EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019R0360

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/360 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2018, που συμπληρώνει τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα τέλη που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

C/2018/8333

OJ L 81, 22.3.2019, p. 58–68 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2019/360/oj

22.3.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 81/58


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/360 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Δεκεμβρίου 2018

που συμπληρώνει τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα τέλη που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, περί διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 62 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) προβλέπει ότι τα έσοδα της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) συνίστανται σε τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην ΕΑΚΑΑ στις περιπτώσεις που ορίζονται στη νομοθεσία της Ένωσης, καθώς και σε εισφορές των εθνικών δημόσιων αρχών και επιχορήγηση από την Ένωση.

(2)

Θα πρέπει να χρεώνεται τέλος καταχώρισης στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, με βάση τις δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τη διεκπεραίωση της αίτησης καταχώρισης.

(3)

Οι δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τη διεκπεραίωση της αίτησης καταχώρισης θα είναι υψηλότερες όταν το αρχείο καταγραφής συναλλαγών παρέχει επικουρικές υπηρεσίες. Η παροχή των εν λόγω επικουρικών υπηρεσιών αποτελεί δείκτη για υψηλό προσδοκώμενο κύκλο εργασιών και για αυξημένες δαπάνες που συνδέονται με την αξιολόγηση της αίτησης καταχώρισης. Ως εκ τούτου, για τον σκοπό της επιβολής τελών καταχώρισης, τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει να ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες όσον αφορά τον προσδοκώμενο συνολικό κύκλο εργασιών τους –υψηλότερο και χαμηλότερο προσδοκώμενο κύκλο εργασιών– με βάση τον οποίο θα πρέπει να ισχύουν διαφορετικά τέλη καταχώρισης, αναλόγως του αν σκοπεύουν να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες.

(4)

Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών, που έχει ήδη καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), υποβάλλει αίτηση για επέκταση της καταχώρισης, οι δαπάνες που απαιτούνται για την επακριβή αξιολόγηση και εξέταση της αίτησης θα είναι χαμηλότερες σε σχέση με την περίπτωση των νέων καταχωρίσεων, δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ διαθέτει ήδη σχετικές πληροφορίες για το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει την αίτηση. Επομένως, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει αίτηση θα πρέπει να καταβάλει μειωμένο τέλος. Σε περίπτωση που ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών, που δεν έχει ήδη καταχωριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, υποβάλλει ταυτοχρόνως αιτήσεις για καταχώριση τόσο βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσο και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, οι δαπάνες που απαιτούνται για την επακριβή αξιολόγηση και εξέταση των αιτήσεων θα είναι επίσης χαμηλότερες, λόγω των συνεργειών της επανεξέτασης του ίδιου είδους εγγράφων μόνο μία φορά. Στην περίπτωση ταυτόχρονων αιτήσεων, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει να καταβάλλει το πλήρες τέλος καταχώρισης που οφείλεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και το μειωμένο τέλος επέκτασης της καταχώρισης που οφείλεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365.

(5)

Εάν, μετά την καταχώρισή του, ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών αρχίζει να προσφέρει επικουρικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να εμπίπτει πλέον σε υψηλότερη κατηγορία από πλευράς προσδοκώμενου συνολικού κύκλου εργασιών, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει να καταβάλλει το υπόλοιπο της διαφοράς μεταξύ του αρχικού τέλους καταχώρισης και του τέλους καταχώρισης που αντιστοιχεί στην κατηγορία του υψηλότερου προσδοκώμενου κύκλου εργασιών. Αντίθετα, όταν το αρχείο καταγραφής συναλλαγών παύει να προσφέρει επικουρικές υπηρεσίες μετά την καταχώρισή του, δεν θα πρέπει να αποζημιώνεται από την ΕΑΚΑΑ, δεδομένου ότι οι δαπάνες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της αίτησης αρχείου καταγραφής συναλλαγών με υψηλό κύκλο εργασιών έχουν πράγματι καταβληθεί κατά την καταχώριση.

(6)

Για να αποθαρρύνεται η υποβολή αβάσιμων αιτήσεων, τα τέλη καταχώρισης δεν θα πρέπει να επιστρέφονται σε περίπτωση απόσυρσης της αίτησης από τον αιτούντα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας καταχώρισης, ούτε και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης καταχώρισης.

(7)

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική χρήση του προϋπολογισμού της ΕΑΚΑΑ και, παράλληλα, να μειωθεί η οικονομική επιβάρυνση των κρατών μελών και της Ένωσης, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών καταβάλλουν τουλάχιστον το σύνολο των δαπανών που σχετίζονται με την εποπτεία τους. Τα τέλη εποπτείας θα πρέπει να καθορίζονται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αποφεύγεται σημαντική συσσώρευση ελλείμματος ή πλεονάσματος όσον αφορά δραστηριότητες σχετικές με τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Εάν προκύψουν ελλείμματα, η ΕΑΚΑΑ δεν θα πρέπει να ανακτά το έλλειμμα από τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Σε περίπτωση που το έλλειμμα είναι σημαντικό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αναλύσει τους λόγους και να τροποποιήσει τις προσωρινές δαπάνες εποπτείας για την επόμενη περίοδο προϋπολογισμού. Όσον αφορά τα πλεονάσματα, τα πλεονάσματα των τελών δεν θα πρέπει να ανακτώνται από τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών.

