EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019R1111

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών

ST/8214/2019/INIT

OJ L 178, 2.7.2019, p. 1–115 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/1111/oj

2.7.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 178/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/1111 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 25ης Ιουνίου 2019

για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών

(αναδιατύπωση)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 81 παράγραφος 3,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 15 Απριλίου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου. (3) Η έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 αποτελεί μια εύρυθμη νομοθετική πράξη που έχει αποφέρει σημαντικά οφέλη στους πολίτες, αλλά ότι οι ισχύοντες κανόνες θα μπορούσαν να βελτιωθούν. Πρόκειται να επέλθει σειρά τροποποιήσεων στον εν λόγω κανονισμό., Για λόγους σαφήνειας, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να αναδιατυπωθεί.

(2)

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες δικαιοδοσίας για το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό και την ακύρωση του γάμου καθώς και για τις διαφορές επί θεμάτων γονικής μέριμνας με διεθνή διάσταση. Διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων καθώς και των δημοσίων εγγράφων και ορισμένων συμφωνιών στην Ένωση μέσω της θέσπισης διατάξεων σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός παρέχει διευκρινίσεις ως προς το δικαίωμα του παιδιού να του παρέχεται η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία υπόκειται, και περιέχει διατάξεις που συμπληρώνουν τη σύμβαση της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών («η σύμβαση της Χάγης του 1980»), στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμβάλει στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και στην αύξηση της ευελιξίας, καθώς και στη βελτίωση της πρόσβασης σε δικαστικές διαδικασίες και στην εξασφάλιση μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας στις εν λόγω διαδικασίες.

(3)

Η ομαλή και ορθή λειτουργία ενός ενωσιακού χώρου δικαιοσύνης με σεβασμό στα διαφορετικά νομικά συστήματα και στις παραδόσεις των κρατών μελών έχει πολύ μεγάλη σημασία για την Ένωση. Για τον λόγο αυτό, η αμοιβαία εμπιστοσύνη στα νομικά συστήματα αλλήλων θα πρέπει να καλλιεργηθεί ακόμη περισσότερο. Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο της τη δημιουργία, τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και η πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Για να επιτευχθεί ο εν λόγω στόχος, τα δικαιώματα των ατόμων, ιδίως των παιδιών, στις νομικές διαδικασίες θα πρέπει να ενισχυθούν ώστε να διευκολυνθεί η συνεργασία των δικαστικών και των διοικητικών αρχών, καθώς και η εκτέλεση των αποφάσεων σε θέματα οικογενειακού δικαίου με διασυνοριακές συνέπειες. Η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις θα πρέπει να καλλιεργηθεί περαιτέρω, η πρόσβαση στη δικαιοσύνη να απλοποιηθεί και οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των αρχών των κρατών μελών να βελτιωθεί.

(4)

Προς τον σκοπό αυτό, η Ένωση θα πρέπει να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές συνέπειες, ιδίως όταν είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ο όρος «αστικές υποθέσεις» θα πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο»). Πρέπει να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη έννοια που πρέπει να ερμηνεύεται με την αναφορά, πρώτον, στους στόχους και το καθεστώς του παρόντος κανονισμού και, δεύτερον, στις γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών νομικών συστημάτων. Η έννοια των «αστικών υποθέσεων» θα πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί να περιλαμβάνει επίσης μέτρα τα οποία, υπό το πρίσμα του νομικού συστήματος του κράτους μέλους, μπορεί να διέπονται από το δημόσιο δίκαιο. Θα πρέπει ιδίως να καλύπτει όλες τις αιτήσεις, τα μέτρα ή τις αποφάσεις σε θέματα «γονικής μέριμνας» κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με τους στόχους του.

(5)

Ο παρών κανονισμός καλύπτει τις «αστικές υποθέσεις», στις οποίες περιλαμβάνονται οι διαδικασίες ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων και οι συνακόλουθες αποφάσεις καθώς και δημόσια έγγραφα και ορισμένες εξωδικαστικές συμφωνίες σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Επιπλέον, η έννοια «αστικές υποθέσεις» θα πρέπει να καλύπτει τις αιτήσεις, τα μέτρα ή τις αποφάσεις, καθώς και τα δημόσια έγγραφα και ορισμένες εξωδικαστικές συμφωνίες σχετικά με την επιστροφή του παιδιού δυνάμει της σύμβασης της Χάγης του 1980, τα οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και σύμφωνα με το άρθρο 19 της σύμβασης της Χάγης του 1980, δεν αποτελούν διαδικασία επί της ουσίας του ζητήματος της γονικής μέριμνας αλλά συνδέονται στενά με αυτό και αποτελούν αντικείμενο ορισμένων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

(6)

Για να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των αποφάσεων καθώς και των δημοσίων εγγράφων και ορισμένων συμφωνιών σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο οι κανόνες σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων να καθορίζονται από δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο νομοθέτημα της Ένωσης.

(7)

Για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των παιδιών, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει όλες τις αποφάσεις σε θέματα γονικής μέριμνας, περιλαμβανομένων των μέτρων προστασίας του παιδιού, ανεξάρτητα από οιαδήποτε σχέση με γαμικές διαδικασίες ή άλλες διαδικασίες.

(8)

Ωστόσο, δεδομένου ότι η εφαρμογή των κανόνων για θέματα γονικής μέριμνας ανακύπτει συχνά στο πλαίσιο γαμικών διαφορών, φαίνεται ενδεδειγμένο να υπάρξει ένα μόνο νομοθετικό κείμενο για θέματα διαζυγίου και γονικής μέριμνας.

(9)

Όσον αφορά τις αποφάσεις διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στη λύση του συζυγικού δεσμού. Δεν θα πρέπει να επηρεάζει θέματα όπως οι λόγοι του διαζυγίου, οι περιουσιακές συνέπειες του γάμου ή άλλα συναφή ζητήματα. Οι αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτεται η λύση του συζυγικού δεσμού, δεν θα πρέπει να καλύπτονται από τις διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση.

(10)

Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του παιδιού, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στα μέτρα προστασίας του παιδιού, δηλαδή, στον διορισμό και στα καθήκοντα προσώπου ή οργάνωσης που αναλαμβάνει τη διαχείριση της περιουσίας, την αντιπροσώπευση και τη φροντίδα του παιδιού, και στα μέτρα όσον αφορά τη διοίκηση και συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας του παιδιού. Στο πλαίσιο αυτό και δίκην παραδείγματος, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει σε περιπτώσεις στις οποίες το αντικείμενο της διαδικασίας είναι ο διορισμός προσώπου ή οργάνωσης για τη διαχείριση της περιουσίας του παιδιού. Τα σχετικά με την περιουσία μέτρα τα οποία δεν αφορούν την προστασία του παιδιού θα πρέπει να εξακολουθήσουν να διέπονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. (4) Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού περί αρμοδιότητας επί παρεμπιπτόντων ζητημάτων.

(11)

Κάθε είδος τοποθέτησης παιδιού σε ανάδοχη οικογένεια –δηλαδή, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, υπό τη φροντίδα ενός ή περισσοτέρων ατόμων– ή σε ίδρυμα, για παράδειγμα σε ορφανοτροφείο ή στέγη ανηλίκων, σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, εκτός αν αποκλείεται ρητά, όπως για παράδειγμα η τοποθέτηση με σκοπό την υιοθεσία και η τοποθέτηση υπό τη φροντίδα γονέα ή, κατά περίπτωση, υπό τη φροντίδα οποιουδήποτε άλλου στενού συγγενή όπως δηλώνεται από το κράτος μέλος υποδοχής. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι «τοποθετήσεις εκπαιδευτικού χαρακτήρα» που αποφασίζονται από δικαστήριο ή ρυθμίζονται από αρμόδια αρχή με τη σύμφωνη γνώμη των γονέων ή του παιδιού ή κατόπιν δικού τους αιτήματος λόγω αποκλίνουσας συμπεριφοράς του παιδιού. Θα πρέπει να αποκλείεται μόνο η τοποθέτηση –εκπαιδευτικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα– που αποφασίζεται ή ρυθμίζεται έπειτα από πράξη του παιδιού, η οποία, εάν είχε διαπραχθεί από ενήλικα, θα μπορούσε να ισοδυναμεί με αξιόποινη πράξη βάσει του εθνικού ποινικού δικαίου, ανεξαρτήτως του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη.

(12)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στην αναγνώριση της πατρότητας, η οποία διακρίνεται από την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ούτε στα λοιπά ζητήματα τα οποία συνδέονται με την προσωπική κατάσταση.

(13)

Οι υποχρεώσεις διατροφής εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δεδομένου ότι ρυθμίζονται ήδη από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου. (5) Εκτός από τα δικαστήρια του τόπου της συνήθους διαμονής του καθ’ ου ή του δικαιούχου, τα δικαστήρια που είναι αρμόδια για γαμικές διαφορές δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι εν γένει αρμόδια να εκδίδουν αποφάσεις και για παρεπόμενες υποχρεώσεις διατροφής μεταξύ συζύγων ή πρώην συζύγων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού. Τα δικαστήρια που είναι αρμόδια για διαφορές γονικής μέριμνας δυνάμει του παρόντος κανονισμού είναι εν γένει αρμόδια να αποφασίζουν και για παρεπόμενες υποχρεώσεις διατροφής παιδιών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 στοιχείο δ) του εν λόγω κανονισμού.

(14)

Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, ο όρος «δικαστήριο» θα πρέπει να νοείται με την ευρεία έννοια, ώστε να καλύπτει όχι μόνο τα δικαστήρια που ασκούν δικαστικά καθήκοντα, αλλά και διοικητικές αρχές ή άλλες αρχές, όπως είναι οι συμβολαιογράφοι, που ασκούν δικαιοδοτικά καθήκοντα σε ορισμένες γαμικές διαφορές ή διαφορές γονικής μέριμνας. Κάθε συμφωνία που εγκρίνεται από το δικαστήριο κατόπιν εξέτασης της ουσίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία θα πρέπει να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται ως «απόφαση». Άλλες συμφωνίες, οι οποίες αποκτούν δεσμευτική νομική ισχύ στο κράτος μέλος προέλευσης μετά από την τυπική παρέμβαση δημόσιας αρχής ή άλλης αρχής όπως έχει κοινοποιηθεί για τον σκοπό αυτό στην Επιτροπή από κράτος μέλος, θα πρέπει να τίθενται σε ισχύ σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις για τα δημόσια έγγραφα και τις συμφωνίες στον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των απλών ιδιωτικών συμφωνιών. Ωστόσο, θα πρέπει να κυκλοφορούν οι συμφωνίες που δεν συνιστούν ούτε απόφαση ούτε δημόσιο έγγραφο, αλλά έχουν καταχωριστεί από αρμόδια προς τούτο δημόσια αρχή. Σε αυτές τις δημόσιες αρχές θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται οι συμβολαιογράφοι που καταχωρίζουν συμφωνίες, ακόμα και όταν ασκούν ελεύθερο επάγγελμα.

(15)

Σε σχέση με το «δημόσιο έγγραφο», ο όρος «εξουσιοδότηση» στον παρόντα κανονισμό πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα σύμφωνα με τον ορισμό του «δημόσιου εγγράφου» που χρησιμοποιείται οριζόντια σε άλλες πράξεις της ΕΕ και υπό το πρίσμα των σκοπών του παρόντος κανονισμού.

(16)

Αν και οι διαδικασίες επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 δεν αποτελούν διαδικασίες για την ουσία της γονικής μέριμνας, οι αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η επιστροφή ενός παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980 θα πρέπει να επωφελούνται από την αναγνώριση και εκτέλεση σύμφωνα με το κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού, όταν απαιτείται η εκτέλεσή τους σε άλλο κράτος μέλος λόγω νέας απαγωγής μετά την έκδοση απόφασης επιστροφής. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας έναρξης νέας διαδικασίας για την επιστροφή του παιδιού, δυνάμει της σύμβασης της Χάγης του 1980, σε σχέση με τη νέα απαγωγή. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται σε άλλες πτυχές σε περιπτώσεις παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, όπως οι διατάξεις περί δικαιοδοσίας για το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής, καθώς και οι διατάξεις περί αναγνώρισης και εκτέλεσης των αποφάσεων που εκδίδονται από το εν λόγω δικαστήριο.

(17)

Ο παρών κανονισμός, όπως η σύμβαση της Χάγης, της 19ης Οκτωβρίου 1996, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία σε θέματα γονικής μέριμνας και μέτρων προστασίας των παιδιών («σύμβαση της Χάγης του 1996»), θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα παιδιά ηλικίας έως 18 ετών, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου, πριν από την ηλικία αυτή, έχουν αποκτήσει ικανότητα βάσει του δικαίου που διέπει την προσωπική τους κατάσταση, για παράδειγμα μέσω της χειραφεσίας λόγω γάμου. Ωστόσο, θα πρέπει να αποφεύγεται η αλληλεπικάλυψη με το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης της Χάγης, της 13ης Ιανουαρίου 2000, για τη διεθνή προστασία των ενηλίκων, η οποία εφαρμόζεται για όλα τα άτομα ηλικίας άνω των 18 ετών, και, ταυτόχρονα, να αποφεύγονται τα κενά μεταξύ των εν λόγω δύο κειμένων. Η σύμβαση της Χάγης του 1980, και κατά συνέπεια το κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, το οποίο συμπληρώνει την εφαρμογή της σύμβασης της Χάγης του 1980 όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται για τα παιδιά ηλικίας έως 16 ετών.

(18)

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ένα πρόσωπο θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει «δικαίωμα επιμέλειας» όταν, βάσει απόφασης, βάσει νόμου ή με συμφωνία που παράγει έννομα αποτελέσματα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του, ο δικαιούχος της γονικής μέριμνας δεν μπορεί να αποφασίσει για τον τόπο κατοικίας του παιδιού χωρίς τη συγκατάθεση του εν λόγω προσώπου, ανεξάρτητα από τους όρους που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Σε ορισμένες έννομες τάξεις που διατηρούν τους γλωσσικούς όρους «επιμέλεια» και «προσωπική επικοινωνία», ο γονέας που δεν έχει δικαίωμα επιμέλειας μπορεί στην πραγματικότητα να διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν το παιδί, οι οποίες υπερβαίνουν το απλό δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας.

(19)

Οι κανόνες αρμοδιότητας περί γονικής μέριμνας επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού και θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνάδει προς αυτό. Κάθε αναφορά στο συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης» και τη σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, της 20ης Νοεμβρίου 1989 («σύμβαση ΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού»), όπως εφαρμόζονται από την εθνική νομοθεσία και διαδικασία.

(20)

Για τη διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού, η αρμοδιότητα θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να καθορίζεται βάσει του κριτηρίου της εγγύτητας. Επομένως, θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμός, στις οποίες υπάρχει μεταβολή της διαμονής του παιδιού ή ύστερα από συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας.

(21)

Εάν δεν εκκρεμεί διαδικασία σε διαφορές γονικής μέριμνας και ο τόπος συνήθους διαμονής του παιδιού μεταβληθεί κατόπιν νόμιμης μετεγκατάστασης, η αρμοδιότητα θα πρέπει να ακολουθήσει το παιδί, ώστε να διατηρηθεί η εγγύτητα. Για τις ήδη εκκρεμείς διαδικασίες, η ασφάλεια δικαίου και η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης δικαιολογούν την αρμοδιότητα αυτή, μέχρις ότου η εν λόγω διαδικασία καταλήξει σε τελική απόφαση ή περατωθεί με άλλο τρόπο. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί δίκη, θα πρέπει, ωστόσο, να έχει, σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαίωμα μεταβίβασης δικαιοδοσίας στα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί διαμένει κατόπιν νόμιμης μετεγκατάστασης.

(22)

Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, και με την επιφύλαξη της δυνατότητας επιλογής δικαστηρίου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού θα πρέπει να διατηρείται μέχρις ότου διαπιστωθεί νέα συνήθης διαμονή σε άλλο κράτος μέλος και ικανοποιηθούν ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις. Τα κράτη μέλη όπου προβλέπεται συγκεντρωμένη δικαιοδοσία θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να δοθεί στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 η δυνατότητα να ασκεί επίσης τη δικαιοδοσία για την οποία έχουν συμφωνήσει τα μέρη δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε θέματα γονικής μέριμνας σε περιπτώσεις που έχει επιτευχθεί συμφωνία των μερών κατά τη διάρκεια αυτών των διαδικασιών επιστροφής. Στις συμφωνίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνονται τόσο οι συμφωνίες για την επιστροφή όσο και οι συμφωνίες για τη μη επιστροφή του παιδιού. Σε περίπτωση συμφωνίας περί μη επιστροφής, το παιδί θα πρέπει να παραμείνει στο κράτος μέλος της νέας συνήθους διαμονής και η δικαιοδοσία για τυχόν μελλοντικές διαδικασίες για θέματα επιμέλειας θα πρέπει να καθοριστεί βάσει της νέας συνήθους διαμονής του παιδιού.

(23)

Υπό συγκεκριμένες συνθήκες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να είναι δυνατό η αρμοδιότητα για υποθέσεις γονικής μέριμνας να απονέμεται επίσης στο κράτος μέλος όπου εκκρεμεί η διαδικασία διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου μεταξύ των γονέων ή σε άλλο κράτος μέλος με το οποίο το παιδί έχει στενή σχέση και το οποίο τα μέρη είτε συμφώνησαν εκ των προτέρων και το αργότερο μέχρι τη στιγμή κατά την οποία επελήφθη το δικαστήριο, είτε αποδέχθηκαν ρητώς κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας, ακόμη και αν το παιδί δεν έχει συνήθη διαμονή στο εν λόγω κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε πρόσωπο, εκτός των γονέων, το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, έχει την ιδιότητα του διαδίκου στη διαδικασία που κινήθηκε από τους γονείς, θα πρέπει να θεωρείται ως μέρος για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και, ως εκ τούτου, η αντίθεση του στην επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου από τους γονείς του παιδιού, μετά από την ημερομηνία κατά την οποία επελήφθη το δικαστήριο, θα πρέπει να αποκλείει τη διαπίστωση ότι η παρέκταση της δικαιοδοσίας έχει γίνει αποδεκτή από όλα τα μέρη.Πριν ασκήσει τη δικαιοδοσία του βάσει συμφωνίας εκλογής forum ή αποδοχής, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η εν λόγω συμφωνία ή αποδοχή βασίζεται σε τεκμηριωμένη και ελεύθερη επιλογή των διαδίκων και δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ένας διάδικος εκμεταλλεύεται τη δυσχερή ή αδύναμη θέση του άλλου. Η αποδοχή της δικαιοδοσίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θα πρέπει να καταγράφεται από το δικαστήριο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία.

(24)

Κάθε συμφωνία ή αποδοχή δικαιοδοσίας παύει, εκτός αν άλλως συμφωνηθεί από τους διαδίκους, όταν η απόφαση της συγκεκριμένης διαδικασίας σε υπόθεση γονικής μέριμνας δεν υπόκειται πλέον σε τακτικά ένδικα μέσα ή όταν η διαδικασία περατώθηκε για άλλο λόγο, προκειμένου να τηρηθεί η απαίτηση της εγγύτητας για οποιαδήποτε τυχόν μελλοντική νέα διαδικασία.

(25)

Όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού και δεν μπορεί να καθορισθεί δικαιοδοσία με βάση συμφωνία για την επιλογή δικαστηρίου, αρμόδια θα πρέπει να είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο είναι παρόν το παιδί. Ο κανόνας που βασίζεται στην παρουσία θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στα παιδιά πρόσφυγες και τα παιδιά τα οποία εκτοπίζονται διεθνώς λόγω ταραχών στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής τους. Ωστόσο, υπό το πρίσμα του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 52 παράγραφος 2 της Σύμβασης της Χάγης του 1996, ο εν λόγω κανόνας δικαιοδοσίας θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στα παιδιά που είχαν τη συνήθη διαμονή τους σε κράτος μέλος πριν από την εκτόπιση. Όταν η συνήθης διαμονή του παιδιού πριν από την εκτόπιση βρισκόταν σε τρίτο κράτος, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο κανόνας περί δικαιοδοσίας της Σύμβασης της Χάγης του 1996 σχετικά με τα παιδιά πρόσφυγες και τα διεθνώς εκτοπισμένα παιδιά.

(26)

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενδέχεται το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού να μην είναι το πλέον κατάλληλο για τον χειρισμό της υπόθεσης. Κατ’ εξαίρεση και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να είναι σε θέση, χωρίς να υποχρεούται να το πράξει, να παραπέμπει συγκεκριμένη υπόθεση σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, εφόσον αυτό είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα το συμφέρον του παιδιού στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε θέματα γονικής μέριμνας η παραπομπή από δικαστήριο κράτους μέλους θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο προς δικαστήριο άλλου κράτους μέλους με το οποίο το παιδί έχει «ιδιαίτερη σχέση». Ο παρών κανονισμός απαριθμεί εξαντλητικά τα καθοριστικά στοιχεία μιας τέτοιας «ιδιαίτερης σχέσης». Το αρμόδιο δικαστήριο θα πρέπει να υποβάλει την αίτηση στο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους μόνον εάν η προηγούμενη απόφασή του να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει αίτηση για παραπομπή της υπόθεσης έχει καταστεί τελική, σε περίπτωση που η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(27)

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού στη συγκεκριμένη υπόθεση, το δικαστήριο κράτους μέλους που δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού αλλά με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να επιτρέπεται σε περιπτώσεις παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού. Θα πρέπει να εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση να προσδιορίσει το συγκεκριμένο αυτό αρμόδιο δικαστήριο.

(28)

Η παραπομπή, είτε έχει ζητηθεί από δικαστήριο που επιθυμεί να μεταβιβάσει τη δικαιοδοσία του ή από δικαστήριο που επιθυμεί να αποκτήσει δικαιοδοσία, θα πρέπει να παράγει αποτελέσματα μόνο για την ειδική περίπτωση κατά την οποία πραγματοποιείται. Μόλις περατωθεί η διαδικασία για την οποία ζητήθηκε και εγκρίθηκε παραπομπή, η παραπομπή δεν θα πρέπει να παράγει κανένα αποτέλεσμα για τις μεταγενέστερες διαδικασίες.

(29)

Εφόσον κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 7 έως 11, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού. Ο όρος «το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού» θα πρέπει να περιλαμβάνει διεθνείς νομικές πράξεις που ισχύουν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

(30)

Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα δικαστήρια κράτους μέλους τα οποία δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία επί της ουσίας της υπόθεσης να λαμβάνουν προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, σε επείγουσες περιπτώσεις, σχετικά με το πρόσωπο ή τα περιουσιακά στοιχεία παιδιού το οποίο βρίσκεται σε αυτό το κράτος μέλος. Τα μέτρα αυτά δεν θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του παιδιού από σοβαρό κίνδυνο όπως αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980.Τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του παιδιού από τον εν λόγω κίνδυνο θα πρέπει να παραμένουν σε ισχύ έως ότου δικαστήριο του κράτους μέλους συνήθους διαμονής του παιδιού λάβει τα μέτρα τα οποία θεωρεί προσήκοντα. Εφόσον το απαιτεί η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, το δικαστήριο θα πρέπει να ενημερώσει, απευθείας ή μέσω των κεντρικών αρχών, το δικαστήριο του κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία επί της ουσίας της υπόθεσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί. Η παράλειψη της εν λόγω ενημέρωσης δεν θα πρέπει, ωστόσο, να αποτελεί λόγο για τη μη αναγνώριση του μέτρου.

(31)

Δικαστήριο το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία απλώς για τη λήψη προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων, θα πρέπει, εάν επιληφθεί αίτησης που αφορά την ουσία της υπόθεσης, να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως ότι δεν έχει δικαιοδοσία, αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(32)

Αν η έκβαση διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους που δεν διαθέτει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού εξαρτάται από απόφαση σχετικά με παρεμπίπτον ζήτημα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους δεν θα πρέπει να εμποδίζονται από τον παρόντα κανονισμό να εκδώσουν την απόφασή τους. Επομένως, αν το αντικείμενο της διαδικασίας είναι, παραδείγματος χάριν, κληρονομική διαφορά στην οποία εμπλέκεται παιδί και πρέπει να διοριστεί επίτροπος ο οποίος θα εκπροσωπήσει το παιδί στην εν λόγω διαδικασία, το αρμόδιο για την κληρονομική διαφορά κράτος μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να διορίσει τον επίτροπο για την εκκρεμή διαδικασία, ανεξάρτητα από το αν έχει δικαιοδοσία για διαφορές γονικής μέριμνας δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οποιαδήποτε τέτοιου είδους απόφαση θα πρέπει να παράγει αποτελέσματα μόνο για τη διαδικασία για την οποία εκδόθηκε.

(33)

Αν, για να είναι έγκυρη νομική ενέργεια που επιχειρείται ή πρόκειται να επιχειρηθεί για λογαριασμό παιδιού σε διαδικασία κληρονομικής διαδοχής ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, απαιτείται άδεια ή έγκριση από δικαστήριο, ένα δικαστήριο στο εν λόγω κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή θα εγκρίνει την εν λόγω νομική ενέργεια, ακόμα κι αν δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο όρος «νομική ενέργεια» θα πρέπει να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, την αποδοχή ή απόρριψη της κληρονομίας ή συμφωνία μεταξύ των μερών όσον αφορά τη διανομή της κληρονομίας.

(34)

Τα αποτελέσματα του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να θίγουν την εφαρμογή του δημόσιου διεθνούς δικαίου όσον αφορά τη διπλωματική ασυλία. Εάν το αρμόδιο δικαστήριο βάσει του παρόντος κανονισμού δεν δύναται να ασκήσει τη δικαιοδοσία του λόγω διπλωματικής ασυλίας ενός προσώπου δυνάμει του διεθνούς δικαίου, η δικαιοδοσία θα πρέπει να ασκείται σε κράτος μέλος στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο δεν απολαμβάνει ασυλίας, σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους.

(35)

Ο παρών κανονισμός καθορίζει πότε ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Υπό το πρίσμα των δύο διαφορετικών συστημάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη, εκ των οποίων το ένα προβλέπει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης να επιδίδεται πρώτα στον εναγόμενο ενώ το άλλο προβλέπει να κατατίθεται πρώτα στο δικαστήριο, θα πρέπει να αρκεί η ολοκλήρωση του πρώτου βήματος βάσει του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται βάσει του εθνικού δικαίου προκειμένου να ολοκληρωθεί το δεύτερο βήμα. Λαμβάνοντας υπόψη την αυξανόμενη σημασία της διαμεσολάβησης και άλλων μεθόδων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της δίκης, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα δικαστήριο θα πρέπει να λογίζεται ως επιληφθέν κατά τη στιγμή που το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο κατατίθεται στο δικαστήριο σε περίπτωση που η διαδικασία έχει στο μεταξύ ανασταλεί, με σκοπό την εξεύρεση λύσης με φιλικό διακανονισμό, κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου που κίνησε τη διαδικασία, ακόμη και αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί ή επιδοθεί στον εναγόμενο και ο εναγόμενος δεν έχει λάβει γνώση της διαδικασίας ούτε έχει συμμετάσχει σε αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος που κίνησε τη διαδικασία δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε περίπτωση εκκρεμοδικίας, η ημερομηνία κατά την οποία κινείται υποχρεωτική διαδικασία διαμεσολάβησης ενώπιον εθνικής αρχής διαμεσολάβησης θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως η ημερομηνία από την οποία λογίζεται ως επιληφθέν ένα «δικαστήριο».

