράτη μέλη.

II. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2. Τα κίνητρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την υποβολή της παρούσας πρότασης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

* Η υφιστάμενη κλαδική προσέγγιση οδήγησε στην επανάληψη ή σε καταστάσεις όπου οι απαιτήσεις παρόμοιας φύσης καλύπτονται διαφορετικά για τους διάφορους κλάδους. Για ορισμένους κλάδους, λείπουν κάποιες πτυχές ελέγχου, αφήνοντας έτσι νομοθετικά κενά.

* Οι πρόσφατες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που οφείλονται σε ζωοτροφές και τρόφιμα υπογράμμισαν τις ελλείψεις των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η έλλειψη μιας εναρμονισμένης κοινοτικής προσέγγισης όσον αφορά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη των εθνικών συστημάτων ελέγχου.

* Υπάρχει ανάγκη να οριστεί κατάλληλα ο ρόλος των ιδίων υπηρεσιών ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η πιο αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων πόρων.

3. Όπως αναφέρεται στο λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων έπεται ότι:

"Επομένως υπάρχει σαφής ανάγκη για ένα κοινοτικό πλαίσιο για τα εθνικά συστήματα ελέγχου, το οποίο θα βελτιώσει την ποιότητα των ελέγχων σε κοινοτικό επίπεδο, και κατά συνέπεια θα αυξήσει τα πρότυπα ασφαλείας των τροφίμων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η λειτουργία αυτών των συστημάτων ελέγχου θα παραμείνει εθνική αρμοδιότητα. Αυτό το κοινοτικό πλαίσιο θα έχει τρία κύρια στοιχεία.

* Το πρώτο στοιχείο αφορά τα λειτουργικά κριτήρια που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο, τα οποία οι εθνικές αρχές αναμένεται να ικανοποιούν. Τα κριτήρια αυτά θα αποτελέσουν τα κύρια σημεία αναφοράς ως προς τα οποία θα ελέγχονται οι αρμόδιοι φορείς από το ΓΤΚΘ, επιτρέποντάς του με τον τρόπο αυτό να αναπτύξει μια συνεπή, πλήρη προσέγγιση ως προς τον έλεγχο των εθνικών συστημάτων.

* Το δεύτερο στοιχείο είναι η ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών για τον κοινοτικό έλεγχο. Αυτές θα προωθούν συνεπείς εθνικές στρατηγικές και θα καθορίζουν τις προτεραιότητες ανάλογα με τους κινδύνους και τις πιο αποτελεσματικές διαδικασίες ελέγχου. Η κοινοτική στρατηγική θα αποτελέσει μια πλήρη, ολοκληρωμένη προσέγγιση ως προς τη λειτουργία των ελέγχων. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές θα παρέχουν επίσης συμβουλές σχετικά με την ανάπτυξη συστημάτων καταγραφής των επιδόσεων και των αποτελεσμάτων των ελέγχων και θα καθορίζουν κοινοτικούς δείκτες επιδόσεων.

* Το τρίτο στοιχείο του πλαισίου είναι η καλύτερη διοικητική συνεργασία στην ανάπτυξη και λειτουργία συστημάτων ελέγχου. Πρέπει να ενισχυθεί η κοινοτική διάσταση της ανταλλαγής των καλύτερων πρακτικών μεταξύ των εθνικών αρχών. Αυτό θα περιλαμβάνει την προώθηση της αμοιβαίας βοήθειας των κρατών μελών ολοκληρώνοντας και συμπληρώνοντας το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο."

Η παρούσα πρόταση στοχεύει να δημιουργήσει αυτό το κοινοτικό πλαίσιο για τα εθνικά συστήματα ελέγχου συγχωνεύοντας και συμπληρώνοντας τους υφιστάμενους κανόνες για τη διεξαγωγή ελέγχων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο εντός της ΕΕ, στα σύνορα και σε τρίτες χώρες.

4. Η πρόταση λαμβάνει υπόψη τις αρχές της ασφάλειας των τροφίμων που αναφέρονται στο λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ιδίως ότι:

- η πολιτική για την ασφάλεια των τροφίμων πρέπει να στηρίζεται σε μια πλήρη και ολοκληρωμένη προσέγγιση,

- οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων έχουν την κύρια ευθύνη για την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων, ενώ οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν και επιβάλλουν την ευθύνη αυτή μέσω της λειτουργίας εθνικών συστημάτων παρακολούθησης και ελέγχου. οι υπηρεσίες ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συγκεντρώνουν την προσοχή τους στην εκτίμηση της ικανότητας των αρμόδιων αρχών να δημιουργήσουν αυτά τα συστήματα μέσω ερευνών και επιθεωρήσεων

- η πολιτική για την ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών πρέπει να βασίζεται στην ανάλυση του κινδύνου,

- η πολιτική από το αγρόκτημα στο τραπέζι που καλύπτει όλους τους τομείς της τροφικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ζωοτροφών, της πρωτογενούς παραγωγής, της επεξεργασίας των τροφίμων, της αποθήκευσης και διανομής, της υγείας των ζώων και της ευεξίας των ζώων πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά.

5. Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, η πρόταση περιέχει τα ακόλουθα κύρια στοιχεία:

- Οι επίσημοι έλεγχοι από τα κράτη μέλη τους δίνουν τη δυνατότητα να επαληθεύσουν και να εφαρμόσουν τη συμμόρφωση με την εθνική και κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και για τα τρόφιμα. για το σκοπό αυτό, πραγματοποιούνται τακτικά επίσημοι έλεγχοι και πρέπει να καθορίζονται με βάση την ανάλυση του κινδύνου.

- Οι αρχές στα κράτη μέλη που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση των επίσημων ελέγχων ικανοποιούν τα επιχειρησιακά κριτήρια που εγγυώνται την αποδοτικότητα, με την αποτελεσματικότητα και την αμεροληψία τους.

- Το προσωπικό που διεξάγει τους επίσημους ελέγχους πρέπει να έχει λάβει την κατάλληλη κατάρτιση ώστε να εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του.

- Τα ειδικά καθήκοντα ελέγχου μπορούν να εκχωρούνται σε ένα ανεξάρτητο όργανο μόνο κάτω από αυστηρούς όρους.

- Οι μέθοδοι δειγματοληψίας και ανάλυσης επικυρώνονται σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βασίζονται σε κριτήρια απόδοσης, και πραγματοποιούνται από εργαστήρια που είναι διαπιστευμένα για το σκοπό αυτό.

- Σε περιπτώσεις όπου εντοπίζεται μη συμμόρφωση λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων και των ποινικών κυρώσεων. Τα μέτρα και οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά.

- Εκπονούνται σχέδια αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης καθορίζοντας τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που οφείλονται σε ζωοτροφές και τρόφιμα.

- Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε τακτικούς ελέγχους των εισαγωγών ζωοτροφών και τροφίμων.

- Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επίσημοι έλεγχοι απαιτούν μέτρα από περισσότερα από ένα κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προσφέρουν αμοιβαία τη διοικητική συνδρομή τους. Η συνδρομή αυτή μπορεί να επεκτείνεται και στην ενεργό συνεργασία, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων των εμπειρογνωμόνων ενός κράτους μέλους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος.

- Σε συνεργασία με τα κράτη μέλη θα αναπτυχθεί ένα κοινοτικό πλαίσιο για την ανάπτυξη και τη λειτουργία εθνικών συστημάτων ελέγχου λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές και την εμπειρία των υπηρεσιών ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το πλαίσιο αυτό θα βασίζεται σε συμφωνημένα κριτήρια για την απόδοση των συστημάτων αυτών και θα οδηγήσει σε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη λειτουργία τους. Θα αναπτυχθούν κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για το σκοπό αυτό.

- Διοργανώνονται επιθεωρήσεις και έλεγχοι από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΓΤΚΘ) για την εξακρίβωση της αποτελεσματικότητας των εθνικών συστημάτων ελέγχου.

- Πρόσθετα μέσα πρέπει να καταστούν διαθέσιμα ώστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβάλει την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τα κράτη μέλη.

- Πρέπει να υπάρξει ένα κοινοτικό πλαίσιο για την κατάρτιση του προσωπικού ελέγχου στα κράτη μέλη ώστε να εξασφαλιστεί ένα ομοιόμορφο επίπεδο απόφασης που λαμβάνεται από το προσωπικό αυτό.

- Υπάρχει ανάγκη να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη οι ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών.

6. Οι βασικές αρχές που συνδέονται με τις αρμοδιότητες των εθνικών αρχών των κρατών μελών διατυπώνονται ήδη στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων [2]. Ο κανονισμός αυτός ορίζει συγκεκριμένα ότι «τα κράτη μέλη εκτελούν τη νομοθεσία για τα τρόφιμα, παρακολουθούν και επαληθεύουν εάν τηρούνται οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας αυτής από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής. Για το σκοπό διατηρούν σύστημα επίσημων ελέγχων και άλλων δραστηριοτήτων όπως αρμόζει στις περιστάσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η δημόσια επικοινωνία σε θέματα που αφορούν την ασφάλεια και τον κίνδυνο των ζωοτροφών και των τροφίμων, η εποπτεία της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων και άλλες δραστηριότητες παρακολούθησης που καλύπτουν όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής. Τα κράτη μέλη καθορίζουν επίσης τους κανόνες για τα μέτρα και τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στις παραβιάσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές".

[2] ΕΕ L 31, 1.2.2002, σ. 1.

Η παρούσα πρόταση περιγράφει λεπτομερέστερα τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι βασικές αρχές πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται.

III. ΓΕΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

7. Η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τους επίσημους ελέγχους στους τομείς της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών αναπτύχθηκε για μια περίοδο αρκετών δεκαετιών και σε κλαδική βάση. Ως εκ τούτου, περιέχεται σε αρκετές οδηγίες και αποφάσεις. Η κατάσταση μπορεί να συνοψισθεί ως εξής:

Ζωοτροφές

8. Η οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1995 [3] καθορίζει τις αρχές που διέπουν την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων.

[3] ΕΕ L 265, 8.11.1995, σ. 17.

Ο κύριος στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η εναρμόνιση των επίσημων ελέγχων που πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, όσον αφορά τόσο τις εισαγωγές όσο και τις συναλλαγές εντός της Κοινότητας.

Η οδηγία καλύπτει όλα τα προϊόντα και τις ουσίες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων. Τα ακόλουθα στοιχεία συνιστούν τις βασικές διατάξεις:

α) ομοιόμορφες αρχές για τη διεξαγωγή των ελέγχων.

β) ενίσχυση των ελέγχων στην πηγή και οργάνωση των ελέγχων στον τόπο προορισμού, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς.

γ) συστηματικοί έλεγχοι των εγγράφων και τυχαίοι έλεγχοι ταυτότητας, καθώς και φυσικοί έλεγχοι των εισαγωγών και μια διαδικασία για τη βελτίωση της εναρμόνισης των ελέγχων αυτών.

δ) διαδικασίες για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών σε περίπτωση που διαπιστώνονται παραβάσεις.

ε) απαίτηση να καταρτίζουν τα κράτη μέλη εθνικά ετήσια προγράμματα επιθεώρησης.

στ) απαίτηση να αποστέλλουν τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή έκθεση σχετικά με την υλοποίηση των εθνικών προγραμμάτων, με αρχή τον Απρίλιο 2000.

ζ) με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, απαίτηση να υποβάλλει η Επιτροπή ετησίως, μια γενική συνοπτική έκθεση καθώς και μια πρόταση σύστασης που θα αφορά ένα συντονισμένο κοινοτικό πρόγραμμα ελέγχου.

η) διαδικασία για την πραγματοποίηση επιτόπιων επιθεωρήσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόσο στα κράτη μέλη όσο και στις τρίτες χώρες.

θ) δυνατότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο, να εγκρίνει μέτρα διασφάλισης για προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών.

ι) διατάξεις για τη δημιουργία ειδικών σχεδίων ελέγχων, εφόσον είναι σκόπιμο, επιπλέον του ετήσιου και του γενικού σχεδίου ελέγχων.

ια) απαίτηση τα κράτη μέλη να διαθέτουν επαρκή σχέδια έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση σοβαρών κινδύνων που αφορούν τις ζωοτροφές.

ιβ) απαίτηση τα κράτη μέλη να ενημερώνουν την Επιτροπή αμέσως μόλις διαπιστωθεί σοβαρή μόλυνση ή κίνδυνος μόλυνσης και έχει εξαπλωθεί.

9. Η χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων στον τομέα των ζωοτροφών οργανώνεται με την απόφαση 98/728/ΕΚ του Συμβουλίου [4]. Η απόφαση αυτή προβλέπει την επιβολή ενός κοινοτικού συστήματος τελών για την εξέταση των φακέλων των συγκεκριμένων πρόσθετων υλών και για την έγκριση ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων. Η απόφαση καθορίζει έναν αποκλειστικό κατάλογο δαπανών που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό των τελών ελέγχων. Σε αυτόν περιλαμβάνονται οι δαπάνες προσωπικού, οι διοικητικές δαπάνες και οι τεχνικές δαπάνες. Με βάση τα κριτήρια αυτά, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν κατ' αποκοπή ποσά για τη χρηματοδότηση των δαπανών για τους επίσημους ελέγχους σε συγκεκριμένους τομείς. Η άμεση ή έμμεση επιστροφή των τελών στους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών ή τροφίμων δεν επιτρέπεται.

[4] ΕΕ L 346, 22.12.1998, σ. 51.

Παρ'όλο που η απόφαση αυτή κατέστη εφαρμοστέα μόλις πρόσφατα, φαίνεται να λειτουργεί κανονικά. Αντίθετα με το σύστημα που εφαρμόζεται στον κτηνιατρικό τομέα, δεν γνωστοποιήθηκαν δυσκολίες όσον αφορά την εφαρμογή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

10. Κοινοτικές μέθοδοι δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών ορίζονται στην οδηγία 70/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου [5]. Η οδηγία αυτή δίνει τη δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θεσπίσει τέτοιες μεθόδους με σκοπό τον έλεγχο της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ποιότητας και σύνθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις.

[5] ΕΕ L 170, 3.8.1970, σ. 2.

Αυτό επέτρεψε τη θέσπιση ορισμένων αναλυτικών μεθόδων, όπως η οδηγία 98/88/EK της Επιτροπής της 13ης Νοεμβρίου 1998 για τη θέσπιση κατευθυντηρίων γραμμών για το μικροσκοπικό εντοπισμό και εκτίμηση των συστατικών ζωικής προέλευσης για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών [6]. Η οδηγία 70/373/ΕΟΚ ωστόσο δεν καθορίζει τα κριτήρια με τα οποία θα συμμορφώνονται οι μέθοδοι ανάλυσης, όπως ισχύει για τα τρόφιμα (οδηγία 85/591/ΕΟΚ του Συμβουλίου). Πρέπει να εναρμονισθούν και οι δύο τομείς.

[6] ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 45.

Τρόφιμα

11. Ισχύουν δύο οδηγίες για τους επίσημους ελέγχους στον τομέα των τροφίμων:

- η οδηγία 89/397/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων [7],

[7] ΕΕ L 186, 30.6.1989, σ. 23

- η οδηγία 93/99/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τα πρόσθετα μέτρα που αφορούν τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων [8].

[8] ΕΕ L 290, 24.11.1993, σ. 14.

Το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών καλύπτει όλα τα τρόφιμα, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των απαιτήσεων όσον αφορά την κτηνιατρική νομοθεσία που περιγράφεται κατωτέρω. Καθορίζουν γενικά, τις γενικές αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται από τις υπηρεσίες ελέγχου στα κράτη μέλη, για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση των τροφίμων, των πρόσθετων υλών των τροφίμων, των βιταμινών, των ορυκτών αλάτων, των ιχνοστοιχείων και άλλων πρόσθετων υλών καθώς και των υλικών και των αγαθών που προορίζεται να έλθουν σε επαφή με τα τρόφιμα. Σε αυτές περιλαμβάνονται ειδικότερα οι κανόνες σχετικά με την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα κράτη μέλη, τη δειγματοληψία και την ανάλυση, το δικαίωμα της άσκησης έφεσης έναντι μέτρων που έλαβε η αρμόδια αρχή, την οργάνωση ελέγχων σύμφωνα με εκ των προτέρων εκπονηθέντα σχέδια, τους κοινοτικούς ελέγχους στα κράτη μέλη και την αλληλοβοήθεια.

Οι οδηγίες αυτές δεν περιλαμβάνουν ωστόσο κοινούς κανόνες σχετικά με τον έλεγχο των τροφίμων που εισάγονται στην Κοινότητα ούτε και σχετικά με την οργάνωση των κοινοτικών ελέγχων σε τρίτες χώρες. Ούτε επίσης περιλαμβάνουν διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης που οφείλεται σε τρόφιμα είτε σχετικά με τη χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων. Δεν καθορίζουν τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται όταν οι επίσημοι έλεγχοι αποκαλύπτουν ανωμαλίες.

Κτηνιατρικοί έλεγχοι

12. Υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σύνολο κανόνων που πρέπει να εφαρμόζουν οι ελεγκτικές αρχές στα κράτη μέλη σε ελέγχους επί προϊόντων ζωικής προέλευσης και για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κοινοτικούς κτηνιατρικούς κανόνες. Αυτοί περιλαμβάνουν τις ακόλουθες οδηγίες γενικής φύσεως οι οποίες είναι έτσι εφαρμόσιμες σε όλα τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης:

- την οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς [9],

[9] ΕΕ L 395, 30.12.1989, σ. 13.

- την οδηγία 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου για καθορισμό των αρχών οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες [10].

[10] ΕΕ L 24, 30.1.1998, σ. 9.

13. Η πρώτη οδηγία εγκρίθηκε κατά το χρόνο της θέσπισης της ενιαίας αγοράς. Στοχεύει να εξασφαλίσει ότι οι κτηνιατρικοί έλεγχοι στα αγαθά που προορίζονται για την αγορά της ΕΕ πραγματοποιούνται στο χώρο αποστολής και όχι πια στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Περιέχει στοιχεία σχετικά με την οργάνωση των ελεγκτικών υπηρεσιών στα κράτη μέλη, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση εκτάκτων αναγκών όσον αφορά τα τρόφιμα και τη θέσπιση σχεδίων ελέγχου.

14. Η δεύτερη οδηγία καθορίζει λεπτομερώς όλους τους ελέγχους που πρέπει να πραγματοποιούνται στα αγαθά που προέρχονται από τρίτες χώρες. Καθορίζει ιδίως ότι τα αγαθά αυτά πρέπει να εκτελωνίζονται εκ των προτέρων μέσω ενός συνοριακού σταθμού επιθεώρησης, ο οποίος πρέπει να συμπεριληφθεί στον κατάλογο των συνοριακών σταθμών επιθεώρησης που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή και ότι πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο εγγράφων, έλεγχο ταυτότητας και φυσικό έλεγχο. Περιγράφει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των αγαθών με τους κοινοτικούς κτηνιατρικούς κανόνες.

15. Επιπλέον των δύο αυτών οδηγιών, υπάρχουν ορισμένες οδηγίες για συγκεκριμένα προϊόντα. Καθεμία από τις οδηγίες αυτές περιέχει τις υποχρεώσεις οι αρμόδιες αρχές να εκτελούν ελέγχους στα σχετικά προϊόντα. Στα προϊόντα αυτά περιλαμβάνονται το κρέας, τα προϊόντα κρέατος, τα προϊόντα αυγών, τα προϊόντα αλιείας, το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα κ.τ.λ.

16. Οι δύο άλλες οδηγίες στον κτηνιατρικό τομέα έχουν μεγάλη σημασία όσον αφορά την οργάνωση των επίσημων ελέγχων:

- η οδηγία αριθ. 89/608/ΕΟΚ του Συμβουλίου περιέχει λεπτομερείς κανόνες για την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία των αρχών αυτών με την Επιτροπή, με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της κτηνιατρικής και ζωοτεχνικής νομοθεσίας [11],

[11] ΕΕ L 351, 2.12.1989, σ. 34.

- η οδηγία 96/43/ΕΚ του Συμβουλίου για την τροποποίηση και την κωδικοποίηση της οδηγίας 85/73/ΕΟΚ ώστε να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των ζώντων ζώων και ορισμένων ζωικών προϊόντων [12]. Καλύπτει, για προϊόντα ζωικής προέλευσης και για ζώντα ζώα, τη χρηματοδότηση των κτηνιατρικών ελέγχων.

[12] ΕΕ L 162, 1.7.1996, σ. 1.

17. Τέλος, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001, που εγκρίθηκε πρόσφατα, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών έχει μεγάλη σημασία για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στον κτηνιατρικό τομέα καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002, που εγκρίθηκε πρόσφατα, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3 Οκτωβρίου 2002 για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο [13].

[13] ΕΕ L 273, 10.10.2002, σ. 1.

18. Η κτηνιατρική νομοθεσία θεσπίζει, για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, κοινούς κανόνες σχετικά με την οργάνωση των επισήμων ελέγχων, τον έλεγχο των τροφίμων που εισάγονται στην Κοινότητα, τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης που οφείλεται σε τρόφιμα, τα ειδικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται όταν οι επίσημοι έλεγχοι αποκαλύπτουν ανωμαλίες, τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την αλληλοβοήθεια και σχετικά με τη χρηματοδότηση των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων και ελέγχων στα ζώντα ζώα και ορισμένα ζωικά προϊόντα. Καλύπτει επίσης τη διεξαγωγή των κοινοτικών ελέγχων στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες. Ένα ζήτημα που δεν καλύπτεται κατά ολοκληρωμένο τρόπο δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας είναι το ζήτημα της επίσημης δειγματοληψίας και ανάλυσης των τροφίμων.

Άλλοι τομείς

19. Στους τομείς της υγείας των ζώων και της ευεξίας των ζώων έχουν αναπτυχθεί επίσημες απαιτήσεις ελέγχου κατάλληλες για τους εν λόγω τομείς. Εντούτοις, έχοντας υπόψη τον οριζόντιο χαρακτήρα και τη γενική φύση της, η πρόταση για τους επίσημους ελέγχους ζωοτροφών και τροφίμων μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως σε αυτούς τους τομείς. Το γεγονός αυτό συμφωνεί με το λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων που αναφέρει ότι η υγεία των ζώων και η ευεξία των ζώων είναι σημαντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων.

IV. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Εξουσίες και υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με τις δραστηριότητες στα κράτη μέλη

20. Οι έλεγχοι εμπίπτουν στον ευρύτερο ρόλο του θεματοφύλακα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ώστε να εξασφαλιστεί ότι η κοινοτική νομοθεσία εφαρμόζεται και εκτελείται αποτελεσματικά στο πλαίσιο της Κοινότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 211 της συνθήκης ΕΚ. Υπάρχει επίσης η απαίτηση στο άρθρο 152 ότι "Η δράση της Κοινότητας .... αποβλέπει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας καθώς και στην πρόληψη της ανθρώπινης ασθένειας σε όλες τις μορφές της και στην επισήμανση των πηγών κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία". Οι υποχρεώσεις ελέγχου που περιέχονται σε νομοθετικά κείμενα υπόκεινται σε αυτά τα ευρύτερα καθήκοντα ώστε να εξασφαλιστεί ότι η νομοθεσία εκτελείται αποτελεσματικά και ότι αποτρέπονται οι κίνδυνοι για την υγεία.

21. Υπάρχουν λίγες μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες η κοινοτική νομοθεσία απαιτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να πραγματοποιεί ελέγχους στα κράτη μέλη. Στην τεράστια πλειονότητα των περιπτώσεων η νομοθεσία προβλέπει την εξουσιοδότηση επιθεώρησης χωρίς την επιβολή της σχετικής υποχρέωσης. Έτσι η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά το κατά πόσον πρέπει να πραγματοποιηθούν έλεγχοι ή να χρησιμοποιηθούν άλλα μέσα εξασφάλισης της επιβολής της νομοθεσίας. Επί του παρόντος υπάρχουν δύο σχετικές εξαιρέσεις:

α) η απόφαση 97/778/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απαιτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιθεωρεί συνοριακούς σταθμούς επιθεώρησης κατά κανόνα σε ετήσια βάση (υπάρχουν περίπου 290 σταθμοί στην Κοινότητα).

β) αρκετές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τα τελευταία χρόνια σχετικά με τη ΣΕΒ έχουν απαιτήσει συγκεκριμένα ελέγχους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εξακρίβωση και τη συμμόρφωση.

Η υποχρέωση δυνάμει του α) δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως ποτέ λόγω των περιορισμών των πόρων. Επιπλέον, η συχνότητα των επιθεωρήσεων που επιβάλλονται επί του παρόντος δεν είναι αναγκαία για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας. Η εξασφάλιση της κατάλληλης λειτουργίας αυτών των εγκαταστάσεων πρέπει να αποτελεί κυρίως αρμοδιότητα των υπηρεσιών ελέγχου των κρατών μελών, ενώ οι υπηρεσίες ελέγχου της Επιτροπής πρέπει να ενσωματώσουν το στοιχείο αυτό ελέγχου τους στις γενικές τους έρευνες των συστημάτων ελέγχων των κρατών μελών σύμφωνα με τις ιδέες που εκφράζονται στο παρόν υπόμνημα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι οι υφιστάμενοι κανόνες πρέπει συνεπώς να επανεξεταστούν και να αναπροσαρμοστούν ανάλογα. Αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστών προτάσεων.

Εξουσίες και υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με τρίτες χώρες

22. Όσον αφορά τις τρίτες χώρες, η κοινοτική νομοθεσία επιβάλλει σημαντικές υποχρεώσεις για επιθεώρηση μόνο στον κτηνιατρικό τομέα, όπου οι κατακόρυφες οδηγίες περί υγιεινής προβλέπουν ότι οι κοινοτικοί έλεγχοι «θα» πραγματοποιούνται με σκοπό να επαληθευτεί κατά πόσο τα πρότυπα που εφαρμόζονται από τη σχετική τρίτη χώρα συμμορφώνονται ή προσφέρουν ισοδύναμο επίπεδο προστασίας με εκείνο που εφαρμόζεται στην Κοινότητα. Εφόσον οι οδηγίες περί υγιεινής περιλαμβάνουν υποχρέωση επιθεώρησης, θεσπίστηκε παρέκκλιση από την υποχρέωση αυτή με την απόφαση 95/408 του Συμβουλίου για όλα τα ζώα και τα προϊόντα, πλην των βοοειδών, των προβάτων, των χοίρων, των αιγών και των προϊόντων τους. Όσον αφορά όλα αυτά τα προηγούμενα, η απόφαση 86/474/ΕΟΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απαιτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να πραγματοποιήσει ελέγχους σε πολλές χώρες και εγκαταστάσεις ετησίως. Λόγω των περιορισμών των πόρων μόνον ένα μικρό ποσοστό των χωρών και των εγκαταστάσεων αυτών αποτελούν αντικείμενο πραγματικής επίσκεψης ετησίως σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα. Είναι σαφές ότι οι κανόνες, όπως υπάρχουν σήμερα, πρέπει να αναπροσαρμοστούν έτσι ώστε να λάβουν υπόψη τους περιορισμούς αυτούς και να εφαρμοστεί μια προσέγγιση επιθεώρησης σε τρίτες χώρες κατά το δυνατό συντομότερα.

V. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

Το μεταβαλλόμενο πλαίσιο

23. Το πλαίσιο για τις δραστηριότητες ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει αλλάξει από ορισμένες σημαντικές απόψεις τα τελευταία χρόνια.

Η ασφάλεια των τροφίμων μετατέθηκε και παραμένει στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης της Κοινότητας. Μέρος της παρούσας απάντησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις συνεχιζόμενες ανησυχίες των ευρωπαίων καταναλωτών σχετικά με την ασφάλεια των τροφίμων ήταν να συγκεντρώσει το 1999 στα πλαίσια της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών όλες τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για ζητήματα ασφάλειας των ζωοτροφών και τροφίμων. Με τον τρόπο αυτό στοχεύει να εστιάσει όλους τους διαθέσιμους πόρους της, κατά συντεταγμένο και αποτελεσματικό τρόπο, στις κύριες προτεραιότητες για την εξασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων σε κοινοτικό επίπεδο. Έτσι, οι υπηρεσίες ελέγχου και οι νομοθετικές υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνεργάζονται στενά για να εξασφαλίσουν ότι η νομοθεσία για την ασφάλεια των τροφίμων παραμένει επίκαιρη, ολοκληρωμένη και εφαρμόσιμη και ότι εφαρμόζεται και εκτελείται κατάλληλα.

24. Και στα κράτη μέλη εφαρμόζονται νέες θεσμικές ρυθμίσεις. Σε ορισμένα κράτη μέλη συγκροτήθηκαν ή συγκροτούνται οργανισμοί για την ασφάλεια των τροφίμων ώστε να βοηθήσουν να ικανοποιηθούν οι ανησυχίες των καταναλωτών σχετικά με την ασφάλεια των τροφίμων. Ορισμένα από αυτά τα νέα όργανα έχουν σημαντικές αρμοδιότητες ελέγχου.

25. Το φάσμα των αρμοδιοτήτων ελέγχου τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο καθίσταται ευρύτερο. Οι κοινοτικοί έλεγχοι έτειναν στο παρελθόν να επικεντρώνονται στα αρχικά στάδια της επεξεργασίας των τροφίμων, ιδίως των τροφίμων ζωικής προέλευσης. Μεγάλο τμήμα της υφιστάμενης λεπτομερούς νομοθεσίας για την ασφάλεια των τροφίμων αφορά ελέγχους στους τομείς αυτούς. Ωστόσο, οι αρχές ελέγχου πρέπει να καλύψουν τη συνολική τροφική αλυσίδα για όλο και περισσότερα προϊόντα και τομείς. Η τροφική αλυσίδα παραγωγής καθίσταται πιο σύνθετη και περίπλοκη καθώς τα τρόφιμα μεταποιούνται με νέες διαδικασίες που δεν προβλέπονται στην υφιστάμενη νομοθεσία. Τα συστήματα ελέγχου πρέπει να αναπροσαρμοστούν ανάλογα. Πρέπει να βασιστούν σε μια προσέγγιση που στοχεύει στα κρίσιμα σημεία σε κάθε επίπεδο ελέγχου: κοινοτικό, εθνικό, περιφερειακό, τοπικό και στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης.

26. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επίσης την όλο και μεγαλύτερη ευθύνη να εξασφαλίσει ότι πληρούνται οι κοινοτικές απαιτήσεις όσον αφορά όλες τις εισαγωγές τροφίμων, ζώων, φυτών και των προϊόντων τους από τρίτες χώρες. Η ΕΕ εισάγει πλέον αυτά τα προϊόντα από πάνω από 200 χώρες από όλο τον κόσμο. Αυτές οι χώρες κυμαίνονται από τις πλέον ανεπτυγμένες έως τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Έχουν πολύ διαφορετικές μεθόδους και πρότυπα ελέγχου. Η εξισορρόπηση των απαιτήσεων της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με ζητήματα ασφάλειας τροφίμων, υγείας των ζώων, ορθής μεταχείρισης των ζώων και υγείας των φυτών έναντι των υποχρεώσεων εμπορίου και των ανθρωπιστικών υποχρεώσεων της Κοινότητας όσον αφορά τόσο πολλές χώρες είναι σύνθετη και λεπτή υπόθεση.

Η μελλοντική διεύρυνση της Ένωσης θα προσθέσει επίσης μια νέα διάσταση στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Είναι σαφές ότι πολλές από τις υποψήφιες χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρή πρόκληση όσον αφορά την ανύψωση των συστημάτων ελέγχου τους έως τα πρότυπα που απαιτούνται μέσα στην Κοινότητα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίσει το ρόλο της στην υποβοήθησή τους για να πετύχουν το στόχο αυτό.

Κοινοτικό πλαίσιο για εθνικά συστήματα ελέγχου

27. Το λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων προσδιόρισε την ανάγκη μιας πιο εναρμονισμένης προσέγγισης ως προς τη λειτουργία των συστημάτων στα κράτη μέλη για την παρακολούθηση και την επιβολή της κοινοτικής νομοθεσίας. Πρότεινε συνεπώς την ανάπτυξη ενός κοινοτικού πλαισίου για τα εθνικά συστήματα ελέγχων ώστε να ανυψωθούν τα πρότυπα της ασφάλειας των τροφίμων σε ολόκληρη την ΕΕ.

28. Στον παρόντα κανονισμό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει τη θέσπιση μιας νέας προσέγγισης δυνάμει της οποίας οι τρεις πτυχές του ελέγχου -η εξακρίβωση της μεταφοράς, η λήψη εκθέσεων από τα κράτη μέλη και η πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων- θα συνδυαστούν σε μια ολοκληρωμένη διαδικασία ελέγχου για όλες τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Ο κύκλος ελέγχου δυνάμει της νέας αυτής προσέγγισης θα περιλαμβάνει 4 κύρια στάδια.

Στάδιο 1:

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συντάξει γενικές κατευθυντήριες γραμμές, κατόπιν διαβούλευσης με τα κράτη μέλη και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της επικουρικότητας, σχετικά με τη δομή και την οργάνωση των ολοκληρωμένων εθνικών συστημάτων ελέγχου και σχετικά με το πεδίο εφαρμογής, το περιεχόμενο και τη λειτουργία των εθνικών σχεδίων ελέγχου. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές θα στοχεύουν στην προώθηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης ως προς τους ελέγχους, καλύπτοντας το πλήρες φάσμα της κοινοτικής νομοθεσίας και περιλαμβάνοντας όλους τους τομείς προϊόντων και όλα τα στάδια της αλυσίδας ζωοτροφών και τροφίμων. Θα ενθαρρύνουν την έγκριση βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τις βασικές αρχές που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω σε όλα τα επίπεδα του συστήματος ελέγχου σε κάθε κράτος μέλος και θα επισημάνουν τους κύριους δείκτες απόδοσης που πρέπει να εφαρμοστούν κατά την αξιολόγηση και τον έλεγχο των εθνικών σχεδίων ελέγχου.

Στάδιο 2:

Από τα κράτη μέλη θα ζητηθεί εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, να εκπονήσουν ένα ολοκληρωμένο πολυετές εθνικό σχέδιο ελέγχου, να διατηρήσουν αυτό το σχέδιο και να το υποβάλουν στην Επιτροπή ύστερα από σχετικό αίτημα. Τα σχέδια εφαρμόζονται για πρώτη φορά ένα έτος ύστερα από την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

Στάδιο 3:

Με βάση το πολυετές εθνικό σχέδιο ελέγχου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα διεξάγει σε τακτική βάση μια γενικότερη έρευνα των δραστηριοτήτων ελέγχου κάθε κράτους μέλους που μπορεί να περιλαμβάνει επιλεγμένους ελέγχους σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και σε επίπεδο εγκατάστασης για να επαληθευτούν οι πτυχές του συστήματος ελέγχου. Αυτή η γενική έρευνα μπορεί να συμπληρωθεί με περαιτέρω έρευνες ειδικών τομέων ή ιδιαίτερα κρίσιμων σημείων ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης των έκτακτων αναγκών ή των νέων εξελίξεων, όπως κρίνεται κατάλληλο.

Στάδιο 4:

Ένα έτος μετά την εφαρμογή των σχεδίων ελέγχου και στη συνέχεια ετησίως, τα κράτη μέλη θα απαιτηθεί να υποβάλουν έκθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία, εφόσον είναι αναγκαίο, θα επικαιροποιεί το αρχικό τους σχέδιο σε σχέση με α) ποια νέα νομοθεσία έχει θεσπιστεί ή τροποποιηθεί ώστε να καλύπτει τις κοινοτικές απαιτήσεις, β) ποιες σημαντικές αλλαγές έχουν γίνει στη δομή και τη λειτουργία των συστημάτων ελέγχου και γ) τις τροποποιήσεις που έγιναν στα σχέδια ελέγχου τους. Οι επακόλουθες έρευνες της Επιτροπής στα κράτη μέλη θα βασίζονται στα επικαιροποιημένα σχέδιά τους.

Θα εκπονηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια γενική έκθεση για τη συνολική λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχου στα κράτη μέλη, βάσει των εκθέσεων των κρατών μελών, του αποτελέσματος των ελέγχων της Επιτροπής και άλλων σχετικών στοιχείων που θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και θα εκδοθεί.

29. Αυτή η νέα προσέγγιση όσον αφορά τους ελέγχους θα έχει ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα. Όσον αφορά τα κράτη μέλη, θα τους δώσει τη δυνατότητα να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν τις δραστηριότητες ελέγχου τους με σαφή κατανόηση του τι αναμένεται σε κοινοτικό επίπεδο και στο πλαίσιο ενός συνολικού ολοκληρωμένου κοινοτικού πλαισίου. Η υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία για την ασφάλεια των τροφίμων, τη διατροφή των ζώων, την υγεία των ζώων, την ευεξία των ζώων και την υγεία των φυτών καθορίζει ένα πολύ ευρύ και ποικίλο φάσμα απαιτήσεων. Τα κράτη μέλη ορισμένες φορές εκφράζουν ανησυχίες ότι τα κριτήρια και οι οριοθετήσεις με τα οποία ελέγχονται και αξιολογούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα συστήματα ελέγχου τους δεν είναι πάντα σαφή και δεν εφαρμόζονται συνεκτικά. Η νέα προσέγγιση θα ανταποκρίνεται στις ανησυχίες αυτές.

Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα είναι σε θέση να εφαρμόσει τους διαθέσιμους πόρους της πιο αποτελεσματικά, συνδυάζοντας τις διάφορες υφιστάμενες δραστηριότητες ελέγχου της σε μια συνολική και ολοκληρωμένη διαδικασία. Η προσέγγιση αυτή θα εξασφαλίσει επίσης ότι όλες οι κύριες απαιτήσεις που ορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία ελέγχονται τακτικά και ότι δεν αφήνονται σημαντικά κενά στη διαδικασία ελέγχου.

Όσον αφορά τους καταναλωτές, η νέα προσέγγιση θα είναι πιο διαφανής και κατανοητή. Η δημοσίευση εκθέσεων σχετικά με τη γενική λειτουργία των εθνικών σχεδίων ελέγχου στα κράτη μέλη και τα αποτελέσματα των ερευνών από εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα παράσχουν μια πιο σαφή άποψη του πώς η κοινοτική νομοθεσία για την ασφάλεια των τροφίμων εφαρμόζεται και τι κάνουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη για να εξασφαλίσουν την επαρκή προστασία του καταναλωτή και να βελτιώσουν την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων, την υγεία των ζώων, την ευεξία των ζώων και την υγεία των φυτών.

Κοινοτικοί έλέγχοι σε τρίτες χώρες

30. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει ζωοτροφές, τρόφιμα, φυτά και ζώα από περισσότερες από 200 χώρες από ολόκληρο τον κόσμο. Με βάση την παρούσα νομοθεσία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαιτείται:

α) να επαληθεύει ότι οι αρμόδιες αρχές στις χώρες αυτές είναι ικανές να εξασφαλίσουν ότι τηρούνται οι κοινοτικές απαιτήσεις όσον αφορά όλα τα προϊόντα που εξάγονται στην ΕΕ,

β) στην περίπτωση ορισμένων προϊόντων να επιθεωρεί μεμονωμένες εγκαταστάσεις παραγωγής από τις οποίες σήμερα υπάρχουν περίπου 13.500 που έχουν εγκριθεί για εξαγωγή στην Κοινότητα,

γ) να παρακολουθεί σε τακτική βάση τη λειτουργία περίπου 290 υφιστάμενων συνοριακών σταθμών επιθεώρησης που πραγματοποιούν εξειδικευμένους ελέγχους σε όλες τις εισαγωγές ζώων, προϊόντων και τροφίμων ζωικής παραγωγής στο σημείο εισόδου της ΕΕ και να επιθεωρεί νέους συνοριακούς σταθμούς επιθεώρησης για τη μεμονωμένη έγκρισή τους.

