EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019R0981

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/981 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2019, σχετικά με την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

C/2019/1900

OJ L 161, 18.6.2019, p. 1–130 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2019/981/oj

18.6.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 161/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/981 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 8ης Μαρτίου 2019

σχετικά με την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (1), και ιδίως το άρθρο 35 παράγραφος 9, το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α), το άρθρο 56, το άρθρο 86 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), το άρθρο 97 παράγραφος 1, το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), ε), στ), στα), θ), ι), ια) και ιβ), το άρθρο 211 παράγραφος 2 και το άρθρο 234,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η εμπειρία, την οποία αποκόμισαν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από τα πρώτα έτη εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επανεξέταση των μεθόδων, των παραδοχών και των τυποποιημένων παραμέτρων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο.

(2)

Η πρόταση νέου κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση του προγράμματος InvestEU (2) εστιάζεται στην αντιμετώπιση των αστοχιών της αγοράς και των μη βέλτιστων επενδυτικών καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ. Η εν λόγω πρόταση περιλαμβάνει τη δημιουργία του Συμβουλευτικού Κόμβου InvestEU, ο οποίος αναμένεται ότι θα στηρίξει την ανάπτυξη μιας σειράς ώριμων επενδυτικών έργων, και της Πύλης InvestEU, που αναμένεται ότι θα προσφέρει στους επενδυτές μια εύκολα προσβάσιμη και φιλική για τον χρήστη βάση δεδομένων επενδυτικών έργων. Το πρόγραμμα InvestEU θα στηρίξει, με τον τρόπο αυτό, τις επενδύσεις στη χρηματοδότηση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, υπό μορφή ομολόγων, δανείων ή ιδιωτικών κεφαλαίων συμμετοχών, καθώς και άλλων μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε μετοχές. Ο τυποποιημένος μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες για τις επενδύσεις σε ιδιωτικές τοποθετήσεις χρέους, ιδιωτικά κεφάλαια συμμετοχών και τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές. Υπό το πρίσμα της προσδοκώμενης βελτίωσης της προσβασιμότητας στις εν λόγω επενδύσεις μέσω της Πύλης InvestEU, θα πρέπει να θεσπιστούν οι εν λόγω ειδικοί κανόνες. Επιπλέον, στο πλαίσιο του Σχεδίου Δράσης για την Οικοδόμηση Ένωσης Κεφαλαιαγορών, της 30ής Σεπτεμβρίου 2015, θα πρέπει να επιτευχθεί μεγαλύτερη προσέλκυση επενδύσεων στην Ευρώπη και να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε χρηματοδότηση μέσω κεφαλαίων συμμετοχών και μέσω δανεισμού για τις ευρωπαϊκές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η αντιμετώπιση προληπτικής εποπτείας των ιδιωτικών κεφαλαίων συμμετοχών και των ιδιωτικών τοποθετήσεων χρέους θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί, προκειμένου να αρθούν τα αδικαιολόγητα εμπόδια για τις επενδύσεις στις εν λόγω κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού.

(3)

Προκειμένου να επιτευχθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στον ασφαλιστικό τομέα και των οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στους λοιπούς χρηματοπιστωτικούς τομείς, ορισμένες από τις διατάξεις που ισχύουν για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις διατάξεις που ισχύουν για τα πιστωτικά και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, στον βαθμό που η εν λόγω ευθυγράμμιση είναι ανάλογη με τα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα τους.

(4)

Τα ανοίγματα διαπραγμάτευσης έναντι αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων (CCP) επωφελούνται από τον πολυμερή μηχανισμό συμψηφισμού και επιμερισμού ζημιών που παρέχεται από τους αναγνωρισμένους CCP. Τα εν λόγω ανοίγματα ενέχουν μειωμένο πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και θα πρέπει, επομένως, να υπόκεινται σε χαμηλότερη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με τα ανοίγματα έναντι αντισυμβαλλομένων που δεν επωφελούνται από τους μηχανισμούς των CCP. Σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχείο στα) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, στον υπολογισμό του κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, τα ανοίγματα διαπραγμάτευσης έναντι αναγνωρισμένων CCP θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο ο οποίος να εναρμονίζεται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που ισχύουν σε σχέση με τα εν λόγω ανοίγματα για τα πιστωτικά ιδρύματα και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα.

(5)

Οι επενδύσεις από ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ιδιωτικές τοποθετήσεις χρέους θα πρέπει να διευκολυνθούν, προκειμένου να συμβάλουν στον ενωσιακό στόχο της μακροπρόθεσμης διατηρήσιμης ανάπτυξης. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να καθιερωθούν κριτήρια τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα κατάταξης των ομολόγων και των δανείων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ στις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 2 ή 3, με βάση την εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση της ίδιας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(6)

Οι ουσιαστικές μεταβολές στα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου μπορεί να διαμορφώσουν μια κατάσταση όπου οι πηγές δεδομένων που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν δεν είναι πλέον διαθέσιμες. Επιπλέον, η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα δεδομένων μπορεί να καταστήσει παρωχημένες τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου. Μια ουσιαστική μεταβολή στις συνθήκες της αγοράς μπορεί επίσης να επιβάλλει επαναξιολόγηση των παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένου του τελικού προθεσμιακού επιτοκίου, του σημείου εκκίνησης για την παρέκταση των επιτοκίων άνευ κινδύνου ή της περιόδου σύγκλισης με το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο. Επομένως, θα πρέπει να καθιερωθούν προϋποθέσεις για την αξιολόγηση του κατά πόσον οι ενδεχόμενες μεταβολές στα δεδομένα και τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου είναι ανάλογες με τους στόχους της διαφάνειας, της σύνεσης, της αξιοπιστίας και της συνέπειας των μεθόδων για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου σε βάθος χρόνου. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή εκτίμηση των επιπτώσεων των τροποποιημένων τεχνικών, προδιαγραφών δεδομένων ή παραμέτρων και της αναλογικότητας της τροποποίησης σε σχέση με την ουσιαστική μεταβολή στα δεδομένα.

(7)

Ο στόχος της διαφάνειας, της σύνεσης, της αξιοπιστίας και της συνέπειας των μεθόδων για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου σε βάθος χρόνου θα πρέπει να ισχύει επίσης και στο επίπεδο των συνιστωσών, και ιδίως της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας. Προκειμένου να διασφαλιστεί διαφάνεια, σύνεση, αξιοπιστία και συνέπεια σε βάθος χρόνου, η μέθοδος για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας, που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ), και ιδίως η ενεργοποίηση της συνιστώσας κράτους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 77δ παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, θα πρέπει να επανεξετάζεται, όταν από τα στοιχεία προκύπτει ότι η μέθοδος αδυνατεί να ανταποκριθεί στους στόχους, και ως μέρος της επανεξέτασης από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 77στ παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(8)

Τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων, υπό μορφή καταβληθέντος κεφαλαίου μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμών μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων, καταβληθέντος κεφαλαίου προνομιούχων μετοχών και της σχετικής διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, και καταβληθεισών υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης, μπορούν να προβλέπουν μηχανισμό μερικής απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου για τις περιπτώσεις παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας επί τρεις διαδοχικούς μήνες. Θα πρέπει να καθιερωθούν κριτήρια που να καθορίζουν σε ποιον βαθμό τα εν λόγω στοιχεία χαρακτηρίζονται ως ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1.

(9)

Οι απώλειες βασικών ιδίων κεφαλαίων λόγω φορολογικών επιπτώσεων, όταν ενεργοποιείται ο μηχανισμός απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου, θα πρέπει να αποφεύγονται. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει, συνεπώς, να μπορούν να αιτούνται απαλλαγή από την εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού. Ωστόσο, πριν από τη χορήγηση της απαλλαγής, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν αν υπάρχει μεγάλη και βάσιμη πιθανότητα οι φορολογικές επιπτώσεις του μηχανισμού να αποδυναμώσουν σημαντικά την κατάσταση φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(10)

Θα πρέπει να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομικών φορέων στον ασφαλιστικό τομέα και στους λοιπούς χρηματοπιστωτικούς τομείς. Επομένως, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έγκρισης από εποπτική αρχή, να αποπληρώνουν ή να εξοφλούν ένα στοιχείο ιδίων κεφαλαίων εντός της πρώτης πενταετίας από την ημερομηνία έκδοσης, σε περίπτωση απρόβλεπτης αλλαγής στην εποπτική κατάταξη του στοιχείου ιδίων κεφαλαίων, η οποία είναι πιθανό να προκαλέσει αποκλεισμό του εν λόγω στοιχείου από τα ίδια κεφάλαια, ή σε περίπτωση απρόβλεπτης αλλαγής στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση του εν λόγω στοιχείου.

(11)

Η μέθοδος εξέτασης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνονται δεόντως υπόψη, ανεξαρτήτως της επενδυτικής δομής της επιχείρησης. Η εν λόγω μέθοδος θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις συνδεδεμένες με την εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οι οποίες έχουν ως βασικό σκοπό τη διακράτηση ή τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού για λογαριασμό της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(12)

Στις περιπτώσεις στις οποίες δεν μπορεί να εφαρμοστεί η μέθοδος εξέτασης σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένη μέθοδο, με βάση την πιο πρόσφατα αναφερθείσα κατανομή των στοιχείων ενεργητικού των επιχειρήσεων ή των ταμείων συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η απλοποιημένη μέθοδος είναι ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των ενεχόμενων κινδύνων.

(13)

Οι υποενότητες κινδύνου ακύρωσης απαιτούν πολύπλοκους υπολογισμούς, στο επίπεδο των μεμονωμένων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Όταν αυτή η πολυπλοκότητα δεν είναι ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που εμπίπτουν στις εν λόγω υποενότητες, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα να βασίζονται οι υπολογισμοί για τις εν λόγω υποενότητες σε ομάδες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, αντί σε μεμονωμένα ασφαλιστήρια συμβόλαια, εκτός εάν μια τέτοια ομαδοποίηση των συμβολαίων θα οδηγούσε σε ουσιώδες σφάλμα.

(14)

Ο υπολογισμός του κινδύνου φυσικών καταστροφών με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο θα πρέπει να αποτυπώνει τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της έκθεσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στον εν λόγω κίνδυνο. Ο υπολογισμός του κινδύνου φυσικών καταστροφών με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο προϋποθέτει την αντιστοίχιση από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ασφαλιζόμενου ποσού τους σε ζώνες κινδύνου. Ωστόσο, δεν διαθέτουν όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στα εσωτερικά συστήματά τους τις πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο των ζωνών κινδύνου που απαιτούνται για αυτόν τον υπολογισμό, και η εξασφάλιση αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι δαπανηρή για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να βασίζουν τον υπολογισμό τους σε ομάδες ζωνών κινδύνου, όταν η ομαδοποίηση αυτή είναι καλά τεκμηριωμένη και ανάλογη προς την έκθεση.

(15)

Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την υποενότητα κινδύνου πυρκαγιάς του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου προϋποθέτει τον προσδιορισμό από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της μεγαλύτερης συγκέντρωσης κινδύνου πυρκαγιάς. Με στόχο τη μείωση της επιβάρυνσης που συνεπάγεται ο υπολογισμός, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να περιορίζουν τη διαδικασία προσδιορισμού για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς στις ζώνες γύρω από τις περιοχές της υψηλότερης έκθεσης σε κίνδυνο πυρκαγιάς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η προσέγγιση είναι ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της έκθεσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε κίνδυνο πυρκαγιάς.

(16)

Οι απλοποιημένοι υπολογισμοί των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις υποενότητες κινδύνου θνησιμότητας στους κλάδους ζωής και υγείας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο θα πρέπει να τροποποιηθούν, προκειμένου να αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι τα κεφάλαια σε κίνδυνο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων μπορεί να μεταβάλλονται σε βάθος χρόνου.

(17)

Το κόστος απόκτησης πιστοληπτικών αξιολογήσεων για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, με χρήση του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, θα πρέπει να είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του συναφούς κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν ορίσει εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης θα πρέπει, συνεπώς, να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν απλοποιημένο υπολογισμό για τα μέρη του χαρτοφυλακίου χρεωστικών τίτλων για τα οποία δεν παρέχονται εξωτερικές αξιολογήσεις από τον εν λόγω εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης.

(18)

Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο επιβάλλει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν υπόψη το μερίδιο των περιουσιακών στοιχείων του αντισυμβαλλομένου που υπόκειται σε συμβάσεις χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων. Θα πρέπει να αποφεύγεται η δυσανάλογη επιβάρυνση στον υπολογισμό με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου θα πρέπει, συνεπώς, να μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου με βάση την παραδοχή ότι ποσοστό άνω του 60 % των περιουσιακών στοιχείων του αντισυμβαλλομένου υπόκειται σε συμβάσεις εξασφάλισης.

(19)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ειδικό μαθηματικό τύπο για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου από τις εκθέσεις σε κίνδυνο του τύπου 1, όταν η τυπική απόκλιση της κατανομής ζημιών από εκθέσεις σε κίνδυνο του τύπου 1 είναι χαμηλότερη του 7 %. Θα πρέπει να αποφεύγεται η δυσανάλογη επιβάρυνση κατά τον υπολογισμό της συγκεκριμένης απαίτησης. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει, συνεπώς, να μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου από τις εκθέσεις σε κίνδυνο του τύπου 1, χρησιμοποιώντας τον ίδιο μαθηματικό τύπο που εφαρμόζεται όταν η τυπική απόκλιση της κατανομής ζημιών από εκθέσεις σε κίνδυνο του τύπου 1 κυμαίνεται μεταξύ 7 % και 20 %.

(20)

Ο υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου είναι πολύπλοκος και μπορεί να αποτελεί δυσανάλογη επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο ζημιών. Κρίνεται, επομένως, ενδεδειγμένο να μπορούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν έναν απλοποιημένο μαθηματικό τύπο, υπό την προϋπόθεση ότι η χρήση αυτού του απλοποιημένου τύπου είναι ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του προφίλ κινδύνου αντισυμβαλλομένου των επιχειρήσεων.

(21)

Η επιβάρυνση κινδύνου για ασφάλιστρα που αφορούν μελλοντικές συμβάσεις δεν θα πρέπει να θέτει αδικαιολόγητα σε μειονεκτική θέση τις συμβάσεις με αρχική διάρκεια άνω του έτους, ώστε να συνυπολογίζεται ο μικρότερος κίνδυνος που ενέχουν τα μελλοντικά ασφάλιστρα από συμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας. Επομένως, για μελλοντικές συμβάσεις με διάρκεια άνω του έτους, το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος του κλάδου ζημιών και του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT θα πρέπει να αντιπροσωπεύει μόνο το 30 % των μελλοντικών ασφαλίστρων.

(22)

Η πραγματική έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο, κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας για τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών, θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο. Στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας για τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών, με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, θα πρέπει, επομένως, να λαμβάνονται υπόψη τα συμβατικά όρια αποζημίωσης για φυσικές καταστροφές.

(23)

Ο υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας για τον κίνδυνο ανθρωπογενούς καταστροφής θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι υπολογισμοί βάσει σεναρίων της εν λόγω απαίτησης για τον θαλάσσιο και τον αεροπορικό κίνδυνο και για τον κίνδυνο πυρκαγιάς θα πρέπει, συνεπώς, να βασίζονται στις μεγαλύτερες εκθέσεις σε κίνδυνο, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις ή φορείς ειδικού σκοπού.

(24)

Δεν κρίνεται ενδεδειγμένη η εφαρμογή του σεναρίου σύγκρουσης δεξαμενόπλοιου, της υποενότητας θαλάσσιου κινδύνου, στα σκάφη αναψυχής ή τα άκαμπτα φουσκωτά σκάφη. Το εν λόγω σενάριο θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εφαρμόζεται μόνο σε σκάφη με ελάχιστο ασφαλιζόμενο ποσό τουλάχιστον 250 000 EUR.

(25)

Οι άμεσες επενδύσεις από ασφαλιστικές εταιρείες σε μη εισηγμένες μετοχές μπορούν να συμβάλουν στον στόχο της μακροπρόθεσμης διατηρήσιμης ανάπτυξης που έχει θέσει η Ένωση. Επομένως, αυτές οι επενδύσεις θα πρέπει να διευκολύνονται. Κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο μετοχών με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, θα πρέπει άρα να παρέχεται η δυνατότητα στα χαρτοφυλάκια μη εισηγμένων μετοχών υψηλής ποιότητας να επωφελούνται από την ίδια μεταχείριση όπως οι μετοχές που είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενες αγορές. Θα πρέπει να καθοριστούν κριτήρια προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι ένα χαρτοφυλάκιο μη εισηγμένων μετοχών υψηλής ποιότητας ενέχει επαρκώς μικρό συστηματικό κίνδυνο.

(26)

Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως μακροπρόθεσμοι επενδυτές, και οι επενδύσεις σε μετοχές είναι σημαντικές για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ενθαρρύνονται, με την ευθυγράμμιση της αντιμετώπισης των μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε μετοχές και των στρατηγικών επενδύσεων σε μετοχές κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, συμπεριλαμβανομένων των πινάκων συσχέτισης. Για να διασφαλιστεί ο μακροπρόθεσμος χαρακτήρας των επενδύσεων, θα πρέπει να προστεθεί, στην υποενότητα κινδύνου μετοχών, ένα χαρτοφυλάκιο μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε μετοχές και άλλων στοιχείων ενεργητικού που αντιστοιχούν σε χαρτοφυλάκιο σαφώς προσδιοριζόμενων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Για να αποφευχθεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ, το χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού και το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων θα πρέπει να έχουν παρόμοιες αξίες, και κάθε ένα από αυτά δεν θα πρέπει να αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ήμισυ του συνολικού μεγέθους του ισολογισμού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(27)

Οι μεμονωμένες μετοχές που είναι εισηγμένες στον ΕΟΧ και οι επενδύσεις μέσω ορισμένων ειδών αμοιβαίων κεφαλαίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Ως εκ τούτου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τους κανόνες που ισχύουν για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στο επίπεδο των ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις, των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, των οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων κλειστού τύπου και χωρίς μόχλευση ή των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων, υπό την προϋπόθεση ότι ο διαχειριστής του κεφαλαίου έχει λάβει άδεια λειτουργίας στον ΕΟΧ.

(28)

Ο υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης για την υποενότητα κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν σε ιδιωτικές τοποθετήσεις υψηλής ποιότητας, οι οποίες πολλές φορές δεν είναι εισηγμένες. Μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να έχει συνάψει συμφωνία με πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων για συνεπένδυση σε ομόλογα και δάνεια για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ. Σε αυτή την περίπτωση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα της εγκεκριμένης προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων έχει την έδρα του/της εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει συνάψει συμφωνία με άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που χρησιμοποιεί εγκεκριμένο εσωτερικό υπόδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 100 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(29)

Η νομοθεσία που καλύπτει τον χρηματοπιστωτικό τομέα θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνέπεια, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις διαφορές στα επιχειρηματικά μοντέλα των διαφόρων τομέων, τα αποκλίνοντα στοιχεία στον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων, ή άλλους παράγοντες. Ως εκ τούτου, οι κανόνες για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά την αναγνώριση των εγγυήσεων που εκδίδονται από τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τους κανόνες για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(30)

Τα παράγωγα εκθέτουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου, ανεξαρτήτως του αν τα εν λόγω παράγωγα προορίζονται για αντιστάθμιση κινδύνου ή για κερδοσκοπική χρήση. Όλα τα παράγωγα θα πρέπει, συνεπώς, να αντιμετωπίζονται ως εκθέσεις σε κίνδυνο του τύπου 1 στην ενότητα κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου.