(36)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) εφαρμόζεται για την επίδοση και κοινοποίηση εγγράφων σε διαδικασίες που εισάγονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(37)

Δικαστήριο κράτους μέλους θα πρέπει να διαπιστώνει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη δικαιοδοσίας του, εφόσον επιλαμβάνεται υπόθεσης για την οποία δεν έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης βάσει του παρόντος κανονισμού και για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, δικαστήριο κράτους μέλους που έχει στενό σύνδεσμο με το παιδί, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια, όχι όμως και την υποχρέωση, να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(38)

Για λόγους αρμονικής απονομής της δικαιοσύνης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα παράλληλης εκδίκασης μιας υπόθεσης και να αποφεύγεται η έκδοση ασυμβιβάστων αποφάσεων σε διαφορετικά κράτη μέλη. Θα πρέπει να προβλεφθεί σαφής και αποτελεσματικός μηχανισμός για την επίλυση των περιπτώσεων εκκρεμοδικίας και συνάφειας και για την αποφυγή προβλημάτων που απορρέουν από τις διαφοροποιήσεις στα κράτη μέλη ως προς τον χρόνο από τον οποίο μια υπόθεση θεωρείται ότι εκκρεμεί. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο χρόνος αυτός θα πρέπει να καθοριστεί αυτοτελώς. Ωστόσο, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των αποκλειστικών συμφωνιών εκλογής forum, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού περί εκκρεμοδικίας δεν θα πρέπει να αποτελούν εμπόδιο, εφόσον οι γονείς αναγνωρίζουν την αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους.

(39)

Οι διαδικασίες που αφορούν υποθέσεις γονικής μέριμνας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, καθώς και εκείνες που αφορούν την επιστροφή παιδιού βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 θα πρέπει, ως βασική αρχή, να παρέχουν στο παιδί, το οποίο υπόκειται στις διαδικασίες αυτές και είναι ικανό να διαμορφώσει ιδία άποψη, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, την πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του, κατά την εκτίμηση δε του συμφέροντος του παιδιού η άποψη αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη. Η ευκαιρία που δίδεται στο παιδί να εκφράσει τις απόψεις του ελεύθερα σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 του Χάρτη και το άρθρο 12 της σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Ο κανονισμός θα πρέπει, εντούτοις, να αφήσει το ζήτημα της απόφασης για το πώς και ενώπιον τίνος θα εκφράσει το παιδί τις απόψεις του να κριθεί βάσει της εθνικής νομοθεσίας και διαδικασίας των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, σκοπός του παρόντος κανονισμός δεν πρέπει να είναι να ορίσει αν η ακρόαση του παιδιού θα πρέπει να διενεργείται από τον ίδιο τον δικαστή ή από ειδικά εκπαιδευμένο εμπειρογνώμονα, ο οποίος στη συνέχεια θα υποβάλει έκθεση στο δικαστήριο, ή αν η ακρόαση του παιδιού θα πρέπει να διενεργείται στην αίθουσα του δικαστηρίου ή σε άλλο χώρο ή με άλλα μέσα. Επιπλέον, ενώ παραμένει δικαίωμα του παιδιού, η ακρόαση του παιδιού δεν μπορεί να αποτελέσει απόλυτη υποχρέωση, αλλά πρέπει να αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού, για παράδειγμα, σε υποθέσεις που αφορούν συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 24 του Χάρτη και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 δεν επιβάλλουν στο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης την υποχρέωση να καλεί σε όλες τις περιπτώσεις το παιδί να εκφράσει τις απόψεις του του στο πλαίσιο ειδικής προς τούτο ακρόασης, αφήνοντας έτσι ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως στο εν λόγω δικαστήριο· πλην όμως, η νομολογία ορίζει επίσης ότι, εφόσον αποφασίσει να δώσει στο παιδί τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του, το δικαστήριο οφείλει να λάβει, με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού και ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, όλα τα πρόσφορα ενόψει της ακρόασης μέτρα, προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των επίμαχων διατάξεων, παρέχοντας στο παιδί την πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του. Το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης θα πρέπει να χρησιμοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού και λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη το συμφέρον του παιδιού, όλα τα μέσα που θέτει συναφώς στη διάθεσή του το εθνικό δίκαιο, καθώς και εκείνα τα οποία προσιδιάζουν στη διασυνοριακή δικαστική συνεργασία, περιλαμβανομένων, εφόσον παρίσταται ανάγκη, των προβλεπόμενων στον κανονισμό (ΕΚ) 1206/2001 του Συμβουλίου (7).

(40)

Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, η επιστροφή του θα πρέπει να επιτυγχάνεται αμελλητί, και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει η σύμβαση της Χάγης όπως συμπληρώνεται με τον παρόντα κανονισμό, και ειδικότερα του κεφαλαίου ΙΙΙ.

(41)

Για την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιστροφής σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980 το συντομότερο δυνατόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά τρόπο συνεκτικό με τη δομή του αντίστοιχου νομικού συστήματός τους, να εξετάζουν το ενδεχόμενο συγκέντρωσης της αρμοδιότητας για την εν λόγω διαδικασία σε όσο το δυνατόν λιγότερα δικαστήρια. Η αρμοδιότητα για τις υποθέσεις απαγωγής παιδιών θα μπορούσε να συγκεντρωθεί σε ένα μόνο δικαστήριο για όλη τη χώρα ή σε περιορισμένο αριθμό δικαστηρίων, με τη χρήση, παραδείγματος χάριν, του αριθμού των εφετείων ως σημείου εκκίνησης και τη συγκέντρωση της αρμοδιότητας για τις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών σε ένα πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην περιφέρεια κάθε εφετείου.

(42)

Στις διαδικασίες επιστροφή βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980, κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, τα δικαστήρια θα πρέπει να εκδίδουν την απόφασή τους εντός έξι εβδομάδων, εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατον λόγω εξαιρετικών περιστάσεων. Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται μέσα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών δεν θα πρέπει να θεωρείται από μόνο του εξαιρετική περίσταση που επιτρέπει την υπέρβαση της προθεσμίας. Ωστόσο, ενδέχεται να προκύψουν εξαιρετικές περιστάσεις κατά τη χρήση τέτοιων μέσων ή ως συνέπεια αυτών. Στην περίπτωση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η προθεσμία θα πρέπει να μετρά από τη στιγμή που το δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Στην περίπτωση ανώτερου δικαστηρίου, η προθεσμία θα πρέπει να μετρά από τη στιγμή που έχουν πραγματοποιηθεί όλες οι απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες. Οι ενέργειες αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, ανάλογα με το οικείο νομικό σύστημα, την επίδοση ή κοινοποίηση της προσφυγής στον εναγόμενο, είτε στο κράτος μέλος όπου εδρεύει το δικαστήριο είτε σε άλλο κράτος μέλος, τη διαβίβαση του φακέλου και του ένδικου μέσου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στα κράτη μέλη όπου η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί στο δικαστήριο κατά της απόφασης του οποίου ασκείται, ή την αίτηση διαδίκου για διεξαγωγή ακρόασης, όταν η υποβολή της απαιτείται βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο περιορισμού σε ένα του αριθμού των ένδικων μέσων που είναι δυνατόν να ασκηθούν εναντίον απόφασης η οποία δέχεται ή αρνείται την επιστροφή παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980.

(43)

Σε όλες τις υποθέσεις που αφορούν παιδιά, και ιδίως στις υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών, τα δικαστήρια θα πρέπει να εξετάζουν τη δυνατότητα επίτευξης λύσεων μέσω διαμεσολάβησης και άλλων κατάλληλων μέτρων, με τη βοήθεια, κατά περίπτωση, των υφιστάμενων δικτύων και υποστηρικτικών δομών της διαμεσολάβησης σε διαφορές γονικής μέριμνας διασυνοριακού χαρακτήρα. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές δεν θα πρέπει να παρατείνουν αδικαιολόγητα τη διαδικασία επιστροφής σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980. Επιπλέον, ενδέχεται να μην ενδείκνυται πάντα η διαμεσολάβηση, ιδίως σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας. Στις περιπτώσεις στις οποίες, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιστροφής σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, οι γονείς καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την επιστροφή ή τη μη επιστροφή του παιδιού, καθώς και σε άλλες διαφορές γονικής μέριμνας, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τους επιτρέπει να συμφωνήσουν ότι το δικαστήριο που έχει επιληφθεί σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980 θα πρέπει να είναι αρμόδιο να δώσει δεσμευτική νομική ισχύ στη συμφωνία τους είτε ενσωματώνοντάς την σε απόφαση είτε εγκρίνοντάς την είτε χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε άλλη μορφή που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία και δικονομία. Επομένως, τα κράτη μέλη, όπου προβλέπεται συγκεντρωμένη δικαιοδοσία, θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να δοθεί στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαδικασίας επιστροφής σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980 η δυνατότητα να ασκεί επίσης τη δικαιοδοσία για την οποία έχουν συμφωνήσει ή αποδεχτεί τα μέρη δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε υποθέσεις γονικής μέριμνας σε περιπτώσεις που έχει επιτευχθεί συμφωνία των διαδίκων κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας επιστροφής.

(44)

Το δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αρνείται την επιστροφή σε συγκεκριμένες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, όπως προβλέπεται από τη σύμβαση της Χάγης του 1980. Πριν αρνηθεί, θα πρέπει να εξετάζει αν έχουν ληφθεί ή ενδέχεται να ληφθούν κατάλληλα μέτρα προστασίας του παιδιού από τον σοβαρό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980.

(45)

Σε περίπτωση που δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να αρνηθεί την επιστροφή παιδιού μόνο βάσει του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, δεν θα πρέπει να αρνείται την επιστροφή του αν πεισθεί είτε από τον διάδικο που επιδιώκει την επιστροφή του παιδιού είτε με άλλον τρόπο ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας του παιδιού μετά την επιστροφή του. Στα παραδείγματα τέτοιων μέτρων θα μπορούσαν να περιληφθούν η δικαστική απόφαση από το εν λόγω κράτος μέλος που απαγορεύει στον αιτούντα να προσεγγίσει το παιδί, η λήψη προσωρινού ή ασφαλιστικού μέτρου από το εν λόγω κράτος μέλος που επιτρέπει στο παιδί να παραμείνει με τον απαγωγέα γονέα ο οποίος ασκεί την πραγματική επιμέλεια μέχρι να ληφθεί απόφαση επί της ουσίας των δικαιωμάτων της επιμέλειας στο εν λόγω κράτος μέλος μετά την επιστροφή ή η απόδειξη διαθεσιμότητας ιατρικών εγκαταστάσεων για παιδί που χρήζει θεραπείας. Το είδος του μέτρου που ενδείκνυται για τη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να εξαρτάται από τον συγκεκριμένο σοβαρό κίνδυνο στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί το παιδί λόγω της επιστροφής χωρίς τη λήψη τέτοιων μέτρων. Το δικαστήριο που επιδιώκει να διαπιστώσει αν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα θα πρέπει να βασίζεται κατά κύριο λόγο στους διαδίκους και, όπου απαιτείται και κρίνεται σκόπιμο, να ζητά τη βοήθεια των κεντρικών αρχών ή των δικαστών των δικτύων, ιδίως του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως θεσπίστηκε με την απόφαση 2001/470/ΕΚ του Συμβουλίου (8), και του διεθνούς δικτύου δικαστών της Χάγης.

(46)

Όταν το δικαστήριο διατάσσει την επιστροφή του παιδιού, πρέπει να έχει τη δυνατότητα, εφόσον ενδείκνυται, να διατάξει τη λήψη τυχόν προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του παρόντος κανονισμού, τα οποία θεωρεί αναγκαία για να την προστασία του παιδιού από τον σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχικής βλάβης λόγω της επιστροφής, που διαφορετικά θα οδηγούσε σε άρνηση της επιστροφής. Τα εν λόγω προσωρινά μέτρα και η κυκλοφορία τους δεν θα πρέπει να καθυστερούν τη διαδικασία επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης ούτε να υπονομεύσουν τον καταμερισμό της δικαιοδοσίας μεταξύ του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της διαδικασίας επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 και του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας της γονικής μέριμνας βάσει του παρόντος κανονισμού. Εάν κριθεί απαραίτητο, το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαδικασίας επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 θα πρέπει να συμβουλευθεί το δικαστήριο ή τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, με τη βοήθεια των κεντρικών αρχών ή των δικαστών των δικτύων, ιδίως του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις και του διεθνούς δικτύου δικαστών της Χάγης. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε όλα τα άλλα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών που διαθέτουν δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού, έως ότου δικαστήριο τέτοιου κράτους μέλους λάβει τα μέτρα τα οποία θεωρεί προσήκοντα. Τέτοια προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα θα μπορούσαν να προβλέπουν, για παράδειγμα, ότι το παιδί πρέπει να συνεχίσει να διαμένει με το πρόσωπο που έχει την πραγματική επιμέλειά του ή τον τρόπο επαφής με το παιδί μετά την επιστροφή μέχρι το δικαστήριο του τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού να λάβει τα μέτρα που θεωρεί προσήκοντα. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη τυχόν μέτρου ή απόφασης του δικαστηρίου του τόπου της συνήθους διαμονής, η οποία ελήφθη μετά την επιστροφή του παιδιού.

(47)

Απόφαση που διατάσσει την επιστροφή του παιδιού θα πρέπει να δύναται να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ανεξάρτητα από την τυχόν άσκηση προσφυγής εναντίον της, όταν η επιστροφή του παιδιού πριν από την απόφαση επί της προσφυγής απαιτείται προς το συμφέρον του παιδιού. Το εθνικό δίκαιο δύναται να ορίζει ποιο δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

(48)

Αν το δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα αποφασίσει να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, στην απόφασή του πρέπει να αναφέρεται ρητά σε ποια άρθρα της σύμβασης της Χάγης του 1980 βασίζεται η άρνηση. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αν μια τέτοια αρνητική απόφαση είναι τελική ή υφίσταται ακόμη δυνατότητα προσβολής της με ένδικο μέσο, μπορεί να αντικαθίσταται από μεταγενέστερη απόφαση, εκδοθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας για την επιμέλεια από το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του. Κατά τις διαδικασίες αυτές, θα πρέπει να εξετάζονται διεξοδικά όλες οι περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης αλλά όχι αποκλειστικά της συμπεριφοράς των γονέων, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού. Εάν η απόφαση που θα προκύψει επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού, η επιστροφή θα πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς να απαιτείται προσφυγή σε καμία ειδική διαδικασία για την αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.

(49)

Το δικαστήριο που αρνείται την επιστροφή του παιδιού βάσει μόνον του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980, ή και των δύο, θα πρέπει, αυτεπάγγελτα, να εκδίδει πιστοποιητικό χρησιμοποιώντας το κατάλληλο έντυπο που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό. Το πιστοποιητικό αυτό αποσκοπεί στην ενημέρωση των διαδίκων για τη δυνατότητα να κινήσουν διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης άρνησης της επιστροφής του παιδιού, υποβάλλοντας αίτηση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, ή, αν το εν λόγω δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί, για τη γνωστοποίηση στο δικαστήριο των σχετικών εγγράφων που αφορούν τη διαδικασία επιστροφής.

(50)

Αν ήδη εκκρεμεί διαδικασία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του τη στιγμή κατά την οποία δικαστήριο που έχει επιληφθεί αίτησης επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 αρνείται την επιστροφή του παιδιού βάσει μόνον του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980, ή και των δύο, το δικαστήριο που αρνήθηκε την επιστροφή του παιδιού θα πρέπει, αν είναι ενήμερο για τις εν λόγω διαδικασίες, να διαβιβάσει, εντός μηνός από την ημερομηνία της απόφασής του, αντίγραφο […] της απόφασης, το κατάλληλο πιστοποιητικό και, κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης, καθώς επίσης και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί σχετικό στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαδικασίας επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας. Η έκφραση «κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί σχετικό» θα πρέπει να αναφέρεται σε οποιοδήποτε έγγραφο περιέχει πληροφορίες που ενδέχεται να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας επιμέλειας, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονται ήδη στην απόφαση άρνησης της επιστροφής.

(51)

Αν δεν εκκρεμεί ακόμη διαδικασία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του και ένα μέρος προσφύγει σε δικαστήριο αυτού του κράτους μέλους εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης άρνησης της επιστροφής του παιδιού, το εν λόγω μέρος θα πρέπει να υποβάλει στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αίτησης επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, αντίγραφο της απόφασης μη επιστροφής του παιδιού βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980, το κατάλληλο πιστοποιητικό και, κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να ζητήσει τυχόν επιπλέον έγγραφα που θεωρεί σχετικά, τα οποία περιλαμβάνουν πληροφορίες που ενδέχεται να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, αν οι πληροφορίες αυτές δεν περιλαμβάνονται ήδη στην ίδια την απόφαση άρνησης της επιστροφής.

(52)

Αν ένας από τους διαδίκους έχει προσφύγει στο δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης άρνησης της επιστροφής του παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980 ή αν εκκρεμούσε ήδη διαδικασία για την επιμέλεια ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου κατά τη χρονική στιγμή που αυτό παρέλαβε την απόφαση αυτή από το δικαστήριο που έχει αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, κάθε απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας που προκύπτει από τη διαδικασία αυτή και συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού στο εν λόγω κράτος μέλος θα πρέπει να είναι εκτελεστή σε κάθε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το κεφάλαιο IV, τμήμα 2 του παρόντος κανονισμού, χωρίς να απαιτείται καμία ειδική διαδικασία και χωρίς καμία δυνατότητα εναντίωσης στην αναγνώρισή της. Αυτό θα πρέπει να ισχύει εκτός αν, και στον βαθμό που, διαπιστωθεί ασυμβίβαστο με μεταγενέστερη απόφαση επί της γονικής μέριμνας σχετικά με το ίδιο παιδί, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκδοθεί πιστοποιητικό για «προνομιακές αποφάσεις» για την απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας που συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού. Εάν το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας επιληφθεί μετά την πάροδο τριών μηνών ή αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση πιστοποιητικού για προνομιακές αποφάσεις, η απόφαση που θα προκύψει επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας θα πρέπει να αναγνωρίζεται και να εκτελείται σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το κεφάλαιο IV, τμήμα 1 του παρόντος κανονισμού.

(53)

Με την επιφύλαξη των άλλων πράξεων της Ένωσης, όπου δεν είναι δυνατό να εκφράσουν ο διάδικος ή το παιδί αυτοπροσώπως τις απόψεις τους, και εφόσον είναι διαθέσιμα τα τεχνικά μέσα, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τη δυνατότητα διενέργειας ακρόασης μέσω τηλεδιάσκεψης ή μέσω άλλης τεχνολογίας επικοινωνίας, εκτός εάν, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, η χρήση της τεχνολογίας αυτής δεν θα είναι κατάλληλη για τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.

(54)

Η αμοιβαία εμπιστοσύνη προς την απονομή της δικαιοσύνης στην Ένωση δικαιολογεί την αρχή ότι οι αποφάσεις επί γαμικών διαφορών και διαφορών γονικής μέριμνας που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος θα πρέπει να αναγνωρίζονται σε όλα τα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία αναγνώρισης. Ειδικότερα, όταν τους υποβληθεί απόφαση κήρυξης διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος και η οποία δεν είναι πλέον δυνατόν να προσβληθεί στο κράτος μέλος προέλευσης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση θα πρέπει να αναγνωρίζουν την απόφαση απευθείας από τον νόμο χωρίς να απαιτείται καμία ειδική διαδικασία και να ενημερώνουν ανάλογα τα ληξιαρχικά τους βιβλία. Εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο να ορίσει αν οι λόγοι άρνησης μπορούν να προβληθούν από διάδικο ή αυτεπαγγέλτως, όπως προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Αυτό δεν εμποδίζει οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο να υποβάλει αίτηση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, για την έκδοση απόφασης ότι δεν συντρέχουν λόγοι άρνησης της αναγνώρισης, κατά τα αναφερόμενα στον παρόντα κανονισμό. Θα πρέπει να εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, να ορίσει ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως ενδιαφερόμενος που δικαιούται να υποβάλει τέτοια αίτηση.

(55)

Η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων, δημοσίων εγγράφων και συμφωνιών που εκδίδονται σε κράτος μέλος θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Ως εκ τούτου, οι λόγοι της μη αναγνώρισης θα πρέπει να περιορίζονται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό, υπό το πρίσμα του υποκείμενου σκοπού του παρόντος κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της αναγνώρισης και της εκτέλεσης και στην αποτελεσματική προστασία του συμφέροντος του παιδιού.

(56)

Η αναγνώριση απόφασης θα πρέπει να απορρίπτεται μόνο εάν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Οι λόγοι άρνησης της αναγνώρισης απαριθμούνται εξαντλητικά στον παρόντα κανονισμό. Δεν θα πρέπει να είναι δυνατό να γίνεται επίκληση, ως λόγων άρνησης., λόγων που δεν αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, όπως, για παράδειγμα, της παραβίασης του κανόνα της εκκρεμοδικίας. Σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, η μεταγενέστερη απόφαση υπερτερεί πάντοτε προγενέστερης απόφασης για το μέλλον, στον βαθμό που οι αποφάσεις αυτές δεν συμβιβάζονται.

(57)

Σε ό,τι αφορά την ευκαιρία που δίδεται στο παιδί να εκφράσει τις απόψεις του, θα πρέπει να εναπόκειται στο δικαστήριο προέλευσης να αποφασίσει σχετικά με την ενδεδειγμένη μέθοδο ακρόασης του παιδιού. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση αναγνώρισης απόφασης με μόνη αιτιολογία ότι το δικαστήριο προέλευσης χρησιμοποίησε διαφορετική μέθοδο ακρόασης του παιδιού από αυτήν που θα χρησιμοποιούσε το δικαστήριο στο κράτος μέλος της αναγνώρισης. Το κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση θα πρέπει να μην αρνείται την αναγνώριση όταν συντρέχει μία από τις επιτρεπόμενες από τον παρόντα κανονισμό εξαιρέσεις από τον συγκεκριμένο λόγο άρνησης. Οι εν λόγω εξαιρέσεις έχουν ως συνέπεια ότι τα δικαστήρια στο κράτος μέλος εκτέλεσης δεν θα πρέπει να δύνανται να αρνηθούν την εκτέλεση απόφασης με αποκλειστική αιτιολογία ότι δεν δόθηκε στο παιδί η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του, αν διαδικασία αφορούσε μόνον την περιουσία του παιδιού και εφόσον δεν απαιτείτο η παροχή αυτής της δυνατότητας δεδομένου του αντικειμένου της διαδικασίας ή εφόσον συνέτρεχαν προς τούτο σοβαροί λόγοι, λαμβανομένου υπόψη, ιδίως, του επείγοντος χαρακτήρα της υπόθεσης. Τέτοιου είδους σοβαροί λόγοι θα μπορούσαν να προβληθούν, για παράδειγμα, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τη σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα ή τη ζωή του παιδιού και οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα μπορούσε να συνεπάγεται την πιθανότητα επέλευσης του εν λόγω κινδύνου.

(58)

Επιπλέον, ο στόχος να καταστούν οι διασυνοριακές ένδικες διαφορές που αφορούν παιδιά λιγότερο χρονοβόρες και δαπανηρές δικαιολογεί την κατάργηση της διαδικασίας κήρυξης της εκτελεστότητας ή κατά περίπτωση της καταχώρισης προς εκτέλεση πριν από την εκτέλεση στο κράτος μέλος εκτέλεσης για όλες τις αποφάσεις σχετικά με διαφορές γονικής μέριμνας. Ενώ ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 κατάργησε την εν λόγω απαίτηση μόνο για ορισμένες αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας και για ορισμένες αποφάσεις που διατάσσουν την επιστροφή παιδιού, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να την καταργήσει για τη διασυνοριακή εκτέλεση όλων των αποφάσεων που αφορούν διαφορές γονικής μέριμνας, ενώ να προβλέπει ακόμη πιο ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων αποφάσεων με τις οποίες αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας και ορισμένων αποφάσεων που διατάσσουν την επιστροφή παιδιού. Επομένως, υπό την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού, απόφαση εκδοθείσα από το δικαστήριο οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους θα πρέπει να εξομοιούται προς απόφαση εκδοθείσα στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

(59)

Στην περίπτωση που δικαστήριο, το οποίο έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης, διατάσσει τη λήψη προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η κυκλοφορία των εν λόγω μέτρων βάσει του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από το δικαστήριο αυτό χωρίς κλήτευση του εναγομένου δεν αναγνωρίζονται και δεν εκτελούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού εκτός εάν η απόφαση που περιέχει το μέτρο επιδίδεται και κοινοποιείται στον εναγόμενο πριν από την εκτέλεσή τους. Αυτό δεν αποκλείει την αναγνώριση και εκτέλεση των εν λόγω μέτρων βάσει του εθνικού δικαίου. Σε περίπτωση που τα προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από δικαστήριο κράτους μέλους που δεν έχει αρμοδιότητα επί της ουσίας της υπόθεσης, η κυκλοφορία των μέτρων αυτών θα πρέπει να περιορίζεται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, στα μέτρα που λαμβάνονται σε περιπτώσεις διεθνούς απαγωγής παιδιού και τα οποία αποσκοπούν στην προστασία του παιδιού από τον σοβαρό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται έως ότου δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο έχει αρμοδιότητα επί της ουσίας της υπόθεσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού λάβει τα μέτρα τα οποία κρίνει προσήκοντα.

(60)

Καθώς οι διαδικασίες εκτέλεσης μπορεί να είναι δικαστικές ή εξωδικαστικές, ανάλογα με το εθνικό δίκαιο, στις «αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές» μπορεί να περιλαμβάνονται δικαστήρια, δικαστικοί επιμελητές και κάθε άλλη αρχή που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο. Όπου, εκτός των αρμόδιων για την εκτέλεση αρχών, στον παρόντα κανονισμό γίνεται αναφορά και σε δικαστήρια, αυτό θα πρέπει να καλύπτει περιπτώσεις κατά τις οποίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή είναι όργανο άλλο πλην δικαστηρίων αλλά τα δικαστήρια παραμένουν αρμόδια για ορισμένες αποφάσεις, είτε εξαρχής είτε με τη μορφή επανεξέτασης των πράξεων της αρμόδιας για την εκτέλεση αρχής. Θα πρέπει να εναπόκειται στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή στο δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης να διατάσσει, να λαμβάνει ή να προβλέπει ειδικά μέτρα για το στάδιο της εκτέλεσης, όπως μη αναγκαστικά μέτρα που ενδεχομένως προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους μέλους ή αναγκαστικά μέτρα που ενδεχομένως προβλέπονται στο δίκαιο αυτό, συμπεριλαμβανομένων προστίμων, φυλάκισης ή της υποχρεωτικής μεταφοράς του παιδιού από δικαστικό επιμελητή.

