EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32021R2139

Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2021/2139 της Επιτροπής, της 4ης Ιουνίου 2021, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν βλάπτει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

C/2021/2800

OJ L 442, 9.12.2021, p. 1–349 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force: This act has been changed. Current consolidated version: 01/01/2024

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2021/2139/oj

9.12.2021   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 442/1


ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2021/2139 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 4ης Ιουνίου 2021

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν επιβαρύνει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (1), και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 3 και το άρθρο 11 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 θεσπίζει το γενικό πλαίσιο για τον προσδιορισμό του αν μια οικονομική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται περιβαλλοντικά βιώσιμη, προκειμένου να προσδιοριστεί ο βαθμός στον οποίο μια επένδυση είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη. Ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται στα μέτρα που θεσπίζονται από την Ένωση ή τα κράτη μέλη και με τα οποία επιβάλλονται απαιτήσεις στους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή στους εκδότες όσον αφορά χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή εταιρικά ομόλογα που διατίθενται ως περιβαλλοντικά βιώσιμα, σε συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές οι οποίοι διαθέτουν χρηματοπιστωτικά προϊόντα, και σε επιχειρήσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση δημοσίευσης μη χρηματοοικονομικής κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 19α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), ή ενοποιημένης μη χρηματοοικονομικής κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 29α της εν λόγω οδηγίας. Οικονομικοί φορείς ή δημόσιες αρχές που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 μπορούν επίσης να εφαρμόζουν τον εν λόγω κανονισμό σε οικειοθελή βάση.

(2)

Βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 3 και του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 επιβάλλεται στην Επιτροπή η υποχρέωση να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, αντίστοιχα, και να θεσπίσει, για κάθε σχετικό περιβαλλοντικό στόχο που προβλέπεται στο άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον η συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα δεν επιβαρύνει σημαντικά έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω περιβαλλοντικούς στόχους.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση και την κλίμακα της οικονομικής δραστηριότητας και του τομέα που αφορούν, καθώς και το αν η οικονομική δραστηριότητα είναι οικονομική δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, ή αν είναι ευνοϊκή δραστηριότητα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού. Προκειμένου τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου να πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 με αποτελεσματικό και ισορροπημένο τρόπο, θα πρέπει να καθοριστούν ως ποσοτικό κατώτατο όριο ή ελάχιστη απαίτηση, ως σχετική βελτίωση, ως σύνολο απαιτήσεων ποιοτικών επιδόσεων, ως απαιτήσεις βάσει διαδικασιών ή πρακτικών, ή ως ακριβής περιγραφή της φύσης της ίδιας της οικονομικής δραστηριότητας, όταν η συγκεκριμένη δραστηριότητα μπορεί από τη φύση της να συμβάλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.

(4)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η οικονομική δραστηριότητα έχει θετικό αντίκτυπο στον στόχο για το κλίμα ή μειώνει τον αρνητικό αντίκτυπο στον στόχο για το κλίμα. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να αναφέρονται σε κατώτατα όρια ή επίπεδα επιδόσεων που θα πρέπει να επιτυγχάνει η οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά σε έναν από αυτούς τους στόχους για το κλίμα. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη «μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης» θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η οικονομική δραστηριότητα δεν έχει σημαντικές αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να προσδιορίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις τις οποίες θα πρέπει να πληροί η οικονομική δραστηριότητα, προκειμένου να χαρακτηριστεί περιβαλλοντικά βιώσιμη.

(5)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και δεν επιβαρύνει σημαντικά κανέναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους θα πρέπει να βασίζονται, κατά περίπτωση, στην ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία, σε βέλτιστες πρακτικές, πρότυπα και μεθοδολογίες, καθώς και σε καθιερωμένα πρότυπα, πρακτικές και μεθοδολογίες που έχουν αναπτυχθεί από δημόσιους φορείς διεθνούς κύρους. Όταν αντικειμενικά δεν υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις για έναν συγκεκριμένο τομέα πολιτικής, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα μπορούσαν επίσης να βασίζονται σε καθιερωμένα πρότυπα που έχουν αναπτυχθεί από ιδιωτικούς φορείς διεθνούς κύρους.

(6)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, οι ίδιες κατηγορίες οικονομικών δραστηριοτήτων θα πρέπει να υπόκεινται στα ίδια τεχνικά κριτήρια ελέγχου για κάθε στόχο για το κλίμα. Ως εκ τούτου, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να ακολουθούν την ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που προβλέπεται στο σύστημα ταξινόμησης NACE—αναθεώρηση 2, το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3). Προκειμένου να διευκολυνθεί ο προσδιορισμός, από τις επιχειρήσεις και τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, των σχετικών οικονομικών δραστηριοτήτων για τις οποίες θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου, η ειδική περιγραφή μιας οικονομικής δραστηριότητας θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις αναφορές σε κωδικούς NACE που μπορούν να συνδεθούν με τη δραστηριότητα αυτή. Οι αναφορές αυτές θα πρέπει να νοούνται ως ενδεικτικές και δεν θα πρέπει να υπερισχύουν του ειδικού ορισμού της δραστηριότητας που παρέχεται στην περιγραφή της.

(7)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την ανάγκη να αποφευχθεί η παραγωγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, να μειωθούν οι εκπομπές αυτές ή να αυξηθούν οι απορροφήσεις αερίων του θερμοκηπίου και η μακροπρόθεσμη αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. Επομένως, είναι σκόπιμο να δοθεί πρώτα έμφαση στις οικονομικές δραστηριότητες και στους τομείς που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες να επιτύχουν αυτούς τους στόχους. Η επιλογή αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων και τομέων θα πρέπει να βασίζεται στο μερίδιό τους επί των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και σε στοιχεία σχετικά με τη δυνατότητά τους να συμβάλουν στην αποφυγή της παραγωγής εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στη μείωση των εκπομπών αυτών ή να συμβάλουν στην απορρόφηση αερίων του θερμοκηπίου, ή να καταστήσουν δυνατή αυτή την αποφυγή, μείωση, απορρόφηση ή μακροπρόθεσμη αποθήκευση για άλλες δραστηριότητες.

(8)

Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής θα πρέπει να είναι άρτια και ευρέως εφαρμόσιμη και, ως εκ τούτου, να προωθεί τη συγκρισιμότητα των υπολογισμών των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου εντός και μεταξύ των τομέων. Επομένως, είναι σκόπιμο να απαιτείται η ίδια μεθοδολογία υπολογισμού για όλες τις δραστηριότητες, όπου απαιτείται τέτοιος υπολογισμός, με παράλληλη παροχή επαρκούς ευελιξίας για τις οντότητες που εφαρμόζουν τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852. Κατά συνέπεια, η σύσταση 2013/179/ΕΕ της Επιτροπής είναι χρήσιμη για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής, με δυνατότητα χρήσης, ως εναλλακτικής επιλογής, του προτύπου ISO 14067 ή ISO 14064-1. Όταν εναλλακτικά καθιερωμένα εργαλεία ή πρότυπα είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για την παροχή επακριβών και συγκρίσιμων πληροφοριών σχετικά με τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής για έναν συγκεκριμένο τομέα, όπως το εργαλείο G-res για τον τομέα της υδροηλεκτρικής ενέργειας και το πρότυπο ES 203 199 του ETSI για τον τομέα των πληροφοριών και των επικοινωνιών, είναι σκόπιμο να συμπεριλαμβάνονται τα εν λόγω εργαλεία ή πρότυπα ως πρόσθετες εναλλακτικές επιλογές για τον συγκεκριμένο τομέα.

(9)

Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής για δραστηριότητες στον τομέα της υδροηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις ιδιαιτερότητες του εν λόγω τομέα, συμπεριλαμβανομένων νέων μεθοδολογιών μοντελοποίησης, επιστημονικών γνώσεων και εμπειρικών μετρήσεων από ταμιευτήρες παγκοσμίως. Για να καταστεί δυνατή η υποβολή επακριβών εκθέσεων σχετικά με τον καθαρό αντίκτυπο στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου για τον τομέα της υδροηλεκτρικής ενέργειας, είναι επομένως σκόπιμο να επιτραπεί η χρήση του εργαλείου G-res που διατίθεται δωρεάν στο κοινό και έχει αναπτυχθεί από τη Διεθνή Ένωση Υδροηλεκτρικής Ενέργειας, σε συνεργασία με την Έδρα της UNESCO για την παγκόσμια περιβαλλοντική αλλαγή.

(10)

Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής για δραστηριότητες στον τομέα των πληροφοριών και των επικοινωνιών θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις ιδιαιτερότητες του εν λόγω τομέα, ιδίως το εξειδικευμένο έργο και την καθοδήγηση που έχει παράσχει το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων (ETSI) για τη διενέργεια αξιολογήσεων του κύκλου ζωής στον τομέα των πληροφοριών και των επικοινωνιών. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να επιτραπεί η χρήση του προτύπου ES 203 199 του ETSI ως μεθοδολογίας για τον επακριβή υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τον εν λόγω τομέα.

(11)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για ορισμένες δραστηριότητες βασίζονται σε στοιχεία σημαντικής τεχνικής πολυπλοκότητας και η αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αυτά μπορεί να προϋποθέτει ειδικές γνώσεις και ενδέχεται να μην είναι εφικτή για τους επενδυτές. Για τη διευκόλυνση αυτής της αξιολόγησης, η συμμόρφωση με τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες αυτές θα πρέπει να επαληθεύεται από ανεξάρτητο τρίτο.

(12)

Οι ευνοϊκές οικονομικές δραστηριότητες, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, δεν συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής μέσω των δικών τους επιδόσεων. Οι δραστηριότητες αυτές διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές, καθιστώντας άμεσα δυνατή την εκτέλεση άλλων δραστηριοτήτων σε επίπεδο περιβαλλοντικών επιδόσεων με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις οικονομικές δραστηριότητες που διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στο να καταστούν οι στοχευόμενες δραστηριότητες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών ή να οδηγήσουν σε μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι μια δραστηριότητα που είναι σύμφωνη με αυτά τηρεί τις διασφαλίσεις του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, και ειδικότερα ότι η δραστηριότητα δεν οδηγεί σε εγκλωβισμό περιουσιακών στοιχείων και έχει σημαντικό θετικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο.

(13)

Οι οικονομικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μετάβαση, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, δεν μπορούν ακόμη να αντικατασταθούν από, τεχνολογικά και οικονομικά, εφικτές εναλλακτικές λύσεις χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, αλλά στηρίζουν τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, μειώνοντας σημαντικά το σημερινό τους υψηλό αποτύπωμα άνθρακα, μεταξύ άλλων συμβάλλοντας στη σταδιακή κατάργηση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες με τις μεγαλύτερες δυνατότητες σημαντικής μείωσης των αερίων του θερμοκηπίου, όταν οι λύσεις σχεδόν μηδενικών ανθρακούχων εκπομπών δεν είναι ακόμη βιώσιμες ή όταν υπάρχουν δραστηριότητες σχεδόν μηδενικών ανθρακούχων εκπομπών, αλλά δεν είναι ακόμη εφικτή η εφαρμογή τους σε κλίμακα. Τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι μια δραστηριότητα που είναι σύμφωνη με αυτά τηρεί τις διασφαλίσεις του άρθρου 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, και ειδικότερα ότι η δραστηριότητα διαθέτει επίπεδα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που αντιστοιχούν στις καλύτερες επιδόσεις στον τομέα ή στον κλάδο, δεν παρεμποδίζει την εξέλιξη και την ανάπτυξη εναλλακτικών λύσεων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και δεν οδηγεί σε εγκλωβισμό περιουσιακών στοιχείων υψηλής έντασης άνθρακα.

(14)

Δεδομένων των υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεων για την κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ), και προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των διαφόρων πράξεων για την επίτευξη των περιβαλλοντικών και κλιματικών φιλοδοξιών της Πράσινης Συμφωνίας, θα πρέπει να καθυστερήσει ο καθορισμός των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τον τομέα της γεωργίας.

(15)

Τα δάση υφίστανται αυξανόμενες πιέσεις λόγω της κλιματικής αλλαγής, η οποία επιδεινώνει άλλους βασικούς παράγοντες πίεσης, όπως είναι οι επιβλαβείς οργανισμοί, οι ασθένειες, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι δασικές πυρκαγιές. Άλλες πιέσεις προέρχονται από την εγκατάλειψη της υπαίθρου, την έλλειψη διαχείρισης και τον κατακερματισμό λόγω αλλαγών στη χρήση της γης, την αύξηση της έντασης της διαχείρισης λόγω της αυξανόμενης ζήτησης για ξυλεία, δασικά προϊόντα και ενέργεια, την ανάπτυξη υποδομών, την αστικοποίηση και τη δέσμευση γης. Ταυτόχρονα, τα δάση διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την αντιστροφή της απώλειας της βιοποικιλότητας και την ενίσχυση της φιλοδοξίας όσον αφορά τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτήν, τη μείωση και τον έλεγχο του κινδύνου καταστροφών που οφείλονται ιδίως σε πλημμύρες, ξηρασίες ή δασικές πυρκαγιές, και την προώθηση μιας κυκλικής βιοοικονομίας. Για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και ενός υγιούς περιβάλλοντος, είναι αναγκαίο να βελτιωθεί τόσο η ποιότητα όσο και η ποσότητα των δασικών εκτάσεων, οι οποίες είναι οι μεγαλύτερες καταβόθρες άνθρακα στον τομέα της χρήσης γης, της αλλαγής στη χρήση γης και της δασοκομίας (LULUCF). Οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τα δάση μπορούν να συμβάλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, αυξάνοντας τις καθαρές απορροφήσεις διοξειδίου του άνθρακα, διατηρώντας τα αποθέματα άνθρακα, και παρέχοντας υλικά και ανανεώσιμη ενέργεια, αποφέροντας παράλληλα οφέλη για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τη βιοποικιλότητα, την κυκλική οικονομία, τη βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων, καθώς και την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες δάσωσης, αποκατάστασης των δασών, διαχείρισης των δασών και διατήρησης των δασών. Τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να συνάδουν πλήρως με τους στόχους της Ένωσης για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τη βιοποικιλότητα και την κυκλική οικονομία.

(16)

Για να μετράται η εξέλιξη της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και του αποθέματος άνθρακα στα δασικά οικοσυστήματα, είναι σκόπιμο να διενεργούν οι ιδιοκτήτες δασών ανάλυση των οφελών για το κλίμα. Προκειμένου να αντικατοπτριστεί η αναλογικότητα και να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος, ιδίως για τους ιδιοκτήτες δασών μικρής κλίμακας, οι δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να διενεργούν ανάλυση των οφελών για το κλίμα. Προκειμένου να μειωθεί περαιτέρω το διοικητικό κόστος, θα πρέπει να επιτρέπεται στους μικρότερους ιδιοκτήτες δασών να διενεργούν, κάθε 10 έτη, ομαδική αξιολόγηση με άλλες εκμεταλλεύσεις για την πιστοποίηση των υπολογισμών τους. Διατίθενται επαρκή δωρεάν εργαλεία, όπως εργαλεία που παρέχονται από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), με βάση στοιχεία της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) (4), για να εκτιμάται το μέγεθος του κόστους και να ελαχιστοποιείται το κόστος και ο φόρτος για τους δασοκόμους μικρής κλίμακας. Το εργαλείο μπορεί ιδίως να προσαρμοστεί σε διάφορα επίπεδα ανάλυσης, όπως ειδικές τιμές και λεπτομερής υπολογισμός για τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις, προκαθορισμένες τιμές και απλοποιημένος υπολογισμός για τους μικρότερους ιδιοκτήτες.

(17)

Σε συνέχεια των ανακοινώσεων της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2019 με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» (5), της 20ής Μαΐου 2020 με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030» (6), και της 17ης Σεπτεμβρίου 2020 με τίτλο «Ενίσχυση της κλιματικής φιλοδοξίας της Ευρώπης για το 2030 – Επενδύουμε σε ένα κλιματικά ουδέτερο μέλλον προς όφελος των πολιτών μας» (7), σύμφωνα με τις ευρύτερες φιλοδοξίες της Ένωσης για τη βιοποικιλότητα και την κλιματική ουδετερότητα, με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2021 με τίτλο «Διαμορφώνοντας μια Ευρώπη ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή – η νέα στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» (8) και τη νέα στρατηγική για τα δάση, που έχει προγραμματιστεί για το 2021, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δασικές δραστηριότητες θα πρέπει να συμπληρωθούν, να επανεξεταστούν και, όπου είναι αναγκαίο, να αναθεωρηθούν κατά τον χρόνο έκδοσης της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού 2020/852. Τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να επανεξεταστούν, ώστε να ληφθούν καλύτερα υπόψη φιλικές προς τη βιοποικιλότητα πρακτικές που βρίσκονται στο στάδιο της ανάπτυξης, όπως η δασοκομία «κοντά στη φύση».

(18)

Δεδομένης της σημασίας της για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και για την ενίσχυση των χερσαίων καταβοθρών άνθρακα, η αποκατάσταση των υγροτόπων έχει τη δυνατότητα να συμβάλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Η αποκατάσταση των υγροτόπων μπορεί επίσης να αποφέρει οφέλη για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, μεταξύ άλλων μέσω της άμβλυνσης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, και να συμβάλει στην αντιστροφή της απώλειας της βιοποικιλότητας και στη διατήρηση της ποσότητας και της ποιότητας των υδάτων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή με την «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία», με την ανακοίνωση «Ενίσχυση της κλιματικής φιλοδοξίας της Ευρώπης για το 2030» και με τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να καλύπτουν επίσης την αποκατάσταση των υγροτόπων.

(19)

Ο μεταποιητικός τομέας εκπέμπει περίπου το 21 % των άμεσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση (9). Αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη πηγή αυτών των εκπομπών στην Ένωση και, επομένως, μπορεί να διαδραματίσει καίριο ρόλο στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, η μεταποίηση μπορεί να αποτελέσει βασικό τομέα για τη διευκόλυνση της αποφυγής και της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς της οικονομίας, μέσω της παραγωγής των προϊόντων και των τεχνολογιών που χρειάζονται αυτοί οι άλλοι τομείς προκειμένου να καταστούν ή να εξακολουθήσουν να είναι χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Ως εκ τούτου, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μεταποιητικό τομέα θα πρέπει να καθοριστούν τόσο για τις μεταποιητικές δραστηριότητες που συνδέονται με τα υψηλότερα επίπεδα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου όσο και για την παραγωγή προϊόντων και τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

(20)

Οι μεταποιητικές δραστηριότητες για τις οποίες δεν υπάρχουν, τεχνολογικά και οικονομικά, εφικτές εναλλακτικές λύσεις χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, αλλά οι οποίες στηρίζουν τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία, θα πρέπει να θεωρούνται οικονομικές δραστηριότητες μετάβασης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Για να ενθαρρυνθεί η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα κατώτατα όρια των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου για τις εν λόγω δραστηριότητες θα πρέπει να καθοριστούν σε επίπεδο που θα μπορεί να επιτευχθεί μόνον από τους παράγοντες με τις καλύτερες επιδόσεις σε κάθε τομέα, στις περισσότερες περιπτώσεις με βάση τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά μονάδα προϊόντος.

(21)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μεταποιητικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μετάβαση, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, παραμένουν σε αξιόπιστη πορεία προς την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές, και σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις εν λόγω οικονομικές δραστηριότητες θα πρέπει να επανεξετάζονται τουλάχιστον ανά τριετία. Η επανεξέταση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει ανάλυση του κατά πόσον τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου υποστηρίζονται από τα πλέον συναφή πρότυπα και κατά πόσον λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι εκπομπές κατά τον κύκλο ζωής από τις εν λόγω δραστηριότητες. Στην επανεξέταση αυτή θα πρέπει επίσης να αξιολογείται η δυνητική χρήση του δεσμευμένου άνθρακα, υπό το πρίσμα της εξέλιξης της τεχνολογίας. Για την παραγωγή σιδήρου και χάλυβα, θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω νέα δεδομένα και αποδεικτικά στοιχεία από πιλοτικές διαδικασίες παραγωγής χάλυβα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών με χρήση υδρογόνου και να αξιολογηθεί περαιτέρω η χρήση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ και άλλων πιθανών δεικτών αναφοράς στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου.

(22)

Για τις μεταποιητικές δραστηριότητες που πρέπει να θεωρείται ότι αποτελούν τις ευνοϊκές δραστηριότητες, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να βασίζονται κυρίως στη φύση των παραγόμενων προϊόντων, σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με πρόσθετα ποσοτικά κατώτατα όρια, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω προϊόντα μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην αποφυγή ή στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς. Προκειμένου να αντικατοπτρίζεται το γεγονός ότι δίνεται προτεραιότητα σε δραστηριότητες που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες όσον αφορά την αποφυγή της παραγωγής εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τη μείωση των εκπομπών αυτών ή την αύξηση των απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου και τη μακροπρόθεσμη αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, οι ευνοϊκές μεταποιητικές δραστηριότητες θα πρέπει να επικεντρώνονται στην παραγωγή προϊόντων που είναι αναγκαία για τις εν λόγω οικονομικές δραστηριότητες.

