EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32020Q0214(01)

Πρακτικεσ Οδηγιεσ Προσ Τουσ Διαδικουσ Σχετικα Με Τισ Υποθεσεισ Που Αγονται Ενωπιον Του Δικαστηριου

OJ L 42I , 14.2.2020, p. 1–14 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/proc_rules/2020/214/oj

14.2.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

LI 42/1


ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΓΟΝΤΑΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

(Οι αριθμοί παραπέμπουν στις αντίστοιχες παραγράφους)

I.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1 – 9
Τα στάδια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους 1
Η εκπροσώπηση των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου 2 – 3
Τα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και η δικαστική αρωγή 4 – 6
Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα 7 – 9

II.

ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 10 – 50
Ο σκοπός της έγγραφης διαδικασίας 10
Η έγγραφη διαδικασία στις προδικαστικές υποθέσεις 11 – 12
Η έγγραφη διαδικασία στις ευθείες προσφυγές 13 – 19
Το δικόγραφο της προσφυγής 13 – 14
Το υπόμνημα αντικρούσεως 15 – 16
Το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως 17
Η αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας 18
Οι αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως προσωρινών μέτρων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) 19
Η έγγραφη διαδικασία στις αιτήσεις αναιρέσεως 20 – 32
Το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως 21 – 25
Το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως 26
Η ανταναίρεση 27
Το υπόμνημα επί της ανταναιρέσεως 28
Τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως 29 – 30
Οι υποβαλλόμενες βάσει του άρθρου 57 του Οργανισμού αιτήσεις αναιρέσεως 31
Η εμπιστευτικότητα στο πλαίσιο των αναιρέσεων 32
Η παρέμβαση στις ευθείες προσφυγές και στις αιτήσεις αναιρέσεως 33 – 38
Η αίτηση παρεμβάσεως 33
Το υπόμνημα παρεμβάσεως 34
Οι παρατηρήσεις επί του υπομνήματος παρεμβάσεως 35
Οι εκπρόθεσμες αιτήσεις παρεμβάσεως 36
Η παρέμβαση στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ή ταχείας διαδικασίας 37
Ο αποκλεισμός της παρεμβάσεως στις προδικαστικές υποθέσεις 38
Η μορφή και η δομή των διαδικαστικών εγγράφων 39 – 45
Η κατάθεση και η διαβίβαση των διαδικαστικών εγγράφων 46 – 50

III.

Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 51 – 69
Ο σκοπός της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 52
Η αίτηση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 53
Η κλήση προς συμμετοχή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και η ανάγκη ταχείας απαντήσεως στην κλήση αυτή 54
Διευθετήσεις ενόψει της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 55 – 57
Ο συνήθης τρόπος διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 58
Το πρώτο στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως: οι αγορεύσεις 59 – 64
Ο σκοπός των αγορεύσεων 59
Ο χρόνος ομιλίας και η ενδεχόμενη παράτασή του 60
Ο αριθμός των αγορητών 61
Η γλώσσα στην οποία γίνονται οι αγορεύσεις 62 - 64
Το δεύτερο στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως: οι ερωτήσεις των μελών του Δικαστηρίου 65
Το τρίτο στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως: οι δευτερολογίες 66
Οι απαιτήσεις της ταυτόχρονης διερμηνείας και οι εντεύθεν περιορισμοί 67 – 68
Η μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διαδικασία 69

IV.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 70 – 71

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

έχοντας υπόψη τον Κανονισμό Διαδικασίας και, ιδίως, το άρθρο 208,

λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:

(1)

Στις 25 Νοεμβρίου 2013, το Δικαστήριο θέσπισε, βάσει του άρθρου 208 του Κανονισμού Διαδικασίας, νέες πρακτικές οδηγίες προς τους διαδίκους, σχετικά με τις υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου (1). Οι οδηγίες αυτές είχαν σκοπό να δώσουν στους διαδίκους και στους εκπροσώπους τους συγκεκριμένες οδηγίες, στηριζόμενες στον νέο Κανονισμό Διαδικασίας, ο οποίος θεσπίστηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2012 (2), λαμβανομένης υπόψη της πείρας που είχε αποκτηθεί κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του.

(2)

Εντούτοις, από την έναρξη ισχύος των οδηγιών αυτών την 1η Φεβρουαρίου 2014 έχουν σημειωθεί σημαντικές τεχνικές και νομοθετικές εξελίξεις.

(3)

Ειδικότερα, αφενός, έχει αυξηθεί η εκ μέρους των διαδίκων χρήση των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας για τη διαβίβαση των διαδικαστικών εγγράφων τους, όπερ συμβάλλει μεν στην ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων, αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει περαιτέρω διευκρίνιση του τρόπου με τον οποίο γίνεται η διαβίβαση αυτή καθώς και των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται για να διευκολυνθεί η διεκπεραίωση και η μετάφραση των κατατιθέμενων διαδικαστικών εγγράφων και, εφόσον είναι αναγκαίο, να διαφυλαχθεί η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που αυτά περιέχουν.

(4)

Αφετέρου, ο Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου τροποποιήθηκε επανειλημμένα από το 2012 τόσο για να αποσαφηνιστούν ή να εξειδικευθούν οι προϋποθέσεις για την παρέμβαση των διαδίκων ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου όσο και για να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νομοθέτης της Ένωσης σε τομείς όπως η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή η εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως που εμπίπτουν στο άρθρο 58α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(5)

Κατά συνέπεια, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και χάριν μεγαλύτερης σαφήνειας, πρέπει να θεσπιστούν νέες πρακτικές οδηγίες οι οποίες να λαμβάνουν υπόψη τις προμνησθείσες εξελίξεις.

(6)

Οι νέες αυτές οδηγίες, που ισχύουν για όλες τις κατηγορίες υποθέσεων των οποίων μπορεί να επιληφθεί το Δικαστήριο, δεν έχουν ως σκοπό να υποκαταστήσουν τις εφαρμοστέες διατάξεις του Οργανισμού και του Κανονισμού Διαδικασίας. Σκοπός τους είναι να παράσχουν τη δυνατότητα στους διαδίκους και στους εκπροσώπους τους να αντιληφθούν καλύτερα το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών και να σχηματίσουν μιαν ακριβέστερη εικόνα της διεξαγωγής της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και, ιδίως, των πρακτικών περιορισμών που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο, ειδικότερα όσον αφορά τη διεκπεραίωση και τη μετάφραση των διαδικαστικών εγγράφων ή την ταυτόχρονη διερμηνεία των παρατηρήσεων που αναπτύσσονται κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η γνώση και η τήρηση των ανά χείρας οδηγιών αποτελεί για τους διαδίκους, όπως και για το Δικαστήριο, εγγύηση ότι η εξέταση των υποθέσεων θα γίνεται υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες,

ΘΕΣΠΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ:

I.   ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Τα στάδια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους

1.

Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων προβλεπομένων από το πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Οργανισμός) ή από τον Κανονισμό Διαδικασίας, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβάνει, κατά κανόνα, ένα έγγραφο στάδιο και ένα προφορικό στάδιο. Η έγγραφη διαδικασία έχει ως σκοπό την παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου των αιτιάσεων, των λόγων ή των επιχειρημάτων των διαδίκων ή, προκειμένου περί προδικαστικής υποθέσεως, των παρατηρήσεων τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού επιθυμούν να διατυπώσουν σχετικά με τα υποβαλλόμενα από τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ένωσης ερωτήματα. Η προφορική διαδικασία, που ακολουθεί στη συνέχεια, έχει ως σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποκτήσει πληρέστερη εικόνα της υποθέσεως ακούγοντας ενδεχομένως τους διαδίκους ή τους ενδιαφερομένους κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και, ενδεχομένως, ακούγοντας τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα.

Η εκπροσώπηση των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

2.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 του Οργανισμού, οι διάδικοι στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει υποχρεωτικά να εκπροσωπούνται από άτομο δεόντως εξουσιοδοτημένο. Με εξαίρεση τα κράτη μέλη, τα άλλα κράτη που μετέχουν στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ), την Εποπτεύουσα Αρχή της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (στο εξής: ΕΖΕΣ), καθώς και τα όργανα της Ένωσης, που εκπροσωπούνται κατά κανόνα από υπάλληλο ειδικά οριζόμενο για κάθε υπόθεση, οι λοιποί διάδικοι πρέπει να εκπροσωπούνται από δικηγόρο που έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλόμενου στη Συμφωνία ΕΟΧ. Η απόδειξη της ιδιότητας αυτής πρέπει να προσκομίζεται, μόλις ζητηθεί, σε κάθε στάση της δίκης. Εξομοιώνονται προς τους δικηγόρους, κατά το άρθρο 19, έβδομο εδάφιο, του Οργανισμού, οι καθηγητές υπήκοοι κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου τους αναγνωρίζει δικαίωμα παραστάσεως σε δικαστήριο.

3.

Στις προδικαστικές υποθέσεις, το Δικαστήριο λαμβάνει ωστόσο υπόψη, όσον αφορά την εκπροσώπηση των διαδίκων της κύριας δίκης, τους δικονομικούς κανόνες που έχουν εφαρμογή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Κάθε άτομο που έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μπορεί, επομένως, να το εκπροσωπεί και ενώπιον του Δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες το επιτρέπουν, οι διάδικοι της κύριας δίκης δικαιούνται να υποβάλουν οι ίδιοι τις γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις τους. Σε περίπτωση αμφιβολιών επ’ αυτού, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει σχετικές πληροφορίες από τους διαδίκους αυτούς, τους εκπροσώπους τους ή από το αιτούν δικαστήριο.

