EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019R2033

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

PE/80/2019/REV/1

OJ L 314, 5.12.2019, p. 1–63 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 05/12/2019

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/2033/oj

5.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 314/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/2033 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2019

σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κανονιστικού περιβάλλοντος εντός του οποίου τα χρηματοδοτικά ιδρύματα παρέχουν υπηρεσίες εντός της Ένωσης. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) όσον αφορά την προληπτική μεταχείριση και εποπτεία τους, ενώ οι απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και άλλες οργανωτικές απαιτήσεις και κανόνες δεοντολογίας ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(2)

Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία και αντιμετωπίζουν μόνο εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις ποικίλες δραστηριότητες μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένα μέσω κατάλληλων και αναλογικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης.

(3)

Οι κίνδυνοι τους οποίους διατρέχουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις επενδύσεων και στους οποίους εκτίθενται οι πελάτες τους, καθώς και οι ευρύτερες αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται, εξαρτώνται από τη φύση και τον όγκο των δραστηριοτήτων τους, μεταξύ άλλων από το αν οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενεργούν ως αντιπρόσωποι των πελατών τους και δεν είναι οι ίδιες συμβαλλόμενα μέρη στις επακόλουθες συναλλαγές ή αν ενεργούν για ίδιο λογαριασμό στο πλαίσιο των συναλλαγών.

(4)

Οι ορθές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, αφενός, το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και, αφετέρου, τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν και ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή επιβολής αδικαιολόγητου διοικητικού φόρτου στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(5)

Πολλές από τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση όλων των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητική επίπτωση στη γενικότερη χρηματοοικονομική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.

(6)

Οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στις οποίες υπόκεινται οι επιχειρήσεις επενδύσεων δυνάμει του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/EΕ βασίζονται στις απαιτήσεις που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες το πεδίο εφαρμογής της άδειας λειτουργίας τους περιορίζεται σε συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο του ισχύοντος πλαισίου προληπτικής εποπτείας υπόκεινται σε πολυάριθμες εξαιρέσεις από τις εν λόγω απαιτήσεις. Οι εν λόγω εξαιρέσεις αναγνωρίζουν ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν εκτίθενται σε κινδύνους ίδιας φύσης με εκείνους στους οποίους εκτίθενται τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που ασκούν δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν αντικείμενο του ισχύοντος πλαισίου προληπτικής εποπτείας και αφορούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα σε περιορισμένη βάση υπόκεινται στις αντίστοιχες απαιτήσεις του πλαισίου όσον αφορά το κεφάλαιο, αλλά είναι επιλέξιμες για εξαιρέσεις σε άλλους τομείς, όπως η ρευστότητα, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και η μόχλευση. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες το πεδίο εφαρμογής της άδειας λειτουργίας τους δεν υπόκειται στους εν λόγω περιορισμούς υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα.

(7)

Οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, είτε για σκοπούς διαχείρισης κινδύνου, αντιστάθμισης ή διαχείρισης ρευστότητας, είτε για τοποθετήσεις θέσεων μιας κατεύθυνσης επί της διαχρονικής αξίας των μέσων, αποτελούν δραστηριότητα την οποία μπορούν να ασκούν τόσο τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό και η οποία καλύπτεται ήδη από το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/EΕ. Προκειμένου να αποφευχθούν άνισοι όροι ανταγωνισμού οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων στον τομέα αυτό, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν από τους εν λόγω κανόνες που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο θα πρέπει, ως εκ τούτου, να συνεχίσουν επίσης να εφαρμόζονται στις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων. Τα ανοίγματα των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων στους αντισυμβαλλομένους τους σε συγκεκριμένες συναλλαγές και οι αντίστοιχες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται επίσης από τους κανόνες και, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει επίσης να συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων με απλουστευμένο τρόπο. Τέλος, οι κανόνες σχετικά με τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο ισχύον πλαίσιο προληπτικής εποπτείας αρμόζουν επίσης και όταν τα ανοίγματα συναλλαγών των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων σε συγκεκριμένους αντισυμβαλλομένους είναι ιδιαίτερα μεγάλα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου για μια επιχείρηση επενδύσεων σε περίπτωση αθέτησης του αντισυμβαλλομένου. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων με απλουστευμένο τρόπο.

(8)

Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης. Οι εν λόγω διαφορές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στο εθνικό δίκαιο ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν τους εν λόγω κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.

(9)

Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοοικονομικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν είναι συστημικές. Ωστόσο, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αποτελούν υποσύνολο των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες εφαρμόζεται επί του παρόντος το πλαίσιο που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και οι οποίες δεν τυγχάνουν ειδικών εξαιρέσεων από καμία από τις βασικές τους απαιτήσεις. Οι μεγαλύτερες και περισσότερο διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρέχουν «τραπεζικού τύπου» υπηρεσίες και αναλαμβάνουν κινδύνους σε σημαντική κλίμακα. Επιπλέον, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων είναι αρκετά μεγάλες ώστε να συνιστούν απειλή για τη σταθερή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών και διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου που συνιστούν τέτοια απειλή, όπως ακριβώς και τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, είναι σκόπιμο να συνεχίσουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να υπόκεινται στους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(10)

Το ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοοικονομικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν θεωρούνται συστημικές, θα πρέπει να καλύπτει τις συγκεκριμένες επιχειρηματικές πρακτικές των διαφόρων ειδών επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που παρουσιάζουν τις περισσότερες πιθανότητες δημιουργίας κινδύνων για τους πελάτες, τις αγορές ή την εύρυθμη λειτουργία των ίδιων των επιχειρήσεων επενδύσεων θα πρέπει, ειδικότερα, να υπόκεινται σε σαφείς και αποτελεσματικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας προσαρμοσμένες στους συγκεκριμένους αυτούς κινδύνους. Οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να διαμορφώνονται κατά τρόπο ανάλογο με το είδος της επιχείρησης επενδύσεων, το βέλτιστο συμφέρον των πελατών του συγκεκριμένου είδους επιχείρησης επενδύσεων και την προαγωγή της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας των αγορών στις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση επενδύσεων αυτού του είδους. Θα πρέπει να περιορίζουν τους εντοπισθέντες τομείς κινδύνου και να συμβάλλουν στο να διασφαλιστεί ότι, σε περίπτωση πτώχευσης μιας επιχείρησης επενδύσεων, η επιχείρηση αυτή μπορεί να εκκαθαριστεί με εύρυθμο τρόπο επιφέροντας ελάχιστη διαταραχή στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

(11)

Το καθεστώς που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις ορισθέντων ειδικών διαπραγματευτών σε τόπους διαπραγμάτευσης δυνάμει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ να παρέχουν προσφορές και να είναι παρόντες στην αγορά σε συνεχή βάση.

(12)

Το καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοοικονομικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν θεωρούνται συστημικές, θα πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε επιχείρηση επενδύσεων σε ατομική βάση. Ωστόσο, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων στην Ένωση που ανήκουν σε τραπεζικούς ομίλους, για να αποφευχθεί η διατάραξη ορισμένων επιχειρηματικών μοντέλων των οποίων οι κίνδυνοι καλύπτονται ήδη από την εφαρμογή των κανόνων προληπτικής εποπτείας, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ κατά περίπτωση, με την επιφύλαξη της έγκρισης των αρμόδιων αρχών, εφόσον η απόφασή τους δεν λαμβάνεται για σκοπούς ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων είναι ως επί το πλείστον περιορισμένοι, θα πρέπει να επιτρέπεται στις εν λόγω επιχειρήσεις να τυγχάνουν εξαίρεσης από τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων όταν ανήκουν σε τραπεζικό όμιλο ή σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων που εδρεύει και υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή βάσει του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), κατά περίπτωση, στο ίδιο κράτος μέλος, καθώς τα εν λόγω πλαίσια προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να καλύπτουν επαρκώς τους εν λόγω κινδύνους στις περιπτώσεις αυτές. Προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η υφιστάμενη μεταχείριση των ομίλων επιχειρήσεων επενδύσεων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, στην περίπτωση ομίλων που απαρτίζονται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων ή στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται ενοποίηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να απαιτείται από τη μητρική επιχείρηση τέτοιων ομίλων να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού βάσει της κατάστασης ενοποίησης του ομίλου. Εναλλακτικά, αντί για εποπτική ενοποίηση, όταν οι εν λόγω όμιλοι επιχειρήσεων επενδύσεων ακολουθούν απλούστερες δομές και προφίλ κινδύνου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στη μητρική επιχείρηση του ομίλου να διαθέτει επαρκή κεφάλαια για τη στήριξη της λογιστικής αξίας των συμμετοχών της στις θυγατρικές. Όταν αποτελούν μέρος ενός ασφαλιστικού ομίλου, οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από εξαίρεση από τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

(13)

Προκειμένου οι επιχειρήσεις επενδύσεων να μπορούν να συνεχίσουν να βασίζονται στα υφιστάμενα ίδια κεφάλαια για την εκπλήρωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους βάσει του πλαισίου προληπτικής εποπτείας που ισχύει ειδικά για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, ο ορισμός και η σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται πλήρεις αφαιρέσεις λογαριασμών του ισολογισμού από τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα άλλων οντοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να είναι σε θέση να εξαιρούν από τις αφαιρέσεις μη σημαντικές τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα, εάν διακρατούνται για διαπραγμάτευση με σκοπό τη στήριξη της ειδικής διαπραγμάτευσης σε αυτά τα μέσα. Για την ευθυγράμμιση της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αντίστοιχες αναλογίες των τύπων ιδίων κεφαλαίων μεταφέρθηκαν αυτούσιες στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις είναι ανάλογες με τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων και ότι είναι ευχερώς προσβάσιμες από τις επιχειρήσεων επενδύσεων εντός του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τη σκοπιμότητα της συνέχισης της ευθυγράμμισης του ορισμού και της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων με εκείνα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(14)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων λειτουργούν πάντοτε με βάση το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας τους, όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ανά πάσα στιγμή, να πληρούν μια μόνιμη ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση ίση με το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας για την παροχή των σχετικών επενδυτικών υπηρεσιών το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034.

(15)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η απλή εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τις μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων, οι εν λόγω επιχειρήσεις θα πρέπει να διαθέτουν ίδιο κεφάλαιο ίσο προς το υψηλότερο ποσό μεταξύ της μόνιμης ελάχιστης κεφαλαιακής τους απαίτησης ή του ενός τετάρτου των παγίων εξόδων τους μετρούμενων με βάση τη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο έτος. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που προτιμούν να επιδεικνύουν ακόμη μεγαλύτερη προσοχή και να αποφύγουν φαινόμενα κατακρήμνισης σε περίπτωση ανακατάταξης δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να διατηρούν ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν αυτά που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

(16)

Για την κάλυψη των υψηλότερων κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων που δεν είναι μικρές και μη διασυνδεδεμένες, η ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να ισούται με το υψηλότερο ποσό μεταξύ της μόνιμης ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης, του ενός τετάρτου των παγίων εξόδων τους κατά το προηγούμενο έτος ή του αθροίσματος των απαιτήσεών τους βάσει του συνόλου παραγόντων κινδύνου που είναι προσαρμοσμένοι στις επιχειρήσεις επενδύσεων («παράγοντες Κ»), το οποίο καθορίζει το κεφάλαιο σε σχέση με τους κινδύνους σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς τομείς των επιχειρήσεων επενδύσεων.

(17)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες για τους σκοπούς των ειδικών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων όταν οι επιχειρήσεις αυτές δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες ενέχουν υψηλό κίνδυνο για τους πελάτες, τις αγορές ή τις ίδιες τις επιχειρήσεις και όταν, λόγω του μεγέθους τους, είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν ευρείες αρνητικές επιπτώσεις για τους πελάτες και τις αγορές αν επέλθουν κίνδυνοι που είναι εγγενείς των δραστηριοτήτων τους ή αν πτωχεύσουν. Αντίστοιχα, ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να ορίζονται οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό ούτε εκτίθενται σε κίνδυνο από τη διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, δεν κατέχουν περιουσιακά στοιχεία ή χρήματα πελατών, τηρούν περιουσιακά στοιχεία τόσο υπό διακριτική διαχείριση χαρτοφυλακίου όσο και υπό μη διακριτικές (συμβουλευτικές) ρυθμίσεις των οποίων η αξία είναι κατώτερη του 1,2 δισεκατομμυρίου EUR, εκτελούν εντολές πελατών αξίας λιγότερης των 100 εκατομμυρίων EUR ημερησίως σε συναλλαγές τοις μετρητοίς ή εντολές πελατών αξίας λιγότερης του 1 δισεκατομμυρίου EUR ημερησίως σε παράγωγα και διαθέτουν ισολογισμό ύψους κατώτερου των 100 εκατομμυρίων EUR, συμπεριλαμβανομένων των εκτός ισολογισμού στοιχείων, και σύνολο ακαθάριστων ετήσιων εσόδων από την παροχή των επενδυτικών τους υπηρεσιών ύψους κατώτερου των 30 εκατομμυρίων EUR.

(18)

Προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να περιοριστούν τα κίνητρα για τις επιχειρήσεις επενδύσεων να αναδιαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τρόπο ώστε να παραμένουν εντός των ορίων πάνω από τα οποία δεν θα πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζονται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων, τα όρια για τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία, τις εκτελούμενες εντολές πελατών, το μέγεθος του ισολογισμού και το σύνολο των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων θα πρέπει να εφαρμόζονται σε συνδυαστική βάση για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Οι άλλες προϋποθέσεις, συγκεκριμένα το αν μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει χρήματα πελατών, διαχειρίζεται ή φυλάσσει περιουσιακά στοιχεία πελατών ή διενεργεί συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα και εκτίθεται σε κίνδυνο αγοράς ή κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, είναι δυαδικές και δεν αφήνουν περιθώριο για τέτοιου είδους αναδιάρθρωση και, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να αξιολογούνται σε ατομική βάση. Προκειμένου να αποτυπώνουν τα εξελισσόμενα επιχειρηματικά μοντέλα και τους κινδύνους που αυτά θέτουν σε συνεχή βάση, οι εν λόγω προϋποθέσεις και όρια θα πρέπει να αξιολογούνται στο τέλος της ημέρας με εξαίρεση την κατοχή χρημάτων πελατών, η οποία θα πρέπει να αξιολογείται εντός της ημέρας, καθώς και το μέγεθος του ισολογισμού και το σύνολο ακαθάριστων ετήσιων εσόδων που θα πρέπει να αξιολογούνται με βάση την κατάσταση της επιχείρησης επενδύσεων στο τέλος του προηγούμενου οικονομικού έτους.

(19)

Επιχείρηση επενδύσεων η οποία υπερβαίνει τα κανονιστικά όρια ή δεν πληροί τις άλλες προϋποθέσεις δεν θα πρέπει να θεωρείται μικρή και μη διασυνδεδεμένη και θα πρέπει να υπόκειται στις απαιτήσεις που ισχύουν για τις άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων, με την επιφύλαξη των ειδικών μεταβατικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Με τον τρόπο αυτό θα ενθαρρυνθούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων να σχεδιάζουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες κατά τρόπο ώστε να μπορούν σαφώς να χαρακτηρίζονται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Για μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία δεν πληροί τις απαιτήσεις για να θεωρηθεί μικρή και μη διασυνδεδεμένη ώστε να μπορεί να τύχει της μεταχείρισης αυτής, θα πρέπει να προβλέπεται στάδιο παρακολούθησης βάσει του οποίου η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις και να μην υπερβαίνει τα σχετικά όρια για τουλάχιστον έξι συναπτούς μήνες.

(20)

Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους με αναφορά σε ένα σύνολο παραγόντων Κ οι οποίοι αποτυπώνουν τον κίνδυνο για τον πελάτη («RtC»), τον κίνδυνο για την αγορά («RtM») και τον κίνδυνο για την επιχείρηση («RtF»). Οι παράγοντες Κ στο πλαίσιο του RtC αποτυπώνουν τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία των πελατών και τη διαρκή παροχή συμβουλών (K-AUM), τα χρήματα πελατών υπό κατοχή (K-CMH), τα περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση (K-ASA) και τις εκτελούμενες εντολές πελατών (K-COH).

(21)

Ο παράγοντας Κ στο πλαίσιο του RtM αποτυπώνει τον κίνδυνο καθαρής θέσης (K-NPR) σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς ή, εφόσον επιτρέπεται από την αρμόδια αρχή για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό μέσω εκκαθαριστικών μελών, με βάση τα συνολικά περιθώρια που απαιτούνται από το εκκαθαριστικό μέλος μιας επιχείρησης επενδύσεων (K-CMG). Επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να έχουν την επιλογή να εφαρμόζουν ταυτόχρονα τους παράγοντες Κ-NPR και Κ-CMG στη βάση του χαρτοφυλακίου.

(22)

Οι παράγοντες Κ στο πλαίσιο του RtF αποτυπώνουν την έκθεση μιας επιχείρησης επενδύσεων στην αθέτηση των αντισυμβαλλομένων της (K-TCD) σύμφωνα με τις απλουστευμένες διατάξεις σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στον κίνδυνο συγκέντρωσης όσον αφορά μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα μιας επιχείρησης επενδύσεων έναντι συγκεκριμένων αντισυμβαλλομένων βάσει των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού που εφαρμόζονται στα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών (K-CON) και στους λειτουργικούς κινδύνους που προκύπτουν από την ημερήσια ροή συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων (K-DTF).

(23)

Η συνολική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων βάσει των παραγόντων Κ είναι το άθροισμα των απαιτήσεων των παραγόντων Κ στο πλαίσιο των RtC, RtM και RtF. Οι παράγοντες K-AUM, K-ASA, K-CMH, K-COH και K-DTF σχετίζονται με τον όγκο της δραστηριότητας στον οποίο αναφέρεται κάθε παράγοντας Κ. Οι όγκοι για τους παράγοντες K-CMH, K-ASA και K-DTF υπολογίζονται με βάση έναν κυλιόμενο μέσο όρο των προηγούμενων εννέα μηνών. Ο όγκος για τον παράγοντα K-COH υπολογίζεται με βάση έναν κυλιόμενο μέσο όρο των προηγούμενων έξι μηνών, ενώ ο όγκος για τον παράγοντα K-AUM βασίζεται στους προηγούμενους 15 μήνες. Οι όγκοι πολλαπλασιάζονται επί τους αντίστοιχους συντελεστές που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό προκειμένου να προσδιοριστεί η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων. Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον παράγοντα K-NPR προκύπτουν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ενώ για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους παράγοντες K-CON και K-TCD γίνεται απλουστευμένη εφαρμογή των αντίστοιχων απαιτήσεων βάσει του εν λόγω κανονισμού όσον αφορά, αντίστοιχα, τη μεταχείριση των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου. Το ποσό ενός παράγοντα Κ είναι μηδενικό εάν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν εκτελεί τη σχετική δραστηριότητα.

(24)

Οι παράγοντες Κ στο πλαίσιο του RtC αποτελούν προσεγγιστικά δεδομένα που καλύπτουν επιχειρηματικούς τομείς των επιχειρήσεων επενδύσεων από τους οποίους ενδέχεται να προκληθεί ζημία για τους πελάτες σε περίπτωση προβλημάτων. Ο παράγοντας Κ-AUM αποτυπώνει τον κίνδυνο ζημίας για τους πελάτες λόγω εσφαλμένης διακριτικής διαχείρισης των χαρτοφυλακίων πελατών ή κακής εκτέλεσης και παρέχει διαβεβαιώσεις και οφέλη για τους πελάτες όσον αφορά τη συνέχεια της υπηρεσίας διαρκούς διαχείρισης χαρτοφυλακίου και παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ο παράγοντας Κ-ASA αποτυπώνει τον κίνδυνο φύλαξης και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων πελατών και διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διατηρούν κεφάλαια ανάλογα προς τα συγκεκριμένα υπόλοιπα, ανεξάρτητα από το αν τηρούνται στον δικό τους ισολογισμό ή σε λογαριασμούς τρίτων. Ο παράγοντας K-CMH αποτυπώνει τον κίνδυνο ενδεχόμενης ζημίας όταν μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει χρήματα των πελατών της, λαμβάνοντας υπόψη αν τηρούνται στον δικό της ισολογισμό ή σε λογαριασμούς τρίτων και αν οι ρυθμίσεις βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου προβλέπουν ότι τα χρήματα των πελατών διασφαλίζονται σε περίπτωση πτώχευσης, αφερεγγυότητας, λύσης ή εκκαθάρισης της επιχείρησης επενδύσεων. Ο παράγοντας K-CMH εξαιρεί τα χρήματα των πελατών που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό (θεματοφυλακής) στο όνομα του ίδιου του πελάτη, όταν η επιχείρηση επενδύσεων έχει πρόσβαση στα χρήματα των πελατών μέσω εντολής τρίτου. Ο παράγοντας K-COH αποτυπώνει τον ενδεχόμενο κίνδυνο που ενέχει για τους πελάτες μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία εκτελεί εντολές (στο όνομα του πελάτη, και όχι στο όνομα της ίδιας της επιχείρησης επενδύσεων), για παράδειγμα στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών αποκλειστικής εκτέλεσης σε πελάτες ή όταν μια επιχείρηση επενδύσεων αποτελεί μέρος μιας αλυσίδας για εντολές πελατών.