(23)

Η κατασκευή ηλεκτρικού εξοπλισμού για ηλεκτρική ενέργεια διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την αναβάθμιση, την υιοθέτηση και την αντιστάθμιση των διακυμάνσεων της ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχεται από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στα ηλεκτρικά δίκτυα της Ένωσης, την επαναφόρτιση των οχημάτων μηδενικών εκπομπών και την ανάπτυξη έξυπνων, πράσινων οικιακών εφαρμογών. Ταυτόχρονα, η κατασκευή ηλεκτρικού εξοπλισμού για ηλεκτρική ενέργεια θα μπορούσε να διευκολύνει την ανάπτυξη της έννοιας της έξυπνης κατοικίας, με στόχο την περαιτέρω προώθηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της ορθής διαχείρισης του οικιακού εξοπλισμού. Ως εκ τούτου, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να συμπληρωθούν τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου στον μεταποιητικό τομέα και να αξιολογηθεί η δυνατότητα της κατασκευής ηλεκτρικού εξοπλισμού να συμβάλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.

(24)

Τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και άλλα μέτρα μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, όπως η ανάπτυξη επιτόπιων τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και οι υφιστάμενες υπερσύγχρονες τεχνολογίες μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον μεταποιητικό τομέα. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω μέτρα μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στον μεταποιητικό τομέα, για τις οποίες θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου, ώστε να επιτύχουν τα αντίστοιχα πρότυπα επιδόσεών τους και τα κατώτατα όρια για σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.

(25)

Ο τομέας της ενέργειας αντιπροσωπεύει περίπου το 22 % των άμεσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση και περίπου το 75 % των εν λόγω εκπομπών, εάν ληφθεί υπόψη η χρήση ενέργειας σε άλλους τομείς. Άρα, διαδραματίζει καίριο ρόλο στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ο τομέας της ενέργειας παρουσιάζει σημαντικές δυνατότητες για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, και διάφορες δραστηριότητες σε αυτόν τον τομέα λειτουργούν ως ευνοϊκές δραστηριότητες που διευκολύνουν τη μετάβαση του τομέα της ενέργειας σε ηλεκτρική ενέργεια ή θερμότητα από ανανεώσιμες πηγές ή με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την αλυσίδα ενεργειακού εφοδιασμού, από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας από διάφορες πηγές, μέχρι τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής και την αποθήκευση, καθώς και τις αντλίες θερμότητας και την παραγωγή βιοαερίου και βιοκαυσίμων.

(26)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον οι δραστηριότητες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων συμπαραγωγής, συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει να διασφαλίζουν τη μείωση ή την αποφυγή των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που βασίζονται στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να σηματοδοτούν την πορεία απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές για τις εν λόγω δραστηριότητες. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις ευνοϊκές δραστηριότητες που διευκολύνουν τη μακροπρόθεσμη απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές θα πρέπει να βασίζονται πρωτίστως στη φύση της δραστηριότητας ή στις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες.

(27)

Στον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 αναγνωρίζεται η σημασία της «κλιματικά ουδέτερης ενέργειας» και απαιτείται από την Επιτροπή να αξιολογεί τη δυνητική συμβολή και σκοπιμότητα όλων των σχετικών υφιστάμενων τεχνολογιών. Όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια, η σχετική αξιολόγηση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και, μόλις ολοκληρωθεί η ειδική διαδικασία, η Επιτροπή θα δώσει συνέχεια, με βάση τα αποτελέσματά της, στο πλαίσιο της επανεξέτασης του παρόντος κανονισμού.

(28)

Τα νομικά όρια για τις δραστηριότητες μετάβασης, που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (EE) 2020/852, θέτουν περιορισμούς όσον αφορά τις δραστηριότητες με υψηλή ένταση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου οι οποίες ενέχουν μεγάλες δυνατότητες μείωσης των εκπομπών. Οι εν λόγω μεταβατικές οικονομικές δραστηριότητες αναμένεται να συμβάλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, όταν δεν υπάρχουν, τεχνολογικά και οικονομικά, εφικτές εναλλακτικές λύσεις χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, υπό την προϋπόθεση ότι συνάδουν με την πορεία για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας σε 1,5 °C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, αντικατοπτρίζουν τις καλύτερες επιδόσεις στην κατηγορία τους, δεν παρεμποδίζουν την εξέλιξη και την ανάπτυξη εναλλακτικών λύσεων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και δεν οδηγούν σε εγκλωβισμό περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 19 του ιδίου κανονισμού απαιτείται, ειδικότερα, να βασίζονται τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σε αδιάσειστα επιστημονικά στοιχεία. Όταν οι δραστηριότητες φυσικού αερίου θα πληρούν αυτές τις απαιτήσεις, θα συμπεριληφθούν σε μελλοντική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Για τις δραστηριότητες αυτές, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την αξιολόγηση της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και της «μη πρόκλησης σημαντικής ζημίας» σε άλλους περιβαλλοντικούς στόχους θα προσδιοριστούν στην εν λόγω μελλοντική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Δραστηριότητες που δεν πληρούν αυτές τις απαιτήσεις δεν μπορούν να αναγνωριστούν βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Προκειμένου να αναγνωριστεί ο ρόλος του φυσικού αερίου ως σημαντικής τεχνολογίας για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ειδικής νομοθεσίας, που θα διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών δεν θα στερούνται κατάλληλης χρηματοδότησης.

(29)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας, καθώς και για τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνοχή με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με μια στρατηγική της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου (10). Επομένως, ενδέχεται να είναι αναγκαίο να επανεξεταστούν, να συμπληρωθούν και, όπου είναι αναγκαίο, να αναθεωρηθούν τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου, ώστε να αντικατοπτρίζουν τυχόν μελλοντικούς δείκτες μέτρησης και απαιτήσεις που θα θεσπιστούν σε συνέχεια της εν λόγω στρατηγικής.

(30)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την παραγωγή θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από βιοενέργεια και την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιοαερίου για τις μεταφορές θα πρέπει να συνάδουν με το ολοκληρωμένο πλαίσιο βιωσιμότητας για τους εν λόγω τομείς, που προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), η οποία καθορίζει απαιτήσεις για τη βιώσιμη συγκομιδή, τη λογιστική καταγραφή του άνθρακα και τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.

(31)

Σε συνέχεια της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, της πρότασης για τον ευρωπαϊκό νόμο για το κλίμα (12), της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030, και σύμφωνα με τις φιλοδοξίες της Ένωσης για τη βιοποικιλότητα και την κλιματική ουδετερότητα, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες βιοενέργειας θα πρέπει να συμπληρωθούν, να επανεξεταστούν και, όπου είναι αναγκαίο, να αναθεωρηθούν, ώστε να ληφθεί υπόψη η πλέον πρόσφατη βάση τεκμηρίωσης και οι εξελίξεις πολιτικής κατά τον χρόνο έκδοσης της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 και λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 και των μελλοντικών αναθεωρήσεών της.

(32)

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση που προέρχονται από τον τομέα των υδάτων, της αποχέτευσης, των αποβλήτων και της αποκατάστασης είναι σχετικά μικρές. Παρά ταύτα, ο εν λόγω τομέας έχει μεγάλες δυνατότητες να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς, ιδίως μέσω της παροχής δευτερογενών πρώτων υλών για την αντικατάσταση παρθένων πρώτων υλών, μέσω της αντικατάστασης προϊόντων, λιπασμάτων και ενέργειας ορυκτής προέλευσης, καθώς και μέσω της μεταφοράς και της μόνιμης αποθήκευσης δεσμευμένου διοξειδίου του άνθρακα. Επιπλέον, οι δραστηριότητες που περιλαμβάνουν αναερόβια χώνευση, καθώς και κομποστοποίηση χωριστά συλλεγόμενων βιολογικών αποβλήτων, με τις οποίες αποφεύγεται η υγειονομική ταφή των βιολογικών αποβλήτων, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου. Ως εκ τούτου, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες που αφορούν τα απόβλητα θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι οι δραστηριότητες αυτές συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τις δραστηριότητες αυτές εφαρμόζονται ορισμένες βέλτιστες πρακτικές για τον εν λόγω τομέα. Τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι επιλογές επεξεργασίας αποβλήτων ευθυγραμμίζονται με υψηλότερα επίπεδα της ιεράρχησης των αποβλήτων. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι οι δραστηριότητες στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιείται μεταποίηση, σε δευτερογενείς πρώτες ύλες, ενός ομοιόμορφα καθορισμένου ελάχιστου μεριδίου χωριστά συλλεγόμενων μη επικίνδυνων αποβλήτων, τα οποία έχουν υποβληθεί σε διαλογή, συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που βασίζονται σε έναν ομοιόμορφα καθορισμένο στόχο για την επανεπεξεργασία αποβλήτων δεν είναι δυνατόν να καλύψουν πλήρως τις δυνατότητες επιμέρους ροών υλικών για μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, ενδέχεται να είναι αναγκαία η περαιτέρω αξιολόγηση και επανεξέταση αυτών των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου. Ο ομοιόμορφα καθορισμένος στόχος δεν θα πρέπει να θίγει τους στόχους διαχείρισης αποβλήτων που απευθύνονται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της ενωσιακής νομοθεσίας για τα απόβλητα. Για δραστηριότητες που σχετίζονται με τη συλλογή, την επεξεργασία και την παροχή νερού, καθώς και τα κεντρικά συστήματα επεξεργασίας λυμάτων, τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη στόχους βελτίωσης των απόλυτων και των σχετικών επιδόσεων σε σχέση με την κατανάλωση ενέργειας και εναλλακτικούς δείκτες μέτρησης, κατά περίπτωση, όπως τα επίπεδα διαρροών στα συστήματα υδροδότησης.

(33)

Οι μεταφορές καταναλώνουν το ένα τρίτο του συνόλου της ενέργειας στην Ένωση και αντιπροσωπεύουν περίπου 23 % των συνολικών άμεσων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση. Ως εκ τούτου, η απαλλαγή του στόλου και των υποδομών μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές μπορεί να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον τομέα των μεταφορών θα πρέπει να επικεντρώνονται στη μείωση των κύριων πηγών εκπομπών από τον εν λόγω τομέα, λαμβανομένης παράλληλα υπόψη της ανάγκης να μετατοπιστεί η μεταφορά προσώπων και αγαθών προς τρόπους μεταφοράς με χαμηλότερες εκπομπές, καθώς και να δημιουργηθεί μια υποδομή που θα διευκολύνει την καθαρή κινητικότητα. Επομένως, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον τομέα των μεταφορών θα πρέπει να επικεντρώνονται στις επιδόσεις εντός ενός τρόπου μεταφοράς, λαμβανομένων παράλληλα υπόψη των επιδόσεων του συγκεκριμένου τρόπου μεταφοράς σε σύγκριση με άλλους τρόπους μεταφοράς.

(34)

Δεδομένης της δυνατότητάς τους να μειώσουν τις δικές τους εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και, ως εκ τούτου, να συμβάλουν στον οικολογικό προσανατολισμό του τομέα των μεταφορών, η ναυτιλία και η αεροπορία αποτελούν σημαντικούς τρόπους μεταφοράς για τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2020, με τίτλο «Στρατηγική για βιώσιμη και έξυπνη κινητικότητα – οι ευρωπαϊκές μεταφορές σε τροχιά μέλλοντος» (13), τα πλοία μηδενικών εκπομπών αναμένεται να είναι έτοιμα για διάθεση στην αγορά από το 2030. Σύμφωνα με την εν λόγω στρατηγική, τα μεγάλα αεροσκάφη μηδενικών εκπομπών αναμένεται να είναι έτοιμα για διάθεση στην αγορά από το 2035 για μικρές αποστάσεις, ενώ για τις μεγαλύτερες αποστάσεις η απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές αναμένεται να βασιστεί στα ανανεώσιμα καύσιμα και τα καύσιμα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Έχουν εκπονηθεί επίσης χωριστές μελέτες σχετικά με τα κριτήρια βιώσιμης χρηματοδότησης για αυτούς τους τομείς. Ως εκ τούτου, η ναυτιλία θα πρέπει να θεωρηθεί δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Η ναυτιλία συγκαταλέγεται στους τρόπους μεταφοράς εμπορευμάτων με τη χαμηλότερη ένταση άνθρακα. Για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση της ναυτιλίας σε σύγκριση με άλλους τρόπους μεταφοράς, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις θαλάσσιες μεταφορές, τα οποία θα πρέπει να ισχύουν έως το τέλος του 2025. Ωστόσο, η ναυτιλία θα πρέπει να αξιολογηθεί περαιτέρω και, κατά περίπτωση, να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη θαλάσσια ναυτιλία που θα ισχύουν από το 2026. Θα είναι επίσης αναγκαίο να αξιολογηθούν περαιτέρω οι αεροπορικές μεταφορές και, κατά περίπτωση, να καθοριστούν σχετικά τεχνικά κριτήρια ελέγχου. Επιπλέον, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις υποδομές μεταφορών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών για ορισμένους τρόπους μεταφοράς. Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων των υποδομών μεταφορών να συμβάλουν στην αλλαγή του τρόπου εκτέλεσης των μεταφορών, θα είναι αναγκαίο να αξιολογηθούν και, κατά περίπτωση, να καθοριστούν σχετικά τεχνικά κριτήρια ελέγχου για το σύνολο των υποδομών που είναι απαραίτητες για τους τρόπους μεταφοράς χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, ιδίως τις εσωτερικές πλωτές οδούς. Ανάλογα με το αποτέλεσμα της τεχνικής αξιολόγησης, θα πρέπει επίσης να καθοριστούν σχετικά τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις οικονομικές δραστηριότητες που αναφέρονται στην παρούσα αιτιολογική σκέψη κατά τον χρόνο έκδοσης της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2, στο άρθρο 14 παράγραφος 2 και στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852.

(35)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δραστηριότητες μεταφορών που θεωρούνται βιώσιμες δεν διευκολύνουν τη χρήση ορυκτών καυσίμων, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις σχετικές δραστηριότητες θα πρέπει να αποκλείουν τα περιουσιακά στοιχεία, τις λειτουργίες και τις υποδομές που προορίζονται για τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων. Κατά την εφαρμογή αυτού του κριτηρίου, είναι αναγκαίο να αναγνωριστούν οι πολλαπλές χρήσεις, οι διαφορετικές ιδιοκτησίες, οι ρυθμίσεις χρήσης και οι συντελεστές ανάμειξης καυσίμων, σύμφωνα με τις σχετικές υφιστάμενες πρακτικές της αγοράς. Η πλατφόρμα για τη βιώσιμη χρηματοδότηση θα πρέπει να αξιολογήσει τη χρηστικότητα αυτού του κριτηρίου στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της εντολής της.

(36)

Τα κτίρια σε όλους τους τομείς στην Ένωση ευθύνονται για το 40 % της κατανάλωσης ενέργειας και το 36 % των ανθρακούχων εκπομπών. Άρα, τα κτίρια μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Επομένως, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την κατασκευή νέων κτιρίων, την ανακαίνιση κτιρίων, την εγκατάσταση διάφορου εξοπλισμού ενεργειακής απόδοσης, τις επιτόπιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την παροχή ενεργειακών υπηρεσιών και για την απόκτηση και την ιδιοκτησία κτιρίων. Αυτά τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να βασίζονται στον δυνητικό αντίκτυπο των εν λόγω δραστηριοτήτων, στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και στις σχετικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και στον ενσωματωμένο άνθρακα. Για τα νέα κτίρια, ενδέχεται να είναι αναγκαία η επανεξέταση των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κριτήρια αυτά παραμένουν ευθυγραμμισμένα με τους στόχους της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια.

(37)

Η κατασκευή περιουσιακού στοιχείου ή εγκατάστασης που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος δραστηριότητας, για την οποία θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η δραστηριότητα αυτή θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, μπορεί να αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Επομένως, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθεί η κατασκευή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ή εγκαταστάσεων απευθείας στο πλαίσιο της δραστηριότητας με την οποία σχετίζεται η κατασκευή αυτή, ιδίως για δραστηριότητες στον τομέα της ενέργειας, στον τομέα των υδάτων, της αποχέτευσης, των αποβλήτων και της αποκατάστασης, καθώς και στον τομέα των μεταφορών.

(38)

Ο τομέας των πληροφοριών και των επικοινωνιών είναι ένας συνεχώς αναπτυσσόμενος τομέας, ο οποίος αντιπροσωπεύει αυξανόμενο μερίδιο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ταυτόχρονα, οι τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς, μεταξύ άλλων μέσω της παροχής λύσεων που μπορούν να βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων που διευκολύνουν τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου για δραστηριότητες επεξεργασίας και φιλοξενίας δεδομένων που εκπέμπουν μεγάλες ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και για λύσεις βασισμένες στα δεδομένα οι οποίες καθιστούν δυνατή τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου γι’ αυτές τις δραστηριότητες θα πρέπει να βασίζονται στις βέλτιστες πρακτικές και πρότυπα στον συγκεκριμένο τομέα. Τα εν λόγω κριτήρια ενδέχεται να χρειαστεί να επανεξεταστούν και να επικαιροποιηθούν στο μέλλον, ώστε να ληφθούν υπόψη, αφενός, οι δυνατότητες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου χάρη στην αυξημένη βιωσιμότητα των λύσεων υλισμικού των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών και, αφετέρου, οι δυνατότητες εφαρμογής ψηφιακών τεχνολογιών απευθείας σε κάθε τομέα, ώστε να διευκολυνθεί η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Επιπλέον, η εγκατάσταση και η λειτουργία δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών χρησιμοποιούν σημαντικές ποσότητες ενέργειας και έχουν τη δυνατότητα να επιφέρουν σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Επομένως, ενδέχεται να είναι αναγκαία η αξιολόγηση των εν λόγω δραστηριοτήτων και ο καθορισμός σχετικών τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, κατά περίπτωση.

(39)

Επιπροσθέτως, οι λύσεις τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων, για τις οποίες θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου σχετικά με τη σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής όσον αφορά τις δικές τους αντίστοιχες επιδόσεις, μπορούν επίσης να έχουν ιδιαίτερη σημασία για την υποστήριξη των διαφόρων αυτών δραστηριοτήτων στην επίτευξη των προτύπων και κατώτατων ορίων που καθορίζονται βάσει των εν λόγω κριτηρίων.

(40)

Η έρευνα, η ανάπτυξη και η καινοτομία έχουν τη δυνατότητα να διευκολύνουν άλλους τομείς να επιτύχουν τους αντίστοιχους στόχους μετριασμού της κλιματικής αλλαγής. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δραστηριότητες έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας θα πρέπει, συνεπώς, να επικεντρώνονται στη δυνατότητα που έχουν οι λύσεις, οι διαδικασίες, οι τεχνολογίες και άλλα προϊόντα να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η έρευνα που αφορά ειδικά ευνοϊκές δραστηριότητες, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, μπορεί επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη δυνατότητα αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων και των στοχευόμενων δραστηριοτήτων τους να μειώσουν σημαντικά τις οικείες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ή να βελτιώσουν την τεχνολογική και οικονομική εφικτότητά τους και, εν τέλει, να διευκολύνουν την κλιμάκωσή τους. Η έρευνα μπορεί επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω απαλλαγή των δραστηριοτήτων μετάβασης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, από τις ανθρακούχες εκπομπές, καθιστώντας δυνατή την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων με σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σε σύγκριση με τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη σημαντική συμβολή αυτών των δραστηριοτήτων στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.

(41)

Συν τοις άλλοις, η έρευνα, η ανάπτυξη και η καινοτομία που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων για τις οποίες θα πρέπει να καθοριστούν τεχνικά κριτήρια ελέγχου σχετικά με τη σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής όσον αφορά τις δικές τους αντίστοιχες επιδόσεις, μπορούν επίσης να έχουν ιδιαίτερη σημασία για την υποστήριξη των διαφόρων αυτών δραστηριοτήτων στην επίτευξη των προτύπων και των κατώτατων ορίων που καθορίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω κριτηρίων.

(42)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή είναι πιθανόν να επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας. Κατά συνέπεια, όλοι οι τομείς θα πρέπει να προσαρμοστούν στον αρνητικό αντίκτυπο του σημερινού και του αναμενόμενου μελλοντικού κλίματος. Ωστόσο, χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι μια οικονομική δραστηριότητα που συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν επιβαρύνει επίσης σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Επομένως, είναι σκόπιμο να καθοριστούν πρώτα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή για τους τομείς και τις οικονομικές δραστηριότητες που καλύπτονται από τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κριτηρίων «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» στους περιβαλλοντικούς στόχους. Οι περιγραφές των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα πρέπει να αντιστοιχούν στο εύρος για το οποίο θα μπορούσαν να καθοριστούν κατάλληλα κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης». Υπό το πρίσμα της ανάγκης να αυξηθεί η συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας στην κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να αναπτυχθούν στο μέλλον τεχνικά κριτήρια ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων σχετικών κριτηρίων «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης», για πρόσθετες οικονομικές δραστηριότητες.