Τα έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και η δικαστική αρωγή

4.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 143 του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου χωρεί δωρεάν και κατά συνέπεια δεν του οφείλεται κανένα τέλος ή επιβάρυνση λόγω της ασκήσεως προσφυγής ή της καταθέσεως διαδικαστικού εγγράφου. Τα δικαστικά έξοδα περί των οποίων γίνεται λόγος στα άρθρα 137 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας περιλαμβάνουν αποκλειστικά τα λεγόμενα «δυνάμενα να αναζητηθούν» έξοδα, δηλαδή τα ποσά που ενδεχομένως οφείλονται στους μάρτυρες και στους πραγματογνώμονες και τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της συμμετοχής τους στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία συνδέονται με την αμοιβή του εκπροσώπου τους και με τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής στο Λουξεμβούργο, όταν διεξάγεται επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Δικαστήριο ορίζει ποιος φέρει τα δικαστικά έξοδα και ποιο είναι το ύψος τους με την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη, ενώ στις προδικαστικές υποθέσεις εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας.

5.

Αν ένας διάδικος ή, στις προδικαστικές υποθέσεις, διάδικος της κύριας δίκης αδυνατεί να αντιμετωπίσει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της διαδικασίας, μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει τη χορήγηση δικαστικής αρωγής υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπουν, αντιστοίχως, τα άρθρα 115 έως 118 και 185 έως 189 του Κανονισμού Διαδικασίας. Για να ληφθούν υπόψη, οι σχετικές αιτήσεις πρέπει να συνοδεύονται εντούτοις από κάθε στοιχείο και δικαιολογητικό που παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκτιμήσει την πραγματική οικονομική κατάσταση του αιτούντος. Δεδομένου ότι στις προδικαστικές υποθέσεις το Δικαστήριο αποφαίνεται κατόπιν αιτήσεως δικαστηρίου κράτους μέλους, οι διάδικοι της κύριας δίκης πρέπει να ζητούν, εφόσον προβλέπεται, τη χορήγηση δικαστικής αρωγής από το δικαστήριο αυτό ή από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους, καθόσον η σχετική απόφαση του Δικαστηρίου έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τη δικαστική αρωγή που χορηγείται σε εθνικό επίπεδο.

6.

Χρήσιμο είναι να υπομνησθεί ότι, όταν δέχεται την αίτηση παροχής δικαστικής αρωγής, το Δικαστήριο αναλαμβάνει να καλύψει, ενδεχομένως εντός των ορίων που καθορίζει ο αρμόδιος δικαστικός σχηματισμός, μόνον τα έξοδα επικουρήσεως και εκπροσωπήσεως του αιτούντος ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τους κανόνες που προβλέπει ο Κανονισμός Διαδικασίας, τα ως άνω έξοδα μπορούν να αναζητηθούν αργότερα από το Δικαστήριο με την απόφαση που περατώνει τη δίκη και αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων, ενώ ο δικαστικός σχηματισμός που αποφαίνεται επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής μπορεί επιπλέον να ανακαλέσει οποτεδήποτε το σχετικό ευεργέτημα αν οι συνθήκες που οδήγησαν στη χορήγησή του μεταβληθούν κατά τη διάρκεια της δίκης.

Η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

7.

Προκειμένου να διασφαλίσει τη βέλτιστη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως στο πλαίσιο των δημοσιεύσεών του σχετικά με τις υποθέσεις που άγονται ενώπιόν του, το Δικαστήριο τηρεί κατά κανόνα ανωνυμία κατά την εκδίκαση των προδικαστικών υποθέσεων. Η επιλογή αυτή σημαίνει στην πράξη ότι, πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, το Δικαστήριο απαλείφει το ονοματεπώνυμο των φυσικών προσώπων των οποίων γίνεται μνεία στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και, κατά περίπτωση, άλλα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ταυτότητά τους, εκτός αν το αιτούν δικαστήριο έχει ήδη ανωνυμοποιήσει την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πριν από την υποβολή της. Οι ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού καλούνται να τηρούν την κατά τα ανωτέρω ανωνυμία.

8.

Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν και για τις αναιρέσεις. Ειδικότερα, πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, το Δικαστήριο τηρεί την ανωνυμία που έχει αποφασίσει το Γενικό Δικαστήριο, οι δε διάδικοι καλούνται να την τηρήσουν και στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

9.

Σε κάθε περίπτωση, όταν διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου επιθυμεί να μη δημοσιοποιηθεί το όνομά του ή ορισμένα στοιχεία που τον αφορούν στο πλαίσιο υποθέσεως που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου –ή, αντιστρόφως, όταν ο διάδικος αυτός επιθυμεί να δημοσιοποιηθούν το όνομά του και τα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως–, έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφασίσει αν πρέπει να ανωνυμοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει η υπόθεση ή αν η ανωνυμοποίηση που έχει ήδη εφαρμοστεί πρέπει να διατηρηθεί. Το σχετικό αίτημα, για να είναι αποτελεσματικό, πρέπει ωστόσο να διατυπώνεται το ταχύτερο δυνατόν. Πράγματι, λόγω της αυξανόμενης χρήσεως νέων τεχνολογιών πληροφορήσεως και επικοινωνίας, είναι δυσκολότερο να ικανοποιηθεί αίτημα τηρήσεως ανωνυμίας διαδίκου όταν η σχετική με την οικεία υπόθεση ανακοίνωση έχει ήδη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, στις προδικαστικές υποθέσεις, όταν η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως έχει ήδη επιδοθεί στους ενδιαφερομένους του άρθρου 23 του Οργανισμού, έναν μήνα περίπου μετά την κατάθεση της αιτήσεως στο Δικαστήριο.

II.   Η ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Ο σκοπός της έγγραφης διαδικασίας

10.

Η έγγραφη διαδικασία έχει ουσιώδη σημασία για την κατανόηση της υποθέσεως από το Δικαστήριο. Πρέπει να του παρέχει τη δυνατότητα, μέσω της αναγνώσεως των υπομνημάτων ή παρατηρήσεων που υποβάλλονται, να σχηματίσει σαφή ιδέα περί του αντικειμένου τής ενώπιόν του υποθέσεως και περί των διακυβευομένων συμφερόντων. Ο σκοπός αυτός είναι κοινός όσον αφορά την εξέταση όλων των υποθέσεων των οποίων επιλαμβάνεται το Δικαστήριο, η διεξαγωγή όμως και οι λεπτομέρειες της έγγραφης διαδικασίας διαφέρουν αναλόγως της φύσεως της υποθέσεως. Ενώ στις περιπτώσεις ευθείας προσφυγής ή αναιρέσεως οι διάδικοι καλούνται να λάβουν θέση επί των υπομνημάτων που έχουν καταθέσει οι λοιποί διάδικοι, η έγγραφη διαδικασία στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως χαρακτηρίζεται από την έλλειψη αντιδικίας, οι δε ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού απλώς καλούνται να εκθέσουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους επί των ερωτημάτων που υποβάλλει εθνικό δικαστήριο, χωρίς να έχουν γνώση, καταρχήν, της θέσεως των λοιπών ενδιαφερομένων επί των ίδιων ερωτημάτων. Ως εκ τούτου είναι διαφορετικές οι απαιτήσεις όσον αφορά τόσο τη μορφή και το περιεχόμενο των παρατηρήσεων αυτών όσο και τη μεταγενέστερη διεξαγωγή της διαδικασίας, διευκρινιζομένου όμως ότι ως επί το πλείστον τα υπομνήματα ή οι παρατηρήσεις που κατατίθενται κατά την έγγραφη διαδικασία πρέπει να μεταφράζονται. Πρέπει επομένως να προκρίνεται πάντοτε η χρήση σύντομων και απλών περιόδων και η επιχειρηματολογία των διαδίκων πρέπει να εκτίθεται στο σώμα του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων και όχι στα τυχόν παραρτήματα τα οποία κατά κανόνα δεν μεταφράζονται.

Η έγγραφη διαδικασία στις προδικαστικές υποθέσεις

11.

Λόγω της ελλείψεως αντιδικίας στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας, δεν προβλέπεται κανένας συγκεκριμένος τύπος για την κατάθεση των γραπτών παρατηρήσεων εκ μέρους των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού. Όταν επιδίδεται στους τελευταίους από το Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, οι ενδιαφερόμενοι αυτοί μπορούν να υποβάλουν, αν το επιθυμούν, υπόμνημα με το οποίο εκθέτουν την άποψή τους επί της υποβληθείσας από το αιτούν δικαστήριο αιτήσεως. Ο σκοπός του εν λόγω υπομνήματος –το οποίο πρέπει να κατατεθεί εντός μη επιδεχόμενης παράταση προθεσμίας δύο μηνών (παρεκτεινόμενης λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν) από της επιδόσεως της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως– είναι να διαφωτίσει το Δικαστήριο επί του περιεχομένου της αιτήσεως αυτής και, ιδίως, επί των απαντήσεων που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο.

12.