(25)

Ο παράγοντας Κ σχετικά με τον RtM για επιχειρήσεις επενδύσεων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό βασίζεται στους κανόνες σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς για θέσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, συνάλλαγμα και βασικά εμπορεύματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόσουν την τυποποιημένη προσέγγιση ή την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή να επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν εσωτερικά υποδείγματα, όταν οι δύο προαναφερόμενες προσεγγίσεις καθίστανται εφαρμοστέες σε πιστωτικά ιδρύματα όχι μόνο για σκοπούς υποβολής αναφορών, αλλά και για σκοπούς απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Εν τω μεταξύ, και τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των πέντε ετών μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εφαρμόζουν το πλαίσιο κινδύνου αγοράς (τυποποιημένη προσέγγιση ή, κατά περίπτωση, εσωτερικά υποδείγματα) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τον υπολογισμό του οικείου K-NPR. Εάν οι διατάξεις που παρατίθενται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 1α και 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) δεν καταστούν εφαρμοστέες στα πιστωτικά ιδρύματα για σκοπούς απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του τρίτου μέρους τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τον υπολογισμό του παράγοντα K-NPR. Εναλλακτικά, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων που διενεργούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα με θέσεις που υπόκεινται σε εκκαθάριση είναι δυνατόν, με την επιφύλαξη της έγκρισης από την αρμόδια αρχή και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ισούται με το ποσό των συνολικών περιθωρίων που απαιτούνται από το εκκαθαριστικό τους μέλος, πολλαπλασιαζόμενο με ένα σταθερό πολλαπλασιαστή. Η χρήση του παράγοντα K-CMG θα πρέπει να υπαγορεύεται κατά κύριο λόγο από το εάν η δραστηριότητα διαπραγμάτευσης μιας επιχείρησης επενδύσεων εμπίπτει εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν την προσέγγιση. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί επίσης να επιτρέψει στην επιχείρηση επενδύσεων να κάνει μερική χρήση της προσέγγισης του παράγοντα Κ-CMG, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η προσέγγιση περιθωρίου χρησιμοποιείται για όλες τις θέσεις που υπόκεινται σε εκκαθάριση ή εγγυοδοσία περιθωρίου και μία από τις τρεις εναλλακτικές μεθόδους για τον παράγοντα K-NPR εφαρμόζεται για χαρτοφυλάκια που δεν υπόκεινται σε εκκαθάριση. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις είναι ανάλογες με τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων και ότι είναι ευχερώς προσβάσιμες από τις επιχειρήσεις επενδύσεων εντός του παρόντος κανονισμού, κάθε επανεξέταση που πραγματοποιείται μεταγενέστερα όσον αφορά την εφαρμογή των μεθόδων για τον υπολογισμό των παραγόντων Κ θα πρέπει να περιλαμβάνει τη σκοπιμότητα συνέχισης της ευθυγράμμισης του υπολογισμού του KNPR με τους κανόνες για τον κίνδυνο αγοράς όσον αφορά τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα, σε συνάλλαγμα και σε βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(26)

Όσον αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, οι παράγοντες Κ για τον K-TCD και τον K-CON στο πλαίσιο του RtF αποτελούν απλουστευμένη εφαρμογή των κανόνων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και τον κίνδυνο μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, αντιστοίχως. Ο παράγοντας K-TCD αποτυπώνει τον κίνδυνο που ενέχουν για μια επιχείρηση επενδύσεων αντισυμβαλλόμενοι σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, πράξεις επαναγοράς, συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού, συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, καθώς και λήπτες δανείων που χορηγούνται από την επιχείρηση επενδύσεων σε επικουρική βάση ως μέρος μιας επενδυτικής υπηρεσίας οι οποίοι δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, με πολλαπλασιασμό της αξίας των ανοιγμάτων, με βάση το κόστος αντικατάστασης και μια προσαύξηση για ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα, επί τους παράγοντες κινδύνου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συνεκτιμώντας τον περιορισμό του κινδύνου που επιτυγχάνεται με τον αποτελεσματικό συμψηφισμό και την ανταλλαγή εξασφαλίσεων. Προκειμένου να εναρμονιστεί περαιτέρω η μεταχείριση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, θα πρέπει να προστίθεται επίσης ένας σταθερός πολλαπλασιαστής 1,2 και ένας πολλαπλασιαστής για την προσαρμογή της πιστωτικής αποτίμησης (CVA), ώστε να αντικατοπτρίζεται η τρέχουσα αγοραία αξία του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου για την επιχείρηση επενδύσεων σε συγκεκριμένες συναλλαγές. Ο παράγοντας K-CON αποτυπώνει τον κίνδυνο συγκέντρωσης σε σχέση με μεμονωμένους ή άκρως διασυνδεδεμένους αντισυμβαλλομένους του ιδιωτικού τομέα έναντι των οποίων οι επιχειρήσεις έχουν ανοίγματα που υπερβαίνουν το 25 % του ίδιου κεφαλαίου τους ή ειδικά εναλλακτικά όρια σε σχέση με πιστωτικά ιδρύματα ή άλλες επιχειρήσεις επενδύσεων, επιβάλλοντας κεφαλαιακή προσαύξηση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για ανοίγματα που υπερβαίνουν τα εν λόγω όρια. Τέλος, ο παράγοντας K-DTF αποτυπώνει τους λειτουργικούς κινδύνους που ενέχουν για μια επιχείρηση επενδύσεων οι μεγάλοι όγκοι συναλλαγών που διενεργούνται για ίδιο λογαριασμό ή για πελάτες στο όνομά της εντός μίας ημέρας, οι οποίοι θα μπορούσαν να οφείλονται στην ανεπάρκεια ή την αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα, με βάση την ονομαστική αξία των ημερήσιων συναλλαγών, κατόπιν προσαρμογής για τον χρόνο λήξης των παραγώγων επί επιτοκίων, προκειμένου να περιοριστούν οι αυξήσεις των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, ιδίως για βραχυπρόθεσμες συμβάσεις όπου οι αντιληπτοί λειτουργικοί κίνδυνοι είναι χαμηλότεροι.

(27)

Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να παρακολουθούν και να ελέγχουν τον κίνδυνο συγκέντρωσής τους, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τους πελάτες τους. Ωστόσο, μόνο οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται σε ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει των παραγόντων Κ θα πρέπει να υποβάλλουν αναφορά στις αρμόδιες αρχές σχετικά με τους κινδύνους συγκέντρωσής τους. Όσον αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων που ειδικεύονται σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί αυτών, με μεγάλα συγκεντρωμένα ανοίγματα έναντι μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων, η υπέρβαση των ορίων για τον κίνδυνο συγκέντρωσης είναι δυνατή χωρίς πρόσθετο κεφάλαιο βάσει του K-CON εφόσον εξυπηρετούν σκοπούς εμπορικούς, χρηματοδοτικούς ή διαχείρισης κινδύνων.

(28)

Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να διαθέτουν εσωτερικές διαδικασίες για την παρακολούθηση και τη διαχείριση των απαιτήσεων ρευστότητάς τους. Οι εν λόγω διαδικασίες προορίζονται να συμβάλλουν στη διασφάλιση της δυνατότητας διαχρονικά εύρυθμης λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, χωρίς την ανάγκη δημιουργίας ρευστότητας ειδικά για περιόδους ακραίων συνθηκών. Για τον σκοπό αυτό, όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να διατηρούν τουλάχιστον το ένα τρίτο της απαίτησης παγίων εξόδων τους σε ρευστά στοιχεία ενεργητικού. Ωστόσο, θα πρέπει να επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές να εξαιρούν μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων από την εν λόγω απαίτηση. Τα εν λόγω ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να είναι υψηλής ποιότητας και να ευθυγραμμίζονται με εκείνα που παρατίθενται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής (9), καθώς και με τις περικοπές που εφαρμόζονται στα εν λόγω στοιχεία βάσει του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού. Για την κάλυψη της διαφοράς των προφίλ ρευστότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων σε σύγκριση με τα πιστωτικά ιδρύματα, ο κατάλογος των κατάλληλων ρευστών στοιχείων ενεργητικού θα πρέπει να συμπληρωθεί με τα μη βεβαρημένα μετρητά και τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις που ανήκουν στην επιχείρηση επενδύσεων (στα οποία δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται χρήματα πελατών ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες) και με ορισμένα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία υπάρχει ρευστή αγορά. Εάν δεν απαλλάσσονται από απαιτήσεις ρευστότητας, οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων καθώς και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν έχουν άδεια άσκησης δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης ή αναδοχής, θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού τους στοιχεία που σχετίζονται με απαιτήσεις από εμπορικούς οφειλέτες και αμοιβές ή προμήθειες που είναι εισπρακτέες εντός 30 ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία αυτά δεν υπερβαίνουν το ένα τρίτο της ελάχιστης απαίτησης ρευστότητας, δεν συνυπολογίζονται σε πρόσθετες απαιτήσεις ρευστότητας που επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή και υπόκεινται σε περικοπή της τάξης του 50 %. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, θα πρέπει να επιτρέπεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων να μην τηρούν το απαιτούμενο όριο μέσω ρευστοποίησης των ρευστών στοιχείων ενεργητικού για την κάλυψη απαιτήσεων ρευστότητας, υπό την προϋπόθεση της άμεσης ενημέρωσης της αρμόδιας αρχής. Όλες οι χρηματοοικονομικές εγγυήσεις που παρέχονται σε πελάτες, οι οποίες σε περίπτωση ενεργοποίησής τους μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες ανάγκες ρευστότητας, θα πρέπει να μειώνουν το ποσό των διαθέσιμων ρευστών στοιχείων ενεργητικού κατά τουλάχιστον 1,6 % της συνολικής αξίας αυτών των εγγυήσεων. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις είναι ανάλογες με τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων και ότι είναι ευχερώς προσβάσιμες από τις επιχειρήσεις επενδύσεων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να επακολουθήσει επανεξέταση όσον αφορά την καταλληλότητα των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που είναι επιλέξιμα για την εκπλήρωση της ελάχιστης απαίτησης ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της συνεχιζόμενης ευθυγράμμισης με εκείνα που παρατίθενται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61, σε συνδυασμό με τις περικοπές που ισχύουν για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού δυνάμει του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.

(29)

Σε συνδυασμό με το νέο καθεστώς προληπτικής εποπτείας, θα πρέπει να αναπτυχθεί ανάλογο αντίστοιχο κανονιστικό πλαίσιο υποβολής αναφορών, το οποίο θα πρέπει να είναι προσεκτικά προσαρμοσμένο στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων και στις απαιτήσεις του πλαισίου προληπτικής εποπτείας. Οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών για τις επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αφορούν το επίπεδο και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων τους, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους, τη βάση υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους, το προφίλ και το μέγεθος των δραστηριοτήτων τους σε σχέση με τις παραμέτρους που επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό επιχειρήσεων επενδύσεων ως μικρών και μη διασυνδεδεμένων, τις απαιτήσεις ρευστότητάς τους και τη συμμόρφωσή τους με τις διατάξεις σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής αναφορών σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης και να υποχρεούνται να υποβάλλουν αναφορές σχετικά με τις απαιτήσεις ρευστότητας μόνο όταν οι εν λόγω απαιτήσεις εφαρμόζονται σε αυτές. Στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) (ΕΑΤ), θα πρέπει να ανατεθεί η εκπόνηση σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερών υποδειγμάτων και ρυθμίσεων για τη συγκεκριμένη υποχρέωση υποβολής κανονιστικών αναφορών και για τον προσδιορισμό των υποδειγμάτων δημοσιοποίησης ιδίων κεφαλαίων. Τα εν λόγω πρότυπα θα πρέπει να είναι ανάλογα προς την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των διάφορων επιχειρήσεων επενδύσεων και θα πρέπει, ιδίως, να λαμβάνουν υπόψη κατά πόσον οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες.

(30)

Για την παροχή διαφάνειας στους επενδυτές τους και τις ευρύτερες αγορές, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες θα πρέπει να δημοσιοποιούν τα επίπεδα ιδίων κεφαλαίων τους, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής τους και τις πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που εφαρμόζουν. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις δημοσιοποίησης, εκτός εάν εκδίδουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 με σκοπό την παροχή διαφάνειας σε όσους επενδύουν στα εν λόγω μέσα.

(31)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εφαρμόζουν πολιτικές αποδοχών ουδέτερες ως προς το φύλο, σύμφωνα με την αρχή που ορίζεται στο άρθρο 157 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Θα πρέπει να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τις δημοσιοποιήσεις που αφορούν τις αποδοχές. Οι απαιτήσεις δημοσιοποίησης σχετικά με τις αποδοχές, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να είναι συμβατές με τους σκοπούς των κανόνων για τις αποδοχές, συγκεκριμένα όσον αφορά την κατάρτιση και διατήρηση, για κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στα χαρακτηριστικά κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων, πολιτικών και πρακτικών αποδοχών που συνάδουν προς τις αρχές της αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από την παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες που αφορούν τις αποδοχές θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με την εν λόγω παρέκκλιση.

(32)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση για τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν ενδεδειγμένα μεταβατικά μέτρα. Ιδίως, για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων για τις οποίες οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει του παρόντος κανονισμού θα υπερδιπλασιαστούν σε σύγκριση με την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αμβλύνουν τις συνέπειες των πιθανών αυξήσεων, περιορίζοντας την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων στο διπλάσιο της σχετικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(33)

Προκειμένου να μην τεθούν σε μειονεκτική θέση οι νέες επιχειρήσεις επενδύσεων με παρόμοια χαρακτηριστικά προς υφιστάμενες επιχειρήσεις επενδύσεων, οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες ουδέποτε υπόκεινταν σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να περιορίσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού στο διπλάσιο της απαίτησης πάγιων εξόδων τους κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(34)

Ομοίως, οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες υπόκεινταν μόνο σε απαίτηση για αρχικό κεφάλαιο βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και για τις οποίες οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει του παρόντος κανονισμού θα υπερδιπλασιαστούν σε σύγκριση με την κατάστασή τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να μπορούν να περιορίσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού στο διπλάσιο της απαίτησης αρχικού κεφαλαίου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τις τοπικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876, οι οποίες θα πρέπει να υπόκεινται σε ειδική μεταβατική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που θα αντικατοπτρίζει το υψηλότερο επίπεδο κινδύνου τους. Για λόγους αναλογικότητας, θα πρέπει επίσης να προβλεφθούν ειδικές μεταβατικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις μικρότερες επιχειρήσεις επενδύσεων και εκείνες που παρέχουν περιορισμένο φάσμα επενδυτικών υπηρεσιών, στις περιπτώσεις στις οποίες αυτές δεν θα επωφελούνταν από περιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του παρόντος κανονισμού στο διπλάσιο των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου τους δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), η δεσμευτική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων των οποίων όμως βάσει του παρόντος κανονισμού θα αυξανόταν σε σύγκριση με την κατάστασή τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/630.

(35)

Τα εν λόγω μεταβατικά μέτρα θα πρέπει, κατά περίπτωση, να είναι διαθέσιμα και σε επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 498 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο απαλλάσσει τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, ενώ οι απαιτήσεις για αρχικό κεφάλαιο σε σχέση με τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων εξαρτώνται από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που παρέχουν. Για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους βάσει των μεταβατικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση τα εν λόγω ισχύοντα επίπεδα.

(36)

Για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ή έως την ημερομηνία εφαρμογής των αλλαγών που εγκρίθηκαν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την οδηγία 2013/36/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 1α και 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/876, όποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων τους για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/630.

(37)

Τα επιχειρηματικά μοντέλα και τα προφίλ κινδύνου των μεγαλύτερων επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες παρέχουν βασικές εμπορικές υπηρεσίες χονδρικής και υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής (προβαίνοντας σε συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα για ίδιο λογαριασμό ή σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης) είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι δραστηριότητές τους τις εκθέτουν σε πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος λαμβάνει κυρίως τη μορφή πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, καθώς και σε κίνδυνο αγοράς για τοποθετήσεις στις οποίες προβαίνουν για ίδιο λογαριασμό, είτε σχετίζονται με πελάτες είτε όχι. Ως εκ τούτου, συνιστούν κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, δεδομένου του μεγέθους τους και της συστημικής τους σημασίας.

(38)

Οι εν λόγω μεγάλες επιχειρήσεις επενδύσεων συνιστούν πρόσθετη πρόκληση όσον αφορά την αποτελεσματική προληπτική εποπτεία τους από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Παρότι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής σε σημαντική κλίμακα, ως επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από αρχές που ορίζονται βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι οποίες δεν είναι απαραιτήτως οι ίδιες αρμόδιες αρχές με αυτές που ορίζονται βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε άνισους όρους ανταγωνισμού κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ εντός της Ένωσης και εμποδίζει τις εποπτικές αρχές να σχηματίσουν μια συνολική άποψη σε επίπεδο προληπτικής εποπτείας, η οποία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με τις μεγάλες διασυνοριακές επιχειρήσεις επενδύσεων. Κατά συνέπεια, η προληπτική εποπτεία μπορεί να καταστεί λιγότερο αποτελεσματική και, παράλληλα, να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Ένωσης. Ως εκ τούτου, στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αναγνωριστεί καθεστώς πιστωτικού ιδρύματος προκειμένου να δημιουργηθούν συνέργειες όσον αφορά την εποπτεία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων παροχής εμπορικών υπηρεσιών χονδρικής σε ομάδα ομοτίμων, την προώθηση ισότιμων όρων ανταγωνισμού και τη διευκόλυνση της συνεκτικής εποπτείας μεταξύ ομίλων.

(39)

Οι εν λόγω εταιρείες επενδύσεων, καθιστάμενες πιστωτικά ιδρύματα, θα πρέπει, επομένως, να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την οδηγία 2013/36/ΕΕ και σε εποπτεία από αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, υπεύθυνες για τα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτό θα διασφαλίσει ότι η προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων εφαρμόζεται με συνεκτικό και αποτελεσματικό τρόπο και ότι το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα με δεδομένη τη συστημική τους σημασία. Προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να μειωθούν οι κίνδυνοι καταστρατήγησης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσπαθούν να αποφεύγουν καταστάσεις όπου δυνητικά συστημικοί όμιλοι θα διαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και να καταστρατηγούν την υποχρέωση να ζητήσουν άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 8α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(40)

Οι μεγάλες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν μετατραπεί σε πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να μπορούν να δέχονται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό και να χορηγούν πιστώσεις για ίδιο λογαριασμό μόνο αφού λάβουν άδεια για τις εν λόγω δραστηριότητες σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ. Η διενέργεια όλων αυτών των δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και της χορήγησης πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό, δεν θα πρέπει να αποτελεί αναγκαία απαίτηση προκειμένου μια επιχείρηση να θεωρείται πιστωτικό ίδρυμα. Η αλλαγή στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος που εισάγεται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει ως εκ τούτου να ισχύει με την επιφύλαξη των εθνικών καθεστώτων χορήγησης αδειών λειτουργίας που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/2034, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διατάξεων που τα κράτη μέλη μπορεί να κρίνουν σκόπιμες προκειμένου να διευκρινίσουν τις δραστηριότητες τις οποίες επιτρέπεται να αναλαμβάνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις επενδύσεων που εμπίπτουν στον τροποποιημένο ορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(41)

Επιπλέον, η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση στοχεύει να διασφαλίσει, μεταξύ άλλων, τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και, για να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να εφαρμοστεί σε όλους τους ομίλους, μεταξύ άλλων και σε αυτούς όπου οι μητρικές επιχειρήσεις δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων. Ως εκ τούτου, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είχαν προηγουμένως το καθεστώς των επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να υπόκεινται σε κανόνες για την ατομική και ενοποιημένη εποπτεία της μητρικής επιχείρησης από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον τίτλο VII κεφάλαιο 3 τμήμα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(42)

Επιπλέον, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τα προφίλ κινδύνου των μεγάλων επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίες δεν είναι συστημικής σημασίας αλλά προβαίνουν σε συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης είναι πιθανό να είναι παρόμοια με εκείνα άλλων συστημικών ιδρυμάτων. Δεδομένου του μεγέθους και των δραστηριοτήτων τους, είναι πιθανό οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων να ενέχουν ορισμένους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και, παρά το γεγονός ότι η μετατροπή τους σε πιστωτικά ιδρύματα δεν κρίνεται σκόπιμη λόγω της φύσης και της πολυπλοκότητάς τους, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στην ίδια προληπτική μεταχείριση με τα πιστωτικά ιδρύματα. Προκειμένου να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να μειωθούν οι κίνδυνοι καταστρατήγησης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να αποτρέπουν καταστάσεις στις οποίες οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαρθρώνουν τις δραστηριότητές τους κατά τρόπο ώστε να μην υπερβαίνουν το κατώτατο όριο των 15 δισεκατομμυρίων EUR σχετικά με τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού σε επίπεδο επιχείρησης ή ομίλου ή να μην περιορίζουν αδικαιολόγητα τη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών να υπάγουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που καθορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

(43)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) εισήγαγε ένα εναρμονισμένο καθεστώς στην Ένωση για την παροχή πρόσβασης στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους και σε επαγγελματίες πελάτες που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Η πρόσβαση στην εσωτερική αγορά εξαρτάται από την έγκριση από την Επιτροπή απόφασης ισοδυναμίας και την καταχώριση από την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) (ΕΑΚΑΑ), της επιχείρησης τρίτης χώρας. Είναι σημαντικό η αξιολόγηση της ισοδυναμίας να πραγματοποιείται με βάση το σχετικό ισχύον ενωσιακό δίκαιο και να υφίστανται αποτελεσματικά μέσα για την εξακρίβωση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες έχει χορηγηθεί ισοδυναμία. Για τους λόγους αυτούς, οι καταχωρισμένες επιχειρήσεις τρίτων χωρών θα πρέπει να υποχρεούνται να υποβάλουν ετησίως στην ΕΑΚΑΑ στοιχεία όσον αφορά την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων στην Ένωση υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που διεξάγονται στην Ένωση. Θα πρέπει επίσης να βελτιωθεί η εποπτική συνεργασία σε σχέση με την παρακολούθηση, την εφαρμογή της νομοθεσίας και την εκπλήρωση των προϋποθέσεων ισοδυναμίας.

(44)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και να προωθηθεί η διαφάνεια της ενωσιακής αγοράς, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε οι προσφορές των συστημικών εσωτερικοποιητών, οι βελτιώσεις τιμών και οι τιμές εκτέλεσης να υπάγονται στο καθεστώς βήματος τιμής κατά τις συναλλαγές όλων των μεγεθών. Κατά συνέπεια, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εφαρμόζονται επί του παρόντος όσον αφορά το καθεστώς βήματος τιμής θα πρέπει να ισχύουν και για το διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

(45)

Για τη διασφάλιση της προστασίας των επενδυτών και της ακεραιότητας και της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση, η Επιτροπή, κατά την έκδοση της απόφασης ισοδυναμίας, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους πιθανούς κινδύνους από τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που οι επιχειρήσεις από την εν λόγω τρίτη χώρα θα μπορούν να ασκούν κατόπιν της αποφάσεως αυτής στην Ένωση. Η συστημική σημασία τους θα πρέπει να εξετάζεται με βάση κριτήρια όπως η πιθανή κλίμακα και το εύρος της παροχής υπηρεσιών και η άσκηση δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις από την υπό εξέταση τρίτη χώρα. Για τον ίδιο σκοπό, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως μη συνεργάσιμη περιοχή δικαιοδοσίας για φορολογικούς σκοπούς, σύμφωνα με τη σχετική πολιτική της Ένωσης, ή ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15). Η Επιτροπή θα πρέπει να εκλαμβάνει ως ισοδύναμες συγκεκριμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργάνωσης ή επιχειρηματικής συμπεριφοράς μόνο όταν επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, κατά περίπτωση, να εκδίδει αποφάσεις ισοδυναμίας που περιορίζονται σε συγκεκριμένες υπηρεσίες και δραστηριότητες ή κατηγορίες υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο τμήμα Α του παραρτήματος Ι της οδηγία 2014/65/ΕΕ.

(46)

Η ΕΑΤ, με τη συμμετοχή της ΕΑΚΑΑ, έχει εκδώσει έκθεση, βασισμένη σε διεξοδική ανάλυση του πλαισίου, συλλογή στοιχείων και διαβούλευση, σχετικά με την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, το οποίο αποτελεί τη βάση για το αναθεωρημένο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(47)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής και των μεθόδων εποπτικής ενοποίησης ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, για τον προσδιορισμό του υπολογισμού των πάγιων εξόδων, για τη μέτρηση των παραγόντων Κ, για τη διευκρίνιση της έννοιας των διαχωρισμένων λογαριασμών σχετικά με τα χρήματα των πελατών, για την προσαρμογή των συντελεστών της K-DTF σε περιπτώσεις ακραίων συνθηκών της αγοράς, για τον προσδιορισμό του υπολογισμού που αφορά τον καθορισμό απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων ίσων με το συνολικό περιθώριο που απαιτείται από τα εκκαθαριστικά μέλη, για τον προσδιορισμό των υποδειγμάτων για τις δημοσιοποιήσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά την επενδυτική πολιτική των επιχειρήσεων επενδύσεων, και για την υποβολή κανονιστικών αναφορών που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού και για τη συμπλήρωση των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές σχετικά με τα όρια που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας ως πιστωτικό ίδρυμα. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία συμπλήρωσης του παρόντος κανονισμού εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η Επιτροπή και η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα μπορούν να εφαρμόζονται από όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων και των δραστηριοτήτων τους.

