EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32018R1845

Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1845 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 21ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με το όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες της καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (EKT/2018/26)

OJ L 299, 26.11.2018, p. 55–57 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 26/11/2018

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1845/oj

26.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 299/55


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1845 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 21ης Νοεμβρίου 2018

σχετικά με το όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες της καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του άρθρου 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (EKT/2018/26)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφος 3, το άρθρο 6 και το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (2), και ιδίως το άρθρο 178 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2018/171 της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2017, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για το όριο σημαντικότητας για καθυστερημένες πιστωτικές υποχρεώσεις (3), και ιδίως τα άρθρα 1 έως 3 και το άρθρο 6,

Έχοντας υπόψη τη δημόσια διαβούλευση που έλαβε χώρα και την ανάλυση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013,

Έχοντας υπόψη την πρόταση του εποπτικού συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί να εκδίδει κανονισμούς δυνάμει του άρθρου 132 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, το άρθρο 132 της Συνθήκης και το άρθρο 34 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής το «καταστατικό του ΕΣΚΤ»), παραπέμποντας στο άρθρο 25.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ, αναθέτουν στην ΕΚΤ κανονιστικές εξουσίες στο βαθμό τον οποίο απαιτεί η άσκηση από εκείνη ειδικών καθηκόντων σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(2)

Η ενωσιακή νομοθεσία σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στις οποίες υπόκεινται τα πιστωτικά ιδρύματα προβλέπει τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών να ασκούν δικαιώματα και διακριτικές ευχέρειες.

(3)

Η ΕΚΤ έχει οριστεί από τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία ως η αρμόδια αρχή στα συμμετέχοντα κράτη μέλη για σκοπούς άσκησης των μικροπροληπτικών της καθηκόντων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ) με βάση τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα που χαρακτηρίζονται ως σημαντικά σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού και τις διατάξεις του μέρους IV και του άρθρου 147 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/17) (4). Ως εκ τούτου, έχει όλες τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις τις οποίες έχουν οι αρμόδιες αρχές βάσει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας. Η ΕΚΤ διαθέτει ιδίως την εξουσία άσκησης των ως άνω δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο.

(4)

Η ΕΚΤ ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα στο πλαίσιο του ΕΕΜ, ο οποίος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η εφαρμογή της πολιτικής της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων χαρακτηρίζεται από συνοχή και είναι αποτελεσματική, ότι το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στα πιστωτικά ιδρύματα σε όλα τα οικεία κράτη μέλη και ότι τα εν λόγω ιδρύματα υπόκεινται σε εποπτεία ύψιστης ποιότητας. Κατά την άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων η ΕΚΤ θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη την ετερογένεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, το μέγεθος και τα επιχειρησιακά μοντέλα τους, καθώς και τα συστημικά οφέλη που απορρέουν από την ετερογένεια του τραπεζικού κλάδου στην Ένωση.

(5)

Η συνεπής εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ΕΕΜ αποτελεί συγκεκριμένο στόχο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17) και έχει ανατεθεί στην ΕΚΤ.

(6)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, η ΕΚΤ εφαρμόζει όλη τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία και, στην περίπτωση που αυτή αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία η οποία μεταφέρει τις εν λόγω οδηγίες στην οικεία εσωτερική έννομη τάξη. Στην περίπτωση που η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και αυτοί ήδη παρέχουν ρητά δικαιώματα και διακριτικές ευχέρειες για τα κράτη μέλη, η ΕΚΤ θα πρέπει να εφαρμόζει και την εθνική νομοθεσία διά της οποίας ασκούνται αυτά τα δικαιώματα και οι διακριτικές ευχέρειες. Η εν λόγω εθνική νομοθεσία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την ομαλή λειτουργία του ΕΕΜ, για την οποία υπεύθυνη είναι η ΕΚΤ.

(7)

Τα εν λόγω δικαιώματα και οι διακριτικές ευχέρειες δεν περιλαμβάνουν τα δικαιώματα και τις ευχέρειες που η ενωσιακή νομοθεσία παρέχει στις αρμόδιες αρχές και που μόνον η ΕΚΤ είναι αρμόδια να ασκεί, και θα πρέπει να ασκεί, όπου ενδείκνυται.

(8)

Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών η ΕΚΤ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου και, συγκεκριμένα, τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων.

