EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 41997A0819(01)

Σύμβαση περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Σύμβαση του Δουβλίνου

OJ C 254, 19.8.1997, p. 1–12 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, GA, IT, NL, PT, FI, SV)

No longer in force, Date of end of validity: 16/03/2003; αντικαταστάθηκε από 32003R0343

41997A0819(01)

Σύμβαση περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Σύμβαση του Δουβλίνου

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 254 της 19/08/1997 σ. 0001 - 0012


ΣΥΜΒΑΣΗ περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (97/C 254/01)

Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΒΕΛΓΩΝ,

Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Η ΑΥΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΥΨΗΛΟΤΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ,

Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τον στόχο που καθόρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Στρασβούργου της 8ης και 9ης Δεκεμβρίου 1989 για την εναρμόνιση των εθνικών πολιτικών επί της παροχής ασύλου,

ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ, με πίστη στην κοινή ανθρωπιστική τους παράδοση, να εξασφαλίσουν στους πρόσφυγες την πρέπουσα προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967, περί της εννόμου καταστάσεως των προσφύγων, ονομαζομένων του λοιπού «Σύμβαση της Γενεύης» και «Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης»,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τον κοινό στόχο της δημιουργίας ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, εντός του οποίου θα διασφαλίζεται μεταξύ άλλων η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, σύμφωνα με τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ενιαία Πράξη,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της ανάγκης να ληφθούν μέτρα ώστε η υλοποίηση του στόχου αυτού να μην αφήνει τον αιτούντα άσυλο σε παρατεταμένη αβεβαιότητα ως προς την τύχη της αιτήσεώς του, και μεριμνώντας ώστε ο αιτών να είναι βέβαιος ότι η αίτησή του θα εξεταστεί από ένα κράτος μέλος αποφεύγοντας έτσι τη διαδοχική παραπομπή του από ένα κράτος μέλος σε άλλο, χωρίς κανένα να αναγνωρίζει ότι είναι αρμόδιο να εξετάσει την αίτηση παροχής ασύλου,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να συνεχίσουν το διάλογο που έχει ήδη αρχίσει με τον Ύπατο Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες ώστε να επιτευχθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι,

ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ, για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, να συνεργαστούν στενά, με διάφορα μέσα, συμπεριλαμβανομένης και της ανταλλαγής πληροφοριών,

ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΑΨΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΟΡΙΣΑΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ ΩΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥΣ:

Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΒΕΛΓΩΝ:

τον κ. Melchior WATHELET

Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και Υπουργό Δικαιοσύνης και Μεσαίων Τάξεων

Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ:

τον κ. Hans ENGELL

Υπουργό Δικαιοσύνης

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ:

τον Δρ. Helmut RάCKRIEGEL

Πρέσβυ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο Δουβλίνο

τον κ. Wolfgang SCHΔUBLE

Ομοσπονδιακό Υπουργό Εσωτερικών

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:

τον κ. Ιωάννη ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ

Υπουργό Δημόσιας Τάξης

Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ:

τον κ. Josι Luis CORCUERA

Υπουργό Εσωτερικών

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:

τον κ. Pierre JOXE

Υπουργό Εσωτερικών

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ:

τον κ. Ray BURKE

Υπουργό Δικαιοσύνης και Επικοινωνιών

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:

τον κ. Antonio GAVA

Υπουργό Εσωτερικών

Η ΑΥΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΥΨΗΛΟΤΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ:

τον κ. Marc FISCHBACH

Υπουργό Εθνικής Παιδείας, Υπουργό Δικαιοσύνης, Υπουργό Δημόσιων Υπηρεσιών

Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ:

τον κ. Ernst Maurits Henricus HIRSCH BALLIN

Υπουργό Δικαιοσύνης

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ:

τον κ. Manuel PEREIRA

Υπουργό Εσωτερικών

Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ:

τον κ. David WADDINGTON

Υπουργό Εσωτερικών

τον κ. Nicholas Maxted FENN, KCMG

Πρέσβυ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανιας και Βορείου Ιρλανδίας στο Δουβλίνο

ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ, μετά την ανταλλαγή των πληρεξουσίων εγγράφων τους τα οποία βρέθηκαν εν τάξει,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:

Άρθρο 1

1. Κατά την έννοια της παρούσας σύμβασης νοείται ως:

α) αλλοδαπός: κάθε πρόσωπο που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους 7

β) αίτηση παροχής ασύλου: αίτηση με την οποία ένας αλλοδαπός ζητά από ένα κράτος μέλος την προστασία της Σύμβασης της Γενεύης, επικαλούμενος την ιδιότητα του πρόσφυγος κατά την έννοια του άρθρου 1 της ανωτέρω σύμβασης, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης 7

γ) αιτών άσυλο: αλλοδαπός που έχει υποβάλει αίτηση παροχής ασύλου, η οποία ακόμη εκκρεμεί 7

δ) εξέταση της αίτησης παροχής ασύλου: δέσμη των μέτρων εξέτασης και των αποφάσεων των αρμόδιων αρχών σχετικά με μια αίτηση παροχής ασύλου, πλην των διαδικασιών για τον καθορισμό του κράτους μέλους του αρμοδίου προς εξέταση της αίτησης δύναμει της παρούσας σύμβασης 7