(8)

Για να διασφαλίζεται δίκαιη και σαφής κατανομή των τελών, η οποία, παράλληλα, να αντανακλά την πραγματική διοικητική προσπάθεια που αφιερώνεται σε κάθε εποπτευόμενη οντότητα, το τέλος εποπτείας θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει του κύκλου εργασιών που προκύπτει από τις βασικές δραστηριότητες και τις επικουρικές υπηρεσίες ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Για τον υπολογισμό του ισχύοντος κύκλου εργασιών, είναι αναγκαίο να γίνει διάκριση μεταξύ των επικουρικών υπηρεσιών που συνδέονται άμεσα με την παροχή των βασικών υπηρεσιών κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων (ΣΧΤ), βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, όπως ο δανεισμός φορέων και η διαχείριση ασφαλειών ή των υπηρεσιών που σχετίζονται με την κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ και τα παράγωγά, όπως αντιστοίχιση συναλλαγών, επιβεβαίωση συναλλαγών, αποτίμηση των ασφαλειών και υποβολή αναφορών τρίτων μερών. Τα τέλη εποπτείας που επιβάλλονται σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει να είναι ανάλογα της δραστηριότητας του συγκεκριμένου αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σε σύγκριση με τη συνολική δραστηριότητα όλων των καταχωρισμένων και εποπτευόμενων αρχείων καταγραφής συναλλαγών εντός του εκάστοτε έτους. Ωστόσο, δεδομένου ότι η εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών συνεπάγεται ορισμένες πάγιες διοικητικές δαπάνες, θα πρέπει να προβλέπεται ελάχιστο ετήσιο τέλος εποπτείας. Το ποσό αυτό δεν επηρεάζεται από την καταβολή των τελών εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(9)

Θα πρέπει να προβλέπονται κανόνες σχετικά με τα τέλη που επιβάλλονται στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών τα οποία υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης στην Ένωση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365, προκειμένου να καλύπτονται οι δαπάνες αναγνώρισης και οι ετήσιες διοικητικές δαπάνες εποπτείας. Εν προκειμένω, το τέλος αναγνώρισης θα πρέπει να περιλαμβάνει δύο συνιστώσες, τις αναγκαίες δαπάνες για την επεξεργασία της αίτησης για την αναγνώριση τέτοιων αρχείων καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού, και τις αναγκαίες δαπάνες που σχετίζονται με τη σύναψη συμφωνιών συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας στην οποία είναι καταχωρισμένο το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 20 του εν λόγω κανονισμού. Οι δαπάνες που συνδέονται με τη σύναψη συμφωνιών συνεργασίας θα πρέπει να επιμερίζονται μεταξύ των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν αναγνωριστεί και προέρχονται από την ίδια τρίτη χώρα. Επιπλέον, τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών θα πρέπει να επιβαρύνονται με ετήσιο τέλος εποπτείας.

(10)

Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών τρίτης χώρας, που έχει ήδη αναγνωριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, υποβάλλει αίτηση για επέκταση της καταχώρισης της αναγνώρισής του, οι δαπάνες επεξεργασίας της αίτησης αναμένεται να είναι χαμηλότερες από τις δαπάνες επεξεργασίας νέας αίτησης, λόγω συνεργειών μεταξύ των καθεστώτων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365. Συνεπώς, η συνιστώσα του τέλους αναγνώρισης που σχετίζεται με την επεξεργασία της αίτησης θα πρέπει να μειωθεί. Αφετέρου, οι δαπάνες για τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας συνεπάγεται ειδικές δαπάνες για τη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365. Ως εκ τούτου, η συνιστώσα του τέλους αναγνώρισης που αφορά τις συμφωνίες συνεργασίας θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη συμφωνιών συνεργασίας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(11)

Τα εποπτικά καθήκοντα που ασκούνται από την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τα αναγνωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών αφορούν κυρίως την εφαρμογή συμφωνιών συνεργασίας, περιλαμβανομένης της αποτελεσματικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ των σχετικών αρχών. Οι δαπάνες για την παροχή των εν λόγω λειτουργιών θα πρέπει να καλύπτονται από τα ετήσια τέλη εποπτείας που χρεώνονται στα αναγνωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Επειδή οι εν λόγω δαπάνες θα είναι πολύ χαμηλότερες από εκείνες που βαρύνουν την ΕΑΚΑΑ για την άσκηση άμεσης εποπτείας των καταχωρισμένων αρχείων καταγραφής συναλλαγών στην Ένωση, τα τέλη εποπτείας για τα αναγνωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει να είναι σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με το ελάχιστο εποπτικό τέλος το οποίο επιβάλλεται στα καταχωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΑΚΑΑ.

