Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52002DC0746

Πράσινο βιβλίο για διαδικασία έκδοσης Ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών

/* COM/2002/0746 τελικό */

52002DC0746

Πράσινο βιβλίο για διαδικασία έκδοσης Ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών /* COM/2002/0746 τελικό */


ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΩΝ

(υποβληθέν από την Επιτροπή)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Στόχος της Πράσινης Βίβλου

Διαβουλεύσεις για την Πράσινη Βίβλο με όλους τους ενδιαφερομένους

1. ΜΕΡΟΣ I : ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1. Η δυνατότητα εφαρμογής μιας ευρωπαϊκής πράξης μόνον στις διασυνοριακές υποθέσεις ή και σε καθαρά εσωτερικές δίκες

1.2. Η επιλογή του ενδεδειγμένου μέσου για την επίτευξη της προσέγγισης του δικονομικού δικαίου

2. ΜΕΡΟΣ II : ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

2.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2.1.1. Αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη όταν οι οφειλέτες δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς να μπορεί να γίνει νοητή οποιαδήποτε διαφωνία όσον αφορά την αιτιολογία, τη φύση και το ύψος της επίδικης αξίωσης

2.2. Ορισμός της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής

2.3. Η ανάγκη ανάληψης δράσης σε κοινοτικό επίπεδο

2.4. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

2.4.1. Πρωτοβουλίες με στόχο τη θέσπιση διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής που είχαν αναληφθεί πριν την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ

2.4.1.1. Πρόταση Storme

2.5. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ και οι επιπτώσεις της

2.6. Tα συμπεράσματα του Τάμπερε

2.7. Tο πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης

2.8. Ο ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις ως το πρώτο στάδιο μιας προσέγγισης δύο επιπέδων

2.9. Μια Πράσινη Βίβλος ως δεύτερο σκέλος αυτής της προσέγγισης

3. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

3.1. Η γενική προσέγγιση

3.1.1. Συνοπτική ανασκόπηση των διαφόρων μοντέλων που ισχύουν στα ΚΜ

3.2. Πεδίο εφαρμογής της πράξης

3.2.1. Περιορισμός σε χρηματικές αξιώσεις;

3.2.2. Πρέπει να καλύπτει η διαδικασία μόνον ορισμένα είδη αξιώσεων ή πρέπει ορισμένα είδη αξιώσεων να εξαιρούνται από τη διαδικασία;

3.2.3. Ανώτατο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί; (ή - αν περιληφθούν οι μη χρηματικές αξιώσεις - ανώτατο ποσό της αξίωσης)

3.2.4. Πρέπει να είναι υποχρεωτική η χρησιμοποίηση της διαδικασίας;

3.3. Οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία

3.3.1. Διεθνής δικαιοδοσία σε διασυνοριακές υποθέσεις - Forum της κατοικίας του καθού;

3.3.2. Κανόνες προσδιορισμού της αρμοδιότητας στο ΚΜ του οποίου τα δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία

3.3.3. Κανόνες που προσδιορίζουν ποιος ακριβώς επιφορτίζεται με τη διεξαγωγή της διαδικασίας

3.3.4. Aίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής

3.3.5. Η έκταση του ελέγχου της αξίωσης από το δικαστήριο

3.3.6. Η απόφαση του δικαστηρίου για την έκδοση διαταγής πληρωμής

3.3.7. Ενημέρωση του καθού για τα δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του συγχρόνως με την απόφαση

3.3.8. Επίδοση και κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στον καθού

3.3.9. Ανακοπή εκ μέρους του καθού

3.3.9.1. Προθεσμία για την άσκηση ανακοπής

3.3.9.2. Περιεχόμενο του δικογράφου ανακοπής

3.3.10. Συνέπειες της ανακοπής

3.3.11. Αποτελέσματα της μη εμπρόθεσμης άσκησης ανακοπής

3.3.12. Κανόνες για την παράσταση δικηγόρου;

3.3.13. Κανόνες για τη δικαστική δαπάνη (δικαστικά τέλη, άλλα έξοδα) και την επιδίκασή της

3.3.14. Eκτέλεση

4. ΜΕΡΟΣ III: MEΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΩΝ

4.1. ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ

4.2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

4.3. ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

4.3.1. Ανώτατο όριο

4.3.2. Τύποι διαφορών

4.3.3. Προαιρετική ή υποχρεωτική χρησιμοποίηση της διαδικασίας μικροδιαφορών

4.3.4. Κίνηση της διαδικασίας

4.3.5. Εκπροσώπηση και νομική συμπαράσταση

4.3.6. Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών - ADR (Alternative Dispute Resolution)

4.3.7. Χαλάρωση ορισμένων κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων

4.3.8. Εισαγωγή της δυνατότητας αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας

4.3.9. Χαλάρωση των κανόνων που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης και το χρονικό πλαίσιο

4.3.10. Δικαστική δαπάνη

4.3.11. Αποκλεισμός/περιορισμός της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων

4.4. Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

5. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΜΙΑΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΕΣ

5.1. Ανώτατο όριο

5.2. Tύποι διαφορών

5.3. Προαιρετική ή υποχρεωτική υπαγωγή στη διαδικασία μικροδιαφορών

6. ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ

6.1. Κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τα έντυπα

6.2. Εκπροσώπηση και νομική συμπαράσταση

6.3. Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών (ADR)

6.4. Χαλάρωση ορισμένων κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων

6.5. Εισαγωγή της δυνατότητας αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας

6.6. Χαλάρωση των κανόνων που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης και το χρονικό πλαίσιο

6.7. Δικαστική δαπάνη

6.8. Αποκλεισμός/περιορισμός της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων

6.9. Περαιτέρω δυνατότητες απλούστευσης

7. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ

Στόχος της Πράσινης Βίβλου

Με την παρούσα Πράσινη Βίβλο εγκαινιάζονται διαβουλεύσεις με όλους τους ενδιαφερομένους όσον αφορά το ενδεχόμενο λήψης μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο

- για τη δημιουργία διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, δηλαδή μιας ταχείας και αποτελεσματικής από άποψη κόστους ειδικής διαδικασίας για αξιώσεις που εικάζεται ότι δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν, η οποία θα είναι διαθέσιμη σε όλα τα κράτη μέλη και

- για την απλούστευση και την επιτάχυνση της εκδίκασης των μικροδιαφορών, τομέας στον οποίο έχει ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία να εξομαλυνθούν οι διαδικασίες και να περιοριστεί το κόστος τους, ούτως ώστε να μην καταστεί η επιδίωξη των αξιώσεων αυτών οικονομικά ασύμφορη.

Το έγγραφο βασίζεται σε συγκριτική μελέτη του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν σήμερα τα συναφή δικονομικά ζητήματα. Στόχος της παρουσίασης αυτής είναι να διευκολυνθεί η επισήμανση των καλύτερων πρακτικών που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως πηγή έμπνευσης για ευρωπαϊκές νομοθετικές πράξεις.

Διαβουλεύσεις για την Πράσινη Βίβλο με όλους τους ενδιαφερομένους

Τα κεφάλαια 1, 2, 3 και 5 του εγγράφου περιέχουν ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τα ζητήματα τα οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι σημαντικότερο να επιλυθούν στο πλαίσιο της αξιολόγησης πιθανών πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη θέσπιση διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, αφενός, και μέτρων για την επιτάχυνση και την απλούστευση της εκδίκασης των μικροδιαφορών, αφετέρου. Οι ερωτήσεις αυτές παρατίθενται επίσης συνοπτικά στο τέλος της Πράσινης Βίβλου. Η Επιτροπή θα επιθυμούσε να λάβει αιτιολογημένες απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές από όλους τους ενδιαφερομένους. Ασφαλώς, οι ενδιαφερόμενοι δεν πρέπει να περιοριστούν αποκλειστικά στις ερωτήσεις αυτές, αν επιθυμούν να σχολιάσουν και άλλες πτυχές των εν λόγω θεμάτων, ανεξαρτήτως του αν περιλαμβάνονται στο έγγραφο ή όχι. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις, καθώς και οποιαδήποτε άλλα σχόλια, θα πρέπει να αποσταλούν πριν τις 31 Μαΐου 2003 στη διεύθυνση:

The European Commission Directorate-General for Justice and Home Affairs, Unit A.3 B-1049 Brussels Φαξ: +32 2 2996457

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: jai-coop-jud-civil@cec.eu.int

Για να διευκολυνθεί η επεξεργασία των αποστελλομένων απαντήσεων και σχολίων, παρακαλούνται οι ενδιαφερόμενοι που τα αποστέλλουν με περισσότερους του ενός διαφορετικούς τρόπους (π.χ. μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και σε έντυπη μορφή) να αναφέρουν, εφόσον συντρέχει λόγος, ότι το ίδιο έγγραφο έχει ήδη αποσταλεί στην Επιτροπή προγενέστερα. Οι απαντήσεις και τα σχόλια θα δημοσιευθούν στην ιστοσελίδα της Επιτροπής, εκτός αν ο αποστολέας ζητήσει ρητώς το αντίθετο. Την άνοιξη του 2003, η Επιτροπή θα αξιολογήσει αν υπάρχει ανάγκη διοργάνωσης δημόσιας ακρόασης για την περαιτέρω συζήτηση των θεμάτων που θέτει το έγγραφο.

1. ΜΕΡΟΣ I : ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων [1] το οποίο αποτελεί το τρέχον πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής, εστιάζεται κατά κύριο λόγο, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, στη διευκόλυνση της αναγνώρισης και της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος και όχι στην προσέγγιση ή στην εναρμόνιση του δικονομικού δικαίου. Παρόλα ταύτα, το πρόγραμμα αναγνωρίζει ότι σε ορισμένους τομείς, η κατάργηση των ενδιάμεσων μέτρων τα οποία ακόμα απαιτούνται για την αναγνώριση και την εκτέλεση ενδέχεται να συμπέσει με τη θέσπιση μιας ειδικής διαδικασίας στο εσωτερικό της Κοινότητας, η οποία είτε θα είναι ενιαία και θα θεσπιστεί με κανονισμό, είτε εναρμονισμένη και θα θεσπιστεί από κάθε κράτος μέλος βάσει οδηγίας.

[1] ΕΕ 12, 15.01.2001, σελ.1.

Ευθυγραμμιζόμενο προς τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, το πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης καλεί ρητώς να θεσπιστούν τέτοιοι κοινοί κανόνες

- για μια ειδική διαδικασία ταχείας και αποτελεσματικής ικανοποίησης των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων (διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής) και

- για την απλούστευση και την επιτάχυνση της εκδίκασης των μικροδιαφορών.

Παρόλο που οι διαδικασίες μικροδιαφορών και η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής αποτελούν δύο διαφορετικούς τομείς του δικονομικού δικαίου, τα προβλήματα που θέτει η εναρμόνιση ή η δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διαδικασίας εν μέρει ταυτίζονται ή αλληλεπικαλύπτονται. Σε τελευταία ανάλυση, οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες θα είναι οι πρώτες στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις που θα αφορούν αμέσως τους κανόνες οι οποίοι διέπουν τη διαδικασία έκδοσης εκτελεστής δικαστικής απόφασης.

Τα δύο κύρια προβλήματα όσον αφορά τη γενική προσέγγιση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, τα οποία είναι κοινά και στους δύο τομείς (παρόλο που οι λύσεις δεν θα είναι απαραίτητα οι ίδιες) είναι τα εξής:

1.1. Η δυνατότητα εφαρμογής μιας ευρωπαϊκής πράξης μόνον στις διασυνοριακές υποθέσεις ή και σε καθαρά εσωτερικές δίκες

Είναι νοητό να εκπονηθούν κανόνες οι οποίοι θα είναι εφαρμοστέοι αποκλειστικά σε μικροδιαφορές ή σε διαδικασίες έκδοσης διαταγών πληρωμής μεταξύ διαδίκων οι οποίοι κατοικούν σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, δηλαδή να εξεταστεί η δυνατότητα θέσπισης διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής ή εκδίκασης μικροδιαφορών μόνον για τις διασυνοριακές διαφορές. Από την άλλη πλευρά, η διασυνοριακή διάσταση μιας υπόθεσης ενδέχεται να καταστεί εμφανής μόνον όταν ο δανειστής προχωρήσει στο στάδιο της εκτέλεσης και συνειδητοποιήσει ότι η εκτέλεση θα πρέπει να επιδιωχθεί σε άλλο κράτος μέλος, διότι ο οφειλέτης έχει μεταφερθεί στο κράτος αυτό ή διαθέτει περιουσιακά στοιχεία άξια κατάσχεσης μόνον εκεί. Δεν θα ήταν επίσης καθόλου ικανοποιητικό αν μια αποτελεσματική ευρωπαϊκή ειδική διαδικασία είναι εφαρμοστέα μόνον σε αξιώσεις με διεθνή διάσταση, ενώ οι ενάγοντες σε καθαρά εσωτερικές υποθέσεις θα συνεχίσουν πιθανόν να δεσμεύονται από ένα δυσκίνητο σύστημα τακτικής πολιτικής δικονομίας που δεν πληροί τις εύλογες ανάγκες τους. Πέραν των προβλημάτων πρακτικής εφαρμογής και δικαιοσύνης, μια έκδηλη ανισορροπία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των δικονομικών μέσων που διαθέτουν οι δανειστές διαφορετικών κρατών μελών για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, ακόμα και αν είναι μικρής σημασίας ή δεν αμφισβητούνται, έχει άμεσο αντίκτυπο στην πρόσφορη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Αυτός ο αντίκτυπος θα ήταν συζητήσιμος αν οι διάδικοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μέσα αντίστοιχου επιπέδου απόδοσης, τη στιγμή που η ισότητα των πολιτών και των επιχειρηματικών εταίρων σε έναν ενοποιημένο χώρο προϋποθέτει ισότιμη πρόσβαση στα όπλα του νόμου. Είναι ευλογοφανές ότι μια εταιρεία που λειτουργεί σε κράτος μέλος όπου το δικαστικό σύστημα επιτρέπει τη σύντομη και αποτελεσματική ικανοποίηση των αξιώσεων διαθέτει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι μιας επιχείρησης η οποία λειτουργεί σε δικαστικό περιβάλλον που δεν διαθέτει ανάλογα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα. Οι διαφορές αυτές ενδέχεται ακόμα και να αποτρέπουν τις εταιρείες από την άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλο κράτος μέλος που παρέχει η Συνθήκη ΕΚ. Συνεπώς, ενδεχόμενες πράξεις για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και μικροδιαφορών θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμες και σε περιπτώσεις καθαρά εσωτερικών δικών.

Ερώτηση 1:

Μια ευρωπαϊκή πράξη για τη διαδικασία έκδοσης διαταγών πληρωμής και τη διαδικασία μικροδιαφορών πρέπει να είναι εφαρμοστέα αποκλειστικά σε διασυνοριακές υποθέσεις, ή και σε καθαρά εσωτερικές δίκες; Παρακαλώ σχολιάστε τα προτερήματα και τα μειονεκτήματα ενός περιορισμένου ή εκτεταμένου πεδίου εφαρμογής των δύο αυτών ενδεχόμενων πράξεων.

1.2. Η επιλογή του ενδεδειγμένου μέσου για την επίτευξη της προσέγγισης του δικονομικού δικαίου

Οι επιπτώσεις της επιλογής του νομικού μέσου που κρίνεται κατάλληλο για την επίτευξη της προσέγγισης του δικονομικού δικαίου είναι σημαντικές. Μια οδηγία μπορεί να περιορίζεται στη θέσπιση των βασικών αρχών και να αφήνει στα κράτη μέλη κάποια ελευθερία να διαμορφώσουν τη διαδικασία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες ανάγκες τους. Εντούτοις, η υποχρέωση προσαρμογής της νομοθεσίας τους στις απαιτήσεις της οδηγίας θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην αντικατάσταση του προϊσχύοντος εθνικού συστήματος. Από την άλλη πλευρά, ένας κανονισμός ο οποίος είναι αμέσως εφαρμοστέος δεν αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο ελιγμών. Αλλά η θέσπιση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διαδικασίας δεν υπερισχύει αναγκαστικά της εθνικής νομοθεσίας. Μια τέτοια νέα ευρωπαϊκή διαδικασία μπορεί να θεωρηθεί μια επιπλέον εναλλακτική δυνατότητα που μπορεί ευχερώς να συνυπάρχει με την εθνική μέθοδο εκδίκασης των μικρής αξίας ή μη αμφισβητουμένων αξιώσεων.

Ποιος είναι ο απαιτούμενος βαθμός ομοιομορφίας, σύμφωνα και με την αρχή της επικουρικότητας, ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή αύξηση της αποτελεσματικότητας και της φιλικότητας προς το χρήστη; Πόση ελευθερία και ευελιξία μπορεί να δοθεί στα κράτη μέλη χωρίς να υπονομευθεί ο πρωταρχικός στόχος της διευκόλυνσης της ίσης και εξίσου αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη;

Θα πρέπει να υπενθυμιστεί επίσης ότι, από την άποψη αυτή, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ομοιόμορφων και εναρμονισμένων διαδικασιών δεν είναι τόσο σαφής όσο μπορεί να μοιάζει. Ακόμα και στην περίπτωση της έγκρισης κανονισμού, όλα τα ζητήματα τα οποία ηθελημένα δεν θα καλύπτει μια τέτοια πράξη θα παραμένουν ανοικτά και θα χρήζουν στην πραγματικότητα συμπληρωματικής εθνικής ρύθμισης. Θα ήταν απολύτως νοητό, για παράδειγμα, να προτιμηθεί ο κανονισμός, ως το ενδεδειγμένο μέσο που εξασφαλίζει πλήρη ομοιομορφία όσον αφορά τις βασικές αρχές μιας διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ενώ λιγότερο κεντρικά θέματα θα παρέμεναν ανοικτά για πιθανόν αποκλίνοντες κανόνες που θα εκπονούνταν από τα κράτη μέλη ανάλογα με τις εξατομικευμένες ανάγκες τους. Συγχρόνως, μια οδηγία μπορεί να κρίνεται ως η περισσότερο ενδεδειγμένη νομοθετική λύση όσον αφορά τα θεμελιώδη στοιχεία μιας διαδικασίας μικροδιαφορών. Εν πάση περιπτώσει, είναι απαραίτητο να προσδιοριστούν οι ζωτικής σημασίας δικονομικές πτυχές που απαιτούν εναρμόνιση και πρέπει να καλύπτονται από νομοθετική πράξη, ανεξαρτήτως του αν αυτή θα είναι κανονισμός ή οδηγία. Το υπόλοιπο του παρόντος εγγράφου θα αφιερωθεί στην επισήμανση των εν λόγω θεμελιωδών ζητημάτων ξεχωριστά για τη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και για τη διαδικασία μικροδιαφορών.

Ερώτηση 2:

Ποια είναι η ενδεδειγμένη νομοθετική πράξη για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και τη διαδικασία μικροδιαφορών, κανονισμός ή οδηγία;

2. ΜΕΡΟΣ II : ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

2.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2.1.1. Αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη όταν οι οφειλέτες δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς να μπορεί να γίνει νοητή οποιαδήποτε διαφωνία όσον αφορά την αιτιολογία, τη φύση και το ύψος της επίδικης αξίωσης

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο κύριος στόχος μεγάλου ποσοστού δικών στα κράτη μέλη δεν είναι η έκδοση αμερόληπτης απόφασης που να επιλύει κατά αυθεντικό τρόπο ένα αμφισβητούμενο πραγματικό ή νομικό ζήτημα. Αντιθέτως, αποτελεί όλο και περισσότερο τον κανόνα ότι, παρόλο που αποδεδειγμένα δεν υπάρχει διαφορά, ο δανειστής αναγκάζεται να προσφύγει στα δικαστήρια για να επιτύχει την έκδοση εκτελεστού τίτλου που θα του επιτρέψει να εισπράξει με αναγκαστική εκτέλεση μια απαίτηση την οποία ο οφειλέτης απλώς δεν θέλει ή δεν μπορεί να εκπληρώσει [2].

[2] Το 2000, η Επιτροπή εγκαινίασε μελέτη γις τις ειδικές διαδικασίες μικροδιαφορών που ισχύουν στα κράτη μέλη. Το σχετικό ερωτηματολόγιο που διανεμήθηκε στα κράτη μέλη περιείχε επίσης ορισμένες ερωτήσεις για τις μη αμφισβητούμενες αξιώσεις. Οι απαντήσεις των κρατών μελών, όπως συνοψίζονται σε πίνακα που περιέχεται στην τελική έκθεση την οποία συνέταξε η Evelyne Serverin, Διευθύντρια ερευνών του CNRS IDHE-ENS CACHAN (Des Procedures de traitement judiciares des demandes de faible importance ou non contestιes dans les droits des Etats-Membres de l'Union Europιenne, Cachan 2001, σελ. 30) αποκαλύποτυν ότι, εκεί όπου υπάρχουν πλήρη στατιστικά στοιχεία, το ποσοστό των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων κυμαίνεται μεταξύ περίπου 50% (Ιρλανδία) και άνω του 80 % (Γερμανία, Αυστρία, Σουηδία) του συνόλου των υποθέσεων που εκδικάζουν τα κατώτερα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.

Η κατάσταση αυτή θέτει μια πολύπλευρη πρόκληση στα δικαστικά συστήματα των κρατών μελών. Έχει πλέον ζωτική σημασία να μπορούν να διακριθούν σε όσο το δυνατόν περισσότερο πρόωρο στάδιο της διαδικασίας οι πραγματικά αμφισβητούμενες υποθέσεις από τις υποθέσεις στις οποίες δεν υπάρχει στην πραγματικότητα νομική διαφορά. Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί αναγκαία, αν και όχι ικανή, συνθήκη για την αποτελεσματική χρησιμοποίηση των περιορισμένων πόρων που διαθέτουν τα δικαστήρια. Τους επιτρέπει να επικεντρωθούν στις αμφισβητούμενες υποθέσεις και να τις εκδικάσουν σε εύλογο χρονικό διάστημα. Το επιθυμητό αυτό αποτέλεσμα μπορεί, εντούτοις, να επιτευχθεί μόνον αν προβλέπεται μια ταχεία και αποτελεσματική διαδικασία για τις μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, η οποία να ελαφρύνει το φόρτο των δικαστηρίων στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την πρόληψη σημαντικών συμφορήσεων. Έτσι, δεδομένου απλώς και μόνον του αριθμού των προαναφερθεισών μη αμφισβητουμένων υποθέσεων, η ύπαρξη δικονομικής νομοθεσίας που να εξασφαλίζει την αποτελεσματική εκδίκασή τους αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για την απόδοση του δικαστικού συστήματος στο σύνολό του.

Η σύντομη εξόφληση των οφειλών των οποίων η αιτιολογία δεν τίθεται εν αμφιβόλω έχει ζωτική σημασία για τους οικονομικούς παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα νομικό πλαίσιο που δεν εγγυάται στο δανειστή πρόσβαση σε ταχεία ικανοποίηση των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων ενδέχεται να προσφέρει στους κακόπιστους οφειλέτες κάποιο βαθμό ατιμωρησίας και συνεπώς ένα κίνητρο για να καθυστερούν εσκεμμένα τις πληρωμές προς ίδιο όφελος [3]. Η καθυστέρηση των πληρωμών είναι μια από τις σημαντικότερες αιτίες της αφερεγγυότητας που απειλεί την ύπαρξη των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων, και προκαλεί απώλεια πολλών θέσεων εργασίας. Η ανάγκη κίνησης μακροχρόνιων, γραφειοκρατικών και πολυδάπανων δικαστικών διαδικασιών, ακόμα και για την είσπραξη μη αμφισβητουμένων οφειλών μοιραία οξύνει αυτές τις επιζήμιες οικονομικές συνέπειες.

[3] Bάσει των αποτελεσμάτων μελέτης η οποία ζητήθηκε από την ίδια το 1994 ('European Late Payment Survey' - Intrum Justitia), η Επιτροπή υπολόγισε, στην ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο "προς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην έκδοση και την εκτέλεση αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση", ΕΕ C 33, 31.1.1998, σελ. 3, παρ. 38 την αναλογία των περιπτώσεων ηθελημένης υπερημερίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε 35 %.

2.2. Ορισμός της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής

Όλα τα κράτη μέλη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της μαζικής είσπραξης μη αμφισβητουμένων αξιώσεων μέσω των δικαστηρίων τους από εθνική προοπτική στο πλαίσιο των δικονομικών συστημάτων και παραδόσεών τους. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το ότι οι λύσεις που έχουν εξευρεθεί ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό, τόσο όσον αφορά την τεχνική τους φύση όσο και την επιτυχία τους. Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα κυριότερα δικονομικά μέσα αντιμετώπισης του προβλήματος των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων είναι οι ερήμην εκδιδόμενες αποφάσεις, οι ειδικές συνοπτικές διαδικασίες που εντάσσονται στη δομή της τακτικής πολιτικής δικονομίας ή ακόμα και ασφαλιστικά μέτρα που καθίστανται οιονεί οριστικά, δεδομένου ότι, στην πράξη, ποτέ σχεδόν δεν επακολουθεί η κύρια διαδικασία [4].

[4] Στις Κάτω Χώρες, η ανυπαρξία σύντομης, απλής και ανέξοδης διαδικασίας είσπραξης των οφειλών προκάλεσε την εκτεταμένη χρήση από τα δικαστήρια των ασφαλιστικών μέτρων (kort geding).

Σε πολλά κράτη μέλη, εντούτοις, η ειδική διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμο εργαλείο για την εξασφάλιση της σύντομης και αποτελεσματικής από άποψη κόστους είσπραξης αξιώσεων που δεν αποτελούν αντικείμενο νομικής αμφισβήτησης. Μέχρι σήμερα, ένδεκα κράτη μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία) διαθέτουν ανάλογη διαδικασία ως αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής τους δικονομίας [5]. Τα περισσότερο γνωστά παραδείγματα είναι η γαλλική injonction de payer και η γερμανική Mahnverfahren. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια, η διαταγή πληρωμής εισήχθη σε δύο κράτη μέλη (Ισπανία, Πορτογαλία) στα οποία οι πιστωτές δεν διέθεταν μέχρι τότε εκτελεστό τίτλο αυτού του είδους [6]. Η εξέλιξη αυτή μαρτυρεί την αυξανόμενη εκτίμηση που συγκεντρώνει αυτός ο τύπος διαδικασίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[5] Με την εξαίρεση του Βελγίου, όπου λόγω ορισμένων διαρθρωτικών ελαττωμάτων (π.χ. της διαταγής πληρωμής πρέπει να προηγείται επίσημη όχληση) η διαδικασία procιdure sommaire d'injonction de payer αποδείχθηκε περισσότερο δυσκίνητη από την τακτική πολιτική διαδικασία και συνεπώς δεν έγινε ευρέως αποδεκτή από τους νομικούς της πράξης.

[6] Στην Πορτογαλία, η νομοθεσία περί διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής που θεσπίστηκε το 1993 μεταρρυθμίστηκε κατά τρόπο που βελτίωσε σημαντικά την αποτελεσματικότητά της το 1998. Στην Ισπανία, εισήχθη το 1999 η διαδικασία proceso monitorio.

Οι διαδικασίες έκδοσης διαταγών πληρωμής που ισχύουν στα κράτη μέλη ποικίλλουν σημαντικά όσον αφορά ζωτικές πτυχές, όπως το πεδίο εφαρμογής, η δικαιοδοσία ή οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης ευνοϊκής απόφασης. Παρά τις διαφορές αυτές μεταξύ των ισχυόντων τύπων νομοθεσίας, οι οποίες θα εξεταστούν εκτενέστερα στην παρούσα Πράσινη Βίβλο, όλες οι διαδικασίες διαθέτουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που μπορούν να χρησιμεύσουν ως στοιχεία του ορισμού της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής:

Κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, το δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή εκδίδει απόφαση για την επίδικη απαίτηση χωρίς να δίδεται προηγουμένως στον καθού η δυνατότητα να συμμετάσχει. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στον καθού συνοδευόμενη από επιταγή συμμόρφωσης προς τη διαταγή ή αμφισβήτησης της αξίωσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Αν ο καθού δεν κάνει ένα από τα δύο, η διαταγή πληρωμής καθίσταται εκτελεστή. Μόνον αν ασκήσει ανακοπή, μπορεί η υπόθεση να διαβιβαστεί στην τακτική διαδικασία. Συνεπώς, αντιθέτως προς τους φυσιολογικούς δικονομικούς κανόνες, το βάρος κίνησης της κατ' αντιμωλία διαδικασίας φέρει εκείνος εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής. Αυτή η μετακύλιση της ευθύνης, η οποία αποκαλείται πολύ επιτυχώς στα γαλλικά με τον όρο 'inversion du contentieux', σε συνδυασμό με την προστασία των δικαιωμάτων του καθού, όπως αυτή ενσωματώνεται στη δυνατότητα να αποκρουστεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής.

2.3. Η ανάγκη ανάληψης δράσης σε κοινοτικό επίπεδο

Μοιάζει μάλλον αυτονόητο ότι η διάρκεια και το κόστος των τακτικών πολιτικών διαδικασιών, το οποίο είναι απρόσφορο για αξιώσεις σχετικά με τις οποίες δεν υπάρχει νομική αμφισβήτηση, τείνει να αποβεί ακόμα περισσότερο δυσανάλογο σε υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις. Η άγνοια των νομικών συστημάτων άλλων κρατών μελών και η συνακόλουθη ανάγκη προσφυγής στις υπηρεσίες δικηγόρου, το μεγάλο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίδοση δικογράφων σε διαδίκους που κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος όπου λαμβάνει χώρα η διαδικασία και τα έξοδα μετάφρασης είναι οι εμφανέστεροι μόνον από τους παράγοντες που δυσχεραίνουν τη ζωή των δανειστών διασυνοριακών αξιώσεων. Τα προβλήματα αυτά είναι εγγενή σε κάθε διασυνοριακή δίκη, ανεξαρτήτως της αμφισβητούμενης ή μη φύσης της αξίωσης. Παρόλα ταύτα, η αντίθεση μεταξύ της σύντομης διαδικασίας είσπραξης που ισχύει για τις καθαρά εσωτερικές αγωγές και των καθυστερήσεων και του κόστους που ανακύπτουν όταν οι διάδικοι κατοικούν σε διαφορετικά κράτη μέλη γίνεται αφόρητη όταν ο καθού δεν αμφισβητεί καν την αιτιολογία της επίδικης αξίωσης. Η κατάσταση αυτή ευνοεί τους κακόπιστους οφειλέτες στις διασυνοριακές σχέσεις και μπορεί να αποτελέσει αντικίνητρο για την επέκταση των δραστηριοτήτων των οικονομικών παραγόντων εκτός του κράτους μέλους προέλευσής τους, περιορίζοντας έτσι τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Ακόμα και η ύπαρξη αποτελεσματικής εθνικής διαδικασίας είσπραξης μη αμφισβητουμένων αξιώσεων σε κάθε κράτος μέλος, από την οποία πόρρω απέχουμε σήμερα [7], δεν θα αποτελούσε αναγκαστικά αποφασιστική βελτίωση, εφόσον οι τεράστιες διαφορές μεταξύ των εν λόγω διαδικασιών και η έλλειψη εξοικείωσης με αυτές αποτελούν αφεαυτών σημαντικά εμπόδια για την επίλυση των διαμεθοριακών διαφορών. Μια εναρμονισμένη ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής θα διαδραμάτιζε σημαντικότατο ρόλο στη βελτίωση της ευχερέστερης πρόσβασης σε αποτελεσματική δικαιοσύνη.

[7] Ακόμα και στα κράτη μέλη όπου υπάρχουν διαδικασίες έκδοσης διαταγών πληρωμής, συχνά (στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στην Ιταλία και στο Λουξεμβούργο) δεν μπορούν να εφαρμοστούν αν ο καθού κατοικεί στο εξωτερικό.

Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι σοβαρές διασυνοριακές επιπτώσεις δεν έχουν μόνον οι υποθέσεις οι οποίες συνεπάγονται συμμετοχή στην κύρια διαδικασία διαδίκων από διαφορετικά κράτη μέλη. Μια προηγουμένως καθαρά εσωτερική υπόθεση μπορεί να αποκτήσει διεθνή διάσταση διότι μια απόφαση που εκδίδεται σε ένα κράτος μέλος πρέπει να εκτελεστεί σε άλλο κράτος μέλος, για παράδειγμα διότι ο οφειλέτης βρίσκεται πλέον σε αυτό το κράτος ή μόνον εκεί διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που να αξίζει να κατασχεθούν. Η κήρυξη της εκτελεστότητας (exequatur) που είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση στην επικράτεια κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση [8] αποτελεί πηγή καθυστερήσεων και κόστους, σε σημείο που το Συμβούλιο και η Επιτροπή προσδιόρισαν την κατάργηση ανάλογων ενδιάμεσων μέτρων ως μια από τις απώτερες προτεραιότητές τους στο πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [9]. Η παροχή της δυνατότητας απόκτησης, επιφυλασσομένων των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, εκτελεστού τίτλου στο κράτος μέλος εκτέλεσης μέσω μιας εναρμονισμένης διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής θα μπορούσε να άρει ολοσχερώς την ανάγκη διέλευσης των συνόρων προς το σκοπό της εκτέλεσης για αρκετές υποθέσεις. Εάν η εκτέλεση σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση είναι αναπόφευκτη, η γενική εισαγωγή μιας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής θα διευκόλυνε τα μέγιστα, ή ακόμα και θα καθιστούσε άχρηστες, τις διαδικασίες αναγνώρισης και εκτέλεσης [10]. Η επιφύλαξη του δικαιώματος να μην επιτρέπεται η εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης αποτελεί κατά μέγα μέρος συνέπεια των διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών και της άγνοιας των αλλοδαπών κανόνων, ιδίως όσον αφορά τη συμβατότητά τους με τις απαιτήσεις που τάσσει ο κατάλογος λόγων για τους οποίους μπορεί να απορριφθεί ή να ανακληθεί η κήρυξη της εκτελεστότητας [11]. Όσον αφορά τις ερήμην εκδιδόμενες αποφάσεις - και μια διαταγή πληρωμής είναι ερήμην απόφαση υπό την έννοια ότι αποκτά εκτελεστότητα μόνον αν ο καθού παραμείνει αδρανής και δεν την ανακόψει [12] - η συλλογιστική αυτή αφορά ιδίως το ευαίσθητο ζήτημα του δέοντος σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας που διακηρύσσονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου. Αν θεσπιστεί μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής βάσει ενιαίων κοινών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που προασπίζουν τα δικαιώματα άμυνας, θα μπορεί να επιτευχθεί πολύ πιο εύκολα η πλήρης άρση των ενδιάμεσων μέτρων που αφορούν την αναγνώριση και την εκτέλεση [13].

[8] Η διαδικασία exequatur, η οποία θεσπίστηκε αρχικά με τα άρθρα 31 και επ. της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (κωδικοποιημένη εκδοχή ΕΕ C 27, 26.1.1998, σελ. 1), έχει τροποποιηθεί και διέπεται πλέον από τα άρθρα 38 και επ. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, ΕΕ L 12, σελ. 1, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002.

[9] ΕΕ C 12, 15.1.2001, σελ.1.

[10] Η θέση αυτή εκφράζεται ήδη στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο "προς αύξηση της αποτελεσματικότητας στην έκδοση και την εκτέλεση των αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης', ΕΕ C 33, 31.1.1998, σελ. 3.

[11] Άρθρο 45 παρ. 1 σε συνδυασμό με τα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου.

[12] Tο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει εξετάσει τη συμβατότητα των διαταγών πληρωμής προς το άρθρο 27 παρ. 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, το οποίο εφαρμόζεται σε ερήμην εκδιδόμενες αποφάσεις στις αποφάσεις του Hengst Import BV κατά Campese (C-474/93), 13.7.1995, Συλλογή 1995 I-2113 (ιταλική procedimento d'ingiunzione) και Klomps κατά Michel (C-166/80), 16.6.1981, Συλλογή 1981, 1593 (γερμανική Mahnverfahren).

[13] Ο αναπόφευκτος κίνδυνος παρερμηνείας ή λανθασμένης εφαρμογής των κανόνων αυτών σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν αποτελεί εμπόδιο από την άποψη αυτή, δεδομένου ότι σφάλματα αυτού του είδους δεν αποκλείουν την εκτελεστότητα απόφασης σε καθαρά εσωτερικές υποθέσεις, εκτός αν ο ηττηθείς διάδικος προσβάλλει την απόφαση.

Πρέπει να συζητηθεί το κατά πόσον η διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής πρέπει να εφαρμόζεται αποκλειστικά σε διασυνοριακές δίκες. Εκτός από τις γενικές σκέψεις για το θέμα που αναφέρονται στα διάφορα κεφάλαια της παρούσας Πράσινης Βίβλου [14], θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής. Ενόψει του ότι η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής αποτελεί εν τη ουσία μέθοδο μαζικής είσπραξης μη αμφισβητουμένων οφειλών και διεκπεραιώνεται από τα δικαστήρια διότι αυτά έχουν το μονοπώλιο της έκδοσης εκτελεστών τίτλων, μια κατάσταση που προκαλεί εμφανή ανισορροπία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των δικονομικών μέσων που διαθέτουν οι δανειστές στα διάφορα κράτη μέλη, εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι νοθεύει τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς [15]. Η θέσπιση μιας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής θα αποτελούσε μια ιδιαίτερα πρόσφορη προσπάθεια εναρμόνισης σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας, δεδομένου ότι αυτός ο τύπος διαδικασίας δεν συνδέεται άρρηκτα με τους υπόλοιπους κανόνες που διέπουν την πολιτική δικονομία, αλλά αποτελεί μάλλον ανεξάρτητο κεφάλαιο. Το πέρας της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, το οποίο προκαλείται από την ανακοπή του καθού, είναι εκείνο που επιφέρει την ενδεχόμενη διαβίβαση της υπόθεσης στην τακτική πολιτική διαδικασία. Συνεπώς, η θέσπιση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν θα προκαλέσει ανάγκη περαιτέρω προσέγγισης των εθνικών δικονομιών.

[14] Ένθ. αν. παράγραφος 1.1.

[15] Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο "προς αύξηση της αποτελεσματικότητας στην έκδοση και την εκτέλεση αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης", ΕΕ C 33, 31.1.1998, σελ. 3, παρ. 38, αποδεικνύεται από τη μελέτη "European Payment Habits Survey"-Intrum Justitia (βλέπε άνωθι υποσημείωση 3) ότι στα κράτη μέλη όπου η έκδοση και η εκτέλεση αποφάσεων είναι ταχεία, ολιγοδάπανη και αποτελεσματική, η αναλογία των περιπτώσεων ηθελημένης υπερημερίας είναι σαφώς κατώτερη από τον μέσο όρο της Ένωσης ο οποίος ανέρχεται σε 35%.

Ενόψει των προαναφερθεισών παρατηρήσεων και για να μπορέσει η Επιτροπή να αξιολογήσει καλύτερα το βαθμό στον οποίο απαιτείται ανάληψη δράσης σε κοινοτικό επίπεδο, καθώς και τη φύση της απαιτούμενης δράσης, ένας από τους στόχους της παρούσας Πράσινης Βίβλου είναι η συγκέντρωση περισσότερων πληροφοριών για τη λειτουργία των δικονομικών κανόνων είσπραξης μη αμφισβητουμένων αξιώσεων στα κράτη μέλη, είτε πρόκειται για διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής είτε για άλλη διαδικασία. Η ανάλυση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου δεν επιτρέπει αφεαυτής την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων όσον αφορά την απόδοση μιας ειδικής διαδικασίας στην καθημερινή χρήση της. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση μεταξύ της αποδοχής και της επιτυχίας των μεθόδων που αποσκοπούν στην απλούστευση και στην επιτάχυνση της έκδοσης εκτελεστής απόφασης για μια αξίωση η οποία αποδεδειγμένα δεν αμφισβητείται, τόσο διευρύνεται η ανισορροπία που σκιαγραφήθηκε παραπάνω και καθίσταται πιο επείγουσα η ανάγκη προσέγγισης σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Ερώτηση 3:

Έχουν ανακύψει προβλήματα, και ποια, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής ή κάποιας άλλης διαδικασίας είσπραξης μη αμφισβητουμένων αξιώσεων που ισχύει στο κράτος μέλος σας; Παρακαλείστε να υποδείξετε το επίπεδο αποδοχής και επιτυχίας των διαδικασιών αυτών στην πράξη. Είναι εφαρμοστέες αυτές οι διαδικασίες και σε διασυνοριακές υποθέσεις όπου είτε ο αιτών είτε ο καθού κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος; Αν ναι, έχουν ανακύψει προβλήματα, και ποια, κατά την εφαρμογή; Αν όχι, πώς δικάζονται οι μη αμφισβητούμενες διασυνοριακές αξιώσεις;

2.4. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

2.4.1. Πρωτοβουλίες με στόχο τη θέσπιση διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής που είχαν αναληφθεί πριν την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ

2.4.1.1. Πρόταση Storme

Το 1993, μια ομάδα εργασίας εμπειρογνωμόνων δικονομικού δικαίου υπό την προεδρία του καθηγητή Marcel Storme, υπέβαλε στην Επιτροπή σχέδιο πρότασης οδηγίας για την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με ορισμένες πτυχές της πολιτικής δικονομίας (γνωστό ως πρόταση Storme) [16]. Αυτή η πρώτη σφαιρική προσπάθεια αντιμετώπισης των θεμελιωδέστερων χαρακτηριστικών της πολιτικής δικονομίας [17], η οποία βασίζεται σαφώς στη λογική της εσωτερικής αγοράς [18], περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο με λεπτομερείς κανόνες για διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, αναγνωρίζοντας έτσι τη μεγάλη σημασία της εναρμόνισης στον τομέα αυτό [19]. Παρόλο που η πρόταση ουδέποτε μεταφράστηκε σε νομοθετική πρωτοβουλία της Επιτροπής, αποτελεί πολύτιμο σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης.