(31)

Θα πρέπει να αποφεύγονται οι ανακολουθίες στην αλληλουχία των υπολογισμών της κεφαλαιακής απαίτησης για τις συγκεντρώσεις κινδύνου αγοράς, με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο. Επομένως, τα μεμονωμένα πιστωτικά ανοίγματα θα πρέπει, πρώτα, να αντιστοιχίζονται με τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας και τα σχετικά όρια υπερβολικού πιστωτικού ανοίγματος, και οι συντελεστές κινδύνου θα πρέπει, ακολούθως, να εφαρμόζονται στο επίπεδο των πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο.

(32)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν υπερβολικά αισιόδοξες παραδοχές κατά την προβολή των μελλοντικών φορολογητέων κερδών σε σενάριο μετά από μια έκτακτη ζημία. Συνεπώς, κατά τον υπολογισμό, με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη χρηματοοικονομική κατάσταση και την κατάσταση φερεγγυότητάς τους μετά τη στιγμιαία απώλεια, καθώς και την αυξημένη αβεβαιότητα όσον αφορά την προβολή των μελλοντικών φορολογητέων κερδών. Επιπλέον, οι παραδοχές για την προβολή των μελλοντικών φορολογητέων κερδών μετά τη στιγμιαία απώλεια, συμπεριλαμβανομένων των εικαζόμενων αποδόσεων των επενδύσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν θα πρέπει να είναι ευνοϊκότερες από τις παραδοχές που εφαρμόζονται στην αποτίμηση των αναβαλλόμενων φόρων στον ισολογισμό, και το προβλεπόμενο συνολικό ποσό από νέες δραστηριότητες δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό του επιχειρηματικού σχεδιασμού. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να εικάζουν υψηλότερες αποδόσεις από εκείνες που τεκμαίρονται στη σχετική καμπύλη επιτοκίων, μόνον εάν μπορούν να αποδείξουν ότι οι εν λόγω αποδόσεις θα επιτευχθούν μετά τη στιγμιαία απώλεια.

(33)

Στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνου, ιδίως σε σχέση με τη χρήση τεχνικών μείωσης του κινδύνου, Επομένως, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη το αποτέλεσμα των τεχνικών μείωσης του κινδύνου, επίσης και όταν οι εν λόγω τεχνικές αντικαθίστανται με παρόμοια ρύθμιση, όταν λήγουν, ή όταν οι εν λόγω τεχνικές προσαρμόζονται, προκειμένου να αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές στα πιστωτικά ανοίγματα που καλύπτονται, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αντικατάσταση ή προσαρμογή περιορίζεται στη μία φορά εβδομαδιαίως. Ο τυποποιημένος μαθηματικός τύπος θα πρέπει επίσης να περιέχει πρόβλεψη για συμφωνίες συμψηφισμού μεταξύ παραγώγων και για στρατηγικές αντιστάθμισης, όταν ένας συνδυασμός διαφόρων συμβατικών ρυθμίσεων λειτουργεί ως τεχνική μετριασμού του κινδύνου. Ενδεχόμενες αποκλίσεις μεταξύ του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου που αντικατοπτρίζεται στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, αφενός, και στο πραγματικό αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου, αφετέρου, καθώς και αξιολόγηση του κινδύνου βάσης, θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας που διενεργείται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις.

(34)

Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να πλήττονται δυσανάλογα, όταν ένας αντισυμβαλλόμενος αντασφάλισης παύει να συμμορφώνεται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητάς του, ενώ συνεχίζει να συμμορφώνεται με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει, συνεπώς, να έχουν τη δυνατότητα, για περίοδο έως έξι μηνών, να λαμβάνουν εν μέρει υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου από συμφωνίες αντασφάλισης που έχουν συναφθεί με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο αντασφάλισης. Όταν ένας αντισυμβαλλόμενος αντασφάλισης παύει να συμμορφώνεται προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις του, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να μην λαμβάνει πλέον υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου από συμφωνίες αντασφάλισης που έχουν συναφθεί με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο αντασφάλισης.

(35)

Οι αντασφαλιστικές συμβάσεις περιορισμού ζημίας θα πρέπει να έχουν παρόμοια αντιμετώπιση με τις αντασφαλιστικές συμβάσεις υπερβολικών ζημιών στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει, ως εκ τούτου, να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τη μείωση κινδύνου που παρέχουν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις περιορισμού ζημίας στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, με ειδικές παραμέτρους για κάθε επιχείρηση, με την καθιέρωση τυποποιημένης μεθόδου για τον υπολογισμό των ειδικών παραμέτρων για κάθε επιχείρηση προς αντικατάσταση της τυποποιημένης παραμέτρου για τη μη αναλογική αντασφάλιση.

(36)

Η ικανότητα απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων έχει σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει, ως εκ τούτου, να υιοθετεί μια πολιτική διαχείρισης κινδύνου σε σχέση με τους αναβαλλόμενους φόρους, η οποία να λαμβάνει υπόψη την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των εν λόγω αναβαλλόμενων φόρων. Πιο συγκεκριμένα, η πολιτική θα πρέπει να καθορίζει τις αρμοδιότητες για την αξιολόγηση των υποκείμενων παραδοχών που εφαρμόζονται στην προβολή των μελλοντικών φορολογητέων κερδών.

(37)

Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων τόσο σε επίπεδο μεμονωμένων επιχειρήσεων όσο και σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνέπεια. Όταν η μέθοδος εξέτασης εφαρμόζεται σε μεμονωμένη βάση σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή σε συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία, οι οποίες είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η μέθοδος εξέτασης θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης και σε επίπεδο ομίλου. Όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή ταμεία είναι θυγατρικές ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών ομίλων, ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή της πλήρους διαφοροποίησης σε σχέση με τα άλλα ενοποιημένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού.

(38)

Ο υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης για τον συναλλαγματικό κίνδυνο ενός ομίλου θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τη συγκεκριμένη οικονομική κατάσταση του εν λόγω ομίλου, ιδίως όταν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες είναι εκφρασμένες σε διαφορετικά νομίσματα. Για τον λόγο αυτό, οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν ένα νόμισμα αναφοράς άλλο από το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών, όταν ο συναλλαγματικός κίνδυνος στις ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου υπολογίζεται με βάση τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο. Η εν λόγω επιλογή θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, όπως το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένο σημαντικό ποσό των τεχνικών προβλέψεων ή των ιδίων κεφαλαίων του ομίλου.

(39)

Ο υπολογισμός με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο για τις υποενότητες κινδύνου ασφαλίστρου και αποθέματος του κλάδου ζημιών, τις υποενότητες κινδύνου ασφαλίστρου και αποθέματος του κλάδου υγείας και την υποενότητα κινδύνου φυσικών καταστροφών θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να αντικατοπτρίζει τα πρόσφατα εμπειρικά στοιχεία σχετικά με τις προβλέψεις ασφαλίστρων και τις προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις.

(40)

Η πολυπλοκότητα του υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης για τους κινδύνους μαζικού ατυχήματος και συγκέντρωσης ατυχημάτων θα πρέπει να είναι ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του κινδύνου στον οποίο εκτίθενται οι επιχειρήσεις που προσφέρουν ασφάλιση υγείας. Κατά συνέπεια, ο τύπος γεγονότος που παραπέμπει σε ανικανότητα διάρκειας 10 ετών λόγω ατυχήματος δεν θα πρέπει να εξαιρείται από αυτόν τον υπολογισμό.

(41)

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής (3) περιέχει ορισμένα τυπογραφικά λάθη, όπως εσφαλμένες εσωτερικές παραπομπές, τα οποία θα πρέπει να διορθωθούν.

(42)

Προκειμένου να αποφευχθούν αναταράξεις στην αγορά των ασφαλιστικών κλάδων ζημιών και υγείας, ιδίως για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν μόνο μία κατηγορία δραστηριοτήτων, θα πρέπει να προβλεφθεί επαρκής χρόνος, προκειμένου να μπορέσουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να προετοιμαστούν για τις αλλαγές στον υπολογισμό του κινδύνου ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ζημιών και στον κλάδο υγείας. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω αλλαγές δεν θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2020.

(43)

Επομένως, ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 τροποποιείται ως εξής:

1)

στο άρθρο 1, προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 59 έως 63:

«59.   “CCP”: CCP (κεντρικός αντισυμβαλλόμενος) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1)·

60.   «απομακρυσμένο από τον κίνδυνο πτώχευσης»: σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία πελάτη, σημαίνει ότι υφίστανται αποτελεσματικές ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν θα είναι διαθέσιμα στους πιστωτές ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή ενός εκκαθαριστικού μέλους, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή του εκκαθαριστικού μέλους, αντιστοίχως, ή ότι τα στοιχεία δεν θα είναι διαθέσιμα στο εκκαθαριστικό μέλος για την κάλυψη ζημιών που έχει υποστεί μετά την αθέτηση πελάτη ή πελατών, πέραν εκείνων που έχουν παράσχει τα εν λόγω στοιχεία·

61.   «πελάτης»: πελάτης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή επιχείρηση που έχει προβεί σε ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης με εκκαθαριστικό μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού·

62.   «εκκαθαριστικό μέλος»: εκκαθαριστικό μέλος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

63.   «συναλλαγή που σχετίζεται με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο»: σύμβαση ή συναλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μεταξύ ενός πελάτη και ενός εκκαθαριστικού μέλους, που σχετίζεται άμεσα με σύμβαση ή συναλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 μεταξύ του εκκαθαριστικού μέλους και ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).»·"

2)

το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι υποχρεώσεις που δεν συνδέονται με ήδη καταβληθέντα ασφάλιστρα δεν ανήκουν σε σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης, εάν πληρούνται όλες οι κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

η σύμβαση δεν παρέχει αποζημίωση για προσδιοριζόμενο αβέβαιο γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τον ασφαλιζόμενο·

β)

η σύμβαση δεν περιλαμβάνει οικονομική εγγύηση παροχών·

γ)

η επιχείρηση δεν μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το μελλοντικό ασφάλιστρο για τις εν λόγω υποχρεώσεις.»·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Όταν μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη και όταν ένα από τα μέρη αυτά πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 5 στοιχεία α), β) και γ), οι τυχόν υποχρεώσεις που δεν αφορούν τα ασφάλιστρα αυτού του μέρους, και τα οποία έχουν ήδη πληρωθεί, δεν ανήκουν στη σύμβαση.»·

3)

το άρθρο 43 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 43

Γενικές διατάξεις

1.   Οι τιμές της βασικής καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να επιτύχουν στην πράξη τα επιτόκια άνευ κινδύνου·

β)

τα επιτόκια προσδιορίζονται αξιόπιστα βάσει χρηματοοικονομικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή χρηματοπιστωτική αγορά.

Οι τιμές της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου υπολογίζονται χωριστά για κάθε νόμισμα και διάρκεια, με βάση όλες τις συναφείς πληροφορίες και τα δεδομένα σχετικά με το εκάστοτε νόμισμα και την εκάστοτε διάρκεια.

2.   Οι τεχνικές, οι προδιαγραφές δεδομένων και οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου, που αναφέρεται στο άρθρο 77ε παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μεταξύ των οποίων το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο, η τελευταία ληκτότητα για την οποία η κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου δεν προκύπτει από παρέκταση και η διάρκεια της σύγκλισής της προς το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο, χαρακτηρίζονται από διαφάνεια, σύνεση, αξιοπιστία, αντικειμενικότητα και συνέπεια σε βάθος χρόνου.

3.   Η ΕΑΑΕΣ ενημερώνει την Επιτροπή για κάθε ουσιαστική μεταβολή στα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τεχνικών πληροφοριών σχετικά με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου. Ως ουσιαστική μεταβολή ορίζεται κάθε μεταβολή η οποία καθιστά άκυρες τις τεχνικές, τις προδιαγραφές δεδομένων ή τις παραμέτρους, μεταξύ των οποίων το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο, η τελευταία ληκτότητα για την οποία η κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου δεν προκύπτει από παρέκταση και η διάρκεια της σύγκλισής της προς το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο.

4.   Σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής στα δεδομένα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, η ΕΑΑΕΣ δύναται να υποβάλει στην Επιτροπή πρόταση που περιέχει τροποποιήσεις των τεχνικών, των προδιαγραφών δεδομένων ή των παραμέτρων οι οποίες είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση της ακυρότητας και ανάλογες προς την εν λόγω ουσιαστική μεταβολή. Η εν λόγω πρόταση συνοδεύεται από αξιολόγηση της καταλληλότητας και των επιπτώσεων των προτεινόμενων αυτών τροποποιήσεων.

5.   Τεχνικές, προδιαγραφές δεδομένων ή παράμετροι, μεταξύ των οποίων το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο, η τελευταία ληκτότητα για την οποία η κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου δεν προκύπτει από παρέκταση και η διάρκεια της σύγκλισής της προς το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο, τροποποιούνται από την ΕΑΑΕΣ κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα επιτόκια της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου καθορίζονται με διαφάνεια, σύνεση, αξιοπιστία, αντικειμενικότητα και συνέπεια σε βάθος χρόνου.»·

4)

το άρθρο 71 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), τα σημεία i) και ii) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

η ονομαστική αξία ή το αρχικό κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει μειωθεί, όπως ορίζεται στις παραγράφους 5 και 5α·

ii)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μετατρέπεται αυτόματα σε στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii), όπως ορίζεται στις παραγράφους 6 και 6α του παρόντος άρθρου·»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:

«5α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο i), οι διατάξεις που διέπουν τη μείωση της ονομαστικής αξίας ή του κεφαλαίου του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων προβλέπουν όλα τα κατωτέρω:

α)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 έχει επέλθει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου, και μια μερική μείωση θα ήταν επαρκής για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, υπάρχει μερική μείωση της ονομαστικής αξίας ή του κεφαλαίου κατά ένα ποσό που είναι τουλάχιστον επαρκές για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

β)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 έχει επέλθει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου, και μια μερική μείωση δεν θα ήταν επαρκής για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο, όπως καθορίστηκε κατά τον χρόνο της αρχικής έκδοσης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, μειώνεται τουλάχιστον σε γραμμική βάση κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι θα επέλθει πλήρης μείωση όταν η κάλυψη της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ανέλθει στο 75 %, ή πριν από το γεγονός αυτό·

γ)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 έχει επέλθει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου, η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο μειώνεται εξολοκλήρου·

δ)

μετά από μείωση σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου (“η αρχική μείωση”):

i)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 επέλθει μεταγενέστερα υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου, η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο μειώνεται εξολοκλήρου·

ii)

εάν, έως το τέλος της τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία του γεγονότος ενεργοποίησης που είχε ως αποτέλεσμα την αρχική μείωση, δεν έχει επέλθει γεγονός ενεργοποίησης υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 8 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή στοιχείο β), αλλά ο δείκτης φερεγγυότητας έχει επιδεινωθεί περαιτέρω, η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο, όπως καθορίστηκε κατά τον χρόνο της αρχικής έκδοσης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, μειώνεται περαιτέρω σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να αντικατοπτρίζει αυτή την περαιτέρω επιδείνωση του δείκτη φερεγγυότητας·

iii)

επέρχεται περαιτέρω μείωση σύμφωνα με το σημείο ii) για κάθε μεταγενέστερη επιδείνωση του δείκτη φερεγγυότητας στο τέλος κάθε επόμενης τρίμηνης περιόδου, έως ότου η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, “δείκτης φερεγγυότητας” είναι η αναλογία του επιλέξιμου ποσού των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, με τη χρήση των τελευταίων διαθέσιμων τιμών.»·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 6α:

«6α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο ii), οι διατάξεις που διέπουν τη μετατροπή σε στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαριθμούνται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii) προβλέπουν όλα τα κατωτέρω:

α)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 έχει επέλθει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου, και μια μερική μετατροπή θα ήταν επαρκής για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, υπάρχει μερική μετατροπή του στοιχείου κατά ένα ποσό που είναι τουλάχιστον επαρκές για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

β)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 έχει επέλθει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου, και μια μερική μετατροπή δεν θα ήταν επαρκής για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, το στοιχείο μετατρέπεται κατά τρόπο ώστε η εναπομένουσα ονομαστική αξία ή κεφάλαιο του στοιχείου να μειώνεται τουλάχιστον σε γραμμική βάση, διασφαλίζοντας ότι θα επέλθει πλήρης μετατροπή όταν η κάλυψη της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας ανέλθει στο 75 %, ή πριν από το γεγονός αυτό·

γ)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 έχει επέλθει υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου, το στοιχείο μετατρέπεται εξολοκλήρου·

δ)

μετά από μετατροπή σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου (“η αρχική μετατροπή”):

i)

εάν το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8 επέλθει μεταγενέστερα υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου, το στοιχείο μετατρέπεται εξολοκλήρου·

ii)

εάν, έως το τέλος της τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία του γεγονότος ενεργοποίησης που είχε ως αποτέλεσμα την αρχική μετατροπή, δεν έχει επέλθει γεγονός ενεργοποίησης υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 8 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή στοιχείο β), αλλά ο δείκτης φερεγγυότητας έχει επιδεινωθεί περαιτέρω, το στοιχείο μετατρέπεται περαιτέρω σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, προκειμένου να αντικατοπτρίζει αυτή την περαιτέρω επιδείνωση του δείκτη φερεγγυότητας·

iii)

επέρχεται περαιτέρω μετατροπή σύμφωνα με το σημείο ii) για κάθε μεταγενέστερη επιδείνωση του δείκτη φερεγγυότητας στο τέλος κάθε επόμενης τρίμηνης περιόδου, έως ότου η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο “δείκτης φερεγγυότητας” έχει την ίδια έννοια όπως για τους σκοπούς της παραγράφου 5α.»·

δ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 10 και 11:

«10.   Κατά παρέκκλιση από την απαίτηση της παραγράφου 1 στοιχείο ε) για ενεργοποίηση του μηχανισμού απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου, όταν επέρχεται το γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8, το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να επιτρέπει μη ενεργοποίηση του μηχανισμού απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου, όταν επέρχεται το εν λόγω γεγονός ενεργοποίησης, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

το γεγονός ενεργοποίησης επέρχεται υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 8 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ)·

β)

δεν έχουν προηγηθεί γεγονότα ενεργοποίησης υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) ή β) της εν λόγω παραγράφου·

γ)

η εποπτική αρχή συμφωνεί κατ' εξαίρεση να άρει την ενεργοποίηση του μηχανισμού απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου, με βάση αμφότερα τα κατωτέρω στοιχεία:

i)

τις προβλέψεις που υποβάλλονται στην εποπτική αρχή από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όταν η εν λόγω επιχείρηση καταθέτει το σχέδιο ανάκαμψης που απαιτείται βάσει του άρθρου 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι οποίες δείχνουν ότι η ενεργοποίηση του μηχανισμού απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου στην προκειμένη περίπτωση θα ήταν πολύ πιθανό να δημιουργήσει φορολογική υποχρέωση με σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάσταση φερεγγυότητας της επιχείρησης·

ii)

πιστοποιητικό εκδιδόμενο από τους νόμιμους ελεγκτές της εν λόγω επιχείρησης διά του οποίου πιστοποιείται ότι όλες οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται στις προβλέψεις είναι ρεαλιστικές.