(48)

Θα πρέπει επίσης να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έκδοσης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζουν η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(49)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την περαιτέρω αποσαφήνιση των ορισμών που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργήσει η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (16). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(50)

Για να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, που ισχύει τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, και του παρόντος κανονισμού, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οδηγία 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να αφαιρεθούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι μέλη τραπεζικού ομίλου θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ οι οποίες είναι σχετικές για τον τραπεζικό όμιλο, όπως οι διατάξεις για την ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 21β της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και στους κανόνες περί εποπτικής ενοποίησης που καθορίζονται στο πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(51)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η καθιέρωση αποτελεσματικού και αναλογικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης λειτουργούν σε στέρεη οικονομική βάση και διοικούνται με μεθοδικό τρόπο, μεταξύ άλλων, όποτε συντρέχει λόγος, για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και εποπτεύονται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 σε σχέση με τα ακόλουθα:

α)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου για την επιχείρηση, κινδύνου για τους πελάτες και κινδύνου για την αγορά,

β)

απαιτήσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης,

γ)

απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας,

δ)

απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ),

ε)

απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και η οποία ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ εφαρμόζει τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όταν η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων ή ασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον ισχύει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων είναι ίση με 15 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των προηγούμενων 12 μηνών, εξαιρουμένης της αξίας των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού τυχόν θυγατρικών εγκατεστημένων εκτός της Ένωσης που διεξάγουν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο,

β)

η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων είναι μικρότερη από 15 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση επενδύσεων αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 15 δισεκατομμυρίων EUR και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι ίση με 15 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει, όλες υπολογιζόμενες ως μέσος όρος των προηγούμενων 12 μηνών, εξαιρουμένης της αξίας των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού τυχόν θυγατρικών εγκατεστημένων εκτός της Ένωσης που διεξάγουν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο ή

γ)

η επιχείρηση επενδύσεων υπόκειται σε απόφαση λαμβανόμενη από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο υπόκεινται σε εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει των τίτλων VII και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, μεταξύ άλλων για τον προσδιορισμό της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων ανήκουν σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 25) του παρόντος κανονισμού.

3.   Η παρέκκλιση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεν εφαρμόζεται όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον κανένα από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο, υπολογιζόμενα για περίοδο 12 συναπτών μηνών, ή όταν μια αρμόδια αρχή το αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει την αρμόδια αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για οποιαδήποτε παραβίαση ορίου κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.

4.   Επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 εξακολουθούν να υπόκεινται στις απαιτήσεις των άρθρων 55 και 59.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και η οποία ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ να εφαρμόζει τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία ενός πιστωτικού ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

η επιχείρηση επενδύσεων ειδοποιεί την αρμόδια αρχή βάσει του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, την αρχή ενοποιημένης εποπτείας,

γ)

η αρμόδια αρχή έχει πεισθεί ότι η εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ατομική βάση στην επιχείρηση επενδύσεων και σε ενοποιημένη βάση στον όμιλο, κατά περίπτωση, είναι ορθή από την άποψη της προληπτικής εποπτείας, δεν οδηγεί σε μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δεν αναλαμβάνεται με σκοπό το ρυθμιστικό αρμπιτράζ.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την επιχείρηση επενδύσεων σχετικά με τυχόν απόφαση να επιτραπεί η εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο εντός δύο μηνών από τη λήψη της ειδοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΤ. Στις περιπτώσεις που μια αρμόδια αρχή αρνείται να επιτρέψει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, παρέχει πλήρη αιτιολόγηση.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο υπόκεινται σε εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας δυνάμει των τίτλων VII και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, μεταξύ άλλων για τον προσδιορισμό της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων ανήκουν σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 25) του παρόντος κανονισμού.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 2

Εποπτικές εξουσίες

Για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές έχουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034.

Άρθρο 3

Εφαρμογή αυστηρότερων απαιτήσεων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων

Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διατηρούν ίδια κεφάλαια και συνιστώσες τους και ρευστά στοιχεία ενεργητικού καθ’ υπέρβαση αυτών που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων,

2)

«εταιρεία διαχείρισης»: εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 19) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

3)

«εκκαθαριστικό μέλος»: επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος η οποία εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17),

4)

«πελάτης»: πελάτης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, με εξαίρεση ότι, για τους σκοπούς του τέταρτου μέρους του παρόντος κανονισμού, ως «πελάτης» νοείται κάθε αντισυμβαλλόμενος της επιχείρησης επενδύσεων,

5)

«διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής»: διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 150) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

6)

«παράγωγα επί εμπορευμάτων»: παράγωγα επί εμπορευμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 30) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

7)

«αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 5) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034,

8)

«πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

9)

«διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό»: η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

10)

«παράγωγα»: παράγωγα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

11)

«κατάσταση ενοποίησης»: η κατάσταση που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 7 σε μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, ως εάν η εν λόγω επιχείρηση αποτελούσε, μαζί με όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων, μία ενιαία επιχείρηση επενδύσεων· για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, οι όροι «επιχείρηση επενδύσεων», «χρηματοδοτικό ίδρυμα», «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» και «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα ενέπιπταν στους ορισμούς των όρων αυτών,

12)

«ενοποιημένη βάση»: στη βάση της κατάστασης ενοποίησης,

13)

«εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών»: η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 5) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

14)

«χρηματοδοτικό ίδρυμα»: μια επιχείρηση πλην πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι σημεία 2) έως 12) και στο παράρτημα Ι σημείο 15) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19),

15)

«χρηματοπιστωτικό μέσο»: χρηματοπιστωτικό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

16)

«χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

17)

«οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα»: οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 27) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

18)

«αρχικό κεφάλαιο»: αρχικό κεφάλαιο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034,

19)

«ομάδα συνδεδεμένων πελατών»: ομάδα συνδεδεμένων πελατών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 39) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

20)

«επενδυτική συμβουλή»: επενδυτική συμβουλή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 4) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

21)

«επενδυτική συμβουλή διαρκούς χαρακτήρα»: η επαναλαμβανόμενη παροχή επενδυτικής συμβουλής, καθώς και η συνεχής ή περιοδική αξιολόγηση και παρακολούθηση ή επανεξέταση του χαρτοφυλακίου χρηματοπιστωτικών μέσων του πελάτη, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τον πελάτη βάσει συμβατικής ρύθμισης,

22)

«επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

23)

«επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτικό ίδρυμα του οποίου οι θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως επιχειρήσεις επενδύσεων ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ τουλάχιστον μία από τις εν λόγω θυγατρικές είναι επιχείρηση επενδύσεων, και το οποίο δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

24)

«επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

25)

«όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της ή από επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20), εκ των οποίων τουλάχιστον μία είναι επιχείρηση επενδύσεων και στις οποίες δεν περιλαμβάνεται πιστωτικό ίδρυμα,

26)

«παράγοντες Κ»: οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ για κινδύνους τους οποίους ενέχει μια επιχείρηση επενδύσεων για τους πελάτες, τις αγορές και την ίδια,

27)

«περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση» ή «AUM» (εκ του «assets under management»): η αξία των περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζεται μια επιχείρηση επενδύσεων για τους πελάτες της στο πλαίσιο είτε διακριτικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου είτε μη διακριτικών ρυθμίσεων που συνιστούν επενδυτικές συμβουλές διαρκούς χαρακτήρα,

28)

«χρήματα πελατών υπό κατοχή» ή «CMH» (εκ του «client money held»): το ποσό των χρημάτων πελατών που μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει, λαμβανομένων υπόψη τυχόν νομικών ρυθμίσεων σχετικών με τον διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων και του εθνικού λογιστικού καθεστώτος το οποίο εφαρμόζεται σε χρήματα πελατών που κατέχονται από την επιχείρηση επενδύσεων,

29)

«περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση» ή «ASA» (εκ του «assets safeguarded and administered»): η αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία φυλάσσει και διαχειρίζεται μια επιχείρηση επενδύσεων για πελάτες, ανεξαρτήτως του αν τα περιουσιακά στοιχεία εμφανίζονται στον ισολογισμό της επιχείρησης επενδύσεων ή σε λογαριασμούς τρίτων,

30)

«εκτελούμενες εντολές πελατών» ή «COH» (εκ του «client orders handled»): η αξία των εντολών τις οποίες μια επιχείρηση επενδύσεων χειρίζεται για πελάτες, μέσω της λήψης και της διαβίβασης εντολών πελατών και μέσω της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών,

31)

«κίνδυνος συγκέντρωσης» ή «CON» (εκ του ή «concentration risk»): τα χρηματοδοτικά ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων έναντι ενός πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών, η αξία των οποίων υπερβαίνει τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1,

32)

«παρεχόμενο περιθώριο εκκαθάρισης» ή «CMG» (εκ του «clearing margin given»): το ποσό του συνολικού περιθωρίου που απαιτείται από εκκαθαριστικό μέλος ή από αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όταν η εκτέλεση και ο διακανονισμός των συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό πραγματοποιούνται υπό την ευθύνη εκκαθαριστικού μέλους ή αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου,

33)

«ημερήσια ροή συναλλαγών» ή «DTF» (εκ του «daily trading flow»): η ημερήσια αξία των συναλλαγών τις οποίες διενεργεί μια επιχείρηση επενδύσεων για ίδιο λογαριασμό ή στο πλαίσιο της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών στο όνομά της, με εξαίρεση την αξία των εντολών τις οποίες μια επιχείρηση επενδύσεων χειρίζεται για πελάτες μέσω της λήψης και της διαβίβασης εντολών πελατών και μέσω της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία λαμβάνεται ήδη υπόψη στο πεδίο εφαρμογής των εκτελούμενων εντολών πελατών,

34)

«κίνδυνος καθαρής θέσης» ή «NPR» (εκ του «net position risk»): η αξία των συναλλαγών που καταχωρίζονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων,

35)

«αθέτηση αντισυμβαλλομένου» ή «TCD» (εκ του «trading counterparty default»): τα ανοίγματα στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων σε μέσα και συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25 και δημιουργούν κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου,

36)

«τρέχουσα αγοραία αξία» ή «CMV» (εκ του «current market value»): η καθαρή αγοραία αξία του χαρτοφυλακίου των συναλλαγών ή των σκελών που είναι τίτλοι, υποκείμενων σε συμψηφισμό σύμφωνα με το άρθρο 31, όπου κατά τον υπολογισμό της CMV χρησιμοποιούνται τόσο θετικές όσο και αρνητικές αγοραίες αξίες,

37)

«συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού»: συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού όπως ορίζονται στο άρθρο 272 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

38)

«συναλλαγή δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης»: συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21),

39)

«διοικητικό όργανο»: διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

40)

«μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22),

41)

«εκτός ισολογισμού στοιχείο»: οποιοδήποτε από τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

42)

«μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 9) και του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ,

43)

«συμμετοχή»: συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

44)

«κέρδος»: κέρδος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 121) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

45)

«αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 88) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

46)

«διαχείριση χαρτοφυλακίου»: διαχείριση χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 8) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

47)

«ειδική συμμετοχή»: ειδική συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

48)

«συναλλαγή χρηματοδότησης τίτλων» ή «ΣΧΤ»: ΣΧΤ όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365,

49)

«διαχωρισμένοι λογαριασμοί»: για τους σκοπούς του πίνακα 1 στο άρθρο 15 παράγραφος 2, λογαριασμοί οι οποίοι έχουν ανοιχθεί σε οντότητες και στους οποίους κατατίθενται τα χρήματα πελατών που λαμβάνει επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 4 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας (ΕΕ) 2017/593 της Επιτροπής (23) και για τους οποίους, κατά περίπτωση, το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας, λύσης ή θέσης υπό εκκαθάριση της επιχείρησης επενδύσεων, τα χρήματα των πελατών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση απαιτήσεων έναντι της επιχείρησης επενδύσεων που δεν είναι απαιτήσεις του πελάτη,

50)

«πράξη επαναγοράς»: πράξη επαναγοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365,

51)

«θυγατρική επιχείρηση»: θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10) και κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, περιλαμβανομένης τυχόν θυγατρικής μιας θυγατρικής επιχείρησης της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης,

52)

«συνδεδεμένος αντιπρόσωπος»: συνδεδεμένος αντιπρόσωπος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 29) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

53)

«σύνολο ακαθάριστων εσόδων»: τα ετήσια λειτουργικά έσοδα μιας επιχείρησης επενδύσεων, που συνδέονται με τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων για τις οποίες η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων έχει λάβει σχετική άδεια, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων που προκύπτουν από εισπρακτέους τόκους, μετοχές και άλλους τίτλους σταθερής ή μεταβλητής απόδοσης, προμήθειες και αμοιβές, τυχόν κέρδη και ζημίες της επιχείρησης επενδύσεων επί του κυκλοφορούντος ενεργητικού, επί στοιχείων ενεργητικού στην εύλογη αξία ή από δραστηριότητες αντιστάθμισης κινδύνου, αλλά εξαιρουμένων τυχόν εσόδων που δεν συνδέονται με τις παρεχόμενες επενδυτικές υπηρεσίες και τις ασκούμενες επενδυτικές δραστηριότητες,

54)

«χαρτοφυλάκιο συναλλαγών»: το σύνολο των θέσεων μιας επιχείρησης επενδύσεων σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα, οι οποίες κατέχονται είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση,

55)

«θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση»: οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

οι για ίδιο λογαριασμό κατεχόμενες θέσεις και οι θέσεις που προκύπτουν από εξυπηρέτηση πελατών και δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης,

β)

οι θέσεις που πρόκειται να επαναπωληθούν βραχυπρόθεσμα,

γ)

οι θέσεις που έχουν στόχο την αποκόμιση κέρδους από πραγματικές ή αναμενόμενες βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης ή από άλλου είδους διακυμάνσεις των τιμών ή των επιτοκίων,

56)

«μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: μια επιχείρηση επενδύσεων εντός κράτους μέλους η οποία είναι μέρος ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και η οποία διαθέτει θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων ή θυγατρικό χρηματοδοτικό ίδρυμα ή η οποία κατέχει συμμετοχή σε μια τέτοια επιχείρηση επενδύσεων ή χρηματοδοτικό ίδρυμα και η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική άλλης επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

57)

«μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία είναι μέρος ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

58)

«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μια μητρική επιχείρηση ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων η οποία είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 56 να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό για την αποσαφήνιση των ορισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 1, προκειμένου:

α)

να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού,

β)

να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εφαρμογή των απαιτήσεων σε ατομική βάση

Άρθρο 5

Γενική αρχή

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως το έβδομο μέρος σε ατομική βάση.

Άρθρο 6

Εξαιρέσεις

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν μια επιχείρηση επενδύσεων από την εφαρμογή του άρθρου 5 ως προς το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, το έκτο και το έβδομο μέρος, εφόσον ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1,

β)

πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία ενός πιστωτικού ιδρύματος, μιας χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μιας μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ii)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων που εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 7,

γ)

τόσο η επιχείρηση επενδύσεων όσο και η μητρική επιχείρηση υπόκεινται στην υποχρέωση απόκτησης άδειας λειτουργίας και στην εποπτεία του ίδιου κράτους μέλους,

δ)

οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού συμφωνούν με αυτήν την εξαίρεση,

ε)

τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και της επιχείρησης επενδύσεων και πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση,

ii)

κατόπιν προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, η μητρική επιχείρηση δηλώνει ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η επιχείρηση επενδύσεων ή ότι οι κίνδυνοι της επιχείρησης επενδύσεων είναι αμελητέοι,

iii)

οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την επιχείρηση επενδύσεων και

iv)

η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από την εφαρμογή του άρθρου 5 ως προς το έκτο μέρος εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1,

β)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι θυγατρική και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 228 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

γ)

τόσο η επιχείρηση επενδύσεων όσο και η μητρική επιχείρηση υπόκεινται στην υποχρέωση απόκτησης άδειας λειτουργίας και στην εποπτεία του ίδιου κράτους μέλους,

δ)

οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ συμφωνούν με αυτήν την εξαίρεση,

ε)

τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και της επιχείρησης επενδύσεων και πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση,

ii)

κατόπιν προηγούμενης έγκρισης της αρμόδιας αρχής, η μητρική επιχείρηση δηλώνει ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η επιχείρηση επενδύσεων ή ότι οι κίνδυνοι της επιχείρησης επενδύσεων είναι αμελητέοι,

iii)

οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την επιχείρηση επενδύσεων και

iv)

η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από την εφαρμογή του άρθρου 5 ως προς το πέμπτο μέρος εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων περιλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή περιλαμβάνεται σε όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων για τον οποίο ισχύει το άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού και δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4,

β)

η μητρική επιχείρηση, σε ενοποιημένη βάση, παρακολουθεί και επιβλέπει ανά πάσα στιγμή τις θέσεις ρευστότητας όλων των ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων εντός του ομίλου ή της αυτόνομης οντότητας που υπόκεινται σε απαλλαγή και εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο ρευστότητας για τα εν λόγω ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων,

γ)

η μητρική επιχείρηση και η επιχείρηση επενδύσεων έχουν συνάψει συμβάσεις οι οποίες, προς ικανοποίηση των αρμόδιων αρχών, προβλέπουν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και της επιχείρησης επενδύσεων και τους επιτρέπουν να πληρούν τις μεμονωμένες υποχρεώσεις τους και τις κοινές υποχρεώσεις τους όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμες,

δ)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την εκτέλεση των συμβάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ),

ε)

οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού συμφωνούν με αυτήν την εξαίρεση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εποπτική ενοποίηση και εξαιρέσεις για όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων

Άρθρο 7

Εποπτική ενοποίηση

1.   Μητρικές επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στην Ένωση, μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο, στο τέταρτο, στο έκτο και στο έβδομο μέρος με βάση την ενοποιημένη κατάστασή τους. Η μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό διαμορφώνουν την κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση και τους κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα απαιτούμενα στοιχεία ενοποίησης υποβάλλονται στη δέουσα επεξεργασία και διαβιβάζονται. Ιδιαίτερα, η μητρική επιχείρηση διασφαλίζει ότι οι θυγατρικές που δεν υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την κατάλληλη ενοποίηση.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, κατά την εφαρμογή του δεύτερου μέρους σε ενοποιημένη βάση, οι κανόνες του δεύτερου μέρους τίτλος II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται και στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Για τον σκοπό αυτόν, κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 84 παράγραφος 1, του άρθρου 85 παράγραφος 1 και του άρθρου 87 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ισχύουν μόνο οι αναφορές στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι αναφέρονται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των αντίστοιχων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

3.   Μητρικές επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στην Ένωση, μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις του πέμπτου μέρους βάσει των ενοποιημένων καταστάσεών τους.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν τη μητρική επιχείρηση από τη συμμόρφωση προς την εν λόγω παράγραφο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες του πεδίου εφαρμογής και των μεθόδων εποπτικής ενοποίησης ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, ιδίως για τον υπολογισμό της απαίτησης πάγιων εξόδων, της μόνιμης ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης, της απαίτησης του παράγοντα Κ βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου εταιρειών επενδύσεων, καθώς και τη μέθοδο και τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την ορθή εφαρμογή της παραγράφου 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 8

Η δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στην περίπτωση δομών ομίλων που κρίνονται επαρκώς απλές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι για τους πελάτες ή για την αγορά που προέρχονται από τον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων ως σύνολο ως συνέπεια των οποίων θα απαιτούταν, σε διαφορετική περίπτωση, εποπτεία σε ενοποιημένη βάση. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ όποτε επιτρέπουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)

«μέσα ιδίων κεφαλαίων»: τα ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, χωρίς εφαρμογή των αφαιρέσεων του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο θ), του άρθρου 56 στοιχείο δ) και του άρθρου 66 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

οι όροι «επιχείρηση επενδύσεων», «χρηματοδοτικό ίδρυμα», «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» και «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα ενέπιπταν στους ορισμούς των όρων αυτών στο άρθρο 4.

3.   Οι μητρικές επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στην Ένωση, οι μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση, οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση και οποιεσδήποτε άλλες μητρικές επιχειρήσεις που είναι επιχειρήσεις επενδύσεων, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών ή οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι εντός του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων διαθέτουν τουλάχιστον επαρκή μέσα ιδίων κεφαλαίων ώστε να καλύπτεται το άθροισμα των εξής:

α)

του αθροίσματος της πλήρους λογιστικής αξίας όλων των οικείων συμμετοχών, απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο θ), στο άρθρο 56 στοιχείο δ) και στο άρθρο 66 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένους αντιπροσώπους στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων και

β)

του συνολικού ποσού όλων των ενδεχόμενων υποχρεώσεών τους προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένων αντιπροσώπων στον όμιλο επιχειρήσεων επενδύσεων.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή σε μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση και σε κάθε άλλη μητρική επιχείρηση που είναι επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοδοτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών ή συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εντός του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων να διαθέτει χαμηλότερο ποσό ιδίων κεφαλαίων από το ποσό που υπολογίζεται δυνάμει της παραγράφου 3, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό δεν είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σε ατομική βάση στις θυγατρικές της επιχειρήσεις επενδύσεων, στα θυγατρικά της χρηματοδοτικά ιδρύματα, στις θυγατρικές της επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και στους θυγατρικούς της συνδεδεμένους αντιπροσώπους, και από το συνολικό ποσό ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος των εν λόγω οντοτήτων.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θυγατρικές επιχειρήσεις όπως αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες αποτελούν ονομαστικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που διασφαλίζουν ικανοποιητικό επίπεδο σύνεσης για την κάλυψη των κινδύνων που απορρέουν από τις εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις, όπως εγκρίνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές.

5.   Μητρικές επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στην Ένωση, μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση εφαρμόζουν συστήματα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των πηγών κεφαλαίων και της χρηματοδότησης όλων των επιχειρήσεων επενδύσεων, επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών και συνδεδεμένων αντιπροσώπων εντός του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

Άρθρο 9

Σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν ίδια κεφάλαια τα οποία απαρτίζονται από το άθροισμα του οικείου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2 και πληρούν ανά πάσα στιγμή όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

Image 1

,

β)

Image 2

,

γ)

Image 3

όπου:

i)

το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 ορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και

ii)

το D ορίζεται στο άρθρο 11.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1:

α)

οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται πλήρως χωρίς την εφαρμογή των άρθρων 39 και 48 του συγκεκριμένου κανονισμού,

β)

οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται πλήρως χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 41 του συγκεκριμένου κανονισμού,

γ)

οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο η), στο άρθρο 56 στοιχείο γ) και στο άρθρο 66 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον σχετίζονται με τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα που δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, εφαρμόζονται πλήρως, χωρίς την εφαρμογή των μηχανισμών των άρθρων 46, 60 και 70 του εν λόγω κανονισμού,

δ)

οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται πλήρως, χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 48 του συγκεκριμένου κανονισμού,

ε)

οι ακόλουθες διατάξεις δεν εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων:

i)

το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ii)

οι αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο η), στο άρθρο 56 στοιχείο γ) και στο άρθρο 66 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στις σχετικές διατάξεις των άρθρων 46, 60 και 70 του εν λόγω κανονισμού, εφόσον οι εν λόγω αφαιρέσεις σχετίζονται με τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών,

iii)

το γεγονός ενεργοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· αντιθέτως, το γεγονός ενεργοποίησης προσδιορίζεται από την επιχείρηση επενδύσεων υπό τους όρους του πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

iv)

το αθροιστικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· το ποσό προς υποτίμηση ή μετατροπή είναι ολόκληρο το βασικό κεφάλαιο του πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις του δεύτερου μέρους τίτλος Ι κεφάλαιο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η εποπτική άδεια κατά τα άρθρα 77 και 78 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί, εάν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 78 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή στο άρθρο 78 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.