[16] Tο κείμενο δημοσιεύθηκε το 1995 με τίτλο Storme (ed.), Rapprochement du droit judiciaire de l'Union Europιenne - Approximation of judiciary law in the European Union, Dordrecht/Boston/London.

[17] Αξίζει να αναφερθεί ότι πριν από την πρόταση αυτή, το Συμβούλιο της Ευρώπης είχε προτείνει με τη Σύσταση αριθ. R (81) 7 Για τα Μέτρα Διευκόλυνσης της Πρόσβασης στη Δικαιοσύνη της 14.5.1981 ότι "πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για τις μη αμφισβητούμενες ή βεβαιωμένες εκκαθαρισμένες αξιώσεις, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι στις υποθέσεις αυτές, εκδίδεται τελεσίδικη απόφαση σύντομα, χωρίς περιττούς τύπους, παράσταση ενώπιον του δικαστηρίου ή δαπάνη".

[18] Η εισηγητική έκθεση του καθηγητή Marcel Storme αναφέρεται δια μακρών στην ανάγκη εναρμόνισης της πολιτικής δικονομίας η οποία απορρέει από τη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς, τόσο από οικονομική άποψη όσο και λαμβανομένης υπόψη της νομικής βάσης της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα αυτό.

[19] Αρχικός στόχος της ομάδας εργασίας ήταν η σύνταξη ενός υποδείγματος πλήρους ευρωπαϊκού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Εντούτοις, η τελική πρόταση χαρακτηρίζεται από έντονη διαφοροποίηση μεταξύ ορισμένων τομέων (όπως η διαταγή πληρωμής) οι οποίοι εξετάζονται λεπτομερώς και προτείνεται μια εναρμονισμένη κοινή διαδικασία και άλλων τομέων για τους οποίους η πρόταση περιορίζεται στην εκπόνηση γενικών αρχών ή ελάχιστων κανόνων.

2.4.1.2. Οδηγία για τις καθυστερήσεις πληρωμών

Το 1998, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταπολέμηση των καθυστερημένων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές [20]. Με βάση τη συλλογιστική ότι οι συνέπειες των καθυστερήσεων πληρωμών, όπως οι τόκοι υπερημερίας τους οποίους εισπράττει ο οφειλέτης μετά την πάροδο της ημερομηνίας κατά την οποία κατέστη απαιτητή η οφειλή, μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά μόνον αν συνοδεύονται από ταχείες, αποτελεσματικές και ανέξοδες διαδικασίες είσπραξης [21], το σχέδιο περιείχε, στο άρθρο 5, διάταξη με την οποία υποχρεώνοντο τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την ύπαρξη διαδικασίας ταχείας εξόφλησης των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων και σκιαγραφούντο ορισμένα σημαντικά στοιχειώδη χαρακτηριστικά της διαδικασίας αυτής. Παρόλο που ο όρος "διαταγή πληρωμής" δεν αναφέρετο στο κείμενο, είναι μάλλον εύλογο να υποτεθεί ότι αυτό που είχαν κυρίως κατά νου οι συντάκτες της πρότασης ήταν μια ανάλογη διαδικασία [22]. Η οδηγία που εγκρίθηκε τελικά στις 29 Ιουνίου 2000 [23] βασίζεται στο άρθρο 95 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ακολουθεί περισσότερο προσεκτική προσέγγιση. Αντί για την εισαγωγή μιας (ενδεχομένως νέας) ειδικής διαδικασίας, το άρθρο 5 απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα έκδοσης εκτελεστού τίτλου εντός 90 ημερών σύμφωνα με την αντίστοιχη εθνική νομοθεσία τους [24]. Μένει να διαπιστωθεί αν η μεταφορά του άρθρου 5 θα επιφέρει αξιοσημείωτες αλλαγές στα δικονομικά συστήματα των κρατών μελών [25]. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ένα προσεκτικό πρώτο βήμα, και όχι το τελικό στάδιο της διαδικασίας θέσπισης μιας αποτελεσματικής ευρωπαϊκής διαδικασίας είσπραξης μη αμφισβητουμένων αξιώσεων [26].

[20] COM (98) 126 τελικό, ΕΕ C 168, 3.6.1998, σελ. 13.

[21] Αιτιολογική σκέψη 14 της πρότασης, η οποία έγινε αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας.

[22] Το εισηγητικό υπόμνημα της πρότασης αναφερόταν ρητώς στη γαλλική injonction de payer και στη γερμανική Mahnverfahren.

[23] Οδηγία 2000/35/ΕΚ, ΕΕ L 200, 8.8.2000, σελ. 35. Η προθεσμία μεταφοράς έληξε στις 8 Αυγούστου 2002.

[24] Το άρθρο 5 ('Διαδικασίες είσπραξης για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις') τάσσει:

[25] Μοιάζει πιθανό τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα κράτη μέλη να ισχυριστούν ότι οι δικονομίες τους πληρούν ήδη αυτές τις προϋποθέσεις. Από την άποψη αυτή, πολλά εξαρτώνται από την ερμηνεία του όρου "κανονικά". Λαμβάνει υπόψη μόνον το νομικό πλαίσιο, ή και το εμπειρικό γεγονός της πρακτικής αποτελεσματικότητας των δικαστηρίων;

[26] Αυτό δε σημαίνει εντούτοις ότι τα άρθρα 61 στοιχείο γ) και 65 είναι η μόνη δυνατή νομική βάση για τη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.

2.5. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ και οι επιπτώσεις της

Η έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις από τον τρίτο πυλώνα (άρθρο K.1 (6) ΣΕΕ) στον πρώτο πυλώνα. Σύμφωνα με τα άρθρα 61 στοιχείο (γ) και 65 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Κοινότητα θεσπίζει μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις και στο μέτρο που είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 65 στοιχείο (γ), τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την εξάλειψη των εμποδίων για την ομαλή διεξαγωγή πολιτικών δικών, εν ανάγκη προωθώντας τη συμβατότητα των κανόνων πολιτικής δικονομίας που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη.

Αυτή η νέα κοινοτική αρμοδιότητα προσέδωσε νέα ώθηση στη συζήτηση για μια περισσότερο προωθημένη προσέγγιση των δικονομιών, συμπεριλαμβανομένου του πεδίου των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων.

2.6. Tα συμπεράσματα του Τάμπερε

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνεδρίασε στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999 ενέκρινε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και λοιπών πράξεων δικαιοδοτικών αρχών ως τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας εντός της Ένωσης. Στην παράγραφο των συμπερασμάτων με τίτλο "Μεγαλύτερη σύγκλιση σε θέματα αστικού δικαίου" κάλεσε το Συμβούλιο και την Επιτροπή να ετοιμάσουν νέους δικονομικούς κανόνες για διασυνοριακές περιπτώσεις και ειδικότερα για τα στοιχεία που είναι σημαντικά για την ομαλή δικαστική συνεργασία και την αυξημένη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Μεταξύ αυτών των ζωτικών θεμάτων αναφέρθηκαν ρητώς οι εντολές για την καταβολή χρηματικών ποσών [27].

[27] Σημείο 38 των συμπερασμάτων της Προεδρίας.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Συμβούλιο και την Επιτροπή να θεσπίσουν, έως το Δεκέμβριο 2000, ένα πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, με το οποίο θα πρέπει να ξεκινήσουν εργασίες για τον Ευρωπαϊκό Εκτελεστυήριο Τύπο, καθώς και για τις πτυχές των δικονομικών κανόνων για τις οποίες θεωρούνται αναγκαίες κοινές ελάχιστες προδιαγραφές προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.

2.7. Tο πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης

Το κοινό πρόγραμμα μέτρων της Επιτροπής και του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, το οποίο εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 30 Νοεμβρίου 2000, επεσήμανε μεταξύ των προτεραιοτήτων της Κοινότητας την κατάργηση του exequatur για τις μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις. Επισημαίνοντας την αντίφαση που εμπεριέχει το γεγονός ότι η διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας μπορεί να επιβραδύνει την εκτέλεση αποφάσεων που αφορούν απαιτήσεις οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον οφειλέτη, το πρόγραμμα καθόρισε τον τομέα αυτόν ως έναν από τους πρώτους στους οποίους πρέπει να καταργηθεί η διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας, δεδομένου ότι η ταχεία είσπραξη των οφειλών συνιστά απόλυτη ανάγκη για το εμπόριο και αντιπροσωπεύει μόνιμο μέλημα των οικονομικών κύκλων που ενδιαφέρονται για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς [28].

[28] ΕΕ C 12, 15.1.2001, σελ. 1, κεφάλαιο I B 3.

Όπως επισημάνθηκε ήδη προηγουμένως, το πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης επικεντρώνεται σαφώς στη διευκόλυνση της αναγνώρισης και της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος. Δεν πρόκειται για πρόγραμμα εναρμόνισης του εθνικού δικονομικού δικαίου. Εξετάζει την προσέγγιση του δικονομικού δικαίου με τη μορφή της θέσπισης ελάχιστων κανόνων ή εναρμόνισης όχι ως αυτοτελή στόχο, αλλά ως συνοδευτικό μέτρο που ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελεί προϋπόθεση για την επίτευξη της επιθυμητής προόδου στην προσπάθεια σταδιακής κατάργησης της διαδικασίας exequatur [29]. Στο ίδιο έγγραφο, επισημαίνεται ότι σε ορισμένους τομείς, η κατάργηση της κήρυξης της εκτελεστότητας θα μπορούσε να σημαίνει τη θέσπιση ενός πραγματικού ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου που εκδίδεται μετά το πέρας μιας ειδικής, ενιαίας ή εναρμονισμένης, διαδικασίας, η οποία καθορίζεται στα πλαίσια της Κοινότητας [30]. Πρέπει να τονιστεί ότι η κατάργηση του exequatur και η εναρμόνιση του δικονομικού δικαίου αποτελούν δύο ανεξάρτητα ζητήματα. Η πρώτη προϋποθέτει την έκδοση απόφασης και αφορά την πρόσβαση στην εκτέλεση όταν αυτή πρέπει να λάβει χώρα εκτός των συνόρων, ενώ η δεύτερη αφορά την αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη για την επίτευξη της έκδοσης απόφασης, ανεξαρτήτως του αν η απόφαση αυτή θα πρέπει να εκτελεστεί στο εξωτερικό ή όχι. Παρά την αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο, η οποία μόλις σκιαγραφήθηκε, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ο διακεκριμένος χαρακτήρας τους και το γεγονός ότι και οι δύο μπορούν να αντιμετωπιστούν ανεξαρτήτως και αυτοτελώς. Αρκεί να υπενθυμιστεί εδώ ότι η κατάργηση του exequatur δεν έχει καμμία σημασία για δανειστή ο οποίος, σε μια διασυνοριακή υπόθεση, πρέπει να εναγάγει αντίδικο σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο δεν υπάρχει αποτελεσματική διαδικασία για την είσπραξη μη αμφισβητουμένων οφειλών. Αλλά και αντιστρόφως, η χρησιμοποίηση μιας τέτοιας διαδικασίας για την έκδοση απόφασης στο κράτος μέλος κατοικίας του καθού θα αίρει, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, την ανάγκη εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης σε τρίτο κράτος μέλος. Από την άλλη πλευρά, θα υπάρχουν πάντα αποφάσεις ή άλλοι εκτελεστοί τίτλοι για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (δικαστικοί συμβιβασμοί, δημόσια έγγραφα), συμπεριλαμβανομένων των εκτελεστών τίτλων που εκδίδονται στο πλαίσιο μη εναρμονισμένων διαδικασιών, που θα πρέπει να εκτελεστούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος έκδοσης.

[29] Είναι χαρακτηριστικό σχετικά ότι το πρόγραμμα εξετάζει τα θέματα τα οποία κρίνονται κατάλληλα για εναρμόνιση ή για τη θέσπιση στοιχειωδών κανόνων υπό την επικεφαλίδα 'συνοδευτικά μέτρα της αμοιβαίας αναγνώρισης'.

[30] Κεφάλαιο II A 2 β του Προγράμματος. Παρόλο στο κεφάλαιο αυτό δεν γίνεται μνεία της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής (ή οποιασδήποτε άλλης ειδικής διαδικασίας), η μεταγενέστερη πρόταση για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου εφαρμογής που προβλέπεται στο κεφάλαιο III A αποδεικνύει ότι το ενδεχόμενο εναρμόνισης προς αυτή την κατεύθυνση είχε μελετηθεί ιδίως για την είσπραξη μη αμφισβητουμένων αξιώσεων.

2.8. Ο ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις ως το πρώτο στάδιο μιας προσέγγισης δύο επιπέδων

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η Επιτροπή επέλεξε μια στρατηγική δύο επιπέδων με δύο ταυτόχρονους στόχους:

* την κατάργηση του exequatur υπό την προϋπόθεση της τήρησης ορισμένων ελάχιστων κανόνων για όλους τους εκτελεστούς τίτλους που αφορούν μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης ή εκτελεστού τίτλου

και

* τη δημιουργία εναρμονισμένης ειδικής διαδικασίας είσπραξης οφειλών που τεκμαίρεται ότι δεν θα αμφισβητηθούν, και συγκεκριμένα της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής,

οι οποίοι εντούτοις δεν θα επιδιωχθούν ταυτόχρονα με την ίδια νομοθετική πράξη. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την ταχεία επίτευξη προόδου στο θέμα της κατάργησης του exequatur σε όλες τις υποθέσεις που χαρακτηρίζονται από την επαληθεύσιμη έλλειψη οποιασδήποτε αμφισβήτησης όσον αφορά το χαρακτήρα ή το ύψος της οφειλής (όχι μόνον στις διαταγές πληρωμής) και την προσεκτική προετοιμασία της θέσπισης εναρμονισμένης διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής.

Τον Απρίλιο 2002, η Επιτροπή ενέκρινε την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις [31]. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία αποτελεί το πρώτο βήμα της στρατηγικής δύο σταδίων και προβλέπει την κατάργηση του exequatur για όλους τους εκτελεστούς τίτλους που αφορούν μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, ενώ το πεδίο εφαρμογής της δεν περιορίζεται σε αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο κάποιας συγκεκριμένης διαδικασίας. Προϋπόθεση για την κατάργηση των ενδιάμεσων μέτρων αποτελεί η συμμόρφωση με ορισμένους ελάχιστους δικονομικούς κανόνες όσον αφορά την επίδοση και κοινοποίηση των εγγράφων που να καλύπτουν τις παραδεκτές μεθόδους επίδοσης και κοινοποίησης, το χρόνο επίδοσης και κοινοποίησης ο οποίος επιτρέπει την προετοιμασία της υπεράσπισης και τη δέουσα ενημέρωση του οφειλέτη. Μόνον η συμμόρφωση με αυτούς τους ελάχιστους κανόνες, η οποία πιστοποιείται από το δικαστήριο έκδοσης, δικαιολογεί την κατάργηση του ελέγχου της τήρησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης στο κράτος μέλος όπου πρόκειται να εκτελεστεί η απόφαση. Αυτό το σύστημα πιστοποίησης μέσω της συμπλήρωσης πολύγλωσσων τυποποιημένων εντύπων αποβλέπει στην παροχή απτού πλεονεκτήματος στους πιστωτές οι οποίοι αποκτούν πρόσβαση σε ταχεία και αποτελεσματική εκτέλεση στην αλλοδαπή, χωρίς τη συμμετοχή του δικαστικού σώματος του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση και τις παρεπόμενες καθυστερήσεις και δαπάνες.

[31] COM (2002) 159 τελικό.

2.9. Μια Πράσινη Βίβλος ως δεύτερο σκέλος αυτής της προσέγγισης

Η παρούσα Πράσινη Βίβλος αντιπροσωπεύει το δεύτερο σκέλος αυτής της στρατηγικής και πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο της πολιτικής της Επιτροπής για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που θέτει το πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης όσον αφορά τις μη αμφισβητούμενες αξιώσεις στο σύνολό τους.

Από τις προαναφερθείσες σκέψεις σχετικά με την εφαρμογή του προγράμματος αμοιβαίας αναγνώρισης, καθώς και από τις γενικές σκέψεις σχετικά με τη συλλογιστική για μια ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής [32] προκύπτει αβίαστα ότι οι στόχοι της δικονομικής εναρμόνισης την οποία επιδιώκει η παρούσα Πράσινη Βίβλος και της διευκόλυνσης της αναγνώρισης και της εκτέλεσης δεν αποκλείουν αλλήλους ούτε είναι αντιφατικοί, ή έστω αλληλεπικαλυπτόμενοι. Οι δύο αυτές πρωτοβουλίες της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθούν μάλλον συμπληρωματικές. Η ύπαρξη διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν θα προσφέρει απλώς ίσους όρους παιχνιδιού για τους δανειστές και τους οφειλέτες σε όλα τα κράτη μέλη επιτρέποντάς τους ισότιμη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, αλλά θα επιτρέψει και την επίτευξη περαιτέρω προόδου στον τομέα της αναγνώρισης και της εκτέλεσης καθιστώντας άνευ αντικειμένου ακόμα και την απαίτηση πιστοποίησης που προβλέπεται στην πρόταση για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου.

[32] ΈΝΘ. ΑΝ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2.3.

3. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

3.1. Η γενική προσέγγιση

Στόχος του παρόντος εγγράφου είναι να εγκαινιάσει μια ευρεία διαβούλευση σχετικά με πιθανούς τρόπους θέσπισης μιας ενιαίας ή εναρμονισμένης ειδικής διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής. Προς το σκοπό αυτό, οι κανόνες που θα μπορούσαν να διέπουν μια τέτοια διαδικασία θα εξεταστούν μεμονωμένα, στο μέτρο του δυνατού σύμφωνα με τη χρονολογική τους σειρά κατά την πρόοδο της διαδικασίας. Κάθε ζήτημα θα παρουσιαστεί επί τη βάσει αρχικής συνοπτικής παρουσίασης της συναφούς νομοθεσίας των κρατών μελών. Η ανασκόπηση αυτή θα χρησιμεύσει ως πηγή έμπνευσης για τη συζήτηση, ούτως ώστε να επισημανθούν οι καλύτερες πρακτικές που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση - ή νέες καινοτόμοι λύσεις, εφόσον κρίνεται σκόπιμο - και το αποτέλεσμα της ανάλυσης θα μεταφραστεί σε μια νέα διαταγή πληρωμής εφαρμοστέα σε ολόκληρη την Ένωση, η οποία θα προσφέρει προστιθεμένη αξία για τους Ευρωπαίους πολίτες.

Η μεμονωμένη εξέταση των λεπτομερών χαρακτηριστικών μιας διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής ένα προς ένα θα ήταν εντούτοις ατελής και ανεπαρκής αφεαυτής, εφόσον θα συσκότιζε αναγκαστικά τη γενική εικόνα, δηλαδή το στόχο της θέσπισης μιας διαδικασίας της οποίας τα επιμέρους στοιχεία συσχετίζονται αρμονικά και σχηματίζουν ένα ισόρροπο σύνολο. Συνεπώς, πριν στραφούμε στα επιμέρους χαρακτηριστικά, θα παρουσιαστεί μια ανασκόπηση των διαφόρων "οικογενειών" διαδικασιών έκδοσης διαταγής πληρωμής στην Ευρώπη, ούτως ώστε να δοθεί πλήρης εικόνα των δικονομικών χαρακτηριστικών που συνδυάζουν τυπικά τα διάφορα εθνικά συστήματα. Κατά την εξέταση των μεμονωμένων πτυχών της διαδικασίας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο πιθανός συσχετισμός μεταξύ τους. Ζωτική σημασία θα έχει η επιλογή είτε να ακολουθηθεί ένα από τα κυριότερα μοντέλα είτε να δημιουργηθεί κάτι νέο συνδυάζοντας στοιχεία διαφόρων υφισταμένων συστημάτων και πιθανόν καινοτόμα χαρακτηριστικά.

3.1.1. Συνοπτική ανασκόπηση των διαφόρων μοντέλων που ισχύουν στα ΚΜ

Σε γενικές γραμμές, μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ δύο τύπων διαδικασιών έκδοσης διαταγής πληρωμής στην Ευρώπη. Παρά ορισμένες αποκλίσεις σε ελάσσονος σημασίας λεπτομέρειες, οι νομοθεσίες όλων των κρατών μελών που προβλέπουν διαταγή πληρωμής μπορούν να καταταγούν σε μια από τις δυο αυτές κατηγορίες.

Το κύριο προσδιοριστικό στοιχείο αυτού που μπορεί να αποκληθεί μοντέλο "απόδειξης" (Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Ιταλία, Ισπανία) είναι η απαίτηση να προσκομίσει ο αιτών κάποιο αποδεικτικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το βάσιμο της επίδικης αξίωσης. Χωρίς ανάλογη έγγραφη απόδειξη, η αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής κρίνεται απαράδεκτη. Η προϋπόθεση αυτή προσφέρει μια εγγύηση έναντι μη σοβαρών αιτήσεων. Πρέπει να θεωρηθεί στο πλαίσιο ενός συστήματος που επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής μετά από συνοπτική απλώς εξέταση του βασίμου της αίτησης από δικαστή. Στο στάδιο της εξέτασης αυτής, η έγγραφη απόδειξη διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Υπάρχει αποδεικτικό έγγραφο το οποίο να αποδεικνύει επαρκώς την ύπαρξη της αξίωσης ώστε να αιτιολογείται η απόφαση του δικαστή να εκδώσει διαταγή πληρωμής; Η αναγκαία αξιολόγηση των ερωτημάτων αυτών από δικαστή αποτελεί ένα μέσο προστασίας του καθού, ακόμα και στο στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο δεν έχει τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη ο ίδιος σχετικά με το αιτιολογημένο της αίτησης. Απαιτήσεις που είναι αβάσιμες ακόμα και επί τη βάσει αποκλειστικά των πληροφοριών που παρέχει ο αιτών, ή που δεν στηρίζονται σε αποδεικτικά έγγραφα πρέπει να απορρίπτονται από τον ίδιο το δικαστή σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Αν, εντούτοις, εκδοθεί διαταγής πληρωμής , αυτό σημαίνει ότι έχει περάσει επιτυχώς έναν κάποιον έλεγχο βασιμότητας. Στα περισσότερα κράτη μέλη που ανήκουν στην οικογένεια των "αποδείξεων" (Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) ο καθού έχει μία μόνον δυνατότητα να προβάλει αντιρρήσεις κατά της αξίωσης. Αφής στιγμής εκπνεύσει η προθεσμία άσκησης ανακοπής, η διαταγής πληρωμής αποκτά αμέσως ισχύ δεδικασμένου και δεν υπόκειται πλέον σε κανένα ένδικο μέσο.

Αντιθέτως, η διαδικασία "μη απόδειξης" για την έκδοση διαταγής πληρωμής που ισχύει στην Αυστρία, στη Φινλανδία, στη Γερμανία, στη Σουηδία και στην Πορτογαλία χαρακτηρίζεται από την παντελή απουσία οποιασδήποτε εξέτασης από το δικαστήριο όσον αφορά το βάσιμο της επίδικης αξίωσης. Εφόσον η αίτηση είναι παραδεκτή και πληροί τις βασικές τυπικές απαιτήσεις, το δικαστήριο εκδίδει διαταγή πληρωμής χωρίς κάποια περαιτέρω αξιολόγηση του βασίμου της αίτησης [33]. Ενώ η σχολή της "απόδειξης" κρίνει προφανώς απαραίτητη κάποια στοιχειώδη προστασία του καθού από το δικαστήριο, το μοντέλο "μη απόδειξης" δίδει έμφαση κυρίως στην ευθύνη του ίδιου του καθού. Κατά μία έννοια, πρόκειται απλώς και μόνον για εφαρμογή της αρχής "inversion du contentieux" δεδομένου ότι η έκβαση της υπόθεσης εξαρτάται απολύτως από την αντίδραση (ή την απουσία αντίδρασης) του καθού χωρίς περαιτέρω ανάμιξη του δικαστηρίου. Εφόσον ο καθού έχει τη δυνατότητα να αποτρέψει την έκδοση εκτελεστής απόφασης λέγοντας απλώς "όχι", ενιστάμενος κατά της αξίωσης, δεν κρίνεται απαραίτητη κάποια περαιτέρω εγγύηση. Οι άλλες κύριες διαφορές αποτελούν λογική συνέπεια αυτής της διαφορετικής φιλοσοφικής προσέγγισης. Εφόσον δεν ασκείται κανένας έλεγχος, δεν υπάρχει προφανώς ανάγκη εγγράφων αποδείξεων όσον αφορά την αξίωση, οι οποίες αποτελούν απλώς το εργαλείο που επιτρέπει τον εν λόγω έλεγχο. Περαιτέρω, εφόσον η αξίωση δεν κρίνεται από το δικαστήριο και συνεπώς η όλη διαδικασία προσεγγίζει μάλλον διοικητικό χαρακτήρα [34], δεν κρίνεται απαραίτητο να αναμιχθεί δικαστής. Συνεπώς, σε όλα τα κράτη μέλη που ανήκουν σε αυτή την ομάδα, η αρμοδιότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής ανατίθεται είτε σε δικαστικούς γραμματείς είτε, όπως στη Σουηδία, στα όργανα εκτέλεσης, διοικητικές αρχές εκτός της σφαίρας της δικαστικής εξουσίας. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι στα περισσότερα κράτη μέλη που υπάγονται σε αυτή την κατηγορία, η έλλειψη προστασίας μέσω δικαστικής αξιολόγησης του βασίμου της αξίωσης εξισορροπείται κατά κάποιο τρόπο από την παροχή στον καθού δύο ευκαιριών προβολής αντιρρήσεων αντί μιας. Στη Φινλανδία, στη Γερμανία και στη Σουηδία, αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκδίδεται μια δεύτερη (και εκτελεστή) απόφαση που δεν είναι τελεσίδικη, αλλά μπορεί να προσβληθεί από τον καθού εντός νέας προθεσμίας. Μόνον αν ο καθού αφήσει ανεκμετάλλευτη αυτή τη δεύτερη ευκαιρία, η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου.

[33] Πρέπει να σημειωθεί, εντούτοις, ότι η νέα νομοθεσία που θεσπίστηκε πρόσφατα στην Αυστρία προβλέπει συνοπτική αξιολόγηση του βασίμου της αξίωσης από το δικαστήριο. Για περαιτέρω λεπτομέρειες, βλ. κατωτέρω 3.3.5.

[34] Η χρήση του όρου "διοικητικός" αναφέρεται στην έλλειψη αξιολόγησης του βασίμου της αξίωσης. Δεν πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένα ότι θέτει εν αμφιβόλω τη δικαστική φύση της διαδικασίας ως έχει. Μόνον η Σουηδία έχει φθάσει στο σημείο να αναθέτει τη διεξαγωγή της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής σε διοικητική αρχή.

Πέραν αυτών, ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι δύο κράτη μέλη έχουν απομακρυνθεί από αυτό το σύστημα στη νομοθεσία τους. Τόσο η Αυστρία όσο και η Πορτογαλία έχουν προσχωρήσει στο μοντέλο "μη απόδειξης", αλλά για ακόμα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, έχουν επιλέξει τη διαδικασία ενός σταδίου. Εφόσον ο καθού χάσει τη μία και μόνη δυνατότητα προβολής αντιρρήσεων που διαθέτει, δεν χρειάζεται να εκδοθεί καμία άλλη απόφαση που να υπόκειται σε ανακοπή ή σε έφεση, αλλά η διαταγή πληρωμής καθίσταται αμέσως τελεσίδικη.

Το παράδειγμα της Αυστρίας και της Πορτογαλίας αποδεικνύει ότι είναι δυνατόν να επιλεγούν και να συνδυαστούν τα περισσότερο αποτελεσματικά στοιχεία και των δύο ισχυόντων κλασικών μοντέλων διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Η αυστριακή Mahnverfahren συνδυάζει την απλούστευση του μοντέλου "μη απόδειξης" (όχι έγγραφη απόδειξη, όχι εξέταση της αξίωσης, όχι ανάμιξη δικαστή) με τον αυστηρό περιορισμό των δυνατοτήτων άσκησης ενδίκων μέσων που εμπνέεται από το σύστημα "απόδειξης" και επιτρέπει στο δανειστή να επιτύχει την έκδοση απόφασης η οποία δεν είναι απλώς εκτελεστή, αλλά επιπλέον παράγει δεδικασμένο σε λίγο περισσότερο από δύο εβδομάδες [35]. Μπορεί αυτό το υβρίδιο να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για μια λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο; [36] Ή μήπως θα πρέπει να ακολουθηθεί ένα από τα τυποποιημένα συστήματα που περιγράφηκαν παραπάνω; Μπορεί το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ των παραδόσεων "απόδειξης" και "μη απόδειξης" να γεφυρωθεί και αν ναι, με ποιο τρόπο; Πόση ευθύνη μπορεί να ανατεθεί στον καθού; Υπάρχει ένα στοιχειώδες επίπεδο προστασίας του καθού από τα δικαστήρια έναντι της επιδίωξης αβάσιμων αιτημάτων μέσω διαταγών πληρωμής;

[35] Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η προθεσμία άσκησης ανακοπής που είναι σήμερα 14 ημέρες πρόκειται να διπλασιαστεί σε 4 εβδομάδες από την 1η Ιανουαρίου 2003 - βλ. κατωτέρω υπό 3.3.9.1.

[36] Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι τόσο η Αυστρία όσο και η Πορτογαλία περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής του συστήματος διαταγής πληρωμής που ακολουθούν ως ένα ανώτατο ποσό, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί προληπτικό μέτρο για την αποφυγή των αφόρητων αποτελεσμάτων μιας νέας υπερ-αποτελεσματικής διαδικασίας.

Η συζήτηση σχετικά με πιθανές στρατηγικές αντιμετώπισης κάθε λεπτομέρειας μιας διαδικασίας διαταγής πληρωμής, η οποία ακολουθεί, πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα αυτών των γενικών ερωτήσεων. Οι λύσεις στις οποίες έχουν καταλήξει τα διάφορα κράτη μέλη δεν μπορούν, και δεν πρέπει, να αναλυθούν ανεξάρτητα από τη γενική προσέγγιση την οποία έχουν επιλέξει. Και κάθε πιθανή πρόταση για μια ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής πρέπει να επιτύχει τη δική της ισορροπία στο πλαίσιο της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφόρων δικονομικών πτυχών. Στη συνέχεια, θα γίνει ιδιαίτερη μνεία των επιπτώσεων ορισμένων επιλογών στο χαρακτήρα της διαδικασίας ως σύνολο, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.

3.2. Πεδίο εφαρμογής της πράξης

3.2.1. Περιορισμός σε χρηματικές αξιώσεις;

Ενώ στα περισσότερα κράτη μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Ισπανία) το πεδίο εφαρμογής της ειδικής διαδικασίας έκδοσης εκτελεστής απόφασης που βασίζεται στο τεκμήριο ότι η αξίωση δεν θα αμφισβητηθεί και προϋποθέτει την "inversion du contentieux" περιορίζεται σε χρηματικές αξιώσεις συγκεκριμένου ποσού, η Γαλλία, η Φινλανδία και η Σουηδία επιτρέπουν τη χρησιμοποίησή της και για άλλες ενοχές. Σε αυτά τα κράτη μέλη, η διαδικασία δεν περιορίζεται απλώς στην έκδοση διαταγής πληρωμής ή "injonction de payer", αλλά προβλέπεται και η έκδοση "injonction de faire". Το εύρος των παραδεκτών αιτημάτων κυμαίνεται, αλλά σε τυπικές περιπτώσεις, περιλαμβάνει την παράδοση ή απόδοση κινητών πραγμάτων και την έξωση [37].

[37] Στην Ιταλία, σύμφωνα με το άρθρο 639 c.p.c. είναι παραδεκτές οι αξιώσεις που αφορούν προσδιορισμένη ποσότητα κατά γένος ορισμένων πραγμάτων ή την απόδοση συγκεκριμένου κινητού. Η σουηδική διαδικασία "τακτικής συνδρομής" (handrδckning) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για έξωση, απόδοση κινητών, εκπλήρωση υποχρέωσης παροχής, αφαίρεση ιδιοκτησίας, εκπλήρωση σύμβασης εργασίας και επιβολή της απαγόρευσης ή της παροχής πρόσβασης σε γη ή εγκαταστάσεις. Στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 1425-1 N.C.Ρ.C. μπορεί να εκδοθεί injonction de faire για οποιαδήποτε μη χρηματική συμβατική ενοχή, εφόσον όλοι οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα.

Κατά την εξέταση του κατά πόσον μια εναρμονισμένη ευρωπαϊκή διαδικασία πρέπει να καλύπτει τις μη χρηματικές αξιώσεις ή όχι, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, δεδομένης της σαφέστατης αριθμητικής υπεροχής των αξιώσεων καταβολής χρηματικού ποσού στις πολιτικές δίκες, μια διαταγή εκπλήρωσης θα έχει σχετικά μικρή πρακτική σημασία σε σύγκριση με μια διαταγή πληρωμής [38]. Εκτός αυτού, οι εν λόγω αξιώσεις είναι εξ ορισμού λιγότερο πρόσφορες σε τυποποίηση, όπως η χρησιμοποίηση εντύπων και μηχανογράφησης, δεδομένου ότι η ίδια η αξίωση (και η διατύπωση μιας εκτελεστής απόφασης) απαιτεί πάντα ακριβή περιγραφή που είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί από την απλή έκφραση ενός χρηματικού αιτήματος σε ευρώ και λεπτά (ή άλλα νομίσματα).

[38] Αξίζει να σημειωθεί σχετικά ότι στη Γαλλία, η διαδικασία έκδοσης injonction de faire δε συνάντησε επιτυχία και έχει συσταθεί η κατάργησή της σε πρόταση μεταρρύθμισης του Προέδρου του Tribunal de Grande Instance των Παρισίων.

Ερώτηση 4:

Πρέπει μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να περιορίζεται σε χρηματικές αξιώσεις; Αν όχι, ποια είδη μη χρηματικών αξιώσεων πρέπει να περιλαμβάνει;

3.2.2. Πρέπει να καλύπτει η διαδικασία μόνον ορισμένα είδη αξιώσεων ή πρέπει ορισμένα είδη αξιώσεων να εξαιρούνται από τη διαδικασία;

Μεταξύ των χρηματικών αξιώσεων, αρκετά κράτη μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία [39]) δεν περιορίζουν τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής επί τη βάσει της φύσης ή της νομικής βάσης της επίδικης αξίωσης. Στα υπόλοιπα κράτη μέλη, παρατηρούνται δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του περιορισμού του πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας. Η Γαλλία και η Πορτογαλία επιτρέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής μόνον για αξιώσεις που απορρέουν από συμβατικές ενοχές, αποκλείοντας έτσι υποθέσεις που αφορούν αδικοπραξίες [40], ενώ η Γερμανία, η Φινλαδία και το Λουξεμβούργο, αντί να προσδιορίζουν τις αξιώσεις που είναι επιλέξιμες για την έκδοση διαταγής πληρωμής, απαγορεύουν την έκδοσή της σε ορισμένες σαφώς προσδιοριζόμενες περιπτώσεις [41].

[39] Η απαίτηση να μην εξαρτάται η ενοχή από αίρεση και να είναι ληξιπρόθεσμη θεωρείται αυτονόητη και δεν αποτελεί περιορισμό υπό την έννοια του παρόντος κεφαλαίου της Πράσινης Βίβλου.

[40] Στη Γαλλία, εκτός από τις συμβατικές ενοχές, το άρθρο 1405 N.C.Ρ.C. επιτρέπει την έκδοση injonction de payer για ορισμένες υποχρεώσεις εκ του νόμου, όπως οι εισφορές σε συνταξιοδοτικά ταμεία.

[41] Στο Λουξεμβούργο, η αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι απαράδεκτη για αξιώσεις που απορρέουν από μίσθωση ακινήτων ή συμβάσεις εργασίας και μαθητείας. Στη Γερμανία, οι εξαιρέσεις είναι ακόμα πιο περιορισμένες και καλύπτουν μόνον την καταναλωτική πίστη, εφόσον το επιτόκιο υπερβαίνει το όριο που τάσσει η 688 (II) (1) ZPO. Στη Φινλανδία, δεν μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία υποθέσεις για τις οποίες δεν επιτρέπεται εξώδικος συμβιβασμός των διαδίκων.

Πρέπει να υπογραμμιστεί, εντούτοις, ότι οι διαφορές που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω δεν είναι τόσο έκδηλες όσο θα περίμενε κανείς εκ πρώτης όψεως. Σχετικά, είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι πολλά κράτη μέλη θέτουν ως προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής την προσκόμιση αποδεικτικού εγγράφου για την αξίωση. Η απαίτηση αυτή είναι απίθανο να μπορεί να καλυφθεί για αξιώσεις που βασίζονται σε αδικοπρακτική ευθύνη. Συνεπώς, στην πράξη, η διαφορά μεταξύ μιας διαταγής πληρωμής που εκδίδεται μόνον για συμβατικές αξιώσεις, αφενός, ή για κάθε είδος αξίωσης αλλά υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης αποδεικτικού εγγράφου (όπως στο Βέλγιο, στην Ελλάδα, στην Ιταλία και στην Ισπανία) αφετέρου, είναι μάλλον οριακή.

Πρέπει να αναλυθεί προσεκτικά αν και σε ποια έκταση το πεδίο εφαρμογής μιας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής πρέπει να περιορίζεται σε ορισμένα είδη αξιώσεων και αν ναι, με ποια μέθοδο θα πρέπει να επιτευχθεί ο περιορισμός αυτός. Είναι αυτονόητο ότι η σαφέστερη λύση θα ήταν να επιτρέπονται όλες οι (χρηματικές) αξιώσεις, εφόσον οποιοσδήποτε περιορισμός θα γεννήσει αναπόφευκτα ερμηνευτικές δυσχέρειες όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ επιλέξιμων και μη αξιώσεων [42] και θα καταστήσει απαραίτητο τον έλεγχο από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή πριν την έκδοση της διαταγής. Οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός θα μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένος μόνον σε περίπτωση που υπάρχει αδήριτη ανάγκη αποκλεισμού ορισμένων αντικειμένων από το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας. Για παράδειγμα, η τυπική διαρθρωτική αδυναμία των καθών σε συγκεκριμένους τομείς μπορεί να κριθεί ότι θέτει σε κίνδυνο την πρόσφορη προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, παρά τη δυνατότητα αμφισβήτησης της αξίωσης και συνεπώς αποτροπής της έκδοσης εκτελεστής απόφασης.

[42] Για παράδειγμα, οι αξιώσεις αποζημίωσης λόγω προσυμβατικής ευθύνης (culpa in contrahendo) θεωρούνται συμβατικές σε ορισμένα κράτη μέλη (π.χ. Γερμανία) και αδικοπρακτικές σε άλλα (π.χ. Γαλλία).

Ερώτηση 5:

Πρέπει η διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να καλύπτει μόνον αξιώσεις που συνδέονται με ορισμένους τομείς του αστικού και του εμπορικού δικαίου, ή πρέπει να εξαιρούνται ορισμένα είδη αξιώσεων; Και στις δύο περιπτώσεις, παρακαλείσθε να επισημάνετε τις κατηγορίες αξιώσεων που πρέπει να περιληφθούν ή να εξαιρεθούν.

3.2.3. Ανώτατο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί; (ή - αν περιληφθούν οι μη χρηματικές αξιώσεις - ανώτατο ποσό της αξίωσης)

Η δυνατότητα χρησιμοποίησης της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής μπορεί να περιορίζεται, εκτός από το είδος των παραδεκτών αξιώσεων, και από τη θέσπιση ανωτάτου ποσού που μπορεί να επιδικαστεί (ή, αν πρόκειται να περιληφθούν οι μη χρηματικές αξιώσεις, ανώτατου ποσού των αξιώσεων αυτών). Ορισμένα κράτη μέλη (Αυστρία, Βέλγιο, Πορτογαλία, Ισπανία) επιτρέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής μόνον έως ένα ανώτατο ποσό [43], ενώ τα υπόλοιπα (Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Σουηδία) δεν τάσσουν κανένα τέτοιο περιορισμό [44].

[43] Tα ποσά που τίθενται ως ανώτατο όριο ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών. Είναι περίπου 1850 ευρώ στο Βέλγιο, 3750 ευρώ στην Πορτογαλία και 30.000 ευρώ στην Ισπανία. Στην Αυστρία, θεσπίστηκε πρόσφατα νέα νομοθεσία, βάσει της οποίας το ανώτατο ποσό θα αυξηθεί από 10.000 ευρώ σε 30.000 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2003.

