EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 51998XG0716(01)

Εισηγητική έκθεση του πρωτοκόλλου που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε γαμικές διαφορές (Κείμενο που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Μαΐου 1998)

OJ C 221, 16.7.1998, p. 65–68 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

51998XG0716(01)

Εισηγητική έκθεση του πρωτοκόλλου που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε γαμικές διαφορές (Κείμενο που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Μαΐου 1998)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 221 της 16/07/1998 σ. 0065 - 0068


ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του πρωτοκόλλου που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων σε γαμικές διαφορές (Κείμενο που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Μαΐου 1998) (98/C 221/05)

I. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

1. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά τη σύνοδό του στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 1993, έδωσε εντολή σε ομάδα εργασίας, επονομαζόμενη «ομάδα για την επέκταση της σύμβασης των Βρυξελλών», να μελετήσει τις δυνατότητες επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της σύμβασης των Βρυξελλών, ιδίως σε θέματα οικογενειακού δικαίου.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών επέκτασης οι οποίες κατέληξαν στη σύμβαση σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές, κρίθηκε αναγκαίο να απονεμηθεί στο Δικαστήριο αρμοδιότητα ερμηνείας των κανόνων της, ώστε να εξασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή τους. Καταρτίστηκε λοιπόν σχέδιο πρωτοκόλλου ερμηνείας από το Δικαστήριο.

Κατόπιν του πολιτικού συμβιβασμού το Δεκέμβριο του 1997, η προεδρία ζήτησε τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο Κ.6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση για το κείμενο του σχεδίου της σύμβασης και τα ουσιώδη στοιχεία του σχεδίου του πρωτοκόλλου. Οι απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 18 Μαΐου 1998 (1).

Το Συμβούλιο υιοθέτησε, στις 28 Μαΐου 1998, τις δύο πράξεις για την κατάρτιση, αφενός, της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές, εφεξής αποκαλούμενης «σύμβαση», και, αφετέρου, του πρωτοκόλλου σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας εισηγητικής έκθεσης. Αυτές οι δύο πράξεις υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τους αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών.

2. α) Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου βασίζονται κατά κύριο λόγο στις διατάξεις του άρθρου 177 της συνθήκης ΕΚ. Εμπνέονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το πρωτόκολλο της 3ης Ιουνίου 1971 (εφεξής αποκαλούμενο «Πρωτόκολλο του 1971») σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο της σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και από το πρωτόκολλο της 25ης Μαΐου 1997 που απονέμει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα για να ερμηνεύει τη σύμβαση σχετικά με την επίδοση και την κοινοποίηση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (εφεξής αποκαλούμενο «Πρωτόκολλο του 1997»).

Επαναλαμβάνει ιδίως τους δύο τρόπους, κατά τους οποίους επιλαμβάνεται το Δικαστήριο, που προβλέπονται στο πρωτόκολλο του 1971.

β) Οι λεπτομέρειες για την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου είναι παρεμφερείς με εκείνες που θεσπίζονται στο πρώτο και δεύτερο πρωτόκολλο της 19ης Δεκεμβρίου 1988 (εφεξής αποκαλούμενα «πρωτόκολλα του 1988»), σχετικά με την ερμηνεία από το Δικαστήριο, της σύμβασης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, και ταυτόσημες με εκείνες που προβλέπονται στο πρωτόκολλο του 1997.

Όντως, η αρχή της απονομής αρμοδιότητας στο Δικαστήριο τίθεται μεν από την προαναφερθείσα σύμβαση (άρθρο 45), αλλά είναι το σχετικό πρωτόκολλο αυτό που προσδιορίζει τις προϋποθέσεις προσφυγής στο Δικαστήριο και τα αρμόδια προς τούτο εθνικά δικαιοδοτικά όργανα.

Η έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου δεν μπορεί να προηγηθεί της έναρξης ισχύος της σύμβασης 7 η έναρξη ισχύος της σύμβασης πραγματοποιείται μετά την επικύρωσή της από τα δεκαπέντε κράτη μέλη, ενώ η έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου μετά από έγκριση τριών από τα κράτη αυτά.

Υπό τους όρους αυτούς, το πρωτόκολλο μπορεί να τεθεί σε ισχύ το ενωρίτερο ταυτόχρονα με τη σύμβαση. Επομένως, μόνον τα δικαστήρια κράτους μέλους, το οποίο είναι μέρος ταυτοχρόνως της σύμβασης και του πρωτοκόλλου, θα μπορούν να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφασίζει ή να αποφαίνεται σε ζητήματα ερμηνείας.