31. Αυτό συνιστά ένα τεράστιο φάσμα αρμοδιοτήτων για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεδομένων των ορίων όσον αφορά τους πόρους της, απαιτείται σημαντική προσπάθεια ιεράρχησης. Θεωρείται ότι η υιοθέτηση μιας πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης για ελέγχους όπου θα ελέγχονται οι τρίτες χώρες με βάση σχέδια ελέγχου παρόμοια με εκείνα που προβλέπονται για τα κράτη μέλη θα διευκόλυνε τη διαδικασία αυτή. Για το σκοπό αυτό οι τρίτες χώρες μπορούν να καταταχθούν σε τέσσερις γενικές κατηγορίες:

* οι υποψήφιες χώρες που διαπραγματεύονται επί του παρόντος την προσχώρησή τους στην ΕΕ,

* οι χώρες που έχουν διαπραγματευτεί κτηνιατρικές και φυτοϋγειονομικές συμφωνίες με την ΕΕ (Καναδάς, ΗΠΑ, Ν. Ζηλανδία, Χιλή και Ελβετία). Δυνάμει των συμφωνιών αυτών τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποδεχθεί ότι ορισμένες νομοθετικές απαιτήσεις για την ασφάλεια των τροφίμων και την υγεία των ζώων παρέχουν ένα ισοδύναμο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή και της υγείας των ζώων,

* οι τρεις χώρες που έχουν ειδικές συμφωνίες με την ΕΕ (Νορβηγία, Ισλανδία και Νησιά Φερόε) οι οποίες προβλέπουν ότι οι εισαγωγές όλων ή συγκεκριμένων προϊόντων (π.χ. αλιευτικών προϊόντων από την Ισλανδία) θα αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία,

* όλες οι άλλες τρίτες χώρες, πολλές από τις οποίες έχουν μόνο πολύ μικρό όγκο εξαγωγών στην ΕΕ.

32. Υποψήφιες χώρες

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέτεινε τις δραστηριότητες ελέγχου της στις υποψήφιες χώρες ενόψει της διεύρυνσης. Επί του παρόντος, οι αρμοδιότητες ελέγχου της αφορούν μόνον εκείνους τους τομείς και εγκαταστάσεις που έχουν εγκριθεί για εξαγωγή στην ΕΕ, που είναι γενικά μικρές σχετικά με τους εθνικούς τομείς συνολικά. Ωστόσο, έχουν επιτευχθεί συμφωνίες με τις περισσότερες υποψήφιες χώρες ότι οι έλεγχοι του ΓΤΚΘ πρέπει πλέον να επεκταθούν σε όλους τους τομείς της παραγωγής ζωοτροφών, τροφίμων, ζώων και φυτών. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τις υποψήφιες χώρες έχει ήδη μεταβληθεί σημαντικά κατά τα τελευταία έτη, καθώς απαιτεί από αυτή να αναλάβει σημαντικές πρόσθετες αρμοδιότητες και να επεκτείνει τους ελέγχους της ώστε να καλύψει το σύνολο της αλυσίδας παραγωγής στις χώρες αυτές με τον ίδιο τρόπο όπως και στα κράτη μέλη.

Οι υποψήφιες χώρες ήδη αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο ποσοστό των ζωοτροφών, των τροφίμων, των φυτών και των ζώων που εισάγονται επί του παρόντος από έξω από την Κοινότητα, ειδικότερα των προϊόντων υψηλότερου κινδύνου ζωικής προέλευσης και των ζώντων ζώων.

33. Χώρες με διμερή συμφωνία

Έχουν συναφθεί κτηνιατρικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, τον Καναδά, τη Ν. Ζηλανδία, τη Χιλή και την Ελβετία. Οι συμφωνίες αυτές παρέχουν το πλαίσιο βάσει του οποίου τα μέρη σε κάθε συμφωνία μπορούν να συμφωνήσουν ότι για ορισμένα ζώα και προϊόντα η αντίστοιχη νομοθεσία τους προσφέρει ένα ισοδύναμο επίπεδο προστασίας για εμπορικούς σκοπούς.

Όσον αφορά τη MERCOSUR, συμφωνήθηκε στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής ΕΕ-MERCOSUR που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη στις 17 Μαΐου 2002, να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις σχετικά με τα υγειονομικά και τα φυτοϋγειονομικά μέτρα μεταξύ των χωρών της ΕΕ και της MERCOSUR. Οι διαπραγματεύσεις αυτές θα αποτελέσουν τμήμα του ενιαίου εγχειρήματος της μελλοντικής διαπεριφερειακής συμφωνίας σύνδεσης.

Επί του παρόντος, κάθε συμφωνία καλύπτει υγειονομικά μέτρα που εφαρμόζονται στα περισσότερα ζώντα ζώα και αγαθά που περιέχουν προϊόντα ζωικής προέλευσης, πλην ορισμένων ζητημάτων που καθορίζονται στις συμφωνίες (π.χ. ορισμένα κατάλοιπα, πρόσθετες ύλες, επισήμανση). Επί του παρόντος υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμό των στοιχείων για τα οποία έχει συμφωνηθεί πλήρης ισοδυναμία. Έτσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαιτείται να εφαρμόσει δύο διαφορετικά πρότυπα κατά την εξακρίβωση της λειτουργίας των συστημάτων ελέγχου όσον αφορά το εμπόριο με τις χώρες αυτές. Για τα προϊόντα για τα οποία έχει συμφωνηθεί πλήρης ισοδυναμία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να επαληθεύσει ότι τα συστήματα ελέγχου στις χώρες αυτές εφαρμόζονται σύμφωνα με και παρέχουν τα πρότυπα που καθορίζονται στην ίδια τους την εσωτερική νομοθεσία. Για άλλα προϊόντα, πραγματοποιεί επιθεωρήσεις για να επαληθεύσει κατά πόσο τα υφιστάμενα συστήματα ελέγχου μπορούν να εξασφαλίσουν ότι τηρούνται οι απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά εκείνες τις πτυχές στις οποίες δεν έχει συμφωνηθεί ακόμη ισοδυναμία. Οι όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις που απορρέουν από αυτό το διττό σύστημα ελέγχου πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Φαίνεται συνεπώς ότι είναι κατάλληλο να διεξαχθεί μια γενική, ολοκληρωμένη έρευνα σε καθεμία από τις χώρες αυτές που θα καλύπτει όλους τους κύριους τομείς που εξάγουν προϊόντα στην ΕΕ. Όπως και με τα κράτη μέλη, οι αρχές σε χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη των συμφωνιών θα διαθέτουν σχέδιο στο οποίο θα καθορίζεται η δομή, η οργάνωση και η λειτουργία των συστημάτων ελέγχου όσον αφορά τα κύρια προϊόντα που εξάγουν στην ΕΕ. Οι έρευνες στη συνέχεια θα πραγματοποιηθούν με βάση αυτό το υπόβαθρο. Εάν προκύψουν ιδιαίτερα ζητήματα από αυτές τις γενικές έρευνες, μπορούν επακόλουθα να αποτελέσουν το αντικείμενο προσθέτων πιο συγκεκριμένων ερευνούν, εφόσον κρίνεται κατάλληλο.

Γενικά η ίδια προσέγγιση θα εφαρμοστεί στις τρεις άλλες χώρες με τις οποίες η Κοινότητα έχει ειδικές συμφωνίες.

34. Λοιπές τρίτες χώρες

Περίπου 190 λοιπές τρίτες χώρες εξάγουν ζωοτροφές, τρόφιμα, φυτά ή ζώα στην ΕΕ. Με τους περιορισμούς στους πόρους της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να τηρήσει όλες τις τρέχουσες υποχρεώσεις της όσον αφορά την αξιολόγηση των αρμόδιων αρχών και τον έλεγχο των εγκαταστάσεων στις χώρες αυτές.

Φαίνεται συνεπώς κατάλληλο οι έρευνες στις χώρες αυτές να οργανωθούν με βάση σχέδια ελέγχου παρόμοια με εκείνα που προβλέπονται για τα κράτη μέλη όσον αφορά τα προϊόντα που εξάγουν στην ΕΕ.

Επί του παρόντος η Επιτροπή επιβεβαιώνει τις εγγυήσεις που δίνονται από τρίτες χώρες μέσω των ανταλλαγών αλληλογραφίας, ερωτηματολογίων, εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή ελέγχων και επιτόπιων επιθεωρήσεων όσον αφορά κάθε τομέα αγαθών για τον οποίο η τρίτη χώρα έχει εγκριθεί να εξάγει στην Κοινότητα. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών συμφωνεί με τις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 7 και το σημείο 3 του παραρτήματος Β της συμφωνίας για την εφαρμογή των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων (κώδικας ΥΦΜ) που εγκρίθηκε στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Δυνάμει της νέας ρύθμισης, οι εξάγουσες τρίτες χώρες απαιτείται να διατηρήσουν ένα σχέδιο ελέγχου που παρέχει επακριβείς και ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική οργάνωση και διαχείριση των σχετικών συστημάτων ελέγχου και να διατηρήσουν ενημερωμένα αρχεία σχετικά με την εφαρμογή των συστημάτων αυτών, το σύνολο των οποίων θα καταστεί διαθέσιμο στην Επιτροπή κατόπιν αίτησης. Το σχέδιο ελέγχου και τα αρχεία θα αντικαταστήσουν το σύστημα ερωτηματολογίων πριν από την αποστολή εκτός από ειδικές περιπτώσεις όπου απαιτούνται συμπληρωματικές πληροφορίες που δεν καλύπτονται από το τυποποιημένο σχέδιο ή αρχεία. Το σχέδιο ελέγχου είναι αναλογικό και τεχνικά και οικονομικά εφικτό, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη κατάσταση της τρίτης χώρας και τη φύση των προϊόντων που εξάγονται στην Κοινότητα. Θα θεσπιστούν κατευθυντήριες γραμμές που να καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συνταχθούν αυτά τα σχέδια ελέγχου και τα αρχεία και θα υποβληθούν για να διευκολύνουν τις τρίτες χώρες όσον αφορά τη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή. Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη συνέχεια θα πραγματοποιηθούν με βάση τα σχέδια αυτά από μια διεπιστημονική ομάδα που καλύπτει τους κύριους τομείς που εξάγουν στην ΕΕ. Η συχνότητα των ελέγχων αυτών πρέπει να καθοριστεί με βάση τον κίνδυνο: όπου, με βάση μια αξιολόγηση που περιλαμβάνει τη φύση των προϊόντων, οι εγγυήσεις που δίνονται από μια τρίτη χώρα και πιθανά αρχεία σχετικά με το ιστορικό συμμόρφωσης υποδεικνύουν υψηλότερο κίνδυνο, η συχνότητα των ελέγχων θα είναι υψηλότερη. Αν προκύψουν ιδιαίτερα στοιχεία από αυτές τις γενικές έρευνες, μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο επακόλουθων πιο ειδικών ερευνών, εφόσον ενδείκνυται.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι αρμόδιες αρχές σε ορισμένες από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες μπορούν να έχουν σημαντικές δυσκολίες στην οργάνωση των συστημάτων ελέγχου κατά τον τρόπο που απαιτείται για να τηρούνται τα κοινοτικά πρότυπα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει συχνά ένα δίλημμα στις περιστάσεις αυτές. Να ακολουθήσει το γράμμα του νόμου συνεπάγεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει την κατάργηση των εισαγωγών από τις χώρες αυτές σύμφωνα με την προσέγγιση της προφύλαξης. Όμως τα εν λόγω προϊόντα μπορεί συχνά να είναι μία από τις λίγες πηγές ξένου συναλλάγματος που διαθέτουν, ενώ μια απαγόρευση εισαγωγών έχει συχνά οικονομικές συνέπειες όχι μόνο για τις εν λόγω επιχειρήσεις αλλά και για το σύνολο της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επιδιώξει να προσδιορίσει μέσα υποβοήθησης των χωρών που βρίσκονται σε αυτές τις συνθήκες, ενώ θα εξασφαλίσει παράλληλα ότι η προστασία της υγείας του καταναλωτή δεν θα υπόκειται σε συμβιβασμούς. Π.χ. μπορεί να δοθεί πρόσθετη ενίσχυση μέσω κοινοτικής βοήθειας και προγραμμάτων κατάρτισης σε τρίτες χώρες προκειμένου να παρασχεθούν οδηγίες σχετικά με τις βέλτιστες μεθόδους επίτευξης των κοινοτικών προτύπων και για να προσδιοριστούν ιδιαίτερες λύσεις ελέγχου που αντανακλούν ακριβέστερα το επίπεδο του κινδύνου που αποτελούν συγκεκριμένα προϊόντα.

VI. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

35. Η συνημμένη πρόταση στοχεύει στην επανεξέταση των υφιστάμενων κοινοτικών κανόνων σχετικά με τους επίσημους ελέγχους. Αυτή η επανεξέταση θα εξαλείψει τις ασυμφωνίες μεταξύ των διαφόρων μερών της υφιστάμενης κοινοτικής νομοθεσίας και θα συμπληρώσει τα κενά στη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα σε ορισμένους τομείς. Η προκύπτουσα εναρμόνιση σε όλους τους τομείς της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα θα αυξήσει τη διαφάνεια.

36. Με την έγκριση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων, έχουν πλέον επιλυθεί ορισμένα ζητήματα για όλους τους τομείς της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Αυτά συνεπώς δεν χρειάζονται περαιτέρω προσοχή στην παρούσα πρόταση. Αυτό ισχύει για:

- Τους βασικούς ορισμούς της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

- Τη βασική αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους των ζωοτροφών και των τροφίμων.

- Τις διαδικασίες για την εφαρμογή μέτρων έκτακτης ανάγκης.

- Τις πληροφορίες που πρέπει να καταστούν διαθέσιμες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη στην περίπτωση ζωοτροφών και τροφίμων που αποτελούν σοβαρή απειλή για την υγεία.

Επίσημοι έλεγχοι από τα κράτη μέλη

37. Στόχοι και γενικές υποχρεώσεις

Ο στόχος των επίσημων ελέγχων που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη είναι να εφαρμόσουν τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και να αποκαλύψουν κατά πόσον οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις αυτής της νομοθεσίας. Για τους σκοπούς αυτούς πρέπει να εφαρμοστούν οι διάφορες τεχνικές ελέγχου που είναι διαθέσιμες, όπως π.χ. επιθεωρήσεις, παρακολούθηση, εξακρίβωση, έρευνες, δειγματοληψία και ανάλυση των δειγμάτων. Η ένταση αυτών των ελέγχων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: επιπλέον ενός βασικού προγράμματος παρακολούθησης ρουτίνας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι προσδιοριζόμενοι κίνδυνοι που συνδέονται με ιδιαίτερα προϊόντα ή επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων, την απόδοση των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων όσον αφορά τους εσωτερικούς ελέγχους, την υποψία της μη συμμόρφωσης και πιθανές πρακτικές απάτης.

38. Αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την πραγματοποίηση των επίσημων ελέγχων. Αυτές οι αρμόδιες αρχές πληρούν ορισμένα επιχειρησιακά κριτήρια που πρέπει να εγγυώνται την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και την αμεροληψία τους. Έχουν ειδικότερα πρόσβαση σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένου προσωπικού. Πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό αυτό μπορεί να λειτουργήσει κατάλληλα και σε ακραίες συνθήκες πιθανών έκτακτων αναγκών που οφείλονται σε ζωοτροφές και τρόφιμα. Το γεγονός αυτό απαιτεί να εκπονηθούν σχέδια αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης και το προσωπικό να είναι κατάλληλα καταρτισμένο για την εφαρμογή αυτών των σχεδίων. Πραγματοποιούνται έρευνες που υπόκεινται σε ανεξάρτητους εξονυχιστικούς ελέγχους ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές επιτυγχάνουν το στόχο του παρόντος κανονισμού.

Πρέπει επίσης να δημιουργηθούν κατάλληλες διαδικασίες συντονισμού προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι διάφορες διευθύνσεις που εμπλέκονται στους επίσημους ελέγχους δραστηριοποιούνται αποτελεσματικά από κοινού. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα κράτη μέλη με αποκεντρωμένη δομή, όπου είναι αναγκαίο να υπάρχει αποτελεσματικός και αποδοτικός συντονισμός μεταξύ της κεντρικής αρμόδιας αρχής και της αρχής ή των αρχών στις οποίες έχει εκχωρηθεί η αρμοδιότητα για την εκτέλεση των επισήμων ελέγχων.

39. Η εκχώρηση των καθηκόντων ελέγχου σε μη κυβερνητικά όργανα ελέγχου

Αρκετά κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει ορισμένα καθήκοντα ελέγχου σε μη κυβερνητικά όργανα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την εργαστηριακή εξέταση των επίσημων δειγμάτων. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και άλλες εργασίες να εκχωρούνται στα όργανα αυτά. Όταν τα κράτη μέλη προβαίνουν σε αυτή την εκχώρηση αρμοδιότητας, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι διατηρείται το υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή. Για το σκοπό αυτό η πρόταση ορίζει ότι τα όργανα στα οποία εκχωρείται η αρμοδιότητα για την εκτέλεση των ελέγχων πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με αυστηρά καθορισμένους όρους και σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες που πρέπει να εξασφαλίζουν την ικανότητα και την ανεξαρτησία τους.

Πρέπει επίσης να προβλεφθεί ότι ορισμένες εργασίες ελέγχου δεν μπορούν να εκχωρηθούν σε μη κυβερνητικά όργανα. Συνεπώς παρέχεται μια διαδικασία για τον καθορισμό σε κοινοτικό επίπεδο των καθηκόντων που μπορούν (ή δεν μπορούν) να εκχωρηθούν στα όργανα αυτά.

40. Δειγματοληψία και ανάλυση

Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εξασφαλισθεί ότι τα αποτελέσματα ύστερα από την επίσημη δειγματοληψία και την ανάλυση των δειγμάτων λαμβάνονται με βάση κοινές αρχές. Αυτό δεν εξασφαλίζεται πάντα στην ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία. Αν και στην ιδανική περίπτωση όλες οι μέθοδοι δειγματοληψίας και ανάλυσης πρέπει να εναρμονιστούν, δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί αυτός ο στόχος βραχυπρόθεσμα. Αντίθετα η πρόταση εισάγει απαιτήσεις που πρέπει να εφαρμόσουν τα εργαστήρια, όπου υπάρχουν, μεθόδους ανάλυσης που επικυρώνονται σύμφωνα με διεθνή πρωτόκολλα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βασίζονται σε κριτήρια απόδοσης, όπως εκείνα που είναι αποδεκτά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), το Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO) και τη Διεθνή Ένωση Καθαρής και Εφαρμοσμένης Χημείας (IUPAC). Πρέπει επίσης να υπάρχει μια διαδικασία που να επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίσει μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσης. Τα εργαστήρια που έχουν καθοριστεί για την ανάλυση επίσημων δειγμάτων θα διαπιστευτούν σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα που δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό.

Κατά την ανάπτυξη, την εναρμόνιση και την επικύρωση μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης ή για τη δημιουργία κριτηρίων απόδοσης όσον αφορά τις μεθόδους αυτές, το πρόγραμμα πλαίσιο της Επιτροπής και το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής (ΚΚΕρ) διαδραματίζουν ήδη κυρίαρχο ρόλο και οι ικανότητές τους θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ακόμη καλύτερα στο μέλλον είτε στο πλαίσιο συνεργασίας με τους διεθνείς φορείς που αναφέρονται ανωτέρω είτε όχι.

Για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο δειγματοληψίας και ανάλυσης, η πρόταση βασίζεται σε κάποιο βαθμό στο έργο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης (CEN). Αυτός ο οργανισμός τυποποίησης έχει αναπτύξει δραστηριότητες στον τομέα των τροφίμων. Η συμμετοχή αυτή έχει ως σήμερα περιοριστεί στην ανάπτυξη μεθόδων ανάλυσης, ορισμένες από τις οποίες προέρχονται από το ISO. Ορισμένα πρότυπα EN που ανέπτυξε ο CEN αφορούν την οργάνωση των ελέγχων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την επικύρωση των μεθόδων ανάλυσης και για τη λειτουργία και διαπίστευση των οργάνων ελέγχου. Αυτά τα πρότυπα είναι διεθνώς αναγνωρισμένα, δικαιολογώντας πλήρως τη χρησιμοποίηση τους στο πλαίσιο αυτό.

41. Σχέδια αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης

Η εμπειρία έχει δείξει ότι η άμεση αντιμετώπιση και διαχείριση των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης απαιτεί τη διαθεσιμότητα υποδομών, υλικών πόρων και ανθρώπινου δυναμικού που μπορούν να κινητοποιηθούν βραχυπρόθεσμα και για κάποια χρονική περίοδο εγκαίρως. Απαιτεί επίσης υψηλό βαθμό συντονισμού όταν οι αρμοδιότητες κατανέμονται μεταξύ διαφόρων υπηρεσιών ή τμημάτων. Η παρούσα πρόταση θεσπίζει την υποχρέωση να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που οφείλονται σε ζωοτροφές και τρόφιμα μέσω της θέσπισης σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης.

42. Εισαγωγές ζωοτροφών και τροφίμων

Ορισμένοι τομείς, και ιδίως ο κτηνιατρικός τομέας, ήδη εφαρμόζουν λεπτομερείς κανόνες για να εξασφαλιστεί ότι ελέγχονται αποτελεσματικά τα εισαγόμενα προϊόντα. Τα προϊόντα που καλύπτονται από τον τομέα αυτό (προϊόντα ζωικής προέλευσης) πρέπει να παρουσιάζονται σε ένα εγκεκριμένο συνοριακό σταθμό επιθεώρησης της ΕΕ και να υποβάλλονται σε έλεγχο εγγράφων καθώς και σε έλεγχο ταυτότητας και σε φυσικό έλεγχο σύμφωνα με ένα σύστημα οι αρχές του οποίου καθορίζονται σε επίπεδο ΕΕ. Υπάρχουν επίσης απαιτήσεις για προϊόντα υπό διαμετακόμιση και για προϊόντα που αποθηκεύονται προσωρινά στην επικράτεια της Κοινότητας. Το σύστημα λειτουργεί κατάλληλα και δεν υπάρχει λόγος τροποποίησής του.

Για τις λοιπές ζωοτροφές και τρόφιμα πλην εκείνων ζωικής προέλευσης δεν υπάρχει εναρμονισμένη κοινοτική προσέγγιση προς την κατεύθυνση των ελέγχων των εισαγωγών. Η παρούσα πρόταση στοχεύει στη θέσπιση ενός συστήματος ελέγχου για τα προϊόντα αυτά βάσει των ακόλουθων αρχών:

α) Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε τακτικούς ελέγχους των ζωοτροφών και των τροφίμων που θα απελευθερωθούν για ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα. Οι έλεγχοι αυτοί διεξάγονται χρησιμοποιώντας ένα σχέδιο δειγματοληψίας με βάση τη στατιστική. Μπορούν να πραγματοποιηθούν σε οποιοδήποτε σημείο διανομής των αγαθών: πριν από τη διάθεση για ελεύθερη κυκλοφορία στην αγορά ή μετά, π.χ. στις εγκαταστάσεις του εισαγωγέα, κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας ή στο σημείο λιανικής πώλησης. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών και της αρχής που είναι αρμόδια για τον έλεγχο των εισαγωγών ζωοτροφών και τροφίμων.

β) Επιπλέον προτείνεται να θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο ένας κατάλογος ζωοτροφών και τροφίμων προτεραιότητας για τα οποία η εμπειρία έχει δείξει ότι ενδέχεται να υπάρχουν κίνδυνοι (π.χ. οι αφλατοξίνες σε ορισμένα τρόφιμα). Οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα αυτά υποβάλλονται σε ειδικά καθορισμένους και εξοπλισμένους σταθμούς επιθεώρησης για την πραγματοποίηση των αναγκαίων ελέγχων. Οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να πραγματοποιηθούν πριν τα αγαθά να διατεθούν για ελεύθερη κυκλοφορία στην αγορά.

Επιπλέον και προκειμένου να προβλεφθεί η δυνατότητα ελέγχων στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τρίτες χώρες που εισάγονται στις ελεύθερες ζώνες και τις ελεύθερες αποθήκες ή τοποθετούνται σε διαμετακόμιση, τελωνειακές αποθήκες, εσωτερική επεξεργασία, επεξεργασία από τελωνειακό έλεγχο ή προσωρινή υποδοχή, η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα εκτέλεσης επίσημων ελέγχων των ζωοτροφών και των τροφίμων που τηρούνται υπό αυτές τις διαφορετικές επεξεργασίες ή χρήσεις που είναι εγκεκριμένες από το τελωνείο.

Η παρούσα πρόταση στοχεύει επίσης στον καλύτερο ορισμό των βασικών ελέγχων που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των ζωοτροφών σύμφωνα με τους ίδιους άξονες με εκείνους που αναπτύσσονται για τα τρόφιμα.

43. Χρηματοδότηση επίσημων ελέγχων

Επί του παρόντος εφαρμόζεται ένα σύστημα τελών ελέγχου σε δύο τομείς: τον κτηνιατρικό τομέα και τον τομέα των ζωοτροφών. Το σύστημα στον κτηνιατρικό τομέα βασίζεται σε ένα κατ' αποκοπή ποσό το οποίο μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές διαφορές όσον αφορά τα στοιχεία που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του κατ' αποκοπή ποσού (μισθοί, δαπάνες μεταφοράς κλπ.). Αν και τα τέλη στον κτηνιατρικό τομέα έχουν θεσπιστεί για να αποφευχθούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών που ενδέχεται να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις, η εμπειρία έδειξε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ και σε ορισμένες περιπτώσεις στο εσωτερικό των κρατών μελών. Το σύστημα δεν έχει επιτύχει πάντα τον επιθυμητό στόχο.

Στον τομέα των ζωοτροφών, μπορούν να επιβληθούν τέλη για συγκεκριμένα πολύ καθορισμένα καθήκοντα ελέγχου. Η οδηγία που διέπει τον τομέα αυτό δεν ορίζει κοινοτικό κατ' αποκοπή ποσό αλλά το αφήνει στην ευχέρεια των κρατών μελών που πρέπει να τηρούν ορισμένα κριτήρια όσον αφορά τον καθορισμό κατ' αποκοπή ποσών. Οι κανόνες που καθορίζουν αυτές τις αρχές έχουν εγκριθεί σχετικά πρόσφατα (απόφαση 98/728/EΚ του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 1998 όσον αφορά ένα κοινοτικό σύστημα τελών στον τομέα της διατροφής των ζώων).

Λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία που αποκτήθηκε έως σήμερα, προτείνεται να καθοριστούν οι αρχές που διέπουν τη χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων και ιδίως ότι:

- τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι είναι διαθέσιμοι χρηματοοικονομικοί πόροι για την οργάνωση επίσημων ελέγχων,

- εάν επιβάλλονται τέλη επιθεώρησης στους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων, πρέπει να τηρούνται κοινές αρχές για τον καθορισμό του επιπέδου των τελών αυτών,

- όταν οι επίσημοι έλεγχοι αποκαλύπτουν τη μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, οι πρόσθετες δαπάνες που είναι αποτέλεσμα πιο εντατικών ελέγχων πιθανώς συνδεδεμένων με τη μη συμμόρφωση αυτή επιβαρύνουν τους εν λόγω υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων,

- υπάρχει ανάγκη ευελιξίας προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των μικρών επιχειρήσεων.

44. Επίσημη πιστοποίηση

Στο πλαίσιο της ΕΕ, όπου υπάρχει ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών, δεν υπάρχει ανάγκη να προβλεφθούν αποστολές ζωοτροφών και τροφίμων που πρέπει να συνοδεύονται συστηματικά από επίσημα πιστοποιητικά εκδιδόμενα από την αρμόδια αρχή.

Μπορούν να προσδιοριστούν δύο τομείς όπου μπορεί να προβλεφθεί η επίσημη πιστοποίηση: α) σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν συμβεί μια έκτακτη ανάγκη που οφείλεται σε ζωοτροφές και τρόφιμα εντός της ΕΕ και β) προκειμένου να ληφθεί η επιβεβαίωση από τις αρχές στις εξάγουσες τρίτες χώρες ότι τα αγαθά συμμορφώνονται με τα πρότυπα της ΕΕ ή με πρότυπα ισοδύναμα με αυτά.

Προκειμένου να καλυφθούν οι τομείς αυτοί η πρόταση προβλέπει μια διαδικασία για τον καθορισμό των περιπτώσεων και των όρων κάτω από τους οποίους πρέπει να εξασφαλισθεί επίσημη πιστοποίηση.

Εργαστήρια αναφοράς

45. Δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας έχουν δημιουργηθεί ορισμένα Κοινοτικά Εργαστήρια Αναφοράς (ΚΕΑ), που λειτουργούν με τη χρηματοοικονομική στήριξη της Κοινότητας. Τα εργαστήρια αυτά συμβάλλουν σημαντικά στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή. Πρέπει να παρέχουν στα διεθνή εργαστήρια αναφοράς, παραδείγματος χάρη, λεπτομερείς πληροφορίες για τις αναλυτικές μεθόδους, να οργανώνουν συγκριτικές δοκιμές, να συντονίζουν στο πλαίσιο του τομέα αρμοδιότητάς τους τις πρακτικές και επιστημονικές δραστηριότητες που απαιτούνται για να αποκτηθούν νέες αναλυτικές μέθοδοι, να διοργανώνουν μαθήματα κατάρτισης και να παρέχουν τεχνική βοήθεια στην Επιτροπή. Υπάρχουν επί του παρόντος ΚΕΑ για την ανίχνευση καταλοίπων (τέσσερα εργαστήρια), τον έλεγχο του γάλακτος, τον ποσοτικό προσδιορισμό βιοτοξινών σε μαλάκια, τον έλεγχο των μαλακίων για την απουσία επιβλαβών ιών, για τον έλεγχο των ζωονόσων (σαλμονέλα) και για τις μεταδοτικές σπογγιόμορφες εγκεφαλοπάθειες (ΜΣΕ).

Η παρούσα πρόταση ορίζει τις διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν ότι τα εργαστήρια αυτά μπορούν να συνεχίσουν το έργο τους και ότι θα δημιουργούνται νέα εργαστήρια, όταν προκύπτει ανάγκη.

Για κάθε ΚΕΑ, πρέπει να δημιουργηθεί ένα εθνικό εργαστήριο αναφοράς σε κάθε κράτος μέλος. Αυτά τα εργαστήρια λειτουργούν ως σημεία επικοινωνίας μεταξύ του ΚΕΑ και όλων των επίσημων εργαστηρίων στα κράτη μέλη. Τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς διαδραματίζουν συνεπώς σημαντικό ρόλο όσον αφορά την εξασφάλιση ότι επιτυγχάνεται ομοιόμορφο επίπεδο όσον αφορά τα αναλυτικά αποτελέσματα των επίσημων δειγμάτων.

Αμοιβαία συνδρομή

46. Η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των ελεγκτικών αρχών των κρατών μελών είναι ένα ουσιώδες στοιχείο της κοινοτικής νομοθεσίας. Πρέπει να εξασφαλίσει τον αποτελεσματικό συντονισμό όταν απαιτείται δράση από περισσότερα από ένα κράτη μέλη (π.χ. έκτακτες ανάγκες που οφείλονται σε ζωοτροφές και τρόφιμα ή μη συμμόρφωση που επηρεάζει δύο ή περισσότερα κράτη μέλη).

Αν και η πτυχή αυτή καλύπτεται στη νομοθεσία που αφορά τους διάφορους σχετικούς τομείς, νοείται κατά διαφορετικούς τρόπους που έχουν ως αποτέλεσμα μερικές διαφορές. Η παρούσα πρόταση καθορίζει ένα ομοιόμορφο σύστημα βάσει των ακόλουθων αρχών:

α) Τα κράτη μέλη καθορίζουν ένα φορέα σύνδεσης, ρόλος του οποίου είναι να επικουρεί και να συντονίζει την επικοινωνία, τη μεταβίβαση και τη λήψη αιτήσεων συνδρομής.

β) Με τη λήψη αιτιολογημένου αιτήματος, ο φορέας σύνδεσης επικοινωνεί με τις αρμόδιες αρχές που εξασφαλίζουν ότι ο αιτών λαμβάνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και έγγραφα που του δίνουν τη δυνατότητα να επαληθεύσει τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τη νομοθεσία για τα τρόφιμα.

γ) Εάν χρειαστεί, τα διάφορα μέρη αναζητούν από κοινού τρόπους και μέσα επανόρθωσης της κατάστασης.

Η διαδικασία εφαρμόζεται στην ανταλλαγή όλων των πληροφοριών, πλην εκείνων που δεν μπορούν να αποκαλυφθούν, επειδή αποτελούν αντικείμενο νομικών διαδικασιών.

Εθνικά σχέδια ελέγχου

47. Όπως περιγράφηκε ανωτέρω, η πρόταση προβλέπει τη δημιουργία εθνικών σχεδίων ελέγχων που καθορίζουν το εθνικό σύστημα ελέγχου και τις δραστηριότητες κατά σφαιρικό και ολοκληρωμένο τρόπο. Τα σχέδια αυτά θα πρέπει να αναπτυχθούν σύμφωνα με τους άξονες που περιέχονται στις κατευθυντήριες γραμμές και που πρόκειται να καταρτιστούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ύστερα από διαβούλευση με τα κράτη μέλη.

48. Από τα κράτη μέλη ζητείται να υποβάλλουν ετησίως εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος. Εάν χρειαστεί, τα σχέδια ελέγχου πρέπει να αναπροσαρμοστούν σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα αυτά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη συνέχεια θα ελέγξει σε τακτική βάση τα κράτη μέλη με βάση τα επικαιροποιημένα σχέδιά τους.

Κοινοτικές δραστηριότητες

49. Κοινοτικοί έλεγχοι στα κράτη μέλη

Έως σήμερα οι κοινοτικοί έλεγχοι στα κράτη μέλη οργανώνονταν σε συνάρτηση με τις εντολές που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει στις διάφορες κλαδικές οδηγίες. Το σύστημα αυτό δεν επέτρεψε πάντα να αξιολογηθούν τα συστήματα ελέγχου των κρατών μελών κατά σφαιρικό τρόπο.

Η δημιουργία μιας ενιαίας νομικής βάσης με την παρούσα πρόταση και η δημιουργία των σχεδίων ελέγχου θα επιτρέψουν στις κοινοτικές υπηρεσίες ελέγχου να εκτελέσουν μια γενική έρευνα των συστημάτων ελέγχου των κρατών μελών σφαιρικά. Αυτές οι έρευνες θα πραγματοποιούνται συνολικά προκειμένου να επαληθευτεί η συνεχής επίτευξη του απαιτούμενου επιπέδου ελέγχου από τις αρμόδιες υπηρεσίες στα κράτη μέλη. Εάν χρειαστεί, μπορούν να συμπληρωθούν από πιο ειδικές έρευνες και επιθεωρήσεις για ένα συγκεκριμένο τομέα ή πρόβλημα.

50. Κοινοτικοί έλεγχοι σε τρίτες χώρες

Ο όγκος των εισαγόμενων ζωοτροφών και τροφίμων είναι σημαντικός. Δεδομένων των διαθέσιμων πόρων, αποκλείεται όλοι οι υπεύθυνοι στις τρίτες χώρες που συμμετέχουν στις εξαγωγές ζωοτροφών και τροφίμων να ελεγχθούν μεμονωμένα κατά συστηματικό τρόπο από τους επιθεωρητές του ΓΤΚΘ. Η πρόταση συνεπώς θεσπίζει ένα σύστημα που υποχρεώνει τις ελεγκτικές αρχές στις τρίτες χώρες να εγγυηθούν ότι οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα που εξάγονται στην ΕΕ συμμορφώνονται με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ή με τις απαιτήσεις που κρίνονται ισοδύναμες με αυτές.

Για το σκοπό αυτό, η πρόταση απαιτεί οι τρίτες χώρες να έχουν διαθέσιμο ένα σχέδιο ελέγχου παρόμοιο με αυτά που προβλέπονται για τα κράτη μέλη όσον αφορά τα προϊόντα που εξάγουν στην ΕΕ. Τα σχέδια αυτά θα αποτελούν τη βάση για μεταγενέστερες έρευνες και επιθεωρήσεις της Επιτροπής που θα διεξάγονται εντός ενός διεπιστημονικού πλαισίου που καλύπτει τους κύριους τομείς εξαγωγής στην ΕΕ. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο, μπορούν να πραγματοποιηθούν πιο ειδικές επιθεωρήσεις και έρευνες των ειδικών τομέων από τις κοινοτικές ομάδες ελέγχου. Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται για τα ζώντα ζώα και τα φυτά.

51. Έλεγχοι τρίτων χωρών στην Κοινότητα

Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το ΓΤΚΘ δικαιούται να εκτελεί ελέγχους σε τρίτες χώρες για να επαληθεύσει τη συμμόρφωση ή την ισοδυναμία των τρίτων απαιτήσεων με τη νομοθεσία περί ζωοτροφές και τροφίμων της ΕΕ, οι αρχές των τρίτων χωρών δικαιούνται να διοργανώνουν ελέγχους στα κράτη μέλη. Η εμπειρία έχει δείξει ότι είναι χρήσιμο σε ορισμένες περιπτώσεις να εξασφαλιστεί ότι οι εκπρόσωποι του ΓΤΚΘ συνοδεύουν τις ομάδες τρίτων χωρών που επισκέπτονται τα κράτη μέλη. Αυτοί οι αντιπρόσωποι μπορούν να συνδράμουν τα κράτη μέλη παρέχοντας πληροφορίες και δεδομένα που είναι διαθέσιμα σε κοινοτικό επίπεδο και μπορεί να αποβούν χρήσιμα στο πλαίσιο του ελέγχου της τρίτης χώρας που πραγματοποιείται. Η παρούσα πρόταση προβλέπει μια διαδικασία εξασφάλισης της συνδρομής αυτής.

Η κατάρτιση των υπαλλήλων ελέγχου

52. Η ολοκληρωμένη και σφαιρική προσέγγιση προς την κατεύθυνση της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων απαιτεί υψηλά επίπεδα ικανότητας και εμπειρογνωμοσύνης από τις ελεγκτικές αρχές: πρέπει να έχουν ευρεία γνώση των διαφόρων παραγόντων κινδύνου (χημικών, βιολογικών και φυσικών) που μπορούν να εκδηλωθούν σε ολόκληρη την αλυσίδα των ζωοτροφών και των τροφίμων. Πρέπει επίσης να κατανοούν τους μηχανισμούς της αγοράς στην οποία τα συστατικά για τα σύνθετα προϊόντα μπορούν να αποκτηθούν από διαφορετικές πηγές. Ταυτόχρονα, πρέπει να είναι ενημερωμένοι σχετικά με πολύ ειδικά προβλήματα που είναι εγγενή των ειδικών μεθόδων παραγωγής. Πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίσουν τη μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ασφάλειας των ζωοτροφών και τροφίμων και να ανιχνεύσουν πρακτικές απάτης.