[44] Στο Λουξεμβούργο, προβλέπονται δύο διαφορετικές διαδικασίες (ordonnance conditionelle de paiement και provision sur requκte) ανάλογα με το αιτούμενο ποσό. Η provision sur requκte, η οποία εφαρμόζεται σε αξιώσεις ύψους μεγαλύτερου των 10.000 ευρώ θεσπίστηκε το 1997 και εμπνέεται κατά μέγα μέρος από τους κανόνες που διέπουν την ordonnance conditionelle de paiement, αλλά διαφέρει από αυτή κατά το ότι είναι εν τη ουσία ασφαλιστικό μέτρο και δεν μπορεί να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

Δεδομένου ότι η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής αποσκοπεί στην αποτελεσματική και ανέξοδη εκδίκαση όχι των μικροδιαφορών, αλλά των μη αμφισβητουμένων αξιώσεων, καθώς και ότι ο μη αμφισβητούμενος χαρακτήρας μιας αξίωσης κατ' ουδένα τρόπο συνδέεται με το ύψος του αιτουμένου ποσού, η αιτιολογία οποιουδήποτε αντίστοιχου περιορισμού πρόσβασης δεν μπορεί λογικά να έγκειται παρά στην προστασία του καθού από τον κίνδυνο αναπότρεπτης βλάβης σε περίπτωση εκτέλεσης απόφασης που στη συνέχεια ανατρέπεται [45]. Εντούτοις, η αιτιολογία αυτή μοιάζει εύλογη μόνον αν η τακτική διαδικασία στην οποία θα υποχρεωθεί να προσφύγει ο αιτών προσφέρει πράγματι μεγαλύτερο βαθμό προστασίας στον αδρανούντα καθού από τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής. Αυτό είναι αμφίβολο, δεδομένου ότι όλα σχεδόν τα κράτη μέλη επιτρέπουν την έκδοση ερήμην απόφασης αν ο καθού δεν παραστεί κατά την ακροαματική διαδικασία, ανεξαρτήτως του ύψους της επίδικης αξίωσης και χωρίς λεπτομερέστερο έλεγχο του βασίμου της αξίωσης από ό,τι στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής [46]. Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι από τη συγκριτική ανάλυση της νομοθεσίας των κρατών μελών περί διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει σαφής σχέση μεταξύ της απρόσκοπτης πρόσβασης στην εν λόγω διαδικασία και της προστασίας των δικαιωμάτων του καθού. Στην πραγματικότητα, εξαιρουμένης της Αυστρίας, τα περισσότερα κράτη μέλη που δεν απαιτούν αποδεικτικό έγγραφο ή εξέταση του βασίμου της αξίωσης και επιτρέπουν την έκδοση της απόφασης από δημόσιους λειτουργούς που δεν είναι δικαστές (Γερμανία, Σουηδία, Φινλανδία) δεν προβλέπουν ανώτατο όριο για την υπαγωγή στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής. Πιθανόν, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, ο περιορισμός του αιτουμένου ποσού να μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από την καινοτομία που παρουσιάζει η διαταγή πληρωμής για τα δικονομικά συστήματα των εν λόγω κρατών μελών και τη συνακόλουθη διστακτικότητα [47].

[45] Tο αυστριακό ανώτατο όριο βασίζεται στην πρόθεση αποτροπής του κινδύνου εκμηδένισης της ύπαρξης του καθού. Στην πρόφατη συζήτηση σχετικά με την αύξηση του ανωτάτου ποσού, η σχέση μεταξύ του ύψους της αξίωσης και της ενδεχομένως αμφισβητουμένης φύσης της διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο. Το κριτήριο αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του ότι η χρησιμοποίηση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι υποχρεωτική στην Αυστρία (βλ. κατωτέρω 3.2.4). Σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη, ο αιτών αποφασίζει να επιλέξει την εν λόγω διαδικασία, αν θεωρεί πιθανότερο ότι ο καθού δεν θα προβάλει αντιρρήσεις όσον αφορά την αξίωση.

[46] Πρέπει, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη ότι γενικά, κατά της ερήμην εκδιδομένης απόφασης μπορούν να ασκηθούν τακτικά ένδικα μέσα, πράγμα που δεν ισχύει για τη διαταγή πληρωμής σε αρκετά κράτη μέλη (βλ. κατωτέρω υπό 3.3.11.2).

[47] Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην Αυστρία και στην Πορτογαλία, το ανώτατο όριο αυξήθηκε σημαντικά πρόσφατα και ότι περαιτέρω αναπροσαρμογή προς τα άνω εγκρίθηκε πρόσφατα (Αυστρία) ή είναι υπό συζήτηση.

Κατόπιν των προαναφερθεισών σκέψεων, ανακύπτει το ερώτημα αν και για ποιους λόγους θεωρείται απαραίτητο να τεθεί κάποιο όριο στο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί με τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής (και ποιο πρέπει να είναι το όριο αυτό), ή αν η διαδικασία θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται ανεξαρτήτως του ύψους της επίδικης αξίωσης.

Ερώτηση 6:

Πρέπει η διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να είναι εφαρμοστέα μόνον για αξιώσεις μέχρι ορισμένου ύψους; Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι αυτό το ανώτατο ύψος;

3.2.4. Πρέπει να είναι υποχρεωτική η χρησιμοποίηση της διαδικασίας;

Με τη μοναδική εξαίρεση της Αυστρίας, όλα τα κράτη μέλη που προβλέπουν διαταγή πληρωμής θεωρούν τη διαδικασία αυτή προαιρετική μέθοδο ικανοποίησης της αξίωσης την οποία γενικά επιλέγει ο δανειστής μόνον εφόσον έχει λόγους να πιστεύει ότι δεν θα αμφισβητηθεί το βάσιμο του αιτήματός του. Στην Αυστρία, η Mahnverfahren είναι υποχρεωτική και δεν εξαρτάται από την αίτηση του αιτούντα. Παρόλο που αυτός ο χαρακτήρας της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής ως υποχρεωτικό πρώτο βήμα κάθε διαδικασίας που αφορά χρηματικές αξιώσεις μικρότερες από το ανώτατο όριο που τάσσει η αυστριακή νομοθεσία μπορεί να εξηγηθεί από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν στο εν λόγω κράτος μέλος [48], μένει να διαπιστωθεί αν η συλλογιστική αυτή κρίνεται ενδεδειγμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια υποχρεωτική διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής θα μπορούσε να επιφέρει, αντιθέτως προς τον αρχικό στόχο της, επιπλέον καθυστερήσεις, αν οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να διέλθουν από αυτό το στάδιο, παρόλο που είναι βέβαιο εξαρχής ότι ο οφειλέτης θα αμφισβητήσει την αξίωση [49].

[48] Πριν από τη μεταρρύθμιση της Mahnverfahren το 1983, η άσκηση ανακοπής από τον καθού απλώς καθιστούσε ανίσχυρη τη διαταγή πληρωμής. Για την επιδίωξη της ικανοποίησης της αξίωσης, ο αιτών ήταν υποχρεωμένος να ασκήσει νέα αγωγή σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαδικασίας, η οποία θεωρείτο υπερβολικά δυσκίνητη, πράγμα που περιόριζε σημαντικά τη γενική αποδοχή της εν λόγω διαδικασίας. Η θέσπιση υποχρεωτικής διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, η οποία συνεχίζεται αυτομάτως ως τακτική διαδικασία αν η αξίωση αμφισβητηθεί θεωρείται προφανώς ως ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα αυτό. Παρόλα ταύτα, η υποχρεωτική κίνηση διαδικασίας μέσω της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής δεν φαίνεται να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή διαβίβαση στην τακτική διαδικασία, αν ο καθού αμφισβητήσει την αξίωση.

[49] Οι αυστριακές αρχές ισχυρίζονται, εντούτοις, ότι η υποχρεωτική φύση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής δεν επιφέρει καμμία καθυστέρηση, εφόσον η προθεσμία αμφισβήτησης της αξίωσης χρησιμεύει συγχρόνως και για την προετοιμασία της άμυνας και συνεπώς συμβάλλει στην ταχύτερη διεκπεραίωση της υπόθεσης στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας.

Ερώτηση 7:

Πρέπει η χρησιμοποίηση της διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να είναι υποχρεωτική ή πρέπει να χρησιμοποιείται προαιρετικά μόνον αν ο δανειστής πιστεύει ότι η αξίωση δεν θα αμφισβητηθεί;

3.3. Οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία

3.3.1. Διεθνής δικαιοδοσία σε διασυνοριακές υποθέσεις - Forum της κατοικίας του καθού;

Αν ο αιτών και ο καθού κατοικούν σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, η διεθνής δικαιοδοσία διέπεται από τους κανόνες του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, δυνάμει των οποίων, οι καθών ενάγονται κατά γενικό κανόνα στο κράτος μέλος κατοικίας τους (άρθρο 2 παρ. 1). Ο κανονισμός περιλαμβάνει, εντούτοις, σημαντικό αριθμό εξαιρέσεων οι οποίες είτε επιτρέπουν στον αιτούντα την εναλλακτική επιλογή ενός επιπλέον forum εκτός της κατοικίας του καθού είτε προβλέπουν ακόμα και αποκλειστική δικαιοδοσία ανεξαρτήτως της κατοικίας του καθού.

Μοιάζει χρήσιμο να εξεταστεί κατά πόσον μια νομοθετική πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίες να υπερισχύουν του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου. Θα μπορούσε να προβλεφθεί, σε διαδικασία αυτού του είδους, να χορηγείται αποκλειστική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους μέλους κατοικίας του καθού. Αυτό θα αποστερούσε τον αιτούντα από το πλεονέκτημα να είναι σε θέση να εναγάγει τον καθού στο κράτος μέλος της δικής του κατοικίας, ή τουλάχιστον στο κράτος μέλος που έχει (αποκλειστική) δικαιοδοσία για την κύρια τακτική διαδικασία στην περίπτωση άσκησης ανακοπής σε ορισμένες περιπτώσεις. Συνεπώς, αν ο καθού εκφράσει αντιρρήσεις για την αξίωση, η δίκη μπορεί να χρειαστεί να διαβιβαστεί σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον τυχόν ειδικοί κανόνες για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής δεν θα υπερισχύουν των κανόνων δικαιοδοσίας που διέπουν την τακτική διαδικασία. Αυτή η διαβίβαση θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικές διαδικαστικές δυσκολίες. Παρόλα ταύτα, τα πιθανά αυτά μειονεκτήματα που μπορεί να παρουσιαστούν σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων μπορούν να αντισταθμιστούν από την ασφάλεια δικαίου που θα προκύψει από τη θέσπιση ενός απλού και σαφούς κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας. Μια τέτοια διάταξη μπορεί να συμβάλει επίσης στην εγγύηση των δικαιωμάτων άμυνας. Ιδίως αν επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής μόνον στο κράτος μέλος κατοικίας του καθού, θα εξασφαλίσει ότι δεν θα απαιτείται η διέλευση συνόρων για την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στον καθού. Δεδομένης της ζωτικής σημασίας που έχει η κοινοποίηση του εν λόγω εγγράφου για τα δικαιώματα άμυνας [50] μπορούν έτσι να αποφευχθούν οι δυνητικές περιπλοκές και καθυστερήσεις της διασυνοριακής επίδοσης και συνεπώς να βελτιωθεί η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξετασθεί με προσοχή το κατά πόσον τα ενδεχόμενα προτερήματα ενός κανόνα δικαιοδοσίας ειδικά προς το σκοπό αυτό δικαιολογούν την παρέκκλιση από το ισορροπημένο σύστημα της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου.

[50] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά, βλ. κατωτέρω υπό 3.3.8.

Ερώτηση 8:

Πρέπει να παρασχεθεί αποκλειστική δικαιοδοσία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σε διασυνοριακές υποθέσεις στα δικαστήρια του κράτους μέλους κατοικίας του καθού;

3.3.2. Κανόνες προσδιορισμού της αρμοδιότητας στο ΚΜ του οποίου τα δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία

Όσον αφορά τη ρύθμιση της αρμοδιότητας για την έκδοση διαταγής πληρωμής στα κράτη μέλη, η νομοθεσία όσων κρατών μελών προβλέπουν αυτή τη διαδικασία ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Σε ορισμένα κράτη μέλη (Αυστρία, Ιταλία, Λουξεμβούργο) ισχύουν οι γενικοί κανόνες αρμοδιότητας της τακτικής διαδικασίας, ενώ σε άλλα προβλέπονται ειδικοί κανόνες. Σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη, τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του καθού είναι αρμόδια για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Συχνά, ο αιτών έχει τη συμπληρωματική δυνατότητα να προσφύγει στο δικαστήριο του τόπου εκπλήρωσης της επίδικης ενοχής (στις περισσότερες περιπτώσεις της εξόφλησης) ή/και του τόπου όπου πρόκειται να εκτελεστεί η διαταγή. Αξιοσημείωτη εξαίρεση από την άποψη αυτή αποτελεί η Γερμανία, όπου κατ' αρχήν, αρμόδια για την έκδοση Mahnverfahren είναι πάντα τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του αιτούντα [51].

[51] 689 (2) ZPO. Η ιδιαιτερότητα αυτή αποβλέπει πιθανόν στο να καταστήσει το σύστημα περισσότερο φιλικό προς το χρήστη για τους μαζικούς πιστωτές, στους οποίους προσφέρει το πλεονέκτημα ότι χρειάζεται να προσφύγουν σε ένα μόνον δικαστήριο για όλες τις αξιώσεις τους, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του καθού. Πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του ότι η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι αποκλειστικά έγγραφη και δεν έχει μεγάλη σημασία για τον καθού από πού λαμβάνει τη διαταγή ή πού πρέπει να ασκήσει ανακοπή. Αξίζει να σημειωθεί, εντούτοις, ότι ο κανόνας αυτός τροποποιείται από την 703 d στην περίπτωση που ο καθού δεν κατοικεί στη Γερμανία. Στην περίπτωση αυτή, η δικαιοδοσία ανατίθεται στο δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο για την κύρια υπόθεση (αν ο καθού προέβαλλε αντιρρήσεις κατά της αξίωσης) σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής ενώπιον των εργατοδικείων. Γενικά, η ύπαρξη διαφορετικών κανόνων δικαιοδοσίας για τη Mahnverfahren, αφενός, και για την τακτική διαδικασία, αφετέρου, γεννά την ανάγκη διαβίβασης της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο αν ο καθού ασκήσει ανακοπή θέτοντας έτσι σε εφαρμογή την τακτική διαδικασία.

Ασφαλώς, η ύπαρξη ταυτόσημων κανόνων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση θα διευκόλυνε τους αιτούντες που κατοικούν σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι δεν θα ήσαν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν τις ιδιομορφίες του νομικού συστήματος του κράτους μέλους διεξαγωγής της διαδικασίας. Εντούτοις, αμφισβητείται αν μια ευρωπαϊκή πράξη πρέπει να περιέχει διατάξεις για την εσωτερική κατανομή της δικαιοδοσίας στα κράτη μέλη, αλλά μάλλον θα πρέπει, σύμφωνα και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, οι κανόνες δικαιοδοσίας να περιορίζονται στον προσδιορισμό του αρμόδιου κράτους μέλους σε διασυνοριακές υποθέσεις. Εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη διαφορετικών κανόνων δικαιοδοσίας γεννά την ανάγκη ευχερούς πρόσβασης σε πληροφορίες για τους κανόνες αυτούς, για παράδειγμα μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου.

Ερώτηση 9:

Πρέπει μια ευρωπαϊκή πράξη για διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής να περιέχει κανόνες που να προσδιορίζουν τα αρμόδια δικαστήρια στο εσωτερικό των κρατών μελών; Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι αυτοί οι κανόνες;

3.3.3. Κανόνες που προσδιορίζουν ποιος ακριβώς επιφορτίζεται με τη διεξαγωγή της διαδικασίας

Μια από τις κρίσιμες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών που αποκαλούνται σχολές "απόδειξης" και "μη απόδειξης" έγκειται στο γεγονός ότι η πρώτη (Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ισπανία) αναθέτει την εξουσία έκδοσης της διαταγής πληρωμής στο αρμόδιο δικαστή, ενώ η δεύτερη (Αυστρία, Φινλανδία, Γερμανία, Πορτογαλία, Σουηδία [52]) αναθέτει την εξουσία αυτή σε δικαστικούς γραμματείς (greffier, Rechtspfleger) ή, στην περίπτωση της Σουηδίας, στους δημοσίους λειτουργούς των οργάνων εκτέλεσης.

[52] Αυτή η ανάθεση σε δικαστικούς γραμματείς σε περίπτωση μη αμφισβητούμενης αξίωσης συναντάται και σε κράτη μέλη όπου δεν υπάρχει διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, π.χ. σε διαδικασίες ερήμην στο ΗΒ.

Όπως προαναφέρθηκε, η διαφορά αυτή μπορεί να εξηγηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, λόγω της διαρθρωτικής διαφοροποίησης μεταξύ αποφάσεων που εκδίδονται μετά από συνοπτική εξέταση του βασίμου της επίδικης υπόθεσης βάσει αποδεικτικών εγγράφων και αποφάσεων που βασίζονται στο απλό συμπτωματικό γεγονός ότι ο καθού δεν αμφισβήτησε την αξίωση.

Μια σημαντική πτυχή που αφορά την επιλογή μεταξύ αυτών των μοντέλων, το συνδυασμό στοιχείων τους ή την επίλυση του συγκεκριμένου θέματος από τα κράτη μέλη, είναι ότι η δημιουργία μιας διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής από δικαστικούς γραμματείς μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ελάφρυνση του φόρτου εργασίας των δικαστών ούτως ώστε να μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους στις πραγματικά "δυσχερείς" υποθέσεις. Παρόλα ταύτα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ακόμα και αν ο καθού δεν αμφισβητήσει την αξίωση, το πρόσωπο που χειρίζεται στην πραγματικότητα τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής ενδέχεται να αντιμετωπίσει πολύπλοκα νομικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα: Έχει το εισαγωγικό της διαδικασίας έγγραφο κοινοποιηθεί δεόντως στον καθού; Έχει ο αιτών αιτιολογήσει την αξίωση κατά τρόπο αντιφατικό ή που θα μπορούσε ακόμα και να γεννήσει υπόνοιες απάτης; Έχει ο αιτών επεξηγήσει επαρκώς γιατί δικαιούται να υπολογίσει τους τόκους με επιτόκιο μεγαλύτερο από το νόμιμο; Μήπως ο καθού ο οποίος άφησε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής και ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση δεν μπόρεσε να ασκήσει έγκαιρα ανακοπή για λόγους που δεν οφείλονται σε δικό του πταίσμα; [53]; Είναι αυτονόητο ότι η ικανότητα των γραμματέων να αντιμετωπίσουν αυτή την πρόκληση εξαρτάται από το εύρος και την ποιότητα της νομικής τους κατάρτισης, η οποία φαίνεται να διαφέρει ουσιαστικά μεταξύ των κρατών μελών [54].

[53] Στην Αυστρία τουλάχιστον, οι αποφάσεις επί των αιτήσεων επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση (Wiedereinsetzung in den vorigen Stand) και η απόρριψη της ανακοπής, όπου κρίνεται ενδεδειγμένη (π.χ. αν είναι εκπρόθεσμη) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Rechtspfleger (επιφυλασσομένων των περιορισμών που επεξηγούνται στην προηγούμενη υποσημείωση), ενώ στη Γερμανία τα ζητήματα αυτά διεκπεραιώνονται από δικαστή.

[54] Στην Αυστρία και στη Γερμανία, οι δικαστικοί γραμματείς (Rechtspfleger) διαθέτουν πολυετή νομική εκπαίδευση.

Συνεπώς, αν προκριθεί η λύση της ανάθεσης εξουσίας, θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά ποια θα πρέπει να είναι τα όρια των εξουσιών των γραμματέων κατά την έκδοση της ευρωπαϊκής injonction de payer. Ορισμένα κράτη μέλη φαίνεται ότι προσπάθησαν να επιλύσουν το πρόβλημα δίνοντας τη δυνατότητα ή και αναγκάζοντας τους γραμματείς να παραπέμπουν τις "δυσχερείς υποθέσεις" στον αρμόδιο δικαστή [55]. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, θα πρέπει να διευκρινιστούν σαφώς και τα κριτήρια της υποχρεωτικής ανάμιξης δικαστή.

[55] Στην Πορτογαλία, τα ζητήματα για τα οποία ο γραμματέας διατηρεί αμφιβολίες πρέπει να κρίνονται από δικαστή. Στη φινλανδική διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, οι γραμματείς, οι οποίοι δεν διαθέτουν αναγκαστικά νομική κατάρτιση, υποχρεούνται να διαβιβάζουν τις "δυσχερείς υποθέσεις" σε νομικά καταρτισμένο προσωπικό, δηλ. σε συμβολαιογράφους ή δικαστές.

Ερώτηση 10:

Πρέπει μια νομική πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιέχει διατάξεις που να προσδιορίζουν ποιος ακριβώς (δικαστές, δικαστικοί γραμματείς) επιφορτίζεται με τη διαδικασία στο δικαστήριο και έχει την εξουσία έκδοσης διαταγής πληρωμής; Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι οι κανόνες αυτοί;

3.3.4. Aίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής

3.3.4.1. Tο περιεχόμενο της αίτησης, ιδίως όσον αφορά την περιγραφή της αξίωσης και τη νομική βάση της

Οι βασικές πληροφορίες που πρέπει να περιέχει η αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, όπως τα ονόματα και οι διευθύνσεις των διαδίκων, το αιτούμενο ποσό εντόκως και η δικαστική δαπάνη, όπου αυτό ενδείκνυται, καθώς και η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών των οποίων γίνεται επίκληση ως βάση της αξίωσης, φαίνονται μάλλον απλές και δεν μοιάζουν να επιδέχονται αμφισβήτηση. Ένα ζήτημα το οποίο ενδέχεται να προκαλέσει κάποια συζήτηση είναι το περιεχόμενο των απαιτήσεων επαρκούς περιγραφής της προέλευσης της αξίωσης. Η ισχύουσα νομοθεσία για τις διαταγές πληρωμής στα κράτη μέλη κυμαίνεται από προϋποθέσεις ταυτόσημες με εκείνες της τακτικής αγωγής (Ιταλία) έως απλή τηλεγραφική αναφορά της βάσης της αξίωσης (Σουηδία, Αυστρία, Γερμανία, Φινλανδία) [56]. Η προσέγγιση που θα επιλεγεί σχετικά συνδέεται άρρηκτα με τις αποφάσεις που θα ληφθούν για ορισμένα άλλα θεμελιώδη ζητήματα τα οποία θέτει η παρούσα Πράσινη Βίβλος. Προφανώς, η απαιτούμενη ποιότητα και λεπτομερής χαρακτήρας της αιτιολόγησης της αξίωσης εξαρτάται κατά μέγα μέρος από το βαθμό εξέτασης της αξίωσης από το δικαστήριο. Αν η διαταγή πληρωμής εκδίδεται κατόπιν (συνοπτικής) νομικής αξιολόγησης από το δικαστήριο, η εξιστόρηση των υποκειμένων πραγματικών περιστατικών που τεκμαίρεται ότι στηρίζουν την αξίωση πρέπει να είναι πλήρης σε βαθμό που να επιτρέπει την εξέτασή τους από το δικαστήριο. Αν, αντιθέτως, ο καθού φέρει την ευθύνη να προκαλέσει την εξέταση του βασίμου της αξίωσης προβάλλοντας αντιρρήσεις ενώ σε διαφορετική περίπτωση, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται χωρίς έστω και επιφανειακό έλεγχο της αιτιολογίας της, αρκεί να παρασχεθούν επαρκείς πληροφορίες ώστε να επιστρέψουν στον καθού να προσδιορίσει την αξίωση και στη συνέχεια να αποφασίσει κατά πόσον επιθυμεί να την προσβάλει ή όχι.

[56] Tο σουηδικό ενημερωτικό φυλλάδιο που προσαρτάται στο τυποποιημένο έντυπο αίτησης δίνει το εξής παράδειγμα για την απαίτηση σαφούς δήλωσης του γενεσιουργού λόγου της αξίωσης: αγορά αυτοκινήτου, αριθ. κυκλ. BMG 689 στις 19 Ιανουαρίου 1996.

Ερώτηση 11:

Ποιες πρέπει να είναι οι απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο της αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής; Ειδικότερα, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να ισχύουν για την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών των οποίων γίνεται επίκληση ως βάση της αξίωσης;

3.3.4.2. Η απαίτηση έγγραφης απόδειξης της αξίωσης

Η απαίτηση έγγραφης απόδειξης της αξίωσης έχει ήδη χαρακτηριστεί ως το κυριότερο χαρακτηριστικό στοιχείο του μοντέλου "απόδειξης" για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής. Το σαφές πλεονέκτημα της νομικής εξέτασης του βασίμου της υπόθεσης από το δικαστήριο επί τη βάσει της εξιστόρησης του αιτούντα και των αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίζει είναι η προστασία του καθού έναντι αβάσιμων αιτήσεων. Το αποτέλεσμα αυτό πρέπει να σταθμιστεί με τη μείωση της αποτελεσματικότητας που προκαλεί η ανάγκη αυτής της εξέτασης και με τη δυσκολία συμφιλίωσης της απαραίτητης υποβολής αποδεικτικών εγγράφων προς τη χρησιμοποίηση της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων. Με απλά λόγια, το ερώτημα που τίθεται σε τελευταία ανάλυση είναι κατά πόσον ο έλεγχος που διενεργείται από το δικαστήριο για το αν η αξίωση μοιάζει βάσιμη ή όχι κρίνεται απαραίτητος ή κατά πόσον μπορεί να ανατεθεί εξ ολοκλήρου στον καθού η ευθύνη να προσβάλει την αξίωση και η μη προβολή αντιρρήσεων καθεαυτή αρκεί για να δικαιολογήσει την έκδοση απόφασης υπέρ του αιτούντα.

Για να αξιολογηθεί εξαντλητικά η έννοια και οι επιπτώσεις της απαίτησης υποβολής εγγράφων αποδείξεων, έχει τεράστια σημασία να γνωρίζει κανείς πόσο χαλαρά ή περιοριστικά πρέπει να γίνει νοητή, με άλλα λόγια ποιοι τύποι εγγράφων γίνονται δεκτά ως επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αξίωση. Οι υπερβολικά αυστηρές προϋποθέσεις που φθάνουν μέχρι τη ρητή αναγνώριση της αξίωσης από τον καθού θα στερήσουν τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής από το μεγαλύτερο μέρος της πρακτικής σημασίας της. Αντιθέτως, υπερβολικά χαλαροί κανόνες ενδέχεται να αφυδατώσουν τον έλεγχο που μπορούν να διενεργήσουν τα δικαστήρια μέχρι σημείου να θέσουν εν αμφιβόλω την ίδια την αξία της έγγραφης απόδειξης. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι τα κράτη μέλη που ανήκουν στη σχολή "απόδειξης" (Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Ιταλία, Ισπανία) δεν εφαρμόζουν τα ίδια κριτήρια για το θέμα. Ο βαθμός ακρίβειας και λεπτομέρειας των διατάξεων που ασχολούνται με το θέμα ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό. Στη Γαλλία, το άρθρο 1407 NCPC περιορίζεται να τάξει την προϋπόθεση ότι η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφα που να τη δικαιολογούν [57] χωρίς καμία άλλη ένδειξη σχετικά με το τι θα μπορούσε να θεωρηθεί απαραίτητο για να πληρωθεί αυτή η προϋπόθεση, αφήνοντας έτσι τα δικαστήρια να αναπτύξουν πιο συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές μέσω της νομολογίας τους. Η βελγική νομοθεσία προχωρεί ένα ακόμα βήμα και απαιτεί έγγραφο προερχόμενο από τον καθού, το οποίο διευκρινίζει όμως ότι δεν χρειάζεται να ισοδυναμεί με αναγνώριση της αξίωσης [58]. Η ισπανική, και ιδίως η ιταλική, νομοθεσία περιέχουν μακρούς και λεπτομερείς καταλόγους και ορισμούς σχετικά με το τι αποτελεί έγγραφη απόδειξη για τους σκοπούς της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής [59]. Η λεπτομερής εξέταση όλων των εγγράφων που καλύπτουν οι εν λόγω διατάξεις υπερβαίνει τους σκοπούς της παρούσας Πράσινης Βίβλου. Αρκεί να λεχθεί εδώ ότι και στα δύο κράτη μέλη, η αξίωση μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφα που δεν φέρουν την υπογραφή του καθού, αλλά έχουν συνταγεί μονομερώς από τον αιτούντα [60].

[57] Άρθρο 1407 εδάφιο 3: "La requκte doit κtre accompagnιe des documents justificatifs ". Το άρθρο 11.2 (4) της "πρότασης Storme" το οποίο τάσσει "Η αίτηση... συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που την αποδεικνύουν" μοιάζει εξίσου ασαφής από ποιοτική, αλλά πιο απαιτητική από ποσοτική άποψη.

[58] Άρθρο 1338 του βελγικού Δικαστικού Κώδικα (γαλλική εκδοχή: "... ιcrit ιmanant du dιbiteur"). Στις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη διάταξη αυτή αναφέρθηκαν ως παραδείγματα έγκυρων εγγράφων ένα δελτίο παραγγελίας, μια απόδειξη παραλαβής υπογεγραμμένη από τον καθού και ένα τιμολόγιο που έχει γίνει αποδεκτό.

[59] Στην Ισπανία, άρθρο 812 NLEC, στην Ιταλία, άρθρα 633 - 636 c.p.c.. Και στις δύο περιπτώσεις, οι κατάλογοι δεν είναι εξαντλητικοί.

[60] Η ισπανική διάταξη δέχεται έγγραφα που προέρχονται μονομερώς από τον αιτούντα και αναφέρονται είτε σε πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης επίδικης αξίωσης ή αξιολογούνται συμπληρωματικά προς άλλο έγγραφο που αναφέρει το επίδικο ποσό, είτε σε μακροχρόνια σχέση μεταξύ των διαδίκων.

Ενόψει των διαφορών αυτών, κρίνεται ότι δεν πρέπει να υποεκτιμηθεί η πολυπλοκότητα της προσπάθειας ανάπτυξης ενός ορισμού των εγγράφων που μπορούν να γίνουν δεκτά ως αποδείξεις στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Πιθανότατα, η πτυχή αυτή πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του γενικού ερωτήματος κατά πόσον η έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής πρέπει να εξαρτάται από την προσκόμιση εγγράφων αποδείξεων για την αξίωση.

Ερώτηση 12:

Πρέπει η υποβολή εγγράφων αποδείξεων για την επίδικη αξίωση να αποτελεί προϋπόθεση για την αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής; Αν ναι, ποια είδη εγγράφων πρέπει να θεωρούνται επαρκείς αποδείξεις;

3.3.4.3. Τυπικές απαιτήσεις - η χρησιμοποίηση τυποποιημένων εντύπων

Παρόλο που πολλά κράτη μέλη τα οποία προβλέπουν διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής διαθέτουν επίσημα τυποποιημένα έγγραφα (Αυστρία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Σουηδία, Ισπανία) [61], η χρήση τους είναι υποχρεωτική μόνον σε μερικά από αυτά [62], ενώ σε άλλα αποτελεί εναλλακτική δυνατότητα αντί του αγωγικού δικογράφου [63]. Στα κράτη μέλη στα οποία μπορεί ή πρέπει να κατατεθεί δικόγραφο, οι απαιτήσεις ποικίλλουν από δικόγραφο όμοιο με αυτά που απαιτούνται στην τακτική πολιτική διαδικασία [64] έως απλουστευμένη εκδοχή που διευκρινίζει απλώς τους διαδίκους και τις κατοικίες τους, το ποσό και την προέλευση της αξίωσης [65].

[61] Στη Γαλλία, ιδιωτικοί εκδοτικοί οίκοι κυκλοφορούν τυποποιημένα έντυπα που δεν είναι επίσημα.

[62] Στην Αυστρία, στη Γερμανία (εκτός αν η διαταγή πρέπει να κοινοποιηθεί στο εξωτερικό) και στην Πορτογαλία (εκτός αν το έντυπο δεν είναι κατάλληλο για την επίδικη υπόθεση).

[63] Αυτό ισχύει στο Λουξεμβούργο, όπου είναι επίσης δυνατή η απλουστευμένη κίνηση της διαδικασίας μέσω προφορικής ή έγγραφης dιclaration au greffe (αίτησης που κατατίθεται στο τμήμα του δικαστηρίου).

[64] Iταλία.

[65] Ισπανία (άρθρο 814 NLEC).

Η χρησιμοποίηση τυποποιημένων εντύπων αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο διάρθρωσης των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την κίνηση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Μπορεί να εξυπηρετεί διαφόρους σκοπούς. Πρώτον, προσφέρει βοήθεια στον αιτούντα, ιδίως αν δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, εφοδιάζοντάς τον με πλήρη κατάλογο των θεμάτων που πρέπει να καλυφθούν ούτως ώστε η αίτηση να είναι παραδεκτή, ο οποίος μάλιστα συνοδεύεται, στην ιδανική περίπτωση, από μερικές επεξηγηματικές παρατηρήσεις για κάθε σημείο. Δεύτερον, είναι ένα σημαντικό εργαλείο που διευκολύνει τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικής επεξεργασίας στοιχείων, ιδίως αν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ηλεκτρονικής διαβίβασης της αίτησης στο δικαστήριο. Επίσης, σε διασυνοριακές υποθέσεις, η ύπαρξη πολύγλωσσων τυποποιημένων εγγράφων μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην απλούστευση και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περιορίζοντας στο ελάχιστο την ανάγκη μεταφράσεων, καθώς και το κόστος και την καθυστέρηση που συνεπάγεται. Τέλος, μια τυποποιημένη αίτηση μοιάζει να αποτελεί απαραίτητο προαπαιτούμενο για μια τυποποιημένη απόφαση, η οποία θα μπορεί στη συνέχεια να κυκλοφορήσει ελεύθερα σε ολόκληρη την Κοινότητα προς το σκοπό της εκτέλεσης.

Η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού τυποποιημένου εντύπου, εφόσον κριθεί αναγκαία ενόψει των προαναφερθεισών σκέψεων, παρουσιάζει ορισμένα τεχνικά προβλήματα. Οι εθνικοί κανόνες διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά μια σειρά θεμάτων όπως, για παράδειγμα, οι κατηγορίες δαπανών των οποίων μπορεί να ζητηθεί η επιδίκαση, και αυτό θα πρέπει πιθανότατα να αντικατοπτρίζεται στο ίδιο το τυποποιημένο έντυπο, καθώς και στις επεξηγηματικές παρατηρήσεις. Μια βιώσιμη στρατηγική για την αντιμετώπιση αυτών των περιπλοκών έγκειται ίσως στον περιορισμό της ομοιομορφίας του τυποποιημένου εντύπου στα κυριότερα ζητήματα, αφήνοντας κάποια ευελιξία στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τα υπόλοιπα ζητήματα στις εξατομικευμένες ανάγκες τους ή να περιλάβουν πρόσθετα στοιχεία.

Ερώτηση 13:

Πρέπει να είναι υποχρεωτική για την κατάθεση αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής η χρησιμοποίηση τυποποιημένου εντύπου; Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενό του;

3.3.4.4. Η ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης στο δικαστήριο και η χρησιμοποίηση ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων γενικά

Επικοινωνία μεταξύ του δικαστηρίου και των μερών

Η επικοινωνία μεταξύ του δικαστηρίου και των διαδίκων με ηλεκτρονικά μέσα, και ιδίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προσφέρει τη δυνατότητα περαιτέρω εξομάλυνσης της διαδικασίας και σημαντικής εξοικονόμησης τόσο χρημάτων όσο και χρόνου. Η χρησιμοποίησή της μοιάζει ιδιαίτερα ελκυστική σε διασυνοριακές υποθέσεις, ενόψει των σημαντικών καθυστερήσεων που σημειώνονται συχνά κατά την κανονική ταχυδρομική αποστολή ή την επίσημη κοινοποίηση εγγράφων από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Επιπλέον, η αυξανόμενη χρησιμοποίηση της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων από τα δικαστήρια των κρατών μελών κατά τη διεκπεραίωση της διαδικασίας έκδοσης διαταγών πληρωμής θα μπορούσε να διευκολυνθεί περαιτέρω από την ηλεκτρονική υποβολή (τυποποιημένων) αιτήσεων, διότι τα δικαστήρια δεν θα χρειάζεται να επαναλάβουν τη δουλειά που έχει γίνει ήδη από τον αιτούντα εισάγοντας την αίτηση στο ηλεκτρονικό τους σύστημα. Η ηλεκτρονική διαβίβαση εγγράφου από τον αιτούντα στο δικαστήριο φαίνεται να αποτελεί τεχνική μάλλον και όχι νομική πρόκληση, εφόσον δεν είναι τόσο πολύπλοκη όσο η επίσημη κοινοποίηση δικογράφων με μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

Συνεπώς, ορισμένα κράτη μέλη επιτρέπουν, ή τουλάχιστον πειραματίζονται, με την υποβολή αιτήσεων μέσω ηλεκτρονικού φορέα [66]. Όπως είναι αναμενόμενο, τα κράτη μέλη που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πρόοδο από την άποψη αυτή είναι εκείνα που χρησιμοποιούν επίσης ευρέως την ηλεκτρονική επεξεργασία δεδομένων κατά τη διεκπεραίωση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής γενικά.

[66] Στη Γερμανία, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά μόνον σε εκείνες τις δικαστικές περιφέρειες όπου η αρμοδιότητα έκδοσης διαταγών πληρωμής έχει ανατεθεί συγκεντρωτικά (βλ. ανωτέρω υπό 3.3.2, υποσημείωση 50) και διεκπεραιώνεται καθ' ολοκληρίαν με ηλεκτρονικά μέσα.

Μια νομοθετική πράξη για μια ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής δεν θα πρέπει να παρακωλύει, αλλά μάλλον να ενθαρρύνει, ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στην τεχνολογική πρόοδο, ούτως ώστε να προωθηθεί ο αποτελεσματικότερος χειρισμός των υποθέσεων, εφόσον αυτό δεν απειλεί καθ´ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα των διαδίκων για δίκαιη δίκη. Εντούτοις, φαίνεται εξαιρετικά αμφίβολο αν πρέπει μια πρόταση να επιτάσσει τη δυνατότητα χρησιμοποίησης συγκεκριμένων μεθόδων επικοινωνίας με τα δικαστήρια, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα επιβάρυνε τα κράτη μέλη που δεν έχουν αναπτύξει ακόμα την ηλεκτρονική υποδομή των δικαστικών τους συστημάτων.

Το κατά πόσον τα μέσα αυτά μπορούν να επεκταθούν και στην επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων στους διαδίκους είναι ζήτημα περαιτέρω τεχνικής εξέλιξης, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια και την αξιοπιστία της ηλεκτρονικής επικοινωνίας [67].

[67] Για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων βλέπε λεπτομερέστερα κάτωθι στο σημείο 3.3.8.

Διεκπεραίωση της υπόθεσης από το δικαστήριο

Η δυνητική χρησιμοποίηση της τεχνολογίας της πληροφορικής δεν περιορίζεται στο ζήτημα της επικοινωνίας μεταξύ του δικαστηρίου και των διαδίκων. Μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο και για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης από το δικαστήριο. Κάθε απαλλαγή από καθήκοντα που μπορούν να εκτελεστούν μηχανογραφημένα επιτρέπει στα δικαστήρια να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στα πραγματικά πολύπλοκα ζητήματα. Δεδομένου ότι οι υποθέσεις που υπάγονται στη διαδικασία των διαταγών πληρωμής είναι "εύκολες" υποθέσεις, εφόσον δεν αμφισβητούνται, καθώς και ότι θα πρέπει να υποβάλλονται στο δικαστήριο κατά τυποποιημένο τρόπο, μοιάζουν να είναι οι περισσότερο ενδεδειγμένοι υποψήφιοι για αυξημένη χρησιμοποίηση της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων.

Ήδη, ορισμένα κράτη μέλη (Αυστρία, Φινλανδία, Γαλλία, Σουηδία) εφαρμόζουν την επεξεργασία δεδομένων στις αντίστοιχες διαδικασίες τους για την έκδοση injonction de payer κατά απολύτως επικουρικό τρόπο, για την καταχώρηση των υποθέσεων, την παρακολούθηση των προθεσμιών, τον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης κλπ. Η ίδια η απόφαση επί της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής εκδίδεται από το πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με τη διαδικασία, είτε είναι δικαστής είτε δικαστικός γραμματέας. Η Γερμανία, από την άλλη πλευρά, έχει κάνει ένα ακόμα σημαντικό βήμα στη χρησιμοποίηση της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων, δεδομένου ότι η διαδικασία έχει μηχανογραφηθεί πλήρως σε ορισμένες δικαστικές περιφέρειες. Το λογισμικό που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ειδικά τυποποιημένα έντυπα επιτρέπει να ελέγχεται αυτομάτως αν ελλείπουν πληροφορίες, αν η αίτηση είναι προφανώς απαράδεκτη ή αβάσιμη ή αν υπάρχουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις (καθού κάτοικος εξωτερικού, ασυνήθιστα υψηλό επιτόκιο κλπ.) [68]. Μόνον εάν ο έλεγχος αυτός ανιχνεύσει προβλήματα, η υπόθεση παραπέμπεται στο δικαστικό γραμματέα. Διαφορετικά, το ίδιο το σύστημα εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, καθώς και, εφόσον ο καθού δεν εκφράσει αντιρρήσεις, τη δεύτερη απόφαση, τη διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης και το τιμολόγιο εξόδων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Αν ο καθού ασκήσει εγκαίρως ανακοπή, ο φάκελος διαβιβάζεται αυτομάτως στο δικαστήριο για την τακτική διαδικασία.