(12)

Οι εθνικές αρμόδιες αρχές βαρύνονται με δαπάνες κατά την εκτέλεση έργων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365, και ως αποτέλεσμα τυχόν ανάθεσης καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ στις εθνικές αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365. Τα τέλη που επιβάλλονται από την ΕΑΚΑΑ στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει επίσης να καλύπτουν τις εν λόγω δαπάνες. Για να μην υφίστανται ζημία ούτε να αποκομίζουν κέρδος οι αρμόδιες αρχές από την άσκηση καθηκόντων που τους ανατίθενται ή από την παροχή συνδρομής στην ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αντισταθμίζει τις πραγματικές δαπάνες που βαρύνουν την εν λόγω αρμόδια εθνική αρχή.

(13)

Επειδή το έτος κατά το οποίο καταχωρίζεται ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών θα είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα δεδομένα για τη δραστηριότητά του, θα πρέπει να υπολογίζεται ένα ενδιάμεσο τέλος εποπτείας, βάσει εκτίμησης των αναγκαίων δαπανών για την εποπτεία του εν λόγω αρχείου καταγραφής συναλλαγών κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του. Για τον ακριβή υπολογισμό του τέλους θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών και η ημερομηνία έναρξης της υποχρέωσης υποβολής αναφορών, που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, ώστε να αντικατοπτρίζεται με ακρίβεια το επίπεδο εποπτείας που απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ. Εάν η υποχρέωση υποβολής κανονιστικών αναφορών από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ξεκινά μόνο κατά το έτος που ακολουθεί την καταχώρισή του, το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας για το έτος καταχώρισης θα πρέπει να βασίζεται στο τέλος καταχώρισης. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι δαπάνες που απαιτούνται για την εποπτεία ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών που δεν έχει καταχωριστεί ακόμη είναι συγκρίσιμες με τις δαπάνες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της αίτησης καταχώρισης. Ανάλογα με τον χρόνο που μεσολαβεί μεταξύ της καταχώρισης και του τέλους του έτους, το ποσό προσαρμόζεται κατ' αναλογία, βάσει της υπόθεσης ότι η τυποποιημένη διαδικασία καταχώρισης απαιτεί 150 εργάσιμες ημέρες. Εάν η υποχρέωση υποβολής κανονιστικών αναφορών από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ξεκινά κατά τους πρώτους έξι μήνες του έτους της καταχώρισής του, το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση τον ισχύοντα κύκλο εργασιών που αντικατοπτρίζει τα έσοδα του αρχείου καταγραφής συναλλαγών για το πρώτο μισό του έτους. Εάν η υποχρέωση υποβολής κανονιστικών αναφορών από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ξεκινά κατά τους τελευταίους έξι μήνες του έτους της καταχώρισής του, το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση το ύψος του τέλους καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν μόνο περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα για την εφαρμογή του ισχύοντος κύκλου εργασιών.

(14)

Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που θα καταχωριστούν το 2019 δεν θα μπορούν να ξεκινήσουν την παροχή υπηρεσιών αναφοράς πριν από το τέλος του 2019, και το επίπεδο της δραστηριότητάς τους για το 2019 θα είναι πιθανότατα μηδενικό. Ως εκ τούτου, το ετήσιο τέλος εποπτείας τους για το 2020 θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει του ισχύοντος κύκλου εργασιών τους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020.

(15)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αποτελεί τη βάση του δικαιώματος της ΕΑΚΑΑ να επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πλήρης ανάκτηση των δαπανών εποπτείας

Τα τέλη που επιβάλλονται στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών καλύπτουν:

α)

όλες τις δαπάνες σχετικά με την καταχώριση και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που προκύπτουν από την αναγνώριση των αρχείων καταγραφής συναλλαγών, καθώς και τις δαπάνες που προκύπτουν από την επέκταση της καταχώρισης ή την επέκταση της αναγνώρισης για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν ήδη καταχωριστεί ή αναγνωριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

β)

όλες τις δαπάνες για την αποζημίωση των αρμόδιων αρχών οι οποίες έχουν εκτελέσει έργο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365, επίσης και ως αποτέλεσμα τυχόν ανάθεσης καθηκόντων, σύμφωνα με το άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

Άρθρο 2

Ισχύων κύκλος εργασιών

1.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 τηρούν μόνον ελεγμένους λογαριασμούς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι οποίοι διακρίνουν ανάμεσα τουλάχιστον στα ακόλουθα:

α)

τα έσοδα που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365·

β)

τα έσοδα που προέρχονται από τις επικουρικές υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα με την κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

Τα σχετικά έσοδα από τις επικουρικές υπηρεσίες του αρχείου καταγραφής συναλλαγών για δεδομένο έτος (n) ισούνται με τα έσοδα από τις υπηρεσίες που προσδιορίζονται στο στοιχείο β).