ε) άδεια διαμονής: κάθε άδεια εκδιδόμενη από τις αρχές κράτους μέλους, με την οποία επιτρέπεται η διαμονή αλλοδαπού στην επικράτειά του, εκτός των θεωρήσεων και των αδειών διαμονής που χορηγούνται κατά τη διάρκεια της εξέτασης μιας αίτησης για άδεια διαμονής ή άσυλο 7

στ) θεώρηση εισόδου: άδεια ή απόφαση κράτους μέλους με την οποία επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην επικράτειά του, υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις εισόδου 7

ζ) θεώρηση διέλευσης: άδεια ή απόφαση κράτους μέλους η οποία επιτρέπει τη διέλευση αλλοδαπού από την επικράτειά του ή την προσωρινή παραμονή του στο τμήμα διερχομένων λιμένος ή αερολιμένος, υπό την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις διέλευσης.

2. Η φύση της θεωρήσεως εκτιμάται βάσει των ορισμών της παραγράφου 1 στοιχεία στ) και ζ).

Άρθρο 2

Τα κράτη μέλη επιβεβαιώνουν τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει δυνάμει της Σύμβασης της Γενεύης όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νεάς Υόρκης για την έννομη κατάσταση των προσφύγων χωρίς κανένα γεωγραφικό περιορισμό της εφαρμογής αυτών των πράξεων, καθώς και τη δέσμευσή τους να συνεργαστούν με τις υπηρεσίες της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες με στόχο την εφαρμογή αυτών των κειμένων.

Άρθρο 3

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών τους εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου οποιουδήποτε αλλοδαπού, η οποία υποβάλλεται στα σύνορα ή εντός της επικράτειάς τους.

2. Την αίτηση εξετάζει ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο ορίζεται βάσει των κριτηρίων που ορίζει η παρούσα σύμβαση. Τα κριτήρια, που απαριθμούνται στα άρθρα 4 έως 8, εφαρμόζονται με τη σειρά με την οποία περιλαμβάνονται στη σύμβαση.

3. Το ως άνω κράτος εξετάζει την αίτηση σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία και τις διεθνείς του υποχρεώσεις.

4. Κάθε κράτος μέλος δικαιούται να εξετάσει αίτηση παροχής ασύλου ενός αλλοδαπού, έστω και εάν δεν είναι αρμόδιο βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση, εφόσον συμφωνεί και ο αιτών.

Στην περίπτωση αυτή, το βάσει των προαναφερομένων κριτηρίων υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του, οι οποίες και μεταβιβάζονται πλέον στο κράτος που επιθυμεί να εξετάσει την αίτηση. Το κράτος αυτό ενημερώνει το βάσει των προαναφερομένων κριτηρίων υπεύθυνο κράτος μέλος, εφόσον η αίτηση είχε υποβληθεί στο κράτος αυτό.

5. Κάθε κράτος μέλος διατηρεί τη δυνατότητα, εφαρμόζοντας το εθνικό του δίκαιο, να αποστείλει έναν αιτούντα άσυλο σε τρίτο κράτος, τηρουμένης πάντοτε της σύμβασης της Γενεύης, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης.

6. Η διαδικασία καθορισμού του κράτους μέλους που, βάσει της παρούσας σύμβασης, είναι αρμόδιο να εξετάσει την αίτηση παροχής ασύλου, κινείται μόλις η αίτηση υποβληθεί για πρώτη φορά σε ένα κράτος μέλος.

7. Το κράτος μέλος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση παροχής ασύλου οφείλει υπό τους όρους του άρθρου 13 και προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία καθορισμού του υπεύθυνου για την εξέτασή της κράτους, να δεχθεί εκ νέου τον αιτούντα άσυλο ο οποίος βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος όπου και υπέβαλε αίτηση παροχής ασύλου αφού απέσυρε την αίτησή του διαρκούσης της διαδικασίας καθορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους.

Η υποχρέωση αυτή αίρεται εάν ο αιτών άσυλο εξήλθε, στο μεταξύ, από την επικράτεια των κρατών μελών επί περίοδο τριών τουλάχιστον μηνών ή εάν του χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος άδεια διαμονής άνω των τριών μηνών.

Άρθρο 4

Το κράτος μέλος που έχει αναγνωρίσει σε μέλος της οικογενείας του αιτούντος την ιδιότητα του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Συμβάση της Γενεύης όπως τροποποιήθηκε από τό Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, και του έχει επιτρέψει τη διαμονή είναι υπεύθυνο να εξετάσει την αίτηση παροχής ασύλου, εφόσον συμφωνούν και οι ενδιαφερόμενοι.

Ως μέλη της οικογενείας νοούνται ανωτέρω μόνον ο/η σύζυγος του αιτούντος άσυλο, τα άγαμα τέκνα κάτω των 18 ετών ή, όταν ο ίδιος ο αιτών άσυλο είναι άγαμο τέκνο κάτω των 18 ετών, ο πατέρας ή η μητέρα του.

Άρθρο 5

1. Όταν ο αιτών άσυλο είναι κάτοχος εν ισχύι άδειας διαμονής, υπεύθυνο προς εξέταση της αιτήσεως είναι το κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια.