4.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχείο α), για τις επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες δεν είναι νομικά πρόσωπα ή συμμετοχικές εταιρείες ή που πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη αλληλένδετες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, να επιτρέπουν σε περαιτέρω μέσα ή κεφάλαια να είναι επιλέξιμα ως ίδια κεφάλαια για τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέσα ή κεφάλαια πληρούν επίσης τις προϋποθέσεις για να τύχουν της μεταχείρισης του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου (24). Βάσει πληροφοριών που λαμβάνει από κάθε αρμόδια αρχή, η ΕΑΤ, από κοινού με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, τηρεί και δημοσιεύει κατάλογο όλων των μορφών των μέσων ή των κεφαλαίων σε κάθε κράτος μέλος που είναι αποδεκτά ως ίδια κεφάλαια αυτού του είδους. Ο κατάλογος δημοσιεύεται για πρώτη φορά έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

5.   Οι συμμετοχές σε μέσα ιδίων κεφαλαίων μιας οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα εντός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων δεν αφαιρούνται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων οποιασδήποτε επιχείρησης επενδύσεων εντός του ομίλου σε ατομική βάση, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση,

β)

οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

γ)

η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 8 δεν χρησιμοποιείται από τις αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 10

Ειδικές συμμετοχές εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, οι επιχειρήσεις επενδύσεων αφαιρούν ποσά τα οποία υπερβαίνουν τα όρια που προσδιορίζονται στα στοιχεία α) και β) από τον καθορισμό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013:

α)

μια ειδική συμμετοχή, το ποσό της οποίας υπερβαίνει το 15 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, αλλά χωρίς εφαρμογή της αφαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε επιχείρηση που δεν είναι οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

β)

το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών μιας επιχείρησης επενδύσεων σε επιχειρήσεις πλην οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, το οποίο υπερβαίνει το 60 % των ιδίων κεφαλαίων της υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, αλλά χωρίς εφαρμογή της αφαίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαγορεύσουν σε μια επιχείρηση επενδύσεων να διαθέτει ειδικές συμμετοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όταν το ποσό των εν λόγω συμμετοχών υπερβαίνει τα οριζόμενα στην εν λόγω παράγραφο ποσοστά ιδίων κεφαλαίων. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν την απόφασή τους κάνοντας άμεση χρήση της εξουσίας αυτής.

3.   Οι μετοχές σε επιχειρήσεις πλην οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι εν λόγω μετοχές κατέχονται προσωρινά κατά τη διάρκεια χρηματοδοτικής συνδρομής κατά την έννοια του άρθρου 79 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

η κατοχή των μετοχών αυτών είναι θέση αναδοχής που τηρείται για πέντε εργάσιμες ημέρες ή λιγότερες,

γ)

οι εν λόγω μετοχές τηρούνται στο όνομα της επιχείρησης επενδύσεων και εκ μέρους άλλων.

4.   Οι μετοχές που δεν έχουν τον χαρακτήρα παγίων χρηματοπιστωτικών στοιχείων κατά το άρθρο 35 παράγραφος 2 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 11

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν ανά πάσα στιγμή ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 9, τα οποία ισούνται τουλάχιστον με το D, όπου D ορίζεται ως το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα:

α)

η οικεία απαίτηση παγίων εξόδων υπολογιζόμενη κατά το άρθρο 13,

β)

η οικεία μόνιμη ελάχιστη απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 14 ή

γ)

η οικεία απαίτηση του παράγοντα Κ υπολογιζόμενη κατά το άρθρο 15.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη αλληλένδετη επιχείρηση επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, ως D ορίζεται το μεγαλύτερο από τα ποσά της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β).

3.   Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης επενδύσεων, μπορούν να απαιτήσουν την υπαγωγή της επιχείρησης επενδύσεων σε διαφορετική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, σύμφωνα με τον τίτλο IV κεφάλαιο 2 τμήμα 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

4.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενημερώνουν την αρμόδια αρχή μόλις λάβουν γνώση ότι δεν πληρούν πλέον ή δεν πρόκειται να πληρούν πλέον τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα AUM μετρούμενα σύμφωνα με το άρθρο 17 είναι κατώτερα του ποσού του 1,2 δισεκατομμυρίου EUR,

β)

οι COH μετρούμενες σύμφωνα με το άρθρο 20 είναι κατώτερες είτε:

i)

του ποσού των 100 εκατομμυρίων EUR/ημέρα για συναλλαγές τοις μετρητοίς ή

ii)

του ποσού του 1 δισεκατομμυρίου EUR/ημέρα για παράγωγα,

γ)

τα ASA μετρούμενα σύμφωνα με το άρθρο 19 ισούνται με μηδέν,

δ)

τα CMH μετρούμενα σύμφωνα με το άρθρο 18 ισούνται με μηδέν,

ε)

η DTF μετρούμενη σύμφωνα με το άρθρο 33 ισούται με μηδέν,

στ)

ο NPR ή το CMG μετρούμενα σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 ισούνται με μηδέν,

ζ)

η TCD μετρούμενη σύμφωνα με το άρθρο 26 ισούται με μηδέν,

η)

το σύνολο εντός και εκτός ισολογισμού της επιχείρησης επενδύσεων είναι κατώτερο του ποσού των 100 εκατομμυρίων EUR,

θ)

το σύνολο των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων από επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων είναι κατώτερο του ποσού των 30 εκατομμυρίων EUR, υπολογιζόμενο ως μέσος όρος με βάση τα ετήσια στοιχεία της διετίας που προηγείται αμέσως του σχετικού οικονομικού έτους.

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του τίτλου II, για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχεία α), β), γ) και ε), του πρώτου εδαφίου στοιχείο στ), στον βαθμό που το εν λόγω στοιχείο σχετίζεται με τον NPR, και του πρώτου εδαφίου στοιχείο ζ), εφαρμόζονται οι αξίες λήξης της ημέρας.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο στ), στον βαθμό που το εν λόγω στοιχείο σχετίζεται με το CMG, εφαρμόζονται ενδοημερήσιες αξίες.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 9 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και των άρθρων 2 και 4 της κατ’ εξουσιοδότηση οδηγίας (ΕΕ) 2017/593, εφαρμόζονται ενδοημερήσιες αξίες, εκτός από την περίπτωση σφάλματος στην τήρηση αρχείων ή στη συμφωνία λογαριασμών που ανέφερε εσφαλμένα ότι μια επιχείρηση επενδύσεων έχει παραβιάσει το μηδενικό όριο που αναφέρεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και το οποίο έχει διορθωθεί πριν από τη λήξη της εργάσιμης ημέρας. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή σχετικά με το σφάλμα, τους λόγους εμφάνισής του και τη διόρθωσή του.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχεία η) και θ), εφαρμόζονται τα επίπεδα κατά τη λήξη του περασμένου οικονομικού έτους για το οποίο έχουν οριστικοποιηθεί και έχουν εγκριθεί οι λογαριασμοί από το διοικητικό όργανο. Εφόσον οι λογαριασμοί δεν έχουν οριστικοποιηθεί και εγκριθεί μετά την παρέλευση 6 μηνών από τη λήξη του περασμένου οικονομικού έτους, η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί προσωρινούς λογαριασμούς.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δύνανται να υπολογίζουν τις αξίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) χρησιμοποιώντας τις μεθόδους του τίτλου II, με την εξαίρεση ότι η μέτρηση πρέπει να γίνεται επί διαστήματος 12 μηνών, χωρίς να αποκλείονται οι τρεις πλέον πρόσφατες μηνιαίες αξίες. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες επιλέγουν τη συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού ενημερώνουν σχετικά την αρμόδια αρχή και εφαρμόζουν την επιλεγείσα μέθοδο επί συνεχή περίοδο τουλάχιστον 12 συναπτών μηνών.

2.   Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), η) και θ) εφαρμόζονται σε συνδυαστική βάση σε όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν σε όμιλο. Για τη μέτρηση του συνόλου των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο θ), οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δύνανται να αποκλείουν κάθε διπλή μέτρηση που ενδέχεται να προκύψει σε σχέση με τα ακαθάριστα έσοδα που παράγονται εντός του ομίλου.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) έως ζ) ισχύουν για κάθε επιχείρηση επενδύσεων σε ατομική βάση.

3.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, αμέσως παύει να θεωρείται μικρή και μη συνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), β), η) ή θ), αλλά εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία γ) έως ζ) της εν λόγω παραγράφου, παύει να θεωρείται μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων έπειτα από περίοδο τριών μηνών, υπολογιζόμενη από την ημερομηνία υπέρβασης του ορίου. Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει την αρμόδια αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για οποιαδήποτε παραβίαση ορίου.

4.   Εάν μια επιχείρηση επενδύσεων, η οποία δεν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1, στη συνέχεια τις πληροί, θεωρείται μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων μόνο μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει υπάρξει παραβίαση ορίου κατά το διάστημα αυτό και η επιχείρηση επενδύσεων έχει, χωρίς καθυστέρηση, ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 13

Απαίτηση παγίων εξόδων

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο α), η απαίτηση πάγιων εξόδων ισούται τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των πάγιων εξόδων του προηγούμενου έτους. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν τα αριθμητικά στοιχεία που προκύπτουν από το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο.

2.   Εάν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στις δραστηριότητες μιας επιχείρησης επενδύσεων, δύναται να αναπροσαρμόσει το ποσό του κεφαλαίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Εφόσον μια επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει δραστηριοποιηθεί για ένα έτος από την ημερομηνία που άρχισε να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, χρησιμοποιεί, για τον υπολογισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα προβλεπόμενα πάγια έξοδα που περιλαμβάνονται στις προβλέψεις της για τις συναλλαγές του πρώτου δωδεκαμήνου, όπως υποβλήθηκαν με την αίτησή της για τη χορήγηση αδείας λειτουργίας.

4.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τη συμπλήρωση του υπολογισμού της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο οποίος περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία προς αφαίρεση:

α)

έκτακτες παροχές και άλλες αμοιβές προς το προσωπικό, στον βαθμό που εξαρτώνται από τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης επενδύσεων κατά το αντίστοιχο έτος,

β)

συμμετοχές εργαζομένων, διευθυντών και εταίρων στα κέρδη,

γ)

άλλες διανομές κερδών και άλλες μεταβλητές αποδοχές, στον βαθμό που γίνονται κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια,

δ)

επιμερισμένες πληρωτέες προμήθειες και τέλη που σχετίζονται άμεσα με εισπρακτέες προμήθειες και τέλη, τα οποία περιλαμβάνονται στα συνολικά έσοδα, και εφόσον η καταβολή των πληρωτέων προμηθειών και τελών εξαρτάται από την πραγματική είσπραξη των εισπρακτέων προμηθειών και τελών,

ε)

τέλη στους συνδεδεμένους αντιπροσώπους,

στ)

μη επαναλαμβανόμενα έξοδα από μη συνήθεις δραστηριότητες.

Η ΕΑΤ διευκρινίζει επίσης, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, την έννοια της ουσιώδους μεταβολής.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 14

Μόνιμη ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση

Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο β), η μόνιμη ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση ισούται τουλάχιστον με τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται στο άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ Κ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές αρχές

Άρθρο 15

Απαίτηση του παράγοντα Κ και εφαρμοστέοι συντελεστές

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η απαίτηση του παράγοντα Κ ισούται τουλάχιστον με το άθροισμα των ακολούθων:

α)

παράγοντες Κ κινδύνου για τον πελάτη (RtC) υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το κεφάλαιο 2,

β)

παράγοντες Κ κινδύνου για την αγορά (RtM) υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το κεφάλαιο 3,

γ)

παράγοντες Κ κινδύνου για την επιχείρηση (RtF) υπολογιζόμενοι σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

2.   Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται στους αντίστοιχους παράγοντες Κ:

Πίνακας 1

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Κ

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ

Υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία τόσο στο πλαίσιο διακριτικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου όσο και μη διακριτικών συμβουλευτικών ρυθμίσεων διαρκούς χαρακτήρα

K-AUM

0,02%

Χρήματα πελατών υπό κατοχή

K-CMH (σε διαχωρισμένους λογαριασμούς)

0,4%

K-CMH (σε μη διαχωρισμένους λογαριασμούς)

0,5%

Περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη και διαχείριση

K-ASA

0,04%

Εκτελούμενες εντολές πελατών

Συναλλαγές τοις μετρητοίς K-COH

0,1%

 

Παράγωγα K-COH

0,01%

Ημερήσια ροή συναλλαγών

Συναλλαγές τοις μετρητοίς K-DTF

0,1%

 

Παράγωγα K-DTF

0,01%

3.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρακολουθούν την τιμή των οικείων παραγόντων Κ σχετικά με οποιεσδήποτε τάσεις θα μπορούσαν να τις οδηγήσουν σε σημαντικά διαφορετική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τους σκοπούς του άρθρου 11 για την επόμενη περίοδο αναφοράς δυνάμει του έβδομου μέρους και ενημερώνουν την αρμόδια αρχή τους σχετικά με την εν λόγω ουσιωδώς διαφορετική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων.

4.   Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι υπήρξε ουσιώδης μεταβολή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας επιχείρησης επενδύσεων, η οποία επηρεάζει το ποσό ενός σχετικού παράγοντα Κ, μπορούν να αναπροσαρμόσουν το αντίστοιχο ποσό σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

5.   Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για:

α)

να προσδιορισθούν οι μέθοδοι μέτρησης των παραγόντων Κ που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ,

β)

τη διευκρίνιση της έννοιας των διαχωρισμένων λογαριασμών για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού για τους όρους που διασφαλίζουν την προστασία των χρημάτων των πελατών σε περίπτωση πτώχευσης μιας επιχείρησης επενδύσεων,

γ)

τον καθορισμό των προσαρμογών των συντελεστών K-DTF που αναφέρονται στον πίνακα 1 της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου σε περίπτωση που, σε καταστάσεις ακραίων συνθηκών της αγοράς όπως αναφέρονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/578 της Επιτροπής (25), οι απαιτήσεις K-DTF φαίνονται υπερβολικά περιοριστικές και επιζήμιες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Παράγοντες Κ RtC

Άρθρο 16

Απαίτηση παράγοντα Κ RtC

Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtC καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

K-AUM + K-CMH + K-ASA + K-COH

όπου

ο παράγοντας K-AUM ισούται με τα AUM όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 17, πολλαπλασιαζόμενα επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2,

ο παράγοντας K-CMH ισούται με τα CMH όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 18, πολλαπλασιαζόμενα επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2,

ο παράγοντας K-ASA ισούται με τα ASA όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 19, πολλαπλασιαζόμενα επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2,

ο παράγοντας K-COH ισούται με τις COH όπως μετρούνται σύμφωνα με το άρθρο 20, πολλαπλασιαζόμενες επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

Άρθρο 17

Μέτρηση των AUM για τον υπολογισμό του παράγοντα K-AUM

1.   Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-AUM, τα AUM ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των μηνιαίων περιουσιακών στοιχείων υπό διαχείριση, μετρούμενης την τελευταία εργάσιμη ημέρα καθενός από τους προηγούμενους 15 μήνες και μετατρεπόμενης στο νόμισμα λειτουργίας της οντότητας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, εξαιρουμένων των τριών πλέον πρόσφατων μηνιαίων αξιών.

Τα AUM ισούνται με τον αριθμητικό μέσο των υπόλοιπων 12 μηνιαίων αξιών.

Ο παράγοντας K-AUM υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου μηνός.

2.   Εάν η επιχείρηση επενδύσεων έχει αναθέσει επισήμως την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων σε άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό των AUM υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Εάν άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα έχει αναθέσει επισήμως την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων στην επιχείρηση επενδύσεων, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εξαιρούνται από το συνολικό ποσό των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία για διάστημα μικρότερο των 15 μηνών ή όταν έχει κάνει το ίδιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων και τώρα υπερβαίνει το όριο για τα AUM, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα για τα AUM για το χρονικό διάστημα της παραγράφου 1 μόλις τα εν λόγω δεδομένα καταστούν διαθέσιμα για τον υπολογισμό του παράγοντα K-AUM. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 18

Μέτρηση των CMH για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CMH

1.   Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CMH, τα CMH ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των ημερήσιων χρημάτων των πελατών υπό κατοχή, μετρούμενης στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας κατά τους εννέα προηγούμενους μήνες, εξαιρουμένων των τριών πιο πρόσφατων μηνών.

Τα CMH ισούνται με τον αριθμητικό μέσο των ημερήσιων αξιών από τους υπόλοιπους έξι μήνες.

Ο παράγοντας K-CMH υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου μηνός.

2.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων κατέχει χρήματα πελατών για λιγότερο από εννέα μήνες, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα για τα CMH για τη χρονική περίοδο της παραγράφου 1 μόλις τα εν λόγω δεδομένα καταστούν διαθέσιμα για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CMH.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 19

Μέτρηση των ASA για τον υπολογισμό του παράγοντα K-ASA

1.   Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-ASA, τα ASA ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των ημερήσιων περιουσιακών στοιχείων υπό φύλαξη και διαχείριση, μετρούμενης στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας για τους εννέα προηγούμενους μήνες, εξαιρουμένων των τριών πιο πρόσφατων μηνών.

Τα ASA ισούνται με τον αριθμητικό μέσο των ημερήσιων αξιών για τους υπόλοιπους έξι μήνες.

Ο παράγοντας K-ASA υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου μηνός.

2.   Σε περίπτωση που επιχείρηση επενδύσεων έχει αναθέσει επισήμως τα καθήκοντα φύλαξης και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα ή εάν άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα έχει αναθέσει επισήμως τα συγκεκριμένα καθήκοντα στην επιχείρηση επενδύσεων, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό των ASA, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων φυλάσσει και διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία για λιγότερο από έξι μήνες, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα για τα ASA για τη χρονική περίοδο της παραγράφου 1 μόλις τα εν λόγω δεδομένα καταστούν διαθέσιμα για τον υπολογισμό του παράγοντα K-ASA. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 20

Μέτρηση των COH για τον υπολογισμό του παράγοντα K-COH

1.   Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-COH, οι COH ισούνται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας του συνόλου των ημερήσιων εκτελούμενων εντολών πελατών, μετρούμενης καθ’ όλη τη διάρκεια κάθε εργάσιμης ημέρας κατά τους έξι προηγούμενους μήνες, εξαιρουμένων των τριών πιο πρόσφατων μηνών.

Οι COH ισούνται με τον αριθμητικό μέσο των ημερήσιων αξιών από τους υπόλοιπους τρεις μήνες.

Ο παράγοντας K-COH υπολογίζεται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα εκάστου μηνός.

2.   Οι COH μετρούνται ως το άθροισμα της απόλυτης τιμής των αγορών και της απόλυτης τιμής των πωλήσεων τόσο για συναλλαγές τοις μετρητοίς όσο και για παράγωγα σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)

για συναλλαγές τοις μετρητοίς, η αξία είναι το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε σε κάθε συναλλαγή,

β)

για παράγωγα, η αξία της συναλλαγής είναι το ονομαστικό ποσό της σύμβασης.

Το ονομαστικό ποσό των παραγώγων επί επιτοκίων προσαρμόζεται για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των εν λόγω συμβάσεων. Το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τη διάρκεια που καθορίζεται στον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) / 10

Με την επιφύλαξη του πέμπτου εδαφίου, στις COH περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου για λογαριασμό επενδυτικών κεφαλαίων.

Οι COH περιλαμβάνουν συναλλαγές που προκύπτουν από επενδυτικές συμβουλές για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων δεν υπολογίζει τον παράγοντα K-AUM.

Οι COH εξαιρούν τις συναλλαγές που διαχειρίζεται η επιχείρηση επενδύσεων και οι οποίες προκύπτουν από την εξυπηρέτηση του χαρτοφυλακίου επενδύσεων ενός πελάτη, όταν η επιχείρηση επενδύσεων υπολογίζει ήδη τον παράγοντα K-AUM για τις επενδύσεις του συγκεκριμένου πελάτη ή όταν η εν λόγω δραστηριότητα αφορά την ανάθεση της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στην επιχείρηση επενδύσεων που δεν συνεισφέρει στα AUM της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 2.

Στις COH δεν περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από την επιχείρηση επενδύσεων στο δικό της όνομα είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να εξαιρούν από τη μέτρηση των COH τυχόν εντολές που δεν έχουν εκτελεσθεί, εφόσον η εν λόγω μη εκτέλεση οφείλεται στην έγκαιρη ακύρωση της εντολής από τον πελάτη.

3.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων εκτελεί εντολές πελατών για διάστημα μικρότερο των έξι μηνών ή εάν έχει κάνει το ίδιο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα για τις COH για το χρονικό διάστημα της παραγράφου 1 μόλις τα εν λόγω δεδομένα καταστούν διαθέσιμα για τον υπολογισμό του παράγοντα K-COH. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Παράγοντες Κ RtM

Άρθρο 21

Απαίτηση παράγοντα K RtM

1.   Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtM για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη, ισούται είτε με τον παράγοντα K-NPR, υπολογιζόμενου σύμφωνα με το άρθρο 22, είτε με τον παράγοντα Κ-CMG, υπολογιζόμενου σύμφωνα με το άρθρο 23.

2.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtM εφαρμόζεται για όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, οι οποίες περιλαμβάνουν ιδίως θέσεις σε χρεωστικούς τίτλους (συμπεριλαμβανομένων των μέσων τιτλοποίησης), μετοχικούς τίτλους, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ), συνάλλαγμα και χρυσό και βασικά εμπορεύματα (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων εκπομπών).

4.   Για τον υπολογισμό της απαίτησης του παράγοντα Κ RtM, η επιχείρηση επενδύσεων περιλαμβάνει άλλες θέσεις από τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, εφόσον αυτές συνεπάγονται κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος.

Άρθρο 22

Υπολογισμός του παράγοντα K-NPR

Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-NPR, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη, υπολογίζονται χρησιμοποιώντας μία από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)

την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 2, 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

γ)

την εναλλακτική προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 23

Υπολογισμός του παράγοντα K-CMG

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 21, η αρμόδια αρχή επιτρέπει σε επιχείρηση επενδύσεων να υπολογίζει τον παράγοντα Κ-CMG για όλες τις θέσεις που είναι υπό εκκαθάριση ή σε βάση χαρτοφυλακίου, όταν το σύνολο του χαρτοφυλακίου υπόκειται σε εκκαθάριση ή καθορισμό περιθωρίου, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων δεν ανήκει σε όμιλο ο οποίος περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα,

β)

η εκκαθάριση και ο διακανονισμός αυτών των συναλλαγών πραγματοποιούνται υπό την ευθύνη εκκαθαριστικού μέλους αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου και το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων του άρθρου 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, οι δε συναλλαγές εκκαθαρίζονται κεντρικά σε αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ειδάλλως διακανονίζονται βάσει παράδοσης έναντι πληρωμής υπ’ ευθύνη του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους,

γ)

ο υπολογισμός του συνολικού περιθωρίου που απαιτείται από το εκκαθαριστικό μέλος βασίζεται σε μοντέλο περιθωρίου του εκκαθαριστικού μέλους,

δ)

η επιχείρηση επενδύσεων έχει αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι η επιλογή του υπολογισμού του RtM με τον παράγοντα K-CMG δικαιολογείται με ορισμένα κριτήρια, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται ο χαρακτήρας των κύριων δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων που ουσιαστικά είναι εμπορικές δραστηριότητες υποκείμενες σε εκκαθάριση και καθορισμό περιθωρίων ασφαλείας υπό την ευθύνη εκκαθαριστικού μέλους, και το γεγονός ότι άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων είναι επουσιώδεις σε σύγκριση με τις εν λόγω κύριες δραστηριότητες και

ε)

η αρμόδια αρχή έχει εκτιμήσει ότι η επιλογή του χαρτοφυλακίου ή των χαρτοφυλακίων που υπόκεινται στον παράγοντα K-CMG δεν έγινε με σκοπό την εμπλοκή σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων κατά τρόπο δυσανάλογο ή μη ορθό από άποψη συνετής διαχείρισης.

