EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019D0023

Απόφαση (ΕΕ) 2019/1376 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 23ης Ιουλίου 2019, σχετικά με την κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΚΤ/2019/23)

OJ L 224, 28.8.2019, p. 1–5 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 26/09/2021

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2019/1376/oj

28.8.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 224/1


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2019/1376 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 23ης Ιουλίου 2019

σχετικά με την κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων που αφορούν τη χορήγηση διαβατηρίου, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΚΤ/2019/23)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 1, στοιχεία α), β), γ) και δ), το άρθρο 4 παράγραφος 3, το άρθρο 6 παράγραφος 4, το άρθρο 14, παράγραφοι 3 και 5, το άρθρο 15 παράγραφος 3 και το άρθρο 17 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την απόφαση (ΕΕ) 2017/933 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με τον καθορισμό γενικού πλαισίου για την κατ' εξουσιοδότηση λήψη αποφάσεων όσον αφορά εποπτικές νομικές πράξεις (ΕΚΤ/2016/40) (2), και ιδίως το άρθρο 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ασκεί σε αποκλειστική βάση το καθήκον της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων με σκοπό τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής των εποπτικών προτύπων, την ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, η ΕΚΤ είναι αποκλειστικά αρμόδια για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, η ΕΚΤ είναι αποκλειστικά αρμόδια για την αξιολόγηση των γνωστοποιήσεων που προβλέπονται σε περιπτώσεις απόκτησης και διάθεσης ειδικών συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, πλην των περιπτώσεων εξυγίανσης τραπεζών.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε συμμετέχον κράτος μέλος και επιθυμούν να ιδρύσουν υποκατάστημα ή να παράσχουν διασυνοριακές υπηρεσίες σε μη συμμετέχον κράτος μέλος η ΕΚΤ είναι αποκλειστικά αρμόδια να εκτελεί, για σκοπούς προληπτικής εποπτείας, τα καθήκοντα που ανατίθενται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και με το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/17) (3), κάθε σημαντική εποπτευόμενη οντότητα που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα στην επικράτεια άλλου συμμετέχοντος κράτους μέλους υποχρεούται να κοινοποιεί τη σχετική πρόθεσή της στην εθνική αρμόδια αρχή του συμμετέχοντος κράτους μέλους στο οποίο έχει την κεντρική της διοίκηση. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17), εάν εντός δύο μηνών από την περιέλευση της ως άνω κοινοποίησης στην ΕΚΤ αυτή δεν λάβει απόφαση περί του αντιθέτου, το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του.

(5)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1, στοιχεία β) και δ), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), η ΕΚΤ είναι αποκλειστικά αρμόδια να ασκεί το καθήκον που η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής υπέχει βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας να παρέχει συγκατάθεση σε σχέση με τη δήλωση (σημαντικού) πιστωτικού ιδρύματος περί αποδοχής της ευθύνης του εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει θυγατρικό του χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το οποίο προτίθεται να ασκήσει δραστηριότητες του καταλόγου του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε συμμετέχον κράτος μέλος ή σε άλλο κράτος μέλος, είτε μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος είτε μέσω της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών.

(6)

Ως αρμόδια αρχή, η ΕΚΤ καλείται κάθε χρόνο να εκδώσει σημαντικό αριθμό αποφάσεων διαβατηρίου, απόκτησης ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος. Προς διευκόλυνση της διαδικασίας λήψης των εν λόγω αποφάσεων, η οποία λαμβάνει χώρα τακτικά και συνεπάγεται περιορισμένο βαθμό άσκησης διακριτικής ευχέρειας, καθίσταται αναγκαία η έκδοση εξουσιοδοτικής απόφασης της ΕΚΤ. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει την αναγκαιότητα της εξουσιοδότησης ως μέσου που επιτρέπει σε όργανα τα οποία καλούνται να εκδίδουν σημαντικό αριθμό αποφάσεων να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους. Ομοίως, έχει αναγνωρίσει την ανάγκη να εξασφαλίζεται η ικανότητα λειτουργίας των αποφασιστικών οργάνων, η οποία αντιστοιχεί σε αρχή συμφυή σε κάθε θεσμικό σύστημα (5).

(7)

Η εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων θα πρέπει να είναι περιορισμένη και να διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας, η δε έκτασή της να ορίζεται με σαφήνεια.

