EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32023R0606

Κανονισμός (ΕΕ) 2023/606 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2023 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 όσον αφορά τις απαιτήσεις που αφορούν τις επενδυτικές πολιτικές και τους όρους λειτουργίας των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων και το πεδίο εφαρμογής των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, τις απαιτήσεις σύνθεσης και διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου, και τον δανεισμό ρευστών διαθεσίμων και άλλους κανόνες για τα κεφάλαια (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

PE/69/2022/REV/1

ΕΕ L 80 της 20.3.2023, p. 1–23 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/606/oj

20.3.2023   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 80/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2023/606 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 15ης Μαρτίου 2023

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 όσον αφορά τις απαιτήσεις που αφορούν τις επενδυτικές πολιτικές και τους όρους λειτουργίας των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων και το πεδίο εφαρμογής των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, τις απαιτήσεις σύνθεσης και διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου, και τον δανεισμό ρευστών διαθεσίμων και άλλους κανόνες για τα κεφάλαια

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), έχουν εγκριθεί λίγα μόνον ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΜΕΚ). Το συνολικό μέγεθος του καθαρού ενεργητικού των εν λόγω κεφαλαίων εκτιμήθηκε το 2021 σε περίπου 2 400 000 000 EUR.

(2)

Τα διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς καταδεικνύουν ότι η ανάπτυξη του τμήματος των ΕΜΕΚ δεν έχει εξελιχθεί όπως αναμενόταν, παρά την εστίαση της Ένωσης στην προώθηση της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης στην Ένωση.

(3)

Ορισμένα χαρακτηριστικά της αγοράς ΕΜΕΚ, συμπεριλαμβανομένου του μικρού αριθμού κεφαλαίων, του μικρού μεγέθους του καθαρού ενεργητικού, του περιορισμένου αριθμού δικαιοδοσιών στις οποίες έχουν έδρα τα ΕΜΕΚ και της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου που είναι προσανατολισμένη προς συγκεκριμένες επιλέξιμες κατηγορίες επενδύσεων, καταδεικνύουν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της εν λόγω αγοράς τόσο σε γεωγραφικό επίπεδο όσο και από πλευράς είδους επένδυσης. Επιπλέον, φαίνεται ότι επικρατεί έλλειψη ενημέρωσης και χρηματοοικονομικών γνώσεων και, ότι, προπαντός, υπάρχει χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό κλάδο, ελλείψεις που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να καταστούν τα ΕΜΕΚ πιο προσιτά και δημοφιλή μεταξύ των ιδιωτών επενδυτών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να επανεξεταστεί η λειτουργία του νομικού πλαισίου για τα ΕΜΕΚ, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι διοχετεύονται περισσότερες επενδύσεις σε επιχειρήσεις που χρειάζονται κεφάλαια και σε μακροπρόθεσμα επενδυτικά έργα.

(4)

Επί του παρόντος, στόχος του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 είναι η διοχέτευση κεφαλαίων σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία της Ένωσης. Κατά συνέπεια, μπορεί η πλειονότητα των περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων των ΕΜΕΚ ή τα βασικά έσοδα ή κέρδη αυτών των περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων να βρίσκονται σε τρίτη χώρα. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε έργα, επιχειρήσεις και υποδομές σε τρίτες χώρες μπορούν επίσης να φέρουν κεφάλαια στα ΕΜΕΚ και να ωφελήσουν την ευρωπαϊκή οικονομία. Τα οφέλη αυτά μπορούν να προκύψουν με πολλαπλούς τρόπους, μεταξύ άλλων, μέσω επενδύσεων που προωθούν την ανάπτυξη παραμεθόριων περιοχών, ενισχύουν την εμπορική, χρηματοοικονομική και τεχνολογική συνεργασία και διευκολύνουν τις επενδύσεις σε περιβαλλοντικά και βιώσιμα ενεργειακά έργα. Πράγματι, ορισμένα μακροπρόθεσμα περιουσιακά στοιχεία και επενδύσεις που ωφελούν την πραγματική οικονομία της Ένωσης θα βρίσκονται αναπόφευκτα σε τρίτες χώρες, όπως τα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών που συνδέουν την Ευρώπη με άλλες ηπείρους, ή η κατασκευή τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου και συναφών υποδομών, ή οι διασυνοριακές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας και υποδομές που συμβάλλουν στην ανθεκτικότητα του ηλεκτρικού δικτύου και στην ενεργειακή ασφάλεια της Ένωσης. Δεδομένου ότι οι επενδύσεις σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών που πληρούν τις προϋποθέσεις και σε επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να αποφέρουν οφέλη στους επενδυτές και τους διαχειριστές ΕΜΕΚ, καθώς και στις οικονομίες, τις υποδομές, την κλιματική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα και τους πολίτες των εν λόγω τρίτων χωρών, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πλειονότητα των περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων των ΕΜΕΚ ή τα βασικά έσοδα ή κέρδη των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων να βρίσκονται σε τρίτη χώρα.

(5)

Επομένως, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι τα ΕΜΕΚ διαθέτουν τη δυνατότητα να διευκολύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, μεταξύ άλλων, στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των κοινωνικών υποδομών και της δημιουργίας θέσεων εργασίας, και να συμβάλουν στην επίτευξη της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να έχει ως στόχο να διευκολύνει τη συγκέντρωση και τη διοχέτευση κεφαλαίων σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων που προωθούν την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και άλλους τομείς προτεραιότητας, και να διασφαλίσει ότι οι ροές κεφαλαίων θα κατευθύνονται σε έργα που θέτουν την οικονομία της Ένωσης σε τροχιά έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης.

(6)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η ευελιξία των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων όσον αφορά τις επενδύσεις σε ευρείες κατηγορίες πραγματικών περιουσιακών στοιχείων. Ως εκ τούτου, τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν κατηγορία επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω πραγματικά περιουσιακά στοιχεία έχουν αξία λόγω της φύσης ή της υπόστασής τους. Τα εν λόγω πραγματικά περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν ακίνητα όπως υποδομές επικοινωνιών, περιβάλλοντος, ενέργειας ή μεταφορών, κοινωνικές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των οίκων ευγηρίας ή των νοσοκομείων, καθώς και υποδομές για την εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική πρόνοια ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μονάδες και άλλα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων της διανοητικής ιδιοκτησίας, σκαφών, εξοπλισμού, μηχανημάτων, αεροσκαφών ή τροχαίου υλικού.

(7)

Οι επενδύσεις σε εμπορικά ακίνητα, σε εγκαταστάσεις ή μονάδες για την εκπαίδευση, τη συμβουλευτική, την έρευνα, την ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένων υποδομών και άλλων περιουσιακών στοιχείων που αποφέρουν οικονομικό ή κοινωνικό όφελος, τον αθλητισμό ή σε κατοικίες, μεταξύ άλλων, σε ηλικιωμένους ή σε κοινωνικές κατοικίες, θα πρέπει επίσης να θεωρούνται επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία λόγω της ικανότητας των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων να συμβάλλουν στους στόχους της έξυπνης, διατηρήσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης. Για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή πραγματικών επενδυτικών στρατηγικών σε τομείς στους οποίους οι άμεσες επενδύσεις σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία δεν είναι δυνατές ή οικονομικά αποδοτικές, οι επιλέξιμες επενδύσεις σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν επενδύσεις σε δικαιώματα για τα ύδατα, τα δάση, τα κτίρια και τα ορυκτά.

(8)

Από τα επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να νοούνται ως εξαιρούμενα έργα τέχνης, χειρόγραφα, αποθέματα οίνου, κοσμήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν αποτελούν καθαυτά μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.

(9)

Είναι αναγκαίο να αυξηθεί η ελκυστικότητα των ΕΜΕΚ για τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και να διευρυνθεί το φάσμα των επενδυτικών στρατηγικών που διατίθενται σε διαχειριστές ΕΜΕΚ, ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενος αδικαιολόγητος περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της επιλεξιμότητας των περιουσιακών στοιχείων και των επενδυτικών δραστηριοτήτων των ΕΜΕΚ. Η επιλεξιμότητα των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων δεν θα πρέπει να εξαρτάται από τη φύση και τους στόχους τους ή από τις δημοσιοποιήσεις και παρόμοιες προϋποθέσεις που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση, οι οποίες καλύπτονται ήδη από τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/2088 (4) και (ΕΕ) 2020/852 (5) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ωστόσο, τα ΕΜΕΚ εξακολουθούν να υπόκεινται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2088 περί γνωστοποιήσεων αειφορίας. Ειδικότερα, όταν τα ΕΜΕΚ προωθούν περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά ή έχουν ως στόχο τους αειφόρες επενδύσεις, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις γνωστοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 8 ή στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088, κατά περίπτωση, το καθένα από τα οποία περιέχει λεπτομερείς απαιτήσεις διαφάνειας για τις προσυμβατικές δημοσιοποιήσεις τους.

(10)

Προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ροές ιδιωτικών κεφαλαίων προς πιο περιβαλλοντικά βιώσιμες επενδύσεις, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα ΕΜΕΚ είναι επίσης σε θέση να επενδύουν σε πράσινα ομόλογα. Ταυτόχρονα, θα πρέπει επίσης να διασφαλιστεί ότι τα ΕΜΕΚ θα στοχεύουν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις και ότι θα τηρούνται οι απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 σχετικά με τα επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία. Για τον λόγο αυτό, τα πράσινα ομόλογα που συμμορφώνονται με τις εν λόγω απαιτήσεις επιλεξιμότητας και εκδίδονται σύμφωνα με κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα θα πρέπει να περιλαμβάνονται ρητά στον κατάλογο των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων.

(11)

Προκειμένου να βελτιωθεί η πρόσβαση των επενδυτών σε πιο επικαιροποιημένες και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με την αγορά ΕΜΕΚ, είναι απαραίτητο να αυξηθεί ο βαθμός λεπτομέρειας και η επικαιρότητα του κεντρικού δημόσιου μητρώου που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760. Ως εκ τούτου, το εν λόγω μητρώο θα πρέπει να περιλαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες πέραν των πληροφοριών που περιλαμβάνει ήδη και, κατά περίπτωση, του ταυτοποιητή νομικής οντότητας (LEI) και του εθνικού κωδικού αναγνώρισης του ΕΜΕΚ, του ονόματος, της διεύθυνσης και του κωδικού LEI του διαχειριστή του ΕΜΕΚ, των διεθνών αριθμών αναγνώρισης τίτλων (κωδικός ISIN) του ΕΜΕΚ και κάθε χωριστής κατηγορίας μονάδων ή μετοχών, της αρμόδιας αρχής του ΕΜΕΚ και του κράτους μέλους καταγωγής του ΕΜΕΚ, του κράτους μέλους στο οποίο προωθείται εμπορικά το ΕΜΕΚ, αν το ΕΜΕΚ μπορεί να προωθεί εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές ή μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές, της ημερομηνίας χορήγησης της άδειας του ΕΜΕΚ και της ημερομηνίας έναρξης της εμπορικής προώθησης του ΕΜΕΚ.

(12)

Οι επενδύσεις από ΕΜΕΚ μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω της συμμετοχής ενδιάμεσων οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των φορέων ειδικού σκοπού και των φορέων τιτλοποίησης ή συγκέντρωσης ή των εταιρειών συμμετοχών. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί επί του παρόντος να πραγματοποιούνται επενδύσεις σε μετοχικούς τίτλους ή οιονεί μετοχικούς τίτλους της εταιρείας χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις μόνον όταν οι εν λόγω εταιρείες είναι κατά πλειοψηφία θυγατρικές, γεγονός που περιορίζει σημαντικά το εύρος της βάσης επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων. Ως εκ τούτου, τα ΕΜΕΚ θα πρέπει, σε γενικές γραμμές, να έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν μειοψηφικές συνεπενδύσεις σε επενδυτικές ευκαιρίες. Η δυνατότητα αυτή αναμένεται να παράσχει στα ΕΜΕΚ πρόσθετη ευελιξία κατά την εφαρμογή των επενδυτικών στρατηγικών τους, να προσελκύσει περισσότερους φορείς προώθησης επενδυτικών έργων και να αυξήσει το φάσμα των πιθανών επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων-στόχων, τα οποία είναι όλα απαραίτητα για την εφαρμογή των στρατηγικών έμμεσων επενδύσεων.