2.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί τόσο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 όσο και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τηρούν ελεγμένους λογαριασμούς για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι οποίοι διακρίνουν ανάμεσα τουλάχιστον στα ακόλουθα:

α)

τα έσοδα που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365·

β)

τα έσοδα που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων παραγώγων, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

γ)

τα έσοδα που προέρχονται από τις επικουρικές υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα με την κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365·

δ)

τα έσοδα που προέρχονται από τις επικουρικές υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα τόσο με την κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, όσο και με την κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων παραγώγων, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012.

Τα σχετικά έσοδα από τις επικουρικές υπηρεσίες του αρχείου καταγραφής συναλλαγών για δεδομένο έτος (n) ισούνται με το άθροισμα

των εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) και

μέρους των εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο δ).

Το μερίδιο των εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο δ) ισούται με τα έσοδα που αναφέρονται στο στοιχείο α), διαιρούμενα με το άθροισμα

των εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και

των εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο β).

3.   Ο ισχύων κύκλος εργασιών αρχείου καταγραφής συναλλαγών για δεδομένο έτος (n) είναι το άθροισμα

των εσόδων του που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, με βάση τους ελεγμένους λογαριασμούς του προηγούμενου έτους (n – 1), και

των σχετικών εσόδων του από τις επικουρικές υπηρεσίες που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, ανάλογα με την περίπτωση, με βάση τους ελεγμένους λογαριασμούς του προηγούμενου έτους (n – 1),

διαιρούμενο με το άθροισμα

των συνολικών εσόδων από όλα τα καταχωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, με βάση τους ελεγμένους λογαριασμούς του προηγούμενου έτους (n – 1), και

των συνολικών σχετικών εσόδων από τις επικουρικές υπηρεσίες όλων των καταχωρισμένων αρχείων καταγραφής συναλλαγών που προσδιορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, ανάλογα με την περίπτωση, με βάση τους ελεγμένους λογαριασμούς του προηγούμενου έτους (n – 1).

Ο ισχύων κύκλος εργασιών δεδομένου αρχείου καταγραφής συναλλαγών («TRi» στον κατωτέρω τύπο) υπολογίζεται, επομένως, ως εξής:

Formula

όπου έσοδα ΣΧΤ = έσοδα βασικών υπηρεσιών ΣΧΤ + έσοδα σχετικών επικουρικών υπηρεσιών.

4.   Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών δεν έχει λειτουργήσει κατά τη διάρκεια ολόκληρου του προηγούμενου έτους (n – 1), ο ισχύων κύκλος εργασιών για το αρχείο καταγραφής συναλλαγών υπολογίζεται βάσει του τύπου που περιγράφεται στην παράγραφο 3, μέσω παρέκτασης της τιμής που υπολογίζεται για τον αριθμό των μηνών κατά τη διάρκεια των οποίων το αρχείο καταγραφής συναλλαγών λειτούργησε το έτος (n – 1) σε σχέση με το σύνολο του έτους (n – 1).

Άρθρο 3

Προσαρμογή των τελών

Τα τέλη που επιβάλλονται για τις δραστηριότητες της ΕΑΚΑΑ που σχετίζονται με τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών καθορίζονται σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αποφεύγεται σημαντική συσσώρευση ελλείμματος ή πλεονάσματος.

Όταν υπάρχουν επανειλημμένα σημαντικά πλεονάσματα ή ελλείμματα, η Επιτροπή αναθεωρεί το επίπεδο των τελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΤΕΛΗ

Άρθρο 4

Είδη τελών

1.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και τα οποία υποβάλλουν αίτηση καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 χρεώνονται με τα εξής είδη τελών:

α)

τέλη καταχώρισης και επέκτασης της καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 5·

β)

ετήσια τέλη εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 6.

2.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που είναι εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες και τα οποία υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 χρεώνονται με τα εξής είδη τελών:

α)

τέλη αναγνώρισης ή επέκτασης της καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2·

β)

ετήσια τέλη εποπτείας για τα αναγνωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3.

Άρθρο 5

Τέλος καταχώρισης και τέλος επέκτασης της καταχώρισης

1.   Το τέλος καταχώρισης που καταβάλλεται από τα επιμέρους αρχεία καταγραφής συναλλαγών, τα οποία υποβάλλουν αίτηση, αντικατοπτρίζει τις δαπάνες που απαιτούνται για την επακριβή αξιολόγηση και εξέταση της αίτησης καταχώρισης ή επέκτασης της καταχώρισης, λαμβανομένων υπόψη των υπηρεσιών που πρόκειται να παρέχονται από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των επικουρικών υπηρεσιών.