(43)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το ευρύτερο δυνατό φάσμα υποδομών ζωτικής σημασίας, συμπεριλαμβανομένων ιδίως των υποδομών μεταφοράς ή αποθήκευσης ενέργειας, ή των υποδομών μεταφορών, προσαρμόζεται στις αρνητικές επιπτώσεις του σημερινού και του αναμενόμενου μελλοντικού κλίματος, με αποτέλεσμα να αποτρέπονται σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, την ασφάλεια, την προστασία ή την οικονομική ευημερία των πολιτών ή στην αποτελεσματική λειτουργία των κυβερνήσεων στα κράτη μέλη. Παρά ταύτα, ενδέχεται να είναι αναγκαία η επανεξέταση των εν λόγω τεχνικών κριτηρίων ελέγχου, ώστε να ληφθούν καλύτερα υπόψη οι ιδιαιτερότητες των υποδομών για την άμυνα έναντι των πλημμυρών.

(44)

Επιπλέον, θα πρέπει να καθοριστούν επίσης τεχνικά κριτήρια ελέγχου για δραστηριότητες στους τομείς της εκπαίδευσης, της ανθρώπινης υγείας, της κοινωνικής εργασίας, των τεχνών, της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας. Οι δραστηριότητες αυτές παρέχουν βασικές υπηρεσίες και λύσεις για την αύξηση της συλλογικής ανθεκτικότητας ολόκληρης της κοινωνίας και μπορούν να αυξήσουν τον γραμματισμό και την ευαισθητοποίηση όσον αφορά το κλίμα.

(45)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, μέσω της συμπερίληψης λύσεων προσαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, θα πρέπει να στοχεύουν στην αύξηση της ανθεκτικότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων έναντι προσδιορισμένων κλιματικών κινδύνων που είναι ουσιώδεις για τις δραστηριότητες αυτές. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να επιβάλλουν στους οικείους οικονομικούς φορείς την απαίτηση να διενεργούν εκτίμηση των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής και να εφαρμόζουν λύσεις προσαρμογής που να μειώνουν τους σημαντικότερους κινδύνους που εντοπίζονται στην εκτίμηση αυτή. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη τη —σχετιζόμενη με συγκεκριμένο πλαίσιο και συγκεκριμένη τοποθεσία— φύση των αναγκών και λύσεων προσαρμογής. Ακόμη, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να διασφαλίζουν την ακεραιότητα των περιβαλλοντικών και κλιματικών στόχων και δεν θα πρέπει να είναι δυσαναλόγως περιοριστικά ως προς το είδος των λύσεων που εφαρμόζονται. Τα εν λόγω τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη πρόληψης των κλιματικών και καιρικών καταστροφών και την ανάγκη διαχείρισης του κινδύνου τέτοιων καταστροφών, καθώς και διασφάλισης της ανθεκτικότητας των υποδομών ζωτικής σημασίας, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης που αφορά την εκτίμηση των κινδύνων και τον μετριασμό των επιπτώσεων τέτοιων καταστροφών.

(46)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, μέσω της παροχής λύσεων προσαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, θα πρέπει να καθοριστούν για δραστηριότητες μηχανικών και συναφείς υπηρεσίες παροχής τεχνικών συμβουλών που αφορούν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, για την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία, την ασφάλιση κατά ζημιών, που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που σχετίζονται με το κλίμα, και την αντασφάλιση. Οι δραστηριότητες αυτές έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν λύσεις προσαρμογής που συμβάλλουν σημαντικά στην πρόληψη ή τη μείωση του κινδύνου αρνητικών επιπτώσεων του σημερινού και του αναμενόμενου μελλοντικού κλίματος στους ανθρώπους, στη φύση ή στα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να αυξάνεται ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων.

(47)

Στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου θα πρέπει να αναγνωρίζεται ότι ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, με την παροχή λύσεων προσαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, ή με τη συμπερίληψη λύσεων προσαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού. Στα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τις δασοκομικές δραστηριότητες, την αποκατάσταση υγροτόπων, τον προγραμματισμό και τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και για την εκπαίδευση και τις δημιουργικές, καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες θα πρέπει να αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτή. Οι δραστηριότητες αυτές, παρότι θα πρέπει να προσαρμόζονται στις αρνητικές επιπτώσεις του σημερινού και του αναμενόμενου μελλοντικού κλίματος, έχουν επίσης τη δυνατότητα να παρέχουν λύσεις προσαρμογής που συμβάλλουν σημαντικά στην πρόληψη ή τη μείωση του κινδύνου αυτών των αρνητικών επιπτώσεων για τους ανθρώπους, τη φύση ή τα περιουσιακά στοιχεία.

(48)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η οικονομική δραστηριότητα καθίσταται ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή ή παρέχει λύσεις σε άλλες δραστηριότητες ώστε να καταστούν ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή. Όταν μια οικονομική δραστηριότητα καθίσταται ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή, η εφαρμογή φυσικών και μη φυσικών λύσεων που μειώνουν σημαντικά τους σημαντικότερους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους, που είναι ουσιώδεις για την εν λόγω δραστηριότητα, αντιπροσωπεύει τη σημαντική συμβολή της συγκεκριμένης δραστηριότητας στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο μόνον οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, που πραγματοποιούνται για όλα τα στάδια που είναι αναγκαία ώστε να καταστεί η δραστηριότητα ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή, να θεωρούνται ως το ποσοστό των κεφαλαιουχικών και λειτουργικών δαπανών που σχετίζονται με περιουσιακά στοιχεία ή διαδικασίες που συνδέονται με οικονομικές δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται περιβαλλοντικά βιώσιμες, και ότι ο κύκλος εργασιών από την εν λόγω οικονομική δραστηριότητα που έχει καταστεί ανθεκτική δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι προέρχεται από προϊόντα ή υπηρεσίες που συνδέονται με οικονομικές δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται περιβαλλοντικά βιώσιμες. Ωστόσο, όταν η κύρια δραστηριότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων που καθιστούν δυνατή την προσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 συνίσταται στην παροχή τεχνολογιών, προϊόντων, υπηρεσιών, πληροφοριών ή πρακτικών με στόχο την αύξηση του επιπέδου ανθεκτικότητας άλλων προσώπων, της φύσης, της πολιτιστικής κληρονομιάς, των περιουσιακών στοιχείων ή άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων στους φυσικούς κινδύνους για το κλίμα, πέραν των κεφαλαιουχικών δαπανών, ο κύκλος εργασιών που προέρχεται από προϊόντα ή υπηρεσίες που συνδέονται με τις εν λόγω οικονομικές δραστηριότητες θα πρέπει να θεωρείται ως ποσοστό του κύκλου εργασιών που προέρχεται από προϊόντα ή υπηρεσίες που συνδέονται με οικονομικές δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται περιβαλλοντικά βιώσιμες.

(49)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό του κατά πόσον οι οικονομικές δραστηριότητες που συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν επιβαρύνουν σημαντικά κανέναν από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους θα πρέπει να αποσκοπούν στο να διασφαλιστεί ότι η συμβολή σε έναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους δεν αποβαίνει εις βάρος άλλων περιβαλλοντικών στόχων. Τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» διαδραματίζουν, συνεπώς, ουσιώδη ρόλο στη διασφάλιση της περιβαλλοντικής ακεραιότητας της ταξινόμησης των περιβαλλοντικά βιώσιμων δραστηριοτήτων. Τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» για έναν δεδομένο περιβαλλοντικό στόχο θα πρέπει να καθοριστούν για τις δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο να προκαλέσουν σημαντική επιβάρυνση στον συγκεκριμένο στόχο. Τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές απαιτήσεις της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας και να βασίζονται σε αυτές.

(50)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου, με τα οποία διασφαλίζεται ότι οι δραστηριότητες που συμβάλλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν προκαλούν σημαντική επιβάρυνση στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, θα πρέπει να καθοριστούν για τις δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο να παράγουν σημαντικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ενώ έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.

(51)

Η κλιματική αλλαγή είναι πιθανόν να επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας. Επομένως, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου, με τα οποία διασφαλίζεται ότι οι οικονομικές δραστηριότητες που συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής δεν προκαλούν σημαντική επιβάρυνση στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να διασφαλίζουν τον εντοπισμό υφιστάμενων και μελλοντικών κινδύνων που είναι ουσιώδεις για τη δραστηριότητα, καθώς και την εφαρμογή λύσεων προσαρμογής κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται ή να αποφεύγονται πιθανές ζημίες ή επιπτώσεις στη συνέχιση των δραστηριοτήτων.

(52)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη «μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης» στη βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων θα πρέπει να καθοριστούν για όλες τις δραστηριότητες που μπορούν να ενέχουν κίνδυνο για την εν λόγω βιώσιμη χρήση και προστασία. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή του ενδεχομένου να είναι οι δραστηριότητες επιζήμιες για την καλή κατάσταση ή για το καλό οικολογικό δυναμικό των υδατικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων, ή για την καλή περιβαλλοντική κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων, μέσω της απαίτησης να εντοπίζονται και να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι υποβάθμισης του περιβάλλοντος, σύμφωνα με ένα σχέδιο διαχείρισης της χρήσης και της προστασίας των υδάτων.

(53)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη «μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης» στη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στους συγκεκριμένους τομείς, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι οικονομικές δραστηριότητες δεν οδηγούν σε ανεπάρκειες στη χρήση πόρων ή σε εγκλωβισμένα γραμμικά μοντέλα παραγωγής, ότι αποφεύγονται ή μειώνονται τα απόβλητα και, όπου είναι αναπόφευκτα, ότι η διαχείρισή τους γίνεται σύμφωνα με την ιεράρχηση των αποβλήτων. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι οικονομικές δραστηριότητες δεν υπονομεύουν τον στόχο της μετάβασης σε μια κυκλική οικονομία.

(54)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τη «μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης» στην πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις ιδιαιτερότητες του τομέα, για την αντιμετώπιση των σχετικών πηγών και ειδών ρύπανσης στον αέρα, τα ύδατα ή το έδαφος, παραπέμποντας, κατά περίπτωση, στα συμπεράσματα σχετικά με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές βάσει της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14).

(55)

Τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» στην προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων θα πρέπει να καθοριστούν για όλες τις δραστηριότητες που μπορούν να ενέχουν κίνδυνο για την κατάσταση ή τις συνθήκες οικοτόπων, ειδών ή οικοσυστημάτων, και θα πρέπει να προβλέπουν, κατά περίπτωση, τη διενέργεια εκτιμήσεων περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή κατάλληλων εκτιμήσεων, και την εφαρμογή των συμπερασμάτων των εν λόγω εκτιμήσεων. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, ακόμη και αν δεν υπάρχει απαίτηση διενέργειας εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή άλλης κατάλληλης εκτίμησης, οι δραστηριότητες δεν οδηγούν σε όχληση, σύλληψη ή θανάτωση προστατευόμενων εκ του νόμου ειδών ή στην υποβάθμιση προστατευόμενων εκ του νόμου οικοτόπων.

(56)

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου δεν θα πρέπει να θίγουν την απαίτηση συμμόρφωσης με διατάξεις που αφορούν το περιβάλλον, την υγεία, την ασφάλεια και την κοινωνική βιωσιμότητα και προβλέπονται στην ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, ούτε τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων μετριασμού εν προκειμένω, κατά περίπτωση.

(57)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού είναι στενά συνδεδεμένες, δεδομένου ότι αφορούν κριτήρια για τον προσδιορισμό του κατά πόσον μια οικονομική δραστηριότητα συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, και του κατά πόσον η εν λόγω οικονομική δραστηριότητα δεν επιβαρύνει σημαντικά έναν ή περισσότερους από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των διατάξεων αυτών, οι οποίες θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ ταυτόχρονα, ώστε να διευκολυνθεί η διαμόρφωση ολοκληρωμένης εικόνας του νομικού πλαισίου για τα ενδιαφερόμενα μέρη και να διευκολυνθεί η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν οι εν λόγω διατάξεις σε έναν ενιαίο κανονισμό.

(58)

Για να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 εξελίσσεται μαζί με τις εξελίξεις σε επίπεδο τεχνολογίας, αγοράς και πολιτικής, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά και, κατά περίπτωση, να τροποποιείται όσον αφορά τις δραστηριότητες που θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, και τα αντίστοιχα τεχνικά κριτήρια ελέγχου.

(59)

Προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με το άρθρο 10 παράγραφος 6 και το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2022,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν επιβαρύνει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους, που προβλέπονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, καθορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν επιβαρύνει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους, που προβλέπονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, καθορίζονται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2022.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Ιουνίου 2021.

Για την Επιτροπή

εξ ονόματος της Προέδρου,

Mairead McGUINNESS

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13.

(2)  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE—αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς (ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ. 1).

(4)  Το εργαλείο EX-Ante Carbon-balance Tool (EX-ACT) (έκδοση της 4.6.2021: http://www.fao.org/in-action/epic/ex-act-tool/suite-of-tools/ex-act/en/).

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (COM/2019/640 final).

(6)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 Επαναφορά της φύσης στη ζωή μας (COM/2020/380 final).

(7)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Ενίσχυση της κλιματικής φιλοδοξίας της Ευρώπης για το 2030 Επενδύουμε σε ένα κλιματικά ουδέτερο μέλλον προς όφελος των πολιτών μας (COM/2020/562 final).

(8)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Διαμορφώνοντας μια Ευρώπη ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή – η νέα στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (COM(2021) 82 final).

(9)  Μερίδια εκπομπών ανά τομέα που αντιπροσωπεύουν άμεσες εκπομπές και βασίζονται στα στοιχεία της Eurostat από το 2018 και το 2019 (επίπεδο NACE 2), εκτός από τον κατασκευαστικό τομέα που δεν έχει συνδεδεμένο κωδικό NACE και, ως εκ τούτου, οι εκπομπές του εξετάζονται σε διάφορους τομείς (έκδοση της 4.6.2021: https://ec.europa.eu/info/news/new-rules-greener-and-smarter-buildings-will-increase-quality-life-all-europeans-2019-apr-15_en).

(10)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: στρατηγική της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου (COM/2020/663 final).

(11)  Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 82).

(12)  Τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 (ευρωπαϊκός νόμος για το κλίμα), COM/2020/563 final.

(13)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Στρατηγική για βιώσιμη και έξυπνη κινητικότητα – οι ευρωπαϊκές μεταφορές σε τροχιά μέλλοντος (COM/2020/789 final).

(14)  Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και για τον προσδιορισμό του κατά πόσον αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν επιβαρύνει σημαντικά οποιονδήποτε από τους άλλους περιβαλλοντικούς στόχους

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1.

Δασοκομία 16

1.1.

Δάσωση 16

1.2.

Αποκατάσταση και ανανέωση δασών, συμπεριλαμβανομένης της αναδάσωσης και της φυσικής αναγέννησης των δασών έπειτα από ακραίο φαινόμενο 21

1.3.

Διαχείριση δασών 27

1.4.

Δασοκομία διατήρησης 32

2.

Δραστηριότητες προστασίας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος 37

2.1.

Αποκατάσταση υγροτόπων 37

3.

Μεταποίηση 40

3.1.

Παραγωγή τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας 40

3.2.

Κατασκευή εξοπλισμού για την παραγωγή και τη χρήση υδρογόνου 41

3.3.

Παραγωγή τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών για τις μεταφορές 42

3.4.

Κατασκευή μπαταριών 45

3.5.

Κατασκευή εξοπλισμού ενεργειακής απόδοσης για κτίρια 46

3.6.

Παραγωγή άλλων τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών 48

3.7.

Παραγωγή τσιμέντου 49

3.8.

Παραγωγή αλουμινίου 50

3.9.

Παραγωγή σιδήρου και χάλυβα 51

3.10.

Παραγωγή υδρογόνου 53

3.11.

Παραγωγή αιθάλης 54

3.12.

Παραγωγή σόδας 55

3.13.

Παραγωγή χλωρίου 56

3.14.

Παραγωγή οργανικών βασικών χημικών ουσιών 57

3.15.

Παραγωγή άνυδρης αμμωνίας 59

3.16.

Παραγωγή νιτρικού οξέος 60

3.17.

Παραγωγή πλαστικών σε πρωτογενείς μορφές 61

4.

Ενέργεια 62

4.1.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση ηλιακής φωτοβολταϊκής τεχνολογίας 62

4.2.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με τη χρήση τεχνολογίας συγκεντρωτικών κατόπτρων (CSP) 63

4.3.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από αιολική ενέργεια 63

4.4.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τεχνολογίες ωκεάνιας ενέργειας 64

4.5.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από υδροηλεκτρική ενέργεια 65

4.6.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμική ενέργεια 68

4.7.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμα μη ορυκτά αέρια και υγρά καύσιμα 69

4.8.

Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από βιοενέργεια 70

4.9.

Μεταφορά και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας 72

4.10.

Αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας 75

4.11.

Αποθήκευση θερμικής ενέργειας 76

4.12.

Αποθήκευση υδρογόνου 77

4.13.

Παραγωγή βιοαερίου και βιοκαυσίμων για χρήση στις μεταφορές, καθώς και βιορευστών 77

4.14.

Δίκτυα μεταφοράς και διανομής για αέρια από ανανεώσιμες πηγές και αέρια χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών 79

4.15.

Διανομή τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης 79

4.16.

Εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρικών αντλιών θερμότητας 80

4.17.

Συμπαραγωγή θερμότητας/ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από ηλιακή ενέργεια 81

4.18.

Συμπαραγωγή θερμότητας/ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμική ενέργεια 82

4.19.

Συμπαραγωγή θερμότητας/ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμα μη ορυκτά αέρια και υγρά καύσιμα 83

4.20.

Συμπαραγωγή θερμότητας/ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από βιοενέργεια 84

4.21.

Παραγωγή θερμότητας/ψύξης από ηλιακή θερμική ενέργεια 85

4.22.

Παραγωγή θερμότητας/ψύξης από γεωθερμική ενέργεια 86

4.23.

Παραγωγή θερμότητας/ψύξης από ανανεώσιμα μη ορυκτά αέρια και υγρά καύσιμα 87

4.24.

Παραγωγή θερμότητας/ψύξης από βιοενέργεια 88

4.25.

Παραγωγή θερμότητας/ψύξης με χρήση απορριπτόμενης θερμότητας 89

5.

Παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων, διαχείριση αποβλήτων και εξυγίανση 90

5.1.

Κατασκευή, επέκταση και λειτουργία συστημάτων συλλογής, επεξεργασίας και παροχής νερού 90

5.2.

Ανακαίνιση συστημάτων συλλογής, επεξεργασίας και παροχής νερού 91

5.3.

Κατασκευή, επέκταση και λειτουργία συστημάτων συλλογής και επεξεργασίας λυμάτων 92

5.4.

Ανακαίνιση συστημάτων συλλογής και επεξεργασίας λυμάτων 93

5.5.

Συλλογή και μεταφορά μη επικίνδυνων αποβλήτων σε κλάσματα διαχωρισμένα στην πηγή 95

5.6.

Αναερόβια χώνευση ιλύος καθαρισμού λυμάτων 95

5.7.

Αναερόβια χώνευση βιολογικών αποβλήτων 96

5.8.

Κομποστοποίηση βιολογικών αποβλήτων 97

5.9.

Ανάκτηση υλικών από μη επικίνδυνα απόβλητα 98

5.10.

Δέσμευση και χρήση αερίων χώρων υγειονομικής ταφής 99

5.11.

Μεταφορά CO2 100

5.12.

Υπόγεια μόνιμη γεωλογική αποθήκευση CO2 100

6.

Μεταφορές 101

6.1.

Υπεραστικές σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών 101

6.2.

Σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων 102

6.3.

Αστικές και προαστιακές μεταφορές, οδικές μεταφορές επιβατών 103

6.4.

Λειτουργία μηχανικών κατασκευών ατομικής κινητικότητας, εμπορευματικές μεταφορές με ποδήλατο 104

6.5.

Μεταφορές με μοτοσικλέτες, επιβατικά αυτοκίνητα και ελαφρά εμπορικά οχήματα 105

6.6.

Υπηρεσίες οδικών μεταφορών εμπορευμάτων 107

6.7.

Εσωτερικές πλωτές μεταφορές επιβατών 108

6.8.

Εσωτερικές πλωτές μεταφορές εμπορευμάτων 109

6.9.

Εκσυγχρονισμός εσωτερικών πλωτών μεταφορών επιβατών και εμπορευμάτων 110

6.10.

Θαλάσσιες και ακτοπλοϊκές μεταφορές εμπορευμάτων, πλοία για λιμενικές εργασίες και επικουρικές δραστηριότητες 111

6.11.

Θαλάσσιες και ακτοπλοϊκές μεταφορές επιβατών 114

6.12.

Εκσυγχρονισμός θαλάσσιων και ακτοπλοϊκών μεταφορών εμπορευμάτων και επιβατών 116

6.13.

Υποδομές ατομικής κινητικότητας, εμπορευματικών μεταφορών με ποδήλατο 117

6.14.

Υποδομές σιδηροδρομικών μεταφορών 119

6.15.

Υποδομές που διευκολύνουν τις οδικές μεταφορές και τις δημόσιες μεταφορές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών 120

6.16.

Υποδομές που διευκολύνουν τις θαλάσσιες μεταφορές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών 121

6.17.

Αερολιμενικές υποδομές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών 123

7.

Κατασκευαστικές και κτηματομεσιτικές δραστηριότητες 124

7.1.

Κατασκευή νέων κτιρίων 124

7.2.

