EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32018R1727

Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1727του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου

PE/37/2018/REV/1

OJ L 295, 21.11.2018, p. 138–183 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1727/oj

21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/138


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1727ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 14ης Νοεμβρίου 2018

σχετικά με τον οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust) και την αντικατάσταση και την κατάργηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 85,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Eurojust συστάθηκε με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (2) ως οργανισμός της Ένωσης ο οποίος διαθέτει νομική προσωπικότητα, προκειμένου να προωθεί και να βελτιώνει τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων δικαστικών αρχών των κρατών μελών, ιδίως των σοβαρών μορφών οργανωμένου εγκλήματος. Το νομικό πλαίσιο της Eurojust έχει τροποποιηθεί από τις αποφάσεις του Συμβουλίου 2003/659/ΔΕΥ (3) και 2009/426/ΔΕΥ (4).

(2)

Το άρθρο 85 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει ότι η Eurojust διέπεται από κανονισμό, ο οποίος εκδίδεται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Το ίδιο άρθρο προβλέπει επίσης τον καθορισμό πρακτικών ρυθμίσεων για τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust.

(3)

Το άρθρο 85 ΣΛΕΕ προβλέπει επίσης ότι αποστολή της Eurojust είναι η στήριξη και η ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών για την έρευνα και τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή απαιτούν δίωξη σε κοινές βάσεις, βάσει επιχειρήσεων που διεξάγονται και πληροφοριών που παρέχονται από τις αρχές των κρατών μελών και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ).

(4)

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην τροποποίηση και επέκταση των διατάξεων της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ. Δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που πρέπει να επέλθουν είναι ουσιαστικές ως προς τον αριθμό και τη φύση τους, η απόφαση 2002/187/ΔΕΥ θα πρέπει για λόγους σαφήνειας να αντικατασταθεί στο σύνολό της σε σχέση με τα κράτη μέλη τα οποία δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό.

(5)

Καθώς η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει συσταθεί μέσω ενισχυμένης συνεργασίας, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (5) είναι δεσμευτικός στο σύνολό του και εφαρμόζεται άμεσα μόνο στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία. Επομένως, για τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η Εurojust παραμένει πλήρως αρμόδια για μορφές σοβαρών εγκλημάτων που παρατίθενται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

(6)

Το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) υπενθυμίζει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας δυνάμει της οποίας η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των ΣΕΕ και ΣΛΕΕ καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας.

(7)

Για να διευκολυνθεί η συνεργασία μεταξύ της Eurojust και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Eurojust θα πρέπει να εξετάζει τα ζητήματα που έχουν σημασία για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οποτεδήποτε αυτό είναι απαραίτητο.

(8)

Λαμβάνοντας υπόψη τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μέσω ενισχυμένης συνεργασίας, η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Eurojust όσον αφορά τα αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης πρέπει να καθοριστεί σαφώς. Από την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αναλάβει τα καθήκοντά της, η Εurojust θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκεί τις αρμοδιότητές της στις υποθέσεις οι οποίες αφορούν εγκλήματα για τα οποία είναι αρμόδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όταν στα εν λόγω εγκλήματα εμπλέκονται τόσο κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσο και κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν σε τέτοια συνεργασία. Στις υποθέσεις αυτές, η Eurojust θα πρέπει να ενεργεί κατόπιν αιτήματος των μη συμμετεχόντων κρατών μελών ή κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Eurojust θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να παραμένει αρμόδια για τα αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, κάθε φορά που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι αρμόδια ή όταν, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια, δεν ασκεί την αρμοδιότητά της. Τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορούν να συνεχίσουν να ζητούν τη στήριξη της Eurojust σε όλες τις υποθέσεις που αφορούν αδικήματα τα οποία θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Eurojust θα πρέπει να αναπτύξουν στενή επιχειρησιακή συνεργασία σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

(9)

Για να είναι σε θέση η Eurojust να ανταποκριθεί στην αποστολή της και να αναπτύξει πλήρως το δυναμικό της στην καταπολέμηση του σοβαρού διασυνοριακού εγκλήματος, θα πρέπει να ενισχυθούν οι επιχειρησιακές της αρμοδιότητες περιορίζοντας τον διοικητικό φόρτο εργασίας των εθνικών μελών και να αναδειχθεί η ευρωπαϊκή της διάσταση μέσω της συμμετοχής της Επιτροπής στο Διοικητικό Συμβούλιο και της μεγαλύτερης συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στην αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της.

(10)

Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για συμμετοχή των κοινοβουλίων, εκσυγχρονίζοντας τη δομή και απλοποιώντας το ισχύον νομικό πλαίσιο της Eurojust, διατηρώντας ταυτόχρονα τα στοιχεία που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά για τη λειτουργία της.

(11)

Οι μορφές σοβαρού εγκλήματος που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και για τις οποίες είναι αρμόδια η Eurojust θα πρέπει να αναφέρονται σαφώς. Επιπλέον, θα πρέπει να ορίζονται οι υποθέσεις οι οποίες δεν αφορούν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη αλλά απαιτούν δίωξη σε κοινές βάσεις. Οι υποθέσεις αυτές δύνανται να περιλαμβάνουν έρευνες και διώξεις που αφορούν ένα μόνον κράτος μέλος και μια τρίτη χώρα, σε περίπτωση που έχει συναφθεί συμφωνία ή σε περίπτωση που υπάρχει συγκεκριμένη ανάγκη για ανάμειξη της Eurojust. Τέτοια δίωξη μπορεί επίσης να παραπέμπει σε υποθέσεις που αφορούν ένα κράτος μέλος και έχουν αντίκτυπο σε επίπεδο Ένωσης.

(12)

Κατά την άσκηση των επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων της επί συγκεκριμένων ποινικών υποθέσεων, κατόπιν αίτησης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών ή αυτεπάγγελτα, η Eurojust θα πρέπει να ενεργεί είτε μέσω ενός ή περισσότερων εθνικών μελών είτε ως συλλογικό όργανο. Ενεργώντας αυτεπάγγελτα, η Eurojust μπορεί να αναλαμβάνει περισσότερο προληπτικό ρόλο στο συντονισμό υποθέσεων, όπως να στηρίζει τις εθνικές αρχές στις έρευνες και τις διώξεις τους. Ο ρόλος αυτός μπορεί να περιλαμβάνει την ανάμειξη κρατών μελών που ενδεχομένως δεν είχαν περιληφθεί αρχικά στην υπόθεση, καθώς και την ανακάλυψη δεσμών μεταξύ υποθέσεων βάσει πληροφοριών που λαμβάνονται από την Ευρωπόλ, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τις εθνικές αρχές. Αυτό επιτρέπει επίσης στην Eurojust να παράγει κατευθυντήριες γραμμές, έγγραφα πολιτικής και αναλύσεις υποθέσεων ως μέρος του στρατηγικού της έργου.

(13)

Κατόπιν αιτήσεως μιας αρμόδιας αρχής κράτους μέλους ή της Επιτροπής, η Eurojust θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει στήριξη σε έρευνες που αφορούν μόνον το συγκεκριμένο κράτος μέλος αλλά έχουν αντίκτυπο σε επίπεδο Ένωσης. Παραδείγματα τέτοιων ερευνών αποτελούν υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται μέλος θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης. Οι εν λόγω έρευνες περιλαμβάνουν επίσης υποθέσεις όπου εμπλέκεται σημαντικός αριθμός κρατών μελών και οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να απαιτούν συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση.

(14)

Οι γραπτές γνώμες της Eurojust δεν είναι δεσμευτικές για τα κράτη μέλη αλλά θα πρέπει να τυγχάνουν απάντησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(15)

Για να διασφαλίζεται η ικανότητα της Eurojust να στηρίζει και να συντονίζει ορθά διασυνοριακές έρευνες, είναι απαραίτητο να έχουν όλα τα εθνικά μέλη τις αναγκαίες επιχειρησιακές αρμοδιότητες έναντι του κράτους μέλους τους και σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους ώστε να συνεργάζονται πιο συνεκτικά και αποτελεσματικά, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις εθνικές αρχές. Τα εθνικά μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τις αρμοδιότητες εκείνες που επιτρέπουν στην Eurojust την ορθή εκπλήρωση της αποστολής της. Στις αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνεται η δυνατότητα πρόσβασης στα στοιχεία των εθνικών δημόσιων μητρώων, η απευθείας επικοινωνία και ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές και η συμμετοχή σε κοινές ομάδες ερευνών. Τα εθνικά μέλη δύνανται, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, να διατηρούν τις εξουσίες που απορρέουν από την ιδιότητά τους ως εθνικών αρχών. Σε συμφωνία με την αρμόδια εθνική αρχή ή σε επείγουσες περιπτώσεις, τα εθνικά μέλη δύνανται επίσης να διατάσσουν μέτρα για τη διεξαγωγή έρευνας και ελεγχόμενες παραδόσεις και να εκδίδουν και εκτελούν αιτήσεις αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και αμοιβαίας αναγνώρισης. Δεδομένου ότι οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα δικαστήρια των κρατών μελών θα πρέπει να είναι αρμόδια για την εξέταση αυτών των μέτρων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο.

(16)

Είναι αναγκαίο να αποκτήσει η Eurojust μια διοικητική και διαχειριστική δομή η οποία θα της επιτρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικότερα, θα είναι απόλυτα συνεπής προς τις αρχές που διέπουν τους οργανισμούς της Ένωσης, και θα σέβεται πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, με ταυτόχρονη διατήρηση των ειδικών χαρακτηριστικών της και διασφάλιση της ανεξαρτησίας της κατά την άσκηση των επιχειρησιακών της αρμοδιοτήτων. Προς τούτο, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν τα καθήκοντα των εθνικών μελών, του συλλογικού οργάνου και του διοικητικού διευθυντή και να συσταθεί ένα εκτελεστικό συμβούλιο.

(17)

Θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις μέσω των οποίων θα γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των επιχειρησιακών και διαχειριστικών αρμοδιοτήτων του συλλογικού οργάνου, περιορίζοντας έτσι τον διοικητικό φόρτο επί των εθνικών μελών στο ελάχιστο ώστε να μπορούν να επικεντρώνονται στο επιχειρησιακό έργο της Eurojust. Τα διαχειριστικά καθήκοντα του συλλογικού οργάνου θα πρέπει να περιλαμβάνουν ιδίως την έγκριση των προγραμμάτων εργασίας της Eurojust, του προϋπολογισμού, της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων και των συμφωνιών συνεργασίας με τους εταίρους. Το συλλογικό όργανο θα πρέπει να ενεργεί ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή όσον αφορά τον διοικητικό διευθυντή. Το συλλογικό όργανο θα πρέπει επίσης να θεσπίσει τον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust. Δεδομένου ότι ο εσωτερικός κανονισμός ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στις δικαστικές δραστηριότητες των κρατών μελών, θα πρέπει να παρασχεθούν στο Συμβούλιο εκτελεστικές αρμοδιότητες για την έγκριση του κανονισμού αυτού.

(18)

Για να βελτιωθεί η διακυβέρνηση της Eurojust και να εξορθολογιστούν οι διαδικασίες της, θα πρέπει να συσταθεί ένα εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο θα επικουρεί το συλλογικό όργανο στις διαχειριστικές αρμοδιότητές του και θα δίνει τη δυνατότητα μιας εξορθολογισμένης διαδικασίας λήψης αποφάσεων επί μη επιχειρησιακών και στρατηγικών θεμάτων.

(19)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εκπροσωπείται στο συλλογικό όργανο όταν αυτό ασκεί τα διαχειριστικά του καθήκοντα. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής στο συλλογικό όργανο θα πρέπει επίσης να την εκπροσωπεί στο εκτελεστικό συμβούλιο, ώστε να διασφαλίζει τη μη επιχειρησιακή εποπτεία της Eurojust και να του στρατηγική καθοδήγηση.

(20)

Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής καθημερινής διαχείρισης της Eurojust, ο διοικητικός διευθυντής θα πρέπει να είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της, υπόλογος στο συλλογικό όργανο. Ο διοικητικός διευθυντής θα πρέπει να συντάσσει και να εκτελεί τις αποφάσεις του συλλογικού οργάνου και του εκτελεστικού συμβουλίου. Ο διοικητικός διευθυντής θα πρέπει να διορίζεται με βάση αξιοκρατικά κριτήρια και τις τεκμηριωμένες διοικητικές και διαχειριστικές ικανότητές του, καθώς και με βάση την επάρκεια και την πείρα του στους σχετικούς τομείς.

(21)

Ένας πρόεδρος και δύο αντιπρόεδροι της Eurojust θα πρέπει να εκλέγονται από το συλλογικό όργανο μεταξύ των εθνικών μελών για θητεία τεσσάρων ετών. Όταν ένα εθνικό μέλος εκλέγεται πρόεδρος, το οικείο κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αποσπάσει ένα άλλο πρόσωπο με τα κατάλληλα προσόντα στο εθνικό γραφείο και να ζητήσει αποζημίωση από τον προϋπολογισμό της Eurojust.

(22)

Ως πρόσωπα με τα κατάλληλα προσόντα νοούνται τα πρόσωπα τα οποία διαθέτουν τα προσόντα και την εμπειρία που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων με την οποία εξασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της εθνικής θυρίδας. Μπορούν να έχουν το καθεστώς αναπληρωτή ή βοηθού του εθνικού μέλους που έχει εκλεγεί πρόεδρος ή μπορούν να έχουν περισσότερο διοικητικά ή τεχνικά καθήκοντα. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να δύναται να καθορίζει τις δικές του σχετικές απαιτήσεις.

(23)

Η απαρτία και η διαδικασία ψηφοφορίας θα πρέπει να ρυθμίζονται στον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν εθνικό μέλος και ο αναπληρωτής του είναι απόντες, ο βοηθός του συγκεκριμένου εθνικού μέλους θα πρέπει να δικαιούται να ψηφίζει στο συλλογικό όργανο εάν ο βοηθός έχει την ιδιότητα δικαστικού λειτουργού, δηλαδή εισαγγελέα, δικαστή ή εκπροσώπου δικαστικής αρχής.

(24)

Δεδομένου ότι ο προσδιορισμός του μηχανισμού αποζημίωσης έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παρέχει στο Συμβούλιο εκτελεστικές εξουσίες για τον προσδιορισμό του μηχανισμού αυτού.

(25)

Είναι απαραίτητη η σύσταση μηχανισμού επιφυλακής συντονισμού στο πλαίσιο της Eurojust προκειμένου να καταστεί πιο αποδοτική και να δοθεί η δυνατότητα στην Eurojust να έχει μόνιμη παρουσία και να παρεμβαίνει σε επείγουσες περιπτώσεις. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι αντιπρόσωποί τους στον μηχανισμό επιφυλακής συντονισμού είναι διαθέσιμοι να ενεργούν σε καθημερινή 24ωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα.

(26)

Θα πρέπει να θεσπισθούν εθνικά συστήματα συντονισμού της Eurojust στα κράτη μέλη για να συντονίζονται οι εργασίες που διεξάγονται από τους εθνικούς ανταποκριτές για την Eurojust, τον εθνικό ανταποκριτή για θέματα τρομοκρατίας, τον τυχόν εθνικό ανταποκριτή για την Eurojust για ζητήματα που αφορούν τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τον εθνικό ανταποκριτή για το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο και μέχρι τρία άλλα σημεία επαφής, καθώς και αντιπροσώπους στο δίκτυο για τις κοινές ομάδες ερευνών και αντιπροσώπους στα δίκτυα που έχουν θεσπιστεί με τις αποφάσεις του Συμβουλίου 2002/494/ΔΕΥ (6), 2007/845/ΔΕΥ (7) και 2008/852/ΔΕΥ (8). Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω καθήκοντα θα εκτελούνται από τον ίδιο εθνικό ανταποκριτή.

(27)

Για να τονωθεί και να ενισχυθεί ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών για την έρευνα και τη δίωξη, είναι σημαντικό να λαμβάνει η Eurojust από τις εθνικές αρχές τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Προς τούτο, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν τα εθνικά μέλη τους σχετικά με τη συγκρότηση και τα αποτελέσματα κοινών ομάδων ερευνών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν επίσης τα εθνικά μέλη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με υποθέσεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της Eurojust οι οποίες αφορούν άμεσα τουλάχιστον τρία κράτη μέλη και για τις οποίες έχουν διαβιβαστεί αιτήσεις ή αποφάσεις για δικαστική συνεργασία σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη. Σε ορισμένες περιστάσεις, θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τα εθνικά μέλη σχετικά με συγκρούσεις δικαιοδοσίας, ελεγχόμενες παραδόσεις και επανειλημμένες δυσχέρειες όσον αφορά τη δικαστική συνεργασία.

(28)

Η οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) προβλέπει εναρμονισμένους κανόνες για την προστασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους. Για να διασφαλιστεί το ίδιο επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων μέσω νομικά εκτελεστών δικαιωμάτων σε ολόκληρη την Ένωση και προς αποφυγή αποκλίσεων που εμποδίζουν την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Eurojust και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, οι κανόνες που διέπουν την προστασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Eurojust θα πρέπει να συνάδουν με την οδηγία (ΕΕ) 2016/680.

(29)

Οι γενικοί κανόνες που περιέχονται στο χωριστό κεφάλαιο του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου (10) για την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων προστασίας δεδομένων του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω ειδικοί κανόνες θα πρέπει να θεωρούνται lex specialis σε σχέση με τις διατάξεις του ανωτέρω κεφαλαίου του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 (lex specialis derogat legi generali). Προκειμένου να μειωθεί ο νομικός κατακερματισμός, οι ειδικοί κανόνες περί προστασίας των δεδομένων του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να συνάδουν με τις αρχές που διέπουν το ανωτέρω κεφάλαιο του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 καθώς και με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού σχετικά με την ανεξάρτητη εποπτεία, τα ένδικα μέσα, την ευθύνη και τις κυρώσεις.