[68] Παρόμοιος έλεγχος πραγματοποιείται αυτομάτως και στην Αυστρία.

Από τις προηγούμενες παραγράφους πρέπει να έχει αποδειχθεί πόσο σημαντικές και πολύπλευρες είναι οι δυνατότητες της τεχνολογίας ηλεκτρονικών υπολογιστών και ηλεκτρονικής επικοινωνίας. Ενόψει του ότι τα σχετικά ζητήματα συνδέονται στενά με άλλες στρατηγικές αποφάσεις για βασικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής [69], η παρούσα Πράσινη Βίβλος θα πρέπει να χρησιμεύσει ως πλατφόρμα ευρείας συζήτησης για το ρόλο της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και επεξεργασίας δεδομένων σε μια ευρωπαϊκή νομοθετική πράξη.

[69] Είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι μια πλήρως μηχανογραφημένη διαδικασία ανάλογη προς το γερμανικό μοντέλο, όπως περιγράφεται στο κυρίως κείμενο, είναι νοητή μόνον αν το δικαστήριο δεν προβαίνει σε εξέταση του βασίμου της υπόθεσης, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον από άνθρωπο.

Ερώτηση 14:

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της τεχνολογίας ηλεκτρονικών υπολογιστών και της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων

α) στην επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίου και διαδίκων και

β) στη διεκπεραίωση της διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής από το δικαστήριο;

3.3.5. Η έκταση του ελέγχου της αξίωσης από το δικαστήριο

Μοιάζει αυτονόητο ότι το δικαστήριο στο οποίο κατατίθεται αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής υποχρεούται να ελέγξει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της αίτησης (εμπίπτει η επίδικη αξίωση στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, δηλ. πρόκειται για αξίωση αστικού δικαίου, για χρηματική αξίωση, συμπληρώθηκε σωστά το υποχρεωτικό τυποποιημένο έντυπο αίτησης, φέρει η αίτηση υπογραφή κλπ) και τη διεθνή δικαιοδοσία του [70].

[70] Σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, όταν πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους και δεν παρίσταται, το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσία του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του παρόντος κανονισμού.

Όσον αφορά το βάσιμο της υπόθεσης, εμφανίζεται για άλλη μια φορά σαφώς το χάσμα μεταξύ των αποκαλουμένων μοντέλων "απόδειξης" και "μη απόδειξης" των διαδικασιών έκδοσης injonction de payer. Κατά γενικό κανόνα, στα κράτη μέλη που ακολουθούν το μοντέλο "απόδειξης", η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί μόνον αν προκύπτει μετά από αξιολόγηση των πληροφοριών που δίδονται και των αποδεικτικών εγγράφων που προσκομίζονται από τον αιτούντα ότι η αξίωση είναι βάσιμη. Σύμφωνα με τη σχολή "μη απόδειξης", αντιθέτως, η έκδοση απόφασης υπέρ του αιτούντα δεν εξαρτάται από προηγούμενη εξέταση της αιτιολογίας της επίδικης αξίωσης [71]. Η επιλογή της μιας από τις δυο αυτές εναλλακτικές δυνατότητες συνδέεται άρρηκτα με την προτίμηση προς ένα από τα δύο συστήματα και τα γενικά προσδιοριστικά χαρακτηριστικά τους. 'Οπως επισημάνθηκε ήδη σχετικά με την απαίτηση απόδειξης της αξίωσης ή με την ανάγκη ανάμιξης δικαστή, η φιλοσοφία ανάθεσης καθ' ολοκληρία στον καθού της ευθύνης να αποτρέψει την έκδοση απόφασης εις βάρος του και να κινήσει την αντιμωλία διαδικασία ανταγωνίζεται την αρχή μιας στοιχειώδους προστασίας του καθού.

[71] Στην Αυστρία, σύμφωνα με την 448 (2) ZPO δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής αν η αξίωση δεν μπορεί να επιδιωχθεί αγωγικώς (π.χ. οφειλές από παίγνιο) ή δεν έχει καταστεί ακόμα απαιτητή. Εκτός αυτού, ελλείψει ρητής διάταξης για το θέμα, υπήρχε αμφισβήτηση στη θεωρία σχετικά με το αν και σε ποιο βαθμό πρέπει να εξετάζεται το βάσιμο της επίδικης αξίωσης. Η δικαστική πρακτική ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρη ως προς αυτό. Η νέα νομοθεσία, η οποία τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2003, διευκρινίζει ρητώς, εντούτοις, ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει συνοπτικά την αιτιολογία της αξίωσης κατά τον ίδιο τρόπο που το πράττει και πριν την έκδοση ερήμην απόφασης, δηλ. βάσει πληροφοριών που δίδονται από τον αιτούντα και δεν αμφισβητούνται.

Πριν γίνει αυτή η επιλογή, είναι ίσως χρήσιμο να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες πτυχές που αφορούν την πρακτική εφαρμογή κάθε μιας από τις δύο αυτές αρχές.

Είναι σημαντικό να έχει κανείς κατά νου ότι ακόμα και στα κράτη μέλη τα οποία δεν προβλέπουν θεσμοθετημένο έλεγχο του βασίμου της υπόθεσης υπάρχει μια "δικλείδα ασφαλείας" υπό την έννοια ότι, είτε συμφώνως προς ρητές σχετικές διατάξεις είτε προς πάγια πρακτική, οι αιτήσεις που είναι προφανώς αβάσιμες απορρίπτονται [72]. Με άλλα λόγια, η ανάγκη μιας κάποιας προστασίας των καθών που παραμένουν αδρανείς από μη σοβαρές αξιώσεις αναγνωρίζεται ακόμα και στο πλαίσιο του μοντέλου "μη απόδειξης". Μια ευρωπαϊκή νομική πράξη εμπνεόμενη από το εν λόγω μοντέλο θα πρέπει πιθανόν να περιέχει ρητό κανόνα που να προσδιορίζει τα καθήκοντα των δικαστηρίων στο θέμα αυτό όσο το δυνατόν σαφέστερα.

[72] Σύμφωνα με το τμήμα 23 του σουηδικού νόμου περί συνοπτικών διαδικασιών, "αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αξίωση του αιτούντα ... είναι αβάσιμη ή αναιτιολόγητη, η αίτηση πρέπει να τυγχάνει της ίδιας μεταχείρισης ως εάν είχε αμφισβητηθεί από τον καθού". Η θεωρία αναφέρει τα ακόλουθα παραδείγματα:

Ουσιαστικά, οι πρακτικές διαφορές μεταξύ της στοιχειώδους προστασίας που προσφέρεται με την απόρριψη των προφανώς αβάσιμων αξιώσεων και της εξέτασης της αξίωσης την οποία απαιτεί το μοντέλο "απόδειξης" από τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ορθώς μόνον αν υπήρχαν επαρκείς πληροφορίες για την έκταση του ελέγχου αυτού. Φαίνεται να αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια του μονομερούς χαρακτήρα της διαδικασίας που προηγείται της απόφασης ότι ο έλεγχος τον οποίο διενεργούν τα δικαστήρια είναι απλώς έλεγχος αληθοφάνειας ή αξιοπιστίας και όχι εις βάθος αξιολόγηση της αιτιολογίας της αξίωσης. Το κατά πόσον το δικαστήριο είναι σε θέση να διενεργήσει κάτι περισσότερο από έναν εντελώς επιφανειακό έλεγχο του βασίμου της υπόθεσης εξαρτάται κατά μέγα μέρος από τις απαιτήσεις σχετικά με την έγγραφη απόδειξη και τη φύση της περιγραφής της αξίωσης από τον αιτούντα [73]. Tο απλό γεγονός ότι σε όλα τα κράτη μέλη που ακολουθούν το μοντέλο "απόδειξης" οι δικαστές εκδίδουν injonction de payer μόνον αν κρίνουν την αίτηση βάσιμη δεν αποκλείει σημαντικές διαφοροποιήσεις στην πρακτική εφαρμογή της εν λόγω αρχής ούτε εγγυάται αφεαυτού υψηλότερο επίπεδο προστασίας του αιτούντα. Για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή ισότιμων προτύπων σε ολόκληρη την Ευρώπη, μπορεί ίσως να αποδειχθεί απαραίτητο να θεσπιστούν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά το βαθμό εξέτασης του βασίμου της υπόθεσης.

[73] Το γεγονός ότι στην Ιταλία και στην Ελλάδα το δικαστήριο μπορεί να καλέσει τον αιτούντα να υποβάλει συμπληρωματικά έγγραφα ή διευκρινίσεις όσον αφορά ορισμένες πτυχές ή λεπτομέρειες, εφόσον κρίνει την αρχική αίτηση ανεπαρκή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεικτικό ενός κάπως ενδελεχέστερου ελέγχου της αιτιολογίας της αξίωσης. Σε τελευταία ανάλυση, για να εξεταστούν λεπτομερώς τα ζητήματα αυτά, απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά τη συνήθη εφαρμογή των κανόνων αυτών σε όλα τα κράτη μέλη που ακολουθούν τη σχολή της "απόδειξης".

Ερώτηση 15:

Πρέπει να εξετάζεται η αιτιολογία της αξίωσης πριν την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής; Αν ναι, ποια θα πρέπει να είναι τα κριτήρια της εν λόγω εξέτασης;

3.3.6. Η απόφαση του δικαστηρίου για την έκδοση διαταγής πληρωμής

3.3.6.1. Πρέπει να επιτρέπεται η έκδοση μερικής διαταγής πληρωμής;

Αν η αίτηση πληροί τις τυπικές ή ουσιαστικές προϋποθέσεις μόνον όσον αφορά μέρος της επίδικης αξίωσης και όχι το σύνολό της, ανακύπτει το ερώτημα αν πρέπει να εκδίδεται διαταγή πληρωμής για το μέρος που πληροί τις απαιτήσεις [74]. Πολλά κράτη μέλη (Γερμανία, Λουξεμβούργο) απαντούν αρνητικά στο ερώτημα αυτό για τα εθνικά τους συστήματα και ακολουθούν σαφώς προσέγγιση "όλα ή τίποτα". Αν δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για το σύνολο του αιτούμενου ποσού, περιλαμβανομένων τόκων και εξόδων, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί εν όλω [75].

[74] Η περίπτωση αυτή πρέπει να διακρίνεται από την περίπτωση διαταγής πληρωμής για αξίωση η οποία στη συνέχεια αμφισβητείται μόνον εν μέρει από τον καθού.

[75] 691 (1) του γερμανικού ZPO. Στην Αυστρία, ο ίδιος κανόνας ισχύει μόνον αν η αξίωση είναι εν μέρει αβάσιμη. Αν, εντούτοις, η αίτηση είναι εν μέρει απαράδεκτη, μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για το υπόλοιπο της αξίωσης.

Το γαλλικό και το βελγικό σύστημα ακολουθούν διαφορετική προσέγγιση. Αν ο αρμόδιος δικαστής κρίνει ότι η επίδικη αξίωση αιτιολογείται μόνον εν μέρει, εκδίδει injonction de payer για το έγκυρο μέρος της αίτησης. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, αλλά ο αιτών διαθέτει δύο δυνατότητες να αντιδράσει στη μερική απόρριψη. Αν είναι αποφασισμένος να επιδιώξει την ικανοποίηση του συνόλου της αξίωσης, συμπεριλαμβανομένου του μέρους που απορρίφθηκε από το δικαστήριο, πρέπει να μην κοινοποιήσει τη διαταγή πληρωμής στον καθού και να κινήσει την τακτική διαδικασία. Αν, αντιθέτως, προχωρήσει σε κοινοποίηση και εκτέλεση της μερικής injonction de payer, παραιτείται του δικαιώματός του να κινήσει περαιτέρω δικαστική διαδικασία όσον αφορά το υπόλοιπο της αξίωσης [76].

[76] Άρθρο 1409 NCPC: "Si, au vu des documents produits, la demande lui paraξt fondιe en tout ou partie, le juge rend une ordonnance portant injonction de payer pour la somme qu'il retient. Si le juge ne retient la requκte que pour partie, sa dιcision est ιgalement sans recours pour le crιancier, sauf a celui-ci ΰ ne pas signifier l'ordonnance et ΰ procιder selon les voies de droit commun".

Θα πρέπει να σημειωθεί, εντούτοις, ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο αυτών συστημάτων ενδέχεται να μειώνονται σημαντικά στο πλαίσιο της καθημερινής εφαρμογής τους. Αν, για παράδειγμα, τα δικαστήρια, ακολουθώντας σχετική πάγια πρακτική ή ακόμα και υποχρέωση, προσφέρουν στον αιτούντα τη δυνατότητα να διορθώσει σφάλματα της αίτησης ή να την περιορίσει σε ποσό ή επιτόκιο που επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής [77] πριν την απορρίψουν, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η απόφαση κατά πόσον θα αρκεσθεί στο ποσό που κρίνεται αιτιολογημένο από το δικαστήριο ή θα προσφύγει στην τακτική διαδικασία για την ικανοποίηση της αξίωσης στο σύνολό της εναπόκειται στον ίδιο τον αιτούντα.

[77] Ανάλογη υποχρέωση προβλέπεται στη Γερμανία δυνάμει της 691 (1) ZPO.

Εν πάση περιπτώσει, και οι δύο μέθοδοι που μόλις περιγράφηκαν ακολουθούν την ίδια λογική αποφυγής της διάσπασης μιας ενιαίας υπόθεσης σε δύο διαφορετικές διαδικασίες, μια μερική διαταγή πληρωμής και μια μερική τακτική πολιτική διαδικασία και της επακόλουθης πολυπλοκότητας που θα αντιστρατευόταν τον κύριο στόχο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής να απλουστεύσει την ικανοποίηση αξιώσεων που τεκμαίρεται ότι δεν πρόκειται να αμφισβητηθούν.

Ερώτηση 16:

Πρέπει να επιτρέπεται η έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής για μέρος μόνον της επίδικης αξίωσης;

3.3.6.2. Τυποποιημένη μορφή της απόφασης

Όπως προαναφέρθηκε, η χρησιμοποίηση τυποποιημένων εντύπων για την αίτηση και την απόφαση επί της αίτησης συνδέονται στενά μεταξύ τους. Και οι δύο προσφέρουν παρόμοια πλεονεκτήματα, προφανώς βέβαια σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Ενώ το τυποποιημένο έντυπο αίτησης διευκολύνει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, η τυποποιημένη απόφαση περιορίζει τις δυσχέρειες που προκαλεί η κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.

Αν η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής πρόκειται να είναι αμέσως εκτελεστή σε άλλα κράτη μέλη, πρέπει να αναφέρει σαφώς και κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση. Για να αναφερθεί ένα μόνον παράδειγμα πρακτικών δυσκολιών, σε ορισμένα κράτη μέλη προστίθενται αυτεπαγγέλτως στην αξίωση τόκοι υπολογιζόμενοι με ορισμένο επιτόκιο, οι οποίοι δεν αναφέρονται ή μνημονεύονται απλώς στην απόφαση ως νόμιμοι τόκοι. Αυτό μπορεί να είναι αυτονόητο για τα όργανα εκτέλεσης στο κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, αλλά είναι ακατανόητο, και συνεπώς ανεκτέλεστο, στο εξωτερικό. Έτσι, μια τυποποιημένη μορφή ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής θα πρέπει να αναφέρει ρητώς το ισχύον επιτόκιο με αριθμητικούς όρους, ακόμα και αν αυτό δεν είναι απαραίτητο υπό φυσιολογικές συνθήκες δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο εκδίδεται. Για να μπορέσει να αναπτυχθεί ένα έντυπο που να ανταποκρίνεται σε αυτές τις ανάγκες όσο το δυνατόν πληρέστερα, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο για την Επιτροπή να λάβει πληροφορίες από τα κράτη μέλη και από άλλους κύκλους που διαθέτουν ανάλογη εμπειρία σχετικά με τυπικά προβλήματα του είδους που προαναφέρθηκε, τα οποία παρουσιάζονται συχνά στο πλαίσιο της εκτέλεσης αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη.

Ερώτηση 17:

Πρέπει η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να εκδίδεται σε τυποποιημένη μορφή; Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της τυποποιημένης απόφασης;

3.3.6.3. Δυνατότητα του αιτούντα να ασκήσει ένδικα μέσα κατά της (μερικής) απόρριψης της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής; Δυνατότητα υποβολής επανειλημμένων αιτήσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής;

Η κοινή πρακτική των κρατών μελών που προβλέπουν διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής φαίνεται να είναι η απαγόρευση της άσκησης ενδίκων μέσων κατά απόφασης που απορρίπτει την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής. Η απλή και πειστική εξήγηση γι' αυτή την έλλειψη ένδικου βοηθήματος έγκειται στο γεγονός ότι ο αιτών έχει πάντα τη δυνατότητα να κινήσει την τακτική πολιτική διαδικασία για την ίδια αξίωση. Αρκετά κράτη μέλη επιτρέπουν ακόμα και την υποβολή νέας αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής μετά τη διόρθωση των τυπικών ή ουσιαστικών σφαλμάτων που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης σε πρώτη φάση [78]. Θα ήταν ίσως χρήσιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο να περιληφθεί ρητή σχετικά διάταξη σε μια ευρωπαϊκή νομοθετική πράξη [79].

[78] Αυτό φαίνεται να ισχύει τουλάχιστον στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο και στη Γερμανία. Όσον αφορά τα υπόλοιπα κράτη μέλη, το γράμμα των συναφών διατάξεων δεν προβλέπει ρητώς ανάλογη δυνατότητα.

[79] Η πρόταση Storme διευκρινίζει στο άρθρο 11.4 ότι "αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση εν όλω ή εν μέρει, η απόρριψη αυτή δεν παράγει δεδικασμένο και δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα".

Ερώτηση 18:

Πρέπει να γίνεται δεκτή η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της (μερικής) απόρριψης της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής; Πρέπει να επιτρέπεται η υποβολή αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής για την ίδια αξίωση μετά την απόρριψη;

3.3.7. Ενημέρωση του καθού για τα δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του συγχρόνως με την απόφαση

Για να εξασφαλιστεί η δίκαιη δίκη, ο καθού πρέπει να σχηματίζει ακριβή εικόνα όσον αφορά τα δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του συγχρόνως με τη διαταγή πληρωμής. Κατ' ουδένα τρόπο μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι ο καθού είναι εξοικειωμένος με τα ειδικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Συνεπώς, η συνοπτική αλλά πλήρης ενημέρωση αποτελεί προαπαιτούμενο για τις σύντομες προθεσμίες και για την υπόθεση ότι μέσα σε αυτές, ο καθού μπορεί να αποφασίσει αν θα αμφισβητήσει ή όχι την αξίωση έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών χωρίς να χρειάζεται να προσφύγει σε νομικές συμβουλές. Παρόλο που το ακριβές περιεχόμενο της γνωστοποίησης αυτής ποικίλλει κάπως μεταξύ των κρατών μελών, δεν φαίνεται να υπάρχουν αντιρρήσεις ως προς τα ακόλουθα βασικά στοιχεία:

* Δυνατότητα άσκησης ανακοπής και προθεσμία, καθώς και τυπικές απαιτήσεις για την άσκηση της εν λόγω ανακοπής, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης του δικαστηρίου ή της αρχής στην οποία πρέπει να αποσταλεί το δικόγραφο της ανακοπής

* Εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής αν η αξίωση δεν αμφισβητηθεί εμπροθέσμως.

Αν η αξίωση δεν έχει εξεταστεί από το δικαστήριο ως προς την ουσία της πριν την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, θα μπορούσε να θεωρηθεί απαραίτητο να διευκρινιστεί το γεγονός αυτό στον καθού, ούτως ώστε να μην σχηματίσει την εντύπωση ότι μπορεί να βασιστεί στην αξιολόγηση της αξίωσης ως αβάσιμης χωρίς ενεργό παρέμβαση εκ μέρους του [80]. Επίσης, στην περίπτωση διαδικασίας που εξαντλείται σε ένα στάδιο χωρίς περαιτέρω δυνατότητα άσκησης τακτικού ενδίκου μέσου κατά της απόφασης εφόσον δεν ασκηθεί ανακοπή, φαίνεται ενδεδειγμένο να ενημερώνεται κατάλληλα για το γεγονός αυτό ο καθού [81].

[80] Αυτό επιτάσσει η 692 (1) αριθ. 2 του γερμανικού ZPO. Στην Αυστρία, επίσης, γνωστοποιείται στον καθού ότι η διαταγή πληρωμής βασίζεται στις πληροφορίες που έχει παράσχει ο αιτών χωρίς να έχει ελεγχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η ορθότητά τους.

[81] Σχετική υποχρέωση περιέχει το άρθρο 1413 του γαλλικού NCPC.

Η θέσπιση καθήκοντος δέουσας ενημέρωσης του καθού γεννά, ασφαλώς, το επακόλουθο ερώτημα ποιες είναι οι νομικές συνέπειες της μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση αυτή. Σχετικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένα [82], αν και όχι σε όλα, τα κράτη μέλη, η μη συμμόρφωση επιφέρει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής. Στην Αυστρία και στην Ιταλία, για παράδειγμα, η μη ορθή πληροφόρηση του καθού για την προθεσμία αμφισβήτησης της αξίωσης δεν γεννά καμία συνέπεια, διότι ο καθού θεωρείται ότι υπέχει την ευθύνη να συγκεντρώσει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την προετοιμασία της άμυνάς του και η νόμιμη προθεσμία ισχύει ανεξαρτήτως του αν έχει γνωστοποιηθεί συγχρόνως με τη διαταγή πληρωμής. Λόγω της σημαντικής αυτής διαφοράς, θα χρειαστεί οπωσδήποτε να θεσπιστεί ένας ενιαίος κανόνας στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής πράξης, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η ισότιμη προστασία των δικαιωμάτων άμυνας σε ολόκληρη την Κοινότητα.

[82] Εξαιρετικά σαφή από την άποψη αυτή είναι στη Γαλλία, το άρθρο 1413 NCPC και στο Λουξεμβούργο, το άρθρο 134 NCPC ("a peine de nullitι").

Ερώτηση 19:

Ποια στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνουν οι πληροφορίες που παρέχονται στον καθού σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του και συνοδεύουν την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής; Ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης με την εν λόγω υποχρέωση;

3.3.8. Επίδοση και κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στον καθού

Αν επρόκειτο να επισημανθεί η σημαντικότερη και πολυπλοκότερη δυνητική συνιστώσα μιας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, μια από τις πτυχές που θα συγκέντρωναν τις περισσότερες πιθανότητες θα ήταν οι κανόνες που διέπουν την επίδοση και κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στον καθού.

Η ιδιάζουσα σημασία των κανόνων επίδοσης και κοινοποίησης στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής εξηγείται εύκολα. Η επίδοση δεν αποτελεί απλώς, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς του δικονομικού δικαίου, το χρονικό σημείο εκκίνησης προθεσμιών και συνεπώς χρησιμεύει ως το σημείο αναφοράς βάσει του οποίου κρίνεται αν ο καθού αμφισβήτησε εμπροθέσμως την αξίωση. Ένα από τα χαρακτηριστικά της διαταγής πληρωμής είναι το γεγονός ότι εκδίδεται και καθίσταται εκτελεστή μόνον ελλείψει συμμετοχής του καθού στη δικαστική διαδικασία. Ισχύει το τεκμήριο ότι η αδράνεια αυτή είναι απόρροια συνειδητής απόφασης ενόψει του τρόπου με τον οποίο αξιολογεί την αιτιολογία της επίδικης αξίωσης ή εσκεμμένης περιφρόνησης των ενεργειών του δικαστηρίου. Η απουσία συγκεκριμένης αντίδρασης από τον καθού καθιστά την ορθή και έγκαιρη επίδοση των εγγράφων που τον ενημερώνουν για την επίδικη αξίωση, τα δικονομικά του δικαιώματα και υποχρεώσεις και τις συνέπειες της μη συμμετοχής τη μοναδική απόδειξη του ότι ο καθού ήταν σε θέση να προβεί στη συνειδητή επιλογή να μην ασκήσει ανακοπή.

Tα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει κανόνες για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων οι οποίοι βασίζονται σε έκδηλα αποκλίνουσες φιλοσοφίες. Ως σημείο εκκίνησης, μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια ως κοινός τόπος ότι είναι επιθυμητό να επιδίδεται ένα έγγραφο προσωπικά σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, αλλά ότι στην πράξη, είναι συχνά δύσκολο να επιτευχθεί αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτές ορισμένες υποκατάστατες μέθοδοι επίδοσης και κοινοποίησης ούτως ώστε να καταστεί λειτουργικό το σύστημα. Και όμως, τα διάφορα κράτη μέλη έχουν καταλήξει σε λύσεις οι οποίες αποκλίνουν μεταξύ τους μέχρι σημείου που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ως παράδειγμα αυτής της διαφοροποίησης, αρκεί μια σύντομη αναφορά στους αγγλικούς και στους γαλλικούς δικονομικούς κανόνες. Στην Αγγλία, η κύρια μέθοδος επίδοσης είναι η κοινή ταχυδρομική αποστολή πρώτης τάξεως χωρίς απόδειξη παραλαβής. Το σύστημα αυτό βασίζεται στο τεκμήριο ότι το έγγραφο θεωρείται ότι ελήφθη όντως τον καθού ελλείψει σχετικής απόδειξης και προϋποθέτει υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης στην αξιοπιστία της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Για τις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε προσηκόντως, το θύμα αυτής της δυσλειτουργίας διαθέτει το ένδικο βοήθημα να ζητήσει να εξαφανιστεί η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν της μη προσήκουσας επίδοσης. Σε πλήρη αντίθεση με αυτή την πραγματιστική και ανέξοδη προσέγγιση, η γαλλική νομοθεσία αναθέτει την επίδοση μιας injonction de payer αποκλειστικά σε ειδικευμένους ελεύθερους επαγγελματίες (δικαστικούς επιμελητήες/huissiers de justice) με εκτεταμένη νομική κατάρτιση οι οποίοι δεν υποχρεούνται απλώς να την επιδώσουν στον καθού, αλλά είναι υποχρεωμένοι να εξηγήσουν στον αποδέκτη και τη νομική σημασία του εγγράφου επιπλέον των γραπτών οδηγιών που περιέχονται στην ίδια τη δικαστική απόφαση. Αν ο παραλήπτης δεν μπορεί να βρεθεί και χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί υποκατάστατη μέθοδος επίδοσης, το γαλλικό δικονομικό δίκαιο αποδεικνύει την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις μεθόδους αυτές η οποία το διαπνέει αποστερώντας την επίδοση από τις περισσότερες έννομες συνέπειές της. Ακόμα και η αυτοπρόσωπη επίδοση διαταγής πληρωμής, για παράδειγμα, στο σύζυγο του καθού, δεν κινεί την προθεσμία αμφισβήτησης της αξίωσης που αρχίζει να τρέχει μόνον από την πρώτη πράξη εκτέλεσης εις βάρος περιουσιακών στοιχείων, η οποία αποτελεί το τελευταίο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να γίνει νοητό ότι ο καθού λαμβάνει γνώση της διαδικασίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γαλλικό σύστημα προσφέρει ισχυρές εγγυήσεις για τα δικαιώματα άμυνας, αλλά είναι αυτονόητο ότι η χρησιμοποίηση πλήρως εκπαιδευμένων νομικών για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων σημαίνει και ανάλογο κόστος.

Θεωρητικά, θα ήταν ίσως δυνατόν να εκπονηθεί μια νομοθετική πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής χωρίς κανόνες για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων και να αφεθούν τα συναφή ζητήματα να ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο ή, σε διασυνοριακές υποθέσεις, από το εθνικό δίκαιο σε συνδυασμό με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις [83].

[83] ΕΕ L 160, 30.06.2000, σελ. 37.

Παρόλα ταύτα, θα ήταν κάπως δύσκολο να φανταστεί κανείς μια πραγματικά ευρωπαϊκή διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής χωρίς κάποιο βαθμό προσέγγισης των κανόνων επίδοσης και κοινοποίησης. Η αυτόματη εκτελεστότητα της απόφασης σε όλα τα κράτη μέλη, η οποία πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο μιας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν μπορεί να γίνει εύκολα νοητή χωρίς κοινούς κανόνες επίδοσης και κοινοποίησης. Αυτό είναι το σαφές δίδαγμα που εξάγεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την πρόσφατα εγκριθείσα πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ομόφωνα απαραίτητο, υπό το φώς της πρακτικής σημασίας του άρθρου 27 παρ. 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 [84] ως το κυριότερο εμπόδιο για την αναγνώριση και εκτέλεση, να εξασφαλιστούν ορισμένοι ελάχιστοι κανόνες όσον αφορά την επίδοση και κοινοποίηση ως προαπαιτούμενο για την κατάργηση του exequatur. Η ίδια η πρόταση περιλαμβάνει σχετικά λεπτομερείς στοιχειώδεις απαιτήσεις για το θέμα χωρίς να γεννάται νομική υποχρέωση των κρατών μελών να προσαρμόσουν τη νομοθεσία τους σε αυτές. Η συμμόρφωση προς αυτούς τους κανόνες νοείται μάλλον ως προϋπόθεση για την αναγνώριση μιας δικαστικής απόφασης ως ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, πράγμα που με τη σειρά του, επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία της απόφασης για τους σκοπούς της εκτέλεσης.

[84] Ήδη, με μια μικρή τροποποίηση, άρθρο 34 παρ. 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2002.

Ελλείψει κοινών δεσμευτικών διατάξεων για την επίδοση και κοινοποίηση, φαίνεται αναπόφευκτο ότι η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής θα πρέπει να υπόκειται στην ίδια διαδικασία έκδοσης βεβαίωσης ή ακόμα και σε διαδικασία exequatur. Για να αποφευχθεί αυτή η δυσάρεστη συνέπεια, η οποία θα αποστερήσει τη διαδικασία από μεγάλο μέρος της ελκυστικότητάς της, τυχόν νομοθετική πρωτοβουλία θα πρέπει, κατ' αρχήν, να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός και να εγκαινιάσει την πραγματική προσέγγιση των κανόνων που διέπουν την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων [85].

[85] Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης αναφέρει στο κεφάλαιο II B 1 ότι "προκειμένου να αυξηθεί η ασφάλεια, η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα της επίδοσης και κοινοποίησης των δικαστικών πράξεων, οι οποίες αποτελούν προφανώς ένα από τα θεμέλια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ εθνικών δικαστικών συστημάτων, θα μελετηθεί η εναρμόνιση των εφαρμοστέων εν προκειμένω κανόνων ή η κατάρτιση ελαχίστων κανόνων". Η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής μοιάζει να είναι ο τομέας στον οποίο είναι περισσότερο απαραίτητη η επίτευξη προόδου.

Τα πολυάριθμα προβλήματα που γεννώνται σχετικά είναι ανοικτά για συζήτηση. Μερικά από αυτά είναι: Πρέπει η προσέγγιση να περιοριστεί στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής θεσπίζοντας έτσι ένα ξεχωριστό σύνολο κανόνων για μια ειδική διαδικασία, ή πρέπει να επεκταθεί στην επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων γενικά, πιθανόν με ξεχωριστή νομοθετική πράξη; Πρέπει να επιλεγεί η προσέγγιση των ελάχιστων κανόνων, ή πρέπει να τεθεί ο στόχος μιας ευρύτερης εναρμόνισης; Ποιες μέθοδοι επίδοσης, και ιδίως υποκατάστατης επίδοσης, πρέπει να γίνουν δεκτές; Μπορούν να χρησιμεύσουν ως έμπνευση στο θέμα αυτό οι σχετικές διατάξεις της πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου;

Στόχος της παρούσας Πράσινης Βίβλου είναι να εγκαινιάσει μια ευρεία συζήτηση για όλα τα θέματα αυτά, η οποία να εστιάζεται κατά πρώτον στην επίδοση ενός συγκεκριμένου εγγράφου, της διαταγής πληρωμής, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αλλά με δυνητικές επιπτώσεις πέραν αυτού του τομέα.

Ερώτηση 20:

Πρέπει μια νομοθετική πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει διατάξεις για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας ή πρέπει να συνοδεύεται από εναρμόνιση των κανόνων επίδοση και κοινοποίησης γενικά; Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο αυτών των κανόνων;

3.3.9. Ανακοπή εκ μέρους του καθού

3.3.9.1. Προθεσμία για την άσκηση ανακοπής

Οι προθεσμίες που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για την αμφισβήτηση της αξίωσης κυμαίνονται από μία εβδομάδα [86] έως εξήντα ημέρες [87] από την επίδοση της διαταγής πληρωμής στον καθού. Η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών προβλέπει πάνω-κάτω δύο εβδομάδες [88]. Μερικά κράτη μέλη (Ιταλία, Σουηδία) δεν τάσσουν συγκεκριμένη προθεσμία, αλλά προσθέτουν ένα μέτρο ευελιξίας επιτρέποντας στο δικαστήριο ή στην αρμόδια αρχή να προσαρμόσει, εντός ορισμένων ορίων, την προθεσμία στις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε υπόθεσης ατομικά. Η Γαλλία και η Πορτογαλία συνδέουν άμεσα τη μέθοδο επίδοσης της διαταγής πληρωμής με τη διάρκεια ή τον υπολογισμό της προθεσμίας, επιδεικνύοντας μεγαλύτερη γενναιοδωρία προς τον καθού στον οποίο η διαταγή πληρωμής δεν επιδόθηκε προσωπικά και απευθείας από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την επίδοση [89]. Στη Γερμανία, η προθεσμία υπερδιπλασιάζεται σε ένα μήνα, αν ο καθού κατοικεί στο εξωτερικό σε άλλο κράτος μέλος ή σε κράτος που έχει υπογράψει τη Σύμβαση του Λουγκάνο.

[86] Στη Γερμανία, η προθεσμία μιας εβδομάδας ισχύει μόνον για διαδικασίες ενώπιον των εργατοδικείων. Στη Σουηδία, η προθεσμία καθορίζεται εξατομικευμένα για κάθε υπόθεση, αλλά συνήθως, ένα δεκαήμερο θεωρείται επαρκές για συνήθεις υποθέσεις.

[87] Στην Ιταλία, η κανονική νόμιμη προθεσμία είναι 40 ημέρες, αλλά μπορεί να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της κρινόμενης υπόθεσης και να μειωθεί σε 10 ημέρες κατ´ελάχιστο ή να παραταθεί σε 60 ημέρες κατ' ανώτατο όριο.

[88] Bέλγιο (15 ημέρες), Φινλανδία (συνήθως 14 ημέρες), Γερμανία (14 ημέρες για διαδικασίες ενώπιον τακτικών δικαστηρίων), Ελλάδα (15 ημέρες), Λουξεμβούργο (15 ημέρες), Πορτογαλία (15 ημέρες), Ισπανία (20 ημέρες). Στη Σουηδία, η προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δύο εβδομάδες αν δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι. Στην Αυστρία, η ισχύουσα προθεσμία 14 ημερών θα αυξηθεί σε 4 εβδομάδες από την 1η Ιανουαρίου 2003, παράλληλα με την αύξηση του ανώτατου ποσού που μπορεί να επιδικαστεί με τη διαδικασία διαταγής πληρωμής σε 30.000 ευρώ. Στη Γαλλία, η προθεσμία άσκησης ανακοπής από τον καθού είναι ένας μήνας.

[89] Στην Πορτογαλία, η προθεσμία παρατείνεται στην περίπτωση αυτή κατά 5 ημέρες (δηλ. σε 20 ημέρες). Στη Γαλλία, οι συνέπειες της επίδοσης που δεν γίνεται αυτοπροσώπως στον καθού είναι πολύ σοβαρότερες, διότι η προθεσμία παραμένει αμετάβλητη, αλλά αρχίζει να τρέχει μόνον από τη στιγμή που πραγματοποιείται η πρώτη πράξη εκτέλεσης κατά της περιουσίας του καθού (άρθρο 1416 NCPC).

Από τη συνοπτική αυτή ανασκόπηση προκύπτει το ευρύ φάσμα εναλλακτικών δυνατοτήτων όσον αφορά την προθεσμία, οι οποίες αφορούν πολύ περισσότερα από τον απλό προσδιορισμό ενός αριθμού ημερών και εβδομάδων. Σε τελευταία ανάλυση, η επιλογή μιας προθεσμίας είναι μάλλον τεχνικό ζήτημα το οποίο δεν φαίνεται πιθανό να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις, ότι ο χρόνος που απαιτείται για την προετοιμασία της άμυνας αυξάνεται όσο μεγαλύτερες είναι οι τυπικές και ουσιαστικές απαιτήσεις του σχετικού δικογράφου. Επίσης, η σημασία της προθεσμίας άσκησης ανακοπής εξαρτάται κατά μέγα μέρος από το αν η όλη διαδικασία εξαντλείται σε ένα ή σε δύο στάδια. Αν ο καθού διαθέτει μια δεύτερη ευκαιρία να αμφισβητήσει την αξίωση προσβάλλοντας μια δεύτερη απόφαση που εκδίδεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας, η άσκηση εκπρόθεσμης ανακοπής κατά της πρώτης απόφασης θα πρέπει να θεωρείται απλώς ανακοπή κατά της δεύτερης απόφασης [90]. Αντιθέτως, σε μια διαδικασία που εξαντλείται σε ένα στάδιο, μόλις εκπνεύσει η προθεσμία άσκησης ανακοπής, η διαταγή πληρωμής δεν καθίσταται απλώς εκτελεστή, αλλά συγχρόνως αποκτά και ισχύ δεδικασμένου.

[90] Στη Γερμανία, όπου μετά την εκπνοή της προθεσμίας δεν καθίσταται εκτελεστή η ίδια η διαταγή πληρωμής, αλλά ακολουθεί διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του αιτούντα, η 694 ZPO τάσσει ότι η εκπρόθεσμη άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής γίνεται δεκτή εφόσον δεν έχει εκδοθεί η διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης (δηλ. η άσκηση ανακοπής αποκλείει την έκδοση της διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης ακόμα και αν κατατεθεί εκπροθέσμως) και ότι πρέπει να εκλαμβάνεται ως ανακοπή κατά της διαταγής περί προσωρινής εκτέλεσης, αν η τελευταία έχει εκδοθεί ήδη. Παρόμοια φαίνεται να είναι η κατάσταση στο Λουξεμβούργο.

Ερώτηση 21:

Ποια προθεσμία πρέπει να τάσσεται για την αμφισβήτηση της αξίωσης; Πρέπει η διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ανακοπής να επηρεάζεται από ορισμένα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και, αν ναι, από ποια;

3.3.9.2. Περιεχόμενο του δικογράφου ανακοπής

Σε πολλά κράτη μέλη (Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία), οι τυπικές όπως και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αμφισβήτησης της αξίωσης περιορίζονται στο ελάχιστο. Αρκεί να καταθέσει ο καθού έγγραφη δήλωση ότι αμφισβητεί την αξίωση χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω εξηγήσεις. Συχνά, η ίδια η διαταγή πληρωμής συνοδεύεται από ένα πολύ απλό τυποποιημένο έντυπο ανακοπής το οποίο πρέπει να συμπληρωθεί, να υπογραφεί και να επιστραφεί στο δικαστήριο [91].

[91] Στη Γερμανία, για παράδειγμα, ο καθού χρειάζεται μόνον να αναφέρει αν αμφισβητεί την αξίωση εν όλω ή εν μέρει θέτοντας Χ στα αντίστοιχα τετραγωνίδια και, στην δεύτερη περίπτωση, να διευκρινίσει ποιο τμήμα της αξίωσης αμφισβητείται.

Σε άλλα κράτη μέλη (Ιταλία, Λουξεμβούργο, Πορτογαλία, Ισπανία), εντούτοις, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον συνοπτική έκθεση των λόγων για τους οποίους αμφισβητείται η αξίωση. Στην Ιταλία μάλιστα, ο καθού υποχρεούται να προβάλει όλους τους λόγους ανακοπής του επ' απειλή απώλειας του δικαιώματος επίκλησης νέων ισχυρισμών σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Στην Αυστρία, μετά την πιο πρόσφατη μεταρρύθμιση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, η κατάθεση δικογράφου που δεν περιλαμβάνει τους λόγους ανακοπής είναι παραδεκτή μόνον στη διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για απαιτήσεις έως 10.000 ευρώ (Bezirksgericht). Σε υποθέσεις με μεγαλύτερο αίτημα (δηλ. όσες εκδικάζονται από το Gerichtshof) η απάντηση του καθού πρέπει να πληροί τους τακτικούς δικονομικούς κανόνες για το δικόγραφο αντίκρουσης [92].