Οι σύγχρονες τεχνικές ελέγχου απαιτούν οι υπάλληλοι ελέγχου των ζωοτροφών και των τροφίμων να είναι ιδιαίτερα ειδικευμένοι έτσι ώστε οι έλεγχοι να είναι αποτελεσματικοί, αντικειμενικοί και επαρκείς. Αυτό ισχύει ειδικότερα όταν πρέπει να αξιολογηθούν η απόδοση της ανάλυσης κινδύνου και οι τεχνικές ελέγχου που εφαρμόζονται από τους υπεύθυνους των επιχειρήσεων τροφίμων.

Ο έλεγχος της παραγωγής και του μάρκετινγκ των ζωοτροφών και των τροφίμων θα απαιτήσει συνεπώς μια διεπιστημονική προσέγγιση. Οι επιθεωρητές ζωοτροφών και τροφίμων θα χρειαστούν συνεχιζόμενη κατάρτιση και αναβάθμιση των γνώσεών τους. Είναι βασικό να γίνουν οι αναγκαίες νομικές ρυθμίσεις για να διευκολυνθεί η κατάρτιση αυτή. Συνεπώς η παρούσα πρόταση απαιτεί τη δημιουργία κατάλληλων προγραμμάτων κατάρτισης τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην οργάνωση προγραμμάτων κατάρτισης σε κοινοτικό επίπεδο και έχει ληφθεί μέριμνα για τη διοργάνωση της κατάρτισης αυτής. Πρέπει να εξασφαλισθεί π.χ. ότι η αξιολόγηση της εφαρμογής των αρχών ανάλυσης κινδύνων και κρίσιμων σημείων ελέγχου (HACCP) και των αποφάσεων που λαμβάνονται στη συνέχεια από τον αξιολογητή αντικατοπτρίζουν μια προσέγγιση που βασίζεται σε μια τυποποιημένη διαδικασία που εφαρμόζεται κατά ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη. Η οργάνωση των κύκλων μαθημάτων κατάρτισης επαφίεται σε μελλοντική απόφαση αλλά μια δυνατότητα θα ήταν η δημιουργία ενός κέντρου κατάρτισης, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εντός των ορίων του ανθρώπινου δυναμικού και των χρηματοοικονομικών πόρων που είναι διαθέσιμα για το σκοπό αυτό. Θα μπορούσαν να προσκληθούν κορυφαίοι εμπειρογνώμονες στον τομέα των ελέγχων των ζωοτροφών και των τροφίμων και των διαφόρων τεχνικών ελέγχου. Θα μπορούσαν να προσκληθούν υπάλληλοι ελέγχου από τα κράτη μέλη αλλά και από τις τρίτες χώρες και ιδίως από αναπτυσσόμενες χώρες για να παρακολουθήσουν τους κύκλους μαθημάτων.

Επιβολή της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα

53. Εθνικά μέτρα επιβολής

Προκειμένου να εξασφαλιστεί και να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο δημόσιας υγείας και προστασίας του καταναλωτή, πρέπει να καταστούν διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές επαρκή μέσα εκτέλεσης και να χρησιμοποιηθούν από αυτές αποτελεσματικά ώστε να αντιμετωπιστεί η μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

Η αρμοδιότητα για την εφαρμογή και την εκτέλεση της κοινοτικής νομοθεσίας έγκειται κυρίως στα κράτη μέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Τα μέτρα αυτά, περιλαμβάνουν σε κάθε περίπτωση, αποτελεσματικές αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-326/88). Τα μέτρα αυτά μπορούν να συνίστανται σε διοικητικά μέτρα ή ποινικές κυρώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη.

54. Διοικητικά μέτρα επιβολής

Τα διοικητικά μέτρα επιβολής προβλέπονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε ορισμένες κοινοτικές πράξεις όπως η κτηνιατρική νομοθεσία (οδηγίες 89/662/ΕΟΚ και 97/78/ΕΟΚ), η νομοθεσία περί ζωοτροφών (άρθρο 13 της οδηγίας 95/53/ΕΟΚ) και η νομοθεσία περί τροφίμων (άρθρο 10 της οδηγίας 89/397/ΕΟΚ). Σε αυτές τις κοινοτικές νομοθετικές πράξεις, τα μέτρα αυτά εκτείνονται από μια απλή απαίτηση «να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα» (άρθρο 10 της οδηγίας 89/397/ΕΟΚ) έως την ανάληψη δράσης στο επίπεδο των προϊόντων (απόσυρση από την αγορά, επιστροφή, εξυγίανση των προϊόντων κλπ.) ή της σχετικής επιχείρησης τροφίμων (λήψη επανορθωτικών μέτρων, προσωρινό ή μόνιμο κλείσιμο της επιχείρησης τροφίμων). Η εθνική νομοθεσία μπορεί επίσης φυσικά να προβλέψει περαιτέρω, διαφορετικές διοικητικές κυρώσεις.

Αυτά τα διοικητικά μέτρα, που έχουν άμεσο αντίκτυπο στους αρμοδίους αποτελούν ένα πανίσχυρο μέσο και, αν χρησιμοποιηθεί σωστά, έχει επίσης σημαντική αποτρεπτική δράση. Η παρούσα πρόταση συνεπώς επαναβεβαιώνει την ανάγκη τα κράτη μέλη να λάβουν διοικητικά μέτρα εφαρμογής. Στοχεύει επίσης να εξασφαλίσει ότι μια απαίτηση για το σκοπό αυτό εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων σε όλα τα επίπεδα της αλυσίδας ζωοτροφών και τροφίμων.

55. Ποινικές κυρώσεις

Υπάρχει αβεβαιότητα στο κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις. Επιπλέον, δεν υπάρχει ελάχιστο πρότυπο όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων εις βάρος της ασφάλειας των ζωοτροφών και τροφίμων.

Σε πολλές περιπτώσεις, μόνο οι ποινικές κυρώσεις θα παράσχουν έντονο αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Η πρόβλεψη αυτών των κυρώσεων καταδεικνύει κοινωνική δυσαρέσκεια ποιοτικά διαφορετικής φύσης σε σύγκριση με τα διοικητικά μέτρα επιβολής. Υπάρχει επίσης μια πρόσθετη εγγύηση αμεροληψίας των ερευνητικών αρχών, επειδή στην ποινική έρευνα θα συμμετέχουν άλλες αρχές από εκείνες που έχουν εκδώσει τις άδειες εκμετάλλευσης.

Συνεπώς, πρέπει να δημιουργηθεί ένα κοινό ελάχιστο σύνολο σοβαρών αδικημάτων δυνάμει της νομοθεσίας της ΕΕ για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ή δυνάμει κανόνων που εγκρίνονται από τα κράτη μέλη ώστε να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία αυτή, για τα οποία τα κράτη μέλη απαιτείται να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις. Αυτό λαμβάνει τη μορφή ενός καταλόγου σοβαρών αδικημάτων κατά της νομοθεσίας της Κοινότητας για τις ζωοτροφές και της νομοθεσίας για τα τρόφιμα που διαπράττονται εσκεμμένα ή λόγω σοβαρής αμέλειας, για τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις. Αυτά είναι τα αδικήματα που θα μπορούσαν να απειλήσουν περισσότερο την ασφάλεια των ζωοτροφών και τροφίμων και συνεπώς και τη δημόσια υγεία.

Η πρόταση στοχεύει να καθορίσει ένα ελάχιστο πρότυπο προστασίας της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων της υγείας και της ευεξίας των ζώων, μέσω του ποινικού δικαίου. Δεν καλύπτει όλες τις δραστηριότητες που ρυθμίζονται από την κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, αλλά μόνο τα σημαντικά αδικήματα που μπορούν να οδηγήσουν στην κυκλοφορία στην αγορά ζωοτροφών ή τροφίμων που δεν είναι ασφαλή κατά την έννοια των άρθρων 14 και 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

Τα αδικήματα που παρατίθενται στην παρούσα πρόταση είναι αδικήματα που ενδέχεται να οδηγήσουν ίσως στην κυκλοφορία στην αγορά μη ασφαλών ζωοτροφών ή τροφίμων. Εξετάζοντας τη σοβαρότητας της απειλής που αποτελούν για τη δημόσια υγεία, είναι σημαντικό τα αδικήματα αυτά να καταστούν κολάσιμα καθαυτά, είτε οδηγούν ενδεχομένως είτε όχι στην κυκλοφορία στην αγορά μη ασφαλών ζωοτροφών και τροφίμων.

Τα κράτη μέλη μπορούν φυσικά να θεσπίσουν πρόσθετα αδικήματα ή/και να προβλέψουν διαφορετικά πρόσθετα είδη μέτρων επιβολής και ποινών. Παραδείγματος χάρη, μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να προβλέψουν την απόρριψη φυσικών προσώπων από τη συμμετοχή τους σε μια δραστηριότητα ίδρυσης ή διοίκησης μιας εταιρείας ή άλλης μορφής επιχείρησης.

Η φύση των κυρώσεων μπορεί να προσδιοριστεί μόνο δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη. Για τον ίδιο λόγο ο κανονισμός δεν ρυθμίζει ζητήματα ποινικών ερευνών και διώξεων, ούτε ζητήματα ποινικής διαδικασίας. Εναπόκειται στις αρχές των κρατών μελών να αποφασίσουν κατά πόσο τα αδικήματα που απαριθμούνται στον κανονισμό πρέπει να διωχθούν σε κάθε περίπτωση ή κατά πόσον η αρμόδια αρχή μπορεί να μην προβλέψει ποινικές κυρώσεις σε λιγότερο σημαντικές περιπτώσεις όπου ο αντίκτυπος στην ασφάλεια των ζωοτροφών και τροφίμων είναι ασήμαντος.

Όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, η πρόταση θα υποχρεώσει τα κράτη μέλη να προβλέψουν αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές ποινικές κυρώσεις κατά των καθορισμένων παραβάσεων της κοινοτικής νομοθεσίας. Για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων είναι σημαντικό επίσης να συμπεριληφθούν κυρώσεις κατά της συνέργειας (συμμετοχή και παρότρυνση) στα αδικήματα που απαριθμούνται. Σε σοβαρές περιπτώσεις τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν τη δυνατότητα φυλάκισης αλλά θα έχουν την ευρεία διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό των σοβαρών αυτών περιπτώσεων.

Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα είναι σημαντικό για την αποτελεσματική εκτέλεση της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα να μπορούν να είναι υπόλογοι και να αναλαμβάνονται κυρώσεις κατά των νομικών προσώπων. Ωστόσο, για ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να είναι δύσκολο να προβλέψουν ποινικές κυρώσεις κατά των νομικών προσώπων χωρίς την αλλαγή των θεμελιωδών αρχών των εθνικών νομικών συστημάτων τους. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέψουν κυρώσεις άλλες πλην εκείνων ποινικής φύσης, εφόσον είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Παραδείγματος χάρη, θα μπορούσαν να προβλέπουν διοικητικά πρόστιμα, δικαστική εποπτεία, δικαστικές αποφάσεις διάλυσης ή αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιστεύει ότι ένα τέτοιο μέτρο δικαιολογείται προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τηρούνται οι κανόνες ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω μιας εναρμονισμένης προσέγγισης σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτός ο στόχος επιτυγχάνεται με το βέλτιστο τρόπο με μια κοινοτική προσέγγιση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ.

56. Κοινοτικά μέτρα διασφάλισης

Η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 226 της συνθήκης (διαδικασία λόγω παράβασης) προσφέρει ένα μέσο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να προσφύγει κατά των κρατών μελών που δεν εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο.

Αν και η διαδικασία αυτή αποτελεί ένα πανίσχυρο μέσο, οι χρονικοί περιορισμοί που επιβάλλονται σε αυτή την καθιστούν μη πρακτική όταν μια παράβαση εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου απαιτεί άμεση δράση για τη διασφάλιση της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων. Το μέτρο διασφάλισης που εγκρίθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 επιτρέπει τη λήψη μέτρων όταν υπάρχουν στοιχεία ότι οι ζωοτροφές ή τα τρόφιμα που διατίθενται στην αγορά είναι πιθανόν να συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον και ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να περιοριστεί ικανοποιητικά με τα μέτρα που λαμβάνονται από το ή τα αρμόδια κράτη μέλη. Αυτό το μέτρο δεν επιτρέπει στην Κοινότητα να αναλάβει δράση όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι το σύστημα ελέγχου ενός κράτους μέλους δείχνει σοβαρές ελλείψεις και δεν επαρκεί για την κατάλληλη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, προβαίνοντας έτσι πιθανώς σε συμβιβασμό της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων κατά γενικότερο τρόπο.

Η παρούσα πρόταση προσθέτει μια νέα διάσταση στο υφιστάμενο μέτρο διασφάλισης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Θεσπίζει ένα μέσο που θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει μέτρα όταν υπάρχει απόδειξη ότι το σύστημα ελέγχου ενός κράτους μέλους είναι ανεπαρκές. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν την αναστολή, για το εν λόγω κράτος μέλος, της διάθεσης στην αγορά ορισμένων ζωοτροφών ή τροφίμων, καθορίζοντας ειδικούς όρους για ορισμένες ζωοτροφές και τρόφιμα ή τη λήψη οποιοδήποτε άλλου προσωρινού μέτρου απαιτείται για να εξασφαλιστεί η προστασία της ανθρώπινης υγείας, της υγείας των ζώων και της ευεξίας των ζώων.

Ειδική και διαφοροποιημένη μεταχείριση

57. Το άρθρο 10 της συμφωνίας για την εφαρμογή των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων (κώδικας ΥΦΥ) που εγκρίθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου καθορίζει ότι, κατά την εκπόνηση των υγειονομικών ή φυτοϋγειονομικών μέτρων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές ανάγκες των αναπτυσσόμενων κρατών μελών και ιδίως των λιγότερο αναπτυγμένων κρατών μελών.

Η ΕΕ εισάγει μεγάλες ποσότητες ζωοτροφών και τροφίμων από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι χώρες αυτές εμπίπτουν στις ίδιες γενικές απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 ότι οι τρίτες χώρες πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα που εξάγονται στην ΕΕ συμμορφώνονται με τις αντίστοιχες απαιτήσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ή με τις συνθήκες που αναγνωρίζονται από την Κοινότητα ότι είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές ή όπου υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της εξάγουσας χώρας με τις απαιτήσεις που περιέχονται σε αυτήν.

Ενώ δεν είναι πιθανό να χορηγηθούν παρεκκλίσεις από τα πρότυπα στον τομέα της υγείας που θεσπίζονται δυνάμει της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, είναι πιθανόν να εξεταστούν ορισμένες δραστηριότητες για την ενίσχυση των αναπτυσσόμενων χωρών ώστε να παράσχουν τις απαιτούμενες εγγυήσεις. Η πρόταση συνεπώς θεσπίζει διαδικασίες για το σκοπό αυτό. Αυτές αφορούν π.χ. τη σταδιακή θέσπιση της απαίτησης υποβολής ενός προγράμματος ελέγχου, τη συνδρομή με τη θέσπιση ενός προγράμματος ελέγχου, την προώθηση κοινών σχεδίων μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών και των κρατών μελών, την αποστολή κοινοτικών εμπειρογνωμόνων επιτόπου έτσι ώστε να ενισχυθεί η οργάνωση των επίσημων ελέγχων.

Οικονομική υποστήριξη

58. Η πρόταση περιλαμβάνει ορισμένες δραστηριότητες που απαιτούν την οικονομική υποστήριξη της Επιτροπής. Αυτές είναι συγκεκριμένα:

* ο καθορισμός νέων εργαστηρίων αναφοράς.

* η δημιουργία μιας βάσης δεδομένων για τα γενικά χαρακτηριστικά της χώρας.

* η συμμετοχή εθνικών εμπειρογνωμόνων σε αποστολές του Γραφείου Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων (ΓΤΚΘ).

* η τυποποίηση των μεθόδων ανάλυσης και δειγματοληψίας, ιδίως με τη θέσπιση προτύπων απόδοσης που βασίζονται σε κριτήρια

* η υποστήριξη για τις αναπτυσσόμενες χώρες.

* η δημιουργία εγκαταστάσεων κατάρτισης για το ελεγκτικό προσωπικό του κράτους μέλους και των τρίτων χωρών.

* μελέτες, συνέδρια και δημοσιεύσεις σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων.

Επί του παρόντος, οι έλεγχοι ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων αντιπροσωπεύουν περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ στον ετήσιο κοινοτικό προϋπολογισμό. Η εφαρμογή του συνόλου των ανωτέρω προτεινόμενων μέτρων θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση αυτού του ποσού σε περίπου 16 εκατομμύρια ευρώ ετησίως ή 95 εκατομμύρια ευρώ για περίοδο έξι ετών. 7,5 εκατομμύρια ευρώ από αυτά τα 16 εκατομμύρια ευρώ προβλέπονται για την κατάρτιση των υπαλλήλων ελέγχου από τα κράτη μέλη, τις υποψήφιες χώρες και τρίτες χώρες σχετικά με τα (νέα) μέτρα ελέγχου των ζωοτροφών και των τροφίμων της ΕΕ.

Η ενέργεια αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως η ολοκλήρωση της δράσης 79 του λευκού βιβλίου για την ασφάλεια των τροφίμων που στοχεύει στην παροχή νομικής βάσης για να εξασφαλιστεί η επαρκής κοινοτική οικονομική υποστήριξη των ενεργειών που είναι αναγκαίες για την ενίσχυση της ασφάλειας των τροφίμων.

Μέτρα εφαρμογής

59. Οι προτεινόμενοι κανόνες καλύπτουν έναν εκτεταμένο τομέα που περιλαμβάνει τους επίσημους ελέγχους όλων των ζωοτροφών και τροφίμων σε όλα τα στάδια της τροφικής αλυσίδας εντός της Κοινότητας ή τα οποία παρουσιάζονται στα κοινοτικά σύνορα για εισαγωγή. Οι κανόνες μπορούν να καλύψουν όλες τις λεπτομέρειες που χαρακτηρίζουν τους επίσημους ελέγχους. Πρέπει συνεπώς να θεωρηθούν ως το πλαίσιο που περιέχει τις αναγκαίες απαιτήσεις με βάση τις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν, εάν χρειαστεί, πολύ λεπτομερείς κανόνες για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή από τα κράτη μέλη. Για το λόγο αυτό γίνεται πρόβλεψη για την ανάπτυξη τέτοιων κανόνων εφαρμογής σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου.

Πεδίο εφαρμογής του προτεινόμενου κανονισμού

60. Οι αρχές που καθορίζονται σε αυτήν την πρόταση είναι γενικά εφαρμοστέες στο σύνολο της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και στη νομοθεσία για την υγεία των ζώων και την ευεξία των ζώων. Εντούτοις, έχοντας κατά νου ότι για ορισμένους τομείς της νομοθεσίας για τα τρόφιμα υπάρχουν ήδη πλήρη και συγκεκριμένα μέτρα ελέγχου, ο προτεινόμενος κανονισμός πρέπει συνεπώς να λαμβάνει υπόψη αυτό το κοινοτικό κεκτημένο.

Το πεδίο εφαρμογής της πρότασης δεν επεκτείνεται συνεπώς στην εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες σχετικά με τη συνήθη οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων (αροτραίες καλλιέργειες, κρασί, ελαιόλαδο, φρούτα και λαχανικά, λυκίσκος, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας, αρνίσιο και κατσικίσιο κρέας και γάλα) για τα οποία υπάρχει ήδη ένα ικανοποιητικό καθιερωμένο και συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου. Επιπλέον, ο σκοπός και οι στόχοι της πρότασης είναι διαφορετικοί από το σκοπό και τους στόχους των ελέγχων που εφαρμόζονται στην κοινή οργάνωση των αγροτικών αγορών.

Οι ακόλουθες πράξεις περιέχουν ειδικά μέτρα για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που περιέχονται σε αυτές:

- οδηγία 2000/29/EK του Συμβουλίου της 8ης Μαΐου 2000 περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας [14],

[14] ΕΕ L 169, 10.7.2000, σ. 1.

- κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1991 περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής [15],

[15] ΕΕ L 198, 22.7.1991, σ. 1.

- κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992 για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων [16], και

[16] ΕΕ L 208 της 24.7.1992, σ. 1.

- κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92 του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992 για τις βεβαιώσεις ιδιοτυπίας των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων [17].

[17] ΕΕ L 208 της 24.7.1992, σ. 9.

Αυτή η πρόταση πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτη ώστε να λαμβάνει υπόψη την ειδικότητα των τομέων αυτών.

Η δομή των μελλοντικών κοινοτικών κανόνων σχετικά με τους ελέγχους των ζωοτροφών και τροφίμων

61. Η πρόταση που επισυνάπτεται προβλέπει γενικούς κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται στους επίσημους ελέγχους όλων των ζωοτροφών και τροφίμων σε κάθε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης και διανομής, είτε αυτές παράγονται εντός της ΕΕ είτε εξάγονται σε τρίτες χώρες είτε εισάγονται από αυτές. Επιπλέον αυτών των γενικών κανόνων πρέπει να προβλεφθεί ότι τα ειδικά προβλήματα χρειάζονται ειδικές λύσεις. Πρέπει συνεπώς να υπάρχει περιθώριο για πιο ειδικά μέτρα ελέγχου προκειμένου να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφές ότι πρέπει να διατηρηθούν οι υφιστάμενοι πιο ειδικοί κανόνες ελέγχου. Αυτοί είναι π.χ.:

- η οδηγία του Συμβουλίου 96/22/ΕΚ της 29ης Απριλίου 1996 για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή και για την κατάργηση των οδηγιών 81/602/ΕΟΚ, 88/146/ΕΟΚ και 88/299/ΕΟΚ [18],

[18] ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 3.

- η οδηγία του Συμβουλίου 96/23/ΕΚ της 29ης Απριλίου 1996 περί λήψεως μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και περί καταργήσεως των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ [19],

[19] ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 10.

- ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών διατάξεων για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση [20],

[20] COM(2000) 438, έγγρ. 2000/0180 (COD).

- ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών [21],

[21] ΕΕ L 147 της 31.5.2001, σ. 1.

- ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων τροφιμογενών ζωονοσογόνων παραγόντων, καθώς και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ, 72/462/ΕΟΚ και 90/539/ΕΟΚ [22].

[22] COM(2001).

- η οδηγία 86/362/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1986 που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά [23] και η οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1990 που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών [24] και οι κανόνες εφαρμογής που απορρέουν από αυτές,

[23] ΕΕ L 221 της 7.8.1986, σ. 37.

[24] ΕΕ L 350 της 14.12.1990, σ. 71.

- οι οδηγίες 92/1 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1992 σχετικά με τον έλεγχο της θερμοκρασίας στα μέσα μεταφοράς και στους χώρους αποθήκευσης και φύλαξης τροφίμων βαθιάς κατάψυξης που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου [25] και 92/2 13ης Ιανουαρίου 1992, για τον καθορισμό του τρόπου δειγματοληψίας και της κοινοτικής μεθόδου ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των θερμοκρασιών των τροφίμων βαθιάς κατάψυξης που προορίζονται για τη διατροφή του ανθρώπου [26].

[25] ΕΕ L 34 της 11.2.1992, σ. 29.

[26] ΕΕ L 34 της 11.2.1992, σ. 30.

Παρομοίως, δεν αποκλείεται στο μέλλον να πρέπει να αναπτυχθούν νέοι κανόνες όταν ανακύπτουν νέα προβλήματα. Στην περίπτωση αυτή, θα γίνουν προτάσεις για το σκοπό αυτό.

2003/0030 (COD)

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της για τη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 37, 95 και 152 παράγραφος 4 στοιχείο β),

την πρόταση της Επιτροπής [27],

[27] EE C, , σ..

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [28],

[28] ΕΕ C, , σ..

τη γνώμη της Επιτροπής των περιφερειών [29],

[29] ΕΕ C[..], [...], σ.[...].

αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα πρέπει να είναι ασφαλή και υγιεινά. Η κοινοτική νομοθεσία περιλαμβάνει ένα σύνολο κανόνων που εγγυώνται την επίτευξη του στόχου αυτού. Οι κανόνες αυτοί επεκτείνονται και στην παραγωγή και στη διάθεση στην αγορά τόσο των ζωοτροφών όσο και των τροφίμων.

(2) Οι βασικοί κανόνες σχετικά με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τη νομοθεσία για τα τρόφιμα περιέχονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων [30].

[30] ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ.1.

(3) Εκτός από αυτούς τους βασικούς κανόνες, η πιο ειδική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα καλύπτει διάφορους τομείς όπως η διατροφή των ζώων, συμπεριλαμβανομένων των φαρμακούχων ζωοτροφών, η υγιεινή των ζωοτροφών και των τροφίμων, οι ζωονόσοι, τα ζωικά υποπροϊόντα, τα κατάλοιπα και οι ρυπαντές, ο έλεγχος και η εκρίζωση των ζωονόσων που έχουν αντίκτυπο στη δημόσια υγεία, η επισήμανση ζωοτροφών και τροφίμων, τα φυτοφάρμακα, τα πρόσθετα ζωοτροφών και τροφίμων, οι βιταμίνες, τα μεταλλικά άλατα, τα ιχνοστοιχεία και άλλα πρόσθετα, τα υλικά που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα, οι απαιτήσεις ποιότητας και σύνθεσης, το πόσιμο νερό, ο ιονισμός, τα νέα τρόφιμα και οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί (ΓΤΟ).

(4) Η υγεία των ζώων και η ευεξία των ζώων αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων.

(5) Η κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα βασίζεται στην αρχή ότι οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής εντός των επιχειρήσεων υπό τον έλεγχό τους είναι υπεύθυνοι για να εξασφαλιστεί ότι οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα τηρούν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα που είναι συναφείς με τις δραστηριότητές τους.

(6) Τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και να παρακολουθούν και να επαληθεύουν ότι τηρούνται οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας για τα τρόφιμα από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής. Θα οργανωθούν επίσημοι έλεγχοι για το σκοπό αυτό.

(7) Πρέπει να δημιουργηθεί ένα κοινοτικό πλαίσιο για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων που να καλύπτει όλους τους τομείς της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένης της υγείας και της ευεξίας των ζώων.

(8) Κατά γενικό κανόνα αυτό το κοινοτικό πλαίσιο δεν πρέπει να περιλαμβάνει επίσημους ελέγχους όσον αφορά οργανισμούς επιβλαβείς για τα φυτά και τα φυτικά προϊόντα καθώς οι έλεγχοι αυτοί καλύπτονται ήδη επαρκώς από την οδηγία 2000/29/EK του Συμβουλίου της 8ης Μαίου 2000 περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά και τα φυτικά προϊόντα εγκαταστάσεων και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας [31]. Ορισμένες πτυχές του παρόντος κανονισμού πρέπει εντούτοις να εφαρμοστούν επίσης στον τομέα της υγείας των φυτών και ειδικότερα εκείνες που αφορούν τη δημιουργία εθνικών σχεδίων ελέγχου και τις κοινοτικές επιθεωρήσεις στο εσωτερικό των κρατών μελών και σε τρίτες χώρες. Κατά συνέπεια ενδείκνυται να τροποποιηθεί η οδηγία 2000/29/EK αντίστοιχα.

[31] ΕΕ L 169, 10.7.2000, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία της 2002/39/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 116, 3.5.2002, σ. 16).

(9) Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1991 περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής [32], (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992 για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων [33], (ΕΟΚ) αριθ. 2082/92 του Συμβουλίου της 14ης Ιουλίου 1992 για τις βεβαιώσεις ιδιοτυπίας των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων [34], περιέχουν ειδικά μέτρα για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που περιέχονται σε αυτούς. Οι απαιτήσεις αυτές του παρόντος κανονισμού πρέπει να είναι αρκετά ευέλικτες ώστε να λαμβάνουν υπόψη την ειδικότητα των τομέων αυτών.

[32] ΕΕ L 198, 22.7.1991, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 436/2001 (ΕΕ L 63, 3.3.2001, σ. 16).

[33] ΕΕ L 208, 24.7.1992, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2796/2000 (ΕΕ L 324, 21.12.2000, σ. 26).

[34] ΕΕ L 208, 24.7.1992, σ. 9. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

(10) Για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών των αγροτικών προϊόντων (αροτραίες καλλιέργειες, κρασί, ελαιόλαδο, φρούτα και λαχανικά, λυκίσκος, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας, αρνίσιο και κατσικίσιο κρέας και μέλι) υπάρχει ήδη ένα ικανοποιητικό καθιερωμένο και ειδικό σύστημα ελέγχου. Συνεπώς ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να ισχύει για τους εν λόγω τομείς πολύ περισσότερο καθώς οι στόχοι του παρόντος κανονισμού διαφέρουν από τους στόχους που επιδιώκονται από τους μηχανισμούς ελέγχου για την κοινή οργάνωση των αγορών των αγροτικών προϊόντων.

(11) Οι αρμόδιες αρχές για την εκτέλεση των επίσημων ελέγχων πρέπει να πληρούν ορισμένα επιχειρησιακά κριτήρια ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία και η αποτελεσματικότητά τους. Πρέπει να διαθέτουν επαρκές ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό και να κατέχουν τα κατάλληλα μέσα και εξοπλισμό για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του.

(12) Οι επίσημοι έλεγχοι πρέπει να πραγματοποιούνται χρησιμοποιώντας τις κατάλληλες τεχνικές που αναπτύχθηκαν για το σκοπό αυτό, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων επιτήρησης ρουτίνας καθώς και εντατικότερων ελέγχων, όπως επιθεωρήσεις, εξακριβώσεις, έρευνες, δειγματοληψία και ανάλυση των δειγμάτων. Η ορθή εφαρμογή των ανωτέρω τεχνικών απαιτεί την κατάλληλη κατάρτιση του προσωπικού που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους. Απαιτείται επίσης κατάρτιση για να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν ομοιόμορφες αποφάσεις, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή των αρχών HACCP.

(13) Η συχνότητα των επίσημων ελέγχων πρέπει να έχει τακτική βάση και να είναι ανάλογη με τον κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των ελέγχων που έχουν διεξαχθεί από τους ίδιους τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων, βάσει προγραμμάτων ελέγχου με βάση το σύστημα HACCP ή βάσει προγραμμάτων διασφάλισης της ποιότητας, όταν αυτά αποβλέπουν να καλύπτουν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Εφόσον χρειάζεται, πρέπει να πραγματοποιούνται ad hoc έλεγχοι σε περίπτωση υπόνοιας μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

(14) Οι επίσημοι έλεγχοι πρέπει να πραγματοποιούνται με βάση τις τεκμηριωμένες διαδικασίες έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτοί οι έλεγχοι πραγματοποιούνται ομοιόμορφα και έχουν σταθερή υψηλή ποιότητα.

(15) Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξασφαλίζουν τη θέσπιση και την αποτελεσματική εφαρμογή κατάλληλων συντονιστικών διαδικασιών σε περίπτωση που οι επίσημοι έλεγχοι διενεργούνται από διαφορετικές υπηρεσίες ελέγχου.

(16) Οι αρμόδιες αρχές πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι, όταν η αρμοδιότητα για την πραγματοποίηση των επίσημων ελέγχων έχει εκχωρηθεί από το κεντρικό επίπεδο σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, υπάρχει αποτελεσματικός και αποδοτικός συντονισμός μεταξύ του κεντρικού επιπέδου και αυτού του περιφερειακού ή τοπικού επιπέδου.

(17) Τα εργαστήρια που ενέχονται στην ανάλυση των επίσημων δειγμάτων πρέπει να εφαρμόζουν διεθνώς αναγνωρισμένες διαδικασίες ή πρότυπα επίδοσης βάσει κριτηρίων και να χρησιμοποιούν κατά το δυνατόν πιο έγκυρες μεθόδους ανάλυσης.

(18) Ο καθορισμός των κοινοτικών εργαστηρίων και των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς πρέπει να συμβάλλει στην υψηλή ποιότητα και την ομοιομορφία των αναλύσεων των αποτελεσμάτων. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί με δραστηριότητες όπως η εφαρμογή επικυρωμένων αναλυτικών μεθόδων, εξασφαλίζοντας ότι υπάρχουν υλικά αναφοράς, η οργάνωση συγκριτικών δοκιμών και η κατάρτιση του προσωπικού των εργαστηρίων.

(19) Οι δραστηριότητες των εργαστηρίων αναφοράς πρέπει να καλύπτουν όλους τους τομείς της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, ιδίως εκείνους τους τομείς όπου υπάρχει ανάγκη επακριβών αναλυτικών και διαγνωστικών αποτελεσμάτων. Αυτό περιλαμβάνει την υγεία των ζώων, δεδομένης της σημασίας του τμήματος αυτού όσον αφορά τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

(20) Για ορισμένες δραστηριότητες που συνδέονται με τους επίσημους ελέγχους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN) ανέπτυξε ευρωπαϊκά πρότυπα (πρότυπα ΕΝ) κατάλληλα για το σκοπό του παρόντος κανονισμού. Αυτά τα πρότυπα ΕΝ συνδέονται συγκεκριμένα με τη λειτουργία και την αξιολόγηση των εργαστηρίων δοκιμών και με τη λειτουργία και τη διαπίστευση οργάνων ελέγχου. Εκπονήθηκαν επίσης διεθνή πρότυπα από το Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO) και τη Διεθνή Ένωση Θεωρητικής και Εφαρμοσμένης Χημείας (IUPAC). Αυτά τα πρότυπα ενδέχεται, σε ορισμένες καλά καθορισμένες περιπτώσεις, να είναι κατάλληλα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη ότι καθορίζονται κριτήρια απόδοσης στη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευελιξία και η ικανοποιητική σχέση κόστους αποτελέσματος.

(21) Πρέπει να προβλέπονται η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων επίσημων ελέγχων από την αρμόδια αρχή σε ένα μη κυβερνητικό όργανο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση αυτή.

(22) Πρέπει να είναι διαθέσιμες οι κατάλληλες διαδικασίες για τη συνεργασία των αρμόδιων αρχών στο εσωτερικό των κρατών μελών και μεταξύ τους, ιδίως όταν ύστερα από επίσημους ελέγχους διαπιστώνεται ότι τα προβλήματα που αφορούν ζωοτροφές και τρόφιμα επεκτείνονται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Για τη διευκόλυνση της συνεργασίας αυτής τα κράτη μέλη καθορίζουν ένα ή περισσότερα όργανα σύνδεσης, ρόλος των οποίων θα είναι ο συντονισμός της διαβίβασης και παραλαβής αιτημάτων για παροχή βοήθειας.

(23) Σε συμφωνία με το άρθρο 50 του κανονισμού 178/2002, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όταν είναι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη σοβαρού άμεσου ή έμμεσου κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία που προέρχεται από τρόφιμα ή ζωοτροφές.

(24) Είναι σημαντικό να δημιουργηθούν ομοιόμορφες διαδικασίες για τον έλεγχο των εισαγωγών στο έδαφος της Κοινότητας ζωοτροφών και τροφίμων από τρίτες χώρες, λαμβάνοντας υπόψη ότι εναρμονισμένες διαδικασίες εισαγωγής υπάρχουν ήδη για:

- τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης δυνάμει της οδηγίας 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1997 για καθορισμό των αρχών οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες [35],

[35] ΕΕ L 24 της 30.1.1998, σ. 9.

- τα ζώντα ζώα που καλύπτονται από την οδηγία 91/496/EΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1991 για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των ζώων προέλευσης τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και περί τροποποίησης των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ και 90/675/ΕΟΚ [36].

[36] ΕΕ L 268 της 24.9.1991, σ. 56. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 96/437ΕΚ (ΕΕ L 162 της 1.7.1996, σ. 1).

Οι διαδικασίες αυτές λειτουργούν κατάλληλα και πρέπει να διατηρηθούν.

(25) Οι έλεγχοι σε ζωοτροφές και τρόφιμα από τρίτες χώρες που αναφέρονται στην οδηγία 97/78/EOK περιορίζονται σε κτηνιατρικά θέματα. Είναι αναγκαίο να συμπληρωθούν οι έλεγχοι αυτοί με επίσημους ελέγχους σε πτυχές που δεν καλύπτονται από τους κτηνιατρικούς ελέγχους, όπως π.χ. σχετικά με τις πρόσθετες ύλες, την επισήμανση, την ανιχνευσιμότητα, την ακτινοβόληση των τροφίμων και τα υλικά που βρίσκονται σε επαφή με τα τρόφιμα.

(26) Η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει επίσης διαδικασίες για τον έλεγχο των εισαγόμενων ζωοτροφών δυνάμει της οδηγίας 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1995 για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων [37]. Η εν λόγω οδηγία περιέχει τις αρχές και τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη κατά την απελευθέρωση των εισαγόμενων ζωοτροφών για ελεύθερη κυκλοφορία.

[37] ΕΕ L 265 της 8.11.1995, σ. 17. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/467Εκ (ΕΕ L 234 της 1.9.2001, σ. 55).

(27) Κρίνεται κατάλληλο να δημιουργηθούν κοινοτικοί κανόνες προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τρίτες χώρες υποβάλλονται σε επίσημους ελέγχους πριν από την απόδοση για ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα. Ειδική προσοχή πρέπει να δοθεί στους ελέγχους των εισαγωγών ζωοτροφών και τροφίμων για τα οποία ενδέχεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος μόλυνσης.

(28) Πρέπει επίσης να προβλεφθεί η οργάνωση επίσημων ελέγχων των ζωοτροφών και των τροφίμων που εισάγονται στο έδαφος της Κοινότητας υπό τελωνειακές διαδικασίες άλλες από αυτές της ελεύθερης κυκλοφορίας και ειδικότερα εκείνων που θεσπίζονται δυνάμει των τελωνειακών διαδικασιών που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως στ) στο άρθρο 4 παράγραφος 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2913/92 της 12ης Οκτωβρίου 1992 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [38], καθώς και την είσοδό τους σε μια ελεύθερη ζώνη ή μια ελεύθερη αποθήκη. Αυτό περιλαμβάνει την εισαγωγή ζωοτροφών και τροφίμων από τρίτες χώρες από επιβάτες διεθνών μέσων μεταφοράς και μέσω δεμάτων που αποστέλλονται ταχυδρομικώς.

[38] ΕΕ L 311 της 12.12.2000, σ. 17.

(29) Για το σκοπό των επίσημων ελέγχων σε ζωοτροφές και τρόφιμα, είναι αναγκαίο να καθοριστεί το έδαφος της Κοινότητας στο οποίο εφαρμόζονται οι κανόνες προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα που εισάγονται σε αυτό το έδαφος υποβάλλονται στους ελέγχους που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Αυτό το έδαφος δεν είναι αναγκαστικά το ίδιο με εκείνο που προβλέπεται στο άρθρο 229 της συνθήκης , όχι όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου.

(30) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η πιο αποτελεσματική οργάνωση των επίσημων ελέγχων σε ζωοτροφές και τρόφιμα από τρίτες χώρες και προκειμένου να διευκολυνθεί η εμπορική ροή, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να καθοριστούν συγκεκριμένα σημεία εισόδου ζωοτροφών και τροφίμων από τρίτες χώρες στο έδαφος της Κοινότητας. Παρομοίως, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να απαιτείται η εκ των προτέρων ειδοποίηση της άφιξης των αγαθών στο έδαφος της Κοινότητας.

(31) Κατά τη θέσπιση κανόνων για τους επίσημους ελέγχους των ζωοτροφών και των τροφίμων από τρίτες χώρες, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές και οι τελωνειακές υπηρεσίες συνεργάζονται, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κανόνες για αυτό τον σκοπό υπάρχουν ήδη στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 1993 σχετικά με τους ελέγχους της πιστότητας των προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες προς τους κανόνες που ισχύουν για την ασφάλεια προϊόντων [39].