(30)

Η προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων προϋποθέτει επακριβή επιμερισμό ευθυνών για την προστασία δεδομένων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι υπεύθυνα για την ακρίβεια των δεδομένων που διαβιβάζουν στην Eurojust και τα οποία έχουν αναλλοίωτα υποβληθεί σε επεξεργασία από την Eurojust, για την επικαιροποίηση των δεδομένων αυτών και για τη νομιμότητα των διαβιβάσεων των εν λόγω δεδομένων στην Eurojust. Η Eurojust θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια των δεδομένων που της διαβιβάζουν άλλοι πάροχοι δεδομένων ή που προκύπτουν από τις δικές της αναλύσεις ή την εκ μέρους της συλλογή δεδομένων και για την επικαιροποίηση των δεδομένων αυτών. Η Eurojust θα πρέπει να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα υποβάλλονται σε θεμιτή και σύννομη επεξεργασία και ότι συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία για συγκεκριμένο σκοπό. Η Eurojust θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι τα δεδομένα είναι κατάλληλα, συναφή, όχι υπέρμετρα ως προς τον σκοπό της επεξεργασίας τους, ότι αποθηκεύονται μόνο όσο χρόνο χρειάζεται για την επίτευξη αυτού του σκοπού και ότι υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την κατάλληλη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το απόρρητο της επεξεργασίας των δεδομένων.

(31)

Οι κατάλληλες εγγυήσεις σχετικά με την αποθήκευση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για στατιστικούς σκοπούς θα πρέπει να περιληφθούν στον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust.

(32)

Το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα πρόσβασης που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 για τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν και τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Eurojust. Το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να υποβάλλει τέτοια αίτηση ανά εύλογα χρονικά διαστήματα δωρεάν στην Eurojust ή στην εθνική εποπτική αρχή στο κράτος μέλος της επιλογής του.

(33)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των δεδομένων ισχύουν με την επιφύλαξη των κανόνων που καλούνται σε εφαρμογή σχετικά με το παραδεκτό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ως αποδεικτικών στοιχείων στην ποινική προδικασία και δίκη.

(34)

Όλη η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και κατ’ εκπλήρωση των καθηκόντων της θα πρέπει να θεωρείται επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(35)

Δεδομένου ότι η Eurojust επεξεργάζεται επίσης δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως, που δεν σχετίζονται με ποινικές έρευνες, η επεξεργασία των δεδομένων αυτών θα πρέπει να υπόκειται στους γενικούς κανόνες του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

(36)

Σε περίπτωση που επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται ή παρέχονται στην Eurojust από κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή, το εθνικό μέλος ή ο εθνικός ανταποκριτής για την Eurojust θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ζητούν τη διόρθωση ή τη διαγραφή των εν λόγω επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(37)

Προκειμένου να μπορούν να αποδείξουν συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, η Eurojust ή ο εξουσιοδοτημένος να εκτελεί επεξεργασία θα πρέπει να τηρεί αρχεία σχετικά με όλες τις κατηγορίες των δραστηριοτήτων επεξεργασίας υπό την ευθύνη τους. Η Eurojust και κάθε εξουσιοδοτημένος να εκτελεί επεξεργασία θα πρέπει να υποχρεούνται να συνεργάζονται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) και να θέτουν στη διάθεσή του, κατόπιν αιτήματός του, τα εν λόγω αρχεία ώστε να μπορεί να τα χρησιμοποιεί για την παρακολούθηση των συγκεκριμένων πράξεων επεξεργασίας. Η Eurojust ή ο εξουσιοδοτημένος να εκτελεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μη αυτοματοποιημένα συστήματα επεξεργασίας θα πρέπει να διαθέτει αποτελεσματικές μεθόδους για την απόδειξη της νομιμότητας της επεξεργασίας, για την αυτοπαρακολούθηση και για την εξασφάλιση της ακεραιότητας των δεδομένων και της ασφάλειας των δεδομένων, όπως π.χ. καταχωρήσεις ή άλλες μορφές αρχείων.

(38)

Το εκτελεστικό συμβούλιο της Eurojust θα πρέπει να ορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος θα πρέπει να είναι μέλος του υφιστάμενου προσωπικού. Το πρόσωπο που ορίζεται υπεύθυνος προστασίας δεδομένων της Eurojust θα πρέπει να έχει λάβει ειδική κατάρτιση στο δίκαιο της προστασίας των δεδομένων και πρακτική για την απόκτηση εμπειρογνωσίας στο εν λόγω πεδίο. Το αναγκαίο επίπεδο εμπειρογνωσίας θα πρέπει να καθορίζεται με γνώμονα την επεξεργασία δεδομένων που διενεργείται και την προστασία που απαιτείται για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Eurojust.

(39)

Ο ΕΕΠΔ θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των διατάξεων προστασίας δεδομένων του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust. Θα πρέπει να χορηγούνται εξουσίες στον ΕΕΠΔ που θα του επιτρέπουν να εκπληρώνει αποτελεσματικά το εν λόγω καθήκον. Ο ΕΕΠΔ θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να συμβουλεύεται την Eurojust σχετικά με υποβληθείσες αιτήσεις, να παραπέμπει υποθέσεις στην Eurojust προς επίλυση προβλημάτων που έχουν εμφανιστεί σχετικά με την επεξεργασία από αυτόν επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να διατυπώνει προτάσεις για τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων και να διατάσσει την Eurojust να εκτελεί συγκεκριμένες δραστηριότητες όσον αφορά την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, ο ΕΕΠΔ απαιτεί τα μέσα που του επιτρέπουν να φροντίζει για την τήρηση και την εκτέλεση των εντολών του. Θα πρέπει, επομένως, να έχει την εξουσία να προειδοποιεί την Eurojust. Να προειδοποιεί σημαίνει να εκδίδει προφορική ή γραπτή υπενθύμιση της υποχρέωσης της Eurojust να εκτελεί τις εντολές του ΕΕΠΔ ή να συμμορφώνεται με τις προτάσεις του και προειδοποίηση για τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή άρνησης από την Eurojust.

(40)

Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του ΕΕΠΔ, συμπεριλαμβανομένης της αρμοδιότητας να δίδει εντολή στην Eurojust να εκτελεί τη διόρθωση, τον περιορισμό επεξεργασίας ή την απαλοιφή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία κατά παράβαση των διατάξεων προστασίας των δεδομένων που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό, δεν θα πρέπει να επεκτείνονται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε εθνικούς φακέλους υποθέσεων.

(41)

Προκειμένου να διευκολύνεται η συνεργασία μεταξύ του ΕΕΠΔ και των εθνικών εποπτικών αρχών, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας του ΕΕΠΔ ή της ευθύνης του για την εποπτεία της Eurojust όσον αφορά την προστασία δεδομένων, ο ΕΕΠΔ και οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να συναντώνται τακτικά στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με τους κανόνες περί συντονισμένης εποπτείας που εκτίθενται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

(42)

Ως ο πρώτος αποδέκτης στο έδαφος της Ένωσης δεδομένων που παρέχονται ή ανακτώνται από τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, η Eurojust θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια των δεδομένων αυτών. Η Eurojust θα πρέπει να λαμβάνει μέτρα για να επαληθεύει, στο μέτρο του δυνατού, την ακρίβεια των δεδομένων μόλις λάβει τα δεδομένα ή όταν καθιστά τα δεδομένα διαθέσιμα σε άλλες αρχές.

(43)

Η Eurojust θα πρέπει να υπόκειται στους γενικούς κανόνες περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης οι οποίοι εφαρμόζονται στα θεσμικά όργανα, φορείς, γραφεία ή υπηρεσίες της Ένωσης.

(44)

Η Eurojust θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει σχετικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, στον βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων της.

(45)

Για να εξασφαλίζεται η οριοθέτηση του σκοπού, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβάζονται από την Eurojust προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Eurojust. Για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται, κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ότι ο αποδέκτης αναλαμβάνει τη δέσμευση ότι τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν από αυτόν ή θα διαβιβαστούν σε αρμόδια αρχή τρίτης χώρας μόνον για τον σκοπό για τον οποίο είχαν διαβιβαστεί αρχικά. Η περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(46)

Όλα τα κράτη μέλη συνδέονται με τον Διεθνή Οργανισμό Εγκληματολογικής Αστυνομίας (Interpol). Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Interpol λαμβάνει, αποθηκεύει και διανέμει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό να παρέχει στις αρμόδιες αρχές συνδρομή κατά την πρόληψη και την καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας. Ενδείκνυται, ως εκ τούτου, να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ της Ένωσης και της Interpol μέσω της προαγωγής της αποτελεσματικής ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με παράλληλη εξασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που αφορούν την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όποτε διαβιβάζονται επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust προς την Interpol και προς χώρες που έχουν εντεταλμένα μέλη στην Interpol θα πρέπει να εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, ιδίως οι διατάξεις σχετικά με τις διεθνείς διαβιβάσεις. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που θεσπίζονται στην κοινή θέση 2005/69/ΔΕΥ του Συμβουλίου (11) και στην απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου (12).

(47)

Όταν η Eurojust διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχή τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό δυνάμει διεθνούς συμφωνίας που έχει συναφθεί βάσει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να παρέχονται κατάλληλες εγγυήσεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των ατόμων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τηρούνται οι ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

(48)

Η Eurojust θα πρέπει να διασφαλίζει ότι μια διαβίβαση προς τρίτη χώρα ή προς διεθνή οργανισμό πραγματοποιείται μόνον εάν είναι αναγκαία για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένης της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους, ο δε υπεύθυνος επεξεργασίας στην τρίτη χώρα ή στον διεθνή οργανισμό είναι αρχή που είναι αρμόδια κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού. Διαβίβαση θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από την Eurojust που ενεργεί ως υπεύθυνος επεξεργασίας. Διαβίβαση τέτοιου είδους μπορεί να πραγματοποιηθεί στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή έχει αποφανθεί ότι η εκάστοτε τρίτη χώρα ή ο διεθνής οργανισμός παρέχουν επαρκές επίπεδο προστασίας ή εάν έχουν παρασχεθεί κατάλληλες εγγυήσεις ή όταν ισχύουν παρεκκλίσεις για ειδικές καταστάσεις.

(49)

Η Eurojust θα πρέπει να μπορεί να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές τρίτων χωρών ή σε διεθνείς οργανισμούς μόνον βάσει απόφασης της Επιτροπής διά της οποίας διαπιστώνεται ότι η εκάστοτε χώρα ή ο διεθνής οργανισμός διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων («απόφαση περί της επάρκειας») ή, ελλείψει απόφασης περί της επάρκειας, βάσει διεθνούς συμφωνίας που έχει συνάψει η Ένωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ ή βάσει συμφωνίας συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(50)

Όταν το συλλογικό όργανο αναγνωρίζει μια επιχειρησιακή ανάγκη συνεργασίας με τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, θα πρέπει να είναι σε θέση να προτείνει στο Συμβούλιο να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη να ληφθεί απόφαση περί επάρκειας ή να εκδοθεί σύσταση για την έναρξη διαπραγματεύσεων για διεθνή συμφωνία δυνάμει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ.

(51)

Διαβιβάσεις που δεν βασίζονται σε απόφαση περί επάρκειας θα πρέπει να επιτρέπονται μόνον εφόσον έχουν παρασχεθεί κατάλληλες εγγυήσεις με νομικά δεσμευτική πράξη που εξασφαλίζει την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή όταν η Eurojust έχει αξιολογήσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διαβίβαση δεδομένων και, με βάση την εν λόγω αξιολόγηση, θεωρεί ότι υπάρχουν κατάλληλες εγγυήσεις σε σχέση με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Νομικά δεσμευτικές πράξεις αυτού του είδους μπορούν π.χ. να είναι νομικά δεσμευτικές διμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη, έχουν ενσωματωθεί στην έννομη τάξη τους και μπορούν να εκτελεστούν αναγκαστικώς από τα υποκείμενα των δεδομένων τους, εξασφαλίζοντας συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προστασίας των δεδομένων και με τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, μεταξύ άλλων το δικαίωμα να ασκούν πραγματική διοικητική ή δικαστική προσφυγή. Η Eurojust θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη συμφωνίες συνεργασίας που έχουν συναφθεί μεταξύ της Eurojust και τρίτων χωρών οι οποίες επιτρέπουν την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την αξιολόγηση όλων των περιστάσεων που αφορούν στη διαβίβαση των δεδομένων. Η Eurojust θα πρέπει επίσης να μπορεί να λαμβάνει υπόψη ότι η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διέπεται από υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και την αρχή της ειδικότητας, διασφαλίζοντας ότι τα δεδομένα δεν θα υποστούν επεξεργασία για άλλους σκοπούς εκτός των σκοπών της διαβίβασης. Επιπλέον, η Eurojust θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα χρησιμοποιηθούν για να ζητηθεί, να εκδοθεί ή να εκτελεστεί απόφαση επιβολής θανατικής ποινής ή οποιαδήποτε μορφή βάναυσης και απάνθρωπης μεταχείρισης. Παρόλο που οι εν λόγω προϋποθέσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως κατάλληλες εγγυήσεις για τη διαβίβαση δεδομένων, η Eurojust θα πρέπει να μπορεί να απαιτεί πρόσθετες εγγυήσεις.

(52)

Όταν δεν υπάρχει απόφαση περί επάρκειας ούτε κατάλληλες εγγυήσεις, μια διαβίβαση ή μια κατηγορία διαβιβάσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον σε ειδικές καταστάσεις, εάν είναι αναγκαία για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου ή για τη διασφάλιση έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, εφόσον προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους που διαβιβάζει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα· για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας· σε μεμονωμένες περιπτώσεις για σκοπούς πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και πρόληψης έναντι κινδύνων που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια· ή σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την απόδειξη, την άσκηση ή την υπεράσπιση νομικών απαιτήσεων. Οι εν λόγω παρεκκλίσεις θα πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και να μην επιτρέπουν τακτικές, μαζικές και διαρθρωτικές διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ούτε τη διαβίβαση μεγάλου όγκου δεδομένων, αλλά να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Οι μεταβιβάσεις αυτές θα πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και να διατίθενται στον ΕΕΠΔ κατόπιν αιτήματος, προκειμένου να ελεγχθεί η νομιμότητα της διαβίβασης.

(53)

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η Eurojust θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατείνει τις προθεσμίες για τη διατήρηση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να επιτυγχάνει τους στόχους της, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η αρχή της οριοθέτησης του σκοπού η οποία ισχύει για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο όλων των δραστηριοτήτων της. Οι σχετικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται ύστερα από προσεκτική εξέταση όλων των σχετικών συμφερόντων, περιλαμβανομένων εκείνων των υποκειμένων των δεδομένων. Η τυχόν παράταση προθεσμίας για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σε περιπτώσεις που η ποινική δίωξη έχει παραγραφεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, θα πρέπει να αποφασίζεται μόνον όταν υπάρχει συγκεκριμένη ανάγκη να παρασχεθεί συνδρομή δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(54)

Η Eurojust θα πρέπει να διατηρεί προνομιακές σχέσεις με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, βασισμένες στη διαβούλευση και τη συμπληρωματικότητα. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμβάλλει στη διευκρίνιση των αντίστοιχων ρόλων της Eurojust και του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου και στη, μεταξύ αυτών, σχέση, με ταυτόχρονη διαφύλαξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου.

(55)

Η Eurojust θα πρέπει να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τα άλλα θεσμικά όργανα, φορείς, γραφεία ή υπηρεσίες της Ένωσης, με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, και με διεθνείς οργανισμούς, στον βαθμό που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων της.

(56)

Για να ενισχυθεί η επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ της Eurojust και της Ευρωπόλ και ιδίως για να συνδέονται μεταξύ τους τα δεδομένα που βρίσκονται στην κατοχή του ενός ή του άλλου οργανισμού, η Eurojust θα πρέπει να επιτρέψει στην Ευρωπόλ την πρόσβαση στα δεδομένα που βρίσκονται στην κατοχή της, βάσει συστήματος αντιστοιχίας/μη αντιστοιχίας (hit/no hit). Η Eurojust και η Ευρωπόλ θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι υπάρχουν οι αναγκαίες ρυθμίσεις για την καλύτερη δυνατή επιχειρησιακή τους συνεργασία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις αντίστοιχες εντολές τους, καθώς και οποιουσδήποτε περιορισμούς προέρχονται από τα κράτη μέλη. Οι εν λόγω πρακτικές ρυθμίσεις θα πρέπει να εξασφαλίζουν πρόσβαση και τη δυνατότητα αναζήτησης σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί στην Ευρωπόλ για τους σκοπούς της διασταύρωσης στοιχείων, βάσει των ειδικών διασφαλίσεων και εγγυήσεων περί προστασίας δεδομένων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Κάθε πρόσβαση της Ευρωπόλ σε δεδομένα που έχει στην κατοχή της η Eurojust θα πρέπει να περιορίζεται, με τεχνικά μέσα, σε πληροφορίες που εμπίπτουν στις αντίστοιχες εντολές των εν λόγω οργανισμών της Ένωσης.

(57)

Η Eurojust και η Ευρωπόλ θα πρέπει να αλληλοενημερώνονται για κάθε δραστηριότητα που συνεπάγεται τη χρηματοδότηση κοινών ομάδων έρευνας.

(58)

Η Eurojust θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης στον βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων της με πλήρη σεβασμό της προστασίας της ιδιωτικότητας και των λοιπών θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

(59)

Η Eurojust θα πρέπει να ενισχύσει τη συνεργασία της με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών σύμφωνα με μια στρατηγική που θα καταρτίζεται σε διαβούλευση με την Επιτροπή. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να προβλεφθεί για την Eurojust η δυνατότητα απόσπασης δικαστικών συνδέσμων σε τρίτες χώρες, για την επίτευξη στόχων ανάλογων με εκείνους που ανατίθενται στους δικαστικούς συνδέσμους οι οποίοι αποσπώνται από τα κράτη μέλη βάσει της κοινής δράσης 96/277/ΔΕΥ του Συμβουλίου (13).