(13)

Λόγω των προβληματισμών ότι οι στρατηγικές αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύουν σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια ενδέχεται να οδηγήσουν σε επενδύσεις που δεν θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 περιλαμβάνει επί του παρόντος περιορισμούς στις επενδύσεις σε άλλα κεφάλαια καθ’ όλη τη διάρκεια ενός ΕΜΕΚ. Ωστόσο, οι στρατηγικές αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύουν σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια αποτελούν έναν κοινό και πολύ αποτελεσματικό τρόπο για την ταχεία έκθεση σε μη ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως όσον αφορά τα ακίνητα και στο πλαίσιο πλήρως καταβεβλημένων κεφαλαιακών δομών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να παρέχεται στα ΕΜΕΚ η δυνατότητα να επενδύουν σε άλλα κεφάλαια, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να εξασφαλίσουν ταχύτερη ανάπτυξη κεφαλαίου. Η διευκόλυνση των επενδύσεων σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια από ΕΜΕΚ θα επιτρέπει επίσης την επανεπένδυση του πλεονάσματος ρευστών διαθεσίμων σε κεφάλαια, δεδομένου ότι διαφορετικές επενδύσεις με διακριτές ληκτότητες ενδέχεται να μειώσουν την ταμειακή επιβάρυνση του ΕΜΕΚ. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διευρυνθεί η επιλεξιμότητα των στρατηγικών επενδύσεων σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια για τους διαχειριστές ΕΜΕΚ πέραν των επενδύσεων σε ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (EuVECA) ή σε ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (EuSEF). Οι κατηγορίες των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στους οποίους μπορούν να επενδύουν τα ΕΜΕΚ θα πρέπει, ως εκ τούτου, να επεκταθεί για να συμπεριλάβει τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) καθώς και τους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων της ΕΕ (ΟΕΕ της ΕΕ) τους οποίους διαχειρίζονται διαχειριστές ΟΕΕ της ΕΕ. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των επενδυτών, είναι επίσης αναγκαίο να προβλέπεται ότι, όταν ένα ΕΜΕΚ επενδύει σε άλλα ΕΜΕΚ, σε EuVECA, σε EuSEF, σε ΟΣΕΚΑ ή σε ΟΕΕ της ΕΕ των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται από ΔΟΕΕ της ΕΕ, οι εν λόγω οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων θα πρέπει επίσης να επενδύουν σε επιλέξιμες επενδύσεις και να μην έχουν επενδύσει οι ίδιοι πάνω από το 10 % του κεφαλαίου τους σε κανένα άλλο οργανισμό συλλογικών επενδύσεων. Προκειμένου να αποφευχθεί η καταστρατήγηση των εν λόγω κανόνων και να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των ΕΜΕΚ σε συνολική βάση χαρτοφυλακίου με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760, τα περιουσιακά στοιχεία και η θέση δανεισμού σε μετρητά των ΕΜΕΚ θα πρέπει να συνδυάζονται με εκείνα των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στους οποίους έχουν επενδύσει τα ΕΜΕΚ, προκειμένου να αξιολογείται η συμμόρφωση των ΕΜΕΚ με τις απαιτήσεις σύνθεσης και διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου, καθώς και με τα όρια δανεισμού.

(14)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί τα επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία να έχουν αξία τουλάχιστον 10 000 000 EUR, όταν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία είναι επιμέρους πραγματικά περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, τα χαρτοφυλάκια πραγματικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούνται συχνά από πλήθος επιμέρους πραγματικών περιουσιακών στοιχείων αξίας σημαντικά μικρότερης των 10 000 000 EUR. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να καταργηθεί η απαίτηση για ελάχιστη αξία των επιμέρους πραγματικών περιουσιακών στοιχείων. Αναμένεται ότι η κατάργηση της εν λόγω περιττής απαίτησης θα συμβάλει στη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων και θα τονώσει την πραγματοποίηση αποτελεσματικότερων επενδύσεων σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία από τα ΕΜΕΚ, ενώ παράλληλα θα επιτρέψει τη συνεκτίμηση των διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης μακροπρόθεσμων επενδυτικών μέσων στα κράτη μέλη.

(15)

Είναι αναγκαίο να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων και να προωθηθούν οι επενδύσεις των ΕΜΕΚ σε τιτλοποιημένα περιουσιακά στοιχεία. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία αποτελούνται από μακροπρόθεσμα ανοίγματα, τα επιλέξιμα επενδυτικά στοιχεία θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Τα εν λόγω μακροπρόθεσμα ανοίγματα περιλαμβάνουν τιτλοποιήσεις στεγαστικών δανείων που εξασφαλίζονται με μία ή περισσότερες υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία (χρεόγραφα εξασφαλισμένα με περιουσιακά στοιχεία), εμπορικά δάνεια που εξασφαλίζονται με μία ή περισσότερες υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων, εταιρικά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των δανείων που χορηγούνται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, και εμπορικές απαιτήσεις ή άλλα υποκείμενα ανοίγματα που η μεταβιβάζουσα οντότητα θεωρεί ότι αποτελούν διακριτό είδος περιουσιακού στοιχείου, υπό την προϋπόθεση ότι τα έσοδα από την τιτλοποίηση αυτών των εμπορικών απαιτήσεων ή άλλων υποκείμενων ανοιγμάτων χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση ή την αναχρηματοδότηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων.

(16)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 εμποδίζει τις επενδύσεις ΕΜΕΚ σε πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων, ασφαλιστικές επιχειρήσεις και άλλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, καινοτόμες πρόσφατα αδειοδοτημένες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, όπως οι εταιρείες χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας, θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ψηφιακής καινοτομίας, της συνολικής αποδοτικότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας και στη συμβολή στην ανθεκτικότητα και τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών υποδομών της Ένωσης και της ένωσης των κεφαλαιαγορών. Αυτές οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν, αναπτύσσουν ή προσφέρουν καινοτόμα προϊόντα ή τεχνολογίες που αποσκοπούν στην αυτοματοποίηση ή τη βελτίωση των υφιστάμενων επιχειρηματικών μοντέλων, διαδικασιών, εφαρμογών και προϊόντων, ή οδηγούν σε νέα, ωφελώντας με αυτόν τον τρόπο, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις ή καταναλωτές της Ένωσης. Οι εν λόγω χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξάνουν επίσης την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των ειδικών ρυθμιστικών, εποπτικών ή ελεγκτικών διαδικασιών ή εκσυγχρονίζουν τις ρυθμιστικές, εποπτικές ή ελεγκτικές λειτουργίες συμμόρφωσης σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ή μη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Για τον λόγο αυτό, είναι επιθυμητή η τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 με σκοπό να επιτραπεί στα ΕΜΕΚ να επενδύουν σε καινοτόμες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει πρόσφατα άδεια λειτουργίας. Δεδομένου ότι ο τομέας είναι δυναμικός και ταχέως εξελισσόμενος, θα πρέπει να επιτρέπεται στα ΕΜΕΚ να επενδύουν σε χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις που δεν είναι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μεικτές εταιρείες συμμετοχών και οι οποίες είναι ρυθμιζόμενες οντότητες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωριστεί πιο πρόσφατα από πέντε έτη πριν από την ημερομηνία της αρχικής επένδυσης.

(17)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί επί του παρόντος από τις εταιρείες χαρτοφυλακίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, όταν οι εν λόγω εταιρείες που πληρούν τις προϋποθέσεις έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, να έχουν χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση έως 500 000 000 EUR κατ’ ανώτατο όριο. Ωστόσο, πολλές εισηγμένες εταιρείες με χαμηλή χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση έχουν περιορισμένη ρευστότητα, γεγονός που εμποδίζει τους διαχειριστές ΕΜΕΚ να δημιουργήσουν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, επαρκή θέση στις εν λόγω εισηγμένες εταιρείες, με αποτέλεσμα να περιορίζεται το φάσμα των διαθέσιμων επενδυτικών στόχων. Προκειμένου τα ΕΜΕΚ να διαθέτουν καλύτερο προφίλ ρευστότητας, η χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση των εισηγμένων εταιρειών χαρτοφυλακίου που πληρούν τις προϋποθέσεις στις οποίες μπορούν να επενδύουν τα ΕΜΕΚ θα πρέπει, συνεπώς, να αυξηθεί από 500 000 000 EUR κατ’ ανώτατο όριο σε 1 500 000 000 EUR κατ’ ανώτατο όριο. Για να αποφευχθούν πιθανές αλλαγές στην επιλεξιμότητα των εν λόγω επενδύσεων λόγω συναλλαγματικών διακυμάνσεων ή άλλων παραγόντων, το όριο χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης θα πρέπει να προσδιορίζεται μόνο κατά τον χρόνο της αρχικής επένδυσης.

(18)

Για να διασφαλιστούν η διαφάνεια και η ακεραιότητα των επενδύσεων σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε τρίτες χώρες για τους επενδυτές, τους διαχειριστές ΕΜΕΚ και τις αρμόδιες αρχές, οι απαιτήσεις όσον αφορά τις επενδύσεις σε εταιρείες χαρτοφυλακίου τρίτων χωρών που πληρούν τις προϋποθέσεις θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τα πρότυπα που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Θα πρέπει επίσης να ευθυγραμμιστούν με τα πρότυπα που καθορίζονται στην κοινή δράση των κρατών μελών όσον αφορά τις μη συνεργάσιμες περιοχές φορολογικής δικαιοδοσίας, τα οποία αντικατοπτρίζονται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας.

(19)

Διαχειριστές ΕΜΕΚ που κατέχουν μετοχές σε εταιρεία χαρτοφυλακίου, ενδέχεται να θέτουν τα συμφέροντά τους πάνω από τα συμφέροντα των επενδυτών του ΕΜΕΚ. Για να αποφευχθούν αυτές οι συγκρούσεις συμφερόντων και για να εξασφαλίζεται υγιής εταιρική διακυβέρνηση, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 ορίζει ότι το ΕΜΕΚ επενδύει μόνο σε περιουσιακά στοιχεία που δεν σχετίζονται με τον διαχειριστή του ΕΜΕΚ, εκτός αν το ΕΜΕΚ επενδύει σε μερίδια ή μετοχές που ανήκουν σε άλλους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που διαχειρίζεται ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ. Αποτελεί, ωστόσο, καθιερωμένη πρακτική της αγοράς ένας ή περισσότεροι επενδυτικοί φορείς του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων να συνεπενδύουν παράλληλα σε άλλο κεφάλαιο που έχει παρόμοιο στόχο και στρατηγική με το ΕΜΕΚ. Οι εν λόγω συνεπενδύσεις από τον διαχειριστή ΟΕΕ και άλλες συνδεδεμένες οντότητες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο καθιστούν εφικτή την προσέλκυση μεγαλύτερων συγκεντρώσεων κεφαλαίων για επενδύσεις σε έργα μεγάλης κλίμακας. Για τον σκοπό αυτόν, οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων επενδύουν, κατά κανόνα, παράλληλα με το ΕΜΕΚ σε οντότητα-στόχο και διαρθρώνουν τις επενδύσεις τους μέσω μηχανισμών συνεπένδυσης. Στο πλαίσιο της εντολής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, οι διαχειριστές χαρτοφυλακίων και τα ανώτερα στελέχη των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων συνήθως απαιτείται ή αναμένεται να συνεπενδύουν στο ίδιο κεφάλαιο που διαχειρίζονται. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων δεν θα πρέπει να εμποδίζουν έναν διαχειριστή ΕΜΕΚ ή μια εταιρεία που ανήκει στον εν λόγω όμιλο να συνεπενδύει στο εν λόγω ΕΜΕΚ ή να επενδύει από κοινού με το εν λόγω ΕΜΕΚ στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ύπαρξη αποτελεσματικών διασφαλίσεων για την προστασία των επενδυτών, όταν πραγματοποιούνται τέτοιες συνεπενδύσεις, οι διαχειριστές ΕΜΕΚ θα πρέπει να θεσπίζουν οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), σχεδιασμένες για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων και για να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω συγκρούσεις συμφερόντων δημοσιοποιούνται επαρκώς.

(20)

Για την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων, την αποφυγή συναλλαγών που δεν πραγματοποιούνται με εμπορικούς όρους και τη διασφάλιση χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 δεν επιτρέπει στο προσωπικό του διαχειριστή ΕΜΕΚ και των εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τον διαχειριστή ΕΜΕΚ να επενδύει στο εν λόγω ΕΜΕΚ ή να συνεπενδύει από κοινού με το ΕΜΕΚ στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο. Ωστόσο, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική της αγοράς το προσωπικό του διαχειριστή ΕΜΕΚ και άλλων συνδεδεμένων οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, o οποίος όμιλος συνεπενδύει από κοινού με τον διαχειριστή του ΕΜΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των διαχειριστών χαρτοφυλακίου και του ανώτερου προσωπικού που είναι υπεύθυνο για τις βασικές οικονομικές και επιχειρησιακές αποφάσεις του διαχειριστή του ΕΜΕΚ, να απαιτείται συχνά ή να αναμένεται λόγω της φύσης της εντολής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων να συνεπενδύει στο ίδιο κεφάλαιο ή στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο προκειμένου να προωθείται η εναρμόνιση των οικονομικών κινήτρων του εν λόγω προσωπικού και των επενδυτών. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων δεν θα πρέπει να εμποδίζουν το προσωπικό του διαχειριστή ΕΜΕΚ ή της εταιρείας που ανήκει στον εν λόγω όμιλο να συνεπενδύει υπό την προσωπική του ιδιότητα στο εν λόγω ΕΜΕΚ και να επενδύει από κοινού με το ΕΜΕΚ στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ύπαρξη αποτελεσματικών διασφαλίσεων για την προστασία των επενδυτών, όταν πραγματοποιούνται τέτοιες συνεπενδύσεις από το προσωπικό, οι διαχειριστές ΕΜΕΚ θα πρέπει να θεσπίζουν οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις σχεδιασμένες για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων και να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω συγκρούσεις συμφερόντων δημοσιοποιούνται επαρκώς.