γ) Τέλος, οι τελικές διατάξεις είναι παρόμοιες με εκείνες που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμπίπτουν με εκείνες της σύμβασης, με την επιφύλαξη των αναγκαίων προσαρμογών.

II. ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ

Άρθρο 1

3. Το άρθρο 1 επαναλαμβάνει την αρχή, που θεσπίστηκε με το πρωτόκολλο του 1971 και του 1997, περί απονομής στο Δικαστήριο αρμοδιότητας να ερμηνεύει τις διατάξεις της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές, καθώς και του ιδίου του πρωτοκόλλου.

Άρθρο 2

4. Το άρθρο 2 αποτελεί μια νέα διάταξη σε σχέση με τα πρωτοκόλλα του 1971, του 1988 και του 1997. Προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι κάθε κράτος μέλος πρέπει να αναφέρει βάσει ποίου από τα δύο εναλλακτικά συστήματα που προβλέπονται στην παραγράφο 2, τα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους έχουν αρμοδιότητα να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί θεμάτων ερμηνείας.

Η διάταξη αυτή προβλέφθηκε διότι επιθυμία ορισμένων αντιπροσωπειών ήταν να περιορισθεί η αρμοδιότητα αυτή στα ανώτατα δικαστήρια. Οι εν λόγω αντιπροσωπείες έκριναν ότι οι αποφάσεις που αφορούν τα θέματα που καλύπτονται από τη σύμβαση απαιτούν να λαμβάνεται απόφαση όσον το δυνατόν ταχύτερα ώστε να μη ζημιώνονται τα συμφέροντα των προσώπων σε περίπτωση διαδικασίας διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού, ακύρωσης γάμου (όλως ιδιαιτέρως, διότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα, στις περιπτώσεις αυτές, να διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα) ή γονικής μέριμνας επί των κοινών τέκνων του ζεύγους. Με την προοπτική αυτή, μόνον οι υποθέσεις που υπάγονται στα ανώτατα εθνικά δικαστήρια φαίνεται ότι απαιτούν να επιλαμβάνεται το Δικαστήριο για να εκδώσει απόφαση.

Ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο αυτό εμπνέεται από το άρθρο Κ.7, όπως διαμορφώθηκε από τη συνθήκη του Άμστερνταμ, που υπογράφηκε το 1997.

Ακριβώς κατά το χρόνο της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, έκαστο κράτος μέλος πρέπει να δηλώνει την επιλογή των αρμοδίων δικαστηρίων. Το κείμενο δεν το διευκρινίζει, αλλά από τις εργασίες απορρέει ότι όσα κράτη μέλη δήλωσαν ότι μόνον τα ανώτατα δικαστήρια μπορούν να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται προδικαστικώς, θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να επεκτείνουν αυτή την ευχέρεια στα άλλα δικαστήρια, εφόσον δικάζουν κατ' έφεση.

5. Η παράγραφος 2 ορίζει τα δικαστήρια των κρατών μελών που είναι αρμόδια να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί θεμάτων ερμηνείας, ανάλογα με τη δήλωση, στην οποία προέβη το οικείο κράτος μέλος κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

Πρόκειται, κατά πρώτον, για τα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 3 παράγραφος 1.

Κατά δεύτερον, σύμφωνα με την παράγραφο 2, τα δικαστήρια των κρατών μελών εφόσον δικάζουν κατ' έφεση. Πρόκειται, επομένως, κατά κύριο λόγο, για τα εφετεία, εκτός όταν δικάζουν σε πρώτο βαθμό, καθώς και για τα άλλα εθνικά δικαστήρια όταν εκδικάζουν μία υπόθεση κατ' έφεση.

Αντίθετα, δεν δικαιούνται να απευθύνονται στο Δικαστήριο τα δικαστήρια που δικάζουν σε πρώτο βαθμό.

Άρθρο 3

6. Το άρθρο αυτό προσδιορίζει τα ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών που είναι αρμόδια να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί ζητήματος ερμηνείας.

Η απαρίθμηση είναι περιοριστική και τα λοιπά, ενδεχομένως υφιστάμενα, ανώτατα δικαστήρια των κρατών μελών, δεν μπορούν να απευθύνονται στο Δικαστήριο, καίτοι οι αποφάσεις τους μπορούν να έχουν επιπτώσεις σε αστικά θέματα.