(60)

Θα πρέπει να προβλεφθεί ότι η Eurojust συντονίζει την εκτέλεση αιτήσεων δικαστικής συνεργασίας που εκδίδονται από τρίτη χώρα εφόσον οι αιτήσεις αυτές απαιτούν εκτέλεση σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη ως μέρος της ίδιας έρευνας. H Eurojust θα πρέπει να αναλάβει τέτοιο συντονισμό μόνο με τη συμφωνία των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

(61)

Για να διασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της Eurojust, αυτή θα πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό που θα είναι επαρκής για τη δέουσα διεκπεραίωση των καθηκόντων της, τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, με εξαίρεση τους μισθούς και τις αποδοχές των εθνικών μελών, των αναπληρωτών και του βοηθητικού προσωπικού, οι οποίες βαρύνουν τα κράτη μέλη τους. Η δημοσιονομική διαδικασία της Ένωσης θα πρέπει να εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεισφορά της Ένωσης, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες επιδοτήσεις βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος θα πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και να εγκρίνεται από την Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

(62)

Για να ενισχυθεί η διαφάνεια και η δημοκρατική εποπτεία της Eurojust, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μηχανισμός σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ για την από κοινού αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Η αξιολόγηση θα πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας διακοινοβουλευτικής συνεδρίασης επιτροπών στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες με τη συμμετοχή μελών των αρμόδιων επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Η διακοινοβουλευτική συνεδρίαση επιτροπών θα πρέπει να σέβεται πλήρως τις αρχές ανεξαρτησίας της Eurojust όσον αφορά μέτρα που λαμβάνονται σε συγκεκριμένες επιχειρησιακές υποθέσεις και όσον αφορά τις υποχρεώσεις εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας.

(63)

Είναι σκόπιμο να αξιολογείται σε τακτική βάση η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(64)

Η λειτουργία της Eurojust θα πρέπει να είναι διαφανής, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ. Θα πρέπει να θεσπιστούν από το συλλογικό όργανο ειδικές διατάξεις περί του τρόπου διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα. Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν έχει ως στόχο να περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα στον βαθμό που αυτό κατοχυρώνεται στην Ένωση και στα κράτη μέλη, ιδίως δυνάμει του άρθρου 42 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»). Οι γενικοί κανόνες περί διαφάνειας που ισχύουν για τους οργανισμούς της Ένωσης θα πρέπει να ισχύουν και για την Eurojust κατά τρόπον ώστε να μη διακυβεύεται επ’ ουδενί η υποχρέωση εμπιστευτικότητας που διέπει το επιχειρησιακό της έργο. Οι διοικητικές έρευνες που διεξάγει ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θα πρέπει να σέβονται την υποχρέωση εμπιστευτικότητας που διέπει τη λειτουργία της Eurojust.

(65)

Προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια της Eurojust έναντι του πολίτη της Ένωσης και η υποχρέωση λογοδοσίας της, η Eurojust θα πρέπει να δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της κατάλογο των μελών του διοικητικού της συμβουλίου και, όταν είναι σκόπιμο, συνοπτικά αποτελέσματα των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, τηρώντας τις απαιτήσεις περί προστασίας των δεδομένων.

(66)

Για την Eurojust θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14).

(67)

Για την Eurojust θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15).

(68)

Οι διατάξεις που απαιτούνται όσον αφορά τη στέγαση της Eurojust στο κράτος μέλος της έδρας της, ήτοι στις Κάτω Χώρες, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της Eurojust και στα μέλη των οικογενειών τους είναι σκόπιμο να καθορισθούν με συμφωνία περί της έδρας. Το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να παρέχει τις απαραίτητες συνθήκες για τη λειτουργία της Eurojust, συμπεριλαμβανομένων της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό σχολικής εκπαίδευσης και των κατάλληλων συγκοινωνιακών συνδέσεων, ώστε η Eurojust να μπορεί να προσελκύει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας από μια όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση.

(69)

Η Eurojust, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να υποκαταστήσει νομικώς την Eurojust όπως συστάθηκε βάσει της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ όσον αφορά όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων των συμβάσεων εργασίας, των υποχρεώσεων που υπέχει και των περιουσιακών στοιχείων που έχει αποκτήσει. Οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Eurojust δυνάμει της ανωτέρω απόφασης παραμένουν σε ισχύ.

(70)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η ίδρυση οντότητας αρμόδιας για τη στήριξη και την ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών για την έρευνα και τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή απαιτούν δίωξη σε κοινές βάσεις, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως εξαιτίας της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(71)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 και το άρθρο 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα ανωτέρω κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύονται από αυτόν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή του.

(72)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(73)

Ο ΕΕΠΔ κλήθηκε να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) και εξέδωσε γνωμοδότηση στις 5 Μαρτίου 2014.

(74)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις θεμελιώδεις εγγυήσεις και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται κυρίως από τον Χάρτη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΙΔΡΥΣΗ, ΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ EUROJUST

Άρθρο 1

Ίδρυση του οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης

1.   Ιδρύεται ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συνεργασία στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης (Eurojust).

2.   Η Eurojust, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αντικαθιστά και διαδέχεται την Eurojust όπως είχε ιδρυθεί με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ.

3.   Η Eurojust έχει νομική προσωπικότητα.

Άρθρο 2

Καθήκοντα

1.   Η Eurojust υποστηρίζει και ενισχύει τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών για την έρευνα και τη δίωξη σοβαρών εγκλημάτων τα οποία είναι αρμόδια να αντιμετωπίζει σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 3, που έχουν επιπτώσεις σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή απαιτούν δίωξη σε κοινές βάσεις, βάσει επιχειρήσεων που διεξάγονται και πληροφοριών που παρέχονται από τις αρχές των κρατών μελών, την Ευρωπόλ, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την OLAF.

2.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Eurojust:

α)

λαμβάνει υπόψη κάθε αίτηση προερχόμενη από αρμόδια αρχή κράτους μέλους και κάθε πληροφορία που παρέχεται από αυτές τις αρχές, θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης που έχουν αρμοδιότητα δυνάμει διατάξεων που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο των Συνθηκών ή που έχει συλλεχθεί από την ίδια την Eurojust,

β)

διευκολύνει την εκτέλεση αιτήσεων και αποφάσεων δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων αιτήσεων και αποφάσεων που βασίζονται σε πράξεις με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.

3.   Η Eurojust ασκεί τα καθήκοντά της κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της τελευταίας.

Άρθρο 3

Πεδίο αρμοδιότητας της Eurojust

1.   Η Eurojust είναι αρμόδια όσον αφορά τις μορφές σοβαρών αδικημάτων που παρατίθενται στο παράρτημα I. Ωστόσο, από την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αναλάβει τα καθήκοντά της έρευνας και δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, η Eurojust δεν ασκεί την αρμοδιότητά της σε σχέση με αδικήματα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί την αρμοδιότητά της, εκτός εκείνων των υποθέσεων που αφορούν κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν σε ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και κατόπιν αιτήσεως των εν λόγω κρατών μελών ή ύστερα από αίτηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

2.   Η Eurojust ασκεί την αρμοδιότητά της για αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σε υποθέσεις που αφορούν κράτη μέλη που συμμετέχουν σε ενισχυμένη συνεργασία για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά σε σχέση με τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι αρμόδια ή αποφασίζει να μην ασκήσει την αρμοδιότητά της.

Η Eurojust, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προβαίνουν σε διαβουλεύσεις και συνεργάζονται μεταξύ τους προκειμένου να διευκολύνουν την άσκηση της αρμοδιότητας βάσει της παρούσας παραγράφου. Οι πρακτικές λεπτομέρειες για την άσκηση της αρμοδιότητάς της κατά την παρούσα παράγραφο καθορίζονται με συμφωνία συνεργασίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3.

3.   Όσον αφορά άλλες μορφές αδικημάτων, πέραν αυτών που παρατίθενται στο παράρτημα I, η Eurojust δύναται επίσης σύμφωνα με τα καθήκοντά της να παρέχει στήριξη σε έρευνες και διώξεις κατόπιν αίτησης αρμόδιας αρχής κράτους μέλους.

4.   Το πεδίο αρμοδιότητας της Eurojust καλύπτει αξιόποινες πράξεις συναφείς με τις αξιόποινες πράξεις που παρατίθενται στο παράρτημα I. Ως συναφείς αξιόποινες πράξεις λογίζονται οι ακόλουθες κατηγορίες:

α)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση των σοβαρών αδικημάτων που παρατίθενται στο παράρτημα I·

β)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση των σοβαρών αδικημάτων που παρατίθενται στο παράρτημα I·

γ)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας αυτών που τελούν τα σοβαρά αδικήματα που παρατίθενται στο παράρτημα I.

5.   Κατόπιν αιτήσεως αρμόδιας αρχής κράτους μέλους, η Eurojust μπορεί επίσης να παρέχει την υποστήριξή της σε έρευνες ή διώξεις που αφορούν μόνον το συγκεκριμένο κράτος μέλος και ένα τρίτο κράτος, εφόσον έχει συναφθεί με το εν λόγω κράτος συμφωνία συνεργασίας ή ρύθμιση μέσω της οποίας θεσπίζεται συνεργασία δυνάμει του άρθρου 52 ή εφόσον, σε ειδική περίπτωση, υπάρχει ουσιώδες συμφέρον που επιβάλλει την παροχή της υποστήριξης αυτής.

6.   Κατόπιν αιτήματος είτε μιας αρμόδιας αρχής κράτους μέλους είτε της Επιτροπής, η Eurojust μπορεί επίσης να παρέχει την υποστήριξή της σε έρευνες ή διώξεις που αφορούν μόνο το συγκεκριμένο κράτος μέλος αλλά έχουν επιπτώσεις σε επίπεδο Ένωσης. Πριν ενεργήσει κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η Eurojust διαβουλεύεται δεόντως με την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί, εντός προθεσμίας που ορίζεται από την Eurojust, να αντιταχθεί στην εκτέλεση της αίτησης από την Eurojust, αιτιολογώντας τη θέση της σε κάθε περίπτωση.

Άρθρο 4

Επιχειρησιακές αρμοδιότητες της Eurojust

1.   Η Eurojust:

α)

ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σχετικά με τις έρευνες και τις διώξεις των οποίων έχει γνώση και οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο επίπεδο της Ένωσης ή θα μπορούσαν να αφορούν και άλλα κράτη μέλη πέραν των άμεσα ενεχομένων,

β)

επικουρεί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προκειμένου να εξασφαλίσει τον καλύτερο δυνατό συντονισμό των ερευνών και των διώξεων,

γ)

παρέχει υποστήριξη για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, ιδίως βάσει των αναλύσεων που πραγματοποιεί η Ευρωπόλ,

δ)

συνεργάζεται και διαβουλεύεται με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο σε ποινικές υποθέσεις, μεταξύ άλλων, χρησιμοποιώντας τη βάση τεκμηρίωσης του δικτύου και συμβάλλοντας στη βελτίωσή της,

ε)

συνεργάζεται στενά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητές της,

στ)

παρέχει επιχειρησιακή, τεχνική και οικονομική στήριξη στις διασυνοριακές επιχειρήσεις και έρευνες των κρατών μελών, καθώς και στις κοινές ομάδες ερευνών,

ζ)

στηρίζει τα κέντρα εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης της Ένωσης που έχουν αναπτυχθεί από την Ευρωπόλ και τα λοιπά θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και, όποτε ενδείκνυται, συμμετέχει σε αυτά,

η)

συνεργάζεται με τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης καθώς και με δίκτυα που έχουν συσταθεί στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης ο οποίος διέπεται από τον τίτλο V ΣΛΕΕ,

θ)

στηρίζει τις δράσεις των κρατών μελών για την καταπολέμηση μορφών σοβαρών αδικημάτων που αναφέρονται στο παράρτημα I.

2.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Eurojust δύναται να ζητά αιτιολογημένα από τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών:

α)

να προβαίνουν σε έρευνα ή δίωξη για συγκεκριμένες πράξεις,

β)

να δεχθούν ότι είναι ίσως προτιμότερο να προβεί ένα εξ αυτών σε έρευνα ή δίωξη για συγκεκριμένες πράξεις,

γ)

να αναλάβουν τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών των οικείων κρατών μελών,

δ)

να συστήσουν κοινή ομάδα έρευνας σύμφωνα με τα σχετικά μέσα συνεργασίας,

ε)

να της παράσχουν κάθε πληροφορία απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων της,

στ)

να λαμβάνουν ειδικά μέτρα για τη διεξαγωγή της έρευνας,

ζ)

να λαμβάνουν οποιοδήποτε άλλο μέτρο το οποίο δικαιολογεί η έρευνα ή η δίωξη.

3.   H Eurojust δύναται επίσης:

α)

να παρέχει στην Ευρωπόλ γνώμες βασιζόμενες στις αναλύσεις που αυτή έχει διενεργήσει,

β)

να παρέχει υποστήριξη διοικητικής μέριμνας, περιλαμβανομένων μετάφρασης, διερμηνείας και της διοργάνωσης συντονιστικών συνεδριάσεων.

4.   Όταν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη δεν μπορούν να συμφωνήσουν ποιο από αυτά θα πρέπει να προβεί σε έρευνα ή δίωξη κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο α) ή β), η Eurojust εκδίδει σχετική γραπτή γνώμη. Η Eurojust διαβιβάζει τη γνώμη στα οικεία κράτη μέλη αμέσως.

5.   Κατόπιν αίτησης αρμόδιας αρχής ή με δική της πρωτοβουλία, η Eurojust εκδίδει γραπτή γνώμη επί επαναλαμβανόμενων αρνήσεων ή δυσκολιών σχετικά με την εκτέλεση αιτήσεων και αποφάσεων δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων και όσον αφορά αιτήσεις και αποφάσεις που βασίζονται σε πράξεις με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, υπό την προϋπόθεση ότι τέτοιες υποθέσεις δεν είναι δυνατό να επιλυθούν με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών ή μέσω της παρέμβασης των οικείων εθνικών μελών. Η Eurojust διαβιβάζει τη γνώμη στα οικεία κράτη μέλη αμέσως.

6.   Οι αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών ανταποκρίνονται στις αιτήσεις της Eurojust βάσει της παραγράφου 2 και στις γραπτές γνώμες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ή 5 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται να αρνηθούν να ανταποκριθούν σε τέτοιες αιτήσεις ή να ακολουθήσουν τη γραπτή γνώμη εάν πράττοντας με αυτόν τον τρόπο θα έβλαπταν ουσιώδη εθνικά συμφέροντα ασφαλείας ή θα έθεταν σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση τρέχουσας έρευνας ή την ασφάλεια προσώπου.

Άρθρο 5

Άσκηση επιχειρησιακών και λοιπών καθηκόντων

1.   Η Eurojust ενεργεί μέσω ενός ή περισσοτέρων από τα οικεία εθνικά μέλη όταν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, το συλλογικό όργανο εστιάζει σε επιχειρησιακά θέματα και τυχόν άλλα θέματα που συνδέονται άμεσα με επιχειρησιακά ζητήματα. Το συλλογικό όργανο εμπλέκεται μόνον σε διοικητικά θέματα στην αναγκαία έκταση ώστε να εξασφαλίζεται ότι εκπληρώνει τις επιχειρησιακές του λειτουργίες.

2.   Η Eurojust ενεργεί ως συλλογικό όργανο:

α)

όταν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2:

i)

εφόσον το ζητούν ένα ή περισσότερα από τα οικεία εθνικά μέλη, στα οποία αφορά μία υπόθεση που χειρίζεται η Eurojust·

ii)

εφόσον η υπόθεση συνεπάγεται τη διενέργεια ερευνών ή διώξεων που έχουν επιπτώσεις στο επίπεδο της Ένωσης ή που μπορεί να αφορούν και άλλα κράτη μέλη εκτός των άμεσα ενδιαφερομένων,

β)

όταν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, 4 ή 5,

γ)

όταν τίθεται ένα γενικό ζήτημα που αφορά την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων της,

δ)

όταν θεσπίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό της Eurojust, στην οποία περίπτωση η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του,

ε)

όταν εκδίδει το έγγραφο προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 15 ή την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Eurojust, στις οποίες περιπτώσεις η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του,

στ)

όταν εκλέγει ή παύει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους σύμφωνα με το άρθρο 11,

ζ)

όταν διορίζει τον διοικητικό διευθυντή ή, ανάλογα με την περίπτωση, ανανεώνει τη θητεία του ή τον παύει από τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 17,

η)

όταν θεσπίζει ρυθμίσεις εργασίας που συμφωνούνται δυνάμει του άρθρου 47 παράγραφος 3 και του άρθρου 52,

θ)

όταν θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη του, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά τη δήλωση συμφερόντων τους,

ι)

όταν εγκρίνει στρατηγικές εκθέσεις, έγγραφα προσανατολισμού, κατευθυντήριες γραμμές προς όφελος των εθνικών αρχών και γνώμες σχετικά με το επιχειρησιακό έργο της Eurojust, κάθε φορά που τα εν λόγω έγγραφα έχουν στρατηγικό χαρακτήρα,

ια)

όταν διορίζει δικαστές σύνδεσης σύμφωνα με το άρθρο 53,

ιβ)

όταν λαμβάνει οποιαδήποτε άλλη απόφαση για την οποία δεν ορίζεται ρητά ως αρμόδιο το εκτελεστικό συμβούλιο στον παρόντα κανονισμό ή η οποία δεν αποτελεί αρμοδιότητα του διοικητικού διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 18,

ιγ)

όταν προβλέπεται από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Η Eurojust, όταν εκτελεί τα καθήκοντά της, δηλώνει εάν ενεργεί μέσω ενός ή περισσοτέρων εθνικών μελών ή ως συλλογικό όργανο.