(21)

Οι κανόνες για τα ΕΜΕΚ είναι σχεδόν πανομοιότυποι για τους επαγγελματίες και τους ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με τη χρήση της μόχλευσης, τη διαφοροποίηση των περιουσιακών στοιχείων και τη σύνθεση των χαρτοφυλακίων, τα όρια συγκέντρωσης και τα όρια για τα επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία και τις επενδύσεις. Ωστόσο, οι επαγγελματίες και οι ιδιώτες επενδυτές έχουν διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες, ανοχή κινδύνου και επενδυτικές ανάγκες καθώς και διαφορετικές ικανότητες για την ανάλυση των επενδυτικών ευκαιριών. Οι επαγγελματίες επενδυτές διαθέτουν όντως μεγαλύτερη ανοχή κινδύνου σε σχέση με τους ιδιώτες επενδυτές, διαθέτουν ικανότητα να πραγματοποιούν διεξοδικές αναλύσεις των επενδυτικών δυνατοτήτων και δέουσα επιμέλεια επί των περιουσιακών στοιχείων και της αποτίμησής τους, και μπορεί να έχουν, λόγω της φύσης και των δραστηριοτήτων τους, διαφορετικούς στόχους απόδοσης σε σύγκριση με τους ιδιώτες επενδυτές. Παρά το γεγονός αυτό και λόγω των σχεδόν πανομοιότυπων κανόνων και της συνακόλουθης υψηλής διοικητικής επιβάρυνσης και του συναφούς κόστους για τα ΕΜΕΚ που προορίζονται για επαγγελματίες επενδυτές, οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων έχουν επιδείξει απροθυμία να προσφέρουν εξατομικευμένα προϊόντα στους επαγγελματίες επενδυτές. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες για τα ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές, ειδικότερα όσον αφορά τη διαφοροποίηση και τη σύνθεση του σχετικού χαρτοφυλακίου, τα όρια συγκέντρωσης και τον δανεισμό ρευστών διαθεσίμων.

(22)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί από τα ΕΜΕΚ να επενδύουν τουλάχιστον το 70 % του κεφαλαίου τους σε επιλέξιμα επενδυτικά στοιχεία ενεργητικού. Αυτό το υψηλό επενδυτικό όριο για τα επιλέξιμα επενδυτικά στοιχεία ενεργητικού στα χαρτοφυλάκια των ΕΜΕΚ θεσπίστηκε αρχικά λόγω της επικέντρωσης των ΕΜΕΚ στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και της αναμενόμενης συμβολής των εν λόγω επενδύσεων στη χρηματοδότηση της βιώσιμης ανάπτυξης της οικονομίας της Ένωσης. Ωστόσο, δεδομένης της έλλειψης ρευστότητας και της ιδιοσυγκρασιακής φύσης ορισμένων επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο των χαρτοφυλακίων ΕΜΕΚ, ενδέχεται να αποδειχθούν δύσκολες και δαπανηρές για τους διαχειριστές ΕΜΕΚ η διαχείριση της ρευστότητας των ΕΜΕΚ, η ικανοποίηση αιτημάτων εξαγοράς, η σύναψη συμφωνιών δανεισμού και η εκτέλεση άλλων στοιχείων των επενδυτικών στρατηγικών των ΕΜΕΚ που αφορούν τη μεταβίβαση, την αποτίμηση και την ενεχυρίαση των εν λόγω επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων. Η μείωση του ορίου των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων θα επιτρέψει κατά συνέπεια στους διαχειριστές ΕΜΕΚ να διαχειρίζονται καλύτερα τη ρευστότητα των ΕΜΕΚ. Μόνο επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία ΕΜΕΚ που δεν είναι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων, και επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στους οποίους έχουν επενδύσει τα ΕΜΕΚ θα πρέπει να συνδυάζονται για τους σκοπούς της αξιολόγησης της συμμόρφωσης των εν λόγω ΕΜΕΚ με το επενδυτικό όριο για τα επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία.

(23)

Οι ισχύουσες απαιτήσεις διαφοροποίησης του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 θεσπίστηκαν με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα ΕΜΕΚ μπορούν να αντεπεξέλθουν σε αντίξοες συνθήκες της αγοράς. Ωστόσο, οι εν λόγω διατάξεις έχουν αποδειχθεί υπερβολικά επαχθείς, διότι στην πράξη σημαίνουν ότι τα ΕΜΕΚ υποχρεούνται, κατά μέσο όρο, να πραγματοποιήσουν 10 διακριτές επενδύσεις. Όσον αφορά τις επενδύσεις σε έργα ή υποδομές μεγάλης κλίμακας, η απαίτηση για την πραγματοποίηση 10 επενδύσεων ανά ΕΜΕΚ μπορεί να είναι δύσκολο να επιτευχθεί και να είναι δαπανηρή όσον αφορά το κόστος συναλλαγής και την κατανομή κεφαλαίων. Για να μειωθεί το κόστος συναλλαγής και οι διοικητικές δαπάνες των ΕΜΕΚ και, τελικά, των επενδυτών τους, τα ΕΜΕΚ θα πρέπει, συνεπώς, να είναι σε θέση να ακολουθούν πιο συγκεντρωμένες επενδυτικές στρατηγικές και, ως εκ τούτου, να έχουν ανοίγματα σε λιγότερα επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να προσαρμοστούν οι απαιτήσεις διαφοροποίησης για τα ανοίγματα των ΕΜΕΚ σε μεμονωμένες εταιρείες χαρτοφυλακίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, σε μεμονωμένα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και σε ορισμένα άλλα επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία, συμβάσεις και χρηματοπιστωτικά μέσα. Αυτή η πρόσθετη ευελιξία στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου των ΕΜΕΚ και η μείωση των απαιτήσεων διαφοροποίησης δεν θα πρέπει να επηρεάζουν σημαντικά την ικανότητα των ΕΜΕΚ να αντεπεξέρχονται στη μεταβλητότητα της αγοράς, δεδομένου ότι τα ΕΜΕΚ επενδύουν κατά κανόνα σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν έχουν άμεσα διαθέσιμη τιμή στην αγορά, ενδέχεται να είναι σε μεγάλο βαθμό μη ρευστοποιήσιμα και συχνά έχουν μακροπρόθεσμη ληκτότητα ή μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.

(24)

Σε αντίθεση με τους ιδιώτες επενδυτές, οι επαγγελματίες επενδυτές έχουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, διακριτούς στόχους οικονομικών αποδόσεων, μεγαλύτερη εμπειρογνωσία, μεγαλύτερη ανοχή κινδύνου σε δυσμενείς συνθήκες της αγοράς και μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης ζημιών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί για τους εν λόγω επαγγελματίες επενδυτές ένα διαφοροποιημένο σύνολο μέτρων προστασίας των επενδυτών και να καταργηθούν οι απαιτήσεις διαφοροποίησης για τα ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές.

(25)

Προκειμένου να αξιοποιηθεί καλύτερα η εμπειρογνωσία των διαχειριστών ΕΜΕΚ και λόγω των οφελών διαφοροποίησης, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι επωφελές για τα ΕΜΕΚ να επενδύουν όλα ή σχεδόν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στο διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο του κύριου ΕΜΕΚ. Συνεπώς, τα ΕΜΕΚ θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και να χρησιμοποιούν δομές κύριου-τροφοδοτικού επενδύοντας σε κύρια ΕΜΕΚ.

(26)

Η μόχλευση χρησιμοποιείται συχνά ώστε να καθίσταται δυνατή η καθημερινή λειτουργία ενός ΕΜΕΚ και να υλοποιείται συγκεκριμένη επενδυτική στρατηγική. Τα λελογισμένα ποσά μόχλευσης μπορούν, όταν ελέγχονται επαρκώς, να ενισχύσουν τις αποδόσεις χωρίς να ενέχουν ή να επιδεινώνουν υπερβολικούς κινδύνους. Επιπλέον, η μόχλευση μπορεί συχνά να χρησιμοποιείται από διάφορους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων για την επίτευξη πρόσθετων αποδόσεων ή επιχειρησιακών αποτελεσμάτων. Δεδομένου ότι, στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760, το όριο δανεισμού ρευστών διαθεσίμων περιορίζεται επί του παρόντος στο 30 % της αξίας του κεφαλαίου των ΕΜΕΚ, οι διαχειριστές ΕΜΕΚ ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εφαρμόσουν επιτυχώς ορισμένες επενδυτικές στρατηγικές, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση επενδύσεων σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, όπου η χρήση υψηλότερων επιπέδων μόχλευσης αποτελεί κανόνα του κλάδου ή απαιτείται με άλλον τρόπο για την επίτευξη ελκυστικών προσαρμοσμένων βάσει κινδύνου αποδόσεων. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να αυξηθεί η ευελιξία των διαχειριστών ΕΜΕΚ για την άντληση περαιτέρω κεφαλαίων κατά τη διάρκεια του ΕΜΕΚ. Ταυτόχρονα, είναι επιθυμητό να ενισχυθεί η διαχείριση της μόχλευσης και να προωθηθεί η ενίσχυση της συνοχής με την οδηγία 2011/61/ΕΕ όσον αφορά την πολιτική δανεισμού, με την αντικατάσταση του κεφαλαίου, ως του κατάλληλου σημείου αναφοράς για τον καθορισμό του ορίου δανεισμού ρευστών διαθεσίμων, με την καθαρή αξία ενεργητικού και με την παράλληλη βελτίωση της πολιτικής διόρθωσης. Δεδομένων των πιθανών κινδύνων που μπορεί να ενέχει η μόχλευση, θα πρέπει να επιτρέπεται στα ΕΜΕΚ που μπορούν να προωθούνται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές να δανείζονται ρευστά διαθέσιμα ύψους που δεν θα υπερβαίνει το 50 % της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΕΜΕΚ. Το όριο του 50 % είναι κατάλληλο δεδομένου του κοινού συνολικού ορίου δανεισμού ρευστών διαθεσίμων για κεφάλαια που επενδύουν σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία με παρόμοιο προφίλ ρευστότητας και εξαγοράς.

Ωστόσο, όσον αφορά τα ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά σε επαγγελματίες επενδυτές, θα πρέπει να επιτρέπεται υψηλότερο όριο μόχλευσης, διότι οι επαγγελματίες επενδυτές διαθέτουν μεγαλύτερη ανοχή κινδύνου σε σχέση με τους ιδιώτες επενδυτές. Ως εκ τούτου, το όριο δανεισμού ρευστών διαθεσίμων για ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές θα πρέπει να επεκταθεί στο 100 % της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΕΜΕΚ. Επιπλέον, μέχρι στιγμής, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 δεν παρέχει στον διαχειριστή ενός ΕΜΕΚ τη δυνατότητα διόρθωσης της επενδυτικής θέσης, εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος, σε περιπτώσεις στις οποίες το ΕΜΕΚ παραβαίνει το όριο μόχλευσης και η παράβαση εκφεύγει του ελέγχου του διαχειριστή του ΕΜΕΚ. Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της μεταβλητότητας της καθαρής αξίας ενεργητικού ως τιμής αναφοράς και των συμφερόντων των επενδυτών στο ΕΜΕΚ, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τη διόρθωση που περιέχει ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 εφαρμόζονται και στα όρια δανεισμού.

(27)

Προκειμένου να παρέχονται στα ΕΜΕΚ ευρύτερες επενδυτικές ευκαιρίες, τα ΕΜΕΚ θα πρέπει να είναι σε θέση να δανείζονται στο νόμισμα στο οποίο αναμένει να αποκτήσει το περιουσιακό στοιχείο ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να μετριαστεί ο κίνδυνος νομισματικών αναντιστοιχιών και, ως εκ τούτου, να περιοριστεί ο συναλλαγματικός κίνδυνος για το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων. Συνεπώς, τα ΕΜΕΚ θα πρέπει να αντισταθμίζουν επαρκώς το συναλλαγματικό τους άνοιγμα.

(28)

Τα ΕΜΕΚ θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβαρύνουν τα περιουσιακά στοιχεία τους για την εφαρμογή της στρατηγικής δανεισμού τους. Για να αυξηθεί περαιτέρω η ευελιξία των ΕΜΕΚ όσον αφορά την εκτέλεση της στρατηγικής δανεισμού τους, οι συμφωνίες δανεισμού δεν θα πρέπει να συνιστούν δανεισμό όταν ο εν λόγω δανεισμός καλύπτεται πλήρως από τις κεφαλαιακές δεσμεύσεις των επενδυτών.

(29)

Δεδομένης της αύξησης των ανώτατων ορίων δανεισμού ρευστών διαθεσίμων από ΕΜΕΚ και της άρσης ορισμένων περιορισμών όσον αφορά τον δανεισμό ρευστών διαθεσίμων σε ξένο νόμισμα, οι επενδυτές θα πρέπει να διαθέτουν πληρέστερες πληροφορίες σχετικά με τις στρατηγικές δανεισμού και τα όρια που χρησιμοποιούν τα ΕΜΕΚ. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τους διαχειριστές ΕΜΕΚ να δημοσιοποιούν ρητά στο ενημερωτικό δελτίο του οικείου ΕΜΕΚ τα όρια δανεισμού.

(30)

Επί του παρόντος, το άρθρο 18 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 ορίζει ότι οι επενδυτές μπορούν να ζητήσουν την εκκαθάριση του εν λόγω ΕΜΕΚ, όταν τα αιτήματα εξαγοράς τους που υποβλήθηκαν σύμφωνα με την πολιτική εξαγορών του ΕΜΕΚ δεν ικανοποιηθούν μέσα σε ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκαν τα εν λόγω αιτήματα. Δεδομένου του μακροπρόθεσμου προσανατολισμού των ΕΜΕΚ και του συχνά ιδιοσυγκρατικού και μη ρευστοποιήσιμου προφίλ ενεργητικού των χαρτοφυλακίων ΕΜΕΚ, το δικαίωμα κάθε επενδυτή ή ομάδας επενδυτών να ζητήσει την εκκαθάριση του ΕΜΕΚ μπορεί να είναι δυσανάλογο και επιζήμιο για την επιτυχή εκτέλεση της επενδυτικής στρατηγικής του ΕΜΕΚ και για τα συμφέροντα άλλων επενδυτών ή ομάδων επενδυτών. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να καταργηθεί η δυνατότητα των επενδυτών να ζητούν την εκκαθάριση ενός ΕΜΕΚ όταν το ΕΜΕΚ δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει αιτήματα εξαγοράς.