7. Ο κατάλογος της παραγράφου 1 μπορεί να τροποποιηθεί κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Η δυνατότητα αυτή καθιερώθηκε για πρώτη φορά με το πρωτόκολλο του 1997.

Η τροποποίηση μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία, επί παραδείγματι, σε περίπτωση μεταβολής στη δικαστική οργάνωση ενός κράτους μέλους.

Η αίτηση πρέπει να απευθύνεται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, με την ιδιότητά του ως θεματοφύλακα του πρωτοκόλλου. Ο Γραμματέας ενημερώνει σχετικά, το συντομότερο δυνατόν, τα άλλα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είναι ακόμη μέρη του πρωτοκόλλου.

Η απόφαση τροποποίησης του καταλόγου λαμβάνεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τους εφαρμοστέους διαδικαστικούς κανόνες.

Όταν αποφασισθεί, η τροποποίηση παράγει αποτελέσματα με τις προϋποθέσεις που ορίζει η απόφαση του Συμβουλίου (όπως, για παράδειγμα, η έναρξη ισχύος μιας τέτοιας τροποποίησης). Λόγω του χαρακτήρα της, δεν φάνηκε αναγκαία η έγκριση της απόφασης αυτής από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους. Προβλέφθηκαν, επομένως, ιδιαίτεροι κανόνες, οι οποίες αποτελούν εξαίρεση από τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11 του πρωτοκόλλου σχετικά με την τροποποίηση της σύμβασης.

Σε περίπτωση προσχώρησης στο πρωτόκολλο ενός κράτους που καθίσταται μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κράτος αυτό θα πρέπει να δηλώσει κατά την κατάθεση του εγγράφου προσχώρησης, τους όρους εφαρμογής του άρθρου 2 καθώς και ποιο ή ποια ανώτατα δικαστήρια θα είναι αρμόδια να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας (άρθρο 10 παράγραφος 3).

Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει στα κράτη μέλη, ακόμη και αν δεν είναι μέρη του πρωτοκόλλου, να ελέγχουν ποια δικαστήρια καθορίζονται, ώστε να διασφαλίζεται η λογική του συστήματος.

Άρθρο 4

8. Το άρθρο αυτό, το οποίο εμπνέεται από το άρθρο 177 της συνθήκης ΕΚ και επαναλαμβάνει το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου του 1971 και το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου του 1997, αφορά την διαδικασία αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Η παράγραφος 1 διευκρινίζει ότι τα δικαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, υποχρεούνται να ζητήσουν από το Δικαστήριο να αποφανθεί, εάν κρίνουν ότι μια ερμηνεία είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εκδώσουν τη δική τους απόφαση.

Η διάταξη αυτή, στο μέτρο που επιβάλλει μια υποχρέωση στα ανώτατα δικαστήρια, έχει ως στόχο να προωθήσει την ομοιόμορφη εφαρμογή της σύμβασης στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

9. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι, όταν τα δικαστήρια δικάζουν κατ' έφεση, έχουν την ευχέρεια να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση ερμηνείας, εφόσον φρονούν ότι είναι αναγκαία μια απόφαση επί σημείου που ανέκυψε στα πλαίσια υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιον αυτών.

Άρθρο 5

10. Κάθε κράτος μέλος, ακόμη και αν δεν είναι μέρος του πρωτοκόλλου, καθώς και η Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την ευχέρεια να καταθέσουν, ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση ερμηνείας, υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις.

Άρθρο 6

11. Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου του 1971 και το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου του 1997. Προβλέπει μια δεύτερη διαδικασία, η οποία επιτρέπει στους γενικούς εισαγγελείς των ανωτάτων ακυρωτικών δικαστηρίων ή σε κάθε άλλη αρχή που ορίζεται από τα κράτη μέλη να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί θεμάτων ερμηνείας, όταν εκτιμούν ότι απόφαση εκδοθείσα από δικαστήριο του κράτους τους και αποκτήσασα ισχύ δεδικασμένου, έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία που έχει δοθεί εν προκειμένω από το Δικαστήριο ή από δικαστήριο αναφερόμενο στο άρθρο 2 παράγραφος 2, άλλου κράτους μέλους που είναι μέρος του πρωτοκόλλου.

Σκοπός της διάταξης αυτής είναι επίσης να προωθήσει την ομοιόμορφη ερμηνεία της σύμβασης.