Ανακαίνιση υφιστάμενων κτιρίων 126

7.3.

Εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού ενεργειακής απόδοσης 128

7.4.

Εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή σταθμών φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων σε κτίρια (και θέσεις στάθμευσης προσαρτημένες σε κτίρια) 129

7.5.

Εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή οργάνων και συσκευών μέτρησης, ρύθμισης και ελέγχου της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων 130

7.6.

Εγκατάσταση, συντήρηση και επισκευή τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας 131

7.7.

Απόκτηση και ιδιοκτησία κτιρίων 132

8.

Πληροφόρηση και επικοινωνία 132

8.1.

Επεξεργασία δεδομένων, φιλοξενία και συναφείς δραστηριότητες 132

8.2.

Λύσεις που βασίζονται στα δεδομένα για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου 134

9.

Επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες 135

9.1.

Έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία κοντά στην αγορά 135

9.2.

Έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία για άμεση δέσμευση του CO2 από τον αέρα 137

9.3.

Επαγγελματικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων 138

Προσάρτημα A

Γενικά κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή 140

Προσάρτημα Β

Γενικά κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» στη βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων 142

Προσάρτημα Γ

Γενικά κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» στην πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης όσον αφορά τη χρήση και την παρουσία χημικών ουσιών 143

Προσάρτημα Δ

Γενικά κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» στην προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων 144

Προσάρτημα Ε

Τεχνικές προδιαγραφές για τις συσκευές νερού 145

1.   ΔΑΣΟΚΟΜΙΑ

1.1.   Δάσωση

Περιγραφή της δραστηριότητας

Δημιουργία δάσους μέσω φύτευσης, σκόπιμης σποράς ή φυσικής αναγέννησης σε εκτάσεις που, μέχρι τότε, είχαν διαφορετική χρήση γης ή δεν χρησιμοποιούνταν. Η δάσωση συνεπάγεται τον μετασχηματισμό της χρήσης της γης από μη δασική έκταση σε δασική έκταση, σύμφωνα με τον ορισμό του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών («FAO») (1) για τη δάσωση, όπου ως δάσος νοείται έκταση που αντιστοιχεί στον ορισμό του δάσους όπως καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, είναι σύμφωνη με τον ορισμό του FAO για το δάσος (2). Η δάσωση μπορεί να καλύπτει παλαιότερη δάσωση, εφόσον πραγματοποιείται κατά την περίοδο μεταξύ της φύτευσης των δέντρων και της χρονικής στιγμής κατά την οποία η χρήση της γης αναγνωρίζεται ως δασική έκταση.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE A2, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας περιορίζονται στους κωδικούς NACE II 02.10, δηλαδή δασοκομία και άλλες δασοκομικές δραστηριότητες, 02.20, δηλαδή υλοτομία, 02.30, δηλαδή συλλογή προϊόντων αυτοφυών φυτών μη ξυλώδους μορφής, και 02.40, δηλαδή υποστηρικτικές προς τη δασοκομία υπηρεσίες.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

1.   Σχέδιο δάσωσης και επακόλουθο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο

1.1.

Η περιοχή στην οποία λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα καλύπτεται από σχέδιο δάσωσης διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, ή της ελάχιστης περιόδου που προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία, το οποίο καταρτίστηκε πριν από την έναρξη της δραστηριότητας και επικαιροποιείται συνεχώς, έως ότου η περιοχή αυτή να αντιστοιχεί στον ορισμό του δάσους που καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, να είναι σύμφωνη με τον ορισμό του FAO για το δάσος.

Το σχέδιο δάσωσης περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία όσον αφορά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της δάσωσης.

1.2

Κατά προτίμηση μέσω του σχεδίου δάσωσης ή, εάν λείπουν πληροφορίες, μέσω οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, παρέχονται λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

περιγραφή της περιοχής σύμφωνα με την καταχώρισή της στο κτηματολόγιο·

β)

προετοιμασία τοποθεσίας και επιπτώσεις της στα προϋπάρχοντα αποθέματα άνθρακα, συμπεριλαμβανομένων των εδαφών και της υπέργειας βιομάζας, με σκοπό την προστασία εδαφών με υψηλά αποθέματα άνθρακα (3)·

γ)

στόχοι διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών περιορισμών·

δ)

γενικές στρατηγικές και δραστηριότητες που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη των στόχων διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των αναμενόμενων δραστηριοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου του δάσους·

ε)

ορισμός του πλαισίου του δασικού οικοτόπου, συμπεριλαμβανομένων των κύριων υφιστάμενων και προβλεπόμενων ειδών δασικών δέντρων, καθώς και της έκτασης και της κατανομής τους·

στ)

δασοσυστάδες, οδοί, δικαιώματα διέλευσης και άλλη πρόσβαση του κοινού, φυσικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των πλωτών οδών, περιοχές που υπόκεινται σε νομικούς και άλλους περιορισμούς·

ζ)

μέτρα που εφαρμόζονται για την επίτευξη και τη διατήρηση της καλής κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων·

η)

συνεκτίμηση κοινωνικών ζητημάτων (μεταξύ άλλων, διατήρηση του τοπίου, διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία)·

θ)

αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με τα δάση, συμπεριλαμβανομένων των δασικών πυρκαγιών, και της εμφάνισης εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών, με στόχο την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο των κινδύνων, και εφαρμογή μέτρων για τη διασφάλιση της προστασίας και της προσαρμογής έναντι εναπομενόντων κινδύνων·

ι)

αξιολόγηση του αντικτύπου στην επισιτιστική ασφάλεια·

ια)

όλα τα κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» σχετικά με τη δάσωση.

1.3.

Όταν η περιοχή καθίσταται δάσος, μετά το σχέδιο δάσωσης ακολουθεί επακόλουθο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία ή, όταν η εθνική νομοθεσία δεν ορίζει σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως αναφέρεται στον ορισμό του FAO για τη «δασική περιοχή με μακροπρόθεσμο σχέδιο διαχείρισης δασών» (4). Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή το ισοδύναμο μέσο καλύπτει περίοδο 10 ετών και άνω και επικαιροποιείται συνεχώς.

1.4

Παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία δεν έχουν ήδη τεκμηριωθεί στο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο σύστημα:

α)

στόχοι διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών περιορισμών (5)·

β)

γενικές στρατηγικές και δραστηριότητες που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη των στόχων διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των αναμενόμενων δραστηριοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου του δάσους·

γ)

ορισμός του πλαισίου του δασικού οικοτόπου, συμπεριλαμβανομένων των κύριων υφιστάμενων και προβλεπόμενων ειδών δασικών δέντρων, καθώς και της έκτασης και της κατανομής τους·

δ)

ορισμός της περιοχής σύμφωνα με την καταχώρισή της στο κτηματολόγιο·

ε)

δασοσυστάδες, οδοί, δικαιώματα διέλευσης και άλλη πρόσβαση του κοινού, φυσικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των πλωτών οδών, περιοχές που υπόκεινται σε νομικούς και άλλους περιορισμούς·

στ)

μέτρα που εφαρμόζονται για τη διατήρηση της καλής κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων·

ζ)

συνεκτίμηση κοινωνικών ζητημάτων (μεταξύ άλλων, διατήρηση του τοπίου, διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία)·

η)

αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με τα δάση, συμπεριλαμβανομένων των δασικών πυρκαγιών, και της εμφάνισης εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών, με στόχο την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο των κινδύνων, και εφαρμογή μέτρων για τη διασφάλιση της προστασίας και της προσαρμογής έναντι εναπομενόντων κινδύνων·

θ)

όλα τα κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» σχετικά με τη διαχείριση των δασών.

1.5.

Η δραστηριότητα ακολουθεί τις βέλτιστες πρακτικές δάσωσης που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία ή, εάν δεν έχουν καθοριστεί τέτοιες βέλτιστες πρακτικές δάσωσης στην εθνική νομοθεσία, η δραστηριότητα πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 807/2014 της Επιτροπής (6)·

β)

η δραστηριότητα ακολουθεί τις «Πανευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές για τη δάσωση και την αναδάσωση με ιδιαίτερη έμφαση στις διατάξεις της UNFCCC» (7).

1.6.

Η δραστηριότητα δεν συνεπάγεται την υποβάθμιση εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα (8).

1.7.

Τα εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης που συνδέεται με τη δραστηριότητα πληροί τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας και νομιμότητας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

1.8.

Το σχέδιο δάσωσης και το επακόλουθο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο προβλέπουν παρακολούθηση η οποία διασφαλίζει την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο σχέδιο, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα που αφορούν την οικεία περιοχή.

2.   Ανάλυση κλιματικών οφελών

2.1.

Για περιοχές που πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

τα μακροπρόθεσμα κλιματικά οφέλη θεωρείται ότι αποδεικνύονται μέσω απόδειξης της εναρμόνισης με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

2.2.

Για περιοχές που δεν πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

το προβλεπόμενο μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου της δραστηριότητας είναι χαμηλότερο από το μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου που προβλέπεται για το βασικό σενάριο, που αναφέρεται στο σημείο 2.2, όπου η έννοια του μακροπρόθεσμου αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ των 100 ετών και της διάρκειας ενός ολόκληρου κύκλου του δάσους.

2.3.

Ο υπολογισμός των κλιματικών οφελών πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου (10). Η ανάλυση κλιματικών οφελών βασίζεται σε διαφανείς, ακριβείς, συνεπείς, πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες, καλύπτει όλες τις δεξαμενές άνθρακα που επηρεάζονται από τη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων της υπέργειας βιομάζας, της υπόγειας βιομάζας, των νεκρών ξύλων, των απορριμμάτων και του εδάφους, βασίζεται στις πιο συντηρητικές παραδοχές για τους υπολογισμούς και περιλαμβάνει κατάλληλες εκτιμήσεις σχετικά με τους κινδύνους αστάθειας και αναστροφών της δέσμευσης άνθρακα, τον κίνδυνο κορεσμού και τον κίνδυνο διαρροής.

β)

οι συνήθεις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών συγκομιδής, είναι μία από τις ακόλουθες:

i)

οι πρακτικές διαχείρισης, όπως καταγράφονται στην τελευταία έκδοση του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου πριν από την έναρξη της δραστηριότητας, εάν υπάρχουν·

ii)

οι πλέον πρόσφατες συνήθεις πρακτικές πριν από την έναρξη της δραστηριότητας·

iii)

οι πρακτικές που αντιστοιχούν σε σύστημα διαχείρισης το οποίο διασφαλίζει τη διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή την ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

γ)

η ευκρίνεια της ανάλυσης είναι ανάλογη με το μέγεθος της σχετικής περιοχής και χρησιμοποιούνται τιμές που αφορούν ειδικά τη σχετική περιοχή.

δ)

οι εκπομπές και απορροφήσεις που οφείλονται σε φυσικές διαταραχές, όπως σε προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες, σε δασικές πυρκαγιές, στον άνεμο, σε ζημιές από θύελλες, και οι οποίες επηρεάζουν την περιοχή και προκαλούν χαμηλές επιδόσεις, δεν οδηγούν σε μη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάλυση κλιματικών οφελών είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου όσον αφορά τις εκπομπές και απορροφήσεις λόγω φυσικών διαταραχών.

2.4.

Οι δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων δεν απαιτείται να διενεργούν ανάλυση κλιματικών οφελών.

3.   Εγγύηση μονιμότητας

3.1.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο χαρακτηρισμός της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα ως δάσους διασφαλίζεται με ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

η περιοχή ταξινομείται στις μόνιμες δασικές εκτάσεις, όπως ορίζονται από τον FAO (11)·

β)

η περιοχή ταξινομείται ως προστατευόμενη περιοχή·

γ)

η περιοχή αποτελεί αντικείμενο νομικής ή συμβατικής εγγύησης με την οποία διασφαλίζεται ότι θα παραμείνει δάσος.

3.2.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται ότι οι μελλοντικές επικαιροποιήσεις του σχεδίου δάσωσης και του επακόλουθου σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου, πέραν της χρηματοδοτούμενης δραστηριότητας, θα εξακολουθήσουν να αποσκοπούν στα κλιματικά οφέλη που καθορίζονται στο σημείο 2. Επιπλέον, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται να αντισταθμίσει τυχόν μείωση των κλιματικών οφελών που καθορίζονται στο σημείο 2 με ισοδύναμα κλιματικά οφέλη που προκύπτουν από την εκτέλεση δραστηριότητας η οποία αντιστοιχεί σε μία από τις δασοκομικές δραστηριότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Έλεγχος

Εντός δύο ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και στη συνέχεια ανά δεκαετία, η συμμόρφωση της δραστηριότητας με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και με τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» επαληθεύεται από έναν από τους ακόλουθους φορείς:

α)

τις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές·

β)

ανεξάρτητο τρίτο φορέα πιστοποίησης, κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρχών ή του φορέα της δραστηριότητας.

Προκειμένου να μειωθεί το κόστος, οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται μαζί με οποιαδήποτε πιστοποίηση των δασών, πιστοποίηση του κλίματος ή άλλον έλεγχο.

Ο ανεξάρτητος τρίτος φορέας πιστοποίησης δεν πρέπει να έχει σύγκρουση συμφερόντων με τον ιδιοκτήτη ή τον χρηματοδότη, ούτε να εμπλέκεται στην ανάπτυξη ή την εκτέλεση της δραστηριότητας.

5.   Ομαδική αξιολόγηση

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» μπορεί να ελέγχεται:

α)

στο επίπεδο της δασικής περιοχής εφοδιασμού (12), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 30) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001·

β)

στο επίπεδο ομάδας εκμεταλλεύσεων που είναι επαρκώς ομοιογενής ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που συνδέεται με την αειφορία της δασικής δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι όλες αυτές οι εκμεταλλεύσεις διατηρούν σταθερή σχέση μεταξύ τους και συμμετέχουν στη δραστηριότητα, καθώς και ότι η ομάδα αυτών των εκμεταλλεύσεων παραμένει ίδια για όλους τους μεταγενέστερους ελέγχους.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2. στοιχείο ια) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Άνευ αντικειμένου.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Μειώνεται η χρήση φυτοφαρμάκων και προτιμώνται εναλλακτικές προσεγγίσεις ή τεχνικές, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν μη χημικές εναλλακτικές λύσεις αντί των φυτοφαρμάκων, σύμφωνα με την οδηγία 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες η χρήση φυτοφαρμάκων είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών.

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας ελαχιστοποιείται η χρήση λιπασμάτων και δεν χρησιμοποιείται κοπριά. Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) ή τους εθνικούς κανόνες για τα λιπάσματα ή τα βελτιωτικά εδάφους για γεωργική χρήση.

Λαμβάνονται επαρκώς τεκμηριωμένα και επαληθεύσιμα μέτρα για την αποφυγή της χρήσης δραστικών συστατικών τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1021 (15) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), στη σύμβαση του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο (17), στη σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο (18), στο πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος (19), καθώς και δραστικών συστατικών τα οποία ταξινομούνται ως κατηγορίας Ια («εξαιρετικά επικίνδυνα») ή Ιβ («λίαν επικίνδυνα») στη συνιστώμενη από την ΠΟΥ ταξινόμηση φυτοφαρμάκων με βάση την επικινδυνότητα (20). Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τη σχετική εθνική νομοθεσία για τα δραστικά συστατικά.

Αποτρέπεται η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους και λαμβάνονται μέτρα καθαρισμού, όταν προκύπτει ρύπανση.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως περιοχές διατήρησης ή σε προστατευόμενους οικοτόπους, η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης για τις συγκεκριμένες περιοχές.

Δεν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης, ή περιοχών που έχουν τεθεί υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την αποκατάσταση των εν λόγω οικοτόπων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2 στοιχείο ια) (Σχέδιο δάσωσης) και στο σημείο 1.4 στοιχείο θ) (Σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο σύστημα) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη διατήρηση και, ενδεχομένως, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές διατάξεις, όπου συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

διασφάλιση της καλής κατάστασης διατήρησης του οικοτόπου και των ειδών, διατήρηση χαρακτηριστικών ειδών οικοτόπων·

β)

αποκλεισμός της χρήσης ή ελευθέρωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών·

γ)

αποκλεισμός της χρήσης μη αυτόχθονων ειδών, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι:

i)

η χρήση του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού οδηγεί σε ευνοϊκές και κατάλληλες συνθήκες οικοσυστήματος (όπως το κλίμα, τα εδαφολογικά κριτήρια και η ζώνη βλάστησης, η ανθεκτικότητα σε δασικές πυρκαγιές)·

ii)

τα αυτόχθονα είδη που υπάρχουν επί του παρόντος στην τοποθεσία δεν είναι πλέον προσαρμοσμένα στις προβλεπόμενες κλιματικές και εδαφοϋδρολογικές συνθήκες·

δ)

διασφάλιση της διατήρησης και της βελτίωσης της φυσικής, χημικής και βιολογικής ποιότητας του εδάφους·

ε)

προώθηση πρακτικών φιλικών προς τη βιοποικιλότητα, οι οποίες ενισχύουν τις φυσικές διεργασίες των δασών·

στ)

αποκλεισμός της μετατροπής οικοσυστημάτων υψηλής βιοποικιλότητας σε οικοσυστήματα μικρότερης βιοποικιλότητας·

ζ)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των συναφών οικοτόπων και ειδών που συνδέονται με το δάσος·

η)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των δομών δασοσυστάδων και διατήρηση ή ενίσχυση των δασοσυστάδων ώριμου σταδίου και του νεκρού ξύλου.

1.2.   Αποκατάσταση και ανανέωση δασών, συμπεριλαμβανομένης της αναδάσωσης και της φυσικής αναγέννησης των δασών έπειτα από ακραίο φαινόμενο

Περιγραφή της δραστηριότητας

Αποκατάσταση και ανανέωση δασών όπως ορίζονται στην εθνική νομοθεσία. Εάν η εθνική νομοθεσία δεν περιέχει τέτοιον ορισμό, η αποκατάσταση και ανανέωση αντιστοιχεί σε ορισμό για τον οποίο υπάρχει ευρεία συμφωνία στην επιστημονική βιβλιογραφία που έχει αξιολογηθεί από ομοτίμους για συγκεκριμένες χώρες, ή σε ορισμό που είναι σύμφωνος με την έννοια που αποδίδει ο FAO στην ανανέωση δασών (21), ή σε ορισμό που είναι σύμφωνος με έναν από τους ορισμούς της οικολογικής αποκατάστασης (22) που εφαρμόζεται στο δάσος, ή στην αποκατάσταση των δασών (23) βάσει της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα (24). Στις οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνονται επίσης δασικές δραστηριότητες που είναι σύμφωνες με τον ορισμό του FAO για την «αναδάσωση» (25) και το «φυσικό αναγεννώμενο δάσος» (26) έπειτα από ακραίο φαινόμενο, όπου το ακραίο φαινόμενο ορίζεται στην εθνική νομοθεσία και, εάν η εθνική νομοθεσία δεν περιέχει τέτοιον ορισμό, είναι σύμφωνο με τον ορισμό της IPCC για το ακραίο καιρικό φαινόμενο (27)· ή έπειτα από δασική πυρκαγιά, όπου η δασική πυρκαγιά ορίζεται στην εθνική νομοθεσία και, εάν η εθνική νομοθεσία δεν περιέχει τέτοιον ορισμό, όπως ορίζεται στο ευρωπαϊκό γλωσσάριο για τις δασικές πυρκαγιές (28).

Οι δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας δεν συνεπάγονται αλλαγή της χρήσης της γης και εκτελούνται σε υποβαθμισμένη έκταση που αντιστοιχεί στον ορισμό του δάσους όπως καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, σύμφωνα με τον ορισμό του FAO για το δάσος (29).

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE A2, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας περιορίζονται στους κωδικούς NACE II 02.10, δηλαδή δασοκομία και άλλες δασοκομικές δραστηριότητες, 02.20, δηλαδή υλοτομία, 02.30, δηλαδή συλλογή προϊόντων αυτοφυών φυτών μη ξυλώδους μορφής, και 02.40, δηλαδή υποστηρικτικές προς τη δασοκομία υπηρεσίες.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

1.   Σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο

1.1.

Η δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε περιοχή που υπόκειται σε σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία ή, όταν η εθνική νομοθεσία δεν ορίζει σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως αναφέρεται στον ορισμό του FAO για τη «δασική περιοχή με μακροπρόθεσμο σχέδιο διαχείρισης δασών» (30).

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή το ισοδύναμο μέσο καλύπτει περίοδο 10 ετών και άνω και επικαιροποιείται συνεχώς.

1.2.

Παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία δεν έχουν ήδη τεκμηριωθεί στο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο σύστημα:

α)

στόχοι διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών περιορισμών (31)·

β)

γενικές στρατηγικές και δραστηριότητες που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη των στόχων διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των αναμενόμενων δραστηριοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου του δάσους·

γ)

ορισμός του πλαισίου του δασικού οικοτόπου, συμπεριλαμβανομένων των κύριων υφιστάμενων και προβλεπόμενων ειδών δασικών δέντρων, καθώς και της έκτασης και της κατανομής τους·

δ)

ορισμός της περιοχής σύμφωνα με την καταχώρισή της στο κτηματολόγιο·

ε)

δασοσυστάδες, οδοί, δικαιώματα διέλευσης και άλλη πρόσβαση του κοινού, φυσικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των πλωτών οδών, περιοχές που υπόκεινται σε νομικούς και άλλους περιορισμούς·

στ)

μέτρα που εφαρμόζονται για τη διατήρηση της καλής κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων·

ζ)

συνεκτίμηση κοινωνικών ζητημάτων (μεταξύ άλλων, διατήρηση του τοπίου, διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία)·

η)

αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με τα δάση, συμπεριλαμβανομένων των δασικών πυρκαγιών, και της εμφάνισης εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών, με στόχο την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο των κινδύνων, και εφαρμογή μέτρων για τη διασφάλιση της προστασίας και της προσαρμογής έναντι εναπομενόντων κινδύνων·

θ)

όλα τα κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» σχετικά με τη διαχείριση των δασών.

1.3.

Η βιωσιμότητα των συστημάτων διαχείρισης δασών, όπως τεκμηριώνεται στο σχέδιο που αναφέρεται στο σημείο 1.1, διασφαλίζεται με επιλογή της πιο φιλόδοξης από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)

η διαχείριση των δασών ανταποκρίνεται στον ισχύοντα εθνικό ορισμό της βιώσιμης διαχείρισης των δασών·

β)

η διαχείριση των δασών ανταποκρίνεται στον ορισμό (32) της Forest Europe για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών και τηρεί τις πανευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές σε επιχειρησιακό επίπεδο για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών (33)·

γ)

το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης πληροί τα κριτήρια αειφορίας των δασών που καθορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 και, από την ημερομηνία εφαρμογής της, είναι σύμφωνο με την εκτελεστική πράξη σχετικά με επιχειρησιακές κατευθύνσεις για την ενέργεια από δασική βιομάζα, που θα εκδοθεί βάσει του άρθρου 29 παράγραφος 8 της εν λόγω οδηγίας.

1.4.

Η δραστηριότητα δεν συνεπάγεται την υποβάθμιση εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα (34).

1.5.

Το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης που συνδέεται με τη δραστηριότητα πληροί τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας και νομιμότητας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 995/2010.

1.6.

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο προβλέπει παρακολούθηση η οποία διασφαλίζει την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο σχέδιο, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα που αφορούν την οικεία περιοχή.

2.   Ανάλυση κλιματικών οφελών

2.1.

Για περιοχές που πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

τα μακροπρόθεσμα κλιματικά οφέλη θεωρείται ότι αποδεικνύονται μέσω απόδειξης της εναρμόνισης με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

2.2.

Για περιοχές που δεν πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

το προβλεπόμενο μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου της δραστηριότητας είναι χαμηλότερο από το μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου που προβλέπεται για το βασικό σενάριο, που αναφέρεται στο σημείο 2.2, όπου η έννοια του μακροπρόθεσμου αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ των 100 ετών και της διάρκειας ενός ολόκληρου κύκλου του δάσους.

2.3.

Ο υπολογισμός των κλιματικών οφελών πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου (35). Η ανάλυση κλιματικών οφελών βασίζεται σε διαφανείς, ακριβείς, συνεπείς, πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες, καλύπτει όλες τις δεξαμενές άνθρακα που επηρεάζονται από τη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων της υπέργειας βιομάζας, της υπόγειας βιομάζας, των νεκρών ξύλων, των απορριμμάτων και του εδάφους, βασίζεται στις πιο συντηρητικές παραδοχές για τους υπολογισμούς και περιλαμβάνει κατάλληλες εκτιμήσεις σχετικά με τους κινδύνους αστάθειας και αναστροφών της δέσμευσης άνθρακα, τον κίνδυνο κορεσμού και τον κίνδυνο διαρροής.

β)

οι συνήθεις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών συγκομιδής, είναι μία από τις ακόλουθες:

i)

οι πρακτικές διαχείρισης, όπως καταγράφονται στην τελευταία έκδοση του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου πριν από την έναρξη της δραστηριότητας, εάν υπάρχουν·

ii)

οι πλέον πρόσφατες συνήθεις πρακτικές πριν από την έναρξη της δραστηριότητας·

iii)

οι πρακτικές που αντιστοιχούν σε σύστημα διαχείρισης το οποίο διασφαλίζει τη διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή την ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

α)

η ευκρίνεια της ανάλυσης είναι ανάλογη με το μέγεθος της σχετικής περιοχής και χρησιμοποιούνται τιμές που αφορούν ειδικά τη σχετική περιοχή.

β)

οι εκπομπές και απορροφήσεις που οφείλονται σε φυσικές διαταραχές, όπως σε προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες, σε δασικές πυρκαγιές, στον άνεμο, σε ζημιές από θύελλες, και οι οποίες επηρεάζουν την περιοχή και προκαλούν χαμηλές επιδόσεις, δεν οδηγούν σε μη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάλυση κλιματικών οφελών είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου όσον αφορά τις εκπομπές και απορροφήσεις λόγω φυσικών διαταραχών.

2.4.

Οι δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων δεν απαιτείται να διενεργούν ανάλυση κλιματικών οφελών.

3.   Εγγύηση μονιμότητας

3.1.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο χαρακτηρισμός της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα ως δάσους διασφαλίζεται με ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

η περιοχή ταξινομείται στις μόνιμες δασικές εκτάσεις, όπως ορίζονται από τον FAO (36)·

β)

η περιοχή ταξινομείται ως προστατευόμενη περιοχή·

γ)

η περιοχή αποτελεί αντικείμενο νομικής ή συμβατικής εγγύησης με την οποία διασφαλίζεται ότι θα παραμείνει δάσος.

3.2.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται ότι οι μελλοντικές επικαιροποιήσεις του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου, πέραν της χρηματοδοτούμενης δραστηριότητας, θα εξακολουθήσουν να αποσκοπούν στα κλιματικά οφέλη που καθορίζονται στο σημείο 2. Επιπλέον, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται να αντισταθμίσει τυχόν μείωση των κλιματικών οφελών που καθορίζονται στο σημείο 2 με ισοδύναμα κλιματικά οφέλη που προκύπτουν από την εκτέλεση δραστηριότητας η οποία αντιστοιχεί σε μία από τις δασοκομικές δραστηριότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Έλεγχος

Εντός δύο ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και στη συνέχεια ανά δεκαετία, η συμμόρφωση της δραστηριότητας με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και με τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» επαληθεύεται από έναν από τους ακόλουθους φορείς:

α)

τις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές·

β)

ανεξάρτητο τρίτο φορέα πιστοποίησης, κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρχών ή του φορέα της δραστηριότητας.

Προκειμένου να μειωθεί το κόστος, οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται μαζί με οποιαδήποτε πιστοποίηση των δασών, πιστοποίηση του κλίματος ή άλλον έλεγχο.

Ο ανεξάρτητος τρίτος φορέας πιστοποίησης δεν πρέπει να έχει σύγκρουση συμφερόντων με τον ιδιοκτήτη ή τον χρηματοδότη, ούτε να εμπλέκεται στην ανάπτυξη ή την εκτέλεση της δραστηριότητας.

5.   Ομαδική αξιολόγηση

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» μπορεί να ελέγχεται:

α)

στο επίπεδο της δασικής περιοχής εφοδιασμού (37), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 30) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001·

β)

στο επίπεδο ομάδας εκμεταλλεύσεων που είναι επαρκώς ομοιογενής ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που συνδέεται με την αειφορία της δασικής δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι όλες αυτές οι εκμεταλλεύσεις διατηρούν σταθερή σχέση μεταξύ τους και συμμετέχουν στη δραστηριότητα, καθώς και ότι η ομάδα αυτών των εκμεταλλεύσεων παραμένει ίδια για όλους τους μεταγενέστερους ελέγχους.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2. στοιχείο θ) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Η αλλαγή που επέρχεται σε επίπεδο δασοκομίας από τη δραστηριότητα στην περιοχή που καλύπτεται από τη δραστηριότητα δεν είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της βιώσιμης προσφοράς πρωτογενούς δασικής βιομάζας κατάλληλης για την κατασκευή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητες μακροπρόθεσμης κυκλικότητας. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποδειχθεί μέσω της ανάλυσης κλιματικών οφελών που αναφέρεται στο σημείο 2).

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Μειώνεται η χρήση φυτοφαρμάκων και προτιμώνται εναλλακτικές προσεγγίσεις ή τεχνικές, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν μη χημικές εναλλακτικές λύσεις αντί των φυτοφαρμάκων, σύμφωνα με την οδηγία 2009/128/ΕΚ, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες η χρήση φυτοφαρμάκων είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών.

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας ελαχιστοποιείται η χρήση λιπασμάτων και δεν χρησιμοποιείται κοπριά. Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1009 ή τους εθνικούς κανόνες για τα λιπάσματα ή τα βελτιωτικά εδάφους για γεωργική χρήση.

Λαμβάνονται επαρκώς τεκμηριωμένα και επαληθεύσιμα μέτρα για την αποφυγή της χρήσης δραστικών συστατικών τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1021 (38), στη σύμβαση του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο, στη σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο, στο πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, καθώς και δραστικών συστατικών τα οποία ταξινομούνται ως κατηγορίας Ια («εξαιρετικά επικίνδυνα») ή Ιβ («λίαν επικίνδυνα») στη συνιστώμενη από την ΠΟΥ ταξινόμηση φυτοφαρμάκων με βάση την επικινδυνότητα. Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τη σχετική εθνική νομοθεσία για τα δραστικά συστατικά.

Αποτρέπεται η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους και λαμβάνονται μέτρα καθαρισμού, όταν προκύπτει ρύπανση.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως περιοχές διατήρησης ή σε προστατευόμενους οικοτόπους, η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης για τις συγκεκριμένες περιοχές.

Δεν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης, ή περιοχών που έχουν τεθεί υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την αποκατάσταση των εν λόγω οικοτόπων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2 στοιχείο θ) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη διατήρηση και, ενδεχομένως, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές διατάξεις, όπου συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

διασφάλιση της καλής κατάστασης διατήρησης του οικοτόπου και των ειδών, διατήρηση χαρακτηριστικών ειδών οικοτόπων·

β)

αποκλεισμός της χρήσης ή ελευθέρωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών·

γ)

αποκλεισμός της χρήσης μη αυτόχθονων ειδών, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι:

i)

η χρήση του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού οδηγεί σε ευνοϊκές και κατάλληλες συνθήκες οικοσυστήματος (όπως το κλίμα, τα εδαφολογικά κριτήρια και η ζώνη βλάστησης, η ανθεκτικότητα σε δασικές πυρκαγιές)·

ii)

τα αυτόχθονα είδη που υπάρχουν επί του παρόντος στην τοποθεσία δεν είναι πλέον προσαρμοσμένα στις προβλεπόμενες κλιματικές και εδαφοϋδρολογικές συνθήκες·

δ)

διασφάλιση της διατήρησης και της βελτίωσης της φυσικής, χημικής και βιολογικής ποιότητας του εδάφους·

ε)

προώθηση πρακτικών φιλικών προς τη βιοποικιλότητα, οι οποίες ενισχύουν τις φυσικές διεργασίες των δασών·

στ)

αποκλεισμός της μετατροπής οικοσυστημάτων υψηλής βιοποικιλότητας σε οικοσυστήματα μικρότερης βιοποικιλότητας·

ζ)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των συναφών οικοτόπων και ειδών που συνδέονται με το δάσος·

η)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των δομών δασοσυστάδων και διατήρηση ή ενίσχυση των δασοσυστάδων ώριμου σταδίου και του νεκρού ξύλου.

1.3.   Διαχείριση δασών

Περιγραφή της δραστηριότητας

Η διαχείριση δασών όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία. Εάν η εθνική νομοθεσία δεν περιέχει τέτοιον ορισμό, η διαχείριση των δασών αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα προκύπτει από σύστημα που εφαρμόζεται σε δάσος το οποίο επηρεάζει τις οικολογικές, οικονομικές ή κοινωνικές λειτουργίες του δάσους. Η διαχείριση δασών δεν συνεπάγεται αλλαγή της χρήσης της γης και εκτελείται σε έκταση που αντιστοιχεί στον ορισμό του δάσους όπως καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, είναι σύμφωνη με τον ορισμό του FAO για το δάσος (39).

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE A2, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας περιορίζονται στους κωδικούς NACE II 02.10, δηλαδή δασοκομία και άλλες δασοκομικές δραστηριότητες, 02.20, δηλαδή υλοτομία, 02.30, δηλαδή συλλογή προϊόντων αυτοφυών φυτών μη ξυλώδους μορφής, και 02.40, δηλαδή υποστηρικτικές προς τη δασοκομία υπηρεσίες.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

1.   Σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο

1.1.

Η δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε περιοχή που υπόκειται σε σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία ή, όταν η εθνική νομοθεσία δεν ορίζει σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως αναφέρεται στον ορισμό του FAO για τη «δασική περιοχή με μακροπρόθεσμο σχέδιο διαχείρισης δασών» (40).

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο καλύπτει περίοδο 10 ετών και άνω και επικαιροποιείται συνεχώς.

1.2.

Παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία δεν έχουν ήδη τεκμηριωθεί στο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο σύστημα:

α)

στόχοι διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών περιορισμών (41)·

β)

γενικές στρατηγικές και δραστηριότητες που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη των στόχων διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των αναμενόμενων δραστηριοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου του δάσους·

γ)

ορισμός του πλαισίου του δασικού οικοτόπου, συμπεριλαμβανομένων των κύριων υφιστάμενων και προβλεπόμενων ειδών δασικών δέντρων, καθώς και της έκτασης και της κατανομής τους·

δ)

ορισμός της περιοχής σύμφωνα με την καταχώρισή της στο κτηματολόγιο·

ε)

δασοσυστάδες, οδοί, δικαιώματα διέλευσης και άλλη πρόσβαση του κοινού, φυσικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των πλωτών οδών, περιοχές που υπόκεινται σε νομικούς και άλλους περιορισμούς·

στ)

μέτρα που εφαρμόζονται για τη διατήρηση της καλής κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων·

ζ)

συνεκτίμηση κοινωνικών ζητημάτων (μεταξύ άλλων, διατήρηση του τοπίου, διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία)·

η)

αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με τα δάση, συμπεριλαμβανομένων των δασικών πυρκαγιών, και της εμφάνισης εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών, με στόχο την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο των κινδύνων, και εφαρμογή μέτρων για τη διασφάλιση της προστασίας και της προσαρμογής έναντι εναπομενόντων κινδύνων·

θ)

όλα τα κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» σχετικά με τη διαχείριση των δασών.

1.3.

Η βιωσιμότητα των συστημάτων διαχείρισης δασών, όπως τεκμηριώνεται στο σχέδιο που αναφέρεται στο σημείο 1.1, διασφαλίζεται με επιλογή της πιο φιλόδοξης από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)

η διαχείριση των δασών ανταποκρίνεται στον ισχύοντα εθνικό ορισμό της βιώσιμης διαχείρισης των δασών·

β)

η διαχείριση των δασών ανταποκρίνεται στον ορισμό (42) της Forest Europe για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών και τηρεί τις πανευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές σε επιχειρησιακό επίπεδο για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών (43)·

γ)

το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης πληροί τα κριτήρια αειφορίας των δασών που καθορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 και, από την ημερομηνία εφαρμογής της, είναι σύμφωνο με την εκτελεστική πράξη σχετικά με επιχειρησιακές κατευθύνσεις για την ενέργεια από δασική βιομάζα, που θα εκδοθεί βάσει του άρθρου 29 παράγραφος 8 της εν λόγω οδηγίας.

1.4.

Η δραστηριότητα δεν συνεπάγεται την υποβάθμιση εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα (44).

1.5.

Το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης που συνδέεται με τη δραστηριότητα πληροί τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας και νομιμότητας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 995/2010.

1.6.

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο προβλέπει παρακολούθηση η οποία διασφαλίζει την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο σχέδιο, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα που αφορούν την οικεία περιοχή.

2.   Ανάλυση κλιματικών οφελών

2.1.

Για περιοχές που πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

τα μακροπρόθεσμα κλιματικά οφέλη θεωρείται ότι αποδεικνύονται μέσω απόδειξης της εναρμόνισης με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

2.2.

Για περιοχές που δεν πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

το προβλεπόμενο μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου της δραστηριότητας είναι χαμηλότερο από το μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου που προβλέπεται για το βασικό σενάριο, που αναφέρεται στο σημείο 2.2, όπου η έννοια του μακροπρόθεσμου αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ των 100 ετών και της διάρκειας ενός ολόκληρου κύκλου του δάσους.

2.3.

Ο υπολογισμός των κλιματικών οφελών πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου (45). Η ανάλυση κλιματικών οφελών βασίζεται σε διαφανείς, ακριβείς, συνεπείς, πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες, καλύπτει όλες τις δεξαμενές άνθρακα που επηρεάζονται από τη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων της υπέργειας βιομάζας, της υπόγειας βιομάζας, των νεκρών ξύλων, των απορριμμάτων και του εδάφους, βασίζεται στις πιο συντηρητικές παραδοχές για τους υπολογισμούς και περιλαμβάνει κατάλληλες εκτιμήσεις σχετικά με τους κινδύνους αστάθειας και αναστροφών της δέσμευσης άνθρακα, τον κίνδυνο κορεσμού και τον κίνδυνο διαρροής.

β)

οι συνήθεις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών συγκομιδής, είναι μία από τις ακόλουθες:

i)

οι πρακτικές διαχείρισης, όπως καταγράφονται στην τελευταία έκδοση του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου πριν από την έναρξη της δραστηριότητας, εάν υπάρχουν·

ii)

οι πλέον πρόσφατες συνήθεις πρακτικές πριν από την έναρξη της δραστηριότητας·

iii)

οι πρακτικές που αντιστοιχούν σε σύστημα διαχείρισης το οποίο διασφαλίζει τη διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή την ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

γ)

η ευκρίνεια της ανάλυσης είναι ανάλογη με το μέγεθος της σχετικής περιοχής και χρησιμοποιούνται τιμές που αφορούν ειδικά τη σχετική περιοχή.

δ)

οι εκπομπές και απορροφήσεις που οφείλονται σε φυσικές διαταραχές, όπως σε προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες, σε δασικές πυρκαγιές, στον άνεμο, σε ζημιές από θύελλες, και οι οποίες επηρεάζουν την περιοχή και προκαλούν χαμηλές επιδόσεις, δεν οδηγούν σε μη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάλυση κλιματικών οφελών είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου όσον αφορά τις εκπομπές και απορροφήσεις λόγω φυσικών διαταραχών.

2.4.

Οι δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων δεν απαιτείται να διενεργούν ανάλυση κλιματικών οφελών.

3.   Εγγύηση μονιμότητας

3.1.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο χαρακτηρισμός της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα ως δάσους διασφαλίζεται με ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

η περιοχή ταξινομείται στις μόνιμες δασικές εκτάσεις, όπως ορίζονται από τον FAO (46)·

β)

η περιοχή ταξινομείται ως προστατευόμενη περιοχή·

γ)

η περιοχή αποτελεί αντικείμενο νομικής ή συμβατικής εγγύησης με την οποία διασφαλίζεται ότι θα παραμείνει δάσος.

3.2.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται ότι οι μελλοντικές επικαιροποιήσεις του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου, πέραν της χρηματοδοτούμενης δραστηριότητας, θα εξακολουθήσουν να αποσκοπούν στα κλιματικά οφέλη που καθορίζονται στο σημείο 2. Επιπλέον, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται να αντισταθμίσει τυχόν μείωση των κλιματικών οφελών που καθορίζονται στο σημείο 2 με ισοδύναμα κλιματικά οφέλη που προκύπτουν από την εκτέλεση δραστηριότητας η οποία αντιστοιχεί σε μία από τις δασοκομικές δραστηριότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Έλεγχος

Εντός δύο ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και στη συνέχεια ανά δεκαετία, η συμμόρφωση της δραστηριότητας με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και με τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» επαληθεύεται από έναν από τους ακόλουθους φορείς:

α)

τις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές·

β)

ανεξάρτητο τρίτο φορέα πιστοποίησης, κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρχών ή του φορέα της δραστηριότητας.

Προκειμένου να μειωθεί το κόστος, οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται μαζί με οποιαδήποτε πιστοποίηση των δασών, πιστοποίηση του κλίματος ή άλλον έλεγχο.

Ο ανεξάρτητος τρίτος φορέας πιστοποίησης δεν πρέπει να έχει σύγκρουση συμφερόντων με τον ιδιοκτήτη ή τον χρηματοδότη, ούτε να εμπλέκεται στην ανάπτυξη ή την εκτέλεση της δραστηριότητας.