(31)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 δεν είναι σαφής όσον αφορά τα κριτήρια για την εκτίμηση του ποσοστού εξόφλησης σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο, καθώς και όσον αφορά τις ελάχιστες πληροφορίες που θα πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές σχετικά με τη δυνατότητα εξαγορών. Δεδομένου του κεντρικού ρόλου της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) στην εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 και της εμπειρογνωσίας της σχετικά με τις κινητές αξίες και τις αγορές κινητών αξιών, είναι σκόπιμο να ανατεθεί στην ΕΑΚΑΑ η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία θα διευκρινίζουν τις περιστάσεις υπό τις οποίες η διάρκεια ενός ΕΜΕΚ θεωρείται συμβατή με τους κύκλους ζωής κάθε επιμέρους περιουσιακού στοιχείου του ΕΜΕΚ· τα κριτήρια για τον καθορισμό της ελάχιστης περιόδου διακράτησης· τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ· τις απαιτήσεις που πρέπει να πληροί το ΕΜΕΚ όσον αφορά την πολιτική εξαγοράς που εφαρμόζει και τα εργαλεία διαχείρισης ρευστότητας που διαθέτει· και τα κριτήρια για την αξιολόγηση του ποσοστού εξαγοράς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα ενός ΕΜΕΚ προβλέπουν τη δυνατότητα εξαγορών κατά τη διάρκεια του εν λόγω ΕΜΕΚ, εφαρμόζονται οι διατάξεις σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας και τα εργαλεία διαχείρισης ρευστότητας που ορίζονται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ.

(32)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 ορίζει ότι ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα ενός ΕΜΕΚ δεν αποκλείουν τη δυνατότητα να εισάγονται τα μερίδια ή οι μετοχές του ΕΜΕΚ προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης. Παρά τη δυνατότητα αυτήν, οι διαχειριστές ΕΜΕΚ και οι επενδυτές και οι συμμετέχοντες στην αγορά δεν χρησιμοποίησαν σχεδόν καθόλου τον μηχανισμό διαπραγμάτευσης σε δευτερογενή αγορά για τη διαπραγμάτευση μεριδίων ή μετοχών ΕΜΕΚ. Για την προώθηση της διαπραγμάτευσης των μεριδίων ή μετοχών ΕΜΕΚ σε δευτερογενή αγορά, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στους διαχειριστές ΕΜΕΚ να θεσπίσουν τη δυνατότητα πρόωρης αποχώρησης των επενδυτών ΕΜΕΚ, κατά τη διάρκεια του ΕΜΕΚ. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού διαπραγμάτευσης σε δευτερογενή αγορά, η πρόωρη αποχώρηση θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον όταν ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ έχει θεσπίσει πολιτική αντιστοίχισης υποψήφιων επενδυτών και αιτημάτων αποχώρησης. Η εν λόγω πολιτική θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζει τη διαδικασία μεταβίβασης, τον ρόλο του διαχειριστή ΕΜΕΚ και του φορέα διοίκησης του ΕΜΕΚ, την περιοδικότητα και τη διάρκεια του χρονικού πλαισίου ρευστότητας εντός της οποίας θα μπορούν να ανταλλαγούν τα μερίδια ή οι μετοχές του ΕΜΕΚ, τους κανόνες που καθορίζουν την τιμή εκτέλεσης, τους όρους της ποσόστωσης, τις απαιτήσεις γνωστοποίησης, τις προμήθειες, τις δαπάνες και τις επιβαρύνσεις και άλλους όρους που σχετίζονται με τον εν λόγω μηχανισμό του παραθύρου χορήγησης ρευστότητας. Θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΚΑΑ η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία να διευκρινίζουν τις περιστάσεις για τη χρήση αντιστοίχισης, περιλαμβάνοντας τις πληροφορίες που τα ΕΜΕΚ απαιτείται να γνωστοποιούν στους επενδυτές.

(33)

Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο παρερμηνείας από πλευράς ιδιωτών επενδυτών όσον αφορά τη νομική φύση και τη δυνητική ρευστότητα που επιτρέπεται από τον μηχανισμό δευτερογενούς διαπραγμάτευσης, ο διανομέας ή, σε περίπτωση απευθείας προσφοράς ή διάθεσης μεριδίων ή μετοχών ενός ΕΜΕΚ σε ιδιώτη επενδυτή, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ θα πρέπει να εκδίδει σαφή γραπτή προειδοποίηση προς τους ιδιώτες επενδυτές ότι η διαθεσιμότητα ενός μηχανισμού αντιστοίχισης δεν εγγυάται την αντιστοίχιση ούτε δίνει το δικαίωμα στους ιδιώτες επενδυτές να αποχωρούν ή να εξαγοράζουν τα μερίδια ή τις μετοχές τους στο σχετικό ΕΜΕΚ. Η εν λόγω γραπτή προειδοποίηση θα πρέπει να αποτελεί μέρος ενιαίας γραπτής προειδοποίησης που ενημερώνει επίσης τους ιδιώτες επενδυτές ότι το προϊόν ΕΜΕΚ ενδέχεται να μην είναι κατάλληλο για ιδιώτες επενδυτές που δεν είναι σε θέση να διατηρήσουν αυτήν τη μακροπρόθεσμη και μη ρευστοποιήσιμη δέσμευση, όταν η διάρκεια ενός ΕΜΕΚ που προσφέρεται ή διατίθεται σε ιδιώτες επενδυτές υπερβαίνει τα 10 έτη. Όταν παρουσιάζεται σε διαφημιστικές ανακοινώσεις προς ιδιώτες επενδυτές, η διαθεσιμότητα ενός μηχανισμού αντιστοίχισης δεν θα πρέπει να προωθείται ως εργαλείο που εγγυάται τη ρευστότητα άπαξ και υποβληθεί αίτημα.

(34)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 ορίζει ότι τα ΕΜΕΚ εκδίδουν αναλυτικό χρονοδιάγραμμα για την ορθή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων τους, προκειμένου να εξαγοράσουν μερίδια ή μετοχές επενδυτών μετά τη λήξη του ΕΜΕΚ. Ο εν λόγω κανονισμός υποχρεώνει επίσης τα ΕΜΕΚ να κοινοποιούν το εν λόγω αναλυτικό χρονοδιάγραμμα στην αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ. Οι απαιτήσεις αυτές επιβάλλουν στους διαχειριστές των ΕΜΕΚ σημαντικές διοικητικές επιβαρύνσεις και επιβαρύνσεις συμμόρφωσης, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προστασίας των επενδυτών. Προκειμένου να αμβλυνθούν οι εν λόγω επιβαρύνσεις χωρίς να μειωθεί η προστασία των επενδυτών, τα ΕΜΕΚ θα πρέπει να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ σχετικά με την ορθή διάθεση των περιουσιακών τους στοιχείων για την εξαγορά μεριδίων ή μετοχών επενδυτών μετά τη λήξη της διάρκειας του ΕΜΕΚ και να παρέχουν στην αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ αναλυτικό χρονοδιάγραμμα μόνον εφόσον τους ζητηθεί ρητά από την εν λόγω αρμόδια αρχή να το πράξουν.

(35)

Το ενημερωτικό δελτίο του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ μπορεί να περιλαμβάνει ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες για τους επενδυτές, οι οποίες τους παρέχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν καλύτερα τους δυνητικούς κινδύνους και τα οφέλη μιας επένδυσης. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση δομής κύριου-τροφοδοτικού, το ενημερωτικό δελτίο του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ θα πρέπει να περιέχει γνωστοποιήσεις σχετικά με τη δομή κύριου-τροφοδοτικού, το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ και το κύριο ΕΜΕΚ και περιγραφή όλων των αμοιβών ή της επιστροφής των εξόδων που καταβάλλονται από το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ.

(36)

Η επαρκής δημοσιοποίηση των αμοιβών και των χρεώσεων είναι ζωτικής σημασίας για την αξιολόγηση ενός ΕΜΕΚ ως πιθανού επενδυτικού στόχου από τους επενδυτές. Η εν λόγω δημοσιοποίηση είναι επίσης σημαντική όταν το ΕΜΕΚ προωθείται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές στην περίπτωση δομών κύριου-τροφοδοτικού. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τον διαχειριστή ΕΜΕΚ να περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεση του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ δήλωση σχετικά με τις συνολικές χρεώσεις του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ. Η απαίτηση αυτή αναμένεται να συμβάλει στην προστασία των επενδυτών από αδικαιολόγητες πρόσθετες δαπάνες ως αποτέλεσμα των τελών εγγραφής και εξαγοράς που ενδεχομένως χρεώνονται από το κύριο ΕΜΕΚ στο τροφοδοτικό ΕΜΕΚ.

(37)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί από τον διαχειριστή ΕΜΕΚ να δημοσιοποιεί στο ενημερωτικό δελτίο του ΕΜΕΚ πληροφορίες σχετικά με τις αμοιβές που σχετίζονται με την επένδυση στο εν λόγω ΕΜΕΚ. Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), περιλαμβάνει επίσης απαιτήσεις σχετικά με τις γνωστοποιήσεις των αμοιβών. Προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια όσον αφορά τη διάρθρωση των αμοιβών, η απαίτηση που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 θα πρέπει να εναρμονιστεί με την απαίτηση που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014.

(38)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί από τους διαχειριστές των ΕΜΕΚ να εξασφαλίζουν τοπικά μέσα σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο σκοπεύουν να προωθήσουν εμπορικά τα ΕΜΕΚ. Αν και οι απαιτήσεις εκτέλεσης ορισμένων καθηκόντων για επενδυτές σε όλα τα κράτη μέλη παραμένουν ως έχουν, η απαίτηση δημιουργίας τοπικών μέσων, ωστόσο, καταργήθηκε στη συνέχεια με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1160 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) όσον αφορά τους ΟΣΕΚΑ και τους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων που προωθούνται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, δεδομένου ότι τα εν λόγω τοπικά μέσα δημιουργούν πρόσθετο κόστος και τριβές όσον αφορά τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ. Επιπλέον, η προτιμώμενη μέθοδος επικοινωνίας με τους επενδυτές έχει μετατοπιστεί από τις προσωπικές συναντήσεις σε τοπικές εγκαταστάσεις στην άμεση αλληλεπίδραση μεταξύ διαχειριστών ή διανομέων κεφαλαίων και επενδυτών με ηλεκτρονικά μέσα. Η άρση της εν λόγω απαίτησης από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 για όλους τους επενδυτές ΕΜΕΚ θα ήταν, ως εκ τούτου, συνεπής με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1160 και τις σύγχρονες μεθόδους εμπορικής προώθησης χρηματοπιστωτικών προϊόντων, και θα μπορούσε να προωθήσει την ελκυστικότητα των ΕΜΕΚ για τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων οι οποίοι δεν θα υποχρεούνται πλέον να επιβαρύνονται με δαπάνες που απορρέουν από τη λειτουργία τοπικών μέσων. Συνεπώς, η απαίτηση αυτή θα πρέπει να απαλειφθεί.

(39)

Δεδομένου ότι τα μερίδια και οι μετοχές των ΕΜΕΚ είναι χρηματοπιστωτικά μέσα, οι κανόνες παρακολούθησης των προϊόντων της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) εφαρμόζονται όταν τα ΕΜΕΚ προωθούνται εμπορικά με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Ωστόσο, η αγορά μεριδίων ή μετοχών ΕΜΕΚ μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί χωρίς την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Για να καλυφθούν οι εν λόγω περιπτώσεις, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί επί του παρόντος από τους διαχειριστές των ΕΜΕΚ να αναπτύξουν εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης για τα ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές. Το ισχύον καθεστώς έχει εμπνευστεί από τους κανόνες παρακολούθησης των προϊόντων της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, αλλά περιέχει αρκετές διαφορές που δεν δικαιολογούνται και θα μπορούσαν να μειώσουν την προστασία των επενδυτών. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι εφαρμόζονται οι κανόνες παρακολούθησης των προϊόντων που ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ. Οι παραπομπές στα άρθρα της οδηγίας 2014/65/ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγονται την εφαρμογή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που συμπληρώνουν την εν λόγω οδηγία.

(40)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί από τους διανομείς ή τους διαχειριστές ΕΜΕΚ να διενεργούν αξιολόγηση καταλληλότητας όσον αφορά τους ιδιώτες επενδυτές. Ωστόσο, η εν λόγω απαίτηση ορίζεται ήδη στο άρθρο 25 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Αυτή η επικάλυψη της απαίτησης δημιουργεί πρόσθετο επίπεδο διοικητικής επιβάρυνσης που οδηγεί σε υψηλότερο κόστος για τους ιδιώτες επενδυτές και αποτελεί ισχυρό αντικίνητρο για τους διαχειριστές των ΕΜΕΚ να προσφέρουν νέα ΕΜΕΚ σε ιδιώτες επενδυτές. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καταργηθεί η εν λόγω επικάλυψη της απαίτησης από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760.

(41)

Προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των ιδιωτών επενδυτών, θα πρέπει να διενεργείται αξιολόγηση καταλληλότητας ανεξαρτήτως του αν ιδιώτες επενδυτές αγοράζουν τις μετοχές ή τα μερίδια των ΕΜΕΚ από διαχειριστές ή διανομείς ΕΜΕΚ, ή μέσω της δευτερογενούς αγοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αξιολόγηση καταλληλότητας θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την αναμενόμενη διάρκεια και τον σκοπό της επένδυσης και το επίπεδο ανοχής κινδύνου του ιδιώτη επενδυτή, ως μέρος των πληροφοριών σχετικά με τους επενδυτικούς στόχους των ιδιωτών επενδυτών και την οικονομική κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς τους να επωμίζονται ζημίες. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης θα πρέπει να κοινοποιούνται στους ιδιώτες επενδυτές με τη μορφή δήλωσης καταλληλότητας, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

(42)

Επιπλέον, σε περιπτώσεις στις οποίες η αξιολόγηση καταλληλότητας καταλήξει στο αποτέλεσμα ότι ένα ΕΜΕΚ δεν είναι κατάλληλο για ιδιώτη επενδυτή και ο επενδυτής αυτός επιθυμεί παρ’ όλα αυτά να προβεί στη συναλλαγή, η ρητή συγκατάθεση του εν λόγω ιδιώτη επενδυτή θα πρέπει να λαμβάνεται προτού ο διανομέας ή ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ προβεί στη συναλλαγή.