Εναπόκειται στην αρμόδια δικαστική αρχή να κρίνει κατά πόσον είναι σκόπιμο να υποβληθεί στο Δικαστήριο αίτηση ερμηνείας στην περίπτωση αυτή.

Άρθρο 7

12. Κατά το πρότυπο των πρωτοκόλλων του 1971 και του 1997, το άρθρο αυτό θεσπίζει την αρχή της εφαρμογής του οργανισμού του Δικαστηρίου και του κανονισμού διαδικασίας αυτού.

Άρθρο 8

13. Για το άρθρο αυτό, το οποίο αναφέρει ότι το παρόν πρωτόκολλο δεν είναι επιδεκτικό επιφυλάξεων, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρατηρήσεις.

Άρθρο 9

14. Το άρθρο αυτό προβλέπει την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου σύμφωνα με τους κανόνες που έχει θεσπίσει εν προκειμένω το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει την αρμοδιότητά του το συντομότερο δυνατόν, η έναρξη της ισχύος του πρωτοκόλλου καθορίσθηκε κατά τη λήξη προθεσμίας ενενήντα ημερών μετά την κατάθεση της πράξης εγκρίσεως από το τρίτο από τα δεκαπέντε κράτη, μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Μαΐου 1998, ημερομηνία αποδοχής από το Συμβούλιο της πράξης για την κατάρτιση του πρωτοκόλλου.

Ωστόσο, το πρωτόκολλο δεν μπορεί να αρχίσει να ισχύει πριν από τη σύμβαση. Δυνάμει του άρθρου 47 αυτής, η σύμβαση θα αρχίσει να ισχύει ενενήντα ημέρες μετά την κοινοποίηση από το κράτος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το χρόνο έγκρισης από το Συμβούλιο της πράξης για την κατάρτιση της σύμβασης, το οποίο διεκπεραιώνει τελευταίο τη διατύπωση αυτή, της ολοκλήρωσης των συνταγματικών διαδικασιών έγκρισης.

Έτσι, η αναδρομική εφαρμογή της σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 47 παράγραφος 4 αυτής, δεν μπορεί να θεμελιώσει την απονομή στο Δικαστήριο αρμοδιότητος ερμηνείας κατά την έννοια του άρθρου 45 αυτής. Ούτε η αποδοχή του πρωτοκόλλου από όλα τα κράτη μέλη δεν θα επιτρέπει στο Δικαστήριο να ερμηνεύει τις διατάξεις της σύμβασης εφόσον αυτή δεν έχει τεθεί σε ισχύ.

Άρθρο 10

15. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι το πρωτόκολλο είναι ανοικτό για προσχώρηση σε κάθε κράτος που γίνεται μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, τρίτο κράτος δεν μπορεί να προσχωρήσει ούτε στη σύμβαση ούτε στο πρωτόκολλο.

Αναφερόμενο στις λεπτομέρειες προσχώρησης στο πρωτόκολλο, το άρθρο αυτό προβλέπει ιδίως απλουστευμένους τρόπους για την τροποποίηση του καταλόγου των ανωτάτων δικαστηρίων, που περιέχεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, μετά τον καθορισμό των δικαστηρίων του νέου κράτους μέλους.

Το Συμβούλιο αποφασίζει τις τροποποιήσεις που μπορούν να επέλθουν στον κατάλογο των ανωτάτων δικαστηρίων κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας κατάθεσης του εγγράφου προσχώρησης και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του πρωτοκόλλου έναντι του προσχωρούντος κράτους μέλους.

Άρθρο 11

16. Το άρθρο αυτό αφορά τη διαδικασία τροποποίησης του πρωτοκόλλου.

Μόνον τα κράτη μέλη που είναι μέρη του πρωτοκόλλου, καθώς και η Επιτροπή, μπορούν να προτείνουν τροποποιήσεις.

Το Συμβούλιο συνιστά στα κράτη μέλη την έγκριση των τροποποιήσεων που αποφασίζει, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες.

Η διαδικασία αυτή δεν ισχύει για την απλή τροποποίηση του καταλόγου των ανωτάτων δικαστηρίων.

Άρθρο 12

17. Το άρθρο αυτό αναθέτει στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου το ρόλο του θεματοφύλακα του πρωτοκόλλου.

Ο Γενικός Γραμματέας ενημερώνει τα κράτη μέλη για όλες τις σχετικές με το πρωτόκολλο κοινοποιήσεις και μεριμνά για τη δημοσίευσή τους στη σειρά «C» της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(1) ΕΕ C 152 της 18.5.1998.

Top