5.   Ομαδική αξιολόγηση

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» μπορεί να ελέγχεται:

α)

στο επίπεδο της δασικής περιοχής εφοδιασμού (47), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 30) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001·

β)

στο επίπεδο ομάδας εκμεταλλεύσεων που είναι επαρκώς ομοιογενής ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που συνδέεται με την αειφορία της δασικής δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι όλες αυτές οι εκμεταλλεύσεις διατηρούν σταθερή σχέση μεταξύ τους και συμμετέχουν στη δραστηριότητα, καθώς και ότι η ομάδα αυτών των εκμεταλλεύσεων παραμένει ίδια για όλους τους μεταγενέστερους ελέγχους.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2. στοιχείο θ) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Η αλλαγή που επέρχεται σε επίπεδο δασοκομίας από τη δραστηριότητα στην περιοχή που καλύπτεται από τη δραστηριότητα δεν είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της βιώσιμης προσφοράς πρωτογενούς δασικής βιομάζας κατάλληλης για την κατασκευή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητες μακροπρόθεσμης κυκλικότητας. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποδειχθεί μέσω της ανάλυσης κλιματικών οφελών που αναφέρεται στο σημείο 2).

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Μειώνεται η χρήση φυτοφαρμάκων και προτιμώνται εναλλακτικές προσεγγίσεις ή τεχνικές, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν μη χημικές εναλλακτικές λύσεις αντί των φυτοφαρμάκων, σύμφωνα με την οδηγία 2009/128/ΕΚ, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες η χρήση φυτοφαρμάκων είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών.

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας ελαχιστοποιείται η χρήση λιπασμάτων και δεν χρησιμοποιείται κοπριά. Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1009 ή τους εθνικούς κανόνες για τα λιπάσματα ή τα βελτιωτικά εδάφους για γεωργική χρήση.

Λαμβάνονται επαρκώς τεκμηριωμένα και επαληθεύσιμα μέτρα για την αποφυγή της χρήσης δραστικών συστατικών τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1021 (48), στη σύμβαση του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο, στη σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο, στο πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, καθώς και δραστικών συστατικών τα οποία ταξινομούνται ως κατηγορίας Ια («εξαιρετικά επικίνδυνα») ή Ιβ («λίαν επικίνδυνα») στη συνιστώμενη από την ΠΟΥ ταξινόμηση φυτοφαρμάκων με βάση την επικινδυνότητα (49). Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τη σχετική εθνική νομοθεσία για τα δραστικά συστατικά.

Αποτρέπεται η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους και λαμβάνονται μέτρα καθαρισμού, όταν προκύπτει ρύπανση.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως περιοχές διατήρησης ή σε προστατευόμενους οικοτόπους, η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης για τις συγκεκριμένες περιοχές.

Δεν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης, ή περιοχών που έχουν τεθεί υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την αποκατάσταση των εν λόγω οικοτόπων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2 στοιχείο θ) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη διατήρηση και, ενδεχομένως, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές διατάξεις, όπου συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

διασφάλιση της καλής κατάστασης διατήρησης του οικοτόπου και των ειδών, διατήρηση χαρακτηριστικών ειδών οικοτόπων·

β)

αποκλεισμός της χρήσης ή ελευθέρωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών·

γ)

αποκλεισμός της χρήσης μη αυτόχθονων ειδών, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι:

i)

η χρήση του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού οδηγεί σε ευνοϊκές και κατάλληλες συνθήκες οικοσυστήματος (όπως το κλίμα, τα εδαφολογικά κριτήρια και η ζώνη βλάστησης, η ανθεκτικότητα σε δασικές πυρκαγιές)·

ii)

τα αυτόχθονα είδη που υπάρχουν επί του παρόντος στην τοποθεσία δεν είναι πλέον προσαρμοσμένα στις προβλεπόμενες κλιματικές και εδαφοϋδρολογικές συνθήκες·

δ)

διασφάλιση της διατήρησης και της βελτίωσης της φυσικής, χημικής και βιολογικής ποιότητας του εδάφους·

ε)

προώθηση πρακτικών φιλικών προς τη βιοποικιλότητα, οι οποίες ενισχύουν τις φυσικές διεργασίες των δασών·

στ)

αποκλεισμός της μετατροπής οικοσυστημάτων υψηλής βιοποικιλότητας σε οικοσυστήματα μικρότερης βιοποικιλότητας·

ζ)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των συναφών οικοτόπων και ειδών που συνδέονται με το δάσος·

η)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των δομών δασοσυστάδων και διατήρηση ή ενίσχυση των δασοσυστάδων ώριμου σταδίου και του νεκρού ξύλου.

1.4.   Δασοκομία διατήρησης

Περιγραφή της δραστηριότητας

Δραστηριότητες διαχείρισης δασών με στόχο τη διατήρηση ενός ή περισσότερων οικοτόπων ή ειδών. Η δασοκομία διατήρησης δεν συνεπάγεται αλλαγή της κατηγορίας γης και εκτελείται σε έκταση που αντιστοιχεί στον ορισμό του δάσους όπως καθορίζεται στην εθνική νομοθεσία, ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιος ορισμός, είναι σύμφωνη με τον ορισμό του FAO για το δάσος (50).

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE A2, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας περιορίζονται στους κωδικούς NACE II 02.10, δηλαδή δασοκομία και άλλες δασοκομικές δραστηριότητες, 02.20, δηλαδή υλοτομία, 02.30, δηλαδή συλλογή προϊόντων αυτοφυών φυτών μη ξυλώδους μορφής, και 02.40, δηλαδή υποστηρικτικές προς τη δασοκομία υπηρεσίες.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

1.   Σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο

1.1.

Η δραστηριότητα λαμβάνει χώρα σε περιοχή που υπόκειται σε σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο, όπως ορίζεται στην εθνική νομοθεσία ή, όταν η εθνική νομοθεσία δεν ορίζει σχέδιο διαχείρισης δασών, όπως αναφέρεται στον ορισμό του FAO για τη «δασική περιοχή με μακροπρόθεσμο σχέδιο διαχείρισης δασών» (51).

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή το ισοδύναμο μέσο καλύπτει περίοδο 10 ετών και άνω και επικαιροποιείται συνεχώς.

1.2.

Παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία δεν έχουν ήδη τεκμηριωθεί στο σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο σύστημα:

α)

στόχοι διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών περιορισμών·

β)

γενικές στρατηγικές και δραστηριότητες που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη των στόχων διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των αναμενόμενων δραστηριοτήτων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου του δάσους·

γ)

ορισμός του πλαισίου του δασικού οικοτόπου, των κύριων υφιστάμενων και προβλεπόμενων ειδών δασικών δέντρων, καθώς και της έκτασης και της κατανομής τους, σύμφωνα με το πλαίσιο του τοπικού δασικού οικοσυστήματος·

δ)

ορισμός της περιοχής σύμφωνα με την καταχώρισή της στο κτηματολόγιο·

ε)

δασοσυστάδες, οδοί, δικαιώματα διέλευσης και άλλη πρόσβαση του κοινού, φυσικά χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένων των πλωτών οδών, περιοχές που υπόκεινται σε νομικούς και άλλους περιορισμούς·

στ)

μέτρα που εφαρμόζονται για τη διατήρηση της καλής κατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων·

ζ)

συνεκτίμηση κοινωνικών ζητημάτων (μεταξύ άλλων, διατήρηση του τοπίου, διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία)·

η)

αξιολόγηση των κινδύνων που σχετίζονται με τα δάση, συμπεριλαμβανομένων των δασικών πυρκαγιών, και της εμφάνισης εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών, με στόχο την πρόληψη, τη μείωση και τον έλεγχο των κινδύνων, και εφαρμογή μέτρων για τη διασφάλιση της προστασίας και της προσαρμογής έναντι εναπομενόντων κινδύνων·

θ)

όλα τα κριτήρια «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» σχετικά με τη διαχείριση των δασών.

1.3.

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή το ισοδύναμο μέσο:

α)

παρουσιάζει έναν πρωταρχικό καθορισμένο στόχο (52) ο οποίος συνίσταται στην προστασία του εδάφους και των υδάτων (53), στη διατήρηση της βιοποικιλότητας (54) ή στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών (55), βάσει των ορισμών του FAO·

β)

προωθεί πρακτικές φιλικές προς τη βιοποικιλότητα, οι οποίες ενισχύουν τις φυσικές διεργασίες των δασών·

γ)

περιλαμβάνει ανάλυση:

i)

των επιπτώσεων και των πιέσεων στη διατήρηση των οικοτόπων και στην ποικιλομορφία των συναφών οικοτόπων·

ii)

των συνθηκών υλοτόμησης με ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στο έδαφος·

iii)

άλλων δραστηριοτήτων που έχουν αντίκτυπο στους στόχους διατήρησης, όπως η θήρα και η αλιεία, οι γεωργικές, κτηνοτροφικές και δασοκομικές δραστηριότητες, οι βιομηχανικές, εξορυκτικές και εμπορικές δραστηριότητες.

1.4.

Η βιωσιμότητα του συστήματος διαχείρισης δασών, όπως τεκμηριώνεται στο σχέδιο που αναφέρεται στο σημείο 1.1, διασφαλίζεται με επιλογή της πιο φιλόδοξης από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)

η διαχείριση των δασών ανταποκρίνεται στον εθνικό ορισμό της βιώσιμης διαχείρισης των δασών, εάν υπάρχει·

β)

η διαχείριση των δασών ανταποκρίνεται στον ορισμό (56) της Forest Europe για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών και τηρεί τις πανευρωπαϊκές επιχειρησιακές κατευθυντήριες γραμμές για τη βιώσιμη διαχείριση των δασών (57)·

γ)

το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης πληροί τα κριτήρια αειφορίας των δασών όπως καθορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 και, από την ημερομηνία εφαρμογής της, είναι σύμφωνο με την εκτελεστική πράξη σχετικά με επιχειρησιακές κατευθύνσεις για την ενέργεια από δασική βιομάζα, που θα εκδοθεί βάσει του άρθρου 29 παράγραφος 8 της εν λόγω οδηγίας.

1.5.

Η δραστηριότητα δεν συνεπάγεται την υποβάθμιση εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα (58).

1.6.

Το εφαρμοζόμενο σύστημα διαχείρισης που συνδέεται με τη δραστηριότητα πληροί τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας και νομιμότητας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 995/2010.

1.7.

Το σχέδιο διαχείρισης δασών ή ισοδύναμο μέσο προβλέπει παρακολούθηση η οποία διασφαλίζει την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο σχέδιο, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα που αφορούν την οικεία περιοχή.

2.   Ανάλυση κλιματικών οφελών

2.1.

Για περιοχές που πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

τα μακροπρόθεσμα κλιματικά οφέλη θεωρείται ότι αποδεικνύονται μέσω απόδειξης της εναρμόνισης με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

2.2.

Για περιοχές που δεν πληρούν τις απαιτήσεις σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

το προβλεπόμενο μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου της δραστηριότητας είναι χαμηλότερο από το μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου που προβλέπεται για το βασικό σενάριο, που αναφέρεται στο σημείο 2.2, όπου η έννοια του μακροπρόθεσμου αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ των 100 ετών και της διάρκειας ενός ολόκληρου κύκλου του δάσους.

2.3.

Ο υπολογισμός των κλιματικών οφελών πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου (59). Η ανάλυση κλιματικών οφελών βασίζεται σε διαφανείς, ακριβείς, συνεπείς, πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες, καλύπτει όλες τις δεξαμενές άνθρακα που επηρεάζονται από τη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων της υπέργειας βιομάζας, της υπόγειας βιομάζας, των νεκρών ξύλων, των απορριμμάτων και του εδάφους, βασίζεται στις πιο συντηρητικές παραδοχές για τους υπολογισμούς και περιλαμβάνει κατάλληλες εκτιμήσεις σχετικά με τους κινδύνους αστάθειας και αναστροφών της δέσμευσης άνθρακα, τον κίνδυνο κορεσμού και τον κίνδυνο διαρροής.

β)

οι συνήθεις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών συγκομιδής, είναι μία από τις ακόλουθες:

i)

οι πρακτικές διαχείρισης, όπως καταγράφονται στην τελευταία έκδοση του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου πριν από την έναρξη της δραστηριότητας, εάν υπάρχουν·

ii)

οι πλέον πρόσφατες συνήθεις πρακτικές πριν από την έναρξη της δραστηριότητας·

iii)

οι πρακτικές που αντιστοιχούν σε σύστημα διαχείρισης το οποίο διασφαλίζει τη διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή την ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

γ)

η ευκρίνεια της ανάλυσης είναι ανάλογη με το μέγεθος της σχετικής περιοχής και χρησιμοποιούνται τιμές που αφορούν ειδικά τη σχετική περιοχή.

δ)

οι εκπομπές και απορροφήσεις που οφείλονται σε φυσικές διαταραχές, όπως σε προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες, σε δασικές πυρκαγιές, στον άνεμο, σε ζημιές από θύελλες, και οι οποίες επηρεάζουν την περιοχή και προκαλούν χαμηλές επιδόσεις, δεν οδηγούν σε μη συμμόρφωση με τα κριτήρια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάλυση κλιματικών οφελών είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου όσον αφορά τις εκπομπές και απορροφήσεις λόγω φυσικών διαταραχών.

2.4.

Οι δασικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 13 εκταρίων δεν απαιτείται να διενεργούν ανάλυση κλιματικών οφελών.

3.   Εγγύηση μονιμότητας

3.1.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο χαρακτηρισμός της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα ως δάσους διασφαλίζεται με ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

η περιοχή ταξινομείται στις μόνιμες δασικές εκτάσεις, όπως ορίζονται από τον FAO (60)·

β)

η περιοχή ταξινομείται ως προστατευόμενη περιοχή·

γ)

η περιοχή αποτελεί αντικείμενο νομικής ή συμβατικής εγγύησης με την οποία διασφαλίζεται ότι θα παραμείνει δάσος.

3.2.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται ότι οι μελλοντικές επικαιροποιήσεις του σχεδίου διαχείρισης δασών ή ισοδύναμου μέσου, πέραν της χρηματοδοτούμενης δραστηριότητας, θα εξακολουθήσουν να αποσκοπούν στα κλιματικά οφέλη που καθορίζονται στο σημείο 2. Επιπλέον, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται να αντισταθμίσει τυχόν μείωση των κλιματικών οφελών που καθορίζονται στο σημείο 2 με ισοδύναμα κλιματικά οφέλη που προκύπτουν από την εκτέλεση δραστηριότητας η οποία αντιστοιχεί σε μία από τις δασοκομικές δραστηριότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Έλεγχος

Εντός δύο ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και στη συνέχεια ανά δεκαετία, η συμμόρφωση της δραστηριότητας με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και με τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» επαληθεύεται από έναν από τους ακόλουθους φορείς:

α)

τις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές·

β)

ανεξάρτητο τρίτο φορέα πιστοποίησης, κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρχών ή του φορέα της δραστηριότητας.

Προκειμένου να μειωθεί το κόστος, οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται μαζί με οποιαδήποτε πιστοποίηση των δασών, πιστοποίηση του κλίματος ή άλλον έλεγχο.

Ο ανεξάρτητος τρίτος φορέας πιστοποίησης δεν πρέπει να έχει σύγκρουση συμφερόντων με τον ιδιοκτήτη ή τον χρηματοδότη, ούτε να εμπλέκεται στην ανάπτυξη ή την εκτέλεση της δραστηριότητας.

5.   Ομαδική αξιολόγηση

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» μπορεί να ελέγχεται:

α)

στο επίπεδο της δασικής περιοχής εφοδιασμού (61), όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 30) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001·

β)

στο επίπεδο ομάδας δασικών εκμεταλλεύσεων που είναι επαρκώς ομοιογενής ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που συνδέεται με την αειφορία της δασικής δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι όλες αυτές οι εκμεταλλεύσεις διατηρούν σταθερή σχέση μεταξύ τους και συμμετέχουν στη δραστηριότητα, καθώς και ότι η ομάδα αυτών των εκμεταλλεύσεων παραμένει ίδια για όλους τους μεταγενέστερους ελέγχους.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2. στοιχείο θ) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη συμμόρφωση με τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Η αλλαγή που επέρχεται σε επίπεδο δασοκομίας από τη δραστηριότητα στην περιοχή που καλύπτεται από τη δραστηριότητα δεν είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σημαντική μείωση της βιώσιμης προσφοράς πρωτογενούς δασικής βιομάζας κατάλληλης για την κατασκευή προϊόντων ξυλείας με δυνατότητες μακροπρόθεσμης κυκλικότητας. Το κριτήριο αυτό μπορεί να αποδειχθεί μέσω της ανάλυσης κλιματικών οφελών που αναφέρεται στο σημείο 2).

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας δεν χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα ούτε λιπάσματα.

Λαμβάνονται επαρκώς τεκμηριωμένα και επαληθεύσιμα μέτρα για την αποφυγή της χρήσης δραστικών συστατικών τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1021 (62), στη σύμβαση του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο, στη σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο, στο πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, καθώς και δραστικών συστατικών τα οποία ταξινομούνται ως κατηγορίας Ια («εξαιρετικά επικίνδυνα») ή Ιβ («λίαν επικίνδυνα») στη συνιστώμενη από την ΠΟΥ ταξινόμηση φυτοφαρμάκων με βάση την επικινδυνότητα (63). Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τη σχετική εθνική νομοθεσία για τα δραστικά συστατικά.

Αποτρέπεται η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους και λαμβάνονται μέτρα καθαρισμού, όταν προκύπτει ρύπανση.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως περιοχές διατήρησης ή σε προστατευόμενους οικοτόπους, η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης για τις συγκεκριμένες περιοχές.

Δεν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης, ή περιοχών που έχουν τεθεί υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την αποκατάσταση των εν λόγω οικοτόπων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Στις λεπτομερείς πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 1.2 στοιχείο θ) περιλαμβάνονται διατάξεις για τη διατήρηση και, ενδεχομένως, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές διατάξεις, όπου συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

διασφάλιση της καλής κατάστασης διατήρησης του οικοτόπου και των ειδών, διατήρηση χαρακτηριστικών ειδών οικοτόπων·

β)

αποκλεισμός της χρήσης ή ελευθέρωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών·

γ)

αποκλεισμός της χρήσης μη αυτόχθονων ειδών, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι:

i)

η χρήση του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού οδηγεί σε ευνοϊκές και κατάλληλες συνθήκες οικοσυστήματος (όπως το κλίμα, τα εδαφολογικά κριτήρια και η ζώνη βλάστησης, η ανθεκτικότητα σε δασικές πυρκαγιές)·

ii)

τα αυτόχθονα είδη που υπάρχουν επί του παρόντος στην τοποθεσία δεν είναι πλέον προσαρμοσμένα στις προβλεπόμενες κλιματικές και εδαφοϋδρολογικές συνθήκες·

δ)

διασφάλιση της διατήρησης και της βελτίωσης της φυσικής, χημικής και βιολογικής ποιότητας του εδάφους·

ε)

προώθηση πρακτικών φιλικών προς τη βιοποικιλότητα, οι οποίες ενισχύουν τις φυσικές διεργασίες των δασών·

στ)

αποκλεισμός της μετατροπής οικοσυστημάτων υψηλής βιοποικιλότητας σε οικοσυστήματα μικρότερης βιοποικιλότητας·

ζ)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των συναφών οικοτόπων και ειδών που συνδέονται με το δάσος·

η)

διασφάλιση της ποικιλομορφίας των δομών δασοσυστάδων και διατήρηση ή ενίσχυση των δασοσυστάδων ώριμου σταδίου και του νεκρού ξύλου.

2.   ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

2.1.   Αποκατάσταση υγροτόπων

Περιγραφή της δραστηριότητας

Η αποκατάσταση υγροτόπων αναφέρεται σε οικονομικές δραστηριότητες που προωθούν την επαναφορά στις αρχικές συνθήκες των υγροτόπων και σε οικονομικές δραστηριότητες που βελτιώνουν τις λειτουργίες των υγροτόπων, χωρίς απαραιτήτως να προωθούν την επαναφορά σε συνθήκες προ της διαταραχής, όπου ως υγρότοποι νοούνται εκτάσεις που ανταποκρίνονται στον διεθνή ορισμό του υγροτόπου (64) ή του τυρφώνα (65), όπως παρατίθεται στη Σύμβαση για την προστασία των διεθνούς ενδιαφέροντος υγροτόπων ιδίως ως υγροβιοτόπων (Σύμβαση του Ραμσάρ) (66). Η οικεία περιοχή ανταποκρίνεται στον ενωσιακό ορισμό των υγροτόπων, όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνετή χρήση και διατήρηση των υγροτόπων (67).

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας δεν διαθέτουν συγκεκριμένο κωδικό NACE που να αναφέρεται στη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006, αλλά σχετίζονται με την κατηγορία 6 της στατιστικής ταξινόμησης των δραστηριοτήτων περιβαλλοντικής προστασίας (CEPA) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 691/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (68).

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

1.   Σχέδιο αποκατάστασης

1.1.

Η περιοχή καλύπτεται από σχέδιο αποκατάστασης, το οποίο συνάδει με τις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές της Σύμβασης του Ραμσάρ για την αποκατάσταση υγροτόπων (69), έως ότου η περιοχή να χαρακτηριστεί υγρότοπος και να καλύπτεται από σχέδιο διαχείρισης υγροτόπων, το οποίο να συνάδει με τις κατευθυντήριες γραμμές της Σύμβασης του Ραμσάρ για τον σχεδιασμό της διαχείρισης των τόπων Ραμσάρ και άλλων υγροτόπων (70). Όσον αφορά τους τυρφώνες, το σχέδιο αποκατάστασης ακολουθεί τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στις σχετικές αποφάσεις της Σύμβασης του Ραμσάρ, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης XIII/13.