2.   Ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών θεωρείται ότι παρέχει επικουρικές υπηρεσίες εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

παρέχει άμεσα επικουρικές υπηρεσίες·

β)

μια από τις οντότητες που ανήκει στον ίδιο όμιλο με το αρχείο καταγραφής συναλλαγών παρέχει επικουρικές υπηρεσίες·

γ)

όταν μια οντότητα με την οποία το αρχείο καταγραφής συναλλαγών έχει συνάψει ουσιαστική συμφωνία, στο πλαίσιο της αλυσίδας διαπραγμάτευσης ή της μετασυναλλακτικής αλυσίδας ή του τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας, για συνεργασία στην παροχή υπηρεσιών παρέχει τις επικουρικές υπηρεσίες.

3.   Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών δεν παρέχει τις επικουρικές υπηρεσίες που περιγράφονται στην παράγραφο 2, το εν λόγω αρχείο καταγραφής συναλλαγών θεωρείται ότι έχει χαμηλό προσδοκώμενο συνολικό κύκλο εργασιών και καταβάλλει τέλος καταχώρισης ύψους 65 000 EUR.

4.   Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών παρέχει τις επικουρικές υπηρεσίες που περιγράφονται στην παράγραφο 2, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θεωρείται ότι έχει υψηλό προσδοκώμενο συνολικό κύκλο εργασιών και καταβάλλει τέλος καταχώρισης ύψους 100 000 EUR.

5.   Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών υποβάλλει αίτηση καταχώρισης και έχει ήδη καταχωριστεί βάσει του τίτλου VI κεφάλαιο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών καταβάλλει για την επέκταση της καταχώρισης τέλος ύψους:

α)

50 000 EUR για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 2·

β)

32 500 EUR για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών με χαμηλό προσδοκώμενο κύκλο εργασιών που δεν παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 2.

6.   Όταν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών που δεν έχει ήδη καταχωριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 υποβάλλει ταυτόχρονα αιτήσεις καταχώρισης τόσο βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσο και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών καταβάλλει το πλήρες τέλος καταχώρισης που οφείλεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, και το τέλος επέκτασης της καταχώρισης σύμφωνα με την παράγραφο 5.

7.   Σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής στις προϋποθέσεις καταχώρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, ως αποτέλεσμα της οποίας το αρχείο καταγραφής συναλλαγών οφείλει υψηλότερο τέλος καταχώρισης σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5 σε σχέση με το αρχικά καταβληθέν, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ του αρχικά καταβληθέντος τέλους καταχώρισης και του υψηλότερου ισχύοντος τέλους καταχώρισης που προκύπτει ως αποτέλεσμα της συγκεκριμένης ουσιαστικής μεταβολής.

Άρθρο 6

Ετήσιο τέλος εποπτείας για καταχωρισμένα αρχεία καταγραφής συναλλαγών και αρχεία καταγραφής συναλλαγών που επέκτειναν την καταχώρισή τους

1.   Κάθε καταχωρισμένο αρχείο καταγραφής συναλλαγών επιβαρύνεται με ετήσιο τέλος εποπτείας.

2.   Το συνολικό ετήσιο τέλος εποπτείας και το ετήσιο τέλος εποπτείας για δεδομένο αρχείο καταγραφής συναλλαγών για δεδομένο έτος (n) υπολογίζονται ως εξής:

α)

το συνολικό ετήσιο τέλος εποπτείας για δεδομένο έτος (n) είναι η εκτίμηση των δαπανών που σχετίζονται με την εποπτεία των δραστηριοτήτων των αρχείων καταγραφής συναλλαγών βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, όπως περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό της ΕΑΚΑΑ για το εν λόγω έτος·

β)

το ετήσιο τέλος εποπτείας ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών για δεδομένο έτος (n) ισούται με το συνολικό ετήσιο τέλος εποπτείας που προσδιορίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α), το οποίο κατανέμεται μεταξύ όλων των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί κατά το έτος n – 1, αναλογικά με τον ισχύοντα κύκλο εργασιών τους, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3.

3.   Σε καμία περίπτωση το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει αίτηση καταχώρισης ή επέκτασης της καταχώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, δεν καταβάλλει ετήσιο τέλος εποπτείας χαμηλότερο από 30 000 EUR.

Άρθρο 7

Τέλος για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών

1.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, καταβάλλει τέλος αναγνώρισης το οποίο υπολογίζεται ως άθροισμα των εξής:

α)

20 000 EUR·

β)

του ποσού που προκύπτει από τη διαίρεση των 35 000 EUR διά του συνολικού αριθμού των αρχείων καταγραφής συναλλαγών από την ίδια τρίτη χώρα, τα οποία είτε έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ είτε έχουν υποβάλει αίτηση αναγνώρισης, αλλά δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί.

2.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει αίτηση επέκτασης της καταχώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, καταβάλλει τέλος αναγνώρισης το οποίο υπολογίζεται ως άθροισμα του ποσού των 10 000 EUR και του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β).