(61)

Για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης αποφάσεων που αφορούν την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας από άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές ή τα δικαστήρια στο κράτος μέλος εκτέλεσης θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να προσδιορίζουν λεπτομερώς τις πρακτικές περιστάσεις ή τις νομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να διευκολύνουν την εκτέλεση, στο κράτος μέλος εκτέλεσης, απόφασης η οποία διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί λόγω της αοριστίας της, έτσι ώστε η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο της εκτέλεσης να μπορούν να λάβουν πιο συγκεκριμένη και ακριβή απόφαση. Επίσης, τυχόν άλλες ρυθμίσεις προς συμμόρφωση με τις νομικές απαιτήσεις του εθνικού δικαίου εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης, όπως, για παράδειγμα, η συμμετοχή αρχής προστασίας παιδιών ή ψυχολόγου στο στάδιο της εκτέλεσης, θα πρέπει να γίνονται με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, οποιεσδήποτε τέτοιου είδους ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν ή να υπερβαίνουν τα ουσιώδη στοιχεία της απόφασης επί του δικαιώματος επικοινωνίας. Επιπλέον, η εξουσία που παρέχεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού για την προσαρμογή των μέτρων δεν θα πρέπει να καθιστά δυνατή την αντικατάσταση, από το δικαστήριο της εκτέλεσης, μέτρων, που είναι άγνωστα στο δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, με διαφορετικά μέτρα.

(62)

Η εκτέλεση, στο κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η εκτέλεση, απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος χωρίς κήρυξη της εκτελεστότητας δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τον σεβασμό των δικαιωμάτων του καθ’ού. Επομένως, το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση θα πρέπει να μπορεί να υποβάλει αίτηση για άρνηση της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης μιας απόφασης, εάν θεωρεί ότι συντρέχει κάποιος από τους λόγους άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης σύμφωνα με το παρόντα κανονισμό. Εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να κρίνει αν οι λόγοι άρνησης της αναγνώρισης κατά τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εξεταστούν αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης. Ως εκ τούτου, η ίδια δυνατότητα θα πρέπει να υφίσταται και στο πλαίσιο της άρνησης εκτέλεσης. Η εφαρμογή οποιουδήποτε εθνικού λόγου άρνησης δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των όρων και προϋποθέσεων των λόγων που προβλέπονται βάσει του παρόντος κανονισμού.

(63)

Ο διάδικος που αντιτάσσεται στην εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού και σύμφωνα με το νομικό σύστημα του κράτους μέλους εκτέλεσης, να είναι σε θέση να το πράξει στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης και να είναι σε θέση να προβάλει, εντός μίας διαδικασίας, εκτός από τους λόγους άρνησης κατά τον παρόντα κανονισμό, τους λόγους άρνησης που προβλέπονται στη νομοθεσία του κράτους μέλους όπου ζητείται η εκτέλεση, οι οποίοι θα εξακολουθούν να ισχύουν καθώς δεν είναι ασυμβίβαστοι με τους λόγους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Σε αυτούς τους λόγους θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται, για παράδειγμα, λόγοι σχετικοί με τυπικά σφάλματα της πράξης εκτέλεσης βάσει του εθνικού δικαίου ή σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η ενέργεια που απαιτείται από την απόφαση έχει ήδη εκτελεστεί ή έχει καταστεί αδύνατη, για παράδειγμα, όταν συντρέχει ανωτέρα βία, σοβαρή ασθένεια του προσώπου στο οποίο το παιδί πρέπει να παραδοθεί, η φυλάκιση ή ο θάνατος του εν λόγω προσώπου, το γεγονός ότι το κράτος μέλος στο οποίο θα γίνει η επιστροφή του παιδιού μετατράπηκε σε εμπόλεμη ζώνη μετά την έκδοση της απόφασης, ή η άρνηση εκτέλεσης απόφασης η οποία, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση, δεν έχει περιεχόμενο με εκτελεστότητα και δεν μπορεί να προσαρμοστεί για τον σκοπό αυτό.

(64)

Για να ενημερωθεί το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, το πιστοποιητικό που εκδίδεται βάσει του παρόντος κανονισμού, εάν χρειάζεται συνοδευόμενο από την απόφαση, θα πρέπει να επιδίδεται και κοινοποιείται σε αυτό το πρόσωπο σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν από το πρώτο μέτρο της εκτέλεσης. Στο πλαίσιο αυτό, ως πρώτο μέτρο εκτέλεσης λογίζεται το πρώτο μέτρο της εκτέλεσης μετά την επίδοση και κοινοποίηση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται εκτέλεση έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, το οποίο περιλαμβάνει τη δυνατότητα να προσβάλει την εκτελεστότητα της απόφασης πριν από την πραγματική έναρξη της εκτέλεσης.

(65)

Σε θέματα γονικής μέριμνας, η εκτέλεση θα αφορά πάντα ένα παιδί και, σε πολλές περιπτώσεις, την επιστροφή του παιδιού σε πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο με το οποίο το παιδί διαμένει εκείνη τη στιγμή και/ή τη μετεγκατάστασή του σε άλλο κράτος μέλος. Ο πρωταρχικός στόχος θα πρέπει, επομένως, να είναι η επίτευξη της σωστής ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος του αιτούντος, καταρχήν, να εξασφαλίσει την εκτέλεση της απόφασης όσο το δυνατόν πιο σύντομα, μεταξύ άλλων και σε διασυνοριακές υποθέσεις εντός της Ένωσης, και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, να επιβάλει αναγκαστικά μέτρα, καθώς επίσης και της ανάγκης να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η έκθεση του παιδιού σε ενδεχομένως τραυματικές εμπειρίες λόγω της επιβολής αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης, σε περιπτώσεις που αυτό δεν μπορεί να αποφευχθεί. Η κρίση αυτή θα πρέπει να γίνεται από τις αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές και τα δικαστήρια σε κάθε κράτος μέλος ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

(66)

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην καθιέρωση ισότιμων όρων όσον αφορά τη διασυνοριακή εκτέλεση αποφάσεων σε θέματα γονικής μέριμνας μεταξύ των κρατών μελών. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αποφάσεις αυτές είναι ήδη εκτελεστές, ακόμη και αν υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή έχουν ήδη ασκηθεί ένδικα μέσα εναντίον τους. Σε άλλα κράτη μέλη, μόνο η τελική απόφαση που δεν υπόκειται πλέον σε τακτικά ένδικα μέσα είναι εκτελεστή. Προκειμένου να καλυφθούν επείγουσες καταστάσεις, ο παρών κανονισμός προβλέπει, επομένως, ότι το δικαστήριο του κράτους μέλος προέλευσης δύναται να κηρύττει ορισμένες αποφάσεις σε θέματα γονικής μέριμνας προσωρινά εκτελεστές, ακόμη και αν αυτές εξακολουθούν να υπόκεινται σε ένδικα μέσα, και συγκεκριμένα αποφάσεις που διατάσσουν την επιστροφή του παιδιού με βάση τη σύμβαση της Χάγης του 1980 και αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας.

(67)

Σε διαδικασίες εκτέλεσης που αφορούν παιδιά, ωστόσο, είναι σημαντικό οι αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές και τα δικαστήρια να έχουν τη δυνατότητα να αντιδρούν άμεσα σε σχετικές μεταβολές των περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν προσβολής της απόφασης στο κράτος μέλος προέλευσης, απώλειας της εκτελεστότητας της απόφασης και εμποδίων ή επειγουσών καταστάσεων κατά το στάδιο της εκτέλεσης. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση που η εκτελεστότητα της απόφασης αναστέλλεται στο κράτος μέλος προέλευσης, η διαδικασία εκτέλεσης θα πρέπει να αναστέλλεται υποχρεωτικά, κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο ή την αρχή. Η αρχή ή το δικαστήριο που είναι αρμόδια για την εκτέλεση δεν πρέπει, ωστόσο, να υποχρεούνται να ερευνούν ενεργά αν στο μεταξύ η εκτέλεση έχει ανασταλεί, μετά από άσκηση ένδικου μέσου ή με άλλο τρόπο, στο κράτος μέλος προέλευσης, εφόσον δεν υπάρχει καμία σχετική ένδειξη. Επιπλέον, η αναστολή ή άρνηση εκτέλεσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης θα πρέπει να γίνεται κατόπιν αίτησης και, ακόμη και αν διαπιστώνεται ότι συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους λόγους που προβλέπονται ή επιτρέπονται από τον παρόντα κανονισμό, η αναστολή ή άρνηση εκτέλεσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης θα πρέπει να εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για την εκτέλεση αρχής ή του δικαστηρίου.

(68)

Όταν η απόφαση εξακολουθεί να υπόκειται σε ένδικα μέσα στο κράτος μέλος προέλευσης και η προθεσμία άσκησης τακτικού ένδικου μέσου δεν έχει ακόμη παρέλθει, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο στο κράτος μέλος εκτέλεσης θα πρέπει να διαθέτουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστέλλουν, κατόπιν αιτήματος, τη διαδικασία εκτέλεσης. Στις περιπτώσεις αυτές, δύνανται να θέτουν προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου στο κράτος μέλος προέλευσης, προκειμένου να κηρύξουν ή να διατηρήσουν την αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης. Η προθεσμία θα πρέπει να ισχύει μόνο για την αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης και να μην επηρεάζει την προθεσμία άσκησης ένδικου μέσου με βάση τη δικονομία του κράτους μέλους προέλευσης.

(69)

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή για την εκτέλεση ή το δικαστήριο θα πρέπει να μπορούν να αναστείλουν τη διαδικασία εκτέλεσης, αν η εκτέλεση εκθέτει το παιδί σε σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης λόγω προσωρινών εμποδίων που έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης, ή για οποιαδήποτε άλλη σημαντική μεταβολή των συνθηκών. Η διαδικασία εκτέλεσης συνεχίζεται μόλις πάψει να υφίσταται ο σοβαρός κίνδυνος σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης. Εάν αυτός εξακολουθεί να υφίσταται, ωστόσο, θα πρέπει να λαμβάνεται κάθε απαραίτητο μέτρο πριν από την άρνηση της εκτέλεσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, με τη συνδρομή λοιπών ειδικών επαγγελματιών, όπως κοινωνικών λειτουργών ή παιδοψυχολόγων, ώστε να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της απόφασης. Ειδικότερα, οι αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές ή το δικαστήριο θα πρέπει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, να προσπαθούν να αντιμετωπίζουν κάθε εμπόδιο που προκαλείται από τη μεταβολή των περιστάσεων, όπως, για παράδειγμα, η προφανής εναντίωση του παιδιού που εγείρεται μετά την έκδοση της απόφασης και η οποία είναι τόσο ισχυρή ώστε, εάν δεν ληφθεί υπόψη, να οδηγεί σε σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης του παιδιού.

(70)

Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες μεταξύ των μερών σε δικαστικό χωρισμό και διαζύγιο τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα σε κάποιο κράτος μέλος θα πρέπει να εξομοιούνται προς «αποφάσεις» για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων αναγνώρισης και εκτέλεσης. Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες μεταξύ των μερών σε θέματα γονικής μέριμνας που είναι εκτελεστά σε κάποιο κράτος μέλος θα πρέπει να εξομοιούνται προς «αποφάσεις» για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων αναγνώρισης και εκτέλεσης.

(71)

Μολονότι η υποχρέωση παροχής στο παιδί της δυνατότητας να εκφράσει τις απόψεις του βάσει του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε δημόσια έγγραφα και συμφωνίες, το δικαίωμα του παιδιού να εκφράσει τις απόψεις του θα πρέπει να εξακολουθεί να εφαρμόζεται δυνάμει του άρθρου 24 του και λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 12 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, όπως αυτά εφαρμόζονται στην εθνική νομοθεσία και διαδικασία. Το γεγονός ότι το παιδί δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του δεν θα πρέπει αυτομάτως να αποτελεί λόγο άρνησης της αναγνώρισης και της εκτέλεσης των δημοσίων εγγράφων και συμφωνιών σε διαφορές γονικής μέριμνας.

(72)

Για τις διαφορές γονικής μέριμνας, κεντρικές αρχές θα πρέπει να οριστούν σε όλα τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να ορίσουν την ίδια κεντρική αρχή για τον παρόντα κανονισμό όπως ορίζεται για τις συμβάσεις της Χάγης του 1980 και του 1996. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι κεντρικές αρχές διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που τους επιτρέπουν να εκτελούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού.

(73)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τη συνεργασία σε διαφορές γονικής μέριμνας δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται για την επεξεργασία των αιτήσεων επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 19 της εν λόγω σύμβασης και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί διαδικασία επί της ουσίας του ζητήματος της γονικής μέριμνας. Ωστόσο, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν τη διεθνή απαγωγή παιδιών, το κεφάλαιο του παρόντος κανονισμού την αναγνώριση και την εκτέλεση καθώς και το κεφάλαιο επί των γενικών διατάξεων θα πρέπει να εφαρμόζονται συμπληρωματικά με τη σύμβαση της Χάγης του 1980.

(74)

Οι κεντρικές αρχές θα πρέπει να συνδράμουν τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές, και σε ορισμένες περιπτώσεις τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας, στις διασυνοριακές διαδικασίες και να συνεργάζονται τόσο σε γενικά θέματα όσο και σε ειδικές περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης του φιλικού διακανονισμού των οικογενειακών διαφορών.

(75)

Εξαιρουμένων των περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης και με την επιφύλαξη της άμεσης συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ δικαστηρίων που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, τα αιτήματα δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με τη συνεργασία σε θέματα γονικής μέριμνας μπορούν να διατυπώνονται από τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές και πρέπει να υποβάλλονται στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου ή της αιτούσας αρμόδιας αρχής. Ορισμένα αιτήματα μπορούν, επίσης, να διατυπώνονται από δικαιούχους γονικής μέριμνας και πρέπει να υποβάλλονται στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους όπου ο αιτών έχει τη συνήθη διαμονή του. Τα εν λόγω αιτήματα θα πρέπει να περιλαμβάνουν: αιτήματα για την παροχή πληροφοριών και βοήθειας στους δικαιούχους γονικής μέριμνας που επιδιώκουν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στο έδαφος της κεντρικής αρχής στην οποία απευθύνεται το αίτημα, ιδιαίτερα όσον αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και την επιστροφή του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι αναγκαίο, πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο παροχής δικαστικής αρωγής· αιτήματα για τη διευκόλυνση της συμφωνίας μεταξύ δικαιούχων γονικής μέριμνας μέσω διαμεσολάβησης ή άλλων μέσων εναλλακτικής επίλυσης διαφορών· και αιτήματα προς δικαστήριο ή αρμόδια αρχή για να εξετάσουν την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού.

(76)

Παράδειγμα περίπτωσης επείγουσας ανάγκης που θα επέτρεπε την άμεση αρχική επικοινωνία με το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα αποτελεί το αίτημα απευθείας στην αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους να εξετάσει την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία του παιδιού στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι το παιδί βρίσκεται σε επαπειλούμενο κίνδυνο. Η διαδικασία μέσω των διαύλων της κεντρικής αρχής θα πρέπει να είναι υποχρεωτική μόνο για τα αρχικά αιτήματα· κάθε επόμενη επικοινωνία με το δικαστήριο, την αρμόδια αρχή ή τον αιτούντα δύναται να πραγματοποιείται απευθείας.

(77)

Οι κεντρικές αρχές ή οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να αποκλείονται από το να συνάψουν ή να διατηρήσουν υφιστάμενες συμφωνίες ή ρυθμίσεις με κεντρικές αρχές ή αρμόδιες αρχές ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, οι οποίες καθιστούν δυνατές τις απευθείας επικοινωνίες στις αμοιβαίες σχέσεις τους. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν τις κεντρικές αρχές τους για τέτοιες συμφωνίες ή ρυθμίσεις.

(78)

Σε ειδικές περιπτώσεις διαφορών γονικής μέριμνας οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι κεντρικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους για την παροχή βοήθειας στα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές και τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας. Η βοήθεια που παρέχεται από την κεντρική αρχή στην οποία υποβάλλεται αίτημα θα πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνει τον εντοπισμό του παιδιού, είτε απευθείας είτε μέσω δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών ή άλλων φορέων, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, καθώς και την παροχή κάθε πληροφορίας σχετικά με τις διαδικασίες σε θέματα γονικής μέριμνας.

(79)

Οι κεντρικές αρχές στις οποίες υποβάλλεται αίτημα θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων, εφόσον είναι αναγκαίο, ιδιαίτερα όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων για την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο, για τα προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα σε επείγουσες περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν αφορούν διεθνή απαγωγή παιδιών και αποσκοπούν στην προστασία του παιδιού από τον σοβαρό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο σημείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, και για την εκκρεμοδικία και τις συναφείς αγωγές. Προς το σκοπό αυτό, η παροχή πληροφοριών για περαιτέρω απευθείας επικοινωνία μπορεί να επαρκεί σε ορισμένες περιπτώσεις για παράδειγμα, η παροχή στοιχείων επικοινωνίας αρχών παιδικής πρόνοιας, δικαστών του δικτύου ή του αρμόδιου δικαστηρίου.

(80)

Προς επίτευξη των σκοπών του παρόντος κανονισμού και με την επιφύλαξη τυχόν απαιτήσεων του οικείου εθνικού δικονομικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο ή η αιτούσα αρμόδια αρχή θα πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ των διαφορετικών διαύλων που έχουν στη διάθεσή τους για την απόκτηση των αναγκαίων πληροφοριών.

(81)

Όταν υποβάλλεται αιτιολογημένη αίτηση για έκθεση ή για οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με τις διαδικασίες σε θέματα γονικής μέριμνας στο αιτούν κράτος μέλος, οι κεντρικές αρχές, απευθείας ή μέσω των δικαστηρίων, οι αρμόδιες αρχές ή άλλοι φορείς του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην αίτηση αυτή. Η αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως περιγραφή των διαδικασιών για τις οποίες απαιτούνται οι πληροφορίες και των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στις διαδικασίες αυτές.

(82)

Όταν δικαστήριο κράτους μέλους έχει ήδη εκδώσει απόφαση για διαφορά γονικής μέριμνας ή εξετάζει τέτοια απόφαση και η απόφαση αυτή πρόκειται να εκτελεστεί σε άλλο κράτος μέλος, το δικαστήριο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από τα δικαστήρια ή τις αρμόδιες αρχές αυτού του άλλου κράτους μέλους συνδρομή για την εκτέλεση της απόφασης. Αυτό θα πρέπει να εφαρμόζεται, για παράδειγμα, σε αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας υπό επίβλεψη το οποίο θα ασκείται σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση ή σε αποφάσεις που περιλαμβάνουν οποιαδήποτε άλλα συνοδευτικά μέτρα των δικαστηρίων ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να εκτελεστεί η απόφαση.

(83)

Όταν δικαστήριο ή αρμόδια αρχή κράτους μέλους εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης παιδιού σε άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να πραγματοποιείται διαδικασία διαβούλευσης για τη λήψη έγκρισης πριν από την τοποθέτηση. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή που εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης θα πρέπει να λάβει την έγκριση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο θα τοποθετηθεί το παιδί προτού αποφασίσει ή ρυθμίσει την τοποθέτηση. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν σαφείς κανόνες και διαδικασίες για τους σκοπούς της έγκρισης που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ώστε να κατοχυρώσουν την ασφάλεια δικαίου και να εξασφαλίσουν την ταχεία λήψη αποφάσεως. Οι διαδικασίες θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να παρέχουν στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να χορηγεί ή να αρνείται την έγκριση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η απουσία απάντησης εντός τριών μηνών δεν θα πρέπει να νοηθεί ως έγκριση και χωρίς έγκριση η τοποθέτηση δεν θα πρέπει να πραγματοποιηθεί. Το αίτημα έγκρισης θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον έκθεση σχετικά με το παιδί καθώς και τους λόγους της προτεινόμενης τοποθέτησης ή παροχής φροντίδας, την αναμενόμενη διάρκεια της τοποθέτησης, πληροφορίες για οποιαδήποτε εξεταζόμενη χρηματοδότηση, σε συνδυασμό με οποιαδήποτε άλλη πληροφορία μπορεί να κριθεί χρήσιμη από το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα όπως οποιαδήποτε προβλεπόμενη επίβλεψη του μέτρου, ρυθμίσεις για την επαφή με τους γονείς, άλλους συγγενείς ή άλλα πρόσωπα με τα οποία το παιδί έχει στενή σχέση, ή οι λόγοι για τους οποίους δεν εξετάζεται η επαφή αυτή δυνάμει του άρθρου 8 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, όταν έχει δοθεί έγκριση τοποθέτησης για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η εν λόγω έγκριση δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αποφάσεις ή ρυθμίσεις με τις οποίες παρατείνεται η διάρκεια της τοποθέτησης. Σε τέτοιες περιστάσεις, θα πρέπει να υποβάλλεται νέο αίτημα έγκρισης.

(84)

Όταν απόφαση σχετικά με την τοποθέτηση παιδιού σε ίδρυμα ή σε ανάδοχη οικογένεια εξετάζεται στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του παιδιού, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων του παιδιού, ιδίως του δικαιώματος του παιδιού να διατηρήσει την ταυτότητά του και του δικαιώματος του παιδιού να διατηρήσει την επαφή με τους γονείς ή, κατά περίπτωση, με λοιπούς συγγενείς, δυνάμει των άρθρων 8, 9 και 20 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού. Εφόσον το δικαστήριο γνωρίζει ότι υπάρχει στενή σχέση του παιδιού με άλλο κράτος μέλος, τα κατάλληλα μέτρα θα μπορούσαν ειδικότερα να περιλαμβάνουν, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 37 στοιχείο β) της σύμβασης της Βιέννης επί των προξενικών σχέσεων, κοινοποίηση προς την προξενική αρχή του εν λόγω κράτους μέλους. Η εν λόγω ενημέρωση μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω πληροφοριών που παρέχει η κεντρική αρχή αυτού του άλλου κράτους μέλους. Μεταξύ των κατάλληλων μέτρων μπορεί επίσης να συγκαταλέγεται αίτημα δυνάμει του παρόντος κανονισμού προς το εν λόγω κράτος μέλος για την παροχή πληροφοριών σχετικά με γονέα, συγγενή ή άλλα πρόσωπα που μπορεί να είναι κατάλληλα για τη φροντίδα του παιδιού. Επιπλέον, ανάλογα με τις περιστάσεις, το δικαστήριο μπορεί επίσης να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με διαδικασίες και αποφάσεις που αφορούν γονέα ή αδέλφια του παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Ειδικότερα, καμία από τις εν λόγω διατάξεις δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εθνική νομοθεσία ή διαδικασία που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε απόφαση τοποθέτησης λαμβάνεται από δικαστήριο ή αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος που εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης. Πιο συγκεκριμένα, οι εν λόγω διατάξεις δεν πρέπει να θέτουν καμία υποχρέωση στις αρχές του κράτους μέλους που έχουν δικαιοδοσία να τοποθετήσουν το παιδί στο άλλο κράτος μέλος ή να εμπλέξουν περαιτέρω το εν λόγω κράτος μέλος στην απόφαση ή τη διαδικασία τοποθέτησης.

(85)

Καθώς ο χρόνος έχει καθοριστική σημασία στα θέματα γονικής μέριμνας, οι πληροφορίες που ζητούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με τη συνεργασία, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συλλογή και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις διαδικασίες σε θέματα γονικής μέριμνας, και η απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης έγκρισης για την τοποθέτηση του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να διαβιβάζονται στο αιτούν κράτος μέλος από την κεντρική αρχή του κράτους μέλους προς το οποίο υποβάλλεται το αίτημα, το αργότερο εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος, εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων. Σε αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνεται η υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να παράσχει, ή να εξηγήσει γιατί δεν μπορεί να παράσχει, τις πληροφορίες στην κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα έγκαιρα, ώστε αυτή να μπορεί να τηρήσει την εν λόγω προθεσμία. Ωστόσο, όλες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν να απαντούν ακόμη πιο γρήγορα από την προβλεπόμενη μέγιστη προθεσμία.

(86)

Το γεγονός ότι η σύγκληση των συνεδριάσεων των κεντρικών αρχών γίνεται ιδίως από την Επιτροπή στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις σύμφωνα με την απόφαση 2001/470/ΕΚ δεν θα πρέπει να αποκλείει τη διοργάνωση άλλων συνεδριάσεων των κεντρικών αρχών.

(87)

Εκτός αν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) θα πρέπει να εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη η οποία πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, για να μην τεθεί σε κίνδυνο η διεκπεραίωση αιτήματος δυνάμει του παρόντος κανονισμού, για παράδειγμα για την επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, ή για να λάβει υπόψη το δικαστήριο την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για την προστασία του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού, η ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 14 παράγραφοι 1 έως 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, για παράδειγμα σχετικά με στοιχεία που ζητούνται για τον εντοπισμό του παιδιού, μπορεί να μετατεθεί για μετά τη διεκπεραίωση του αιτήματος για το οποίο ζητούνται οι εν λόγω πληροφορίες. Η εξαίρεση αυτή γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5, καθώς και το άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχεία στ), ζ), θ) και ι) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Αυτό δεν θα πρέπει να απαγορεύει σε κανέναν ενδιάμεσο, δικαστήριο ή αρμόδια αρχή, όπου έχουν διαβιβαστεί οι πληροφορίες, να λάβει μέτρα για την προστασία του παιδιού ή να συμβάλει στη λήψη τέτοιων μέτρων, όταν το παιδί διατρέχει κίνδυνο βλάβης ή υπάρχουν ενδείξεις τέτοιου κινδύνου.

(88)

Σε περιπτώσεις στις οποίες η δημοσιοποίηση ή η επιβεβαίωση των σχετικών πληροφοριών θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή την ελευθερία του παιδιού ή άλλου προσώπου, για παράδειγμα σε περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί ενδοοικογενειακή βία και το δικαστήριο αποφάσισε να μην αποκαλυφθεί η νέα διεύθυνση του παιδιού στον αιτούντα, ο παρών κανονισμός επιδιώκει να επιτύχει μια λεπτή ισορροπία. Μολονότι ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ότι η κεντρική αρχή, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή δεν θα πρέπει να δημοσιοποιήσει ούτε να επιβεβαιώσει στον αιτούνται ή σε τρίτο μέρος καμία πληροφορία η οποία συλλέγεται ή διαβιβάζεται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εάν κριθεί ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο η υγεία, η ασφάλεια ή η ελευθερία του παιδιού ή άλλου προσώπου, ωστόσο πρέπει να υπογραμμίζει ότι αυτό οφείλει να μην εμποδίζει τη συλλογή και τη διαβίβαση πληροφοριών από τις κεντρικές αρχές, τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές, και μεταξύ αυτών, στον βαθμό που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Αυτό σημαίνει ότι όταν είναι δυνατό και σκόπιμο, μια αίτηση θα πρέπει να δύναται να υποστεί επεξεργασία δυνάμει του παρόντος κανονισμού χωρίς να παρασχεθούν στον αιτούντα όλες οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επεξεργασία της. Για παράδειγμα, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία, η κεντρική αρχή μπορεί να κινήσει διαδικασία εξ ονόματος αιτούντος χωρίς να κοινοποιήσει στον αιτούντα τις πληροφορίες σχετικά με τον τόπο στον οποίο βρίσκεται το παιδί. Ωστόσο, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η υποβολή και μόνο του αιτήματος θα μπορούσε ήδη να θέσει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή την ελευθερία του παιδιού ή άλλου προσώπου, δεν θα πρέπει να υπάρχει υποχρέωση δυνάμει του παρόντος κανονισμού για την υποβολή τέτοιου αιτήματος.