[39] ΕΕ L 40 της 17.12.1993, σ. 17.

(32) Όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, πρέπει να εφαρμοστούν διαδικασίες για τη χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων βάσει αρχών που ισχύουν ομοιόμορφα σε όλη την Κοινότητα. Κρίνεται συνεπώς κατάλληλο να καθοριστούν τα κριτήρια για τον ορισμό του επιπέδου των τελών επιθεώρησης. Όσον αφορά τα τέλη που εφαρμόζονται για τους ελέγχους των εισαγωγών, κρίνεται κατάλληλο να θεσπισθούν άμεσα τα ποσοστά για τα κύρια εισαγόμενα αγαθά με σκοπό να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή τους και να αποφευχθούν στρεβλώσεις του εμπορίου.

(33) Η κοινοτική νομοθεσία περί τροφίμων και η νομοθεσία περί ζωοτροφών προβλέπει την καταχώριση ή έγκριση ορισμένων επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων από την αρμόδια αρχή. Αυτό ισχύει ιδίως για:

- τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ.... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την υγιεινή των τροφίμων [40],

[40] ΕΕ L ....

- τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ.... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τρόφιμα ζωικής προέλευσης [41],

[41] ΕΕ L ....

- την οδηγία 95/69/EK του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για τη θέσπιση των όρων και των κανόνων που εφαρμόζονται κατά την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων και για τροποποίηση των οδηγιών 70/524/EOK, 74/63/EOK, 79/373/EOK και 82/471/EOK [42].

[42] ΕΕ L 332 της 18.8.1990, σ. 5. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/20/EK (ΕΕ L 80, 25.3.1999, σελ. 20).

Πρέπει να δημιουργηθούν διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η εγγραφή και η έγκριση των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων πραγματοποιούνται κατά αποτελεσματικό και διαφανή τρόπο.

(34) Για να ακολουθείται σφαιρική και ομοιόμορφη προσέγγιση όσον αφορά τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν εθνικά σχέδια ελέγχου που καταρτίζονται σύμφωνα με γενικές κατευθυντήριες γραμμές η επεξεργασία των οποίων γίνεται σε κοινοτικό επίπεδο. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να προάγουν τις συνεκτικές εθνικές στρατηγικές και να προσδιορίζουν τις προτεραιότητες με βάση την ανάλυση κινδύνου και τις πιο αποτελεσματικές διαδικασίες ελέγχου. Η κοινοτική στρατηγική θα αποτελέσει μια πλήρη, ολοκληρωμένη προσέγγιση ως προς τη λειτουργία των ελέγχων.

(35) Τα εθνικά σχέδια ελέγχου πρέπει να καλύπτουν τη νομοθεσία περί τροφίμων και τη νομοθεσία περί ζωοτροφών καθώς και τη νομοθεσία σχετικά με την υγεία των ζώων και την ευεξία των ζώων.

(36) Τα εθνικά σχέδια ελέγχου πρέπει να δημιουργήσουν μια σταθερή βάση για τις υπηρεσίες επιθεώρησης της Επιτροπής όσον αφορά τη διεξαγωγή των ελέγχων στα κράτη μέλη. Αυτοί οι έλεγχοι θα επιτρέψουν να εξακριβωθεί εάν οι επίσημοι έλεγχοι στα κράτη μέλη οργανώνονται σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Όπου αρμόζει και συγκεκριμένα σε περιπτώσεις στις οποίες η έρευνα των κρατών μελών με βάση τα εθνικά σχέδια ελέγχου δείχνει αδυναμίες ή ελλείψεις, μπορεί να διεξαχθούν λεπτομερείς επιθεωρήσεις και έρευνες.

(37) Τα κράτη μέλη απαιτείται να υποβάλλουν ετησίως στην Επιτροπή έκθεση για την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων ελέγχου. Η έκθεση αυτή πρέπει να περιέχει τα αποτελέσματα των ελέγχων που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους και, όταν χρειάζεται, την ενημέρωση του αρχικού σχεδίου ελέγχου σε συνάρτηση με τα εν λόγω αποτελέσματα.

(38) Οι κοινοτικοί έλεγχοι στα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν στις κοινοτικές υπηρεσίες ελέγχου να επαληθεύουν κατά πόσο εφαρμόζονται η νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα καθώς και η νομοθεσία σχετικά με την υγεία των ζώων και την ευεξία των ζώων κατά ομοιόμορφο και ορθό τρόπο σε ολόκληρη την Κοινότητα.

(39) Απαιτείται η διεξαγωγή κοινοτικών ελέγχων σε τρίτες χώρες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης ή της ισοτιμίας της νομοθεσίας των χωρών αυτών με την κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και για τα τρόφιμα καθώς και με τη νομοθεσία για την υγεία των ζώων. Μπορεί να ζητείται επίσης από τις τρίτες χώρες να θεσπίσουν σχέδια ελέγχου παρόμοια με εκείνα που προβλέπονται για τα κράτη μέλη όσον αφορά τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα που εξάγουν. Τα σχέδια αυτά, που πρέπει να θεσπιστούν με βάση τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για συνακόλουθους ελέγχους της Επιτροπής που θα διεξάγονται εντός ενός διεπιστημονικού πλαισίου που θα καλύπτει τους κύριους τομείς εξαγωγών προς την ΕΕ. Αυτή η εξέλιξη πρέπει να επιτρέψει την απλούστευση του παρόντος συστήματος, να ενισχύσει την αποτελεσματική συνεργασία ελέγχου και κατά συνέπεια να διευκολύνει τις εμπορικές ροές.

(40) Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι εισαγόμενες ζωοτροφές και τρόφιμα συμμορφώνονται με ή είναι ισοδύναμες με την κοινοτική νομοθεσία περί τροφίμων και τη νομοθεσία περί ζωοτροφών, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν διαδικασίες που να επιτρέπουν τον ορισμό των όρων εισαγωγής και των απαιτήσεων πιστοποίησης όπως ενδείκνυται.

(41) Οι παραβάσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ενδέχεται να συνιστούν απειλή για την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων και την ευεξία των ζώων. Αυτές οι παραβάσεις πρέπει συνεπώς να αποτελούν αντικείμενο αποτελεσματικών, αποτρεπτικών και αναλογικών μέτρων σε εθνικό επίπεδο σε ολόκληρη την Κοινότητα.

(42) Τα μέτρα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν διοικητική δράση από τις αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη που πρέπει να έχουν τις σχετικές διαδικασίες. Το πλεονέκτημα αυτών των διαδικασιών είναι ότι μπορεί να αναληφθεί ταχεία δράση προκειμένου να αποκατασταθεί η κατάσταση.

(43) Η εμπειρία έδειξε ότι τα υφιστάμενα συστήματα κυρώσεων δεν ήταν πάντα αρκετά για να επιτύχουμε τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία.. Η συμμόρφωση αυτή μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί με την εφαρμογή ποινικών κυρώσεων που δείχνουν κοινωνική αποδοκιμασία ποιοτικά διαφορετικής φύσης σε σύγκριση με τα διοικητικά μέτρα ή μηχανισμό αποζημίωσης δυνάμει του αστικού δικαίου.

(44) Η απόδοση σε δικαστικές αρχές μάλλον παρά σε διοικητικές αρχές του καθήκοντος της επιβολής ποινών περιέχει την παροχή της αρμοδιότητας για την έρευνα και επιβολή της τήρησης των κανόνων για την υγεία των ζώων και της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα σε αρχές που είναι ανεξάρτητες από εκείνες που χορηγούν τις άδειες εκμετάλλευσης.

(45) Ορισμένα αδικήματα συνεπώς πρέπει να θεωρούνται ποινικά αδικήματα όταν διαπράττονται εκ προθέσεως ή λόγω αμέλειας και πρέπει να υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης σε σοβαρές περιπτώσεις της στέρησης της ελευθερίας.

(46) Τα νομικά πρόσωπα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις, επειδή οι παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου σε μεγάλο βαθμό διαπράττονται προς το συμφέρον νομικών προσώπων ή για όφελός τους.

(47) Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων πρέπει να έχουν το δικαίωμα προσφυγής κατά των μέτρων που λαμβάνει η αρμόδια αρχή ως αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων και να είναι ενημερωμένοι για το δικαίωμα αυτό.

(48) Ενδείκνυται να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών και ιδίως των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και να θεσπίζονται μέτρα για αυτό το σκοπό.

(49) Οι κανόνες που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό υποστηρίζουν την ολοκληρωμένη και οριζόντια προσέγγιση που είναι αναγκαία για την εφαρμογή συνεπούς πολιτικής ελέγχου όσον αφορά την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων. Πρέπει ωστόσο να υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης ειδικών κανόνων ελέγχου, όπου χρειάζεται. Παρομοίως, πρέπει να διατηρηθούν πιο ειδικοί κανόνες που υπάρχουν στον τομέα των ελέγχων στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι ακόλουθες νομοθετικές πράξεις:

- η οδηγία 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β- ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους και κατάργησης των οδηγιών 81/602/ΕΟΚ, 88/146/ΕΟΚ και 88/299/ΕΟΚ [43],

[43] ΕΕ L 125, 23.5.1996, σ. 3.

- η οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και κατάργησης των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ [44],

[44] ΕΕ L 125, 23.5.1996, σ. 10.

- ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερών διατάξεων για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση [45],

[45] COM(2000) 438, έγγρ. 2000/0180 (COD).

- ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών [46],

[46] ΕΕ L 147, 31.5.2001, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό.

- ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων τροφιμογενών ζωονοσογόνων παραγόντων, καθώς και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ, 72/462/ΕΟΚ και 90/539/ΕΟΚ [47],

[47] COM (2001)452 τελικό-2001/0177 (COD).

- η οδηγία 86/362/EOK του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1986 σχετικά με τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά [48],

[48] ΕΕ L 221, 7.8.1986, σ. 37. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/42/EK της Επιτροπής (ΕΕ L 134, 22.3.2002, σελ. 29).

- η οδηγία 90/642/EOK του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 1990 σχετικά με τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών [49] και των κανόνων εφαρμογής που απορρέουν απ' αυτές,

[49] ΕΕ L 350, 14.12.1990, σ. 71. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2002/42/EK.

- η οδηγία 92/1/EOK της Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1992 σχετικά με τον έλεγχο της θερμοκρασίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στους χώρους αποθήκευσης και φύλαξης τροφίμων βαθείας καταψύξεως που προορίζονται τη διατροφή του ν ανθρώπου [50],

[50] ΕΕ L 34, 11.2.1992, σ. 28.

- η οδηγία 92/2/EOK της Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1992 για τον καθορισμό του τρόπου δειγματοληψίας και της κοινοτικής μεθόδου ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των θερμοκρασιών των τροφίμων βαθείας καταψύξεως που προορίζονται τη διατροφή του ανθρώπου [51].

[51] ΕΕ L 34, 11.2.1992, σ. 30.

(50) Ο παρών κανονισμός καλύπτει τομείς που καλύπτονται ήδη σε ορισμένες οδηγίες που ισχύουν επί του παρόντος. Ενδείκνυται συνεπώς να καταργηθούν ιδίως οι ακόλουθες νομοθετικές πράξεις για τη διεξαγωγή των ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα και να αντικατασταθούν από τους κανόνες του παρόντος κανονισμού:

- οδηγία 70/373/ΕΟΚ της 20ης Ιουλίου 1970 περί εισαγωγής τρόπων λήψεως δειγμάτων και μεθόδων κοινοτικής αναλύσεως για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών [52],

[52] ΕΕ L 170, 3.8.1970, σ. 2. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3768/85 (ΕΕ L 362, 31.12.1985, σ. 8).

- οδηγία 85/591/ΕΟΚ της 20ης Δεκεμβρίου 1985 για την καθιέρωση κοινοτικών τρόπων δειγματοληψίας και μεθόδων ανάλυσης για τον έλεγχο των τροφίμων που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο [53],

[53] ΕΕ L 372, 31.12.1985, σ. 50.

- η οδηγία 89/397/ΕΟΚ της 14ης Ιουνίου 1989 του Συμβουλίου σχετικά με τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων [54],

[54] ΕΕ L 186, 30.6.1989, σ. 23.

- οδηγία 93/99/ΕΟΚ της 29ης Οκτωβρίου 1993 σχετικά με τα πρόσθετα μέτρα που αφορούν τον επίσημο έλεγχο των τροφίμων [55].

[55] ΕΕ L 290, 24.11.1993, σ. 14.

- οδηγία 95/53/ΕΚ της 25ης Οκτωβρίου 1995 για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων [56].

[56] ΕΕ L 265, 8.11.1995, σ. 17. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2001/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 234, 1.9.2001, σ. 55).

- οδηγία 96/43/ΕΚ της 26ης Ιουνίου 1996 όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε από την οδηγία 85/73/ΕΚ για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων των ζώντων ζώων και ορισμένων ζωικών προϊόντων και για τροποποίηση των οδηγιών 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ [57].

[57] ΕΕ L 162, 1.7.1996, σ. 1.

- απόφαση 98/728/ΕΚ της 14ης Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με κοινοτικό σύστημα εισφορών στον τομέα των ζωοτροφών [58].

[58] ΕΕ L 346, 22.12.1998, σ. 51.

(51) Οι ακόλουθοι κανόνες πρέπει να τροποποιηθούν με βάση τον παρόντα κανονισμό:

- η οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 1989 σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς [59],

[59] ΕΕ L 395, 30.12.1989, σ. 13. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 96/23/ΕΚ (ΕΕ L 13, 16.1.1997, σ. 28).

- η οδηγία 96/23/ΕΚ,

- η οδηγία 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1997 για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες [60],

[60] ΕΕ L 24, 30.1.1998, σ. 9.

- η οδηγία 2000/29/ΕΚ.

(52) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της Συνθήκης, οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης για να εξασφαλιστεί η εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους ζωοτροφών και τροφίμων, δεν μπορούν να επιτευχθούν αρκετά από τα κράτη μέλη δεδομένου ότι μια τέτοια εναρμόνιση απαιτεί μια κοινοτική προσέγγιση, και μπορεί επομένως, λόγω της συνθετότητάς της, του διασυνοριακού χαρακτήρα της και, όσον αφορά τις εισαγωγές ζωοτροφών και τροφίμων, του διεθνούς χαρακτήρα του, να επιτευχθεί καλύτερα από την Κοινότητα. Ο παρών κανονισμός περιορίζεται στο ελάχιστο απαιτούμενο προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί και δεν υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για το σκοπό αυτό.

(53) Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να εγκριθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/EK του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [61],

[61] ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΘΕΜΑ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1 Θέμα και πεδίο εφαρμογής

1. Ο σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να καθορίσει τους γενικούς κανόνες για την εκτέλεση των επίσημων ελέγχων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1. Ο παρών κανονισμός στοχεύει:

α) στην πρόληψη κινδύνων για τον άνθρωπο και τα ζώα, είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος.

β) στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων και των συμφερόντων όσον αφορά την ενημέρωση των καταναλωτών.

2. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για τους επίσημους ελέγχους για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες για την κοινή οργάνωση των αγορών των αγροτικών προϊόντων.

Άρθρο 2 Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ορισμοί που καθορίζονται στα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

1. ως «επίσημος έλεγχος» νοείται κάθε μορφή ελέγχου που εκτελείται από την αρμόδια αρχή ή από την Κοινότητα για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων υγείας των ζώων και ευεξίας των ζώων.

2. ως «εξακρίβωση» νοείται η επιβεβαίωση μέσω εξέτασης και παροχής αντικειμενικών στοιχείων ότι έχουν εκπληρωθεί οι συγκεκριμένες απαιτήσεις.

3. ως «νομοθεσία περί ζωοτροφών» νοούνται οι νομικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις ζωοτροφές γενικά και ειδικότερα την ασφάλεια των τροφίμων. καλύπτει οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης, διανομής και χρήσης των ζωοτροφών.

4. ως «αρμόδια αρχή» νοείται η αρχή ενός κράτους μέλους ή μιας τρίτης χώρας που καθορίστηκε για να πραγματοποιεί επίσημους ελέγχους.

5. ως «φορέας ελέγχου» νοείται ένας μη κυβερνητικός φορέας στον οποίο η αρμόδια αρχή έχει αναθέσει ορισμένα καθήκοντα ελέγχου.

6. ως «έρευνα» νοείται η συστηματική και ανεξάρτητη εξέταση που προσδιορίζει κατά πόσον οι δραστηριότητες και τα σχετικά αποτελέσματά τους συμμορφώνονται με τους προγραμματισμένους διακανονισμούς και κατά πόσον οι διακανονισμοί αυτοί εφαρμόζονται αποτελεσματικά και είναι οι κατάλληλοι για να επιτευχθούν οι στόχοι.

7. ως «επιθεώρηση» νοείται η εξέταση φυτών, ζώων, ζωοτροφών και τροφίμων, επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων ή συστημάτων που εφαρμόζονται σε αυτά, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης κατά τη διαδικασία παραγωγής καθώς και του ελέγχου του ολοκληρωμένου προϊόντος και όσον αφορά τις ζωοτροφές και τη χρήση τους, με στόχο την εξακρίβωση του ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις.

8. ως «επίσημη πιστοποίηση» νοείται η διαδικασία με την οποία η αρμόδια αρχή ή τα αρμόδια όργανα, στα οποία η αρμόδια αρχή έχει εκχωρήσει την αρμοδιότητα αυτή, παρέχει γραπτή ή ισοδύναμη εγγύηση ότι οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα ή οι επιχειρήσεις τροφίμων και ζωοτροφών συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις.

9. ως «εισαγωγή» νοείται η διάθεση για ελεύθερη κυκλοφορία ζωοτροφών και τροφίμων και η πρόθεση για διάθεση ζωοτροφών και τροφίμων στην ελεύθερη κυκλοφορία βάσει του άρθρου 79 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα σε μια από τις επικράτειες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι.

10. ως «εισέλευση» νοείται η εισαγωγή όπως ορίζεται στο σημείο 9 ανωτέρω, και η τοποθέτηση αγαθών υπό το τελωνειακό καθεστώς που αναφέρεται στα σημεία β) έως στ) του άρθρου 4 παράγραφος 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2913/92, καθώς και η είσοδός τους σε μια ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη.

11. ως «έλεγχος εγγράφων» νοείται η εξέταση των εμπορικών εγγράφων και, εφόσον ενδείκνυται, των απαιτούμενων εγγράφων δυνάμει της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και της νομοθεσίας για τα τρόφιμα που συνοδεύουν την αποστολή.

12. ως «έλεγχος ταυτότητας» νοείται ο έλεγχος με οπτική επιθεώρηση για να εξασφαλιστεί ότι τα έγγραφα που συνοδεύουν την αποστολή συμπίπτουν με τα προϊόντα της αποστολής.

13. ως «φυσικός έλεγχος» νοείται ο έλεγχος στην ίδια την ζωοτροφή ή στο ίδιο το τρόφιμο.

14. ως «σχέδιο ελέγχου» νοείται ένα σχέδιο που συγκροτείται από την αρμόδια αρχή και περιέχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τη δομή και την οργάνωση των συστημάτων ελέγχου ζωοτροφών και τροφίμων που διαχειρίζεται αυτή.

ΤΙΤΛΟΣ II ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

Κεφάλαιο Ι: Γενικές υποχρεώσεις

Άρθρο 3 Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά την οργάνωση των επίσημων ελέγχων

1. Τα κράτη μέλη οργανώνουν επίσημους ελέγχους σε τακτική βάση και με την κατάλληλη συχνότητα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη:

α) προσδιορισμένους κινδύνους που συνδέονται με ζωοτροφές και τρόφιμα, επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων, τη χρήση ζωοτροφών ή τροφίμων ή οποιασδήποτε διαδικασίας, υλικού, ουσίας, δραστηριότητας ή ενέργειας που μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων.

β) την εμπειρία και τη γνώση που έχει αποκτηθεί από προηγούμενους ελέγχους,

γ) την αξιοπιστία των ελέγχων που έχουν ήδη διενεργηθεί από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων,

δ) υποψίες για ενδεχόμενη μη συμμόρφωση.

2. Κατά γενικό κανόνα οι επίσημοι έλεγχοι πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση.

3. Οι επίσημοι έλεγχοι πραγματοποιούνται σε οποιοδήποτε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης και διανομής ζωοτροφών και τροφίμων. Περιλαμβάνουν επίσης ελέγχους σε επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων, σχετικά με τη χρήση ζωοτροφών ή τροφίμων, για κάθε διαδικασία, υλικό, ουσία, δραστηριότητα ή ενέργεια που εφαρμόζεται σε ζωοτροφές και τρόφιμα και, εφόσον ενδείκνυται, για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, σε ζώντα ζώα ή φυτά.

4. Οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα που προορίζονται για εξαγωγές εκτός της Κοινότητας ελέγχονται με την ίδια φροντίδα όπως και οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα που προορίζονται για την κοινοτική αγορά.

Κεφάλαιο ΙΙ: Οι αρμόδιες αρχές

Άρθρο 4 Καθορισμός των αρμόδιων αρχών και των κριτηρίων λειτουργίας

1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις αρμόδιες αρχές, οι οποίες είναι υπεύθυνες για τους σκοπούς και τους ελέγχους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

2. Οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούν τα ακόλουθα κριτήρια:

α) πρέπει να είναι αμερόληπτες και ανεπηρέαστες από ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων,

β) η αποτελεσματικότητα και η καταλληλότητα των ελέγχων πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής των ζωοτροφών και τροφίμων,

γ) πρέπει να διαθέτουν ή διαθέτουν πρόσβαση σε επαρκή δυναμικότητα εργαστηρίων για τις δοκιμές και σε επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού ώστε οι επίσημοι έλεγχοι και τα καθήκοντα ελέγχου να διεξάγονται σωστά και αποτελεσματικά και,

δ) πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα και ορθά συντηρούμενες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό για την εξασφάλιση του ότι το προσωπικό θα εκτελεί τα καθήκοντα ελέγχου του σωστά και αποτελεσματικά,

ε) πρέπει να διαθέτουν τη νομική εξουσία ώστε να διεξάγουν επίσημους ελέγχους και να λαμβάνουν τα μέτρα που υπαγορεύει ο παρών κανονισμός,

στ) πρέπει να διαθέτουν σχέδια αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης και να είναι έτοιμες να τα θέσουν σε λειτουργία σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

3. Όταν η κεντρική αρμόδια αρχή έχει αναθέσει την αρμοδιότητα πραγματοποίησης επίσημων ελέγχων σε κάποια άλλη αρχή ή αρχές, ιδίως αυτές σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι υπάρχει αποτελεσματικός και αποδοτικός συντονισμός μεταξύ της κεντρικής αρμόδιας αρχής και της αρχής ή των αρχών στις οποίες η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί.

Η ποιότητα και η ομοιομορφία των ελέγχων πρέπει να εξασφαλιστεί σε όλα τα επίπεδα στα οποία λειτουργούν οι αρμόδιες αρχές.

4. Όταν στο πλαίσιο μιας αρμόδιας αρχής δίνονται καθήκοντα ελέγχου σε διαφορετικές μονάδες ελέγχου, εξασφαλίζεται ο αποτελεσματικός συντονισμός και συνεργασία μεταξύ αυτών των διαφορετικών μονάδων.

5. Πραγματοποιούνται έρευνες για να εξασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές επιτυγχάνουν τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Αυτές οι έρευνες υπόκεινται σε ανεξάρτητους εξονυχιστικούς ελέγχους και πραγματοποιούνται κατά τρόπο διαφανή.

6. Μπορούν να εγκριθούν λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας για τη διαπίστευση των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 5 Εκχώρηση ειδικών καθηκόντων ελέγχου

1. Η αρμόδια αρχή μπορεί να εκχωρήσει ειδικά καθήκοντα ελέγχου σε ένα ή περισσότερα όργανα ελέγχου. Ωστόσο, οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 54 δεν αποτελούν αντικείμενο εκχώρησης αρμοδιοτήτων.

Κατάλογος των καθηκόντων που μπορούν ή δεν μπορούν να εκχωρηθούν μπορεί να καταρτιστεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3.

2. Η αρμοδιότητα για την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων ελέγχου δεν εκχωρείται, εκτός εάν τηρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:

α) πρέπει να υπάρχει ακριβής περιγραφή των καθηκόντων που μπορούν να επιτελεστούν από το όργανο στο οποίο έχουν εκχωρηθεί αρμοδιότητες και των συνθηκών υπό τις οποίες μπορούν να ασκηθούν οι εκχωρημένες αρμοδιότητες.

β) πρέπει να υπάρχει απόδειξη ότι οι φορείς ελέγχου :

i) διαθέτουν την απαιτούμενη εμπειρία, εξοπλισμό και υποδομή για την επιτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί,

ii). έχουν επαρκή αριθμό ατόμων με κατάλληλα προσόντα και κατάλληλη εμπειρία

iii) είναι αμερόληπτες και ανεπηρέαστες από ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων,

γ) πρέπει να εξασφαλίζεται ότι τα όργανα ελέγχου εργάζονται και διαπιστεύονται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 45004 «Γενικά κριτήρια για τη λειτουργία διαφόρων ειδών φορέων επιθεώρησης»,

δ) τα αποτελέσματα των ελέγχων που έχουν διενεργηθεί από όργανα ελέγχου στα οποία έχουν εκχωρηθεί αρμοδιότητες για επίσημους ελέγχους θα ανακοινώνονται στην αρμόδια αρχή σε τακτική βάση και ύστερα από αίτημα αυτής. σε περίπτωση που τα αποτελέσματα των ελέγχων δείχνουν μη συμμόρφωση ή υποψία μη συμμόρφωσης, η αρμόδια αρχή θα ενημερώνεται αμέσως από τα όργανα ελέγχου,

ε) τα όργανα ελέγχου πρέπει να διενεργούν εσωτερικές έρευνες σε τακτά διαστήματα ώστε να εξασφαλίζουν την ικανότητά τους στο να επιτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί,

στ) πρέπει να υπάρχει αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ της εκχωρούσας αρμοδιότητες αρμόδιας αρχής και των οργάνων ελέγχου.

3. Τα όργανα ελέγχου υπόκεινται σε έρευνες, όταν χρειάζεται, που οργανώνονται από την αρμόδια αρχή η οποία τους έχει εκχωρήσει αρμοδιότητες. Εάν, ως αποτέλεσμα μιας έρευνας, αποδειχθεί ότι τα όργανα αυτά δεν επιτελούν τα καθήκοντα που τους έχουν εκχωρηθεί, η εκχώρηση αρμοδιοτήτων μπορεί να αρθεί και αίρεται χωρίς καθυστέρηση, αν δεν υπάρξουν κατάλληλες και έγκαιρες επανορθώσεις.

4. Κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να εκχωρήσει ένα ειδικό καθήκον ελέγχου σε ένα φορέα ελέγχου ειδοποιεί την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. Αυτή η ειδοποίηση παρέχει λεπτομερή περιγραφή:

α) του καθήκοντος που πρόκειται να εκχωρηθεί

β) του οργάνου στο οποίο θα εκχωρηθεί το καθήκον.

Τα κράτη μέλη διαθέτουν τρεις μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης για να αποστείλουν γραπτά σχόλια στην Επιτροπή. Η Επιτροπή μπορεί - και, όταν λαμβάνει γραπτά σχόλια από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, - συμβουλεύεται τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 1. Όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3, μπορεί να αποφασίζει, εάν το μέτρο μπορεί να εφαρμοστεί υπό την προϋπόθεση των κατάλληλων τροποποιήσεων.

Άρθρο 6 Το προσωπικό που διεξάγει τους επίσημους ελέγχους

1. Το προσωπικό της αρμόδιας αρχής που εκτελεί τους επίσημους ελέγχους πρέπει να έχει λάβει την κατάλληλη κατάρτιση στον τομέα της αρμοδιότητάς του ώστε να εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του και να εξασφαλίζει ότι οι έλεγχοι διεξάγονται ομοιόμορφα. Η κατάρτιση αυτή καλύπτει όπως ενδείκνυται, τους τομείς που αναφέρονται στο παράρτημα II, κεφάλαιο I.

2. Το προσωπικό που διεξάγει τους επίσημους ελέγχους ενημερώνεται τακτικά σχετικά με όλα τα θέματα στον τομέα αρμοδιότητάς του και παρακολουθεί πρόσθετη κατάρτιση όταν χρειάζεται.

Άρθρο 7 Εμπιστευτικότητα

Με την επιφύλαξη της ανάγκης να προστατευτεί η δημόσια υγεία, το προσωπικό των αρμόδιων αρχών πρέπει να τηρεί τους κανόνες της εμπιστευτικότητας σχετικά με τις πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεσμεύεται από τους κανόνες του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζει η εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 8 Διαδικασίες ελέγχου και κατευθυντήριες γραμμές

1. Οι επίσημοι έλεγχοι από την αρμόδια αρχή διεξάγονται σύμφωνα με διαδικασίες βάσει εγγράφων. Αυτά τα έγγραφα περιέχουν πληροφορίες και οδηγίες για το προσωπικό που διεξάγει τους επίσημους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων των τομέων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ, κεφάλαιο ΙΙ.

2. Οι ειδικές διαδικασίες ελέγχου και οι κατευθυντήριες γραμμές για τους ελέγχους μπορεί να καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 2. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν τις διαδικασίες για τον επίσημο έλεγχο της εφαρμογής των αρχών HACCP ή των συστημάτων διαχείρισης που εκτελούνται από τις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων, όπου τα συστήματα αυτά σχεδιάζονται για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

Άρθρο 9 Διαδικασίες εξακρίβωση και εκθέσεις

1. Η αρμόδια αρχή διαθέτει διαδικασίες που επιτρέπουν να επαληθευτεί η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα του συστήματος ελέγχου του και να λάβει διορθωτικά μέτρα.

2. Η αρμόδια αρχή εκπονεί εκθέσεις των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν. Αυτές οι εκθέσεις περιλαμβάνουν τουλάχιστον την περιγραφή του σκοπού του επίσημου ελέγχου, των μεθόδων ελέγχου που εφαρμόστηκαν, τα αποτελέσματα των επίσημων ελέγχων και, εφόσον ενδείκνυται, τη διορθωτική δράση που πρέπει να αναληφθεί από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Οι εκθέσεις αυτές υποβάλλονται σε εκείνους που αποτέλεσαν το αντικείμενο των ελέγχων.

Άρθρο 10 Δραστηριότητες, μέθοδοι και τεχνικές ελέγχου

Οι επίσημοι έλεγχοι περιλαμβάνουν τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α) εξακρίβωση της αποδοτικότητας των συστημάτων ελέγχου που εφαρμόζονται από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων.

β) επιθεώρηση των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων και του περιβάλλοντος χώρου τους, των εγκαταστάσεων, των γραφείων, του εξοπλισμού, των τεχνικών εγκαταστάσεων, των μηχανισμών καθώς και των ζωοτροφών και τροφίμων.

γ) ελέγχους για τις συνθήκες υγιεινής στις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων.

δ) αξιολόγηση των διαδικασιών σχετικά με τις ορθές πρακτικές μεταποίησης (ΟΠΜ), τις ορθές πρακτικές υγιεινής (ΟΠΥ) και το σύστημα HACCP, λαμβάνοντας υπόψη τη χρήση εγχειριδίων που δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό.

ε) εξέταση γραπτού, τεκμηριωμένου υλικού και άλλων αρχείων που μπορεί να είναι συναφή με την αξιοποίηση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

στ) εξέταση κάθε συστήματος ελέγχου και εξακρίβωσης που δημιουργήθηκε από την επιχείρηση και των αποτελεσμάτων που αποκτήθηκαν.

ζ) συνεντεύξεις με τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων και με το προσωπικό που απασχολείται στις εν λόγω επιχειρήσεις.

η) η ανάγνωση των αξιών που καταγράφηκαν από όργανα μέτρησης τα οποία εγκατέστησε η επιχείρησης.

θ) ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν από ίδια όργανα της αρμόδιας αρχής ώστε να εξακριβωθούν οι μετρήσεις που έγιναν από τις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων.

ι) κάθε άλλη δραστηριότητα που χρησιμοποιήθηκε για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

Οι επίσημοι έλεγχοι πραγματοποιούνται χρησιμοποιώντας κατάλληλες μεθόδους και τεχνικές ελέγχου όπως η παρακολούθηση, η επιτήρηση, η εξακρίβωση, η έρευνα, η επιθεώρηση, η δειγματοληψία και η ανάλυση.

Κεφάλαιο III: Δειγματοληψία και ανάλυση

Άρθρο 11 Μέθοδοι δειγματοληψίας και ανάλυσης

1. Στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων χρησιμοποιούνται οι μέθοδοι δειγματοληψίας που αναγνωρίζονται από διεθνείς οργανισμούς, εφόσον είναι διαθέσιμοι.

2. Οι μέθοδοι ανάλυσης που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των επίσημων ελέγχων είναι απολύτως έγκυρες σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή αλλιώς με διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα και συγκεκριμένα εκείνες οι μέθοδοι που έχουν γίνει δεκτοί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN). Εάν αυτές δεν είναι διαθέσιμες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι που είναι αποδεκτές από άλλους διεθνείς οργανισμούς ή από εθνικούς φορείς.

Όταν αυτά δεν είναι διαθέσιμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλες μέθοδοι κατάλληλες για τον προοριζόμενο σκοπό ή που έχουν αναπτυχθεί σύμφωνα με επιστημονικά πρωτόκολλα.

Όταν αυτό δικαιολογείται από τις συγκυρίες οι μέθοδοι μπορεί να επικυρώνονται από ένα και μόνον εργαστήριο σύμφωνα με ένα διεθνώς αποδεκτό πρωτόκολλο.

3. Οι μέθοδοι ανάλυσης συμμορφώνονται, όταν αυτό είναι δυνατόν, με τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα III.

4. Οι μέθοδοι δειγματοληψίας και ανάλυσης που πρέπει να εφαρμοστούν για να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων αναφοράς που πρέπει να χρησιμοποιηθούν στην περίπτωση διαφωνίας και των κριτηρίων αποδοχής για τις μεθόδους αυτές, μπορούν να ορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

5. Οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων, τα προϊόντα των οποίων υπόκεινται σε δειγματοληψία και ανάλυση, μπορούν να ζητήσουν μια δεύτερη γνώμη. Αυτό συνεπάγεται ότι επαρκής αριθμός δειγμάτων, που λαμβάνονται υπό τις ίδιες συνθήκες, λαμβάνονται ώστε να παρέχουν στους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων ένα δείγμα προς αντιπαραβολή. Ωστόσο, αυτό δεν θίγει την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να λάβουν άμεσα μέτρα στην περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Άρθρο 12 Επίσημα εργαστήρια

1. Η ανάλυση δειγμάτων που έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια των επίσημων ελέγχων θα διενεργείται από εργαστήρια που έχουν καθοριστεί για το σκοπό αυτό από την αρμόδια αρχή. Κάθε εργαστήριο που πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2 είναι επιλέξιμο για το καθορισμό του ως επίσημου εργαστηρίου.

2. Τα εργαστήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λειτουργούν, αξιολογούνται και διαπιστεύονται σύμφωνα με τα ακόλουθα ευρωπαϊκά πρότυπα που εκπόνησε η CEN:

α) EN ISO/IEC 17025 σχετικά με τις «Γενικές απαιτήσεις για την ικανότητα εργαστηρίων δοκιμών και βαθμονόμησης».

β) EN 45002 σχετικά με τα «Γενικά κριτήρια για την αξιολόγηση των εργαστηρίων δοκιμών»

γ) EN 45003 σχετικά με τη «Συστήματα διαπίστευσης των εργαστηρίων βαθμονόμησης και δοκιμών - Γενικές απαιτήσεις λειτουργίας και αναγνώρισης»,

λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια για τις διάφορες μεθόδους δοκιμών που καθορίζονται στην κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

3. Η διαπίστευση και η αξιολόγηση των εργαστηρίων δοκιμών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι δυνατό να συνδέονται με μεμονωμένες δοκιμές ή με ομάδες δοκιμών.

4. Κάθε παρέκκλιση από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται τα πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 θα εγκρίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3.

Κεφάλαιο IV: Διαχείριση κρίσεων

Άρθρο 13 Σχέδια αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης

1. Για την εφαρμογή του γενικού σχεδίου για τη διαχείριση κρίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 55 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, τα κράτη μέλη καταρτίζουν επιχειρησιακά σχέδια έκτακτης ανάγκης ορίζοντας μέτρα που πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς καθυστέρηση όταν έχει διαπιστωθεί ότι οι ζωοτροφές ή τα τρόφιμα θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο ανθρώπους ή ζώα είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος, και που καθορίζουν τις διοικητικές αρχές που πρέπει να εμπλακούν μαζί με τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες τους, καθώς και τους διαύλους και τις διαδικασίες για τη μετάδοση πληροφοριών στους εμπλεκόμενους συντελεστές.

Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τα σχέδια αυτά ανάλογα με την περίπτωση, κυρίως βάσει των αλλαγών στην οργάνωση των υπηρεσιών ελέγχου και της εμπειρίας τους, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρίας που έχει αντληθεί από ασκήσεις προσομοίωσης.

2. Εφόσον κρίνεται αναγκαίο πρέπει να εκδοθούν κατευθυντήριες γραμμές για την εναρμόνιση αυτών των σχεδίων έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3, που εξασφαλίζει ότι αυτά τα σχέδια έκτακτης ανάγκης είναι συμβατά με το γενικό σχέδιο διαχείρισης κρίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 55 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προσδιορίζουν επίσης το ρόλο των ενδιαφερομένων μερών όσον αφορά τη δημιουργία και τη λειτουργία των σχεδίων έκτακτης ανάγκης.

Κεφάλαιο V: Έλεγχοι σχετικά με την εισέλευση ζωοτροφών και τροφίμων από τρίτες χώρες

Άρθρο 14 Έλεγχοι στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης

Οι έλεγχοι σε ζωοτροφές και τρόφιμα ζωικής προέλευσης που προβλέπονται στην οδηγία 97/78/EK του Συμβουλίου, συμπληρώνονται, ανάλογα με την περίπτωση, με επίσημους ελέγχους σχετικά με την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με πτυχές της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα που δεν καλύπτονται από την εν λόγω οδηγία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των πτυχών που αναφέρονται στα άρθρα 47 έως 49 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 15 Έλεγχοι στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα μη ζωικής προέλευσης

1. Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στους τακτικούς ελέγχους των ζωοτροφών και των τροφίμων μη ζωικής προέλευσης που δεν καλύπτονται από την οδηγία 97/78/ΕΚ, που εισάγονται στα εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι. Οι έλεγχοι αυτοί οργανώνονται με τη χρήση ενός σχεδίου δειγματοληψίας με βάση τους πιθανούς κινδύνους και περιλαμβάνουν κάθε πτυχή της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

Οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιούνται σε κατάλληλο χώρο, συμπεριλαμβανομένου του σημείου εισόδου των αγαθών, του σημείου διάθεσης για ελεύθερη κυκλοφορία στην αγορά, των εγκαταστάσεων του εισαγωγέα υπεύθυνου επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων ή άλλων σημείων της αλυσίδας ζωοτροφών και τροφίμων.

Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν ελέγχους στα αγαθά που τίθενται στο τελωνειακό καθεστώς που αναφέρονται στα σημεία β) έως στ) του άρθρου 4 παράγραφος 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, ή πρέπει να διατηρούνται σε ελεύθερες ζώνες ή σε ελεύθερες αποθήκες. Τα ικανοποιητικά αποτελέσματα αυτών των ελέγχων δεν αποκλείουν τη συμμόρφωση των ζωοτροφών και τροφίμων με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα κατά τη στιγμή της απόδοσής τους για ελεύθερη κυκλοφορία από ανανεωμένους ελέγχους .

2. Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θα περιλαμβάνουν τουλάχιστον έναν έλεγχο εγγράφων και, ανάλογα με την περίπτωση, έλεγχο ταυτότητας και φυσικό έλεγχο.

Οι φυσικοί έλεγχοι διεξάγονται σύμφωνα με μια συχνότητα λαμβάνοντας υπόψη:

α) τους πιθανούς κινδύνους που μπορεί να συνδέονται με τα διάφορα προϊόντα τροφίμων.

β) το ιστορικό της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις ενός προϊόντος, την εξακρίβωση της προέλευσης, τον εισάγοντα υπεύθυνο επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων, τον εξάγοντα υπεύθυνο επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων ή την τρίτη χώρα.

γ) τους ελέγχους που διενεργούνται από τον εισάγοντα.

δ) τις εγγυήσεις που δίνονται από την αρμόδια αρχή της εξάγουσας τρίτης χώρας.

Σε αυτούς συγκαταλέγονται:

α) έλεγχοι των μέσων μεταφοράς.

β) έλεγχοι στη συσκευασία.

γ) έλεγχοι της θερμοκρασίας των προϊόντων.

δ) δειγματοληψίες και εργαστηριακές δοκιμές. ή

ε) κάθε άλλος αναγκαίος έλεγχος για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τα τρόφιμα.

εκτελούνται κάτω από ικανοποιητικές συνθήκες και σε τόπο ώστε να διευκολύνονται η ορθή διεξαγωγή των ερευνών και η λήψη αντιπροσωπευτικών δειγμάτων καθώς και η υγιεινή διακίνηση των ζωοτροφών και των τροφίμων. Τα δείγματα πρέπει να διακινούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση της εγκυρότητας του δείγματος.

3. Σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3, καταρτίζεται κατάλογος των ζωοτροφών και τροφίμων μη ζωικής προέλευσης, που με βάση τους γνωστούς κινδύνους υπόκεινται σε αυξανόμενο επίπεδο επίσημων ελέγχων στο σημείο εισόδου τους στα εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι. Η συχνότητα και η φύση αυτών των ελέγχων καθορίζεται επίσης σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3.

Άρθρο 16 Σημεία εισόδου και εκ των προτέρων πληροφόρηση

Στην έκταση που είναι αυστηρώς αναγκαία για την οργάνωση των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος.3 και για τον έλεγχο των ζωοτροφών, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ειδικά σημεία εισόδου στο έδαφός τους για τα διάφορα είδη προϊόντων. Ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά. Αυτά τα μέτρα σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται η περιττή διακοπή του εμπορίου.

Για τον ίδιο σκοπό, μπορεί να απαιτούν από τους υπευθύνους των επιχειρήσεων των ζωοτροφών και των τροφίμων των αρμόδιων για τις αποστολές να τους μεταβιβάζει εκ των προτέρων πληροφορίες σχετικά με την άφιξη μιας αποστολής.

Άρθρο 17 Δράση στην περίπτωση υπόνοιας

Σε περίπτωση που υπάρχουν υποψίες ότι δεν τηρήθηκε η νομοθεσία για τις ζωοτροφές ή τα τρόφιμα ή σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς την ταυτότητα ή τον ακριβή προορισμό της αποστολής, οι αρμόδιες αρχές διεξάγουν κάθε έλεγχο που κρίνουν σκόπιμο έτσι ώστε να επιβεβαιώσουν ή να αποκλείσουν τις υποψίες.

Τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου πρέπει να παραμείνουν υπό την επιτήρηση των αρμόδιων αρχών έως ότου προκύψουν τα αποτελέσματα των ελέγχων.

Άρθρο 18 Δράση ύστερα από τη διενέργεια ελέγχων στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τρίτες χώρες

Οι ζωοτροφές ή τρόφιμα από τρίτες χώρες που δεν συμμορφώνονται με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα μπορούν να παρακρατηθούν ή να κατασχεθούν και καταστρέφονται, υποβάλλονται σε ειδική επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 20 ή αποστέλλονται εκ νέου εκτός της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 21. Όπου αυτό είναι αναγκαίο, τα προϊόντα μπορεί να ανακληθούν ύστερα από την εισαγωγή τους.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα που υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση ή χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς να μην έχουν αρνητικές συνέπειες για την υγεία του ανθρώπου και των ζώων είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος.

Άρθρο 19 Αποφάσεις σχετικά με τις αποστολές εμπορευμάτων

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης μιας αποστολής εμπορευμάτων με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τον προορισμό της από την αρμόδια αρχή σε συνεννόηση με τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών ή τροφίμων που έχουν την ευθύνη για την εν λόγω αποστολή. Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται αμελλητί.

Εάν οι επίσημοι έλεγχοι που προβλέπονται στα άρθρα 14 και 15 επισημαίνουν ότι μια αποστολή εμπορευμάτων είναι πιθανό να έχει αρνητικές συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία ή την υγεία των ζώων, η αρμόδια αρχή κατάσχει και καταστρέφει την εν λόγω αποστολή, ή λαμβάνει τυχόν άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και της υγείας των ζώων.

Οι ζωοτροφές ή τα τρόφιμα μη ζωικής προέλευσης που υπόκεινται σε αυξημένο επίπεδο ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 χωρίς να έχουν παρουσιαστεί για να υποβληθούν σε επίσημο έλεγχο ανακαλούνται και κατάσχονται αμελλητί και η αρμόδια αρχή αποφασίζει είτε να καταστρέψει τις εν λόγω ζωοτροφές ή τα τρόφιμα είτε να προβεί στην εκ νέου αποστολή τους σύμφωνα με το άρθρο 21.

Όταν απαγορεύεται η εισέλευση ζωοτροφών και τροφίμων, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για τα ευρήματα και την προέλευση των προϊόντων και κοινοποιεί τις αποφάσεις της στις τελωνειακές υπηρεσίες. Αυτή η απόφαση υπόκειται στο δικαίωμα της έφεσης που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 3.

Άρθρο 20 Ειδικές μεταχειρίσεις

Η ειδική μεταχείριση που προβλέπεται στο άρθρο 18 μπορεί να περιλαμβάνει:

α) την ευθυγράμμιση των προϊόντων με τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου ή της τρίτης χώρας στην οποία θα αποσταλούν εκ νέου, κάτι που μπορεί να συνεπάγεται και την απολύμανση των προϊόντων, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο,

β) την μεταποίηση με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αρμόζει για σκοπούς άλλους από την κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα.

Η αρμόδια αρχή μεριμνά έτσι ώστε οι ειδικές μεταχειρίσεις να διεξάγονται υπό τον έλεγχο της και σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Άρθρο 21 Εκ νέου αποστολή των εμπορευμάτων

Στην περίπτωση εκ νέου αποστολής των εμπορευμάτων ζωοτροφών και τροφίμων εκτός του εδάφους της Κοινότητας, ο προορισμός τους καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας με τον υπεύθυνο για το φορτίο. Ωστόσο τα εμπορεύματα δεν θα αποσταλούν εκ νέου στην τρίτη χώρα προέλευσης ή σε άλλη τρίτη χώρα χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας προορισμού ότι τα αποδέχονται, αφότου αυτές ενημερωθούν πλήρως για τους λόγους αλλά και τις συνθήκες υπό τις οποίες οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα δεν κατέστη δυνατό να διατεθούν στην κοινοτική αγορά.

Η εν λόγω εκ νέου αποστολή πραγματοποιείται το αργότερο μέσα σε 60 ημέρες από την ημέρα κοινοποίησης της σχετικής απόφασης στον υπεύθυνο μιας επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων, στις περιπτώσεις που τα αποτελέσματα του ελέγχου το επιτρέπουν. Εάν και όταν ο υπεύθυνος για το φορτίο δώσει τη συγκατάθεσή του ή δεν καταστεί δυνατή η εκ νέου αποστολή μετά από 60 ημέρες με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου, τα εμπορεύματα καταστρέφονται.

Εν αναμονή της εκ νέου αποστολής των εμπορευμάτων ή της επικύρωσης των λόγων απόρριψής τους οι αρμόδιες αρχές διατηρούν υπό την εποπτεία τους τα εν λόγω εμπορεύματα.

Η αρμόδια αρχή ελέγχου ενεργοποιεί τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 και οι αρμόδιες συνεργαζόμενες αρχές λαμβάνουν όσα πρόσθετα μέτρα απαιτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου IV για να εξασφαλίσουν ότι τα εμπορεύματα που απορρίφθηκαν δεν θα επιστρέψουν στην Κοινότητα.

Άρθρο 22 Δαπάνες

Ο υπεύθυνος της επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων, που φέρει την ευθύνη για τα εμπορεύματα, ή ο εκπρόσωπός της επιβαρύνονται με τις δαπάνες που συνεπάγεται η διαδικασία ειδικής μεταχείρισης, εκ νέου αποστολής, καταστροφής ή αποθήκευσης των εμπορευμάτων υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών.

Άρθρο 23 Έγκριση των ελέγχων τρίτων χώρων πριν από την εξαγωγή

1. Οι ειδικοί έλεγχοι που διενεργούνται από τρίτες χώρες στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα αμέσως πριν από την εξαγωγή τους προς την Κοινότητα με σκοπό να εξακριβωθεί εάν τα εξαγόμενα προϊόντα πληρούν τις απαιτήσεις της τελευταίας μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έγκρισης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3. Η έγκριση μπορεί να ισχύει μόνο για ζωοτροφές και τρόφιμα με προέλευση από την εν λόγω τρίτη χώρα και μπορεί να παρέχεται για ένα ή περισσότερα προϊόντα.

Σε περίπτωση χορήγησης της εν λόγω έγκρισης η συχνότητα των ελέγχων εισαγωγής ζωοτροφών ή τροφίμων μπορεί να προσαρμόζεται σύμφωνα με το σχέδιο που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 ή με την οδηγία 97/78/ΕΚ σχετικά με τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Ωστόσο τα κράτη μέλη ελέγχουν σημαντικό τμήμα των εμπορευμάτων ζωοτροφών και τροφίμων σύμφωνα με την έγκριση που αναφέρεται στην πρώτη υποπαράγραφο. Το τμήμα αυτό πρέπει να είναι αρκετά μεγάλο έτσι ώστε οι έλεγχοι που διενεργούνται από την αρμόδια αρχή ή τα όργανα ελέγχου της τρίτης χώρας πριν από την εξαγωγή να παραμένουν αποδοτικοί και αποτελεσματικοί.

2. Η έγκριση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 χορηγείται σε τρίτες χώρες μόνον εάν:

α) αποδειχτεί μετά από κοινοτική έρευνα ότι τηρούνται οι κοινοτικές απαιτήσεις ή τουλάχιστον απαιτήσεις εφάμιλλες με τις κοινοτικές,

β) οι έλεγχοι που διενεργούνται από την τρίτη χώρα πριν από την αποστολή κρίνονται αποτελεσματικοί ή αποδοτικοί έτσι ώστε να αντικαταστήσουν ή να μειώσουν τους ελέγχους των εγγράφων, της ταυτότητας και τους φυσικούς ελέγχους που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία.

3. Η έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζει την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας υπό την ευθύνη της οποίας διενεργούνται οι έλεγχοι πριν από την εξαγωγή και, όπως αρμόζει, τα όργανα ελέγχου στα οποία έχει εκχωρηθεί το καθήκον διενέργειας των ελέγχων αυτών από την κεντρική αρμόδια αρχή. Η εν λόγω εκχώρηση μπορεί να εγκριθεί μόνον εφόσον τηρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 5 ή αντίστοιχοι όροι.

Η αρμόδια αρχή και τα όργανα ελέγχου που προβλέπονται στην έγκριση είναι υπεύθυνα για τις επαφές εντός της Κοινότητας.

4. Για κάθε εμπόρευμα που ελέγχεται πριν από την είσοδό του σε κάποιο από τα εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι η αρμόδια αρχή ή τα όργανα ελέγχου της τρίτης χώρας καταρτίζουν επίσημο πιστοποιητικό το υπόδειγμα του οποίου προσδιορίζεται στην έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

5. Σε περίπτωση που εντοπιστούν σημαντικές παρατυπίες στους συνοριακούς ελέγχους τα κράτη μέλη πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη, αυξάνουν τον αριθμό των εμπορευμάτων που ελέγχονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και κρατούν τον κατάλληλο αριθμό δειγμάτων υπό τις κατάλληλες συνθήκες αποθήκευσης, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο για να επιτραπεί η κατάλληλη αναλυτική εξέταση της κατάστασης.

6. Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3 η έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί είτε να ανασταλεί είτε να ανακληθεί, εάν διαπιστωθεί ότι σε ένα σημαντικό αριθμό εμπορευμάτων τα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στα στοιχεία των πιστοποιητικών συμμόρφωσης που εκδίδουν η αρμόδια αρχή ή τα όργανα ελέγχου της τρίτης χώρας.

Άρθρο 24 Αρμόδιες αρχές και τελωνειακές υπηρεσίες

Οι αρμόδιες αρχές και οι τελωνειακές υπηρεσίες συνεργάζονται για τη διενέργεια των ελέγχων που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο.

Όσον αφορά τα εμπορεύματα ζωοτροφών και τροφίμων ζωικής προέλευσης καθώς και ζωοτροφών και τροφίμων που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3, οι τελωνειακές αρχές δεν επιτρέπουν την εισαγωγή ή την αποθήκευσή τους σε ελεύθερες ζώνες ή ελεύθερες αποθήκες εκτός και αν υπάρχουν αποδείξεις ότι διενεργήθηκε έλεγχος με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Σε περίπτωση δειγματοληψίας η αρμόδια αρχή πληροφορεί δεόντως τις τελωνειακές υπηρεσίες και τους επισημαίνει εάν τα προϊόντα μπορούν να αποδεσμευτούν προτού προκύψουν τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων.

Σε περίπτωση αποδέσμευσης των προϊόντων στην ελεύθερη κυκλοφορία οι παραπάνω αρχές και υπηρεσίες συνεργάζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2 έως 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/33.

Άρθρο 25 Μέτρα εφαρμογής

1. Όπου κρίνεται απαραίτητο για την εξασφάλιση της ομοιόμορφης εκτέλεσης των ελέγχων σχετικά με την εισαγωγή ζωοτροφών και τροφίμων, θεσπίζονται τα σχετικά μέτρα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

2. Συγκεκριμένα μπορούν να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες για:

α) τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα που εισάγονται ή υπάγονται σε μια από τις τελωνειακές διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 16 στοιχείο β έως στ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 ή πρόκειται να αποθηκευτούν σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη,

β) τα τρόφιμα που προορίζονται για την τροφοδοσία του πληρώματος και των επιβατών διεθνών μέσων μεταφοράς σε περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα δεν τηρούν τη νομοθεσία για τα τρόφιμα,

γ) τα τρόφιμα που παραγγέλλονται και αποστέλλονται μέσω ταχυδρομείου ή μεταφέρονται από τους επιβάτες και το πλήρωμα διεθνών μέσων μεταφοράς.

δ) τους ειδικούς όρους ή εξαιρέσεις σχετικά με ορισμένα εδάφη που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 έτσι ώστε να ληφθούν υπόψη ορισμένοι φυσικοί περιορισμοί που χαρακτηρίζουν τα εν λόγω εδάφη,

ε) την εξασφάλιση της ομοιομορφίας των αποφάσεων που λαμβάνει η αρμόδια αρχή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19.

Κεφάλαιο VI: Χρηματοδότηση των επίσημων ελέγχων

Άρθρο 26 Γενική αρχή

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τους κατάλληλους πόρους για τη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων.

Άρθρο 27 Χρηματοδότηση συμπληρωματικών ελέγχων

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και οι επακόλουθες δραστηριότητες ελέγχου υπερβούν την κανονική δραστηριότητα παρακολούθησης των αρμόδιων αρχών, οι δαπάνες από τις δραστηριότητες αυτές επιβαρύνουν τους υπευθύνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων, τις οποίες αφορούν οι πρόσθετοι αυτοί έλεγχοι. Η κανονική δραστηριότητα παρακολούθησης είναι η δραστηριότητα που απαιτείται από την κοινοτική ή την εθνική νομοθεσία, όπως ιδιαίτερα περιγράφεται στο σχέδιο που προβλέπεται στο άρθρο 42. Στις δραστηριότητες που υπερβαίνουν τις κανονικές δραστηριότητες ελέγχου περιλαμβάνονται η δειγματοληψία και η ανάλυση των δειγμάτων καθώς και άλλοι έλεγχοι που απαιτούνται για να να εξακριβωθεί το μέγεθος του προβλήματος καθώς και αν αναλήφθηκε διορθωτική δράση.

Κατά τον καθορισμό των εν λόγω δαπανών λαμβάνονται υπόψη οι αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 28. Πέρα από τη δημοσίευση της μεθόδου και των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των δαπανών, τα κράτη μέλη υιοθετούν και δημοσιεύουν εκ των προτέρων τα κριτήρια για τον καθορισμό των δραστηριοτήτων ελέγχου που υπερβαίνουν την κανονική παρακολούθηση και για τον προσδιορισμό των επιχειρήσεων που αφορούν οι σχετικές δαπάνες.

Άρθρο 28 Επιβολή τελών

Σε περίπτωση που για το σκοπό του άρθρου 26 επιβάλλονται τέλη στις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων, ισχύουν οι παρακάτω αρχές:

α) οι παρακάτω δαπάνες είναι επιλέξιμες για τον υπολογισμό των τελών:

i) μισθοδοσία προσωπικού,

ii) oδοιπορικά και συναφείς δαπάνες,

iii) δαπάνες εργαστηρίου και δειγματοληψίας,

β) λαμβάνονται υπόψη:

i) τα συμφέροντα των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων με μικρό κύκλο εργασιών,

ii) το επίπεδο των επίσημων ελέγχων που απαιτούνται αναφορικά με την ποιότητα και τη συχνότητα των ελέγχων που έχουν ήδη διενεργηθεί από επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων,

γ) σε περίπτωση που σε κάποια επιχείρηση διεξάγονται διάφορες δραστηριότητες επίσημου ελέγχου οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να εκλαμβάνονται ως μια ενιαία δραστηριότητα και συνεπώς δεν υπολογίζονται για την επιβολή πολλαπλών τελών,

δ) οι μέθοδοι και τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τελών δημοσιεύονται ή γνωστοποιούνται με κάποιον άλλο τρόπο στο κοινό,

ε) απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση επιστροφή τελών που εισπράττουν τακτικά τα κράτη μέλη. Ωστόσο η επιβολή μέσων τελών δεν θεωρείται ως έμμεση επιστροφή.

στ) με την επιφύλαξη της επιβολής των δαπανών που προβλέπονται στο άρθρο 27, τα τέλη αντικαθιστούν κάθε άλλη επιβάρυνση ή τέλος που επιβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για τους ελέγχους που διέπει ο παρών κανονισμός,

ζ) οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων λαμβάνουν απόδειξη για την καταβολή των τελών.

Άρθρο 29 Τέλη για τους ελέγχους εισαγωγών

1. Τα κράτη μέλη εισπράττουν τέλη για τις δαπάνες των αρμόδιων αρχών, που προκύπτουν κατά τη διενέργεια ελέγχων στις εισαγωγές ζωοτροφών, τροφίμων και ζώων.

2. Τα τέλη καταβάλλονται από τον εισαγωγέα ή τον εκτελωνιστή του στο τελωνείο που είναι αρμόδιο για το συνοριακό σταθμό επιθεώρησης, απευθείας στον εν λόγω συνοριακό σταθμό ή στις αρμόδιες αρχές για τους ελέγχους εισαγωγών.

3. Το ύψος των τελών για τις δραστηριότητες που διέπονται από την οδηγία 97/78/EΚ και την οδηγία 91/496/EΟΚ καθορίζεται στο παράρτημα ΙV.

4. Οι λοιπές δραστηριότητες για τις οποίες εισπράττονται τέλη καθώς και το ύψος των τελών αυτών καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

Κεφάλαιο VII: Λοιπές διατάξεις

Άρθρο 30 Επίσημη πιστοποίηση

1. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων πιστοποίησης που υιοθετούνται για λόγους υγείας των ζώων ή για φυτοϋγειονομικούς λόγους, καθορίζονται απαιτήσεις πιστοποίησης σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3 σχετικά με:

α) τα υποδείγματα των πιστοποιητικών,

β) τα προσόντα των υπαλλήλων πιστοποίησης,

γ) τις αρχές που πρέπει να τηρούνται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εγκυρότητα της πιστοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής πιστοποίησης,

δ) τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση απόσυρσης των πιστοποιητικών και σχετικά με τα πιστοποιητικά αντικατάστασης,

ε) τα εμπορεύματα που χωρίζονται σε μικρότερες παρτίδες ή που αναμιγνύονται με άλλα.

στ) τα έγγραφα που πρέπει να συνοδεύουν τα προϊόντα μετά τους επίσημους ελέγχους.

2. Όπου απαιτείται επίσημη πιστοποίηση, εξασφαλίζεται ότι:

α) υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ του πιστοποιητικού και των εμπορευμάτων,

β) οι πληροφορίες που περιέχονται στο πιστοποιητικό είναι ακριβείς και αυθεντικές.

3. Οι απαιτήσεις για την πιστοποίηση των ζωοτροφών και τροφίμων συνδυάζονται, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, με άλλες απαιτήσεις πιστοποίησης σε ένα ενιαίο υπόδειγμα πιστοποιητικού.

Άρθρο 31 Καταχώρηση/έγκριση των εγκαταστάσεων των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων

1. Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων που υποβάλλουν αίτηση για την καταχώρηση των εγκαταστάσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../... (περί υγιεινής των τροφίμων), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../... (για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης) ή την οδηγία 95/69/EΚ.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον κατάλογο των επιχειρήσεων που έχουν υποβάλει αίτηση καταχώρησης. Στις περιπτώσεις που ένας τέτοιος κατάλογος ήδη υφίσταται για άλλους σκοπούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

2. Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων που υποβάλλουν αίτηση για την έγκριση των εγκαταστάσεών τους σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../... (περί υγιεινής των τροφίμων), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../... (για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης) ή την οδηγία 95/69/EΚ.

Όταν παραλαμβάνουν μια αίτηση έγκρισης από μια επιχείρηση ζωοτροφών ή τροφίμων, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επιτόπιο έλεγχο.

Οι αρμόδιες αρχές εγκρίνουν εγκαταστάσεις μόνον όταν αποδεικνύεται ότι αυτές πληρούν τις συναφείς απαιτήσεις της νομοθεσίας περί ζωοτροφών και τροφίμων. Η έγκριση ανακαλείται εάν δεν εκπληρώνονται πια οι προϋποθέσεις έγκρισης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων παύουν τη λειτουργία τους.

Στις επιχειρήσεις που ξεκινούν τη δραστηριότητά τους οι αρμόδιες αρχές χορηγούν αρχική έγκριση, εάν προκύπτει από επιτόπιο έλεγχο ότι έχουν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις υποδομής και εξοπλισμού και ότι εφαρμόζονται οι διαδικασίες λειτουργίας, όπως το σύστημα Ανάλυσης Κινδύνων και Κρίσιμων Σημείων Ελέγχου (HACCP).

Τελική έγκριση είναι δυνατόν να χορηγηθεί μόνο εάν ύστερα από νέο επιτόπιο έλεγχο, που πραγματοποιείται σε χρονικό διάστημα τριών μηνών από τη χορήγηση της αρχικής έγκρισης, προκύψει ότι τηρούνται όλες οι απαιτήσεις της νομοθεσίας περί ζωοτροφών και τροφίμων.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον κατάλογο των εγκεκριμένων επιχειρήσεων και τον θέτουν στη διάθεση των άλλων κρατών μελών.

ΤΙΤΛΟΣ III ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Άρθρο 32 Κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς

1. Τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς που αναφέρονται στο παράρτημα V είναι αρμόδια για:

α) την παροχή λεπτομερειών στα εθνικά εργαστήρια αναφοράς σχετικά με αναλυτικές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων αναφοράς,

β) το συντονισμό της εφαρμογής από τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς των μεθόδων που αναφέρονται στο πρώτο στοιχείο, οργανώνοντας ιδίως συγκριτικές δοκιμές και εξασφαλίζοντας τη δέουσα συνέχεια στις εν λόγω δοκιμές σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα, όταν υπάρχουν,

γ) το συντονισμό στο πεδίο της αρμοδιότητάς τους των πρακτικών ρυθμίσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή νέων αναλυτικών μεθόδων και την ενημέρωση των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς σχετικά με τα επιτεύγματα στον κλάδο,

δ) τη διοργάνωση βασικών και προχωρημένων προγραμμάτων κατάρτισης για το προσωπικό των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς και των εμπειρογνωμόνων από αναπτυσσόμενες χώρες,

ε) την παροχή επιστημονικής και τεχνικής συνδρομής στην Επιτροπή, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις στις οποίες τα αποτελέσματα των αναλύσεων αμφισβητούνται από τα κράτη μέλη.

στ) τη συνεργασία με εργαστήρια που είναι υπεύθυνα για την ανάλυση ζωοτροφών και τροφίμων σε τρίτες χώρες.

2. Το άρθρο 12 παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς.

3. Τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς συμμορφώνονται με τους ακόλουθους όρους:

α) πρέπει να διαθέτουν προσωπικό με τα κατάλληλα προσόντα και τη δέουσα κατάρτιση στις τεχνικές που εφαρμόζονται στην ανάλυση και τις δοκιμές για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

β) πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τον εξοπλισμό και τις ουσίες που χρειάζονται για να εκτελούν τα καθήκοντά που τους ανατίθενται,

γ) πρέπει να διαθέτουν κατάλληλη διοικητική υποδομή,

δ) πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους σέβεται τον εμπιστευτικό χαρακτήρα ορισμένων θεμάτων, αποτελεσμάτων ή επικοινωνιών,

ε) πρέπει να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις των διεθνών προτύπων και πρακτικών,

στ) πρέπει να διαθέτουν, εάν χρειαστεί, ενημερωμένο κατάλογο των διαθέσιμων ουσιών αναφοράς και των αντιδραστηρίων καθώς και ενημερωμένο κατάλογο των κατασκευαστών και προμηθευτών των εν λόγω ουσιών και των αντιδραστηρίων.

ζ) πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις δραστηριότητες έρευνας σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο.

4. Στο παράρτημα V μπορούν να περιλαμβάνονται τα άλλα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς σχετικά με τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3,

5. Οι πρόσθετες αρμοδιότητες και καθήκοντα των κοινοτικών εργαστηρίων αναφοράς καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3.

6. Τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς μπορούν να λαμβάνουν κοινοτική χρηματοδοτική ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 28 της απόφασης του Συμβουλίου 90/424/EΟΚ [62].

[62] ΕΕ L 224, 18.8.1990, σ. 19.

7. Τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς είναι δυνατόν να υπόκεινται σε κοινοτικές επιθεωρήσεις με σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσο τηρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων κανόνων και ιδιαίτερα του κεφαλαίου VI του κανονισμού (EΚ) αριθ. 999/2001 και του άρθρου 14 της οδηγίας 96/23/EΚ.

Άρθρο 33 Εθνικά εργαστήρια αναφοράς

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέριμνα έτσι ώστε για κάθε κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 32 να ορίζεται ένα ή περισσότερα εθνικά εργαστήρια αναφοράς.

Τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς:

α) συνεργάζονται με τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς στον τομέα αρμοδιότητάς τους,

β) συντονίζουν στον τομέα αρμοδιότητάς τους τις δραστηριότητες των επίσημων εργαστηριών που έχουν την ευθύνη ανάλυσης των δειγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 11,

γ) οργανώνουν συγκριτικές δοκιμές, όπου χρειάζεται, μεταξύ των επίσημων εθνικών εργαστηριών,

δ) μεριμνούν έτσι ώστε τα στοιχεία που παρέχονται από τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς να κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές και στα άλλα επίσημα εθνικά εργαστήρια,

ε) παρέχουν τη συνδρομή τους κατά την εφαρμογή των συντονισμένων σχεδίων ελέγχου που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 53,

στ) έχουν την ευθύνη εκτέλεσης άλλων καθηκόντων που καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3.

2. Το άρθρο 12 παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, στα αρμόδια κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς και στα άλλα κράτη μέλη την επωνυμία και τη διεύθυνση κάθε εθνικού εργαστηρίου αναφοράς.

4. Σε περίπτωση που έχουν οριστεί πάνω από ένα εθνικά εργαστήρια αναφοράς ανά κοινοτικό εργαστήριο, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα έτσι ώστε τα εν λόγω εργαστήρια να συνεργάζονται στενά για να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ τους, με τα άλλα εθνικά εργαστήρια και με τα κοινοτικά εργαστήρια αναφοράς.

5. Οι πρόσθετες αρμοδιότητες και καθήκοντα των εθνικών εργαστηρίων αναφοράς καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3.

6. Οι παράγραφοι 1 έως 4 ισχύουν με την επιφύλαξη ειδικότερων κανόνων και ιδιαίτερα του κεφαλαίου VI του κανονισμού (EΚ) αριθ. 999/2001 και του άρθρου 14 της οδηγίας 96/23/EΚ.

ΤΙΤΛΟΣ ΙV ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 34 Γενικές αρχές

1. Σε περίπτωση που το αποτέλεσμα των επίσημων ελέγχων απαιτεί την ανάληψη δράσης από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν αμοιβαία διοικητική συνδρομή.

2. Η διοικητική συνδρομή παρέχεται κατόπιν αιτήματος ή αυθόρμητα, όπως αυτό απαιτείται από την εξέλιξη των ερευνών. Η διοικητική συνδρομή μπορεί να περιλαμβάνει, όπου κρίνεται απαραίτητο, τη συμμετοχή σε επιτόπιους ελέγχους των αρμόδιων αρχών άλλου κράτους μέλους.

3. Τα άρθρα 35 έως 41 δεν θίγουν τους εθνικούς κανόνες που ισχύουν για τη διάθεση των εγγράφων που αποτελούν αντικείμενο ή σχετίζονται με δικαστικές διαδικασίες ούτε τους κανόνες που αποσκοπούν στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικών ή νομικών προσώπων.

Άρθρο 35 Φορέας συνδέσμου

1. Κάθε κράτος μέλος διορίζει έναν ενιαίο φορέα συνδέσμου με την αποστολή να συνεργάζεται κατάλληλα με τους φορείς συνδέσμου των άλλων κρατών μελών. Ο ρόλος των φορέων συνδέσμου είναι να επικουρούν και να συντονίζουν στην επικοινωνία και ειδικότερα στη διαβίβαση και την παραλαβή των αιτήσεων συνδρομής.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν με κάθε λεπτομέρεια την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για το φορέα που ορίζουν ως σύνδεσμο και για κάθε αλλαγή σχετικά με το φορέα αυτό.

3. Ο ορισμός των φορέων συνδέσμου δεν αποκλείει τις άμεσες επαφές, την ανταλλαγή πληροφοριών ή τη συνεργασία μεταξύ των υπαλλήλων των κρατών μελών. Στις περιπτώσεις που υπάλληλος ενός κράτους μέλους έρχεται σε επαφή με υπάλληλο άλλου κράτους μέλους σχετικά με κάποιο από τα θέματα που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο, πληροφορεί συγχρόνως τους φορείς συνδέσμου και των δύο ενδιαφερόμενων κρατών μελών σχετικά με το είδος των επαφών. Επίσης διαβιβάζει στους σχετικούς φορείς συνδέσμου όλες τις πληροφορίες που αποτελούν το αντικείμενο των διμερών επαφών.

4. Σε περίπτωση που κάποιος φορέας σύνδεσης λάβει πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη σοβαρού άμεσου ή έμμεσου κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία, που προέρχεται από ζωοτροφές ή τρόφιμα, οι εν λόγω πληροφορίες κοινοποιούνται αμέσως στο εθνικό σημείο επαφής για το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002.

Άρθρο 36 Συνδρομή κατόπιν αίτησης

1. Οι αρμόδιες αρχές στις οποίες υποβάλλεται αιτιολογημένο αίτημα για την παροχή βοήθειας προμηθεύουν στις αρμόδιες αιτούσες αρχές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και έγγραφα έτσι ώστε οι τελευταίες να εξακριβώσουν τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα στη δικαιοδοσία τους.

Για το σκοπό αυτό οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στις οποίες απευθύνεται το αίτημα μεριμνούν για τη διενέργεια των απαραίτητων διοικητικών ερευνών με αντικείμενο τη συλλογή των σχετικών πληροφοριών και εγγράφων.

2. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 διαβιβάζονται χωρίς καθυστέρηση. Μπορούν να διαβιβάζονται πρωτότυπα ή αντίγραφα των εγγράφων.

3. Μετά από συμφωνία μεταξύ της αιτούσας αρχής και της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση, οι υπάλληλοι που έχει διορίσει η αιτούσα αρχή είναι δυνατόν να παρίστανται κατά τη διεξαγωγή των διοικητικών ερευνών.

Οι εν λόγω έρευνες σε κάθε περίπτωση διενεργούνται από τους υπαλλήλους της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση. Οι υπάλληλοι της αιτούσας αρχής δεν είναι δυνατόν με δική τους πρωτοβουλία να ασκήσουν τις ερευνητικές εξουσίες που έχουν εκχωρηθεί στους υπαλλήλους της αρχής στην οποία απευθύνεται το αίτημα.

Διαθέτουν ωστόσο πρόσβαση στους ίδιους χώρους και στα ίδια έγγραφα όπως και οι τελευταίοι μέσω αυτών αποκλειστικά και μόνο για τη διεξαγωγή της έρευνας.

4. Οι υπάλληλοι της αιτούσας αρχής που είναι παρόντες σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 3 οφείλουν ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να επιδεικνύουν γραπτώς την εξουσιοδότηση που δηλώνει την ταυτότητά τους και την ιδιότητά τους ως επίσημων υπαλλήλων.

Άρθρο 37 Συνδρομή άνευ προηγούμενου αιτήματος

1. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ενέργειες αντίθετες με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και από τις ενέργειες αυτές προκύπτουν συνέπειες για άλλο ή για άλλα κράτη μέλη, οι αρχές αυτές διαβιβάζουν τις σχετικές πληροφορίες στο άλλο ή στα άλλα κράτη μέλη χωρίς προηγούμενο αίτημα και χωρίς καθυστερήσεις.

2. Τα κράτη μέλη που λαμβάνουν τις εν λόγω πληροφορίες ερευνούν το θέμα και πληροφορούν το πρώτο κράτος μέλος σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας και, στις περιπτώσεις που κρίθηκε αναγκαίο, τα μέτρα που λήφθηκαν.

Άρθρο 38 Μέτρα σε περίπτωση κινδύνου και μη συμμόρφωσης

1. Εάν κατά τη διεξαγωγή επίσημου ελέγχου στο χώρο προορισμού των αγαθών ή κατά τη μεταφορά τους η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού διαπιστώσει ότι τα αγαθά δεν τηρούν τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και κατά συνέπεια εγκυμονούν κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου ή των ζώων ή διαπράττουν σοβαρή παραβίαση της παραπάνω νομοθεσίας, επικοινωνεί χωρίς καθυστερήσεις με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής.

2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποστολής διεξάγουν σχετική έρευνα, λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο και γνωστοποιούν στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού τη φύση των ερευνών και των επίσημων ελέγχων που διενήργησαν, τις αποφάσεις που έλαβαν και τους λόγους που επέβαλαν τις αποφάσεις αυτές.

3. Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού έχει λόγους να πιστεύει ότι τα εν λόγω μέτρα είναι ανεπαρκή, οι αρμόδιες αρχές των δύο κρατών μελών αναζητούν από κοινού τρόπους και μέσα για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, που μπορούν να περιλαμβάνουν, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, την από κοινού διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης.

Άρθρο 39 Σχέσεις με τρίτες χώρες

1. Όταν η αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους λαμβάνει πληροφορίες από τρίτη χώρα, η εν λόγω αρχή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που ενδεχομένως ενδιαφέρονται σχετικά και σε κάθε περίπτωση σε όλα τα κράτη μέλη που τις ζητήσουν.

Οι εν λόγω πληροφορίες κοινοποιούνται επίσης στην Επιτροπή όταν είναι σχετικές με το κοινοτικό επίπεδο.

2. Υπό την προϋπόθεση ότι η τρίτη χώρα έχει αναλάβει τη νομική δέσμευση να παρέχει τη συνδρομή που απαιτείται για τη συγκέντρωση στοιχείων σχετικών με τον παράτυπο χαρακτήρα των συναλλαγών που είναι ή φαίνεται να αντίκεινται στην ισχύουσα νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται με βάση τον παρόντα κανονισμό είναι δυνατόν να κοινοποιούνται στην εν λόγω τρίτη χώρα, με τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που παρείχαν τις πληροφορίες και σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για την κοινοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες.

Άρθρο 40 Συντονισμένη συνδρομή και συνέχεια από την Επιτροπή

1. Η Επιτροπή συντονίζει το ταχύτερο δυνατό τη δράση που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη όταν, από στοιχεία κράτους μέλους ή άλλων πηγών, πληροφορείται δραστηριότητες που αντίκεινται ή που φαίνεται ότι αντίκεινται στην κείμενη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και έχουν ιδιαίτερη σημασία σε κοινοτικό επίπεδο, ιδίως εάν:

α) πρόκειται για δραστηριότητες που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σε αρκετά κράτη μέλη ή

β) υπάρχουν ενδείξεις για τη διεξαγωγή παρεμφερών δραστηριοτήτων σε πολλά κράτη μέλη.

2. Στις περιπτώσεις που από τους επίσημους ελέγχους στον προορισμό προκύπτουν κατ' επανάληψη μη συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις ή άλλοι κίνδυνοι για τον άνθρωπο ή τα ζώα από ζωοτροφές ή τρόφιμα, είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού ενημερώνει την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών χωρίς χρονοτριβές.

3. Η Επιτροπή μπορεί:

α) να αποστείλει ομάδα επιθεώρησης για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου,

β) να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποστολής να εντείνει τους επίσημους ελέγχους σχετικά και να την ενημερώσει σχετικά με τη δράση και τις ενέργειες της τελευταίας.

4. Σε περίπτωση που τα μέτρα που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 λαμβάνονται για την αντιμετώπιση επανειλημμένων παρατυπιών εκ μέρους επιχείρησης του κλάδου τροφίμων ή ζωοτροφών, η αρμόδια αρχή καταλογίζει τις δαπάνες που τυχόν προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου στην εν λόγω επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών με τις οποίες επιβαρύνεται η Επιτροπή κατά την επιθεώρησή της. Στην τελευταία περίπτωση τα ποσά που εισπράττει το κράτος μέλος επιστρέφονται στην Επιτροπή κατόπιν διαδικασίας που καθορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3.