Το ως άνω υπόμνημα πρέπει να είναι πλήρες και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, επιχειρηματολογία ικανή να στηρίξει την απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα, χωρίς όμως να απαιτείται να επαναλαμβάνει το νομικό ή πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς που εκτίθεται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, εκτός αν χρειάζονται συμπληρωματικές παρατηρήσεις. Με την επιφύλαξη της συνδρομής ιδιαίτερων περιστάσεων ή της εφαρμογής ειδικών διατάξεων του Κανονισμού Διαδικασίας που επιβάλλουν περιορισμό της εκτάσεως των υπομνημάτων λόγω του επείγοντος της υποθέσεως, οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατίθενται σε προδικαστική υπόθεση δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 20 σελίδες.

Η έγγραφη διαδικασία στις ευθείες προσφυγές

Το δικόγραφο της προσφυγής

13.

Στις ευθείες προσφυγές, λόγω του ότι πρόκειται για υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, η έγγραφη διαδικασία διέπεται από αυστηρότερους κανόνες. Οι κανόνες αυτοί ορίζονται στα άρθρα 119 επ. (τίτλος 4) του Κανονισμού Διαδικασίας και αφορούν τόσο την υποχρέωση εκπροσωπήσεως των διαδίκων από δικηγόρο ή εκπρόσωπο όσο και τις τυπικές προϋποθέσεις που συνδέονται με το περιεχόμενο και την εμφάνιση των υπομνημάτων. Από το άρθρο 120 του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει, ειδικότερα, ότι το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το όνομα και την κατοικία του προσφεύγοντος και τον προσδιορισμό του καθού, καθώς και επακριβή παράθεση του αντικειμένου της διαφοράς, τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και επιχειρήματα που τεκμηριώνονται, κατά περίπτωση, με αποδεικτικά στοιχεία ή προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Η μη τήρηση των επιταγών αυτών συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής, το δικόγραφο της οποίας, πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 30 σελίδες.

14.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 120, στοιχείο γ′, του Κανονισμού Διαδικασίας, στο δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιλαμβάνεται υποχρεωτικά συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η έκθεση αυτή –που δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δύο σελίδες– αποσκοπεί στη διευκόλυνση της συντάξεως της ανακοινώσεως που αφορά κάθε υπόθεση που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.

Το υπόμνημα αντικρούσεως

15.

Για το υπόμνημα αντικρούσεως, περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 124 του Κανονισμού Διαδικασίας, προβλέπονται, κατ’ ουσίαν, οι ίδιες τυπικές προϋποθέσεις με το δικόγραφο της προσφυγής, το δε υπόμνημα αυτό πρέπει να υποβάλλεται εντός δύο μηνών από της επιδόσεως του ως άνω δικογράφου. Η εν λόγω προθεσμία –παρεκτεινόμενη λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν– μπορεί να παραταθεί μόνο σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και κατόπιν υποβολής, σε εύθετο χρόνο, δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως εκθέτουσας τις περιστάσεις που δικαιολογούν μια τέτοια παράταση.

16.

Δεδομένου ότι το νομικό πλαίσιο της δίκης καθορίζεται από το δικόγραφο της προσφυγής, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται με το υπόμνημα αντικρούσεως πρέπει να διαρθρώνεται, κατά το μέτρο του δυνατού, ακολουθώντας τους ισχυρισμούς ή λόγους ακυρώσεως και τις αιτιάσεις που προβάλλονται με το ως άνω δικόγραφο. Κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Εξάλλου, το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς πρέπει να εκτίθεται στο υπόμνημα αντικρούσεως μόνο στον βαθμό που αμφισβητούνται τα όσα εκτίθενται συναφώς στο δικόγραφο της προσφυγής ή αν απαιτούνται συμπληρωματικές διευκρινίσεις. Όπως και το δικόγραφο της προσφυγής και πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, το υπόμνημα αντικρούσεως δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 30 σελίδες.

Το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως

17.

Ο προσφεύγων και ο καθού μπορούν να συμπληρώσουν την επιχειρηματολογία τους, αν το κρίνουν αναγκαίο, ο πρώτος με υπόμνημα απαντήσεως και ο δεύτερος με υπόμνημα ανταπαντήσεως. Τα εν λόγω υπομνήματα υπόκεινται στους ίδιους τυπικούς κανόνες που ισχύουν για το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα αντικρούσεως, αλλά, λαμβανομένου υπόψη του προαιρετικού και συμπληρωματικού χαρακτήρα τους, πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην συντομότερα. Δεδομένου ότι το πλαίσιο της διαφοράς και οι ισχυρισμοί ή οι αιτιάσεις που αποτελούν το επίκεντρό της έχουν ήδη εκτεθεί (ή αμφισβητηθεί) σε βάθος με το δικόγραφο της προσφυγής και με το υπόμνημα αντικρούσεως, το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως έχουν ως μόνο σκοπό να παράσχουν τη δυνατότητα στον προσφεύγοντα και στον καθού να διευκρινίσουν τη θέση τους ή να εξειδικεύσουν την επιχειρηματολογία τους σχετικά με κάποιο σημαντικό ζήτημα, εξάλλου δε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο πρόεδρος μπορεί επίσης να προσδιορίσει ο ίδιος τα ζητήματα τα οποία πρέπει να αφορούν τα υπομνήματα αυτά. Επομένως, πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις δέκα περίπου σελίδες. Τα ως άνω υπομνήματα πρέπει να κατατίθενται στη Γραμματεία εντός των τασσόμενων από το Δικαστήριο προθεσμιών, ενώ παράταση των τελευταίων παρέχεται από τον Πρόεδρο μόνο σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις και κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως.

Η αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας

18.

Όταν η φύση της υποθέσεως απαιτεί να αποφανθεί το Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν, ο προσφεύγων ή ο καθού μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο την εκδίκαση μιας υποθέσεως με ταχεία διαδικασία κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας. Εντούτοις, η δυνατότητα αυτή, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 133 του Κανονισμού Διαδικασίας, εξαρτάται από την υποβολή, με χωριστό δικόγραφο, σχετικής ρητής αιτήσεως εκθέτουσας λεπτομερώς τις περιστάσεις που δικαιολογούν την εφαρμογή μιας τέτοιας διαδικασίας, συνεπάγεται δε, σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως, προσαρμογή της έγγραφης διαδικασίας. Συναφώς, επέρχεται σύντμηση των κανονικών προθεσμιών υποβολής των υπομνημάτων, καθώς και περιορισμός της εκτάσεώς τους, κατ’ εφαρμογήν δε του άρθρου 134 του Κανονισμού Διαδικασίας η υποβολή υπομνήματος απαντήσεως ή ανταπαντήσεως ή υπομνήματος παρεμβάσεως είναι δυνατή μόνον αν ο πρόεδρος το κρίνει αναγκαίο.

Οι αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως προσωρινών μέτρων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)

19.

Μια ευθεία προσφυγή μπορεί να συνοδεύεται από αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, αιτήσεις οι οποίες προβλέπονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 278 και 279 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 του Κανονισμού Διαδικασίας, μια τέτοια αίτηση είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την επίμαχη πράξη με προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή αν η εν λόγω αίτηση προέρχεται από διάδικο σε υπόθεση ήδη εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου, πρέπει δε να υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο προσδιορίζον τόσο το αντικείμενο της διαφοράς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως όσο και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Κατά κανόνα, η αίτηση επιδίδεται στον αντίδικο, στον οποίο ο πρόεδρος τάσσει σύντομη προθεσμία για την υποβολή γραπτών ή προφορικών παρατηρήσεων. Σε περίπτωση κατεπείγοντος, ο πρόεδρος μπορεί να κάνει δεκτή την αίτηση προσωρινώς και πριν ακόμη ο αντίδικος υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Στην περίπτωση αυτή, εντούτοις, η απόφαση που περατώνει τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να ληφθεί μόνο μετά από ακρόαση του αντιδίκου.

Η έγγραφη διαδικασία στις αιτήσεις αναιρέσεως

20.

Η έγγραφη διαδικασία στις αιτήσεις αναιρέσεως έχει πολλές ομοιότητες με την έγγραφη διαδικασία στις ευθείες προσφυγές. Οι σχετικοί κανόνες περιλαμβάνονται στα άρθρα 167 επ. (τίτλος 5) του Κανονισμού Διαδικασίας που ορίζουν ειδικότερα τόσο το αναγκαίο περιεχόμενο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και του υπομνήματος επί της αιτήσεως αναιρέσεως όσο και το αντικείμενο των αιτημάτων.

Το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως

21.

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 168 και 169 του Κανονισμού Διαδικασίας –που συμπληρώνουν, συναφώς, τα άρθρα 56 έως 58 του Οργανισμού–, η αίτηση αναιρέσεως δεν επιτρέπεται να βάλλει κατά πράξεως θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, αλλά μόνο κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου αποφαινόμενου επί προσφυγής κατά τέτοιας πράξεως. Από τη διευκρίνιση αυτή προκύπτει ότι με την αίτηση αναιρέσεως πρέπει οπωσδήποτε να ζητείται η ολική ή μερική αναίρεση της κρίσεως του Γενικού Δικαστηρίου, όπως αυτή περιλαμβάνεται στο διατακτικό της αποφάσεως ή διατάξεώς του, και όχι η ακύρωση της προσβληθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πράξεως. Οι λόγοι και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται με την αίτηση αναιρέσεως –η οποία, πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 25 σελίδες– πρέπει να προσδιορίζουν με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ή διατάξεως που αμφισβητούνται και να εκθέτουν επακριβώς τους λόγους για τους οποίους η τελευταία πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, ειδάλλως είναι απαράδεκτοι.

22.