11.   Κατά παρέκκλιση από την απαίτηση της παραγράφου 1 στοιχείο στ) σημείο ii), το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να επιτρέπει αποπληρωμή ή εξόφληση νωρίτερα από την παρέλευση της εν λόγω περιόδου, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

θα υπάρξει υπέρβαση, μετά την αποπληρωμή ή την εξόφληση, της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της επιχείρησης κατά ένα εύλογο περιθώριο, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης φερεγγυότητας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένου του μεσοπρόθεσμου σχεδίου διαχείρισης κεφαλαίων της επιχείρησης·

β)

οι περιστάσεις είναι αυτές που περιγράφονται στο σημείο i) ή στο σημείο ii):

i)

υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό του από τα ίδια κεφάλαια ή την ανακατάταξή του σε κατώτερη κατηγορία ιδίων κεφαλαίων, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

η εποπτική αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη την αλλαγή αυτή,

η επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής του,

ii)

υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, για την οποία η επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής του.»·

5)

στο άρθρο 73, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5.   Κατά παρέκκλιση από την απαίτηση της παραγράφου 1 στοιχείο γ), το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να επιτρέπει αποπληρωμή ή εξόφληση πριν από την παρέλευση 5 ετών, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

θα υπάρξει υπέρβαση, μετά την αποπληρωμή ή την εξόφληση, της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της επιχείρησης κατά ένα εύλογο περιθώριο, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης φερεγγυότητας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένου του μεσοπρόθεσμου σχεδίου διαχείρισης κεφαλαίων της επιχείρησης·

β)

οι περιστάσεις είναι αυτές που περιγράφονται στο σημείο i) ή στο σημείο ii):

i)

υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό του από τα ίδια κεφάλαια ή την ανακατάταξή του σε κατώτερη κατηγορία ιδίων κεφαλαίων, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

η εποπτική αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη την αλλαγή αυτή,

η επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής του,

ii)

υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, για την οποία η επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής του.»·

6)

στο άρθρο 77, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5.   Κατά παρέκκλιση από την απαίτηση της παραγράφου 1 στοιχείο γ), το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να επιτρέπει αποπληρωμή ή εξόφληση νωρίτερα από την παρέλευση 5 ετών από την ημερομηνία έκδοσης, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

θα υπάρξει υπέρβαση, μετά την αποπληρωμή ή την εξόφληση, της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της επιχείρησης κατά ένα εύλογο περιθώριο, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης φερεγγυότητας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένου του μεσοπρόθεσμου σχεδίου διαχείρισης κεφαλαίων της επιχείρησης·

β)

οι περιστάσεις είναι αυτές που περιγράφονται στο σημείο i) ή στο σημείο ii):

i)

υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό του από τα ίδια κεφάλαια, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

η εποπτική αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη την αλλαγή αυτή,

η επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής του,

ii)

υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, για την οποία η επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά τον χρόνο της έκδοσής του.»·

7)

το άρθρο 84 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88 και η μέθοδος εξέτασης δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας μπορεί να υπολογίζεται βάσει του επιδιωκόμενου στόχου κατανομής των στοιχείων ενεργητικού ή, αν η επιχείρηση δεν έχει στη διάθεσή της τον επιδιωκόμενο στόχο κατανομής των στοιχείων ενεργητικού, βάσει της πιο πρόσφατα αναφερθείσας κατανομής των στοιχείων ενεργητικού, της επιχείρησης συλλογικών επενδύσεων ή του ταμείου, υπό την προϋπόθεση ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η διαχείριση των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ασκείται σύμφωνα με την εν λόγω κατανομή-στόχο ή την πιο πρόσφατα αναφερθείσα κατανομή των στοιχείων ενεργητικού, κατά περίπτωση, και ότι τα ανοίγματα και οι κίνδυνοι δεν αναμένεται να μεταβληθούν σημαντικά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα.

Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, επιτρέπεται η χρήση ομαδοποιημένων δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχουν δυνατότητα για συνετό υπολογισμό όλων των σχετικών υποενοτήτων και σεναρίων του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, και δεν εφαρμόζονται σε ποσοστό άνω του 20 % της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α.   Για τους σκοπούς του καθορισμού του ποσοστού στοιχείων ενεργητικού για τα οποία χρησιμοποιούνται ομαδοποιημένα δεδομένα όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού των επιχειρήσεων συλλογικών επενδύσεων ή των συσκευασμένων επενδύσεων σε ταμεία, που στηρίζουν υποχρεώσεις που συνδυάζουν ασφάλιση ζωής με επενδύσεις ή υποχρεώσεις συνδεόμενες με δείκτες στις οποίες τον κίνδυνο αγοράς αναλαμβάνουν οι ασφαλιζόμενοι.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε επενδύσεις σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, με εξαίρεση επενδύσεις σε σχέση με τις οποίες πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

ο βασικός σκοπός της συνδεδεμένης επιχείρησης είναι η διακράτηση και διαχείριση στοιχείων ενεργητικού για λογαριασμό της συμμετέχουσας επιχείρησης·

β)

η συνδεδεμένη επιχείρηση υποστηρίζει τις εργασίες της συμμετέχουσας επιχείρησης που σχετίζονται με επενδυτικές δραστηριότητες, βάσει ειδικής και τεκμηριωμένης επενδυτικής εντολής·

γ)

η συνδεδεμένη επιχείρηση δεν ασκεί σημαντική δραστηριότητα πέραν των επενδύσεων προς όφελος της συμμετέχουσας επιχείρησης.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι όροι “συνδεδεμένη επιχείρηση” και “συμμετέχουσα επιχείρηση” έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στο άρθρο 212 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.»·

8)

το άρθρο 88 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του άρθρου 109 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καθορίζουν κατά πόσον ο απλοποιημένος υπολογισμός είναι ανάλογος με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, διενεργώντας αξιολόγηση η οποία περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο απλοποιημένος υπολογισμός δεν θεωρείται ότι είναι ανάλογος με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, όταν το σφάλμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) οδηγεί σε ανακριβή δήλωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, που θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη απόφασης ή την κρίση του χρήστη των πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, εκτός εάν ο απλοποιημένος υπολογισμός οδηγεί σε κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προκύπτουν από τον συνήθη υπολογισμό.»·

9)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 90α, 90β και 90γ:

«Άρθρο 90α

Απλοποιημένος υπολογισμός για τη διακοπή ασφαλιστηρίων συμβολαίων στην υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ζημιών

Για τους σκοπούς του άρθρου 118 παράγραφος 1 στοιχείο α), όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να καθορίζουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των οποίων η διακοπή ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου με βάση ομάδες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 35 στοιχεία α), β) και γ).

Άρθρο 90β

Απλοποιημένος υπολογισμός του ασφαλιζόμενου ποσού για τους κινδύνους φυσικών καταστροφών

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο θύελλας, που αναφέρεται στο άρθρο 121 παράγραφος 6 στοιχείο β) και παράγραφος 7, με βάση ομάδες ζωνών κινδύνου. Κάθε ζώνη κινδύνου σε μια ομάδα βρίσκεται σε μία και μόνη συγκεκριμένη περιοχή που καθορίζεται στο παράρτημα V. Όταν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο θύελλας, που αναφέρεται στο άρθρο 121 παράγραφος 6 στοιχείο β), υπολογίζεται με βάση μια ομάδα ζωνών κινδύνου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο θύελλας, που αναφέρεται στο άρθρο 121 παράγραφος 6 στοιχείο α), είναι ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο θύελλας στη ζώνη κινδύνου στην εν λόγω ομάδα που έχει τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο θύελλας, όπως αυτός καθορίζεται στο παράρτημα X.

2.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο σεισμού, που αναφέρεται στο άρθρο 122 παράγραφος 3 στοιχείο β) και παράγραφος 4, με βάση ομάδες ζωνών κινδύνου. Κάθε ζώνη κινδύνου σε μια ομάδα βρίσκεται σε μία και μόνη συγκεκριμένη περιοχή που καθορίζεται στο παράρτημα VI. Όταν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο σεισμού, που αναφέρεται στο άρθρο 122 παράγραφος 3 στοιχείο β), υπολογίζεται με βάση μια ομάδα ζωνών κινδύνου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο σεισμού, που αναφέρεται στο άρθρο 122 παράγραφος 3 στοιχείο α), είναι ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο σεισμού στη ζώνη κινδύνου στην εν λόγω ομάδα που έχει τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο σεισμού, όπως αυτός καθορίζεται στο παράρτημα X.

3.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο πλημμύρας, που αναφέρεται στο άρθρο 123 παράγραφος 6 στοιχείο β) και παράγραφος 7, με βάση ομάδες ζωνών κινδύνου. Κάθε ζώνη κινδύνου σε μια ομάδα βρίσκεται σε μία και μόνη συγκεκριμένη περιοχή που καθορίζεται στο παράρτημα VII. Όταν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο πλημμύρας, που αναφέρεται στο άρθρο 123 παράγραφος 6 στοιχείο β), υπολογίζεται με βάση μια ομάδα ζωνών κινδύνου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πλημμύρας, που αναφέρεται στο άρθρο 123 παράγραφος 6 στοιχείο α), είναι ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πλημμύρας στη ζώνη κινδύνου στην εν λόγω ομάδα που έχει τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πλημμύρας, όπως αυτός καθορίζεται στο παράρτημα X.

4.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο χαλαζόπτωσης, που αναφέρεται στο άρθρο 124 παράγραφος 6 στοιχείο β) και παράγραφος 7, με βάση ομάδες ζωνών κινδύνου. Κάθε ζώνη κινδύνου σε μια ομάδα βρίσκεται σε μία και μόνη συγκεκριμένη περιοχή που καθορίζεται στο παράρτημα VIII. Όταν το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο χαλαζόπτωσης, που αναφέρεται στο άρθρο 124 παράγραφος 6 στοιχείο β), υπολογίζεται με βάση μια ομάδα ζωνών κινδύνου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο χαλαζόπτωσης, που αναφέρεται στο άρθρο 124 παράγραφος 6 στοιχείο α), είναι ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο χαλαζόπτωσης στη ζώνη κινδύνου στην εν λόγω ομάδα που έχει τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο χαλαζόπτωσης, όπως αυτός καθορίζεται στο παράρτημα X.

5.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο καθίζησης, που αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφος 2, με βάση ομάδες ζωνών κινδύνου. Όταν το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό, που αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφος 2, υπολογίζεται με βάση μια ομάδα ζωνών κινδύνου, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο καθίζησης, που αναφέρεται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 στοιχείο α), είναι ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο καθίζησης στη ζώνη κινδύνου στην εν λόγω ομάδα που έχει τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο καθίζησης, όπως αυτός καθορίζεται στο παράρτημα X.

Άρθρο 90γ

Απλοποιημένος υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης για κίνδυνο πυρκαγιάς

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο πυρκαγιάς, που αναφέρεται στο άρθρο 132 παράγραφος 1, ως εξής:

 

SCRfire = max(SCRfirei ; SCRfirec ; SCRfirer )

όπου:

α)

SCRfirei είναι η μεγαλύτερη συγκέντρωση βιομηχανικού κινδύνου πυρκαγιάς·

β)

SCRfirec είναι η μεγαλύτερη συγκέντρωση εμπορικού κινδύνου πυρκαγιάς·

γ)

SCRfirer είναι η μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή.

2.   Η μεγαλύτερη συγκέντρωση βιομηχανικού κινδύνου πυρκαγιάς για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ορίζεται ως εξής:

 

SCRfirei = max(E 1,i ; E 2,i ; E 3,i ; E 4,i ; E 5,i )

όπου Ek,i είναι η συνολική έκθεση εντός της περιμέτρου της μεγαλύτερης έκθεσης σε βιομηχανικό κίνδυνο πυρκαγιάς k-th.

3.   Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εμπορικού κινδύνου πυρκαγιάς για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ορίζεται ως εξής:

 

SCRfirec = max(E 1,c ; E 2,c ; E 3,c ; E 4,c ; E 5,c )

όπου Ek,c είναι η συνολική έκθεση εντός της περιμέτρου της μεγαλύτερης έκθεσης σε εμπορικό κίνδυνο πυρκαγιάς k-th.

4.   Η μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ορίζεται ως εξής:

 

SCRfirer = max(E 1,r ; E 2,r ; E 3,r ; E 4,r ; E 5,r ; θ)

όπου:

α)

Ek,r είναι η συνολική έκθεση εντός της περιμέτρου της μεγαλύτερης έκθεσης σε κίνδυνο πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή k-th·

β)

θ είναι η έκθεση σε κίνδυνο πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή με βάση το μερίδιο αγοράς.

5.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 2, 3 και 4, η συνολική έκθεση εντός της περιμέτρου της μεγαλύτερης έκθεσης σε βιομηχανικό ή εμπορικό κίνδυνο πυρκαγιάς ή σε κίνδυνο πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή k-th μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με ένα σύνολο κτιρίων, που πληροί όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

σε σχέση με το κάθε κτίριο, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα I, οι οποίες καλύπτουν τις ζημίες λόγω πυρκαγιάς ή έκρηξης, περιλαμβανομένων των τρομοκρατικών επιθέσεων·

β)

κάθε κτίριο βρίσκεται εν όλω ή εν μέρει εντός ακτίνας 200 μέτρων γύρω από το βιομηχανικό ή εμπορικό κτίριο ή το κτίριο κατοικιών με το μεγαλύτερο ασφαλιζόμενο ποσό k-th, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

Για τον σκοπό του καθορισμού του ασφαλιζόμενου ποσού σε σχέση με ένα κτίριο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη όλες τις αντασφαλιστικές συμβάσεις και τους φορείς ειδικού σκοπού που θα κατέβαλλαν αποζημίωση, σε περίπτωση απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως σε σχέση με το εν λόγω κτίριο. Αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού που υπόκεινται σε προϋποθέσεις μη σχετιζόμενες με το εν λόγω κτίριο δεν λαμβάνονται υπόψη.

6.   Η έκθεση σε κίνδυνο πυρκαγιάς σε κατοικημένη περιοχή με βάση το μερίδιο αγοράς ορίζεται ως εξής:

 

θ = SIav · 500 · max(0,05; maxc(marketSharec ))

όπου:

α)

SIav είναι το μέσο ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με ακίνητα κατοικίας·

β)

c είναι όλες οι χώρες στις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα I, οι οποίες καλύπτουν ακίνητα κατοικίας·

γ)

marketSharec είναι το μερίδιο αγοράς της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στη χώρα c σε σχέση με τις υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων που καλύπτουν ακίνητα κατοικίας.»·

10)

το άρθρο 91 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

β)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

CARk είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο κατά το έτος k, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και της διαφοράς, για κάθε σύμβαση, μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i)

του αθροίσματος:

του ποσού το οποίο θα κατέβαλλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά το έτος k βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση, τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλλε μετά το έτος k βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων κατά το έτος k, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·»·

γ)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας για όλους τους ασφαλισμένους και για όλα τα προσεχή έτη, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·»·

11)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 95α:

«Άρθρο 95α

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κινδύνους στην υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν κάθε μία από τις ακόλουθες κεφαλαιακές απαιτήσεις με βάση ομάδες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 35 στοιχεία α), β) και γ):

α)

την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης, που αναφέρεται στο άρθρο 142 παράγραφος 2·

β)

την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης, που αναφέρεται στο άρθρο 142 παράγραφος 3·

γ)

την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικών ακυρώσεων, που αναφέρεται στο άρθρο 142 παράγραφος 6.»·

12)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 96α:

«Άρθρο 96α

Απλοποιημένος υπολογισμός για τη διακοπή ασφαλιστηρίων συμβολαίων στην υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT

Για τους σκοπούς του άρθρου 150 παράγραφος 1 στοιχείο α), όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να καθορίζουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των οποίων η διακοπή ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου με βάση ομάδες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 35 στοιχεία α), β) και γ).»·

13)

το άρθρο 97 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

β)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

CARk είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο κατά το έτος k, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και της διαφοράς, για κάθε σύμβαση, μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i)

του αθροίσματος:

του ποσού το οποίο θα κατέβαλλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά το έτος k βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού,

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση, τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλλε μετά το έτος k βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού,

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων κατά το έτος k, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·»·

γ)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας για όλους τους ασφαλισμένους και για όλα τα προσεχή έτη, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·»·

14)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 102α:

«Άρθρο 102α

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κινδύνους στην υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας SLT

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν κάθε μία από τις ακόλουθες κεφαλαιακές απαιτήσεις με βάση ομάδες ασφαλιστηρίων συμβολαίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 35 στοιχεία α), β) και γ):

α)

την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας SLT, που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 2·

β)

την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας SLT, που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 3·

γ)

την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικών ακυρώσεων στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας SLT, που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 6.»·

15)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 105α:

«Άρθρο 105α

Απλοποιημένος υπολογισμός για τον συντελεστή κινδύνου στην υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων και στην υποενότητα συγκέντρωσης κινδύνου αγοράς

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εφαρμόζουν σε ομόλογο, εκτός εκείνων που περιλαμβάνονται στους υπολογισμούς βάσει του άρθρου 180α παράγραφοι 2 έως 16, συντελεστή κινδύνου stressi ισοδύναμο με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3, για τους σκοπούς του άρθρου 176 παράγραφος 3, και να κατατάσσουν το ομόλογο σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3, για τον σκοπό του υπολογισμού της σταθμισμένης μέσης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας σύμφωνα με το άρθρο 182 παράγραφος 4, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

υπάρχουν διαθέσιμες πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ για τουλάχιστον 80 % της συνολικής αξίας των ομολόγων, εκτός εκείνων που περιλαμβάνονται στους υπολογισμούς βάσει του άρθρου 180 παράγραφοι 2 έως 16·

β)

δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ για το εν λόγω ομόλογο·

γ)

το εν λόγω ομόλογο προβλέπει πάγια πληρωμή εξόφλησης κατά ή πριν από την ημερομηνία λήξης, επιπροσθέτως των τακτικών πληρωμών τόκων σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου·

δ)

το εν λόγω ομόλογο δεν αποτελεί δομημένο αξιόγραφο (structured note) ή εξασφαλισμένο αξιόγραφο (collateralised security), όπως αναφέρονται στο παράρτημα VI του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2450 της Επιτροπής (*2)·

ε)

το εν λόγω ομόλογο δεν καλύπτει υποχρεώσεις που προβλέπουν ρυθμίσεις συμμετοχής στα κέρδη, ούτε υποχρεώσεις που συνδυάζουν ασφάλιση ζωής με επενδύσεις ή υποχρεώσεις συνδεόμενες με δείκτες, ενώ δεν καλύπτει ούτε υποχρεώσεις στις οποίες εφαρμόζεται προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης.