Για τον σκοπό του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), η αρμόδια αρχή διενεργεί τακτική αξιολόγηση με σκοπό την επιβεβαίωση ότι το μοντέλο περιθωρίου οδηγεί σε απαιτήσεις περιθωρίου που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των προϊόντων τα οποία εμπορεύεται η επιχείρηση επενδύσεων και λαμβάνει υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, της ρευστότητας της αγοράς και της πιθανότητας μεταβολών κατά τη διάρκεια της συναλλαγής.

Οι απαιτήσεις περιθωρίου ασφάλειας είναι επαρκείς για την κάλυψη των ζημιών που ενδέχεται να προκύψουν από τουλάχιστον 99 % των κινήσεων των ανοιγμάτων εντός κατάλληλου χρονικού ορίζοντα, με περίοδο κατοχής τουλάχιστον δύο εργάσιμων ημερών. Τα υποδείγματα περιθωρίων ασφάλειας που χρησιμοποιούνται από το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος για τον υπολογισμό του περιθωρίου που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου είναι πάντοτε σχεδιασμένα έτσι ώστε να επιτυγχάνουν παρόμοιο επίπεδο σύνεσης με εκείνο που απαιτείται από τις διατάξεις σχετικά με τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφάλειας του άρθρου 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

2.   Ο παράγοντας K-CMG ισούται με το τρίτο μεγαλύτερο ποσό του συνολικού περιθωρίου που ήταν καθημερινώς απαιτούμενο από το εκκαθαριστικό μέλος της επιχείρησης επενδύσεων κατά το προηγηθέν τρίμηνο, πολλαπλασιαζόμενο επί συντελεστή 1,3.

3.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του υπολογισμού του ποσού του απαιτούμενου συνολικού περιθωρίου ασφάλειας και της μεθόδου υπολογισμού του παράγοντα Κ-CMG κατά την παράγραφο 2, ιδίως όταν ο παράγοντας K-CMG εφαρμόζεται σε βάση χαρτοφυλακίου, και τους όρους για την τήρηση των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχείο ε).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Παράγοντες Κ RtF

Άρθρο 24

Απαίτηση παράγοντα Κ RtF

Η απαίτηση του παράγοντα Κ RtF καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

K-TCD +K-DTF + K-CON

όπου:

ο παράγοντας Κ-TCD ισούται με το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 26,

ο παράγοντας Κ-DTF ισούται με την DTF υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 33, πολλαπλασιαζόμενη επί τον αντίστοιχο συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 και

ο παράγοντας Κ-CON ισούται με το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 39.

Οι παράγοντες Κ-TCD και Κ-CON βασίζονται στις συναλλαγές που καταχωρίζονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη.

Ο παράγοντας Κ-DTF βασίζεται στις συναλλαγές που καταχωρίζονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών μιας επιχείρησης επενδύσεων που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη, και στις συναλλαγές τις οποίες πραγματοποιεί μια επιχείρηση επενδύσεων μέσω της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών στο όνομά της.

Τμήμα 1

Αθέτηση αντισυμβαλλομένου

Άρθρο 25

Πεδίο εφαρμογής

1.   Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στις ακόλουθες συμβάσεις και συναλλαγές:

α)

συμβάσεις παραγώγων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εξαιρουμένων των ακολούθων:

i)

συμβάσεις παραγώγων που εκκαθαρίζονται άμεσα ή έμμεσα μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

οι θέσεις και τα στοιχεία περιουσίας του επιχείρησης επενδύσεων που σχετίζονται με τις εν λόγω συμβάσεις διακρίνονται και διαχωρίζονται, σε επίπεδο τόσο εκκαθαριστικού μέλους όσο και κεντρικού αντισυμβαλλομένου, από τις θέσεις και τα στοιχεία περιουσίας τόσο του εκκαθαριστικού μέλους όσο και των υπολοίπων πελατών του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους και ως αποτέλεσμα αυτής της διάκρισης και αυτού του διαχωρισμού, οι σχετικές θέσεις και τα στοιχεία περιουσίας είναι απομακρυσμένα βάσει του εθνικού δικαίου από τον κίνδυνο πτώχευσης σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης ή αφερεγγυότητας του εκκαθαριστικού μέλους ή ενός ή περισσοτέρων από τους υπόλοιπους πελάτες του εκκαθαριστικού μέλους,

η σχετική νομοθεσία, οι κανονισμοί, οι κανόνες και οι συμβατικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στο εκκαθαριστικό μέλος ή το δεσμεύουν διευκολύνουν τη μεταφορά των θέσεων του πελάτη που σχετίζονται με τις εν λόγω συμβάσεις και των αντίστοιχων εξασφαλίσεων σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος εντός της εφαρμοστέας περιόδου κινδύνου περιθωρίου σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητας του αρχικού εκκαθαριστικού μέλους,

η επιχείρηση επενδύσεων έχει εξασφαλίσει ανεξάρτητη, γραπτή και αιτιολογημένη νομική γνωμοδότηση από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση προσφυγής, η επιχείρηση επενδύσεων δεν θα υφίστατο ζημία λόγω της αφερεγγυότητας του εκκαθαριστικού μέλους της ή οποιωνδήποτε πελατών του εκκαθαριστικού μέλους,

ii)

συμβάσεις χρηματιστηριακών παραγώγων,

iii)

συμβάσεις παραγώγων που διακρατούνται για αντιστάθμιση θέσης της επιχείρησης επενδύσεων που προκύπτει από δραστηριότητα εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β)

συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού,

γ)

συναλλαγές επαναγοράς,

δ)

συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων,

ε)

συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης,

στ)

οποιοδήποτε άλλο είδος ΣΧΤ,

ζ)

πιστώσεις και δάνεια που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Β σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εάν η επιχείρηση επενδύσεων εκτελεί την συναλλαγή επ’ ονόματι του πελάτη ή λαμβάνει και διαβιβάζει την εντολή χωρίς να την εκτελεί.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) σημείο i), οι συμβάσεις παραγώγων που εκκαθαρίζονται άμεσα ή έμμεσα μέσω αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου θεωρείται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εν λόγω σημείο.

2.   Οι συναλλαγές με τα ακόλουθα είδη αντισυμβαλλομένων αποκλείονται από τον υπολογισμό του παράγοντα K-TCD:

α)

οι κεντρικές κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες, εφόσον τα υποκείμενα ανοίγματα θα λάμβαναν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % κατά το άρθρο 114 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

οι πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης που απαριθμούνται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

γ)

οι διεθνείς οργανισμοί που απαριθμούνται στο άρθρο 118 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής του υπολογισμού του παράγοντα K-TCD συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενο που είναι η μητρική της επιχείρηση, θυγατρική της επιχείρηση, θυγατρική της μητρικής της επιχείρησης ή επιχείρηση που συνδέεται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν έγκριση εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με την επιφύλαξη των κατάλληλων απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας,

β)

ο αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνεται στην ίδια εποπτική ενοποίηση με την επιχείρηση επενδύσεων σε καθολική βάση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού ή ο αντισυμβαλλόμενος και η επιχείρηση επενδύσεων εποπτεύονται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού,

γ)

ο αντισυμβαλλόμενος υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου των κινδύνων με την επιχείρηση επενδύσεων,

δ)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στο ίδιο κράτος μέλος με την επιχείρηση επενδύσεων,

ε)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου προς την επιχείρηση επενδύσεων.

4.   Κατά παρέκκλιση από το παρόν τμήμα, μια επιχείρηση επενδύσεων δύναται, με την επιφύλαξη της έγκρισης από την αρμόδια αρχή, να υπολογίσει την αξία ανοίγματος των συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για τις συναλλαγές που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως στ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζοντας μία από τις μεθόδους του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 3, 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υπολογίζει δε τις σχετικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων πολλαπλασιάζοντας την αξία του ανοίγματος επί τον παράγοντα κινδύνου που ορίζεται ανά είδος αντισυμβαλλομένου όπως καθορίζεται στον πίνακα 2 στο άρθρο 26 του παρόντος κανονισμού.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να υπολογίζουν τη σχετική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων πολλαπλασιάζοντας τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων, υπολογιζόμενα σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2 τμήμα 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, επί 8 %.

5.   Όταν εφαρμόζεται η παρέκκλιση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων εφαρμόζουν επίσης συντελεστή προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA) πολλαπλασιάζοντας την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων, υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, επί την CVA υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 32.

Αντί να εφαρμόσουν τον πολλαπλασιαστή συντελεστή CVA, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που περιλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 26

Υπολογισμός του παράγοντα K-TCD

Για τον υπολογισμό του παράγοντα Κ-TCD, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο:

Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων = α • EV • RF • CVA

όπου:

α = 1,2,

EV = η αξία ανοίγματος υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 27,

RF = ο παράγοντας κινδύνου ο οποίος καθορίζεται ανά είδος αντισυμβαλλομένου όπως ορίζεται στον πίνακα 2 και

CVA = η προσαρμογή της πιστωτικής αποτίμησης υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 32.

Πίνακας 2

Είδος αντισυμβαλλομένου

Παράγοντας κινδύνου

Κεντρικές κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και οντότητες του δημόσιου τομέα

1,6%

Πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων

1,6%

Άλλοι αντισυμβαλλόμενοι

8%

Άρθρο 27

Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

Ο υπολογισμός της αξίας ανοίγματος πραγματοποιείται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Αξία ανοίγματος = Max (0, RC + PFE - C)

όπου:

RC = κόστος αντικατάστασης όπως ορίζεται στο άρθρο 28,

PFE = ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα όπως ορίζεται στο άρθρο 29 και

C = εξασφάλιση όπως ορίζεται στο άρθρο 30.

Το κόστος αντικατάστασης (RC) και η εξασφάλιση (C) εφαρμόζονται σε όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25.

Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα (PFE) εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις παραγώγων.

Μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να υπολογίζει μία και μόνη αξία ανοίγματος σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου για όλες τις συναλλαγές που καλύπτονται από συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 31. Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, η επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζει κάθε συναλλαγή σαν να ήταν το δικό της συμψηφιστικό σύνολο.

Άρθρο 28

Κόστος αντικατάστασης (RC)

Το κόστος αντικατάστασης που αναφέρεται στο άρθρο 27 καθορίζεται ως εξής:

α)

για τις συμβάσεις παραγώγων, το RC καθορίζεται ως η CMV,

β)

για τις συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού, το RC καθορίζεται ως το ποσό του διακανονισμού μετρητών που πρέπει να καταβάλει ή να εισπράξει η επιχείρηση επενδύσεων κατά τον διακανονισμό· οι απαιτήσεις αντιμετωπίζονται ως θετικό ποσό και οι υποχρεώσεις ως αρνητικό ποσό,

γ)

για τις πράξεις επαναγοράς και τις πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων, το RC καθορίζεται ως το ποσό των μετρητών που δίνεται ή λαμβάνεται ως δάνειο· τα μετρητά που δίνονται ως δάνειο από την επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζονται ως θετικό ποσό και τα μετρητά που δανείζεται η επιχείρηση επενδύσεων αντιμετωπίζονται ως αρνητικό ποσό,

δ)

για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, όταν αμφότερα τα σκέλη της συναλλαγής είναι τίτλοι, το RC καθορίζεται από την CMV του τίτλου που δίνεται ως δάνειο από την επιχείρηση επενδύσεων· η CMV προσαυξάνεται με την αντίστοιχη προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4 του άρθρου 30,

ε)

για τις συναλλαγές δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης και τις πιστώσεις και τα δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), το RC καθορίζεται από τη λογιστική αξία του στοιχείου ενεργητικού σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο.

Άρθρο 29

Ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα

1.   Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα (PFE) που αναφέρεται στο άρθρο 27 υπολογίζεται για κάθε παράγωγο ως το γινόμενο:

α)

του πραγματικού ονομαστικού (ΕΝ) ποσού της συναλλαγής που καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου και

β)

του εποπτικού παράγοντα (SF) που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

2.   Το πραγματικό ονομαστικό (ΕΝ) ποσό είναι το γινόμενο του ονομαστικού ποσού υπολογιζόμενου σύμφωνα με την παράγραφο 3, επί τη διάρκεια υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 4 και επί τον εποπτικό συντελεστή δέλτα υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 6.

3.   Το ονομαστικό ποσό, εκτός εάν δηλώνεται ρητά και καθορίζεται μέχρι τη λήξη, προσδιορίζεται ως εξής:

α)

για συμβάσεις παραγώγων επί συναλλάγματος, το ονομαστικό ποσό ορίζεται ως το ονομαστικό ποσό του συναλλαγματικού σκέλους της σύμβασης, κατόπιν μετατροπής στο εγχώριο νόμισμα· εάν και τα δύο σκέλη ενός παραγώγου συναλλάγματος εκφράζονται σε νομίσματα άλλα από το εγχώριο νόμισμα, το ονομαστικό ποσό κάθε σκέλους μετατρέπεται στο εγχώριο νόμισμα και το σκέλος με τη μεγαλύτερη αξία στο εγχώριο νόμισμα είναι το ονομαστικό ποσό,

β)

για συμβάσεις παραγώγων επί μετοχών και επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής και παράγωγα αυτών, το ονομαστικό ποσό ορίζεται ως το γινόμενο της τιμής της αγοράς μίας μονάδας του μέσου και των εμπορευμάτων επί τον αριθμό των μονάδων που αναφέρονται στη συναλλαγή,

γ)

για συναλλαγές πολλαπλών αποδόσεων οι οποίες εξαρτώνται από την κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών δικαιωμάτων προαίρεσης ή των προθεσμιακών συμβάσεων με δυνατότητα πρόωρης λήξης λόγω επίτευξης προκαθορισμένης απόδοσης (target redemption forwards), μια επιχείρηση επενδύσεων υπολογίζει το ονομαστικό ποσό για κάθε κατάσταση και χρησιμοποιεί το υψηλότερο ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό,

δ)

όταν το ονομαστικό ποσό είναι ένας μαθηματικός τύπος αγοραίων αξιών, η επιχείρηση επενδύσεων εισάγει τις CMV για τον προσδιορισμό του ονομαστικού ποσού της συναλλαγής,

ε)

για συμφωνίες ανταλλαγής μεταβλητού ονομαστικού κεφαλαίου, όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής μειούμενου και αυξανόμενου κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν ως ονομαστικό ποσό της συναλλαγής το μέσο ονομαστικό ποσό κατά την εναπομένουσα διάρκεια της συμφωνίας ανταλλαγής,

στ)

οι μοχλευμένες συμφωνίες ανταλλαγής μετατρέπονται στο ονομαστικό ποσό της αντίστοιχης μη μοχλευμένης συμφωνίας ανταλλαγής, έτσι ώστε όταν όλα τα επιτόκια σε μια συμφωνία ανταλλαγής πολλαπλασιάζονται επί ένα συντελεστή, το δηλωμένο ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή επί των επιτοκίων για τον καθορισμό του ονομαστικού ποσού,

ζ)

για σύμβαση παραγώγου με πολλαπλές ανταλλαγές κεφαλαίου, το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των ανταλλαγών κεφαλαίου στη σύμβαση παραγώγου για τον καθορισμό του ονομαστικού ποσού.

4.   Το ονομαστικό ποσό των συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων και των συμβάσεων πιστωτικών παραγώγων για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των εν λόγω συμβάσεων προσαρμόζεται ανάλογα με τη διάρκεια που προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = (1 – exp (-0,05· χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη)) / 0,05

Για τις συμβάσεις παραγώγων, εκτός των συμβάσεων παραγώγων επί επιτοκίων και των συμβάσεων πιστωτικών παραγώγων, η διάρκεια είναι 1.

5.   Ως ημερομηνία λήξης της σύμβασης νοείται η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία είναι δυνατή η εκτέλεση της σύμβασης.

Εάν το παράγωγο αναφέρεται στην αξία ενός άλλου μέσου επιτοκίου ή πιστωτικού μέσου, το χρονικό διάστημα καθορίζεται με βάση το υποκείμενο μέσο.

Για τα δικαιώματα προαίρεσης, ως ημερομηνία λήξης νοείται η τελευταία συμβατική ημερομηνία άσκησης όπως προσδιορίζεται στη σύμβαση.

Για σύμβαση παραγώγου του οποίου η δομή είναι τέτοια ώστε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες να γίνεται διακανονισμός τυχόν εκκρεμών ανοιγμάτων και να επανακαθορίζονται οι όροι προκειμένου η εύλογη αξία της σύμβασης να είναι μηδέν, η εναπομένουσα ληκτότητα είναι ίση με τον χρόνο που απομένει έως την ημερομηνία του επόμενου επανακαθορισμού.

6.   Ο εποπτικός συντελεστής δέλτα δικαιωμάτων προαίρεσης και δικαιωμάτων προαίρεσης επί συμφωνιών ανταλλαγής μπορεί να υπολογίζεται από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων, με χρήση κατάλληλου υποδείγματος που υπόκειται στην έγκριση των αρμόδιων αρχών. Το υπόδειγμα εκτιμά τον ρυθμό μεταβολής της αξίας του δικαιώματος προαίρεσης σε σχέση με μικρές μεταβολές της αγοραίας τιμής του υποκείμενου μέσου. Για συναλλαγές εκτός των δικαιωμάτων προαίρεσης και δικαιωμάτων προαίρεσης επί συμφωνιών ανταλλαγής ή όταν δεν έχει εγκριθεί υπόδειγμα από τις αρμόδιες αρχές, ο συντελεστής δέλτα είναι 1.

7.   Ο εποπτικός παράγοντας (SF) για κάθε κατηγορία στοιχείων ενεργητικού καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Πίνακας 3

Κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού

Εποπτικός παράγοντας

Επιτόκιο

0,5 %

Συνάλλαγμα

4 %

Πίστωση

1 %

Μετοχικά προϊόντα μεμονωμένου πιστούχου

32 %

Δείκτης μετοχών

20 %

Βασικά εμπορεύματα και δικαιώματα εκπομπής

18 %

Άλλα

32 %

8.   Το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα ενός συμψηφιστικού συνόλου είναι το άθροισμα του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος όλων των συναλλαγών που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, πολλαπλασιαζόμενο επί:

α)

0,42, για συμψηφιστικά σύνολα συναλλαγών με χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους για τα οποία οι εξασφαλίσεις ανταλλάσσονται διμερώς με τον αντισυμβαλλόμενο, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

β)

1, για λοιπά συμψηφιστικά σύνολα.

Άρθρο 30

Εξασφαλίσεις

1.   Όλες οι εξασφαλίσεις για αμφότερες τις διμερείς και τις εκκαθαριζόμενες συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25 υπόκεινται σε προσαρμογές μεταβλητότητας σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Πίνακας 4

Κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού

Προσαρμογή μεταβλητότητας πράξεις επαναγοράς

Προσαρμογή μεταβλητότητας λοιπές πράξεις

Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες

≤ 1 έτος

0,707 %

1 %

> 1 έτος ≤ 5 έτη

2,121 %

3 %

> 5 έτη

4,243 %

6 %

Χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από άλλες οντότητες

≤ 1 έτος

1,414 %

2 %

> 1 έτος ≤ 5 έτη

4,243 %

6 %

> 5 έτη

8,485 %

12 %

Θέσεις τιτλοποίησης

≤ 1 έτος

2,828 %

4 %

> 1 έτος ≤ 5 έτη

8,485 %

12 %

> 5 έτη

16,970 %

24 %

Εισηγμένες μετοχές και μετατρέψιμα μέσα

14,143 %

20 %

Λοιποί τίτλοι και βασικά εμπορεύματα

17,678 %

25 %

Χρυσός

10,607 %

15 %

Μετρητά

0%

0%

Για τους σκοπούς του πίνακα 4, στις θέσεις τιτλοποίησης δεν περιλαμβάνονται θέσεις επανατιτλοποίησης.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αλλάζουν την προσαρμογή μεταβλητότητας για ορισμένα είδη βασικών εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα μεταβλητότητας των τιμών. Ενημερώνουν την ΕΑΤ για τις αποφάσεις αυτές, καθώς και για τους λόγους των αλλαγών.

2.   Η αξία της εξασφάλισης προσδιορίζεται ως εξής:

α)

για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 1 στοιχεία α), ε) και ζ), από το ποσό των εξασφαλίσεων που λαμβάνει η επιχείρηση επενδύσεων από τον αντισυμβαλλόμενό της μειωμένο σύμφωνα με τον πίνακα 4, και

β)

για τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ), δ) και στ), από το άθροισμα της CMV του σκέλους των τίτλων και του καθαρού ποσού των εξασφαλίσεων που παρέχονται ή λαμβάνονται από την επιχείρηση επενδύσεων.

Για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, όταν αμφότερα τα σκέλη της συναλλαγής είναι τίτλοι, η εξασφάλιση προσδιορίζεται από την CMV του τίτλου που λαμβάνει ως δάνειο η επιχείρηση επενδύσεων.

Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων αγοράζει ή έχει δανείσει τον τίτλο, η CMV του τίτλου αντιμετωπίζεται ως αρνητικό ποσό και μειώνεται σε ένα μεγαλύτερο αρνητικό ποσό, χρησιμοποιώντας την προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4. Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων πωλεί ή έχει δανειστεί τον τίτλο, η CMV του τίτλου αντιμετωπίζεται ως θετικό ποσό και μειώνεται χρησιμοποιώντας την προσαρμογή μεταβλητότητας του πίνακα 4.

Όταν διαφορετικά είδη συναλλαγών καλύπτονται από συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, με την επιφύλαξη των όρων του άρθρου 31, οι εφαρμοστέες προσαρμογές μεταβλητότητας για «λοιπές πράξεις» του πίνακα 4 εφαρμόζονται στα αντίστοιχα ποσά που υπολογίζονται βάσει του πρώτου εδαφίου στοιχεία α) και β) με βάση τον εκδότη εντός κάθε κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού.

3.   Σε περίπτωση νομισματικής αναντιστοιχίας μεταξύ της συναλλαγής και της ληφθείσας ή χορηγηθείσας εξασφάλισης, εφαρμόζεται πρόσθετη προσαρμογή μεταβλητότητας λόγω νομισματικής αναντιστοιχίας της τάξης του 8 %.