[92] Δεδομένης της νομολογίας των αυστριακών δικαστηρίων στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, εντούτοις, πρέπει να αναμένεται ότι το δικόγραφο ανακοπής θα κρίνεται παραδεκτό ακόμα και αν δεν πληροί τις απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενό του. Οι συνέπειες αυτής της μη συμμόρφωσης περιορίζονται στην απώλεια του δικαιώματος προβολής ένστασης αναρμοδιότητας του δικαστηρίου σε μεταγενέστερο στάδιο και σε ορισμένες πτυχές σχετικά με τη δικαστική δαπάνη.

Μια τέτοια απαίτηση θα μπορούσε ίσως να ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου προκαλώντας μια σειρά πολύπλοκα νομικά προβλήματα αν θεωρηθεί ότι κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις στο περιεχόμενο του δικογράφου ανακοπής σχετικά με την ουσία της αξίωσης πρέπει να αποτελούν προϋπόθεση για το παραδεκτό της ίδιας της ανακοπής [93]. Η δυνατότητα του δικαστηρίου να απορρίπτει ανακοπή ως απαράδεκτη όταν δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη θα γεννούσε δυσχερή προβλήματα και δεν θα προωθούσε αναγκαστικά τη διαφάνεια και την ευχερή κατανόηση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Σε τελευταία ανάλυση, ακόμα και η προφανής έλλειψη αιτιολογίας μιας ανακοπής δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η αξίωση αμφισβητήθηκε και δεν μπορεί να θεωρηθεί μη αμφισβητούμενη, εκτός αν το δικόγραφο του καθού είναι τόσο παράλογο ώστε να μην αποτελεί καν ανακοπή. Η απόφαση για τη βασιμότητα των λόγων αμφισβήτησης της αξίωσης αφορά το ουσιαστικό μέρος της υπόθεσης και πρέπει να λαμβάνεται στο πλαίσιο της τακτικής πολιτικής διαδικασίας.

[93] Αυτό μοιάζει να ισχύει για τη φινλανδική διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, στο πλαίσιο της οποίας απαιτείται από τον καθού που επιθυμεί να αμφισβητήσει την αξίωση να εκθέσει τους λόγους της ανακοπής του και να υποδείξει τα αποδεικτικά στοιχεία που προτίθεται να προσκομίσει, ενώ η υπόθεση διαβιβάζεται στην τακτική διαδικασία μόνον εφόσον η αμφισβήτηση της αξίωσης από τον καθού είναι ευλόγως αιτιολογημένη. Κάπως ανάλογο σύστημα επικρατεί και στη Σουηδία, όπου οι αντιρρήσεις του καθού μπορούν να απορριφθούν αν είναι προφανώς αβάσιμες. Ο βαθμός διαφοροποίησης μεταξύ των δύο αυτών θέσεων εξαρτάται από την καθημερινή ερμηνεία τους και την εφαρμογή τους στην πράξη.

Θα ήταν περισσότερο κατανοητό να επιβληθεί υποχρέωση αιτιολόγησης της αμφισβήτησης σε όσο το δυνατόν πρωιμότερο στάδιο, δηλ. στο δικόγραφο της ανακοπής, όχι ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της ανακοπής, αλλά κατά τρόπο που να επιτρέπει την προσεκτική προετοιμασία και την εξομάλυνση της επακόλουθης τακτικής διαδικασίας [94]. Παρόλα ταύτα, η επιβολή αυστηρών προϋποθέσεων σχετικά δεν μπορεί να μην ασκεί επίδραση στο χρόνο που πρέπει να δοθεί στον καθού για να προβάλει τις αντιρρήσεις του. Οι πιθανές απώλειες αποτελεσματικότητας και ταχύτητας της ίδιας της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής πρέπει να σταθμιστούν προς την επωφελή επίδραση του καθήκοντος κατάθεσης αιτιολογημένου δικογράφου ανακοπής στην μετέπειτα διαδικασία.

[94] Σε αυτή τη λογική φαίνεται να βασίζεται η νέα αυστριακή λύση όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον του Gerichtshof erster Instanz.

Εφόσον η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής θεωρείται ταχεία και αποτελεσματική μέθοδος για να διευκρινιστεί αν ο καθού αμφισβητεί την αξίωση και να εκδοθεί, στην αντίθετη περίπτωση, εκτελεστή απόφαση, η προέκταση της λογικής αυτής φαίνεται να είναι ότι δεν πρέπει να ζητείται κάτι περισσότερο από ένα απλό "Όχι" για την άσκηση ανακοπής.

Ερώτηση 22:

Πρέπει το δικόγραφο της ανακοπής να πληροί κάποιες τυπικές ή ουσιαστικές απαιτήσεις; Αν ναι, ποιες πρέπει να είναι αυτές;

3.3.10. Συνέπειες της ανακοπής

Αν ο καθού αμφισβητήσει εμπροθέσμως την αξίωση, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά εκτελεστότητα. Αν ο καθού επιθυμεί την έκδοση εκτελεστής απόφασης, πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειές του στο πλαίσιο της τακτικής πολιτικής διαδικασίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι κοινά σε όλα τα συστήματα διαταγής πληρωμής [95], αλλά επιτρέπουν παρόλα ταύτα κάποια διαφοροποίηση, ιδίως όσον αφορά τα ακόλουθα δύο ζητήματα, τα οποία είναι χρήσιμο να εξεταστούν συνοπτικά.

[95] Αξίζει να αναφερθεί σχετικά ότι στο Λουξεμβούργο, η διαδικασία σχετικά με προσβληθείσα διαταγή πληρωμής μπορεί να συνεχιστεί βάσει των κανόνων της τακτικής πολιτικής διαδικασίας μόνον ενώπιον του juge de paix. Στις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του tribunal d'arrondissement, εφαρμόζονται οι κανόνες της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων (rιfιrι).

Πρώτον, τα κράτη μέλη έχουν επιλέξει διαφορετικές στρατηγικές όσον αφορά την τύχη της ίδιας της διαταγής πληρωμής μετά την άσκηση ανακοπής. Σε πολλά από αυτά (Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο) η διαταγή πληρωμής καθίσταται αντικείμενο της επακόλουθης τακτικής διαδικασίας. Με άλλα λόγια, η διαταγή πληρωμής είτε επικυρώνεται είτε εξαφανίζεται με την απόφαση. Σε άλλα κράτη μέλη, εντούτοις (Αυστρία, Γερμανία, Σουηδία [96]), η ίδια η άσκηση ανακοπής ουσιαστικά ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής και η επακόλουθη τακτική διαδικασία διεξάγεται ακριβώς σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Δεδομένου ότι η επιλογή αυτή δεν θίγει άμεσα τη διαδικασία έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αλλά μάλλον την τακτική διαδικασία που ακολουθεί την άσκηση ανακοπής, είναι αμφίβολο αν το ζήτημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής νομοθετικής πράξης. Αν αυτό κριθεί αναγκαίο, θα πρέπει να γίνει η ανάλογη επιλογή.

[96] Για τη Γερμανία και τη Σουηδία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι εφαρμόζεται σύστημα διαδικασίας σε δύο στάδια. Η πρώτη φάση της διαδικασίας, στην οποία δεν συμμετέχει ο καθού, καταλήγει στην έκδοση δικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσεται ο καθού να ικανοποιήσει την αξίωση ή να την αμφισβητήσει, η οποία όμως ουδέποτε καθίσταται εκτελεστή. Αν ο καθού δεν εξοφλήσει αλλά ούτε και αμφισβητήσει, το δικαστήριο πρέπει να εκδόσει δεύτερη απόφαση η οποία είναι εκτελεστή (στη Γερμανία, αποκαλείται Vollstreckungsbescheid ή διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης) και έχει ισχύ ισοδύναμη με εκείνη της ερήμην απόφασης. Η περιγραφή των αποτελεσμάτων της άσκησης ανακοπής στο κυρίως κείμενο ισχύει μόνον αν ο καθού αμφισβητήσει την πρώτη απόφαση. Αν αφήσει την πρώτη προθεσμία να περάσει άπρακτη και ασκήσει ανακοπή μόνον κατά της διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης, αντικείμενο της επακόλουθης τακτικής διαδικασίας αποτελεί η δεύτερη αυτή δικαστική απόφαση.

Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να αναφερθεί αφορά τη διαβίβαση στην τακτική διαδικασία, εφόσον ο καθού αμφισβητεί την επίδικη αξίωση. Σε ορισμένα κράτη μέλη (Αυστρία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία) η διαβίβαση αυτή αποτελεί αυτόματη συνέπεια της ανακοπής, ενώ σε άλλα (Γερμανία, Λουξεμβούργο, Σουηδία, Ισπανία [97]) εξαρτάται από την υποβολή εκ μέρους κάποιου από τους διαδίκους [98] σχετικού αιτήματος [99]. Δεδομένου ότι η αυτόματη συνέχιση είναι η ταχύτερη και απλούστερη λύση, η απαίτηση υποβολής συγκεκριμένου αιτήματος δεν φαίνεται να αιτιολογείται πειστικά. Μπορεί ίσως να υποστηριχθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο καθού δεν επιθυμεί να διαβιβαστεί η υπόθεση στην τακτική διαδικασία λόγω του χρόνου και της δαπάνης που συνεπάγεται αυτό, π.χ. στην περίπτωση μικροδιαφοράς, και συνεπώς επιθυμεί να περιορίσει την προσπάθεια ικανοποίησης της αξίωσής του στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής.. Για να εξευρεθεί μια βιώσιμη λύση, θα μπορούσε ίσως να τεθεί ως προϋπόθεση η υποβολή του σχετικού αιτήματος ήδη στο στάδιο της αρχικής αίτησης θέτοντας απλώς Χ στο σχετικό τετραγωνίδιο του τυποποιημένου εντύπου.

[97] Δεν είναι τυχαίο ότι η Ισπανία αναφέρεται και στις δύο κατηγορίες, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 818 NLEC, για αξιώσεις μικρότερες των 3000 ευρώ, οι διάδικοι καλούνται αυτομάτως σε προφορική συζήτηση, ενώ στην περίπτωση μεγαλύτερων αξιώσεων, ο αιτών πρέπει να υποβάλει σχετικό αίτημα. Στη Σουηδία και στην Ισπανία το δικαίωμα πρωτοβουλίας φαίνεται να περιορίζεται στον αιτούντα.

[98] Στη Γερμανία και στο Λουξεμβούργο και οι δύο διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να διαβιβάσουν την υπόθεση στην τακτική διαδικασία, διότι ο καθού μπορεί να έχει συμφέρον, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να επιτύχει την έκδοση απόφασης με ισχύ δεδικασμένου που να απορρίπτει την επίδικη αξίωση.

[99] Στην Ισπανία, στη Σουηδία και στο Λουξεμβούργο η αίτηση πρέπει να κατατεθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός, τεσσάρων εβδομάδων και έξι εβδομάδων αντιστοίχως μετά την άσκηση ανακοπής. Στη Γερμανία ( 696 (1) ZPO) και στο Λουξεμβούργο, ο αιτών μπορεί να υποβάλει το αίτημα ήδη με την αρχική αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής.

Ερώτηση 23:

Πρέπει μια πράξη περί ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να περιέχει κανόνες που να προσδιορίζουν αν η άσκηση ανακοπής καθιστά άκυρη τη διαταγή πληρωμής ή αν η διαταγή πληρωμής καθίσταται αντικείμενο της επακόλουθης τακτικής διαδικασίας; Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι αυτοί οι κανόνες;

Ερώτηση 24:

Σε περίπτωση αμφισβήτησης της αξίωσης, πρέπει να υπόθεση να μεταφέρεται στην τακτική διαδικασία αυτομάτως ή μόνον μετά από αίτηση ενός των διαδίκων;

3.3.11. Αποτελέσματα της μη εμπρόθεσμης άσκησης ανακοπής

3.3.11.1. Η ανάγκη έκδοσης νέας απόφασης - διαδικασία σε ένα ή σε δύο στάδια

Μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ των διαφόρων τύπων διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής αφορά το κατά πόσον εξαντλούνται σε ένα ή δύο στάδια.

Το μοντέλο διαδικασίας σε ένα στάδιο (Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ελλάδα [100]) χαρακτηρίζεται από το ότι το δικαστήριο εκδίδει μία μόνον απόφαση επί της ουσίας της αξίωσης, τη διαταγή πληρωμής η οποία εκδίδεται μετά τη φάση της διαδικασίας στην οποία δεν συμμετέχει ο καθού. Αν η προθεσμία άσκησης ανακοπής εκπνεύσει χωρίς ο καθού να αμφισβητήσει την αξίωση, αυτή η μία και μόνη απόφαση καθίσταται εκτελεστή. Γενικά, η εκπνοή της προθεσμίας και η συνακόλουθη εκτελεστότητα απλώς πιστοποιούνται από δικαστικό γραμματέα ο οποίος προβαίνει στην περιαφή του εκτελεστήριου τύπου (formule exιcutoire) στη διαταγή πληρωμής [101].

[100] Το άρθρο του Γ. Νικολόπουλου, Order for Payment in Greece στο έργο των Walter Rechberger/Georg Kodek (eds.), Orders for payment in the European Union, Kluwer Law International 2001, σελ. 165, 167 δεν είναι απολύτως σαφές όσον αφορά το σημείο αυτό, διότι επισημαίνει ότι ο αιτών μπορεί να κοινοποιήσει τη διαταγή πληρωμής στον καθού εκ νέου, πράγμα που έχει ως συνέπεια μια νέα προθεσμία δέκα ημερών για την αμφισβήτηση της αξίωσης. Αν η δεύτερη αυτή κοινοποίηση είναι προαιρετική, όπως μπορεί να θεωρηθεί από τη διατύπωση του συγγραφέα, είναι ασαφές γιατί ο αιτών, ο οποίος διαθέτει ήδη τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση, θα επιλέξει να δημιουργήσει μια νέα δυνατότητα άσκησης ανακοπής. Αν η δεύτερη κοινοποίηση είναι στην πραγματικότητα υποχρεωτική, η ελληνική διαταγή πληρωμής θα πρέπει να υπαχθεί στις διαδικασίες σε δύο στάδια.

[101] Στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 1422 NCPC, η περιαφή του εκτελεστήριου τύπου δεν πραγματοποιείται αυτομάτως από το δικαστήριο, αλλά εξαρτάται από την υποβολή αυτοτελούς αίτησης από τον καθού. Στην Αυστρία, η ισχύς δεδικασμένου και η εκτελεστότητα δεν πιστοποιείται από το διοικητικό προσωπικό του δικαστηρίου, αλλά από δικαστή ή Rechtspfleger. Η ίδια η πιστοποίηση αυτή μπορεί φυσιολογικά να προσβληθεί οποτεδήποτε ( 7 (3) EO).

Στα υπόλοιπα κράτη μέλη που προβλέπουν διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής (Βέλγιο, Φινλανδία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Σουηδία), η ίδια η αρχική διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να καταστεί εκτελεστή, αλλά πρέπει να ακολουθηθεί από δεύτερη εκτελεστή απόφαση, η οποία αναφέρεται στη συνέχεια ως "διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης" [102]. Ο επιπλέον φόρτος που επιβάλλεται στον καθού, και ιδίως στο δικαστήριο από το γεγονός και μόνον ότι εκδίδεται δεύτερη απόφαση ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και εξαρτάται από τις δικονομικές λεπτομέρειες της εθνικής νομοθεσίας. Αν, όπως στο Λουξεμβούργο, τόσο η διαταγή πληρωμής όσο και η διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης πρέπει να εκδοθούν από δικαστή, αυτό σημαίνει ότι η ίδια υπόθεση πρέπει να κριθεί από δικαστή δυο φορές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Έτσι, η εκδίκαση απλών και μη αμφισβητουμένων υποθέσεων, η οποία αποτελεί έναν από τους κύριους στόχους της διαταγής πληρωμής σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευκολότερη για τους δικαστές. Αν, εντούτοις, η διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης εκδίδεται από δικαστικό γραμματέα, όπως στη Γερμανία, ή από το όργανο εκτέλεσης, όπως στη Σουηδία, η πρακτική διαφορά μεταξύ της έκδοσης διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης και της περιαφής formule exιcutoire στο πλαίσιο διαδικασίας σε ένα στάδιο μπορεί να είναι αμελητέα.

[102] Στη Σουηδία και στη Φινλανδία, το πρώτο στάδιο δεν έγκειται σε διαταγή πληρωμής, αλλά σε διαταγή να απαντήσει ο καθού και να δηλώσει αν δέχεται ή αμφισβητεί την επίδικη αξίωση. Συνεπώς, το πρώτο στάδιο δεν αποτελεί διαταγή πληρωμής κατά κυριολεξία. Παρόλα ταύτα, το κοινό προσδιοριστικό χαρακτηριστικό όλων των διαδικασιών σε δύο στάδια είναι ότι το δικαστήριο (ή, στη Σουηδία, το όργανο εκτέλεσης) πρέπει να κρίνει το ζήτημα δύο φορές και μόνον το δεύτερο στάδιο καταλήγει σε εκτελεστή απόφαση. Έτσι, για λόγους απλούστευσης, οι όροι "διαταγή πληρωμής" και "διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης" χρησιμοποιούνται στο εξής για την περιγραφή του πρώτου και του δευτέρου σταδίου όλων των διαδικασιών σε δύο στάδια, παρόλο που δεν είναι τεχνικά ορθοί για τα δύο αυτά κράτη μέλη.

Εφόσον, γενικά, το μοντέλο διαδικασίας σε ένα στάδιο φαίνεται να προσφέρει περισσότερες δυνατότητες αποτελεσματικότητας, πρέπει να αναλυθεί αν υπάρχουν πειστικοί ή ακόμα και επιτακτικοί λόγοι για την εισαγωγή δεύτερου σταδίου ή όχι. Αν ο κύριος στόχος είναι να αναγκαστεί ο αιτών να δηλώσει αν έχει πραγματοποιηθεί εμπροθέσμως μερική ή ολική εξόφληση [103], μπορεί να σκεφθεί κανείς άλλους τρόπους γι' αυτό που να μην απαιτούν την έκδοση δεύτερης δικαστικής απόφασης. Ένας άλλος πιθανός λόγος, η κίνηση της προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων από την έκδοση διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης συναρτάται με την αναγκαιότητα της πρόβλεψης ανάλογων ενδίκων μέσων, η οποία εξετάζεται αμέσως κατωτέρω.

[103] Στη Γερμανία και στο Λουξεμβούργο, η διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης εκδίδεται μόνον μετά από αίτηση του αιτούντα, η οποία πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο το αργότερο έξι μήνες μετά το πέρας της προθεσμίας εξόφλησης ή άσκησης ανακοπής. Στη Γερμανία, συμφώνως προς την 699 (1) ZPO, η αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί πριν το πέρας της εν λόγω προθεσμίας και πρέπει να αναφέρει αν ο καθού έχει καταβάλει κάποιο ποσό έναντι της επίδικης αξίωσης και ποιο είναι αυτό.

Ερώτηση 25:

Μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής πρέπει να εξαντλείται σε ένα ή σε δύο στάδια, δηλ. πρέπει να καθίσταται εκτελεστή η αρχική απόφαση, ή πρέπει να απαιτείται η έκδοση δεύτερης απόφασης ("διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης") μετά το πέρας της προθεσμίας αμφισβήτησης της αξίωσης;

3.3.11.2. Ένδικα μέσα κατά της διαταγής πληρωμής

Υπάρχει σαφής σχέση ανάμεσα στην επιλογή διαδικασίας σε ένα ή σε δύο στάδια και στην πρόβλεψη δεύτερης πιθανότητας αμφισβήτησης της αξίωσης μέσω τακτικού ενδίκου μέσου μετά το πέρας της προθεσμίας άσκησης ανακοπής [104]. Ενώ στα κράτη μέλη που ακολουθούν το μοντέλο διαδικασίας σε ένα στάδιο η διαταγή πληρωμής καθίσταται εκτελεστή και τελεσίδικη συγχρόνως, εφόσον δεν την προσβάλει ο καθού, όλες οι περιπτώσεις διαδικασιών σε δύο στάδια στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρουν στον καθού μια δεύτερη ευκαιρία να αμφισβητήσει την αξίωση και να διαβιβάσει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία προσβάλλοντας τη διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης [105]. Συνεπώς, τα δύο ζητήματα πρέπει να εξεταστούν από κοινού.

[104] Αυτό δεν αποκλείει, ασφαλώς, τη δυνατότητα άσκησης έκτακτων ενδίκων μέσων, όπως αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μετά την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της αξίωσης αν, για παράδειγμα, ο καθού δεν έχει όντως λάβει γνώση της διαταγής πληρωμής για λόγους που δεν οφείλονται σε δικό του πταίσμα και συνεπώς, δεν είχε την ευκαιρία να ασκήσει ανακοπή.

[105] Σε αυτά τα κράτη μέλη, η απόφαση έχει γενικά την ίδια ισχύ με ερήμην εκδιδόμενη απόφαση και υπόκειται στα ίδια τακτικά ένδικα μέσα όπως και οι ερήμην αποφάσεις. Στη Γερμανία, μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά της διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης Vollstreckungsbescheid) έως και δύο εβδομάδες μετά την κοινοποίηση (μία εβδομάδα για υποθέσεις που υπάγονται στα εργατοδικεία). Στο Λουξεμβούργο, μπορεί να ασκηθεί opposition έως και 15 ημέρες μετά την κοινοποίηση. Στη Σουηδία, ο καθού μπορεί να ζητήσει την αποκαλούμενη επανάκριση της υπόθεσης έως και ένα μήνα μετά την έκδοση της διάταξης. Δυνάμει του άρθρου 1343 (3) του βελγικού Code Judiciaire, ο καθού μπορεί να επιλέξει μεταξύ δύο διαφορετικών μεθόδων προσβολής της απόφασης, είτε με έφεση (δικαστική αναθεώρηση από ανώτερο δικαστήριο, το εφετείο) ή με ανακοπή (η οποία οδηγεί σε αντιμωλία διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που έχει εκδόσει την απόφαση). Στη Φινλανδία, η απόφαση αποκαλείται απόφαση εκδιδόμενη ερήμην και η επίδοσή της στον καθού πραγματοποιείται συνήθως στο πλαίσιο της ίδιας της εκτέλεσης. Μετά την επίδοση, ο καθού μπορεί να ασκήσει έφεση εντός 30 ημερών.

Όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη μιας επιπλέον δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βαθμό αντιστάθμιση λόγω της μη απαίτησης έγγραφης απόδειξης και της μη εξέτασης του βασίμου της αξίωσης από δικαστή πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Αλλά σε ορισμένα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το μοντέλο διαδικασίας σε ένα στάδιο και δεν επιτρέπουν περαιτέρω ένδικα μέσα (Αυστρία [106], Πορτογαλία) η επίδικη αξίωση δεν αξιολογείται νομικά καθ' οιονδήποτε τρόπο από το δικαστήριο. Αντιστρόφως, στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο, μπορούν να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά της διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης που εκδίδεται μετά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, παρόλο που έχει εκδοθεί από δικαστή μετά από νομική αξιολόγηση βασιζόμενη σε έγγραφη απόδειξη. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου κατά διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης στο πλαίσιο διαδικασίας σε δύο στάδια δεν σημαίνει αυτομάτως καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, και ιδίως των δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζουν οι κανόνες περί επίδοσης και κοινοποίησης εγγράφων. Αν η επιταγή αυτή κινεί την προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου, θα πρέπει να επιδίδεται επισήμως στον καθού, ακριβώς όπως και η διαταγή πληρωμής [107]. Η πιθανότητα να ανακύψουν προβλήματα κατά την επίδοση εγγράφου δεν φαίνεται να μειώνεται εκ μόνου του λόγου ότι έχει κοινοποιηθεί προηγουμένως άλλο έγγραφο στο ίδιο πρόσωπο. Έτσι, παρά την επιτυχή γνωστοποίηση της ύπαρξης της διαταγής πληρωμής στον καθού, το δικαστήριο μπορεί να χρειαστεί να κρίνει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων, διότι η διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης δεν ελήφθη από τον καθού. Αν η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε προσηκόντως στον καθού, ο οποίος έχει ενημερωθεί δεόντως για τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της ανυπαρξίας δυνατότητας άσκησης ενδίκου μέσου εφόσον παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής, τίθεται το ερώτημα γιατί να χρειάζεται να του δοθεί άλλη μια ευκαιρία να αμφισβητήσει την αξίωση με τη μορφή τακτικού ενδίκου μέσου. Από την άλλη πλευρά, η υποθετική πρόβλεψη διαδικασίας σε ένα στάδιο χωρίς δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων και χωρίς εξέταση της αξίωσης από το δικαστήριο αναμφίβολα επιρρίπτει μεγάλη ευθύνη, ή, όπως εύλογα μπορεί να ισχυριστεί κανείς, υπερβολικά μεγάλη ευθύνη σε καθών όπως οι καταναλωτές που δεν είναι εξοικειωμένοι με τους κανόνες οι οποίοι διέπουν τις δικαστικές διαδικασίες.

[106] Όσον αφορά την Αυστρία, η πληροφορία αυτή ισχύει μόνον μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2002, εφόσον μετά την ημερομηνία αυτή, τα δικαστήρια θα πρέπει να εξετάζουν συνοπτικά το βάσιμο της αξίωσης. Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά, βλ. ανωτέρω υπό 3.3.5.

[107] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη Φινλανδία, η επίδοση της δεύτερης απόφασης εναπόκειται στον αιτούντα και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση, αλλά συνήθως λαμβάνει χώρα συγχρόνως με την έναρξη της εκτέλεσης. Αυτό θα μπορούσε ίσως να μειώσει την πιθανότητα να ανακύψουν προβλήματα, διότι είναι ίσως πιο εύκολο να επισημανθεί η στιγμή κατά την οποία ο καθού έλαβε γνώση πέραν πάσης αμφισβητήσεως της ύπαρξης εκτελεστής απόφασης από ό,τι η απλή κοινοποίηση εγγράφου.

Ερώτηση 26:

Πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα άσκησης τακτικών ενδίκων μέσων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ή, σε περίπτωση διαδικασίας σε δύο στάδια, κατά διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης) μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής;

3.3.11.3. Ισχύς δεδικασμένου της απόφασης

Στα περισσότερα κράτη μέλη (Αυστρία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία και, εν μέρει, στο Λουξεμβούργο [108]), ανεξαρτήτως του αν η διαδικασία εξαντλείται σε ένα ή σε δύο στάδια, η εκτελεστή απόφαση που εκδίδεται από δικαστήριο έχει ισχύ δεδικασμένου εφόσον ο καθού δεν αμφισβήτησε την αξίωση και δεν άσκησε εμπροθέσμως ένδικα μέσα κατά της διαταγής πληρωμής σε εκείνα τα κράτη μέλη στα οποία αυτό επιτρέπεται. Αφού επισημανθεί ότι μια εις βάθος συζήτηση νομικής φιλοσοφίας είναι απρόσφορη για τους σκοπούς της παρούσας Πράσινης Βίβλου, η ισχύς δεδικασμένου πρέπει να γίνει νοητή ως η οριστική επίλυση της υπό κρίση αγωγής μεταξύ των διαδίκων η οποία δεν αντικατοπτρίζεται μόνον από την αδυναμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης, αλλά και από την αδυναμία επανεξέτασης της απόφασης αυτής σε μετέπειτα δικαστική διαδικασία.

[108] Στο Λουξεμβούργο, η διαδικασία ενώπιον του tribunal d'arrondissement είναι διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και συνεπώς η σχετική απόφαση έχει μόνον προσωρινή ισχύ. Μόνον οι διαταγές πληρωμής που εκδίδονται από τον juge de paix μπορούν να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου.

Το Βέλγιο και η Πορτογαλία αποτελούν εξαίρεση, υπό την έννοια ότι στα εν λόγω κράτη μέλη ο καθού συνεχίζει να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την ύπαρξη ή την αιτιολογία της επίδικης αξίωσης αφού η διαταγή πληρωμής καταστεί ανέκκλητη, είτε στη μετέπειτα τακτική διαδικασία [109] είτε προσβάλλοντας την εκτέλεση της απόφασης [110].

[109] Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται στο Βέλγιο.

[110] Όσον αφορά την Πορτογαλία, δεδομένου ότι ισχύ δεδικασμένου μπορούν να αποκτήσουν μόνον αποφάσεις, ενώ η διαταγή πληρωμής που εκδίδεται από δικαστικό γραμματέα χωρίς εξέταση της αξίωσης δεν ισοδυναμεί με απόφαση και ελλείψει κάποιας ρητής διάταξης που να ρυθμίζει το δεδικασμένο, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο καθού μπορεί να στηρίξει την ανακοπή του κατά της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής στην ανυπαρξία της οφειλής.

Για να εξασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και να παρασχεθεί μια διαδικασία που δεν είναι προσωρινή, αλλά οδηγεί σε οριστική απόφαση για το θέμα, φαίνεται σκοπιμότερο να αποκλειστεί η δυνατότητα αμφισβήτησης της διαταγής πληρωμής ακόμα και μετά την πάροδο των προθεσμιών άσκησης ανακοπής ή/και ενδίκων μέσων, εκτός αν η δυνατότητα αυτή ενισχύεται ή επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους [111]. Πρέπει εντούτοις να ληφθεί υπόψη ότι οκτώ από τα δέκα κράτη μέλη που διαθέτουν διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής αποδίδουν με επιτυχία στην απόφαση αυτού του είδους ισχύ δεδικασμένου. Εφόσον τα δικαιώματα άμυνας προστατεύονται προσηκόντως από τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες, η αναγνώριση ισχύος πραγματικά τελεσίδικης απόφασης σε μια διαταγή πληρωμής δεν πρέπει να αποτελεί μείζον εμπόδιο.

[111] Αυτό δεν αποκλείει, ασφαλώς, τη δυνατότητα άσκησης έκτακτων ενδίκων μέσων, όπως αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση μετά την εκπνοή της προθεσμίας προβολής προβολής ενστάσεων ή άσκησης ενδίκων μέσων (relθvement de forclusion, Wiedereinsetzung in den vorigen Stand), για παράδειγμα, αν αποδειχθεί ότι η διαταγή πληρωμής δεν κοινοποιήθηκε προσηκόντως στον καθού, ο οποίος συνεπώς δεν έλαβε γνώση της ύπαρξής της για λόγους που δεν οφείλονται σε δικό του πταίσμα.

Ερώτηση 27:

Πρέπει μια ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να αποκτά ισχύ δεδικασμένου μετά την πάροδο των προθεσμιών άσκησης ανακοπής ή/και ενδίκων μέσων;

3.3.12. Κανόνες για την παράσταση δικηγόρου;

Το ζήτημα του αν και σε ποιο βαθμό είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής επιλύεται με εντελώς διαφορετικούς τρόπους από τα κράτη μέλη και συνδέεται άρρηκτα με τα γενικά συστήματα που ακολουθούν όσον αφορά την ανάγκη παράστασης δικηγόρου στις δικαστικές διαδικασίες γενικά. Στην Ιταλία, στο Βέλγιο και στην Ελλάδα, το καθήκον εκπροσώπησης από δικηγόρο είναι γενικό και ισχύει τόσο για την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής όσο και για την άσκηση ανακοπής. Στη Φινλανδία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στο Λουξεμβούργο, στην Πορτογαλία και στη Σουηδία, η παράσταση δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική ούτε για τον αιτούντα ούτε για τον καθού. Στην Ισπανία, η αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής μπορεί να κατατεθεί χωρίς την παράσταση δικηγόρου, αλλά το δικόγραφο ανακοπής πρέπει να υπογράφεται από δικηγόρο, εφόσον αυτό απαιτείται δυνάμει των γενικών κανόνων υποχρεωτικής παράστασης στην τακτική διαδικασία [112]. Στην Αυστρία, τέλος, ο αιτών πρέπει να εκπροσωπείται από δικηγόρο αν η επίδικη αξίωση υπερβαίνει το όριο πάνω από το οποίο είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου στην τακτική διαδικασία, ενώ ο καθού μπορεί πάντα να ασκήσει ανακοπή ο ίδιος και χρειάζεται δικηγόρο μόνον κατά την επακόλουθη τακτική διαδικασία [113].

[112] Άρθρα 814 (2) και 818 (1) NLEC.

[113] Tο όριο ανέρχεται σήμερα σε 4000 ευρώ. Από την 1η Ιανουαρίου 2003, το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής πρόκειται να επεκταθεί και σε απαιτήσεις μεταξύ 10.000 και 30.000 ευρώ, για τις οποίες η παράσταση δικηγόρου είναι υποχρεωτική και για τους δύο διαδίκους, όπως και για την άσκηση της ανακοπής. Στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής ενώπιον των πρωτοβάθμιων εργατοδικείων, εντούτοις, η παράσταση δικηγόρου είναι προαιρετική και για τους δύο διαδίκους, ανεξαρτήτως του ποσού της αξίωσης.

Παρόλο που δεν είναι αυτονόητο ότι μια ευρωπαϊκή νομοθετική πράξη για μια ειδική διαδικασία πρέπει να περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τη (μη) υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου και συνεπώς να συγκρούεται αναπόφευκτα με τους συναφείς κανόνες που ισχύουν σε κάποιο κράτος μέλος, μπορεί να θεωρηθεί σκόπιμο να θεσπιστούν όσο το δυνατόν χαλαρότερες προϋποθέσεις για την άσκηση ανακοπής και να απαλλαγεί ο καθού από την υποχρέωση να εκπροσωπείται από δικηγόρο για την απλή άρνηση του τεκμηρίου μη αμφισβήτησης της επίδικης αξίωσης.

Ερώτηση 28:

Πρέπει μια πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει κανόνες για τη μη υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου κατά τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής; Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι οι κανόνες αυτοί;

3.3.13. Κανόνες για τη δικαστική δαπάνη (δικαστικά τέλη, άλλα έξοδα) και την επιδίκασή της

Για να καταστεί δυνατή η πλήρης εκτέλεση μιας διαταγής πληρωμής σε άλλα κράτη μέλη των οποίων τα όργανα εκτέλεσης δεν είναι εξοικειωμένα με τη συναφή νομοθεσία του κράτους μέλους προέλευσης και πολύ περισσότερο με τον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης που πρέπει να εισπραχθεί, η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής θα πρέπει να περιλαμβάνει ρητώς την εν λόγω δικαστική δαπάνη κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση. Λόγω των μεγάλων διαφορών που παρατηρούνται από την άποψη αυτή στις νομοθεσίες των κρατών μελών [114] αμφισβητείται κατά πόσον είναι σκόπιμο να προταθούν ουσιαστικοί κανόνες για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων σε μια νομοθετική πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής λόγω του ότι υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθούν αντιφάσεις μεταξύ των διατάξεων αυτών και του δικαίου που ισχύει για την τακτική διαδικασία.

[114] Ως παράδειγμα αυτών των διαφορών αρκεί να αναφερθεί η Σουηδία, όπου δυνάμει των άρθρων 46 και 48 του Νόμου περί συνοπτικών διαδικασιών και κυβερνητικής απόφασης, η δυνατότητα του αιτούντα να αποζημιωθεί για τα έξοδα στα οποία προέβη περιορίζεται, διότι ο καθού δεν μπορεί να υποχρεωθεί να τον αποζημιώσει για την εργασία του και για νομικές συμβουλές πέραν ορισμένου μικρού ποσού (σήμερα, 315 σουηδικές κορώνες).

Αντ' αυτού, φαίνεται μάλλον προτιμότερο να καταβληθεί προσπάθεια ώστε να επισημανθούν ορισμένα μεμονωμένα ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, τα οποία διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αποτελεσματικότητάς της από άποψη κόστους και της ελκυστικότητάς της για τους διαδίκους. Για παράδειγμα, μπορεί να θεωρηθεί ότι αξίζει τον κόπο να εξασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης της αξίωσης από τον καθού, η διαδικασία έκδοσης της διαταγής πληρωμής δεν θα συνεπάγεται επιπλέον δαπάνη για τους διαδίκους, αλλά ότι τα δικαστικά τέλη καθώς και η αμοιβή των δικηγόρων θα καλύπτεται από τα έξοδα που θα υπολογιστούν για την επακόλουθη τακτική διαδικασία, δεδομένου ότι, σε διαφορετική περίπτωση, οι αιτούντες μπορεί να αποθαρρύνονται να επιλέξουν τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής αποκλειστικά και μόνον για λόγους δαπάνης.

Ερώτηση 29:

Πρέπει μια πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει διατάξεις που να αφορούν τα έξοδα της διαδικασίας και την κάλυψή τους; Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι οι κανόνες αυτοί;

3.3.14. Eκτέλεση

Παρόλο που οι κανόνες που διέπουν την εκτέλεση δεν φαίνεται σε γενικές γραμμές να απαιτούν προσέγγιση για τους σκοπούς του παρόντος, αξίζει να μελετηθούν οι ακόλουθες δύο πτυχές.

3.3.14.1. Προσωρινή εκτελεστότητα

Οι τύποι προβλημάτων που γεννώνται όσον αφορά την προσωρινή εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής εξαρτώνται κατά μέγα μέρος από το κατά πόσον η διαδικασία εξαντλείται σε ένα ή σε δύο στάδια και από το συναφές ζήτημα της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων κατά της διαταγής. Στην περίπτωση διαδικασίας σε ένα στάδιο, αν η διαταγή αποκτά αμέσως ισχύ δεδικασμένου αφής στιγμής παρέλθει η προθεσμία αμφισβήτησης της αξίωσης και δεν επιτρέπεται περαιτέρω ένδικο μέσο, υπάρχει δυνατότητα προσωρινής εκτελεστότητας μόνον πριν παρέλθει η εν λόγω προθεσμία ή μετά την άσκηση ανακοπής. Κατά γενικό κανόνα και με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της Ελλάδας [115], τα κράτη μέλη που προβλέπουν ένα στάδιο διαδικασίας (Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία) δεν καθιστούν προσωρινά εκτελεστή την ίδια τη διαταγή, αλλά απαιτούν πάροδο της προθεσμίας πριν καταστεί δυνατή η περιγραφή του εκτελεστήριου τύπου. Προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις για αξιώσεις που βασίζονται σε πολύ ισχυρές έγγραφες αποδείξεις, όπως επιταγή ή συναλλαγματική που προσκομίζεται στο δικαστήριο [116]. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, και σε όσες περιπτώσεις αυτή δεν καθιστά άνευ ετέρου ανίσχυρη την διαταγή πληρωμής [117], η διαταγή δεν καθίσταται προσωρινά εκτελεστή [118].

[115] Εκεί, ο καθού ο οποίος ασκεί ανακοπή μπορεί να ζητήσει την αναστολή εκτελεστότητας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την υπόθεση.

[116] Άρθρο 642 του ιταλικού C.Ρ.C. ο οποίος προβλέπει επίσης στο άρθρο 649 τη δυνατότητα αναστολής της προσωρινής εκτελεστότητας μετά από αίτηση του καθού, εφόσον υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι γι' αυτό. Στην Αυστρία, υπάρχει ειδική διαδικασία διαταγής πληρωμής για αξιώσεις αυτού του είδους (Mandats- und Wechselmandatsverfahren), η οποία επιτρέπει την προσωρινή εκτελεστότητα ακόμα και μετά την άσκηση ανακοπής χωρίς ο αιτών να χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη κάποιου κινδύνου για την αξίωση.

[117] Βλ. σχετικά ανωτέρω υπό 3.3.10.

[118] Εξαίρεση από την άποψη αυτή αποτελεί η Ιταλία δεδομένου ότι το άρθρο 648 C.Ρ.C. επιτρέπει να κηρυχθεί η διαταγή προσωρινά εκτελεστή μετά την άσκηση ανακοπής, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, π.χ. αν η ανακοπή δεν βασίζεται σε έγγραφες αποδείξεις.

Τα περισσότερα κράτη μέλη που προβλέπουν δύο στάδια διαδικασίας (Φινλανδία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Σουηδία) παρουσιάζουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι η πρώτη απόφαση του δικαστηρίου ("διαταγή πληρωμής") δεν είναι εκτελεστή, ενώ η δεύτερη απόφαση η οποία εκδίδεται μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ("διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης") είναι προσωρινά εκτελεστή "μόνον" μέχρις ότου ασκηθούν ένδικα μέσα κατ' αυτής. Οι περαιτέρω προϋποθέσεις προσωρινής εκτελεστότητας (όπως η απαίτηση παροχής ασφάλειας από τον αιτούντα) διαφέρουν επίσης σημαντικά [119].

[119] Στη Γερμανία, για παράδειγμα, οι διατάξεις περί προσωρινής εκτέλεσης είναι κατά βάση προσωρινά εκτελεστές χωρίς να απαιτείται παροχή ασφάλειας ( 700 (1) και 708 (2) ZPO). Ο καθού μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτελεστότητας, η οποία γίνεται δεκτή μόνον αν παράσχει εγγύηση, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις ( 719 και 707 ZPO). Στο Λουξεμβούργο, η διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης που εκδίδεται από tribunal d'arrondissement αποτελεί εκ φύσεως προσωρινό μέτρο. Η προσωρινή εκτελεστότητα μπορεί να επιτραπεί με ή χωρίς παροχή ασφάλειας.