2. Εάν ο αιτών άσυλο είναι κάτοχος εν ισχύι θεώρησης, υπεύθυνο προς εξέταση της αίτησης είναι το κράτος μέλος το οποίο την εξέδωσε, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αν η θεώρηση εκδόθηκε μετά από γραπτή εξουσιοδότηση άλλου κράτους μέλους, υπεύθυνο είναι το κράτος αυτό. Εάν, ιδίως για λόγους ασφάλειας, ένα κράτος μέλος διαβουλεύεται προηγουμένως με τις κεντρικές αρχές άλλου κράτους μέλους, η συμφωνία του κράτους αυτού δεν συνιστά γραπτή εξουσιοδότηση κατά την έννοια της παρούσας διάταξης 7

β) αν ο αιτών άσυλο, κάτοχος θεώρησης διέλευσης, υποβάλλει την αίτησή του σε άλλο κράτος μέλος που δεν απαιτεί θεώρηση, το τελευταίο κράτος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης 7

γ) αν ο αιτών, κάτοχος θεώρησης διέλευσης, υποβάλλει την αίτησή του στο κράτος που εξέδωσε την θεώρηση, το οποίο είχε λάβει γραπτή επιβεβαίωση από τις διπλωματικές ή τις προξενικές αρχές του κράτους μέλους προορισμού ότι ο μη υπέχων υποχρέωση θεώρησης εισόδου αλλοδαπός πληρούσε τις προϋποθέσεις εισόδου στη χώρα αυτή, υπεύθυνο είναι το κράτος προορισμού.

3. Εάν ο αιτών διαθέτει πλείονες ισχύουσες άδειες διαμονής ή θεωρήσεις που έχουν εκδοθεί από διαφορετικά κράτη μέλη, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου είναι κατά σειρά:

α) το κράτος μέλος που εξέδωσε την άδεια διαμονής που επιτρέπει διαμονή μεγαλύτερης διάρκειας, ή όταν η διάρκεια είναι η ίδια, την άδεια διαμονής με τη μεταγενέστερη ημερομηνία λήξεως 7

β) το κράτος μέλος που εξέδωσε τη θεώρηση με τη μεταγενέστερη ημερομηνία λήξεως, εφόσον οι διάφορες θεωρήσεις είναι του ιδίου τύπου 7

γ) το κράτος μέλος που εξέδωσε τη θεώρηση με τη μεγαλύτερη διάρκεια, εφόσον πρόκειται για θεωρήσεις διαφορετικού τύπου, ή, όταν η διάρκεια είναι η ίδια, τη θεώρηση με τη μεταγενέστερη ημερομηνία λήξεως. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που ο αιτών άσυλο διαθέτει μια ή περισσότερες θεωρήσεις διέλευσης, τις οποίες απέκτησε επιδεικνύοντας τη θεώρηση εισόδου σε άλλο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, υπεύθυνο είναι αυτό το κράτος μέλος.

4. Εάν ο αιτών διαθέτει μόνο μία ή και περισσότερες άδειες διαμονής που έχουν λήξει πριν από διάστημα μικρότερο των δύο ετών ή μία ή περισσότερες θεωρήσεις που έχουν λήξει πριν από διάστημα μικρότερο των έξι μηνών αλλά που του επέτρεψαν να εισέλθει σε κράτος μέλος, τότε, εφόσον ο αλλοδαπός δεν έχει εξέλθει των κρατών μελών, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 2 και 3.

Εφόσον ο αιτών είναι κάτοχος μίας ή περισσοτέρων αδειών διαμονής που έχουν λήξει πριν από διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών ή μίας ή περισσοτέρων θεωρήσεων που έχουν λήξει πριν από διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών αλλά που του επέτρεψαν να εισέλθει σε κράτος μέλος και εφόσον ο αλλοδαπός δεν έχει εγκαταλείψει το κοινό έδαφος, υπεύθυνο είναι το κράτος μέλος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση.

Άρθρο 6

Όταν ο αιτών άσυλο ο οποίος προέρχεται από τρίτη χώρα έχει διαβεί παράνομα δια ξηράς, δια θαλάσσης ή αεροπορικώς τα σύνορα κράτους μέλους, το κράτος μέλος από το οποίο μπορεί να αποδειχθεί ότι εισήλθε, είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου.

Το κράτος εισόδου παύει να είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης ασύλου σύμφωνα με τις παρούσες διατάξεις εάν αποδειχθεί ότι ο ενδιαφερόμενος παρέμεινε τουλάχιστον έξι μήνες στο κράτος μέλος όπου υπέβαλε αίτηση παροχής ασύλου, πριν την υποβάλει. Στην περίπτωση αυτή, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το τελευταίο αυτό κράτος.

Άρθρο 7

1. Υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου είναι το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο της εισόδου του αλλοδαπού στην επικράτεια των κρατών μελών, εκτός εάν, αφού εισήλθε νομίμως σε κράτος μέλος που δεν απαιτεί θεώρηση, ο αλλοδαπός ζητεί άσυλο σε άλλο κράτος μέλος που επίσης δεν απαιτεί θεώρηση εισόδου. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση εξετάζεται από το τελευταίο αυτό κράτος.