Άρθρο 41 Παροχή πληροφοριών

1. Στις ποινικές διαδικασίες, οι πληροφορίες που διαβιβάζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον κατόπιν προηγούμενης συγκατάθεσης του κράτους μέλους αποστολέα σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες για την αμοιβαία παροχή δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, προκειμένου για τα κράτη μέλη που είναι συμβαλλόμενα μέρη αυτών.

2. Εάν το κράτος μέλος αποστολέας δηλώσει ότι οι πληροφορίες περιέχουν στοιχεία η διαβίβαση των οποίων ενδέχεται να υπονομεύσει την προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικών ή νομικών προσώπων, το κράτος μέλος παραλήπτης αναλαμβάνει τη δέσμευση να μην διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του κράτους μέλους αποστολέα. Εάν το κράτος μέλος παραλήπτης δεν είναι σε θέση να αναλάβει τη δέσμευση αυτή, η τυχόν άρνηση του κράτους μέλους αποστολέα να παράσχει τις πληροφορίες δεν αντιβαίνει στους όρους του παρόντος κανονισμού.

3. Κάθε άρνηση παροχής πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου, πρέπει να αιτιολογείται.

ΤΙΤΛΟΣ V ΣΧΕΔΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ

Άρθρο 42 Πολυετή εθνικά σχέδια ελέγχου

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και του άρθρου 45 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη οφείλουν εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού να συντάξουν ολοκληρωμένο πολυετές εθνικό σχέδιο. Τα εθνικά σχέδια ελέγχου:

α) καταρτίζονται από τα κράτη μέλη και παρουσιάζονται στην Επιτροπή κατόπιν αιτήματος της τελευταίας και

β) εφαρμόζονται για πρώτη φορά ένα έτος ύστερα από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού το αργότερο.

2. Τα εθνικά σχέδια ελέγχου περιέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με τη δομή και την οργάνωση των συστημάτων ελέγχου για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, την υγεία των ζώων και τα συστήματα ευεξίας των ζώων στα κράτη μέλη και συγκεκριμένα σχετικά με:

α) τους στρατηγικούς στόχους του σχεδίου και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί αντανακλώνται στην ιεράρχηση των ελέγχων και τη διάθεση των πόρων,

β) τον καθορισμό των αρμόδιων αρχών και των καθηκόντων τους σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και σχετικά με τους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους οι εν λόγω αρχές,

γ) τη γενική οργάνωση και διαχείριση των επίσημων συστημάτων ελέγχου σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των επίσημων ελέγχων σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις,

δ) τα συστήματα ελέγχου που ισχύουν στους διάφορους τομείς και το συντονισμό μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών των αρμόδιων αρχών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο των τομέων αυτών,

ε) την εκχώρηση αρμοδιότητας σε όργανα ελέγχου, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο,

στ) τις μεθόδους για την τήρηση των κριτηρίων λειτουργίας που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2,

ζ) την κατάρτιση του προσωπικού ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 6,

η) τις διαδικασίες βάσει εγγράφων που αναφέρονται στα άρθρα 8 και 9,

θ) την οργάνωση και την εφαρμογή των σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης για τις επείγουσες περιπτώσεις ασθενειών, περιστατικά μόλυνσης τροφίμων και άλλους κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου,

ι) την οργάνωση της συνεργασίας και της αμοιβαίας συνδρομής.

3. Τα εθνικά σχέδια ελέγχου μπορεί να προσαρμόζονται κατά την περίοδο εφαρμογής τους. Οι τροποποιήσεις αυτές πρέπει να δικαιολογούνται σύμφωνα με ή συνεκτιμώντας παράγοντες όπως:

α) η ύπαρξη νέας νομοθεσίας,

β) η εμφάνιση νέων ασθενειών ή άλλων κινδύνων για την υγεία,

γ) σημαντικές αλλαγές στη δομή, τη διοίκηση ή τη λειτουργία των αρμόδιων εθνικών αρχών,

δ) τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τα κράτη μέλη,

ε) τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 45,

στ) την τροποποίηση των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στο άρθρο 43,

ζ) επιστημονικά πορίσματα.

η) το αποτέλεσμα των ερευνών που διεξάγουν τρίτες χώρες.

Άρθρο 43 Κατευθυντήριες γραμμές για τα πολυετή εθνικά σχέδια ελέγχου

1. Τα εθνικά σχέδια ελέγχου, που αναφέρονται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, καταρτίζονται σύμφωνα με τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζονται με βάση τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 2. Οφείλουν ιδίως:

α) να προωθούν μια εναρμονισμένη, συνολική και ολοκληρωμένη προσέγγιση για τους επίσημους ελέγχους σύμφωνα με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα καθώς και τη νομοθεσία για την υγεία και την ευεξία των ζώων και να καλύπτουν όλους τους τομείς και όλα τα στάδια της τροφικής αλυσίδας,

β) να καθορίζουν προτεραιότητες με βάση τους κινδύνους και τις αποτελεσματικότερες διαδικασίες ελέγχου,

γ) να καθορίζουν άλλες προτεραιότητες και τις αποτελεσματικότερες διαδικασίες ελέγχου,

δ) να εντοπίζουν τα σημεία στην παραγωγή, την επεξεργασία και τη διάθεση των ζωοτροφών και των τροφίμων που παρέχουν τις πιο αξιόπιστες και τις αντιπροσωπευτικότερες πληροφορίες όσον αφορά την τήρηση της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

ε) να ενθαρρύνουν την υιοθέτηση ορθών πρακτικών σε όλα τα επίπεδα του συστήματος ελέγχου.

στ) να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη αποτελεσματικών συστημάτων ανιχνευσιμότητας,

ζ) να παρέχουν συμβουλές σχετικά με την ανάπτυξη συστημάτων για την καταγραφή των επιδόσεων και των αποτελεσμάτων των ενεργειών ελέγχου,

η) να αντανακλούν τα πρότυπα και τις συστάσεις που των συναφών διεθνών οργανισμών σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των επίσημων υπηρεσιών,

θ) να θεσπίζουν κριτήρια για τη διενέργεια των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 5,

ι) να καθορίζουν τη δομή και τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνουν οι ετήσιες εκθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 44,

ια) να υποδεικνύουν τους κύριους δείκτες αποδοτικότητας που πρέπει να εφαρμόζονται από την Επιτροπή για την αξιολόγηση των εθνικών σχεδίων ελέγχου.

2. Όταν κρίνεται απαραίτητο, οι κατευθυντήριες γραμμές υιοθετούνται υπό το φως των ετήσιων εκθέσεων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 44, ή τις έρευνες και τους ελέγχους που διενεργούνται από την Επιτροπή.

Άρθρο 44 Ετήσιες εκθέσεις

1. Ένα έτος μετά την έναρξη εφαρμογής των εθνικών σχεδίων ελέγχου και ακολούθως σε ετήσια βάση, τα κράτη μέλη θα υποβάλουν έκθεση στην Επιτροπή η οποία θα περιλαμβάνει:

α) την ενημέρωση του αρχικού ετήσιου εθνικού σχεδίου ελέγχου σε σχέση με τους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 42 παράγραφος 3,

β) τα αποτελέσματα από τις ελέγχους και τις έρευνες που διεξήχθησαν τα προηγούμενα έτη σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού σχεδίου ελέγχου,

γ) το είδος και τον αριθμό των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν,

δ) τις ενέργειες για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των εθνικών σχεδίων ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων εφαρμογής και των αποτελεσμάτων τους.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη παρουσίαση της έκθεσης αυτής και ιδίως των αποτελεσμάτων των επίσημων ελέγχων, οι πληροφορίες αυτές θα συγκεντρωθούν με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που θα υιοθετηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 2.

Η έκθεση αυτή εκπονείται σε τέσσερις μήνες μετά το τέλος του έτους στο οποίο αναφέρεται και αποστέλλεται στην Επιτροπή.

2. Υπό το φως των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το αποτέλεσμα των ελέγχων της Επιτροπής στα κράτη μέλη και οποιαδήποτε άλλη σχετική πληροφορία, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με τη συνολική εφαρμογή των συστημάτων επίσημων ελέγχων στα κράτη μέλη. Διατυπώνει, όπου κρίνει απαραίτητο, συστάσεις σχετικά με:

α) τις δυνατές βελτιώσεις στα συστήματα επίσημων ελέγχων και ερευνών στα κράτη μέλη, στις οποίες μπορούν να εξετάζονται το φάσμα, η διοίκηση και η εφαρμογή τους,

β) τις ειδικές ενέργειες ελέγχου όσον αφορά τομείς ή δραστηριότητες που είτε καλύπτονται είτε όχι από το εθνικό σχέδιο ελέγχου,

γ) τα συντονισμένα σχέδια για την αντιμετώπιση θεμάτων ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.

Βάσει των συμπερασμάτων και των συστάσεων της έκθεσης αυτής, προσαρμόζονται, ως αρμόζει, τα εθνικά σχέδια ελέγχου και οι κατευθυντήριες γραμμές.

Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

ΤΙΤΛΟΣ VI ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Κεφάλαιο Ι: Κοινοτικοί έλεγχοι

Άρθρο 45 Κοινοτικοί έλεγχοι στα κράτη μέλη

1. Εμπειρογνώμονες της Επιτροπής που έχουν διοριστεί από αυτή, επικουρούμενοι ενδεχομένως από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, διεξάγουν γενικές και ειδικές έρευνες στα κράτη μέλη. Οι γενικές αυτές έρευνες οργανώνονται σε τακτική βάση σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Κύριος στόχος τους είναι να εξακριβώνεται εάν οι συνολικές δραστηριότητες επίσημου ελέγχου στα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τα εθνικά σχέδια ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 42 και με την κοινοτική νομοθεσία. Για το λόγο αυτό τα κράτη μέλη παρέχουν αμέσως στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, ενημερωμένα αντίγραφα των εθνικών σχεδίων ελέγχου.

2. Οι γενικές έρευνες μπορεί να συμπληρώνονται από ειδικές έρευνες και επιθεωρήσεις που να καλύπτουν έναν ή περισσότερους τομείς. Ειδικότερα οι ειδικές αυτές έρευνες και επιθεωρήσεις συμβάλλουν:

α) για να εξακριβώνεται η εφαρμογή του εθνικού σχεδίου ελέγχου, της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και της νομοθεσίας για την υγεία και την ευεξία των ζώων τους και μπορεί να περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, επιτόπιες επιθεωρήσεις στις επίσημες υπηρεσίες και τις εγκαταστάσεις που συνδέονται με τον ελεγχόμενο τομέα,

β) στην εξακρίβωση της λειτουργίας και της οργάνωσης των αρμόδιων αρχών,

γ) στη διερεύνηση σημαντικών ή επαναλαμβανόμενων προβλημάτων στα κράτη μέλη,

δ) στη διερεύνηση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, εμφανιζόμενων προβλημάτων ή νέων εξελίξεων στα κράτη μέλη.

3. Η Επιτροπή εκπονεί για κάθε έρευνα που διενεργείται έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της. Η έκθεση αυτή περιέχει, όταν κρίνεται απαραίτητο, συστάσεις προς τα κράτη μέλη σχετικά με τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων. Οι εκθέσεις αυτές δημοσιεύονται.

4. Η Επιτροπή εκπονεί ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου, το διαβιβάζει εκ των προτέρων στα κράτη μέλη και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματά του. Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να τροποποιείται για να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων, την υγεία των ζώων και την κατάσταση της υγείας των φυτών.

5. Τα κράτη μέλη:

α) δίνουν την κατάλληλη συνέχεια στις συστάσεις που προκύπτουν από τους κοινοτικούς ελέγχους,

β) παρέχουν την απαραίτητη συνδρομή, όλα τα έγγραφα και την τεχνική στήριξη που ζητούν οι κοινοτικοί εμπειρογνώμονες με σκοπό την αποτελεσματική διενέργεια των ελέγχων,

γ) εξασφαλίζουν ότι οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διαθέτουν πρόσβαση σε όλες τις εγκαταστάσεις ή τμήματα εγκαταστάσεων και τις πληροφορίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα συστήματα πληροφορικής, σχετικές με την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

6. Οι λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τους κοινοτικούς ελέγχους στα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζονται ή να τροποποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

Άρθρο 46 Κοινοτικοί έλεγχοι σε τρίτες χώρες

1. Εμπειρογνώμονες της Επιτροπής, επικουρούμενοι ενδεχομένως από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών που έχουν διορισθεί από την Επιτροπή, διεξάγουν ελέγχους σε τρίτες χώρες ώστε να επαληθεύσουν, βάσει των σχεδίων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1, τη συμμόρφωση ή την ισοδυναμία της νομοθεσίας και των συστημάτων των τρίτων χωρών με την κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και με την κοινοτική νομοθεσία για την υγεία των ζώων. Για το σκοπό αυτό συνεκτιμώνται ιδίως:

α) η νομοθεσία της τρίτης χώρας,

β) η οργάνωση της αρμόδιας αρχής/των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας και των υπηρεσιών ελέγχου της, οι εξουσίες και η ανεξαρτησία των εν λόγω υπηρεσιών και η εποπτεία στην οποία υπόκεινται, καθώς και η δυνατότητα των υπηρεσιών αυτών να επιβάλουν αποτελεσματικά την εκτέλεση της νομοθεσίας τους,

γ) η επιμόρφωση του προσωπικού για την εκτέλεση των καθηκόντων ελέγχου.

δ) οι πόροι, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων διάγνωσης, που έχουν στη διάθεσή τους οι υπηρεσίες ελέγχου,

ε) η ύπαρξη και η εφαρμογή τεκμηριωμένων διαδικασιών και συστημάτων ελέγχου που βασίζονται σε προτεραιότητες.

στ) ανά περίπτωση, η κατάσταση όσον αφορά την υγεία των ζώων, τις ζωονόσους και την υγεία των φυτών, καθώς και οι διαδικασίες κοινοποίησης στις υπηρεσίες της Επιτροπής και σε αρμόδια διεθνή όργανα κρουσμάτων ασθένειας των ζώων και των φυτών,

ζ) η έκταση και η διεξαγωγή ελέγχων στις εισαγωγές ζώων, φυτών και των προϊόντων τους.

η) οι διαβεβαιώσεις που μπορεί να δώσει η τρίτη χώρα όσον αφορά τη συμμόρφωση ή την ισοδυναμία.

2. Για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των ελέγχων σε τρίτες χώρες, η Επιτροπή δύναται, πριν από τη διεξαγωγή των ελέγχων αυτών, να ζητήσει από τις τρίτες χώρες να υποβάλουν το σχέδιο ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 και, εφόσον απαιτείται, γραπτά αρχεία σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφο 3.

3. Η συχνότητα των ελέγχων που διεξάγονται από την Επιτροπή σε τρίτες χώρες καθορίζεται με βάση:

α) την αξιολόγηση του κινδύνου των προϊόντων που εξάγονται στην Κοινότητα.

β) τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας.

γ) τον όγκο και τη φύση των εισαγωγών από την εν λόγω χώρα.

δ) τα αποτελέσματα των ελέγχων που έχουν ήδη διεξαχθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή άλλους φορείς επιθεώρησης.

ε) τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργούνται στις εισαγωγές και άλλων τυχόν ελέγχων που διεξάγονται από τα κράτη μέλη.

στ) τις πληροφορίες που λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων και άλλα συναφή όργανα.

ζ) τις πληροφορίες που παρέχονται από διεθνώς αναγνωρισμένα όργανα, όπως η ΠΟΥ, ο Codex Alimentarius και το Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών (ΔΓΕ), ή άλλες πηγές πληροφοριών,

η) τις ενδείξεις για εμφάνιση ασθενειών ή άλλων κινδύνων για την υγεία που ενδέχεται να έχουν συνέπειες για τις εισαγωγές ζώντων ζώων, ζώντων φυτών ή των προϊόντων τους.

θ) την ανάγκη να διερευνούνται ή να αντιμετωπίζονται καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σε μεμονωμένες τρίτες χώρες.

Τα κριτήρια για τον καθορισμό του κινδύνου με σκοπό την αξιολόγηση του κινδύνου που αναφέρεται στο σημείο (α) αποφασίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

4. Η διαδικασία και οι κατευθυντήριες γραμμές για ελέγχους σε τρίτες χώρες είναι δυνατό να καθορίζονται ή να τροποποιούνται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος.

Αυτές περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με:

α) ελέγχους σε τρίτες χώρες στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας,

β) ελέγχους σε άλλες τρίτες χώρες.

5. Εάν, κατά τη διάρκεια κοινοτικού ελέγχου, εντοπιστεί σοβαρός κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων, η Επιτροπή λαμβάνει αμέσως τα έκτακτα μέτρα που κρίνονται αναγκαία και ενημερώνει σχετικά τα κράτη μέλη.

6. Η Επιτροπή διαβιβάζει εκ των προτέρων στα κράτη μέλη το πρόγραμμά της για ελέγχους σε τρίτες χώρες και υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα του εν λόγω προγράμματος. Το πρόγραμμα δύναται να τροποποιείται ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις όσον αφορά την κατάσταση της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων, της υγείας των ζώων και της υγείας των φυτών.

Κεφάλαιο II Όροι που αφορούν τις εισαγωγές

Άρθρο 47 Γενικοί όροι που αφορούν τις εισαγωγές

1. Οι εισαγωγές ζωοτροφών και τροφίμων, ζώων ή ζωικών προϊόντων από τρίτες χώρες σε ένα από τα εδάφη του παραρτήματος Ι εξαρτάται από την κοινοποίηση στην Επιτροπή εκ μέρους της τρίτης χώρας της πληροφορίας ότι η τελευταία έχει θέσει σε εφαρμογή σχέδιο ελέγχου στο οποίο είναι δυνατή η πρόσβαση κατόπιν αιτήματος και το οποίο παρέχει τις ακόλουθες ακριβείς και ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική οργάνωση και διαχείριση των συστημάτων υγειονομικών ελέγχων που εφαρμόζονται από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας.

α) κάθε υγειονομικό ή φυτοϋγειονομικό κανονισμό που εγκρίνεται ή προτείνεται εντός του εδάφους της.

β) κάθε διαδικασία ελέγχου και επιθεώρησης, κάθε μέθοδο παραγωγής και καραντίνας, κάθε διαδικασία σχετική με την ανοχή στα φυτοφάρμακα και την έγκριση πρόσθετων τροφίμων, που εφαρμόζεται στο έδαφός της.

γ) τις διαδικασίες αξιολόγησης του κινδύνου, τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη καθώς και τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας.

δ) εφόσον απαιτείται, τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις που έγιναν ύστερα από τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 46.

2. Το σχέδιο ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι αναλογικό και εφικτό από τεχνική και οικονομική άποψη, λαμβανομένων υπόψη της ειδικής κατάστασης και της δομής της τρίτης χώρας και της φύσης των εξαγόμενων προϊόντων. Το πεδίο εφαρμογής του καλύπτει τουλάχιστον τα προϊόντα που προορίζονται να εξαχθούν στην Κοινότητα.

3. Οι εισαγωγές ζωοτροφών και τροφίμων, ζώων και ζωικών προϊόντων από τρίτες χώρες στην Κοινότητα εξαρτώνται από την τήρηση εκ μέρους της τρίτης χώρας γραπτών αρχείων σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Τα αρχεία σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου ελέγχου περιέχουν:

α) τα αποτελέσματα των εθνικών ελέγχων που διενεργούνται βάσει του σχεδίου ελέγχου.

β) τυχόν σημαντικές αλλαγές που πραγματοποιούνται στο αρχικό σχέδιο ή στη δομή και τη λειτουργία των σχετικών συστημάτων ελέγχου, ιδιαίτερα με σκοπό τη συμμόρφωση με τις κοινοτικές απαιτήσεις ή συστάσεις.

4. Οι κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν με ποιο τρόπο συντάσσονται και υποβάλλονται στην Επιτροπή το σχέδιο ελέγχου και τα αρχεία της παραγράφου 3, καθώς και οι μεταβατικές διατάξεις που προβλέπονται για να επιτραπεί στις τρίτες χώρες να προετοιμάσουν και να υλοποιήσουν το σχέδιο ελέγχου, καταρτίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 2.

Άρθρο 48 Ειδικοί όροι που αφορούν τις εισαγωγές

1. Οι όροι και οι λεπτομερείς διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται κατά την εισαγωγή ζωοτροφών και τροφίμων από τρίτες χώρες ή περιφέρειες τρίτων χωρών καθορίζονται, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

2. Στους όρους και τις λεπτομερείς διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνονται τα εξής:

α) η κατάρτιση καταλόγου τρίτων χωρών από τις οποίες είναι δυνατό να εισάγονται ζωοτροφές και τρόφιμα στα εδάφη του παραρτήματος Ι.

β) η κατάρτιση υποδειγμάτων των πιστοποιητικών που συνοδεύουν τα εμπορεύματα.

γ) ειδικοί όροι εισαγωγής, ανάλογα με το είδος του προϊόντος και τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με αυτό.

3. Οι τρίτες χώρες περιλαμβάνονται στον κατάλογο του σημείου (α) της παραγράφου 2 μόνον εάν οι αρμόδιες αρχές τους παρέχουν κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά τη συμμόρφωση ή την ισοδυναμία με την κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

Κατά την κατάρτιση ή την ενημέρωση των καταλόγων λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα εξής:

α) η νομοθεσία της χώρας στον υπό εξέταση τομέα,

β) η δομή και η οργάνωση της αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας και των υπηρεσιών ελέγχου αυτής, καθώς και οι εξουσίες που διαθέτει/διαθέτουν και οι εγγυήσεις που είναι δυνατόν να παρέχονται όσον αφορά την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας,

γ) η οργάνωση επαρκών ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα,

δ) η κανονικότητα και η ταχύτητα της πληροφόρησης που παρέχεται από την τρίτη χώρα σχετικά με την παρουσία κινδύνων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα,

ε) οι εγγυήσεις που παρέχει η τρίτη χώρα σχετικά με τα εξής:

θ) ότι οι όροι που εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις από τις οποίες μπορούν να εισάγονται ζωοτροφές και τρόφιμα στην Κοινότητα συμμορφώνονται ή ισοδυναμούν με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

ii) ότι καταρτίζεται και ενημερώνεται κατάλογος των εγκαταστάσεων αυτών,

iii) ότι ο κατάλογος των εγκαταστάσεων και οι ενημερωμένες εκδοχές του διαβιβάζονται δίχως καθυστέρηση στην Επιτροπή,

iv) ότι οι εγκαταστάσεις υπόκεινται σε τακτικούς και αποτελεσματικούς ελέγχους από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας.

4. Προκειμένου να αποφασιστούν οι όροι εισαγωγής που αναφέρονται στο σημείο (γ) της παραγράφου 1, λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες που παρέχονται από τρίτες χώρες και, εφόσον απαιτείται, τα αποτελέσματα των κοινοτικών ελέγχων που διεξάγονται σε τρίτες χώρες.

Οι εν λόγω όροι εισαγωγής είναι δυνατό να καθορίζονται για κάθε αγαθό ή για ομάδα αγαθών και ανά κάθε τρίτη χώρα ή ομάδα τρίτων χωρών.

Άρθρο 49 Ισοδυναμία

1. Κατόπιν εφαρμογής συμφωνίας ισοδυναμίας ή κατόπιν ικανοποιητικής έρευνας, είναι δυνατό να λαμβάνεται απόφαση, βάσει της διαδικασίας του άρθρου 62 παράγραφος 3, με την οποία αναγνωρίζεται ότι τα νομοθετικά μέτρα στον τομέα των ζωοτροφών και των τροφίμων που εφαρμόζονται από τρίτη χώρα, ομάδα τρίτων χωρών ή περιφέρεια τρίτης χώρας, παρέχουν ισοδύναμες εγγυήσεις με αυτά που εφαρμόζονται στην Κοινότητα, εάν η τρίτη χώρα παρέχει αντικειμενικές αποδείξεις σχετικά.

2. Στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρατίθενται οι όροι που διέπουν την εισαγωγή ζωοτροφών και τροφίμων από την εν λόγω τρίτη χώρα ή περιφέρεια τρίτης χώρας.

Στους όρους αυτούς συγκαταλέγονται:

α) η φύση και το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που πρέπει να συνοδεύουν τα προϊόντα,

β) ειδικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις εισαγωγές προϊόντων στην Κοινότητα,

γ) εφόσον απαιτείται, οι διαδικασίες για την κατάρτιση και την τροποποίηση των καταλόγων των περιφερειών ή των εγκαταστάσεων από τις οποίες επιτρέπονται οι εισαγωγές.

3. Η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανακαλείται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία και δίχως καθυστέρηση στην περίπτωση που παύει να ισχύει οποιοσδήποτε όρος για την αναγνώριση της ισοδυναμίας που καθορίζεται τη στιγμή της έγκρισής της.

Άρθρο 50 Υποστήριξη για τις αναπτυσσόμενες χώρες

Σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3, είναι δυνατό να αποφασίζονται τα εξής μέτρα για την εξασφάλιση της ικανότητας συμμόρφωσης των αναπτυσσόμενων χωρών με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού:

α) σταδιακή καθιέρωση της υποχρέωσης υποβολής σχεδίου ελέγχου για τα προϊόντα που εξάγονται στην Κοινότητα καθώς και έκθεσης σχετικά με τα αποτελέσματα του εν λόγω σχεδίου,

β) υποστήριξη, εφόσον απαιτείται, από εμπειρογνώμονες της Κοινότητας για την κατάρτιση του σχεδίου ελέγχου,

γ) προώθηση κοινών σχεδίων μεταξύ μιας αναπτυσσόμενης χώρας και ενός κράτους μέλους,

δ) εκπόνηση κατευθυντήριων γραμμών για τη συνδρομή των αναπτυσσόμενων χωρών στην οργάνωση επίσημων ελέγχων στα προϊόντα που εξάγουν στην Κοινότητα,

ε) αποστολή εμπειρογνωμόνων της Κοινότητας στις αναπτυσσόμενες χώρες για την παροχή συνδρομής στη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων,

στ) συμμετοχή του προσωπικού των αναπτυσσόμενων χωρών που διενεργεί τους ελέγχους στους κύκλους επιμόρφωσης που αναφέρονται στο άρθρο 51.

Κεφάλαιο III Επιμόρφωση του προσωπικού που διενεργεί τους ελέγχους

Άρθρο 51 Επιμόρφωση του προσωπικού που διενεργεί τους ελέγχους

1. Η Επιτροπή δύναται να οργανώνει κύκλους επιμόρφωσης για το προσωπικό των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια των ελέγχων του παρόντος κανονισμού. Αυτοί οι κύκλοι επιμόρφωσης αποσκοπούν στην ανάπτυξη εναρμονισμένης προσέγγισης για τους επίσημους ελέγχους στα κράτη μέλη. Ειδικότερα, είναι δυνατό να περιλαμβάνουν επιμόρφωση σχετικά με τα εξής:

α) την κοινοτική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

β) τις μεθόδους και τις τεχνικές ελέγχου, όπως ο έλεγχος των συστημάτων που καταρτίστηκαν από υπεύθυνους των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων για την ικανοποίηση των απαιτήσεων που ορίζει η νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

γ) τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα που εισάγονται στην Κοινότητα,

δ) τις μεθόδους και τις τεχνικές παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας ζωοτροφών και τροφίμων.

2. Οι κύκλοι επιμόρφωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορεί να είναι ανοιχτοί σε συμμετέχοντες από τρίτες χώρες, ιδίως από αναπτυσσόμενες χώρες.

3. Οι λεπτομερείς κανόνες για τη διοργάνωση των κύκλων επιμόρφωσης είναι δυνατό να καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

Κεφάλαιο IV Άλλες κοινοτικές ενέργειες

Άρθρο 52 Έλεγχοι τρίτων χωρών στα κράτη μέλη

1. Εμπειρογνώμονες της Επιτροπής δύνανται να επικουρούν τα κράτη μέλη κατά τη διενέργεια ελέγχων που διεξάγονται από τρίτες χώρες, κατόπιν αιτήματος και σε συνεργασία με τις αρχές των κρατών μελών.

2. Τα κράτη μέλη, στο έδαφος των οποίων διεξάγεται έλεγχος από τρίτη χώρα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με το σχεδιασμό, το φάσμα του ελέγχου, τα συναφή έγγραφα και κάθε άλλη πληροφορία που μπορεί να βοηθήσει την Επιτροπή να συμμετέχει αποτελεσματικά στον έλεγχο.

3. Η συνδρομή της Επιτροπής συμβάλλει κυρίως:

α) στην αποσαφήνιση της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

β) στην παροχή πληροφοριών και στοιχείων διαθέσιμων σε κοινοτικό επίπεδο, που μπορεί να είναι χρήσιμα για τον έλεγχο που διεξάγεται από τρίτη χώρα,

γ) στην εξασφάλιση της ομοιομορφίας όσον αφορά τους ελέγχους που διεξάγονται από τρίτες χώρες.

Άρθρο 53 Συντονισμένες δραστηριότητες ελέγχου

Είναι δυνατό να καταρτίζονται συντονισμένα κοινοτικά σχέδια σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 2. Τα σχέδια αυτά:

α) οργανώνονται ετησίως βάσει προγράμματος. και

β) εφόσον κρίνεται σκόπιμο, οργανώνονται σε ad-hoc βάση ιδιαίτερα με σκοπό να διαγνωσθεί η συχνότητα των κινδύνων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα.

ΤΙΤΛΟΣ VII ΜΕΤΡΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Κεφάλαιο Ι Εθνικά μέτρα εκτέλεσης

Άρθρο 54 Δράση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης

1. Στην περίπτωση που εντοπιστεί μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και ανάλογα με τη φύση της μη συμμόρφωσης, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δράση για να εξασφαλίσει την επανόρθωση της κατάστασης εκ μέρους του υπευθύνου της επιχείρησης ζωοτροφών και τροφίμων.

2. Η δράση αυτή περιλαμβάνει, εφόσον απαιτείται, τα εξής μέτρα:

α) την επιβολή διαδικασιών εξυγίανσης ή όποιου άλλου διορθωτικού μέτρου κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων ή η συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα,

β) τον περιορισμό ή την απαγόρευση της διάθεσης στην αγορά, της εισαγωγής ή της εξαγωγής ζωοτροφών και τροφίμων,

γ) την εντολή για ανάκληση, απόσυρση και/ή καταστροφή των ζωοτροφών και των τροφίμων,

δ) την έγκριση της χρήσης των ζωοτροφών και των τροφίμων για άλλους σκοπούς,

ε) την αναστολή λειτουργίας ή το κλείσιμο όλης ή μέρους της εν λόγω επιχείρησης για το κατάλληλο χρονικό διάστημα,

στ) την αναστολή ή την ανάκληση της έγκρισης λειτουργίας των εγκαταστάσεων,

ζ) τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 19 για τις αποστολές από τρίτες χώρες,

η) άλλα μέτρα που κρίνονται κατάλληλα από την αρμόδια αρχή.

Κατά την απόφαση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με την πρώτη υποπαράγραφο, συνεκτιμάται το ιστορικό της επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων όσον αφορά τη μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές ή τα τρόφιμα.

3. Οι αποφάσεις σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1 και το αιτιολογικό αυτών κοινοποιούνται γραπτώς στον υπεύθυνο της επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων ή στον αντιπρόσωπό του και, εάν είναι σκόπιμο, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποστολής. Ο υπεύθυνος της επιχείρησης ζωοτροφών ή τροφίμων ενημερώνεται για το δικαίωμα προσφυγής που διαθέτει κατά τέτοιων αποφάσεων και διαδικασιών και για τις ισχύουσες προθεσμίες.

Άρθρο 55 Κυρώσεις

1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται στην περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση τις διατάξεις αυτές και κάθε επακόλουθη τροποποίηση στην Επιτροπή.

2. Για το σκοπό της παραγράφου 1, οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα VI θεωρούνται ποινικά αδικήματα όταν διαπράττονται εσκεμμένα ή με σοβαρή αμέλεια, στο βαθμό που παραβιάζουν κανόνες της κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα ή τους κανόνες που ενέκριναν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω κοινοτική νομοθεσία.

3. Τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και η υποκίνηση ή συμμετοχή σε τέτοια αδικήματα τιμωρούνται, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, με ποινές, συμπεριλαμβανομένης, ανάλογα με την περίπτωση, της στέρησης ελευθερίας, και, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, με κυρώσεις όπως χρηματικές ποινές ή διοικητικά πρόστιμα και μπορούν να περιλαμβάνουν και άλλες ποινές, όπως ο αποκλεισμός από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις, η προσωρινή ή οριστική απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, η επιβολή δικαστικής εποπτείας ή η δικαστική απόφαση διάλυσης.

Κεφάλαιο II

Κοινοτικά μέτρα εκτέλεσης

Άρθρο 56 Μέτρα διασφάλισης

Στην περίπτωση που η Επιτροπή διαθέτει αποδείξεις ότι υπάρχει σοβαρή παράλειψη στα συστήματα ελέγχου ενός κράτους μέλους και στην περίπτωση που παραλείψεις αυτές ενδέχεται να συνιστούν πιθανό και ευρέος φάσματος κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, την υγεία και την ορθή μεταχείριση των ζώων, είτε άμεσα είτε μέσω του περιβάλλοντος, είναι δυνατό να εφαρμόζονται τα έκτακτα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002.

Tα μέτρα αυτά εγκρίνονται μόνον αφού:

α) αποδειχθεί και αναφερθεί μέσω κοινοτικών ελέγχων η μη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία, και και

β) το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν επανόρθωσε την κατάσταση κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και εντός της χρονικής προθεσμίας που αυτή είχε ορίσει.

ΤΙΤΛΟΣ VIII ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Άρθρο 57 Τροποποίηση της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ

Το παράρτημα A της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Κανονισμός (ΕΚ) .../... του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό των διατάξεων για την υγεία των ζώων που διέπουν την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά και την εισαγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση.

Άρθρο 58 Τροποποίηση της οδηγίας 96/23/ΕΚ

Στο άρθρο 30 της οδηγίας 96/23/ΕΚ, το τμήμα της παραγράφου 1 που αρχίζει ως εξής «Όταν οι νέοι αυτοί έλεγχοι αποκαλύπτουν...» και τελειώνει ως εξής «...ή για τη χρησιμοποίησή της για άλλους σκοπούς που επιτρέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, χωρίς αποζημίωση ή αντιστάθμισμα» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν οι έλεγχοι αποκαλύπτουν την παρουσία μη επιτρεπόμενων ουσιών ή προϊόντων ή όταν αποκαλύπτουν υπέρβαση των ανώτατων ορίων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 18 έως 22 του κανονισμού (ΕΚ) .../... (για τους επίσημους ελέγχους στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα). "

Άρθρο 59 Τροποποίηση της οδηγίας 97/78/ΕΚ

1. Το άρθρο 1 της οδηγίας 97/78/ΕΟΚ αντικαθίσταται από τα εξής:

«Τα κράτη μέλη διενεργούν κτηνιατρικούς ελέγχους στα προϊόντα από τρίτες χώρες που εισάγονται σε ένα από τα εδάφη που παρατίθενται στο παράρτημα Ι σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και με τον κανονισμό (ΕΚ) ..../.... για τους επίσημους ελέγχους στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα».

2. Το άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) «ως προϊόντα» νοούνται τα προϊόντα ζωικής προέλευσης που αναφέρονται στις οδηγίες 89/662/ΕΟΚ και 90/425/ΕΟΚ και στον κανονισμό (ΕΚ) 1774/2002 για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων για τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο [63] περιλαμβάνει επίσης τα φυτικά προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 19.»

[63] ΕΕ L 273, 10.10.2002, σ. 1.

3. Στο άρθρο 7, οι λέξεις «οι δαπάνες επιθεώρησης που αναφέρονται από την οδηγία 85/73/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1985, για τη χρηματοδότηση των υγειονομικών επιθεωρήσεων και ελέγχων που αναφέρονται από τις οδηγίες 89/662/ΕΚ, 90/425/ΕΟΚ, 90/675/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ (τροποποιημένη και κωδικοποιημένη)» αντικαθίστανται από τις εξής: «δαπάνες επιθεώρησης που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΚ) .../... για τους επίσημους ελέγχους των ζωοτροφών και των τροφίμων».

4. Στο άρθρο 10 παράγραφος 1 σημείο β, οι ακόλουθες λέξεις διαγράφονται: «ή σε περίπτωση εγκαταστάσεων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την απόφαση 95/408/ΕΚ, της 22 Ιουνίου 1995, σχετικά με τις λεπτομέρειες κατάρτισης, για μια μεταβατική περίοδο, προσωρινών πινάκων εγκαταστάσεων τρίτων χωρών, από τις οποίες επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εισάγουν ορισμένα προϊόντα ζωικής προέλευσης, προϊόντα αλιείας ή ζώντα δίθυρα μαλάκια, από εγκατάσταση που έχει υποβληθεί σε κοινοτική ή εθνική επιθεώρηση».

5. Στο άρθρο 12, η παράγραφος 9 διαγράφεται.

6. Στο άρθρο 15, η παράγραφος 5 διαγράφεται.

7. Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Λεπτομερείς κανόνες για την εισαγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης που αποστέλλονται ταχυδρομικώς ή μεταφέρονται από επιβάτες και πλήρωμα διεθνών μεταφορικών μέσων καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) .../... για τους επίσημους έλεγχους στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα».

8. Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι παρτίδες που εισάγονται σε ένα από τα εδάφη της Κοινότητας χωρίς να υποβληθούν σε κτηνιατρικούς ελέγχους σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 3 και 4 κατάσχονται ή δημεύονται και υποβάλλονται στη διαδικασία που αναφέρονται στα άρθρα 18 και 22 του κανονισμού (ΕΚ) .../... για τους επίσημους ελέγχους στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα».

9. Το άρθρο 21 διαγράφεται.

10. Το άρθρο 23 διαγράφεται.

11. Στο άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερη παύλα, οι λέξεις «κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17 παράγραφος 2 σημεία α και β» αντικαθίστανται από τις λέξεις «κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17».

Άρθρο 60 Τροποποίηση της οδηγίας 2000/29/ΕΚ

Στην οδηγία 2000/29/ΕΚ, προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 27 (α).

«Άρθρο 27 (α)

Για το σκοπό της παρούσας οδηγίας, ισχύουν τα άρθρα 42 έως 46 του κανονισμού (ΕΚ) .../... (για τους επίσημους ελέγχους στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα).

Άρθρο 61 Κατάργηση κοινοτικών πράξεων

Οι οδηγίες 70/373/ΕΟΚ, 85/591/ΕΟΚ, 89/397/ΕΟΚ, 93/99/ΕΟΚ, 95/53/ΕΚ και 96/43/ΕΚ και η απόφαση 98/728/ΕΚ καταργούνται με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2005.

Ωστόσο, οι κανόνες εφαρμογής που έχουν εγκριθεί με βάση τις εν λόγω πράξεις όπως παρατίθενται στο παράρτημα VII εξακολουθούν να ισχύουν εφόσον δεν αντιβαίνουν στον παρόντα κανονισμό, έως ότου καταργηθούν ή, εφόσον απαιτείται, αντικατασταθούν από κανόνες με την ίδια ισχύ που θα εγκριθούν βάσει του παρόντα κανονισμού.

Τυχόν παραπομπή στις καταργηθείσες πράξεις θεωρείται παραπομπή στον παρόντα κανονισμό.

ΤΙΤΛΟΣ IX ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 62 Διαδικασία της μόνιμης επιτροπής

1. Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων που συγκροτήθηκε από το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 ή, εφόσον απαιτείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, από τη μόνιμη επιτροπή για την υγεία των φυτών που συγκροτήθηκε με την απόφαση 76/894/ΕΚ του Συμβουλίου [64]

[64] ΕΕ L 340, 9.12.1976, σ. 25.