(8)

Η απόφαση (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40) καθορίζει τη διαδικασία έκδοσης εξουσιοδοτικών εποπτικών αποφάσεων και τα πρόσωπα που μπορούν να εξουσιοδοτούνται. Η εν λόγω απόφαση δεν επηρεάζει την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της ΕΚΤ ούτε θίγει την αρμοδιότητα του εποπτικού συμβουλίου να προτείνει ολοκληρωμένα σχέδια αποφάσεων προς το διοικητικό συμβούλιο.

(9)

Εάν δεν πληρούνται τα κριτήρια της παρούσας απόφασης για την έκδοση αποφάσεων κατ' εξουσιοδότηση, οι αποφάσεις θα πρέπει να εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων του άρθρου 26 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, όπως εξειδικεύεται περαιτέρω στο άρθρο 13ζ της απόφασης ΕΚΤ/2004/2 (6). Εξάλλου, η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που λόγω της πολυπλοκότητας της αξιολόγησης οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων διατηρούν επιφυλάξεις ως προς το αν πληρούνται τα κριτήρια αξιολόγησης.

(10)

Οι εποπτικές αποφάσεις της ΕΚΤ υπόκεινται σε διοικητική επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και τα ειδικότερα οριζόμενα στην απόφαση ΕΚΤ/2014/16 (7). Στις περιπτώσεις διοικητικής επανεξέτασης το εποπτικό συμβούλιο θα πρέπει, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, να υποβάλλει προς έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο νέο σχέδιο απόφασης με βάση τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «απόφαση διαβατηρίου»: απόφαση της ΕΚΤ η οποία αφορά την ίδρυση υποκαταστήματος σημαντικής εποπτευόμενης οντότητας σε συμμετέχον κράτος μέλος ή άλλο κράτος μέλος βάσει εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 35 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και τα άρθρα 11 και 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)·

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης η απόφαση διαβατηρίου περιλαμβάνει και απόφαση της ΕΚΤ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που μεταφέρει στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, με την οποία παρέχεται συγκατάθεση ως προς τη δήλωση μίας ή περισσότερων μητρικών επιχειρήσεων περί αποδοχής της εις ολόκληρον ευθύνης τους για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει θυγατρικό τους χρηματοπιστωτικό ίδρυμα προτιθέμενο να ασκήσει δραστηριότητες του καταλόγου του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε συμμετέχον κράτος μέλος ή σε άλλο κράτος μέλος, είτε μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος είτε μέσω της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών·

2)   «υποκατάστημα»: υποκατάστημα κατά τον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8)·

3)   «απόφαση ειδικής συμμετοχής»: απόφαση της ΕΚΤ η οποία αφορά την απόκτηση ειδικής συμμετοχής σε εποπτευόμενη οντότητα (στοχευόμενη οντότητα) δυνάμει εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 22 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

4)   «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα κατά τον ορισμό του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

5)   «απόφαση ανάκλησης άδειας λειτουργίας»: απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος βάσει εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 18 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

6)   «εξουσιοδοτική απόφαση» και «κατ' εξουσιοδότηση απόφαση»: νοούνται όπως στα σημεία 2 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 3 της απόφασης (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40)·

7)   «προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων»: προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ οι οποίοι εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν αποφάσεις διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας·

8)   «διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων»: η διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, όπως εξειδικεύεται περαιτέρω στο άρθρο 13ζ της απόφασης ΕΚΤ/2004/2·

9)   «αρνητική απόφαση»: απόφαση κατά της χορήγησης ή της ανεπιφύλακτης χορήγησης άδειας λειτουργίας κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, περιλαμβανομένων των αρνητικών αποφάσεων βάσει του άρθρου 34 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και του άρθρου 35 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Απόφαση η οποία περιέχει παρεπόμενες διατάξεις, όπως όρους ή υποχρεώσεις, θεωρείται αρνητική, εκτός εάν οι παρεπόμενες αυτές διατάξεις: α) διασφαλίζουν τη συμμόρφωση του αιτούντος με τις νομικής φύσης σχετικές απαιτήσεις του άρθρου 4 παράγραφος 2, του άρθρου 5 παράγραφος 2 και του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, και έχουν συνομολογηθεί γραπτώς· ή β) απλώς αναπαράγουν μία ή περισσότερες από τις υφιστάμενες απαιτήσεις με τις οποίες υποχρεούται να συμμορφώνεται ο αιτών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 2, του άρθρου 5 παράγραφος 2 και του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, ή απαιτούν την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση με μία ή με περισσότερες από τις εν λόγω απαιτήσεις·