2. Μέχρις ότου αρχίσει να ισχύει συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τον τρόπο διελεύσεως των εξωτερικών συνόρων, το κράτος μέλος που επιτρέπει τη διέλευση χωρίς θεώρηση από τη ζώνη διερχομένων των αεροδρομίων του δεν θεωρείται υπεύθυνο για τον έλεγχο εισόδου όσον αφορά τους ταξιδιώτες που δεν εξέρχονται από τη ζώνη διερχομένων.

3. Αν η αίτηση υποβληθεί στη ζώνη διερχομένων του αεροδρομίου ενός κράτους μέλους, υπεύθυνο για την εξέτασή της είναι το κράτος αυτό.

Άρθρο 8

Εάν το κράτος μέλος το υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου δεν μπορεί να ορισθεί βάσει των άλλων κριτηρίων που απαριθμούνται στην παρούσα σύμβαση, υπεύθυνο για την εξέταση είναι το πρώτο κράτος μέλος όπου υποβλήθηκε η αίτηση.

Άρθρο 9

Κάθε κράτος μέλος, ακόμα και αν δεν είναι υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στην παρούσα σύμβαση, μπορεί να εξετάσει μια αίτηση παροχής ασύλου για λόγους ανθρωπιστικούς, και ιδίως οικογενειακούς ή πολιτιστικούς, εάν του το ζητήσει άλλο κράτος μέλος και εφόσον το επιθυμεί και ο αιτών.

Αν το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται να εξετάσει τήν αίτηση δεχθεί, η σχετική ευθύνη μεταβιβάζεται πλέον σε αυτό.

Άρθρο 10

1. Το κράτος μέλος που, βάσει των κριτηρίων που ορίζονται στην παρούσα σύμβαση, είναι αρμόδιο προς εξέταση της αίτησης ασύλου υποχρεούται:

α) να αναλάβει τον αλλοδαπό που έχει ζητήσει άσυλο σε άλλο κράτος μέλος, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 7

β) να περατώσει την εξέταση της αίτησης 7

γ) να δεχθεί εκ νέου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, τον αιτούντα άσυλο του οποίου η αίτηση εξετάζεται, και ο οποίος ευρίσκεται παράνομα σε άλλο κράτος μέλος 7

δ) να δεχθεί εκ νέου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, τον αιτούντα άσυλο που απέσυρε την εξεταζόμενη αίτησή του και υπέβαλε αίτηση παροχής ασύλου σε άλλο κράτος μέλος 7

ε) να δεχθεί εκ νέου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 13, τον αλλοδαπό του οποίου την αίτηση απέρριψε και ο οποίος ευρίσκεται παράνομα σε άλλο κράτος μέλος.

2. Εάν ένα άλλο κράτος μέλος χορηγήσει στον αιτούντα άσυλο, άδεια διαμονής διάρκειας άνω των τριών μηνών, οι υποχρεώσεις της παραγράφου 1 στοιχεία α) έως ε) μεταβιβάζονται στο κράτος αυτό.

3. Οι υποχρεώσεις της παραγράφου 1 στοιχεία α) έως δ) αίρονται εφόσον ο εν λόγω αλλοδαπός εγκατέλειψε την επικράτεια των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί τρεις τουλάχιστον μήνες.

4. Οι υποχρεώσεις της παραγράφου 1 στοιχεία δ) και ε) αίρονται αν το αρμόδιο προς εξέταση της αίτησης ασύλου κράτος μέλος έλαβε και εφάρμοσε πραγματικά, μετά την απόσυρση ή την απόρριψη της αίτησης, τα αναγκαία μέτρα για την επάνοδο του αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής του ή σε άλλη χώρα στην οποία μπορεί νά εισέλθει νομίμως.

Άρθρο 11

1. Το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση παροχής ασύλου, μπορεί, αν θεωρεί ότι υπεύθυνο προς εξέτασή της είναι άλλο κράτος μέλος, να καλέσει το κράτος αυτό να αναλάβει τον αιτούντα το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης παροχής ασύλου.

Αν τό αίτημα αναλήψεως δεν υποβληθεί εντός του εξαμήνου, υπεύθυνο προς εξέταση της αίτησης παροχής ασύλου καθίσταται πλέον το κράτος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση αυτή.

2. Τό αίτημα αναλήψεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία εκείνα που θα επιτρέψουν στο κράτος-αποδέκτη του αιτήματος να διαπιστώσει αν, βάσει των κριτηρίων της παρούσας σύμβασης είναι αρμόδιο προς εξέταση της αίτησης παροχής ασύλου.

3. Ο καθορισμός του αρμοδίου κράτους μέλους βάσει των κριτηρίων αυτών γίνεται λαμβανομένης υπόψη της υφισταμένης κατάστασης τη στιγμή που ο αλλοδαπός υπέβαλε για πρώτη φορά αίτηση παροχής ασύλου σε κράτος μέλος.

4. Το οικείο κράτος μέλος αποφαίνεται επί του αιτήματος αναλήψεως εντός τριμήνου από την υποβολή του. Αν δεν αποφανθεί εμπροθέσμως τεκμαίρεται ότι αποδέχεται τό αίτημα αναλήψεως.