4.   Το συλλογικό όργανο μπορεί να αναθέτει πρόσθετα διοικητικά καθήκοντα στον διοικητικό διευθυντή και το εκτελεστικό συμβούλιο, πέραν αυτών που προβλέπονται στα άρθρα 16 και 18, συμφώνως προς τις επιχειρησιακές του απαιτήσεις.

Το συλλογικό όργανο δύναται, όταν είναι αναγκαίο σε άκρως εξαιρετικές περιστάσεις, να αποφασίσει να αναστείλει προσωρινά την ανάθεση των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον διοικητικό διευθυντή, καθώς και των εξουσιών τις οποίες έχει μεταβιβάσει περαιτέρω ο διοικητικός διευθυντής, και να ασκήσει το ίδιο τις εν λόγω εξουσίες ή να τις αναθέσει σε μέλος του ή σε μέλος του προσωπικού πλην του διοικητικού διευθυντή.

5.   Το συλλογικό όργανο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της Εurojust σε βάση πλειοψηφίας δύο τρίτων των μελών του. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία με πλειοψηφία δύο τρίτων, η απόφαση λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία. Ο εσωτερικός κανονισμός της Eurojust εγκρίνεται από το Συμβούλιο μέσω εκτελεστικών πράξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ EUROJUST

ΤΜΗΜΑ I

Δομή

Άρθρο 6

Δομή της Eurojust

Η Eurojust περιλαμβάνει:

α)

τα εθνικά μέλη·

β)

το συλλογικό όργανο·

γ)

το εκτελεστικό συμβούλιο·

δ)

τον διοικητικό διευθυντή.

ΤΜΗΜΑ II

Εθνικά μελη

Άρθρο 7

Καθεστώς των εθνικών μελών

1.   Η Eurojust διαθέτει ένα εθνικό μέλος το οποίο αποσπάται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με την έννομη τάξη του. Το εν λόγω εθνικό μέλος έχει ως τακτικό τόπο εργασίας του την έδρα της Eurojust.

2.   Κάθε εθνικό μέλος επικουρείται από έναν αναπληρωτή και έναν βοηθό. Κατά κανόνα, ο αναπληρωτής και ο βοηθός έχουν ως τακτικό τόπο εργασίας την έδρα της Eurojust. Κάθε κράτος μέλος δύναται να αποφασίσει ότι ο αναπληρωτής ή ο βοηθός ή και οι δύο θα έχουν τον κανονικό τόπο εργασίας τους στο κράτος μέλος τους. Εάν κράτος μέλος λάβει τέτοια απόφαση, ενημερώνει το συλλογικό όργανο. Αν οι επιχειρησιακές ανάγκες της Eurojust το απαιτούν, το συλλογικό όργανο δύναται να ζητήσει από το κράτος μέλος να αναθέσει στον αναπληρωτή ή στον βοηθό ή και στους δύο να εργαστεί στην έδρα της Eurojust για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το κράτος μέλος συμμορφώνεται με το εν λόγω αίτημα του συλλογικού οργάνου χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

3.   Περισσότεροι αναπληρωτές ή βοηθοί μπορούν να επικουρούν το εθνικό μέλος και να έχουν, εφόσον απαιτείται, και με τη συμφωνία του συλλογικού οργάνου, ως τακτικό τόπο εργασίας την Eurojust. Το κράτος μέλος κοινοποιεί στην Eurojust και στην Επιτροπή το διορισμό των εθνικών μελών, των αναπληρωτών και των βοηθών.

4.   Τα εθνικά μέλη και οι αναπληρωτές κατέχουν το αξίωμα του εισαγγελέα, δικαστή ή εκπροσώπου της δικαστικής αρχής με αρμοδιότητες ισοδύναμες με εκείνες του εισαγγελέα ή του δικαστή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη τούς παρέχουν τουλάχιστον τις εξουσίες που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό ώστε να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

5.   Η θητεία των εθνικών μελών και των αναπληρωτών τους είναι πενταετούς διάρκειας, ανανεώσιμη άπαξ. Σε περιπτώσεις όπου ο αναπληρωτής δεν μπορεί να ενεργεί εξ ονόματος εθνικού μέλους ή να το αντικαθιστά, το εθνικό μέλος παραμένει σε υπηρεσία μετά τη λήξη της θητείας του μέχρι την ανανέωση της θητείας του ή την αντικατάστασή του, κατόπιν συγκατάθεσης του κράτους μέλους τους.

6.   Τα κράτη μέλη διορίζουν εθνικά μέλη και αναπληρωτές βάσει αποδεδειγμένης μακροχρόνιας και υψηλού επιπέδου πρακτικής εμπειρίας στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης.

7.   Ο αναπληρωτής είναι σε θέση να ενεργεί εξ ονόματος του εθνικού μέλους ή να το αντικαθιστά. Ο βοηθός μπορεί επίσης να ενεργεί εξ ονόματος του εθνικού μέλους ή να το αντικαθιστά εφόσον κατέχει αξίωμα μεταξύ εκείνων που προβλέπονται στην παράγραφο 4.

8.   Η ανταλλαγή επιχειρησιακών πληροφοριών μεταξύ της Eurojust και των κρατών μελών λαμβάνει χώρα μέσω των εθνικών μελών.

9.   Οι μισθοί και οι αποδοχές των εθνικών μελών, των αναπληρωτών και των βοηθών βαρύνουν το κράτος μέλος τους με την επιφύλαξη του άρθρου 12.

10.   Όταν τα εθνικά μέλη, οι αναπληρωτές και οι βοηθοί ενεργούν στο πλαίσιο της εντολής της Eurojust, οι δαπάνες που συνδέονται με τις εν λόγω δραστηριότητες θεωρούνται λειτουργικές δαπάνες.

Άρθρο 8

Αρμοδιότητες των εθνικών μελών

1.   Τα εθνικά μέλη δύνανται:

α)

να διευκολύνουν ή να υποστηρίζουν με άλλον τρόπο την έκδοση ή εκτέλεση τυχόν αιτήσεων αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ή αμοιβαίας αναγνώρισης·

β)

να επικοινωνούν απευθείας και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τυχόν αρμόδιες εθνικές αρχές του κράτους μέλους ή οποιονδήποτε άλλο θεσμικό και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

γ)

να επικοινωνούν απευθείας και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τυχόν αρμόδιες διεθνείς αρχές, σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις του κράτους μέλους τους·

δ)

να συμμετέχουν σε κοινές ομάδες ερευνών, μεταξύ άλλων και στη συγκρότησή τους.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δύνανται να αναθέτουν πρόσθετες εξουσίες στα εθνικά μέλη σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Τα εν λόγω κράτη μέλη κοινοποιούν επισήμως στην Επιτροπή και στο συλλογικό όργανο αυτές τις εξουσίες.

3.   Σε συμφωνία με την αρμόδια εθνική αρχή, τα εθνικά μέλη δύνανται, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο:

α)

να εκδίδουν ή να εκτελούν οποιαδήποτε αίτηση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής ή αμοιβαίας αναγνώρισης·

β)

να διατάσσουν, ζητούν ή να εκτελούν μέτρα έρευνας, όπως προβλέπονται στην οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17).

4.   Σε επείγουσες περιπτώσεις, και εφόσον δεν είναι δυνατός ο έγκαιρος εντοπισμός της αρμόδιας εθνικής αρχής είτε η επικοινωνία μαζί της, τα εθνικά μέλη είναι αρμόδια να λαμβάνουν τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνουν την αρμόδια εθνική αρχή το συντομότερο δυνατό.

5.   Το εθνικό μέλος δύναται να υποβάλει πρόταση στην αρμόδια για την εκτέλεση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 εθνική αρχή όταν η άσκηση εξουσιών που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 4 από το εν λόγω εθνικό μέλος θα ερχόταν σε αντίθεση με:

α)

τους συνταγματικούς κανόνες κράτους μέλους, ή

β)

θεμελιώδεις πτυχές του εθνικού συστήματος ποινικής δικαιοσύνης του εν λόγω κράτους μέλους που αφορούν:

i)

την κατανομή εξουσιών μεταξύ αστυνομίας, εισαγγελέων και δικαστών,

ii)

τη λειτουργική κατανομή καθηκόντων μεταξύ των εισαγγελικών αρχών, ή

iii)

την ομοσπονδιακή δομή του οικείου κράτους μέλους.

6.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 5, η πρόταση που υποβλήθηκε από το εθνικό τους μέλος να διεκπεραιώνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την αρμόδια εθνική αρχή.

Άρθρο 9

Πρόσβαση σε εθνικά μητρώα

Τα εθνικά μέλη έχουν πρόσβαση ή τουλάχιστον τη δυνατότητα να λαμβάνουν τις πληροφορίες που περιέχονται στους ακόλουθους τύπους μητρώων στο κράτος μέλος τους, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο:

α)

ποινικό μητρώο·

β)

αρχεία συλληφθέντων·

γ)

αρχεία ερευνών·

δ)

αρχεία DNA·

ε)

άλλα μητρώα δημοσίων αρχών του κράτους μέλους τους, εφόσον αυτές οι πληροφορίες θεωρούνται απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

ΕΝΟΤΗΤΑ III

Συλλογικό όργανο

Άρθρο 10

Σύσταση του συλλογικού οργάνου

1.   Το συλλογικό όργανο απαρτίζεται από:

α)

όλα τα εθνικά μέλη· και

β)

έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής, όταν το συλλογικό όργανο ασκεί τις διαχειριστικές του αρμοδιότητες.

Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου θα πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκπρόσωπο της Επιτροπής στο εκτελεστικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 4.

2.   Ο διοικητικός διευθυντής παρίσταται στις διαχειριστικές συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

3.   Το συλλογικό όργανο δύναται να προσκαλέσει στις συνεδριάσεις του οποιοδήποτε πρόσωπο, η γνώμη του οποίου μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον, με την ιδιότητα του παρατηρητή.

4.   Τα μέλη του συλλογικού οργάνου μπορούν, υπό τους όρους του εσωτερικού κανονισμού της Eurojust, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

Άρθρο 11

Πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Eurojust

1.   Το συλλογικό όργανο εκλέγει έναν πρόεδρο και δύο αντιπροέδρους μεταξύ των εθνικών μελών με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του. Αν δεν μπορεί να επιτευχθεί πλειοψηφία δύο τρίτων μετά το δεύτερο γύρο των εκλογών, οι αντιπρόεδροι εκλέγονται με απλή πλειοψηφία των μελών του συλλογικού οργάνου, ενώ η πλειοψηφία των δύο τρίτων εξακολουθεί να είναι αναγκαία για την εκλογή του προέδρου.

2.   Ο πρόεδρος ασκεί τα καθήκοντά του εξ ονόματος του συλλογικού οργάνου. Ο πρόεδρος:

α)

εκπροσωπεί την Eurojust·

β)

συγκαλεί και προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου και του εκτελεστικού συμβουλίου και τηρεί ενήμερο το συλλογικό όργανο για όλα τα ζητήματα που το ενδιαφέρουν·

γ)

διευθύνει τις εργασίες του συλλογικού οργάνου και παρακολουθεί την καθημερινή διαχείριση της Eurojust εκ μέρους του διοικητικού διευθυντή·

δ)

ασκεί όποιο άλλο καθήκον προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός της Eurojust.

3.   Οι αντιπρόεδροι ασκούν τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 2 τα οποία τους αναθέτει ο πρόεδρος. Αντικαθιστούν τον πρόεδρο εάν αυτός κωλύεται να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι επικουρούνται κατά την εκτέλεση των ιδιαίτερων καθηκόντων τους από το διοικητικό προσωπικό της Eurojust.

4.   Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και των αντιπροέδρων είναι τετραετής με δυνατότητα μίας ανανέωσης.

5.   Όταν ένα εθνικό μέλος εκλέγεται πρόεδρος ή αντιπρόεδρος της Eurojust, η θητεία του παρατείνεται προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του ως πρόεδρος ή αντιπρόεδρος.

6.   Αν ο πρόεδρος ή ο αντιπρόεδρος παύουν να πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση των καθηκόντων τους, το συλλογικό όργανο τους απαλλάσσει από τα καθήκοντά τους κατόπιν προτάσεως του ενός τρίτου των μελών του. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του συλλογικού οργάνου, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτά ο εν λόγω πρόεδρος ή αντιπρόεδρος.

7.   Όταν ένα εθνικό μέλος εκλέγεται πρόεδρος της Eurojust το οικείο κράτος μέλος δύναται να αποσπάσει ένα άλλο πρόσωπο δεόντως καταρτισμένο ώστε να ενισχύσει την εθνική θυρίδα για τη διάρκεια της θητείας του εθνικού μέλους ως προέδρου.

Ένα κράτος μέλος που αποφασίζει να αποσπάσει ένα τέτοιο πρόσωπο δικαιούται να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Άρθρο 12

Μηχανισμός αποζημίωσης για την εκλογή στη θέση του προέδρου

1.   Μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 2019 το Συμβούλιο καθορίζει, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μέσω εκτελεστικών πράξεων, έναν μηχανισμό αποζημίωσης για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 7, που πρέπει να τίθεται στη διάθεση των κρατών μελών το εθνικό μέλος των οποίων εκλέγεται πρόεδρος.

2.   Η αποζημίωση τίθεται στη διάθεση οποιουδήποτε κράτους μέλους εφόσον:

α)

το εθνικό του μέλος εξελέγη πρόεδρος και

β)

ζητεί αποζημίωση από το συλλογικό όργανο και αιτιολογεί την ανάγκη να ενισχυθεί η εθνική θυρίδα του λόγω αυξημένου φόρτου εργασίας.

3.   Η παρεχόμενη αποζημίωση ισούται με το 50 % των εθνικών αποδοχών του αποσπασμένου προσώπου. Αποζημίωση για έξοδα διαβίωσης και άλλες συναφείς δαπάνες παρέχεται σε συγκριτική βάση προς εκείνα που παρέχονται σε υπαλλήλους της Ένωσης ή άλλους δημόσιους υπαλλήλους αποσπασμένους στο εξωτερικό.

4.   Οι δαπάνες του μηχανισμού αποζημίωσης επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό της Eurojust.

Άρθρο 13

Συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου

1.   Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου.

2.   Το συλλογικό όργανο πραγματοποιεί τουλάχιστον μία συνεδρίαση ανά μήνα. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής για να συζητήσει τα διαχειριστικά καθήκοντα του συλλογικού οργάνου, ή κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του ενός τρίτου των μελών του.

3.   Η Eurojust αποστέλλει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τις ημερήσιες διατάξεις των συνεδριάσεων του συλλογικού οργάνου εφόσον συζητούνται ζητήματα τα οποία είναι συναφή προς την άσκηση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Eurojust καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να συμμετέχει σε αυτές, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλείται σε συνεδρίαση του συλλογικού οργάνου, η Eurojust της παρέχει τα σχετικά έγγραφα που τεκμηριώνουν την ημερήσια διάταξη.

Άρθρο 14

Κανόνες ψηφοφορίας του συλλογικού οργάνου

1.   Εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά, και όταν δεν είναι δυνατή η επίτευξη συναίνεσης, το συλλογικό όργανο λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία των μελών του.

2.   Κάθε μέλος έχει δικαίωμα μίας ψήφου. Κατά την απουσία ψηφίζοντος μέλους, το δικαίωμα ψήφου δικαιούται να το ασκήσει ο αναπληρωτής του υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 7. Κατά την απουσία του αναπληρωτή, το δικαίωμα ψήφου δικαιούται επίσης να το ασκήσει ο βοηθός υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 7.

Άρθρο 15

Ετήσιος και πολυετής προγραμματισμός

1.   Έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους το συλλογικό όργανο εκδίδει έγγραφο προγραμματισμού, το οποίο προβλέπει ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό βάσει σχεδίου το οποίο καταρτίζεται από τον διοικητικό διευθυντή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής. Το συλλογικό όργανο διαβιβάζει το έγγραφο προγραμματισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Το έγγραφο προγραμματισμού οριστικοποιείται μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης και, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, προσαρμόζεται ανάλογα.

2.   Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών περιλαμβάνει λεπτομερείς στόχους και προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Περιλαμβάνει επίσης περιγραφή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν, καθώς και αναφορά των χρηματοοικονομικών και των ανθρώπινων πόρων που διατίθενται για κάθε δράση, σύμφωνα με τις αρχές κατάρτισης και διαχείρισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών συμβαδίζει με το πολυετές πρόγραμμα εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 4. Υποδεικνύει με σαφήνεια τα καθήκοντα που προστίθενται, τροποποιούνται ή καταργούνται σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.

3.   Το συλλογικό όργανο τροποποιεί το εγκριθέν ετήσιο πρόγραμμα εργασιών σε περίπτωση ανάθεσης νέων καθηκόντων στην Eurojust. Οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών εγκρίνεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και για το αρχικό ετήσιο πρόγραμμα εργασιών. Το συλλογικό όργανο μπορεί να αναθέσει στον διοικητικό διευθυντή την εξουσία να επιφέρει μη ουσιώδεις τροποποιήσεις στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών.

4.   Το πολυετές πρόγραμμα εργασιών ορίζει τον συνολικό στρατηγικό προγραμματισμό, ο οποίος περιλαμβάνει στόχους, τη στρατηγική συνεργασίας με τις αρχές τρίτων χωρών και τους διεθνείς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 52, προσδοκώμενα αποτελέσματα και δείκτες επιδόσεων. Το πολυετές πρόγραμμα εργασιών προβλέπει επίσης προγραμματισμό πόρων που αφορά τον πολυετή προϋπολογισμό και το προσωπικό. Ο προγραμματισμός πόρων επικαιροποιείται σε ετήσια βάση. Ο στρατηγικός προγραμματισμός επικαιροποιείται κατά περίπτωση, ιδίως δε σύμφωνα με την έκβαση της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 69.