10)   «σημαντική εποπτευόμενη οντότητα»: σημαντική εποπτευόμενη οντότητα κατά τον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)·

11)   «εποπτευόμενη οντότητα»: εποπτευόμενη οντότητα κατά τον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17)·

12)   «όμιλος»: όμιλος επιχειρήσεων αποτελούμενος από τη μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της ή επιχειρήσεις συνδεόμενες μεταξύ τους με σχέση νοούμενη κατά τους όρους του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), περιλαμβανομένων τυχόν υποομίλων τους·

13)   «εθνική αρμόδια αρχή»: εθνική αρμόδια αρχή κατά τον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

14)   «οδηγός της ΕΚΤ»: έγγραφο το οποίο εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του εποπτικού συμβουλίου, δημοσιεύεται στον ιστότοπο της ΕΚΤ και παρέχει κατευθύνσεις σχετικά με την ερμηνεία των νομικών απαιτήσεων από την ΕΚΤ.

Άρθρο 2

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα απόφαση καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων οι προϊστάμενοι υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ εξουσιοδοτούνται να εκδίδουν αποφάσεις διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας.

2.   Η εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων δεν θίγει την εποπτική αξιολόγηση που διενεργείται για τους σκοπούς της λήψης αποφάσεων διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας.

Άρθρο 3

Κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας

1.   Δυνάμει του άρθρου 4 της απόφασης (ΕΕ) 2017/933 (ΕΚΤ/2016/40), το διοικητικό συμβούλιο εξουσιοδοτεί με την παρούσα απόφαση τους προϊσταμένους υπηρεσιακών μονάδων της ΕΚΤ που ορίζονται από την εκτελεστική επιτροπή κατά το άρθρο 5 της ως άνω απόφασης να εκδίδουν αποφάσεις διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας.

2.   Η κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας είναι δυνατή εάν πληρούνται κατά περίπτωση τα κριτήρια των άρθρων 4, 5 και 6.

3.   Η κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αποφάσεων διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας δεν είναι δυνατή εάν η πολυπλοκότητα της αξιολόγησης απαιτεί την έκδοσή τους βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων.

4.   Η εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων ισχύει για την έκδοση εποπτικών αποφάσεων και για την έγκριση θετικών αξιολογήσεων από την ΕΚΤ στις περιπτώσεις στις οποίες δεν απαιτείται η έκδοση εποπτικής απόφασης.

5.   Δεν είναι δυνατή η κατ' εξουσιοδότηση έκδοση αρνητικών αποφάσεων διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής και ανάκλησης άδειας λειτουργίας.

6.   Αποφάσεις διαβατηρίου, ειδικής συμμετοχής ή ανάκλησης άδειας λειτουργίας, η κατ' εξουσιοδότηση έκδοση των οποίων δεν είναι δυνατή, εκδίδονται βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων.

Άρθρο 4

Κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων ειδικής συμμετοχής

1.   Οι αποφάσεις ειδικής συμμετοχής εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εφόσον πληρούται οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η απόκτηση ειδικής συμμετοχής προκύπτει από την προσθήκη ή την κατάργηση ενδιάμεσου επιπέδου στη δομή του ομίλου του αποκτώντος·

β)

η απόκτηση ειδικής συμμετοχής προκύπτει από μεταβολή στην κυριότητα της στοχευόμενης οντότητας, η οποία περιέρχεται από συγκεκριμένη οντότητα συμμετοχών σε άλλη τέτοια οντότητα του ίδιου ομίλου·

γ)

η απόκτηση ειδικής συμμετοχής προκύπτει από αύξηση υφιστάμενης ειδικής συμμετοχής, εκτός εάν μετά από την τελευταία αξιολόγηση ακολούθησαν ουσιώδεις μεταβολές οι οποίες επηρεάζουν ένα τουλάχιστον από τα κριτήρια αξιολόγησης ή ο αποκτών αποκτά τον έλεγχο της στοχευόμενης οντότητας.

2.   Η αξιολόγηση των περιπτώσεων απόκτησης ειδικής συμμετοχής διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως αυτό μεταφέρεται στο οικείο εθνικό δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν οδηγών της ΕΚΤ ή συναφών πράξεων που αυτή μπορεί να εκδίδει, καθώς και κατευθυντήριων γραμμών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών (10).