(89)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα τηρούνται ενήμερα τα πιστοποιητικά προς χρήση σε σχέση με την εφαρμογή των κεφαλαίων III και IV του παρόντος κανονισμού, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή όσον αφορά τις τροποποιήσεις των παραρτημάτων [I έως IX] του παρόντος κανονισμού. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (10). Ιδίως, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Συμβούλιο λαμβάνει όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(90)

Θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνέχεια μεταξύ της σύμβασης του 1998 που καταρτίστηκε δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές (σύμβαση Βρυξελλών ΙΙ) (11), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 και του παρόντος κανονισμού, στον βαθμό που οι διατάξεις έχουν παραμείνει αμετάβλητες, και θα πρέπει να προβλεφθούν για τον σκοπό αυτόν μεταβατικές διατάξεις. Η ίδια ανάγκη συνέχειας συντρέχει και όσον αφορά την ερμηνεία, περιλαμβανομένης της ερμηνείας από το Δικαστήριο, της σύμβασης Βρυξελλών ΙΙ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 και (ΕΚ) αριθ. 2201/2003.

(91)

Υπενθυμίζεται ότι για τις συμφωνίες με ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη που έχουν συναφθεί από κράτος μέλος πριν από την ημερομηνία προσχώρησής του στην Ένωση, εφαρμόζεται το άρθρο 351 της ΣΛΕΕ.

(92)

Ο νόμος που εφαρμόζεται σε διαφορές γονικής μέριμνας θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου III της σύμβασης της Χάγης του 1996. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, η αναφορά που περιλαμβάνεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 της εν λόγω σύμβασης «στις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ» της εν λόγω σύμβασης θα πρέπει να νοείται ως αναφορά «στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού».

(93)

Για την ορθή λειτουργία του παρόντος κανονισμού η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την εφαρμογή του και να προτείνει, ενδεχομένως, τις αναγκαίες τροποποιήσεις.

(94)

Η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιοποιεί και ενημερώνει τα στοιχεία που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη.

(95)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 και το άρθρο 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στη ΣΛΕΕ, τα εν λόγω κράτη μέλη γνωστοποίησαν την επιθυμία τους να συμμετάσχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(96)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν παίρνει μέρος στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από τον κανονισμό ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(97)

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κλήθηκε να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 46 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) και εξέδωσε τη γνωμοδότησή του στις 15 Φεβρουαρίου 2018 (13).

(98)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού είναι αδύνατο να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των εθνικών κανόνων που διέπουν τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων αλλά δύνανται, λόγω της άμεσης εφαρμογής και του δεσμευτικού χαρακτήρα του παρόντος κανονισμού, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις:

α)

το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση του γάμου των συζύγων·

β)

την ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας.

2.   Οι υποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), μπορούν να περιλαμβάνουν ιδίως:

α)

το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας·

β)

την επιτροπεία, την κηδεμονία και ανάλογους θεσμούς·

γ)

τον διορισμό και τα καθήκοντα προσώπων ή οργανώσεων στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου ή η διοίκηση της περιουσίας παιδιού, ή η εκπροσώπησή του ή η φροντίδα του·

δ)

την τοποθέτηση παιδιού σε ίδρυμα ή σε ανάδοχη οικογένεια·

ε)

τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διοίκηση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας παιδιού.

3.   Τα κεφάλαια III και VI του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται όταν η παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού αφορά περισσότερα του ενός κράτη μέλη, συμπληρώνοντας τη σύμβαση της Χάγης του 1980. Το κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται στις αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η επιστροφή του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, οι οποίες πρέπει να εκτελούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α)

στην αναγνώριση και την προσβολή της πατρότητας·

β)

στην απόφαση για την υιοθεσία και τα προπαρασκευαστικά μέτρα υιοθεσίας καθώς και την ακύρωση και την ανάκληση της υιοθεσίας·

γ)

στο επώνυμο και το όνομα παιδιού·

δ)

στη χειραφεσία·

ε)

στις υποχρεώσεις διατροφής·

στ)

στο εμπίστευμα και τις κληρονομίες·

ζ)

στα μέτρα που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα ποινικών αδικημάτων που διαπράχθηκαν από παιδιά.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού «απόφαση» σημαίνει την απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένης της διαταγής, της διάταξης ή της δικαστικής απόφασης, που απαγγέλλει το διαζύγιο, τον δικαστικό χωρισμό ή την ακύρωση ενός γάμου, ή όσον αφορά θέματα γονικής μέριμνας·

Για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV, η «απόφαση» περιλαμβάνει:

α)

απόφαση που εκδίδεται σε ένα κράτος μέλος με την οποία διατάσσεται η επιστροφή παιδιού σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980, η οποία πρέπει να εκτελεστεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση,

β)

προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία διατάσσονται από δικαστήριο το οποίο, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, έχει δικαιοδοσία επί της ουσίας της υπόθεσης ή μέτρα τα οποία διατάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 15.

Για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV, η «απόφαση» δεν περιλαμβάνει τα προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από το εν λόγω δικαστήριο χωρίς να καλείται να εμφανιστεί ο εναγόμενος, εκτός εάν η απόφαση που περιέχει το μέτρο έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον καθ’ ου πριν από την εκτέλεση.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «Δικαστήριο»: κάθε αρχή οιουδήποτε κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία για τα ζητήματα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού

2)   «Δημόσιο έγγραφο»: το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωρισθεί επισήμως ως δημόσιο έγγραφο σε οιοδήποτε κράτος μέλος για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και του οποίου η γνησιότητα:

α)

συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του δημόσιου εγγράφου, και

β)

έχει πιστοποιηθεί από δημόσια αρχή ή οποιαδήποτε άλλη εξουσιοδοτημένη προς τούτο αρχή. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω αρχές στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

3)   «Συμφωνία»: για τους σκοπούς του κεφαλαίου IV, έγγραφο το οποίο δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, έχει συναφθεί από τα μέρη για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και έχει καταχωριστεί από δημόσια αρχή όπως έχει κοινοποιηθεί για τον σκοπό αυτό στην Επιτροπή από κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 103·

4)   «Κράτος μέλος προέλευσης»: το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, συντάχθηκε ή καταχωρίστηκε επίσημα το δημόσιο έγγραφο ή καταχωρίστηκε η συμφωνία·

5)   «Κράτος μέλος εκτέλεσης»: το κράτος μέλος στο οποίο επιδιώκεται η εκτέλεση της απόφασης, του δημόσιου εγγράφου ή της συμφωνίας·

6)   «Παιδί»: κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών·

7)   «Γονική μέριμνα»: το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος επιμέλειας και του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας·

8)   «Δικαιούχος γονικής μέριμνας»: κάθε πρόσωπο ίδρυμα ή οργάνωση που έχει τη γονική μέριμνα παιδιού·

9)   το «δικαίωμα επιμέλειας»: περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου κατοικίας του παιδιού·

10)   «Δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας»: το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με παιδί, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος μετακίνησης παιδιού για ορισμένο χρονικό διάστημα σε τόπο άλλο από τον τόπο της συνήθους διαμονής του·

11)   «Παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση»: η μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού όταν:

α)

η εν λόγω μετακίνηση ή κατακράτηση γίνεται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση, από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του, και

β)

το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά.

3.   Για τους σκοπούς των άρθρων 3, 6, 10, 12, 13, 51, 59, 75, 94 και 102 η έννοια της «κατοικίας» αντικαθιστά την έννοια της «ιθαγένειας» για την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και έχει την ίδια έννοια με αυτήν που ορίζεται στις έννομες τάξεις των εν λόγω κρατών μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΕ ΓΑΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Διαζύγιο, δικαστικόσ χωρισμόσ και ακύρωση γάμου

Άρθρο 3

Γενική δικαιοδοσία

Δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους:

α)

στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται:

i)

η συνήθης διαμονή των συζύγων

ii)

η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτή τη διαμονή,

iii)

η συνήθης διαμονή του εναγομένου,

iv)

σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων,

v)

η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον ένα χρόνο αμέσως πριν από την άσκηση της αγωγής, ή

vi)

η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτή τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την άσκηση της αγωγής και αν είναι υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους, ή

β)

της ιθαγένειας των δύο συζύγων.

Άρθρο 4

Ανταγωγή

Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία βάσει του άρθρου 3 είναι αρμόδιο και για την ανταγωγή, στο μέτρο που η εν λόγω ανταγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Μετατροπή του δικαστικού χωρισμού σε διαζύγιο

Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το δικαστήριο του κράτους μέλους το οποίο εξέδωσε απόφαση δικαστικού χωρισμού είναι επίσης αρμόδιο για να μετατρέψει τον εν λόγω δικαστικό χωρισμό σε διαζύγιο, εφόσον το προβλέπει το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους.

Άρθρο 6

Επικουρικές βάσεις δικαιοδοσίας

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, εφόσον κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 3, 4 ή 5, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο αυτού του κράτους.

2.   Σύζυγος που έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους μέλους, ή είναι υπήκοος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος μόνον δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 5.

3.   Κάθε υπήκοος κράτους μέλους που έχει συνήθη διαμονή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μπορεί να επικαλείται, όπως οι ημεδαποί, τους κανόνες δικαιοδοσίας που εφαρμόζονται στο εν λόγω κράτος κατά εναγομένου που δεν έχει συνήθη διαμονή στο έδαφος κράτους μέλους και δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους.

ΤΜΗΜΑ 2

Γονική μέριμνα

Άρθρο 7

Γενική δικαιοδοσία

1.   Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τον χρόνο κατά τον οποίο επιλαμβάνεται το δικαστήριο.

2.   Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν θίγει τα άρθρα 8 έως 10.

Άρθρο 8

Διατήρηση της αρμοδιότητας όσον αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας

1.   Όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος σε άλλο και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, διατηρούν την αρμοδιότητά τους, επί τρεις μήνες μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του παιδιού, εφόσον το πρόσωπο στο οποίο έχει δοθεί το δικαίωμα επικοινωνίας από την απόφαση εξακολουθεί να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 έχει αποδεχθεί την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους της νέας συνήθους διαμονής του παιδιού συμμετέχοντας σε διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους χωρίς να αμφισβητήσει την αρμοδιότητά τους.

Άρθρο 9

Δικαιοδοσία σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού

Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, στην περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν τη δικαιοδοσία τους έως ότου το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, και:

α)

κάθε πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας έχει συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση, ή

β)

το παιδί έχει διαμείνει σε αυτό το άλλο κράτος μέλος για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους αφότου το πρόσωπο, το ίδρυμα ή οιαδήποτε άλλη οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί και το παιδί έχει ενταχθεί στο νέο περιβάλλον του, συντρέχει δε τουλάχιστον μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

i)

εντός ενός έτους αφότου ο δικαιούχος της επιμέλειας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το παιδί, δεν έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ενώπιον των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους στο οποίο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται το παιδί·

ii)

έχει ανακληθεί αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμέλειας και δεν έχει υποβληθεί νέα αίτηση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο σημείο i)·

iii)

αίτηση επιστροφής την οποία υπέβαλε ο δικαιούχος της επιμέλειας απορρίφθηκε από δικαστήριο κράτους μέλους για λόγους άλλους από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή το άρθρο 13 παράγραφος 2 της σύμβασης της Χάγης του 1980 και η απόφαση αυτή δεν υπόκειται πλέον σε τακτικό ένδικο μέσο·

iv)

κανένα δικαστήριο δεν έχει επιληφθεί, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφοι 3 και 5, στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του·

v)

τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του έχουν εκδώσει απόφαση για το δικαίωμα επιμέλειας που δεν συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού.

Άρθρο 10

Επιλογή δικαστηρίου

1.   Τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αρμοδιότητα θέματα γονικής μέριμνας εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι

i)

ένας τουλάχιστον εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος

ii)

το παιδί είχε την προηγούμενη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ή

iii)

το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους·

β)

τα μέρη, καθώς και κάθε άλλος δικαιούχος γονικής μέριμνας:

i)

συμφώνησαν ελεύθερα επί της αρμοδιότητας του δικαστηρίου, το αργότερο κατά τον χρόνο που επελήφθη το δικαστήριο· ή

ii)

δέχθηκαν ρητά την αρμοδιότητα του δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, και το δικαστήριο έχει εξασφαλίσει ότι όλα τα μέρη έχουν ενημερωθεί για το δικαίωμά τους να μην αποδεχθούν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου· και

γ)

η άσκηση της αρμοδιότητας είναι προς το συμφέρον του παιδιού.

2.   Η συμφωνία παρέκτασης της αρμοδιότητας δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) είναι γραπτή και φέρει ημερομηνία και υπογραφή των ενδιαφερομένων μερών ή συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία. Κάθε διαβίβαση με ηλεκτρονικό μέσο στο οποίο η συμφωνία αποτυπώνεται με μόνιμο τρόπο, είναι ισοδύναμη προς έγγραφη κατάρτιση.

Τα άτομα που καθίστανται διάδικοι αφότου το δικαστήριο επελήφθη της υπόθεσης μπορούν να εκφράσουν τη συμφωνία τους αφότου επελήφθη το δικαστήριο. Ελλείψει αντίρρησης, θεωρείται ότι υφίσταται σιωπηρή αποδοχή.

3.   Εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά από τα μέρη, η αρμοδιότητα που απονέμεται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 παύει όταν:

α)

η απόφαση στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας δεν υπόκειται πλέον σε τακτικό ένδικο μέσο· ή

β)

η διαδικασία έχει περατωθεί για άλλους λόγους.

4.   Η αρμοδιότητα που ασκείται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο ii) είναι αποκλειστική.

Άρθρο 11

Αρμοδιότητα που βασίζεται στην παρουσία του παιδιού

1.   Όταν δεν μπορεί να διαπιστωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού και δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αρμοδιότητα δυνάμει του άρθρου 10, αρμόδια είναι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το παιδί.

2.   Η αρμοδιότητα δυνάμει της παραγράφου 1 εφαρμόζεται επίσης σε παιδιά πρόσφυγες ή παιδιά τα οποία εκτοπίζονται διεθνώς λόγω ταραχών στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής τους.

Άρθρο 12

Παραπομπή σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους

1.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δικαστήριο κράτους μέλους που είναι αρμόδιο ως προς την ουσία της υπόθεσης μπορεί, ύστερα από αίτηση μέρους ή αυτεπαγγέλτως, εάν κρίνει ότι δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση, θα ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταλληλότερο να εκτιμήσει το συμφέρον του παιδιού, να αναστείλει τη διαδικασία ή ένα συγκεκριμένο μέρος της και είτε:

α)

να καθορίσει προθεσμία εντός της οποίας ένα ή περισσότερα από τα μέρη θα πρέπει να ενημερώσουν το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους σχετικά με την εκκρεμή διαδικασία και τη δυνατότητα παραπομπής και να υποβάλει αίτηση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου· είτε

β)

να ζητήσει από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους να ασκήσει δικαιοδοσία σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους μπορεί, εφόσον αυτό, λόγω των ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης, είναι προς το συμφέρον του παιδιού, να κηρύξει εαυτό αρμόδιο εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων:

α)

αφότου επελήφθη της υπόθεσης σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1, ή

β)

από την παραλαβή του αιτήματος σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1.

Το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο ή από το οποίο ζητείται να αποδεχθεί δικαιοδοσία ενημερώνει το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση. Εάν δεχθεί, το δικαστήριο που επελήφθη πρώτο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο.

3.   Το πρώτο επιληφθέν δικαστήριο συνεχίζει να ασκεί τη δικαιοδοσία του εάν δεν έχει λάβει την αποδοχή της δικαιοδοσίας από το δικαστήριο του άλλου κράτους μέλους εντός επτά εβδομάδων από:

α)

τη λήξη της προθεσμίας που έχει καθοριστεί προκειμένου τα μέρη να υποβάλουν αίτηση ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 ή

β)

την παραλαβή της αίτησης από το δικαστήριο σύμφωνα με το στοιχείο β) της παραγράφου 1

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, θεωρείται ότι το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση με ένα κράτος μέλος, εάν το εν λόγω κράτος μέλος:

α)

έχει καταστεί η συνήθης διαμονή του παιδιού αφότου το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1επελήφθη της υπόθεσης·

β)

είναι η προηγούμενη συνήθης διαμονή του παιδιού·

γ)

είναι το κράτος ιθαγένειας του παιδιού·

δ)

είναι η συνήθης διαμονή δικαιούχου γονικής μέριμνας · ή

ε)

είναι ο τόπος όπου βρίσκεται περιουσία του παιδιού και η διαφορά αφορά τα μέτρα προστασίας του παιδιού που συνδέονται με τη διαχείριση, τη συντήρηση ή τη διάθεση της εν λόγω περιουσίας.

5.   Όταν έχει διαπιστωθεί αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 10, το εν λόγω δικαστήριο δεν μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 13

Αίτημα για παραπομπή από δικαστήριο κράτους μέλους που δεν έχει δικαιοδοσία

1.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την επιφύλαξη του άρθρου 9, εάν δικαστήριο κράτους μέλους που δεν είναι αρμόδιο δυνάμει του παρόντος κανονισμού αλλά με το οποίο το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4, κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σε θέση να εκτιμήσει καλύτερα το συμφέρον του παιδιού, μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης από το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού.

2.   Εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση μπορεί να αποδεχθεί την παραπομπή, εάν κρίνει ότι, λόγω των ειδικών περιστάσεων, η εν λόγω παραπομπή είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Όταν το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση αποδέχεται την παραπομπή της υπόθεσης, ενημερώνει το αιτούν δικαστήριο χωρίς καθυστέρηση. Σε περίπτωση απουσίας της εν λόγω αποδοχής εντός της καθορισμένης προθεσμίας, το αιτούν δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία.

Άρθρο 14

Επικουρικές βάσεις δικαιοδοσίας

Εφόσον κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία βάσει των άρθρων 7 έως 11, η δικαιοδοσία ρυθμίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, από το δίκαιο του κράτους μέλους αυτού.

Άρθρο 15

Προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα σε επείγουσες περιπτώσεις

1.   Σε επείγουσες υποθέσεις, ακόμη και αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία να λαμβάνουν προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα που είναι ενδεχομένως διαθέσιμα στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους όσον αφορά:

α)

παιδί που βρίσκεται στο εν λόγω κράτος μέλος· ή

β)

περιουσία παιδιού το οποίο βρίσκεται στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Εφόσον το απαιτεί η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, το δικαστήριο που έχει λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ενημερώνει αμελλητί το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 7 ή, κατά περίπτωση, οποιοδήποτε δικαστήριο κράτους μέλους το οποίο ασκεί διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού ως προς την ουσία της υπόθεσης, είτε απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86 είτε μέσω των κεντρικών αρχών που ορίζονται βάσει του άρθρου 76.

3.   Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν μόλις το δικαστήριο του κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει επί της ουσίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού λάβει τα μέτρα τα οποία θεωρεί προσήκοντα.

Κατά περίπτωση, το δικαστήριο αυτό μπορεί να ενημερώσει το δικαστήριο που έχει λάβει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, είτε απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86α είτε μέσω των κεντρικών αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76, σχετικά με την απόφασή του.

Άρθρο 16

Παρεμπίπτοντα ζητήματα

1.   Αν η έκβαση διαδικασίας σε υπόθεση που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους εξαρτάται από την απόφαση επί παρεμπίπτοντος ζητήματος σχετικού με τη γονική μέριμνα, το δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους μπορεί να αποφανθεί σχετικά με το εν λόγω παρεμπίπτον ζήτημα για τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, ακόμη και αν το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.   Η απόφαση επί παρεμπίπτοντος ζητήματος δυνάμει της παραγράφου 1 παράγει αποτελέσματα μόνον για τη διαδικασία για την οποία έχει εκδοθεί η εν λόγω απόφαση.

3.   Αν, για να είναι έγκυρη νομική ενέργεια που επιχειρείται ή πρόκειται να επιχειρηθεί για λογαριασμό παιδιού σε διαδικασία κληρονομικής διαδοχής ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, απαιτείται άδεια ή έγκριση από δικαστήριο, το δικαστήριο του εν λόγω κράτος μέλους μπορεί να αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή θα εγκρίνει την εν λόγω νομική ενέργεια, ακόμα κι αν δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

4.   Εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 15 παράγραφος 2.

ΤΜΗΜΑ 3

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 17

Επιλαμβανόμενο δικαστήριο

Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:

α)

από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων ή η ενάγουσα δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο ή την εναγόμενη,

β)

εφόσον το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων ή η ενάγουσα δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο. ή

γ)

εάν η διαδικασία κινήθηκε αυτεπαγγέλτως, μόλις το δικαστήριο λάβει την απόφαση να κινήσει τη διαδικασία, ή, σε περίπτωση που δεν απαιτείται τέτοια απόφαση, μόλις η υπόθεση καταχωρισθεί στο μητρώο του δικαστηρίου.

Άρθρο 18

Έρευνα της δικαιοδοσίας

Δικαστήριο κράτους μέλους διαπιστώνει αυτεπαγγέλτως την έλλειψη δικαιοδοσίας του εφόσον επιλαμβάνεται υπόθεσης για την οποία δεν έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της βάσει του παρόντος κανονισμού και για την οποία δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 19

Έρευνα του παραδεκτού

1.   Όταν εναγόμενος ή εναγόμενη που έχει τη συνήθη διαμονή του/της σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο κινήθηκε η διαδικασία δεν παρίσταται, το δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία υποχρεούται να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι αυτός/-ή ο/η εναγόμενος/-η ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο εντός της αναγκαίας για την υπεράσπιση του/της προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για τον σκοπό αυτό.

2.   Το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 εφαρμόζεται αντί της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εάν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο έπρεπε να διαβιβαστεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο δυνάμει του ανωτέρω κανονισμού.

3.   Όταν δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007, εφαρμόζεται το άρθρο 15 της σύμβασης της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 για την επίδοση και την κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εάν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο έπρεπε να διαβιβαστεί στην αλλοδαπή σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση.

Άρθρο 20

Εκκρεμοδικία και συναφείς αγωγές

1.   Αν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου μεταξύ των αυτών διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

2.   Εκτός εάν η διεθνής δικαιοδοσία ενός εκ των δικαστηρίων βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 15,όταν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

3.   Όταν διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο διάδικος που κίνησε τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα μπορεί να κινήσει την εν λόγω διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο.

4.   Όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης δικαστήριο κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία δυνάμει αποδοχής της διεθνούς δικαιοδοσίας κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 10α, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους αναστέλλει τη διαδικασία έως ότου το δικαστήριο το οποίο επελήφθη βάσει της συμφωνίας ή της αποδοχής κηρύξει εαυτό αναρμόδιο βάσει της συμφωνίας ή της αποδοχής.

5.   Όταν και στον βαθμό που το δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία βάσει αποδοχής της αρμοδιότητας όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, κάθε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο υπέρ του εν λόγω δικαστηρίου.

Άρθρο 21

Δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του

1.   Κατά την άσκηση της διεθνούς τους δικαιοδοσίας βάσει του τμήματος 2 του παρόντος κεφαλαίου, τα δικαστήρια των κρατών μελών παρέχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, στο παιδί που είναι σε θέση να διαμορφώσει ιδία άποψη την πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του, είτε άμεσα είτε μέσω εκπροσώπου ή κατάλληλης οργάνωσης.

2.   Όταν το δικαστήριο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, παρέχει σε ένα παιδί τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του παιδιού ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΠΑΓΩΓΗ ΠΑΙΔΙΟΥ

Άρθρο 22

Επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980

Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που ισχυρίζεται ότι συντρέχει παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας προσφεύγει, είτε απευθείας είτε με τη συνδρομή κεντρικής αρχής, σε δικαστήριο κράτους μέλους βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 με αίτημα την έκδοση απόφασης που να διατάσσει την επιστροφή παιδιού κάτω των 16 ετών που μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, εφαρμόζονται τα άρθρα 23 έως 29, και το κεφάλαιο VI, του παρόντος κανονισμού και συμπληρώνουν τη Σύμβαση της Χάγης του 1980.

Άρθρο 23

Παραλαβή και διεκπεραίωση των αιτήσεων από τις κεντρικές αρχές

1.   Η κεντρική αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ενεργεί χωρίς καθυστέρηση για την επεξεργασία κάθε αίτησης βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980 που αναφέρεται στο άρθρο 22.

2.   Η κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδίδει αποδεικτικό παραλαβής εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 22. Ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους ή τον αιτούντα, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικά με τα αρχικά μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν για τη διεκπεραίωση της αίτησης, και μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε περαιτέρω απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες.

Άρθρο 24

Ταχεία δικαστική διαδικασία

1.   Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης επιστροφής ενός παιδιού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22, ενεργεί αμέσως στα πλαίσια της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση, χρησιμοποιώντας τις πλέον σύντομες διαδικασίες τις οποίες προβλέπει το εθνικό δίκαιο.

2.   Ανεξάρτητα από την παράγραφο 1, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του το αργότερο έξι εβδομάδες αφότου επιληφθεί της υπόθεσης, εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατον λόγω εξαιρετικών περιστάσεων.

3.   Εκτός εάν αυτό καθίσταται αδύνατον λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, το ανώτερο δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του το αργότερο έξι εβδομάδες αφού έχουν πραγματοποιηθεί όλες οι απαραίτητες διαδικαστικές ενέργειες και το δικαστήριο είναι σε θέση να εξετάσει το ένδικο μέσο, είτε με ακρόαση είτε με άλλο τρόπο.

Άρθρο 25

Εναλλακτική επίλυση διαφορών

Το νωρίτερο δυνατόν και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, το δικαστήριο, είτε απευθείας είτε, όπου αρμόζει, με τη συνδρομή των κεντρικών αρχών, καλεί τους διαδίκους να εξετάσουν αν είναι πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε διαμεσολάβηση ή άλλο μέσο εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, εκτός εάν τούτο αντιβαίνει στο συμφέρον του παιδιού, δεν ενδείκνυται στη συγκεκριμένη υπόθεση ή αναμένεται να καθυστερήσει αδικαιολόγητα τη διαδικασία.