ΤΜΗΜΑ IV

Εκτελεστική επιτροπή

Άρθρο 16

Λειτουργία του εκτελεστικού συμβουλίου

1.   Το συλλογικό όργανο επικουρείται από εκτελεστικό συμβούλιο. Το εκτελεστικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις για να εξασφαλίζεται η σωστή λειτουργία της Eurojust. Επιβλέπει τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές εργασίες του διοικητικού διευθυντή για άλλα διοικητικά θέματα προς έγκριση από το συλλογικό όργανο. Δεν συμμετέχει στα επιχειρησιακά καθήκοντα της Eurojust που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5.

2.   Το εκτελεστικό συμβούλιο δύναται να διαβουλεύεται με το συλλογικό όργανο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

3.   Επίσης, το εκτελεστικό συμβούλιο:

α)

εξετάζει το έγγραφο προγραμματισμού της Eurojust κατά το άρθρο 15 με βάση σχέδιο που καταρτίζει ο διοικητικός διευθυντής και τα διαβιβάζει στο συλλογικό όργανο προς έγκριση·

β)

θεσπίζει στρατηγική της Eurojust για την καταπολέμηση της απάτης η οποία είναι ανάλογη προς τους κινδύνους απάτης, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και τα οφέλη των εφαρμοζόμενων μέτρων και βασίζεται σε σχέδιο που καταρτίζεται από τον διοικητικό διευθυντή·

γ)

θεσπίζει κατάλληλους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης) και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού), όπως καθορίστηκαν από τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (18), σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

δ)

μεριμνά για τη δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από τις διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις ελέγχου, αξιολογήσεις και έρευνες, μεταξύ άλλων εκ μέρους του ΕΕΠΔ και της OLAF·

ε)

λαμβάνει όλες τις αποφάσεις σχετικά με τη δημιουργία και, εφόσον χρειάζεται, την τροποποίηση των εσωτερικών διοικητικών δομών της Eurojust·

στ)

με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του διοικητικού διευθυντή, όπως ορίζονται στο άρθρο 18, συνδράμει και συμβουλεύει τον διοικητικό διευθυντή κατά την εφαρμογή των αποφάσεων του συλλογικού οργάνου με σκοπό την ενίσχυση της εποπτείας της διοικητικής και δημοσιονομικής διαχείρισης·

ζ)

αναλαμβάνει κάθε πρόσθετο διοικητικό καθήκον που του ανατίθεται από το συλλογικό όργανο δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 4·

η)

θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν την Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 64·

θ)

εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απόφαση με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, για τη μεταβίβαση των συναφών εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον διοικητικό διευθυντή και για τον καθορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες η εν λόγω μεταβίβαση εξουσιών μπορεί να ανασταλεί· ο διοικητικός διευθυντής έχει το δικαίωμα να μεταβιβάζει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες·

ι)

εξετάζει το σχέδιο ετήσιου προϋπολογισμού της Eurojust προς έγκριση από το συλλογικό όργανο·

ια)

εξετάζει το σχέδιο ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων της Eurojust και το διαβιβάζει στο συλλογικό όργανο προς έγκριση·

ιβ)

διορίζει υπόλογο και υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, οι οποίοι λειτουργούν υπό καθεστώς ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.   Το εκτελεστικό συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους της Eurojust, έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής και δύο άλλα μέλη του συλλογικού οργάνου τα οποία ορίζονται βάσει συστήματος εκ περιτροπής εφαρμοζόμενου ανά διετία σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust. Ο διοικητικός διευθυντής παρίσταται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.   Ο πρόεδρος της Eurojust προεδρεύει στο εκτελεστικό συμβούλιο. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος έχει δικαίωμα μίας ψήφου. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου της Eurojust.

6.   Η θητεία των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου λήγει ταυτόχρονα με τη θητεία τους ως εθνικού μέλους, προέδρου ή αντιπροέδρου.

7.   Το εκτελεστικό συμβούλιο συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά το μήνα. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου του ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήματος δύο τουλάχιστον εκ των υπολοίπων μελών του.

8.   Η Eurojust διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του εκτελεστικού συμβουλίου και διαβουλεύεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με την ανάγκη συμμετοχής σε αυτές τις συνεδριάσεις. Η Eurojust καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να συμμετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, εφόσον συζητούνται ζητήματα τα οποία θεωρεί συναφή προς τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλείται σε συνεδρίαση του εκτελεστικού συμβουλίου, η Eurojust της παρέχει τα σχετικά έγγραφα που τεκμηριώνουν την ημερήσια διάταξη.

ΤΜΗΜΑ V

Διοικητικός διευθυντής

Άρθρο 17

Καθεστώς του διοικητικού διευθυντή

1.   Ο διοικητικός διευθυντής διορίζεται ως έκτακτος υπάλληλος της Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

2.   Ο διοικητικός διευθυντής διορίζεται από το συλλογικό όργανο, από κατάλογο υποψηφίων που προτείνει το εκτελεστικό συμβούλιο, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής σύμφωνη με τον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust. Για τους σκοπούς της σύναψης της σύμβασης εργασίας με τον διοικητικό διευθυντή, η Eurojust εκπροσωπείται από τον πρόεδρο της Eurojust.

3.   Η θητεία του διοικητικού διευθυντή είναι τετραετής. Κατά το τέλος αυτής της περιόδου, το εκτελεστικό συμβούλιο διενεργεί αξιολόγηση στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση των επιδόσεων του διοικητικού διευθυντή.

4.   Το συλλογικό όργανο, ενεργώντας κατόπιν προτάσεως του εκτελεστικού συμβουλίου στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, μπορεί να παρατείνει άπαξ τη θητεία του διοικητικού διευθυντή για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

5.   Ο διοικητικός διευθυντής του οποίου η θητεία έχει παραταθεί δεν συμμετέχει στο τέλος της συνολικής περιόδου σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση.

6.   Ο διοικητικός διευθυντής λογοδοτεί στο συλλογικό όργανο.

7.   Ο διοικητικός διευθυντής μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο δυνάμει απόφασης του συλλογικού οργάνου βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου.

Άρθρο 18

Αρμοδιότητες του διοικητικού διευθυντή

1.   Για διοικητικούς σκοπούς, η Eurojust διευθύνεται από τον διοικητικό διευθυντή της.

2.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών του συλλογικού οργάνου ή του εκτελεστικού συμβουλίου, ο διοικητικός διευθυντής ενεργεί υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν ζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή οποιονδήποτε άλλο φορέα.

3.   Ο διοικητικός διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Eurojust.

4.   Ο διοικητικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων που ανατίθενται στην Eurojust, ιδίως:

α)

την καθημερινή διοίκηση της Eurojust και τη διαχείριση του προσωπικού·

β)

την εφαρμογή των αποφάσεων που εκδίδει το συλλογικό όργανο και το εκτελεστικό συμβούλιο·

γ)

την κατάρτιση του εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 15 και την υποβολή του στο εκτελεστικό συμβούλιο προς εξέταση·

δ)

την εφαρμογή του εγγράφου προγραμματισμού που αναφέρεται στο άρθρο 15 και την υποβολή συναφών εκθέσεων στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συλλογικό όργανο·

ε)

την κατάρτιση της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων της Eurojust και την υποβολή της στο εκτελεστικό συμβούλιο προς εξέταση και στο συλλογικό όργανο προς έκδοση·

στ)

την κατάρτιση σχεδίου δράσης σε συνέχεια των πορισμάτων εσωτερικών ή εξωτερικών εκθέσεων ελέγχου, αξιολογήσεων και ερευνών, μεταξύ άλλων, εκ μέρους του ΕΕΠΔ και της OLAF, καθώς και για την υποβολή έκθεσης προόδου δύο φορές τον χρόνο στο συλλογικό όργανο, στο εκτελεστικό συμβούλιο, στην Επιτροπή και στον ΕΕΠΔ·

ζ)

τη χάραξη στρατηγικής της Eurojust για την καταπολέμηση της απάτης και για την υποβολή της στο εκτελεστικό συμβούλιο προς έγκριση·

η)

την εκπόνηση σχεδίου των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Eurojust·

θ)

την κατάρτιση του σχεδίου κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Eurojust και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της·

ι)

την άσκηση, έναντι του προσωπικού της Eurojust, των εξουσιών που ανατίθενται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού στην αρχή που είναι αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας του λοιπού προσωπικού («εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής»)·

ια)

την εξασφάλιση της παροχής της αναγκαίας διοικητικής στήριξης προς διευκόλυνση του επιχειρησιακού έργου της Eurojust·

ιβ)

την εξασφάλιση της παροχής υποστήριξης στον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους·

ιγ)

την κατάρτιση σχεδίου πρότασης για τον ετήσιο προϋπολογισμό της Εurojust, προς εξέταση στο εκτελεστικό συμβούλιο πριν από την έγκριση από το συλλογικό όργανο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Άρθρο 19

Μηχανισμός επιφυλακής συντονισμού

1.   Για την εκπλήρωση των καθηκόντων της σε επείγουσες περιπτώσεις, η Eurojust συστήνει μηχανισμό επιφυλακής συντονισμού ικανό να λαμβάνει και να διεκπεραιώνει ανά πάσα στιγμή τις αιτήσεις που της διαβιβάζονται. Υπάρχει δυνατότητα επικοινωνίας με τον μηχανισμό επιφυλακής συντονισμού, σε καθημερινή 24ωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα.

2.   Ο μηχανισμός επιφυλακής συντονισμού βασίζεται σε έναν αντιπρόσωπο επιφυλακής συντονισμού ανά κράτος μέλος, ο οποίος μπορεί να είναι το εθνικό μέλος, ο αναπληρωτής του, βοηθός που δικαιούται να αντικαταστήσει το εθνικό μέλος ή αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας. Ο αντιπρόσωπος επιφυλακής συντονισμού είναι διαθέσιμος να ενεργεί σε καθημερινή 24ωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα.

3.   Οι αντιπρόσωποι του μηχανισμού επιφυλακής συντονισμού ενεργούν αποτελεσματικά και αμελλητί προς εκτέλεση αίτησης στο κράτος μέλος τους.

Άρθρο 20

Εθνικό σύστημα συντονισμού της Eurojust

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν ή περισσότερους εθνικούς ανταποκριτές για την Eurojust.

2.   Όλοι οι εθνικοί ανταποκριτές που ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 1 διαθέτουν τις αναγκαίες δεξιότητες και την πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

3.   Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει εθνικό σύστημα συντονισμού της Eurojust για τον συντονισμό των εργασιών που διεξάγονται από:

α)

τους εθνικούς ανταποκριτές της Eurojust·

β)

τους τυχόν εθνικούς ανταποκριτές για ζητήματα σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

γ)

τον εθνικό ανταποκριτή της Eurojust για θέματα τρομοκρατίας·

δ)

τον εθνικό ανταποκριτή του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου για ποινικές υποθέσεις και έως τρία άλλα σημεία επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου·

ε)

τα εθνικά μέλη ή σημεία επαφής του δικτύου για τις κοινές ομάδες ερευνών και τα εθνικά μέλη ή σημεία επαφής των δικτύων που δημιουργούνται με τις αποφάσεις 2002/494/ΔΕΥ, 2007/845/ΔΕΥ και 2008/852/ΔΕΥ·

στ)

εάν συντρέχει περίπτωση, κάθε άλλη σχετική δικαστική αρχή.

4.   Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 διατηρούν τη θέση τους και το καθεστώς τους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, χωρίς αυτό να έχει αισθητό αντίκτυπο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

5.   Οι εθνικοί ανταποκριτές για την Eurojust είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία του εθνικού τους συστήματος συντονισμού της Eurojust. Όταν ορίζονται περισσότεροι του ενός ανταποκριτές για την Eurojust, ένας από αυτούς είναι αρμόδιος για τη λειτουργία του εθνικού τους συστήματος συντονισμού της Eurojust.

6.   Τα εθνικά μέλη ενημερώνονται για όλες τις συνεδριάσεις του εθνικού τους συστήματος συντονισμού της Eurojust όπου συζητούνται θέματα που άπτονται των υποθέσεων. Τα εθνικά μέλη δύνανται να παρίστανται σε αυτές τις συνεδριάσεις όπου κρίνεται αναγκαίο.

7.   Κάθε εθνικό σύστημα συντονισμού της Eurojust διευκολύνει την άσκηση των καθηκόντων της Eurojust εντός του οικείου κράτους μέλους, ιδίως:

α)

εξασφαλίζοντας ότι το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων που αναφέρεται στο άρθρο 23 λαμβάνει τις πληροφορίες που συνδέονται με το οικείο κράτος μέλος κατά αποτελεσματικό και αξιόπιστο τρόπο·

β)

βοηθώντας στον καθορισμό του κατά πόσον μια αίτηση θα πρέπει να διεκπεραιωθεί με τη συνδρομή της Eurojust ή του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου·

γ)

παρέχοντας συνδρομή προς το εθνικό μέλος προκειμένου να εντοπίσει τις κατάλληλες αρχές για την εκτέλεση αιτήσεων και αποφάσεων δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων, αιτήσεων και αποφάσεων όσον αφορά πράξεις με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης·

δ)

διατηρώντας στενές σχέσεις με την εθνική μονάδα της Ευρωπόλ, άλλα σημεία επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου και άλλες συναφείς αρμόδιες εθνικές αρχές.

8.   Για την εκπλήρωση των στόχων που αναφέρονται στην παράγραφο 7, τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β), και γ) συνδέονται, και τα πρόσωπα ή οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία δ) και ε) μπορούν να συνδεθούν, με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 23, 24, 25 και 34. Η δαπάνη σύνδεσης με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων επιβαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.

9.   Η συγκρότηση του εθνικού συστήματος συντονισμού της Eurojust και ο διορισμός των εθνικών ανταποκριτών δεν αποκλείουν άμεσες επαφές μεταξύ του εθνικού μέλους και των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους του.

Άρθρο 21

Ανταλλαγή πληροφοριών με τα κράτη μέλη και μεταξύ των εθνικών μελών

1.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανταλλάσσουν με την Eurojust κάθε πληροφορία αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων. Σε αυτές περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου.

2.   Η διαβίβαση πληροφοριών στην Eurojust ερμηνεύεται μόνο ως αίτηση συνδρομής προς την Eurojust στη συγκεκριμένη υπόθεση εφόσον αυτό προσδιορίζεται από αρμόδια αρχή.

3.   Τα εθνικά μέλη της Εurojust ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της Εurojust μεταξύ τους ή με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση. Ιδίως, τα εθνικά μέλη ενημερώνονται ταχέως από τα εθνικά μέλη για τις υποθέσεις που τα αφορούν.

4.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν τα εθνικά μέλη τους για τη σύσταση κοινών ομάδων ερευνών και για τα αποτελέσματα των εργασιών των ομάδων αυτών.

5.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν τα εθνικά μέλη τους, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για οποιαδήποτε υπόθεση αφορά τουλάχιστον τρία κράτη μέλη και για την οποία έχουν διαβιβασθεί σε δύο τουλάχιστον κράτη μέλη αιτήσεις ή αποφάσεις δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων, αιτήσεις ή αποφάσεις όσον αφορά πράξεις με τις οποίες υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, όταν ισχύει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

α)

η αξιόποινη πράξη επισύρει στο εκδίδον ή αιτούν κράτος μέλος ποινή στερητική της ελευθερίας ή ασφαλιστικό μέτρο στερητικό της ελευθερίας, η ανώτατη διάρκεια του οποίου είναι τουλάχιστον πέντε ή έξι ετών, κατά την κρίση του εν λόγω κράτους μέλους, και περιλαμβάνεται στον εξής κατάλογο:

i)

εμπορία ανθρώπων·

ii)

σεξουαλική κακοποίηση ή σεξουαλική εκμετάλλευση περιλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας και της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς·

iii)

εμπόριο ναρκωτικών·

iv)

παράνομη διακίνηση πυροβόλων όπλων ή εξαρτημάτων τους και μερών τους ή πυρομαχικών και εκρηκτικών·

v)

διαφθορά·

vi)

αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·

vii)

πλαστογραφία χρημάτων ή μέσων πληρωμής·

viii)

δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες·

ix)

εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής·

β)

υπάρχουν αντικειμενικές ενδείξεις για την εμπλοκή εγκληματικής οργάνωσης·

γ)

υπάρχουν ενδείξεις ότι η υπόθεση ενδέχεται να έχει σοβαρή διασυνοριακή διάσταση ή αντίκτυπο σε επίπεδο Ένωσης ή ότι ενδέχεται να επηρεάσει και άλλα κράτη μέλη εκτός από εκείνα τα οποία αφορά άμεσα.

6.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν τα εθνικά μέλη τους για:

α)

υποθέσεις στις οποίες έχει ανακύψει ή ενδέχεται να ανακύψει σύγκρουση δικαιοδοσίας·

β)

ελεγχόμενες παραδόσεις που επηρεάζουν τρία τουλάχιστον κράτη, από τα οποία δύο τουλάχιστον είναι κράτη μέλη·

γ)

επανειλημμένες δυσχέρειες ή αρνήσεις όσον αφορά την εκτέλεση αιτήσεων ή αποφάσεων δικαστικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά αιτήσεις και αποφάσεις βασιζόμενες επί πράξεων διά των οποίων υλοποιείται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης.

7.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν υποχρεούνται να παράσχουν πληροφορίες στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, εφόσον αυτό θα έθιγε βασικά εθνικά συμφέροντα στον τομέα της ασφάλειας ή θα διακύβευε την ασφάλεια προσώπων.