(*2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2450 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 2015, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τα υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στις εποπτικές αρχές σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 347/1 της 2.12.2015, σ. 1214).»·"

16)

στο άρθρο 107 παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, αφενός, και η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από συμφωνία αντασφάλισης ή τιτλοποίηση και τους αντίστοιχους οφειλέτες δεν είναι αρνητική, αφετέρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου από την εν λόγω συμφωνία αντασφάλισης ή τιτλοποίηση, που αναφέρεται στο άρθρο 196, ως εξής:»·

17)

στο άρθρο 108 παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, αφενός, και η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από αναλογική συμφωνία αντασφάλισης και τους αντίστοιχους οφειλέτες για αντισυμβαλλόμενο i δεν είναι αρνητική, αφετέρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου j από την αναλογική συμφωνία αντασφάλισης για αντισυμβαλλόμενο i, που αναφέρεται στο άρθρο 196, ως εξής:»·

18)

το άρθρο 110 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 110

Απλοποιημένος υπολογισμός — ομαδοποίηση πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης, που καθορίζεται στο άρθρο 192, συμπεριλαμβανομένου του αποτελέσματος μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου και του κινδύνου αγοράς και της σταθμισμένης κατά τον κίνδυνο αξίας των εξασφαλίσεων, για μια ομάδα πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή, στην ομάδα πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο εφαρμόζεται η μεγαλύτερη δυνατή πιθανότητα αθέτησης που εφαρμόζεται σε πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται στην ομάδα, σύμφωνα με το άρθρο 199.»·

19)

στο άρθρο 111, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

του αθροίσματος της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τις υποενότητες των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου και κινδύνου αγοράς της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που επηρεάζεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου, υπολογιζόμενου σύμφωνα με το παρόν τμήμα και τα τμήματα 2 έως 5 του παρόντος κεφαλαίου, αλλά όπως θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο·»·

20)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 111α:

«Άρθρο 111α

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου

Για τους σκοπούς του άρθρου 196, όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88 και η συμφωνία αντασφάλισης, η τιτλοποίηση ή το παράγωγο καλύπτει υποχρεώσεις από ένα μόνον από τα τμήματα (τμήμα s) που καθορίζονται στο παράρτημα II ή, κατά περίπτωση, στο παράρτημα XIV, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου από την εν λόγω συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο ως εξής:

Formula

όπου:

α)

SCRCAT hyp είναι η υποθετική κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα ασφαλιστικού κινδύνου καταστροφής στον κλάδο ζημιών, που αναφέρεται στο άρθρο 119 παράγραφος 2, ή, κατά περίπτωση, η υποθετική κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα καταστροφικού κινδύνου σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας, που αναφέρεται στο άρθρο 160, η οποία θα εφαρμοζόταν εάν δεν υπήρχε συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο·

β)

SCRCAT without είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα ασφαλιστικού κινδύνου καταστροφής στον κλάδο ζημιών, που αναφέρεται στο άρθρο 119 παράγραφος 2, ή, κατά περίπτωση, η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα καταστροφικού κινδύνου σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας, που αναφέρεται στο άρθρο 160·

γ)

σs είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου στον κλάδο ζημιών του τμήματος s, καθοριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 117 παράγραφος 3, ή, κατά περίπτωση, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s, καθοριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 3·

δ)

Ps hyp είναι το υποθετικό μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου του τμήματος s, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 3 ή 4, ή, κατά περίπτωση, το άρθρο 147 παράγραφος 3 ή 4, το οποίο θα εφαρμοζόταν εάν δεν υπήρχε συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο·

ε)

Ps without είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου του τμήματος s, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 3 ή 4, ή, κατά περίπτωση, το άρθρο 147 παράγραφος 3 ή 4·

στ)

Recoverables είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από τη συμφωνία αντασφάλισης, την τιτλοποίηση ή το παράγωγο και τους αντίστοιχους οφειλέτες.»·

21)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 112α και 112β:

«Άρθρο 112α

Απλοποιημένος υπολογισμός της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης για την αντασφάλιση

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης σε σχέση με συμφωνία αντασφάλισης ή ασφαλιστική τιτλοποίηση, που αναφέρεται στο άρθρο 192 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού, ως εξής:

 

LGD = max[90 % · (Recoverables + 50 % · RM re ) – F · Collateral; 0]

όπου:

α)

Recoverables είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από τη συμφωνία αντασφάλισης ή την ασφαλιστική τιτλοποίηση και τους αντίστοιχους οφειλέτες·

β)

RMre είναι το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου για τον ασφαλιστικό κίνδυνο από τη συμφωνία αντασφάλισης ή την τιτλοποίηση·

γ)

Collateral είναι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία των εξασφαλίσεων σε σχέση με τη συμφωνία αντασφάλισης ή την τιτλοποίηση·

δ)

F είναι συντελεστής που λαμβάνει υπόψη την οικονομική επίπτωση της σύμβασης εξασφάλισης σε σχέση με τη συμφωνία αντασφάλισης ή την τιτλοποίηση, σε περίπτωση πιστωτικού γεγονότος που σχετίζεται με τον αντισυμβαλλόμενο.

Άρθρο 112β

Απλοποιημένος υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου σε σχέση με εκθέσεις του τύπου 1

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88 και η τυπική απόκλιση της κατανομής ζημιών από εκθέσεις του τύπου 1, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 200 παράγραφος 4, είναι ίση ή χαμηλότερη του 20 % της συνολικής ζημίας σε περίπτωση αθέτησης για όλες τις εκθέσεις του τύπου 1, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 200 παράγραφος 1, ως εξής:

 

SCR def,1 = 5 · σ

όπου σ είναι η τυπική απόκλιση της κατανομής ζημιών από εκθέσεις του τύπου 1, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 200 παράγραφος 4.»·

22)

στο άρθρο 116 παράγραφος 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

FP(future,s) είναι το ακόλουθο ποσό σε σχέση με συμβάσεις των οποίων η αρχική ημερομηνία αναγνώρισης τοποθετείται εντός των προσεχών 12 μηνών:

i)

για όλες τις συμβάσεις των οποίων η αρχική διάρκεια είναι ένα έτος ή λιγότερο, η αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s, αλλά χωρίς τα ασφάλιστρα που θα εισπραχθούν κατά το διάστημα των 12 μηνών μετά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης·

ii)

για όλες τις συμβάσεις των οποίων η αρχική διάρκεια είναι μεγαλύτερη του έτους, ποσό ίσο με το 30 % της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s μετά τους προσεχείς 12 μήνες.»·

23)

το άρθρο 121 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

ii)

απαλείφεται το στοιχείο α)·

β)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«WSI (windstorm,r,i) = Q (windstorm,r) · W (windstorm,r,i) · SI (windstorm,r,i)»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ)

Q(windstorm,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου θύελλας για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα V.»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ποσό που καθορίζεται για μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει ένα ποσό (αναφερόμενο στο παρόν εδάφιο ως “το χαμηλότερο ποσό”) που ισούται με το άθροισμα των δυνητικών ζημιών, χωρίς αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, τις οποίες μπορεί να υποστεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κίνδυνο θύελλας στην εν λόγω ζώνη κινδύνου, βάσει των όρων και προϋποθέσεων των συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων της, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών ορίων πληρωμής, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, ως εναλλακτικό υπολογισμό, να καθορίζει το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο θύελλας στη συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου ως το χαμηλότερο ποσό.»·

24)

το άρθρο 122 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VI, η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο σεισμού σε συγκεκριμένη περιοχή r ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:»·

ii)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

iii)

απαλείφεται το στοιχείο α)·

β)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«WSI (earthquake,r,i) = Q (earthquake,r) · W (earthquake,r,i) · SI (earthquake,r,i)»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ)

Q(earthquake,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου σεισμού για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα VI.»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ποσό που καθορίζεται για μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει ένα ποσό (αναφερόμενο στο παρόν εδάφιο ως “το χαμηλότερο ποσό”) που ισούται με το άθροισμα των δυνητικών ζημιών, χωρίς αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, τις οποίες μπορεί να υποστεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κίνδυνο σεισμού στην εν λόγω ζώνη κινδύνου, βάσει των όρων και προϋποθέσεων των συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων της, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών ορίων πληρωμής, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, ως εναλλακτικό υπολογισμό, να καθορίζει το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο σεισμού στη συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου ως το χαμηλότερο ποσό.»·

25)

το άρθρο 123 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

ii)

απαλείφεται το στοιχείο α)·

β)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«WSI (flood,r,i) = Q (flood,r) · W (flood,r,i) · SI (flood,r,i)»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ)

Q(flood,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου πλημμύρας για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα VII.»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ποσό που καθορίζεται για μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει ένα ποσό (αναφερόμενο στο παρόν εδάφιο ως “το χαμηλότερο ποσό”) που ισούται με το άθροισμα των δυνητικών ζημιών, χωρίς αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, τις οποίες μπορεί να υποστεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κίνδυνο πλημμύρας στην εν λόγω ζώνη κινδύνου, βάσει των όρων και προϋποθέσεων των συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων της, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών ορίων πληρωμής, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, ως εναλλακτικό υπολογισμό, να καθορίζει το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο πλημμύρας στη συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου ως το χαμηλότερο ποσό.»·

γ)

στην παράγραφο 7, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:»·

26)

το άρθρο 124 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

ii)

απαλείφεται το στοιχείο α)·

β)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«WSI (hail,r,i) = Q (hail,r) · W (hail,r,i) · SI (hail,r,i)»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ)

Q(hail,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου χαλαζόπτωσης για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα VIII.»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ποσό που καθορίζεται για μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει ένα ποσό (αναφερόμενο στο παρόν εδάφιο ως “το χαμηλότερο ποσό”) που ισούται με το άθροισμα των δυνητικών ζημιών, χωρίς αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, τις οποίες μπορεί να υποστεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κίνδυνο χαλαζόπτωσης στην εν λόγω ζώνη κινδύνου, βάσει των όρων και προϋποθέσεων των συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων της, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών ορίων πληρωμής, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, ως εναλλακτικό υπολογισμό, να καθορίζει το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο χαλαζόπτωσης στη συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου ως το χαμηλότερο ποσό.»·

27)

το άρθρο 125 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«Formula»·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

ο μαθηματικός τύπος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«WSI (subsidence,i) = 0,0005 · W (subsidence,i) · SI (subsidence,i)»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ποσό που καθορίζεται για μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει ένα ποσό (αναφερόμενο στο παρόν εδάφιο ως “το χαμηλότερο ποσό”) που ισούται με το άθροισμα των δυνητικών ζημιών, χωρίς αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, τις οποίες μπορεί να υποστεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κίνδυνο καθίζησης στην εν λόγω ζώνη κινδύνου, βάσει των όρων και προϋποθέσεων των συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων της, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών ορίων πληρωμής, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, ως εναλλακτικό υπολογισμό, να καθορίζει το σταθμισμένο ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο καθίζησης στη συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου ως το χαμηλότερο ποσό.»·

28)

το άρθρο 130 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 130

Υποενότητα θαλάσσιου κινδύνου

1.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον θαλάσσιο κίνδυνο ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

SCRvessel είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης σκάφους·

β)

SCRplatform είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο έκρηξης σε εξέδρα.

2.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης σκάφους ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο ορίζεται ως εξής:

 

L vessel = max v (SI (hull,v) + SI (liab,v)+ SI (pollution,v))

όπου:

α)

το ανώτατο όριο αφορά όλα τα θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη που είναι ασφαλισμένα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έναντι κινδύνου σύγκρουσης σκάφους στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6, 18 και 27, όπως ορίζονται στο παράρτημα I, όταν η ασφαλισμένη αξία του σκάφους ανέρχεται σε τουλάχιστον 250 000 EUR·

β)

SI(hull,v) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που μπορεί να ανακτήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, για την ασφάλιση και αντασφάλιση σκαφών σε σχέση με σκάφος v·

γ)

SI(liab,v) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που μπορεί να ανακτήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, για την ασφάλιση και αντασφάλιση αστικής ευθύνης για θαλάσσιες δραστηριότητες σε σχέση με σκάφος v·

δ)

SI(pollution,v) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που μπορεί να ανακτήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, για την ασφάλιση και αντασφάλιση έναντι ρύπανσης από πετρέλαιο σε σχέση με σκάφος v·

Για τους σκοπούς του καθορισμού των συντελεστών SI(hull,v) , SI(liab,v) και SI(pollution,v), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τις αντασφαλιστικές συμβάσεις και τους φορείς ειδικού σκοπού που θα κατέβαλλαν αποζημίωση, σε περίπτωση απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως σε σχέση με σκάφος v. Αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού όπου η καταβολή αποζημίωσης εξαρτάται από απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που δεν σχετίζονται με το σκάφος v δεν λαμβάνονται υπόψη.

Στις περιπτώσεις όπου η αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών θα είχε ως αποτέλεσμα κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης σκάφους η οποία δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον κίνδυνο σύγκρουσης σκάφους στον οποίο εκτίθεται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει το SI(hull,v) , SI(liab,v) ή SI(pollution,v) χωρίς να αφαιρεί τα ανακτήσιμα ποσά.

3.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο έκρηξης σε εξέδρα ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο ορίζεται ως εξής:

 

L platform = max p (SI p )

όπου:

α)

το ανώτατο όριο αφορά όλες τις ασφαλισμένες υπεράκτιες εξέδρες πετρελαίου και φυσικού αερίου από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έναντι έκρηξης σε εξέδρα για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6, 18 και 27 που παρατίθενται στο παράρτημα I·

β)

SIp είναι το συνολικό ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που μπορεί να ανακτήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, για τις ακόλουθες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις σε σχέση με εξέδρα p:

i)

υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης για υλικές ζημίες·

ii)

υποχρεώσεις αποζημίωσης εξόδων για την απομάκρυνση των συντριμμιών·

iii)

υποχρεώσεις αποζημίωσης για την απώλεια εσόδων από παραγωγή·

iv)

υποχρεώσεις αποζημίωσης δαπανών για τη στεγανοποίηση φρεατίου γεώτρησης ή την ασφαλή θωράκιση του φρεατίου·

v)

υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης αστικής ευθύνης.

Για τους σκοπούς του καθορισμού του SIp, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τις αντασφαλιστικές συμβάσεις και τους φορείς ειδικού σκοπού που θα κατέβαλλαν αποζημίωση, σε περίπτωση απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως σε σχέση με εξέδρα p. Αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού όπου η καταβολή αποζημίωσης εξαρτάται από απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που δεν σχετίζονται με την εξέδρα p δεν λαμβάνονται υπόψη.

Στις περιπτώσεις όπου η αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών θα είχε ως αποτέλεσμα κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο έκρηξης σε εξέδρα η οποία δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον κίνδυνο έκρηξης σε εξέδρα στον οποίο εκτίθεται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει το SIp χωρίς να αφαιρεί τα ανακτήσιμα ποσά.»·

29)

το άρθρο 131 τροποποιείται ως εξής:

α)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η κεφαλαιακή απαίτηση για αεροπορικό κίνδυνο ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο ορίζεται ως εξής:»·

β)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

SIa είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που μπορεί να ανακτήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, για την ασφάλιση και αντασφάλιση αεροσκαφών και την ασφάλιση και αντασφάλιση αεροπορικής αστικής ευθύνης σε σχέση με αεροσκάφος a.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τις αντασφαλιστικές συμβάσεις και τους φορείς ειδικού σκοπού που θα κατέβαλλαν αποζημίωση, σε περίπτωση απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως σε σχέση με αεροσκάφος a. Αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού όπου η καταβολή αποζημίωσης εξαρτάται από απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που δεν σχετίζονται με το αεροσκάφος a δεν λαμβάνονται υπόψη.

Στις περιπτώσεις όπου η αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών θα είχε ως αποτέλεσμα κεφαλαιακή απαίτηση για τον αεροπορικό κίνδυνο η οποία δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον αεροπορικό κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει το SIa χωρίς να αφαιρεί τα ανακτήσιμα ποσά.»·

30)

στο άρθρο 132, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο πυρκαγιάς ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο ισούται με το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς.

2.   Η μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι το σύνολο των κτιρίων με το μεγαλύτερο ασφαλιζόμενο ποσό, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που μπορεί να ανακτήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα I, σε σχέση με το κάθε κτίριο, οι οποίες καλύπτουν τις ζημίες λόγω πυρκαγιάς ή έκρηξης, περιλαμβανομένων των τρομοκρατικών επιθέσεων·

β)

όλα τα κτίρια βρίσκονται εν όλω ή εν μέρει εντός ακτίνας 200 μέτρων.

Για τον σκοπό του καθορισμού του ασφαλιζόμενου ποσού σε σχέση με ένα σύνολο κτιρίων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τις αντασφαλιστικές συμβάσεις και τους φορείς ειδικού σκοπού που θα κατέβαλλαν αποζημίωση, σε περίπτωση απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως σε σχέση με το εν λόγω σύνολο κτιρίων. Αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού όπου η καταβολή αποζημίωσης εξαρτάται από απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που δεν σχετίζονται με το συγκεκριμένο σύνολο κτιρίων δεν λαμβάνονται υπόψη.