3.   Κάθε αρχείο καταγραφής συναλλαγών που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 καταβάλλει ετήσιο τέλος εποπτείας 5 000 EUR.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΌΡΟΙ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Άρθρο 8

Γενικοί όροι πληρωμής

1.   Όλα τα τέλη είναι πληρωτέα σε ευρώ. Καταβάλλονται όπως ορίζεται στα άρθρα 9, 10 και 11.

2.   Οι καθυστερημένες πληρωμές επισύρουν ημερήσια χρηματική ποινή ίση με το 0,1 % του οφειλόμενου ποσού.

Άρθρο 9

Καταβολή των τελών καταχώρισης

1.   Το τέλος καταχώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 5 καταβάλλεται εξολοκλήρου κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης καταχώρισης από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

2.   Δεν προβλέπεται επιστροφή των τελών καταχώρισης σε περίπτωση απόσυρσης της αίτησης καταχώρισης από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών, πριν από την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης από την ΕΑΚΑΑ για καταχώριση ή απόρριψη της αίτησης καταχώρισης, ή σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης καταχώρισης.

Άρθρο 10

Καταβολή των ετήσιων τελών εποπτείας

1.   Το ετήσιο τέλος εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 για ένα δεδομένο έτος καταβάλλεται σε δύο δόσεις.

Η πρώτη δόση είναι πληρωτέα στις 28 Φεβρουαρίου του εν λόγω έτους και ανέρχεται στα πέντε έκτα του εκτιμώμενου ετήσιου τέλους εποπτείας. Εάν ο ισχύων κύκλος εργασιών, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, δεν είναι ακόμη διαθέσιμος κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο υπολογισμός σχετικά με τον κύκλο εργασιών βασίζεται στον τελευταίο διαθέσιμο ισχύοντα κύκλο εργασιών σύμφωνα με το άρθρο 2.

Η δεύτερη δόση είναι πληρωτέα στις 31 Οκτωβρίου. Το ποσό της δεύτερης δόσης ισούται με το ετήσιο τέλος εποπτείας, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 6, μείον το ποσό της πρώτης δόσης.

2.   Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει τα τιμολόγια για τις δόσεις στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την αντίστοιχη ημερομηνία πληρωμής.

Άρθρο 11

Καταβολή τελών για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών

1.   Τα τέλη αναγνώρισης που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 καταβάλλονται εξολοκλήρου κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης αναγνώρισης από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, και δεν επιστρέφονται.

2.   Κάθε φορά που υποβάλλεται νέα αίτηση για αναγνώριση αρχείου καταγραφής συναλλαγών τρίτης χώρας, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, η ΕΑΚΑΑ υπολογίζει εκ νέου το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που χρεώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του ποσού που προκύπτει από τον επανυπολογισμό εξίσου μεταξύ των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν ήδη αναγνωριστεί από την ίδια τρίτη χώρα. Η διαφορά αυτή επιστρέφεται είτε μέσω άμεσης πληρωμής είτε μέσω της μείωσης των τελών που χρεώνονται στο επόμενο οικονομικό έτος.

3.   Το ετήσιο τέλος εποπτείας για αναγνωρισμένο αρχείο καταγραφής συναλλαγών είναι πληρωτέο έως το τέλος Φεβρουαρίου κάθε έτους. Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει τιμολόγιο πληρωμής στο αναγνωρισμένο αρχείο καταγραφής συναλλαγών τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την ημερομηνία αυτή.

Άρθρο 12

Αποζημίωση των αρμόδιων αρχών

1.   Μόνον η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών για σκοπούς καταχώρισης, επέκτασης της καταχώρισης, εποπτείας και αναγνώρισης, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Η ΕΑΚΑΑ αποζημιώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές για τις πραγματικές δαπάνες με τις οποίες βαρύνονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται σε αυτές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2365 και ως αποτέλεσμα τυχόν ανάθεσης καθηκόντων, σύμφωνα με το άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13

Υπολογισμός των ενδιάμεσων τελών εποπτείας

1.   Όταν η υποχρέωση υποβολής αναφορών που περιγράφεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού, ξεκινά το έτος που ακολουθεί την καταχώριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών καταβάλλει, κατά το έτος της καταχώρισής του, ενδιάμεσο τέλος εποπτείας που υπολογίζεται σύμφωνα με το μέρος 1 του παραρτήματος.

2.   Όταν η υποχρέωση υποβολής αναφορών που περιγράφεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού, ξεκινά τους έξι πρώτους μήνες του έτους της καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών καταβάλλει, κατά το έτος της καταχώρισής του, ενδιάμεσο τέλος εποπτείας που υπολογίζεται σύμφωνα με το μέρος 2 του παραρτήματος.

3.   Όταν η υποχρέωση υποβολής αναφορών που περιγράφεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού, ξεκινά τους τελευταίους έξι μήνες του έτους της καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών καταβάλλει, κατά το έτος της καταχώρισής του, ενδιάμεσο τέλος εποπτείας που υπολογίζεται σύμφωνα με το μέρος 3 του παραρτήματος.