8.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τους όρους που τίθενται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων όρων που έχουν θέσει τρίτες χώρες όσον αφορά τη χρήση των παρεχόμενων πληροφοριών.

9.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις λοιπές υποχρεώσεις όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών στην Eurojust, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου (19).

10.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο διαβιβάζονται κατά διαρθρωμένο τρόπο που καθορίζεται από την Eurojust. Η αρμόδια εθνική αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει αυτές τις πληροφορίες αν έχουν ήδη διαβιβαστεί στην Eurojust σύμφωνα με άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 22

Πληροφορίες που παρέχονται από την Eurojust στις αρμόδιες εθνικές αρχές

1.   Η Eurojust παρέχει στις αρμόδιες εθνικές αρχές πληροφορίες για τα αποτελέσματα της επεξεργασίας των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων με υποθέσεις που έχουν ήδη αποθηκευθεί στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Όταν η αρμόδια εθνική αρχή καλεί την Eurojust να της παράσχει πληροφορίες εντός ορισμένης προθεσμίας, η Eurojust διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες εντός της προθεσμίας αυτής.

Άρθρο 23

Σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, πίνακας και προσωρινά αρχεία εργασίας

1.   Η Εurojust καταρτίζει σύστημα διαχείρισης υποθέσεων αποτελούμενο από προσωρινά αρχεία εργασίας και πίνακα που περιέχουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο παράρτημα II, και δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Σκοπός του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων είναι να:

α)

στηρίζει τη διαχείριση και τον συντονισμό των ερευνών και διώξεων στις οποίες παρέχει συνδρομή η Eurojust, ιδίως με τη διασταύρωση πληροφοριών·

β)

διευκολύνει την πρόσβαση στα στοιχεία σχετικά με διεξαγόμενες έρευνες και διώξεις·

γ)

διευκολύνει τον έλεγχο του κατά πόσον η επεξεργασία της Eurojust των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκτελείται κατά τρόπο σύννομο και σύμφωνα προς τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

3.   Το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων μπορεί να συνδεθεί με την ασφαλή τηλεπικοινωνιακή σύνδεση που προβλέπεται στο άρθρο 9 της απόφασης 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου (20).

4.   Ο πίνακας περιλαμβάνει αναφορές στα προσωρινά αρχεία εργασίας που αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στο πλαίσιο της Eurojust και δεν δύναται να περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εκτός από εκείνα που προβλέπονται στο σημείο 1 στοιχεία α) έως θ), ια) και ιγ) και στο σημείο 2 του παραρτήματος II.

5.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα εθνικά μέλη μπορούν να επεξεργάζονται σε προσωρινό αρχείο εργασίας δεδομένα σχετικά με τις επιμέρους υποθέσεις επί των οποίων εργάζονται. Παρέχουν στον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων πρόσβαση στο προσωρινό αρχείο εργασίας. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενημερώνεται από το οικείο εθνικό μέλος για το άνοιγμα κάθε νέου προσωρινού αρχείου εργασίας που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

6.   Για την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Eurojust δεν δύναται να δημιουργεί κανένα αυτοματοποιημένο αρχείο πλην του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων. Το εθνικό μέλος δύναται, ωστόσο, να αποθηκεύει προσωρινώς και να αναλύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να καθοριστεί αν αυτά τα δεδομένα είναι σχετικά με τα καθήκοντα της Eurojust και μπορούν να περιληφθούν στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων. Αυτά τα δεδομένα μπορούν να διατηρούνται έως τρεις μήνες.

Άρθρο 24

Λειτουργία των προσωρινών αρχείων εργασίας και του πίνακα

1.   Το οικείο εθνικό μέλος ανοίγει προσωρινό αρχείο εργασίας για κάθε περίπτωση για την οποία του διαβιβάζονται πληροφορίες, εφόσον η διαβίβαση αυτή συνάδει με τον παρόντα κανονισμό ή με άλλες ισχύουσες πράξεις. Το εθνικό μέλος είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των προσωρινών αρχείων εργασίας που έχει ανοίξει το εν λόγω εθνικό μέλος.

2.   Το εθνικό μέλος που έχει ανοίξει προσωρινό αρχείο εργασίας αποφασίζει, κατά περίπτωση, εάν θα περιορίσει την πρόσβαση στο προσωρινό αρχείο εργασίας ή θα παράσχει πρόσβαση σε αυτό, εν όλω ή εν μέρει, σε άλλα εθνικά μέλη ή σε εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού της Eurojust ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εργάζεται για λογαριασμό της Eurojust και έχει εξασφαλίσει την απαραίτητη εξουσιοδότηση από τον διοικητικό διευθυντή.

3.   Το εθνικό μέλος που έχει ανοίξει προσωρινό αρχείο εργασίας αποφασίζει επίσης ποιες πληροφορίες σχετικά με το προσωρινό αυτό αρχείο εργασίας περιλαμβάνονται στον πίνακα σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 4.

Άρθρο 25

Πρόσβαση στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων σε εθνικό επίπεδο

1.   Στον βαθμό που είναι συνδεδεμένα με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3, μπορούν να έχουν πρόσβαση μόνο:

α)

στον πίνακα, εκτός εάν το εθνικό μέλος που αποφάσισε να εισαγάγει τα δεδομένα στον πίνακα έχει αρνηθεί ρητώς την πρόσβαση αυτή·

β)

στα προσωρινά αρχεία εργασίας τα οποία έχει ανοίξει ή διαχειρίζεται το εθνικό μέλος του κράτους μέλους τους·

γ)

στα προσωρινά αρχεία εργασίας, τα οποία ανοίγουν ή διαχειρίζονται τα εθνικά μέλη άλλων κρατών μελών και στα οποία έχει πρόσβαση το εθνικό μέλος των κρατών μελών τους, εκτός εάν το εθνικό μέλος το οποίο άνοιξε ή διαχειρίζεται το προσωρινό αρχείο εργασίας έχει αρνηθεί ρητώς την πρόσβαση αυτή.

2.   Το εθνικό μέλος, εντός των ορίων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αποφασίζει σχετικά με τον βαθμό πρόσβασης στους προσωρινούς φακέλους εργασίας που παρέχεται στο κράτος μέλος του στα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3, εφόσον είναι συνδεδεμένα με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων.

3.   Κάθε κράτος μέλος αποφασίζει, μετά από διαβούλευση με το εθνικό του μέλος, ως προς τον βαθμό πρόσβασης στον πίνακα που παρέχεται στο εν λόγω κράτος μέλος στα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3, εφόσον είναι συνδεδεμένα με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Eurojust και στην Επιτροπή την απόφασή τους όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη.

4.   Τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί πρόσβαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 έχουν πρόσβαση στον πίνακα τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτείται προκειμένου να έχουν πρόσβαση στα προσωρινά αρχεία εργασίας στα οποία τους έχει χορηγηθεί πρόσβαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΗΡΟΡΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 26

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust

1.   Ο παρών κανονισμός και το άρθρο 3 και το κεφάλαιο IX του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 εφαρμόζονται στην επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 εφαρμόζεται στην επεξεργασία διοικητικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust, με εξαίρεση το κεφάλαιο IX του εν λόγω κανονισμού.

2.   Οι αναφορές στους «ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων» στον παρόντα κανονισμό νοούνται ως αναφορές στις διατάξεις σχετικά με την προστασία δεδομένων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

3.   Οι κανόνες προστασίας δεδομένων για την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό θεωρούνται ειδικοί κανόνες προστασίας δεδομένων σε σχέση με τους γενικούς κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 3 και στο κεφάλαιο IX του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

4.   Η Eurojust καθορίζει τις προθεσμίες για την αποθήκευση διοικητικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις διατάξεις του κανονισμού της που διέπουν την προστασία των δεδομένων.

Άρθρο 27

Επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Εφόσον είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Eurojust δύναται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και προκειμένου να φέρει εις πέρας τα επιχειρησιακά καθήκοντά της, να επεξεργάζεται με αυτοματοποιημένα μέσα ή σε διαρθρωμένα μη αυτοματοποιημένα αρχεία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μόνο τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρατίθενται στο σημείο 1 του παραρτήματος II και τα οποία αφορούν πρόσωπα τα οποία, κατά το εθνικό δίκαιο των οικείων κρατών μελών είναι πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι από τους οποίους συνάγεται ότι έχουν διαπράξει ή είναι έτοιμα να διαπράξουν αξιόποινη πράξη για την οποία είναι αρμόδια η Eurojust ή τα οποία έχουν καταδικασθεί για τέτοια πράξη.

2.   Η Eurojust μπορεί να επεξεργάζεται μόνον τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρατίθενται στο σημείο 2 του παραρτήματος II και τα οποία αφορούν πρόσωπα τα οποία, κατά το εθνικό δίκαιο των οικείων κρατών μελών, θεωρούνται ως θύματα ή άλλα μέρη ως προς αξιόποινη πράξη, όπως πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε έρευνα ή ποινική δίωξη που αφορά μία ή περισσότερες από τις μορφές εγκληματικότητας ή αξιόποινες πράξεις που ορίζονται στο άρθρο 3, πρόσωπα που μπορούν να προσφέρουν πληροφορίες σχετικά με αξιόποινες πράξεις ή επαφές ή συνεργοί προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η επεξεργασία τέτοιου είδους επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο εφόσον είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της Eurojust, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, και προκειμένου να φέρει εις πέρας τα επιχειρησιακά καθήκοντά της.

3.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για περιορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει τον χρόνο που απαιτείται για την περάτωση της υπόθεσης σε σχέση με την οποία γίνεται η επεξεργασία των δεδομένων, η Eurojust μπορεί επίσης να επεξεργάζεται και άλλα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, πέραν εκείνων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο παράρτημα II τα οποία αφορούν τις περιστάσεις μιας αξιόποινης πράξης, με τις οποίες σχετίζονται άμεσα και περιλαμβάνονται σε διενεργούμενες έρευνες τις οποίες συντονίζει η Eurojust ή συμβάλλει στο συντονισμό τους και υπό την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία τους είναι αναγκαία για τους σκοπούς που περιγράφονται στην παράγραφο 1. Ο υπεύθυνος προστασίας των δεδομένων ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 36 ενημερώνεται αμέσως όταν γίνεται επεξεργασία τέτοιων επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ενημερώνεται σχετικά με τις ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν την αναγκαιότητα της επεξεργασίας των εν λόγω επιχειρησιακών δεδομένων. Όταν αυτά τα άλλα δεδομένα αφορούν μάρτυρες ή θύματα κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η απόφαση για την επεξεργασία τους λαμβάνεται από κοινού από τα οικεία εθνικά μέλη.

4.   Η Eurojust δύναται να επεξεργάζεται ειδικές κατηγορίες επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 . Τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στον πίνακα που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού. Όταν τα δεδομένα αυτά αφορούν μάρτυρες ή θύματα κατά την έννοια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η απόφαση για την επεξεργασία τους λαμβάνεται από τα οικεία εθνικά μέλη.

Άρθρο 28

Επεξεργασία υπό την εποπτεία της Eurojust ή του εκτελούντος την επεξεργασία

Ο εκτελών την επεξεργασία και κάθε πρόσωπο που ενεργεί υπό την εποπτεία της Eurojust ή του εκτελούντος την επεξεργασία ο οποίος έχει πρόσβαση σε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα μόνον κατ’ εντολή της Eurojust, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους.

Άρθρο 29

Προθεσμίες διατήρησης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας από την Eurojust διατηρούνται από την Eurojust μόνον για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Ειδικότερα, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 27 δεν μπορούν να διατηρηθούν πέραν από την πρώτη ισχύουσα ημερομηνία μεταξύ των ακολούθων:

α)

την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας παραγραφής της ποινικής δίωξης σε όλα τα οικεία κράτη μέλη, τα οποία αφορά η έρευνα και οι διώξεις·

β)

την ημερομηνία κατά την οποία η Eurojust πληροφορείται ότι το υποκείμενο των δεδομένων αθωώθηκε και η δικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει την Eurojust χωρίς καθυστέρηση·

γ)

τρία έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη αμετάκλητη η δικαστική απόφαση του τελευταίου των οικείων κρατών μελών στο οποίο αφορά η έρευνα ή η δίωξη·

δ)

την ημερομηνία κατά την οποία η Eurojust και τα οικεία κράτη μέλη διαπίστωσαν ή συμφώνησαν από κοινού ότι δεν ήταν πλέον απαραίτητος ο συντονισμός της έρευνας και των διώξεων από την Eurojust, εκτός εάν υπάρχει υποχρέωση παροχής των συγκεκριμένων πληροφοριών στην Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5 ή 6·

ε)

τρία έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία διαβιβάστηκαν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5 ή 6.

2.   Η τήρηση των προθεσμιών διατήρησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ελέγχεται μονίμως με κατάλληλη αυτοματοποιημένη επεξεργασία που διενεργείται από την Eurojust ιδίως από τη στιγμή που η Eurojust κλείνει την υπόθεση. Διενεργείται επίσης έλεγχος της ανάγκης διατήρησης των δεδομένων ανά τριετία μετά την εισαγωγή τους· τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων εφαρμόζονται στην υπόθεση στο σύνολό της. Εάν επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 27 παράγραφος 4 αποθηκεύονται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ενημερώνεται σχετικά ο ΕΕΠΔ.

3.   Πριν λήξει μια εκ των προθεσμιών διατήρησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Eurojust ελέγχει εάν είναι ανάγκη να συνεχιστεί η διατήρηση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όταν και για όσο είναι αυτό αναγκαίο ώστε να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν οι στόχοι της και μπορεί να αποφασίσει να διατηρήσει κατά παρέκκλιση τα δεδομένα αυτά μέχρι τον επόμενο έλεγχο. Παρέχονται και καταγράφονται οι λόγοι για τη συνέχιση της διατήρησης. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για τη συνέχιση της διατήρησης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τη στιγμή του ελέγχου, τα δεδομένα αυτά διαγράφονται αυτομάτως.

4.   Εάν, σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν διατηρηθεί πέραν των ημερομηνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διενεργείται επίσης έλεγχος της ανάγκης διατήρησης των δεδομένων αυτών από τον ΕΕΠΔ ανά τριετία.

5.   Εάν έχει παρέλθει η προθεσμία διατήρησης του τελευταίου αυτοματοποιημένου δεδομένου που προήλθε από αυτόν τον φάκελο, όλα τα έγγραφα του εν λόγω φακέλου καταστρέφονται, εκτός από τυχόν πρωτότυπα έγγραφα που η Eurojust έχει λάβει από τις εθνικές αρχές και τα οποία πρέπει να επιστρέφονται στον πάροχό τους.

6.   Στην περίπτωση κατά την οποία η Eurojust έχει συντονίσει έρευνα ή διώξεις, τα οικεία εθνικά μέλη ενημερώνουν το ένα το άλλο όταν λαμβάνουν πληροφορίες ότι η υπόθεση έχει απορριφθεί ή ότι όλες οι δικαστικές αποφάσεις σχετικά με την υπόθεση έχουν καταστεί αμετάκλητες.

7.   Η παράγραφος 5 δεν εφαρμόζεται όταν:

α)

η διαγραφή θα έθιγε τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων το οποίο χρήζει προστασίας· σε τέτοιες περιπτώσεις, τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται μόνο με τη ρητή και γραπτή συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων·

β)

η ακρίβεια των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αμφισβητείται από το υποκείμενο των δεδομένων· σε αυτήν την περίπτωση δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 5 για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται ώστε τα κράτη μέλη ή η Eurojust, ανάλογα με την περίπτωση, να εξακριβώσουν την ακρίβεια των εν λόγω δεδομένων·

γ)

τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να διατηρούνται για σκοπούς απόδειξης ή για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση ενός δικαιώματος ενώπιον του δικαστηρίου·

δ)

το υποκείμενο των δεδομένων αντιτάσσεται στη διαγραφή των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ζητεί αντ’ αυτής περιορισμό στη χρήση τους· ή

ε)

τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι επίσης αναγκαία για λόγους αρχειοθέτησης που άπτονται του δημόσιου συμφέροντος ή για στατιστικούς σκοπούς.

Άρθρο 30

Ασφάλεια των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Η Eurojust και τα κράτη μέλη ορίζουν μηχανισμούς οι οποίοι διασφαλίζουν ότι τα μέτρα ασφαλείας όπως αναφέρονται στο άρθρο 91 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 λαμβάνονται υπόψη στην οριοθέτηση των συστημάτων πληροφοριών.

Άρθρο 31

Δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων

1.   Οποιοδήποτε υποκείμενο δεδομένων επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα πρόσβασης που αναφέρεται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 για τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν και τα οποία έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία από την Eurojust υποβάλλουν αίτηση στην Eurojust ή στην εθνική εποπτική αρχή στο κράτος μέλος της επιλογής του υποκειμένου των δεδομένων. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Eurojust αμελλητί και σε κάθε περίπτωση εντός μηνός από την παραλαβή της.

2.   Η Eurojust απαντά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αίτηση και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της.

3.   Η Eurojust ζητά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών σχετικά με την απόφαση που καλείται να λάβει σε απάντηση αίτησης. Η απόφαση για τη χορήγηση πρόσβασης σε δεδομένα λαμβάνεται από την Eurojust μόνο σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη που επηρεάζονται άμεσα από την κοινοποίηση των δεδομένων. Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει αντίρρηση για την απόφαση που προτείνει να λάβει η Eurojust, γνωστοποιεί τους λόγους της διαφωνίας του στην Eurojust. Η Eurojust συμμορφώνεται προς οποιαδήποτε τέτοια αντίρρηση. Τα οικεία εθνικά μέλη ενημερώνουν στη συνέχεια τις αρμόδιες αρχές για το περιεχόμενο της απόφασης της Eurojust.