Στις περιπτώσεις όπου η αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών θα είχε ως αποτέλεσμα κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πυρκαγιάς η οποία δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον κίνδυνο πυρκαγιάς στον οποίο εκτίθεται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει το ασφαλιζόμενο ποσό για ένα σύνολο κτιρίων χωρίς να αφαιρεί τα ανακτήσιμα ποσά.»·

31)

στο άρθρο 147 παράγραφος 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

FP(future,s) είναι το ακόλουθο ποσό σε σχέση με συμβάσεις των οποίων η αρχική ημερομηνία αναγνώρισης τοποθετείται εντός των προσεχών 12 μηνών:

i)

για όλες τις συμβάσεις των οποίων η αρχική διάρκεια είναι ένα έτος ή λιγότερο, η αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s, αλλά χωρίς τα ασφάλιστρα που θα εισπραχθούν κατά το διάστημα των 12 μηνών μετά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης·

ii)

για όλες τις συμβάσεις των οποίων η αρχική διάρκεια είναι μεγαλύτερη του έτους, ποσό ίσο με το 30 % της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s μετά τους προσεχείς 12 μήνες.»·

32)

στο άρθρο 168, η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο γ), η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«όσον αφορά τους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων κλειστού τύπου που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση ή, εάν δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, προωθούνται εμπορικά στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 35 ή το άρθρο 40 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο μόχλευσης σύμφωνα με τη μέθοδο βάσει των δεσμεύσεων, που προβλέπεται στο άρθρο 8 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 231/2013 της Επιτροπής (*3):

(*3)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 231/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, προς συμπλήρωση της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εξαιρέσεις, τους γενικούς όρους λειτουργίας, τους θεματοφύλακες, τη μόχλευση, τη διαφάνεια και την εποπτεία (ΕΕ L 83 της 22.3.2013, σ. 1).»·"

β)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε)

χαρτοφυλάκια επιλέξιμων μη εισηγμένων μετοχών όπως ορίζονται στο άρθρο 168α.»·

33)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 168α:

«Άρθρο 168α

Χαρτοφυλάκια επιλέξιμων μη εισηγμένων μετοχών

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 168 παράγραφος 6 στοιχείο ε), ως χαρτοφυλάκιο επιλέξιμων μη εισηγμένων μετοχών ορίζεται μια δέσμη επενδύσεων σε μετοχές η οποία πληροί όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η δέσμη επενδύσεων αποτελείται μόνον από επενδύσεις στις κοινές μετοχές εταιρειών·

β)

οι κοινές μετοχές κάθε μίας από τις εν λόγω εταιρείες δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά·

γ)

κάθε εταιρεία έχει την έδρα της σε χώρα που είναι μέλος του ΕΟΧ·

δ)

περισσότερο από το 50 % των ετήσιων εσόδων κάθε εταιρείας είναι εκφρασμένα σε νομίσματα χωρών που είναι μέλη του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ·

ε)

περισσότερο από το 50 % των υπαλλήλων που απασχολεί κάθε εταιρεία έχουν την εργασιακή έδρα τους σε χώρες που είναι μέλη του ΕΟΧ·

στ)

κάθε εταιρεία πληροί τουλάχιστον μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις για καθένα από τα τελευταία τρία οικονομικά έτη που είχαν λήξει πριν από την ημερομηνία υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας:

i)

ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εταιρείας υπερβαίνει τα 10 000 000 EUR·

ii)

ο συνολικός ισολογισμός της εταιρείας υπερβαίνει τα 10 000 000 EUR·

iii)

ο αριθμός υπαλλήλων που απασχολεί η εταιρεία υπερβαίνει τους 50·

ζ)

η αξία της επένδυσης σε κάθε εταιρεία αντιπροσωπεύει το πολύ 10 % της συνολικής αξίας της δέσμης επενδύσεων·

η)

καμία από τις εταιρείες δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών ή μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση που ασκεί χρηματοοικονομικές δραστηριότητες·

θ)

ο συντελεστής βήτα της δέσμης επενδύσεων δεν υπερβαίνει το 0,796.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο θ), ο συντελεστής βήτα μιας δέσμης επενδύσεων είναι ο μέσος όρος των συντελεστών βήτα για κάθε μία από τις επενδύσεις στην εν λόγω δέσμη επενδύσεων, σταθμισμένος με τη λογιστική αξία των εν λόγω επενδύσεων. Ο συντελεστής βήτα της επένδυσης σε μια εταιρεία προσδιορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

β είναι ο συντελεστής βήτα της επένδυσης σε μετοχές στην εταιρεία·

β)

GM είναι το μέσο μεικτό περιθώριο κέρδους για την εταιρεία κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη που είχαν λήξει πριν από την ημερομηνία υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

γ)

Debt είναι το συνολικό χρέος της εταιρείας κατά τη λήξη του πιο πρόσφατου οικονομικού έτους για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία·

δ)

CFO είναι η μέση καθαρή ταμειακή ροή για την εταιρεία από συναλλαγές κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη που είχαν λήξει πριν από την ημερομηνία υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

ε)

ROCE είναι η μέση απόδοση του κεφαλαίου κοινών μετοχών για την εταιρεία κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη που είχαν λήξει πριν από την ημερομηνία υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας. κεφάλαιο κοινών μετοχών θεωρούνται τα ίδια κεφάλαια, όπως αναφέρονται στο παράρτημα III της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4), εξαιρουμένων των προνομιούχων μετοχών και της σχετικής διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο.

(*4)  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).»·"

34)

το άρθρο 169 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 169

Υποενότητα τυπικού κινδύνου μετοχών

1.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 1, που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού, ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε μετοχές του τύπου 1 σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε μετοχές του τύπου 1 που αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 171α·

γ)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 39 % και της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των μετοχών του τύπου 1, εκτός από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

2.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 2, που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού, ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε μετοχές του τύπου 2 σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε μετοχές του τύπου 2 που αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 171α·

γ)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 49 % και της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των μετοχών του τύπου 2, εκτός από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

3.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για επιλέξιμες μετοχές υποδομών, που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού, ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε επιλέξιμες μετοχές υποδομών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 212 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε επιλέξιμες μετοχές υποδομών που αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 171α·

γ)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 30 % και του 77 % της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των επενδύσεων σε επιλέξιμες μετοχές υποδομών, εκτός από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

4.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών, που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού, ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 212 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών που αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 171α·

γ)

μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 36 % και του 92 % της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, εκτός από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).»·

35)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 171α:

«Άρθρο 171α

Μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ένα υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές, εφόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποδεικνύει στην εποπτική αρχή ότι πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές, καθώς και η περίοδος κατοχής κάθε επένδυσης σε μετοχές που περιλαμβάνεται στο υποσύνολο, προσδιορίζονται σαφώς·

β)

το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές περιλαμβάνεται σε χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, το οποίο έχει δεσμευτεί για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης ενός χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, που αντιστοιχούν σε μία ή περισσότερες σαφώς καθορισμένες δραστηριότητες, και η επιχείρηση διατηρεί τη δέσμευση αυτή για όλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων·

γ)

ο προσδιορισμός, η διαχείριση και η οργάνωση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, καθώς και του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού που αναφέρεται στο στοιχείο β), γίνονται χωριστά από τις άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης, το δε δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών που προκύπτουν από άλλες δραστηριότητες της επιχείρησης·

δ)

οι τεχνικές προβλέψεις στο πλαίσιο του χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, που αναφέρεται στο στοιχείο β), αντιπροσωπεύουν μόνον ένα μέρος των συνολικών τεχνικών προβλέψεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

ε)

η μέση περίοδος κατοχής των επενδύσεων σε μετοχές στο υποσύνολο υπερβαίνει τα 5 έτη ή, όταν η μέση περίοδος κατοχής των επενδύσεων του υποσυνόλου είναι μικρότερη από 5 έτη, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν πωλεί επενδύσεις σε μετοχές που περιλαμβάνονται στο υποσύνολο μέχρις ότου η μέση περίοδος κατοχής υπερβεί τα 5 έτη·

στ)

το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές συνίσταται μόνον από μετοχές που είναι εισηγμένες στον ΕΟΧ ή από μη εισηγμένες μετοχές εταιρειών που έχουν την έδρα τους σε χώρες που είναι μέλη του ΕΟΧ·

ζ)

η κατάσταση φερεγγυότητας και ρευστότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και οι στρατηγικές, μέθοδοι και διαδικασίες υποβολής αναφορών της εν λόγω επιχείρησης όσον αφορά τη διαχείριση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, είναι τέτοιες ώστε να εξασφαλίζουν, σε διαρκή βάση και υπό ακραίες συνθήκες, ότι η επιχείρηση είναι σε θέση να αποφύγει αναγκαστική πώληση οποιασδήποτε επένδυσης σε μετοχές που περιλαμβάνεται στο υποσύνολο για τουλάχιστον μια 10ετία·

η)

η πολιτική διαχείρισης κινδύνων, η πολιτική διαχείρισης ενεργητικού-παθητικού και η επενδυτική πολιτική της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αντικατοπτρίζουν την πρόθεση της επιχείρησης να διατηρήσει στην κατοχή της το υποσύνολο των επενδύσεων σε μετοχές για περίοδο που είναι συμβατή με την απαίτηση του στοιχείου ε) και την ικανότητά της να πληροί την απαίτηση του στοιχείου ζ).

2.   Όταν οι μετοχές διατηρούνται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή σε οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 168 παράγραφος 6 στοιχεία α) έως δ), οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να αξιολογούνται στο επίπεδο των αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού που διατηρούνται στα εν λόγω αμοιβαία κεφάλαια.

3.   Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ένα υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές, σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν επιστρέφουν σε μια προσέγγιση που δεν περιλαμβάνει μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές. Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που αντιμετωπίζει ένα υποσύνολο επενδύσεων σε μετοχές ως μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές δεν είναι πλέον σε θέση να πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, ενημερώνει αμέσως την εποπτική αρχή και παύει να εφαρμόζει το άρθρο 169 παράγραφος 1 στοιχείο β), παράγραφος 2 στοιχείο β), παράγραφος 3 στοιχείο β) και παράγραφος 4 στοιχείο β) σε οποιαδήποτε από τις επενδύσεις της σε μετοχές για περίοδο 36 μηνών.»·

36)

στο άρθρο 176, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 4α:

«4α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, στα ομόλογα και δάνεια τα οποία κατατάσσονται σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας σύμφωνα με το άρθρο 176α παράγραφος 1 ή 2 ή το άρθρο 176γ παράγραφος 1 εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου stressi , ανάλογα με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας και την τροποποιημένη διάρκεια duri του ομολόγου ή του δανείου i, που αποδίδονται σύμφωνα με τον πίνακα που παρατίθεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.»·

37)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 176α έως 176γ:

«Άρθρο 176α

Εσωτερική αξιολόγηση βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας ομολόγων και δανείων

1.   Σε ομόλογο ή δάνειο για το οποίο δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και για το οποίο οι οφειλέτες δεν έχουν καταθέσει εξασφαλίσεις που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 214, μπορεί να αποδίδεται βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2, εφόσον πληρούνται όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 σε σχέση με το εν λόγω ομόλογο ή δάνειο.

2.   Σε ομόλογο ή δάνειο για το οποίο δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και για το οποίο οι οφειλέτες δεν έχουν καταθέσει εξασφαλίσεις που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 214, εκτός των ομολόγων ή δανείων που κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2 βάσει της παραγράφου 1, μπορεί να αποδίδεται βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3, εφόσον πληρούνται όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 5 σε σχέση με το εν λόγω ομόλογο ή δάνειο.

3.   Τα κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο είναι τα εξής:

α)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση του ομολόγου ή του δανείου από την ίδια την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 176β·

β)

το ομόλογο ή το δάνειο εκδίδεται από εταιρεία η οποία δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

γ)

το ομόλογο ή το δάνειο δεν εκδίδεται από εταιρεία η οποία είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οντότητα υποδομών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων σε ΟΣΕΚΑ, ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών ή μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση που ασκεί χρηματοοικονομικές δραστηριότητες·

δ)

καμία από τις απαιτήσεις έναντι της εταιρείας που εκδίδει το ομόλογο ή το δάνειο δεν έχει υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από το ομόλογο ή το δάνειο, με εξαίρεση τις κατωτέρω απαιτήσεις:

i)

νόμιμες απαιτήσεις και απαιτήσεις από παρόχους διευκολύνσεων ρευστότητας, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω νόμιμες απαιτήσεις και απαιτήσεις από παρόχους διευκολύνσεων ρευστότητας δεν αντιπροσωπεύουν αθροιστικά σημαντικό μέρος του συνολικού χρέους της εκδίδουσας εταιρείας με εξοφλητική προτεραιότητα·

ii)

απαιτήσεις από διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων·

iii)

απαιτήσεις από αντισυμβαλλομένους σε παράγωγα·

ε)

το ομόλογο ή το δάνειο προβλέπει πάγια πληρωμή εξόφλησης κατά ή πριν από την ημερομηνία λήξης, επιπροσθέτως των τακτικών πληρωμών τόκων σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου·

στ)

οι συμβατικοί όροι και προϋποθέσεις του ομολόγου ή του δανείου προβλέπουν τα εξής:

i)

ο δανειολήπτης είναι υποχρεωμένος να παρέχει ελεγμένα οικονομικά στοιχεία στον δανειστή τουλάχιστον σε ετήσια βάση·

ii)

ο δανειολήπτης είναι υποχρεωμένος να ενημερώνει τον δανειστή για γεγονότα που μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο του ομολόγου ή του δανείου·

iii)

ο δανειολήπτης δεν έχει δικαίωμα να τροποποιεί μονομερώς τους όρους και τις προϋποθέσεις του ομολόγου ή του δανείου, ούτε να προβαίνει σε άλλες αλλαγές στις δραστηριότητές του οι οποίες θα επηρέαζαν σημαντικά τον πιστωτικό κίνδυνο του ομολόγου ή του δανείου·

iv)

απαγορεύεται στον εκδότη να εκδίδει νέους χρεωστικούς τίτλους, χωρίς προηγούμενη συμφωνία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

v)

η αθέτηση ορίζεται κατά τρόπο ώστε να αφορά ειδικά τη συγκεκριμένη έκδοση και τον συγκεκριμένο εκδότη·

vi)

τι συμβαίνει σε περίπτωση μεταβολής στο καθεστώς ελέγχου·

ζ)

το ομόλογο ή το δάνειο εκδίδεται από εταιρεία που πληροί όλα τα κατωτέρω κριτήρια:

i)

η εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης·

ii)

η εταιρεία έχει την έδρα της σε χώρα που είναι μέλος του ΕΟΧ·

iii)

περισσότερο από το 50 % των ετήσιων εσόδων της εταιρείας είναι εκφρασμένα σε νομίσματα χωρών που είναι μέλη του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ·

iv)

δεν υπήρξε πιστωτικό γεγονός κατά την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία λειτουργίας της εταιρείας·

v)

πληρούται τουλάχιστον μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις για καθένα από τα τελευταία τρία οικονομικά έτη που είχαν λήξει πριν από την ημερομηνία υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας:

ο ετήσιος κύκλος εργασιών της εταιρείας υπερβαίνει τα 10 000 000 EUR,

ο συνολικός ισολογισμός της εταιρείας υπερβαίνει τα 10 000 000 EUR,

ο αριθμός υπαλλήλων που απασχολεί η εταιρεία υπερβαίνει τους 50,

vi)

το ύψος των ετήσιων κερδών της εταιρείας προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (“EBITDA”) κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη είναι μεγαλύτερο από μηδέν (0)·

vii)

το συνολικό χρέος της εταιρείας κατά τη λήξη του πιο πρόσφατου οικονομικού έτους για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία δεν υπερβαίνει τον μέσο όρο των ετήσιων διαθέσιμων ταμειακών ροών της εταιρείας, πολλαπλασιαζόμενο επί 6,5 για τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη·

viii)

ο μέσος όρος των EBITDA της εταιρείας κατά τα τελευταία πέντε οικονομικά έτη δεν υπολείπεται των δαπανών της εταιρείας για τόκους, πολλαπλασιαζόμενων επί 6,5 για το πιο πρόσφατο οικονομικό έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία·

ix)

το καθαρό χρέος της εταιρείας κατά τη λήξη του πιο πρόσφατου οικονομικού έτους για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία δεν υπερβαίνει το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας στο τέλος του εν λόγω οικονομικού έτους, πολλαπλασιαζόμενο επί 1,5.

4.   Η απόδοση του ομολόγου ή του δανείου, και η απόδοση κάθε ομολόγου και δανείου με παρεμφερείς συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις που έχει εκδοθεί από την ίδια εταιρεία κατά τα προηγούμενα τρία οικονομικά έτη, δεν υπερβαίνει την υψηλότερη από τις κατωτέρω τιμές:

α)

τον μέσο όρο των αποδόσεων των δύο δεικτών που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 6·

β)

το άθροισμα του 0,5 % και της απόδοσης του δείκτη που πληροί την απαίτηση του στοιχείου δ) της εν λόγω παραγράφου.

5.   Η απόδοση του ομολόγου ή του δανείου, και η απόδοση ομολόγων και δανείων με παρεμφερείς συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις που έχουν εκδοθεί από την ίδια εταιρεία κατά τα προηγούμενα τρία οικονομικά έτη, δεν υπερβαίνει την υψηλότερη από τις κατωτέρω τιμές:

α)

τον μέσο όρο των αποδόσεων των δύο δεικτών που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 7·

β)

το άθροισμα του 0,5 % και της απόδοσης του δείκτη που πληροί την απαίτηση του στοιχείου β) της εν λόγω παραγράφου.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καθορίζει, για το ομόλογο ή το δάνειο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, την απόδοση, κατά την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω ομολόγου ή δανείου, σε δύο δείκτες που πληρούν όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

αμφότεροι οι δείκτες είναι ευρείς δείκτες ομολόγων που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση για τα οποία υπάρχει διαθέσιμη εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση·

β)

τα ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση και συμμετέχουν στους δύο δείκτες είναι εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα με το ομόλογο ή το δάνειο·

γ)

τα ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση και συμμετέχουν στους δύο δείκτες έχουν παρεμφερή ημερομηνία λήξης με το ομόλογο ή το δάνειο·

δ)

ο ένας από τους δύο δείκτες περιλαμβάνει ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 2·

ε)

ο ένας από τους δύο δείκτες περιλαμβάνει ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 4.

7.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καθορίζει, για το ομόλογο ή το δάνειο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, την απόδοση, κατά την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω ομολόγου ή δανείου, σε δύο δείκτες που πληρούν όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

αμφότεροι οι δείκτες πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 6 στοιχεία α), β) και γ)·

β)

ο ένας από τους δύο δείκτες περιλαμβάνει ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 3·

γ)

ο ένας από τους δύο δείκτες περιλαμβάνει ομόλογα που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 4.

8.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, όταν το ομόλογο ή το δάνειο που αναφέρονται στην παράγραφο 1 έχει χαρακτηριστικά, εξαιρουμένων των χαρακτηριστικών που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο ή την έλλειψη ρευστότητας, τα οποία διαφέρουν σημαντικά από τα χαρακτηριστικά των ομολόγων που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση και συμμετέχουν στους δύο δείκτες προσδιοριζόμενους σύμφωνα με την παράγραφο 6, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προσαρμόζει την απόδοση του ομολόγου ή του δανείου, ώστε να αντικατοπτρίζει αυτές τις διαφορές.

9.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5, όταν το ομόλογο ή το δάνειο που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχει χαρακτηριστικά, εξαιρουμένων των χαρακτηριστικών που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο ή την έλλειψη ρευστότητας, τα οποία διαφέρουν σημαντικά από τα χαρακτηριστικά των ομολόγων που υπόκεινται σε διαπραγμάτευση και συμμετέχουν στους δύο δείκτες προσδιοριζόμενους σύμφωνα με την παράγραφο 7, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προσαρμόζει την απόδοση του ομολόγου ή του δανείου, ώστε να αντικατοπτρίζει αυτές τις διαφορές.