Ερώτηση 30:

Πρέπει η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να είναι προσωρινά εκτελεστή; Αν ναι, ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις κήρυξης της προσωρινής εκτελεστότητας και αναστολής της;

3.3.14.2. Διασυνοριακή εκτέλεση - η διαταγή πληρωμής ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος χωρίς κήρυξη εκτελεστότητας (exequatur)

Βάσει της υπόθεσης ότι το Συμβούλιο θα εκδώσει σε εύθετο χρόνο κανονισμό βασιζόμενο στην πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις [120] η οποία αποσκοπεί στην κατάργηση του exequatur για όλες τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις με την επιφύλαξη ορισμένων προϋποθέσεων, είναι σαφές ότι στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού θα εμπίπτει και μια ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής. Εντούτοις, το ιδανικό θα ήταν η θέσπιση διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να προχωρήσει ένα βήμα περισσότερο και να απαλλάξει τον αιτούντα από την προϋπόθεση έκδοσης βεβαίωσης ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου από το δικαστήριο προέλευσης. Ένας τέτοιος δυνητικός χαρακτήρας μιας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής ως εγγενούς ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου προϋποθέτει ότι η πρόσφορη προστασία των δικαιωμάτων άμυνας που διασφαλίζεται από τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς ορισμένους ελάχιστους κανόνες οι οποίοι αφορούν πρωτίστως την επίδοση του εισαγωγικού της διαδικασίας εγγράφου στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης βεβαίωσης καθίσταται περιττή. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να γίνει νοητό μόνον αν η πράξη για την ίδια την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής περιλαμβάνει δεσμευτικούς κανόνες ή στοιχειώδεις προδιαγραφές για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων, σύμφωνα με όσα εξετάστηκαν ήδη ανωτέρω [121].

[120] COM (2002) 159 τελικό, 18.04.2002.

[121] Ανωτέρω υπό 3.3.8.

Ερώτηση 31:

Πρέπει η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να είναι εκτελεστή σε άλλα κράτη μέλη χωρίς κήρυξη εκτελεστότητας (exequatur) και χωρίς βεβαίωση του κράτους μέλους προέλευσης, όπως προβλέπεται τώρα για τον ευρωπαϊκό εκτελεστό τίτλο όσον αφορά τις μη αμφισβητούμενες αξιώσεις; Αν ναι, ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις της άμεσης εκτέλεσης;

4. ΜΕΡΟΣ III: MEΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΩΝ

Οι πολίτες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στα κράτη μέλη φαίνεται να ανησυχούν όλο και περισσότερο ότι τα δικαστικά τους συστήματα δεν πληρούν απολύτως τις απαιτήσεις τους. Για πολλούς, τα δικαστικά συστήματα είναι υπερβολικά δαπανηρά, υπερβολικά αργά και υπερβολικά δύσχρηστα. Όσο μικρότερη είναι η αξίωση, τόσο περισσότερο γίνονται αισθητά αυτά τα εμπόδια δεδομένου ότι το κόστος, η καθυστέρηση και η ενόχληση (το "τέρας με τα τρία κεφάλια" [122]) δεν μειώνονται αναγκαστικά ανάλογα με το ποσό της αξίωσης. Τα προβλήματα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία απλουστευμένων πολιτικών διαδικασιών μικροδιαφορών σε πολλά κράτη μέλη.

[122] Jacob, J., Justice between man and man, στο: Current legal problems, 1985, 211

Παράλληλα, ο δυνητικός αριθμός διασυνοριακών διαφορών αυξάνεται λόγω της αυξανόμενης χρησιμοποίησης των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ. Τα εμπόδια στην επίτευξη ταχείας και ανέξοδης δικαστικής απόφασης εντείνονται σαφώς στις διασυνοριακές υποθέσεις: Συχνά, για παράδειγμα, θα απαιτείται να χρησιμοποιηθούν δύο δικηγόροι, υπάρχουν επιπλέον έξοδα μετάφρασης και διερμηνείας και διάφοροι άλλοι παράγοντες, όπως επιπλέον έξοδα μετακινήσεων των διαδίκων, των μαρτύρων, των δικηγόρων κλπ. Τα δυνητικά προβλήματα καλύπτουν ευρύ φάσμα: Ιδιώτες μπορεί να εμπλακούν σε ατύχημα ενώ βρίσκονται σε διακοπές ή κάνουν ένα ταξίδι για ψώνια στο εξωτερικό, ή μπορεί να αγοράσουν αγαθά που αποδεικνύονται στη συνέχεια ελαττωματικά ή επικίνδυνα. Ένας καταναλωτής μπορεί να παραγγείλει μέσω του Διαδικτύου αγαθά από το εξωτερικό τα οποία δεν του αποστέλλονται ποτέ ή αποδεικνύονται ελαττωματικά. Προφανώς, τα δυνητικά προβλήματα δεν περιορίζονται στις διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Και οι ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων μπορούν να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην προσπάθειά τους να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους σε άλλο κράτος μέλος. Ένας ιδιοκτήτης ξενοδοχείου που μένει με έναν απλήρωτο λογαριασμό στα χέρια πρέπει να είναι σε θέση να επιτύχει την ικανοποίηση των σύννομων αξιώσεών του. Συνεπεία όμως της έλλειψης μιας διαδικασίας που θα είναι "ανάλογη" με την αξία της διαφοράς, τα εμπόδια που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο δανειστής μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση το κατά πόσον είναι οικονομικά εύλογη η προσφυγή στα δικαστήρια. Σήμερα, η δαπάνη που προϋποθέτει η έκδοση δικαστικής απόφασης κατά εναγομένου σε άλλο κράτος μέλος είναι συχνά δυσανάλογη προς το αιτούμενο χρηματικό ποσό. Μπροστά στη δαπάνη της διαδικασίας και το φόβο των πρακτικών δυσχερειών, πολλοί άνθρωποι χάνουν κάθε ελπίδα να κερδίσουν αυτό που πιστεύουν ότι δικαιούνται.

Με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ και μετά τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει την πρόκληση να εξασφαλίσει ότι σε έναν πραγματικό ευρωπαϊκό χώρο δικαιοσύνης, τα άτομα και οι επιχειρήσεις δεν εμποδίζονται ή αποθαρρύνονται από την άσκηση των δικαιωμάτων τους λόγω της μη συμβατότητας ή της πολυπλοκότητας των νομικών και δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών. Δεδομένου ότι το πρόβλημα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στην περίπτωση των μικροδιαφορών, θεωρήθηκε ότι πρέπει να δοθεί άμεση προτεραιότητα στην ανάληψη δράσης για αυτόν το συγκεκριμένο τομέα της πολιτικής δικονομίας.

4.1. ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ

Η επίδραση της κοινοτικής νομοθεσίας στα εθνικά δικονομικά δίκαια συνεχίζει να είναι μάλλον περιορισμένη. Υπάρχει, εντούτοις, μία εξαίρεση: Σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το άρθρο 12 [πρώην 6] της Συνθήκης ΕΚ (Απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγένειας) θέτει όρια στην εφαρμογή του εγχώριου δικονομικού δικαίου εφόσον αυτό θα οδηγούσε σε διάκριση λόγω ιθαγένειας.

Το Δικαστήριο έχει κρίνει με πολλές ευκαιρίες [123] ότι "ένας εθνικός κανόνας της πολιτικής δικονομίας κράτους μέλους, όπως αυτός ο οποίος υποχρεώνει τους υπηκόους και τα νομικά πρόσωπα άλλου κράτους μέλους να παρέχουν ασφάλεια καλύπτουσα τα δικαστικά έξοδα οσάκις σκοπεύουν να στραφούν δικαστικώς κατά υπηκόου του πρώτου κράτους μέλους ή εταιρείας εγκατεστημένης σε αυτό, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, κατά την έννοια του άρθρου 6, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης αυτής και υπόκειται στη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που θέτει το άρθρο αυτό".

[123] Βλ: C-323/95, Hayes κατά Kronenberger, Συλλογή 1997, σελ. I-1711, υπόθεση C-43/95, Data Delecta Aktiebolag, Συλλογή 1996, σελ. I-4661, υπόθεση C-122/96, Saldanha, Συλλογή 1997, σελ. I-5325.

Όπως, εντούτοις, είχε ήδη αναγνωριστεί, μια τέτοια περιορισμένη επίδραση στο εθνικό δίκαιο δεν αρκεί, δεδομένου ότι καταργεί μόνον τις δυσμενέστερες συνέπειες των εθνικών νομοθεσιών, ενώ μια λειτουργούσα εσωτερική αγορά απαιτεί περισσότερα. Για την παροχή στους πολίτες και στις επιχειρήσεις καλύτερης πρόσβασης στη δικαιοσύνη απαιτείται προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών.

Για το λόγο αυτό, το 1990, η Επιτροπή ζήτησε από ομάδα εμπειρογνωμόνων αποκαλούμενη "Commission European Judiciary Code", να εκπονήσει μελέτη για την προσέγγιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν ορισμένες πτυχές της πολιτικής δικονομίας. Η επακολουθήσασα έκθεση (αποκαλούμενη "έκθεση Storme" [124]) δημοσιεύθηκε το 1994. Περιελάμβανε μια σειρά προτάσεων για την προσέγγιση διαφόρων πτυχών της πολιτικής δικονομίας οι οποίες, εντούτοις, δεν μεταφράστηκαν σε νομοθετικές πράξεις.

[124] Storme, M., Study on the approximation of the laws and rules of the Member States concerning certain aspects of the procedure for civil litigation, τελική έκθεση, Dordrecht, 1994.

Το ζήτημα των μικροδιαφορών έχει εξεταστεί στο παρελθόν σε κοινοτικό επίπεδο από δύο απόψεις:

Αφενός, το ζήτημα προσεγγίστηκε με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη για τους καταναλωτές: [125] Bάσει του Πράσινου Βιβλίου για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην ενιαία αγορά [126] του 1993, η Επιτροπή ενέκρινε το 1996 Σχέδιο Δράσης σχετικά με την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά. [127] Στο σχέδιο δράσης, η Επιτροπή πρότεινε τη θέσπιση ενός απλουστευμένου ευρωπαϊκού εντύπου για τη βελτίωση της πρόσβασης σε δικαστικές διαδικασίες.

[125] Βλ. επίσης σχετικά COM(1984) 692 τελικό και COM (1987) 210 τελικό.

[126] COM(1993) 576 τελικό.

[127] COM(1996) 13 τελικό.

Αφετέρου, η Επιτροπή πρότεινε το 1998 την εισαγωγή διαδικασίας μικροδιαφορών σε όλα τα κράτη μέλη με την πρόταση οδηγίας της για την καταπολέμηση των καθυστερημένων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές. [128]

[128] Πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταπολέμηση των καθυστερημένων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ C 168, 3.6.1998, σελ. 13). Το άρθρο 6 της πρότασης προέβλεπε "απλουστευμένες νομικές διαδικασίες για διαφορές μικρού ύψους". Εντούτοις, η Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 για την καταπολέμηση των καθυστερημένων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ L 200, 8.8.2000, σελ. 35) δεν περιλαμβάνει ανάλογη διάταξη.

4.2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η παρούσα προσπάθεια έχει τις ρίζες της στην έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ και στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε, με τα οποία τέθηκε ο στόχος της σταδιακής εγκαθίδρυσης ενός "χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης". Σε σύγκριση με την Έκθεση Storme, η προσέγγιση αυτή έχει μάλλον περιορισμένο εύρος, εφόσον αποσκοπεί στη θέσπιση κοινών δικονομικών κανόνων όχι για όλο το φάσμα της πολιτικής δικονομίας, αλλά μόνον για ένα συγκεκριμένο τύπο διαφορών, και συγκεκριμένα τις μικροδιαφορές.

Η ανάγκη ανάληψης δράσης στον τομέα αυτό έχει εκφραστεί επανειλημμένα:

- Tο Σχέδιο Δράσης της Βιέννης [129] έκρινε απαραίτητη την επισήμανση "των κανόνων πολιτικής δικονομίας που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις και οι οποίοι είναι επείγον να προσεγγίσουν προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ευρωπαίων πολιτών στη δικαιοσύνη και την εξέταση του ενδεχομένου εκπόνησης κατάλληλων συμπληρωματικών μέτρων για τη βελτίωση των δικονομικών διαδικασιών".

[129] Πρόγραμμα δράσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά την άριστη δυνατή εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ΕΕ C 19, 23.1.1999, σελ.1, σημείο 41 δ).

- Με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε (Οκτώβριος 1999) ζητήθηκε η απλούστευση και η επίσπευση της διασυνοριακής εκδίκασης μικροδιαφορών καταναλωτικής ή εμπορικής φύσης:

"V. Καλύτερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη εντός της Ευρώπης

30. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί το Συμβούλιο, βάσει προτάσεων της Επιτροπής, να θεσπίσει στοιχειώδη πρότυπα που θα εξασφαλίζουν επαρκές επίπεδο νομικής αρωγής σε υποθέσεις με διασυνοριακές διαστάσεις σε ολόκληρη την Ένωση καθώς και ειδικούς δικονομικούς κανόνες για την απλούστευση και την επίσπευση της διασυνοριακής εκδίκασης μικροδιαφορών καταναλωτικής ή εμπορικής φύσης, και των αξιώσεων διατροφής, καθώς και μη αμφισβητούμενων αξιώσεων. Επίσης, θα πρέπει να δημιουργηθούν από τα κράτη μέλη εναλλακτικές εξωδικαστικές διαδικασίες.

31. Θα πρέπει να θεσπιστούν κοινά στοιχειώδη πρότυπα για τα πολύγλωσσα έντυπα ή έγγραφα που χρησιμοποιούνται σε διασυνοριακές δικαστικές υποθέσεις σε όλη την Ένωση. Αυτά τα έγγραφα ή έντυπα θα πρέπει κατόπιν να είναι κοινής αποδοχής ως έγκυρα έγγραφα σε όλες τις δίκες εντός της Ένωσης".

- Κατά τις συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που πραγματοποιήθηκαν στις 29 Νοεμβρίου 1999 και στις 28 Μαΐου 2002, οι διαδικασίες μικροδιαφορών επισημάνθηκαν ως ζήτημα στο οποίο πρέπει να δοθεί προτεραιότητα.

- Στο Πρόγραμμα του Συμβουλίου για την αμοιβαία αναγνώριση [130] ζητείται η "απλούστευση και επίσπευση της εκδίκασης των διασυνοριακών διαφορών που αφορούν αξιώσεις μικρής σημασίας".

[130] ΕΕ C 12, 15.1.2001, σελ. 1.

- Η ανάγκη θέσπισης απλουστευμένης και σύντομης διαδικασίας για τις διασυνοριακές υποθέσεις μικροδιαφορών καταναλωτικής και εμπορικής φύσης έχει εκφραστεί επίσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. [131]

[131] ΕΕ C 146, 17.5.2001, σελ. 4.

4.3. ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

Σε συνέχεια των συμπερασμάτων του Τάμπερε, η Επιτροπή διένειμε σε όλα τα κράτη μέλη Ερωτηματολόγιο ούτως ώστε να της παρασχεθεί περιγραφή των εθνικών διαδικασιών που αφορούν τις μικροδιαφορές. Οι απαντήσεις των κρατών μελών [132] συνοψίστηκαν σε μελέτη. [133]

[132] Δεν ελήφθη απάντηση στο ερωτηματολόγιο από την Ελλάδα. Σύμφωνα με την Πράσινη Βίβλο για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη, COM(1993)576 τελικό, στην Ελλάδα προβλέπεται διαδικασία μικροδιαφορών (άρθρα 466 - 472 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

[133] Des Procedures de traitement judiciaire des demandes de faible importance ou non contestees dans les droits des Etats-membres de l'Union Europιenne, Exploitation de l'enquκte de la Commission europιenne "Les procιdures judiciaires applicables aux demandes de faible importance", τελική έκθεση που συνέταξε η Evelyne Serverin, Διευθύντρια ερευνών στο CNRS IDHE-ENS CACHAN, Cachan, 2001.

Απλουστευμένες διαδικασίες μικροδιαφορών προβλέπονται στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιρλανδία, στη Σουηδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τους είναι:

- Στην Ισπανία, στην Ιρλανδία, στη Σουηδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο (Αγγλία/Ουαλία, Σκωτία και Βόρειος Ιρλανδία), υπάρχει ειδική διαδικασία μικροδιαφορών η οποία προβλέπει διάφορες απλουστεύσεις σε σχέση με την τακτική διαδικασία: Σε πολλές περιπτώσεις, η έγερση της αγωγής διευκολύνεται, συχνά με ειδικό έντυπο. Ορισμένοι κανόνες σχετικά με τη διενέργεια αποδείξεων χαλαρώνουν και προβλέπεται η δυνατότητα αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας. Επίσης, η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων αποκλείεται ή περιορίζεται.

- Στη Γερμανία, δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία για τις μικροδιαφορές, αλλά τα δικαστήρια μπορούν να καθορίσουν κατά την κρίση τους τις διαδικασίες που ακολουθούν για την εκδίκαση των μικροδιαφορών. [134]

[134] 495a ZPO (Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)

- Στη Γαλλία, δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία μικροδιαφορών, αλλά ένας απλουστευμένος τρόπος κίνησης της διαδικασίας ενώπιον του Tribunal d'instance, όταν πρόκειται για μικροδιαφορές, με απλή "dιclaration au greffe".

Στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στη Δανία, στη Φινλανδία, στο Λουξεμβούργο, στις Κάτω Χώρες και στην Πορτογαλία δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία μικροδιαφορών. [135]

[135] Αυτό προκύπτει από τις απαντήσεις των κρατών μελών στο ερωτηματολόγιο.

Στη Φινλανδία, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει, εντούτοις, πολλές διαφορετικές απλουστευμένες εναλλακτικές δυνατότητες αντί της τακτικής διαδικασίας. Π.χ. μπορούν να χρησιμοποιηθούν έντυπα για την άσκηση αγωγής ή την αντίκρουσή της, οι δικαστές και άλλοι δικαστικοί λειτουργοί μπορεί να υποχρεωθούν να παράσχουν συμβουλές στους διαδίκους, δεν απαιτείται αναφορά νομικών ισχυρισμών, οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να εκπροσωπούνται από δικηγόρο, οι κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων χαλαρώνουν, δεν προβλέπεται διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και προσφέρεται η δυνατότητα αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας. Εντούτοις, η επιλογή μεταξύ της τακτικής διαδικασίας και των απλουστευμένων διαδικαστικών μορφών δεν γίνεται επί τη βάσει του αιτουμένου ποσού (δηλ. σε ποσοτική βάση), αλλά μάλλον επί τη βάσει ποιοτικών κριτηρίων. Οι απλουστευμένες μορφές διαδικασίας χρησιμοποιούνται σε απλούστερες, λιγότερο πολύπλοκες υποθέσεις, ανεξαρτήτως του αιτουμένου ποσού.

Στην Αυστρία επίσης, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβάνει διατάξεις για την απλούστευση των δικονομικών κανόνων που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον των περιφερειακών δικαστηρίων ("Bezirksgerichte") τα οποία είναι αρμόδια για απαιτήσεις έως και 10.000 ευρώ. Οι απλουστεύσεις αφορούν τη (μη υποχρεωτική) παράσταση δικηγόρου, το καθήκον του δικαστή να προσφέρει βοήθεια σε διάδικο που δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, την κίνηση της διαδικασίας, τη χαλάρωση ορισμένων κανόνων σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων και τους περιορισμούς της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων. Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική διαδικασία μικροδιαφορών stricto sensu, οι σχετικές απλουστεύσεις εκτίθενται λεπτομερώς στη συνέχεια.

Tα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ισχυουσών διαδικασιών μικροδιαφορών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

4.3.1. Ανώτατο όριο

Όλα τα κράτη μέλη που προβλέπουν διαδικασίες μικροδιαφορών επιβάλλουν ανώτατα ποσά για τις διαδικασίες αυτές, τα οποία όμως ποικίλλουν σημαντικά: [136]

[136] Ανώτατα όρια στα εθνικά νομίσματα (πριν την 1η Ιανουαρίου 2002), εκπεφρασμένα σε ευρώ.

600 ευρώ (Γερμανία), 1.235 και 2.470 ευρώ (Σκωτία [137]), 1.270 ευρώ (Ιρλανδία), 2.038 ευρώ (Σουηδία), 3.005 ευρώ (Ισπανία), 3.294 ευρώ (Βόρειος Ιρλανδία), 3.811 ευρώ (Γαλλία), και 8.234 ευρώ (Αγγλία/Ουαλία). [138]

[137] Στη Σκωτία, προβλέπονται δύο απλουστευμένες διαδικασίες: Η Διαδικασία Μικροδιαφορών (έως και 750 λίρες Αγγλίας) η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ιδιώτες και η Συνοπτική Διαδικασία (από 750 έως και 1500 λίρες Αγγλίας), η οποία καλύπτει σε γενικές γραμμές τις καταναλωτικές αξίωσεις, τις αγωγές νομικών προσώπων για την είσπραξη οφειλών και τις αξιώσεις των ιδιοκτητών για την απόδοση κληρονομιαίων ακινήτων.

[138] Δεν περιλαμβάνονται οι τόκοι επί της κύριας οφειλής και τα έξοδα.

4.3.2. Τύποι διαφορών

Στα περισσότερα κράτη μέλη που προβλέπουν διαδικασίες μικροδιαφορών, οι διαδικασίες αυτές δεν αφορούν μόνον χρηματικές αξιώσεις.

Στη Σκωτία [139], στην Ιρλανδία [140] και στην Αγγλία/Ουαλία [141], μπορούν να υπαχθούν στις απλουστευμένες διαδικασίες μόνον ορισμένα είδη διαφορών.

[139] Στη Σκωτία, η διαδικασία μικροδιαφορών χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε αγωγές με αίτημα την καταβολή χρηματικών ποσών ύψους έως και 750 λιρών Αγγλίας (εκτός τόκων και εξόδων), εξαιρουμένων των αγωγών επιδίκασης διατροφής και προσωρινής διατροφής και των αγωγών καταβολής αποζημίωσης λόγω δυσφήμησης, καθώς και σε αγωγές με αίτημα την καταδίκη σε πράξη εκτός της καταβολής χρημάτων ή την ανάκτηση κινητών περιουσιακών στοιχείων εφόσον σωρεύεται επικουρικό αίτημα καταβολής ποσού που δεν υπερβαίνει τις 750 λίρες Αγγλίας (εκτός τόκων και εξόδων).

[140] Στην Ιρλανδία, η διαδικασία μικροδιαφορών εφαρμόζεται σε αγωγές λόγω ελαττωματικών αγαθών ή μη προσήκουσας εκτέλεσης έργου, μικροζημιών σε ακίνητα και μη επιστροφής εγγύησης σε μισθώσεις.

[141] Στην Αγγλία, η διαδικασία μικροδιαφορών εφαρμόζεται σε αξιώσεις λόγω σωματικής βλάβης, εφόσον η αιτούμενη αποζημίωση είναι μικρότερη από 1000 λίρες Αγγλίας, αξιώσεις για μη επισκευή κατοικιών, εφόσον η αξία της επισκευής είναι μικρότερη από 1000 λίρες Αγγλίας και για κάθε άλλη αξίωση ποσού μικρότερου των 5000 λιρών Αγγλίας.

Στην Αγγλία/Ουαλία [142], στην Ιρλανδία [143] και στη Σουηδία [144], η χρησιμοποίηση απλουστευμένης διαδικασίας απαγορεύεται σε ορισμένα είδη διαφορών.

[142] Στην Αγγλία/Ουαλία, εξαιρούνται από τη διαδικασία μικροδιαφορών αξιώσεις λόγω παρενόχλησης ή παράνομης αποβολής από κτίριο κατοικίας.

[143] Στην Ιρλανδία, εξαιρούνται από τη διαδικασία μικροδιαφορών, αξιώσεις που απορρέουν από σύμβαση, συμφωνία πώλησης υπό αναβλητική αίρεση ή επί πιστώσει, αδικοπραξία, καθώς και οι αξιώσεις οικογενειακού δικαίου.

[144] Στη Σουηδία, εξαιρούνται από τη διαδικασία μικροδιαφορών οι υποθέσεις οικογενειακού δικαίου.

Στη Γερμανία [145], η απλουστευμένη διαδικασία δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό όσον αφορά τον τύπο της αγωγής.

[145] Η διαδικασία μικροδιαφορών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε διαφορά εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Registry Courts. Το Registry Court δεν είναι αρμόδιο για υποθέσεις εργατικού δικαίου, αξιώσεις κατά των φορολογικών αρχών που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο και αξιώσεις κατά των δικαστηρίων και των δημόσιων λειτουργών λόγω υπέρβασης εξουσίας ή παράλειψης διοικητικής πράξης.

4.3.3. Προαιρετική ή υποχρεωτική χρησιμοποίηση της διαδικασίας μικροδιαφορών

Στη Γερμανία [146], στην Αγγλία/Ουαλία [147], στη Σκωτία [148], στην Ισπανία [149] και στη Σουηδία [150], η χρησιμοποίηση της απλουστευμένης διαδικασίας είναι υποχρεωτική (για αξιώσεις μικρότερες από το ανώτατο όριο), αλλά στα περισσότερα από τα εν λόγω κράτη μέλη η εκδίκαση της διαφοράς μπορεί να διαβιβαστεί στην τακτική ή σε περισσότερο τυπική διαδικασία από το δικαστή ή κατόπιν αίτησης διαδίκου. Στη Γαλλία και στην Ιρλανδία, η χρησιμοποίηση της διαδικασίας μικροδιαφορών είναι προαιρετική. Στη Βόρειο Ιρλανδία, η διαδικασία μικροδιαφορών χρησιμοποιείται για αξιώσεις μικρότερες των 2000 λιρών Αγγλίας, εκτός αν η διαδικασία αφορά οφειλή ή εκκαθαρισμένο ποσό και ο ενάγων επιλέγει να υποβάλει την αγωγή του στην τακτική πολιτική διαδικασία. Εντούτοις, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ο εναγόμενος μπορεί να κοινοποιήσει δήλωση ότι προτίθεται να αμυνθεί με την οποία να ζητά να εκδικαστεί η υπόθεση ως μικροδιαφορά και το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να δεχθεί το εν λόγω αίτημα.

[146] Στη Γερμανία, οι διάδικοι δεν μπορούν να ζητήσουν να διαβιβαστεί η υπόθεση στην τακτική διαδικασία. Τα δικαστήρια έχουν τη διακριτική εξουσία να διαβιβάσουν ανά πάσα στιγμή την υπόθεση στην τακτική διαδικασία, αλλά αυτό αποτελεί εξαίρεση στην πράξη.

[147] Στην Αγγλία/Ουαλία, εντούτοις, το δικαστήριο μπορεί να διαβιβάσει μια μικροδιαφορά σε άλλη διαδικασία (για παράδειγμα, στη ταχεία διαδικασία).

[148] Στη Σκωτία, εντούτοις, το δικαστήριο μπορεί να διαβιβάσει την αγωγή σε περισσότερο τυπική διαδικασία εφόσον κρίνει ότι ανακύπτει δυσχερές νομικό ζήτημα ή εξαιρετικά πολύπλοκο πραγματικό ζήτημα, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτημα διαδίκου. Αν το αίτημα υποβάλουν οι διάδικοι από κοινού, το δικαστήριο υποχρεούται να διαβιβάσει την αγωγή.

[149] Στην Ισπανία, η προφορική διαδικασία είναι υποχρεωτική για αξιώσεις μικρότερες των 500 000 πεσετών.

[150] Στη Σουηδία, οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή της τακτικής διαδικασίας, εφόσον η αξίωση έχει ιδιαίτερη σημασία για τις έννομες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων πέραν του αντικειμένου της αγωγής.

4.3.4. Κίνηση της διαδικασίας

Σήμερα, έντυπα για την άσκηση της αγωγής μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην Αγγλία/Ουαλία [151], στη Σκωτία [152], στη Βόρειο Ιρλανδία [153], στη Σουηδία [154], στην Ιρλανδία [155], στην Ισπανία [156] και στη Γαλλία.

[151] Προβλέπεται τυποποιημένο έντυπο για όλες τις αγωγές, συμπεριλαμβανομένων των μικροδιαφορών.

[152] Η χρησιμοποίηση του τυποποιημένου εντύπου είναι υποχρεωτική. Υπάρχουν φυλλάδια οδηγιών για τη συμπλήρωση του εντύπου, ενώ δίδεται και προφορική βοήθεια από δικαστικούς λειτουργούς.

[153] Ο κανονισμός των δικαστηρίων προβλέπει έντυπο το οποίο χρησιμοποιείται υποχρεωτικά.

[154] Προβλέπεται τυποποιημένο έντυπο για όλες τις αγωγές, συμπεριλαμβανομένων των μικροδιαφορών.

[155] Στην Ιρλανδία, προβλέπονται ειδικά έντυπα για την άσκηση της αγωγής και για την αντίκρουσή της από τον εναγόμενο. Τα έντυπα διατίθενται από το Γραμματέα του δικαστηρίου, ο οποίος παρέχει βοήθεια για τη συμπλήρωσή τους.

[156] Αυτή τη στιγμή, προετοιμάζεται η εισαγωγή εντύπου (κατ' εφαρμογή των άρθρων 437 και 812 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Στη Γαλλία, προβλέπεται απλουστευμένος τρόπος κίνησης της διαδικασίας μικροδιαφορών ενώπιον του Tribunal d'instance με απλή "dιclaration au greffe". Προβλέπεται έντυπο, η χρησιμοποίηση του οποίου δεν είναι υποχρεωτική. Η "dιclaration au greffe" μπορεί να υποβληθεί και προφορικά. Στη διαδικασία "dιclaration au greffe", οι διάδικοι ενημερώνονται για την ημερομηνία της δικασίμου από το δικαστικό γραμματέα (greffier) με επιστολή (ή ακόμα και προφορικά).

Στη Γερμανία, δεν προβλέπεται έντυπο, αλλά οι όλες αιτήσεις και οι δηλώσεις μπορούν να υποβάλλονται και προφορικά.

Στην Αυστρία, η αγωγή μπορεί να κατατεθεί στο περιφερειακό δικαστήριο του τόπου κατοικίας του ενάγοντα, το οποίο προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο και διαβιβάζει την υπόθεση σε αυτό.

Σε κανένα κράτος μέλος δεν απαιτείται να περιέχει η αγωγή νομικούς ισχυρισμούς, δηλ. απαιτείται μόνον περιγραφή των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν χρειάζονται αναγκαστικά τις υπηρεσίες δικηγόρου.

4.3.5. Εκπροσώπηση και νομική συμπαράσταση

Στα περισσότερα κράτη μέλη, προβλέπεται παροχή υποστήριξης από δικαστικό γραμματέα ή ειδική υπηρεσία για την κίνηση της διαδικασίας (Γερμανία, Αγγλία/Ουαλία, Σκωτία, Βόρειος Ιρλανδία, Σουηδία, Ιρλανδία, Αυστρία). Επίσης, κατά την ακροαματική διαδικασία, ο δικαστής προσφέρει βοήθεια σε διάδικο που δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο (ιδίως επί δικονομικών θεμάτων), τηρώντας παράλληλα την αρχή της αμεροληψίας (Ιρλανδία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία [157], Αγγλία/Ουαλία, Βόρειος Ιρλανδία [158] και Αυστρία).

[157] Βοήθεια για την κίνηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει κανείς αν απευθυνθεί κανείς σε πρωτοδικείο ή σε δημόσια υπηρεσία αναγκαστικής ικανοποίησης αξιώσεων. Η νομική βάση αυτής της συνδρομής έγκειται στη γενική υποχρέωση της διοίκησης να εξυπηρετεί τους πολίτες. Στο πλαίσιο αυτής της υποχρέωσης εξυπηρέτησης, οι πολίτες μπορούν να τηλεφωνούν ή να μεταβαίνουν σε ένα πρωτοδικείο για να λάβουν συμβουλές γενικής φύσεως σχετικά με τη διαδικασία και τους συναφείς κανόνες. Εξάλλου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου υποχρεούται, κατά την προδικαστική φάση, να μεριμνά ώστε να διευκρινίζονται όλα τα ζητήματα σχετικά με τη διαφορά και οι διάδικοι να γνωστοποιούν όλα τα στοιχεία που ενδέχεται να επικαλεστούν.

[158] Ο δικαστής του District Court καθοδηγεί τους διαδίκους κατά την ακροαματική διαδικασία και παρέχει βοήθεια σε όποιο διάδικο τη χρειαστεί. Βοηθά στη διατύπωση των ερωτήσεων που υποβάλλονται στους μάρτυρες, ενώ υποβάλλει και ο ίδιος ερωτήσεις στους μάρτυρες, μετά την εξέταση και την κατ' αντιπαράσταση εξέτασή τους και από τους δύο διαδίκους.

Σήμερα, κανένα κράτος μέλος δεν απαιτεί υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου στις διαδικασίες μικροδιαφορών. [159] Στη Γαλλία, οι διάδικοι υπερασπίζονται συχνά τον εαυτό τους στην πράξη χωρίς βοήθεια δικηγόρου και προσέρχονται στην προφορική δικάσιμο με λίγο-πολύ πλήρη φάκελο.

[159] Στην Ισπανία, εντούτοις, η παράσταση δικηγόρου είναι υποχρεωτική αν η αξίωση υπερβαίνει τις 150 000 πεσέτες. Στην Αυστρία, η παράσταση δεν είναι υποχρεωτική για αξίωσεις ποσού έως και 4.000 ευρώ.

Παρόλα ταύτα, σε όλες τις ισχύουσες διαδικασίες μικροδιαφορών η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι δυνατή.

Στη Σουηδία, στη Γερμανία, στην Αγγλία/Ουαλία, στη Σκωτία και στη Βόρειο Ιρλανδία, ο διάδικος μπορεί να εκπροσωπείται και από άτομο που δεν έχει την ιδιότητα του δικηγόρου.

4.3.6. Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών - ADR (Alternative Dispute Resolution)

Σε πολλά κράτη μέλη, έχουν θεσπιστεί μέθοδοι εναλλακτικής επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο των δικαστικών διαδικασιών.

Στην Ιρλανδία, οι προσπάθειες εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνδέονται άμεσα με τη διαδικασία των μικροδιαφορών. Ο Γραμματέας μικροδιαφορών διευκολύνει τη συνδιαλλαγή, τη μεσολάβηση και τις άτυπες συζητήσεις σε μια προσπάθεια επίτευξης διακανονισμού χωρίς έκδοση απόφασης.

Στη Σκωτία, οι ισχύοντες κανόνες δεν προβλέπουν ειδικά τη διαμεσολάβηση του Sheriff για το διακανονισμό της αξίωσης μέσω συνδιαλλαγής ή μεσολάβησης. Παρόλα ταύτα, η πρόθεση είναι ότι ο Sheriff πρέπει να προσπαθεί, ει δυνατόν, να κρίνει τα επίδικα ζητήματα κατά την πρώτη συζήτηση, χωρίς να χρειάζεται μαρτυρικές αποδείξεις. Η πολιτική αυτή ενισχύεται με τους νέους κανόνες που εκπονούνται στο πλαίσιο της τρέχουσας αναθεώρησης και οι οποίοι, αν εγκριθούν, προβλέπουν ότι ο Sheriff πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια για την επίλυση της διαφοράς μέσω προσπάθειας επίτευξης διακανονισμού. Ένα χρηματοδοτούμενο από το κράτος πρόγραμμα παροχής συμβουλών από το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζεται πειραματικά σήμερα σε ένα Sheriff Court περιλαμβάνει μεσολαβητικό όργανο, στο οποίο μπορούν να παραπέμπονται υποθέσεις είτε από το σύμβουλο είτε από το δικαστήριο. Αυτή τη στιγμή, αξιολογείται η επιτυχία της εν λόγω υπηρεσίας.

Και άλλα κράτη μέλη προβλέπουν διατάξεις για τη διευκόλυνση εναλλακτικών τρόπων επίλυσης των διαφορών στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών ανεξαρτήτως της ύπαρξης (ή μη) διαδικασιών μικροδιαφορών. Οι σχετικές διατάξεις ποικίλλουν από τη δυνατότητα προσφυγής σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών (για παράδειγμα, στο Βέλγιο [160] και στη Γαλλία [161]), την ενθάρρυνσή τους (στην Ισπανία, [162] στην Ιταλία, [163] στη Σουηδία [164] και στην Αγγλία/Ουαλία [165]) έως και την προηγούμενη υποχρέωση προσφυγής σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών είτε εκ του νόμου είτε με απόφαση του δικαστή (για παράδειγμα στη Γερμανία, [166] στο Βέλγιο [167] και στην Ελλάδα [168]).

[160] Το άρθρο 665 του δικαστικού κώδικα, το οποίο εισήχθη με το νόμο για την οικογενειακή μεσολάβηση της 21ης Ιανουαρίου 2001, επιτρέπει στο δικαστή να ορίσει μεσολαβητή, κατόπιν κοινής αιτήσεως των διαδίκων ή με δική του πρωτοβουλία αλλά με συμφωνία των διαδίκων.

[161] Βλ. άρθρα 131-1 έως 131-15 του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας για τη δικαστική μεσολάβηση.

[162] Τα άρθρα 414 και 415 του νόμου αριθ. 1/2000, που τέθηκε σε ισχύ στις 9 Ιανουαρίου 2001, προβλέπουν ότι ο δικαστής πρέπει να επεμβαίνει για να καλεί τα μέρη, κατά την έναρξη της "τακτικής" διαδικασίας, σε συμβιβασμό ή συνδιαλλαγή, μόλις εκθέσουν τις αντίστοιχες απαιτήσεις τους.

[163] Τα άρθρα 183, 185 και 350 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπουν ότι ο δικαστής πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αξιολογεί συγκεκριμένα το κατά πόσον υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να τεθεί τέλος στην εκκρεμούσα δίκη με έγγραφο που να διαπιστώνει την πραγματική συνδιαλλαγή των διαδίκων.

[164] Δυνάμει του κεφαλαίου 42, τμήμα 17, του κώδικα δικονομίας, το δικαστήριο πρέπει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να επιτρέψει τη φιλική επίλυση της διαφοράς.

[165] Κατ' εφαρμογή των άρθρων 26.4 και 44.5 των κανόνων πολιτικής δικονομίας για την Αγγλία και την Ουαλία που τέθηκαν σε ισχύ στις 26 Απριλίου 1999, οι δικαστές έχουν τη δυνατότητα να αναστείλουν μια υπόθεση για να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να προσφύγουν σε μεσολάβηση. Τα δικαστήρια μπορούν να καταδικάσουν τους διαδίκους στην καταβολή χρηματικών ποσών εν είδει προστίμων αν αρνηθούν τη μεσολάβηση.

[166] Κατ' εφαρμογή ενός ομοσπονδιακού νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1999, δυνάμει της 15α, εδάφιο 1 του νόμου για την εφαρμογή των κανόνων πολιτικής δικονομίας (EGZPO), τα ομόσπονδα κράτη μπορούν να προβλέπουν νομοθετικά ότι δεν μπορεί να κατατεθεί δικόγραφο αγωγής με αίτημα την επιδίκαση ποσού έως και 750 ευρώ, ή ορισμένες αγωγές σε υποθέσεις παρενόχλησης ή πειθαρχικές υποθέσεις, εφόσον δεν έχει καταβληθεί προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς από αναγνωρισμένο διαιτητικό σώμα: η αγωγή που κατατίθεται χωρίς προηγούμενη προσπάθεια συνδιαλλαγής απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Μέχρι σήμερα, τέσσερα Lδnder έχουν κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας επιβολής υποχρεωτικής προσπάθειας εξωδικαστικού διακανονισμού. Αφής στιγμής ασκηθεί η αγωγή, η 279 ZPO απαιτεί από τα δικαστήρια να εξετάζουν εν πάση περιπτώσει το ενδεχόμενο φιλικού διακανονισμού της διαφοράς ή μεμονωμένων αγωγικών κεφαλαίων. Έτσι, μπορούν να παρουσιάσουν στους διαδίκους προτάσεις διακανονισμού σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, κατά τη διάρκεια των προφορικών ή εγγράφων δικασίμων ή να διατάξουν τους διαδίκους να προσπαθήσουν να επιλύσουν φιλικά τη διαφορά. Στις διαδικασίες της 495α ZPO (διαδικασίες μικροδιαφορών), το δικαστήριο έχει επίσης τη διακριτική εξουσία να αναστέλλει τη διαδικασία ούτως ώστε να μπορέσουν να γίνουν προσπάθειες εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς.

[167] Η προσφυγή σε εξωδικαστικές διαδικασίες είναι υποχρεωτική, δυνάμει του δικαστικού κώδικα, για παράδειγμα στον τομέα των διαφορών εκ συμβάσεων εργασίας και των διαφορών εγροτικής μίσθωσης. Ένα υπό συζήτηση νομοσχέδιο προβλέπει τη συνολική μεταρρύθμιση του δικαστικού κώδικα, εισάγοντας τη δυνατότητα οποιουδήποτε δικαστή να διατάξει μεσολάβηση.

[168] Το άρθρο 214 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει ότι οι διαφορές που υπάγονται στην αρμοδιότητα των πρωτοδικείων μπορούν να συζητηθούν μόνον εφόσον έχει γίνει προηγουμένως απόπειρα συμβιβασμού.