4.   Τα εθνικά μέλη στα οποία αφορά η αίτηση, την εξετάζουν και αποφασίζουν εξ ονόματος της Eurojust. Σε περίπτωση που τα οικεία εθνικά μέλη δεν συμφωνούν, φέρουν το θέμα στο συλλογικό όργανο το οποίο αποφασίζει επί της αιτήσεως με πλειοψηφία δύο τρίτων.

Άρθρο 32

Περιορισμοί του δικαιώματος πρόσβασης

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 81 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, η Eurojust ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων αφού ζητήσει τη γνώμη των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 33

Δικαίωμα περιορισμού ως προς την επεξεργασία

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 7 του παρόντος κανονισμού, όταν η επεξεργασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχει περιοριστεί βάσει του άρθρου 82 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, τα εν λόγω δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία, μόνο για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου το οποίο είναι διάδικος στη δίκη στην οποία είναι διάδικος η Eurojust ή για τους σκοπούς του άρθρου 82 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

Άρθρο 34

Επιτρεπόμενη πρόσβαση σε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εντός της Eurojust

Μόνο εθνικά μέλη, οι αναπληρωτές τους, οι βοηθοί τους και οι εξουσιοδοτημένοι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3, εφόσον συνδέονται με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, καθώς και εξουσιοδοτημένο προσωπικό της Eurojust μπορούν, για σκοπούς εκπλήρωσης των καθηκόντων της Eurojust, να έχουν πρόσβαση στα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργάζεται η Eurojust εντός των ορίων που προβλέπονται στα άρθρα 23, 24 και 25.

Άρθρο 35

Αρχεία κατηγοριών δραστηριοτήτων επεξεργασίας

1.   Η Eurojust διατηρεί αρχείο όλων των κατηγοριών δραστηριοτήτων επεξεργασίας που εκτελούνται υπ’ ευθύνη της. Το εν λόγω αρχείο περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα στοιχεία επικοινωνίας της Eurojust και το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνού της προστασίας δεδομένων·

β)

τους σκοπούς της επεξεργασίας·

γ)

περιγραφή των κατηγοριών των υποκειμένων δεδομένων και των κατηγοριών επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)

τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους πρόκειται να γνωστοποιηθούν ή γνωστοποιήθηκαν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένων των αποδεκτών σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς·

ε)

κατά περίπτωση, τις διαβιβάσεις επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου προσδιορισμού της εν λόγω τρίτης χώρας ή του διεθνούς οργανισμού·

στ)

εφόσον είναι δυνατόν, τις προβλεπόμενες προθεσμίες διαγραφής των διάφορων κατηγοριών δεδομένων·

ζ)

όπου είναι δυνατό, γενική περιγραφή των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 91 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

2.   Τα αρχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 καταρτίζονται γραπτώς, μεταξύ άλλων σε ηλεκτρονική μορφή.

3.   Η Eurojust θέτει το αρχείο στη διάθεση του ΕΕΠΔ κατόπιν αιτήσεως.

Άρθρο 36

Ορισμός του υπευθύνου προστασίας δεδομένων

1.   Το εκτελεστικό συμβούλιο ορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων είναι μέλος του προσωπικού που διορίζεται ειδικά για τον σκοπό αυτό. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενεργεί ανεξάρτητα και δεν δύναται να λαμβάνει εντολές.

2.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων επιλέγεται βάσει των επαγγελματικών του προσόντων, και ιδίως βάσει της εμπειρογνωσίας που διαθέτει στον τομέα του δικαίου και της πρακτικής στον τομέα της προστασίας δεδομένων, και της ικανότητας να εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως αυτά του άρθρου 38.

3.   Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων δεν μπορεί να οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της ιδιότητάς του ως υπευθύνου και άλλων επισήμων καθηκόντων που μπορεί ενδεχομένως να ασκεί, ιδίως στα πλαίσια της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

4.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διορίζεται για θητεία τεσσάρων ετών και η θητεία του μπορεί να ανανεωθεί μέχρι συνολικά οκτώ έτη κατ’ ανώτατο. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων είναι δυνατόν να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του ως υπευθύνου προστασίας δεδομένων από το Εκτελεστικό Συμβούλιο μόνο με τη συγκατάθεση του ΕΕΠΔ, εφόσον έχει παύσει πλέον να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.   Η Eurojust δημοσιεύει τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και τα γνωστοποιεί στον ΕΕΠΔ.

Άρθρο 37

Θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων

1.   Η Eurojust εξασφαλίζει ότι ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων συμμετέχει δεόντως και εγκαίρως σε όλα τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η Eurojust στηρίζει τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων κατά την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 38, παρέχοντάς του τους αναγκαίους πόρους και προσωπικό προς εκτέλεση των καθηκόντων αυτών και επιτρέποντας του την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε πράξεις επεξεργασίας, καθώς και για τη διατήρηση της εμπειρογνωσίας του.

3.   Η Eurojust εξασφαλίζει ότι ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων δεν λαμβάνει εντολές για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων δεν απολύεται ούτε υφίσταται κυρώσεις από το Εκτελεστικό Συμβούλιο επειδή επιτέλεσε τα καθήκοντά του. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων λογοδοτεί απευθείας στο συλλογικό όργανο σε σχέση με τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στο εκτελεστικό συμβούλιο σε σχέση με τα διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

4.   Τα υποκείμενα των δεδομένων μπορούν να επικοινωνούν με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων για κάθε ζήτημα σχετικό με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν και με την άσκηση των δικαιωμάτων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

5.   Το εκτελεστικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες εφαρμογής σχετικά με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής αφορούν, ιδίως, τη διαδικασία επιλογής για τη θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων, την καθαίρεσή του, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων.

6.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων και το προσωπικό του υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το άρθρο 72.

7.   Ο υπεύθυνος της επεξεργασίας, ο εκτελών την επεξεργασία, η οικεία επιτροπή προσωπικού και κάθε φυσικό πρόσωπο μπορούν να συμβουλεύονται τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων σχετικά με οποιοδήποτε θέμα άπτεται της ερμηνείας ή της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, χωρίς να ακολουθούν την επίσημη οδό. Ουδείς επιτρέπεται να υποστεί ζημία διότι φέρει σε γνώση του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων γεγονός το οποίο ισχυρίζεται ότι συνιστά παραβίαση του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725

8.   Μετά τον ορισμό του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων καταχωρείται στον ΕΕΠΔ από την Eurojust.

Άρθρο 38

Καθήκοντα του υπευθύνου προστασίας δεδομένων

1.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων έχει ειδικότερα τα ακόλουθα καθήκοντα όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α)

εξασφαλίζει υπό καθεστώς ανεξαρτησίας τη συμμόρφωση της Eurojust με τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 , και με τις συναφείς διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust· τούτο περιλαμβάνει την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725, με άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου περί προστασίας των δεδομένων και με τις πολιτικές της Eurojust σε σχέση με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων της ανάθεσης αρμοδιοτήτων, της ενίσχυσης της ευαισθητοποίησης και της κατάρτισης των υπαλλήλων που συμμετέχουν στις πράξεις επεξεργασίας, και των σχετικών ελέγχων,

β)

ενημερώνει και συμβουλεύει την Eurojust και τους υπαλλήλους που εκτελούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725, και από άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου σχετικά με την προστασία δεδομένων,

γ)

παρέχει συμβουλές, όταν ζητείται, όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων από πλευράς προστασίας των δεδομένων και παρακολουθεί την υλοποίησή της σύμφωνα με το άρθρο 89 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725,

δ)

εξασφαλίζει ότι τηρείται αρχείο για τη διαβίβαση και την παραλαβή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στον εσωτερικό κανονισμό της Eurojust,

ε)

συνεργάζεται με το προσωπικό της Eurojust που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες, την εκπαίδευση και την παροχή συμβουλών σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων,

στ)

συνεργάζεται με τον ΕΕΠΔ,

ζ)

εξασφαλίζει ότι τα υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται για τα δικαιώματά τους βάσει του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725,

η)

ενεργεί ως σημείο επικοινωνίας για τον ΕΕΠΔ σχετικά με ζητήματα συναφή με την επεξεργασία, περιλαμβανομένης της προηγούμενης διαβούλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 90 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, και πραγματοποιεί διαβουλεύσεις, ανάλογα με την περίπτωση, για οποιοδήποτε άλλο θέμα,

θ)

παρέχει συμβουλές, κατόπιν σχετικού αιτήματος, όσον αφορά την αναγκαιότητα γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει των άρθρων 92 και 93 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725,

ι)

καταρτίζει ετήσια έκθεση και κοινοποιεί την εν λόγω έκθεση στο εκτελεστικό συμβούλιο, το συλλογικό όργανο και τον ΕΕΠΔ.

2.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 όσον αφορά τα διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων και τα μέλη του προσωπικού της Eurojust που επικουρούν τον υπεύθυνο προστασίας των δεδομένων στην εκτέλεση των καθηκόντων του έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Eurojust και στους χώρους της στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

4.   Εάν ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θεωρεί ότι δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 σχετικά με την επεξεργασία διοικητικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ότι οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 3 και του κεφαλαίου ΙΧ του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 σχετικά με την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει σχετικά το εκτελεστικό συμβούλιο ζητώντας του την επίλυση του ζητήματος της μη συμμόρφωσης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Αν το εκτελεστικό συμβούλιο δεν δώσει λύση στο ζήτημα της μη συμμόρφωσης εντός της προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων παραπέμπει το ζήτημα στον ΕΕΠΔ.

Άρθρο 39

Κοινοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις οικείες αρχές

1.   Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Eurojust κοινοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την εν λόγω παραβίαση στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών.

2.   Η κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, κατ’ ελάχιστον:

α)

περιγράφει τη φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι δυνατό και προσήκον, των κατηγοριών και του αριθμού των εκάστοτε υποκειμένων των δεδομένων και των κατηγοριών και του αριθμού των σχετικών αρχείων δεδομένων·

β)

περιγράφει τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ)

περιγράφει τα μέτρα που προτείνονται ή που λήφθηκαν από την Eurojust για την αντιμετώπιση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· και

δ)

όπου είναι σκόπιμο, συνιστά μέτρα για τον μετριασμό των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 40

Εποπτεία από τον ΕΕΠΔ

1.   Ο ΕΕΠΔ είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust, καθώς και για την παροχή συμβουλών προς την Eurojust και τα υποκείμενα δεδομένων για όλα τα θέματα που αφορούν την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για τον σκοπό αυτό, ο ΕΕΠΔ εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και συνεργάζεται με τις εθνικές εποπτικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 42.

2.   Ο ΕΕΠΔ έχει τα ακόλουθα καθήκοντα βάσει του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725:

α)

ακούει και εξετάζει τις καταγγελίες και ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τα αποτελέσματα εντός εύλογης προθεσμίας·

β)

διενεργεί έρευνες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει καταγγελίας και ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων για τα αποτελέσματα εντός εύλογης προθεσμίας·

γ)

παρακολουθεί και διασφαλίζει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust·

δ)

συμβουλεύει την Eurojust, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αφού ζητηθεί η γνώμη του, επί όλων των θεμάτων επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως πριν από τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων από την Eurojust σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

3.   Ο ΕΕΠΔ δύναται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, και λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες για τις έρευνες και τις διώξεις στα κράτη μέλη:

α)

να παρέχει συμβουλές στα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους·

β)

να παραπέμπει στην Eurojust περιπτώσεις εικαζόμενης παράβασης των διατάξεων σχετικά με την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ενδεχομένως, να διατυπώνει προτάσεις για την επανόρθωση αυτής της παράβασης και τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)

να συμβουλεύεται την Eurojust όταν αιτήματα για άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων σε σχέση με επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν απορριφθεί κατά παράβαση του άρθρου 31, 32 ή 33 του παρόντος κανονισμού ή των άρθρων 77 έως 82 ή του άρθρου 84 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725·

δ)

να προειδοποιεί την Eurojust·

ε)

να διατάσσει την Eurojust να προβεί σε διόρθωση, περιορισμό ή διαγραφή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία από την Eurojust κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να κοινοποιεί τα μέτρα αυτά σε τρίτους στους οποίους έχουν κοινολογηθεί τα δεδομένα αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων της Eurojust που ορίζονται στο άρθρο 2·

στ)

να παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο) υπό τους όρους που προβλέπει η ΣΛΕΕ·

ζ)

να παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου.

4.   Ο ΕΕΠΔ έχει πρόσβαση στα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Eurojust και στους χώρους της στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.   Ο ΕΕΠΔ καταρτίζει ετήσια έκθεση σχετικά με τις εποπτικές δραστηριότητές του όσον αφορά την Eurojust. Η έκθεση αυτή είναι τμήμα της ετήσιας έκθεσης του ΕΕΠΔ που αναφέρεται στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725. Οι εθνικές εποπτικές αρχές καλούνται να υποβάλουν παρατηρήσεις επί αυτής της έκθεσης, προτού αυτή καταστεί τμήμα της ετήσιας έκθεσης του ΕΕΠΔ η οποία αναφέρεται στο άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725. Ο ΕΕΠΔ λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις παρατηρήσεις των εθνικών εποπτικών αρχών και, σε κάθε περίπτωση, κάνει σχετική αναφορά στην ετήσια έκθεση.

6.   Η Eurojust συνεργάζεται με τον ΕΕΠΔ, κατόπιν αιτήσεως αυτού, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Άρθρο 41

Επαγγελματικό απόρρητο του ΕΕΠΔ

1.   Ο ΕΕΠΔ και το προσωπικό υποχρεούνται, τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας τους όσο και μετά τη λήξη της, να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο όσον αφορά οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες έχουν περιέλθει σε γνώση τους κατά την εκτέλεση των επίσημων καθηκόντων τους.

2.   Ο ΕΕΠΔ, κατά την άσκηση των εποπτικών εξουσιών του, λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη το απόρρητο των δικαστικών ερευνών και των ποινικών διαδικασιών, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή του κράτους μέλους.

Άρθρο 42

Συνεργασία μεταξύ του ΕΕΠΔ και των εθνικών εποπτικών αρχών

1.   Ο ΕΕΠΔ ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές όσον αφορά συγκεκριμένα ζητήματα που απαιτούν τη συμμετοχή των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση που ο ΕΕΠΔ ή εθνική εποπτική αρχή διαπιστώσει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πρακτικών των κρατών μελών ή δυνητικά παράνομη διαβίβαση δεδομένων μέσω των διαύλων επικοινωνίας της Eurojust, ή στο πλαίσιο ζητημάτων που εγείρονται από μία ή περισσότερες εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία του παρόντος κανονισμού.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξασφαλίζεται συντονισμένη εποπτεία, σύμφωνα με το άρθρο 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

3.   Ο ΕΕΠΔ ενημερώνει πλήρως τις εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με όλα τα ζητήματα που τις θίγουν άμεσα ή τις αφορούν. Κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσοτέρων εθνικών εποπτικών αρχών, ο ΕΕΠΔ τις ενημερώνει επί συγκεκριμένων θεμάτων.

4.   Σε περιπτώσεις που αφορούν δεδομένα προερχόμενα από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων του άρθρου 43 παράγραφος 3, ο ΕΕΠΔ συνεννοείται με τις ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές. Ο ΕΕΠΔ δεν αποφασίζει τη λήψη περαιτέρω μέτρων προτού οι εν λόγω εθνικές εποπτικές αρχές τον ενημερώσουν σχετικά με τη θέση τους, εντός προθεσμίας την οποία καθορίζει ο ίδιος. Η εν λόγω προθεσμία είναι μεταξύ ενός και τριών μηνών. Ο ΕΕΠΔ λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τη θέση των ενδιαφερομένων εθνικών εποπτικών αρχών. Σε περιπτώσεις όπου ο ΕΕΠΔ προτίθεται να μην ακολουθήσει τη θέση τους, τις ενημερώνει, παρέχει αιτιολόγηση και υποβάλλει το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων.

Στις περιπτώσεις τις οποίες ο ΕΕΠΔ κρίνει εξαιρετικά επείγουσες, μπορεί να αποφασίσει τη λήψη άμεσων μέτρων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ΕΕΠΔ ενημερώνει πάραυτα τις ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές και αιτιολογεί τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης καθώς και τα μέτρα που έλαβε.

5.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές ενημερώνουν τον ΕΕΠΔ για κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν σε σχέση με τη διαβίβαση, ανάκτηση ή άλλου είδους κοινοποίηση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 43

Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον ΕΕΠΔ σε σχέση με επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα

1.   Κάθε υποκείμενο δεδομένων έχει δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στον ΕΕΠΔ, εφόσον κρίνει ότι η επεξεργασία από την Eurojust επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν δεν συνάδει προς τον παρόντα κανονισμό ή τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

2.   Όταν η καταγγελία αφορά απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 31, 32 ή 33 του παρόντος κανονισμού ή το άρθρο 80, 81 ή 82 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, ο ΕΕΠΔ ζητά τη γνώμη των εθνικών εποπτικών αρχών ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής του κράτους μέλους που παρέσχε τα δεδομένα ή του άμεσα ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Κατά τη λήψη της απόφασής του, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε άρνηση κοινοποίησης οποιασδήποτε πληροφορίας, ο ΕΕΠΔ λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της εθνικής εποπτικής αρχής ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής.

3.   Όταν η καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων που έχουν διαβιβασθεί στην Eurojust από κράτος μέλος, ο ΕΕΠΔ και η εθνική εποπτική αρχή του κράτους μέλους που παρέσχε τα δεδομένα διασφαλίζουν, ενεργώντας αμφότεροι στο πλαίσιο της άσκησης των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, ότι έχουν διεξαχθεί ορθά οι απαραίτητοι έλεγχοι νομιμότητας της επεξεργασίας των δεδομένων.