Άρθρο 176β

Απαιτήσεις για την εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση ομολόγων και δανείων που διενεργείται από επιχείρηση

Οι απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληροί, για τους σκοπούς του άρθρου 176α παράγραφος 3 στοιχείο α), η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση ομολόγου ή δανείου που διενεργείται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι οι εξής:

α)

το ομόλογο ή το δάνειο κατατάσσεται σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας με βάση την εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση·

β)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι σε θέση να αποδείξει στην εποπτική αρχή ότι η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγησή της, και η κατάταξη του ομολόγου ή του δανείου σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει αυτής της αξιολόγησης, είναι αξιόπιστη και αντικατοπτρίζει δεόντως τον κίνδυνο πιστωτικών περιθωρίων του ομολόγου ή του δανείου, ο οποίος περιλαμβάνεται στην υποενότητα που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

γ)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που θα μπορούσαν να έχουν σημαντική επίπτωση στον πιστωτικό κίνδυνο που σχετίζεται με το ομόλογο ή το δάνειο, στους οποίους συγκαταλέγονται οι εξής:

i)

η ανταγωνιστική θέση του εκδότη·

ii)

η ποιότητα της διαχείρισης από τον εκδότη·

iii)

οι χρηματοοικονομικές πολιτικές του εκδότη·

iv)

ο κίνδυνος χώρας·

v)

το αποτέλεσμα συμφωνιών που μπορεί να είναι σε ισχύ·

vi)

το ιστορικό χρηματοοικονομικών επιδόσεων του εκδότη, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού ετών λειτουργίας του·

vii)

το μέγεθος του εκδότη και ο βαθμός διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων του·

viii)

οι ποσοτικές επιπτώσεις της έκδοσης του ομολόγου ή του δανείου στο προφίλ κινδύνου και στους χρηματοοικονομικούς δείκτες του εκδότη·

ix)

η ιδιοκτησιακή δομή του εκδότη·

x)

η πολυπλοκότητα του επιχειρηματικού μοντέλου του εκδότη·

δ)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιεί όλα τα συναφή ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία·

ε)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση, η κατάταξη σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει της αξιολόγησης αυτής και οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται για τη στήριξη της εσωτερικής πιστοληπτικής αξιολόγησης είναι τεκμηριωμένες·

στ)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά συγκρίσιμων στοιχείων ενεργητικού για τα οποία υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ·

ζ)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη τις τάσεις όσον αφορά τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις του εκδότη·

η)

η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση είναι διαδικαστικά ανεξάρτητη από την απόφαση αναδοχής·

θ)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επανεξετάζει ανά τακτά διαστήματα την εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση.

Άρθρο 176γ

Αξιολόγηση βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας ομολόγων και δανείων βάσει εγκεκριμένου εσωτερικού υποδείγματος

1.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει συνάψει συμφωνία (“συμφωνία συνεπένδυσης”) για επένδυση σε ομόλογα και δάνεια από κοινού με άλλη οντότητα·

β)

η άλλη οντότητα (“ο συνεπενδυτής”) είναι ένα από τα εξής:

i)

ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο χρησιμοποιεί την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 143 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού·

ii)

ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που χρησιμοποιεί εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με το άρθρο 100 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

γ)

βάσει της συμφωνίας συνεπένδυσης, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και ο συνεπενδυτής επενδύουν από κοινού σε ομόλογα και δάνεια για τα οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και για τα οποία οι οφειλέτες δεν έχουν καταθέσει εξασφαλίσεις που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 214·

δ)

η συμφωνία συνεπένδυσης προβλέπει ότι ο συνεπενδυτής γνωστοποιεί στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τις πιθανότητες αθέτησης που προκύπτουν από την εφαρμογή της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων ή, κατά περίπτωση, τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που προσδιορίζονται βάσει του εσωτερικού υποδείγματός του για τα ομόλογα ή τα δάνεια που αναφέρονται στο στοιχείο γ), με σκοπό τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

2.   Εφόσον πληρούνται όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στις παραγράφους 3 έως 6, τα ομόλογα και τα δάνεια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) κατατάσσονται σε βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας ως εξής:

α)

εάν ο συνεπενδυτής εμπίπτει στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο i), οι βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας καθορίζονται με βάση τις πιο πρόσφατες πιθανότητες αθέτησης που προέκυψαν βάσει της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων·

β)

εάν ο συνεπενδυτής εμπίπτει στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο ii), οι βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας είναι οι βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που προέκυψαν βάσει του εσωτερικού υποδείγματος.

3.   Τα κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο είναι τα εξής:

α)

ο εκδότης του κάθε ομολόγου ή δανείου δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

β)

ο εκδότης δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οντότητα υποδομών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων σε ΟΣΕΚΑ, ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών ή μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση που ασκεί χρηματοοικονομικές δραστηριότητες·

γ)

ο εκδότης έχει την έδρα του σε χώρα που είναι μέλος του ΕΟΧ·

δ)

περισσότερο από το 50 % των ετήσιων εσόδων του εκδότη είναι εκφρασμένα σε νομίσματα χωρών που είναι μέλη του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ·

ε)

πληρούται τουλάχιστον μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις για καθένα από τα τελευταία τρία οικονομικά έτη που είχαν λήξει πριν από την ημερομηνία υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας:

ο ετήσιος κύκλος εργασιών του εκδότη υπερβαίνει τα 10 000 000 EUR,

ο συνολικός ισολογισμός του εκδότη υπερβαίνει τα 10 000 000 EUR,

ο αριθμός υπαλλήλων που απασχολεί ο εκδότης υπερβαίνει τους 50.

4.   Τα κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο είναι τα εξής:

α)

η συμφωνία συνεπένδυσης ορίζει τα είδη ομολόγων και δανείων που είναι επιλέξιμα για αναδοχή, και τα εφαρμοστέα κριτήρια αξιολόγησης·

β)

ο συνεπενδυτής παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία αναδοχής, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται, της οργανωτικής δομής του συνεπενδυτή και των ελέγχων που διενεργεί ο συνεπενδυτής·

γ)

ο συνεπενδυτής παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στοιχεία σχετικά με όλες τις αιτήσεις για ομόλογα και δάνεια επιλέξιμα για αναδοχή·

δ)

ο συνεπενδυτής παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση λεπτομέρειες σχετικά με όλες τις αποφάσεις έγκρισης ή απόρριψης αιτήσεων για ομόλογα και δάνεια επιλέξιμα για αναδοχή·

ε)

ο συνεπενδυτής διατηρεί άνοιγμα που ισούται με τουλάχιστον 20 % της ονομαστικής αξίας κάθε ομολόγου και δανείου·

στ)

η διαδικασία αναδοχής είναι όμοια με τη διαδικασία αναδοχής που ακολουθείται από τον συνεπενδυτή για τις λοιπές επενδύσεις του σε συγκρίσιμα ομόλογα και δάνεια·

ζ)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επενδύει σε όλα τα ομόλογα και δάνεια των ειδών που αναφέρονται στο στοιχείο α) για τα οποία ο συνεπενδυτής αποφασίζει να εγκρίνει την αίτηση ομολόγου ή δανείου·

η)

ο συνεπενδυτής παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πληροφορίες οι οποίες επιτρέπουν στην επιχείρηση να κατανοήσει την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων ή, κατά περίπτωση, το εσωτερικό υπόδειγμα και τους περιορισμούς τους, καθώς και την επάρκεια και καταλληλότητά τους, συγκεκριμένα:

i)

περιγραφή της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων ή, κατά περίπτωση, του εσωτερικού υποδείγματος, συμπεριλαμβανομένων των εισροών και των παραγόντων κινδύνου, της ποσοτικοποίησης των παραμέτρων κινδύνου και των υποκείμενων μεθόδων, καθώς και της εφαρμοζόμενης γενικής μεθοδολογίας·

ii)

περιγραφή του εύρους χρήσης της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων ή, κατά περίπτωση, του εσωτερικού υποδείγματος·

iii)

περιγραφή της διαδικασίας επικύρωσης του υποδείγματος και των άλλων διαδικασιών που καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση των επιδόσεων του υποδείγματος, την επανεξέταση της καταλληλότητας της προδιαγραφής του σε βάθος χρόνου, και τον έλεγχο των αποτελεσμάτων της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων ή, κατά περίπτωση, του εσωτερικού υποδείγματος με βάση την εμπειρία.

5.   Εάν ο συνεπενδυτής εμπίπτει στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο i):

α)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τεκμηριώνει με σαφήνεια σε ποια βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας αντιστοιχεί η πιθανότητα αθέτησης που προέκυψε βάσει της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων του ιδρύματος·

β)

η αντιστοίχιση των πιθανοτήτων αθέτησης με τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας, που διενεργείται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, διασφαλίζει ότι, για το εν λόγω ομόλογο ή δάνειο, το επίπεδο κεφαλαιακής απαίτησης που προκύπτει για την υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων, που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, είναι το ενδεδειγμένο·

γ)

η αντιστοίχιση βασίζεται στον πίνακα 1 του παραρτήματος I του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/1799 της Επιτροπής (*5)·

δ)

τυχόν προσαρμογές στις πιθανότητες αθέτησης πραγματοποιούνται με σύνεση, πριν από τη διενέργεια της αντιστοίχισης, λαμβανομένων υπόψη των ποιοτικών παραγόντων που καθορίζονται στο άρθρο 7 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/1799·

ε)

προσαρμογή των πιθανοτήτων αθέτησης πραγματοποιείται σε μια από τις δύο ακόλουθες περιπτώσεις:

i)

ο χρονικός ορίζοντας που καλύπτεται από την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων αποκλίνει σημαντικά από τον τριετή χρονικό ορίζοντα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/1799·

ii)

ο ορισμός της αθέτησης που χρησιμοποιείται στην προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων αποκλίνει σημαντικά από τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 του εν λόγω εκτελεστικού κανονισμού.

6.   Εάν ο συνεπενδυτής εμπίπτει στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο ii), το εσωτερικό υπόδειγμα διασφαλίζει ότι, για το εν λόγω ομόλογο ή δάνειο, το επίπεδο κεφαλαιακής απαίτησης που προκύπτει για την υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων, που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, είναι το ενδεδειγμένο.

(*5)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/1799 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 2016, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με την κατάταξη των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικών αξιολογήσεων για τον πιστωτικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 275 της 12.10.2016, σ. 3).»·"

38)

το άρθρο 180 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), τα ανοίγματα υπό μορφή ομολόγων και δανείων που είναι πλήρως, χωρίς όρους και αμετάκλητα εγγυημένα από περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές, που απαριθμούνται στο άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2011 της Επιτροπής (*6), όταν η εγγύηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 215 του παρόντος κανονισμού, αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης.

(*6)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2011 της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 2015, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τους καταλόγους των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, τα ανοίγματα έναντι των οποίων θα αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 295 της 12.11.2015, σ. 3).»·"

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 3α και 3β:

«3α.   Στα ανοίγματα υπό μορφή ομολόγων και δανείων προς τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές κρατών μελών, που δεν απαριθμούνται στο άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2011, εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου stressi , από τον πίνακα της παραγράφου 3, που αντιστοιχεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2.

3β.   Στα ανοίγματα υπό μορφή ομολόγων και δανείων που είναι πλήρως, χωρίς όρους και αμετάκλητα εγγυημένα από περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή κράτους μέλους, που δεν απαριθμείται στο άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2011, όταν η εγγύηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 215 του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου stressi , από τον πίνακα της παραγράφου 3, που αντιστοιχεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2.»·

39)

το άρθρο 182 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 5, η τελευταία περίοδος απαλείφεται·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 έως 11:

«6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα ανοίγματα έναντι ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, και εφόσον η επιχείρηση πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, κατατάσσονται σε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας ανάλογα με τον δείκτη φερεγγυότητας της επιχείρησης, σύμφωνα με την ακόλουθη αντιστοίχιση μεταξύ δεικτών φερεγγυότητας και βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας:

Δείκτης φερεγγυότητας

196 %

175 %

122 %

100 %

95 %

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

3,82

5

Όταν ο δείκτης φερεγγυότητας τοποθετείται μεταξύ των συντελεστών φερεγγυότητας που ορίζονται στον ανωτέρω πίνακα, η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας υπολογίζεται με γραμμική παρεμβολή από τις πλησιέστερες βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχούν στους πλησιέστερους δείκτες φερεγγυότητας που ορίζονται στον ανωτέρω πίνακα. Όταν ο δείκτης φερεγγυότητας είναι κατώτερος του 95 %, η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας είναι 5. Όταν ο δείκτης φερεγγυότητας είναι υψηλότερος από 196 %, η βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας είναι 1.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, “δείκτης φερεγγυότητας” είναι η αναλογία του επιλέξιμου ποσού των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, με τη χρήση των τελευταίων διαθέσιμων τιμών.

7.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα ανοίγματα έναντι ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, και εφόσον η επιχείρηση δεν πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 6.

8.   Οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνον από την πρώτη ημερομηνία δημοσιοποίησης, από την επιχείρηση που αντιστοιχεί στο πιστωτικό άνοιγμα, της έκθεσης φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής της κατάστασης, που αναφέρεται στο άρθρο 51 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Πριν από την ημερομηνία αυτή, τα ανοίγματα κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3,82.

9.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα ανοίγματα έναντι ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, η οποία βρίσκεται σε χώρα της οποίας το καθεστώς φερεγγυότητας θεωρείται ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με το άρθρο 227 της εν λόγω οδηγίας, και η οποία πληροί τις απαιτήσεις φερεγγυότητας της εν λόγω τρίτης χώρας, κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3,82.

10.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα πιστωτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημεία 1) και 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις φερεγγυότητας που προβλέπονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, για τα οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3,82.

11.   Τα πιστωτικά ανοίγματα, εκτός από εκείνα στα οποία αποδίδεται βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας βάσει των παραγράφων 5 έως 10, κατατάσσονται, για τους σκοπούς της παραγράφου 4, στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 5.»·

40)

στο άρθρο 184, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Το πιστωτικό άνοιγμα σε αθέτηση μεμονωμένου αντισυμβαλλομένου i μειώνεται κατά το ποσό του ανοίγματος σε αθέτηση αντισυμβαλλομένων που ανήκουν στο ίδιο άνοιγμα σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο και για το οποίο ο συντελεστής κινδύνου για συγκέντρωση κινδύνου αγοράς, που αναφέρεται στα άρθρα 186 και 187, είναι 0 %.»·

41)

στο άρθρο 186, οι παράγραφοι 2 έως 6 απαλείφονται·

42)

το άρθρο 187 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του στοιχείου β), τα ανοίγματα που είναι πλήρως, χωρίς όρους και αμετάκλητα εγγυημένα από περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές, που απαριθμούνται στο άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2011, όταν η εγγύηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 215 του παρόντος κανονισμού, αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης.»·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 4α και 4β:

«4α.   Στα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών κρατών μελών, που δεν απαριθμούνται στο άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2011, εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου gi για τη συγκέντρωση κινδύνου αγοράς ο οποίος αντιστοιχεί σε σταθμισμένη μέση βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4β.   Στα ανοίγματα που είναι πλήρως, χωρίς όρους και αμετάκλητα εγγυημένα από περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή κράτους μέλους, που δεν απαριθμείται στο άρθρο 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2011, όταν η εγγύηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 215 του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου gi για τη συγκέντρωση κινδύνου αγοράς ο οποίος αντιστοιχεί σε σταθμισμένη μέση βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2, σύμφωνα με την παράγραφο 4.»·

43)

το άρθρο 189 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

συμβάσεις μείωσης του κινδύνου, που περιλαμβάνουν τις συμφωνίες αντασφάλισης, φορείς ειδικού σκοπού και ασφαλιστικές τιτλοποιήσεις·»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο στ):

«στ)

παράγωγα εκτός των πιστωτικών παραγώγων τα οποία καλύπτονται στην υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων.»·

β)

στην παράγραφο 6, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε)

ο πιστωτικός κίνδυνος των στοιχείων ενεργητικού που παρέχονται ως εξασφαλίσεις σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή εκκαθαριστικό μέλος, που είναι απομακρυσμένα από τον κίνδυνο πτώχευσης.»·

44)

το άρθρο 192 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Εάν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν συνάψει συμφωνίες συμβατικού συμψηφισμού οι οποίες καλύπτουν διάφορα παράγωγα και συνιστούν πιστωτικό άνοιγμα έναντι του ιδίου αυτού αντισυμβαλλομένου, μπορούν να υπολογίζουν τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης σε σχέση με τα εν λόγω παράγωγα, όπως ορίζεται στις παραγράφους 3 έως 3γ, με βάση το συνδυασμένο οικονομικό αποτέλεσμα του συνόλου των παραγώγων που καλύπτονται από την ίδια συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού, υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης με τα άρθρα 209 και 210 όσον αφορά τον συμψηφισμό.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ζημία σε περίπτωση αθέτησης για παράγωγο που εμπίπτει στο άρθρο 192α παράγραφος 1 ορίζεται ως εξής:

 

LGD = max(18 % · (Derivative + 50 % · RM fin ) – 50 % · F′ · Value; 0)

όπου:

α)

Derivative είναι η αξία του παραγώγου, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

RMfin είναι το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου για τον κίνδυνο αγοράς του παραγώγου·

γ)

Value είναι η αξία των στοιχείων ενεργητικού που διακρατούνται ως εξασφαλίσεις, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ)

F′ είναι συντελεστής που λαμβάνει υπόψη την οικονομική επίπτωση της σύμβασης εξασφάλισης σε σχέση με το παράγωγο, σε περίπτωση πιστωτικού γεγονότος που σχετίζεται με τον αντισυμβαλλόμενο.»·

γ)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 3α έως 3δ:

«3α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, η ζημία σε περίπτωση αθέτησης για παράγωγο που εμπίπτει στο άρθρο 192α παράγραφος 2 ορίζεται ως εξής:

 

LGD = max(16 % · (Derivative + 50 % · RM fin ) – 50 % · F′′ · Value; 0)

όπου:

α)

Derivative είναι η αξία του παραγώγου σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

RMfin είναι το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου για τον κίνδυνο αγοράς του παραγώγου·

γ)

Value είναι η αξία των στοιχείων ενεργητικού που διακρατούνται ως εξασφαλίσεις σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ)

F′′ είναι συντελεστής που λαμβάνει υπόψη την οικονομική επίπτωση της σύμβασης εξασφάλισης σε σχέση με το παράγωγο, σε περίπτωση πιστωτικού γεγονότος που σχετίζεται με τον αντισυμβαλλόμενο.

3β.   Η ζημία σε περίπτωση αθέτησης για παράγωγα, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 3α, ορίζεται ως εξής, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση παραγώγων πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012:

 

LGD = max(90 % · (Derivative + 50 % · RM fin ) – 50 % · F′′′ · Value; 0)

όπου:

α)

Derivative είναι η αξία του παραγώγου, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

RMfin είναι το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου για τον κίνδυνο αγοράς του παραγώγου·

γ)

Value είναι η αξία των στοιχείων ενεργητικού που διακρατούνται ως εξασφαλίσεις, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ)

F′′′ είναι συντελεστής που λαμβάνει υπόψη την οικονομική επίπτωση της σύμβασης εξασφάλισης σε σχέση με το παράγωγο, σε περίπτωση πιστωτικού γεγονότος που σχετίζεται με τον αντισυμβαλλόμενο.

3γ.   Η ζημία σε περίπτωση αθέτησης για παράγωγα που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 3, 3α και 3β ορίζεται ως εξής:

 

LGD = max(90 % · (Derivative + RM fin ) – F′′′ · Collateral; 0)

όπου:

α)

Derivative είναι η αξία του παραγώγου, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

RMfin είναι το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου για τον κίνδυνο αγοράς του παραγώγου·

γ)

Collateral είναι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία των εξασφαλίσεων σε σχέση με το παράγωγο·

δ)

F′′′ είναι συντελεστής που λαμβάνει υπόψη την οικονομική επίπτωση της σύμβασης εξασφάλισης σε σχέση με το παράγωγο, σε περίπτωση πιστωτικού γεγονότος που σχετίζεται με τον αντισυμβαλλόμενο.