Επιπροσθέτως, προς διευκόλυνση της συντάξεως της ανακοινώσεως που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο αναιρεσείων πρέπει να επισυνάψει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως συνοπτική έκθεση των ως άνω λόγων και επιχειρημάτων, μη υπερβαίνουσα τις δύο σελίδες, και να καταθέσει στη Γραμματεία τα αναγκαία δικαιολογητικά τα οποία πιστοποιούν την τήρηση των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 19 του Οργανισμού και επαναλαμβάνονται στο άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.

23.

Στις περιπτώσεις του άρθρου 58α του Οργανισμού, ο αναιρεσείων πρέπει επίσης να επισυνάψει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αίτηση για την έγκριση της εξετάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις επτά σελίδες και πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της αιτήσεως εγκρίσεως και να προσδιορίσει, σε περίπτωση εν μέρει εγκρίσεως της εξετάσεως, τους λόγους αναιρέσεως τους οποίους θα πρέπει να αφορά το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως.

24.

Στην αίτηση για την έγκριση της εξετάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να παρατίθενται σαφώς και επακριβώς οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η αίτηση αναιρέσεως, να προσδιορίζεται με την ίδια ακρίβεια και σαφήνεια το νομικό ζήτημα που εγείρεται με κάθε λόγο αναιρέσεως και να εκτίθεται συγκεκριμένα γιατί το ζήτημα αυτό είναι σημαντικό για την ενότητα, τη συνοχή ή την εξέλιξη του δικαίου της Ένωσης.

25.

Σύμφωνα με το άρθρο 170α, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η έλλειψη τέτοιας αιτήσεως εγκρίσεως συνεπάγεται το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της.

Το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως

26.

Εντός μη επιδεχόμενης παράταση προθεσμίας δύο μηνών από της επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως –παρεκτεινόμενης λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν–, κάθε διάδικος της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί να υποβάλει υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Το περιεχόμενο του εν λόγω υπομνήματος διέπεται από τους κανόνες που θέτει το άρθρο 173 του Κανονισμού Διαδικασίας, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 174 του ίδιου κανονισμού, με το υπόμνημα αυτό ζητείται να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί ολικώς ή μερικώς η αίτηση αναιρέσεως. Η νομική επιχειρηματολογία που περιλαμβάνεται στο υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαρθρώνεται, κατά το μέτρο του δυνατού, ακολουθώντας τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, δεν είναι όμως απαραίτητο να επαναλαμβάνεται, με το υπόμνημα αυτό, το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της διαφοράς, εκτός αν αμφισβητούνται τα όσα εκτίθενται συναφώς στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ή αν απαιτούνται συμπληρωματικές διευκρινίσεις. Αντιθέτως, αμφισβήτηση σχετική με το παραδεκτό, εν όλω ή εν μέρει, της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιλαμβάνεται στο σώμα του υπομνήματος, δεδομένου ότι η δυνατότητα –την οποία προβλέπει το άρθρο 151 του Κανονισμού Διαδικασίας– προβολής ενστάσεως απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο δεν υφίσταται στις αναιρέσεις. Όπως και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και με την επιφύλαξη της συνδρομής ειδικών περιστάσεων, το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 25 σελίδες.

Η ανταναίρεση

27.

Αν διάδικος σε υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στον οποίο κοινοποιείται αίτηση αναιρέσεως, προτίθεται να αμφισβητήσει την απόφαση του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου επί ζητήματος το οποίο δεν εθίγη με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο εν λόγω διάδικος πρέπει να ασκήσει ανταναίρεση κατά της αποφάσεως ή διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου. Η ως άνω ανταναίρεση πρέπει να ασκηθεί με χωριστό δικόγραφο, εντός της ίδιας μη επιδεχόμενης παράταση προθεσμίας, όπως η προβλεπόμενη για την κατάθεση του υπομνήματος επί της αιτήσεως αναιρέσεως, και να πληροί τους όρους των άρθρων 177 και 178 του Κανονισμού Διαδικασίας. Οι προβαλλόμενοι λόγοι και τα νομικά επιχειρήματα πρέπει οπωσδήποτε να διαφέρουν από όσα προβάλλονται με το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως.

Το υπόμνημα επί της ανταναιρέσεως

28.

Όταν ασκείται ανταναίρεση, ο αναιρεσείων όπως και κάθε άλλος διάδικος της συγκεκριμένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποθέσεως που έχει συμφέρον να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί η ανταναίρεση μπορεί να υποβάλει υπόμνημα επί της ανταναιρέσεως, το οποίο περιορίζεται στους προβαλλόμενους με την ανταναίρεση λόγους. Κατά το άρθρο 179 του Κανονισμού Διαδικασίας, το εν λόγω υπόμνημα πρέπει να υποβληθεί εντός μη επιδεχόμενης παράταση προθεσμίας δύο μηνών από την επίδοση του δικογράφου της ανταναιρέσεως (παρεκτεινόμενης λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν).

Τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως

29.

Είτε πρόκειται για αναίρεση είτε για ανταναίρεση, η αίτηση αναιρέσεως και το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως μπορούν να συμπληρωθούν με υπόμνημα απαντήσεως και υπόμνημα ανταπαντήσεως, ιδίως προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να λάβουν θέση επί ενστάσεως απαραδέκτου ή επί νέων στοιχείων προβληθέντων με το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Σε αντίθεση με τους κανόνες που ισχύουν στις ευθείες προσφυγές, η εν λόγω δυνατότητα εξαρτάται εντούτοις από τη ρητή άδεια του Προέδρου του Δικαστηρίου. Συναφώς, ο αναιρεσείων (ή ο ανταναιρεσείων) καλείται να υποβάλει, εντός προθεσμίας επτά ημερών από την επίδοση του υπομνήματος επί της αιτήσεως αναιρέσεως (ή του υπομνήματος επί της ανταναιρέσεως) –παρεκτεινόμενη λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν–, δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εκθέτουσα τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψη του διαδίκου αυτού, είναι αναγκαίο υπόμνημα απαντήσεως. Η αίτηση αυτή –που δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τρεις σελίδες– πρέπει να είναι κατανοητή αφ’ εαυτής, χωρίς να χρειάζεται αναδρομή στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ή στο υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως.

30.

Λόγω της ειδικής φύσεως των αναιρέσεων, οι οποίες περιορίζονται στην εξέταση νομικών ζητημάτων, ο πρόεδρος, αν δεχθεί το αίτημα υποβολής υπομνήματος απαντήσεως, μπορεί ακόμη να περιορίσει το αντικείμενο και την έκταση του υπομνήματος αυτού, καθώς και του ακολουθούντος υπομνήματος ανταπαντήσεως. Η τήρηση των υποδείξεων αυτών συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας, ενώ η υπέρβαση του ορισθέντος αριθμού σελίδων ή η έγερση άλλων ζητημάτων με το υπόμνημα απαντήσεως ή το υπόμνημα ανταπαντήσεως συνεπάγεται την επιστροφή του εν λόγω υπομνήματος στον συντάκτη του.

Οι υποβαλλόμενες βάσει του άρθρου 57 του Οργανισμού αιτήσεις αναιρέσεως

31.

Οι κανόνες που παρατίθενται στα σημεία 20 έως 30 των ανά χείρας οδηγιών δεν έχουν εντούτοις εφαρμογή στις αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων ή διατάξεων του Γενικού Δικαστηρίου που απορρίπτουν αίτηση παρεμβάσεως ή εκδίδονται κατόπιν αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει των άρθρων 278 ή 279 ΣΛΕΕ. Δυνάμει του άρθρου 57, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού, τέτοιες αιτήσεις αναιρέσεως υπόκεινται στην ίδια διαδικασία όπως και οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων που υποβάλλονται απευθείας ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, τάσσεται σύντομη προθεσμία στους διαδίκους για την υποβολή των ενδεχόμενων παρατηρήσεών τους επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το δε Δικαστήριο αποφαίνεται επ’ αυτής χωρίς συμπληρωματική έγγραφη διαδικασία ή ακόμη και χωρίς προφορική διαδικασία.

Η εμπιστευτικότητα στο πλαίσιο των αναιρέσεων

32.

Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και τα υπομνήματα που κατατίθενται στη συνέχεια επιδίδονται σε όλους τους διαδίκους της συγκεκριμένης υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως της δικονομικής ιδιότητάς τους στη δίκη ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου (κύριος διάδικος ή παρεμβαίνων). Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται κατά το άρθρο 58 του Οργανισμού σε νομικά ζητήματα, οι διάδικοι οφείλουν, καταρχήν, να μην εκθέτουν στα υπομνήματά τους απόρρητα ή εμπιστευτικά στοιχεία. Εάν, σε εξαιρετική περίπτωση, πρέπει εντούτοις να εκτεθούν τέτοια στοιχεία, ο διάδικος που επικαλείται την εμπιστευτικότητα ορισμένων στοιχείων του υπομνήματός του καλείται να υποβάλει, με χωριστό δικόγραφο, δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως (προσδιορίζοντας το εύρος της ζητούμενης εμπιστευτικής μεταχειρίσεως και τους διαδίκους τους οποίους αυτή αφορά), καθώς και μη εμπιστευτικό κείμενο του υπομνήματός του το οποίο να μπορεί να επιδοθεί στους λοιπούς διαδίκους. Εάν η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως γίνει εν μέρει δεκτή –σε κάθε περίπτωση, η ζητούμενη εμπιστευτική μεταχείριση δεν μπορεί να είναι ευρύτερη εκείνης που είχε αποφασίσει ήδη το Γενικό Δικαστήριο ως προς έναν παρεμβαίνοντα–, ο διάδικος που τυγχάνει της εμπιστευτικής μεταχειρίσεως καλείται να προσκομίσει αμελλητί νέο μη εμπιστευτικό κείμενο του υπομνήματός του το οποίο να μπορεί να επιδοθεί στους λοιπούς διαδίκους.