Άρθρο 14

Καταβολή των τελών καταχώρισης και των τελών για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών το 2019

1.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλουν αίτηση καταχώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, εντός του 2019 καταβάλλουν το τέλος καταχώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 6 εξολοκλήρου εντός 30 ημερών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ή κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισής τους, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

2.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών τα οποία υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, εντός του 2019 καταβάλλουν το τέλος αναγνώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 ή παράγραφος 2, κατά περίπτωση, εξολοκλήρου εντός 30 ημερών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ή κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

3.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών τρίτων χωρών τα οποία αναγνωρίζονται εντός του 2019, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, καταβάλλουν ετήσιο τέλος εποπτείας για το 2019, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3, εξολοκλήρου εντός 60 ημερών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ή εντός 30 ημερών αφότου η ΕΑΚΑΑ ενημερώσει το αρχείο καταγραφής συναλλαγών σχετικά με την απόφαση αναγνώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

Άρθρο 15

Ετήσιο τέλος εποπτείας για το 2020 για αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί ή που έχουν επεκτείνει την καταχώρισή τους εντός του 2019

1.   Το τέλος εποπτείας του αρχείου καταγραφής συναλλαγών για το 2020 ισούται με το συνολικό ετήσιο τέλος εποπτείας που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α), το οποίο κατανέμεται μεταξύ όλων των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί το 2019, αναλογικά με τον ισχύοντα κύκλο εργασιών τους, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Για τον υπολογισμό του ετήσιου τέλους εποπτείας για το 2020, σύμφωνα με το άρθρο 6, για αρχείο καταγραφής συναλλαγών που έχει καταχωριστεί το 2019, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, ο ισχύων κύκλος εργασιών του αρχείου καταγραφής συναλλαγών είναι το άθροισμα

των εσόδων που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την 30ή Ιουνίου 2020 και

των σχετικών εσόδων από τις επικουρικές υπηρεσίες του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την 30ή Ιουνίου 2020

διαιρούμενο με το άθροισμα

των συνολικών εσόδων που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την 30ή Ιουνίου 2020, όλων των καταχωρισμένων αρχείων καταγραφής συναλλαγών και

των σχετικών εσόδων από τις επικουρικές υπηρεσίες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την 30ή Ιουνίου 2020, όλων των καταχωρισμένων αρχείων καταγραφής συναλλαγών.

3.   Το ετήσιο τέλος εποπτείας για το 2020 όσον αφορά τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί εντός του 2019 καταβάλλεται σε δύο δόσεις.

Η πρώτη δόση είναι πληρωτέα στις 28 Φεβρουαρίου 2020 και ανέρχεται στο ποσό του τέλους καταχώρισης που έχει καταβληθεί από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών το 2019 σύμφωνα με το άρθρο 5.

Η δεύτερη δόση είναι πληρωτέα στις 31 Οκτωβρίου 2020. Το ποσό της δεύτερης δόσης ισούται με το ετήσιο τέλος εποπτείας, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1, μείον το ποσό της πρώτης δόσης.

Όταν το ποσό που καταβάλλει το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ως πρώτη δόση είναι υψηλότερο από το ετήσιο τέλος εποπτείας, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στο αρχείο καταγραφής συναλλαγών τη διαφορά μεταξύ του ποσού που έχει καταβληθεί ως πρώτη δόση και του ετήσιου τέλους εποπτείας που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4.   Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει τα τιμολόγια για τις δόσεις του ετήσιου τέλους εποπτείας για το 2020 στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί εντός του 2019 τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την ημερομηνία πληρωμής.

5.   Όταν είναι διαθέσιμοι οι ελεγμένοι λογαριασμοί για το 2020, τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί εντός του 2019 δηλώνουν στην ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε αλλαγή στον ισχύοντα κύκλο εργασιών που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα της διαφοράς μεταξύ των τελικών δεδομένων, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την 30ή Ιουνίου 2020, και των προσωρινών δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών χρεώνονται τη διαφορά μεταξύ του ετήσιου τέλους εποπτείας που έχει όντως καταβληθεί για το 2020, βάσει της παραγράφου 1, και του ετήσιου τέλους εποπτείας που πρέπει να καταβληθεί για το 2020 ως αποτέλεσμα τυχόν αλλαγών στον ισχύοντα κύκλο εργασιών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει τα τιμολόγια για τυχόν επιπλέον πληρωμές, στις οποίες γίνεται αναφορά στο προηγούμενο εδάφιο, τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την αντίστοιχη ημερομηνία πληρωμής.

Άρθρο 16

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2018.

Για την Επιτροπή

O Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΤΕΛΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΕΤΟΥΣ

Μέρος 1

Ενδιάμεσο τέλος εποπτείας για το έτος καταχώρισης ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών, όταν η υποχρέωση υποβολής αναφορών αρχίζει το επόμενο έτος

1.