(9)

Σε ό,τι αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων η ΕΚΤ αναγνωρίζει την ανάγκη πρόβλεψης μεταβατικών περιόδων στις περιπτώσεις στις οποίες η άσκηση από την ίδια των διακριτικών ευχερειών παρεκκλίνει σημαντικά από την προσέγγιση την οποία υιοθετούν οι εθνικές αρμόδιες αρχές πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ενόψει τούτου, τόσο τα πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση όσο και εκείνα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλη μεταβατική περίοδο. Για τον λόγο αυτόν τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να εφαρμόσουν το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2020 το προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες μιας καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης και να γνωστοποιήσουν στην ΕΚΤ πριν από την 1η Ιουνίου 2019 την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να αρχίσουν να το εφαρμόζουν.

(10)

Το άρθρο 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχει στις αρμόδιες αρχές την εξουσία καθορισμού ορίου βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες μιας καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης κατά τις αναφορές του άρθρου 178 παράγραφος 1 στοιχείο β). Κατά τον καθορισμό του εν λόγω ορίου η ΕΚΤ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που θεσπίζει ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2018/171.

(11)

Το όριο το οποίο προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό και βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες μιας καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης κατά τις αναφορές του άρθρου 178 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να αποτυπώνει ένα εύλογο επίπεδο κινδύνου και η εφαρμογή του να καθιστά δυνατή την αυξημένη συγκρισιμότητητα των κεφαλαιακών απαιτήσεων μεταξύ εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων.

(12)

Το άρθρο 143 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να δημοσιεύουν τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και διακριτικών ευχερειών που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Με τον παρόντα κανονισμό η ΕΚΤ ασκεί τη διακριτική ευχέρεια την οποία παρέχει στις αρμόδιες αρχές το άρθρο 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με το όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες καθυστερημένων πιστωτικών υποχρεώσεων. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται αποκλειστικά σε σχέση με πιστωτικά ιδρύματα που χαρακτηρίζονται ως σημαντικά σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και με τις διατάξεις του μέρους IV και του άρθρου 147 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17), και ανεξαρτήτως της μεθόδου υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17).

Άρθρο 3

Άρθρο 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013: όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τα πιστωτικά ιδρύματα εκτιμούν το ουσιώδες καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης βάσει του ακόλουθου ορίου, το οποίο έχει δύο συνιστώσες:

α)

όριο εκφραζόμενο ως το άθροισμα όλων των ληξιπρόθεσμων ποσών που ορισμένος οφειλέτης οφείλει προς το πιστωτικό ίδρυμα, τη μητρική επιχείρησή του ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του (εφεξής η «καθυστερημένη πιστωτική υποχρέωση»), ανερχόμενο σε:

i)

100 ευρώ για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής·

ii)

500 ευρώ για ανοίγματα πλην των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής· και

β)

όριο εκφραζόμενο ως ποσοστό που αποτυπώνει το ύψος της καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης σε σχέση με το συνολικό ύψος όλων των εντός ισολογισμού ανοιγμάτων έναντι αυτού του οφειλέτη, του πιστωτικού ιδρύματος, της μητρικής επιχείρησής του ή οποιασδήποτε από τις θυγατρικές του, εκτός από ανοίγματα σε μετοχές, ανερχόμενο σε 1 %.

2.   Για τα πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν τον ορισμό της αθέτησης που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 178 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής στο επίπεδο μεμονωμένης πιστωτικής διευκόλυνσης, το όριο της παραγράφου 1 ισχύει στο επίπεδο μεμονωμένης πιστωτικής διευκόλυνσης που χορηγεί στον οφειλέτη το πιστωτικό ίδρυμα, η μητρική επιχείρησή του ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του.

3.   Θεωρείται ότι συντρέχει περίπτωση αθέτησης όταν σημειώνεται υπέρβαση αμφότερων των ορίων των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1 επί 90 συνεχόμενες ημέρες.

Άρθρο 4

Ημερομηνία εφαρμογής και όριο σημαντικότητας

Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020 το καθοριζόμενο με τον παρόντα κανονισμό όριο βάσει του οποίου εκτιμάται το ουσιώδες καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης. Γνωστοποιούν στην ΕΚΤ, πριν από την 1η Ιουνίου 2019, την ακριβή ημερομηνία από την οποία αρχίζουν να εφαρμόζουν το εν λόγω όριο.

Άρθρο 5

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις συνθήκες.

Φρανκφούρτη, 21 Νοεμβρίου 2018.

Για το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63.

(2)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 32 της 6.2.2018, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).

(5)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).


Top