(43)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί επίσης από τους διανομείς ή τους διαχειριστές ΕΜΕΚ να παρέχουν κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές κατά την εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ σε ιδιώτες επενδυτές. Η έλλειψη ακρίβειας όσον αφορά το τι συνιστά κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 και η απουσία παραπομπής στην οδηγία 2014/65/ΕΕ έχουν οδηγήσει σε έλλειψη ασφάλειας δικαίου και σύγχυση μεταξύ των διανομέων και των διαχειριστών ΕΜΕΚ. Επιπλέον, η υποχρέωση παροχής επενδυτικών συμβουλών υποχρεώνει τους εξωτερικούς διανομείς να λαμβάνουν άδεια βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ κατά την εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ σε ιδιώτες επενδυτές. Αυτό δημιουργεί αδικαιολόγητα εμπόδια στην εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ σε αυτούς τους επενδυτές και υποβάλλει επίσης τα ΕΜΕΚ σε αυστηρότερες απαιτήσεις από εκείνες που ισχύουν για τη διανομή άλλων πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για τις τιτλοποιήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για επιλέξιμες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που ορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12). Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να απαιτείται από τους διανομείς και τους διαχειριστές των ΕΜΕΚ να παρέχουν στους ιδιώτες επενδυτές αυτές τις επενδυτικές συμβουλές. Επιπλέον, επειδή είναι σημαντικό να υπάρχουν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των χρηματοπιστωτικών προϊόντων όταν αυτά τα προϊόντα διατίθενται στους τελικούς επενδυτές και να εξασφαλιστεί ότι ο παρών κανονισμός θα περιέχει, μεταξύ άλλων, ουσιαστικά εχέγγυα για την προστασία των επενδυτών, τα ΕΜΕΚ δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε περιττό διοικητικό και κανονιστικό φόρτο.

(44)

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εποπτεία της εφαρμογής των απαιτήσεων που σχετίζονται με την εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ σε ιδιώτες επενδυτές, ο διανομέας ή, σε περίπτωση απευθείας προσφοράς ή διάθεσης μεριδίων ή μετοχών ενός ΕΜΕΚ σε ιδιώτη επενδυτή, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ θα πρέπει να υπόκειται στους κανόνες τήρησης αρχείων της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

(45)

Αν η εμπορική προώθηση ή η διάθεση ΕΜΕΚ σε ιδιώτες επενδυτές γίνεται μέσω διανομέα, ο διανομέας αυτός θα πρέπει να συμμορφώνεται προς τις σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13). Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρχει ασφάλεια δικαίου και να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις, όταν έχουν παρασχεθεί στον ιδιώτη επενδυτή επενδυτικές συμβουλές βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η απαίτηση για παροχή αξιολόγησης καταλληλότητας θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί.

(46)

Αποτελεί καθιερωμένη πρακτική της αγοράς οι διαχειριστές χαρτοφυλακίου και το ανώτερο προσωπικό του διαχειριστή ΕΜΕΚ να απαιτείται ή να αναμένεται να επενδύουν σε ΕΜΕΚ που διαχειρίζεται ο εν λόγω διαχειριστής του ΕΜΕΚ. Τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται οικονομικά εξελιγμένα και καλά ενημερωμένα σχετικά με το ΕΜΕΚ, πράγμα που σημαίνει ότι θα ήταν περιττό να απαιτείται από αυτά να υποβάλλονται σε αξιολόγηση καταλληλότητας για επενδύσεις στο ΕΜΕΚ. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να μην απαιτείται από τους διανομείς ή τους διαχειριστές ΕΜΕΚ να διενεργούν αξιολόγηση καταλληλότητας για τα πρόσωπα αυτά.

(47)

Επί του παρόντος, όσον αφορά τους υποψήφιους ιδιώτες επενδυτές των οποίων το χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων δεν υπερβαίνει τις 500 000 EUR, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί αρχική ελάχιστη επένδυση σε ένα ή περισσότερα ΕΜΕΚ ύψους 10 000 EUR και ορίζει ότι οι εν λόγω επενδυτές δεν επενδύουν συνολικά σε ΕΜΕΚ ποσό που υπερβαίνει το 10 % του χαρτοφυλακίου χρηματοπιστωτικών μέσων τους. Όταν εφαρμόζονται ταυτόχρονα, η αρχική ελάχιστη επένδυση ύψους 10 000 EUR και το όριο του 10 % στις συνολικές επενδύσεις δημιουργούν σημαντικό εμπόδιο που δυσχεραίνει τις επενδύσεις των ιδιωτών επενδυτών σε ΕΜΕΚ, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με τον στόχο των ΕΜΕΚ να δημιουργήσουν ένα προϊόν εναλλακτικών επενδυτικών κεφαλαίων για ιδιώτες επενδυτές. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καταργηθεί η απαίτηση αρχικής ελάχιστης επένδυσης ύψους 10 000 EUR και το όριο του 10 % για τις συνολικές επενδύσεις.

(48)

Επί του παρόντος, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 απαιτεί την ισότιμη μεταχείριση των επενδυτών και απαγορεύει την προνομιακή μεταχείριση μεμονωμένων επενδυτών ή ομάδων επενδυτών ή τη χορήγηση ειδικών οικονομικών παροχών στους εν λόγω επενδυτές. Ωστόσο, τα ΕΜΕΚ μπορούν να διαθέτουν διάφορες κατηγορίες μεριδίων ή μετοχών με ελαφρώς ή σημαντικά διαφορετικούς όρους όσον αφορά τις αμοιβές, τη νομική δομή, τους κανόνες εμπορικής προώθησης και άλλες απαιτήσεις. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διαφορές αυτές, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε μεμονωμένους επενδυτές ή ομάδες επενδυτών που επενδύουν στην ίδια κατηγορία ή κατηγορίες ΕΜΕΚ.

(49)

Προκειμένου να δοθεί στους διαχειριστές ΕΜΕΚ επαρκής χρόνος να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που αφορούν την εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ σε επενδυτές, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται εννέα μήνες μετά την έναρξη ισχύος του.

(50)

Λόγω της δυνητικά μη ρευστοποιήσιμης φύσης των επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων και του μακροπρόθεσμου προσανατολισμού των ΕΜΕΚ, τα ΕΜΕΚ ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους με τις αλλαγές των κανόνων του κεφαλαίου και των κανονιστικών απαιτήσεων που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, χωρίς να επηρεάζεται η εμπιστοσύνη των επενδυτών τους. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν μεταβατικοί κανόνες για τα ΕΜΕΚ που είχαν εγκριθεί πριν από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, τα εν λόγω ΕΜΕΚ θα πρέπει επίσης να μπορούν να επιλέξουν να υπαχθούν στον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ θα ενημερωθεί σχετικά.

(51)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η εξασφάλιση αποτελεσματικού πλαισίου για τη λειτουργία των ΕΜΕΚ σε ολόκληρη την Ένωση και για την προώθηση της μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης μέσω της συγκέντρωσης και της διοχέτευσης κεφαλαίων σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, σύμφωνα με τον στόχο της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του παρόντος κανονισμού, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(52)

Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να διευκολύνει τη συγκέντρωση και διοχέτευση κεφαλαίων σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, μεταξύ άλλων σε επενδύσεις που προάγουν την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και άλλους τομείς προτεραιότητας, σύμφωνα με τον ενωσιακό στόχο της έξυπνης, διατηρήσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 6) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6)

“πραγματικό περιουσιακό στοιχείο”: περιουσιακό στοιχείο που έχει εσωτερική αξία λόγω της υπόστασης και των χαρακτηριστικών του·»·

β)

στο σημείο 7), προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γα)

αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·»·

γ)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«14α)   “απλή, διαφανής και τυποποιημένη τιτλοποίηση”: τιτλοποίηση που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1)·

14β)   “όμιλος”: όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2)·

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35)."

(*2)  Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).»·"

δ)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«20)

“τροφοδοτικό ΕΜΕΚ”: ΕΜΕΚ, ή επενδυτικό τμήμα του, το οποίο έχει έγκριση να επενδύει τουλάχιστον το 85 % των περιουσιακών του στοιχείων σε μερίδια ή μετοχές άλλου ΕΜΕΚ ή επενδυτικού τμήματος ΕΜΕΚ·

21)

“κύριο ΕΜΕΚ”: ΕΜΕΚ ή επενδυτικό τμήμα του, στο οποίο επενδύει άλλο ΕΜΕΚ τουλάχιστον το 85 % των περιουσιακών του στοιχείων σε μερίδια ή μετοχές.».

3)

Στο άρθρο 3, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι αρμόδιες αρχές των ΕΜΕΚ ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ, σε τριμηνιαία βάση, για τις άδειες που χορηγούνται ή ανακαλούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και για τυχόν αλλαγές στις πληροφορίες σχετικά με ΕΜΕΚ που περιλαμβάνεται στο κεντρικό δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Η ΕΑΚΑΑ τηρεί ενημερωμένο κεντρικό δημόσιο μητρώο στο οποίο προσδιορίζονται για κάθε ΕΜΕΚ που έχει λάβει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού:

α)

ο ταυτοποιητής νομικής οντότητας (LEI) και ο εθνικός κωδικός αναγνώρισης του ΕΜΕΚ, κατά περίπτωση·

β)

το όνομα και η διεύθυνση του διαχειριστή του ΕΜΕΚ και, εάν είναι διαθέσιμος, ο κωδικός LEI του εν λόγω διαχειριστή·

γ)

οι κωδικοί ISIN του ΕΜΕΚ και κάθε χωριστή κατηγορία μεριδίων ή μετοχών, κατά περίπτωση·

δ)

ο κωδικός LEI του κύριου ΕΜΕΚ, εάν είναι διαθέσιμος·

ε)

ο κωδικός LEI του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ, εάν είναι διαθέσιμος·

στ)

η αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ και το κράτος μέλος καταγωγής του ΕΜΕΚ·

ζ)

τα κράτη μέλη στα οποία προωθείται εμπορικά το ΕΜΕΚ·

η)

αν το ΕΜΕΚ μπορεί να προωθείται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές ή αν μπορεί να προωθείται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές·

θ)

η ημερομηνία χορήγησης της άδειας του ΕΜΕΚ·

ι)

η ημερομηνία έναρξης της εμπορικής προώθησης του ΕΜΕΚ·

ια)

η ημερομηνία της τελευταίας ενημέρωσης των πληροφοριών σχετικά με το ΕΜΕΚ από την ΕΑΚΑΑ.

Το κεντρικό δημόσιο μητρώο καθίσταται διαθέσιμο σε ηλεκτρονική μορφή.».

4)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ΕΜΕΚ περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:

α)

τους κανονισμούς ή τα καταστατικά έγγραφα του κεφαλαίου·

β)

το όνομα του προτεινόμενου διαχειριστή του ΕΜΕΚ·

γ)

το όνομα του θεματοφύλακα και, εφόσον ζητηθεί από την αρμόδια αρχή ΕΜΕΚ που μπορεί να προωθηθεί εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, τη γραπτή συμφωνία με τον θεματοφύλακα·

δ)

όταν το ΕΜΕΚ μπορεί να προωθηθεί εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, περιγραφή των πληροφοριών που θα τεθούν στη διάθεση των επενδυτών, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των ρυθμίσεων σχετικά με τον χειρισμό καταγγελιών υποβαλλόμενων από ιδιώτες επενδυτές·

ε)

κατά περίπτωση, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τη δομή κύριου-τροφοδοτικού του ΕΜΕΚ:

i)

δήλωση ότι το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ είναι τροφοδοτικό του κύριου ΕΜΕΚ·

ii)

τον κανονισμό του κεφαλαίου ή τα καταστατικά έγγραφα του κύριου ΕΜΕΚ και τη συμφωνία μεταξύ του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ ή τους εσωτερικούς κανόνες δεοντολογίας που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 6·

iii)

όταν το κύριο ΕΜΕΚ και το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ έχουν διαφορετικούς θεματοφύλακες, τη συμφωνία αμοιβαίας ενημέρωσης, που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 7·

iv)

όταν το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του κύριου ΕΜΕΚ, βεβαίωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του κύριου ΕΜΕΚ ότι το κύριο ΕΜΕΚ αποτελεί ΕΜΕΚ που παρέχεται από το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ.»·

β)

στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, ο ΔΟΕΕ της ΕΕ που υποβάλλει αίτηση για τη διαχείριση ΕΜΕΚ εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχει στην αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ τα ακόλουθα έγγραφα:»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι αιτούντες ενημερώνονται, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία υποβολής πλήρους αίτησης, για το αν χορηγήθηκε η άδεια ΕΜΕΚ.»·

δ)

στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

όταν το ΕΜΕΚ μπορεί να προωθηθεί εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, περιγραφή των πληροφοριών που θα τεθούν στη διάθεση των ιδιωτών επενδυτών, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των ρυθμίσεων σχετικά με τον χειρισμό καταγγελιών υποβαλλόμενων από ιδιώτες επενδυτές·».