1.2.

Το σχέδιο αποκατάστασης περιλαμβάνει προσεκτική εξέταση των τοπικών υδρολογικών και εδαφολογικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης της δυναμικής του κορεσμού του εδάφους και της μεταβολής των αερόβιων και αναερόβιων συνθηκών.

1.3.

Στο σχέδιο αποκατάστασης εξετάζονται όλα τα κριτήρια μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης που σχετίζονται με τη διαχείριση υγροτόπων.

1.4.

Το σχέδιο αποκατάστασης προβλέπει παρακολούθηση η οποία διασφαλίζει την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχονται στο σχέδιο, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα που αφορούν την οικεία περιοχή.

2.   Ανάλυση κλιματικών οφελών

2.1.

Η δραστηριότητα πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση κλιματικών οφελών καταδεικνύει ότι το καθαρό ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου, που παράγονται από τη δραστηριότητα σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας, είναι χαμηλότερο από ένα βασικό σενάριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ισοζύγιο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε περίοδο 30 ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και συνδέεται με τις συνήθεις πρακτικές που θα εφαρμόζονταν στην οικεία περιοχή ελλείψει της δραστηριότητας·

β)

το προβλεπόμενο μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου της δραστηριότητας είναι χαμηλότερο από το μακροπρόθεσμο μέσο ισοζύγιο αερίων του θερμοκηπίου που προβλέπεται για το βασικό σενάριο που αναφέρεται στο σημείο 2.2, όπου η έννοια του μακροπρόθεσμου αντιστοιχεί σε 100 έτη.

2.2.

Ο υπολογισμός των κλιματικών οφελών πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η ανάλυση είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου (71). Ειδικότερα, εάν ο ορισμός των υγροτόπων που χρησιμοποιείται στην εν λόγω ανάλυση διαφέρει από τον ορισμό των υγροτόπων που χρησιμοποιείται στην εθνική απογραφή αερίων του θερμοκηπίου, η ανάλυση περιλαμβάνει προσδιορισμό των διαφόρων κατηγοριών εδαφών που καλύπτονται από τη σχετική περιοχή. Η ανάλυση κλιματικών οφελών βασίζεται σε διαφανείς, ακριβείς, συνεπείς, πλήρεις και συγκρίσιμες πληροφορίες, καλύπτει όλες τις δεξαμενές άνθρακα που επηρεάζονται από τη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων της υπέργειας βιομάζας, της υπόγειας βιομάζας, των νεκρών ξύλων, των απορριμμάτων και του εδάφους, βασίζεται στις πιο συντηρητικές παραδοχές για τους υπολογισμούς και περιλαμβάνει κατάλληλες εκτιμήσεις σχετικά με τους κινδύνους αστάθειας και αναστροφών της δέσμευσης άνθρακα, τον κίνδυνο κορεσμού και τον κίνδυνο διαρροής. Όσον αφορά τους παράκτιους υγροτόπους, στην ανάλυση κλιματικών οφελών λαμβάνονται υπόψη οι προβλέψεις για την αναμενόμενη σχετική άνοδο της στάθμης της θάλασσας και το ενδεχόμενο μετανάστευσης των υγροτόπων·

β)

οι συνήθεις πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών συγκομιδής, είναι μία από τις ακόλουθες:

i)

οι πρακτικές διαχείρισης, όπως τεκμηριώνονται πριν από την έναρξη της δραστηριότητας, εάν υπάρχουν·

ii)

οι πλέον πρόσφατες συνήθεις πρακτικές πριν από την έναρξη της δραστηριότητας·

γ)

η ευκρίνεια της ανάλυσης είναι ανάλογη με το μέγεθος της σχετικής περιοχής και χρησιμοποιούνται τιμές που αφορούν ειδικά τη σχετική περιοχή·

δ)

οι εκπομπές και απορροφήσεις που οφείλονται σε φυσικές διαταραχές, όπως σε προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες, σε πυρκαγιές, στον άνεμο, σε ζημιές από θύελλες, και οι οποίες επηρεάζουν την περιοχή και προκαλούν χαμηλές επιδόσεις, δεν οδηγούν σε μη συμμόρφωση με τα κριτήρια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάλυση κλιματικών οφελών είναι σύμφωνη με το εκδοθέν το 2019 έγγραφο βελτίωσης των κατευθυντήριων γραμμών της IPCC, του 2006, για τις εθνικές απογραφές αερίων του θερμοκηπίου όσον αφορά τις εκπομπές και απορροφήσεις λόγω φυσικών διαταραχών.

4.   Εγγύηση μονιμότητας

4.1.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο χαρακτηρισμός της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η δραστηριότητα ως υγροτόπου διασφαλίζεται με ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

έχει οριστεί για την περιοχή ότι θα διατηρηθεί ως υγρότοπος και δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλη χρήση της γης·

β)

η περιοχή ταξινομείται ως προστατευόμενη περιοχή·

γ)

η περιοχή αποτελεί αντικείμενο νομικής ή συμβατικής εγγύησης με την οποία διασφαλίζεται ότι θα παραμείνει υγρότοπος.

4.2.

Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται ότι οι μελλοντικές επικαιροποιήσεις του σχεδίου αποκατάστασης, πέραν της χρηματοδοτούμενης δραστηριότητας, θα εξακολουθήσουν να αποσκοπούν στα κλιματικά οφέλη που καθορίζονται στο σημείο 2. Επιπλέον, ο φορέας της δραστηριότητας δεσμεύεται να αντισταθμίσει τυχόν μείωση των κλιματικών οφελών που καθορίζονται στο σημείο 2 με ισοδύναμα κλιματικά οφέλη που προκύπτουν από την εκτέλεση δραστηριότητας η οποία αντιστοιχεί σε μία από τις δραστηριότητες προστασίας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

5.   Έλεγχος

Εντός δύο ετών από την έναρξη της δραστηριότητας και στη συνέχεια ανά δεκαετία, η συμμόρφωση της δραστηριότητας με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και με τα κριτήρια της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» επαληθεύεται από έναν από τους ακόλουθους φορείς:

α)

τις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές·

β)

ανεξάρτητο τρίτο φορέα πιστοποίησης, κατόπιν αιτήματος των εθνικών αρχών ή του φορέα της δραστηριότητας.

Προκειμένου να μειωθεί το κόστος, οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιούνται μαζί με οποιαδήποτε πιστοποίηση των δασών, πιστοποίηση του κλίματος ή άλλον έλεγχο.

Ο ανεξάρτητος τρίτος φορέας πιστοποίησης δεν πρέπει να έχει σύγκρουση συμφερόντων με τον ιδιοκτήτη ή τον χρηματοδότη, ούτε να εμπλέκεται στην ανάπτυξη ή την εκτέλεση της δραστηριότητας.

6.   Ομαδική αξιολόγηση

Η συμμόρφωση με τα κριτήρια της σημαντικής συμβολής στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και της «μη πρόκλησης σημαντικής επιβάρυνσης» μπορεί να ελεγχθεί στο επίπεδο ομάδας εκμεταλλεύσεων που είναι επαρκώς ομοιογενής ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που συνδέεται με την αειφορία της δασικής δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ότι όλες αυτές οι εκμεταλλεύσεις διατηρούν σταθερή σχέση μεταξύ τους και συμμετέχουν στη δραστηριότητα, καθώς και ότι η ομάδα αυτών των εκμεταλλεύσεων παραμένει ίδια για όλους τους μεταγενέστερους ελέγχους.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Ελαχιστοποιείται η εξόρυξη τύρφης.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Ελαχιστοποιείται η χρήση φυτοφαρμάκων και προτιμώνται εναλλακτικές προσεγγίσεις ή τεχνικές, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν μη χημικές εναλλακτικές λύσεις αντί των φυτοφαρμάκων, σύμφωνα με την οδηγία 2009/128/ΕΚ, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες η χρήση φυτοφαρμάκων είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των εστιών επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών.

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας ελαχιστοποιείται η χρήση λιπασμάτων και δεν χρησιμοποιείται κοπριά. Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1009 ή τους εθνικούς κανόνες για τα λιπάσματα ή τα βελτιωτικά εδάφους για γεωργική χρήση.

Λαμβάνονται επαρκώς τεκμηριωμένα και επαληθεύσιμα μέτρα για την αποφυγή της χρήσης δραστικών συστατικών τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι μέρος Α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1021 (72), στη σύμβαση του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο, στη σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο, στο πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος, καθώς και δραστικών συστατικών τα οποία ταξινομούνται ως κατηγορίας Ια («εξαιρετικά επικίνδυνα») ή Ιβ («λίαν επικίνδυνα») στη συνιστώμενη από την ΠΟΥ ταξινόμηση φυτοφαρμάκων με βάση την επικινδυνότητα (73). Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τη σχετική εθνική εκτελεστική νομοθεσία για τα δραστικά συστατικά.

Αποτρέπεται η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους και λαμβάνονται μέτρα καθαρισμού, όταν προκύπτει ρύπανση.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί από την αρμόδια εθνική αρχή ως περιοχές διατήρησης ή σε προστατευόμενους οικοτόπους, η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τους στόχους διατήρησης για τις συγκεκριμένες περιοχές.

Δεν γίνεται μετατροπή οικοτόπων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην απώλεια βιοποικιλότητας ή έχουν υψηλή αξία διατήρησης, ή περιοχών που έχουν τεθεί υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας για την αποκατάσταση των εν λόγω οικοτόπων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Το σχέδιο που αναφέρεται στο σημείο 1 (Σχέδιο αποκατάστασης) του παρόντος τμήματος περιλαμβάνει διατάξεις για τη διατήρηση και ενδεχομένως την ενίσχυση της βιοποικιλότητας σύμφωνα με τις εθνικές και τοπικές διατάξεις, όπου συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

διασφάλιση της καλής κατάστασης διατήρησης του οικοτόπου και των ειδών, διατήρηση χαρακτηριστικών ειδών οικοτόπων·

β)

αποκλεισμός της χρήσης ή ελευθέρωσης χωροκατακτητικών ειδών.

3.   ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

3.1.   Παραγωγή τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας, όπου η ανανεώσιμη ενέργεια ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με διάφορους κωδικούς NACE, ειδικότερα τους κωδικούς Γ25, Γ27 και Γ28, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι ευνοϊκή δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας παράγονται τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αξιολογείται η διαθεσιμότητα και, όπου είναι εφικτό, υιοθετούνται τεχνικές που υποστηρίζουν:

α)

την επαναχρησιμοποίηση και τη χρήση δευτερογενών πρώτων υλών και επαναχρησιμοποιούμενων κατασκευαστικών στοιχείων σε κατασκευαζόμενα προϊόντα·

β)

τον σχεδιασμό για υψηλή ανθεκτικότητα, ανακυκλωσιμότητα, εύκολη αποσυναρμολόγηση και προσαρμοστικότητα των κατασκευαζόμενων προϊόντων·

γ)

τη διαχείριση αποβλήτων που δίνει προτεραιότητα στην ανακύκλωση αντί της διάθεσής τους, κατά τη διαδικασία παραγωγής·

δ)

την παροχή πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία και την ιχνηλασιμότητα αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των κατασκευαζόμενων προϊόντων.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.2.   Κατασκευή εξοπλισμού για την παραγωγή και τη χρήση υδρογόνου

Περιγραφή της δραστηριότητας

Κατασκευή εξοπλισμού για την παραγωγή και τη χρήση υδρογόνου.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με διάφορους κωδικούς NACE, ειδικότερα τους κωδικούς Γ25, Γ27 και Γ28, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι ευνοϊκή δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας κατασκευάζεται εξοπλισμός για την παραγωγή υδρογόνου, που πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο τμήμα 3.10 του παρόντος παραρτήματος, και εξοπλισμός για τη χρήση υδρογόνου.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αξιολογείται η διαθεσιμότητα και, όπου είναι εφικτό, υιοθετούνται τεχνικές που υποστηρίζουν:

α)

την επαναχρησιμοποίηση και τη χρήση δευτερογενών πρώτων υλών και επαναχρησιμοποιούμενων κατασκευαστικών στοιχείων σε κατασκευαζόμενα προϊόντα·

β)

τον σχεδιασμό για υψηλή ανθεκτικότητα, ανακυκλωσιμότητα, εύκολη αποσυναρμολόγηση και προσαρμοστικότητα των κατασκευαζόμενων προϊόντων·

γ)

τη διαχείριση αποβλήτων που δίνει προτεραιότητα στην ανακύκλωση αντί της διάθεσής τους, κατά τη διαδικασία παραγωγής·

δ)

την παροχή πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία και την ιχνηλασιμότητα αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των κατασκευαζόμενων προϊόντων.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.3.   Παραγωγή τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών για τις μεταφορές

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή, επισκευή, συντήρηση, μετασκευή, αναπροσαρμογή της χρήσης και αναβάθμιση οχημάτων, τροχαίου υλικού και πλοίων μεταφοράς με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με διάφορους κωδικούς NACE, ειδικότερα τους κωδικούς Γ29.1, Γ30.1, Γ30.2, Γ30.9, Γ33.15, Γ33.17, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι ευνοϊκή δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας κατασκευάζονται, επισκευάζονται, συντηρούνται, μετασκευάζονται (74), αναπροσαρμόζονται ή αναβαθμίζονται:

α)

αμαξοστοιχίες, επιβατάμαξες και φορτάμαξες οι οποίες έχουν μηδενικές άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής)·

β)

αμαξοστοιχίες, επιβατάμαξες και φορτάμαξες οι οποίες έχουν μηδενικές άμεσες εκπομπές CO2 από τον αγωγό εξαγωγής, όταν λειτουργούν πάνω σε τροχιά με την αναγκαία υποδομή, και χρησιμοποιούν συμβατικό κινητήρα, όταν δεν υπάρχει τέτοια υποδομή (διπλού συστήματος)·

γ)

μηχανικές κατασκευές αστικών, προαστιακών και οδικών επιβατικών μεταφορών, όπου οι άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) των οχημάτων είναι μηδενικές·

δ)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, οχήματα που χαρακτηρίζονται ως οχήματα των κατηγοριών Μ2 και Μ3 (75) τα οποία διαθέτουν τύπο αμαξώματος που ταξινομείται ως «CA» (μονώροφο όχημα), «CB» (διώροφο όχημα), «CC» (μονώροφο αρθρωτό όχημα) ή «CD» (διώροφο αρθρωτό όχημα) (76), και πληρούν το πλέον πρόσφατο πρότυπο EURO VI, δηλαδή τόσο τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 595/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (77) και, από την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων του εν λόγω κανονισμού, τις απαιτήσεις αυτών των τροποποιητικών πράξεων, ακόμη και πριν τεθούν σε εφαρμογή, όσο και με το τελευταίο στάδιο του προτύπου Euro VI που καθορίζεται στο παράρτημα Ι προσάρτημα 9 πίνακας 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 582/2011 της Επιτροπής (78), εάν οι διατάξεις που διέπουν αυτό το στάδιο έχουν τεθεί σε ισχύ, αλλά δεν έχουν τεθεί ακόμη σε εφαρμογή για τον συγκεκριμένο τύπο οχήματος (79). Εάν δεν υπάρχει τέτοιο πρότυπο, οι άμεσες εκπομπές CO2 των οχημάτων είναι μηδενικές·

ε)

μηχανικές κατασκευές ατομικής κινητικότητας, με πρόωση που προέρχεται από τη σωματική δραστηριότητα του χρήστη, από κινητήρα μηδενικών εκπομπών ή από συνδυασμό κινητήρα μηδενικών εκπομπών και σωματικής δραστηριότητας·

στ)

οχήματα των κατηγοριών M1 και N1 που ταξινομούνται ως ελαφρά οχήματα (80) με:

i)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025: ειδικές εκπομπές CO2, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (81), χαμηλότερες από 50gCO2/km (ελαφρά οχήματα χαμηλών και μηδενικών εκπομπών)·

ii)

από την 1η Ιανουαρίου 2026: ειδικές εκπομπές CO2, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/631, οι οποίες είναι μηδενικές·

ζ)

οχήματα της κατηγορίας L (82) με εκπομπές CO2 από τον αγωγό εξαγωγής ίσες με 0 g CO2e/km, υπολογιζόμενες σύμφωνα με τη δοκιμή εκπομπών που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (83)·

η)

οχήματα των κατηγοριών N2 και N3, και N1 που ταξινομούνται ως βαρέα επαγγελματικά οχήματα, τα οποία δεν προορίζονται ειδικά για τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων, με μέγιστη τεχνικώς αποδεκτή μάζα έμφορτου οχήματος που δεν υπερβαίνει τους 7,5 τόνους, και τα οποία είναι «βαρέα επαγγελματικά οχήματα μηδενικών εκπομπών», όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2019/1242 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (84)·

θ)

οχήματα των κατηγοριών N2 και N3 που δεν προορίζονται ειδικά για τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων, με μέγιστη τεχνικώς αποδεκτή μάζα έμφορτου οχήματος άνω των 7,5 τόνων, τα οποία είναι «βαρέα επαγγελματικά οχήματα μηδενικών εκπομπών», όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1242, ή «βαρέα επαγγελματικά οχήματα χαμηλών εκπομπών», όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 12) του εν λόγω κανονισμού·

ι)

πλοία εσωτερικών πλωτών μεταφορών επιβατών τα οποία:

i)

έχουν μηδενικές άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής)·

ii)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, είναι υβριδικά πλοία και πλοία διπλού καυσίμου που χρησιμοποιούν για την κανονική λειτουργία τους, σε ποσοστό τουλάχιστον 50 %, την ενέργειά τους από καύσιμα μηδενικών άμεσων εκπομπών CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) ή ισχύ από ρευματοδότη·

ια)

πλοία εσωτερικών πλωτών μεταφορών εμπορευμάτων, που δεν προορίζονται ειδικά για τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων, τα οποία:

i)

έχουν μηδενικές άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής)·

ii)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, έχουν άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) ανά τονοχιλιόμετρο (gCO2/tkm), υπολογιζόμενες (ή εκτιμώμενες σε περίπτωση νέων πλοίων) με χρήση του λειτουργικού δείκτη ενεργειακής απόδοσης (85), οι οποίες είναι κατά 50 % χαμηλότερες από τη μέση τιμή αναφοράς για τις εκπομπές CO2 που ορίζεται για τα βαρέα επαγγελματικά οχήματα (επιμέρους οχημάτων 5-LH) σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1242·

ιβ)

πλοία θαλάσσιων και ακτοπλοϊκών μεταφορών εμπορευμάτων, πλοία για λιμενικές εργασίες και επικουρικές δραστηριότητες, που δεν προορίζονται ειδικά για τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων, τα οποία:

i)

έχουν μηδενικές άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής)·

ii)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, είναι υβριδικά πλοία και πλοία διπλού καυσίμου που χρησιμοποιούν για την κανονική λειτουργία τους στη θάλασσα και στους λιμένες, σε ποσοστό τουλάχιστον 25 %, την ενέργειά τους από καύσιμα μηδενικών άμεσων εκπομπών CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) ή ισχύ από ρευματοδότη·

iii)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, και μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι τα πλοία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την παροχή ακτοπλοϊκών υπηρεσιών και υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων σχεδιασμένων με σκοπό να καταστήσουν δυνατή τη στροφή των εμπορευματικών μεταφορών που πραγματοποιούνται επί του παρόντος οδικώς προς τις θαλάσσιες μεταφορές, τα πλοία που έχουν άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής), υπολογιζόμενες με χρήση του δείκτη σχεδιασμού ενεργειακής απόδοσης (EEDI) (86) του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ), κατά 50 % χαμηλότερες από τη μέση τιμή αναφοράς για τις εκπομπές CO2 που ορίζεται για τα βαρέα επαγγελματικά οχήματα (επιμέρους ομάδα οχημάτων 5-LH) σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1242·

iv)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, τα πλοία έχουν επιτύχει τιμή δείκτη σχεδιασμού ενεργειακής απόδοσης (EEDI) κατά 10 % χαμηλότερη από τις απαιτήσεις για τον EEDI που ίσχυαν την 1η Απριλίου 2022 (87), εάν τα πλοία μπορούν να λειτουργούν με καύσιμα μηδενικών άμεσων εκπομπών CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) ή με καύσιμα από ανανεώσιμες πηγές (88)·

ιγ)

πλοία θαλάσσιων και ακτοπλοϊκών μεταφορών επιβατών, που δεν προορίζονται ειδικά για τη μεταφορά ορυκτών καυσίμων, τα οποία:

i)

έχουν μηδενικές άμεσες εκπομπές CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής)·

ii)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, είναι υβριδικά πλοία και πλοία διπλού καυσίμου που χρησιμοποιούν για την κανονική λειτουργία τους στη θάλασσα και στους λιμένες, σε ποσοστό τουλάχιστον 25 %, την ενέργειά τους από καύσιμα μηδενικών άμεσων εκπομπών CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) ή ισχύ από ρευματοδότη·

iii)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, τα πλοία έχουν επιτύχει τιμή δείκτη σχεδιασμού ενεργειακής απόδοσης (EEDI) κατά 10 % χαμηλότερη από τις απαιτήσεις για τον EEDI που ίσχυαν την 1η Απριλίου 2022, εάν τα πλοία μπορούν να λειτουργούν με καύσιμα μηδενικών άμεσων εκπομπών CO2 (από τον αγωγό εξαγωγής) ή με καύσιμα από ανανεώσιμες πηγές (89).