5. Η μεταγωγή του αιτούντος από το κράτος όπου ζήτησε άσυλο στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο προς εξέταση της αίτησής του γίνεται εντός τριμήνου από τη στιγμή που το δεύτερο κράτος δέχθηκε να αναλάβει τον αιτούντα ή εντός τριμήνου μετά την περάτωση της διαδικασίας ένστασης την οποία ο αλλοδαπός έχει ενδεχομένως κινήσει κατά της απόφασης μεταγωγής του, εάν η διαδικασία αυτή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

6. Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο διενεργείται η ανάληψη του αιτούντος μπορεί να καθορισθεί αργότερα με διατάξεις εγκρινόμενες βάσει του άρθρου 18.

Άρθρο 12

Όταν μία αίτηση παροχής ασύλου υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους από αιτούντα που ευρίσκεται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται ο αιτών καθορίζει το κράτος μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου. Το εν λόγω κράτος ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση από το κράτος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση και θεωρείται στο εξής, για την εφαρμογή της παρούσας σύμβασης, ως το κράτος μέλος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση παροχής ασύλου.

Άρθρο 13

1. Η εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 και στο άρθρο 10 διενεργείται ως εξής:

α) η αίτηση με την οποία ζητείται από το κράτος μέλος να αναλάβει εκ νέου τον ενδιαφερόμενο πρέπει να περιέχει στοιχεία που θα του επιτρέψουν να διαπιστώσει ότι είναι υπεύθυνο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 και το άρθρο 10 7

β) το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει να απαντήσει εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία που του υπεβλήθη η σχετική αίτηση. Οφείλει δε να αναλάβει εκ νέου τον αιτούντα το συντομότερο και το αργότερο εντός μηνός από τη στιγμή που αποδέχθηκε την ευθύνη.

2. Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η ανάληψη μπορεί νά ορισθεί μεταγενέστερα με διατάξεις στα πλαίσια του άρθρου 18.

Άρθρο 14

1. Τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικές με:

- τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή την εθνική πρακτική που ισχύει στον τομέα του ασύλου,

- στατιστικά στοιχεία όσον αφορά τις μηνιαίες αφίξεις των αιτούντων άσυλο και την κατανομή τους ανά εθνικότητα. Τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται ανά τρίμηνο μέσω της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο φροντίζει για τη διανομή τους στα κράτη μέλη, στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ανταλλάσσουν:

- πληροφορίες γενικού χαρακτήρα για τις νέες τάσεις όσον αφορά τις αιτήσεις παροχής ασύλου,

- πληροφορίες γενικού χαρακτήρα για την κατάσταση στις χώρες καταγωγής ή προέλευσης των αιτούντων άσυλο.

3. Αν το κράτος μέλος που διαβιβάζει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 επιθυμεί να τις χαρακτηρίσει ως εμπιστευτικές, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να σεβαστούν αυτόν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα.

Άρθρο 15

1. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί σε κάθε κράτος μέλος που διατυπώνει σχετική αίτηση ατομικές πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για:

- τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- την υλοποίηση όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση.

2. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να αφορούν μόνον:

- τα προσωπικά στοιχεία του αιτούντος άσυλο και, ενδεχομένως, των μελών της οικογένειάς του (επώνυμο και όνομα -ενδεχομένως προηγούμενο επώνυμο- παρώνυμα ή ψευδώνυμα , εθνικότητα -τωρινή και προηγούμενη-, χρόνο και τόπο γέννησης),

- τα τα έγγραφα ταυτότητας ή ταξιδίου (κωδικά στοιχεία, διάρκεια ισχύος, χρόνο έκδοσης, εκδούσα αρχή, τόπος έκδοσης, κ.λπ.),

- άλλα στοιχεία αναγκαία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του αιτούντος,

- τους τόπους διαμονής και τις διαδρομές ταξιδίων,

- τα έγγραφα διαμονής ή τις θεωρήσεις που χορήγησε ένα κράτος μέλος,

- τον τόπο υποβολής της αίτησης,

- την ημερομηνία της ενδεχομένης υποβολής προηγούμενης αίτησης, την ημερομηνία υποβολής της παρούσας αίτησης, την εξέλιξη της διαδικασίας και την απόφαση που έχει ενδεχομένως ληφθεί.

3. Επιπλέον, ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από ένα άλλο κράτος μέλος να του γνωστοποιήσει τους λόγους που επικαλέστηκε ο αιτών άσυλο προς υποστήριξη της αίτησής του και, ενδεχομένως, το σκεπτικό της απόφασης που ελήφθη γι' αυτόν. Το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το εν λόγω αίτημα εκτιμά αν μπορεί να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό. Εν πάση περιπτώσει όμως η παροχή αυτών των πληροφοριών προϋποθέτει τη συναίνεση του αιτούντος άσυλο.

4. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται μετά από αίτηση ενός κράτους μέλους και μπορεί να γίνει μόνον μεταξύ των αρχών των οποίων ο καθορισμός, εκ μέρους κάθε κράτους μέλους, ανακοινώνεται στην επιτροπή του άρθρου 18.

5. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους σκοπούς που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Σε κάθε κράτος μέλος οι πληροφορίες αυτές μπορούν να κοινοποιηθούν μόνον προς τις διοικητικές ή δικαιοδοτικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με:

- τον καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- την υλοποίηση όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση.

6. Το κράτος μέλος που διαβιβάζει τα στοιχεία φροντίζει ώστε να είναι ακριβή και ενημερωμένα.

Εάν αποδειχθεί ότι αυτό το κράτος μέλος παρέσχε στοιχεία ανακριβή ή τα οποία δεν έπρεπε να διαβιβαστούν, τα κράτη μέλη που είναι παραλήπτες αυτών των στοιχείων ενημερώνονται αμέσως σχετικά. Οφείλουν να διορθώσουν ή να εξαφανίσουν τις πληροφορίες αυτές.

7. Ο αιτών άσυλο, κατόπιν αιτήσεώς του, έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για τις ανταλλαγές πληροφοριών οι οποίες τον αφορούν, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

Εάν διαπιστώσει ότι αυτές οι πληροφορίες είναι ανακριβείς ή δεν έπρεπε να έχουν διαβιβαστεί, έχει το δικαίωμα να επιτύχει τη διόρθωση ή την εξαφάνισή τους. Το δικαίωμα αυτό ασκείται υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6.

8. Σε κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος γίνεται μνεία της διαβιβάσεως καί της παραλαβής των ανταλλασσομένων πληροφοριών.

9. Τά στοιχεία αυτά διατηρούνται γιά χρονικό διάστημα τό οποίο δέν υπερβαίνει τό διάστημα πού ειναι απαραίτητο γιά την ολοκλήρωση τών σκοπών για τους οποίους αντηλλάγησαν. Η ανάγκη διατήρησής τους πρέπει να εξετάζεται την κατάλληλη στιγμή από τό ενδειαφερόμενο κράτος μέλος.

10. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία που διαβιβάζονται τυγχάνουν τουλάχιστον της ιδίας προστασίας την οποία παρέχει τό κράτος-παραλήπτης σέ παρόμοιες πληροφορίες.

11. Εάν η επεξεργασία των στοιχείων δεν γίνεται αυτόματα αλλά με άλλο τρόπο, κάθε κράτος μέλος πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την τήρηση του παρόντος άρθρου μέσω αποτελεσματικών ελέγχων. Εάν ένα κράτος μέλος έχει την υπηρεσία που αναφέρεται στην παράγραφο 12, μπορεί να αναθέσει αυτούς τους ελέγχους στην υπηρεσία αυτή.

12. Αν ένα ή περισσότερα κράτη μέλη επιθυμούν να επεξεργαστούν με ηλεκτρονικά μέσα το σύνολο ή μέρος των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, η επεξεργασία αυτή είναι δυνατή μόνον εφόσον οι οικείες χώρες διαθέτουν νομοθεσία εφαρμοζόμενη στην επεξεργασία αυτή και η οποία υλοποιεί τις αρχές της συμβάσεως του Στρασβούργου, της 28ης Φεβρουαρίου 1981, για την προστασία των προσώπων από την ηλεκτρονική επεξεργασία στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα, έχουν δε αναθέσει σε κατάλληλο εθνικό όργανο τον ανεξάρτητο έλεγχο της επεξεργασίας και εκμεταλλεύσεως των στοιχείων που διαβιβάζονται βάσει της παρούσας σύμβασης.

Άρθρο 16

1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει στην επιτροπή του άρθρου 18 σχέδια για την αναθεώρηση της παρούσας σύμβασης προκειμένου να παραμερισθούν οι δυσχέρειες που παρουσιάζονται κατά τη θέση σε εφαρμογή της.

2. Εάν αποδειχθεί αναγκαία η αναθεώρηση ή η τροποποίηση της παρούσας σύμβασης εξαιτίας της υλοποίησης των στόχων του άρθρου 8 Α της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, υλοποίησης που συνδέεται κυρίως με την διαμόρφωση μιας εναρμονισμένης πολιτικής για την παροχή ασύλου και μιας κοινής πολιτικής για τις θεωρήσεις, το κράτος μέλος που ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οργανώνει συνεδρίαση της επιτροπής του άρθρου 18.

3. Οι αναθεωρήσεις ή τροποποιήσεις της παρούσας σύμβασης θεσπίζονται από την επιτροπή του άρθρου 18. Αρχίζουν να ισχύουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22.

Άρθρο 17

1. Εάν ένα κράτος μέλος συναντά μείζονες δυσκολίες λόγω σημαντικής μεταβολής των συνθηκών που ίσχυαν κατά τη σύναψη της παρούσας σύμβασης, το κράτος αυτό μπορεί να φέρει το θέμα στην επιτροπή του άρθρου 18 προκειμένου αυτή να προτείνει στα κράτη μέλη μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης ή να προβεί στις αναγκαίες αναθεωρήσεις ή τροποποιήσεις της παρούσας σύμβασης, οι οποίες τίθενται σε ισχύ υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 παράγραφος 3.