Η παρέμβαση στις ευθείες προσφυγές και στις αιτήσεις αναιρέσεως

Η αίτηση παρεμβάσεως

33.

Κατά το άρθρο 40 του Οργανισμού, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, αφενός, και, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του άρθρου αυτού, τα τρίτα κράτη που μετέχουν στη Συμφωνία ΕΟΧ, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, τα λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, καθώς και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αφετέρου, μπορούν να παρεμβαίνουν στις διαφορές που υποβάλλονται στην κρίση του Δικαστηρίου προς υποστήριξη, εν όλω ή εν μέρει, των αιτημάτων ενός των διαδίκων. Για να ληφθεί υπόψη, η αίτηση παρεμβάσεως πρέπει να υποβληθεί εντός της προθεσμίας περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 130, παράγραφος 1 (ευθείες προσφυγές), ή στο άρθρο 190, παράγραφος 2 (αναιρέσεις), του Κανονισμού Διαδικασίας και να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 130, παράγραφοι 2 έως 4, του ίδιου κανονισμού.

Το υπόμνημα παρεμβάσεως

34.

Όταν γίνεται δεκτή αίτηση παρεμβάσεως, γνωστοποιούνται στον παρεμβαίνοντα όλα τα διαδικαστικά έγγραφα που επιδίδονται στους διαδίκους, με εξαίρεση, ενδεχομένως, απόρρητα ή εμπιστευτικά έγγραφα, ο δε παρεμβαίνων έχει στη διάθεσή του ένα μήνα από της παραλαβής των εγγράφων αυτών για να υποβάλει υπόμνημα παρεμβάσεως. Το εν λόγω υπόμνημα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 132, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το περιεχόμενό του όμως είναι οπωσδήποτε συνοπτικότερο από το υπόμνημα του υπερ ου η παρέμβαση, η δε έκτασή του δεν πρέπει να υπερβαίνει τις δέκα σελίδες. Δεδομένου ότι η παρέμβαση έχει, όντως, παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια διαφορά, ο παρεμβαίνων δεν πρέπει να επαναλαμβάνει με το υπόμνημά του τους λόγους ή τα επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στα υπομνήματα του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει παρέμβει και πρέπει να εκθέτει μόνο συμπληρωματικούς λόγους ή επιχειρήματα, που στηρίζουν την άποψη του ως άνω διαδίκου. Η επανάληψη του νομικού και πραγματικού πλαισίου της διαφοράς παρέλκει, εκτός αν αμφισβητούνται τα όσα εκτέθηκαν συναφώς με τα υπομνήματα των κύριων διαδίκων ή αν είναι αναγκαίες επιπλέον διευκρινίσεις.

Οι παρατηρήσεις επί του υπομνήματος παρεμβάσεως

35.

Μετά την κατάθεση του υπομνήματος παρεμβάσεως ο πρόεδρος μπορεί να ορίσει προθεσμία, αν το κρίνει αναγκαίο, προς υποβολή σύντομων παρατηρήσεων επί του υπομνήματος αυτού. Η κατάθεση ωστόσο τέτοιων παρατηρήσεων, των οποίων η έκταση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 5 σελίδες, είναι προαιρετική. Σκοπός των σχετικών παρατηρήσεων είναι αποκλειστικά να παράσχουν τη δυνατότητα στους κύριους διαδίκους να απαντήσουν σε ορισμένους ισχυρισμούς του παρεμβαίνοντος ή να λάβουν θέση επί νέων ισχυρισμών ή επιχειρημάτων που αυτός προβάλλει. Όταν δεν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις, συνιστάται να μην κατατίθενται σχετικές παρατηρήσεις, προς αποφυγή της άσκοπης παρατάσεως της διάρκειας της έγγραφης διαδικασίας.

Οι εκπρόθεσμες αιτήσεις παρεμβάσεως

36.

Εφόσον πληροί τους όρους του άρθρου 130, παράγραφοι 2 έως 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση παρεμβάσεως υποβαλλόμενη μετά τη λήξη της προθεσμίας περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 130, παράγραφος 1, ή στο άρθρο 190, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι θα περιέλθει σε αυτό πριν το Δικαστήριο λάβει την απόφαση να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία κατά το άρθρο 60, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο παρεμβαίνων μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε περίπτωση διεξαγωγής της.

Η παρέμβαση στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ή ταχείας διαδικασίας

37.

Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν καταρχήν στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ή σε περίπτωση εφαρμογής ταχείας διαδικασίας. Πλην ιδιαίτερων περιστάσεων που να δικαιολογούν την κατάθεση γραπτών παρατηρήσεων, το πρόσωπο ή η οντότητα στο οποίο επετράπη να παρέμβει στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας μπορεί να αναπτύξει τις παρατηρήσεις του μόνον προφορικώς, σε περίπτωση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

Ο αποκλεισμός της παρεμβάσεως στις προδικαστικές υποθέσεις

38.

Οι ανωτέρω κανόνες, σχετικά με την παρέμβαση, δεν έχουν εφαρμογή στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως. Λόγω της ελλείψεως αντιδικίας στην κατηγορία αυτή υποθέσεων και λόγω της ειδικής αποστολής του Δικαστηρίου όταν αυτό καλείται να αποφανθεί, στο πλαίσιο της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, επί της ερμηνείας ή του κύρους του δικαίου της Ένωσης, μόνον οι ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού –και ενδεχομένως τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης εφόσον τους ζητηθεί δυνάμει του άρθρου 24, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού– έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις επί των ερωτημάτων που υποβάλλουν στο Δικαστήριο τα δικαστήρια των κρατών μελών.

Η μορφή και η δομή των διαδικαστικών εγγράφων

39.

Ανεξαρτήτως των στοιχείων που προαναφέρθηκαν και των κανόνων περί του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, που απορρέουν από τις διατάξεις του Οργανισμού και του Κανονισμού Διαδικασίας, τα υπομνήματα και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να πληρούν ορισμένες επιπλέον προϋποθέσεις, προς διευκόλυνση της αναγνώσεως και της διεκπεραιώσεως των εγγράφων αυτών από το Δικαστήριο, ιδίως ηλεκτρονικώς. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν τόσο τη μορφή και την εμφάνιση των δικογράφων όσο και τη δομή ή την έκτασή τους.

40.

Από τυπικής απόψεως, καταρχάς, τα υπομνήματα ή οι παρατηρήσεις που καταθέτουν οι διάδικοι πρέπει οπωσδήποτε να υποβάλλονται σε μορφή η οποία να παρέχει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής διαχειρίσεως των εν λόγω διαδικαστικών εγγράφων από το Δικαστήριο. Προς τούτο, πρέπει υποχρεωτικά να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

το υπόμνημα ή οι παρατηρήσεις συντάσσονται σε λευκό χαρτί, χωρίς διαγραμμίσεις, διαστάσεων A4, το δε κείμενο πρέπει να είναι γραμμένο στη μία μόνον όψη του φύλλου, όχι και στις δύο·

πρέπει να χρησιμοποιείται κοινή γραμματοσειρά (όπως π.χ. Times New Roman, Courrier ή Arial) μεγέθους τουλάχιστον 12 στιγμών εντός του κειμένου και 10 στιγμών στις υποσημειώσεις, με διάστιχο 1,5 και περιθώρια, κάθετα και οριζόντια, τουλάχιστον 2,5 cm (άνω, κάτω, αριστερά και δεξιά)·

όλες οι παράγραφοι κάθε υπομνήματος ή των παρατηρήσεων πρέπει να φέρουν αύξουσα συνεχή αρίθμηση·

το ίδιο ισχύει για τις σελίδες του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων, περιλαμβανομένων των τυχόν παραρτημάτων τους και του καταλόγου παραρτημάτων, που αριθμούνται άνω δεξιά κατά τρόπο συνεχή και κατ’ αύξουσα σειρά·

οι σελίδες του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων δεν μπορούν να περιέχουν πάνω από 1500 χαρακτήρες, χωρίς τα διαστήματα·

τέλος, όταν δεν αποστέλλονται στο Δικαστήριο ηλεκτρονικώς, οι σελίδες του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων πρέπει να είναι συνδεδεμένες κατά τρόπο που να καθιστά εύκολη την αποσύνδεση και όχι σταθερά συνδεδεμένες με άλλα μέσα όπως κόλλα ή συρραπτικά.

41.

Επιπλέον των ως άνω τυπικών προϋποθέσεων, τα διαδικαστικά έγγραφα που κατατίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να συντάσσονται κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η κατανόηση της δομής και του περιεχομένου τους ήδη από τις πρώτες σελίδες. Επιπροσθέτως της αναγραφής, στην πρώτη σελίδα του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων, του τίτλου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου, του αριθμού της υποθέσεως (εφόσον έχει ήδη γνωστοποιηθεί από τον Γραμματέα) και των οικείων διαδίκων ή των αρχικών τους (όταν η υπόθεση έχει ανωνυμοποιηθεί), το υπόμνημα ή οι παρατηρήσεις που κατατίθενται αρχίζουν με σύντομη παράθεση του διαγράμματος που ακολουθεί ο συντάκτης τους ή με πίνακα περιεχομένων. Το υπόμνημα ή οι γραπτές παρατηρήσεις τελειώνουν υποχρεωτικά με τα αιτήματα του συντάκτη τους ή, στις προδικαστικές υποθέσεις, με τις απαντήσεις τις οποίες αυτός προτείνει να δοθούν στα ερωτήματα που έχει υποβάλει το αιτούν δικαστήριο.