Άρθρο 5

Κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων ανάκλησης άδειας λειτουργίας

1.   Οι αποφάσεις ανάκλησης άδειας λειτουργίας εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εφόσον πληρούνται σωρευτικά τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η απόφαση λαμβάνεται κατόπιν αιτήματος της εποπτευόμενης οντότητας ή λόγω συγχώνευσης η οποία συνεπάγεται την εξαφάνιση της εποπτευόμενης οντότητας·

β)

μετά την έναρξη ισχύος της ανάκλησης παύουν να τηρούνται καταθέσεις του κοινού στην εποπτευόμενη οντότητα·

γ)

η ανάκληση συνδέεται με αναδιοργάνωση εντός ομίλου.

2.   Η αξιολόγηση της ανάκλησης άδειας λειτουργίας διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως αυτό μεταφέρεται στο οικείο εθνικό δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν οδηγών της ΕΚΤ ή συναφών πράξεων που αυτή μπορεί να εκδίδει.

Άρθρο 6

Κριτήρια έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αποφάσεων διαβατηρίου

1.   Οι αποφάσεις διαβατηρίου δυνάμει του άρθρου 11 και του άρθρου 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17) σχετικά με την ίδρυση υποκαταστήματος από σημαντική εποπτευόμενη οντότητα μπορούν να εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση εφόσον το εκτιμώμενο στο πρόγραμμα εργασιών συνολικό ενεργητικό του υποκαταστήματος δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού ενεργητικού της εν λόγω οντότητας.

2.   Οι αποφάσεις διαβατηρίου δυνάμει εθνικών διατάξεων που μεταφέρουν στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, με τις οποίες παρέχεται συγκατάθεση ως προς τη δήλωση μίας ή περισσότερων μητρικών επιχειρήσεων περί αποδοχής της εις ολόκληρον ευθύνης τους για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει θυγατρικό τους χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, μπορούν να εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση, εάν η υπό ανάληψη ευθύνη της μητρικής επιχείρησης στο πλαίσιο της εγγύησης των εν λόγω υποχρεώσεων, σύμφωνα με το επιχειρηματικό σχέδιο των δραστηριοτήτων που ασκούνται βάσει της απόφασης διαβατηρίου, δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού ενεργητικού της μητρικής επιχείρησης σε μεμονωμένη βάση.

3.   Η αξιολόγηση των αιτημάτων έκδοσης αποφάσεων διαβατηρίου δυνάμει του άρθρου 11 και του άρθρου 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17) διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που μεταφέρουν στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 35 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν οδηγών της ΕΚΤ ή συναφών πράξεων που αυτή μπορεί να εκδίδει.

4.   Η αξιολόγηση των αιτημάτων έκδοσης αποφάσεων διαβατηρίου δυνάμει εθνικού δικαίου που μεταφέρει στην οικεία έννομη τάξη το άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που μεταφέρουν στην οικεία έννομη τάξη τα άρθρα 34, 35 και 39 της εν λόγω οδηγίας, λαμβανομένων υπόψη και τυχόν οδηγών της ΕΚΤ ή συναφών πράξεων που αυτή μπορεί να εκδίδει.

Άρθρο 7

Μεταβατική διάταξη

Η παρούσα απόφαση δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες, πριν ακόμη από την έναρξη ισχύος της, εθνική αρμόδια αρχή υποβάλλει στην ΕΚΤ σχέδιο πρότασης για την έκδοση απόφασης ειδικής συμμετοχής ή ανάκλησης άδειας λειτουργίας ή κοινοποίηση της πρόθεσης σημαντικής εποπτευόμενης οντότητας να ιδρύσει υποκατάστημα ή να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις θυγατρικού της χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φρανκφούρτη, 23 Ιουλίου 2019.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.

(2)  ΕΕ L 141 της 1.6.2017, σ. 14.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(5)  Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1986, AKZO Chemie κατά Επιτροπής, 5/85, ECLI:EU:C:1986:328, σκέψη 37, και της 26ης Μαΐου 2005, Carmine Salvatore Tralli κατά ΕΚΤ, C-301/02 P, ECLI:EU:C:2005:306, σκέψη 59.

(6)  Απόφαση ΕΚΤ/2004/2, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 33).

(7)  Απόφαση ΕΚΤ/2014/16, της 14ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του (ΕΕ L 175 της 14.6.2014, σ. 47).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(9)  Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

(10)  Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, «Joint Guidelines on the prudential assessment of acquisitions and increases of qualifying holdings in the financial sector» (κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα), JC/GL/2016/01.


Top