Άρθρο 31

Συμψηφισμός

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί, πρώτον, να αντιμετωπίζει τις πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε συμφωνία συμψηφισμού ως μία σύμβαση με ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τις καθαρές εισροές, δεύτερον, να συμψηφίζει άλλες συναλλαγές υπό την προϋπόθεση ανανέωσης οφειλής βάσει της οποίας όλες οι υποχρεώσεις μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και του αντισυμβαλλομένου της συγχωνεύονται αυτομάτως κατά τρόπο ώστε η ανανέωση να υποκαθιστά νομικά ένα ενιαίο καθαρό ποσό για τις προηγούμενες ακαθάριστες υποχρεώσεις και, τρίτον, να συμψηφίζει άλλες συναλλαγές στο πλαίσιο των οποίων η επιχείρηση επενδύσεων διασφαλίζει ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η σύναψη σύμβασης συμψηφισμού με τον αντισυμβαλλόμενο ή άλλης συμφωνίας η οποία γεννά ενιαία νομική υποχρέωση περιέχει το σύνολο των καλυπτόμενων συναλλαγών, ούτως ώστε η επιχείρηση επενδύσεων να έχει δικαίωμα να λάβει ή υποχρέωση να καταβάλει μόνο το καθαρό αλγεβρικό άθροισμα των θετικών και αρνητικών αγοραίων αξιών στις οποίες αποτιμώνται οι καλυπτόμενες επιμέρους συναλλαγές σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

i)

αθέτηση,

ii)

πτώχευση,

iii)

εκκαθάριση ή

iv)

παρόμοιες περιστάσεις,

β)

η σύμβαση συμψηφισμού δεν περιέχει ρήτρα σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση αθέτησης από έναν αντισυμβαλλόμενο επιτρέπεται στον συμβαλλόμενο που εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του να προβαίνει σε περιορισμένες μόνο καταβολές ή σε καμία καταβολή προς την περιουσία του περιελθόντος σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του αντισυμβαλλομένου, ακόμα και αν ο τελευταίος είναι καθαρός πιστωτής,

γ)

η επιχείρηση επενδύσεων έχει εξασφαλίσει ανεξάρτητη, γραπτή και αιτιολογημένη νομική γνωμοδότηση από την οποία προκύπτει ότι, σε περίπτωση νομικής αμφισβήτησης της σύμβασης συμψηφισμού, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων θα είναι ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο στοιχείο α) υπό το ακόλουθο νομικό καθεστώς:

i)

το δίκαιο του κράτους στο οποίο έχει συσταθεί ο αντισυμβαλλόμενος,

ii)

στην περίπτωση που συμμετέχει αλλοδαπό υποκατάστημα αντισυμβαλλομένου, το δίκαιο του κράτους στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα,

iii)

το δίκαιο του κράτους που διέπει τις επιμέρους συναλλαγές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση συμψηφισμού ή

iv)

το δίκαιο που διέπει συμβάσεις ή συμφωνίες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του συμψηφισμού.

Άρθρο 32

Προσαρμογή πιστωτικής αποτίμησης

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ως CVA νοείται η προσαρμογή της αποτίμησης ενός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με έναν αντισυμβαλλόμενο στη μέση αγοραία αξία του η οποία αντικατοπτρίζει την CMV του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου για την επιχείρηση επενδύσεων, αλλά δεν αντικατοπτρίζει την CMV του πιστωτικού κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων για τον αντισυμβαλλόμενο.

Η CVA είναι 1,5 για όλες τις συναλλαγές εκτός από τις ακόλουθες συναλλαγές, για τις οποίες η CVA είναι 1:

α)

συναλλαγές με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, εφόσον οι εν λόγω συναλλαγές δεν υπερβαίνουν το κατώφλι εκκαθάρισης που καθορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω κανονισμού,

β)

εντός ομίλου συναλλαγές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

γ)

συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού,

δ)

ΣΧΤ, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης, εκτός εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι τα ανοίγματα σε κίνδυνο CVA της επιχείρησης επενδύσεων που προκύπτουν από τις συναλλαγές αυτές είναι σημαντικά, και

ε)

πιστώσεις και δάνεια που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο ζ).

Τμήμα 2

Ημερήσια ροή συναλλαγών

Άρθρο 33

Μέτρηση της ημερήσιας ροής συναλλαγών (DTF) για τον υπολογισμό του παράγοντα K-DTF

1.   Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-DTF, η DTF ισούται με τον κυλιόμενο μέσο όρο της αξίας της συνολικής ημερήσιας ροής συναλλαγών, μετρούμενης καθ’ όλη τη διάρκεια κάθε εργάσιμης ημέρας κατά τους εννέα προηγούμενους μήνες, εξαιρουμένων των τριών πιο πρόσφατων μηνών.

Η DTF ισούται με τον αριθμητικό μέσο των ημερήσιων αξιών από τους υπόλοιπους έξι μήνες.

Ο παράγοντας K-DTF υπολογίζεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.

2.   Η DTF μετράται ως το άθροισμα της απόλυτης τιμής των αγορών και της απόλυτης τιμής των πωλήσεων τόσο για συναλλαγές σε μετρητά όσο και για παράγωγα σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)

για συναλλαγές σε μετρητά, η αξία είναι το ποσό που καταβλήθηκε ή εισπράχθηκε σε κάθε συναλλαγή,

β)

για παράγωγα, η αξία της συναλλαγής είναι το ονομαστικό ποσό της σύμβασης.

Το ονομαστικό ποσό των παραγώγων επί επιτοκίων προσαρμόζεται για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) των εν λόγω συμβάσεων. Το ονομαστικό ποσό πολλαπλασιάζεται επί τη διάρκεια που καθορίζεται στον ακόλουθο τύπο:

Διάρκεια = το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη (σε έτη) / 10

3.   Στην DTF δεν περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από μια επιχείρηση επενδύσεων με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου για λογαριασμό επενδυτικών κεφαλαίων.

Στην DTF περιλαμβάνονται συναλλαγές που εκτελούνται από μια επιχείρηση επενδύσεων στο δικό της όνομα είτε για την ίδια είτε για λογαριασμό πελάτη.

4.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων έχει ημερήσια ροή συναλλαγών για λιγότερο από εννέα μήνες, χρησιμοποιεί τα ιστορικά δεδομένα για την DTF για τη χρονική περίοδο της παραγράφου 1, αμέσως μόλις καταστούν διαθέσιμα, για τον υπολογισμό του παράγοντα K-DTF. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αντικαθιστά τα ελλείποντα σημεία ιστορικών δεδομένων με κανονιστικές διαπιστώσεις που βασίζονται στις επιχειρηματικές προβλέψεις της επιχείρησης επενδύσεων, οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί στόχοι

Άρθρο 34

Προληπτική μεταχείριση στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους

1.   Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, η ΕΑΤ αξιολογεί, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα και τα πορίσματα της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για τη βιώσιμη χρηματοδότηση, που έχει συσταθεί από την Επιτροπή, κατά πόσον θα ήταν δικαιολογημένη, από την άποψη της προληπτικής εποπτείας, μια ειδική προληπτική μεταχείριση των στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους, υπό τη μορφή προσαρμοσμένων παραγόντων Κ ή προσαρμοσμένων συντελεστών Κ. Ειδικότερα, η ΕΑΤ εκτιμά τα ακόλουθα:

α)

μεθοδολογικές επιλογές για την αξιολόγηση των ανοιγμάτων των κατηγοριών στοιχείων ενεργητικού σε δραστηριότητες που συνδέονται ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους,

β)

ειδικά προφίλ κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους,

γ)

κινδύνους που σχετίζονται με την απομείωση στοιχείων ενεργητικού λόγω ρυθμιστικών αλλαγών, όπως ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής,

δ)

την επίδραση που ενδέχεται να έχει στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η ειδική προληπτική μεταχείριση των στοιχείων ενεργητικού που εκτίθενται σε δραστηριότητες συνδεόμενες ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους.

2.   Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση με τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2021.

3.   Βάσει της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή υποβάλλει, εάν κρίνεται σκόπιμο, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Άρθρο 35

Υποχρέωση παρακολούθησης

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρακολουθούν και ελέγχουν τον κίνδυνο συγκέντρωσής τους σύμφωνα με το παρόν μέρος με τη χρήση ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών και αξιόπιστων μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, οι όροι «πιστωτικό ίδρυμα» και «επιχείρηση επενδύσεων» περιλαμβάνουν ιδιωτικές ή δημόσιες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων των εν λόγω επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα αποτελούσαν πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα η οποία εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και κανονιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται στην Ένωση.

Άρθρο 36

Υπολογισμός της αξίας ανοίγματος

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 υπολογίζουν την αξία ανοίγματος έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών για τους σκοπούς του παρόντος μέρους αθροίζοντας τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη θετική αξία κατά την οποία οι θετικές θέσεις της επιχείρησης επενδύσεων υπερβαίνουν τις αρνητικές θέσεις της σε όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη, η καθαρή θέση για κάθε μέσο που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 στοιχεία α), β) και γ),

β)

την αξία ανοίγματος των συμβάσεων και των συναλλαγών που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 με τον εν λόγω πελάτη, υπολογιζόμενη με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 27.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία, για τους σκοπούς της απαίτησης του παράγοντα Κ RtM, υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο άρθρο 23, υπολογίζει την καθαρή θέση για τους σκοπούς του κινδύνου συγκέντρωσης των εν λόγω θέσεων σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 στοιχείο α).

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία, για τους σκοπούς του K-TCD, υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων εφαρμόζοντας τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού υπολογίζει την αξία ανοίγματος των συμβάσεων και των συναλλαγών που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζοντας τις μεθόδους που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 3, 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Η αξία ανοίγματος σχετικά με ομάδα συνδεδεμένων πελατών υπολογίζεται αθροίζοντας τα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι των μεμονωμένων πελατών εντός της ομάδας, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενιαίο άνοιγμα.

3.   Κατά τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών, μια επιχείρηση επενδύσεων λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για τον προσδιορισμό των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού στις σχετικές συναλλαγές και του αντισυμβαλλομένου των υποκείμενων ανοιγμάτων.

Άρθρο 37

Όρια σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης και υπέρβαση της αξίας ανοίγματος

1.   Για μια επιχείρηση επενδύσεων, το όριο σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης μιας αξίας ανοίγματος έναντι μεμονωμένου πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών είναι το 25 % των ιδίων κεφαλαίων της.

Εφόσον ο εν λόγω μεμονωμένος πελάτης είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή εφόσον η ομάδα συνδεδεμένων πελατών περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, το όριο σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης είναι το 25 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων ή το ποσό των 150 εκατομμυρίων EUR, όποιο από τα δύο αυτά ποσά είναι μεγαλύτερο, υπό τον όρο ότι, για το άθροισμα των αξιών ανοιγμάτων έναντι όλων των συνδεδεμένων πελατών που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, το όριο σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης παραμένει στο 25 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων.

Εάν το ποσό των 150 εκατομμυρίων EUR είναι υψηλότερο από το 25 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων, το όριο σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης δεν υπερβαίνει το 100 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων.

2.   Σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η επιχείρηση επενδύσεων πληροί την υποχρέωση γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 38 και πληροί την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την υπέρβαση της αξίας ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 39.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπολογίζουν την υπέρβαση της αξίας ανοίγματος σχετικά με μεμονωμένο πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

υπέρβαση αξίας ανοίγματος = EV– L

όπου:

EV = αξία ανοίγματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με την μέθοδο που ορίζεται στο άρθρο 36 και

L = όριο σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Η αξία ανοίγματος σχετικά με μεμονωμένο πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών δεν υπερβαίνει:

α)

το 500 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων, σε περίπτωση παρέλευσης 10 το πολύ ημερών από την πραγματοποίηση της υπέρβασης,

β)

συνολικά, το 600 % των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων, για κάθε υπέρβαση που διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες.

Άρθρο 38

Υποχρέωση γνωστοποίησης

1.   Σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 37, μια επιχείρηση επενδύσεων γνωστοποιεί αμελλητί στις αρμόδιες αρχές το ποσό της υπέρβασης, το όνομα του εκάστοτε μεμονωμένου πελάτη και, κατά περίπτωση, το όνομα της εκάστοτε ομάδας συνδεδεμένων πελατών.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν στην επιχείρηση επενδύσεων περιορισμένο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωσή της με το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 37.

Άρθρο 39

Υπολογισμός του παράγοντα K-CON

1.   Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του παράγοντα Κ-CON ισούται με το συνολικό ποσό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζεται για κάθε πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών ως η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της κατάλληλης σειράς της στήλης 1 του πίνακα 6 η οποία αντιστοιχεί σε μέρος της συνολικής μεμονωμένης υπέρβασης, πολλαπλασιαζόμενης επί:

α)

200 %, εάν η υπέρβαση δεν έχει διαρκέσει περισσότερο από 10 ημέρες,

β)

τον αντίστοιχο συντελεστή της στήλης 2 του πίνακα 6, μετά την παρέλευση της περιόδου των 10 ημερών, η οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία πραγματοποίησης της υπέρβασης, καταλογίζοντας κάθε ποσοστό της υπέρβασης στην κατάλληλη σειρά της στήλης 1 του πίνακα 6.

2.   Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την υπέρβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Image 4

όπου:

OFRE = απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για την υπέρβαση,

OFR = απαίτηση ιδίων κεφαλαίων των ανοιγμάτων έναντι μεμονωμένου πελάτη ή ομάδων συνδεδεμένων πελατών, που υπολογίζεται αθροίζοντας τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των ανοιγμάτων έναντι των μεμονωμένων πελατών εντός της ομάδας, τα οποία αντιμετωπίζονται ως ενιαίο άνοιγμα,

EV = αξία ανοίγματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μέθοδο που προσδιορίζεται στο άρθρο 36,

EVE = υπέρβαση της αξίας ανοίγματος υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μέθοδο που προσδιορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2.

Για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CON, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των ανοιγμάτων που προκύπτουν από τη θετική αξία κατά την οποία οι θετικές θέσεις μιας επιχείρησης επενδύσεων υπερβαίνουν τις αρνητικές θέσεις της σε όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που εκδίδονται από τον εν λόγω πελάτη, όπου η καθαρή θέση κάθε μέσου υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 στοιχεία α), β) και γ), περιλαμβάνουν μόνο απαιτήσεις ειδικού κινδύνου.

Μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία, για τους σκοπούς της απαίτησης του παράγοντα Κ RtM, υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο άρθρο 23 υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του ανοίγματος για τους σκοπούς του κινδύνου συγκέντρωσης των εν λόγω θέσεων σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 στοιχείο α).

Πίνακας 6

Στήλη 1:

Υπέρβαση της αξίας ανοίγματος ως ποσοστό ιδίων κεφαλαίων

Στήλη 2:

Συντελεστές

Τμήμα έως 40 %

200 %

Από 40 % έως 60 %

300 %

Από 60 % έως 80 %

400 %

Από 80 % έως 100 %

500 %

Από 100 % έως 250 %

600 %

Τμήμα άνω του 250 %

900 %

Άρθρο 40

Διαδικασίες που αποτρέπουν την αποφυγή της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων του παράγοντα K-CON από τις επιχειρήσεις επενδύσεων

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν μεταφέρουν προσωρινά τα ανοίγματα που υπερβαίνουν το όριο του άρθρου 37 παράγραφος 1 σε άλλη εταιρεία, είτε ανήκουσα στον ίδιο όμιλο είτε όχι, ούτε πραγματοποιούν εικονικές συναλλαγές ώστε να καλύψουν τα εν λόγω ανοίγματα κατά την περίοδο των 10 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 39 και να δημιουργήσουν νέα ανοίγματα.

2.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διατηρούν συστήματα με τα οποία διασφαλίζεται η άμεση ενημέρωση των αρμόδιων αρχών για οποιαδήποτε μεταφορά όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 41

Εξαιρέσεις

1.   Τα παρακάτω ανοίγματα εξαιρούνται από τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 37:

α)

ανοίγματα που αφαιρούνται εξ ολοκλήρου από τα ίδια κεφάλαια μιας επιχείρησης επενδύσεων,

β)

ανοίγματα που έχουν προκύψει κατά τη συνήθη διαδικασία διακανονισμού υπηρεσιών πληρωμών, συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, συναλλαγών σε τίτλους και παροχής υπηρεσιών μεταβίβασης χρημάτων,

γ)

ανοίγματα που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι:

i)

κεντρικών κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών, οντοτήτων του δημόσιου τομέα, διεθνών οργανισμών ή πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και ανοίγματα έναντι ή καλυπτόμενα από την εγγύηση αυτών των οντοτήτων, εφόσον τα εν λόγω ανοίγματα λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με τα άρθρα 114 έως 118 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ii)

των περιφερειακών κυβερνήσεων και των τοπικών αρχών των κρατών που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου,

iii)

κεντρικών αντισυμβαλλομένων και εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν, εν όλω ή εν μέρει, από την εφαρμογή του άρθρου 37, τα ακόλουθα ανοίγματα:

α)

καλυμμένα ομόλογα,

β)

ανοίγματα που αναλαμβάνει η επιχείρηση επενδύσεων έναντι της μητρικής της επιχείρησης, των άλλων θυγατρικών της μητρικής επιχείρησης ή των δικών της θυγατρικών, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές εποπτεύονται σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εποπτεύονται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού, ή εποπτεύονται σύμφωνα με ισοδύναμα πρότυπα που ισχύουν σε τρίτη χώρα και εφόσον ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση και

ii)

οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων περιλαμβάνουν την οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Άρθρο 42

Εξαίρεση για διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής

1.   Οι διατάξεις του παρόντος μέρους δεν εφαρμόζονται σε διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο άλλος αντισυμβαλλόμενος είναι μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος,

β)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε διαδικασίες ενδεδειγμένης κεντρικής αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου,

γ)

η συναλλαγή μπορεί να θεωρηθεί ότι μειώνει τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου ή του εν λόγω ομίλου.

2.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενημερώνουν την αρμόδια αρχή προτού κάνουν χρήση της απαλλαγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ

Άρθρο 43

Απαίτηση ρευστότητας

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων διατηρούν ρευστά στοιχεία ενεργητικού το ποσό των οποίων αντιστοιχεί τουλάχιστον στο ένα τρίτο των απαιτήσεων παγίων εξόδων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 από την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και ενημερώνουν δεόντως την ΕΑΤ.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού νοούνται οποιαδήποτε από τα ακόλουθα, χωρίς περιορισμούς ως προς τη σύνθεσή τους:

α)

τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στα άρθρα 10 έως 13 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61, υπό τους ίδιους όρους σχετικά με τα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα ίδια εφαρμοστέα ποσοστά περικοπής με εκείνα που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα,

β)

τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 15 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61, μέχρι το απόλυτο ποσό των 50 εκατομμυρίων EUR ή το αντίστοιχο ποσό σε εγχώριο νόμισμα, υπό τους ίδιους όρους σχετικά με τα κριτήρια επιλεξιμότητας, με εξαίρεση το κατώτατο όριο των 500 εκατομμυρίων EUR που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού και τα ίδια εφαρμοστέα ποσοστά περικοπής με εκείνα που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο,

γ)

χρηματοοικονομικά μέσα που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) και β) του παρόντος εδαφίου και αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης για τα οποία υπάρχει ρευστή αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 17) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στα άρθρα 1 έως 5 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/567 της Επιτροπής (26), με την επιφύλαξη περικοπής 55 %,

δ)

οι μη βεβαρημένες βραχυπρόθεσμες καταθέσεις σε πιστωτικό ίδρυμα.

2.   Μετρητά, βραχυπρόθεσμες καταθέσεις και χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, ακόμη και αν τηρούνται στο όνομα της επιχείρησης επενδύσεων, δεν λογίζονται ως ρευστά στοιχεία ενεργητικού για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού αλλά δεν ασκούν καμία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν στα ρευστά στοιχεία ενεργητικού της απαιτήσεις από εμπορικούς οφειλέτες, καθώς και αμοιβές ή προμήθειες που είναι εισπρακτέες εντός 30 ημερών, εφόσον τα εισπρακτέα αυτά ποσά συμμορφώνονται με τους ακόλουθους όρους:

α)

αντιστοιχούν το πολύ στο ένα τρίτο κατ’ ανώτατο όριο των ελάχιστων απαιτήσεων ρευστότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου,

β)

δεν συνυπολογίζονται σε τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις ρευστότητας που επιβάλλονται από την αρμόδια αρχή για ειδικούς ανά επιχείρηση κινδύνους σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034,

γ)

υπόκεινται σε περικοπή της τάξης του 50 %.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο, η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν περαιτέρω τα κριτήρια τα οποία οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λαμβάνουν υπόψη όταν απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 από την απαίτηση ρευστότητας.

Άρθρο 44

Προσωρινή μείωση της απαίτησης ρευστότητας

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν, σε εξαιρετικές περιστάσεις και μετά από έγκριση της αρμόδιας αρχής, να μειώσουν το ποσό των τηρούμενων ρευστών στοιχείων ενεργητικού.

2.   Η συμμόρφωση με την απαίτηση ρευστότητας που προβλέπεται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 αποκαθίσταται εντός 30 ημερών από την αρχική μείωση.

Άρθρο 45

Εγγυήσεις προς τους πελάτες

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων αυξάνουν τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού τους κατά 1,6 % του συνολικού ποσού των εγγυήσεων που παρέχονται σε πελάτες.

ΕΚΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 46

Πεδίο εφαρμογής

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στο παρόν μέρος την ίδια ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του.

2.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 και εκδίδουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που ορίζονται στα άρθρα 47, 49 και 50 την ίδια ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις τους.

3.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, δημοσιοποιεί τις πληροφορίες που ορίζονται στο παρόν μέρος από το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο παύει να πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις.

4.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να προσδιορίζουν το κατάλληλο μέσο και τον τόπο για την αποτελεσματική συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2. Στο μέτρο του δυνατού, όλες οι δημοσιοποιήσεις πραγματοποιούνται με τα ίδια μέσα ή στον ίδιο τόπο. Εάν η ίδια ή παρόμοια πληροφορία δημοσιοποιείται σε δύο ή περισσότερα μέσα, σε καθένα από τα μέσα αυτά περιλαμβάνεται αναφορά στην αντίστοιχη πληροφορία που δημοσιοποιείται στο άλλο μέσο.

Άρθρο 47

Στόχοι και πολιτικές διαχείρισης κινδύνων

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δημοσιοποιούν τους στόχους και τις πολιτικές τους για τη διαχείριση κινδύνων για κάθε χωριστή κατηγορία κινδύνου που αναφέρεται στο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος σύμφωνα με το άρθρο 46, συμπεριλαμβανομένης περίληψης των στρατηγικών και διαδικασιών διαχείρισης των κινδύνων αυτών και συνοπτικής δήλωσης κινδύνου εγκεκριμένης από το διοικητικό όργανο της επιχείρησης επενδύσεων, στην οποία περιγράφεται με συντομία το συνολικό προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων που σχετίζεται με την επιχειρηματική στρατηγική.

Άρθρο 48

Διακυβέρνηση

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις εσωτερικής διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)

τον αριθμό των θέσεων στο ΔΣ που κατέχουν τα μέλη του διοικητικού οργάνου,

β)

την πολιτική πολυμορφίας όσον αφορά την επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου, τους γενικούς και τους ειδικούς στόχους της εν λόγω πολιτικής τους και τον βαθμό στον οποίο έχουν επιτευχθεί οι εν λόγω γενικοί και ειδικοί στόχοι,

γ)

εάν η επιχείρηση επενδύσεων έχει συστήσει χωριστή επιτροπή κινδύνου και πόσες φορές έχει συγκληθεί σε ετήσια βάση η εν λόγω επιτροπή.