5)

Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

Επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία

1.   Ένα περιουσιακό στοιχείο όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) είναι επιλέξιμο για επένδυση από ΕΜΕΚ μόνον εφόσον εμπίπτει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

μετοχικοί ή οιονεί μετοχικοί τίτλοι οι οποίοι έχουν:

i)

εκδοθεί από εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις κατά το άρθρο 11 και το ΕΜΕΚ τους έχει αποκτήσει από την εν λόγω εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις ή από τρίτο μέρος μέσω της δευτερογενούς αγοράς·

ii)

εκδοθεί από εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις κατά το άρθρο 11, ως αντάλλαγμα για μετοχικό ή οιονεί μετοχικό τίτλο τον οποίο το ΕΜΕΚ έχει αποκτήσει από την εν λόγω εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις ή από τρίτο μέρος μέσω της δευτερογενούς αγοράς·

iii)

εκδοθεί από εταιρεία της οποίας η εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις κατά το άρθρο 11 κατέχει κεφαλαιακή συμμετοχή ως αντάλλαγμα για μετοχικό ή οιονεί μετοχικό τίτλο που έχει αποκτήσει το ΕΜΕΚ σύμφωνα με το σημείο i) ή ii) της παρούσας παραγράφου·

β)

χρεωστικοί τίτλοι οι οποίοι έχουν εκδοθεί από εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις κατά το άρθρο 11·

γ)

δάνεια που έχει χορηγήσει το ΕΜΕΚ σε εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις κατά το άρθρο 11, με ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια του ΕΜΕΚ·

δ)

μερίδια ή μετοχές ενός ή περισσότερων άλλων ΕΜΕΚ, EuVECA, EuSEF, ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ της ΕΕ τη διαχείριση του οποίου έχει ΔΟΕΕ της ΕΕ, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω ΕΜΕΚ, EuVECA, EuSEF, ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ της ΕΕ επενδύουν σε επιλέξιμες επενδύσεις όπως αναφέρεται άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 2 και δεν έχουν τα ίδια επενδύσει περισσότερο από 10 % των περιουσιακών στοιχείων τους σε άλλον οργανισμό συλλογικών επενδύσεων·

ε)

πραγματικά περιουσιακά στοιχεία ·

στ)

απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις, όπου τα υποκείμενα ανοίγματα αντιστοιχούν σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

i)

στοιχεία ενεργητικού που απαριθμούνται στο άρθρο 1 στοιχείο α) σημείο i), ii) ή iv) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/1851 της Επιτροπής (*3)·

ii)

στοιχεία ενεργητικού που απαριθμούνται στο άρθρο 1 στοιχείο α) σημείο vii) ή viii) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2019/1851, υπό την προϋπόθεση ότι τα έσοδα από τα ομόλογα τιτλοποίησης χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση ή την αναχρηματοδότηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων·

ζ)

ομόλογα που εκδίδονται, δυνάμει κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα, από εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11.

Ο περιορισμός που προβλέπεται στο στοιχείο δ) δεν ισχύει για τροφοδοτικά ΕΜΕΚ.

2.   Για τον σκοπό του προσδιορισμού της συμμόρφωσης με το επενδυτικό όριο που ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1, οι επενδύσεις των ΕΜΕΚ σε μερίδια ή μετοχές ΕΜΕΚ, EuVECA, EuSEF, ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ της ΕΕ τη διαχείριση των οποίων έχουν ΔΟΕΕ της ΕΕ λαμβάνονται υπόψη μόνο για το ποσό των επενδύσεων των εν λόγω οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στα επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β), γ), ε), στ) και ζ) του παρόντος άρθρου.

Για τον σκοπό του προσδιορισμού της συμμόρφωσης με το επενδυτικό όριο και με τα άλλα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 13 και στο άρθρο 16 παράγραφος 1, συνδυάζονται τα περιουσιακά στοιχεία και η θέση δανεισμού σε μετρητά ενός ΕΜΕΚ και των άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων στους οποίους έχει επενδύσει το εν λόγω ΕΜΕΚ.

Ο προσδιορισμός της συμμόρφωσης με το επενδυτικό όριο και με τα άλλα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 13 και στο άρθρο 16 παράγραφος 1 σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο πραγματοποιείται με βάση πληροφορίες που επικαιροποιούνται σε τουλάχιστον τριμηνιαία βάση και, όταν οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες σε τριμηνιαία βάση, με βάση τις πλέον πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες.

(*3)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/1851 της Επιτροπής, της 28ης Μαΐου 2019, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την ομοιογένεια των υποκείμενων ανοιγμάτων σε τιτλοποιήσεις (ΕΕ L 285 της 6.11.2019, σ. 1).»."

6)

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις είναι εταιρεία η οποία πληροί, κατά τον χρόνο της αρχικής επένδυσης, τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

δεν είναι χρηματοπιστωτική επιχείρηση, εκτός εάν:

i)

πρόκειται για χρηματοπιστωτική επιχείρηση που δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μεικτή εταιρεία συμμετοχών·

ii)

η εν λόγω χρηματοπιστωτική επιχείρηση έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει καταχωριστεί πιο πρόσφατα από πέντε έτη πριν την ημερομηνία της αρχικής επένδυσης·

β)

είναι εταιρεία που:

i)

δεν έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης· ή

ii)

έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης και έχει χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση έως 1 500 000 000 EUR κατ’ ανώτατο όριο·

γ)

είναι εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, υπό τον όρο ότι η τρίτη χώρα:

i)

δεν προσδιορίζεται ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4)·

ii)

δεν αναφέρεται στο παράρτημα I των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας.

(*4)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).»."

7)

Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

Σύγκρουση συμφερόντων

1.   Ένα ΕΜΕΚ δεν επενδύει σε επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία στα οποία ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ έχει ή αποκτά άμεσο ή έμμεσο συμφέρον άλλο από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών των ΕΜΕΚ, των EuSEF, των EuVECA, των ΟΣΕΚΑ ή των ΟΕΕ της ΕΕ που ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ διαχειρίζεται.

2.   Ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζεται ΕΜΕΚ και οι εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τον εν λόγω ΔΟΕΕ της ΕΕ, καθώς και το προσωπικό τους, μπορούν να συνεπενδύουν στο εν λόγω ΕΜΕΚ και να συνεπενδύουν από κοινού με το ΕΜΕΚ στο ίδιο περιουσιακό στοιχείο, υπό την προϋπόθεση ότι ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ έχει θεσπίσει οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις σχεδιασμένες για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και την παρακολούθηση συγκρούσεων συμφερόντων και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω συγκρούσεις συμφερόντων δημοσιοποιούνται επαρκώς.».

8)

Τα άρθρα 13, 14, 15 και 16 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13

Σύνθεση και διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου

1.   Ένα ΕΜΕΚ επενδύει τουλάχιστον το 55 % του κεφαλαίου του σε επιλέξιμα επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία.

2.   Ένα ΕΜΕΚ επενδύει όχι περισσότερο από:

α)

το 20 % του κεφαλαίου του σε τίτλους εκδιδόμενους από ή δάνεια χορηγούμενα σε οποιαδήποτε μεμονωμένη εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις·

β)

το 20 % του κεφαλαίου του στο ίδιο πραγματικό περιουσιακό στοιχείο·

γ)

το 20 % του κεφαλαίου του σε μετοχές ή μερίδια οποιωνδήποτε μεμονωμένων ΕΜΕΚ, EuVECA, EuSEF, ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ της ΕΕ που τελεί υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ της ΕΕ·

δ)

το 10 % του κεφαλαίου του στα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β), στην περίπτωση που τα περιουσιακά αυτά στοιχεία έχουν εκδοθεί από οποιονδήποτε μεμονωμένο φορέα.

3.   Η συνολική αξία σε απλές, διαφανείς και τυποποιημένες τιτλοποιήσεις στο χαρτοφυλάκιο ενός ΕΜΕΚ δεν υπερβαίνει το 20 % της αξίας του κεφαλαίου του ΕΜΕΚ.

4.   Η συνολική έκθεση σε κίνδυνο σε αντισυμβαλλόμενο του ΕΜΕΚ που προκύπτει από συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, συμφωνίες επαναγοράς ή συμφωνίες αγοράς και επαναπώλησης δεν υπερβαίνει το 10 % της αξίας του κεφαλαίου του ΕΜΕΚ.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 στοιχείο δ), ένα ΕΜΕΚ μπορεί να αυξήσει το όριο του 10 % που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο σε 25 %, στην περίπτωση ομολόγων που έχουν εκδοθεί από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει την καταστατική έδρα του σε κράτος μέλος και υπόκειται εκ του νόμου σε ειδική δημόσια εποπτεία για την προστασία των ομολογιούχων. Συγκεκριμένα, τα ποσά που προκύπτουν από την έκδοση αυτών των ομολογιών επενδύονται σύμφωνα με τον νόμο σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία, καθ’ όλο το διάστημα ισχύος των ομολογιών, μπορούν να καλύψουν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις ομολογίες και τα οποία, σε περίπτωση χρεοκοπίας του εκδότη, θα χρησιμοποιηθούν κατά προτεραιότητα για την εξόφληση του αρχικού κεφαλαίου και για την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων.

6.   Οι εταιρείες που συμπεριλαμβάνονται στην ίδια ομάδα για τους σκοπούς των ενοποιημένων λογαριασμών, όπως ρυθμίζονται από την οδηγία 2013/34/ΕΕ ή σύμφωνα με τους διεθνώς αναγνωρισμένους λογιστικούς κανόνες, θεωρούνται ως μεμονωμένη εταιρεία χαρτοφυλακίου που πληροί τις προϋποθέσεις ή ενιαίος οργανισμός για τον υπολογισμό των ορίων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου.

7.   Τα επενδυτικά όρια που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 4 δεν εφαρμόζονται όταν τα ΕΜΕΚ προωθούνται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές. Το επενδυτικό όριο που ορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) δεν εφαρμόζονται όταν το ΕΜΕΚ είναι τροφοδοτικό ΕΜΕΚ.

Άρθρο 14

Διόρθωση επενδυτικών θέσεων

Σε περίπτωση που ΕΜΕΚ παραβεί τις υποχρεώσεις σύνθεσης του χαρτοφυλακίου και διαφοροποίησης που καθορίζονται στο άρθρο 13 ή τα όρια δανεισμού που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο α) και η παράβαση υπερβαίνει τις ελεγκτικές δυνατότητες του διαχειριστή του ΕΜΕΚ, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ λαμβάνει μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα τα απαιτούμενα μέτρα για τη διόρθωση της θέσης, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των επενδυτών του ΕΜΕΚ.

Άρθρο 15

Όρια συγκέντρωσης

1.   Ένα ΕΜΕΚ δεν μπορεί να αποκτήσει πάνω από το 30 % των μετοχών ή μεριδίων ενός μεμονωμένου ΕΜΕΚ, EuVECA, EuSEF, ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ της ΕΕ τη διαχείριση του οποίου έχει ΔΟΕΕ της ΕΕ. Το όριο αυτό δεν ισχύει όταν τα ΕΜΕΚ προωθούνται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές και δεν ισχύει επίσης για τροφοδοτικά ΕΜΕΚ που επενδύουν στα κύρια ΕΜΕΚ τους.

2.   Τα όρια συγκέντρωσης που καθορίζονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ εφαρμόζονται για επενδύσεις στα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες τα ΕΜΕΚ προωθούνται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές.

Άρθρο 16

Δανεισμός ρευστών διαθεσίμων

1.   Ένα ΕΜΕΚ μπορεί να δανείζεται ρευστά διαθέσιμα, με την προϋπόθεση ότι ο δανεισμός πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50 % της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΕΜΕΚ σε περίπτωση ΕΜΕΚ που μπορούν να προωθηθούν εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, αλλά όχι πάνω από το 100 % της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΕΜΕΚ όταν πρόκειται για ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά αποκλειστικά σε επαγγελματίες επενδυτές·

β)

εξυπηρετεί τον σκοπό της πραγματοποίησης επενδύσεων ή της παροχής ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής εξόδων και δαπανών, με την προϋπόθεση ότι τα ταμειακά διαθέσιμα ή ισοδύναμα του ΕΜΕΚ δεν επαρκούν για τη σχετική επένδυση·

γ)

πραγματοποιείται στο ίδιο νόμισμα όπως τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτηθούν με τα δανειακά ρευστά διαθέσιμα ή σε άλλο νόμισμα όταν έχει κατάλληλα αντισταθμιστεί το συναλλαγματικό άνοιγμα·

δ)

έχει ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια του ΕΜΕΚ.

Όταν δανείζεται ρευστά διαθέσιμα, ένα ΕΜΕΚ μπορεί να επιβαρύνει περιουσιακά στοιχεία για την εφαρμογή της στρατηγικής δανεισμού του.

Οι συμφωνίες δανεισμού που καλύπτονται πλήρως από τις κεφαλαιακές δεσμεύσεις των επενδυτών δεν θεωρείται ότι αποτελούν δανεισμό για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

2.   Ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ αναφέρει στο ενημερωτικό δελτίο του ΕΜΕΚ αν το ΕΜΕΚ προτίθεται ή όχι να δανειστεί ρευστά διαθέσιμα στο πλαίσιο της επενδυτικής στρατηγικής του ΕΜΕΚ και, εάν ναι, προσδιορίζει στο εν λόγω δελτίο τα όρια δανεισμού.

3.   Τα όρια δανεισμού που πρέπει να προσδιοριστούν στο ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με την παράγραφο 2 εφαρμόζονται μόνο μετά την ημερομηνία που ορίζεται στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα του ΕΜΕΚ. Η εν λόγω ημερομηνία πρέπει να είναι το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης της εμπορικής προώθησης του ΕΜΕΚ.