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αξιολογείται η διαθεσιμότητα και, όπου είναι εφικτό, υιοθετούνται τεχνικές που υποστηρίζουν:

α)

την επαναχρησιμοποίηση και τη χρήση δευτερογενών πρώτων υλών και επαναχρησιμοποιούμενων κατασκευαστικών στοιχείων σε κατασκευαζόμενα προϊόντα·

β)

τον σχεδιασμό για υψηλή ανθεκτικότητα, ανακυκλωσιμότητα, εύκολη αποσυναρμολόγηση και προσαρμοστικότητα των κατασκευαζόμενων προϊόντων·

γ)

τη διαχείριση αποβλήτων που δίνει προτεραιότητα στην ανακύκλωση αντί της διάθεσής τους, κατά τη διαδικασία παραγωγής·

δ)

την παροχή πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία και την ιχνηλασιμότητα αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των κατασκευαζόμενων προϊόντων.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Κατά περίπτωση, τα οχήματα δεν περιέχουν μόλυβδο, υδράργυρο, εξασθενές χρώμιο και κάδμιο, σύμφωνα με την οδηγία 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (90).

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.4.   Κατασκευή μπαταριών

Περιγραφή της δραστηριότητας

Κατασκευή επαναφορτιζόμενων μπαταριών, συστοιχιών και συσσωρευτών για μεταφορές, σταθερή αποθήκευση ενέργειας και αποθήκευση ενέργειας εκτός δικτύου, καθώς και άλλες βιομηχανικές εφαρμογές. Κατασκευή των αντίστοιχων κατασκευαστικών στοιχείων (ενεργά υλικά μπαταριών, κυψέλες, περιβλήματα και ηλεκτρονικά κατασκευαστικά στοιχεία μπαταριών).

Ανακύκλωση μπαταριών στο τέλος του κύκλου ζωής.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τους κωδικούς NACE Γ27.2 και Ε38.3.2, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι ευνοϊκή δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας κατασκευάζονται μπαταρίες, συστοιχίες και συσσωρευτές (και τα αντίστοιχα κατασκευαστικά στοιχεία τους), μεταξύ άλλων από δευτερογενείς πρώτες ύλες, που οδηγούν σε σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στις μεταφορές, στη σταθερή αποθήκευση ενέργειας και την αποθήκευση ενέργειας εκτός δικτύου, καθώς και σε άλλες βιομηχανικές εφαρμογές.

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας ανακυκλώνονται μπαταρίες στο τέλος του κύκλου ζωής.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Όσον αφορά την κατασκευή νέων μπαταριών, κατασκευαστικών στοιχείων και υλικών, στο πλαίσιο της δραστηριότητας αξιολογείται η διαθεσιμότητα και, όπου είναι εφικτό, υιοθετούνται τεχνικές που υποστηρίζουν:

α)

την επαναχρησιμοποίηση και τη χρήση δευτερογενών πρώτων υλών και επαναχρησιμοποιούμενων κατασκευαστικών στοιχείων σε κατασκευαζόμενα προϊόντα·

β)

τον σχεδιασμό για υψηλή ανθεκτικότητα, ανακυκλωσιμότητα, εύκολη αποσυναρμολόγηση και προσαρμοστικότητα των κατασκευαζόμενων προϊόντων·

γ)

την παροχή πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία και την ιχνηλασιμότητα αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των κατασκευαζόμενων προϊόντων.

Οι διαδικασίες ανακύκλωσης πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 και στο παράρτημα III μέρος Β της οδηγίας 2006/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (91), συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των πλέον πρόσφατων βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών και της επίτευξης των αποδόσεων που καθορίζονται για τις μπαταρίες μολύβδου-οξέος, τις μπαταρίες νικελίου-καδμίου, καθώς και άλλα είδη χημικής σύστασης. Οι διαδικασίες αυτές διασφαλίζουν την ανακύκλωση των περιεχόμενων μετάλλων στον μεγαλύτερο τεχνικά εφικτό βαθμό, με παράλληλη αποφυγή του υπερβολικού κόστους.

Κατά περίπτωση, οι εγκαταστάσεις που εκτελούν διαδικασίες ανακύκλωσης πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (92).

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Οι μπαταρίες είναι σύμφωνες με τους ισχύοντες κανόνες βιωσιμότητας για τη διάθεση μπαταριών στην αγορά στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στη χρήση επικίνδυνων ουσιών στις μπαταρίες, μεταξύ άλλων τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (93) και την οδηγία 2006/66/ΕΚ.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.5.   Κατασκευή εξοπλισμού ενεργειακής απόδοσης για κτίρια

Περιγραφή της δραστηριότητας

Κατασκευή εξοπλισμού ενεργειακής απόδοσης για κτίρια.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με διάφορους κωδικούς NACE, ειδικότερα τους κωδικούς Γ16.23, Γ23.11, Γ23.20, Γ23.31, Γ23.32, Γ23.43, Γ.23.61, Γ25.11, Γ25.12, Γ25.21, Γ25.29, Γ25.93, Γ27.31, Γ27.32, Γ27.33, Γ27.40,Γ27.51, Γ28.11, Γ28.12, Γ28.13, Γ28.14, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι ευνοϊκή δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας κατασκευάζεται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα προϊόντα και τα βασικά κατασκευαστικά στοιχεία τους (94):

α)

παράθυρα με τιμή U το πολύ 1,0 W/m2

β)

πόρτες με τιμή U το πολύ 1,2 W/m2

γ)

εξωτερικά συστήματα τοίχων με τιμή U το πολύ 0,5 W/m2

δ)

συστήματα στέγης με τιμή U το πολύ 0,3 W/m2

ε)

μονωτικά προϊόντα με τιμή λάμδα το πολύ 0,06 W/mK·

στ)

οικιακές συσκευές που εμπίπτουν στις δύο υψηλότερες τάξεις ενεργειακής απόδοσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (95) και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω κανονισμού·

ζ)

πηγές φωτισμού που κατατάσσονται στις δύο υψηλότερες τάξεις ενεργειακής απόδοσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω κανονισμού·

η)

συστήματα θέρμανσης χώρων και νερού οικιακής χρήσης που κατατάσσονται στις δύο υψηλότερες τάξεις ενεργειακής απόδοσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω κανονισμού·

θ)

συστήματα ψύξης και αερισμού που κατατάσσονται στις δύο υψηλότερες τάξεις ενεργειακής απόδοσης, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω κανονισμού·

ι)

αισθητήρες παρουσίας και ελέγχου του φυσικού φωτισμού για συστήματα φωτισμού·

ια)

αντλίες θερμότητας που πληρούν τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο τμήμα 4.16 του παρόντος παραρτήματος·

ιβ)

στοιχεία πρόσοψης και στέγης με λειτουργία σκίασης ή ελέγχου του ηλιακού φωτός, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποστηρίζουν την ανάπτυξη βλάστησης·

ιγ)

ενεργειακά αποδοτικά συστήματα αυτοματισμού και ελέγχου κτιρίων για κτίρια κατοικιών και μη·

ιδ)

θερμοστάτες ελέγχου ζωνών και συσκευές για την έξυπνη παρακολούθηση των κύριων φορτίων ηλεκτρικής ενέργειας ή θερμότητας για κτίρια, και εξοπλισμός αισθητήρων·

ιε)

προϊόντα μέτρησης θερμότητας και θερμοστατικές ρυθμίσεις για μεμονωμένες κατοικίες συνδεδεμένες με συστήματα τηλεθέρμανσης, για μεμονωμένα διαμερίσματα συνδεδεμένα με συστήματα κεντρικής θέρμανσης τα οποία εξυπηρετούν ολόκληρο κτίριο, και για συστήματα κεντρικής θέρμανσης·

ιστ)

εναλλάκτες και υποσταθμοί τηλεθέρμανσης που είναι συμβατοί με τη δραστηριότητα διανομής τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης που παρατίθεται στο τμήμα 4.15 του παρόντος παραρτήματος·

ιζ)

προϊόντα για έξυπνη παρακολούθηση και ρύθμιση του συστήματος θέρμανσης, και εξοπλισμός αισθητήρων.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αξιολογείται η διαθεσιμότητα και, όπου είναι εφικτό, υιοθετούνται τεχνικές που υποστηρίζουν:

α)

την επαναχρησιμοποίηση και τη χρήση δευτερογενών πρώτων υλών και επαναχρησιμοποιούμενων κατασκευαστικών στοιχείων σε κατασκευαζόμενα προϊόντα·

β)

τον σχεδιασμό για υψηλή ανθεκτικότητα, ανακυκλωσιμότητα, εύκολη αποσυναρμολόγηση και προσαρμοστικότητα των κατασκευαζόμενων προϊόντων·

γ)

τη διαχείριση αποβλήτων που δίνει προτεραιότητα στην ανακύκλωση αντί της διάθεσής τους, κατά τη διαδικασία παραγωγής·

δ)

την παροχή πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία και την ιχνηλασιμότητα αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των κατασκευαζόμενων προϊόντων.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.6.   Παραγωγή άλλων τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή τεχνολογιών που αποσκοπούν σε σημαντικές μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς της οικονομίας, όταν οι τεχνολογίες αυτές δεν καλύπτονται στα τμήματα 3.1 έως 3.5 του παρόντος παραρτήματος.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με διάφορους κωδικούς NACE, ειδικότερα τους κωδικούς Γ22, Γ25, Γ26, Γ27 και Γ28, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι ευνοϊκή δραστηριότητα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας παράγονται τεχνολογίες οι οποίες αποσκοπούν σε, και επιδεικνύουν, σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής, σε σύγκριση με την εναλλακτική τεχνολογία/προϊόν/λύση με τις καλύτερες επιδόσεις που διατίθεται στην αγορά.

Η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής υπολογίζεται με χρήση της σύστασης 2013/179/ΕΕ της Επιτροπής (96) ή, εναλλακτικά, με το πρότυπο ISO 14067:2018 (97) ή ISO 14064-1:2018 (98).

Η ποσοτικοποιημένη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής επαληθεύεται από ανεξάρτητο τρίτο.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αξιολογείται η διαθεσιμότητα και, όπου είναι εφικτό, υιοθετούνται τεχνικές που υποστηρίζουν:

α)

την επαναχρησιμοποίηση και τη χρήση δευτερογενών πρώτων υλών και επαναχρησιμοποιούμενων κατασκευαστικών στοιχείων σε κατασκευαζόμενα προϊόντα·

β)

τον σχεδιασμό για υψηλή ανθεκτικότητα, ανακυκλωσιμότητα, εύκολη αποσυναρμολόγηση και προσαρμοστικότητα των κατασκευαζόμενων προϊόντων·

γ)

τη διαχείριση αποβλήτων που δίνει προτεραιότητα στην ανακύκλωση αντί της διάθεσής τους, κατά τη διαδικασία παραγωγής·

δ)

την παροχή πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία και την ιχνηλασιμότητα αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των κατασκευαζόμενων προϊόντων.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.7.   Παραγωγή τσιμέντου

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή κλίνκερ, τσιμέντου ή εναλλακτικού συνδετικού υλικού.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE Γ23.51, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας παράγεται ένα από τα ακόλουθα:

α)

φαιό κλίνκερ όπου οι ειδικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (99) είναι χαμηλότερες από 0,722 (100) tCO2e ανά τόνο φαιού κλίνκερ·

β)

τσιμέντο από φαιό κλίνκερ ή εναλλακτικό υδραυλικό συνδετικό υλικό, όπου οι ειδικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (101) από την παραγωγή κλίνκερ και τσιμέντου ή εναλλακτικού συνδετικού υλικού είναι χαμηλότερες από 0,469 (102) tCO2e ανά τόνο παραγόμενου τσιμέντου ή εναλλακτικού συνδετικού υλικού.

Όταν το CO2 που θα εκπεμπόταν διαφορετικά από τη διεργασία παραγωγής δεσμεύεται με σκοπό την υπόγεια αποθήκευση, το CO2 μεταφέρεται και αποθηκεύεται κάτω από το έδαφος, σύμφωνα με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στα τμήματα 5.11 και 5.12 του παρόντος παραρτήματος.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Άνευ αντικειμένου.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Οι εκπομπές κυμαίνονται εντός ή κάτω από τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τα εύρη των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ-AEL) που καθορίζονται στα πιο πρόσφατα σχετικά συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ), συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για την παραγωγή τσιμέντου, ασβέστου και οξειδίου του μαγνησίου (103).

Δεν παρατηρούνται σημαντικές πολύτροπες επιδράσεις (104).

Για την παραγωγή τσιμέντου με χρήση επικίνδυνων αποβλήτων ως εναλλακτικών καυσίμων, εφαρμόζονται μέτρα για τη διασφάλιση της ασφαλούς διαχείρισης των αποβλήτων.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.8.   Παραγωγή αλουμινίου

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή αλουμινίου μέσω επεξεργασίας πρωτογενούς αλουμίνας (βωξίτη) ή ανακύκλωσης δευτερογενούς αλουμινίου.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τους κωδικούς NACE Γ24.42, Γ24.53, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας παράγεται ένα από τα ακόλουθα:

α)

πρωτογενές αλουμίνιο, όπου η οικονομική δραστηριότητα πληροί δύο από τα ακόλουθα κριτήρια έως το 2025 και όλα τα ακόλουθα κριτήρια (105) μετά το 2025:

i)

οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (106) δεν υπερβαίνουν το 1,484 (107) tCO2e ανά τόνο παραγόμενου αλουμινίου (108):

ii)

η μέση ένταση άνθρακα για τις έμμεσες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (109) δεν υπερβαίνει τα 100 g CO2e/kWh·

iii)

η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για τη διαδικασία παραγωγής δεν υπερβαίνει τα 15,5 MWh/t Al·

β)

δευτερογενές αλουμίνιο.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Άνευ αντικειμένου.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Οι εκπομπές κυμαίνονται εντός ή κάτω από τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τα εύρη των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ-AEL) που καθορίζονται στα πιο πρόσφατα σχετικά συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ), συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για τις βιομηχανίες μη σιδηρούχων μετάλλων (110). Δεν παρατηρούνται σημαντικές πολύτροπες επιδράσεις.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.9.   Παραγωγή σιδήρου και χάλυβα

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή σιδήρου και χάλυβα.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με διάφορους κωδικούς NACE, ειδικότερα τους κωδικούς Γ24.10, Γ24.20, Γ24.31, Γ24.32, Γ24.33, Γ24.34, Γ24.51 και Γ24.52, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Στο πλαίσιο της δραστηριότητας παράγεται ένα από τα ακόλουθα:

α)

σίδηρος και χάλυβας όπου οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (111), μειωμένες κατά την ποσότητα εκπομπών που αντιστοιχεί στην παραγωγή απαερίων, σύμφωνα με το σημείο 10.1.5 στοιχείο α) του παραρτήματος VII του κανονισμού (EU) 2019/331, δεν υπερβαίνουν τις ακόλουθες τιμές που εφαρμόζονται στα διάφορα στάδια της διαδικασίας παραγωγής:

i)

θερμό μέταλλο = 1,331 (112) tCO2e/t προϊόντος·

ii)

πυροσυσσωματωμένο μετάλλευμα = 0,163 (113) tCO2e/t προϊόντος·

iii)

οπτάνθρακας (εξαιρουμένου του οπτάνθρακα από λιγνίτη) = 0,144 (114) tCO2e/t προϊόντος·

iv)

χύτευση σιδήρου = 0,299 (115) tCO2e/t προϊόντος·

v)

βελτιωμένα χαλυβδοκράματα καμίνου ηλεκτρικού τόξου (EAF) = 0,266 (116) tCO2e/t προϊόντος·

vi)

ανθρακοχάλυβας καμίνου ηλεκτρικού τόξου (EAF) = 0,209 (117) 2e/t προϊόντος.

β)

χάλυβας σε καμίνους ηλεκτρικού τόξου (EAF) που παράγουν ανθρακοχάλυβα καμίνου ηλεκτρικού τόξου ή βελτιωμένα χαλυβδοκράματα καμίνου ηλεκτρικού τόξου, όπως ορίζονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/331 και όπου η εισροή απομετάλλων χάλυβα σε σχέση με την εκροή προϊόντος δεν είναι χαμηλότερη από:

i)

70 % για την παραγωγή βελτιωμένων χαλυβδοκραμάτων·

ii)

90 % για την παραγωγή ανθρακοχάλυβα.

Όταν το CO2 που θα εκπεμπόταν διαφορετικά από τη διεργασία παραγωγής δεσμεύεται με σκοπό την υπόγεια αποθήκευση, το CO2 μεταφέρεται και αποθηκεύεται κάτω από το έδαφος, σύμφωνα με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στα τμήματα 5.11 και 5.12 του παρόντος παραρτήματος.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Άνευ αντικειμένου.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Οι εκπομπές κυμαίνονται εντός ή κάτω από τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τα εύρη των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ-AEL) που καθορίζονται στα πιο πρόσφατα σχετικά συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ), συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για την παραγωγή σιδήρου και χάλυβα (118).

Δεν παρατηρούνται σημαντικές πολύτροπες επιδράσεις.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.10.   Παραγωγή υδρογόνου

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή υδρογόνου και συνθετικών καυσίμων με βάση το υδρογόνο.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE Γ20.11, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με την απαίτηση για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής κατά 73,4 % για το υδρογόνο [με αποτέλεσμα εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής χαμηλότερες από 3tCO2e/tH2] και κατά 70 % για τα συνθετικά καύσιμα με βάση το υδρογόνο, σε σχέση με την τιμή 94g CO2e/MJ για ένα συγκριτικό ορυκτό καύσιμο, κατ’ αναλογία προς την προσέγγιση που καθορίζεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 και στο παράρτημα V της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001.

Η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής υπολογίζεται με χρήση της μεθοδολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001 ή, εναλλακτικά, με χρήση του προτύπου ISO 14067:2018 (119) ή ISO 14064-1:2018 (120).

Η ποσοτικοποιημένη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής επαληθεύεται σύμφωνα με το άρθρο 30 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001, κατά περίπτωση, ή από ανεξάρτητο τρίτο.

Όταν το CO2 που θα εκπεμπόταν διαφορετικά από τη διεργασία παραγωγής δεσμεύεται με σκοπό την υπόγεια αποθήκευση, το CO2 μεταφέρεται και αποθηκεύεται κάτω από το έδαφος, σύμφωνα με τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στα τμήματα 5.11 και 5.12, αντίστοιχα, του παρόντος παραρτήματος.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Άνευ αντικειμένου.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Οι εκπομπές κυμαίνονται εντός ή κάτω από τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τα εύρη των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ-AEL) που καθορίζονται στα σχετικά συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ), μεταξύ άλλων:

α)

στα συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για την παραγωγή χλωρο-αλκαλίων (121) και στα συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για κοινά συστήματα επεξεργασίας/διαχείρισης λυμάτων και απαερίων στον τομέα των χημικών προϊόντων (122)·

β)

στα συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για τη διύλιση πετρελαίου και αερίου (123).

Δεν παρατηρούνται σημαντικές πολύτροπες επιδράσεις.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.11.   Παραγωγή αιθάλης

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή αιθάλης.

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE Γ20.13, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (124) από τις διεργασίες παραγωγής αιθάλης είναι χαμηλότερες από 1,141 (125) tCO2e ανά τόνο προϊόντος.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.

4)

Μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία

Άνευ αντικειμένου.

5)

Πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Γ του παρόντος παραρτήματος.

Οι εκπομπές κυμαίνονται εντός ή κάτω από τα επίπεδα εκπομπών που συνδέονται με τα εύρη των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ-AEL) που καθορίζονται στα πιο πρόσφατα σχετικά συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ), μεταξύ άλλων:

α)

στο έγγραφο αναφοράς βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (BREF) για τον κλάδο παραγωγής μεγάλων ποσοτήτων ανόργανων χημικών ουσιών – στερεά και άλλα (126)·

β)

στα συμπεράσματα βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών (ΒΔΤ) για κοινά συστήματα επεξεργασίας/διαχείρισης λυμάτων και απαερίων στον τομέα των χημικών προϊόντων (127).

Δεν παρατηρούνται σημαντικές πολύτροπες επιδράσεις.

6)

Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Δ του παρόντος παραρτήματος.

3.12.   Παραγωγή σόδας

Περιγραφή της δραστηριότητας

Παραγωγή ανθρακικού νατρίου (σόδας).

Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτής της κατηγορίας θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον κωδικό NACE Γ20.13, σύμφωνα με τη στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006.

Μια οικονομική δραστηριότητα αυτής της κατηγορίας είναι δραστηριότητα που συμβάλλει στη μετάβαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, εφόσον πληροί τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Τεχνικά κριτήρια ελέγχου

Σημαντική συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (128) από τις διεργασίες παραγωγής σόδας είναι χαμηλότερες από 0,789 (129) tCO2e ανά τόνο προϊόντος.

Μη πρόκληση σημαντικής επιβάρυνσης

2)

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Α του παρόντος παραρτήματος.

3)

Βιώσιμη χρήση και προστασία των υδάτινων και των θαλάσσιων πόρων

Η δραστηριότητα πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο προσάρτημα Β του παρόντος παραρτήματος.