3δ.   Όταν η ζημία σε περίπτωση αθέτησης για παράγωγα πρέπει να υπολογιστεί στη βάση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες, για τους σκοπούς των παραγράφων 3 έως 3γ:

α)

η αξία του παραγώγου ισούται με το άθροισμα των αξιών των παραγώγων που καλύπτονται από τη συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού·

β)

το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου καθορίζεται στο επίπεδο του συνδυασμού των παραγώγων που καλύπτονται από τη συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού·

γ)

η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία των εξασφαλίσεων καθορίζεται στο επίπεδο του συνδυασμού των παραγώγων που καλύπτονται από τη συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού.»·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η ζημία σε περίπτωση αθέτησης για ενυπόθηκο δάνειο ορίζεται ως εξής:

 

LGD = max(Loan – (80 % × Mortgage + Guarantee); 0)

όπου:

α)

Loan είναι η αξία του ενυπόθηκου δανείου, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

Mortgage είναι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της υποθήκης·

γ)

Guarantee είναι το ποσό που θα υποχρεούνταν να καταβάλει ο εγγυητής στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, σε περίπτωση αθέτησης του ενυπόθηκου δανείου από τον οφειλέτη, σε χρονική στιγμή κατά την οποία η αξία του υποθηκευμένου ακινήτου θα ανερχόταν στο 80 % της σταθμισμένης κατά τον κίνδυνο αξίας της υποθήκης.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), μια εγγύηση αναγνωρίζεται μόνον εάν παρέχεται από αντισυμβαλλόμενο που αναφέρεται στο άρθρο 180 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ) και πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 209, 210 και στο άρθρο 215 στοιχεία α) έως ε).»·

45)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 192α:

«Άρθρο 192α

Άνοιγμα έναντι εκκαθαριστικών μελών

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 192 παράγραφος 3, ένα παράγωγο εμπίπτει στην παρούσα παράγραφο εάν πληρούνται οι κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

το παράγωγο είναι μια συναλλαγή που σχετίζεται με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, στην οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι ο πελάτης·

β)

οι θέσεις και τα στοιχεία ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που σχετίζονται με την εν λόγω συναλλαγή διακρίνονται και διαχωρίζονται, σε επίπεδο τόσο του εκκαθαριστικού μέλους όσο και του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, από τις θέσεις και τα στοιχεία ενεργητικού τόσο του εκκαθαριστικού μέλους όσο και των υπολοίπων πελατών του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους και, ως αποτέλεσμα αυτής της διάκρισης και αυτού του διαχωρισμού, οι σχετικές θέσεις και τα στοιχεία ενεργητικού είναι απομακρυσμένα από τον κίνδυνο πτώχευσης, σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης ή αφερεγγυότητας του εκκαθαριστικού μέλους ή ενός ή περισσοτέρων από τους υπόλοιπους πελάτες του εκκαθαριστικού μέλους·

γ)

η σχετική νομοθεσία, οι κανονισμοί, οι κανόνες και οι συμβατικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται ή δεσμεύουν την εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο διευκολύνουν τη μεταφορά των θέσεων του πελάτη που σχετίζονται με την εν λόγω συναλλαγή και των αντίστοιχων εξασφαλίσεων σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος, εντός της εφαρμοστέας περιόδου κινδύνου που καλύπτεται από το περιθώριο ασφάλισης, σε περίπτωση αθέτησης ή αφερεγγυότητας του αρχικού εκκαθαριστικού μέλους. Στην περίπτωση αυτή, οι θέσεις του πελάτη και οι εξασφαλίσεις μεταφέρονται βάσει της τιμής αγοράς, εκτός εάν ο πελάτης ζητήσει το κλείσιμο της ανοικτής θέσης στην τιμή της αγοράς·

δ)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει ανεξάρτητη, γραπτή και αιτιολογημένη νομική γνωμοδότηση η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση προσφυγής, τα αρμόδια δικαστήρια και οι διοικητικές αρχές θα διαπιστώνουν ότι ο πελάτης δεν θα υφίσταται ζημία λόγω της αφερεγγυότητας του εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους, με βάση οποιαδήποτε από τις ακόλουθες νομοθεσίες:

i)

τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας στην οποία υπάγεται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, το εκκαθαριστικό μέλος της ή ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

ii)

τη νομοθεσία που διέπει τη συναλλαγή·

iii)

τη νομοθεσία που διέπει τις εξασφαλίσεις·

iv)

τη νομοθεσία που διέπει κάθε σύμβαση ή συμφωνία που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της απαίτησης που καθορίζεται στο στοιχείο β)·

ε)

ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου 192 παράγραφος 3α, ένα παράγωγο εμπίπτει στην παρούσα παράγραφο εάν πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1, εξαιρουμένου του ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν υποχρεούται να προστατεύεται από ζημίες, σε περίπτωση από κοινού αθέτησης από το εκκαθαριστικό μέλος και από άλλον πελάτη του εκκαθαριστικού μέλους.»·

46)

το άρθρο 196 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 196

Αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου

Το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου ή του κινδύνου αγοράς μιας συμφωνίας αντασφάλισης, μιας τιτλοποίησης ή ενός παραγώγου είναι μεγαλύτερο του μηδενός και ισούται με τη διαφορά μεταξύ των ακόλουθων κεφαλαιακών απαιτήσεων:

α)

της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τον ασφαλιστικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο αγοράς της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που υπολογίζεται σύμφωνα με τα τμήματα 1 έως 5 του παρόντος κεφαλαίου, που θα εφαρμοζόταν εάν δεν υπήρχε συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο·

β)

της κεφαλαιακής απαίτησης για τον ασφαλιστικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο αγοράς της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.»·

47)

το άρθρο 197 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν πληρούνται τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 214 του παρόντος κανονισμού, η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία μιας εξασφάλισης που παρέχεται ως εγγύηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο 26) στοιχείο β), ισούται με τη διαφορά μεταξύ της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται ως εξασφάλιση, η οποία αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και της προσαρμογής για τον κίνδυνο αγοράς, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο ακόλουθες απαιτήσεις:»·

β)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Όταν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου, ο προσδιορισμός του αναλογικού μεριδίου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην πτωχευτική περιουσία του αντισυμβαλλομένου, το οποίο υπερβαίνει το ύψος της εξασφάλισης, δεν λαμβάνει υπόψη ότι η επιχείρηση εισπράττει την εξασφάλιση, οι συντελεστές F, F′, F′′ και F′′′, που αναφέρονται στο άρθρο 192 παράγραφοι 2 έως 3γ, είναι όλοι 100 %. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι εν λόγω συντελεστές είναι 50 %, 18 %, 16 % και 90 %, αντιστοίχως.»·

48)

στο άρθρο 199, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 12 και 13:

«12.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 έως 11, στα πιστωτικά ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 192 παράγραφος 3 εφαρμόζεται συντελεστής πιθανότητας αθέτησης ίσος με 0,002 %.

13.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 έως 12, στα πιστωτικά ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 192 παράγραφος 3α εφαρμόζεται συντελεστής πιθανότητας αθέτησης ίσος με 0,001 %.»·

49)

στο άρθρο 201 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (j,k) των πιθανοτήτων αθέτησης σε σχέση με πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 199·»·

50)

το άρθρο 207 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι αναβαλλόμενοι φόροι αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 1 και 2, με την επιφύλαξη των παραγράφων 2α, 2β και 2γ του παρόντος άρθρου.»·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α έως 2δ:

«2α.   Εάν η ζημία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει ως αποτέλεσμα αύξηση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν χρησιμοποιούν αυτή την αύξηση για τους σκοπούς της προσαρμογής που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, εκτός εάν είναι σε θέση να αποδείξουν στην εποπτική αρχή ότι είναι πιθανόν να υπάρξει μελλοντικό φορολογητέο κέρδος έναντι του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αύξηση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κατωτέρω:

α)

τις όποιες νομικές ή ρυθμιστικές απαιτήσεις σχετικά με τα χρονικά όρια για τη μεταφορά αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών ή τη μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρου σε επόμενη χρήση·

β)

το μέγεθος της ζημίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τον αντίκτυπό της στην τρέχουσα και στη μελλοντική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης και στην τιμολόγηση των ασφαλιστικών προϊόντων, στην κερδοφορία της αγοράς, στη ζήτηση για ασφαλιστικά προϊόντα, στην αντασφαλιστική κάλυψη και σε άλλες μακροοικονομικές μεταβλητές·

γ)

την αυξημένη αβεβαιότητα των μελλοντικών κερδών μετά τη ζημία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθώς και τον αυξανόμενο βαθμό αβεβαιότητας σε σχέση με το μελλοντικό φορολογητέο κέρδος μετά την εν λόγω ζημία, όσο εκτείνεται στο μέλλον ο χρονικός ορίζοντας της προβολής.

2β.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αποδείξουν ότι υπάρχουν πιθανότητες μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, δεν εφαρμόζουν παραδοχές που είναι πιο ευνοϊκές από εκείνες που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση και τη χρήση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15.

2γ.   Οι παραδοχές που εφαρμόζονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αποδείξουν ότι υπάρχουν πιθανότητες μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

οι πωλήσεις από νέες δραστηριότητες, καθ' υπέρβαση των πωλήσεων που προβλέπονται στο πλαίσιο του επιχειρηματικού σχεδιασμού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν λαμβάνονται υπόψη·

β)

οι πωλήσεις από νέες δραστηριότητες, πέραν του χρονικού ορίζοντα του επιχειρηματικού σχεδιασμού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και πέραν μιας μέγιστης διάρκειας πέντε ετών, δεν λαμβάνονται υπόψη·

γ)

οι αποδόσεις των επενδύσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, μετά τη ζημία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θεωρείται ότι ισούνται με τις έμμεσες αποδόσεις των προθεσμιακών επιτοκίων που προκύπτουν από την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου που διαμορφώνεται μετά την εν λόγω ζημία, εκτός εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παράσχει αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία για πιθανές αποδόσεις που υπερβαίνουν τις εν λόγω έμμεσες αποδόσεις·

δ)

όταν, με την επιφύλαξη του στοιχείου α), η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θέτει χρονικό ορίζονται για τα κέρδη από νέες δραστηριότητες, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από τον ορίζοντα του επιχειρηματικού σχεδιασμού της, ορίζεται πεπερασμένος χρονικός ορίζοντας και εφαρμόζονται κατάλληλες περικοπές στα προβλεπόμενα κέρδη από νέες δραστηριότητες, πέραν του χρονικού ορίζοντα του επιχειρηματικού σχεδιασμού της επιχείρησης. Οι εν λόγω περικοπές θεωρείται ότι αυξάνονται όσο εκτείνεται στο μέλλον ο χρονικός ορίζοντας των προβλεπόμενων κερδών.

2δ.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης μετά τη ζημία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 23.»·

51)

στο άρθρο 208, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Όταν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεταβιβάζουν ασφαλιστικούς κινδύνους κάνοντας χρήση συμβάσεων αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου, όπως ορίζεται στο άρθρο 210 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, που πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 209, 211 και 213 του παρόντος κανονισμού, οι συμβάσεις αυτές αναγνωρίζονται στους υπολογισμούς βάσει σεναρίου, που ορίζονται στον τίτλο I κεφάλαιο V τμήματα 2, 3 και 4 του παρόντος κανονισμού, μόνον κατά τον βαθμό μεταβίβασης του ασφαλιστικού κινδύνου στον αντισυμβαλλόμενο της σύμβασης. Παρά τις διατάξεις της προηγούμενης περιόδου, η αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου, ή παρόμοιες ρυθμίσεις βάσει των οποίων η αποτελεσματική μεταβίβαση κινδύνου είναι συγκρίσιμη με εκείνη της αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου, δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του καθορισμού των μέτρων του όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος, σύμφωνα με τα άρθρα 116 και 147 του παρόντος κανονισμού, ή για τους σκοπούς του υπολογισμού των ειδικών παραμέτρων για κάθε επιχείρηση, σύμφωνα με το τμήμα 13 του παρόντος κεφαλαίου.»·

52)

στο άρθρο 209, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν οι συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν τις τεχνικές μείωσης του κινδύνου θα ισχύουν για περίοδο μικρότερη από τους προσεχείς 12 μήνες, και η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να αντικαταστήσει την εν λόγω τεχνική μείωσης του κινδύνου κατά τον χρόνο λήξης της με παρόμοια ρύθμιση, ή όταν η τεχνική μείωσης του κινδύνου προσαρμόζεται προκειμένου να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στο πιστωτικό άνοιγμα το οποίο καλύπτει, η τεχνική μείωσης του κινδύνου λαμβάνεται πλήρως υπόψη στις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλα τα ακόλουθα ποιοτικά κριτήρια:

α)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει γραπτώς τεκμηριωμένη πολιτική σχετικά με την αντικατάσταση ή την προσαρμογή της εν λόγω τεχνικής μείωσης του κινδύνου, η οποία καλύπτει καταστάσεις μεταξύ των οποίων η χρήση διαφόρων συμβατικών ρυθμίσεων συνδυαστικά για τη μεταβίβαση κινδύνου από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 210 παράγραφος 5·

β)

η αντικατάσταση ή η προσαρμογή της τεχνικής μείωσης του κινδύνου λαμβάνει χώρα περισσότερο από μία φορά την εβδομάδα μόνο στις περιπτώσεις όπου, χωρίς την αντικατάσταση ή την προσαρμογή, ένα γεγονός θα είχε σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

γ)

η αντικατάσταση ή η προσαρμογή της τεχνικής μείωσης του κινδύνου δεν εξαρτάται από κανένα μελλοντικό γεγονός που είναι εκτός του ελέγχου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και, όταν η αντικατάσταση ή η προσαρμογή της τεχνικής μείωσης του κινδύνου εξαρτάται από μελλοντικό γεγονός το οποίο είναι υπό τον έλεγχο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι όροι για την εν λόγω αντικατάσταση ή προσαρμογή τεκμηριώνονται σαφώς στη γραπτώς τεκμηριωμένη πολιτική που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

δ)

η αντικατάσταση ή η προσαρμογή της τεχνικής μείωσης του κινδύνου βασίζεται ρεαλιστικά στις αντικαταστάσεις και τις προσαρμογές που έχει πραγματοποιήσει στο παρελθόν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και είναι συνεπής με την τρέχουσα επιχειρηματική πρακτική και στρατηγική της επιχείρησης·

ε)

δεν υφίσταται σημαντικός κίνδυνος αδυναμίας να αντικατασταθεί ή να προσαρμοστεί η τεχνική μείωσης του κινδύνου λόγω έλλειψης ρευστότητας στην αγορά·

στ)

ο κίνδυνος αύξησης του κόστους αντικατάστασης ή προσαρμογής της τεχνικής μείωσης του κινδύνου κατά τους προσεχείς 12 μήνες αποτυπώνεται στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

ζ)

η αντικατάσταση ή η προσαρμογή της τεχνικής μείωσης του κινδύνου δεν θα ήταν αντίθετη προς τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις αναφερόμενες στο άρθρο 23 παράγραφος 5 μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης·

η)

η αρχική συμβατική διάρκεια δεν είναι μικρότερη του ενός μηνός, στις περιπτώσεις μεταβίβασης κινδύνων από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μέσω της αγοράς ή της έκδοσης χρηματοπιστωτικών μέσων·

θ)

η αρχική συμβατική διάρκεια δεν είναι μικρότερη των τριών μηνών, στις περιπτώσεις μεταβίβασης ασφαλιστικών κινδύνων από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μέσω της χρήσης αντασφαλιστικών συμβάσεων ή φορέων ειδικού σκοπού.»·

53)

στο άρθρο 210, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:

«5.   Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση συνδυάζει διάφορες συμβατικές ρυθμίσεις για τη μεταβίβαση κινδύνου, έκαστη συμβατική ρύθμιση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 4, και οι συμβατικές ρυθμίσεις συνδυαστικά πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.»·

54)

το άρθρο 211 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας η οποία δεν είναι εγκατεστημένη σε χώρα της οποίας το καθεστώς φερεγγυότητας θεωρείται ισοδύναμο ή προσωρινά ισοδύναμο, σύμφωνα με το άρθρο 172 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, που έχει καταταχθεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή ανώτερη, σύμφωνα με το κεφάλαιο I τμήμα 2 του παρόντος τίτλου.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν ένας αντισυμβαλλόμενος αντασφαλιστικής σύμβασης είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που παύει να συμμορφώνεται με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας μετά τη σύναψη της αντασφαλιστικής σύμβασης, η προστασία την οποία παρέχει η τεχνική μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου μπορεί να αναγνωρίζεται μερικώς, για μια περίοδο έξι μηνών το πολύ από την παύση της συμμόρφωσης του αντισυμβαλλομένου με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα της τεχνικής μείωσης του κινδύνου μειώνεται κατά το ποσοστό κατά το οποίο παραβιάζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας. Μόλις έχει αποκατασταθεί η συμμόρφωση του αντισυμβαλλομένου προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, το αποτέλεσμα της τεχνικής μείωσης του κινδύνου παύει να θεωρείται μειωμένο. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεν αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας εντός αυτής της εξάμηνης περιόδου, το αποτέλεσμα της τεχνικής μείωσης του κινδύνου παύει να αναγνωρίζεται. Εάν, πριν από τη λήξη της εξάμηνης περιόδου, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αντιληφθεί ότι δεν είναι πιθανό να καταφέρει ο αντισυμβαλλόμενος να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας εντός της συγκεκριμένης περιόδου, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παύει να αναγνωρίζει το αποτέλεσμα της τεχνικής μείωσης του κινδύνου στη βασική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.»·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν ένας αντισυμβαλλόμενος αντασφαλιστικής σύμβασης είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που παύει να συμμορφώνεται με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις μετά τη σύναψη της αντασφαλιστικής σύμβασης, το αποτέλεσμα της τεχνικής μείωσης του κινδύνου παύει να αναγνωρίζεται στη βασική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.»·

55)

στο άρθρο 212, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κατά τη μεταβίβαση κινδύνου από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για να ληφθεί υπόψη η τεχνική μείωσης του κινδύνου στις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, σε άλλες περιπτώσεις εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 211 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των μεταβιβάσεων μέσω της αγοράς ή της έκδοσης χρηματοπιστωτικών μέσων, πρέπει να πληρούνται τα ποιοτικά κριτήρια που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5, επιπλέον των ποιοτικών κριτηρίων που καθορίζονται στα άρθρα 209 και 210.»·

56)

στο άρθρο 213, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Σε περίπτωση που δεν πληρούνται τα ποιοτικά κριτήρια του άρθρου 211 παράγραφος 1 ή του άρθρου 212 παράγραφος 4 ή 5, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τις τεχνικές μείωσης του κινδύνου κατά τον υπολογισμό των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όταν πληρούται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η τεχνική μείωσης του κινδύνου πληροί τα ποιοτικά κριτήρια που καθορίζονται στα άρθρα 209, 210 και στο άρθρο 212 παράγραφοι 2 και 3, και υπάρχουν συμβάσεις χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 214·