42.

Για τα έγγραφα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο δεν προβλέπεται, όσον αφορά το περιεχόμενό τους, καμία άλλη προϋπόθεση πέραν εκείνων που απορρέουν από τον Οργανισμό και τον Κανονισμό Διαδικασίας, δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι τα ως άνω έγγραφα αποτελούν τη βάση για τη μελέτη της δικογραφίας από το Δικαστήριο και ότι, κατά κανόνα, πρέπει να μεταφραστούν από το Δικαστήριο ή το θεσμικό όργανο από το οποίο προέρχονται. Επομένως, προς το συμφέρον της εύρυθμης διεξαγωγής της διαδικασίας αλλά και προς το συμφέρον των ίδιων των διαδίκων, τα υπομνήματα ή οι γραπτές παρατηρήσεις πρέπει να έχουν απλή και ακριβή διατύπωση, χωρίς να χρησιμοποιούν τεχνικούς όρους συνδεόμενους μόνο με ένα εθνικό νομικό σύστημα. Οι επαναλήψεις πρέπει να αποφεύγονται, ενώ οι κατά το δυνατόν σύντομες περίοδοι πρέπει να προτιμώνται από τις μακρές και περίπλοκες περιόδους, με παρενθετικές ή δευτερεύουσες προτάσεις.

43.

Όταν οι διάδικοι επικαλούνται, με υπόμνημα ή με τις παρατηρήσεις τους, συγκεκριμένο νομικό κείμενο ή μια συγκεκριμένη ρύθμιση του εθνικού δικαίου ή του δικαίου της Ένωσης, οι παραπομπές στο κείμενο αυτό ή στην οικεία ρύθμιση πρέπει να παρατίθενται με ακρίβεια, όσον αφορά τόσο την ημερομηνία εκδόσεως και, ει δυνατόν, την ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανόνα αυτού όσο και τη διαχρονική εφαρμογή του. Ομοίως, όταν παραθέτουν κάποιο απόσπασμα ή χωρίο δικαστικής αποφάσεως ή προτάσεων γενικού εισαγγελέα, οι διάδικοι παρακαλούνται να αναφέρουν τόσο την ονομασία και τον αριθμό της οικείας υποθέσεως όσο και τον αριθμό ECLI («European Case Law Identifier») της αποφάσεως και των προτάσεων και να προσδιορίζουν επακριβώς το σχετικό απόσπασμα ή χωρίο.

44.

Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού πρέπει να περιλαμβάνεται στα υπομνήματα ή στις γραπτές παρατηρήσεις και όχι στα τυχόν συνημμένα παραρτήματα, τα οποία κατά κανόνα δεν μεταφράζονται. Μόνον τα έγγραφα που μνημονεύονται στο σώμα του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων και που είναι αναγκαία προς απόδειξη ή επεξήγηση του περιεχομένου τους πρέπει να επισυνάπτονται στο υπόμνημα αυτό ή στις παρατηρήσεις. Εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 57, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσκόμιση παραρτημάτων επιτρέπεται μόνον εφόσον συνοδεύεται από κατάλογο των παραρτημάτων. Στον κατάλογο αυτόν πρέπει να περιλαμβάνεται, για κάθε επισυναπτόμενο έγγραφο, ο αύξων αριθμός του παραρτήματος, σύντομη μνεία της φύσεώς του, καθώς και αναγραφή της σελίδας ή της παραγράφου του υπομνήματος ή των παρατηρήσεων στην οποία μνημονεύεται το έγγραφο και η οποία δικαιολογεί την προσκόμισή του.

45.

Όταν διαδικαστικό έγγραφο αποκλίνει προδήλως από τις απαιτήσεις που ορίζονται ανωτέρω και, ιδίως, από εκείνες που αφορούν την έκτασή του, ο Γραμματέας δύνανται να ζητήσει από τον συντάκτη του κατατεθέντος διαδικαστικού εγγράφου να το τακτοποιήσει εντός σύντομης προθεσμίας.

Η κατάθεση και η διαβίβαση των διαδικαστικών εγγράφων

46.

Μόνον τα έγγραφα που ρητώς προβλέπονται από τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία μπορούν να κατατίθενται στη Γραμματεία. Τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να κατατίθενται εμπροθέσμως τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 57 του Κανονισμού Διαδικασίας.

47.

Το Δικαστήριο συνιστά την κατάθεση μέσω της εφαρμογής e-Curia. Η εφαρμογή αυτή παρέχει τη δυνατότητα καταθέσεως και επιδόσεως των διαδικαστικών εγγράφων αποκλειστικώς ηλεκτρονικά, χωρίς να απαιτούνται επικυρωμένα αντίγραφα του διαβιβαζόμενου στο Δικαστήριο εγγράφου ή η παράλληλη ταχυδρομική αποστολή του ιδίου εγγράφου. Ο τρόπος προσβάσεως στην εφαρμογή e-Curia και οι όροι χρήσεώς της περιγράφονται επακριβώς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Οκτωβρίου 2018, σχετική με την κατάθεση και την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής e-Curia, καθώς και στους Όρους Χρήσεως στους οποίους παραπέμπει η απόφαση αυτή. Τα εν λόγω κείμενα είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του θεσμικού οργάνου (https://curia.europa.eu/jcms/jcms/P_78957/el/).

48.

Κάθε διαδικαστικό έγγραφο, εφόσον δεν διαβιβάζεται στο Δικαστήριο μέσω της προαναφερθείσας ηλεκτρονικής εφαρμογής, μπορεί επίσης να αποστέλλεται στο Δικαστήριο ταχυδρομικώς. Ο φάκελος που περιλαμβάνει το έγγραφο αυτό πρέπει να απευθύνεται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στην ακόλουθη διεύθυνση: Rue du Fort Niedergrünewald, L-2925 Λουξεμβούργο. Συναφώς, χρήσιμο είναι να υπομνησθεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 57, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, μόνον η ημερομηνία και η ώρα καταθέσεως του πρωτοτύπου στη Γραμματεία λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών. Επομένως, προς αποφυγή της απώλειας προθεσμίας, συνιστάται ιδιαιτέρως η αποστολή με συστημένη επιστολή ή με ταχυμεταφορά, αρκετές ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας καταθέσεως του οικείου εγγράφου, ή ακόμη η κατάθεσή με υλική παράδοση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ή, εκτός των ωρών λειτουργίας της Γραμματείας, στην υπηρεσία υποδοχής των κτιρίων του Δικαστηρίου όπου ο φύλακας υπηρεσίας θα το παραλάβει σημειώνοντας σε αυτό την ημερομηνία και την ώρα καταθέσεως.

49.

Τέλος, επί του παρόντος, είναι επίσης δυνατή η διαβίβαση στη Γραμματεία αντιγράφου του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου διαδικαστικού εγγράφου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (ecj.registry@curia.europa.eu) ή με φαξ [(+ 352) 433766]. Πέραν των εγγενών τεχνικών ορίων των δύο αυτών τρόπων διαβιβάσεως, υπενθυμίζεται ότι η κατάθεση διαδικαστικού εγγράφου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή φαξ λαμβάνεται υπόψη, όσον αφορά την τήρηση των δικονομικών προθεσμιών, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του εγγράφου, συνοδευόμενο από τα παραρτήματα και τα αντίγραφα περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 57, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, περιέρχεται στη Γραμματεία το αργότερο δέκα ημέρες μετά την αποστολή του αντιγράφου του εν λόγω υπογεγραμμένου πρωτοτύπου με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή με φαξ. Επομένως, το υπογεγραμμένο πρωτότυπο πρέπει να αποστέλλεται ή να παραδίδεται αμέσως μετά την αποστολή του αντιγράφου, χωρίς να υποστεί διορθώσεις ή τροποποιήσεις, έστω και ελάχιστες. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ του ενυπογράφου πρωτοτύπου και του προηγουμένως κατατεθέντος αντιγράφου, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικώς η ημερομηνία καταθέσεως του ενυπογράφου πρωτοτύπου.

50.

Προς διευκόλυνση της διεκπεραιώσεως από το Δικαστήριο των κατατιθέμενων υπομνημάτων ή παρατηρήσεων και ιδίως της μεταφράσεώς τους σε μία ή περισσότερες επίσημες γλώσσες της Ένωσης, οι διάδικοι καλούνται –πέραν της αποστολής, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, του πρωτοτύπου του υπομνήματος ή των παρατηρήσεών τους που είναι και το μόνο αυθεντικό– να αποστέλλουν μορφότυπο του κειμένου που να επιτρέπει επεξεργασία (λογισμικό επεξεργασίας κειμένου, όπως το «Word», το «OpenOffice» ή το «LibreOffice») στην εξής διεύθυνση: editable-versions@curia.europa.eu.

III.   Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

51.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 20, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού, η προφορική διαδικασία περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, δύο αυτοτελή στάδια: την ακρόαση των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού και την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Κατά το άρθρο 20, πέμπτο εδάφιο, του Οργανισμού, το Δικαστήριο, όταν κρίνει ότι η υπόθεση δεν εγείρει κανένα νέο νομικό ζήτημα, μπορεί ωστόσο να αποφασίσει ότι η υπόθεση θα εκδικαστεί χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων του γενικού εισαγγελέα. Τέλος, σημειωτέον ότι δεν διεξάγεται συστηματικά επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Ο σκοπός της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

52.

Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που έχει η έγγραφη διαδικασία στο πλαίσιο των υποθέσεων που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 76, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, όσον αφορά τις προδικαστικές υποθέσεις, το αποφασιστικό κριτήριο για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν είναι τόσο η διατύπωση σχετικού ρητού αιτήματος όσο η εκ μέρους του ίδιου του Δικαστηρίου εκτίμηση της προστιθέμενης αξίας της συζητήσεως αυτής και της δυνατότητάς της να συμβάλει στην επίλυση της διαφοράς ή στη διαμόρφωση των απαντήσεων που μπορούν να δοθούν από το Δικαστήριο στα υποβαλλόμενα από δικαστήριο κράτους μέλους ερωτήματα. Επομένως, το Δικαστήριο διεξάγει επ’ ακροατηρίου συζήτηση οσάκις αυτή μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση της υποθέσεως και των διακυβευομένων συμφερόντων, ανεξαρτήτως του αν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τους διαδίκους ή τους ενδιαφερομένους του άρθρου 23 του Οργανισμού.

Η αίτηση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

53.

Αν οι ως άνω διάδικοι ή ενδιαφερόμενοι εκτιμούν ότι πρέπει να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε μια υπόθεση, σε αυτούς εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, ευθύς μετά την επίδοση του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, να εκθέσουν στο Δικαστήριο με επιστολή τους ακριβείς λόγους για τους οποίους επιθυμούν να αναπτύξουν την άποψή τους ενώπιον αυτού. Η σχετική αιτιολογία –που δεν πρέπει να συγχέεται με υπόμνημα ή με γραπτές παρατηρήσεις και δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τρεις σελίδες– πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένη εκτίμηση της χρησιμότητας διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως για τον αιτούντα διάδικο και να επισημαίνει τα στοιχεία της δικογραφίας ή της επιχειρηματολογίας τα οποία ο διάδικος αυτός θεωρεί απαραίτητο να αναπτύξει ή να αντικρούσει εκτενέστερα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Γενική αιτιολογία με επίκληση, για παράδειγμα, της σπουδαιότητας της υποθέσεως ή των υπό κρίση ζητημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αρκεί.

Η κλήση προς συμμετοχή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και η ανάγκη ταχείας απαντήσεως στην κλήση αυτή

54.

Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει να διεξαγάγει επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε μια δεδομένη υπόθεση, καθορίζει την ακριβή ημερομηνία και ώρα διεξαγωγής, οι δε διάδικοι ή οι ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού καλούνται αμέσως από τον Γραμματέα, ο οποίος τους ενημερώνει επίσης για τη σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί η υπόθεση, για τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που αποφασίζει το Δικαστήριο και, ενδεχομένως, για τη μη ανάπτυξη προτάσεων εκ μέρους του γενικού εισαγγελέα. Προκειμένου να παράσχουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να οργανώσει την επ’ ακροατηρίου συζήτηση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, οι ως άνω διάδικοι ή ενδιαφερόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο σχετικό έγγραφο της Γραμματείας εντός σύντομου χρόνου αναφέροντας, ιδίως, αν έχουν όντως την πρόθεση να μετάσχουν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, καθώς και το όνομα του δικηγόρου ή εκπροσώπου που θα τους εκπροσωπήσει σε αυτήν. Η καθυστερημένη απάντηση στα έγγραφα κλήσεως της Γραμματείας δημιουργεί προβλήματα για την προσήκουσα οργάνωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως τόσο από την άποψη του χρόνου ομιλίας που παρέχει το Δικαστήριο στον συγκεκριμένο διάδικο όσο και υπό το πρίσμα των περιορισμών που αφορούν τη διαχείριση της υπηρεσίας διερμηνείας.

Διευθετήσεις ενόψει της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

55.

Ανεξαρτήτως του τίτλου και της ιδιότητάς τους, όσοι αγορεύουν ενώπιον του Δικαστηρίου υποχρεούνται να φέρουν τήβεννο. Ως εκ τούτου, οι εκπρόσωποι και οι δικηγόροι που μετέχουν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση καλούνται να έχουν μαζί τους τη δική τους τήβεννο. Για την περίπτωση διαδίκων ή εκπροσώπων που δεν διαθέτουν δική τους τήβεννο, το Δικαστήριο θέτει μερικές τηβέννους στη διάθεσή τους, αλλά λόγω του περιορισμένου αριθμού των τηβέννων και των διαθέσιμων μεγεθών τους, οι διάδικοι ή οι εκπρόσωποι αυτοί καλούνται να ενημερώσουν σχετικά εκ των προτέρων το Δικαστήριο στο πλαίσιο της απαντήσεως στην κλήση προς συμμετοχή στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

56.

Στο πλαίσιο της ίδιας απαντήσεως και για να διασφαλιστεί η βέλτιστη οργάνωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, οι διάδικοι και οι εκπρόσωποί τους καλούνται να ενημερώσουν το Δικαστήριο για κάθε μέτρο που πρέπει να ληφθεί προς διευκόλυνση της απρόσκοπτης συμμετοχής τους στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ιδίως σε περίπτωση αναπηρίας ή περιορισμένης κινητικότητας.

57.

Εξαιτίας των συνθηκών κυκλοφορίας στο Λουξεμβούργο αλλά και των μέτρων ασφαλείας σχετικά με την πρόσβαση στα κτίρια του Δικαστηρίου, συνιστάται στους ενδιαφερομένους να λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε, την ημέρα της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, να είναι παρόντες στην αίθουσα διεξαγωγής της αρκετό χρόνο πριν από την ώρα ενάρξεώς της. Συγκεκριμένα, πριν από την έναρξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είθισται τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού να έχουν μια σύντομη συζήτηση με τους εκπροσώπους των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού σχετικά με την οργάνωση της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Ο εισηγητής δικαστής και ο γενικός εισαγγελέας μπορούν να καλέσουν, με την ευκαιρία αυτή, τους ως άνω εκπροσώπους να παράσχουν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, συμπληρωματικές διευκρινίσεις επί ορισμένων ζητημάτων ή να επεξηγήσουν περαιτέρω κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υποθέσεως.

Ο συνήθης τρόπος διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

58.

Η ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου συζήτηση μπορεί να διεξάγεται διαφορετικά σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υποθέσεως, περιλαμβάνει ωστόσο, κατά κανόνα, τρία διακριτά μέρη: τις κυρίως ειπείν αγορεύσεις, τις ερωτήσεις των μελών του Δικαστηρίου και τις δευτερολογίες.

Το πρώτο στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως: οι αγορεύσεις

Ο σκοπός των αγορεύσεων

59.

Πλην ιδιαίτερων περιστάσεων, η επ’ ακροατηρίου συζήτηση αρχίζει συνήθως με τις αγορεύσεις των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει ήδη γνώση της υποθέσεως κατόπιν της έγγραφης διαδικασίας, παρέλκει, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εκ νέου αναφορά στο περιεχόμενο των υπομνημάτων ή των γραπτών παρατηρήσεων. Οι αγορεύσεις παρέχουν στους διαδίκους ή στους ως άνω ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους επί συγκεκριμένου ζητήματος, ενδεχομένως κατόπιν σχετικού αιτήματος του Δικαστηρίου, ή να απαντήσουν στα ερωτήματα που τους έχει απευθύνει το Δικαστήριο πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Στο μέτρο του δυνατού, οι μετέχοντες στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που υποστηρίζουν την ίδια άποψη ή υιοθετούν την ίδια θέση πρέπει επιπλέον να συνεννοούνται πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προς αποφυγήν περιττών επαναλήψεων.

Ο χρόνος ομιλίας και η ενδεχόμενη παράτασή του

60.

Ο χρόνος ομιλίας ορίζεται από τον πρόεδρο του δικαστικού σχηματισμού, μετά από διαβούλευση με τον εισηγητή δικαστή και, ενδεχομένως, τον επιφορτισμένο με την υπόθεση γενικό εισαγγελέα. Κατά κανόνα, ο εν λόγω χρόνος ομιλίας ορίζεται σε δεκαπέντε λεπτά, ανεξαρτήτως του δικαστικού σχηματισμού ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί η υπόθεση, αυτή δε η χρονική διάρκεια μπορεί ωστόσο να παραταθεί ή να συντμηθεί σε συνάρτηση με τη φύση ή την ιδιαίτερη περιπλοκότητα της υποθέσεως, τον αριθμό και τη δικονομική ιδιότητα των μετεχόντων στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, καθώς και με τα ενδεχόμενα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας. Όλως κατ’ εξαίρεση, ο πρόεδρος του δικαστικού σχηματισμού μπορεί να αποφασίσει την αύξηση του χρόνου ομιλίας, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως διαδίκου ή ενδιαφερομένου του άρθρου 23 του Οργανισμού. Εντούτοις, για να ληφθεί υπόψη μια τέτοια αίτηση, πρέπει να υποβληθεί από τον διάδικο ή τον ενδιαφερόμενο με την απάντησή του στο έγγραφο κλήσεως στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Ο αριθμός των αγορητών

61.