4.3.7. Χαλάρωση ορισμένων κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων

Η χαλάρωση των κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων είναι ένα από τα ζωτικής σημασίας ζητήματα στις διαδικασίες μικροδιαφορών των περισσότερων κρατών μελών. Σε πολλές περιπτώσεις, ο δικαστής διαθέτει κάποια διακριτική ευχέρεια στο θέμα:

Στις διαδικασίες μικροδιαφορών που ισχύουν στην Αγγλία/Ουαλία και στη Βόρειο Ιρλανδία, δεν ισχύουν οι αυστηροί κανόνες απόδειξης. Στην Αγγλία/Ουαλία δεν επιτρέπεται να καταθέσει κατά την ακροαματική διαδικασία εμπειρογνώμονας, εγγράφως ή προφορικώς, χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξετάσει τους μάρτυρες ενόρκως και μπορεί να περιορίσει την κατ' αντιπαράσταση εξέταση από τους διαδίκους. Οι μάρτυρες μπορούν να υποβάλουν έγγραφες βεβαιώσεις, αλλά - κατά γενική πρακτική - ενθαρρύνεται η παρουσία των μαρτύρων στη δίκη ή στην τελική δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ακολουθήσει οποιαδήποτε μέθοδο διεξαγωγής της διαδικασίας κρίνει δίκαιη και να περιορίσει την κατ' αντιπαράσταση εξέταση. Ο δικαστής μπορεί να απευθύνει ερωτήσεις στους μάρτυρες απευθείας, πριν επιτρέψει την υποβολή ερωτήσεων από άλλους.

Οι γενικοί κανόνες διεξαγωγής αποδείξεων χαλαρώνουν επίσης στη Σκωτία και στη Σουηδία. Στη Σκωτία, προβλέπεται μία δικάσιμος με μια περαιτέρω δικάσιμο για τη διεξαγωγή των αποδείξεων εφόσον απαιτείται. Ο δικαστής πρέπει να προσπαθεί, ει δυνατόν, να κρίνει τα επίδικα ζητήματα κατά την πρώτη συζήτηση χωρίς να χρειάζεται μαρτυρικές αποδείξεις. Δεν απαιτούνται λεπτομερείς έγγραφες προτάσεις για τη στήριξη της αξίωσης. Οι γενικοί κανόνες απόδειξης χαλαρώνουν, χωρίς περιορισμούς στα αποδεικτικά μέσα. Οι έγγραφες βεβαιώσεις των μαρτύρων θεωρούνται αποδεικτικά έγγραφα.

Στη Γερμανία, τα δικαστήρια είναι ελεύθερα να διεξάγουν την αποδεικτική διαδικασία όπως κρίνουν σκόπιμο και δεν δεσμεύονται από νομοθετικούς κανόνες όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική διαδικασία. Η διακριτική εξουσία των δικαστηρίων περιορίζεται, εντούτοις, από την αρχή της δίκαιης δίκης, το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης, την απαγόρευση της αυθαιρεσίας και την αρχή της λογικής και της αμεροληψίας.

Στην Αυστρία, τα δικαστήρια μπορούν να απορρίψουν τη διεξαγωγή αποδείξεων που προτείνουν οι διάδικοι σε ορισμένες περιπτώσεις- [169]

[169] Σήμερα, η δυνατότητα αυτή υπάρχει για αξιώσεις ήσσονος σημασίας (έως και 10 %) σε σύγκριση με τη συνολική αξίωση. Από την 1η Ιανουαρίου 2002, η δυνατότητα αυτή θα ισχύει για όλες τις αξιώσεις ποσού μικρότερου των 1.000 ευρώ.

Στην Αγγλία και στην Ουαλία, στη Βόρειο Ιρλανδία, στη Σουηδία [170] και στη Γερμανία επιτρέπεται η τηλεδιάσκεψη.

[170] Η ακροαματική διαδικασία μπορεί να διεξαχθεί τηλεφωνικά, εφόσον αυτό κρίνεται σκόπιμο λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της υπόθεσης, των εξόδων αυτοπρόσωπης παράστασης και των δυσχερειών που μπορεί να προκαλέσει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι απόψεις των διαδίκων. Στην πράξη, οι διάδικοι παρίστανται τηλεφωνικά, ιδίως όταν πρόκειται για αιτήματα μικρής αξίας.

Στην Ισπανία [171], στη Σουηδία [172], στη Γερμανία και στην Ιρλανδία, οι μάρτυρες μπορούν να υποβάλουν έγγραφες βεβαιώσεις, αντί να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου. Στη Βόρειο Ιρλανδία, οι έγγραφες βεβαιώσεις των μαρτύρων επιτρέπονται, αλλά δεν χρησιμοποιούνται ευρέως.

[171] Στην Ισπανία, οι έγγραφες βεβαιώσεις επιτρέπονται σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρο 381 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

[172] Οι έγγραφες βεβαιώσεις των μαρτύρων (attestations de tιmoignage) γίνονται δεκτές μόνον αν η εξέταση των μαρτύρων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια ή εκτός της κύριας δικασίμου ή ακόμα και στο χώρο του δικαστηρίου, ή αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι που αφορούν τα έξοδα ή τις δυσχέρειες που κρίνεται ότι θα προκαλέσει η εξέτασή τους κατά τη διάρκεια ή εκτός της κύριας δικασίμου, σε σχέση με τη σημασία που κρίνεται ότι μπορεί να έχει η εν λόγω εξέταση, τη σημασία της βεβαίωσης ή άλλα περιστατικά. Η μέθοδος αυτή είναι σπάνια και συνεπώς οι κανόνες εφαρμόζονται κατά περιοριστικό τρόπο.

4.3.8. Εισαγωγή της δυνατότητας αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας

Η δυνατότητα διεξαγωγής της διαδικασίας αποκλειστικά και μόνον εγγράφως (αντί της προφορικής διαδικασίας) προβλέπεται σήμερα στη Σουηδία [173], στη Βόρειο Ιρλανδία [174], στη Σκωτία [175], στη Γερμανία, στην Αγγλία/Ουαλία και στην Ισπανία.

[173] Η δυνατότητα αυτή ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν απαιτούνται προφορικές συζητήσεις λαμβανομένης υπόψη της προδικαστικής έρευνας της υπόθεσης και δεν το απαιτεί κανένας διάδικος.

[174] Παρόλο που η νομοθεσία επιτρέπει αποκλειστικά έγγραφη διαδικασία, στην πράξη δεν εφαρμόζεται ευρέως, παρόλο που σημαίνει ότι οι ενάγοντες οι οποίοι κατοικούν εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορούν - και το πράττουν - να υποστηρίξουν την αγωγή τους με έγγραφες προτάσεις, αντί να παραστούν στο δικαστήριο. Εντούτοις, αν προκύψει διαφωνία για κάποιο ζήτημα, ο ενάγων βρίσκεται σε μειονεκτική θέση αν δεν παραστεί στο δικαστήριο και αρκεστεί στις προτάσεις του.

[175] Η έγγραφη διαδικασία στη Σκωτία χρησιμοποιείται μόνον για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις.

Στη Γερμανία, οι έγγραφες διαδικασίες αποτελούν στην πράξη τον κανόνα. Εντούτοις, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν προφορική δικάσιμο.

Στην Αγγλία, η απόφαση μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε έγγραφη διαδικασία, εφόσον ο δικαστής το κρίνει ενδεδειγμένο και συμφωνούν οι διάδικοι, αλλά οι περιπτώσεις αυτές είναι σπάνιες.

4.3.9. Χαλάρωση των κανόνων που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης και το χρονικό πλαίσιο

Στη Γερμανία, η απόφαση επί μικροδιαφορών δεν απαιτείται αναγκαστικά να περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Όσον αφορά τη νομική επιχειρηματολογία, αρκεί να εκτίθενται τα ουσιώδη σημεία της στα πρακτικά.

Σε κανένα κράτος μέλος δεν προβλέπεται γενικό χρονικό πλαίσιο για την εκδίκαση υπόθεσης.

Σήμερα, προβλέπεται προθεσμία για την έκδοση της απόφασης στην Ισπανία [176] (10 ημέρες), στη Σουηδία (14 ημέρες), στη Σκωτία (28 ημέρες) και στην Αυστρία (4 εβδομάδες) [177].

[176] Εντούτοις, η μη τήρηση της προθεσμίας δεν επιφέρει έννομες συνέπειες.

[177] Εντούτοις, η μη τήρηση της προθεσμίας δεν επιφέρει έννομες συνέπειες.

4.3.10. Δικαστική δαπάνη

Οι δικονομικοί κανόνες σχετικά με την επιστροφή της δικαστικής δαπάνης ποικίλλουν σημαντικά. Σε πολλά κράτη μέλη, ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση ήττας.

Στην Αγγλία/Ουαλία, στη Σκωτία, στη Γαλλία [178], στην Ιρλανδία, στη Βόρειο Ιρλανδία [179] και στη Σουηδία, εντούτοις, η κάλυψη της δικαστικής δαπάνης είναι περιορισμένη και κυμαίνεται από μη επιδίκαση (Ιρλανδία) έως περιορισμό των δικαστικών τελών (Βόρειος Ιρλανδία) και καθορισμό ανωτάτων ορίων, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις εξαρτώνται από το ποσό της αξίωσης (Αγγλία/Ουαλία, Σκωτία, Σουηδία).

[178] Η επιδίκαση δικαστικής δαπάνης είναι περιορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 695 του νέου κώδικα πολιτικής δικονομίας.

[179] Επιδικάζεται μόνον ένα πρόσφορο ποσό δικαστικών τελών, εκτός αν ο δικαστής του District Court κρίνει ότι η συμπεριφορά ενός από τους διαδίκους δεν ήταν εύλογη (οπότε μπορεί να επιδικάσει εις βάρος του δαπάνες και έξοδα εξέτασης μαρτύρων), ή η διαδικασία κινήθηκε με κανονικό δικόγραφο αστικής αγωγής (οπότε μπορεί να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη).

4.3.11. Αποκλεισμός/περιορισμός της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων

Οι νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας μικροδιαφορών ποικίλλουν σημαντικά.

Ένδικα μέσα κατά αποφάσεων επί μικροδιαφορών μπορούν να ασκηθούν χωρίς περιορισμό στην Ιρλανδία και στην Ισπανία. [180]

[180] Στην Ισπανία, εντούτοις, υπάρχουν περιορισμοί ως προς τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 460 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στη Σκωτία, επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων μόνον για νομικούς λόγους.

Στη Σουηδία, η άσκηση ενδίκων μέσων υπόκειται σε άδεια η οποία χορηγείται αν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι, π.χ. μια υπόθεση που είναι σημαντική για την εφαρμογή του νόμου.

Στην Αγγλία/Ουαλία, η άσκηση ενδίκων μέσων υπόκειται πάντοτε σε άδεια, εκτός από ειδικές περιπτώσεις που επηρεάζουν την ελευθερία του ατόμου.

Στη Βόρειο Ιρλανδία, προβλέπεται σήμερα πολύ περιορισμένο δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων στη διαδικασία μικροδιαφορών [181]. Εντούτοις, έχει προταθεί μια νομοθετική τροποποίηση που θα επεκτείνει το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων."

[181] Ο δικαστής του District Court μπορεί, και οφείλει αν διαταχθεί από το High Court, να παραπέμψει προς κρίση από το High Court κάθε νομικό ζήτημα που γεννάται από μια απόφαση.

Κατώτατα όρια για την άσκηση ενδίκων μέσων προβλέπονται στη Γαλλία (25.000 γαλλικά φράγκα = 3.811 ευρώ) και στη Γερμανία (600 ευρώ), πράγμα που σημαίνει στην ουσία ότι δεν είναι δυνατή η άσκηση ενδίκων μέσων στη διαδικασία μικροδιαφορών. Στη Γερμανία, εντούτοις, επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων εφόσον η υπόθεση έχει γενικότερη σημασία.

Στην Αυστρία, η άσκηση ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων που αφορούν αξιώσεις ποσού μικρότερου των 2.000 ευρώ επιτρέπεται μόνον λόγω ακυρότητας (δηλ. για σοβαρότατα δικονομικά σφάλματα) ή για νομικούς λόγους. [182]

[182] Αποκλείεται η άσκηση ενδίκων μέσων για πραγματικούς λόγους και για την αξιολόγηση των αποδείξεων ( 501 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

4.4. Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Όπως προαναφέρθηκε, το κόστος, η καθυστέρηση και η ενόχληση που προκαλείται από τα ένδικα βοηθήματα δεν μειώνεται κατ' αναλογία προς το ποσό της αξίωσης. Αντιθέτως, όσο μικρότερη είναι η αξίωση, τόσο περισσότερο αισθητά γίνονται αυτά τα εμπόδια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά κράτη μέλη έχουν θεσπίσει απλουστευμένες πολιτικές διαδικασίες για τις μικροδιαφορές.

Η μελέτη με τίτλο "Κόστος των Δικαστικών Εμποδίων για τους Καταναλωτές στην Ενιαία Αγορά" του 1995 [183] αποκάλυψε τα ακόλουθα στοιχεία για τις μικροδιαφορές καταναλωτικής φύσης, τα οποία έχουν, ωστόσο, γενικότερη σημασία:

[183] Cost of Judicial Barriers for Consumers in the Single Market, Hanno von Freyhold, Volkmar Gessner, Enzo L. Vial, Helmut Wagner (Eds.), έκθεση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση XXIV), Zentrum fόr Europδische Rechtspolitik an der Universitδt Bremen, Oκτώβριος/Νοέμβριος 1995, η οποία διατίθεται από τη διεύθυνση: http://www.freyvial.de/Publications/ egi-2.pdf

* 24% των πολιτών των κρατών μελών αγοράζουν σποραδικά (κυρίως όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό) αγαθά και υπηρεσίες αξίας έως και 2.000 ευρώ σε άλλες χώρες της ΕΕ. [184] 10% των εν λόγω καταναλωτών δεν μένουν ικανοποιημένοι και τα δύο τρίτα από αυτούς δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους. Από τη μελέτη προκύπτει επίσης ότι η ενιαία αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Σπανίως αγοράζονται τέτοια αγαθά στο εξωτερικό, λόγω του κινδύνου να μην μπορεί ο καταναλωτής να ζητήσει την επισκευή ή την επιστροφή των χρημάτων του.

[184] Έρευνα του ΕΥΡΟΒΑΡΟΜΕΤΡΟΥ με ημερομηνία 17 Μαϊου 1995 (43.0)

* Το συνολικό κόστος της επιδίωξης της ικανοποίησης διασυνοριακής καταναλωτικής αξίωσης ποσού 2000 ευρώ κυμαίνεται, ανάλογα με τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, από 980 ευρώ έως 6.600 ευρώ και ανέρχεται κατά μέσον όρο σε 2.489 ευρώ για διαδικασία στον τόπο κατοικίας του εναγομένου. Το ελάχιστο και το μέσο κόστος της διαδικασίας στον τόπο κατοικίας του ενάγοντα είναι κατά περίπου 3% χαμηλότερο, ενώ το ανώτατο κόστος είναι έως και 11% χαμηλότερο από ό,τι για διαδικασία στον τόπο κατοικίας του εναγομένου. Δεδομένου ότι ο ενάγων αναγκάζεται να φέρει μέρος της δαπάνης ακόμα και σε περίπτωση νίκης του, ενώ υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να χρειαστεί να καλύψει το σύνολο της δαπάνης σε περίπτωση ήττας, ο λογικός καταναλωτής δεν θα ασκήσει αγωγή για 2.000 ευρώ.

* Επιπλέον, οι καταναλωτές λαμβάνουν υπόψη και τη διάρκεια της δίκης. Αποφασιστικό ρόλο από την άποψη αυτή παίζει η διαδικασία (και η κοινοποίηση εγγράφων) και η εκτέλεση. Ενώ ορισμένα κράτη μέλη προβλέπουν διαδικασίες οι οποίες διαρκούν ένα έτος ή λιγότερο, τα αρμόδια για τις μικρές καταναλωτικές αξιώσεις δικαστήρια στην Ιρλανδία και ιδίως στην Ιταλία χρειάζονται αρκετά χρόνια για να εκδικάσουν τη διαφορά. Η μέση διάρκεια μιας διασυνοριακής αστικής αγωγής στην Ευρώπη είναι σχεδόν 2 χρόνια στον τόπο κατοικίας του εναγομένου και έξι μήνες επιπλέον στον τόπο κατοικίας του ενάγοντα (όπου η κοινοποίηση των δικογράφων και η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης επιμηκύνουν τη διάρκεια).

* Τα στοιχεία υποδεικνύουν την ύπαρξη νομικής αβεβαιότητας για τους καταναλωτές στην ενιαία αγορά. Για το λόγο αυτό, οι ενημερωμένοι καταναλωτές αποφεύγουν τις ανώνυμες αγορές και οι μη ενημερωμένοι καταναλωτές εκτίθενται σε κινδύνους όταν προβαίνουν σε αγορές στο εξωτερικό. Οι προβλεπόμενες δομές για τις διασυνοριακές δίκες πόρρω απέχουν από του να είναι αξιόπιστες, προσπελάσιμες και αποτελεσματικές. Ο υπολογισμός του άμεσου κόστους για τους καταναλωτές υποδηλώνει ότι το αθροιστικό κόστος της διασυνοριακής ανασφάλειας δικαίου για τους καταναλωτές είναι σημαντικό. Από την άθροιση διαφόρων κατηγοριών κόστους προκύπτει κόστος της τάξεως των 7.230 έως 73.790 εκατομμύρια ευρώ.

Το γεγονός ότι τα εμπόδια στην ταχεία και ανέξοδη έκδοση απόφασης εντείνονται σαφώς κατ' αυτόν τον τρόπο στις διασυνοριακές διαφορές υπογραμμίστηκε και στην έκθεση της διάσκεψης εμπειρογνωμόνων διαφόρων ειδικοτήτων με θέμα Επίλυση των Διασυνοριακών Μικροδιαφορών στην Ευρώπη την οποία διοργάνωσε η βρετανική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1998. [185] Η έλλειψη γνώσεων όσον αφορά τα νομικά συστήματα άλλων κρατών μελών και η επακόλουθη ανάγκη προσφυγής σε δικηγόρο, η περισσότερο χρονοβόρα κοινοποίηση εγγράφων σε διάδικο που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος και η επιπλέον δαπάνη για μεταφράσεις είναι μερικοί μόνον από τους παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό. Συνεπώς, σήμερα το κόστος της έκδοσης απόφασης κατά εναγομένου που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος είναι συχνά δυσανάλογο προς το επίδικο χρηματικό ποσό, ιδίως αν το ποσό αυτό είναι μικρό. Αν στην περίπτωση αυτή δεν διατίθεται κάποια διαδικασία "ανάλογη" προς την αξία του αντικειμένου της διαφοράς διότι το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους δεν προβλέπει τέτοια διαδικασία ή αποκλείει τη χρησιμοποίησή της σε διασυνοριακές υποθέσεις, τα εμπόδια που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο δανειστής μπορούν να καταστήσουν οικονομικά αμφισβητήσιμη την προσφυγή στα δικαστήρια. Πολλοί δανειστές που έρχονται αντιμέτωποι με τα έξοδα της διαδικασίας και τις πρακτικές δυσχέρειες που είναι πιθανόν να ακολουθήσουν, μπορεί να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα να επιτύχουν αυτό που πιστεύουν ότι δικαιούνται.

[185] Διάσκεψη Εμπειρογνωμόνων διαφόρων ειδικοτήτων, Resolving Small Claims Across European Borders, 22 and 23 June 1998, Down Hall, Hatfield Heath, Hertfordshire.

Για να μπορέσει η Επιτροπή να αξιολογήσει καλύτερα το βαθμό στον οποίο απαιτείται ανάληψη δράσης σε κοινοτικό επίπεδο, καθώς και τη φύση της απαιτούμενης δράσης, ένας από τους στόχους της παρούσας Πράσινης Βίβλου είναι η συγκέντρωση περισσότερων πληροφοριών για τη λειτουργία των ισχυουσών διαδικασιών μικροδιαφορών. Η απλή ανάλυση του ισχύοντος δικονομικού πλαισίου δεν επιτρέπει αφεαυτής την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων όσον αφορά την απόδοση μιας ειδικής διαδικασίας στην καθημερινή χρήση της. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση μεταξύ της αποδοχής και της επιτυχίας των μεθόδων που αποσκοπούν στην απλούστευση και στην επιτάχυνση της εκδίκασης των μικροδιαφορών μεταξύ των κρατών μελών, τόσο διευρύνεται η ανισορροπία που σκιαγραφήθηκε παραπάνω και καθίσταται πιο επείγουσα η ανάγκη προσέγγισης σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι ένα ενδεχόμενο μελλοντικό κοινοτικό μέσο που θα αφορά τις μικροδιαφορές θα προσαρμοστεί στο ισχύον κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις και σε άλλες ενδεχόμενες μελλοντικές πράξεις στο συγκεκριμένο τομέα. Στις υποθέσεις διασυνοριακών μικροδιαφορών, τα έγγραφα επιδίδονται σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις [186]. Το γεγονός ότι κάποιος οφειλέτης αμφισβητεί αξίωση που εγείρεται σε ενδεχόμενη μελλοντική διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής, όπως εκτίθεται στο τμήμα ΙΙ της παρούσας Πράσινης Βίβλου, δεν έχει καμία επίπτωση στο κατά πόσον μετά τη διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής ακολουθεί η τακτική διαδικασία ή η διαδικασία μικροδιαφορών (υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή αφορά "μικροδιαφορά"). Τέλος, μια τελεσίδικη απόφαση εκδιδόμενη σε διαδικασία μικροδιαφορών μπορεί να δικαιολογήσει την έκδοση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου (μόλις εγκριθεί ο κανονισμός του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις [187] και υπό τον όρο ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για την έκδοση αυτού του τίτλου).

[186] ΕΕ L 160, 30.6.00, σ.37

[187] Βλέπε COM(2002) 159 τελικό, Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις.

Ερώτηση 32:

Έχουν ανακύψει προβλήματα, και ποια, κατά την εφαρμογή διαδικασιών μικροδιαφορών στο κράτος μέλος σας; Παρακαλείστε να υποδείξετε το επίπεδο αποδοχής και επιτυχίας των διαδικασιών αυτών στην πράξη. Είναι εφαρμοστέες αυτές οι διαδικασίες και σε διασυνοριακές υποθέσεις όπου είτε ο ενάγων είτε ο εναγόμενος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος; Ποια προβλήματα ανακύπτουν σήμερα κατά την εκδίκαση διασυνοριακών μικροδιαφορών;

Με την προοπτική της αποδοχής και της επιτυχίας των ισχυουσών διαδικασιών, θα πρέπει περαιτέρω να τονιστεί ότι μετά τη θέσπιση ενός μελλοντικού κοινοτικού μέσου για τις μικροδιαφορές, ένα ουσιαστικής σημασίας ζήτημα για τους πολίτες είναι να πληροφορηθούν για την ύπαρξη της διαδικασίας των μικροδιαφορών για να εξασφαλιστεί στην πράξη η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Ένας ενδεχόμενος τρόπος πληροφόρησης είναι η συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να χορηγηθούν στο κοινό και στους επαγγελματικούς κύκλους οι απαραίτητες πληροφορίες για τη διαδικασία εκδίκασης των μικροδιαφορών κυρίως μέσω του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις που δημιουργήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου αριθ.2001/470/EC [188].

[188] Απόφαση του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ L 174, 27.6.2001, σ. 25.

Ερώτηση 33:

Ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι που μπορούν να προβλεφθούν για την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με ένα μελλοντικό κοινοτικό μέσο για τη διαδικασία μικροδιαφορών;

5. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΜΙΑΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΕΣ

Εκτός από τα δύο ζητήματα που αναφέρθηκαν στην Εισαγωγή (Μέρος Ι: ενδεδειγμένη νομική πράξη, εφαρμογή μόνον σε διασυνοριακές υποθέσεις ή και σε καθαρά εσωτερικές υποθέσεις), μια πιθανή μελλοντική κοινοτική πράξη για τις μικροδιαφορές θέτει και άλλα συγκεκριμένα προβλήματα. Διακρίνονται δύο διαφορετικοί τύποι προβλημάτων:

- Μια σειρά προβλημάτων συνδέεται με το πεδίο εφαρμογής της νομικής πράξης για τις μικροδιαφορές. Το πεδίο εφαρμογής συναρτάται, μεταξύ άλλων, με το ζήτημα του ανωτάτου ορίου που πρέπει να τεθεί για τις μικροδιαφορές, του τύπου διαφορών οι οποίες πρέπει να υπάγονται στη διαδικασία μικροδιαφορών και το κατά πόσον πρέπει να είναι υποχρεωτική ή προαιρετική. Το πρόβλημα αυτό εξετάζεται στο παρόν κεφάλαιο.

- Tο δεύτερο πρόβλημα συναρτάται με τους συγκεκριμένους δικονομικούς κανόνες που διακρίνουν τη διαδικασία μικροδιαφορών από την τακτική διαδικασία, δηλ. το ερώτημα ποιοι δικονομικοί κανόνες μπορούν να μελετηθούν και κρίνονται κατάλληλοι ούτως ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις δεν εμποδίζονται ή αποθαρρύνονται να ασκήσουν τα δικαιώματά τους. Οι διαδικαστικοί κανόνες που πιθανόν συνδέονται με αυτές τις παραμέτρους αφορούν όλες τις φάσεις της πολιτικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα την κίνηση της διαδικασίας, την ίδια τη διαδικασία, την απόφαση και τη δικαστική δαπάνη, την εκτελεστότητα της απόφασης και τη δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων. Το πρόβλημα αυτό εξετάζεται κατωτέρω (6.).

Μια πιθανή μελλοντική κοινοτική πράξη για τις μικροδιαφορές θέτει ειδικά προβλήματα όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της. Τα τρία αυτά ζητήματα, και συγκεκριμένα το ανώτατο όριο υπαγωγής στη διαδικασία μικροδιαφορών, οι τύποι διαφορών οι οποίες υπάγονται στη διαδικασία μικροδιαφορών και το κατά πόσον η διαδικασία μικροδιαφορών πρέπει να είναι προαιρετική ή υποχρεωτική συνδέονται σε κάποιο βαθμό μεταξύ τους.

5.1. Ανώτατο όριο

Δεδομένου ότι η έννοια του όρου μικροδιαφορές είναι ποσοτική, κρίνεται απαραίτητο να τεθεί ένα ποσοτικό ανώτατο όριο (βασιζόμενο στο ύψος της αξίωσης) κάτω από το οποίο μια αξίωση πρέπει να θεωρείται "μικρή". Πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι υπάρχουν νομικά συστήματα στα οποία η επιλογή μεταξύ της τακτικής διαδικασίας και των απλουστευμένων μορφών διαδικασίας δεν διενεργείται επί τη βάσει του αιτουμένου ποσού (δηλ. σε ποσοτική βάση), άλλά μάλλον επί τη βάσει ποιοτικών κριτηρίων (βλ. παράγραφο 4.3). Οι απλουστευμένες μορφές διαδικασίας εφαρμόζονται σε απλούστερες, λιγότερο πολύπλοκες υποθέσεις, ανεξαρτήτως του αιτουμένου ποσού. Εντούτοις, φαίνεται προτιμότερο να οριστούν οι μικροδιαφορές ποσοτικά, δεδομένου ότι μια διαφορά η οποία δεν εγείρει μείζονα νομικά προβλήματα και στην οποία τα πραγματικά περιστατικά είναι σαφή, αλλά αφορά εντούτοις μεγάλο ποσό, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί μικροδιαφορά.

Σε όλα τα κράτη μέλη που προβλέπουν διαδικασίες μικροδιαφορών υπάρχουν ανώτατα όρια για την υπαγωγή σε αυτές τις διαδικασίες, τα οποία ποικίλλουν σημαντικά (μεταξύ 600 ευρώ και 8.234 ευρώ). Η γενική τάση στα κράτη μέλη φαίνεται να είναι η αύξηση των ορίων αυτών (και όχι η μείωσή τους).

Το όριο δεν πρέπει να είναι πολύ χαμηλό, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι η διαδικασία μικροδιαφορών θα έχει πεδίο εφαρμογής με επαρκή πρακτική σημασία και - σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Τάμπερε - άμεση επίδραση στη ζωή των πολιτών. Από την άλλη πλευρά, προβληματικός μπορεί να αποδειχθεί και ο καθορισμός ενός πολύ υψηλού ορίου. Η απλούστευση των δικονομικών κανόνων δικαιολογείται μόνον σε περιπτώσεις όπου το κόστος της δικαστικής διαδικασίας είναι δυσανάλογο προς το ποσό της επίδικης αξίωσης. Ένα υπερβολικά υψηλό όριο μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την εισαγωγή σημαντικών δικονομικών απλουστεύσεων, λόγω ανησυχιών όσον αφορά την πραγματική νομική προστασία των πολιτών. Ένα όριο μεταξύ 1000 ευρώ και 2000 ευρώ θα αποτελούσε αποδεκτό συμβιβασμό. Το όριο θα μπορούσε να είναι υψηλότερο αν η διαδικασία είναι προαιρετική (βλ. παράγραφο 5.3), εφόσον θα υπάρχει πάντα η δυνατότητα εφαρμογής της τακτικής διαδικασίας.

Μπορεί επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης ενός κοινού ελάχιστου ανωτάτου ορίου κάτω από το οποίο η διαδικασία μικροδιαφορών θα είναι εφαρμοστέα σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά το οποίο θα αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή να θέσουν υψηλότερο όριο, ή ακόμα και το ενδεχόμενο θέσπισης ενός επιπλέον μέγιστου ανωτάτου ορίου.

Ερώτηση 34:

Πρέπει να προβλέπεται ποσοτικό ανώτατο όριο για τη διαδικασία μικροδιαφορών;

Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι αυτό το ανώτατο όριο για τη διαδικασία μικροδιαφορών;

Πρέπει να προβλέπεται κοινό ανώτατο όριο για όλα τα κράτη μέλη;

Ή μήπως αρκεί ένα κοινοτικό ελάχιστο (και μέγιστο) ανώτατο όριο;

5.2. Tύποι διαφορών

Σε αντιδιαστολή προς τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής, στόχος της οποίας είναι η έκδοση εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα (πιθανόν με τη χρησιμοποίηση συστήματος επεξεργασίας δεδομένων), η διαδικασία μικροδιαφορών εφαρμόζεται σε αξιώσεις οι οποίες αμφισβητούνται από τον εναγόμενο. Συνεπώς, τα επιχειρήματα για τον περιορισμό της διαδικασίας μικροδιαφορών μόνον σε χρηματικές αξιώσεις είναι πρακτικά ανύπαρκτα. Εφόσον η υπόθεση θα κριθεί από δικαστή - υπό οποιαδήποτε απλουστευμένη δικονομική μορφή - δεν είναι απαραίτητο η διατύπωση της απόφασης να είναι προσαρμοσμένη προς έντυπο το οποίο απλώς συμπληρώνεται θέτοντας Χ σε τετραγωνίδια (πράγμα που μπορεί να είναι δύσκολο σε περίπτωση μη χρηματικών αξιώσεων). Έτσι, και στα περισσότερα κράτη μέλη που προβλέπουν διαδικασίες μικροδιαφορών, οι διαδικασίες αυτές δεν εφαρμόζονται μόνον σε χρηματικές αξιώσεις.

Ανακύπτει επίσης το ερώτημα αν η διαδικασία πρέπει να περιορίζεται σε ορισμένους τύπους αξιώσεων, ή αν ορισμένες αξιώσεις πρέπει να εξαιρούνται από αυτή. Ανάλογους περιορισμούς προβλέπουν οι νομοθεσίες αρκετών κρατών μελών.

Στα συμπεράσματα του Τάμπερε γίνεται αναφορά σε ειδικούς κοινούς δικονομικούς κανόνες για την απλούστευση και την επίσπευση της διασυνοριακής εκδίκασης "μικροδιαφορών καταναλωτικής ή εμπορικής φύσης και αξιώσεων διατροφής ".

Στόχος της διαδικασίας μικροδιαφορών είναι η αποφυγή χρονοβόρων και δαπανηρών διαδικασιών για τις μικροδιαφορές. Συνεπώς, θα έμοιζε λογικό a priori η διαδικασία να εφαρμόζεται σε όλους τους τύπους αστικών και εμπορικών αξιώσεων. Κάτι τέτοιο, εντούτοις, θα έθετε προβλήματα σε περιπτώσεις όπου απαιτείται σημαντική και δαπανηρή διεξαγωγή αποδείξεων (όπως πραγματογνωμοσύνης). Από την άλλη πλευρά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης χαλαρών κανόνων για τη διεξαγωγή αποδείξεων χορηγώντας στο δικαστή σημαντικό περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο θέμα αυτό (βλ. κατωτέρω, παράγραφος 6.4). Επίσης, είναι ίσως δύσκολο να προσδιοριστούν ορισμένοι τύποι δικών που παρουσιάζουν τυπικά μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και συνεπώς δεν προσφέρονται για τη διαδικασία μικροδιαφορών. Ακόμα και σε υποθέσεις αποζημίωσης λόγω σωματικής βλάβης - οι οποίες μπορεί να είναι συνήθως περισσότερο πολύπλοκες - η πιθανόν απαραίτητη πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διεξαχθεί εγγράφως, ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η διεξαγωγή της διαδικασίας αποκλειστικά και μόνον εγγράφως. Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να συνεξεταστεί και το ζήτημα της καταδίκης στη δικαστική δαπάνη και του προαιρετικού ή υποχρεωτικού χαρακτήρα της διαδικασίας. Αν μια υποχρεωτική διαδικασία μικροδιαφορών θέτει όριο για την αμοιβή των πραγματογνωμόνων (οι οποίοι μπορεί να είναι απαραίτητοι ακόμα και σε περιπτώσεις που αφορούν απλές συμβατικές αξιώσεις), αυτό καθιστά οικονομικά αμφισβητούμενη την επιδίωξη της ικανοποίησης αξιώσεων που απαιτούν αυτό το αποδεικτικό μέσο.

Κατά τον προσδιορισμό των ενδεδειγμένων τύπων διαφορών, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη, ορισμένες αξιώσεις (όπως, π.χ. ορισμένα ζητήματα οικογενειακού δικαίου) δεν υπάγονται στην τακτική πολιτική διαδικασία. Συνεπώς, θα είναι ίσως δύσκολο να υπαχθούν αυτοί οι τύποι αξιώσεων σε διαδικασία μικροδιαφορών (απλουστευμένη τακτική διαδικασία).

Στις μη χρηματικές αξιώσεις, συνήθως το ύψος της αξίωσης καθορίζεται από τον ενάγοντα. Συνεπώς, σε περίπτωση θέσπισης υποχρεωτικής διαδικασίας μικροδιαφορών, ο ενάγων θα είναι εκείνος που θα προσδιορίζει κατά πόσον η διαδικασία θα εφαρμοστεί στην αξίωσή του. Για να προληφθούν πιθανές καταχρήσεις, σε ορισμένα κράτη μέλη, ο δικαστής ελέγχει τον καθορισμό του ύψους της αξίωσης.

Ερώτηση 35:

Πρέπει η διαδικασία μικροδιαφορών να περιορίζεται στις χρηματικές αξιώσεις, ή όχι;

Ερώτηση 36:

Ποιοι τύποι διαφορών πρέπει να υπάγονται στη διαδικασία μικροδιαφορών;

Πρέπει να εξαιρούνται ορισμένες αστικές και εμπορικές διαφορές;

Ή μήπως η διαδικασία πρέπει να εφαρμόζεται μόνον σε ορισμένες ειδικά προσδιοριζόμενες αστικές και εμπορικές διαφορές;

5.3. Προαιρετική ή υποχρεωτική υπαγωγή στη διαδικασία μικροδιαφορών

Προαιρετική διαδικασία

Μπορεί να θεσπιστεί προαιρετική διαδικασία (όπως ισχύει σήμερα στη Γαλλία, στην Ιρλανδία και στη Βόρειο Ιρλανδία) ως επιπρόσθετη ευρωπαϊκή διαδικασία η οποία δεν θα παρεμβάλλεται στις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες. Αυτό εντούτοις, μπορεί να σημαίνει ότι η διαδικασία μικροδιαφορών θα χρησιμοποιείται ελάχιστα στην πράξη, ιδίως αν εφαρμόζεται μόνον σε υποθέσεις διαμεθοριακού χαρακτήρα.

Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί ποιος θα επέλεγε μια διαδικασία μικροδιαφορών. Για να εξασφαλιστεί ισότητα δικονομικών δικαιωμάτων των διαδίκων, κρίνεται εύλογο να μπορεί ο ενάγων να κινήσει τη διαδικασία ως μικροδιαφορά, αλλά να δίδεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να προβάλει αντιρρήσεις και να επιβάλει την εφαρμογή της τακτικής διαδικασίας. Έτσι, η διαδικασία μικροδιαφορών θα εφαρμόζεται μόνον αν συμφωνούν και οι δύο διάδικοι. Εντούτοις, εφόσον συχνά τα συμφέροντά τους θα είναι αντικρουόμενα και συνεπώς δεν θα ευνοούν πάντα και οι δύο μια ταχεία διαδικασία, το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας ενδέχεται να περιοριστεί σημαντικά.

Υποχρεωτική διαδικασία

Η υποχρεωτική διαδικασία (όπως ισχύει στη Γερμανία, στην Αγγλία/Ουαλία, στη Σκωτία, στην Ισπανία και στη Σουηδία) θα εξασφάλιζε τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας μικροδιαφορών, ιδίως αν δεν καλύπτονται μόνον υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εντούτοις, θα ήταν ίσως περισσότερο ενδεδειγμένο να εφαρμοστεί η τακτική διαδικασία, παρά το γεγονός ότι το ποσό της αξίωσης είναι μικρότερο από το όριο των μικροδιαφορών. Για να μην επαφίεται η σχετική απόφαση στους διαδίκους, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο να εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να "διαβιβάσει" μια μικροδιαφορά στην τακτική διαδικασία. Μια τέτοια απόφαση θα έχει επιπτώσεις για όλες τις άλλες δικονομικές απλουστεύσεις της διαδικασίας μικροδιαφορών (όπως ο περιορισμός της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων κλπ). Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο δικαστής θα θελήσει να "διαβιβάσει" την υπόθεση στην τακτική διαδικασία, διότι θα επιθυμεί να εφαρμόσει τους ισχύοντες εκεί κανόνες για τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Συνεπώς, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο - αντί της "διαβίβασης" της διαδικασίας - να δοθεί απλώς στο δικαστή η δυνατότητα να εφαρμόζει και τους κανόνες της τακτικής διαδικασίας για τη διεξαγωγή αποδείξεων. Η εφαρμογή των λοιπών δικονομικών απλουστεύσεων δεν θα εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια (βλ. κατωτέρω, παρ. 6.4).

Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η σύνδεση μεταξύ του ζητήματος αυτού και των δυνατοτήτων απλούστευσης δικονομικών κανόνων, όπως η ανάγκη ακροαματικής διαδικασίας ή οι συνέπειες του περιορισμού της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης.

Ερώτηση 37:

Πρέπει η διαδικασία μικροδιαφορών να είναι υποχρεωτική ή προαιρετική;

Πρέπει να μπορεί το δικαστήριο να εκδικάσει μικροδιαφορά με την τακτική διαδικασία;

Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Πρέπει να μπορούν οι διάδικοι να επιβάλουν την εκδίκαση μικροδιαφοράς με την τακτική διαδικασία;

Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

6. ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ

Οι πιθανές εναλλακτικές δυνατότητες απλούστευσης των δικονομικών κανόνων που διέπουν τη διαδικασία μικροδιαφορών σε σχέση με την τακτική διαδικασία αφορούν όλα τα στάδια της διαδικασίας (την έναρξη της διαδικασίας, την ίδια τη διαδικασία, την απόφαση και τη δικαστική δαπάνη και τη δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων). Οι δυνατότητες που αναφέρονται εδώ συναντώνται κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε ισχύουσες διαδικασίες μικροδιαφορών (και, σε κάποια έκταση, και στις τακτικές διαδικασίες άλλων κρατών μελών), αλλά είναι απλώς ενδεικτικές ενός ευρύτερου πεδίου πιθανών δυνατοτήτων. Στόχος των προτάσεων απλούστευσης των δικονομικών κανόνων που ακολουθούν είναι να περιοριστεί η δικονομική προσπάθεια ανάλογα με τη μικρή σημασία της αξίωσης και να καταστεί η διαδικασία όσο το δυνατόν απλούστερη εξασφαλίζοντας εντούτοις αποτελεσματική έννομη προστασία στον πολίτη ο οποίος ακολουθεί μια διαδικασία θεμελιωμένη στο κράτος δικαίου.

6.1. Κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τα έντυπα

Ένα τυποποιημένο έντυπο το οποίο θα μπορεί να συμπληρώνται πολύ εύκολα και περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα στοιχεία θα διευκόλυνε σημαντικά την κίνηση της διαδικασίας.

Τα ουσιώδη αυτά στοιχεία θα μπορούσαν να είναι:

- Όνομα και διεύθυνση των διαδίκων και του δικαστηρίου

- Η αξίωση, συμπεριλαμβανομένης σύντομης περιγραφής των πραγματικών περιστατικών

- Ημερομηνία και υπογραφή

Η θέσπιση κοινών στοιχειωδών κανόνων για πολύγλωσσα έντυπα αναφέρεται και στα συμπεράσματα του Τάμπερε (σημείο 31).