β)

η τεχνική μείωσης του κινδύνου συνοδεύεται από άλλη τεχνική μείωσης του κινδύνου, η οποία, σε συνδυασμό με την πρώτη τεχνική, ανταποκρίνεται στα ποιοτικά κριτήρια που καθορίζονται στα άρθρα 209, 210 και στο άρθρο 212 παράγραφοι 2 και 3, τα δε αντισυμβαλλόμενα μέρη αυτής της άλλης τεχνικής πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 211 παράγραφος 1 και στο άρθρο 212 παράγραφοι 4 και 5.»·

57)

το άρθρο 218 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

στο στοιχείο α), το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii)

τον συντελεστή προσαρμογής για τη μη αναλογική αντασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 117 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση υπερβολικών ζημιών ή αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση περιορισμού ζημίας γι' αυτό το τμήμα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·»·

ii)

στο στοιχείο γ), το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii)

τον συντελεστή προσαρμογής για τη μη αναλογική αντασφάλιση που αναφέρεται στο άρθρο 148 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση υπερβολικών ζημιών ή αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση περιορισμού ζημίας γι' αυτό το τμήμα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·»·

β)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μια σύμβαση αντασφάλισης υπερβολικών ζημιών ή μια σύμβαση αντασφάλισης περιορισμού ζημίας για ένα τμήμα θεωρείται αναγνωρίσιμη, εφόσον πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:»

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

όταν πρόκειται για αντασφαλιστική σύμβαση υπερβολικών ζημιών, παρέχει πλήρη αποζημίωση, μέχρις ενός συγκεκριμένου ορίου ή απεριόριστα, για ζημίες της εκχωρούσας επιχείρησης, που σχετίζονται είτε με μεμονωμένες απαιτήσεις από ασφαλίσεις είτε με το σύνολο των ασφαλιστικών απαιτήσεων στο πλαίσιο της ίδιας ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τη διάρκεια καθορισμένης χρονικής περιόδου, και που είναι μεγαλύτερες από μια προσδιορισμένη παρακράτηση·»·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα)

όταν πρόκειται για αντασφαλιστική σύμβαση περιορισμού ζημίας, παρέχει πλήρη αποζημίωση, συγκεκριμένου ορίου ή απεριόριστα, για αθροιστικές ζημίες της εκχωρούσας επιχείρησης, που σχετίζονται με το σύνολο των ασφαλιστικών απαιτήσεων στο τμήμα ή με ομοιογενείς ομάδες κινδύνου εντός του εν λόγω τμήματος, κατά τη διάρκεια καθορισμένης χρονικής περιόδου, και που είναι μεγαλύτερες από μια προσδιορισμένη παρακράτηση·»·

γ)

στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “αντασφαλιστική σύμβαση υπερβολικών ζημιών” νοούνται επίσης οι συμφωνίες με φορείς ειδικού σκοπού, που παρέχουν μεταβίβαση κινδύνου ισοδύναμη με εκείνη που προβλέπουν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις υπερβολικών ζημιών, και ως “αντασφαλιστική σύμβαση περιορισμού ζημίας” νοούνται επίσης οι συμφωνίες με φορείς ειδικού σκοπού, που παρέχουν μεταβίβαση κινδύνου ισοδύναμη με εκείνη που προβλέπουν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις περιορισμού ζημίας.»·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει συνάψει διάφορες αντασφαλιστικές συμβάσεις υπερβολικών ζημιών, ή διάφορες αντασφαλιστικές συμβάσεις περιορισμού ζημίας, οι οποίες πληρούν μεμονωμένα την απαίτηση που καθορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ), και σε συνδυασμό μεταξύ τους πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α), β) και γ) της εν λόγω παραγράφου, ο συνδυασμός τους θεωρείται ως μία αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση υπερβολικών ζημιών ή, κατά περίπτωση, μία αντασφαλιστική σύμβαση περιορισμού ζημίας.»·

58)

στο άρθρο 220 παράγραφος 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

όταν υπάρχει αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση υπερβολικών ζημιών, τη μέθοδο της μη αναλογικής αντασφάλισης 1, ή όταν υπάρχει αναγνωρίσιμη αντασφαλιστική σύμβαση περιορισμού ζημίας, τη μέθοδο της μη αναλογικής αντασφάλισης 2 για τις ειδικές παραμέτρους για κάθε επιχείρηση, αντικαθιστώντας τις τυποποιημένες παραμέτρους που αναφέρονται στο άρθρο 218 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο iii) και στοιχείο γ) σημείο iii)·»·

59)

στο άρθρο 260 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο η):

«η)

Αναβαλλόμενοι φόροι:

i)

ενέργειες σχετικά με τις μεθόδους και τις παραδοχές που επιλέγει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τον προσδιορισμό του ποσού και της ανακτησιμότητας της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων·

ii)

συμμετοχή των σχετικών βασικών λειτουργιών στην επιλογή και την αξιολόγηση των μεθόδων και των παραδοχών για τον προσδιορισμό του ποσού και της ανακτησιμότητας της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων, τον τρόπο αναφοράς του αποτελέσματος της εν λόγω αξιολόγησης στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των υποκείμενων παραδοχών που εφαρμόζονται για την προβολή του μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, για τους σκοπούς των άρθρων 15 και 207, καθώς και επεξήγηση τυχόν προβληματισμών σε σχέση με τις εν λόγω παραδοχές, η οποία παρέχεται στην κάθε περίπτωση είτε από την αναλογιστική λειτουργία είτε από τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων·

iii)

τους κινδύνους στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένη η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές μελλοντικές μεταβολές στο προφίλ κινδύνου της, λόγω της επιχειρηματικής στρατηγικής της ή του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών κινδύνων και των πιθανών μεταβολών στην ικανότητα απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων της επιχείρησης. Η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει τη συνολική εξάρτηση της κατάστασης φερεγγυότητας και της χρηματοοικονομικής κατάστασης από τους αναβαλλόμενους φόρους και τη συνέπειά της με την πολιτική διαχείρισης κινδύνων.»·

60)

το άρθρο 297 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο θ):

«θ)

πληροφορίες σχετικά με τους αναβαλλόμενους φόρους στις οποίες περιλαμβάνονται κατ' ελάχιστον όλα τα εξής:

i)

περιγραφή του υπολογισθέντος ποσού των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, χωρίς αξιολόγηση της πιθανής χρήσης τους, και σε ποιον βαθμό έχουν αναγνωριστεί οι εν λόγω αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις·

ii)

για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που έχουν αναγνωριστεί, περιγραφή των απαιτήσεων που είναι πιθανό να χρησιμοποιηθούν σε συνάρτηση με πιθανό μελλοντικό φορολογητέο κέρδος και σε συνάρτηση με το δικαίωμα ανάκτησης αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων σχετιζόμενων με φόρους εισοδήματος που έχουν επιβληθεί από την ίδια φορολογική αρχή·

iii)

όσον αφορά τις καθαρές αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, που υπολογίζονται ως η διαφορά μεταξύ του ποσού των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που έχουν αναγνωριστεί και του ποσού των αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων, όλες τις κατωτέρω πληροφορίες:

επιβεβαίωση ότι οι εν λόγω καθαρές αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις είναι διαθέσιμες ως στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται ως στοιχεία της κατηγορίας 3, σύμφωνα με το άρθρο 76 στοιχείο α) σημείο iii)·

περιγραφή του ποσού των εν λόγω καθαρών αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που αναγνωρίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια, με εφαρμογή των ορίων επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο άρθρο 82·

όταν το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων είναι σημαντικό, περιγραφή των υποκείμενων παραδοχών που χρησιμοποιούνται για την προβολή του πιθανού μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, για τους σκοπούς του άρθρου 15.»·

β)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο θ):

«θ)

πληροφορίες σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων, στις οποίες περιλαμβάνονται κατ' ελάχιστον όλα τα εξής:

i)

το ποσό κατά το οποίο προσαρμόστηκε η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας για να ληφθεί υπόψη η ικανότητα απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων, και περιγραφή των αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων, της μεταφοράς σε προηγούμενες χρήσεις και του πιθανού μελλοντικού φορολογητέου κέρδους που χρησιμοποιείται για την απόδειξη της πιθανής χρήσης·

ii)

όταν το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων είναι σημαντικό, περιγραφή των υποκείμενων παραδοχών που χρησιμοποιούνται για την προβολή του πιθανού μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, για τους σκοπούς του άρθρου 207.»·

61)

το άρθρο 311 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«δ)

πληροφορίες σχετικά με τους αναβαλλόμενους φόρους στις οποίες περιλαμβάνονται κατ' ελάχιστον όλα τα εξής:

i)

περιγραφή του υπολογισθέντος ποσού των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, χωρίς αξιολόγηση της πιθανής χρήσης τους, και σε ποιον βαθμό έχουν αναγνωριστεί οι εν λόγω αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις·

ii)

για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που έχουν αναγνωριστεί, περιγραφή των ποσών για τα οποία αναγνωρίζεται ότι είναι πιθανό να χρησιμοποιηθούν σε συνάρτηση με πιθανό μελλοντικό φορολογητέο κέρδος και σε συνάρτηση με το δικαίωμα ανάκτησης αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων σχετιζόμενων με φόρους εισοδήματος που έχουν επιβληθεί από την ίδια φορολογική αρχή·

iii)

αναλυτική περιγραφή των υποκείμενων παραδοχών που χρησιμοποιούνται για την προβολή του πιθανού μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, για τους σκοπούς του άρθρου 15·

iv)

ανάλυση της ευαισθησίας των καθαρών αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων σε αλλαγές στις υποκείμενες παραδοχές που αναφέρονται στο σημείο iii).»·

β)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«δ)

για το μελλοντικό κέρδος που προβλέπεται για τον σκοπό της ικανότητας απορρόφησης ζημιών των αναβαλλόμενων φόρων, σύμφωνα με το άρθρο 207:

i)

περιγραφή, συνοδευόμενη από το σχετικό ποσό, κάθε μίας από τις συνιστώσες που χρησιμοποιούνται για την απόδειξη θετικής τιμής αύξησης στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις·

ii)

αναλυτική περιγραφή των υποκείμενων παραδοχών που χρησιμοποιούνται για την προβολή του πιθανού μελλοντικού φορολογητέου κέρδους, για τους σκοπούς του άρθρου 207·

iii)

ανάλυση της ευαισθησίας της αξίας της προσαρμογής σε αλλαγές στις υποκείμενες παραδοχές που αναφέρονται στο σημείο ii).»·

62)

στο άρθρο 326 παράγραφος 4, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

οι εν λόγω πληρωμές δεν αφορούν τις δαπάνες που εξαιρούνται από τη συνολική μέγιστη έκθεση σε κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 44).»·

63)

το άρθρο 335 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

το αναλογικό μερίδιο των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων που υπολογίζεται σύμφωνα με τους σχετικούς τομεακούς κανόνες, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, σε σχέση με συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που είναι πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, και μη ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που ασκούν χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, μαζί με το αναλογικό μερίδιο των ρυθμιστικών ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 17 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, σε σχέση με συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις που είναι ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών·»·

β)

το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού, τα στοιχεία όλων των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών, των επιχειρήσεων συλλογικών επενδύσεων και των συσκευασμένων επενδύσεων σε ταμεία, εκτός αυτών που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) της παρούσας παραγράφου.»·

64)

το άρθρο 336 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

μιας κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που υπολογίζεται στη βάση ενοποιημένων δεδομένων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 335 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), δεδομένων επιχειρήσεων συλλογικών επενδύσεων και συσκευασμένων επενδύσεων σε ταμεία που είναι θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στον τίτλο I κεφάλαιο VI τμήμα 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·»·

β)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

για τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 335 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του παρόντος κανονισμού, εκτός των επιχειρήσεων που καλύπτονται από το στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, του ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13, τα άρθρα 168 έως 171α, τα άρθρα 182 έως 187 και το άρθρο 188 του παρόντος κανονισμού·»·

γ)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε)

για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή τις συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία, που αναφέρονται στο άρθρο 335 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του παρόντος κανονισμού, που δεν είναι θυγατρικές της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και στις οποίες εφαρμόζεται σε μεμονωμένη βάση το άρθρο 84 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, του ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με τον τίτλο I κεφάλαιο V και το άρθρο 84 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.»·

65)

το άρθρο 337 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 337

Μέθοδος 1: καθορισμός του τοπικού νομίσματος για τους σκοπούς του υπολογισμού του συναλλαγματικού κινδύνου

1.   Όταν οι ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου υπολογίζονται, εν όλω ή εν μέρει, με βάση τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, το τοπικό νόμισμα που αναφέρεται στο άρθρο 188 παράγραφος 1 είναι το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν σημαντικό ποσό των ενοποιημένων τεχνικών προβλέψεων ή των ιδίων κεφαλαίων του ενοποιημένου ομίλου είναι εκφρασμένο σε άλλο νόμισμα από το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών, το εν λόγω νόμισμα μπορεί να θεωρείται ως το τοπικό νόμισμα που αναφέρεται στο άρθρο 188 παράγραφος 1.»·

66)

το παράρτημα II αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού·

67)

το παράρτημα III τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα II του παρόντος κανονισμού·

68)

το παράρτημα V αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος III του παρόντος κανονισμού·

69)

το παράρτημα VI τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού·

70)

το παράρτημα VII τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα V του παρόντος κανονισμού·

71)

το παράρτημα VIII αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος VI του παρόντος κανονισμού·

72)

το παράρτημα IX τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα VII του παρόντος κανονισμού·

73)

το παράρτημα X τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα VIII του παρόντος κανονισμού·

74)

το παράρτημα XIV αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος IX του παρόντος κανονισμού·

75)

το παράρτημα XVI τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα X του παρόντος κανονισμού·

76)

το παράρτημα XVII τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα XI του παρόντος κανονισμού·

77)

το παράρτημα XXI τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα XII του παρόντος κανονισμού·

78)

το παράρτημα XXII τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα XIII του παρόντος κανονισμού·

79)

το παράρτημα XXIII τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα XIV του παρόντος κανονισμού·

80)

το παράρτημα XXIV τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα XV του παρόντος κανονισμού·

81)

το παράρτημα XXV τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα XVI του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα σημεία 50), 59) έως 61), 66) και 74) του άρθρου 1 εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2020.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 8 Μαρτίου 2019.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1.

(2)  COM(2018) 439 final.

(3)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 12 της 17.1.2015, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΤΜΗΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΕΣ ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΕΝΟΤΗΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΥ ΖΗΜΙΩΝ

 

Τμήμα

Κατηγορίες δραστηριοτήτων, όπως ορίζονται στο παράρτημα I, από τις οποίες αποτελείται το τμήμα

Τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ακαθάριστων ασφαλίστρων του τμήματος

Τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο αποθέματος του τμήματος

1

Ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτου περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

4 και 16

10 %

9 %

2

Ασφάλιση άλλων οχημάτων περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

5 και 17

8 %

8 %

3

Ασφάλιση θαλάσσιων, εναέριων και άλλων μεταφορών περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

6 και 18

15 %

11 %

4

Ασφάλιση πυρός και λοιπών υλικών ζημιών περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

7 και 19

8 %

10 %

5

Ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

8 και 20

14 %

11 %

6

Ασφάλιση πιστώσεων και εγγυήσεων περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

9 και 21

19 %

17,2 %

7

Ασφάλιση νομικής προστασίας περιλαμβανομένης της αναλογικής αντασφάλισης

10 και 22

8,3 %

5,5 %

8

Ασφάλιση και αναλογική αντασφάλιση παροχής βοήθειας

11 και 23

6,4 %

22 %

9

Ασφάλιση και αναλογική αντασφάλιση διαφόρων χρηματικών απωλειών

12 και 24

13 %

20 %

10

Μη αναλογική αντασφάλιση ατυχημάτων

26

17 %

20 %

11

Μη αναλογική αντασφάλιση θαλάσσιων, εναέριων και άλλων μεταφορών

27

17 %

20 %

12

Μη αναλογική αντασφάλιση περιουσιακών στοιχείων

28

17 %

20 %

»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Το σημείο 8 του παραρτήματος III τροποποιείται ως εξής:

1)

Η φράση «Puerto Rico» διαγράφεται από τον κατάλογο των εδαφών από τα οποία αποτελείται η περιοχή 16 (Νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής)·

2)

στον κατάλογο των εδαφών από τα οποία αποτελείται η περιοχή 16 (Νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής), η λέξη «Georgia» αντικαθίσταται από τη φράση «Georgia (ΗΠΑ)».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΕΝΟΤΗΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΘΥΕΛΛΗΣ

Περιοχές και συντελεστές κινδύνου θυέλλης

Συντομογραφία της περιοχής r

Περιοχή r

Συντελεστής κινδύνου θυέλλης Q(windstorm,r)

AT

Δημοκρατία της Αυστρίας

0,06 %

BE

Βασίλειο του Βελγίου

0,16 %

CZ

Τσεχική Δημοκρατία

0,04 %

CH

Ελβετική Συνομοσπονδία· Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν

0,09 %

DK

Βασίλειο της Δανίας

0,25 %

FI

Δημοκρατία της Φινλανδίας

0,04 %

FR

Γαλλική Δημοκρατία (1)· Πριγκιπάτο του Μονακό· Πριγκιπάτο της Ανδόρας

0,12 %

DE

Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

0,07 %

HU

Δημοκρατία της Ουγγαρίας

0,02 %

IS

Δημοκρατία της Ισλανδίας

0,03 %

IE

Ιρλανδία

0,22 %

LU

Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου

0,12 %

NL

Βασίλειο των Κάτω Χωρών

0,18 %

NO

Βασίλειο της Νορβηγίας

0,08 %

PL

Δημοκρατία της Πολωνίας

0,04 %

SI

Δημοκρατία της Σλοβενίας

0,04 %

ES

Βασίλειο της Ισπανίας

0,01 %

SE

Βασίλειο της Σουηδίας

0,085 %

UK

Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας

0,17 %

GU

Γουαδελούπη

2,74 %

MA

Μαρτινίκα

3,19 %

SM

Κοινότητα του Αγίου Μαρτίνου

5,16 %

RE

Ρεϋνιόν

2,50 %

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΘΥΕΛΛΗΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

 

AT

BE

CH

CZ

DE

DK

ES

FI

FR

UK

HU

IE

IS

LU

NL

NO

PL

SE

SI

GU

MA

SM

RE

AT

1,00

0,25

0,50

0,25

0,25

0,00

0,00

0,00

0,25

0,00

0,50

0,00

0,00

0,25

0,25

0,00

0,00

0,00

0,50

0,00

0,00

0,00

0,00

BE

0,25

1,00

0,25

0,25

0,50

0,25

0,00

0,00

0,50

0,50

0,00

0,25

0,00

0,75

0,75

0,00

0,25

0,00

0,00

0,00

0,00

0,00

0,00

CH

0,50

0,25

1,00

0,25

0,25

0,00

0,25

0,00

0,50

0,00

0,25

0,00