Άρθρο 26

Δικαίωμα του παιδιού να εκφράζει τις απόψεις του κατά τις διαδικασίες επιστροφής

Το άρθρο 21 του παρόντος κανονισμού ισχύει επίσης για τις διαδικασίες επιστροφής βάσει της σύμβασης της Χάγης του 1980.

Άρθρο 27

Διαδικασία για την επιστροφή του παιδιού

1.   Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή παιδιού αν δεν δοθεί δυνατότητα ακρόασης στο πρόσωπο που ζήτησε την επιστροφή του.

2.   Το δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 15, να εξετάσει αν πρέπει να εξασφαλισθεί η επαφή μεταξύ του παιδιού και του προσώπου που ζητεί την επιστροφή του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού.

3.   Σε περίπτωση που το δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να αρνηθεί την επιστροφή παιδιού μόνο βάσει του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, δεν αρνείται την επιστροφή του παιδιού αν ο διάδικος που ζητά την επιστροφή του παιδιού πείσει το δικαστήριο παρέχοντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ή αν το δικαστήριο πεισθεί με άλλον τρόπο, ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί η προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο δύναται να επικοινωνεί με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, είτε απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86 είτε με τη συνδρομή των κεντρικών αρχών.

5.   Όταν το δικαστήριο διατάζει την επιστροφή του παιδιού, δύναται, κατά περίπτωση, να λαμβάνει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού προκειμένου να προστατευτεί το παιδί από τον σοβαρό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, υπό την προϋπόθεση ότι η εξέταση και η λήψη των εν λόγω μέτρων δεν θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα τη διαδικασία επιστροφής.

6.   Απόφαση που διατάσσει την επιστροφή του παιδιού μπορεί να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ανεξάρτητα από την τυχόν άσκηση προσφυγής εναντίον της, όταν η επιστροφή του παιδιού πριν από την απόφαση επί της προσφυγής απαιτείται προς το συμφέρον του παιδιού.

Άρθρο 28

Εκτέλεση αποφάσεων που διατάσσουν την επιστροφή παιδιού

1.   Η αρμόδια αρχή εκτέλεσης στην οποία υποβάλλεται αίτηση για την εκτέλεση απόφασης που διατάσσει την επιστροφή του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος ενεργεί αμέσως για τη διεκπεραίωση της αίτησης.

2.   Αν απόφαση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν έχει εκτελεστεί εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας εκτέλεσης, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση ή η κεντρική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης δικαιούται να ζητήσει από την αρχή που είναι αρμόδια για την εκτέλεση να αιτιολογήσει την καθυστέρηση.

Άρθρο 29

Διαδικασία κατόπιν άρνησης επιστροφής του παιδιού βάσει του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980

1.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στην περίπτωση που η απόφαση άρνησης της επιστροφής παιδιού σε άλλο κράτος μέλος βασίζεται μόνον στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή στο άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980.

2.   Το δικαστήριο που εκδίδει απόφαση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκδίδει αυτεπάγγελτα πιστοποιητικό χρησιμοποιώντας το πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στο παράρτημα Ι. Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου.

3.   Εάν κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 από το δικαστήριο, δικαστήριο στο κράτος μέλος, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, έχει ήδη επιληφθεί της διαδικασίας εξέτασης της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, το δικαστήριο, εάν γνωρίζει την ύπαρξη της διαδικασίας αυτής, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαβιβάζει στο δικαστήριο του εν λόγω κράτους μέλους, είτε απευθείας είτε μέσω των κεντρικών αρχών, τα εξής έγγραφα:

α)

αντίγραφο της απόφασής του όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)

το πιστοποιητικό που εκδόθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2· και

γ)

κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης ενώπιον του δικαστηρίου και κάθε άλλο έγγραφο που θεωρεί σχετικό.

4.   Το δικαστήριο στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δύναται, κατά περίπτωση, να απαιτήσει από διάδικο να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, της απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 και κάθε άλλου εγγράφου που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου.

5.   Εάν, σε περιπτώσεις εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, ένας εκ των διαδίκων κινήσει διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του προκειμένου το δικαστήριο να εξετάσει επί της ουσίας το ζήτημα του δικαιώματος επιμέλειας, ο εν λόγω διάδικος υποβάλλει στο δικαστήριο τα εξής έγγραφα:

α)

αντίγραφο της απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)

το πιστοποιητικό που εκδόθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2· και

γ)

κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης ενώπιον του δικαστηρίου που αρνήθηκε την επιστροφή του παιδιού.

6.   Ανεξάρτητα από απόφαση μη επιστροφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κάθε απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας που προκύπτει από διαδικασία κατά τις παραγράφους 3 και 5 και συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού είναι εκτελεστή στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το κεφάλαιο IV.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις περί αναγνώρισης και εκτέλεσης

Υποτμήμα 1

Αναγνώριση

Άρθρο 30

Αναγνώριση αποφάσεων

1.   Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία ειδική διαδικασία.

2.   Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί, χωρίς καμία ειδική διαδικασία, να επιφέρει τροποποιήσεις στα ληξιαρχικά βιβλία του βάσει αποφάσεως διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου που εκδίδεται σε άλλο κράτος μέλος και δεν υπόκειται σε περαιτέρω ένδικα μέσα κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

3.   Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 59 έως 62 και, κατά περίπτωση, στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου και στο κεφάλαιο VI να ζητήσει την έκδοση απόφασης που να αναγνωρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 38 και 39 λόγοι άρνησης αναγνώρισης.

4.   Η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου που κοινοποιείται από κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103 καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο κινείται η διαδικασία σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

5.   Εάν η επίκληση της αναγνώρισης απόφασης γίνεται παρεμπιπτόντως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό μπορεί να κρίνει το εν λόγω ζήτημα.

Άρθρο 31

Έγγραφα προς προσκόμιση για την αναγνώριση

1.   Ο διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει να προσκομίσει τα ακόλουθα:

α)

αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και

β)

το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 36.

2.   Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή ενώπιον του οποίου/της οποίας γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δύναται, εάν το κρίνει απαραίτητο, να απαιτήσει από τον διάδικο ο οποίος την επικαλείται να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, μετάφραση ή μεταγραμματισμό, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

3.   Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή ενώπιον του οποίου/της οποίας γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει από τον διάδικο να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, της απόφασης επιπλέον της μετάφρασης ή μεταγραμματισμού του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού, εάν αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς την εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμό.

Άρθρο 32

Απουσία εγγράφων

1.   Αν δεν προσκομισθούν τα έγγραφα που ορίζονται στο άρθρο 31παράγραφος 1, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή τάσσει προθεσμία για την προσκόμισή τους, αποδέχεται ισοδύναμα έγγραφα ή, εφόσον κρίνει ότι διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, απαλλάσσει τον βαρυνόμενο από την υποχρέωση αυτή.

2.   Αν το απαιτεί το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή, προσκομίζεται μετάφραση ή μεταγραμματισμός, σύμφωνα με το άρθρο 91, των εν λόγω ισοδύναμων εγγράφων.

Άρθρο 33

Αναστολή της διαδικασίας

Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιον του, εν όλω ή εν μέρει στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

αν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης αυτής στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο, ή

β)

αν έχει υποβληθεί αίτηση για την έκδοση απόφασης που να αναγνωρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 38 και 39 λόγοι άρνησης της αναγνώρισης ή απόφασης που να ορίζει ότι η αναγνώριση πρέπει να απορριφθεί βάσει κάποιου εξ αυτών των λόγων.

Υποτμήμα 2

Εκτελεστότητα και εκτέλεση

Άρθρο 34

Εκτελεστές αποφάσεις

1.   Αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κράτος μέλος σχετικά με διαφορές γονικής μέριμνας, οι οποίες είναι εκτελεστές σε αυτό το κράτος μέλος, είναι εκτελεστές στα άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε κήρυξη της εκτελεστότητάς τους.

2.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε άλλο κράτος μέλος, παρά ενδεχόμενη προσφυγή, απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα επικοινωνίας, το δικαστήριο προέλευσης μπορεί να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Άρθρο 35

Προσκόμιση εγγράφων για την εκτέλεση

1.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής:

α)

αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και

β)

το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 36.

2.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, η οποία διατάσσει προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής:

α)

αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας·

β)

το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 36 και το οποίο πιστοποιεί ότι η απόφαση είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος προέλευσης και ότι το δικαστήριο προέλευσης:

i)

είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης· ή

ii)

διέταξε το μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 15· και

γ)

αν το μέτρο έχει διαταχθεί χωρίς κλήτευση του εναγόμενου να εμφανισθεί στο δικαστήριο, αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης.

3.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή μπορεί, όπου είναι αναγκαίο, να απαιτεί από τον διάδικο που ζητεί εκτέλεση να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που προσδιορίζει την υποχρέωση προς εκτέλεση.

4.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή μπορεί να απαιτεί από τον διάδικο που ζητεί εκτέλεση να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 91, εάν αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς την εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμό.

Υποτμήμα 3

Πιστοποιητικό

Άρθρο 36

Έκδοση του πιστοποιητικού

1.   Το δικαστήριο κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, εκδίδει, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, πιστοποιητικό για:

α)

απόφαση επί γαμικών διαφορών, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα II,

β)

απόφαση επί διαφορών γονικής μέριμνας, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα III,

γ)

απόφαση που διατάσσει την επιστροφή παιδιού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) και, κατά περίπτωση, οποιαδήποτε συνοδευτικά της απόφασης προσωρινά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων προστασίας, που λήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφο 5, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα IV.

2.   Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ο διάδικος. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου.

3.   Η έκδοση του πιστοποιητικού δεν μπορεί να προσβληθεί.

Άρθρο 37

Διόρθωση του πιστοποιητικού

1.   Το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, διορθώνει, κατόπιν αιτήματος, και μπορεί, αυτεπαγγέλτως, να διορθώσει το πιστοποιητικό όταν, λόγω ουσιώδους σφάλματος ή παράλειψης, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της προς εκτέλεση απόφασης και του πιστοποιητικού.

2.   Το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης εφαρμόζεται για τη διαδικασία διόρθωσης του πιστοποιητικού.

Υποτμήμα 4

Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης

Άρθρο 38

Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές

Η αναγνώριση απόφασης που αφορά διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου απορρίπτεται:

α)

αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης·

β)

αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος έχει δεχθεί την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση·

γ)

αν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης· ή

δ)

αν η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί προγενέστερα μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η απόφαση αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης.

Άρθρο 39

Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας

1.   Η αναγνώριση απόφασης σε διαφορές γονικής μέριμνας απορρίπτεται:

α)

αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού·

β)

αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν βεβαιωθεί ότι ο διάδικος έχει δεχτεί την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση·

γ)

κατόπιν αιτήσεως προσώπου που ισχυρίζεται ότι η απόφαση παραβιάζει την άσκηση της γονικής μέριμνάς του, εάν η απόφαση έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο πρόσωπο αυτό δυνατότητα ακρόασης,

δ)

αν και στον βαθμό που η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα που έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης·

ε)

αν και στον βαθμό που η απόφαση είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα συνήθους διαμονής του παιδιού, εφόσον η απόφαση αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης· ή

στ)

αν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 82.

2.   Η αναγνώριση απόφασης σε διαφορές γονικής μέριμνας μπορεί να απορριφθεί αν η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στο παιδί που είναι ικανό να διαμορφώσει ίδια άποψη να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με το άρθρο 21, με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

η διαδικασία αφορά μόνο την περιουσία του παιδιού και υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαιτείτο η παροχή αυτής της δυνατότητας δεδομένου του αντικειμένου της διαδικασίας· ή

β)

συντρέχουν σοβαροί λόγοι, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τον επείγοντα χαρακτήρα της υπόθεσης.

Άρθρο 40

Διαδικασία για την άρνηση της αναγνώρισης

1.   Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 59 έως 62 και, κατά περίπτωση, στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου και στο κεφάλαιο VI εφαρμόζονται αναλόγως στην υποβολή αίτησης άρνησης της αναγνώρισης.

2.   Η κατά τόπον αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που κοινοποιείται από κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο κινείται η διαδικασία μη αναγνώρισης.

Άρθρο 41

Λόγοι άρνησης της εκτέλεσης αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 παράγραφος 6, η εκτέλεση απόφασης σε διαφορά γονικής μέριμνας απορρίπτεται, εφόσον διαπιστώνεται ότι συντρέχει ένας από τους λόγους άρνησης αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 39.

ΤΜΗΜΑ 2

Αναγνώριση και εκτέλεση ορισμένων προνομιακών αποφάσεων

Άρθρο 42

Πεδίο εφαρμογής

1.   Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους ακόλουθους τύπους αποφάσεων, εφόσον έχουν πιστοποιηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 47:

α)

αποφάσεις στο μέτρο που δίνουν δικαιώματα επικοινωνίας· και

β)

αποφάσεις του άρθρου 29 παράγραφος 6, στον βαθμό που συνεπάγονται την επιστροφή του παιδιού.

2.   Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει διάδικο να ζητήσει αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης αναφερόμενης στην παράγραφο 1, σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση και εκτέλεση που περιέχονται στο τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου.

Υποτμήμα 1

Αναγνώριση

Άρθρο 43

Αναγνώριση

1.   Απόφαση αναφερόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος, αναγνωρίζεται στα άλλα κράτη μέλη χωρίς καμία ειδική διαδικασία και χωρίς καμία δυνατότητα εναντίωσης στην αναγνώρισή της, εκτός αν, και στον βαθμό που, διαπιστώνεται ότι είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 50.

2.   Ο διάδικος που επιθυμεί να επικαλεστεί σε κράτος μέλος απόφαση αναφερόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, οφείλει να προσκομίσει τα ακόλουθα:

α)

αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και

β)

το κατάλληλο πιστοποιητικό που να έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 47.

3.   Το άρθρο 31 παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζεται αναλόγως.

Άρθρο 44

Αναστολή της διαδικασίας

Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται επίκληση απόφασης αναφερόμενης στο άρθρο 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, εν όλω ή εν μέρει, όταν:

α)

έχει υποβληθεί αίτημα με ισχυρισμό περί ασυμβίβαστου της εν λόγω απόφασης με μεταγενέστερη απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 50· ή

β)

Το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει υποβάλει αίτημα, κατά το άρθρο 48, για την ανάκληση του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί κατά το άρθρο 47.

Υποτμήμα 2

Εκτελεστότητα και εκτέλεση

Άρθρο 45

Εκτελεστές αποφάσεις

1.   Απόφαση του άρθρου 42 παράγραφος 1, η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος και είναι εκτελεστή σε αυτό το κράτος μέλος, είναι ομοίως εκτελεστή στο πλαίσιο της παρούσας ενότητας και στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας.

2.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε άλλο κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο α), τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης δύνανται να κηρύξουν την απόφαση προσωρινά εκτελεστή, ανεξαρτήτως ενδεχόμενης άσκησης ένδικου μέσου.

Άρθρο 46

Προσκόμιση εγγράφων για την εκτέλεση

1.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 σημείο α) που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, ο αιτών υποβάλλει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή τα εξής:

α)

αντίγραφο της απόφασης που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας· και

β)

το κατάλληλο πιστοποιητικό που να έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 47.

2.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο α) που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή δύναται, αν κριθεί αναγκαίο, να απαιτήσει από το αιτούντα να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που προσδιορίζει την υποχρέωση προς εκτέλεση.

3.   Για τους σκοπούς της εκτέλεσης σε κράτος μέλος απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 σημείο α) που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή δύναται, αν κριθεί αναγκαίο, να απαιτήσει από το αιτούντα να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 91, μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης, εάν αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς την εν λόγω μετάφραση ή τον εν λόγω μεταγραμματισμό.

Υποτμήμα 3

Πιστοποιητικό για προνομιακές αποφάσεις

Άρθρο 47

Έκδοση του πιστοποιητικού

1.   Το δικαστήριο που έχει εκδώσει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1, εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως ενός από τους διαδίκους, πιστοποιητικό σχετικά με:

α)

απόφαση που χορηγεί δικαίωμα επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα V·

β)

απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 6, η οποία συνεπάγεται την επιστροφή παιδιού, χρησιμοποιώντας το έντυπο που παρατίθεται στο παράρτημα VI.

2.   Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου.

3.   Το δικαστήριο εκδίδει το πιστοποιητικό μόνο εάν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν δυνατότητα ακρόασης·

β)

δόθηκε στο παιδί η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σύμφωνα με το άρθρο 21·

γ)

σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε ερήμην, είτε:

i)

το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον ερημοδικήσαντα διάδικο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί·

ii)

βεβαιώθηκε ότι ο ερημοδικήσας διάδικος αποδέχτηκε την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, το πιστοποιητικό για απόφαση του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο β) εκδίδεται μόνον αν το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη στην απόφασή του τους λόγους και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η προηγούμενη απόφαση που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή το άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980.

5.   Το πιστοποιητικό παράγει αποτελέσματα μόνον εντός των ορίων της εκτελεστότητας της απόφασης.

6.   Δεν χωρεί προσφυγή κατά της έκδοσης του πιστοποιητικού για λόγους άλλους πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 48.

Άρθρο 48

Διόρθωση και ανάκληση του πιστοποιητικού

1.   Το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, που κοινοποιείται στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, διορθώνει κατόπιν αίτησης και μπορεί αυτεπαγγέλτως να διορθώσει το πιστοποιητικό όταν, λόγω ουσιώδους σφάλματος ή παράλειψης, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της προς εκτέλεση απόφασης και του πιστοποιητικού.

2.   Το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, ανακαλεί το πιστοποιητικό, αν χορηγήθηκε εσφαλμένα, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 47. Το άρθρο 49 εφαρμόζεται αναλόγως.

3.   Η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν άσκησης ένδικου μέσου, σχετικά με τη διόρθωση ή την ανάκληση του πιστοποιητικού διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης.

Άρθρο 49

Πιστοποιητικό περί έλλειψης ή περιορισμού εκτελεστότητας

1.   Όταν και στο βαθμό που η απόφαση, η οποία πιστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 47ιβ, πάψει να έχει εκτελεστότητα ή η εκτελεστότητά της ανασταλεί ή περιοριστεί, εκδίδεται, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται ανά πάσα στιγμή στο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, πιστοποιητικό περί έλλειψης ή περιορισμού της εκτελεστότητας, με χρήση του εντύπου που παρατίθεται στο παράρτημα VII.

2.   Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται και εκδίδεται στη γλώσσα της απόφασης. Το πιστοποιητικό μπορεί επίσης να εκδίδεται σε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου.

Υποτμήμα 4

Άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης

Άρθρο 50

Ασυμβίβαστες αποφάσεις

Η αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης του άρθρου 42 παράγραφος 1 απορρίπτεται εφόσον και στο μέτρο που είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση γονικής μέριμνας για το ίδιο παιδί, η οποία εκδόθηκε:

α)

ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου ζητείται η αναγνώριση· ή

β)

σε άλλο κράτος μέλος ή στην τρίτη χώρα συνήθους διαμονής του παιδιού, εφόσον η απόφαση αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος όπου ζητείται η αναγνώριση.

ΤΜΗΜΑ 3

Κοινές διατάξεις σχετικά με την εκτέλεση

Υποτμήμα 1

Εκτέλεση

Άρθρο 51

Διαδικασία εκτέλεσης

1.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τμήματος, η διαδικασία εκτέλεσης αποφάσεων που εκδόθηκαν σε άλλο κράτος μέλος διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Με την επιφύλαξη των άρθρων 41, 50, 56 και 57, απόφαση που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος και είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος προέλευσης, εκτελείται στο κράτος μέλος εκτέλεσης υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αυτό.

2.   Ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν υποχρεούται να έχει ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Ο εν λόγω διάδικος οφείλει να έχει εξουσιοδοτημένο αντίκλητο στο κράτος μέλος εκτέλεσης μόνον αν ο διορισμός τέτοιου αντικλήτου είναι υποχρεωτικός από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης ανεξάρτητα από την εθνικότητα των διαδίκων.

Άρθρο 52

Αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές

Η αίτηση εκτέλεσης υποβάλλεται στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, όπως έχει κοινοποιηθεί από το εν λόγω κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

Άρθρο 53

Μερική εκτέλεση

1.   Διάδικος που ζητεί την εκτέλεση απόφασης δύναται να αιτηθεί τη μερική εκτέλεση αυτής.

2.   Αν η απόφαση έκρινε επί πολλών ζητημάτων της αίτησης και η εκτέλεση απορρίφθηκε για μία ή περισσότερες από αυτές, η εκτέλεση θα είναι ωστόσο δυνατή ως προς τα μέρη της απόφασης που δεν επηρεάζονται από την άρνηση.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για την εκτέλεση απόφασης με την οποία διατάσσεται η επιστροφή παιδιού χωρίς παράλληλα να εκτελούνται προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα, η λήψη των οποίων διατάχθηκε με σκοπό την προστασία του παιδιού από τον κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο σημείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980.

Άρθρο 54

Διακανονισμοί για την άσκηση των δικαιωμάτων επικοινωνίας

1.   Οι αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές ή δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορούν να προβούν σε διακανονισμούς για την οργάνωση της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, εφόσον δεν έχουν καν προβλεφθεί ή έχουν προβλεφθεί κατά τρόπο ανεπαρκή οι απαραίτητοι διακανονισμοί στην απόφαση των δικαστηρίων του κράτους μέλους με δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης και υπό τον όρο ότι γίνονται σεβαστά τα ουσιαστικά στοιχεία της απόφασης αυτής.

2.   Οι διακανονισμοί σύμφωνα με την παράγραφο 1 παύουν να ισχύουν με μεταγενέστερη απόφαση των δικαστηρίων του κράτους μέλους με δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης.

Άρθρο 55

Επίδοση ή κοινοποίηση του πιστοποιητικού και της απόφασης

1.   Όταν ζητείται η εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, το κατάλληλο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 36 ή 47 επιδίδεται ή κοινοποιείται στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση πριν από το πρώτο μέτρο της εκτέλεσης. Το πιστοποιητικό συνοδεύεται από την απόφαση, αν αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στο εν λόγω πρόσωπο, και, κατά περίπτωση, από τις λεπτομέρειες του διακανονισμού του άρθρου 54 παράγραφος 1.

2.   Όταν η επίδοση ή κοινοποίηση πρέπει να πραγματοποιηθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος προέλευσης, το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση μπορεί να ζητήσει την προσκόμιση μετάφρασης ή μεταγραμματισμού των εξής:

α)

της απόφασης, προκειμένου να προσβάλει την εκτέλεση ·

β)

κατά περίπτωση, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 47·

εφόσον αυτά δεν είναι διατυπωμένα ή δεν συνοδεύονται από μετάφραση ή μεταγραμματισμό σε γλώσσα την οποία το εν λόγω πρόσωπο καταλαβαίνει ή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του ή, αν στο εν λόγω κράτος μέλος υπάρχουν πολλές επίσημες γλώσσες, στην επίσημη γλώσσα ή μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του.

3.   Αν ζητηθεί μετάφραση ή μεταγραμματισμός σύμφωνα με την παράγραφο 2, δεν λαμβάνονται άλλα μέτρα εκτέλεσης εκτός από ασφαλιστικά, έως ότου παρασχεθεί η εν λόγω μετάφραση ή ο εν λόγω μεταγραμματισμός στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.

4.   Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται στον βαθμό που η απόφαση και, ανάλογα με την περίπτωση, το πιστοποιητικό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχουν ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση σύμφωνα με τις απαιτήσεις μετάφρασης ή μεταγραμματισμού της παραγράφου 2.

Υποτμήμα 2

Αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης και άρνηση εκτέλεσης

Άρθρο 56

Αναστολή και άρνηση

1.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση με βάση το εθνικό δίκαιο, του παιδιού, αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης στην περίπτωση που η εκτελεστότητα της απόφασης έχει ανασταλεί στο κράτος μέλος προέλευσης.

2.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης δύναται, κατόπιν αίτησης του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση με βάση το εθνικό δίκαιο, του παιδιού, να αναστέλλει εν όλω ή εν μέρει τη διαδικασία εκτέλεσης για έναν από τους εξής λόγους:

α)

αν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης τακτικό ένδικο μέσο στο κράτος μέλος προέλευσης·

β)

αν η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου που αναφέρεται στο στοιχείο α) δεν έχει ακόμη παρέλθει·

γ)

αν έχει υποβληθεί αίτηση άρνησης της εκτέλεσης βάσει του άρθρου 41, 50 ή 57·

δ)

αν το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει υποβάλει, κατά το άρθρο 48, αίτηση ανάκλησης του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί με βάση το άρθρο 47.

3.   Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 2, μπορεί να θέσει προθεσμία για την άσκηση παντός ένδικου μέσου.

4.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορούν, κατόπιν αίτησης του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση με βάση το εθνικό δίκαιο, του παιδιού ή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους που ενεργεί προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, να αναστέλλουν τη διαδικασία εκτέλεσης, αν η εκτέλεση εκθέτει το παιδί σε σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης λόγω προσωρινών εμποδίων που έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης, ή για οποιαδήποτε άλλη σημαντική μεταβολή των συνθηκών.

Η διαδικασία εκτέλεσης συνεχίζεται μόλις πάψει να υφίσταται ο σοβαρός κίνδυνος σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης.

5.   Στις περιπτώσεις της παραγράφου 4, πριν από την άρνηση της εκτέλεσης με βάση την παράγραφο 6, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

6.   Όταν ο σοβαρός κίνδυνος της παραγράφου 4 είναι διαρκής, η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο, δύναται, κατόπιν αιτήματος, να αρνηθεί την εκτέλεση της απόφασης.

Άρθρο 57

Λόγοι αναστολής ή άρνησης της εκτέλεσης με βάση το εθνικό δίκαιο

Οι λόγοι αναστολής ή άρνησης της εκτέλεσης σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης εφαρμόζονται, εφόσον είναι συμβατοί με την εφαρμογή των άρθρων 41, 50 και 56.

Άρθρο 58

Δικαιοδοσία των αρμόδιων για την άρνηση εκτέλεσης αρχών ή δικαστηρίων

1.   Η αίτηση για άρνηση εκτέλεσης με βάση το άρθρο 39 υποβάλλεται στο δικαστήριο που προβλέπεται στον κατάλογο που κοινοποιεί κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103. Η αίτηση για άρνηση εκτέλεσης με βάση άλλους λόγους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή επιτρέπονται από αυτόν υποβάλλεται στην αρχή ή στο δικαστήριο που προβλέπεται στον κατάλογο που κοινοποιεί κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

2.   Η κατά τόπον αρμοδιότητα της αρχής ή του δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στον κατάλογο κοινοποιείται από κάθε κράτος μέλος στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο κινείται η διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 59

Αίτηση για άρνηση εκτέλεσης

1.   Η διαδικασία για υποβολή αίτησης άρνηση εκτέλεσης, στο μέτρο που δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό, διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

2.   Ο αιτών προσκομίζει στην αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή στο δικαστήριο αντίγραφο της απόφασης και, όπου είναι αναγκαίο και δυνατό, το κατάλληλο πιστοποιητικό που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 36 ή 47.