2. Όποτε γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468ΕΚ, όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.

3. Όποτε γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468ΕΚ, όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.

Η περίοδος που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι τρεις μήνες.

4. Η επιτροπή εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 63 Μέτρα εφαρμογής και μεταβατικά μέτρα

1. Τα μέτρα εφαρμογής και τα μεταβατικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μπορούν να εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

2. Για να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα των κανονισμών (ΕΟΚ) 2092/91, (ΕΟΚ) 2081/92 και (ΕΟΚ) 2082/92, οι κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό μπορούν να προσαρμόζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 62 παράγραφος 3.

Άρθρο 64 Τροποποίηση των παραρτημάτων και των παραπομπών σε ευρωπαϊκά πρότυπα

Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 62 παράγραφος 3, δύνανται να τροποποιούνται:

α) τα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού, εκτός από το παράρτημα VI, ώστε να λαμβάνονται υπόψη η επιστημονική και η τεχνολογική πρόοδος,

β) οι παραπομπές στα ευρωπαϊκά πρότυπα που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό εφόσον τροποποιούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN).

Άρθρο 65 Κοινοτική χρηματοδοτική υποστήριξη

1. Τα κονδύλια που απαιτούνται για

α) τα έξοδα μετακίνησης και συντήρησης που πραγματοποιούνται από τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών που ορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 45 παράγραφος 1 και 46 παράγραφος 1,

β) την επιμόρφωση των υπαλλήλων ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 51,

γ) τη χρηματοδότηση άλλων μέτρων που απαιτούνται για την εξασφάλιση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού,

αποφασίζονται ετησίως στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σημείο γ περιλαμβάνουν ιδιαίτερα την οργάνωση διασκέψεων, τη δημιουργία βάσεων δεδομένων, τη δημοσίευση πληροφοριών, τη διοργάνωση μελετών, τη διοργάνωση συνεδριάσεων για την προπαρασκευή των συνόδων της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων.

3. Η τεχνική υποστήριξη και η χρηματοοικονομική συνδρομή της Κοινότητας για τη διοργάνωση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 50 μπορούν να παρέχονται εντός των ορίων του ανθρώπινου δυναμικού και των χρηματοοικονομικών πόρων που διαθέτει η Επιτροπή.

ΤΙΤΛΟΣ Χ ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 66 Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2005.

Ωστόσο, το άρθρο 55 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2006.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΔΑΦΗ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 9

1. Το έδαφος του Βασιλείου του Βελγίου.

2. Το έδαφος του Βασιλείου της Δανίας με εξαίρεση τις Νήσους Φερόες και τη Γροιλανδία.

3. Το έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

4. Το έδαφος του Βασιλείου της Ισπανίας με εξαίρεση τις κοινότητες της Θέουτας και της Μελίλιας.

5. Το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας.

6. Το έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

7. Το έδαφος της Ιρλανδίας.

8. Το έδαφος της Ιταλικής Δημοκρατίας.

9. Το έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

10. Το έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στην Ευρώπη.

11. Το έδαφος της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας

12. Το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

13. Το έδαφος της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

14. Το έδαφος της Δημοκρατίας της Φινλανδίας.

15. Το έδαφος του Βασιλείου της Σουηδίας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΟΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Κεφάλαιο Ι: θέματα για την επιμόρφωση του προσωπικού που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους

1. Οι διάφορες τεχνικές ελέγχου όπως η έρευνα, η δειγματοληψία και η επιθεώρηση.

2. Οι διαδικασίες ελέγχου.

3. Η νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

4. Τα διάφορα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής και οι πιθανοί κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία και, όπου αρμόζει, για την υγεία των ζώων, των φυτών και για το περιβάλλον.

5. Η αξιολόγηση της μη συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

6. Οι κίνδυνοι για την κτηνοτροφία και την παραγωγή ζωοτροφών και τροφίμων.

7. Οι διαδικασίες ανάλυσης κινδύνου και κρίσιμων σημείων ελέγχου (HACCP) και οι τεχνικές αξιολόγησης των διαδικασιών HACCP.

8. Τα συστήματα διαχείρισης, όπως τα προγράμματα διασφάλισης της ποιότητας τα οποία εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων και η αξιολόγησή τους, εφόσον αυτά είναι σχετικά με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα

9. Τα συστήματα επίσημης πιστοποίησης.

10. Οι ρυθμίσεις για αντιμετώπιση τυχόν περιπτώσεων έκτακτης ανάγκης.

11. Οι νομικές διαδικασίες και οι συνέπειες των επίσημων ελέγχων.

12. Η εξέταση γραπτού υλικού τεκμηρίωσης και άλλων μητρώων, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν τον έλεγχο της επάρκειας, τη διαπίστευση και την αξιολόγηση του κινδύνου, που ενδέχεται να είναι συναφή με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα. το θέμα αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τις χρηματοοικονομικές και εμπορικές πτυχές.

13. Oποιοσδήποτε άλλος τομέας, συμπεριλαμβανομένης της υγείας και της ορθής μεταχείρισης των ζώων, κρίνεται απαραίτητος για την εξασφάλιση της διεξαγωγής των επίσημων ελέγχων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Κεφάλαιο ΙΙ: θέματα για τις διαδικασίες ελέγχου και κατευθυντήριες γραμμές

1. Η οργάνωση της αρμόδιας αρχής και η σχέση μεταξύ των κεντρικών αρμόδιων αρχών και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα για τη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων.

2. Η σχέση μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των μη κυβερνητικών φορέων στους οποίους έχει εκχωρηθεί η αρμοδιότητα για τη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων.

3. Δήλωση των προς επίτευξη στόχων.

4. Οι εργασίες, οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του προσωπικού.

5. Μέθοδοι και τεχνικές ελέγχου.

6. Τα προγράμματα παρακολούθησης και επιτήρησης.

7. Αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση που οι έλεγχοι απαιτούν τη δράση περισσότερων του ενός κρατών μελών.

8. Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ύστερα από τους επίσημους ελέγχους.

9. Η συνεργασία με άλλες υπηρεσίες ή τμήματα που ενδέχεται να είναι αρμόδια επί του θέματος.

10. Η εξακρίβωση της καταλληλότητας των μεθόδων ανάλυσης και των δοκιμών ανίχνευσης.

11. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα ή πληροφορία απαιτείται για την ορθή λειτουργία των επίσημων ελέγχων.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ

1. Οι μέθοδοι ανάλυσης λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α) ορθότητα,

β) ευκολία εφαρμογής (μήτρα και εύρος συγκέντρωσης),

γ) όριο ανίχνευσης,

δ) όριο προσδιορισμού,

ε) ακρίβεια. επαναληψιμότητα - ενδοεργαστηριακή (μέσα στο ίδιο εργαστήριο) και διεργαστηριακή αναπαραγωγιμότητα (στο ίδιο εργαστήριο και μεταξύ διαφορετικών εργαστηρίων), η οποία έχει προκύψει περισσότερο από δεδομένα διεργαστηριακών δοκιμών και, στην περίπτωση που έχουν καθοριστεί κριτήρια απόδοσης για τις αναλυτικές μεθόδους, δοκιμές συμμόρφωσης με τα κριτήρια, παρά από την εξέταση σχετικά με την αβεβαιότητα της μέτρησης,

στ) ανάκτηση,

ζ) επιλεκτικότητα,

η) ευαισθησία,

θ) γραμμικότητα,

ι) άλλα κριτήρια που μπορούν να επιλέγονται ανάλογα με τις ανάγκες.

2. Οι τιμές της ακρίβειας για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 σημείο ε λαμβάνονται από διεργαστηριακή δοκιμή, η οποία έχει διεξαχθεί σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένο πρωτόκολλο για τις δοκιμές αυτού του είδους (π.χ. ISO 5725:1994 ή το διεθνές εναρμονισμένο πρωτόκολλο της Διεθνούς Ένωσης Θεωρητικής και Εφηρμοσμένης Χημείας (IUPAC International Harmonised Protocol) ή, στην περίπτωση που έχουν καθοριστεί κριτήρια απόδοσης για αναλυτικές μεθόδους, βασίζεται σε δοκιμές συμμόρφωσης με τα κριτήρια. Οι τιμές της επαναληψιμότητας και της αναπαραγωγιμότητας εκφράζονται σε διεθνώς αναγνωρισμένη μορφή (π.χ. ως διαστήματα εμπιστοσύνης 95%, όπως ορίζονται στο πρότυπο 5725:1994 ή IUPAC). Τα αποτελέσματα της συλλογικής δοκιμής δημοσιεύονται ή είναι διαθέσιμα χωρίς περιορισμούς.

3. Οι μέθοδοι ανάλυσης που μπορούν να εφαρμοστούν ομοιόμορφα σε διάφορες ομάδες προϊόντων, θα πρέπει να προτιμώνται από τις μεθόδους που μπορούν να εφαρμοστούν μόνο σε μεμονωμένα προϊόντα.

4. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι μέθοδοι ανάλυσης μπορούν να επικυρωθούν μόνον σε ένα εργαστήριο, πρέπει να επικυρώνονται σύμφωνα με τις εναρμονισμένες κατευθυντήριες γραμμές της Διεθνούς Ένωσης Θεωρητικής και Εφηρμοσμένης Χημείας (IUPAC Harmonised Guidelines) ή, στην περίπτωση που έχουν καθοριστεί κριτήρια απόδοσης για αναλυτικές μεθόδους, να βασίζονται σε δοκιμές συμμόρφωσης με τα κριτήρια.

5. Οι μέθοδοι ανάλυσης που θεσπίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού, πρέπει να διατυπώνονται σύμφωνα με την τυποποιημένη διάταξη των μεθόδων ανάλυσης που συνιστά ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΤΕΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΧΟΥΣ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΠΟΥ ΕΙΣΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Κεφάλαιο I Τέλη που εφαρμόζονται στο εισαγόμενο κρέας

Τα τέλη για τον επίσημο έλεγχο του εισαγόμενου κρέατος καθορίζονται στα 5 ευρώ ανά τόνο, με ελάχιστο ποσό τα 30 ευρώ ανά παρτίδα.

Κεφάλαιο II Τέλη που εφαρμόζονται στα εισαγόμενα προϊόντα αλιείας

Τα τέλη για τον επίσημο έλεγχο των εισαγόμενων προϊόντων αλιείας καθορίζονται στα 5 ευρώ ανά τόνο, με ελάχιστο ποσό τα 30 ευρώ ανά παρτίδα . Άνω των 100 τόνων, το ελάχιστο κανονικό ποσό των 5 ευρώ μειώνεται σε:

- 1,5 ευρώ ανά επιπρόσθετο τόνο προϊόντων αλιείας που δεν έχουν υποβληθεί άλλη προετοιμασία εκτός από εκσπλαχνισμό,

- 2,5 ευρώ ανά επιπρόσθετο τόνο άλλων προϊόντων αλιείας.

Κεφάλαιο III Τέλη που εφαρμόζονται στα εισαγόμενα ζώντα ζώα που καλύπτονται από την οδηγία 91/496/EΟΚ

Όσον αφορά τα ζώα που καλύπτονται από την οδηγία 91/496/EΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των ζώων προέλευσης τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα και περί τροποποίησης των οδηγιών 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ και 90/675/ΕΟΚ [65], ισχύουν τα εξής:

[65] ΕΕ L 268, 24.9.1991, σ. 56.

1. Τα τέλη για τον έλεγχο των ακόλουθων ειδών ανέρχεται στο κανονικό ποσό των 5 ευρώ ανά τόνο ζώντων ζώων με ελάχιστο ποσό 30 ευρώ ανά παρτίδα: βοοειδή, χοιροειδή και προβατοειδή, μόνοπλα, πουλερικά, κουνέλια. Αυτά περιλαμβάνουν τόσο τα εκτρεφόμενα όσο και τα άγρια είδη.

2. Τα τέλη για τον έλεγχο άλλων ειδών καθορίζονται στο πραγματικό κόστος της επιθεώρησης ανά εισαγόμενο ζώο ή ανά εισαγόμενο τόνο, με ελάχιστο ποσό 30 ευρώ ανά παρτίδα, με την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ελάχιστο ποσό δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές ειδών που καλύπτονται από την απόφαση 97/794/ΕΚ της Επιτροπής, της 12 Νοεμβρίου 1997, περί καθορισμού ορισμένων λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της οδηγίας 91/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τους κτηνιατρικούς ελέγχους σε ζώντα ζώα που εισάγονται από τρίτες χώρες [66].

[66] ΕΕ L 323, 26.11.1997, σ. 31.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

1. Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα

AFSSA-LERHQA 41, rue du 11 Novembre 1918 94700 Maison Alfort Γαλλία

2. Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για την ανάλυση και την εξέταση ζωονόσων

Tα εργαστήρια καθορίζονται σύμφωνα με

- την οδηγία .../... για την παρακολούθηση των ζωονόσων και των ζωονοσογόνων παραγόντων, που τροποποιεί την απόφαση 90/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου και καταργεί την οδηγία 92/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου [67], και

[67] COM (2001) 452, έγγραφο 2001/0176 (COD).

- τον κανονισμό .../... για τον έλεγχο της σαλμονέλας και άλλων τροφιμογενών ζωονοσογόνων παραγόντων, καθώς και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ, 72/462/ΕΟΚ και 90/539/ΕΟΚ του Συμβουλίου [68].

[68] COM (2001) 452, έγγραφο 2001/0177 (COD).

3. Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για την παρακολούθηση των θαλασσίων βιοτοξίνων

Tο εργαστήριο που αναφέρεται στην απόφαση 93/383/EΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 όσον αφορά τα εργαστήρια αναφοράς για τον έλεγχο των θαλασσίων βιοτοξινών [69], όπως τροποποιείται από την απόφαση 1999/312/EΚ [70].

[69] ΕΕ L 166, 8.7.1993, σ. 31.

[70] ΕΕ L 120, 8.5.1999, σ. 37.

4. Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τους ιούς στα μαλάκια

Tο εργαστήριο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 1999/313/EΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1999, για τα εργαστήρια αναφοράς για τον έλεγχο των μολύνσεων των δίθυρων μαλακίων από βακτήρια και ιούς [71].

[71] ΕΕ L 120, 8.5.1999, σ. 40.

5. Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τα κατάλοιπα

Tα εργαστήρια που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V, κεφάλαιο 1 της οδηγίας 96/23/EΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και κατάργησης των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ [72].

[72] ΕΕ L 125, 23.5.1996, σ. 10.

6. Κοινοτικό εργαστήριο αναφοράς για τις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (ΜΣΕ)

Το εργαστήριο αναφοράς που αναφέρεται στο παράρτημα Χ, κεφάλαιο Β του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ

1. Ζωοτροφές.

α) Η χρήση των υλικών των οποίων η κυκλοφορία ή χρήση για σκοπούς διατροφής των ζώων υπόκειται σε περιορισμούς ή απαγορεύεται, κατά παράβαση του άρθρου 1 της απόφασης 91/516/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1991, για την κατάρτιση πίνακα συστατικών των οποίων η χρήση απαγορεύεται στις σύνθετες ζωοτροφές [73] και των άρθρων 3 και 11 παράγραφος β της οδηγίας 96/25/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την κυκλοφορία των πρώτων υλών ζωοτροφών [74], ή η χρήση των οποίων ως υλικά ζωοτροφών για την παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών απαγορεύεται κατά παράβαση των άρθρων 3 και 10α παράγραφος 3 της οδηγίας 79/373/ΕΟ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί εμπορίας των σύνθετων ζωοτροφών [75].

[73] ΕΕ L 281, 9.10.1991, σ. 23.

[74] ΕΕ L 125, 23.5.1996, σ. 35.

[75] ΕΕ L 86, 6.4.1979, σ. 30.

β) Η μόλυνση των ζωοτροφών με ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα κατά παράβαση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 1999/29/EΚ του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1999, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων [76] και/ή των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με αυτή.

[76] ΕΕ L 115, 4.5.1999, σ. 32.

γ) Η χρήση μη εγκεκριμένων ή απαγορευμένων πρόσθετων στις ζωοτροφές, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας 70/524/EΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των πρόσθετων υλών στη διατροφή των ζώων [77] και/ή των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με αυτή.

[77] ΕΕ L 270, 14.12.1970, σ. 1.

2. ΣΕΒ/ΜΣΕ

α) Η παράνομη διακίνηση και η διάθεση στην αγορά ειδικών υλικών κινδύνου, κατά παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001.

β) Η χορήγηση στα ζώα απαγορευμένων προϊόντων, κατά παράβαση της απαγόρευσης του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001.

γ) Η χρήση υλικού που προέρχεται από μηρυκαστικά για την παραγωγή ορισμένων προϊόντων ζωικής προέλευσης, κατά παράβαση του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001.

δ) Η διάθεση στην αγορά ζώου για το οποίο υπάρχουν υπόνοιες ΜΣΕ ή οιουδήποτε προϊόντος του ζώου αυτού, κατά παράβαση του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001.

ε) Η διάθεση στην αγορά οιουδήποτε προϊόντος που προέρχεται από ζώο που έχει επιβεβαιωθεί ότι έχει μολυνθεί από ΜΣΕ, κατά παράβαση του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001.

3. Τρόφιμα

α) Η μόλυνση και η διάθεση στην αγορά τροφίμων με ουσίες που μπορούν να βλάψουν σοβαρά την ανθρώπινη υγεία, κατά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 315/93/EΚ του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμείξεις των τροφίμων [78].

[78] ΕΕ L 37 της 13.2.1993, σ. 1.

β) Η παράνομη διακίνηση, η παράνομη διάθεση στην αγορά και η παράνομη χρήση σε ζώα απαγορευμένων ουσιών, κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 96/22/EΚ και/ή των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με αυτή.

γ) Η χρήση μη εγκεκριμένων ή απαγορευμένων πρόσθετων στα τρόφιμα, κατά παράβαση του άρθρου 2 της οδηγίας 95/2/EΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, για τα πρόσθετα τροφίμων πλην των χρωστικών και των γλυκαντικών [79] και/ή των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με αυτή.

[79] ΕΕ L 91 της 18.3.1995, σ. 1.

δ) Η διάθεση στην αγορά κρέατος που δεν έχει υποβληθεί σε επίσημους ελέγχους, κατά παράβαση του κανονισμού (ΕΚ) .../... (για τον καθορισμό ειδικών διατάξεων για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση).

ε) Η διάθεση στην αγορά κρέατος που έχει κηρυχθεί ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο κατά την επιθεώρηση μετά τη σφαγή, κατά παράβαση του κανονισμού (ΕΚ) .../... (για τον καθορισμό ειδικών διατάξεων για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση).

στ) Η σφαγή με σκοπό την ανθρώπινη κατανάλωση ζώων που έχουν κριθεί ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο κατά την επιθεώρηση μετά τη σφαγή, κατά παράβαση του κανονισμού (ΕΚ) .../... (για τον καθορισμό ειδικών διατάξεων για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων στα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση).

4. Φυτοφάρμακα

α) Η χρήση απαγορευμένων φυτοφαρμάκων, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1978, περί της απαγορεύσεως της θέσεως σε κυκλοφορία και της χρησιμοποιήσεως φυτοφαρμακευτικών προϊόντα που περιέχουν ορισμένων δραστικές ουσίες [80].

[80] ΕΕ L 33 της 8.2.1979, σ. 36.

β) Η χρήση μη εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων, κατά παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων [81].

[81] ΕΕ L 230, 19.8.1991, σ. 1.

γ) Η μη σωστή χρήση εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων, κατά παράβαση των άρθρων 3, 4 και 9 της οδηγίας 91/414/EΟΚ.

δ) Η μη σωστή χρήση σε ζωοτροφές και τρόφιμα υλικών που περιέχουν φυτοφάρμακα, κατά παράβαση των άρθρων 3, 4, 3 και 3 των οδηγιών 76/895/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1976, περί του καθορισμού της μεγίστης περιεκτικότητος για τα κατάλοιπα των φυτοφαρμάκων επί και εντός των οπωροκηπευτικών [82], 86/362/ΕΟΚ, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά των καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων μέσα και πάνω στα σιτηρά [83], 86/363/ΕΟΚ, της 24ης Ιουλίου 1986, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης [84] και 90/642/ΕΟΚ, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών [85], αντίστοιχα.

[82] ΕΕ L 340, 9.12.1976, σ. 26.

[83] ΕΕ L 221, 7.8.1986, σ. 37.

[84] ΕΕ L 221, 7.8.1986, σ. 43.

[85] ΕΕ L 350, 14.12.1990, σ. 71.

5. Περιορισμοί διασφάλισης

- Παραβίαση απαγόρευσης εισαγωγής, εξαγωγής, διάθεσης στην αγορά, χρήσης ή διακίνησης ζώων, ζωοτροφών ή τροφίμων που επιβλήθηκε σύμφωνα τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002.

- Παραβίαση απαγόρευσης εισαγωγής, εξαγωγής, διάθεσης στην αγορά, χρήσης ή διακίνησης ζώων, ζωοτροφών ή τροφίμων που επιβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα.

6. Ζωικά υποπροϊόντα

Η παράνομη διάθεση στην αγορά, η εξαγωγή ή η χρήση ως υλικού για τις ζωοτροφές μεταποιημένων ζωικών πρωτεϊνών και άλλων μεταποιημένων προϊόντων, κατά παράβαση των διατάξεων που ορίζονται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) 1774/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (για τη θέσπιση υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο).

7. Υγεία των ζώων

α) Η παράλειψη κοινοποίησης των υπονοιών για παρουσία επιζωοτικών νόσων κατά παράβαση των εξής:

θ) Του άρθρου 3 της οδηγίας 85/511/EΟΚ του Συμβουλίου της 1ης Νοεμβρίου 1985 για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση του αφθώδους πυρετού [86] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[86] ΕΕ L 315, 26.11.1985, σ. 11.

ii) Του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2001/89/EΚ του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2001 σχετικά με κοινοτικά μέτρα για την καταπολέμηση της κλασσικής πανώλους των χοίρων [87] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[87] ΕΕ L 316, 1.12.2001, σ. 5.

iii) Του άρθρου 3 της οδηγίας 92/40/EΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση της γρίπης των ορνίθων [88] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[88] ΕΕ L 167, 22.6.1992, σ. 1.

iv) Του άρθρου 3 της οδηγίας 92/66/EΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση της ψευδοπανώλους των πτηνών [89] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[89] ΕΕ L 260, 5.9.1992, σ. 1.

v) Του άρθρου 3 της οδηγίας 92/119/EΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση γενικών κοινοτικών μέτρων καταπολέμησης ορισμένων ασθενειών των ζώων καθώς και ειδικών μέτρων για τη φυσαλιδώδη νόσο των χοίρων [90] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[90] ΕΕ L 62 , 15.3.1969, σ. 69.

vi) Του άρθρου 4 της οδηγίας 93/53/EΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1993, σχετικά με τη θέσπιση στοιχειωδών κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση ορισμένων νόσων των ψαριών [91] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[91] ΕΕ L 175, 19.7.1993, σ. 23.

vii) Του άρθρου 5 παράγραφος 1 της οδηγίας 95/70/EΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για τη θέσπιση στοιχειωδών κοινοτικών μέτρων ελέγχου των ασθενειών των δίθυρων μαλακίων [92] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[92] ΕΕ L 332, 30.12.1995, σ. 33.

viii) Του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/75/EΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2000, για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικών με μέτρα καταπολέμησης και εξάλειψης του καταρροϊκού πυρετού του προβάτου [93] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[93] ΕΕ L 327, 22.12.2000, σ. 74.

ix) Του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/60/EΚ του Συμβουλίου για την αφρικανική πανώλη των χοίρων [94] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[94] ΕΕ L 192, 20.7.2002, σ. 27.

x) Του άρθρου 3 της οδηγίας 92/35/EΚ του Συμβουλίου, της 29ής Απριλίου 1992, για τη θέσπιση των κανόνων ελέγχου και των μέτρων καταπολέμησης της πανώλης των [95] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[95] ΕΕ L 157, 10.6.1992, σ. 19.

β) Η μη τήρηση των οδηγιών που δόθηκαν από την αρμόδια αρχή σε περίπτωση υπόνοιας κρούσματος ή επιβεβαιωμένου κρούσματος μίας από τις ασθένειες που αναφέρονται στην οδηγία 82/894/EΟΚ του Συμβουλίου για την κοινοποίηση των ασθενειών των ζώων μέσα στην Κοινότητα [96] ή/και των κανόνων που εγκρίνουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία.

[96] ΕΕ L 378, 31.12.1982, σ. 58.

8. Oρθή μεταχείριση των ζώων

Η πρόκληση περιττού και έντονου πόνου, οδύνης ή τραυματισμού σε ζώα κατά παράβαση

α) του άρθρου 3 ή 4 της οδηγίας 98/58/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ης Ιουλίου 1998, σχετικά με την προστασία των ζώων στα εκτροφεία [97]

[97] ΕΕ L 221, 8.8.1998, σ. 23.

β) του άρθρο 3 ή 4 της οδηγίας 91/629/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων για την προστασία των μόσχων [98], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 97/182/ΕΚ της Επιτροπής [99].

[98] ΕΕ L 340, 11.12.1991, σ. 28.

[99] ΕΕ L 76, 24.02.1997, σ. 30.

γ) του άρθρο 3 ή 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 91/630/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων για την προστασία των χοίρων [100], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 2001/93/ΕΚ της Επιτροπής [101].

[100] ΕΕ L 340, 11.12.1991, σ. 33.

[101] ΕΕ L 316, 1.12.2001, σ. 36.

δ) του άρθρο 3 της οδηγίας 1999/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1999, περί των στοιχειωδών απαιτήσεων για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων [102]

[102] ΕΕ L 203, 3.8.1999, σ. 53.

ε) του άρθρου 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 91/628/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1991, για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και για την τροποποίηση των οδηγιών 90/425/ΕΟΚ και 91/496/ΕΟΚ [103], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 95/29/ΕΚ του Συμβουλίου [104].

[103] ΕΕ L 340, 11.12.1991, σ. 17.

[104] ΕΕ L 148, 30.6.1995, σ. 52.

στ) του άρθρου 3 ή 5 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/119/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την προστασία των ζώων κατά τη σφαγή ή/και τη θανάτωσή τους [105]

[105] ΕΕ L 340, 31.12.1993, σ. 21.

9. Ζωοτροφές και τρόφιμα από τρίτες χώρες

Η παράνομη εισέλευση στο έδαφος της Κοινότητας ζωοτροφών και τροφίμων κατά παράβαση των άρθρων 14, 15 και 16 του παρόντος κανονισμού.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΘΕΣΠΙΣΤΕΙ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΓΟΥΝΤΑΙ

1. Κανόνες εφαρμογής που βασίζονται στην οδηγία 70/373/ΕΟΚ περί εισαγωγής τρόπων λήψεως δειγμάτων και μεθόδων κοινοτικής αναλύσεως για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών.

α) Πρώτη οδηγία 71/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [106].

[106] ΕΕ L 155, 12.7.1971, σ. 13. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/27/ΕΟΚ (ΕΕ L 118, 6.5.1999, σ. 36).

β) Δεύτερη οδηγία 71/393/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1971, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [107].

[107] ΕΕ L 279 της 20.12.1971, σ. 7. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/64/ΕΟΚ (ΕΕ L 257, 19.9.1998, σ. 14).

γ) Τρίτη οδηγία 72/199/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 1972, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [108].

[108] ΕΕ L 123, 29.05.1972, σ. 6. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/79/ΕΟΚ (ΕΕ L 209, 7.8.1999, σ. 23).

δ) Τέταρτη οδηγία 73/46/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1972, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [109].

[109] ΕΕ L 83, 30.3.1973, σ. 21. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/27/ΕΟΚ (ΕΕ L 118, 6.5.1999, σ. 36).

ε) Πρώτη οδηγία 76/371/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1976, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων δειγματοληψίας για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [110].

[110] ΕΕ L 102, 15.4.1976, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΕ L 1, 3.1.1994, σ. 220).

στ) Έβδομη οδηγία 76/372/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1976, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [111].

[111] ΕΕ L 102, 15.4.1976. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 94/14/ΕΟΚ (ΕΕ L 94, 13.4.1994, σ. 30).

ζ) Όγδοη οδηγία 78/633/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 15ης Ιουνίου 1978, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [112].

[112] ΕΕ L 206, 29.7.1978. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 84/4/ΕΟΚ (ΕΕ L 15, 18.1.1998, σ. 28).

η) Ένατη οδηγία 81/715/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1981, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [113].

[113] ΕΕ L 257, 10.9.1981, σ. 38. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε από τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.

θ) Δέκατη οδηγία 84/425/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1984, περί καθορισμού των μεθόδων κοινοτικής ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [114].

[114] ΕΕ L 238, 6.9.1984, σ. 34.

ι) Ενδέκατη οδηγία 93/70/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1993, για καθορισμό των κοινοτικών μεθόδων ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [115].

[115] ΕΕ L 234, 17.9.1993, σ. 17.

ια) Δωδέκατη οδηγία 93/117/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1993, περί καθορισμού των κοινοτικών μεθόδων ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο ζωοτροφών [116].

[116] ΕΕ L 329, 30.12.1993, σ. 54.

ιβ) Οδηγία 98/64/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Σεπτεμβρίου 1998, για τον καθορισμό κοινοτικών μεθόδων αναλύσεων για τον προσδιορισμό των αμινοξέων, των ακατέργαστων λιπαρών ουσιών και του olaquindox στις ζωοτροφές και για την τροποποίησης της οδηγίας 71/393 [117].

[117] ΕΕ L 257, 19.9.1998, σ. 14.

ιγ) Οδηγία 98/88/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1998, για τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών για τη μικροσκοπική ταυτοποίηση και για τον κατ´εκτίμηση προσδιορισμό των συστατικών ζωικής προέλευσης για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών [118].

[118] ΕΕ L 318, 27.11.1998, σ. 45.

ιδ) Οδηγία 1999/27/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ης Απριλίου 1999, σχετικά με την καθιέρωση κοινοτικών μεθόδων ανάλυσης για τον προσδιορισμό του αμπρολίου, του diclazuril και του carbadox σε ζωοτροφές και την τροποποίηση των οδηγιών 71/250/ΕΟΚ, 73/46/ΕΟΚ και την κατάργηση της οδηγίας 74/203/ΕΟΚ [119]

[119] ΕΕ L 118, 6.5.1999, σ. 36.

ιε) Οδηγία 1999/76/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999, για την καθιέρωση κοινοτικών μεθόδων ανάλυσης για τον προσδιορισμό του άλατος του lasalocid με νάτριο των ζωοτροφών [120].

[120] ΕΕ L 207, 6.8.1999, σ. 13.

ιστ) Οδηγία 2000/45/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 2000, σχετικά με τον καθορισμό κοινοτικής μεθόδου αναλύσεως για τον προσδιορισμό της βιταμίνης Α, της βιταμίνης Ε και της θρυπτοφάνης σε ζωοτροφές [121].

[121] ΕΕ L 174, 13.7.2000, σ. 32.

ιζ) Οδηγία 2002/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2002, για καθορισμό των απαιτήσεων για τον προσδιορισμό των επιπέδων των διοξινών και των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB στις ζωοτροφές [122]

[122] ΕΕ L 209, 6.8.2002, σ. 15.

2. Κανόνες εφαρμογής που βασίζονται στην οδηγία 95/53/ΕΚ, της 25ης Οκτωβρίου 1995, για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων.

α) Οδηγία 98/68/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Σεπτεμβρίου 1998, για την κατάρτιση του τυποποιημένου εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας 95/53/ΕΚ και τον καθορισμό ορισμένων κανόνων για τους ελέγχους κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα ζωοτροφών από τρίτες χώρες [123]

[123] ΕΕ L 261, 24.9.1998, σ. 32.

β) Σύσταση 2002/214/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Μαρτίου 2002, για τα συντονισμένα προγράμματα επιθεώρησης στον τομέα της διατροφής των ζώων για το 2002 σύμφωνα με την οδηγία 95/53/ΕΚ του Συμβουλίου [124]

[124] ΕΕ L 70, 13.3.2002, σ. 20.

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας (τομείς) πολιτικής: Υγεία και προστασία του καταναλωτή

Δραστηριότητα (-τες): ασφάλεια των τροφίμων, υγεία των ζώων, ορθή μεταχείριση των ζώων και υγεία των φυτών

τιτλοσ τησ δρασησ: προταση κανονισμου του ευρωπαϊκού κοινοβουλιου και του συμβουλιου για τη διεξαγωγη επισημων ελεγχων στισ ζωοτροφεσ και στα τροφιμα

1. ΓΡΑΜΜΗ (-ΕΣ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΟΝΟΜΑΣΙΑ

B1-331: λοιπές ενέργειες στον κτηνιατρικό τομέα, τον τομέα διαβίωσης των ζώων και της δημόσιας υγείας (κωδικός ABB: 170402)

B1-334 (νέα): ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων και σχετικές δραστηριότητες (νέος κωδικός ΑΒΒ: 170407)

B1-334Α (νέα): ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων και σχετικές δραστηριότητες - διοικητικές δαπάνες (κωδικός ΑΒΒ: 17010404)

B5-3130B: τυποποίηση και προσέγγιση των νομοθεσιών (ENTR) (κωδικός ABB: 020403)

Υποστήριξη για αναπτυσσόμενες χώρες στο πλαίσιο υπαρχόντων γεωγραφικών προγραμμάτων (DEV/AIDCO)

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1. Συνολικό κονδύλιο της δράσης (Μέρος Β): 94.736 εκατ. ευρώ σε πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

2.2. Περίοδος υλοποίησης: η διάρκεια της δράσης είναι απεριόριστη

2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών:

α) Χρονοδιάγραμμα πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων/πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (βλ. σημείο 6.1.1)

εκατ. ευρώ (μέχρι του τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

β) Τεχνική και διοικητική συνδρομή και δαπάνες στήριξης (βλ. σημείο 6.1.2.)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

γ) Συνολική δημοσιονομική επίπτωση των ανθρώπινων πόρων και λοιπών δαπανών λειτουργίας(βλ. σημεία 7.2 και 7.3)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

* εκ των οποίων ένα ενδεικτικό ποσό 16.2 εκατ. ευρώ προορίζεται για τα προγράμματα εξωτερικής βοήθειας

2.4. Συμβατότητα με το δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές

[X] Η πρόταση είναι συμβατή με τον ισχύοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό.

[...] Η πρόταση απαιτεί εκ νέου προγραμματισμό του αντίστοιχου τομέα των δημοσιονομικών προοπτικών.

[...] Η πρόταση ενδέχεται να απαιτήσει την εφαρμογή των διατάξεων της διοργανικής συμφωνίας.

2.5. Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων: [125]

[125] Για περαιτέρω πληροφορίες, βλ. το χωριστό επεξηγηματικό σημείωμα.

[X] Η πρόταση δεν έχει ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τεχνικές πτυχές της εφαρμογής μέτρου)**

** εφόσον απαιτείται, η δημοσιονομική επίπτωση επί των εσόδων θα μπορούσε να υποβληθεί σε περαιτέρω ανάλυση, ιδιαίτερα όσον αφορά το κέντρο επιμόρφωσης.

Ή

[...] Η πρόταση έχει δημοσιονομική επίπτωση - η επίδραση επί των εσόδων έχει ως εξής:

(Σημείωση: όλες οι διευκρινήσεις και οι παρατηρήσεις που αφορούν τη μέθοδο υπολογισμού της επίδρασης πρέπει να εμφανίζονται σε χωριστό παράρτημα)

(εκατ. ευρώ μέχρι του πρώτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(Να περιγραφεί κάθε εμπλεκόμενη γραμμή του προϋπολογισμού, με την προσθήκη του ενδεδειγμένου αριθμού γραμμών στον πίνακα εφόσον η δράση επιδρά σε πλείονες γραμμές του προϋπολογισμού.)

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Γραμμή του προϋπολογισμού: B1-331 (ABB 170402)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Γραμμή του προϋπολογισμού: B1-334 (ABB 170407)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Γραμμή του προϋπολογισμού: B1-334Α (ABB 17010404)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Γραμμή του προϋπολογισμού: B5-313 (ABB 120403)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Άρθρα 37, 95 και 152 παράγραφος 4 της συνθήκης

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1. Ανάγκη κοινοτικής παρέμβασης [126]

[126] Για περαιτέρω πληροφορίες, βλ. το χωριστό επεξηγηματικό σημείωμα.

5.1.1. Επιδιωκόμενοι στόχοι

Οι πρόσφατες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που οφείλονται σε ζωοτροφές και τρόφιμα υπογράμμισαν τις ελλείψεις των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται η έλλειψη μιας εναρμονισμένης κοινοτικής προσέγγισης όσον αφορά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη των εθνικών συστημάτων ελέγχου. Το λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο πρόβλημα αυτό και επισημαίνει με σαφήνεια ότι η παρούσα πρόταση για την αντιμετώπιση των θεμάτων αυτών αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενέργειες για την επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή σε όλη την ΕΕ.

Η παρούσα πρόταση είναι το αποτέλεσμα της αναθεώρησης των υφιστάμενων κοινοτικών κανόνων σχετικά με το θέμα αυτό, οι οποίοι εγκρίθηκαν χωριστά για τις ζωοτροφές, τα τρόφιμα και τον κτηνιατρικό τομέα. Καθορίζει ενιαίους κανόνες που πρέπει να τηρούνται από τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, καθώς και τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την παρακολούθηση των ελέγχων αυτών. Σύμφωνα με την ολιστική προσέγγιση, η πρόταση εφαρμόζεται σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από τη νομοθεσία για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, το οποίο περιλαμβάνει την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων και άλλες πτυχές που αφορούν γενικά την προστασία του καταναλωτή. Ενιαίες και, σε ορισμένους τομείς, ενισχυμένες διαδικασίες προτείνονται επίσης για τον έλεγχο των εισαγωγών ζωοτροφών και τροφίμων από τρίτες χώρες.

Για την επίτευξη των βέλτιστων αποτελεσμάτων μέσω της εν λόγω δράσης, η πρόταση περιέχει επίσης μέτρα εκτέλεσης, τα οποία περιλαμβάνουν την επιβολή κυρώσεων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο σύμφωνα, αντίστοιχα, με την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία.

5.1.2. Μέτρα σχετικά με την εκ των προτέρων (ex ante) αξιολόγηση

Στις 12 Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή ενέκρινε το λευκό βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων (COM (1999) 719 τελικό). Το έγγραφο αυτό αποτελεί σφαιρική αξιολόγηση της κοινοτικής πολιτικής για την ασφάλεια των τροφίμων.

Το λευκό βιβλίο επισημαίνει, ιδιαίτερα, ότι απαιτείται μία συγκεντρωτική νομοθετική πράξη ώστε να αντικατασταθούν οι διάφορες απαιτήσεις ελέγχου, λαμβανομένης υπόψη της γενικής αρχής ότι όλα τα τμήματα της αλυσίδας παραγωγής ζωοτροφών και τροφίμων πρέπει να υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους. Δηλώνει επίσης ότι υπάρχει σαφής ανάγκη για κοινοτική πλαισίωση των εθνικών συστημάτων ελέγχου, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας των ελέγχων των ζωοτροφών και των τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανταποκρινόμενο στα θέματα αυτά, το λευκό βιβλίο παραθέτει ένα σχέδιο ριζικής μεταρρύθμισης της νομοθεσίας στον τομέα των τροφίμων βασιζόμενο σε μία περιεκτική, ολοκληρωμένη προσέγγιση (προσέγγιση «από το αγρόκτημα στο τραπέζι»), καθώς σε στη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων.