Άρθρο 49

Ίδια κεφάλαια

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαιά τους, σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)

την πλήρη συμφωνία των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 1, των στοιχείων της κατηγορίας 2 και των προσαρμογών και αφαιρέσεων που εφαρμόζονται στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης επενδύσεων και στα στοιχεία του ισολογισμού στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης επενδύσεων,

β)

περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών των μέσων που συνυπολογίζονται στις κοινές μετοχές της κατηγορίας 1 και στα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και στα μέσα της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από την επιχείρηση επενδύσεων,

γ)

περιγραφή όλων των περιορισμών που εφαρμόζονται στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και των μέσων και των αφαιρέσεων στα οποία εφαρμόζονται οι εν λόγω περιορισμοί.

2.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει υποδείγματα δημοσιοποίησης δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και γ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 50

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις του άρθρου 11 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 24 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος κανονισμού:

α)

περίληψη της μεθόδου που εφαρμόζει η επιχείρηση επενδύσεων για την εκτίμηση της επάρκειας του εσωτερικού της κεφαλαίου για τη στήριξη των τρεχουσών και των μελλοντικών δραστηριοτήτων της,

β)

κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, το αποτέλεσμα της διαδικασίας της επιχείρησης επενδύσεων για την εκτίμηση της επάρκειας του εσωτερικού της κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων βάσει της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου όπως αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034,

γ)

τις απαιτήσεις του παράγοντα Κ που υπολογίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού, σε συγκεντρωτική μορφή για RtM, RtF, και RtC, με βάση το άθροισμα των εφαρμοστέων παραγόντων Κ, και

δ)

την απαίτηση πάγιων εξόδων που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 51

Πολιτική και πρακτικές αποδοχών

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με την οικεία πολιτική και πρακτικές αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών που σχετίζονται με την ουδετερότητα ως προς το φύλο και τη μισθολογική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων, για τις κατηγορίες εκείνες των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη επίπτωση στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 46:

α)

τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά σχεδιασμού του συστήματος αποδοχών, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου των μεταβλητών αποδοχών και των κριτηρίων χορήγησης μεταβλητών αποδοχών, της πολιτικής πληρωμής σε χρηματοπιστωτικά μέσα, της πολιτικής περί αναβολής και των κριτηρίων κατοχύρωσης των αποδοχών,

β)

τις αναλογίες μεταξύ σταθερών και μεταβλητών αποδοχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034,

γ)

συνολικές ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με τις αποδοχές, με ανάλυση ανά ανώτερα διοικητικά στελέχη και ανά μέλη του προσωπικού των οποίων οι ενέργειες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

i)

τα ποσά αποδοχών που καταβάλλονται εντός του οικονομικού έτους, με διάκριση σε σταθερές αποδοχές, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των σταθερών συνιστωσών, και μεταβλητές αποδοχές, καθώς και τον αριθμό των δικαιούχων,

ii)

τα ποσά και οι μορφές των καταβαλλόμενων μεταβλητών αποδοχών, με διάκριση σε μετρητά, μετοχές, χρηματοπιστωτικά μέσα συνδεδεμένα με μετοχές και άλλες κατηγορίες, χωριστά για το προκαταβαλλόμενο και το αναβαλλόμενο μέρος,

iii)

τα ποσά των αναβαλλόμενων αποδοχών που αποδίδονται για προηγούμενες περιόδους επιδόσεων, με διάκριση στο ποσό που κατοχυρώνεται εντός του οικονομικού έτους και στο ποσό που κατοχυρώνεται σε επόμενα έτη,

iv)

το ποσό των αναβαλλόμενων αποδοχών που κατοχυρώνεται εντός του οικονομικού έτους και καταβάλλεται κατά το οικονομικό έτος και το οποίο μειώνεται μέσω αναπροσαρμογών με βάση την επίδοση,

v)

τις εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές που αποδόθηκαν κατά το οικονομικό έτος και τον αριθμό των δικαιούχων,

vi)

τα ποσά των αποζημιώσεων λόγω αποχώρησης που αποδόθηκαν σε προηγούμενες περιόδους και τα οποία καταβλήθηκαν εντός του οικονομικού έτους,

vii)

τα ποσά των αποζημιώσεων λόγω αποχώρησης που αποδόθηκαν κατά το οικονομικό έτος, με διάκριση σε προκαταβληθέντα και αναβληθέντα, τον αριθμό των δικαιούχων των πληρωμών αυτών και το υψηλότερο ποσό που καταβλήθηκε σε ένα μεμονωμένο πρόσωπο,

δ)

πληροφορίες σχετικά με το εάν η επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), οι επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από τέτοια παρέκκλιση αναφέρουν εάν η παρέκκλιση έχει χορηγηθεί με βάση το στοιχείο α) ή το στοιχείο β) του άρθρου 32 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 ή με βάση και τα δύο στοιχεία. Αναφέρουν επίσης για ποια από τις αρχές αποδοχών εφαρμόζουν την παρέκκλιση ή τις παρεκκλίσεις, τον αριθμό των μελών του προσωπικού που επωφελούνται από την παρέκκλιση ή τις παρεκκλίσεις και τις συνολικές αποδοχές τους, με διάκριση σε σταθερές και μεταβλητές αποδοχές.

Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου (27).

Άρθρο 52

Πολιτική επενδύσεων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 δημοσιοποιούν σύμφωνα με το άρθρο 46 του παρόντος κανονισμού τα ακόλουθα:

α)

το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές που κατέχει άμεσα ή έμμεσα η επιχείρηση επενδύσεων, κατανεμημένο ανά κράτος μέλος και ανά τομέα,

β)

πλήρη περιγραφή της συμπεριφοράς ως προς την ψηφοφορία στις γενικές συνελεύσεις εταιρειών, των οποίων οι μετοχές κατέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, την αιτιολόγηση ψήφου και την αναλογία προτάσεων που υποβάλλονται από το διοικητικό ή το διαχειριστικό όργανο της εταιρείας τις οποίες έχει εγκρίνει η επιχείρηση επενδύσεων και

γ)

την αιτιολόγηση της προσφυγής σε πληρεξούσιους συμβούλους,

δ)

τις οδηγίες ψηφοφορίας όσον αφορά τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές κατέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η απαίτηση δημοσιοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) δεν ισχύει εάν οι συμβατικές ρυθμίσεις όλων των μετόχων που εκπροσωπούνται από την επιχείρηση επενδύσεων στη γενική συνέλευση των μετόχων δεν εξουσιοδοτούν την επιχείρηση επενδύσεων να ψηφίσει για λογαριασμό τους, εκτός εάν οι μέτοχοι δώσουν ρητές εντολές ψήφου αφότου λάβουν την ημερήσια διάταξη της συνέλευσης.

2.   Η επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συμμορφώνεται με την εν λόγω παράγραφο μόνο όσον αφορά κάθε εταιρεία της οποίας οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και μόνο όσον αφορά τις μετοχές με τις οποίες συνδέονται δικαιώματα ψήφου, όταν το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει άμεσα ή έμμεσα η επιχείρηση επενδύσεων υπερβαίνει το κατώτατο όριο του 5 % όλων των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές που εκδίδονται από την εταιρεία. Τα δικαιώματα ψήφου υπολογίζονται με βάση το σύνολο των μετοχών με τις οποίες συνδέονται δικαιώματα ψήφου, έστω και αν η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων ψήφου έχει ανασταλεί.

3.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει υποδείγματα δημοσιοποίησης δυνάμει της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 53

Περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και σχετικοί με τη διακυβέρνηση κίνδυνοι

Μετά από τις 26 Δεκεμβρίου 2022, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης, όπως ορίζονται στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 35 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο γνωστοποιούνται μια φορά το πρώτο έτος της γνωστοποίησης και ανά διετία στη συνέχεια.

ΕΒΔΟΜΟ ΜΕΡΟΣ

ΥΠΟΒΟΛΗ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 54

Απαιτήσεις υποβολής αναφορών

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υποβάλλουν τριμηνιαία αναφορά στις αρμόδιες αρχές στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

ύψος και σύνθεση ιδίων κεφαλαίων,

β)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,

γ)

υπολογισμοί απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

δ)

επίπεδο δραστηριότητας σχετικά με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένου του ισολογισμού και ανάλυσης των εσόδων ανά επενδυτική υπηρεσία και εφαρμοστέο παράγοντα Κ,

ε)

κίνδυνος συγκέντρωσης,

στ)

απαιτήσεις ρευστότητας.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 υποβάλλουν τέτοιες αναφορές σε ετήσια βάση.

2.   Οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) περιλαμβάνουν τα ακόλουθα επίπεδα κινδύνου και αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον σε ετήσια βάση:

α)

το επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης που συνδέεται με την αθέτηση αντισυμβαλλομένων και με θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τόσο σε επίπεδο μεμονωμένου αντισυμβαλλομένου όσο και σε συγκεντρωτική βάση,

β)

το επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις επενδύσεων και άλλες οντότητες όπου κρατούνται χρήματα πελατών,

γ)

το επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις επενδύσεων και άλλες οντότητες όπου είναι κατατεθειμένοι τίτλοι πελατών,

δ)

το επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα όπου είναι κατατεθειμένα τα μετρητά της επιχείρησης επενδύσεων,

ε)

το επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης από κέρδη,

στ)

το επίπεδο κινδύνου συγκέντρωσης όπως περιγράφεται στα στοιχεία α) έως ε), το οποίο υπολογίζεται με συνεκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των εκτός ισολογισμού στοιχείων που δεν έχουν καταχωριστεί στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, επιπλέον των ανοιγμάτων που προκύπτουν από θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι όροι «πιστωτικό ίδρυμα» και «επιχείρηση επενδύσεων» περιλαμβάνουν ιδιωτικές ή δημόσιες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων των εν λόγω επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, εάν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα αποτελούσαν πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα η οποία εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και κανονιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται στην Ένωση.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 δεν απαιτείται να υποβάλλει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και, εφόσον έχει χορηγηθεί εξαίρεση βάσει του άρθρου 43 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, στο στοιχείο στ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Για τους σκοπούς των απαιτήσεων υποβολής αναφορών που ορίζονται στο παρόν άρθρο, η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει:

α)

τους μορφότυπους,

β)

τις ημερομηνίες αναφοράς και τους ορισμούς και συναφείς οδηγίες που περιγράφουν τον τρόπο χρήσης των εν λόγω μορφότυπων.

Τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι συνοπτικά, αναλογικά προς τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στον βαθμό λεπτομέρειας των πληροφοριών που υποβάλλονται από μια επιχείρηση επενδύσεων που πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

Η ΕΑΤ εκπονεί τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 55

Απαιτήσεις υποβολής αναφορών για ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τους σκοπούς των ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.   Επιχειρήσεις επενδύσεων που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ επαληθεύουν την αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους σε μηνιαία βάση και υποβάλλουν ανά τρίμηνο τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή, εάν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων είναι ίση με 5 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των 12 προηγούμενων μηνών. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ.

2.   Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όλες οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων στον όμιλο επαληθεύουν την αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους σε μηνιαία βάση, εάν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού του ομίλου είναι ίση με 5 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος των 12 προηγούμενων μηνών. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αλληλοενημερώνονται σε μηνιαία βάση για το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού τους και υποβάλλουν αναφορά σχετικά με το ενοποιημένο σύνολο των στοιχείων ενεργητικού τους στις σχετικές αρμόδιες αρχές ανά τρίμηνο. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΤ.

3.   Όταν ο μέσος όρος, υπολογιζόμενος ως μέσος όρος των 12 προηγούμενων μηνών, των μηνιαίων συνολικών στοιχείων ενεργητικού των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ανέλθει σε οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ή στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η ΕΑΤ ενημερώνει σχετικά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων και τις αρμόδιες αρχές, μεταξύ άλλων τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

4.   Όταν ένας έλεγχος δυνάμει του άρθρου 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 δείχνει ότι μια επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ενδέχεται να εγκυμονεί συστημικό κίνδυνο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου.

5.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό της υποχρέωσης παροχής πληροφοριών στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 8α παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΟΓΔΟΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 56

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 25 Δεκεμβρίου 2019.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

ΕΝΑΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΕΚΘΕΣΕΙΣ, ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 57

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Τα άρθρα 43 έως 51 εφαρμόζονται στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής από τις 26 Ιουνίου 2026.

2.   Έως τις 26 Ιουνίου 2026 ή την ημερομηνία εφαρμογής σε πιστωτικά ιδρύματα της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της εναλλακτικής προσέγγισης εσωτερικού υποδείγματος που προβλέπεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, μια επιχείρηση επενδύσεων εφαρμόζει τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/630, για τον υπολογισμό του K-NPR.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να εφαρμόσουν χαμηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για περίοδο πέντε ετών από τις 26 Ιουνίου 2021, ίσες με:

α)

το διπλάσιο της σχετικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που θα ίσχυε, σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με την επιφύλαξη του άρθρου 93 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, με αναφορά σε επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται με τον τίτλο IV της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/878, εάν η επιχείρηση επενδύσεων εξακολουθούσε να υπόκειται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων του εν λόγω κανονισμού όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/630, ή

β)

το διπλάσιο της εφαρμοστέας απαίτησης πάγιων εξόδων που προβλέπεται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού, εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων δεν υφίστατο την ή πριν από τις 26 Ιουνίου 2021.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β), οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να εφαρμόσουν χαμηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για περίοδο πέντε ετών από τις 26 Ιουνίου 2021 ως εξής:

α)

οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκειντο μόνο σε απαίτηση αρχικού κεφαλαίου πριν από τις 26 Ιουνίου 2021 μπορούν να περιορίσουν τις οικείες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων στο διπλάσιο της εφαρμοστέας απαίτησης αρχικού κεφαλαίου που προβλέπεται στον τίτλο IV της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/878, με εξαίρεση το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) και το άρθρο 31 παράγραφος 2, αντίστοιχα, της εν λόγω οδηγίας,

β)

επιχειρήσεις επενδύσεων που υφίσταντο πριν από τις 26 Ιουνίου 2021 μπορούν να περιορίσουν τις μόνιμες ελάχιστες κεφαλαιακές τους απαιτήσεις σε εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876, με αναφορά σε επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται με τον τίτλο IV της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2019/878, που θα εφαρμόζονταν εάν η επιχείρηση επενδύσεων εξακολουθούσε να υπόκεινται στον εν λόγω κανονισμό, με την επιφύλαξη ετήσιας αύξησης στο ποσό των εν λόγω απαιτήσεων τουλάχιστον 5 000 EUR κατά την πενταετή περίοδο,

γ)

επιχειρήσεις επενδύσεων που υφίσταντο πριν από τις 26 Ιουνίου 2021, που δεν είναι αδειοδοτημένες για να παρέχουν τις επικουρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Β σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, που μόνο παρέχουν μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 1, 2, 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας, που δεν επιτρέπεται να κρατούν χρήματα πελατών ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους και που επομένως δεν μπορούν σε καμία χρονική στιγμή να εμφανίζουν οφειλές έναντι των εν λόγω πελατών μπορούν να περιορίσουν τη μόνιμη ελάχιστη κεφαλαιακή τους απαίτηση σε 50 000 EUR τουλάχιστον, με την επιφύλαξη ετήσιας αύξησης τουλάχιστον 5 000 EUR κατά την πενταετή περίοδο.

5.   Οι παρεκκλίσεις της παραγράφου 4 παύουν να ισχύουν όταν η άδεια της επιχείρησης επενδύσεων παρατείνεται την ή μετά τις 26 Ιουνίου 2021, ώστε να απαιτείται μεγαλύτερο αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

6.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υφίσταντο πριν από τις 25 Δεκεμβρίου 2019 και οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε αγορές χρηματοπιστωτικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (financial futures) ή δικαιωμάτων προαίρεσης ή άλλων παράγωγων μέσων και σε αγορές μετρητών με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων σε αγορές παραγώγων είτε διενεργούν συναλλαγές για λογαριασμό άλλων μελών των εν λόγω αγορών και καλύπτονται από την εγγύηση εκκαθαριστικών μελών των ίδιων αγορών, όπου η ευθύνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των συμβάσεων τέτοιων επιχειρήσεων επενδύσεων αναλαμβάνεται από εκκαθαριστικά μέλη των ίδιων αγορών, μπορούν να περιορίσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για περίοδο πέντε ετών από τις 26 Ιουνίου 2021 σε τουλάχιστον 250 000 EUR, με την επιφύλαξη ετήσιας αύξησης τουλάχιστον 100 000 EUR κατά την πενταετή περίοδο.

Ανεξάρτητα από το εάν μια επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο κάνει χρήση της παρέκκλισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η παράγραφος 4 στοιχείο α) δεν ισχύει για μια τέτοια επιχείρηση επενδύσεων.

Άρθρο 58

Παρέκκλιση για επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες κατά την 25η Δεκεμβρίου 2019 πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και δεν έχουν λάβει ακόμη άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ εξακολουθούν να υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 59

Παρέκκλιση για επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2

Μια επιχείρηση επενδύσεων η οποία κατά την 25η Δεκεμβρίου 2019 πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού εξακολουθεί να υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Άρθρο 60

Ρήτρα επανεξέτασης

1.   Έως τις 26 Ιουνίου 2024, η Επιτροπή, έπειτα από διαβούλευση με την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, προβαίνει σε επανεξέταση και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση, σχετικά με τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό επιχειρήσεων επενδύσεων ως μικρών και μη διασυνδεδεμένων σύμφωνα με το άρθρο 12,

β)

τις μεθόδους για τη μέτρηση των παραγόντων Κ που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ, συμπεριλαμβανομένης της επενδυτικής συμβουλής σε ό,τι αφορά τα AUM, και στο άρθρο 39,

γ)

τους συντελεστές που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2,

δ)

τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του παράγοντα K-CMG, το επίπεδο απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που απορρέουν από τον παράγοντα K-CMG σε σύγκριση με τον παράγοντα K-NPR, καθώς και τη βαθμονόμηση του παράγοντα πολλαπλασιασμού όπως ορίζεται στο άρθρο 23,

ε)

τις διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 43, 44 και 45 και ιδίως την επιλεξιμότητα για την απαίτηση ρευστότητας των ρευστών στοιχείων ενεργητικού στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ),

στ)

τις διατάξεις που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 4 τμήμα 1,

ζ)

την εφαρμογή του τρίτου μέρους στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής,

η)

την τροποποίηση του ορισμού του πιστωτικού ιδρύματος στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ως αποτέλεσμα του άρθρου 62 παράγραφος 3 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού και πιθανών ακούσιων αρνητικών συνεπειών,

θ)

τις διατάξεις των άρθρων 47 και 48 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και την ευθυγράμμισή τους με ένα συνεκτικό πλαίσιο για την ισοδυναμία στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες,

ι)

τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1,

ια)

την εφαρμογή των προτύπων του τρίτου μέρους τίτλος IV κεφάλαια 1α και 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ιβ)

τη μέθοδο για τη μέτρηση της αξίας ενός παραγώγου στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο β) και στο άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο β), καθώς και κατά πόσον είναι σκόπιμο να θεσπιστεί εναλλακτικός δείκτης μέτρησης και/ή βαθμονόμηση,

ιγ)

τις διατάξεις του δεύτερου μέρους, ιδίως σε ό,τι αφορά την άδεια για περαιτέρω μέσα ή κεφάλαια να είναι επιλέξιμα ως ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 και τη δυνατότητα χορήγησης άδειας σε επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1,

ιδ)

τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή εκ μέρους των επιχειρήσεων επενδύσεων των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού,

ιε)

τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 5,

ιστ)

το κατά πόσον έχει σημασία η εφαρμογή των απαιτήσεων δημοσιοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 52 του παρόντος κανονισμού σε άλλους τομείς, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 5 του παρόντος κανονισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις ανάγκες σε πόρους που προκύπτουν από την ανάληψη νέων εξουσιών και καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 64 του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας της ΕΑΚΑΑ να επιβάλει τέλη εγγραφής σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών που έχουν εγγραφεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, συνοδευόμενη, αν κριθεί σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ

Άρθρο 61

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Στο άρθρο 4 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«viii)

όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1) και την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 5) της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 62

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012».

2)

Στο άρθρο 2, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Όταν εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 2 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3) σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους, οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 5) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4) αντιμετωπίζουν τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων σαν να πρόκειται για «ιδρύματα» βάσει του παρόντος κανονισμού.

(*3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1)."

(*4)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64).»."

3)

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1)

ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό,

β)

στην άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5), εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αλλά η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων ή ασφαλιστική επιχείρηση:

i)

η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει,

ii)

η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του εν λόγω ομίλου, οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας κάτω των 30 δισεκατομμυρίων EUR και οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι ίση με ποσό των 30 δισεκατομμυρίων EUR ή το υπερβαίνει, ή

iii)

η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι ίση με ποσό των 30 δισεκατομμυρίων EUR ή το υπερβαίνει, όταν η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε διαβούλευση με το σώμα εποπτών το αποφασίσει προκειμένου να αντιμετωπίσει δυνητικούς κινδύνους καταστρατήγησης και δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης,

για τους σκοπούς του στοιχείου β) σημεία ii) και iii), όταν η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου τρίτης χώρας, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας με άδεια λειτουργίας στην Ένωση περιλαμβάνονται στη συνδυασμένη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων του ομίλου,

(*5)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (EE L 173 της 12.6.2014, σ. 349).»·"

β)

το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2)

ως «επιχείρηση επενδύσεων» νοείται επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, εξαιρουμένου όμως των πιστωτικών ιδρυμάτων,»·

γ)

το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3)

ως «ίδρυμα» νοείται πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή επιχείρηση όπως αναφέρεται στο άρθρο 8α παράγραφος 3 αυτής,»·

δ)

το σημείο 4) απαλείφεται·

ε)

το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«26)

ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2) έως 12) και στο σημείο 15) του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6) και των εταιρειών διαχείρισης, αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

(*6)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (EE L 337 της 23.12.2015, σ. 35).»·"

στ)

το σημείο 29α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«29α)

ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος που είναι επιχείρηση επενδύσεων,»·

ζ)

το σημείο 29β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«29β)

ως «μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ που είναι επιχείρηση επενδύσεων,»·

η)

το σημείο 51) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«51)

ως «αρχικό κεφάλαιο» νοείται το ποσό και τα είδη των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,»·

θ)

το σημείο 60) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«60)

ως «μέσο εξομοιούμενο με μετρητά» νοείται πιστοποιητικό κατάθεσης, ομόλογο, συμπεριλαμβανομένου του καλυμμένου ομολόγου, ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο ίδρυμα ή στην επιχείρηση επενδύσεων και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα ή την επιχείρηση επενδύσεων στην ονομαστική του αξία,»·

ι)

στο σημείο 72), το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

είναι ρυθμιζόμενες αγορές ή αγορές τρίτης χώρας που θεωρούνται ισοδύναμες με ρυθμιζόμενες αγορές σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 25 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,»·

ια)

προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«150)

ως «διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής» νοείται η επιχείρηση της οποίας η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων που αναφέρονται στα σημεία 5), 6), 7), 9) και 10), παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο σημείο 4) ή δικαιωμάτων εκπομπής που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημείο 11) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.».