Ο στόχος θα πρέπει να είναι η εισαγωγή ενός εγγράφου που δεν θα περιέχει πληροφορίες για τις οποίες ο ενάγων θα χρειάζεται τη βοήθεια δικηγόρου (όπως νομικές παρατηρήσεις ή τη νομικώς ορθή διατύπωση της αιτουμένης δικαστικής απόφασης). Εφόσον απαιτείται, ο δικαστής ή ένας δικαστικός γραμματέας μπορεί να δίνει οδηγίες στους διαδίκους σχετικά με απαραίτητες τροποποιήσεις ανάλογα με την πρόοδο της διαδικασίας (βλ. κατωτέρω, παρ. 6.2). Για να αποτραπούν τα προβλήματα, το έντυπο μπορεί να περιέχει οδηγίες για τη συμπλήρωσή του. Ως σημεία αναφοράς μπορούν να χρησιμεύσουν το απλουστευμένο ευρωπαϊκό έντυπο που προτείνει η Επιτροπή στο Σχέδιο Δράσης σχετικά με την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά [189] του 1996, καθώς και τα ισχύοντα Έντυπα Καταγγελίας Καταναλωτών [190] της Επιτροπής.

[189] COM(1996) 13 τελικό.

[190] http://europa.eu.int/comm/consumers/ policy/developments/acce_just/acce_just03_el.html

Στο Σχέδιο Δράσης, η Επιτροπή πρότεινε τη θέσπιση απλουστευμένου ευρωπαϊκού εντύπου ούτως ώστε να βελτιωθεί η πρόσβαση σε δικαστικές διαδικασίες.

Θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο να εισαχθούν έντυπα για μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας (όπως για την αντίκρουση εκ μέρους του εναγομένου).

Τα έντυπα αυτά μπορούν να διατίθενται και από το Διαδίκτυο, πράγμα που θα διευκόλυνε κυρίως τους διαδίκους οι οποίοι κατοικούν σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος του δικαστηρίου, ιδίως αν, παρά τις προσπάθειες εναρμόνισης μεταξύ των κρατών μελών, αποδειχθεί απαραίτητο να συνεχίσουν να υπάρχουν μικρές διαφορές μεταξύ των εντύπων.

Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να επιτραπούν σύγχρονοι τρόποι επικοινωνίας, όπως η τηλεομοιοτυπία και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για την έναρξη της διαδικασίας και την περαιτέρω επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων και του δικαστηρίου. Η επικοινωνία μέσω φαξ γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτή από τα δικαστήρια, ενώ η ηλεκτρονική επικοινωνία είναι δυνατή μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον μέσω ειδικών συστημάτων μεταφοράς δεδομένων. Η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι επίσης προβληματική λόγω της δυσκολίας εξακρίβωσης της αυθεντικότητας του εγγράφου. Λαμβανομένου υπόψη του κοινοτικού νομοθετικού πλαισίου που αφορά τις ηλεκτρονικές υπογραφές [191], εντούτοις, η εισαγωγή μιας διαδικασίας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα μπορούσε να καταστεί συνηθέστερη μελλοντικά. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επίσης ότι οι τεχνικοί τρόποι επικοινωνίας αποτελούν μάλλον γενικό πρόβλημα της πολιτικής δικονομίας και όχι ζήτημα που συναρτάται ειδικά με τις μικροδιαφορές.

[191] Βλ. ιδίως οδηγία 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1999 σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές, ΕΕ L 13, 19. 1. 2000, σελ. 12.

Ερώτηση 38:

Πρέπει να θεσπιστούν κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τα έντυπα;

Αν ναι, ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί οι κανόνες;

Για ποια στάδια της διαδικασίας πρέπει να χρησιμοποιούνται έντυπα;

Πρέπει να εισαχθούν σύγχρονοι τρόποι επικοινωνίας;

6.2. Εκπροσώπηση και νομική συμπαράσταση

Εφόσον ένας από τους στόχους της διαδικασίας μικροδιαφορών είναι να επιτρέπει στους διαδίκους να επιτυγχάνουν την έκδοση απόφασης με ευχερή και ολιγοδάπανο τρόπο, η παράσταση δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική σε κανένα κράτος μέλος. Από την άλλη, η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι δυνατή σε όλα τα κράτη μέλη. Το ισχύον αυτό πλαίσιο κρίνεται ικανοποιητικό, εφόσον η διαδικασία μικροδιαφορών πρέπει να επιτρέπει την ευχερή πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ιδίως για το ευρύ κοινό, και εφόσον δεν αποκλείεται η εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Μια περαιτέρω βελτίωση θα μπορούσε να είναι η δυνατότητα εκπροσώπησης από μη δικηγόρους η οποία προβλέπεται ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη (Γερμανία, Αγγλία/Ουαλία, Σκωτία και Βόρειος Ιρλανδία). Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι χρήσιμο κυρίως για εταιρείες οι οποίες θα μπορούσαν, ιδίως σε εύκολες υποθέσεις, να εκπροσωπούνται από μέλη του προσωπικού τους.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι διάδικοι δεν εκπροσωπούνται στην πράξη από δικηγόρο. Για να τους προσφερθεί ουσιαστική βοήθεια, πολλά κράτη μέλη προβλέπουν την παροχή βοήθειας όσον αφορά την κίνηση της διαδικασίας μέσω των δικαστικών γραμματέων, ιδίως για τη συμπλήρωση εντύπου. Αυτή η παροχή βοήθειας επιτρέπει να αποτραπούν καθυστερήσεις που προκαλούνται από ελλιπείς αιτήσεις και διορθώσεις που καθίστανται απαραίτητες στη συνέχεια.

Συχνά εντούτοις, οι μη δικηγόροι ενδέχεται να χρειαστούν βοήθεια και σε μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας. Η διαδικασία μικροδιαφορών των περισσότερων κρατών μελών προβλέπει συνεπώς ότι δεν απαιτούνται λεπτομερείς προτάσεις και ότι ο δικαστής υπέχει κάποια καθήκοντα παροχής οδηγιών προς τους διαδίκους. Πρέπει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια για την πλήρη διαλεύκανση των πραγματικών περιστατικών και να προσφέρει υποστήριξη στους διαδίκους, ιδίως σε δικονομικά ζητήματα. Για να καταστεί η διαδικασία μικροδιαφορών φιλικότερη προς το χρήστη, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης καθήκοντος του δικαστή να παρέχει οδηγίες στους διαδίκους. Ένα τέτοιο καθήκον θα μπορούσε να είναι ευρύ, αλλά προφανώς προϋποθέτει ότι ο δικαστής παραμένει ουδέτερος και δεν διερευνά ο ίδιος την υπόθεση αυτεπαγγέλτως.

Η δυνατότητα προφορικής άσκησης αγωγής απευθείας στο δικαστήριο με καταχώρησή της στα πρακτικά θα μπορούσε να συμπληρώσει τη συμπαράσταση προς τους ιδιώτες διαδίκους και να περιορίσει τις αναστολές όσων δεν διαθέτουν την εμπειρία να απευθύνονται στις αρχές.

Ερώτηση 39:

Πρέπει να παρέχεται βοήθεια για δικονομικά ζητήματα σε διαδίκους που δεν εκπροσωπούνται από δικηγόρο;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Πρέπει να επιτρέπεται η εκπροσώπηση από μη δικηγόρους;

6.3. Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών (ADR)

Μια περαιτέρω δικονομική δυνατότητα που θα μπορούσε να εξεταστεί είναι η εισαγωγή εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών (όπως η συνδιαλλαγή, η μεσολάβηση και οι άτυπες συζητήσεις) στο πλαίσιο των διαδικασιών μικροδιαφορών. Κάτι τέτοιο θα προσέφερε το πλεονέκτημα ότι θα μείωνε το φόρτο εργασίας των δικαστηρίων, καθώς και το κόστος. Θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν σημαντικά ποσά από αμοιβές δικηγόρων και άλλα δικαστικά έξοδα, καθώς και χρόνος και ενέργεια εκ μέρους των διαδίκων και των δικαστών. Επίσης, είναι ευκολότερο να επιτευχθεί σύντομα συμβιβασμός, από ό,τι να εκδοθεί και να εκτελεστεί δικαστική απόφαση. Συνεπώς, τα μέτρα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη του στόχου μείωσης του κόστους και εξοικονόμησης χρόνου που είναι σημαντικός για όλες τις διαδικασίες σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αλλά έχει πρωταρχική σημασία, για προφανείς λόγους, στο πλαίσιο των μικροδιαφορών.

Μπορούν να εξεταστούν διάφορες εναλλακτικές δυνατότητες όσον αφορά τον υποχρεωτικό ή προαιρετικό χαρακτήρα των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης διαφορών. Κυμαίνονται από τη θέσπιση δυνατότητας πρόσβασης σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών έως την ενθάρρυνσή τους από τα δικαστήρια ή ακόμα και τη θέσπιση υποχρέωσης προσφυγής σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών ως προϋπόθεση για την έκδοση δικαστικής απόφασης.

Πρέπει, εντούτοις, να ληφθεί υπόψη ότι οι εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης διαφορών αποτελούν γενικό πρόβλημα της πολιτικής δικονομίας και όχι ζήτημα που αφορά ειδικά τις μικροδιαφορές. Συνεπώς, η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα σε ειδική Πράσινη Βίβλο για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών αστικού και εμπορικού δικαίου. [192]

[192] Πράσινη Βίβλος για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών αστικού και εμπορικού δικαίου, COM(2002)196 τελικό (http://europa.eu.int/eur-ex/el/com/gpr/ 2002/com2002_0196el01.pdf).

Ερώτηση 40:

Πρέπει να θεσπιστούν εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης για τις διαδικασίες μικροδιαφορών; Αν ναι, πρέπει η προσφυγή σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών να είναι προαιρετική ή υποχρεωτική;

6.4. Χαλάρωση ορισμένων κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων

Ζωτική σημασία στις περισσότερες ισχύουσες διαδικασίες μικροδιαφορών διαδραματίζει η απλούστευση των κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων με στόχο την επιτάχυνση της διαδικασίας και τον περιορισμό της δαπάνης.

Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμού των παραδεκτών αποδεικτικών μέσων. Για παράδειγμα, μπορούν να αποκλειστούν αποδεικτικά μέσα που είναι ιδιαίτερα δαπανηρά (όπως η πραγματογνωμοσύνη), πράγμα που θα μπορούσε όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταστήσει σχεδόν αδύνατη τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς, όλες σχεδόν οι διαδικασίες μικροδιαφορών προβλέπουν απλουστεύσεις των κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και όχι περιορισμούς των αποδεικτικών μέσων.

Μπορεί να φανταστεί κανείς τις ακόλουθες δυνατότητες:

- Παραδεκτό εγγράφων βεβαιώσεων των μαρτύρων και/ή των διαδίκων.

Κάτι τέτοιο θα μείωνε σημαντικά τις δαπάνες μετακίνησης, ιδίως σε διασυνοριακές υποθέσεις.

- -Τηλεδιάσκεψη και τηλεεικονοδιάσκεψη.

Και η δυνατότητα αυτή θα εξοικονομούσε δαπάνες μετακίνησης, ενώ έχει και το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι επιτρέπει την άμεση επαφή μεταξύ του δικαστηρίου και των διαδίκων ή των μαρτύρων. Θα διευκόλυνε την αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο και θα προσέφερε τη δυνατότητα κατ' αντιπαράσταση εξέτασης. Ασφαλώς, προϋποθέτει τη δημιουργία των απαραίτητων τεχνικών προϋποθέσεων.

- Κρίση περί του παραδεκτού ορισμένων αποδεικτικών μέσων από το δικαστή.

Για να διευρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας μικροδιαφορών και να καταστεί εφαρμοστέο σε διαφόρους τύπους αξιώσεων, η πιο ενδεδειγμένη λύση φαίνεται να είναι η υιοθέτηση ευέλικτων κανόνων όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Μπορεί επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο να εναπόκειται η αποδοχή συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων σε μια συγκεκριμένη υπόθεση στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος κατ' αυτόν τον τρόπο δεν θα δεσμεύεται από τους γενικούς κανόνες διεξαγωγής αποδείξεων. Μπροστά σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, ο δικαστής θα μπορεί έτσι να προσδιορίζει ο ίδιος - βασιζόμενος στην κατάρτιση και στην εμπειρία του - τα απαραίτητα αποδεικτικά μέσα και να ακολουθεί μια διαδικασία κατά το μάλλον ή ήττον τυπική, ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Κάτι τέτοιο μοιάζει ίσως κάπως ακραίο σε πρώτη προσέγγιση. Εντούτοις, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον μια τέτοια ευχερής και ευέλικτη λύση θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ούτως ώστε να επιταχυνθεί και να απλουστευθεί η διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη του μικρού ποσού της αξίωσης. Η λύση αυτή έχει εφαρμοστεί επιτυχώς στη Γερμανία. Πιθανόν να μπορεί επίσης να προβλεφθεί ρητώς ότι πρέπει να γίνεται σεβαστό το δικαίωμα δίκαιης δίκης που διακηρύσσεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως συμβαίνει σε ορισμένα κράτη μέλη (για παράδειγμα, στη Σκωτία και στη Γερμανία), το μέτρο αυτό θα μπορούσε να συνδυαστεί με περιορισμό των δυνατοτήτων άσκησης ενδίκων μέσων (βλ. παρ. 6.8). Θα μπορούσε επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμού των λόγων άσκησης ενδίκων μέσων σε νομικά ζητήματα και σε παραβιάσεις θεμελιωδών αρχών της δίκαιης δίκης, όπως το δικαίωμα ακρόασης ή η απαγόρευση της αυθαιρεσίας. Η άσκηση ενδίκων μέσων λόγω δικονομικών σφαλμάτων θα μπορούσε επίσης να υπόκειται στην παροχή άδειας από το εφετείο.

Ερώτηση 41:

Πρέπει να χαλαρώσουν ορισμένοι κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων;

Αν ναι, ποιοι και σε ποιο βαθμό;

6.5. Εισαγωγή της δυνατότητας αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας

Μια τολμηρότερη δικονομική δυνατότητα αφορά την εισαγωγή μιας αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας (αντί της προφορικής διαδικασίας). Για "εύκολες" υποθέσεις, η δυνατότητα αυτή μπορεί να περιορίσει σημαντικά το κόστος, ιδίως στις διασυνοριακές υποθέσεις, και να μειώσει το χρόνο που απαιτείται για την έκδοση απόφασης.

Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος (παρ. 6.4) περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να εναπόκειται στο δικαστή να αποφασίσει κατά πόσον απαιτείται προφορική διαδικασία σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Κάτι τέτοιο, με τη σειρά του, θα είχε το πλεονέκτημα μιας ευέλικτης λύσης που θα μπορούσε να προσαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ιδίως εάν η διαδικασία μικροδιαφορών είναι υποχρεωτική, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο πρόβλεψης υποχρεωτικής προφορικής διαδικασίας μετά από αίτηση διαδίκου, ούτως ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση με τις δικονομικές εγγυήσεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε περίπτωση προαιρετικής διαδικασίας, οι διάδικοι θα μπορούν πάντα να επιλέξουν την προφορική διαδικασία διαβιβάζοντας την υπόθεση στην τακτική διαδικασία, ίσως ακόμα και μετά την άσκηση της αγωγής.

Ερώτηση 42:

Πρέπει να εισαχθεί η δυνατότητα αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας (αντί της προφορικής διαδικασίας);

Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

6.6. Χαλάρωση των κανόνων που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης και το χρονικό πλαίσιο

Εκτός από την απλούστευση της δίκης, μια άλλη δυνατότητα επιτάχυνσης της έκδοσης απόφασης θα μπορούσε να είναι η χαλάρωση των κανόνων που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης.

Θα μπορούσε να εξεταστεί ιδίως το ενδεχόμενο χαλάρωσης των κανόνων που αφορούν το αιτιολογικό της απόφασης. Η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε να συνδέεται με πιθανούς περιορισμούς της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων (βλ. παράγραφο 6.8). Στην περίπτωση που δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων, η απόφαση μπορεί να περιορίζεται στα βασικά νομικά και πραγματικά σημεία. Στην περίπτωση που οι πιθανοί λόγοι ενδίκων μέσων περιορίζονται σε νομικά ζητήματα, μπορούν να χαλαρώσουν τουλάχιστον οι κανόνες που αφορούν την αξιολόγηση των αποδείξεων.

Μπορεί επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης καθήκοντος κατάθεσης δήλωσης περί άσκησης ενδίκων μέσων, εφόσον η απόφαση εκδίδεται προφορικά. Αν δεν κατατεθεί δήλωση περί άσκησης ενδίκων μέσων και η απόφαση καταστεί τελεσίδικη, η πιθανόν απαραίτητη γραπτή διατύπωση της απόφασης μπορεί να περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα πραγματικά περιστατικά, ή ακόμα και στο διατακτικό.

Σε κανένα κράτος μέλος δεν ισχύει γενικό χρονικό πλαίσιο για την εκδίκαση υπόθεσης, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι προβληματικό λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού βαθμού πολυπλοκότητας κάθε υπόθεσης. Επίσης, η διάρκεια της διαδικασίας επηρεάζεται από ορισμένες περιστάσεις οι οποίες βρίσκονται εκτός της σφαίρας επιρροής του δικαστηρίου (όπως προβλήματα σχετικά με την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων ή αδυναμία επικοινωνίας με μάρτυρες).

Στο πλαίσιο της θέσπισης χαλαρότερων κανόνων όσον αφορά το περιεχόμενο της απόφασης, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης προθεσμίας για την έκδοση της απόφασης μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Σήμερα, οι προβλεπόμενες προθεσμίες για την έκδοση της απόφασης κυμαίνονται μεταξύ 10 (Ισπανία) και 28 ημερών (Σκωτία). Ανάλογα με το βαθμό χαλάρωσης των κανόνων που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης, η ενδεδειγμένη προθεσμία θα μπορούσε να κυμαίνεται από 14 έως 28 ημέρες.

Ερώτηση 43:

Πρέπει να χαλαρώσουν οι κανόνες που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Πρέπει να προβλέπεται χρονικό πλαίσιο για την έκδοση της απόφαση;

6.7. Δικαστική δαπάνη

Tο ζήτημα της επιδίκασης δικαστικής δαπάνης εξόδων όπως δικαστικά τέλη, έξοδα μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων και δικηγόρων έχει μεγάλη σημασία για το δανειστή ούτως ώστε να αξιολογήσει κατά πόσον η προσφυγή σε δίκη είναι οικονομικά δικαιολογημένη. Η σημασία των κανόνων για την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης δεν πρέπει να υποτιμάται. Ορισμένα κράτη μέλη (Αγγλία/Ουαλία, Σκωτία, Βόρειος Ιρλανδία, Γαλλία, Ιρλανδία, Σουηδία) έχουν εισαγάγει στη διαδικασία μικροδιαφορών παρέκκλιση από τον ευρείας εφαρμογής γενικό κανόνα ότι η επιδίκαση δικαστικής δαπάνης βασίζεται στο βαθμό νίκης των διαδίκων. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να εξεταστούν επίσης υπό το πρίσμα του κατά πόσον η διαδικασία μικροδιαφορών είναι υποχρεωτική ή προαιρετική.

Υποχρεωτική διαδικασία

Εφόσον η διαδικασία μικροδιαφορών είναι υποχρεωτική (βλ. παράγραφο 5.3) και ο δανειστής δεν μπορεί να επιλέξει αντ' αυτής την τακτική διαδικασία, οι σοβαροί περιορισμοί στην επιδίκαση δικαστικής δαπάνης θα μπορούσαν να αποτρέψουν τους δανειστές από την επιδίωξη της ικανοποίησης μικρών αξιώσεων (ή τουλάχιστον να τους αποτρέψουν από την προσφυγή στις υπηρεσίες δικηγόρου) διότι η γενική οικονομική έκβαση θα μπορούσε να είναι αρνητική, ακόμα και αν κερδίσουν τη δίκη. Ένας κανόνας ο οποίος δεν προβλέπει την κάλυψη των εξόδων που καταβάλλει ο ενάγων για δικαστικά τέλη (και των απαραίτητων ίσως εξόδων μαρτύρων και πραγματογνωμόνων) θα μπορούσε να καταστήσει τις δικαστικές διαδικασίες για την ικανοποίηση πολύ μικρών αξιώσεων οικονομικά αμφισβητήσιμες. Ένας τέτοιος κανόνας μάλλον δεν συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου της διευκόλυνσης της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ακόμα και αν το ποσό της αξίωσης είναι μεγαλύτερο από τα έξοδα, ο ενάγων δεν θα λάβει τελικά το συνολικό ποσό που του οφείλεται. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα επιβάλλεται, κατά μία έννοια, "τίμημα" για την ταχύτερη έκδοση της απόφασης. Από την άλλη πλευρά, ένας εναγόμενος που σύρεται αναιτιολόγητα στο δικαστήριο θα μπορούσε ίσως να αναγκαστεί να προβεί σε σημαντικά έξοδα για να αμυνθεί. Ανάλογες σκέψεις ισχύουν και για τον περιορισμό της δικαστικής δαπάνης έως ένα ανώτατο όριο.

Όσον αφορά την αμοιβή δικηγόρου, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η ίδια η έννοια της διαδικασίας μικροδιαφορών καθιστά περιττή την προσφυγή στις υπηρεσίες δικηγόρου. Ο διάδικος ο οποίος αποφασίζει παρόλα ταύτα να χρησιμοποιήσει δικηγόρο θα πρέπει να καταβάλει και την αμοιβή του. Επίσης, ουδείς πρέπει να εμπλέκεται σε δαπανηρή δικαστική διαδικασία αποκλειστικά και μόνον διότι ο αντίδικος χρησιμοποιεί δικηγόρο. Από την άλλη πλευρά, ο σημαντικός περιορισμός της κάλυψης της αμοιβής δικηγόρου θα μπορούσε να έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα - σε μια υποχρεωτική διαδικασία μικροδιαφορών - τον αποκλεισμό της παράστασης δικηγόρου. Οι περισσότεροι διάδικοι δεν προσφεύγουν στις υπηρεσίες δικηγόρου κακόπιστα, αλλά στην πραγματικότητα θα στερούνταν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν δικηγόρο και θα αναγκάζονταν να παραστούν οι ίδιοι στο δικαστήριο. Αντιθέτως προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο που εκπροσωπεί μόνον τα συμφέροντα του διαδίκου και τον συμβουλεύει εξαντλητικά, ακόμα και η καλύτερη βοήθεια εκ μέρους του δικαστηρίου οφείλει να παραμένει ουδέτερη και συνεπώς αναγκάζεται να περιοριστεί σε δικονομικά ζητήματα ή πληροφορίες σχετικά με τη νομική κατάσταση. Ασφαλώς, ο στόχος είναι να εξασφαλιστεί ότι η παράσταση δικηγόρου δεν είναι απαραίτητη στη διαδικασία μικροδιαφορών. Παρόλα ταύτα, η παράσταση αυτή είναι αναντικατάστατη.

Συνεπώς, σε μια υποχρεωτική διαδικασία μικροδιαφορών θα πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά αν πρέπει να περιοριστεί η επιδίκαση δικαστικής δαπάνης ή όχι.

Προαιρετική διαδικασία

Εάν η διαδικασία είναι προαιρετική και για τους δύο διαδίκους (βλ. παράγραφο 5.3), η σημασία των ζητημάτων αυτών περιορίζεται. Παρόλα ταύτα, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό της έκτασης στην οποία η διαδικασία μικροδιαφορών θα χρησιμοποιείται στη δικαστική πρακτική. Ο διάδικος που δεν επιθυμεί να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του στο δικαστήριο ή αναμένει ότι θα υποβληθεί σε σημαντικά έξοδα (π.χ. για μάρτυρες ή για πραγματογνώμονες) θα προτιμήσει κατά πάσα πιθανότητα την τακτική διαδικασία. Επίσης, οι μεγάλες και οι μεσαίες επιχειρήσεις συχνά απασχολούν δικηγόρους. Εφόσον συχνά οι διάδικοι στις μικροδιαφορές είναι επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις και καταναλωτές, οι περιορισμοί στην επιδίκαση δικαστικής δαπάνης θα είχαν ίσως ως συνέπεια ότι η διαδικασία μικροδιαφορών θα εφαρμόζεται μόνον σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών που επιθυμούν και οι δύο να μην χρησιμοποιήσουν δικηγόρο.

Ερώτηση 44:

Πρέπει να τεθεί περιορισμός στην επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

6.8. Αποκλεισμός/περιορισμός της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων

Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης περιορισμών στη δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων για λόγους μείωσης του κόστους και ταχύτερης επίτευξης ασφάλειας δικαίου. Οι περιορισμοί αυτοί είναι συνήθεις στην τακτική διαδικασία και στις διαδικασίες μικροδιαφορών που ισχύουν στα κράτη μέλη σε διάφορους βαθμούς (Σκωτία, Σουηδία, Αγγλία/Ουαλία, Βόρειος Ιρλανδία, Γαλλία, Γερμανία) και θεωρούνται σημαντικό μέσο μείωσης της διάρκειας της διαδικασίας.

Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο ολοσχερούς αποκλεισμού του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων, ο οποίος αποτελεί προφανώς τον αποτελεσματικότερο τρόπο επιτάχυνσης της διαδικασίας και μείωσης του κόστους. Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια λύση μπορεί να αποδειχθεί προβληματική, εφόσον οι διάδικοι δεν θα μπορούν να προσβάλουν ακόμα και τα - κατά την άποψή τους - σοβαρότερα σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει την εντύπωση αυθαιρεσίας εκ μέρους του δικαστή.

Μπορεί επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο όχι πλήρους αποκλεισμού, αλλά περιορισμού του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων. Εφόσον ο δικαστής δεσμεύεται από το ουσιαστικό δίκαιο και - παρά όλες τις απλουστεύσεις της διεξαγωγής αποδείξεων - από την αρχή της δίκαιης δίκης (βλ. ανωτέρω παρ. 6.4 και 6.5), μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο περιορισμού των παραδεκτών λόγων σε νομικά ζητήματα (αποκλείοντας έτσι τα πραγματικά ζητήματα). Συνεπώς, μπορεί να αποφευχθεί η χρονοβόρα και δαπανηρή εξαφάνιση μιας απόφασης και η παραπομπή της υπόθεσης εκ νέου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για επανεκδίκαση λόγω σφαλμάτων κατά την διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Ένας επιπλέον λόγος άσκησης ενδίκων μέσων θα μπορούσε να είναι η παραβίαση θεμελιωδών αρχών της δίκαιης δίκης, πράγμα που θα παρουσίαζε το πλεονέκτημα ότι η συγκεκριμένη διαμόρφωση της μάλλον γενικής αρχής της δίκαιης δίκης μέσω της νομολογίας δεν θα επαφίεται αποκλειστικά στα πρωτοβάθμια δικαστήρια.

Για να αποφευχθούν καθυστερήσεις στη διαδικασία λόγω ενδίκων μέσων που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας, θα ήταν επίσης δυνατόν να εξαρτάται το παραδεκτό ενδίκου μέσου από προηγούμενη άδεια εκ μέρους του δευτεροβάθμιου ή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ισχύει ιδίως όσον αφορά σοβαρά δικονομικά σφάλματα. Θα ήταν προτιμότερο η σχετική απόφαση να λαμβάνεται από το δικαστή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον μια απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση ενδίκων μέσων κατά απόφασης που έχει εκδώσει το ίδιο δικαστήριο μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση αυθαιρεσίας.

Όσον αφορά το μικρό ύψος της αξίωσης, δεν θα πρέπει να δίδεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων ενώπιον άλλου οργάνου, εφόσον κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει εξαιρετικά μεγάλες καθυστερήσεις.

Ερώτηση 45:

Πρέπει να αποκλείεται ή να περιορίζεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

6.9. Περαιτέρω δυνατότητες απλούστευσης

Υπάρχουν ενδεχομένως περαιτέρω δυνατότητες απλούστευσης των δικονομικών κανόνων που αφορούν τις μικροδιαφορές ούτως ώστε να απλουστευθεί και να επιταχυνθεί η δίκη και να καταστεί ολιγοδάπανη και φιλική προς το χρήστη.

Ερώτηση 46:

Ποιες άλλες δυνατότητες απλούστευσης των δικονομικών κανόνων για τις μικροδιαφορές μπορούν να εξεταστούν;

7. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ

Ερώτηση 1:

Μια ευρωπαϊκή πράξη για τη διαδικασία έκδοσης διαταγών πληρωμής και τη διαδικασία μικροδιαφορών πρέπει να είναι εφαρμοστέα αποκλειστικά σε διασυνοριακές υποθέσεις, ή και σε καθαρά εσωτερικές δίκες; Παρακαλώ σχολιάστε τα προτερήματα και τα μειονεκτήματα ενός περιορισμένου ή εκτεταμένου πεδίου εφαρμογής των δύο αυτών ενδεχόμενων πράξεων.

Ερώτηση 2:

Ποια είναι η ενδεδειγμένη νομοθετική πράξη για τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και τη διαδικασία μικροδιαφορών, κανονισμός ή οδηγία;

Ερώτηση 3:

Έχουν ανακύψει προβλήματα, και ποια, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής ή κάποιας άλλης διαδικασίας είσπραξης μη αμφισβητουμένων απαιτήσεων που ισχύει στο κράτος μέλλος σας; Παρακαλείστε να υποδείξετε το επίπεδο αποδοχής και επιτυχίας των διαδικασιών αυτών στην πράξη.

Είναι εφαρμοστέες αυτές οι διαδικασίες και σε διασυνοριακές υποθέσεις όπου είτε ο αιτών είτε ο καθού κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος;

Αν ναι, έχουν ανακύψει προβλήματα, και ποια, κατά την εφαρμογή;

Αν όχι, πώς δικάζονται οι μη αμφισβητούμενες διασυνοριακές αξιώσεις;

Ερώτηση 4:

Πρέπει μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να περιορίζεται σε χρηματικές αξιώσεις;

Αν όχι, ποια είδη μη χρηματικών αξιώσεων πρέπει να περιλαμβάνει;

Ερώτηση 5:

Πρέπει μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να καλύπτει μόνον αξιώσεις που συνδέονται με ορισμένους τομείς του αστικού και του εμπορικού δικαίου, ή πρέπει να εξαιρούνται ορισμένα είδη αξιώσεων;

Και στις δύο περιπτώσεις, παρακαλείσθε να επισημάνετε τις κατηγορίες αξιώσεων που πρέπει να περιληφθούν ή να εξαιρεθούν.

Ερώτηση 6:

Πρέπει μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να είναι εφαρμοστέα μόνον για αξιώσεις μέχρι ορισμένου ύψους;

Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι αυτό το ανώτατο ύψος;

Ερώτηση 7:

Πρέπει η χρησιμοποίηση της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής να είναι υποχρεωτική ή πρέπει να χρησιμοποιείται προαιρετικά μόνον αν ο δανειστής πιστεύει ότι η αξίωση δεν θα αμφισβητηθεί;

Ερώτηση 8:

Πρέπει να παρασχεθεί αποκλειστική δικαιοδοσία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σε διασυνοριακές υποθέσεις στα δικαστήρια του κράτους μέλους κατοικίας του καθού;

Ερώτηση 9:

Πρέπει μια ευρωπαϊκή πράξη για διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής να περιέχει κανόνες που να προσδιορίζουν τα αρμόδια δικαστήρια στο εσωτερικό των κρατών μελών; Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι αυτοί οι κανόνες;

Ερώτηση 10:

Πρέπει μια πράξη για διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής να περιέχει διατάξεις που να προσδιορίζουν ποιος ακριβώς (δικαστές, δικαστικοί γραμματείς) επιφορτίζεται με τη διαδικασία στο δικαστήριο και έχει την εξουσία έκδοσης διαταγής πληρωμής;

Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι οι κανόνες αυτοί;

Ερώτηση 11:

Ποιες πρέπει να είναι οι απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο της αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής;

Ειδικότερα, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να ισχύουν για την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών των οποίων γίνεται επίκληση ως βάση της αξίωσης;

Ερώτηση 12:

Πρέπει η υποβολή εγγράφων αποδείξεων για την επίδικη αξίωση να αποτελεί προϋπόθεση για την αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής;

Αν ναι, ποια είδη εγγράφων πρέπει να θεωρούνται επαρκείς αποδείξεις;

Ερώτηση 13:

Πρέπει να είναι υποχρεωτική για την κατάθεση αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής η χρησιμοποίηση τυποποιημένου εντύπου;

Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενό του;

Ερώτηση 14:

Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος της τεχνολογίας ηλεκτρονικών υπολογιστών και της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων στην επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίου και διαδίκων και στη διεκπεραίωση της διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής από το δικαστήριο;

Ερώτηση 15:

Πρέπει να εξετάζεται η αιτιολογία της αξίωσης πριν την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής;

Αν ναι, ποια θα πρέπει να είναι τα κριτήρια της εν λόγω εξέτασης;

Ερώτηση 16:

Πρέπει να επιτρέπεται η έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής για μέρος μόνον της επίδικης αξίωσης;

Ερώτηση 17:

Πρέπει η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να εκδίδεται σε τυποποιημένη μορφή;

Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο της τυποποιημένης απόφασης;

Ερώτηση 18:

Πρέπει να γίνεται δεκτή η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της (μερικής) απόρριψης της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής;

Πρέπει να επιτρέπεται η υποβολή αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής για την ίδια αξίωση μετά την απόρριψη;

Ερώτηση 19:

Ποια στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνουν οι πληροφορίες που παρέχονται στον καθού σχετικά με τα δικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του και συνοδεύουν την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής;

Ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης με την εν λόγω υποχρέωση;

Ερώτηση 20:

Πρέπει μια νομοθετική πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει διατάξεις για την επίδοση εγγράφων στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας ή πρέπει να συνοδεύεται από εναρμόνιση των κανόνων επίδοσης γενικά;

Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο αυτών των κανόνων;

Ερώτηση 21:

Ποια προθεσμία πρέπει να τάσσεται για την αμφισβήτηση της αξίωσης;

Πρέπει η διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ανακοπής να επηρεάζεται από ορισμένα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και, αν ναι, από ποια;

Ερώτηση 22:

Πρέπει το δικόγραφο της ανακοπής να πληροί κάποιες τυπικές ή ουσιαστικές προϋποθέσεις; Αν ναι, ποιες πρέπει να είναι αυτές;

Ερώτηση 23:

Πρέπει μια πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιέχει κανόνες που να προσδιορίζουν αν η άσκηση ανακοπής καθιστά άκυρη τη διαταγή πληρωμής ή αν η διαταγή πληρωμής καθίσταται αντικείμενο της επακόλουθης τακτικής διαδικασίας;

Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι αυτοί οι κανόνες;

Ερώτηση 24:

Σε περίπτωση αμφισβήτησης της αξίωσης, πρέπει η υπόθεση να μεταφέρεται στην τακτική διαδικασία αυτομάτως ή μόνον μετά από αίτηση ενός των διαδίκων;

Ερώτηση 25:

Μια διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής πρέπει να εξαντλείται σε ένα ή σε δύο στάδια, δηλ. πρέπει να καθίσταται εκτελεστή η αρχική απόφαση ή πρέπει να απαιτείται η έκδοση δεύτερης απόφασης ("διάταξη περί προσωρινής εκτέλεσης") μετά το πέρας της προθεσμίας αμφισβήτησης της αξίωσης;

Ερώτηση 26:

Πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα άσκησης τακτικών ενδίκων μέσων κατά ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ή, σε περίπτωση διαδικασίας σε δύο στάδια, κατά διάταξης περί προσωρινής εκτέλεσης) μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής;

Ερώτηση 27:

Πρέπει νια ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να αποκτά ισχύ δεδικασμένου μετά την πάροδο των προθεσμιών άσκησης ανακοπής ή/και ενδίκων μέσων;

Ερώτηση 28:

Πρέπει μια πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει κανόνες για τη μη υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου κατά τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής;

Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι οι κανόνες αυτοί;

Ερώτηση 29:

Πρέπει μια πράξη για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει διατάξεις που να αφορούν τα έξοδα της διαδικασίας και την κάλυψή τους;

Αν ναι, ποιοι πρέπει να είναι οι κανόνες αυτοί;

Ερώτηση 30:

Πρέπει η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να είναι προσωρινά εκτελεστή;

Αν ναι, ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις κήρυξης της προσωρινής εκτελεστότητας και αναστολής της;

Ερώτηση 31:

Πρέπει η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να είναι εκτελεστή σε άλλα κράτη μέλη χωρίς κήρυξη εκτελεστότητας (exequatur) και χωρίς βεβαίωση του κράτους μέλους προέλευσης, όπως προβλέπεται τώρα για τον ευρωπαϊκό εκτελεστό τίτλο όσον αφορά τις μη αμφισβητούμενες αξιώσεις; Αν ναι, ποιες πρέπει να είναι οι προϋποθέσεις της άμεσης εκτέλεσης;

Ερώτηση 32:

Έχουν ανακύψει προβλήματα, και ποια, κατά την εφαρμογή διαδικασιών μικροδιαφορών στο κράτος μέλος σας; Παρακαλείστε να υποδείξετε το επίπεδο αποδοχής και επιτυχίας των διαδικασιών αυτών στην πράξη.

Είναι εφαρμοστέες αυτές οι διαδικασίες και σε διασυνοριακές υποθέσεις όπου είτε ο αιτών είτε ο καθού κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος;

Ποια προβλήματα ανακύπτουν σήμερα κατά την εκδίκαση διασυνοριακών μικροδιαφορών;

Ερώτηση 33:

Ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι που μπορούν να προβλεφθούν για την ενημέρωση των πολιτών σχετικά με ένα μελλοντικό κοινοτικό μέσο για τη διαδικασία μικροδιαφορών;

Ερώτηση 34:

Πρέπει να προβλέπεται ποσοτικό ανώτατο όριο για τη διαδικασία μικροδιαφορών;

Αν ναι, ποιο πρέπει να είναι αυτό το ανώτατο όριο για τη διαδικασία μικροδιαφορών;

Πρέπει να προβλέπεται ένα κοινό ανώτατο όριο για όλα τα κράτη μέλη;

Ή μήπως αρκεί ένα κοινοτικό ελάχιστο (και μέγιστο) ανώτατο όριο;

Ερώτηση 35:

Πρέπει η διαδικασία μικροδιαφορών να περιορίζεται στις χρηματικές αξιώσεις ή όχι;

Ερώτηση 36:

Ποιοι τύποι διαφορών πρέπει να υπάγονται στη διαδικασία μικροδιαφορών;

Πρέπει να εξαιρούνται ορισμένες αστικές και εμπορικές διαφορές;

Ή μήπως η διαδικασία πρέπει να εφαρμόζεται μόνον σε ορισμένες ειδικά προσδιοριζόμενες αστικές και εμπορικές διαφορές;

Ερώτηση 37:

Πρέπει η διαδικασία μικροδιαφορών να είναι υποχρεωτική ή προαιρετική;

Πρέπει να μπορεί το δικαστήριο να εκδικάσει μικροδιαφορά με την τακτική διαδικασία;

Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Πρέπει να μπορούν οι διάδικοι να επιβάλλουν την εκδίκαση μικροδιαφοράς με την τακτική διαδικασία;

Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Ερώτηση 38:

Πρέπει να θεσπιστούν κοινοί ελάχιστοι κανόνες για τα έντυπα;

Αν ναι, ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί οι κανόνες;

Για ποια στάδια της διαδικασίας πρέπει να χρησιμοποιούνται έντυπα;

Πρέπει να εισαχθούν σύγχρονοι τρόποι επικοινωνίας;

Ερώτηση 39:

Πρέπει να παρέχεται βοήθεια για δικονομικά ζητήματα σε διαδίκους που δεν εκπροσωπούνται από δικηγόρο;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Πρέπει να επιτρέπεται η εκπροσώπηση από μη δικηγόρο;

Ερώτηση 40:

Πρέπει να θεσπιστούν εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης για τις μικροδιαφορές;

Αν ναι, πρέπει η προσφυγή σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών να είναι προαιρετική ή υποχρεωτική;

Ερώτηση 41:

Πρέπει να χαλαρώσουν ορισμένοι κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων;

Αν ναι, ποιοι και σε ποιο βαθμό;

Ερώτηση 42:

Πρέπει να εισαχθεί η δυνατότητα αποκλειστικά έγγραφης διαδικασίας (αντί της προφορικής διαδικασίας);

Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Ερώτηση 43:

Πρέπει να χαλαρώσουν οι κανόνες που αφορούν το περιεχόμενο της απόφασης;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Πρέπει να προβλέπεται χρονικό πλαίσιο για την έκδοση της απόφασης;

Ερώτηση 44:

Πρέπει να τεθεί περιορισμός στην επιδίκαση της δικαστικής δαπάνης;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Ερώτηση 45:

Πρέπει να αποκλείεται ή να περιορίζεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων;

Αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Ερώτηση 46:

Ποιες άλλες δυνατότητες απλούστευσης των δικονομικών κανόνων για τις μικροδιαφορές μπορούν να εξεταστούν;

Top