4.   Τα όρια δανεισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) αναστέλλονται προσωρινά όταν το ΕΜΕΚ συγκεντρώνει πρόσθετα κεφάλαια ή μειώνει το υφιστάμενο κεφάλαιό του. Η αναστολή αυτή περιορίζεται χρονικά στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των συμφερόντων των επενδυτών στο ΕΜΕΚ και, σε κάθε περίπτωση, δεν διαρκεί περισσότερο από 12 μήνες.».

9)

Στο άρθρο 17 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η σύνθεση του χαρτοφυλακίου και οι απαιτήσεις διαφοροποίησης που ορίζονται στο άρθρο 13:

α)

ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζεται στον κανονισμό ή τις καταστατικές πράξεις του ΕΜΕΚ·

β)

παύουν να ισχύουν μόλις το ΕΜΕΚ αρχίσει να πωλεί περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να εξοφλήσει τα μερίδια ή τις μετοχές των επενδυτών μετά το τέλος της ζωής του ΕΜΕΚ·

γ)

αναστέλλονται προσωρινά σε περίπτωση που το ΕΜΕΚ συγκεντρώσει πρόσθετα κεφάλαια ή μειώσει τα υπάρχοντα κεφάλαιά του, εφόσον η αναστολή αυτή δεν διαρκεί περισσότερο από 12 μήνες.».

10)

Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 18

Εξαγορά των μεριδίων ή των μετοχών των ΕΜΕΚ

1.   Οι επενδυτές του ΕΜΕΚ δεν μπορούν να ζητήσουν την εξαγορά των μεριδίων ή των μετοχών τους πριν από τη λήξη του ΕΜΕΚ. Η εξαγορά για τους επενδυτές είναι δυνατή από την επομένη της λήξης του ΕΜΕΚ.

Ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα του ΕΜΕΚ αναφέρουν σαφώς συγκεκριμένη ημερομηνία ως λήξη του ΕΜΕΚ, ενώ μπορούν να προβλέπουν δικαίωμα προσωρινής παράτασης της διάρκειας του ΕΜΕΚ προσδιορίζοντας τις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

Ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα του ΕΜΕΚ και οι κοινοποιήσεις προς τους επενδυτές καθορίζουν τις διαδικασίες για την εξαγορά μεριδίων ή μετοχών και τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων και αναφέρουν σαφώς ότι η εξαγορά για τους επενδυτές είναι δυνατή από την επομένη της λήξης του ΕΜΕΚ.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα ενός ΕΜΕΚ μπορεί να προβλέπεται δυνατότητα εξαγοράς κατά τη διάρκεια του ΕΜΕΚ, με την προϋπόθεση της τήρησης όλων των κατωτέρω προϋποθέσεων:

α)

οι εξαγορές δεν επιτρέπονται πριν από τη λήξη μιας ελάχιστης περιόδου διακράτησης ή πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

β)

κατά την αδειοδότηση και καθ’ όλη τη διάρκεια του ΕΜΕΚ, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ μπορεί να αποδείξει στην αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ ότι το ΕΜΕ διαθέτει κατάλληλη πολιτική εξαγορών και εργαλεία διαχείρισης της ρευστότητας, που συνάδουν με τη μακροπρόθεσμη επενδυτική στρατηγική του ΕΜΕΚ·

γ)

η πολιτική εξαγορών του ΕΜΕΚ αναφέρει σαφώς τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις για τις εξαγορές·

δ)

η πολιτική εξαγορών του ΕΜΕΚ εξασφαλίζει ότι οι εξαγορές περιορίζονται σε ένα ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του ΕΜΕΚ που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

ε)

η πολιτική εξαγορών του ΕΜΕΚ εξασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση των επενδυτών και την έγκριση των εξαγορών σε αναλογική βάση εάν οι αιτήσεις εξαγοράς υπερβούν το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο δ) του παρόντος εδαφίου.

Η προϋπόθεση της ελάχιστης περιόδου διακράτησης που αναφέρεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου δεν ισχύει για τροφοδοτικά ΕΜΕΚ που επενδύουν στα κύρια ΕΜΕΚ τους.

3.   Η διάρκεια του ΕΜΕΚ είναι συνεπής προς τον μακροπρόθεσμο χαρακτήρα του ΕΜΕΚ και συμβατή με τον κύκλο ζωής καθενός από τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία του ΕΜΕΚ, όπως μετράται σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά έλλειψης ρευστότητας και τον οικονομικό κύκλο ζωής του περιουσιακού στοιχείου, καθώς και τον δεδηλωμένο επενδυτικό στόχο του ΕΜΕΚ.

4.   Οι επενδυτές έχουν πάντα τη δυνατότητα να ζητήσουν εξόφληση σε μετρητά.

5.   Η εξόφληση σε είδος από τα περιουσιακά στοιχεία του ΕΜΕΚ είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα του ΕΜΕΚ προσφέρουν την εν λόγω δυνατότητα, με την προϋπόθεση της δίκαιης μεταχείρισης όλων των επενδυτών·

β)

ο επενδυτής ζητά εγγράφως να εισπράξει ένα ποσοστό επί των περιουσιακών στοιχείων του ΕΜΕΚ·

γ)

δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες που να περιορίζουν τη μεταβίβαση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.

6.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες η διάρκεια ενός ΕΜΕΚ θεωρείται συμβατή με τους κύκλους ζωής κάθε επιμέρους περιουσιακού στοιχείου του ΕΜΕΚ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει επίσης σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία προσδιορίζονται τα εξής:

α)

τα κριτήρια για τον καθορισμό της ελάχιστης περιόδου διακράτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)·

β)

οι ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στην αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

γ)

οι απαιτήσεις που πρέπει να πληροί το ΕΜΕΚ σε σχέση με την πολιτική εξαγορών και τα εργαλεία διαχείρισης ρευστότητας που διαθέτει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ)· και

δ)

τα κριτήρια για την αξιολόγηση του ποσοστού που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των αναμενόμενων ταμειακών ροών και υποχρεώσεων του ΕΜΕΚ.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο το αργότερο μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2024.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

11)

Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο κανονισμός ή η συστατική πράξη ενός ΕΜΕΚ δεν εμποδίζουν τους επενδυτές να μεταβιβάζουν ελεύθερα τα μερίδια ή τις μετοχές τους σε τρίτους εκτός από τον διαχειριστή του ΕΜΕΚ, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανονιστικών απαιτήσεων και των όρων που καθορίζονται στο ενημερωτικό δελτίο του ΕΜΕΚ.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα ενός ΕΜΕΚ μπορεί να προβλέπουν τη δυνατότητα πλήρους ή μερικής αντιστοίχισης, κατά τη διάρκεια του ΕΜΕΚ, των αιτημάτων μεταβίβασης μεριδίων ή μετοχών του ΕΜΕΚ από αποχωρούντες επενδυτές με αιτήματα μεταβίβασης από υποψήφιους επενδυτές, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ εφαρμόζει πολιτική αντιστοίχισης των αιτημάτων, η οποία ορίζει σαφώς όλα τα ακόλουθα:

i)

τη διαδικασία μεταβίβασης για τους αποχωρούντες και τους υποψήφιους επενδυτές·

ii)

τον ρόλο του διαχειριστή του ΕΜΕΚ ή του φορέα διοίκησης του κεφαλαίου κατά τη διενέργεια μεταβιβάσεων και την αντιστοίχιση των αντίστοιχων αιτημάτων·

iii)

τις χρονικές περιόδους κατά τις οποίες οι αποχωρούντες και οι υποψήφιοι επενδυτές επιτρέπεται να ζητήσουν τη μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίων του ΕΜΕΚ·

iv)

τους κανόνες που καθορίζουν την τιμή εκτέλεσης·

v)

τους κανόνες που καθορίζουν τους όρους της ποσόστωσης·

vi)

τον χρόνο και τον χαρακτήρα της δημοσιοποίησης πληροφοριών σε σχέση με τη διαδικασία μεταβίβασης·

vii)

τις αμοιβές, τις δαπάνες και τις χρεώσεις, εάν υπάρχουν, που σχετίζονται με τη διαδικασία μεταβίβασης·

β)

η πολιτική και οι διαδικασίες για την αντιστοίχιση των αιτημάτων των αποχωρούντων επενδυτών του ΕΜΕΚ με τα αιτήματα υποψήφιων επενδυτών διασφαλίζουν ότι οι επενδυτές τυγχάνουν δίκαιης μεταχείρισης και ότι η αντιστοίχιση πραγματοποιείται κατ’ αναλογία όταν υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ αποχωρούντων και υποψήφιων επενδυτών·

γ)

η αντιστοίχιση των αιτημάτων επιτρέπει στον διαχειριστή του ΕΜΕΚ να παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας του ΕΜΕΚ και η αντιστοίχιση συνάδει με τη μακροπρόθεσμη επενδυτική στρατηγική του ΕΜΕΚ.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τις περιστάσεις στις οποίες γίνεται χρήση της αντιστοίχισης που προβλέπεται στην παράγραφο 2α, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που θα πρέπει να δημοσιοποιούν τα ΕΜΕΚ στους επενδυτές.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2024.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

12)

Στο άρθρο 21, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ένα ΕΜΕΚ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του σχετικά με την ορθή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του, προκειμένου να εξαγοράσει μερίδια ή μετοχές επενδυτών μετά τη λήξη του ΕΜΕΚ, το αργότερο ένα έτος πριν από τη λήξη του ΕΜΕΚ. Με αίτημα της αρμόδιας αρχής του ΕΜΕΚ, το ΕΜΕΚ υποβάλει στην εν λόγω αρμόδια αρχή του αναλυτικό χρονοδιάγραμμα για την ορθή διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων.».

13)

Στο άρθρο 22, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Ένα ΕΜΕΚ μπορεί να μειώσει το κεφάλαιό του κατ’ αναλογία σε περίπτωση διάθεσης περιουσιακού στοιχείου κατά τη διάρκεια του ΕΜΕΚ, με την προϋπόθεση ότι ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ έχει εξετάσει δεόντως αν αυτή η διάθεση είναι προς το συμφέρον των επενδυτών του ΕΜΕΚ.».

14)

Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων κλειστού τύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5)·

(*5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ (ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12).»·"

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Το ενημερωτικό δελτίο ενός τροφοδοτικού ΕΜΕΚ περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

δήλωση ότι το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ είναι τροφοδοτικό κύριου ΕΜΕΚ και, με αυτήν την ιδιότητα, επενδύει διαρκώς ποσοστό 85 % ή περισσότερο του ενεργητικού του σε μερίδια ή μετοχές του εν λόγω κύριου ΕΜΕΚ·

β)

τον επενδυτικό στόχο και την επενδυτική πολιτική του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ, συμπεριλαμβανομένου του προφίλ κινδύνου και του κατά πόσον η απόδοση του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ είναι ταυτόσημες ή σε ποιον βαθμό και για ποιους λόγους διαφέρουν·

γ)

σύντομη περιγραφή του κύριου ΕΜΕΚ, της οργάνωσής του, του επενδυτικού στόχου και της επενδυτικής πολιτικής του, συμπεριλαμβανομένου του προφίλ κινδύνου, και ένδειξη για τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να αποκτηθεί το ενημερωτικό δελτίο του κύριου ΕΜΕΚ·

δ)

σύνοψη της συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ ή των εσωτερικών κανόνων δεοντολογίας που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 6·

ε)

με ποιον τρόπο μπορούν οι μεριδιούχοι ή οι κάτοχοι μετοχών να λάβουν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το κύριο ΕΜΕΚ και τη συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 6·

στ)

περιγραφή κάθε αμοιβής ή επιστροφής εξόδων που οφείλει το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ, λόγω της επένδυσής του σε μερίδια ή μετοχές του κύριου ΕΜΕΚ, καθώς και των συνολικών χρεώσεων του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ.»·

γ)

στην παράγραφο 5 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ΕΜΕΚ προωθείται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεση του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ δήλωση σχετικά με τις συνολικές χρεώσεις του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ και του κύριου ΕΜΕΚ. Η ετήσια έκθεση του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποκτηθεί η ετήσια έκθεση του κύριου ΕΜΕΚ.».

15)

Στο άρθρο 25, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το ενημερωτικό δελτίο γνωστοποιεί ένα συνολικό ποσοστό των εξόδων του ΕΜΕΚ.».

16)

Το άρθρο 26 απαλείφεται.

17)

Το άρθρο 27 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 27

Διαδικασία εσωτερικής αξιολόγησης των ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές

Ο διαχειριστής ΕΜΕΚ, του οποίου τα μερίδια ή οι μετοχές μπορούν να προωθηθούν εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές, υπόκειται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 δεύτερο έως πέμπτο και έβδομο εδάφιο της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και στο άρθρο 24 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας.».

18)

Το άρθρο 28 απαλείφεται.

19)

Στο άρθρο 29, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«6.   Στην περίπτωση δομής κύριου-τροφοδοτικού, το κύριο ΕΜΕΚ χορηγεί στο τροφοδοτικό ΕΜΕΚ όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου το τελευταίο να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτόν, το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ συνάπτει συμφωνία με το κύριο ΕΜΕΚ.

Η συμφωνία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διατίθεται σε όλους τους μεριδιούχους ή τους κατόχους μετοχών ατελώς κατόπιν αιτήματός τους. Σε περίπτωση που τη διαχείριση του κύριου ΕΜΕΚ και του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ ασκεί ο ίδιος διαχειριστής του ΕΜΕΚ, η συμφωνία μπορεί να αντικαθίσταται από εσωτερικούς κανόνες δεοντολογίας, οι οποίοι διασφαλίζουν συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου.