3.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορεί, όπου είναι αναγκαίο, να απαιτεί από τον αιτούντα να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91, του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου του κατάλληλου πιστοποιητικού που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 36 ή 47 και το οποίο προσδιορίζει την υποχρέωση προς εκτέλεση.

4.   Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο αδυνατεί να προχωρήσει χωρίς μετάφραση ή μεταγραμματισμό της απόφασης, μπορεί να ζητεί από τον αιτούντα να προσκομίζει την εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91,.

5.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον αιτούντα από την υποχρέωση υποβολής των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 2, εφόσον:

α)

τα έχει ήδη στην κατοχή του· ή

β)

εκτιμά ότι δεν είναι εύλογο να βαρυνθεί ο αιτών με την υποχρέωση υποβολής τους.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον άλλο διάδικο να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα.

6.   Ο διάδικος που επιδιώκει την άρνηση της εκτέλεσης απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος δεν υποχρεούται να έχει ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Ο εν λόγω διάδικος οφείλει να έχει εξουσιοδοτημένο αντίκλητο στο κράτος μέλος εκτέλεσης μόνον αν ο διορισμός τέτοιου αντικλήτου είναι υποχρεωτικός από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης ανεξάρτητα από την εθνικότητα των διαδίκων.

Άρθρο 60

Σύντομες διαδικασίες

Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο ενεργεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με την αίτηση για άρνηση της εκτέλεσης.

Άρθρο 61

Προσβολή ή προσφυγή

1.   Προσβολή απόφασης σχετικά με την αίτηση για άρνηση της εκτέλεσης, ή προσφυγή κατά αυτής, μπορεί να ασκηθεί και από τους δύο διαδίκους.

2.   Η προσβολή ή η προσφυγή ασκείται ενώπιον της αρχής ή του δικαστηρίου που το κράτος μέλος εκτέλεσης έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103 ως το δικαστήριο που επιλαμβάνεται των συγκεκριμένων προσβολών ή προσφυγών.

Άρθρο 62

Περαιτέρω προσβολή ή προσφυγή

Απόφαση επί της προσβολής ή προσφυγής μπορεί να προσβληθεί με προσβολή ή προσφυγή μόνο εφόσον το οικείο κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται τυχόν περαιτέρω προσβολής ή προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 103.

Άρθρο 63

Αναστολή της διαδικασίας

1.   Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση για άρνηση της εκτέλεσης ή το οποίο επιλαμβάνεται προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με τα άρθρα 61 ή 62 μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)

έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο κατά της απόφασης·

β)

η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου που αναφέρεται στο στοιχείο α) δεν έχει εκπνεύσει· ή

γ)

το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει υποβάλει, κατά το άρθρο 48, αίτηση ανάκλησης του πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί με βάση το άρθρο 47.

2.   Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή ή το δικαστήριο αναστείλει τη διαδικασία για τον λόγο που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, μπορεί να τάξει την προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου.

ΤΜΗΜΑ 4

Δημόσια εγγραφα και συμφωνιες

Άρθρο 64

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται σε υποθέσεις διαζυγίων, δικαστικού χωρισμού και γονικής μέριμνας σε δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί ή καταχωριστεί επίσημα, και σε συμφωνίες που έχουν καταχωριστεί, σε κράτος μέλος που κρίνει εαυτό αρμόδιο δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙ.

Άρθρο 65

Αναγνώριση και εκτέλεση δημοσίων εγγράφων και συμφωνιών

1.   Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες για τον δικαστικό χωρισμό και το διαζύγιο τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία. Το τμήμα 1 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζεται αναλόγως, εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν τμήμα.

2.   Τα δημόσια έγγραφα και οι συμφωνίες σε διαφορές γονικής μέριμνας τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και είναι εκτελεστά στο κράτος μέλος προέλευσης αναγνωρίζονται και εκτελούνται σε άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη της εκτελεστότητας. Τα τμήματα 1 και 3 του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλόγως, εκτός αν άλλως προβλέπεται στο παρόν τμήμα.

Άρθρο 66

Πιστοποιητικό

1.   Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή τους κράτους μέλους προέλευσης, που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, εκδίδει, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, πιστοποιητικό για δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία:

α)

επί γαμικών διαφορών, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα VIII·

β)

επί διαφορών γονικής μέριμνας, χρησιμοποιώντας το έντυπο που επισυνάπτεται στο παράρτημα IX.

Το πιστοποιητικό του στοιχείου β) περιλαμβάνει περίληψη της εκτελεστής υποχρέωσης που περιέχεται στο δημόσιο έγγραφο ή στη συμφωνία.

2.   Το πιστοποιητικό μπορεί να εκδίδεται μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το κράτος μέλος που εξουσιοδότησε τη δημόσια αρχή ή άλλη αρχή να συντάξει ή να καταχωρίσει επίσημα το δημόσιο έγγραφο ή να καταχωρίσει τη συμφωνία, είχε δικαιοδοσία δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙ ·και

β)

το δημόσιο έγγραφο ή η συμφωνία έχει δεσμευτική νομική ισχύ στο εν λόγω κράτος μέλος.

3.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, σε διαφορές γονικής μέριμνας το πιστοποιητικό μπορεί να μην εκδοθεί αν υπάρχουν ενδείξεις ότι το περιεχόμενο του δημόσιου εγγράφου ή της συμφωνίας αντιβαίνει στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

4.   Το πιστοποιητικό συμπληρώνεται στη γλώσσα του δημόσιου εγγράφου ή της συμφωνίας. Μπορεί, επίσης, να εκδίδεται σε όποια άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ζητήσει ο διάδικος. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί υποχρέωση για το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή που εκδίδει το πιστοποιητικό να παράσχει μετάφραση ή μεταγραμματισμό του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου.

5.   Αν δεν προσκομιστεί το πιστοποιητικό, το δημόσιο έγγραφο ή η συμφωνία δεν αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 67

Διόρθωση και ανάκληση του πιστοποιητικού

1.   Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103, διορθώνει κατόπιν αίτησης ή μπορεί να διορθώσει αυτεπαγγέλτως το πιστοποιητικό όταν, λόγω ουσιώδους σφάλματος ή παράλειψης, υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ του δημοσίου εγγράφου ή της συμφωνίας και του πιστοποιητικού.

2.   Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή της παραγράφου 1, του παρόντος άρθρου κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, ανακαλεί το πιστοποιητικό, αν χορηγήθηκε εσφαλμένα, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 66.

3.   Η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν άσκησης ένδικου μέσου, σχετικά με τη διόρθωση ή την ανάκληση του πιστοποιητικού διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης.

Άρθρο 68

Λόγοι άρνησης της αναγνώρισης ή εκτέλεσης

1.   Η αναγνώριση δημόσιου εγγράφου ή συμφωνίας σχετικά με δικαστικό χωρισμό ή διαζύγιο απορρίπτεται εάν:

α)

η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης·

β)

είναι ασυμβίβαστη με απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος μέλος αναγνώρισης· ή

γ)

είναι ασυμβίβαστη με προγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία που έχει εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος αναγνώρισης.

2.   Η αναγνώριση ή η εκτέλεση δημόσιου εγγράφου ή συμφωνίας για διαφορές γονικής μέριμνας απορρίπτεται:

α)

αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του παιδιού·

β)

κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε προσώπου ισχυρίζεται ότι το δημόσιο έγγραφο ή η συμφωνία παραβαίνει τη γονική του μέριμνα, εάν το δημόσιο έγγραφο συντάχθηκε ή καταχωρίστηκε, ή η συμφωνία συνάφθηκε και καταχωρίστηκε, χωρίς τη συμμετοχή του εν λόγω προσώπου·

γ)

αν και στον βαθμό που είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία για διαφορές γονικής μέριμνας που έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης ή ζητείται η εκτέλεση·

δ)

αν και στον βαθμό που είναι ασυμβίβαστη με μεταγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία για διαφορές γονικής μέριμνας που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ή στο τρίτο κράτος της συνήθους διαμονής του παιδιού, εφόσον η μεταγενέστερη απόφαση, δημόσιο έγγραφο ή συμφωνία πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται επίκληση της αναγνώρισης ή ζητείται η εκτέλεση·

3.   Η αναγνώριση ή η εκτέλεση δημόσιου εγγράφου ή συμφωνίας για διαφορές γονικής μέριμνας μπορεί να απορριφθεί αν το δημόσιο έγγραφο συντάχθηκε ή καταχωρίστηκε επίσημα, ή η συμφωνία καταχωρίστηκε, χωρίς να έχει δοθεί στο παιδί, το οποίο είναι σε θέση να διαμορφώσει τις απόψεις του, η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του.

ΤΜΗΜΑ 5

Λοιπές διατάξεις

Άρθρο 69

Απαγόρευση έρευνας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου προέλευσης

Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης δεν ερευνάται. Το κριτήριο της δημόσιας τάξης του άρθρου 38 στοιχείο α) και του άρθρου 39 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται στους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας των άρθρων 3 έως 14.

Άρθρο 70

Διαφορές στο εφαρμοστέο δίκαιο

Αποφάσεις που αφορούν γαμικές διαφορές δεν μπορούν να μην αναγνωρισθούν με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν επιτρέπει διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό ή ακύρωση γάμου στη βάση των ιδίων γεγονότων.

Άρθρο 71

Μη αναθεώρηση επί της ουσίας

Η επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος αποκλείεται.

Άρθρο 72

Άσκηση ένδικων μέσων σε ορισμένα κράτη μέλη

Εάν η απόφαση έχει εκδοθεί στην Ιρλανδία, στην Κύπρο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε μορφή ένδικου μέσου διαθεσίμου στο κράτος μέλος προέλευσης θεωρείται ως τακτικό ένδικο μέσο για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 73

Έξοδα

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται επίσης για τον καθορισμό του ποσού δαπανών σε δίκες που διεξάγονται βάσει του παρόντος κανονισμού και για την εκτέλεση κάθε απόφασης όσον αφορά τις εν λόγω δαπάνες.

Άρθρο 74

Δικαστική αρωγή

1.   Ο αιτών στον οποίο έχει παρασχεθεί ολικά ή μερικά δικαστική αρωγή ή απαλλαγή από έξοδα και δαπάνες στο κράτος μέλος προέλευσης απολαμβάνει, στο πλαίσιο της διαδικασίας των άρθρων 30παράγραφος 3, 40 και 59 την ευμενέστερη μεταχείριση ή την ευρύτερη απαλλαγή από έξοδα και δαπάνες, που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

2.   Ο αιτών ο οποίος στο κράτος μέλος προέλευσης επωφελήθηκε δωρεάν διαδικασίας από διοικητική αρχή που έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, δικαιούται, σε οποιαδήποτε διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 30 παράγραφος 3, 40 και 59, να λαμβάνει νομική αρωγή σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Προς τούτο, ο εν λόγω διάδικος προσκομίζει έγγραφο που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης και το οποίο πιστοποιεί ότι πληροί τις οικονομικές προϋποθέσεις προκειμένου να μπορέσει να επωφεληθεί εν όλω ή εν μέρει της νομικής αρωγής ή απαλλαγής από έξοδα και δαπάνες.

Άρθρο 75

Εγγύηση ή κατάθεση χρηματικού ποσού

Καμιά εγγύηση ή κατάθεση χρηματικού ποσού, ανεξάρτητα από την ονομασία της, δεν μπορεί να επιβληθεί σε διάδικο που ζητεί σε κράτος μέλος την εκτέλεση αποφάσεως η οποία έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι είναι αλλοδαπός ή δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Άρθρο 76

Ορισμός κεντρικών αρχών

Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες κεντρικές αρχές, επιφορτισμένες να παρέχουν τη συνδρομή τους για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε διαφορές γονικής μέριμνας και καθορίζει τις κατά τόπον ή τις καθ’ ύλην αρμοδιότητές τους. Εάν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες της μίας κεντρικές αρχές, οι κοινοποιήσεις, κατ’ αρχήν, απευθύνονται απευθείας στην αρμόδια κεντρική αρχή. Εάν κοινοποίηση απευθυνθεί σε αναρμόδια κεντρική αρχή, αυτή τη διαβιβάζει στην αρμόδια κεντρική αρχή και ενημερώνει τον αποστολέα σχετικά.

Άρθρο 77

Γενικά καθήκοντα των κεντρικών αρχών

1.   Οι κεντρικές αρχές καθιερώνουν ένα σύστημα ενημέρωσης σχετικά με τις εθνικές νομοθεσίες, διαδικασίες και υπηρεσίες που υπάρχουν για διαφορές γονικής μέριμνας και λαμβάνουν τα μέτρα που θεωρούν κατάλληλα για τη βελτίωση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι κεντρικές αρχές συνεργάζονται και προάγουν τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών τους με σκοπό την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.

3.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, μπορεί να χρησιμοποιείται το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Άρθρο 78

Αιτήματα μέσω των κεντρικών αρχών

1.   Οι κεντρικές αρχές, κατόπιν αιτήματος κεντρικής αρχής άλλου κράτους μέλους, συνεργάζονται σε επιμέρους υποθέσεις με σκοπό την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.

2.   Αιτήματα δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να υποβληθούν από δικαστήριο ή αρμόδια αρχή. Αιτήματα δυνάμει του άρθρου 79 στοιχεία γ) και ζ) και του άρθρου 80 παράγραφος 1 στοιχείο γ) μπορούν επίσης να υποβληθούν από δικαιούχους γονικής μέριμνας.

3.   Εξαιρουμένων των περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης και με την επιφύλαξη του άρθρου 86, αιτήματα δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου υποβάλλονται στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους του αιτούντος δικαστηρίου ή της αιτούσας αρμόδιας αρχής ή του κράτους μέλους στο οποίο ο αιτών έχει τη συνήθη διαμονή του.

4.   Το παρόν άρθρο δεν αποκλείει τις κεντρικές αρχές ή τις αρμόδιες αρχές από το να συνάψουν ή να διατηρήσουν υφιστάμενες συμφωνίες ή ρυθμίσεις με κεντρικές αρχές ή αρμόδιες αρχές ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, οι οποίες καθιστούν δυνατές τις απευθείας επικοινωνίες στις αμοιβαίες σχέσεις τους.

5.   Το παρόν κεφάλαιο δεν αποκλείει κανέναν δικαιούχο γονικής μέριμνας από το να υποβάλει απευθείας αίτημα στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους.

6.   Καμία διάταξη των άρθρων 79 και 80 δεν επιβάλλει υποχρέωση σε κεντρική αρχή να ασκήσει εξουσίες που μπορούν να ασκηθούν μόνο από δικαστικές αρχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται αίτημα.

Άρθρο 79

Ειδικά καθήκοντα των κεντρικών αρχών στις οποίες απευθύνεται αίτημα

Οι κεντρικές αρχές στις οποίες απευθύνεται αίτημα, ενεργώντας απευθείας ή μέσω δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών ή άλλων φορέων, λαμβάνουν οποιοδήποτε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου:

α)

να βοηθούν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία, στον εντοπισμό παιδιού σε περιπτώσεις που αυτό φέρεται να βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και η πληροφορία αυτή είναι αναγκαία για τη διεκπεραίωση αίτησης ή αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού·

β)

να συλλέγουν και να ανταλλάσσουν πληροφορίες που είναι χρήσιμες σε διαδικασίες διαφορών γονικής μέριμνας βάσει του άρθρου 80·

γ)

να παρέχουν πληροφορίες και βοήθεια στους δικαιούχους γονικής μέριμνας που επιδιώκουν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων στο έδαφος της κεντρικής αρχής στην οποία απευθύνεται αίτημα, ιδιαίτερα όσον αφορά το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και την επιστροφή του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι αναγκαίο, πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο παροχής δικαστικής αρωγής·

δ)

να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών και άλλων εμπλεκόμενων φορέων, ιδίως για την εφαρμογή του άρθρου 81·

ε)

να διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων, εφόσον είναι αναγκαίο, ιδίως για την εφαρμογή των άρθρων 12, 13, 15 και 20·

στ)

να παρέχουν κάθε πληροφορία και βοήθεια που είναι χρήσιμες για την εφαρμογή του άρθρου 82 από τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές· και

(ζ)

να διευκολύνουν τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ των δικαιούχων γονικής μέριμνας, προσφεύγοντας στη μεσολάβηση ή σε άλλα μέσα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, και να διευκολύνουν προς τον σκοπό αυτό τη διασυνοριακή συνεργασία.

Άρθρο 80

Συνεργασία για τη συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών που είναι χρήσιμες σε διαδικασίες διαφορών γονικής μέριμνας

1.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, η κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει ή είχε τη συνήθη διαμονή του βρίσκεται ή βρισκόταν, απευθείας ή μέσω δικαστηρίων, αρμόδιων αρχών ή άλλων φορέων:

α)

εφόσον προβλέπεται, διαβιβάζει ή καταρτίζει και διαβιβάζει έκθεση σχετικά με τα εξής:

i)

την κατάσταση του παιδιού·

ii)

τυχόν εκκρεμείς διαδικασίες σε διαφορές γονικής μέριμνας του παιδιού· ή

iii)

ληφθείσες αποφάσεις σε διαφορές γονικής μέριμνας του παιδιού·

β)

παρέχει κάθε άλλη πληροφορία που είναι χρήσιμη σε διαδικασίες διαφορών γονικής μέριμνας στο αιτούν κράτος μέλος, ιδίως όσον αφορά την κατάσταση γονέα, συγγενή ή άλλου προσώπου που μπορεί να είναι κατάλληλο για τη φροντίδα του παιδιού, εάν το απαιτεί η κατάσταση του παιδιού· ή

γ)

δύναται να ζητά από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει να εξετάσει την ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού.

2.   Σε κάθε περίπτωση κατά την οποία το παιδί εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή που εξετάζει ή έχει λάβει μέτρα για την προστασία του παιδιού, εάν γνωρίζει ότι η διαμονή του παιδιού έχει μετακινηθεί σε άλλο κράτος μέλος ή ότι το παιδί βρίσκεται στο κράτος μέλος αυτό, ενημερώνει τα δικαστήρια ή τις αρμόδιες αρχές αυτού του άλλου κράτους μέλους για τον κίνδυνο που υπάρχει και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή είναι υπό εξέταση. Η πληροφορία αυτή μπορεί να διαβιβαστεί απευθείας ή μέσω των κεντρικών αρχών.

3.   Τα αιτήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 και τυχόν πρόσθετα έγγραφα συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, όταν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να διεκπεραιωθεί το αίτημα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αποδοχή αυτή στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

4.   Εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, οι πληροφορίες της παραγράφου 1 διαβιβάζονται στην αιτούσα κεντρική αρχή το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή του αιτήματος.

Άρθρο 81

Εκτέλεση αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας σε άλλο κράτος μέλος

1.   Δικαστήριο κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει από τα δικαστήρια ή τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους τη συνδρομή τους για την εκτέλεση αποφάσεων σε διαφορές γονικής μέριμνας που έχουν εκδοθεί βάσει του παρόντος κανονισμού, ιδιαίτερα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας.

2.   Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τυχόν συνοδευτικά έγγραφα συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, όταν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να διεκπεραιωθεί το αίτημα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αποδοχή αυτή στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

Άρθρο 82

Τοποθέτηση του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος

1.   Όταν δικαστήριο ή αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης ενός παιδιού σε άλλο κράτος μέλος, λαμβάνει προηγουμένως την έγκριση της αρμόδιας αρχής αυτού του άλλου κράτους μέλους. Προς τον σκοπό αυτό η κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους διαβιβάζει στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και στο οποίο πρόκειται να τοποθετηθεί το παιδί αίτημα έγκρισης το οποίο περιλαμβάνει έκθεση σχετικά με το παιδί καθώς και τους λόγους της προτεινόμενης τοποθέτησης ή παροχής φροντίδας, πληροφορίες για οποιαδήποτε εξεταζόμενη χρηματοδότηση και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνεται χρήσιμη, όπως η αναμενόμενη διάρκεια της τοποθέτησης.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν το παιδί πρόκειται να τοποθετηθεί υπό τη φροντίδα γονέα.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η έγκρισή τους βάσει της παραγράφου 1 δεν απαιτείται για τοποθετήσεις εντός του εδάφους τους για ορισμένες κατηγορίες στενών συγγενών πέραν των γονέων. Οι εν λόγω κατηγορίες κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

3.   Η κεντρική αρχή άλλου κράτους μέλους μπορεί να ενημερώσει το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή που εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης παιδιού, για τη στενή σχέση του παιδιού με το εν λόγω κράτος μέλος. Αυτό δεν επηρεάζει την εθνική νομοθεσία και διαδικασία του κράτους μέλους που εξετάζει το ενδεχόμενο τοποθέτησης.

4.   Το αίτημα και τυχόν πρόσθετα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνοδεύονται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, όταν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να διεκπεραιωθεί το αίτημα ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα έχει δηλώσει ότι αποδέχεται το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αποδοχή αυτή στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103.

5.   Η τοποθέτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποτελεί αντικείμενο απόφασης ή ρύθμισης από το αιτούν κράτος μέλος μόνο αφότου η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα εγκρίνει την τοποθέτηση.

6.   Εκτός αν αυτό καθίσταται αδύνατο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, η απόφαση με την οποία χορηγείται ή απορρίπτεται η έγκριση διαβιβάζεται στην αιτούσα κεντρική αρχή το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή του αιτήματος.

7.   Η διαδικασία για τη λήψη της έγκρισης διέπεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα.

8.   Το παρόν άρθρο δεν αποκλείει τις κεντρικές αρχές ή τις αρμόδιες αρχές από το να συνάψουν ή να διατηρήσουν υφιστάμενες συμφωνίες ή ρυθμίσεις με κεντρικές αρχές ή αρμόδιες αρχές ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, οι οποίες διευκολύνουν τη διαδικασία διαβούλευσης για τη λήψη έγκρισης στις αμοιβαίες σχέσεις τους.

Άρθρο 83

Έξοδα των κεντρικών αρχών

1.   Η συνδρομή των κεντρικών αρχών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό παρέχεται ατελώς.

2.   Κάθε κεντρική αρχή αναλαμβάνει τα έξοδά της κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 84

Συνεδριάσεις των κεντρικών αρχών

1.   Οι κεντρικές αρχές, για να διευκολύνουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συνέρχονται τακτικά.

2.   Η σύγκληση των συνεδριάσεων των κεντρικών αρχών γίνεται, ιδίως, από την Επιτροπή στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις σύμφωνα με την απόφαση 2001/470/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 85

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στην επεξεργασία αιτημάτων και αιτήσεων που υποβάλλονται δυνάμει των κεφαλαίων III έως V.

Άρθρο 86

Συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα δικαστήρια μπορούν να συνεργάζονται και να επικοινωνούν ή να ζητούν πληροφορίες απευθείας μεταξύ τους υπό την προϋπόθεση ότι η επικοινωνία αυτή σέβεται τα δικονομικά δικαιώματα των διαδίκων και την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών.

2.   Η συνεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να υλοποιείται με οποιοδήποτε μέσο κρίνει κατάλληλο το δικαστήριο. Μπορεί ιδίως να αφορά:

α)

την επικοινωνία για τους σκοπούς των άρθρων 12 και 13·

β)

την ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 15·

γ)

την ενημέρωση σχετικά με εκκρεμείς διαδικασίες για τους σκοπούς του άρθρου 20·

δ)

την επικοινωνία για τους σκοπούς των κεφαλαίων III έως V.

Άρθρο 87

Συλλογή και διαβίβαση πληροφοριών

1.   Η κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται αίτημα διαβιβάζει κάθε αίτηση, αίτημα ή τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά για διαφορές γονικής μέριμνας ή διεθνούς απαγωγής παιδιών, κατά περίπτωση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, στο δικαστήριο, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει ή σε κάθε ενδιάμεσο ως ενδείκνυται βάσει της εθνικής νομοθεσίας και διαδικασίας.

2.   Οποιοσδήποτε ενδιάμεσος, δικαστήριο ή αρμόδια αρχή, όπου έχουν διαβιβαστεί οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μπορεί να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω πληροφορίες μόνο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο ενδιάμεσος, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή που κατέχει ή έχει αρμοδιότητα να συλλέξει, εντός του κράτους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, πληροφορίες που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση αιτήματος ή αίτησης δυνάμει του παρόντος κανονισμού, παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες στην κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα κατόπιν αιτήματός της, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει απευθείας πρόσβαση στις πληροφορίες.

4.   Η κεντρική αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα διαβιβάζει, εφόσον είναι αναγκαίο, τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν δυνάμει του παρόντος άρθρου στην αιτούσα κεντρική αρχή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και διαδικασία.

Άρθρο 88

Ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων

Όταν υπάρχει κίνδυνος να θιγεί η αποτελεσματική διεκπεραίωση του αιτήματος για το οποίο διαβιβάστηκαν οι πληροφορίες δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η υποχρέωση να ενημερωθεί το υποκείμενο των δεδομένων δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφοι 1 έως 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 μπορεί να μετατεθεί για μετά τη διεκπεραίωση του αιτήματος.

Άρθρο 89

Μη δημοσιοποίηση πληροφοριών

1.   Κεντρική αρχή, δικαστήριο ή αρμόδια αρχή δεν δημοσιοποιεί ούτε επιβεβαιώνει πληροφορίες που συλλέχθηκαν ή διαβιβάστηκαν για τους σκοπούς των κεφαλαίων III έως VI, εάν αποφασίσει ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια ή την ελευθερία του παιδιού ή άλλου προσώπου.

2.   Η σχετική απόφαση που λαμβάνεται σε ένα κράτος μέλος λαμβάνεται υπόψη από τις κεντρικές αρχές, τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, ιδίως στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

3.   Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τη συλλογή και τη διαβίβαση πληροφοριών από τις κεντρικές αρχές, τα δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές, και μεταξύ αυτών, στον βαθμό που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των υποχρεώσεων δυνάμει των κεφαλαίων III έως VI.

Άρθρο 90

Επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση

Καμιά επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση δεν απαιτείται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 91

Γλώσσες

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 55 παράγραφος 2 στοιχείο α), όποτε απαιτείται μετάφραση ή μεταγραμματισμός βάσει του παρόντος κανονισμού, η εν λόγω μετάφραση ή μεταγραμματισμός γίνεται στην επίσημη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους ή, αν στο εν λόγω κράτος μέλος υπάρχουν περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες των δικαστικών διαδικασιών του τόπου όπου γίνεται επίκληση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος ή υποβάλλεται αίτηση, σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

2.   Οι μεταφράσεις ή ο μεταγραμματισμός του μεταφράσιμου περιεχομένου των πεδίων ελεύθερου κειμένου των πιστοποιητικών που αναφέρονται στα άρθρα 29, 36, 47, 49 και 66 μπορούν να γίνουν και προς οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία ή τις οποίες το οικείο κράτος μέλος έχει δηλώσει σύμφωνα με το άρθρο 103 ότι δέχεται.