Για λόγους που αφορούν την εύρυθμη διεξαγωγή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, οι αγορεύσεις των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων που παρίστανται κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πρέπει να γίνονται, για καθέναν από αυτούς, από ένα μόνον άτομο. Όλως εξαιρετικώς, μπορεί να επιτραπεί σε ένα δεύτερο άτομο να αγορεύσει όταν τούτο δικαιολογείται από τη φύση ή την ιδιαίτερη περιπλοκότητα της υποθέσεως και με την επιφύλαξη ότι θα υποβληθεί δεόντως αιτιολογημένο σχετικό αίτημα με την απάντηση του διαδίκου ή του ενδιαφερομένου στο έγγραφο κλήσεως στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η αποδοχή ενός τέτοιου αιτήματος δεν συνεπάγεται ωστόσο καμία αύξηση του χρόνου ομιλίας και, ως εκ τούτου, ο χρόνος ομιλίας που παρέχεται στον οικείο διάδικο πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των δύο αγορητών.

Η γλώσσα στην οποία γίνονται οι αγορεύσεις

62.

Με την επιφύλαξη της δυνατότητας των κρατών μελών να χρησιμοποιούν την επίσημη γλώσσα τους όταν μετέχουν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, καθώς και της δυνατότητας των τρίτων κρατών να χρησιμοποιούν μια από τις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 36 του Κανονισμού Διαδικασίας όταν μετέχουν σε προδικαστική διαδικασία ή όταν παρεμβαίνουν σε διαφορά εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου, οι λοιποί μετέχοντες στη δίκη υποχρεούνται να αγορεύσουν στη γλώσσα διαδικασίας η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπει το άρθρο 37 του Κανονισμού Διαδικασίας.

63.

Στις προδικαστικές διαδικασίες, οι διάδικοι της κύριας δίκης μπορούν, κατ’ εξαίρεση, να ζητήσουν από το Δικαστήριο να τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν κατά την προφορική διαδικασία άλλη γλώσσα και όχι εκείνη του αιτούντος δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή –η οποία πρέπει να υποβάλλεται με την απάντηση του συγκεκριμένου διαδίκου στο έγγραφο κλήσεως στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση– πρέπει να αιτιολογείται δεόντως και να γίνεται ρητή μνεία των λόγων για τους οποίους ζητείται η χρήση άλλης γλώσσας καθώς και των λόγων που συνηγορούν υπέρ της επιλογής της γλώσσας αυτής μεταξύ των γλωσσών που αναφέρονται στο άρθρο 36 του Κανονισμού Διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, επί της αιτήσεως αποφαίνεται, κατά περίπτωση, ο πρόεδρος του δικαστικού σχηματισμού ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί η υπόθεση ή το Δικαστήριο, αφού ακούσει, επί της αιτήσεως, τον αντίδικο (ή τους λοιπούς διαδίκους) της κύριας δίκης και τον γενικό εισαγγελέα. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η γλώσσα την οποία αφορά μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σύνολο των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού.

64.

Η εξαίρεση του προηγούμενου σημείου ισχύει μόνο για τις προδικαστικές διαδικασίες. Πλην των περιπτώσεων του σημείου 62 του παρουσών οδηγιών, οι διάδικοι στη δίκη επί ευθείας προσφυγής ή επί αναιρέσεως υποχρεούνται να αγορεύσουν, να δευτερολογήσουν και να απαντήσουν στις τυχόν ερωτήσεις του Δικαστηρίου χρησιμοποιώντας τη γλώσσα διαδικασίας (3).

Το δεύτερο στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως: οι ερωτήσεις των μελών του Δικαστηρίου

65.

Πέραν των ερωτήσεων που ενδέχεται να θέσουν τα μέλη του Δικαστηρίου πριν ή κατά τη διάρκεια των αγορεύσεων, οι αγορητές μπορούν να κληθούν, μετά τις αγορεύσεις αυτές, να απαντήσουν σε συμπληρωματικές ερωτήσεις των μελών του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω ερωτήσεις έχουν ως σκοπό τη συμπλήρωση της γνώσεως της δικογραφίας εκ μέρους τους και παρέχουν τη δυνατότητα στους αγορητές να αποσαφηνίσουν ή να επεξηγήσουν περαιτέρω ορισμένα σημεία τα οποία, ενδεχομένως, χρήζουν ακόμη συμπληρωματικών παρατηρήσεων.

Το τρίτο στάδιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως: οι δευτερολογίες

66.

Μετά το ως άνω στάδιο, οι εκπρόσωποι των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού έχουν, τέλος, τη δυνατότητα να δευτερολογήσουν εν συντομία, αν το κρίνουν αναγκαίο. Οι εν λόγω δευτερολογίες, μέγιστης διάρκειας πέντε λεπτών η καθεμία, δεν αποτελούν δεύτερο στάδιο αγορεύσεων. Έχουν ως μόνο σκοπό να παράσχουν τη δυνατότητα στους αγορητές να εκφραστούν εν συντομία επί των παρατηρήσεων που αναπτύχθηκαν ή ερωτήσεων που τέθηκαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από τους λοιπούς μετέχοντες σε αυτήν ή από τα μέλη του Δικαστηρίου. Αν επιτραπεί σε δύο αγορητές να λάβουν τον λόγο για τον ίδιο διάδικο, επιτρέπεται να δευτερολογήσει μόνον ένας από αυτούς.

Οι απαιτήσεις της ταυτόχρονης διερμηνείας και οι εντεύθεν περιορισμοί

67.

Ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για αγορεύσεις, δευτερολογίες ή απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, οι αγορητές δεν πρέπει να λησμονούν ότι τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού, ο γενικός εισαγγελέας και οι ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού παρακολουθούν συχνά τις αγορεύσεις τους μέσω ταυτόχρονης διερμηνείας. Επομένως, προς εξασφάλιση της εύρυθμης διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και της ποιότητας της διερμηνείας, οι εκπρόσωποι των διαδίκων ή οι ενδιαφερόμενοι του άρθρου 23 του Οργανισμού καλούνται, εφόσον έχουν στη διάθεσή τους κείμενο της αγορεύσεώς τους, έστω και συνοπτικό, σημειώσεις της αγορεύσεώς τους ή σχεδιάγραμμα της παρεμβάσεώς τους, να το/τις αποστείλουν το συντομότερο δυνατόν πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στη διεύθυνση διερμηνείας είτε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Interpretation@curia.europa.eu) είτε με φαξ [(+ 352) 43033697]. Το εν λόγω κείμενο ή οι σημειώσεις αυτές προορίζονται αποκλειστικά για τους διερμηνείς και καταστρέφονται μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Δεν διαβιβάζονται στα μέλη του δικαστικού σχηματισμού ή στον επιφορτισμένο με την υπόθεση γενικό εισαγγελέα ούτε κατατίθενται στη δικογραφία.

68.

Προς διευκόλυνση της διερμηνείας και, κατά συνέπεια, της κατανοήσεως των αγορεύσεων τόσο από τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού και τον επιφορτισμένο με την υπόθεση γενικό εισαγγελέα όσο και από τους λοιπούς παριστάμενους στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι απαραίτητο, κατά την εν λόγω συζήτηση, ο αγορητής να ομιλεί με φυσικό και όχι ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό στο μικρόφωνο. Η διερμηνεία διευκολύνεται όταν ο αγορητής αναφέρει στην αρχή το διάγραμμα της παρεμβάσεως και χρησιμοποιεί συστηματικά σύντομες φράσεις με απλή δομή. Όταν αναφέρεται, κατά την αγόρευσή του, σε απόφαση ή διάταξη του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου, ο αγορητής καλείται επίσης να μνημονεύσει την ημερομηνία της αποφάσεως ή διατάξεως, καθώς και τον αριθμό και την ονομασία της συγκεκριμένης υποθέσεως.

Η μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διαδικασία

69.

Η ενεργός συμμετοχή των διαδίκων ή των ενδιαφερομένων του άρθρου 23 του Οργανισμού περατώνεται μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Με την επιφύλαξη της όλως εξαιρετικής περιπτώσεως επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, οι ως άνω διάδικοι ή ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να υποβάλουν γραπτές ή προφορικές παρατηρήσεις, ιδίως απαντώντας στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, όταν ο πρόεδρος του δικαστικού σχηματισμού έχει κηρύξει το πέρας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

IV.   ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

70.

Οι παρούσες πρακτικές οδηγίες καταργούν και αντικαθιστούν τις πρακτικές οδηγίες προς τους διαδίκους, σχετικά με τις υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου, της 25ης Νοεμβρίου 2013.

71.

Οι παρούσες πρακτικές οδηγίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίθενται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της δημοσιεύσεώς τους.

Λουξεμβούργο, 10 Δεκεμβρίου 2019.


(1)  ΕΕ L 31 της 31ης Ιανουαρίου 2014, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 265 της 29ης Σεπτεμβρίου 2012, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά στις 26 Νοεμβρίου 2019 (ΕΕ L 316 της 6ης Δεκεμβρίου 2019, σ. 103).

(3)  Όσον αφορά τις προσφυγές λόγω παραβάσεως, το καθού κράτος μέλος δικαιούται να χρησιμοποιήσει κατά την προφορική διαδικασία άλλη γλώσσα και όχι εκείνη που χρησιμοποίησε στην έγγραφη διαδικασία, υπό τον όρο εντούτοις η άλλη αυτή γλώσσα να είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους αυτού και να υποβληθεί η σχετική αίτηση εγκαίρως και, ει δυνατόν, με την απάντηση στο έγγραφο κλήσεως στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η γλώσσα την οποία αφορά μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους τους μετέχοντες στη δίκη.


Top