Το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας του αρχείου καταγραφής συναλλαγών είναι το χαμηλότερο από τα εξής:

α)

το οφειλόμενο τέλος καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού·

β)

το οφειλόμενο τέλος καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού πολλαπλασιαζόμενο με το πηλίκο των εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της καταχώρισής του έως το τέλος του έτους διά 150 εργάσιμες ημέρες.

Ο υπολογισμός αυτός γίνεται ως εξής:

Ενδιάμεσο τέλος εποπτείας του TR = Min (Τέλος καταχώρισης, Τέλος καταχώρισης * Συντελεστής)

Formula

2.

Το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας καταβάλλεται εξολοκλήρου εντός 60 ημερών μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ή εντός 30 ημερών μετά την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.

Μέρος 2

Ενδιάμεσο τέλος εποπτείας για το έτος καταχώρισης ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών, όταν η υποχρέωση υποβολής αναφορών αρχίζει το πρώτο εξάμηνο του ίδιου έτους

1.

Το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας του αρχείου καταγραφής συναλλαγών ισούται με το συνολικό ετήσιο τέλος εποπτείας, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, το οποίο κατανέμεται μεταξύ όλων των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωριστεί κατά το έτος αυτό, αναλογικά με τον ισχύοντα κύκλο εργασιών τους, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.

Για τον υπολογισμό του ενδιάμεσου τέλους εποπτείας, ο ισχύων κύκλος εργασιών του αρχείου καταγραφής συναλλαγών είναι το άθροισμα

των εσόδων που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου έως την 30ή Ιουνίου του έτους κατά το οποίο καταχωρίστηκε το αρχείο καταγραφής συναλλαγών, και

των σχετικών εσόδων από τις επικουρικές υπηρεσίες του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου έως την 30ή Ιουνίου του έτους κατά το οποίο καταχωρίστηκε το αρχείο καταγραφής συναλλαγών

διαιρούμενο με το σύνολο των εσόδων που προέρχονται από τις βασικές λειτουργίες κεντρικής συγκέντρωσης και τήρησης αρχείων σχετικά με τις ΣΧΤ, καθώς και των σχετικών εσόδων από τις επικουρικές υπηρεσίες, όλων των καταχωρισμένων αρχείων καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου έως την 30ή Ιουνίου του εν λόγω έτους.

3.

Το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας καταβάλλεται σε δύο δόσεις.

Η πρώτη δόση είναι πληρωτέα εντός 30 ημερών μετά την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 και ανέρχεται στο ποσό του τέλους καταχώρισης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού.

Η δεύτερη δόση είναι πληρωτέα στις 31 Οκτωβρίου. Το ποσό της δεύτερης δόσης ισούται με το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 1, μείον το ποσό της πρώτης δόσης.

Όταν το ποσό που καταβάλλει το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ως πρώτη δόση είναι υψηλότερο από το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στο αρχείο καταγραφής συναλλαγών τη διαφορά μεταξύ του ποσού που έχει καταβληθεί ως πρώτη δόση και του ενδιάμεσου τέλους εποπτείας που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4.

Όταν είναι διαθέσιμοι οι ελεγμένοι λογαριασμοί για το έτος καταχώρισης, τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών δηλώνουν στην ΕΑΚΑΑ οποιαδήποτε αλλαγή στον ισχύοντα κύκλο εργασιών που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα της διαφοράς μεταξύ των τελικών δεδομένων, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως την 30ή Ιουνίου, και των προσωρινών δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών χρεώνονται τη διαφορά μεταξύ του ετήσιου τέλους εποπτείας που έχει όντως καταβληθεί για το έτος καταχώρισης, σύμφωνα με την παράγραφο 3, και του ετήσιου τέλους εποπτείας που πρέπει να καταβληθεί για το έτος καταχώρισης, ως αποτέλεσμα τυχόν αλλαγών στον ισχύοντα κύκλο εργασιών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

5.

Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 4, το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας δεν είναι χαμηλότερο από 15 000 ευρώ.

Μέρος 3

Ενδιάμεσο τέλος εποπτείας για το έτος καταχώρισης ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών, όταν η υποχρέωση υποβολής αναφορών αρχίζει το τελευταίο εξάμηνο του ίδιου έτους

1.

Το ενδιάμεσο τέλος εποπτείας του αρχείου καταγραφής συναλλαγών ισούται με το συνολικό τέλος εποπτείας, που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, διαιρούμενο μεταξύ όλων των αρχείων καταγραφής συναλλαγών, βάσει της αναλογίας του τέλους καταχώρισης που έχει καταβληθεί στην ΕΑΚΑΑ από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών προς το σύνολο όλων των τελών καταχώρισης που έχουν καταβληθεί στην ΕΑΚΑΑ από τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών κατά το εν λόγω έτος.

2.

Το τέλος που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι πληρωτέο εντός 30 ημερών μετά την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365.

Top