3.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή την επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν των δικών τους, στις οποίες μπορούν να συντάσσονται οι κοινοποιήσεις που απευθύνονται στις κεντρικές αρχές.

4.   Κάθε μετάφραση που απαιτείται για τους σκοπούς των κεφαλαίων ΙΙΙ και IV πραγματοποιείται από πρόσωπο που νομιμοποιείται να πραγματοποιεί μεταφράσεις σε ένα από τα κράτη μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 92

Τροποποιήσεις των παραρτημάτων

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 93 σχετικά με την τροποποίηση παραρτημάτων I έως IX προκειμένου να επικαιροποιήσει ή να εισαγάγει τεχνικές αλλαγές στα εν λόγω παραρτήματα.

Άρθρο 93

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή με την επιφύλαξη των όρων που τίθενται στο παρόν άρθρο.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 92 εξουσιοδότηση θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστο από τις 22 Ιουλίου 2019.

3.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 92 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κατά τη μεταγενέστερη ημερομηνία που τυχόν ορίζει η απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από τη θέσπιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Η Επιτροπή, μόλις θεσπίσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί στο Συμβούλιο.

6.   Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που έχει θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 92 τίθεται σε ισχύ μόνο εάν δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Συμβούλιο ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλει αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Συμβουλίου η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες.

7.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται για τη θέσπιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων από την Επιτροπή, για τις αντιρρήσεις που τυχόν έχουν διατυπωθεί εναντίον τους και για την ανάκληση της εξουσιοδότησης από το Συμβούλιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 94

Σχέσεις με άλλες νομικές πράξεις

1.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου παράγραφος 2 και των άρθρων 95 έως 100, ο παρών κανονισμός αντικαθιστά, για τα κράτη μέλη, τις κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 υφιστάμενες συμβάσεις, οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών και αφορούν θέματα τα οποία διέπονται από τον παρόντα κανονισμό.

2.   Η Φινλανδία και η Σουηδία απέκτησαν τη δυνατότητα να δηλώσουν, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στα στοιχεία β) και γ) της εν λόγω διάταξης, ότι η Σύμβαση της 6ης Φεβρουαρίου 1931 μεταξύ της Δανίας, της Φινλανδίας, της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας που περιέχει διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σχετικά με τον γάμο, την υιοθεσία και την επιτροπεία, καθώς και το τελικό πρωτόκολλο αυτής, θα εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει στις αμοιβαίες σχέσεις τους, αντί των κανόνων του παρόντος κανονισμού. Οι αντίστοιχες δηλώσεις τους έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003. Τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποσύρουν, εν όλω ή εν μέρει, τις δηλώσεις αυτές.

3.   Οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία συναφθεί μεταξύ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 κρατών μελών που αφορούν θέματα που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό ευθυγραμμίζονται με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4.   Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας μεταξύ των πολιτών της Ένωσης τηρείται.

5.   Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε οποιοδήποτε από τα σκανδιναβικά κράτη έχει προβεί στην προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 δήλωση, στο πλαίσιο δωσιδικίας που αντιστοιχεί σε περίπτωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο ΙΙ, αναγνωρίζονται και εκτελούνται στα υπόλοιπα κράτη μέλη σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο κεφάλαιο IV τμήμα 1.

6.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

αντίγραφο των συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, καθώς και των ομοιόμορφων νόμων που τις εφαρμόζουν·

β)

κάθε καταγγελία ή τροποποίηση των συμφωνιών και των ομοιόμορφων νόμων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

Άρθρο 95

Σχέσεις με ορισμένες πολυμερείς συμβάσεις

Στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη του, ο παρών κανονισμός υπερισχύει των ακόλουθων συμβάσεων, στο βαθμό που αφορούν θέματα διεπόμενα από αυτόν:

α)

σύμβαση της Χάγης, της 5ης Οκτωβρίου 1961, σχετικά με την αρμοδιότητα των αρχών και το εφαρμοστέο δίκαιο όσον αφορά την προστασία των ανηλίκων·

β)

σύμβαση του Λουξεμβούργου, της 8ης Σεπτεμβρίου 1967, για την αναγνώριση αποφάσεων που αφορούν το κύρος γάμων·

γ)

σύμβαση της Χάγης, της 1ης Ιουνίου 1970, για την αναγνώριση αποφάσεων διαζυγίου και δικαστικού χωρισμού·

δ)

ευρωπαϊκή σύμβαση, της 20ής Μαΐου 1980, για την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε θέματα επιμέλειας των τέκνων καθώς και για την αποκατάσταση της επιμέλειάς τους.

Άρθρο 96

Σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980

Αν παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, οι διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης του 1980 εξακολουθούν να εφαρμόζονται όπως συμπληρώνονται από τις διατάξεις των κεφαλαίων III και VI του παρόντος κανονισμού. Όταν απόφαση που διατάσσει την επιστροφή παιδιού δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης του 1980, η οποία εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, πρέπει να αναγνωριστεί και να εκτελεσθεί σε άλλο κράτος μέλος έπειτα από περαιτέρω παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση του παιδιού, εφαρμόζεται το κεφάλαιο IV.

Άρθρο 97

Σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1996

1.   Όσον αφορά τη σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης του 1996, εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός:

α)

με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εφόσον το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους μέλους·

β)

όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ακόμη και αν το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω σύμβασης και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός.

2.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1,

α)

αν οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει επί της διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου σε κράτος το οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης του 1996 και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, εφαρμόζεται το άρθρο 10 της εν λόγω σύμβασης,

β)

όσον αφορά τη μεταφορά διεθνούς δικαιοδοσίας από δικαστήριο κράτους μέλους σε δικαστήριο κράτους το οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης του 1996 και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 9 της εν λόγω σύμβασης,

γ)

στην περίπτωση που εκκρεμεί διαδικασία σχετικά με τη γονική μέριμνα ενώπιον δικαστηρίου κράτους το οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης της Χάγης του 1996 και στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός κατά τον χρόνο κατά τον οποίο δικαστήριο κράτους μέλους επιλαμβάνεται διαδικασίας σχετικά με το ίδιο παιδί και για το ίδιο αντικείμενο, εφαρμόζεται το άρθρο 13 της εν λόγω σύμβασης.

Άρθρο 98

Έκταση των αποτελεσμάτων

1.   Οι συμφωνίες και οι συμβάσεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 94 έως 97 εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα επί θεμάτων τα οποία δεν ρυθμίζει ο παρών κανονισμός.

2.   Οι συμβάσεις των άρθρων 95 έως 97 του παρόντος κανονισμού, και ιδίως οι συμβάσεις της Χάγης του 1980 και του 1996, εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα μεταξύ των κρατών μελών που είναι συμβαλλόμενα μέρη τους, τηρουμένων των άρθρων 95 έως 97 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 99

Συνθήκες με την Αγία Έδρα

1.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη διεθνή συμφωνία (Concordat) μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Πορτογαλίας, που υπεγράφη στην πόλη του Βατικανού στις 18 Μαΐου 2004.

2.   Κάθε απόφαση σχετικά με ελαττωματικό γάμο η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη υπό τους όρους του υποτμήματος 1 του τμήματος 1 του κεφαλαίου IV.

3.   Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης στις ακόλουθες διεθνείς συμφωνίες με την Αγία Έδρα:

α)

«συνθήκη του Λατερανού» (Concordato lateranense) της 11ης Φεβρουαρίου 1929 μεταξύ της Ιταλίας και της Αγίας Έδρας, όπως τροποποιήθηκε από τη συμφωνία και το πρόσθετο πρωτόκολλό της που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 18 Φεβρουαρίου 1984·

β)

συμφωνία μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ισπανίας περί νομικών υποθέσεων, της 3ης Ιανουαρίου 1979·

γ)

συμφωνία της 3ης Φεβρουαρίου 1993 μεταξύ της Μάλτας και της Αγίας Έδρας για την αναγνώριση των αστικών συνεπειών στους καθολικούς θρησκευτικούς γάμους και στις αποφάσεις των εκκλησιαστικών αρχών και δικαστηρίων για τους γάμους αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του πρωτοκόλλου εφαρμογής της ίδιας ημερομηνίας, μαζί με το τρίτο πρόσθετο πρωτόκολλο της 27ης Ιανουαρίου 2014.

4.   Η αναγνώριση στην Ιταλία, την Ισπανία ή τη Μάλτα των αποφάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 μπορεί να υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες και στους ίδιους ελέγχους που ισχύουν για τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες με την Αγία Έδρα τις οποίες μνημονεύει η παράγραφος 3.

5.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

αντίγραφο των συμφωνιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3·

β)

κάθε καταγγελία ή τροποποίηση των εν λόγω συμφωνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 100

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται, στα δημόσια έγγραφα που συντάσσονται ή καταχωρίζονται επίσημα και στις συμφωνίες που καταχωρίζονται κατά ή μετά την 1η Αυγούστου 2022.

2.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 εξακολουθεί να εφαρμόζεται ως προς τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που συντάχθηκαν ή καταχωρίστηκαν επίσημα και τις συμφωνίες που κατέστησαν εφαρμοστέες στο κράτος μέλος στο οποίο συνάφθηκαν πριν από την 1η Αυγούστου 2022 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 101

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

1.   Η Επιτροπή, έως τις 2 Αυγούστου 2032 υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εκ των υστέρων αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού που βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη. Η έκθεση συνοδεύεται, εφόσον είναι αναγκαίο, από νομοθετική πρόταση.

2.   Από τις 2 Αυγούστου 2025, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή κατόπιν αιτήματος, κατά περίπτωση, πληροφορίες που είναι χρήσιμες για την αξιολόγηση της λειτουργίας και της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τον αριθμό των αποφάσεων σε γαμικές διαφορές ή σε διαφορές γονικής μέριμνας στις οποίες η δικαιοδοσία στηρίχθηκε στις βάσεις δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β)

όσον αφορά τις αιτήσεις εκτέλεσης απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 1, τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε η εκτέλεση εντός έξι εβδομάδων από τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας εκτέλεσης·

γ)

τον αριθμό των αιτήσεων για άρνηση της αναγνώρισης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 40 και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες έγινε δεκτή η αίτηση άρνησης της αναγνώρισης·

δ)

τον αριθμό των αιτήσεων για άρνηση της εκτέλεσης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 58 και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες έγινε δεκτή η αίτηση άρνησης της εκτέλεσης·

ε)

τον αριθμό των προσφυγών που ασκήθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 61 και 62, αντίστοιχα.

Άρθρο 102

Κράτη μέλη με δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου

Στα κράτη μέλη όπου εφαρμόζονται σε διαφορετικές εδαφικές ενότητες δύο ή περισσότερα συστήματα δικαίου ή σύνολα κανόνων που αφορούν τα θέματα που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό:

α)

κάθε αναφορά στη συνήθη διαμονή στο οικείο κράτος μέλος αφορά τη συνήθη διαμονή σε μια εδαφική ενότητα·

β)

κάθε αναφορά στην ιθαγένεια αφορά την εδαφική ενότητα που ορίζεται από το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους·

γ)

κάθε αναφορά στην αρχή κράτους μέλους αναφέρεται στην αρχή μιας εδαφικής ενότητας που ανήκει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος·

δ)

κάθε αναφορά στους κανόνες του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης αφορά τους κανόνες της εδαφικής ενότητας στην οποία γίνεται επίκληση της διεθνούς δικαιοδοσίας, της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης.

Άρθρο 103

Πληροφορίες προς κοινοποίηση στην Επιτροπή

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ακόλουθα:

α)

κάθε αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο 2 στοιχείο β) και σημείο 3αι 3 και στο άρθρο 74 παράγραφος 2·

β)

τα δικαστήρια και τις αρχές που είναι αρμόδια να εκδίδουν πιστοποιητικά όπως προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 και στο άρθρο 66 και τα δικαστήρια που είναι αρμόδια να διορθώνουν πιστοποιητικά όπως προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, στο άρθρο 48 παράγραφος 1, στο άρθρο 49 και στο άρθρο 66 παράγραφος 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 37 παράγραφος 1·

γ)

τα δικαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 3, στο άρθρο 52, στο άρθρο 40 παράγραφος 1, στο άρθρο 58 παράγραφος 1, και στο άρθρο 62 καθώς και τις αρχές και τα δικαστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 61 παράγραφος 2·

δ)

τις αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 52·

ε)

τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στα άρθρα 61 και 62·

στ)

τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τα μέσα επικοινωνίας όσον αφορά τις κεντρικές αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76·

ζ)

τις κατηγορίες στενών συγγενών που αναφέρονται στο άρθρο 82 παράγραφος 2, κατά περίπτωση·

η)

τις γλώσσες που γίνονται δεκτές για ανακοινώσεις που απευθύνονται στις κεντρικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 3·

θ)

τις γλώσσες που γίνονται δεκτές για τις μεταφράσεις σύμφωνα με το άρθρο 80 παράγραφος 3, το άρθρο 81 παράγραφος 2, το άρθρο 82 παράγραφος 2 και το άρθρο 91 παράγραφος 2.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην Επιτροπή έως τις 23 Απριλίου 2021.

3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε αλλαγή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.   Η Επιτροπή θέτει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες στη διάθεση του κοινού με κατάλληλα μέσα, μεταξύ άλλων μέσω της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης (e-Justice).

Άρθρο 104

Κατάργηση

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 100 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 καταργείται από την 1η Αυγούστου 2022.

2.   Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος X.

Άρθρο 105

Έναρξη ισχύος

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Αυγούστου 2022, εκτός από τα άρθρα 92, 93 και 103, που εφαρμόζονται από τις 22 Ιουλίου 2019.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Λουξεμβούργο, 25 Ιουνίου 2019.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. ANTON


(1)  Γνώμη της 18ης Ιανουαρίου 2018 (ΕΕ C 458 της 19.12.2018, σ. 499) και γνώμη της 14ης Μαρτίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Γνώμη της 26ης Ιανουαρίου 2017 (ΕΕ C 125 της 21.4.2017, σ. 46).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (ΕΕ L 338 της 23.12.2003, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ L 7 της 10.1.2009, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου (ΕΕ L 324 της 10.12.2007, σ. 79).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 1).

(8)  Απόφαση 2001/470/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 25).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(10)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(11)  ΕΕ C 221 της 16.7.1998, σ. 1.

(12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(13)  ΕΕ C 120 της 6.4.2018, σ. 18.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΑΤΟΠΙΝ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΕ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΒΑΣΕΙ ΜΟΝΟΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΠΡΩΤΟ ΕΔΑΦΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ Β) Η ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 13 ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΔΑΦΙΟ, Η ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ, ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΤΟΥ 1980 (1)

(Άρθρο 29 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου (2))

Πληροφορίες για τα πρόσωπα που λαμβάνουν το παρόν πιστοποιητικό για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 5 του κανονισμού

Εάν κατά την ημερομηνία της απόφασης άρνησης της επιστροφής του παιδιού, που αναφέρεται στο σημείο 3, δεν εκκρεμεί ακόμη διαδικασία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, έχετε τη δυνατότητα να προσφύγετε σε δικαστήριο στο εν λόγω κράτος υποβάλλοντας αίτηση για να εξεταστεί επί της ουσίας το δικαίωμα επιμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 5 του κανονισμού.

Εάν το δικαστήριο επιληφθεί της υπόθεσης εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης άρνησης της επιστροφής του παιδιού, κάθε απόφαση επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία και συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού στο εν λόγω κράτος μέλος θα είναι εκτελεστή σε κάθε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 6 του κανονισμού, χωρίς να απαιτείται προσφυγή σε καμία ειδική διαδικασία και χωρίς καμία δυνατότητα εναντίωσης στην αναγνώρισή της, εκτός αν, και στον βαθμό που, διαπιστωθεί ότι είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 50 του κανονισμού, με την προϋπόθεση ότι έχει εκδοθεί πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 47 για την απόφαση. Εάν το δικαστήριο επιληφθεί της απόφασης μετά την πάροδο τριών μηνών ή αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση πιστοποιητικού σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού, η απόφαση που θα προκύψει επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας θα αναγνωρίζεται και θα εκτελείται σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το τμήμα 1 του κεφαλαίου IV του κανονισμού.

Ο διάδικος που προσφεύγει στο δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του υποβάλλει στο εν λόγω δικαστήριο τα ακόλουθα έγγραφα:

α)

αντίγραφο της απόφασης άρνησης της επιστροφής του παιδιού·

β)

το παρόν πιστοποιητικό· και

γ)

κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης όπως αναφέρεται στο σημείο 4.1.

Πληροφορίες για το δικαστήριο που λαμβάνει το παρόν πιστοποιητικό για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 3 του κανονισμού (3)

Το παρόν πιστοποιητικό εκδόθηκε επειδή το/τα παιδί/-ιά που αναφέρεται/-ονται στο σημείο 5 μετακινήθηκε/-αν ή κατακρατήθηκε/-αν παράνομα στο κράτος μέλος του δικαστηρίου που εκδίδει το παρόν πιστοποιητικό. Η διαδικασία για την επιστροφή του/των παιδιού/-ιών δυνάμει της σύμβασης της Χάγης του 1980 κινήθηκε επειδή το πρόσωπο που αναφέρεται στο σημείο 6.1 ισχυρίστηκε ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση του/των παιδιού/-ιών παραβιάζει το δικαίωμα επιμέλειας και ότι κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους, ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν επισυμβεί τα γεγονότα αυτά σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης του 1980. Το εν λόγω δικαστήριο αρνήθηκε την επιστροφή ενός ή περισσοτέρων παιδιών που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας βάσει μόνον του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο, ή και των δύο, της σύμβασης της Χάγης του 1980.

Σε περίπτωση που ήδη εκκρεμεί διαδικασία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας στο κράτος μέλος στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του τη στιγμή κατά την οποία το εν λόγω δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, που αναφέρεται στο σημείο 3 κ, με την οποία αρνείται την επιστροφή του παιδιού βάσει μόνον του άρθρου 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο, ή και των δύο, της σύμβασης της Χάγης του 1980, το άρθρο 29 παράγραφος 3 του κανονισμού προβλέπει ότι το εν λόγω δικαστήριο, εάν γνωρίζει την ύπαρξη της διαδικασίας αυτής, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της απόφασής του, διαβιβάζει στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαδικασίας επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας, είτε απευθείας είτε μέσω των κεντρικών αρχών, τα εξής έγγραφα:

α)

αντίγραφο της απόφασής του για την άρνηση της επιστροφής του παιδιού·

β)

το παρόν πιστοποιητικό· και

γ)

κατά περίπτωση, απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης όπως αναφέρεται στο σημείο 4.1. και κάθε άλλο έγγραφο που το δικαστήριο θεωρεί σχετικό, όπως αναφέρεται στο σημείο 4.2.

Το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαδικασίας επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας δύναται, εάν το κρίνει απαραίτητο, να απαιτήσει από διάδικο να προσκομίσει μετάφραση ή μεταγραμματισμό, σύμφωνα με το άρθρο 91 του κανονισμού x, της απόφασης και κάθε άλλου εγγράφου που επισυνάπτεται στο παρόν πιστοποιητικό (άρθρο 29 παράγραφος 4 του κανονισμού).

1.   ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΟΥ/-ΙΩΝ* (4)

Βέλγιο (BE)

Βουλγαρία (BG)

Τσεχία (CZ)

Γερμανία (DE)

Εσθονία (ΕΕ)

Ιρλανδία (IE)

Ελλάδα (EL)

Ισπανία (ES)

Γαλλία (FR)

Κροατία (HR)

Ιταλία (IT)

Κύπρος (CY)

Λετονία (LV)

Λιθουανία (LT)

Λουξεμβούργο (LU)

Ουγγαρία (HU)

Μάλτα (MT)

Κάτω Χώρες (NL)

Αυστρία (AT)

Πολωνία (PL)

Πορτογαλία (PT)

Ρουμανία (RO)

Σλοβενία (SI)

Σλοβακία (SK)

Φινλανδία (FI)

Σουηδία (SE)

Ηνωμένο Βασίλειο (UK)

2.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ*

2.1.

Ονομασία*

2.2.

Διεύθυνση*

2.3.

Τηλ./φαξ/διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου*

3.   ΑΠΟΦΑΣΗ*

3.1.

Ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε)*

3.2.

Αριθμός αναφοράς*

4.   ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ (ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥΣ)*

4.1.   Απομαγνητοφώνηση, σύνοψη ή τα πρακτικά της ακρόασης*

4.1.1.

Ναι

4.1.2.

Όχι

4.2.   Κάθε άλλο έγγραφο που το δικαστήριο θεωρεί σχετικό* (5)

4.2.1.

Ναι (να διευκρινιστεί)

4.2.2.

Όχι

5.   ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ (6) ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ/-ΟΥΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ*

5.1.   Παιδί 1*

5.1.1.

Επώνυμο/-α*

5.1.2.

Όνομα/-τα*

5.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)*

5.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.2.   Παιδί 2

5.2.1.

Επώνυμο/-α

5.2.2.

Όνομα/-τα

5.2.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

5.2.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.2.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.3.   Παιδί 3

5.3.1.

Επώνυμο/-α

5.3.2.

Όνομα/-τα

5.3.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

5.3.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.3.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.   ΠΡΟΣΩΠΑ (7) ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΦΟΡΑ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ*

6.1.   Πρόσωπο που ζητεί την επιστροφή του/των παιδιού/-ών*

6.1.1.

Φυσικό πρόσωπο

6.1.1.1.

Επώνυμο/-α

6.1.1.2.

Όνομα/-τα

6.1.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

6.1.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

6.1.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.1.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.1.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

6.1.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

6.1.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

6.1.2.1.

Πλήρης ονομασία

6.1.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.1.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.2.   Καθ’ ού*

6.2.1.

Φυσικό πρόσωπο

6.2.1.1.

Επώνυμο/-α

6.2.1.2.

Όνομα/-τα

6.2.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

6.2.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

6.2.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.2.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.2.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

6.2.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

6.2.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

6.2.2.1.

Πλήρης ονομασία

6.2.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.2.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

7.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΟΥ/-ΙΩΝ (8) ΣΕ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, Η ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΥΟ*

7.1.   Παιδί 1*

7.1.1.

Άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980

7.1.2.

Άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980

7.2.   Παιδί 2

7.2.1.

Άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980

7.2.2.

Άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980

7.3.   Παιδί 3

7.3.1.

Άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980

7.3.2.

Άρθρο 13 δεύτερο εδάφιο της σύμβασης της Χάγης του 1980

8.   ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ 3, ΕΚΚΡΕΜΕΙ ΗΔΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΟΠΟΥ ΤΟ/ΤΑ ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ ΕΙΧΕ/-ΑΝ ΤΗ ΣΥΝΗΘΗ ΔΙΑΜΟΝΗ ΤΟΥ/ΤΟΥΣ ΑΜΕΣΩΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ Η ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ/ΤΟΥΣ*

8.1.   Όχι

8.2.   Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

8.3.   Ναι

8.3.1.

Δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαδικασίας επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας

8.3.1.1.

Ονομασία

8.3.1.2.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

8.3.1.3.

Τηλ./φαξ/διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου (εάν είναι διαθέσιμα)

8.3.2.

Αριθμός αναφοράς (εάν είναι διαθέσιμος)

8.3.3.

Διάδικος 1 (9)

8.3.3.1.

Φυσικό πρόσωπο

8.3.3.1.1.

Επώνυμο/-α

8.3.3.1.2.

Όνομα/-τα

8.3.3.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

8.3.3.2.1.

Πλήρης ονομασία

8.3.4.

Διάδικος 2

8.3.4.1.

Φυσικό πρόσωπο

8.3.4.1.1.

Επώνυμο/-α

8.3.4.1.2.

Όνομα/-τα

8.3.4.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

8.3.4.2.1.

Πλήρης ονομασία

8.3.5.

Παιδί/-ιά (10) που αφορά η διαδικασία όπως αναφέρεται/-ονται στο σημείο 5:

8.3.5.1.

Παιδί 1

8.3.5.2.

Παιδί 2

8.3.5.3.

Παιδί 3

9.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΟΥ/-ΙΩΝ ΕΧΕΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ*

9.1.   Στο 1ο πρόσωπο, όπως αναφέρεται στο σημείο 6.1*

9.1.1.

Όχι

9.1.2.

Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

9.1.3.

Ναι

9.1.3.1.

Ημερομηνία κοινοποίησης (ηη/μμ/εεεε)

9.1.3.2.

Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην/στις εξής γλώσσα/-ες:

BG

ES

CS

DE

ET

EL

EN

FR

GA

HR

IT

LV

LT

HU

MT

NL

PL

PT

RO

SK

SL

FI

SV

 

9.2.   Στο 2ο πρόσωπο, όπως αναφέρεται στο σημείο 6.2*

9.2.1.

Όχι

9.2.2.

Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

9.2.3.

Ναι

9.2.3.1.

Ημερομηνία κοινοποίησης (ηη/μμ/εεεε)

9.2.3.2.

Η απόφαση κοινοποιήθηκε στην/στις εξής γλώσσα/-ες:

BG

ES

CS

DE

ET

EL

EN

FR

GA

HR

IT

LV

LT

HU

MT

NL

PL

PT

RO

SK

SL

FI

SV

 

10.   ΠΡΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: ΕΧΟΥΝ ΛΗΦΘΕΙ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΤΕΙ Η ΕΠΑΦΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΟΥ/-ΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΠΟΥ ΖΗΤΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΟΥ/-ΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 27 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ*

10.1.

Όχι

10.2.

Ναι

10.2.1.

Εάν ναι, επισυνάψτε αντίγραφο ή σύνοψη της απόφασης.

Σε περίπτωση που έχουν επισυναφθεί πρόσθετα φύλλα, να αναφερθεί ο αριθμός των σελίδων: …

(Τόπος) … στις … (ηη/μμ/εεεε)

Υπογραφή και/ή σφραγίδα


(1)  Σύμβαση της Χάγης, της 25ης Οκτωβρίου 1980, για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών («σύμβαση της Χάγης του 1980»).

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (EE L 178 της 2.7.2019, σ. 1) («κανονισμός»).

(3)  Σε περίπτωση που ο διάδικος κινήσει διαδικασία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 5 στο κράτος μέλος όπου το/τα παιδί/-ιά είχε/-αν τη συνήθη διαμονή του/τους αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του/τους αφού το εν λόγω δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του που αναφέρεται στο σημείο 3, ανατρέξτε στην ενότητα «Πληροφορίες για τα πρόσωπα που λαμβάνουν το παρόν πιστοποιητικό για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 5 του κανονισμού».

(4)  Τα πεδία που επισημαίνονται με αστερίσκο (*) συμπληρώνονται υποχρεωτικά.

(5)  Συμπληρώνεται μόνο για τους σκοπούς του άρθρου 20 παράγραφος 3 του κανονισμού.