4)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος και στο άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού σε ατομική βάση.

Τα ακόλουθα ιδρύματα δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με το άρθρο 413 παράγραφος 1 και τις σχετιζόμενες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τη ρευστότητα που καθορίζονται στο έβδομο Α μέρος του παρόντος κανονισμού:

α)

ιδρύματα που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

β)

ιδρύματα που έχουν επίσης λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 και το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7), υπό τον όρο ότι δεν πραγματοποιούν καμία σημαντική μετατροπή ληκτότητας και

γ)

ιδρύματα που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό τον όρο ότι:

i)

οι δραστηριότητές τους περιορίζονται στην προφορά υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, όπως αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού, σε κεντρικά αποθετήρια τίτλων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού, και

ii)

δεν πραγματοποιούν καμία σημαντική μετατροπή ληκτότητας.

(*7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (EE L 257 της 28.8.2014, σ. 1).»·"

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3 του παρόντος κανονισμού και τα ιδρύματα που έχουν επίσης άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 δεν απαιτείται να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έβδομο μέρος και τις σχετιζόμενες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης που καθορίζονται στο έβδομο Α μέρος σε ατομική βάση.».

5)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο στο πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 τμήμα 1:

«Άρθρο 10α

Εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εξουσίας σε ενοποιημένη βάση όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θεωρούνται μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος ή μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις ενός ιδρύματος ή μιας επιχείρησης επενδύσεων που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό και αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.».

6)

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους, εφόσον ο όμιλος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης των δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Σε περίπτωση που έχει χορηγηθεί απαλλαγή δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφοι 1 έως 5, τα ιδρύματα και, κατά περίπτωση, οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αποτελούν μέρος μιας αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας συμμορφώνονται με το έκτο μέρος και το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού σε ενοποιημένη βάση ή στην υποενοποιημένη βάση της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.».

7)

Τα άρθρα 15, 16 και 17 απαλείφονται.

8)

Στο άρθρο 81 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η θυγατρική είναι ένας από τους παρακάτω φορείς:

i)

ίδρυμα,

ii)

επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,

iii)

ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε υποενοποιημένη βάση ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε ενοποιημένη βάση,

iv)

επιχείρηση επενδύσεων,

v)

ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας και εφόσον η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4 που ορίζει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,».

9)

Στο άρθρο 82, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η θυγατρική είναι ένας από τους παρακάτω φορείς:

i)

ίδρυμα,

ii)

επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου,

iii)

ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε υποενοποιημένη βάση ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών που υπόκειται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε ενοποιημένη βάση,

iv)

επιχείρηση επενδύσεων,

v)

ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ενδιάμεση χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε εξίσου αυστηρές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας με τα πιστωτικά ιδρύματα της εν λόγω τρίτης χώρας και εφόσον η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4 που ορίζει ότι οι εν λόγω απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του παρόντος κανονισμού,».

10)

Το άρθρο 84 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των δικαιωμάτων μειοψηφίας μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από τα δικαιώματα μειοψηφίας της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β) ως εξής:

α)

το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:

i)

το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

το άθροισμα της απαίτησης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 του παρόντος κανονισμού, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ii)

το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφορά την εν λόγω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 του παρόντος κανονισμού, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

β)

τα δικαιώματα μειοψηφίας της θυγατρικής εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης προσαυξημένο κατά τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, τα σχετικά κέρδη εις νέον και τα λοιπά αποθεματικά.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα δικαιώματα μειοψηφίας εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».

11)

Το άρθρο 85 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών κεφαλαίων της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά κεφάλαια της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β), ως εξής:

α)

το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα ακόλουθα:

i)

το ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 της θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 του παρόντος κανονισμού, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

ii)

το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αφορά τη θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 του παρόντος κανονισμού, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

β)

το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής εκπεφρασμένο ως ποσοστό όλων των μέσων της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης προσαυξημένο κατά τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, τα κέρδη εις νέον και τα λοιπά αποθεματικά.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα μέσα της κατηγορίας 1 εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».

12)

Το άρθρο 87 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β), ως εξής:

α)

τα ίδια κεφάλαια της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i)

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής που απαιτούνται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 του παρόντος κανονισμού, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

όταν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

ii)

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που συνδέεται με τη θυγατρική και το οποίο απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 του παρόντος κανονισμού, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

β)

τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της θυγατρικής, εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των μέσων ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής τα οποία περιλαμβάνονται σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 και της σχετικής διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, των κερδών εις νέον και των λοιπών αποθεματικών.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα μέσα ιδίων κεφαλαίων εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζονται ως ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.».

13)

Το άρθρο 93 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 απαλείφεται,

β)

οι παράγραφοι 4, 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Εάν ο έλεγχος ενός ιδρύματος που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου 2 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων αυτού του ιδρύματος ισούται με το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο.

5.   Εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 2, το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων ιδρυμάτων κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον το επίπεδο του απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου δεν έχει επιτευχθεί.

6.   Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν απαραίτητο για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας ενός ιδρύματος να πληρούται η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 4 και 5.».

14)

Στο τρίτο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 1, το τμήμα 2 (άρθρα 95 έως 98) απαλείφεται από τις 26 Ιουνίου 2026.

15)

Στο άρθρο 119, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές και τα οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία αντιμετωπίζονται όπως τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προσδιορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 θεωρούνται συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία.».

16)

Στο άρθρο 162 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που προκύπτουν από τον διακανονισμό υποχρεώσεων ξένου συναλλάγματος,».

17)

Το άρθρο 197 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων και έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από επιλέξιμο ΕΟΠΑ την οποία η ΕΑΤ αντιστοιχίζει με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή με υψηλότερη βαθμίδα σύμφωνα με τους κανόνες του κεφαλαίου 2 για τη στάθμιση των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων·»

β)

στην παράγραφο 4, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από άλλα ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίοι δεν έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ ως αποδεκτή εξασφάλιση εφόσον οι εν λόγω τίτλοι πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:».

18)

Στο άρθρο 200, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

μέσα που εκδίδονται από τρίτο ίδρυμα ή από επιχείρηση επενδύσεων και με δυνατότητα επαναγοράς σε πρώτη ζήτηση από το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.».

19)

Στο άρθρο 202, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρείες και οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων ως αποδεκτούς παρόχους μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας στους οποίους εφαρμόζεται η αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 3, εφόσον πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:».

20)

Στο άρθρο 224, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Για τους μη διαβαθμισμένους χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων και πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 197 παράγραφος 4, οι προσαρμογές μεταβλητότητας είναι ίδιες με εκείνες που εφαρμόζονται στους τίτλους που εκδίδονται από ιδρύματα ή επιχειρήσεις των οποίων η εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση αντιστοιχίζεται με τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 2 ή 3.».

21)

Στο άρθρο 227 παράγραφος 3, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«βα)

επιχειρήσεις επενδύσεων,».

22)

Στο άρθρο 243 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στην περίπτωση των εμπορικών απαιτήσεων, το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται όταν ο πιστωτικός κίνδυνος αυτών των εμπορικών απαιτήσεων καλύπτεται πλήρως με αποδεκτή πιστωτική προστασία σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, υπό την προϋπόθεση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος προστασίας είναι ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση.».

23)

Στο άρθρο 382 παράγραφος 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

εντός ομίλου συναλλαγές όπως προβλέπονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, εκτός αν τα κράτη μέλη θεσπίσουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον διαρθρωτικό διαχωρισμό εντός τραπεζικού ομίλου, οπότε στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν να υπαχθούν στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων οι εντός του ομίλου συναλλαγές ανάμεσα στις διαρθρωτικά διαχωρισμένες οντότητες,».

24)

Το άρθρο 388 απαλείφεται.

25)

Στο άρθρο 395, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ένα ίδρυμα δεν αναλαμβάνει άνοιγμα έναντι πελάτη ή ομάδας συνδεδεμένων πελατών με αξία που υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου του της κατηγορίας 1, αφού λάβει υπόψη την επίδραση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 399 έως 403. Εφόσον ο πελάτης είναι ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή η ομάδα συνδεδεμένων πελατών περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων, η εν λόγω αξία δεν υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος ή το ποσό των 150 εκατομμυρίων EUR, οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο, υπό τον όρο ότι το άθροισμα της αξίας των ανοιγμάτων, αφού ληφθεί υπόψη η επίδραση της μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 399 έως 403, σε όλους τους συνδεδεμένους πελάτες που δεν είναι ιδρύματα δεν υπερβαίνει το 25 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.».

26)

Το άρθρο 402 παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων,»·

β)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

το ίδρυμα κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 394, το συνολικό ποσό των ανοιγμάτων έναντι κάθε άλλου ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων τα οποία αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.».

27)

Στο άρθρο 412, η παράγραφος 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4α.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 460 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στα ιδρύματα.».

28)

Στο άρθρο 422 παράγραφος 8 στοιχείο α), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

είναι μητρικό ή θυγατρικό ίδρυμα του ιδρύματος ή μητρική ή θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων του ιδρύματος ή άλλη θυγατρική του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή της ίδιας μητρικής επιχείρησης επενδύσεων,».

29)

Στο άρθρο 428α, το στοιχείο δ) απαλείφεται.

30)

Στο άρθρο 430β, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Από την ημερομηνία εφαρμογής της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 461α, τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 94 παράγραφος 1 ούτε τις κατά το άρθρο 325α παράγραφος 1 προϋποθέσεις, υποβάλλουν αναφορές, για όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους και τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή βασικών εμπορευμάτων, τα αποτελέσματα των υπολογισμών που έχουν βασιστεί στη χρήση της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης που ορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α με τον ίδιο τρόπο που τα ιδρύματα αυτά αναφέρουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο i) και στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ).».

31)

Στο άρθρο 456 παράγραφος 1, τα στοιχεία στ) και ζ) απαλείφονται.

32)

Το άρθρο 493 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μέχρι τις 26 Ιουνίου 2021, οι διατάξεις σχετικά με τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα που θεσπίζονται στα άρθρα 387 έως 403 του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 5, 6, 7, 9, 10 και 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8) στις 31 Δεκεμβρίου 2006.

(*8)  Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (EE L 145 της 30.4.2004, σ. 1).»·"

β)

η παράγραφος 2 απαλείφεται.

33)

Στο άρθρο 498 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μέχρι τις 26 Ιουνίου 2021, οι διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δεν εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων η βασική επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων αφορά αποκλειστικά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 5, 6, 7, 9, 10 και 11 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και για τις οποίες δεν ίσχυε η οδηγία 2004/39/ΕΚ στις 31 Δεκεμβρίου 2006.».

34)

Στο άρθρο 508, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται.

35)

Στο παράρτημα Ι σημείο 1), το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

οπισθογραφήσεις αξιογράφων που δεν φέρουν την υπογραφή άλλου ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων,».

36)

Το παράρτημα III τροποποιείται ως εξής:

α)

στο σημείο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

δεν είναι υποχρέωση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτό οντότητας.»·

β)

στο σημείο 5, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

δεν είναι υποχρέωση ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων ή οποιασδήποτε συνδεδεμένης με αυτό οντότητας.»·

γ)

στο σημείο 6, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση από ΟΕΣΤ, ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα,»·

δ)

το σημείο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.

Κινητές αξίες πλην όσων αναφέρονται στα σημεία 3 έως 6 οι οποίες είναι αποδεκτές για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % ή καλύτερο δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή έχουν ισοδύναμη πιστωτική ποιότητα βάσει εσωτερικής διαβάθμισης και δεν αντιπροσωπεύουν απαίτηση από ΟΕΣΤ, ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα.»·

ε)

το σημείο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11.

Εισηγμένες σε χρηματιστήριο και εκκαθαριζόμενες σε κεντρικό επίπεδο κοινές μετοχές οι οποίες συνυπολογίζονται σε μείζονα χρηματιστηριακό δείκτη, είναι εκφρασμένες στο εγχώριο νόμισμα του κράτους μέλους και δεν έχουν εκδοθεί από ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων ή οποιαδήποτε συνδεδεμένη με αυτό οντότητα.».

Άρθρο 63

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Ο τίτλος VII κεφάλαιο 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται επίσης σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εντός της Ένωσης.».

2)

Στον τίτλο ΙΙΙ, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΕΞΩΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΒΗΜΑΤΟΣ ΤΙΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΠΟΙΗΤΕΣ»

3)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 17α

Βήματα τιμής

Οι προσφορές των συστηματικών εσωτερικοποιητών, οι βελτιώσεις τιμών στις εν λόγω προσφορές και οι τιμές εκτέλεσης συμμορφώνονται προς τα βήματα τιμής που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 49 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Η εφαρμογή των βημάτων τιμής δεν εμποδίζει τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές να ταυτίζουν εντολές μεγάλου μεγέθους στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.».

4)

Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δ)

η επιχείρηση έχει θεσπίσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις και διαδικασίες για την αναφορά των πληροφοριών που ορίζονται στην παράγραφο 6α.»·

β)

στην παράγραφο 4, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους και σε επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του παραρτήματος II τμήμα Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες με παρεπόμενες υπηρεσίες για αυτούς στο έδαφός τους σύμφωνα με εθνικά καθεστώτα, εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 ή εάν έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση αλλά είτε δεν είναι πλέον σε ισχύ είτε δεν καλύπτει τις σχετικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες.»·

γ)

στην παράγραφο 5, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένας επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος ή ένας επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια του παραρτήματος II τμήμα Ι της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, που είναι εγκατεστημένος ή βρίσκεται στην Ένωση, δρομολογήσει με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία την παροχή σε αυτόν επενδυτικής υπηρεσίας ή την άσκηση δραστηριότητας από επιχείρηση τρίτης χώρας, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή την άσκηση δραστηριότητας εκ μέρους της επιχείρησης τρίτης χώρας προς το εν λόγω πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης τυχόν υφιστάμενης σχέσης που αφορά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας. Με την επιφύλαξη των σχέσεων εντός του ομίλου, όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της ή που διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτή την επιχείρηση τρίτης χώρας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό αυτής της οντότητας, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ένωση, δεν θεωρείται υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη. Η πρωτοβουλία αυτών των πελατών δεν παρέχει στην επιχείρηση τρίτης χώρας το δικαίωμα εμπορικής προώθησης νέων κατηγοριών επενδυτικών προϊόντων ή υπηρεσιών στο εν λόγω πρόσωπο.»·

δ)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«6α.

Οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε ετήσια βάση, ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από τις επιχειρήσεις στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής κατανομής στα κράτη μέλη,

β)

για επιχειρήσεις που εκτελούν τη δραστηριότητα που αναφέρεται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 3) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, το μηνιαίο τους ελάχιστο, μέσο και μέγιστο άνοιγμα σε αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ,

γ)

για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που προέρχονται από αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αναδοχής ή τοποθετήθηκαν με δέσμευση ανάληψης τους προηγούμενους 12 μήνες,

δ)

τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α),

ε)

εάν έχουν ληφθεί μέτρα για την προστασία των επενδυτών, καθώς και λεπτομερή περιγραφή,

στ)

την πολιτική διαχείρισης κινδύνου, καθώς και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζει η επιχείρηση για παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο στοιχείο α),

ζ)

τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τις δραστηριότητες της επιχείρησης στην Ένωση,

η)

οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες είναι απαραίτητες ώστε η ΕΑΚΑΑ ή οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Όπου κρίνεται απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ ή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, μεταξύ άλλων κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής των κρατών μελών όπου μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, να ζητά από τις επιχειρήσεις τρίτης χώρας που παρέχουν υπηρεσίες ή ασκούν δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο να παράσχουν τυχόν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητές τους.

6β.

Όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες ή ασκεί δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διατηρεί, θέτοντας στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ, στοιχεία σχετικά με όλες τις εντολές και όλες τις συναλλαγές στην Ένωση σε χρηματοπιστωτικά μέσα τις οποίες πραγματοποίησαν, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελάτη, για περίοδο πέντε ετών.

Ύστερα από αίτημα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους στο οποίο μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η ΕΑΚΑΑ αποκτά πρόσβαση στα σχετικά στοιχεία που είναι στη διάθεσή της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο και καθιστά διαθέσιμα τα στοιχεία αυτά στην αιτούσα αρμόδια αρχή.

6γ.

Όταν μια τρίτη χώρα δεν συνεργάζεται σε μια έρευνα ή μια επιτόπια επιθεώρηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 2 ή δεν συμμορφώνεται με αίτημα της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τη παράγραφο 6α ή 6β του παρόντος άρθρου εγκαίρως και με τον δέοντα τρόπο, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την εγγραφή της ή να απαγορεύσει προσωρινά ή να περιορίσει τις δραστηριότητές της σύμφωνα με το άρθρο 49.»·

ε)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με την ΕΑΤ, εκπονεί σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία προσδιορίζονται οι πληροφορίες που η αιτούσα επιχείρηση τρίτης χώρας πρέπει να υποβάλλει στην αίτηση εγγραφής στο μητρώο σύμφωνα με την παράγραφο 4 και οι πληροφορίες που πρέπει να αναφέρονται σύμφωνα με την παράγραφο 6α.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

στ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τον μορφότυπο με τον οποίο πρέπει να υποβάλλεται η αίτηση εγγραφής της παραγράφου 4 και να αναφέρονται οι πληροφορίες τις παραγράφου 6α.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

5)

Το άρθρο 47 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 2 σε σχέση με τρίτη χώρα στην οποία να διαπιστώνεται ότι οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις της εν λόγω τρίτης χώρας διασφαλίζουν όλα τα ακόλουθα:

α)

ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην εν λόγω τρίτη χώρα συμμορφώνονται με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς οι οποίες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9), στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, στην οδηγία 2014/65/ΕΕ και στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*10), καθώς και στα εκτελεστικά μέτρα που έχουν εγκριθεί βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων,

β)

ότι οι επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και πλαίσιο επιβολής που διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις ισχύουσες νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς και

γ)

ότι το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό σύστημα ισοδυναμίας για την αναγνώριση επιχειρήσεων επενδύσεων που είναι αδειοδοτημένες δυνάμει νομικών καθεστώτων τρίτων χωρών.

Σε περίπτωση που η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση μετά την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ενδέχεται να είναι συστημικής σημασίας για την Ένωση, οι νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να θεωρούνται ότι έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις πράξεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο μετά από λεπτομερή και αναλυτική αξιολόγηση. Προς τούτο, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης και λαμβάνει υπόψη την εποπτική σύγκλιση μεταξύ της συγκεκριμένης τρίτης χώρας και της Ένωσης.

1α.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την περαιτέρω αποσαφήνιση των περιστάσεων υπό τις οποίες η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση μετά την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι πιθανό να έχουν συστημική σημασία για την Ένωση.

Όταν η κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτης χώρας είναι πιθανό να έχουν συστημική σημασία για την Ένωση, η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά αποφάσεις ισοδυναμίας από συγκεκριμένους όρους λειτουργίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία για να αποτρέψουν το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και να παρακολουθούν τις δραστηριότητες επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών που έχουν εγγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 σε ό,τι αφορά υπηρεσίες που παρέχονται και δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στην Ένωση διασφαλίζοντας ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις συμμορφώνονται:

α)

με απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 20 και 21,

β)

με απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις απαιτήσεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 26, όταν οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να αποκτηθούν απευθείας και σε συνεχή βάση μέσω μνημονίου συνεννόησης με την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας,

γ)

με απαιτήσεις που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με την υποχρέωση διαπραγμάτευσης η οποία αναφέρεται στα άρθρα 23 και 28, κατά περίπτωση.

Κατά την έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η τρίτη χώρα χαρακτηρίζεται ως μη συνεργάσιμη περιοχή δικαιοδοσίας για φορολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τη σχετική πολιτική της Ένωσης ή ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

1β.   Το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, το οργανωτικό πλαίσιο και το πλαίσιο επιχειρηματικής συμπεριφοράς μιας τρίτης χώρας μπορεί να θεωρείται ότι έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα, όταν το εν λόγω πλαίσιο πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε αδειοδότηση και σε αποτελεσματική εποπτεία και έλεγχο της τήρησης των υποχρεώσεων σε συνεχή βάση,

β)

οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε απαιτήσεις επαρκών κεφαλαίων και, συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες ή ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 3) ή 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υπόκεινται σε συγκρίσιμες κεφαλαιακές απαιτήσεις με αυτές που θα ίσχυαν αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση,

γ)

οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων στην εν λόγω τρίτη χώρα υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις για τους μετόχους και τα μέλη του διοικητικού τους οργάνου,

δ)

οι επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων υπόκεινται σε επαρκείς απαιτήσεις επιχειρηματικής συμπεριφοράς και οργανωτικές απαιτήσεις,

ε)

η διαφάνεια και η ακεραιότητα της αγοράς διασφαλίζονται με την αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών στην αγορά μέσω πράξεων προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και πράξεων χειραγώγησης της αγοράς.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, όταν αξιολογεί την ισοδυναμία των κανόνων τρίτης χώρας όσον αφορά την υποχρέωση διαπραγμάτευσης που ορίζεται στα άρθρα 23 και 28, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης κατά πόσον το νομικό πλαίσιο της τρίτης χώρας προβλέπει κριτήρια για τον χαρακτηρισμό τόπων διαπραγμάτευσης ως επιλέξιμων για συμμόρφωση με την υποχρέωση διαπραγμάτευσης τα οποία να έχουν παρόμοια αποτέλεσμα με αυτά που ορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

(*9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1)."

(*10)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64).»·"

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών των σχετικών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες για τις μη ενωσιακές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σε τρίτες χώρες τις οποίες ζητεί η ΕΑΚΑΑ, και, κατά περίπτωση, τις ρυθμίσεις για την περαιτέρω κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εκ μέρους της ΕΑΚΑΑ,»·

ii)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανομένων ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων τις οποίες μπορεί να πραγματοποιεί η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 46, όταν είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ ή των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, έχοντας ενημερώσει δεόντως την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας σχετικά.»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δ)

τις διαδικασίες που αφορούν το αίτημα παροχής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφοι 6α και 6β το οποίο η ΕΑΚΑΑ μπορεί να υποβάλλει σε επιχείρηση τρίτης χώρας που έχει εγγραφεί στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2.»·

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5.   Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, τις πρακτικές εφαρμογής και άλλες σχετικές εξελίξεις στην αγορά σε τρίτες χώρες για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 1, προκειμένου να επαληθεύεται ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων έχουν ληφθεί αποφάσεις. Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή σε ετήσια βάση εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, όποτε το κρίνει σκόπιμο, να συμβουλεύεται την ΕΑΤ σχετικά με την έκθεση.

Η έκθεση αποτυπώνει επίσης τις παρατηρούμενες τάσεις με βάση τα στοιχεία που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 6α, ιδίως όσον αφορά επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες ή ασκούν τις δραστηριότητες του παραρτήματος Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

6.   Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Η έκθεση περιλαμβάνει κατάλογο των αποφάσεων ισοδυναμίας που έλαβε ή ανακάλεσε η Επιτροπή το έτος στο οποίο αναφέρεται η έκθεση, καθώς και τα ενδεχόμενα μέτρα που έλαβε η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 49, εξηγεί δε το σκεπτικό των εν λόγω αποφάσεων και μέτρων.

Η έκθεση της Επιτροπής περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων, των πρακτικών επι