2. Εάν μετά την παρέλευση εξαμήνου η κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συνεχίζεται, η επιτροπή, αποφασίζοντας σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 μπορεί να επιτρέψει στο κράτος μέλος που θίγεται από αυτήν την αλλαγή να αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας σύμβασης χωρίς αυτή η αναστολή να εμποδίζει την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 8 Α της συνθήκης γιά την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ή να αντιβαίνει σε άλλες διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών μελών.

3. Κατά τη διάρκεια της αναστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η επιτροπή, αν δεν έχει καταλήξει προηγουμένως σε συμφωνία, συνεχίζει τις εργασίες της με σκοπό την αναθεώρηση των διατάξεων της παρούσας σύμβασης.

Άρθρο 18

1. Συνιστάται επιτροπή που αποτελείται από έναν αντιπρόσωπο της κυβέρνησης κάθε κράτους μέλους.

Η προεδρία της επιτροπής αυτής ασκείται από το κράτος μέλος που ασκεί και την Προεδρία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να παρευρίσκεται στις εργασίες της επιτροπής αυτής και των ομάδων εργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

2. Η επιτροπή εξετάζει, μετά από αίτηση ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, οποιοδήποτε θέμα γενικού χαρακτήρα σχετικό με την εφαρμογή και την ερμηνεία της παρούσας σύμβασης.

Η επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 6 και στο άρθρο 13 παράγραφος 2 και χορηγεί την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2.

Η επιτροπή θεσπίζει βάσει των άρθρων 16 και 17 τις αναθεωρήσεις ή τροποποιήσεις της παρούσας σύμβασης.

3. Η επιτροπή αποφασίζει με ομοφωνία, εκτός αν λαμβάνει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 2 7 στην περίπτωση αυτή αποφασίζει με την πλειοψηφία των 2/3 των ψήφων των μελών της.

4. Η επιτροπή θεσπίζει τους διαδικαστικούς κανόνες της και μπορεί να συστήσει ομάδες εργασίας.

Τα καθήκοντα γραμματείας της επιτροπής και των ομάδων εργασίας ασκούνται από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 19

Όσον αφορά το Βασίλειο της Δανίας, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης δεν εφαρμόζονται στις Φερόες Νήσους ούτε στη Γροιλανδία, πλην αντιθέτου δηλώσεως εκ μέρους του Βασιλείου της Δανίας. Παρόμοια δήλωση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, με ανακοίνωση προς την κυβέρνηση της Ιρλανδίας η οποία ενημερώνει τις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών.

Όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται μόνο στο ευρωπαϊκό έδαφος της χώρας.

Όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται μόνο στην επικράτεια του Βασιλείου στην Ευρώπη.

Όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, οι διατάξεις της παρούσας σύμβασης εφαρμόζονται μόνον στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας. Δεν εφαρμόζονται στα ευρωπαϊκά εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο είναι υπεύθυνο, εκτός αντίθετης δήλωσης εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτή η δήλωση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε με ανακοίνωση προς την Κυβέρνηση της Ιρλανδίας, η οποία ενημερώνει σχετικά τις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 20

Καμμία επιφύλαξη δεν μπορεί να γίνει στην παρούσα σύμβαση.

Άρθρο 21

1. Στην παρούσα σύμβαση μπορεί να προσχωρήσει κάθε κράτος που γίνεται μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα έγγραφα προσχώρησης θα κατατεθούν στην κυβέρνηση της Ιρλανδίας.

2. Έναντι κάθε προσχωρούντος κράτους η παρούσα σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του τρίτου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση του εγγράφου προσχώρησης εκ μέρους του προσχωρούντος αυτού κράτους.

Άρθρο 22

1. Η παρούσα σύμβαση υπόκειται σέ κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Τα έγγραφα επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης θα κατατεθούν στην κυβέρνηση της Ιρλανδίας.

2. Η κυβέρνηση της Ιρλανδίας κοινοποιεί στις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης.

3. Η παρούσα σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του τρίτου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης εκ μέρους του συμβαλλόμενου κράτους που θα προβεί τελευταίο στη διατύπωση αυτή.

Το κράτος στο οποίο κατατίθενται τα έγγραφα επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας σύμβασης.

En fe de lo cual, los plenipotenciarios abajo firmantes suscriben el presente Convenio.

Til bekrζftelse heraf har undertegnede befuldmζgtigede underskrevet denne konvention.

Zu Urkund dessen haben die unterzeichneten Bevollmδchtigten ihre Unterschriften unter dieses άbereinkommen gesetzt.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι κάτωθι πληρεξούσιοι υπέγραψαν την παρούσα σύμβαση.

In witness whereof, the undersigned plenipotentiaries have hereunto set their hands.

En foi de quoi, les plιnipotentiaires soussignιs ont apposι leurs signatures au bas de la prιsente convention.

Dα fhianϊ sin, chuir na Lαnchumhachtaigh thνos-sνnithe a lαmh leis an gCoinbhinsiϊn seo.

In fede di che, i plenipotenziari sottoscritti hanno apposto le loro firme in calce alla presente convenzione.

Ten blijke waarvan de ondergetekende gevolmachtigden deze overeenkomst hebben ondertekend.

Em fι do que os plenipotenciαrios abaixo assinados apuseram as suas assinaturas no final da presente convenηγo.