5.1.3. Μέτρα που λαμβάνονται μετά την εκ των υστέρων (ex post) αξιολόγηση

Δεν ισχύει, διότι πρόκειται για νέα δράση.

5.2. Προβλεπόμενη δράση και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

Η εφαρμογή του κανονισμού για τον έλεγχο των ζωοτροφών και των τροφίμων θα περιλαμβάνει επτά (7) βασικές ενέργειες, όπως περιγράφεται κατωτέρω. Οι ενέργειες αυτές αφορούν, ιδιαίτερα, μια νέα προσέγγιση της Επιτροπής για την παρακολούθηση της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας και ενέργειες για την υποστήριξη της νέας αυτής προσέγγισης. Υπάρχει σαφής ανάγκη για τις ενέργειες αυτές, που θα βελτιώσουν την ποιότητα των ελέγχων σε κοινοτικό επίπεδο, και κατά συνέπεια θα αυξήσουν τα πρότυπα ασφαλείας των τροφίμων και θα εξασφαλίσουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, η υλοποίηση των ενεργειών αυτών θα επιτρέψει την πιο συντονισμένη και ολοκληρωμένη οργάνωση της ασφάλειας των τροφίμων με σκοπό την καλύτερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

1. Επί του παρόντος, οι κοινοτικοί έλεγχοι στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες οργανώνονται κυρίως σε τομεακή βάση και συνδέονται με τις εντολές που διαθέτει η Επιτροπή ανάλογα με τον τομέα ή το θέμα της νομοθεσίας. Το σχέδιο κανονισμού προτείνει μια νέα προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή, και ιδιαίτερα το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων (ΓΤΚΘ) παρακολουθεί την εφαρμογή της νομοθεσίας στον τομέα των ζωοτροφών και των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένης της υγείας των ζώων και των φυτών, από τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες που εξάγουν ζωοτροφές, τρόφιμα, φυτά ή ζώα στην ΕΕ.

Στο επίκεντρο της νέας προσέγγισης θα βρίσκεται η απαίτηση όλα τα κράτη μέλη και οι τρίτες χώρες (για τα προϊόντα που εξάγουν στην ΕΕ) να υποβάλουν στην Επιτροπή γενικό πολυετές σχέδιο ελέγχου που να περιγράφει με ποιο τρόπο οι εθνικές αρχές εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας για την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων από το «αγρόκτημα στο τραπέζι». Στην περίπτωση των τρίτων χωρών το γενικό σχέδιο ελέγχου αποτελεί τη βάση των εγγυήσεων ότι τα προϊόντα που εξάγονται στην Κοινότητα πληρούν τις ορισθείσες απαιτήσεις. Ορισμένα από αυτά τα σχέδια των τρίτων χωρών θα είναι αρκετά μετριοπαθή καθώς το φάσμα των προϊόντων που εξάγουν στην ΕΕ είναι περιορισμένο. Με βάση τα εν λόγω γενικά πολυετή σχέδια ελέγχου η Επιτροπή θα διενεργεί τακτικά γενικότερες έρευνες σχετικά με τις δραστηριότητες ελέγχου που διεξάγουν τα κράτη μέλη και οι τρίτες χώρες. Αυτές οι γενικότερες έρευνες των συνολικών συστημάτων ελέγχουν σε συνδυασμό με επιθεωρήσεις σε ειδικούς τομείς ή ειδικά σημεία ελέγχου, ως κρίνεται κατάλληλο, θα αντικαταστήσουν σε μεγάλο βαθμό την υφιστάμενη τομεακή/θεματική προσέγγιση τόσο στα κράτη μέλη όσο και στις τρίτες χώρες.

Σήμερα, λόγω περιορισμένων πόρων, πολλές από τις υποχρεώσεις ελέγχου που η υφιστάμενη νομοθεσία αναθέτει στην Επιτροπή δεν είναι δυνατό να εκπληρώνονται απόλυτα με βάση την τρέχουσες πρακτικές τομεακού/θεματικού ελέγχου. Ωστόσο, η νέα προσέγγιση δεν απαιτεί επιπλέον προσωπικό διότι αποσκοπεί να δώσει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τους υπάρχοντες πόρους πιο αποτελεσματικά και αποδοτικά, συγχωνεύοντας τις διάφορες δραστηριότητες ελέγχου που επιτελεί σε μία συνολική ολοκληρωμένη διαδικασία. Αποσκοπεί επίσης να εξασφαλίσει ότι ελέγχεται τακτικά η συμμόρφωση των εθνικών αρχών με όλες τις βασικές απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας και ότι δεν υπάρχουν σημαντικά κενά στη διαδικασία ελέγχου.

Η ισχύουσα πρακτική να χρησιμοποιούνται εθνικοί εμπειρογνώμονες πέραν των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής θα συνεχιστεί και στο πλαίσιο της νέας προσέγγισης. Καθώς το πεδίο των γενικών ερευνών θα είναι ευρύτερο και θα περιλαμβάνει την αναθεώρηση ενός ευρύτερου φάσματος κοινοτικής νομοθεσίας, ενδέχεται να αυξηθεί ο αριθμός των εθνικών εμπειρογνωμόνων που συμμετέχουν σε αυτές σε ετήσια βάση.

2. Για να επιτευχθεί ο στόχος της παρούσας πρότασης, θα χρειαστεί επίσης να επεκταθεί το υπάρχον δίκτυο των κοινοτικών εργαστηρίων αναφοράς (ΕΕΑ) που λειτουργούν με κοινοτική χρηματική συνδρομή (βλ. τον κατάλογο στο παράρτημα V της πρότασης). Η πείρα δείχνει καθαρά ότι τα εργαστήρια αυτά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση επιστημονικής και τεχνικής υποστήριξης στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων, καθώς και στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή. Πρέπει να παρέχουν στα διεθνή εργαστήρια αναφοράς, π.χ., λεπτομερείς πληροφορίες για τις μεθόδους εργαστηριακών αναλύσεων, να οργανώνουν συγκριτικές δοκιμές, να συντονίζουν την έρευνα όσον αφορά τις νέες αναλυτικές μεθόδους, να διοργανώνουν ειδικευμένη επιμόρφωση και να παρέχουν τεχνική βοήθεια στην Επιτροπή.

Ο ορισμός ενός αριθμού (6) νέων ΕΕΑ είναι ιδιαίτερα αναγκαίος για τους τομείς των μικροβιολογικών κινδύνων (σε σχέση με ορισμένα νεοεμφανιζόμενα προβλήματα με παθογενείς παράγοντες όπως λιστερία, E. coli και καμπυλοβακτηρία), των προσμείξεων των ζωοτροφών και των τροφίμων, των υλικών και των αντικειμένων που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τα τρόφιμα, καθώς και στον τομέα των πρόσθετων τροφίμων.

Η λιστερία, το Ε. coli (verotoxigenic) και το καμπυλοβακτήριο είναι υπεύθυνα για σημαντικές τροφιμογενείς ασθένειες με σχετικά υψηλή θνησιμότητα στους ανθρώπους και πρέπει να θεωρούνται τομέας προτεραιότητας για τα νέα ΕΕΑ. Οι αναλυτικές μέθοδοι είναι αρκετά δύσκολες και θα είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν δοκιμές δακτυλίου, ιδιαίτερα στην περίπτωση που υπάρχουν προβλήματα για το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι οι εν λόγω ζωονοσογόνοι παράγοντες έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο των παθογόνων παραγόντων και των ασθενειών που πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με τη νέα πρόταση οδηγίας για την παρακολούθηση των ζωονόσων και των ζωονοσογόνων παραγόντων (COM (2001) 452 τελικό). Θεωρείται επίσης σημαντικό να καθοριστούν ΚΕΑ για τις προσμείξεις των τροφίμων, τα προσθετά τροφίμων και τα υλικά/αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα. Στους τομείς αυτούς, που είναι πολύ πολύπλοκοι, υπάρχει ακόμα έλλειψη μεθόδων για την ανάλυση όλων των ουσιών για τις οποίες υπάρχουν κανονισμοί. Το ΚΕΑ θα πρέπει, ιδιαίτερα, να παρέχει στα εθνικά εργαστήρια ενημερωμένα στοιχεία σχετικά με αναλυτικές μεθόδους, να υποβοηθάει στην επικύρωση των αναλυτικών μεθόδών, να εκπαιδεύει το προσωπικό των εθνικών εργαστηρίων στις νέες μεθοδολογίες, να εξασφαλίζει την εναρμονισμένη εφαρμογή των μεθόδων ανάλυσης, να παρέχει υλικά αναφοράς και να συντονίζει τη νέα έρευνα στον εν λόγω τομέα.

Όσον αφορά τον τομέα των ζωοτροφών, και ιδιαίτερα τα πρόσθετα και τις προσμείξεις των ζωοτροφών, υπάρχει επίσης ανάγκη εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης σε κοινοτικό επίπεδο και η σύσταση ενός ΚΕΑ θεωρείται αναγκαία, όπως και για τους άλλους προαναφερθέντες τομείς.

3. Η εναρμόνιση των ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα συνεπάγεται μεγαλύτερη ανάγκη για τυποποίηση, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάπτυξη: κοινών επικυρωμένων αναλυτικών μεθόδων για την εξασφάλιση της αναγκαίας σύγκρισης των βέλτιστων αποτελεσμάτων. μεθόδων δειγματοληψίας. μεθόδων επιβεβαίωσης των αποτελεσμάτων των δοκιμών και έγγραφων καθοδήγησης που να βασίζονται στους νέους κανόνες για την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων, ειδικότερα στο σύστημα HACCP (Ανάλυση Κινδύνων και Κρίσιμων Σημείων Ελέγχου)

Η συμμετοχή οργάνων πιστοποίησης όπως η CEN πρέπει συνεπώς να θεωρείται ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου πρότασης. Τα ευρωπαϊκά πρότυπα ήδη σήμερα συμβάλλουν στην ποιότητα και στην ασφάλεια των τροφίμων με την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πολιτικής και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα τρόφιμα (π.χ. ακτινοβολημένα υλικά τροφίμων, αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με τα τρόφιμα, αφλατοξίνες, γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, Listeria monocytogoenes, κ.τ.λ). Η CEN έχει ήδη παράγει, με τη χρηματική συνδρομή της Κοινότητας, περισσότερα από 100 ευρωπαϊκά πρότυπα στον τομέα των τροφίμων. Για το σκοπό αυτό, η CEN έχει συγκροτήσει αρκετές τεχνικές επιτροπές που διατηρούν ενεργητικές επαφές με ευρωπαϊκές επαγγελματικές ομοσπονδίες και επαγγελματικά ιδρύματα.

4. Είναι αναγκαία βάση δεδομένων με το ιστορικό κάθε χώρας, στο οποίο θα καταγράφονται όλες οι δραστηριότητες ελέγχου της Κοινότητας, όπως, μεταξύ άλλων, τα σχέδια ελέγχου, οι εκθέσεις σχετικά με την υλοποίησή τους, τα αποτελέσματα των γενικών ερευνών και οι λοιπές επιθεωρήσεις και διαδικασίες παρακολούθησης. Αυτό θα διευκόλυνε την ολοκλήρωση των δραστηριοτήτων κοινοτικών ελέγχου και θα επέτρεπε την ολοκληρωμένη επισκόπηση της κατάστασης όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ. Η ανάπτυξη του μέσου αυτού θα δώσει επίσης στην Επιτροπή τη δυνατότητα να παρακολουθεί την εκτέλεση των δραστηριοτήτων ελέγχου και να ιεραρχεί τις δραστηριότητες.

5. Η επιμόρφωση αποτελεί θέμα στρατηγικής σημασίας στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης. Απαιτείται ιδιαίτερα η δημιουργία ενός κοινοτικού κέντρου επιμόρφωσης και η οργάνωση προγραμμάτων επιμόρφωσης για τους υπαλλήλους των κρατών μελών, προκειμένου οι έλεγχοι να πραγματοποιούνται με ομοιόμορφο τρόπο και να προωθείται μία εναρμονισμένη προσέγγιση της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων στην ΕΕ. Τα κοινοτικά προγράμματα επιμόρφωσης θα συμβάλουν επίσης σημαντικά στη μεγαλύτερη ομοιομορφία των αποφάσεων που εκδίδονται σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας. Οι νέες εγκαταστάσεις της Επιτροπής στο Grange/Ιρλανδία, που είναι εξοπλισμένες για το σκοπό αυτό, καθώς και άλλες εγκαταστάσεις στις Βρυξέλλες είναι χώροι που προσφέρονται για το συντονισμό και την υλοποίηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης.

Ωστόσο, η ανάπτυξη και η διαχείριση του προγράμματος επιμόρφωσης θα αποτελεί μια χωριστή και διακριτή εργασία και όχι αναπόσπαστο μέρος των δραστηριοτήτων της Επιτροπής. Αναφέρεται η παροχή και η διαχείριση της συνολικής δραστηριότητας επιμόρφωσης να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης με τον ιδιωτικό τομέα.

Το κόστος του εν λόγω κέντρου επιμόρφωσης υπολογίζεται προσωρινά με βάση ένα συνολικό αριθμό 300 συμμετεχόντων ετησίως από τα κράτη μέλη και από τρίτες χώρες (ιδιαίτερα αναπτυσσόμενες χώρες). Για το σκοπό αυτής της κατά προσέγγιση εκτίμησης, υπολογίζεται ότι θα πραγματοποιούνται ετησίως 15 κύκλοι επιμόρφωσης διάρκειας 2 εβδομάδων έκαστος.

Επιπλέον, καθώς θα εξελίσσεται το πρόγραμμα, θα είναι δυνατό να προσφέρονται επιπλέον μέρες επιμόρφωσης ή επιπλέον μαθήματα υπό μορφή διαλέξεων με μεγαλύτερες τάξεις και διατηρώντας το ίδιο προϋπολογισμό ή με μικρό επιπρόσθετο κόστος.

Προτείνεται το πρόγραμμα να σχεδιαστεί, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Επιτροπής, από τον φορέα παροχής της επιμόρφωσης στον οποίο θα ανατεθεί η σύμβαση. Από την άποψη αυτή, το προβλεπόμενο είδος επιμόρφωσης, που θα είναι εξαιρετικά εξειδικευμένου χαρακτήρα, θα προσανατολίζεται στη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στο πλαίσιο της εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ. Στην περίπτωση αναπτυσσόμενων τρίτων χωρών, θα σχεδιαστούν ειδικές ενότητες επιμόρφωσης για την ικανοποίηση συγκεκριμένων απαιτήσεων επιμόρφωσης.

Η επιμόρφωση, προβλέπεται να σχεδιαστεί, ανάλογα με την εμβέλειά της, από κεντρική ομάδα 6 έως 9 υπαλλήλων πλήρους απασχόλησης που θα ασκούν επίσης καθήκοντα εκπαιδευτή, οι οποίοι θα λαμβάνουν τη εξειδικευμένη συνδρομή ειδικών από όλους τους τομείς. Οι συμβαλλόμενοι που θα επιλεγούν για την παροχή της επιμόρφωσης πρέπει να παρέχουν τις υπηρεσίες υποστήριξης για τις γλωσσικές υπηρεσίες, τη διοίκηση και τη διαχείριση του προγράμματος.

Οι συνολικές εκτιμώμενες δαπάνες για τη συμμετοχή, τους κύκλους επιμόρφωσης και το διδακτικό υλικό, τις γλωσσικές υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών διερμηνείας και μετάφρασης), τη διοίκηση και τη διαχείριση του προγράμματος θα ανέρχονται περίπου σε 7.5 εκατ. ευρώ ετησίως. Προβλέπεται ότι το πρόγραμμα θα αναπτυχθεί αλματωδώς μέσα σε μία εξαετία με την προϋπόθεση ότι η επιμόρφωση θα καλύπτει το πλήρες φάσμα της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, για την υγεία και την ορθή μεταχείριση των ζώων και την υγεία των φυτών.

Καθώς τα προγράμματα θα απαιτούν επίσης ενημέρωση και προσαρμογή ανάλογα με την αξιολόγηση, προβλέπεται ότι η διαδικασία ανάπτυξης θα είναι συνεχής.

6. Το σχέδιο κανονισμού προβλέπει επίσης τη δυνατότητα υποστήριξης των αναπτυσσόμενων χωρών μέσω, ιδίως, της παροχής τεχνικής συνδρομής στις ίδιες τις χώρες, της προώθησης κοινών σχεδίων και της οργάνωσης κύκλων επιμόρφωσης στην ΕΕ για υπαλλήλους τρίτων χωρών (η επιμόρφωση αυτή θα μπορούσε να συνδυαστεί εν μέρει με την επιμόρφωση που παρέχεται σε υπαλλήλους των κρατών μελών).

Επιπλέον, το σχέδιο κανονισμού ευθυγραμμίζεται με τους στόχους που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο «Εμπόριο και αειφόρος ανάπτυξη, για να μπορέσουν οι αναπτυσσόμενες χώρες να επωφεληθούν από τις εμπορικές συναλλαγές» (COM (2002) 513 τελικό) που δίνει έμφαση στη διεθνή διάσταση των προτύπων για την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων. Η ανακοίνωση, όπως σαφώς εμφανίζεται στη σελίδα 25, αποκαλύπτει την ανάγκη «να αυξηθούν οι προσπάθειες για τη βελτίωση της ικανότητας των αναπτυσσομένων χωρών στον υγειονομικό και φυτοϋγειονομικό τομέα, εφόσον η συμμόρφωση με τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά πρότυπα εμφανίστηκε ως ένας από τους κυριότερους περιορισμούς για την αύξηση των εξαγωγών των αναπτυσσομένων χωρών προς τις μεγάλες βιομηχανικές αγορές. Ειδικότερα, η ανάπτυξη ενός προγράμματος δράσης στον υγειονομικό και φυτοϋγειονομικό τομέα, που θα περιλαμβάνει ιδίως μία πρότυπη προσέγγιση σε θέματα αξιολόγησης ανά χώρα, έναν κατάλογο των πιθανών μέτρων τεχνικής βοήθειας για τα κοινά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων προγραμμάτων επιμόρφωσης και του προσδιορισμού συμπληρωματικών πηγών χρηματοδότησης και της κατάλληλης εμπειρογνωμοσύνης»

Οι εν λόγω δραστηριότητες θα αποφασίζονται συνεπώς στο πλαίσιο των προγραμμάτων εξωτερικής βοήθειας και θα επικεντρώνονται στις χώρες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο της Επιτροπής Αναπτυξιακής Βοήθειας του ΟΟΣΑ.

Τα ποσά που δίνονται στη συνέχεια είναι μόνον ενδεικτικά καθώς αναφέρονται μόνον στις πιστώσεις εξωτερικής βοήθειας.

7. Η τεχνική και η νομοθετική διαδικασία (ιδιαίτερα λόγω του μεγάλου αριθμού μέτρων εφαρμογής που πρέπει να καταρτιστούν και να εγκριθούν μετά την έγκριση της πρότασης) θα βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στο υπάρχον προσωπικό.

Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το κόστος των συνεδριάσεων με τους κατάλληλους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και, εφόσον απαιτείται, το κόστος εξωτερικών εμπειρογνωμόνων. Τα έξοδα μετακινήσεων για τις εν λόγω συνεδριάσεις καλύπτονται για έναν εμπειρογνώμονα ανά κράτος μέλος.

Προβλέπονται συνολικά πέντε συνεδριάσεις της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων (που ήδη χρηματοδοτούνται από το Μέρος Α του προϋπολογισμού).

Προβλέπονται είκοσι συνεδριάσεις των ομάδων εργασίας των εμπειρογνωμόνων ετησίως (τομείς: έλεγχος των ζωοτροφών, έλεγχος των τροφίμων, συντονισμένων προγράμματα ελέγχου, έλεγχος των καταλοίπων και των προσμείξεων, έλεγχος των εισαγωγών και κατάλογος τρίτων χωρών). Οι συνεδριάσεις αυτές ήδη χρηματοδοτούνται από το Μέρος Α και πρέπει, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος σχεδίου κανονισμού, να χρηματοδοτούνται από το Μέρος Β του προϋπολογισμού (κονδύλιο B1-334A, διοικητικές δαπάνες).

Ο συνολικός αριθμός των εκτιμώμενων συνεδριάσεων για τη δραστηριότητα αυτή δεν αναμένεται ωστόσο να αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με σήμερα.

Θα χρειαστεί να πραγματοποιηθούν ορισμένες συνεδριάσεις για την επανεξέταση των γενικών ερευνών, των κατευθυντήριων γραμμών για τα σχέδια γενικών ελέγχων και της ετήσιας έκθεσης για τα αποτελέσματα των ελέγχων. Επιδιώκεται επίσης πιο ενεργητικός διάλογος μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών και τρίτων χωρών σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων ελέγχου εν γένει. Εκτιμάται ότι θα χρειαστούν ετησίως έξι επιπλέον συνεδριάσεις για το σκοπό αυτό (που θα χρηματοδοτούνται από το κονδύλι B1-334A για τις διοικητικές δαπάνες).

Ορισμένες επιπλέον δαπάνες θα απαιτούνται επίσης για ορισμένα συνοδευτικά μέτρα που θα περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τη διοργάνωση συνεδρίων, τη δημιουργία των απαιτούμένων βάσεων δεδομένων και τη δημοσίευση στοιχείων που αφορούν τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, την υγεία των ζώων, την ορθή μεταχείριση των ζώων και την υγεία των φυτών.

5.3. Μέθοδοι εφαρμογής

Η άμεση διαχείριση δηλ., η τεχνική και χρηματοοικονομική έγκριση της δράσης από το προσωπικό της Επιτροπής.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ

6.1. Συνολικός δημοσιονομικός αντίκτυπος στο Μέρος Β - (για όλη την περίοδο προγραμματισμού)

(Η μέθοδος υπολογισμού των συνολικών ποσών που παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα πρέπει να εξηγείται με την κατανομή του πίνακα 6.2)

6.1.1. Δημοσιονομική παρέμβαση

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων (εκατ. ευρώ μέχρι του τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά ενέργεια που αναφέρεται στο Μέρος Β (για όλη την περίοδο προγραμματισμού) [127]

[127] Για περαιτέρω πληροφορίες, βλ. το χωριστό επεξηγηματικό σημείωμα.

(Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότερες από μία ενέργεια, να δοθούν επαρκείς πληροφορίες για τα συγκεκριμένα μέτρα που θα ληφθούν για κάθε μία ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση του όγκου και του κόστους των αποτελεσμάτων.)

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων (εκατ. ευρώ μέχρι του τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7. ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1. Αντίκτυπος στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

* εκ των οποίων προσωπικό για το ΓΤΚΘ: 107A , 6B, 36Γ (σύνολο 149)

7.2. Γενικός χρηματοοικονομικός αντίκτυπος των ανθρώπινων πόρων

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες για δώδεκα μήνες.

Οι ανάγκες για ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους θα καλύπτονται εντός των ορίων των κονδυλίων που διατίθενται στην υπεύθυνη για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας διάθεσης των κονδυλίων.

7.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες για δώδεκα μήνες.

1 Κανονιστική Επιτροπή (Μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

8.1. Ρυθμίσεις όσον αφορά την παρακολούθηση

Η Επιτροπή θα παρακολουθεί συνεχώς την εφαρμογή της εν λόγω δράσης. Σύμφωνα με το άρθρο 46 της πρότασης, τα κράτη μέλη παρακαλούνται να υποβάλουν ετησίως έκθεση με τις κύριες πληροφορίες όσον αφορά την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων ελέγχου. Η Επιτροπή αξιολογεί τις πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη καθώς και το αποτέλεσμα των ελέγχων που διενεργεί η ίδια στα κράτη μέλη και εκπονεί έκθεση σχετικά με τη συνολική λειτουργία των επίσημων συστημάτων ελέγχου στα κράτη μέλη. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Η Επιτροπή αξιολογεί επίσης το αποτέλεσμα των κοινοτικών ελέγχων σε τρίτες χώρες και υποβάλει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης (άρθρο 49)

Έχουν ήδη θεσπιστεί κατάλληλες διαδικασίες για την αξιολόγηση των ετήσιων τεχνικών προγραμμάτων εργασίας των σημερινών κοινοτικών εργαστηρίων αναφοράς. Το εκτιμώμενο κόστος αξιολογείται κανονικά από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και το αντίστοιχο ΚΕΑ. το κόστος αυτό αναθεωρείται, εάν απαιτείται, πριν από την ετήσια λήψη της απόφασης εκ μέρους της Επιτροπής. Οι ίδιες διαδικασίες θα ακολουθούνται για τα νέα ΚΕΑ που σχεδιάζονται.

Θα θεσπιστούν επίσης κατάλληλες διαδικασίες για την αξιολόγηση των κοινοτικών προγραμμάτων για την επιμόρφωση και την υποστήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών. Το ΓΤΚΘ θα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην διοργάνωση, τη διαχείριση και την κατάλληλη πληροφόρηση κατά το στάδιο της παρακολούθησης σχετικά με τα στοιχεία τροφοδότησης, την παραγωγικότητα και τα αποτελέσματα των προγραμμάτων.

8.2. Λεπτομέρειες υλοποίησης και χρονοδιάγραμμα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

Η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει ετησίως την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου των ζωοτροφών και των τροφίμων χρησιμοποιώντας ευρύ φάσμα πηγών ενημέρωσης, κυρίως από εκθέσεις και αξιολογήσεις εγγράφων όπως ορίζεται στο σημείο 8.1 ανωτέρω.

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Η ΓΔ SANCO έχει προβεί στην εφαρμογή κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων ελέγχων και επιθεωρήσεων, για την πρόληψη του κινδύνου απάτης ή παρατυπιών όσον αφορά τις κοινοτικές δαπάνες.

Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να παρεμβαίνει και η OLAF (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης) με ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν ενημέρωσης από διάφορες πηγές.

ΔΕΛΤΙΟ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

τιτλοσ τησ προτασησ

Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα

αριθμοσ αναφορασ του εγγραφου

SANCO/ 1420/2002 REV 1 - COM (2002) ...τελικό

η προταση

1. Δεδομένης της αρχής της επικουρικότητας, για ποιο λόγο είναι αναγκαία η κοινοτική νομοθεσία στον εν λόγω τομέα και ποιοι είναι οι κύριοι στόχοι της;

Η πρόταση περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα δράσης στο παράρτημα του λευκού βιβλίου της Επιτροπής για την ασφάλεια των τροφίμων. Η πρόταση στοχεύει να θεσπίσει ένα κοινοτικό πλαίσιο για τα εθνικά συστήματα ελέγχου συγχωνεύοντας και συμπληρώνοντας τους υφιστάμενους κοινοτικούς κανόνες για τη διεξαγωγή ελέγχων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα σύνορα και σε τρίτες χώρες.

Η εν λόγω πρόταση καθορίζει σε κοινοτικό επίπεδο τις γενικές αρχές που πρέπει να τηρούν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα και την παρακολούθησή τους, καθώς και τα καθήκοντα της Επιτροπής. Το νέο σύστημα επίσημου ελέγχου, σύμφωνα με την προσέγγιση «από το αγρόκτημα στο τραπέζι», θα καλύπτει όλους τους τομείς της τροφικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ζωοτροφών και της διατροφής των ζώων, της πρωτογενούς παραγωγής, της μεταποίησης των τροφίμων, της αποθήκευσης και διανομής. Οι ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τρίτες χώρες που εισάγονται στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποβάλλονται σε επίσημους ελέγχους πριν από τη διάθεση των ζωοτροφών και των τροφίμων για ελεύθερη κυκλοφορία.

Η εναρμόνιση των συστημάτων ελέγχου σε κοινοτικό επίπεδο θα εξασφαλίζει την καλύτερη και σε ίσο βαθμό προστασία των καταναλωτών σε όλη την Ευρώπη και, παράλληλα, την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφωνούν ότι χρειάζεται εναρμόνιση.

ο αντικτυποσ στισ επιχειρησεισ

2. Ποιος θα επηρεαστεί από την πρόταση;

- ποιοι κλάδοι επιχειρήσεων

Όλες οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων σε όλο το μήκος της τροφικής αλυσίδας - συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που υπεισέρχονται στην παραγωγή ζωοτροφών και στη διατροφή των ζώων, στην πρωτογενή παραγωγή, στη μεταποίηση των τροφίμων, στην αποθήκευση, στη μεταφορά, στη διανομή, στη λιανική πώληση, καθώς και των εισαγωγέων και των εξαγωγέων - επηρεάζονται από την εν λόγω πρόταση διότι αυτές αποτελούν το αντικείμενο των επίσημων ελέγχων.

- ποια μεγέθη επιχειρήσεων (ποια είναι η συγκέντρωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων);

Επηρεάζονται οι επιχειρήσεις όλων των μεγεθών, συμπεριλαμβανομένης μεγάλης αναλογίας μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

- υπάρχουν ιδιαίτεροι γεωγραφικοί χώροι της Κοινότητας όπου ευρίσκονται αυτές οι επιχειρήσεις;

Οι επιχειρήσεις του κλάδου των ζωοτροφών και των τροφίμων είναι κατανεμημένες σε ευρεία βάση σε όλα τα κράτη μέλη, κατά συνέπεια η πρόταση έχει παρόμοιες επιπτώσεις σε όλη την Κοινότητα και δεν στοχεύει μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή.

3. Τι θα πρέπει να κάνουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με την πρόταση;

Η πρόταση απευθύνεται κυρίως στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Είναι καθήκον των αρχών αυτών να οργανώνουν επίσημους ελέγχους για να εξακριβώνουν εάν οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων εκπληρώνουν τις ευθύνες τους και να παρακολουθούν την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τις εν λόγω επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια της αλυσίδας των ζωοτροφών και των τροφίμων.

Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων θα υπόκεινται σε τακτικούς ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Αυτό συνεπάγεται ότι οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων ζωοτροφών και τροφίμων πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη τους όσον αφορά την εφαρμογή και την επιβολή των απαιτήσεων που προβλέπει η νομοθεσία για τα τρόφιμα και να εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα για τα οποία είναι υπεύθυνοι είναι ασφαλή και υγιεινά.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της απάτης, παραβάσεων, παρατυπιών ή άλλης παράλειψης, και ανάλογα με τη φύση αυτής, οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων θα καλούνται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να επανορθώσουν την κατάσταση. Ανάλογα με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων ελέγχου, εφόσον απαιτείται, οι επιχειρήσεις τροφίμων αποτελούν αντικείμενο κατάλληλων μέτρων και κυρώσεων.

Οι αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλουν στις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων την καταβολή τιμήματος για τις δαπάνες που συνεπάγονται ορισμένες δραστηριότητες ελέγχου. Σκοπός αυτού είναι να εξασφαλίζεται η διάθεση των κατάλληλων οικονομικών πόρων για την οργάνωση εθνικών επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα. Δεδομένου ότι πρόκειται για θέμα στο οποίο εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν ποιες δραστηριότητες υπόκειται στην καταβολή τιμήματος.

4. Ποια είναι τα πιθανά οικονομικά αποτελέσματα της πρότασης;

- στην απασχόληση

Τα αποτελέσματα της πρότασης στην απασχόληση αναμένεται να είναι σχετικά ουδέτερα.

- στις επενδύσεις και στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων

Ήδη εφαρμόζονται σήμερα κανόνες όσον αφορά τη διεξαγωγή επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα. Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να βελτιώσει την εναρμόνιση και να θεσπίσει ένα αποτελεσματικό και συνεκτικό κοινοτικό πλαίσιο για τα εθνικά συστήματα επίσημων ελέγχων για την εξασφάλιση της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας του καταναλωτών, καθώς και ίδιες απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων. Δεν αναμένεται οι προτεινόμενοι κανόνες να οδηγήσουν σε επιπλέον επενδύσεις ούτε στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων.

- στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων

Εκτός από ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, τα ποιοτικά συστήματα επίσημων ελέγχων θα συμβάλουν αποτελεσματικά στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Σήμερα οι επιχειρήσεις που δεν τηρούν τα ίδια πρότυπα όσον αφορά την προστασία της υγείας και της ασφάλειας του καταναλωτών ενδέχεται να διαθέτουν ένα αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι αυτών που το πράττουν.

Η αποτελεσματική εφαρμογή των συστημάτων επίσημων ελέγχων σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο θα μειώσει τον αθέμιτο αυτό ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων τόσο στην εσωτερικό αγορά όσο και στο πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου. Όλος ο κλάδος θα μπορούσε επίσης να αποκομίσει ένα εμπορικό πλεονέκτημα χάρη στην αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των δραστηριοτήτων επίσημων ελέγχων.

5. Η πρόταση περιέχει μέτρα που λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μειωμένες ή διαφορετικές απαιτήσεις κ.τ.λ);

Η παρούσα πρόταση ακολουθεί μια οριζόντια προσέγγιση και οι διατάξεις της έχουν γενική εφαρμογή. Συνεπώς, δεν περιέχει μέτρα που είναι ειδικά στοχοθετημένα ή προσαρμοσμένα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Απευθύνεται κυρίως στα κράτη μέλη που έχουν το καθήκον να οργανώνουν επίσημους ελέγχους για να εξακριβώνουν και να παρακολουθούν τη σωστή εφαρμογή της νομοθεσίας για τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα από τις επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια της αλυσίδας των ζωοτροφών και των τροφίμων.

διαβουλευση

6. Κατάλογος των οργανώσεων οι οποίες κλήθηκαν να εκφράσουν τη γνώμη τους σχετικά με την πρόταση και παρουσίαση των βασικών θέσεών τους.

Πραγματοποιήθηκε ευρεία διαβούλευση με τα κράτη μέλη και με ενδιαφερόμενες οργανώσεις, αντιπροσωπευτικές διαφόρων κοινωνικών και των οικονομικών παραγόντων. Τα περισσότερα από τα σχόλια που συγκεντρώθηκαν ως αποτέλεσμα της διαβούλευσης ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης.

Πραγματοποιήθηκε ad-hoc συνεδρίαση της συμβουλευτικής επιτροπής για να συζητηθούν τα κυριότερα θέματα σε σχέση με το νέο σύστημα επίσημων ελέγχων στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα. Πολλές από τις οργανώσεις που κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής επιβεβαίωσαν τη θέση τους γραπτώς.

Κατάλογος των οργανώσεων που συμμετείχαν στη συνεδρίαση:

- Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών (BEUC)

- Ευρωπαϊκή Κοινότητα Συνεταιρισμών Καταναλωτών (EUROCOOP).

- Ομοσπονδία Κτηνιάτρων Ευρώπης (FVE )

- Επιτροπή Αγροτικού Συνεταιρισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (COPE/COGECA)

- EUROCOMMERCE

- Ευρωπαϊκή Ένωση Κτηνοτροφίας και Εμπορίου Κρέατος (UECBV)

- Ένωση των Κέντρων Σφαγής Πουλερικών και Εισαγωγικού και Εξαγωγικού Εμπορίου Πουλερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (AVEC)

- Διεθνής Συνομοσπονδία Κρεοπωλών και Αλλαντοπωλών (CIBS)

- Ευρωπαϊκή Ένωση Βιοτεχνών και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (EUAPME)

- Ευρωπαϊκή Γαλακτοκομική Ένωση (EDA)

- Συνομοσπονδία Βιομηχανιών Τροφίμων της ΕΟΚ (CIAA)

- Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Κατασκευαστών Σύνθετων Τροφίμων (FEFAC)

- Ευρωπαϊκή Ένωση Χοντρικού Εμπορίου Γαλακτοκομικών Προϊόντων και Παραγώγων (EUCOLAIT)

- Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία της Βιομηχανίας Ζωοτροφών για Zώα Συντροφιάς (FEDIAF)

- Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία του Κλάδου της Υγείας των Ζώων (FEDESA)

- Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Κατασκευαστών Πρόσθετων για τη Διατροφή των Ζώων (FEFANA)

- Κέντρο Επαφής για τη Βιομηχανία Επεξεργασίας Κρέατος στην ΕΕ (CLITRAVI)

- Επιτροπή Εμπορίου Δημητριακών και Ζωοτροφών παρά τη ΕΟΚ (COCERAL)

- Ευρωπαϊκή ομάδα για την ορθή μεταχείριση των ζώων (Eurogroup for animal welfare)

Τα κύρια συμπεράσματα της διαβούλευσης αυτής είναι τα εξής:

- Γενική αποδοχή εκ μέρους όλων των οργανισμών της πρότασης και των περισσότερων αρχών στις οποίες αυτή βασίζεται. Η νέα έννοια των εθνικών σχεδίων ελέγχων έτυχε ιδιαίτερα θετικής υποδοχής.

- Εκπρόσωποι των κλάδων της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής ζωοτροφών και τροφίμων υπογράμμισαν ότι κατά τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα των ιδίων ελέγχων που έχουν ήδη διεξαγάγει οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων.

- Όσον αφορά τις εισαγωγές, οι εκπρόσωποι των κλάδων της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής ζωοτροφών και τροφίμων εξέφρασαν ανησυχίες για το κόστος που συνεπάγονται η καταστροφή, η εκ νέου αποστολή ή η αποθήκευση των παρτίδων σε περίπτωση που διαπιστώνεται μη συμμόρφωση κατά την εισαγωγή.

- Όσον αφορά τις εργαστηριακές δοκιμές, ορισμένες οργανώσεις ζήτησαν να έχουν πρόσβαση στο ίδιο εργαστήριο, τις ίδιες μεθόδους δοκιμών και στα ίδια υλικά αναφοράς με τις αρμόδιες αρχές. Ζητούν επίσης να τους διατίθενται δείγμα προς αντιπαραβολή ώστε να διαφυλάσσουν τα συμφέροντά τους.

- Όσον αφορά τα τέλη επιθεώρησης, ορισμένοι όμιλοι υπογράμμισαν ότι οι επίσημοι έλεγχοι πρέπει να χρηματοδοτούνται από τον εθνικό προϋπολογισμό και όχι από τέλη που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ζωοτροφών και τροφίμων. Άλλοι όμιλοι επέμειναν ότι τα τέλη που τους επιβάλλονται πρέπει να είναι ισορροπημένα ώστε να μην επιβαρύνουν υπερβολικά τις μικρές επιχειρήσεις. Μία οργάνωση καταναλωτών προειδοποιεί ότι οι καταναλωτές δεν πρέπει να καταλήξουν να πληρώνουν ακριβότερες τιμές για τα τρόφιμα όταν επιβληθεί το σύστημα των τελών.

- Ορισμένες οργανώσεις εξέφρασαν ανησυχίες για τις πιθανές συνέπειες για τις τρίτες χώρες, ιδιαίτερα όσον αφορά την ανάγκη υποβολής ενός σχεδίου ελέγχων. Οι καταναλωτές, από τη μεριά τους, εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την πρόταση σε ό,τι αφορά το θέμα της παροχής συνδρομής στις αναπτυσσόμενες χώρες.

- Ορισμένες οργανώσεις υπογράμμισαν την ανάγκη να υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τα πρότυπα που πρέπει να τηρούνται από τις τρίτες χώρες κατά την εξαγωγή ζωοτροφών και τροφίμων στην Κοινότητα.

- Εκπρόσωποι των κλάδων της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής ζωοτροφών και τροφίμων υπογράμμισαν ότι είναι αναγκαίο να τηρούνται ενήμεροι για τα αποτελέσματα των εθνικών και κοινοτικών ελέγχων.

Top