(6)  Εάν η απόφαση αφορά περισσότερα από τρία παιδιά, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(7)  Εάν η διαδικασία αφορά περισσότερα από δύο πρόσωπα, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(8)  Εάν η απόφαση αφορά περισσότερα από τρία παιδιά, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(9)  Εάν αφορά περισσότερους από δύο διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(10)  Εάν αφορά περισσότερα από τρία παιδιά, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΣΕ ΓΑΜΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

(Άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου (1))

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εκδίδεται, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, σχετικά με απόφαση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου, από το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103 του κανονισμού.

1.   ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ* (2)

Βέλγιο (BE)

Βουλγαρία (BU)

Τεχία (CZ)

Γερμανία (DE)

Εσθονία (ΕΕ)

Ιρλανδία (IE)

Ελλάδα (EL)

Ισπανία (ES)

Γαλλία (FR)

Κροατία (HR)

Ιταλία (IT)

Κύπρος (CY)

Λετονία (LV)

Λιθουανία (LT)

Λουξεμβούργο (LU)

Ουγγαρία (HU)

Μάλτα (MT)

Κάτω Χώρες (NL)

Αυστρία (AT)

Πολωνία (PL)

Πορτογαλία (PT)

Ρουμανία (RO)

Σλοβενία (SI)

Σλοβακία (SK)

Φινλανδία (FI)

Σουηδία (SE)

Ηνωμένο Βασίλειο (UK)

2.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ*

2.1.

Ονομασία*

2.2.

Διεύθυνση*

2.3.

Τηλ./φαξ/διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου*

3.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ (εάν διαφέρει)

3.1.

Ονομασία

3.2.

Διεύθυνση

4.   ΑΠΟΦΑΣΗ*

4.1.   Ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε)*

4.2.   Αριθμός αναφοράς*

4.3.   Είδος απόφασης*

4.3.1.

Διαζύγιο

4.3.2.

Ακύρωση γάμου

4.3.3.

Δικαστικός χωρισμός

5.   ΓΑΜΟΣ*

5.1.   Σύζυγοι*

5.1.1.

 

5.1.1.1.

Επώνυμο/-α*

5.1.1.2.

Όνομα/-τα*

5.1.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)*

5.1.1.4.

Τόπος γέννησης

5.1.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.1.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

5.1.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

5.1.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

5.1.2.

 

5.1.2.1.

Επώνυμο/-α*

5.1.2.2.

Όνομα/-τα*

5.1.2.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)*

5.1.2.4.

Τόπος γέννησης

5.1.2.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.1.2.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

5.1.2.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

5.1.2.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

5.2.   Ημερομηνία, χώρα και τόπος γάμου*

5.2.1.

Ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε)*

5.2.2.

Χώρα*

5.2.3.

Τόπος (εάν το στοιχείο αυτό είναι διαθέσιμο)

6.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΕΡΗΜΗΝ*

6.1.   Όχι

6.2.   Ναι

6.2.1.

Ερημοδικήσας διάδικος, όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

6.2.2.

Το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον διάδικο.

6.2.2.1.

Όχι

6.2.2.2.

Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

6.2.2.3.

Ναι

6.2.2.3.1.

Ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης (ηη/μμ/εεεε)

7.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ*

7.1.

Όχι

7.2.

Ναι

8.   ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ Η ΑΠΟΦΑΣΗ (ηη/μμ/εεεε)*

9.   ΟΝΟΜΑ/-ΤΑ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΟΥ/-ΩΝ ΣΤΟΝ/ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟ/-ΟΥΣ ΠΑΡΑΣΧΕΘΗΚΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 74 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

9.1.   Διάδικος/-οι

9.1.1.

όπως αναφέρεται στο σημείο 5.1.1.

9.1.2.

όπως αναφέρεται στο σημείο 5.1.2.

10.   ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ (3)

10.1.

Η απόφαση αφορά επίσης θέματα γονικής μέριμνας, και οι πληροφορίες για τις δαπάνες που σχετίζονται με τη διαδικασία βάσει του παρόντος κανονισμού παρέχονται μόνον στο πιστοποιητικό που αφορά αποφάσεις σε θέματα γονικής μέριμνας.

10.2.

Η απόφαση προβλέπει ότι (4)

… (επώνυμο/-α)

… (όνομα/-τα)

οφείλει να καταβάλει στον/στην

… (επώνυμο/-α)

… (όνομα/-τα)

το ποσό των …

ευρώ (EUR)

βουλγαρικών λεβ (BGN)

κροατικών κουνών (HRK)

τσεχικών κορονών (CZK)

ουγγρικών φιορινιών (HUF)

πολωνικών ζλότι (PLN)

λιρών στερλίνων (GBP)

ρουμανικών λέου (RON)

σουηδικών κορονών (SEK)

Άλλο (να αναφερθεί ο κωδικός ISO):

10.3.

Πρόσθετες, ενδεχομένως σημαντικές, πληροφορίες (για παράδειγμα, καθορισμένο ποσό ή ποσοστό, επιδικασθέντες τόκοι, επιμερισμένες δαπάνες, εάν περισσότεροι του ενός διάδικοι καταδικάστηκαν στην καταβολή των εξόδων, εάν το συνολικό ποσό μπορεί να εισπραχθεί από τον καθένα εξ αυτών): …

(Τόπος)… στις … (ηη/μμ/εεεε)

Υπογραφή και/ή σφραγίδα


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών(ΕΕ L 178 της 2.7.2019, σ. 1) («κανονισμός»).

(2)  Τα πεδία που επισημαίνονται με αστερίσκο (*) συμπληρώνονται υποχρεωτικά.

(3)  Το σημείο αυτό καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις που τα έξοδα επιδικάζονται με χωριστή απόφαση. Το γεγονός και μόνο ότι το ποσό των δαπανών δεν έχει καθοριστεί ακόμη δεν θα πρέπει να εμποδίζει το δικαστήριο να εκδώσει το πιστοποιητικό εάν ένας διάδικος επιθυμεί να ζητήσει την αναγνώριση του διατακτικού της απόφασης.

(4)  Εάν περισσότεροι του ενός διάδικοι καταδικάστηκαν στην καταβολή των εξόδων, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

(Άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111του Συμβουλίου (1)

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εκδίδεται κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, σχετικά με απόφαση σε διαφορές γονικής μέριμνας, από το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά το άρθρο 103 του κανονισμού.

1.   ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ* (2)

Βέλγιο (BE)

Βουλγαρία (BU)

Τσεχία (CZ)

Γερμανία (DE)

Εσθονία (ΕΕ)

Ιρλανδία (IE)

Ελλάδα (EL)

Ισπανία (ES)

Γαλλία (FR)

Κροατία (HR)

Ιταλία (IT)

Κύπρος (CY)

Λετονία (LV)

Λιθουανία (LT)

Λουξεμβούργο (LU)

Ουγγαρία (HU)

Μάλτα (MT)

Κάτω Χώρες (NL)

Αυστρία (AT)

Πολωνία (PL)

Πορτογαλία (PT)

Ρουμανία (RO)

Σλοβενία (SI)

Σλοβακία (SK)

Φινλανδία (FI)

Σουηδία (SE)

Ηνωμένο Βασίλειο (UK)

2.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ*

2.1.

Ονομασία*

2.2.

Διεύθυνση*

2.3.

Τηλ./φαξ/διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου*

3.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ (εάν διαφέρει)

3.1.

Ονομασία

3.2.

Διεύθυνση

4.   ΑΠΟΦΑΣΗ*

4.1

Ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε)*

4.2

Αριθμός αναφοράς*

5.   ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ (3) ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ*

5.1   Παιδί 1*

5.1.1

Επώνυμο/-α*

5.1.2

Όνομα/-τα*

5.1.3

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)*

5.1.4

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.1.5

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.2   Παιδί 2

5.2.1

Επώνυμο/-α

5.2.2

Όνομα/-τα

5.2.3

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

5.2.4

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.2.5

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.3   Παιδί 3

5.3.1

Επώνυμο/-α

5.3.2

Όνομα/-τα

5.3.3

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

5.3.4

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.3.5

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.   ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ (4)

6.1.   Δικαίωμα επιμέλειας που χορηγείται σύμφωνα με την απόφαση (5)

……

6.2.   Χορηγείται στον/στους ακόλουθο/-ους διάδικο/-ους (6)

6.2.1.

Διάδικος 1

6.2.1.1.

Φυσικό πρόσωπο

6.2.1.1.1.

Επώνυμο/-α

6.2.1.1.2.

Όνομα/-τα

6.2.1.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

6.2.1.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

6.2.1.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.2.1.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.2.1.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

6.2.1.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

6.2.1.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

6.2.1.2.1.

Πλήρης ονομασία

6.2.1.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.2.1.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.2.2.

Διάδικος 2

6.2.2.1.

Φυσικό πρόσωπο

6.2.2.1.1.

Επώνυμο/-α

6.2.2.1.2.

Όνομα/-τα

6.2.2.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

6.2.2.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

6.2.2.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.2.2.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.2.2.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

6.2.2.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

6.2.2.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

6.2.2.2.1.

Πλήρης ονομασία

6.2.2.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.2.2.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

6.3.   Η απόφαση συνεπάγεται την επιστροφή του/-ων παιδιού/-ιών

6.3.1.

Όχι

6.3.2.

Ναι

6.3.2.1.

Λεπτομέρειες που αφορούν την επιστροφή, οι οποίες έχουν σημασία για την εκτέλεση, εφόσον δεν αναφέρονται ήδη στο σημείο 6.1 (για παράδειγμα, σε ποιον, ποιο (ποια) παιδί (παιδιά), επιστροφή ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή άπαξ)

……

7.   ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

7.1.   Δικαίωμα επικοινωνίας που χορηγεί η απόφαση (7)

……

7.2.   Χορηγείται στον/στους ακόλουθο/-ους διάδικο/-ους (8)

7.2.1.

Διάδικος 1

7.2.1.1.

Επώνυμο/-α

7.2.1.2.

Όνομα/-τα

7.2.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

7.2.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

7.2.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

7.2.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

7.2.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

7.2.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

7.2.2.

Διάδικος 2

7.2.2.1.

Επώνυμο/-α

7.2.2.2.

Όνομα/-τα

7.2.2.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

7.2.2.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

7.2.2.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

7.2.2.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

7.2.2.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

7.2.2.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

7.3.   Η απόφαση συνεπάγεται την επιστροφή του/-ων παιδιού/-ιών

7.3.1.

Όχι

7.3.2.

Ναι

7.3.2.1.

Λεπτομέρειες που αφορούν την επιστροφή, οι οποίες έχουν σημασία για την εκτέλεση, εφόσον δεν αναφέρονται ήδη στο σημείο 7.1 (για παράδειγμα, σε ποιον, ποιο (ποια) παιδί (παιδιά), επιστροφή ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή άπαξ)

……

8.   ΑΛΛΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

8.1.   Δικαίωμα/-τα που χορηγείται/-ούνται σύμφωνα με την απόφαση (9)

……

8.2.   Χορηγείται στον/στους ακόλουθο/-ους διάδικο/-ους (10)

8.2.1.

Διάδικος 1

8.2.1.1.

Φυσικό πρόσωπο

8.2.1.1.1.

Επώνυμο/-α

8.2.1.1.2.

Όνομα/-τα

8.2.1.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

8.2.1.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

8.2.1.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

8.2.1.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

8.2.1.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

8.2.1.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

8.2.1.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

8.2.1.2.1.

Πλήρης ονομασία

8.2.1.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

8.2.1.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

8.2.2.

Διάδικος 2

8.2.2.1.

Φυσικό πρόσωπο

8.2.2.1.1.

Επώνυμο/-α

8.2.2.1.2.

Όνομα/-τα

8.2.2.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

8.2.2.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

8.2.2.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

8.2.2.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

8.2.2.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

8.2.2.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

8.2.2.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

8.2.2.2.1.

Πλήρης ονομασία

8.2.2.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

8.2.2.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

8.3.   Η απόφαση συνεπάγεται την επιστροφή του/-ων παιδιού/-ιών

8.3.1.

Όχι

8.3.2.

Ναι

8.3.2.1.

Λεπτομέρειες που αφορούν την επιστροφή, οι οποίες έχουν σημασία για την εκτέλεση, εφόσον δεν αναφέρονται ήδη στο σημείο 8.1 (για παράδειγμα, σε ποιον, ποιο (ποια) παιδί (παιδιά), επιστροφή ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή άπαξ)

……

9.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ/-Α Η ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ/-Α ΜΕΤΡΟ/-Α*

9.1.   Όχι

9.2.   Ναι

9.2.1.

Περιγραφή του/των μέτρου/-ων που διατάχθηκε/-αν (11)

……

10.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ*

10.1.

Όχι

10.2.

Ναι

11.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ*

11.1.   Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα επιμέλειας όπως αναφέρεται στο σημείο 6

11.1.1.

Όχι

11.1.1.1.

Η απόφαση δεν περιλαμβάνει εκτελεστή υποχρέωση (εφόσον συντρέχει περίπτωση).

11.1.2.

Ναι, χωρίς κανέναν περιορισμό [συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή]: …/…/……

11.1.3.

Ναι, αλλά μόνον κατά του/των διαδίκου/-ων (12) όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

11.1.3.1.

Συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή κατά του συγκεκριμένου διαδίκου: …/…/……

11.1.4.

Ναι, αλλά μόνο για το/τα εξής μέρος/-η της απόφασης (να διευκρινιστεί) …

11.1.4.1.

Συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία κατέστη/-σαν εκτελεστό/-ά το/τα συγκεκριμένο/-α μέρος/-η της απόφασης: …/…/……

11.2.   Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας όπως αναφέρεται στο σημείο 7

11.2.1.

Όχι

11.2.1.1.

Η απόφαση δεν περιλαμβάνει εκτελεστή υποχρέωση (εφόσον συντρέχει περίπτωση).

11.2.2.

Ναι, χωρίς κανέναν περιορισμό [συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή]: …/…/……

11.2.3.

Ναι, αλλά μόνον κατά του/των διαδίκου/-ων (13) όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

11.2.3.1.

Συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή κατά του συγκεκριμένου διαδίκου: …/…/……

11.2.4.

Ναι, αλλά μόνο για το/τα εξής μέρος/-η της απόφασης (να διευκρινιστεί) …

11.2.4.1.

Συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία κατέστη/-σαν εκτελεστό/-ά το/τα συγκεκριμένο/-α μέρος/-η της απόφασης: …/…/……

11.3.   Σε ό,τι αφορά άλλα δικαιώματα σε διαφορές γονικής μέριμνας όπως αναφέρονται στο σημείο 8

11.3.1.

Όχι

11.3.1.1.

Η απόφαση δεν περιλαμβάνει εκτελεστή υποχρέωση (εφόσον συντρέχει περίπτωση).

11.3.2.

Ναι, χωρίς κανέναν περιορισμό [συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή]: …/…/……

11.3.3.

Ναι, αλλά μόνον κατά του/των διαδίκου/-ων (14) όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

11.3.3.1.

Συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία η απόφαση κατέστη εκτελεστή κατά του συγκεκριμένου διαδίκου: …/…/……

11.3.4.

Ναι, αλλά μόνο για το/τα εξής μέρος/-η της απόφασης (να διευκρινιστεί) …

11.3.4.1.

Συμπληρώστε την ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε) κατά την οποία κατέστη/-σαν εκτελεστό/-ά το/τα συγκεκριμένο/-α μέρος/-η της απόφασης: …/…/……

12.   ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ, Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΧΕΙ ΕΠΙΔΟΘΕΙ Η ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ ΣΤΟΝ/ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΟ/-ΟΥΣ (15) ΚΑΤΑ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΟΠΟΙΟΥ/-ΩΝ ΕΠΙΔΙΩΚΕΤΑΙ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ*

12.1.   Στον διάδικο όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

12.1.1.

Όχι

12.1.2.

Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

12.1.3.

Ναι

12.1.3.1.

Ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης (ηη/μμ/εεεε)

12.1.3.2.

Η απόφαση επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στην/στις εξής γλώσσα/-ες:

BG

ES

CS

DE

ET

EL

EN

FR

GA

HR

IT

LV

LT

HU

MT

NL

PL

PT

RO

SK

SL

FI

SV

 

 

12.2.   Στον διάδικο όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

12.2.1.

Όχι

12.2.2.

Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

12.2.3.

Ναι

12.2.3.1.

Ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης (ηη/μμ/εεεε)

12.2.3.2.

Η απόφαση επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στην/στις εξής γλώσσα/-ες:

BG

ES

CS

DE

ET

EL

EN

FR

GA

HR

IT

LV

LT

HU

MT

NL

PL

PT

RO

SK

SL

FI

SV

 

 

13.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΕΡΗΜΗΝ*

13.1.   Όχι

13.2.   Ναι

13.2.1.

Ερημοδικήσας/-αντες διάδικος/-οι (16), όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

13.2.2.

Το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον διάδικο.

13.2.2.1.

Όχι

13.2.2.2.

Δεν είναι γνωστό στο δικαστήριο

13.2.2.3.

Ναι

13.2.2.3.1.

Ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης (ηη/μμ/εεεε)

14.   ΤΟ/ΤΑ ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ (17) ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ/-ΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ 5 ΗΤΑΝ ΙΚΑΝΟ/-Α ΝΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΙ/-ΟΥΝ ΙΔΙΑ ΑΠΟΨΗ*

14.1.   Παιδί όπως αναφέρεται στο σημείο 5.1

14.1.1.

Ναι (να συμπληρωθεί το σημείο 15)

14.1.2.

Όχι

14.2.   Παιδί όπως αναφέρεται στο σημείο 5.2

14.2.1.

Ναι (να συμπληρωθεί το σημείο 15)

14.2.2.

Όχι

14.3.   Παιδί όπως αναφέρεται στο σημείο 5.3

14.3.1.

Ναι (να συμπληρωθεί το σημείο 15)

14.3.2.

Όχι

15.   ΣΤΟ/ΣΤΑ ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΙΚΑΝΟ/-Α ΝΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΙ/-ΟΥΝ ΙΔΙΑ ΑΠΟΨΗ ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ 14 ΠΑΡΑΣΧΕΘΗΚΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΕΙ/-ΟΥΝ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ/ΤΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 21 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

15.1.   Παιδί όπως αναφέρεται στο σημείο 5.1

15.1.1.

Ναι

15.1.2.

Όχι, για τους εξής λόγους: …

15.2.   Παιδί όπως αναφέρεται στο σημείο 5.2

15.2.1.

Ναι

15.2.2.

Όχι, για τους εξής λόγους: …

15.3.   Παιδί όπως αναφέρεται στο σημείο 5.3

15.3.1.

Ναι

15.3.2.

Όχι, για τους εξής λόγους: …

16.   ΟΝΟΜΑ/-ΤΑ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΟΥ/-ΩΝ (18) ΣΤΟΝ/ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟ/-ΟΥΣ ΠΑΡΑΣΧΕΘΗΚΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 74 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

16.1.   Διάδικος/-οι

16.1.1.

όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

16.1.2.

όπως αναφέρεται στο σημείο … (να συμπληρωθεί)

17.   ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ (19)

17.1.

Η απόφαση αφορά επίσης γαμικές διαφορές, και οι πληροφορίες για τις δαπάνες που σχετίζονται με τη διαδικασία βάσει του παρόντος κανονισμού παρέχονται μόνον στο παρόν πιστοποιητικό.

17.2.

Η απόφαση προβλέπει ότι (20)

… (επώνυμο/-α)

… (όνομα/-τα)

οφείλει να καταβάλει στον/στην

… (επώνυμο/-α)

… (όνομα/-τα)

το ποσό των …

ευρώ (EUR)

βουλγαρικών λεβ (BGN)

κροατικών κουνών (HRK)

τσεχικών κορονών (CZK)

ουγγρικών φιορινιών (HUF)

πολωνικών ζλότι (PLN)

λιρών στερλίνων (GBP)

ρουμανικών λέου (RON)

σουηδικών κορονών (SEK)

Άλλο (να αναφερθεί ο κωδικός ISO):

17.3.

Πρόσθετες, ενδεχομένως σημαντικές, πληροφορίες (για παράδειγμα, καθορισμένο ποσό ή ποσοστό, επιδικασθέντες τόκοι, επιμερισμένες δαπάνες, εάν περισσότεροι του ενός διάδικοι καταδικάστηκαν στην καταβολή των εξόδων, εάν το συνολικό ποσό μπορεί να εισπραχθεί από τον καθένα εξ αυτών): …

(Τόπος)… στις … (ηη/μμ/εεεε)

Υπογραφή και/ή σφραγίδα


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2019, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (ΕΕ L 178 της 2.7.2019, σ. 1) («κανονισμός»).

(2)  Τα πεδία που επισημαίνονται με αστερίσκο (*) συμπληρώνονται υποχρεωτικά.

(3)  Εάν αφορά περισσότερα από τρία παιδιά, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(4)  Σημειωτέον ότι ο όρος «δικαίωμα επιμέλειας» ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 σημείο 9 του κανονισμού

(5)  Αντιγράψτε το σχετικό τμήμα της εντολής.

(6)  Εάν αφορά περισσότερους από δύο διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(7)  Αντιγράψτε το σχετικό τμήμα της εντολής.

(8)  Εάν αφορά περισσότερους από δύο διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(9)  Αντιγράψτε το σχετικό τμήμα της εντολής.

(10)  Εάν αφορά περισσότερους από δύο διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(11)  Αντιγράψτε το σχετικό τμήμα της εντολής.

(12)  Εάν η απόφαση αφορά περισσότερους του ενός διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(13)  Εάν η απόφαση αφορά περισσότερους του ενός διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(14)  Εάν η απόφαση αφορά περισσότερους του ενός διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(15)  Εάν αφορά περισσότερους από δύο διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(16)  Εάν η απόφαση αφορά περισσότερους του ενός διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(17)  Εάν αφορά περισσότερα από τρία παιδιά, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(18)  Εάν αφορά περισσότερους από δύο διαδίκους, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.

(19)  Το σημείο αυτό καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις που τα έξοδα επιδικάζονται με χωριστή απόφαση. Το γεγονός και μόνο ότι το ποσό των δαπανών δεν έχει καθοριστεί ακόμη δεν θα πρέπει να εμποδίζει το δικαστήριο να εκδώσει το πιστοποιητικό εάν ένας διάδικος επιθυμεί να ζητήσει την αναγνώριση του διατακτικού της απόφασης.

(20)  Εάν περισσότεροι του ενός διάδικοι καταδικάστηκαν στην καταβολή των εξόδων, επισυνάψτε πρόσθετο φύλλο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΑΣΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΕ ΑΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΤΟΥ 1980 (1) ΚΑΙ ΤΥΧΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ Η ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 27 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 5 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ

(Άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1111 του Συμβουλίου (2))

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εκδίδεται, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, από το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης της απόφασης επιστροφής, το οποίο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103 του κανονισμού, σε περίπτωση απόφασης επιστροφής που απαιτείται να εκτελεστεί σε άλλο κράτος μέλος λόγω νέας απαγωγής του/των παιδιού/-ιών μετά την έκδοση απόφασης επιστροφής ή σε περίπτωση που η απόφαση επιστροφής περιλαμβάνει προσωρινό ή ασφαλιστικό μέτρο βάσει του άρθρου 27 παράγραφος 5 του κανονισμού για την προστασία του παιδιού από τον σοβαρό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980.

1.   ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΟΥ/-ΙΩΝ* (3)

Βέλγιο (BE)

Βουλγαρία (BU)

Τσεχία (CZ)

Γερμανία (DE)

Εσθονία (ΕΕ)

Ιρλανδία (IE)

Ελλάδα (EL)

Ισπανία (ES)

Γαλλία (FR)

Κροατία (HR)

Ιταλία (IT)

Κύπρος (CY)

Λετονία (LV)

Λιθουανία (LT)

Λουξεμβούργο (LU)

Ουγγαρία (HU)

Μάλτα (MT)

Κάτω Χώρες (NL)

Αυστρία (AT)

Πολωνία (PL)

Πορτογαλία (PT)

Ρουμανία (RO)

Σλοβενία (SI)

Σλοβακία (SK)

Φινλανδία (FI)

Σουηδία (SE)

Ηνωμένο Βασίλειο (UK)

2.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΙ ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ*

2.1.

Ονομασία*

2.2.

Διεύθυνση*

2.3.

Τηλ./φαξ/διεύθυνση ηλ. ταχυδρομείου*

3.   ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ (εάν διαφέρει)

3.1.

Ονομασία

3.2.

Διεύθυνση

4.   ΑΠΟΦΑΣΗ*

4.1.

Ημερομηνία (ηη/μμ/εεεε)*

4.2.

Αριθμός αναφοράς*

5.   ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ (4) ΠΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ/-ΟΥΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ*

5.1.   Παιδί 1*

5.1.1.

Επώνυμο/-α*

5.1.2.

Όνομα/-τα*

5.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)*

5.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.2.   Παιδί 2

5.2.1.

Επώνυμο/-α

5.2.2.

Όνομα/-τα

5.2.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

5.2.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.2.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

5.3.   Παιδί 3

5.3.1.

Επώνυμο/-α

5.3.2.

Όνομα/-τα

5.3.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

5.3.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

5.3.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

6.   ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙ/-ΟΥΝ ΤΟ/ΤΑ ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ*

Βέλγιο (BE)

Βουλγαρία (BU)

Τσεχία (CZ)

Γερμανία (DE)

Εσθονία (ΕΕ)

Ιρλανδία (IE)

Ελλάδα (EL)

Ισπανία (ES)

Γαλλία (FR)

Κροατία (HR)

Ιταλία (IT)

Κύπρος (CY)

Λετονία (LV)

Λιθουανία (LT)

Λουξεμβούργο (LU)

Ουγγαρία (HU)

Μάλτα (MT)

Κάτω Χώρες (NL)

Αυστρία (AT)

Πολωνία (PL)

Πορτογαλία (PT)

Ρουμανία (RO)

Σλοβενία (SI)

Σλοβακία (SK)

Φινλανδία (FI)

Σουηδία (SE)

Ηνωμένο Βασίλειο (UK)

7.   ΕΑΝ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΤΟ/ΤΑ ΠΑΙΔΙ/-ΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΑΦΕΙ/-ΟΥΝ ΣΤΟΝ/ΣΤΗΝ (5)

7.1.   Διάδικος 1

7.1.1.

Φυσικό πρόσωπο

7.1.1.1.

Επώνυμο/-α

7.1.1.2.

Όνομα/-τα

7.1.1.3.

Ημερομηνία γέννησης (ηη/μμ/εεεε)

7.1.1.4.

Τόπος γέννησης (εάν είναι διαθέσιμος)

7.1.1.5.

Αριθμός ταυτότητας ή κοινωνικής ασφάλισης (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

7.1.1.6.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)

7.1.1.6.1.

όπως αναφέρεται στην απόφαση …

7.1.1.6.2.

τυχόν πρόσθετες πληροφορίες (για παράδειγμα, σχετικά με διαφορετική τωρινή διεύθυνση) …

7.1.2.

Νομικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση

7.1.2.1.

Πλήρης ονομασία

7.1.2.2.

Αριθμός μητρώου (εάν υπάρχει και είναι διαθέσιμος)

7.1.2.3.

Διεύθυνση (εάν είναι διαθέσιμη)