7.   Όταν το κύριο ΕΜΕΚ και το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ έχουν διαφορετικούς θεματοφύλακες, οι εν λόγω θεματοφύλακες συνάπτουν συμφωνία αμοιβαίας ενημέρωσης, προκειμένου να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των καθηκόντων και των δύο θεματοφυλάκων. Το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ δεν επενδύει σε μερίδια ή μετοχές του κύριου ΕΜΕΚ, έως ότου τεθεί σε ισχύ η εν λόγω συμφωνία.

Στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου, ο θεματοφύλακας του κύριου ΕΜΕΚ και ο θεματοφύλακας του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ δεν παραβαίνουν κανόνες που περιορίζουν την αποκάλυψη πληροφοριών ή που συνδέονται με την προστασία δεδομένων, όταν αυτοί οι κανόνες προβλέπονται συμβατικά ή με άλλη νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη. Η συμμόρφωση αυτή δεν γεννά κανενός είδους αστική ευθύνη για τους ανωτέρω θεματοφύλακες ή άλλο πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματός τους.

Το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ ή, κατά περίπτωση, διαχειριστής του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ, αναλαμβάνει τη διαβίβαση στον θεματοφύλακα του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ οποιασδήποτε πληροφορίας σχετικά με το κύριο ΕΜΕΚ, η οποία απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του θεματοφύλακα του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ. Ο θεματοφύλακας του κύριου ΕΜΕΚ ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του κύριου ΕΜΕΚ, του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ ή, ανάλογα με την περίπτωση, του διαχειριστή και του θεματοφύλακα του τροφοδοτικού ΕΜΕΚ σχετικά με τις όποιες παρατυπίες επισημαίνει όσον αφορά το κύριο ΕΜΕΚ, που κρίνει ότι έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο τροφοδοτικό ΕΜΕΚ.».

20)

Το άρθρο 30 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 30

Ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη διανομή και την εμπορική προώθηση των ΕΜΕΚ σε ιδιώτες επενδυτές

1.   Τα μερίδια ή οι μετοχές ενός ΕΜΕΚ μπορούν να προωθούνται εμπορικά σε ιδιώτη επενδυτή μόνον εφόσον έχει διενεργηθεί αξιολόγηση της καταλληλότητας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και έχει παρασχεθεί στον εν λόγω ιδιώτη επενδυτή δήλωση καταλληλότητας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 δεύτερο και τρίτο εδάφιο της εν λόγω οδηγίας.

Η αξιολόγηση της καταλληλότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου διενεργείται ανεξαρτήτως του αν ιδιώτες επενδυτές αγοράζουν τις μετοχές ή τα μερίδια των ΕΜΕΚ από διανομέα ή διαχειριστή ΕΜΕΚ, ή μέσω της δευτερογενούς αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 19 του παρόντος κανονισμού.

Η ρητή συγκατάθεση του ιδιώτη επενδυτή στην οποία διευκρινίζεται ότι ο επενδυτής κατανοεί τους κινδύνους επένδυσης σε ΕΜΕΚ λαμβάνεται εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αξιολόγηση της καταλληλότητας δεν παρέχεται στο πλαίσιο επενδυτικών συμβουλών·

β)

το ΕΜΕΚ δεν θεωρείται κατάλληλο για τον ιδιώτη επενδυτή βάσει της αξιολόγησης της καταλληλότητας που διενεργείται δυνάμει του πρώτου εδαφίου·

γ)

ο ιδιώτης επενδυτής επιθυμεί να προβεί στη συναλλαγή παρά το γεγονός ότι το ΕΜΕΚ δεν θεωρείται κατάλληλο για τον εν λόγω επενδυτή.

Ο διανομέας ή, σε περίπτωση απευθείας προσφοράς ή διάθεσης μεριδίων ή μετοχών ενός ΕΜΕΚ σε ιδιώτη επενδυτή, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ τηρεί αρχείο όπως αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

2.   Ο διανομέας ή, σε περίπτωση απευθείας προσφοράς ή διάθεσης μεριδίων ή μετοχών ενός ΕΜΕΚ σε ιδιώτη επενδυτή, ο διαχειριστής του ΕΜΕΚ εκδίδει σαφή και γραπτή προειδοποίηση, με την οποία γνωστοποιεί στον ιδιώτη επενδυτή τα εξής:

α)

ότι, αν η διάρκεια του ΕΜΕΚ που προσφέρεται ή διατίθεται σε ιδιώτες επενδυτές υπερβαίνει τα 10 έτη, το προϊόν του ΕΜΕΚ ενδέχεται να μην είναι κατάλληλο για ιδιώτες επενδυτές που δεν είναι σε θέση να διατηρήσουν μια τέτοια μακροπρόθεσμη και μη ρευστοποιήσιμη δέσμευση·

β)

ότι, αν ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα ενός ΕΜΕΚ προβλέπουν τη δυνατότητα αντιστοίχισης μεριδίων ή μετοχών του ΕΜΕΚ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2α, η ύπαρξη αυτής της δυνατότητας ούτε εγγυάται ούτε δίνει το δικαίωμα στον ιδιώτη επενδυτή να αποχωρήσει ή να εξαγοράσει τα μερίδια ή τις μετοχές του εν λόγω ΕΜΕΚ.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται όταν ο ιδιώτης επενδυτής είναι ανώτερο στέλεχος, ή διαχειριστής χαρτοφυλακίου, διευθυντής, στέλεχος, ή αντιπρόσωπος ή υπάλληλος του διαχειριστή, ή συνδεδεμένης επιχείρησης του διαχειριστή του ΕΜΕΚ και έχει επαρκείς γνώσεις σχετικά με το ΕΜΕΚ.

4.   Το τροφοδοτικό ΕΜΕΚ αναφέρει στις προωθητικές ανακοινώσεις του ότι επενδύει διαρκώς ποσοστό 85 % ή περισσότερο των περιουσιακών στοιχείων του σε μερίδια ή μετοχές του κύριου ΕΜΕΚ.

5.   Ο κανονισμός ή τα καταστατικά έγγραφα ενός ΕΜΕΚ που προωθείται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές στη σχετική κατηγορία μεριδίων ή μετοχών προβλέπουν ότι όλοι οι επενδυτές αντιμετωπίζονται ισότιμα και ότι δεν υπάρχει προνομιακή μεταχείριση ούτε χορηγείται ειδική οικονομική παροχή σε μεμονωμένους επενδυτές ή ομάδες επενδυτών στο πλαίσιο της σχετικής κατηγορίας ή κατηγοριών.

6.   Η νομική μορφή ενός ΕΜΕΚ που προωθείται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές δεν συνεπάγεται περαιτέρω ευθύνη του ιδιώτη επενδυτή ούτε απαιτεί πρόσθετες δεσμεύσεις από τον επενδυτή, εκτός από την αρχική δέσμευση κεφαλαίου.

7.   Οι ιδιώτες επενδυτές έχουν τη δυνατότητα, κατά τη διάρκεια της περιόδου εγγραφής και για μια περίοδο δύο εβδομάδων από την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας δέσμευσης ή εγγραφής των μεριδίων ή μετοχών του ΕΜΕΚ, να ακυρώσουν την εγγραφή τους και να πάρουν πίσω τα χρήματα χωρίς καμιά παρακράτηση.

8.   Ο διαχειριστής ενός ΕΜΕΚ που προωθείται εμπορικά σε ιδιώτες επενδυτές θεσπίζει κατάλληλες διαδικασίες και ρυθμίσεις για την εξέταση των καταγγελιών των ιδιωτών επενδυτών, οι οποίες επιτρέπουν στους ιδιώτες επενδυτές να υποβάλλουν καταγγελίες στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους τους.».

21)

Στο άρθρο 31, η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το ενημερωτικό δελτίο του ΕΜΕΚ· και

β)

το βασικό έγγραφο πληροφοριών του ΕΜΕΚ, στην περίπτωση εμπορικής προώθησης σε ιδιώτες επενδυτές.»·

β)

το στοιχείο γ) απαλείφεται.

22)

Στο άρθρο 34, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι εξουσίες της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ ασκούνται επίσης σε σχέση με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6).

(*6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).»."

23)

Το άρθρο 37 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 37

Επανεξέταση

1.   Η Επιτροπή επανεξετάζει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και αναλύει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

ο βαθμός στον οποίο τα ΕΜΕΚ προωθούνται εμπορικά στις αγορές της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του αν οι ΔΟΕΕ που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ ενδέχεται να ενδιαφέρονται να διαθέσουν ΕΜΕΚ στην αγορά·

β)

η εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τη χορήγηση αδειών των ΕΜΕΚ, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 έως 6·

γ)

αν θα πρέπει να επικαιροποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 3 σχετικά με το κεντρικό δημόσιο μητρώο των ΕΜΕΚ·

δ)

αν θα πρέπει να επικαιροποιηθούν ο κατάλογος των επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων και επενδύσεων, οι απαιτήσεις σύνθεσης και διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου, οι κανόνες συγκέντρωσης και τα όρια όσον αφορά τον δανεισμό ρευστών διαθεσίμων·

ε)

ο αντίκτυπος που θα έχει στη διαφοροποίηση των περιουσιακών στοιχείων η εφαρμογή του ελάχιστου ορίου των επιλέξιμων επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1·

στ)

αν θα πρέπει να επικαιροποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 12 σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων·

ζ)

η εφαρμογή του άρθρου 18 και ο αντίκτυπος της εν λόγω εφαρμογής στην πολιτική εξαγορών και στη διάρκεια των ΕΜΕΚ·

η)

αν οι απαιτήσεις διαφάνειας που ορίζονται στο κεφάλαιο IV είναι κατάλληλες·

θ)

αν οι διατάξεις σχετικά με την εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών ΕΜΕΚ που προβλέπονται στο κεφάλαιο V είναι κατάλληλες και διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία των επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτών επενδυτών·

ι)

αν τα ΕΜΕΚ έχουν συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης, όπως εκείνοι που ορίζονται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και σε άλλους τομείς προτεραιότητας.

2.   Με βάση την επανεξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και μετά από διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 10 Απριλίου 2030 έκθεση αξιολόγησης της συμβολής του παρόντος κανονισμού και των ΕΜΕΚ στην ολοκλήρωση της ένωσης των κεφαλαιαγορών και στην επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Αν είναι σκόπιμο, η έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση.».

24)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 37α

Επανεξέταση των πτυχών βιωσιμότητας των ΕΜΕΚ

Έως τις 11 Ιανουαρίου 2026, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση, όσον αφορά τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

αν είναι εφικτή η δημιουργία προαιρετικής ονομασίας “ΕΜΕΚ που προωθείται εμπορικά ως περιβαλλοντικά βιώσιμο” ή “πράσινο ΕΜΕΚ”, και συγκεκριμένα:

i)

αν η ονομασία αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα ΕΜΕΚ που είναι χρηματοπιστωτικά προϊόντα τα οποία έχουν ως στόχο τους αειφόρες επενδύσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7)·

ii)

αν η ονομασία αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα ΕΜΕΚ που επενδύουν το σύνολο ή σημαντικό μέρος των επιλέξιμων ή των συνολικών περιουσιακών στοιχείων τους σε βιώσιμες δραστηριότητες και, εάν ναι, πώς πρέπει να οριστεί το σημαντικό μέρος·

iii)

αν οι βιώσιμες δραστηριότητες μπορούν να συνδεθούν με τα κριτήρια βιωσιμότητας που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3, το άρθρο 11 παράγραφος 3, το άρθρο 12 παράγραφος 2, το άρθρο 13 παράγραφος 2, το άρθρο 14 παράγραφος 2 και το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8)·

β)

αν θα πρέπει να υπάρχει γενική υποχρέωση συμμόρφωσης των ΕΜΕΚ στο πλαίσιο των επενδυτικών αποφάσεών τους με την αρχή της “μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης” κατά την έννοια του άρθρου 2α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088, ή αν η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να περιορίζεται στα ΕΜΕΚ που προωθούνται εμπορικά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα ή πράσινα ΕΜΕΚ, σε περίπτωση που αυτή η προαιρετική ονομασία θεωρείται εφικτή·

γ)

αν υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης του πλαισίου για τα ΕΜΕΚ μέσω ουσιαστικότερης συμβολής στους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, χωρίς να υπονομεύεται η φύση των ΕΜΕΚ.

(*7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, περί γνωστοποιήσεων αειφορίας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 317 της 9.12.2019, σ. 1)."

(*8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).»."

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 10 Ιανουαρίου 2024.

Τα ΕΜΕΚ που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 που ίσχυαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2024 και συμμορφώνονται με αυτές θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό έως τις 11 Ιανουαρίου 2029. Τα ΕΜΕΚ που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 που ίσχυαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2024, συμμορφώνονται με αυτές και δεν συγκεντρώνουν πρόσθετα κεφάλαια, θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου, ΕΜΕΚ που έχει λάβει άδεια πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2024 μπορεί να επιλέξει να υπαχθεί στον παρόντα κανονισμό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του ΕΜΕΚ θα ενημερωθεί σχετικά.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 15 Μαρτίου 2023.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

H Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

J. ROSWALL


(1)  ΕΕ C 290 της 29.7.2022, σ. 64.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 2023 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2023.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 98).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, περί γνωστοποιήσεων αειφορίας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 317 της 9.12.2019, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 347 της 28.12.2017, σ. 35).

(7)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

(8)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP) (ΕΕ L 352 της 9.12.2014, σ. 1).

(10)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/1160 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (ΕΕ L 188 της 12.7.2019, σ. 106).

(11)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

(12)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).


Top