Hecho en Dublνn el quince de junio de mil novecientos noventa, en un ejemplar ϊnico, en lenguas alemana, inglesa, danesa, espaρola, francesa, griega, irlandesa, italiana, neerlandesa y portuguesa, dando fe asimismo los textos redactados en cada una de dichas lenguas depositados en los archivos del Gobierno de Irlanda que transmitirα una copia certificada conforme a cada uno de los Estados miembros.

Udfζrdiget i Dublin, den femtende juni nitten hundrede og halvfems i ιt eksemplar pε dansk, engelsk, fransk, grζsk, irsk, italiensk, nederlandsk, portugisisk, spansk og tysk, hvilke tekster har samme gyldighed og deponeres i arkiverne hos Irlands regering, som sender en bekrζftet kopi til hver af de andre medlemsstater.

Geschehen zu Dublin am fόnfzehnten Juni neunzehnhundertneunzig, in einer Urschrift in dδnischer, deutscher, englischer, franzφsischer, griechischer, irischer, italienischer, niederlδndischer, portugiesischer und spanischer Sprache, wobei jeder Wortlaut gleichermaίen verbindlich ist; sie wird im Archiv der Regierung von Irland hinterlegt, die den όbrigen Mitgliedstaaten jeweils eine beglaubigte Abschrift όbermittelt.

Έγινε στο Δουβλίνο στις δέκαπέντε Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο στην αγγλική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα. Τα κείμενα στις γλώσσες αυτές είναι εξίσου αυθεντικά και είναι κατατεθειμένα στα αρχεία της κυβέρνησης της Ιρλανδίας η οποία θα διαβιβάσει επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε κράτος μέλος.

Done at Dublin this fifteenth day of June in the year one thousand nine hundred and ninety, in a single original, in the Danish, Dutch, English, French, German, Greek, Irish, Italian, Portuguese and Spanish languages, the texts drawn up in each of these languages being equally authentic and being deposited in the archives of the Government of Ireland which shall transmit a certified copy to each of the other Member States.

Fait ΰ Dublin, le quinze juin mil neuf cent quatre-vingt-dix, en un exemplaire unique, en langues allemande, anglaise, danoise, espagnole, franηaise, grecque, irlandaise, italienne, nιerlandaise et portugaise, les textes ιtablis dans chacune de ces langues faisant ιgalement foi et ιtant dιposιs dans les archives du gouvernement d'Irlande qui transmettra une copie certifiιe conforme ΰ chacun des autres Ιtats membres.

Arna dhιanamh i mBaile Αtha Cliath ar an gcϊigiϊ lα dιag de Mheitheamh sa bhliain mνle naoi gcιad nσcha, i scrνbhinn bhunaidh amhαin sa Bhιarla, sa Danmhairgis, sa Fhraincis, sa Ghaeilge, sa Ghearmαinis, sa Ghrιigis, san Iodαilis, san Ollainnis, sa Phortaingιilis agus sa Spαinnis agus comhϊdarαs ag na tιacsanna i ngach ceann de na teangacha sin; dιanfar iad a thaisceadh i gcartlann Rialtas na hΙireann agus cuirfidh an Rialtas sin cσip dheimhnithe chuig gach ceann de na Ballstαit eile.

Fatto a Dublino, addμ quindici giugno millenovecentonovanta, in esemplare unico, nelle lingue danese, francese, greca, inglese, irlandese, italiana, olandese, portoghese, spagnola e tedesca, il cui testo in ciascuna di queste lingue fa ugualmente fede ed θ depositato negli archivi del governo d'Irlanda che provvederΰ a rimetterne copia certificata conforme a ciascuno degli altri Stati membri.

Gedaan te Dublin, de vijftiende juni negentienhonderd negentig, in ιιn exemplaar in de Deense, de Duitse, de Engelse, de Spaanse, de Franse, de Griekse, de Ierse, de Italiaanse, de Nederlandse en de Portugese taal, zijnde de teksten in elk van deze talen gelijkelijk authentiek en nedergelegd in het archief van de regering van Ierland, die een voor eensluidend gewaarmerkt afschrift daarvan toezendt aan alle overige lidstaten.

Feito em Dublim, em quinze de Junho de mil novecentos e noventa, num ϊnico exemplar, nas lνnguas alemγ, dinamarquesa, espanhola, francesa, grega, inglesa, irlandesa, italiana, neerlandesa e portuguesa, fazendo fι qualquer dos textos, que serγo depositados nos arquivos do Governo da Irlanda, que enviarα uma cσpia autenticada a cada um dos outros Estados-membros.

Pour Sa Majestι le Roi des Belges

Voor Zijne Majesteit de Koning der Belgen

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

For Hendes Majestζt Danmarks Dronning

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Fόr den Prδsidenten der Bundesrepublik Deutschland

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Για τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Por Su Majestad el Rey de Espaρa

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Pour le Prιsident de la Rιpublique franηaise

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Thar ceann Uachtarαn na hΙireann

For the President of Ireland

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Per il presidente della Repubblica italiana

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Pour Son Altesse Royale le Grand-Duc de Luxembourg

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Voor Hare Majesteit de Koningin der Nederlanden

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Pelo Presidente da Repϊblica Portuguesa

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

For Her Majesty the Queen of the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Top