4.   Όταν η καταγγελία αφορά την επεξεργασία δεδομένων που έχουν διαβιβασθεί στην Ευρωπόλ από θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από τρίτες χώρες ή από διεθνείς οργανισμούς ή την επεξεργασία δεδομένων που η Eurojust έχει ανακτήσει από δημοσίως διαθέσιμες πηγές, ο ΕΕΠΔ διασφαλίζει ότι η Eurojust έχει διεξαγάγει ορθά τους απαραίτητους ελέγχους νομιμότητας της επεξεργασίας των δεδομένων.

5.   Ο ΕΕΠΔ ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας, καθώς και για τη δυνατότητα άσκησης δικαστικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 44.

Άρθρο 44

Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά του ΕΕΠΔ

Προσφυγές κατά των αποφάσεων του ΕΕΠΔ όσον αφορά επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου.

Άρθρο 45

Ευθύνη για θέματα προστασίας των δεδομένων

1.   Η Eurojust επεξεργάζεται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η αρχή η οποία παρέσχε τα δεδομένων ή η πηγή από την οποία έχουν ανακτηθεί τα δεδομένα.

2.   Την ευθύνη για την ακρίβεια των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φέρει:

α)

η Eurojust για επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται από κράτος μέλος ή από θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης σε περίπτωση που τα παρεχόμενα δεδομένα τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας δεδομένων από την Eurojust·

β)

το κράτος μέλος ή το θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης που παρέσχε τα δεδομένα στην Eurojust, σε περίπτωση που τα υποβληθέντα δεδομένα δεν τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας δεδομένων από την Eurojust·

γ)

η Eurojust για επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχονται από τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, καθώς και για επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανακτώνται από την Eurojust από πηγές διαθέσιμες στο κοινό.

3.   Την ευθύνη για τη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 όσον αφορά τα διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και για τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό και με το άρθρο 3 και με το κεφάλαιο IX του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 όσον αφορά τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα φέρει η Eurojust.

Την ευθύνη για τη νομιμότητα μιας διαβίβασης επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φέρει:

α)

όταν κράτος μέλος έχει παράσχει τα εν επιχειρησιακά δεδομένα στην Eurojust, το εν λόγω κράτος μέλος·

β)

η Eurojust, όταν αυτή έχει παράσχει τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε κράτη μέλη, θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς.

4.   Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, η Eurojust είναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων που εκτελεί.

Άρθρο 46

Ευθύνη λόγω μη επιτρεπόμενης ή λανθασμένης επεξεργασίας δεδομένων

1.   Η Eurojust ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΣΛΕΕ, για κάθε ζημία που υπέστη πρόσωπο λόγω μη επιτρεπόμενης ή λανθασμένης επεξεργασίας δεδομένων που διενεργήθηκε από αυτήν.

2.   Οι καταγγελίες κατά της Εurojust στο πλαίσιο της ευθύνης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εγείρονται ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 268 ΣΛΕΕ.

3.   Κάθε κράτος μέλος είναι υπεύθυνο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, για κάθε ζημία που υπέστη πρόσωπο λόγω μη επιτρεπομένης ή λανθασμένης επεξεργασίας δεδομένων που διενεργήθηκε από αυτό τα οποία διαβιβάσθηκαν στην Eurojust.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΤΑΙΡΟΥΣ

ΤΜΗΜΑ I

Κοινεσ διαταξεισ

Άρθρο 47

Κοινές διατάξεις

1.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Eurojust δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με τη στρατηγική συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 52.

2.   Στον βαθμό που είναι σκόπιμο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 8 και το άρθρο 76, η Eurojust δύναται να ανταλλάσσει απευθείας κάθε πληροφορία με τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, η Eurojust δύναται να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τους φορείς της παραγράφου 1. Οι εν λόγω συμφωνίες συνεργασίας δεν αποτελούν βάση που να επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν την Ένωση ή τα κράτη μέλη της.

4.   Η Eurojust δύναται να παραλαμβάνει και να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση της αποστολής της και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

5.   Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται από την Eurojust σε θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, σε τρίτες χώρες ή σε διεθνείς οργανισμούς εάν αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους και είναι σύμφωνο με τα άρθρα 55 και 56. Εάν τα δεδομένα που πρόκειται να διαβιβασθούν έχουν παρασχεθεί από κράτος μέλος, η Eurojust οφείλει να λάβει τη συγκατάθεση της σχετικής αρμόδιας αρχής του εν λόγω κράτους μέλους, εκτός εάν το κράτος μέλος έχει χορηγήσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην περαιτέρω διαβίβαση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

6.   Όταν κράτη μέλη, θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμοί έχουν λάβει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από την Eurojust η περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων αυτών σε τρίτους απαγορεύεται, εκτός εάν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η Eurojust έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη συγκατάθεση του κράτους μέλους που παρέσχε τα δεδομένα,

β)

η Eurojust έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή της μετά από εξέταση των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης,

γ)

η περαιτέρω διαβίβαση είναι μόνο για ειδικό σκοπό ο οποίος είναι ασύμβατος με τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν τα δεδομένα.

ΤΜΗΜΑ II

Σχεσεισ με εταιρουσ εντοσ της Ένωσης

Άρθρο 48

Συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο και άλλα δίκτυα της Ένωσης που συμμετέχουν στη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις

1.   Η Eurojust και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο διατηρεί προνομιακές σχέσεις μεταξύ τους, οι οποίες βασίζονται στη διαβούλευση και τη συμπληρωματικότητα, ειδικότερα μεταξύ του εθνικού μέλους, των σημείων επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου στο ίδιο κράτος μέλος με το εθνικό μέλος, και των εθνικών ανταποκριτών της Eurojust και του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου. Προκειμένου να εξασφαλίζεται αποτελεσματική συνεργασία, λαμβάνονται τα ακόλουθα μέτρα:

α)

κατά περίπτωση, τα εθνικά μέλη ενημερώνουν τα σημεία επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για όλες τις υποθέσεις που εκτιμούν ότι το δίκτυο μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα·

β)

η γραμματεία του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου αποτελεί τμήμα του προσωπικού της Eurojust. Λειτουργεί ως χωριστή μονάδα· μπορεί να χρησιμοποιεί τους διοικητικούς πόρους της Eurojust που είναι απαραίτητοι για την εκπλήρωση του έργου του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου, μεταξύ άλλων, για την κάλυψη των εξόδων των συνεδριάσεων της ολομέλειας του δικτύου·

γ)

τα σημεία επαφής του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου μπορούν να καλούνται, κατά περίπτωση, στις συνεδριάσεις της Eurojust·

δ)

η Eurojust και το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο μπορούν να κάνουν χρήση του εθνικού συστήματος συντονισμού της Eurojust όταν καθορίζουν βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 7 στοιχείο β) αν μια αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί με τη συνδρομή της Eurojust ή του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου.

2.   H γραμματεία του δικτύου για τις κοινές ομάδες ερευνών και η γραμματεία του δικτύου που δημιουργείται με την απόφαση 2002/494/ΔΕΥ αποτελεί μέρος του προσωπικού της Eurojust. Οι γραμματείες αυτές λειτουργούν ως χωριστές μονάδες. Έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τους διοικητικούς πόρους της Eurojust που είναι απαραίτητοι για την εκπλήρωση του έργου τους. Η Eurojust διασφαλίζει τον συντονισμό μεταξύ των γραμματειών. Η παρούσα παράγραφος ισχύει για τη γραμματεία κάθε σχετικού δικτύου που συμμετέχει σε δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις για τις οποίες οφείλει η Eurojust να παράσχει υποστήριξη με τη μορφή γραμματείας. Η Eurojust δύναται να υποστηρίζει σχετικά ευρωπαϊκά δίκτυα και φορείς που συμμετέχουν σε δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, ακόμη εάν χρειαστεί και μέσω γραμματείας στεγαζόμενης στους χώρους της Eurojust.

3.   Το δίκτυο που δημιουργείται με την απόφαση 2008/852/ΔΕΥ μπορεί να ζητήσει από την Eurojust να του παράσχει γραμματειακή υποστήριξη. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιου αιτήματος, εφαρμόζεται η παράγραφος 2.

Άρθρο 49

Σχέσεις με την Ευρωπόλ

1.   Η Eurojust λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε να μπορεί η Ευρωπόλ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να έχει έμμεση πρόσβαση βάσει συστήματος σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit) σε πληροφορίες που παρέχονται στην Eurojust, με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που υποδεικνύονται από τα κράτη μέλη, θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από τις τρίτες χώρες ή από τους διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες. Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Eurojust κινεί διαδικασία ώστε να επιτραπεί η διάδοση των πληροφοριών που κατέληξαν σε σύμπτωση, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους, θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης, της τρίτης χώρας, ή του διεθνούς οργανισμού που παρέσχε τις πληροφορίες στην Eurojust.

2.   Οι αναζητήσεις πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να καθορίζεται το κατά πόσον οι πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Ευρωπόλ συμπίπτουν με πληροφορίες τις οποίες επεξεργάζεται η Eurojust.

3.   Η Eurojust επιτρέπει την πραγματοποίηση αναζήτησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 μόνο αφού λάβει πληροφορίες από την Ευρωπόλ σχετικά με το ποιοι υπάλληλοι της Ευρωπόλ έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν τέτοιου είδους αναζήτηση.

4.   Εάν κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων επεξεργασίας της Eurojust στο πλαίσιο κάποιας μεμονωμένης έρευνας, η Eurojust ή κάποιο κράτος μέλος διαπιστώσουν την ανάγκη συντονισμού, συνεργασίας ή συνδρομής, εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, η Eurojust ενημερώνει σχετικά την Ευρωπόλ και κινεί διαδικασία για τη διάδοση των πληροφοριών, ανάλογα με την απόφαση του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες. Σε αυτήν την περίπτωση, η Eurojust ζητά τη γνώμη την Ευρωπόλ.

5.   Η Eurojust θεσπίζει και διατηρεί στενή συνεργασία με την Ευρωπόλ, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των καθηκόντων των δύο οργανισμών και για την επίτευξη των στόχων τους, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι ανάγκη να αποφεύγεται η αλληλεπικάλυψη των προσπαθειών.

Για τον σκοπό αυτόν, ο Εκτελεστικός Διευθυντής της Ευρωπόλ και ο πρόεδρος της Eurojust συνεδριάζουν τακτικά για να εξετάσουν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.

6.   Η Ευρωπόλ τηρεί κάθε γενικό ή ειδικό περιορισμό στην πρόσβαση ή στη χρήση, που της έχουν θέσει τα κράτη μέλη, θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμοί σχετικά με τις πληροφορίες που έδωσε.

Άρθρο 50

Σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

1.   Η Eurojust συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία βασίζεται στην αμοιβαία συνεργασία στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και εντολών τους και στην ανάπτυξη των μεταξύ τους επιχειρησιακών και διοικητικών δεσμών, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο. Προς τούτο, ο πρόεδρος της Eurojust και ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας συνεδριάζουν σε τακτική βάση για να συζητήσουν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Συνεδριάζουν μετά από αίτημα του προέδρου της Eurojust ή του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα.

2.   Η Eurojust χειρίζεται αιτήσεις προερχόμενες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τις διεκπεραιώνει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, ως εάν είχαν προέλθει από εθνική αρχή αρμόδια για τη δικαστική συνεργασία.

3.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο προκειμένου να υποστηρίξει τη συνεργασία που συνάπτεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Eurojust χρησιμοποιεί τα εθνικά συστήματα συντονισμού της Eurojust, τα οποία θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 20, καθώς και τις σχέσεις που έχει συνάψει με τρίτες χώρες, περιλαμβανομένων των δικαστικών συνδέσμων της.

4.   Σε επιχειρησιακά θέματα σχετικά με αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Εurojust ενημερώνει και, όπου αρμόζει, συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της που αφορούν διασυνοριακές υποθέσεις, μεταξύ άλλων με τους εξής τρόπους:

α)

ανταλλάσσοντας πληροφορίες σχετικά με τις υποθέσεις της, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β)

ζητώντας την παροχή υποστήριξης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

5.   Η Εurojust έχει έμμεση πρόσβαση σε πληροφορίες στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει συστήματος αντιστοιχίας/μη αντιστοιχίας (hit/no hit). Κάθε φορά που εντοπίζεται σύμπτωση πληροφοριών μεταξύ των δεδομένων που εισάγονται στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και των δεδομένων που τηρούνται από την Eurojust, η σύμπτωση αυτή γνωστοποιείται τόσο στην Eurojust όσο και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όπως και στα κράτη μέλη που έχουν παράσχει τα δεδομένα στην Eurojust. Η Εurojust λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μπορεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες στο σύστημά της διαχείρισής υποθέσεων βάσει συστήματος αντιστοιχίας/μη αντιστοιχίας (hit/no hit).

6.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να βασίζεται στη στήριξη και τους πόρους των διοικητικών υπηρεσιών της Eurojust. Για τον σκοπό αυτό, η Eurojust μπορεί να παρέχει υπηρεσίες κοινού ενδιαφέροντος στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι λεπτομέρειες ορίζονται με συμφωνία.

Άρθρο 51

Σχέσεις με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης

1.   Η Eurojust συνάπτει και διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με το ευρωπαϊκό δίκτυο κατάρτισης δικαστικών.

2.   Η OLAF συμβάλλει στο έργο συντονισμού της Eurojust όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013.

3.   H Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή συμβάλλει στο έργο της Eurojust μεταξύ άλλων μέσω της διαβίβασης πληροφοριών που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία σύμφωνα με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που έχει δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21). Η επεξεργασία από την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

4.   Για τις ανάγκες της παραλαβής και της διαβίβασης των πληροφοριών μεταξύ της Eurojust και της OLAF και με την επιφύλαξη του άρθρου 8 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη μεριμνούν προκειμένου τα εθνικά μέλη της Eurojust να θεωρούνται αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μόνον για τις ανάγκες του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της OLAF και των εθνικών μελών δεν θίγει τις υποχρεώσεις για παροχή πληροφοριών σε άλλες αρμόδιες αρχές δυνάμει των κανονισμών αυτών.

ΤΜΗΜΑ III

Διεθνησ συνεργασια

Άρθρο 52

Σχέσεις με τις αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς

1.   Η Eurojust δημιουργεί και διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τις αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς.

Για τον σκοπό αυτόν, η Eurojust καταρτίζει στρατηγική συνεργασίας ανά τετραετία σε συνεννόηση με την Επιτροπή, που προσδιορίζει τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς με τους οποίους υπάρχει επιχειρησιακή ανάγκη συνεργασίας.

2.   Η Eurojust δύναται να συνάπτει ρυθμίσεις εργασίας με τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1.

3.   Η Eurojust δύναται να ορίζει σημεία επαφής σε τρίτες χώρες με τη σύμφωνη γνώμη των ενδιαφερομένων αρμόδιων αρχών, με σκοπό τη διευκόλυνση της συνεργασίας σύμφωνα με τις επιχειρησιακές ανάγκες της Eurojust.

Άρθρο 53

Δικαστικοί σύνδεσμοι τοποθετημένοι σε τρίτες χώρες

1.   Με σκοπό τη διευκόλυνση της δικαστικής συνεργασίας με τρίτες χώρες σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η Eurojust παρέχει συνδρομή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το συλλογικό όργανο μπορεί να τοποθετεί δικαστικούς συνδέσμους σε τρίτη χώρα, με την επιφύλαξη ρύθμισης εργασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 3, με τις αρμόδιες αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας.

2.   Τα καθήκοντα των δικαστικών συνδέσμων περιλαμβάνουν κάθε δραστηριότητα προορισμένη να ενθαρρύνει και να επισπεύδει κάθε μορφή δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, ιδίως με την εγκαθίδρυση άμεσων σχέσεων με τις αρμόδιες αρχές στην ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι δικαστικοί σύνδεσμοι δύνανται να ανταλλάσσουν επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τις αρμόδιες αρχές της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 56.

3.   Ο δικαστικός σύνδεσμος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 διαθέτει εμπειρία εργασίας με την Eurojust και επαρκή γνώση της δικαστικής συνδρομής και του τρόπου λειτουργίας της Eurojust. Για την τοποθέτηση προσώπου ως δικαστικού συνδέσμου εξ ονόματος της Eurojust, απαιτείται η προηγούμενη συγκατάθεση του δικαστή και του κράτους μέλους του.

4.   Εάν ο δικαστικός σύνδεσμος που έχει τοποθετηθεί από την Eurojust επιλέγεται μεταξύ εθνικών μελών, αναπληρωτών ή βοηθών:

α)

το οικείο κράτος μέλος τον αντικαθιστά στα καθήκοντά του ως εθνικό μέλος, αναπληρωτής ή βοηθός·

β)

παύει να έχει το δικαίωμα άσκησης των εξουσιών που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου 8.

5.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το συλλογικό όργανο θεσπίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την τοποθέτηση δικαστικών συνδέσμων, μεταξύ άλλων για το επίπεδο των αποδοχών τους. Το συλλογικό όργανο θεσπίζει τις αναγκαίες σχετικές ρυθμίσεις σε διαβούλευση με την Επιτροπή.

6.   Οι δραστηριότητες των δικαστικών συνδέσμων που τοποθετούνται από την Eurojust υπόκεινται στην εποπτεία του ΕΕΠΔ. Οι δικαστικοί σύνδεσμοι υποβάλλουν έκθεση στο συλλογικό όργανο, το οποίο ενημερώνει δεόντως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης. Οι δικαστικοί σύνδεσμοι ενημερώνουν τα εθνικά μέλη και τις αρμόδιες εθνικές αρχές για όλες τις υποθέσεις που αφορούν το κράτος μέλος τους.

7.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και οι δικαστικοί σύνδεσμοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να έρχονται σε άμεση επαφή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δικαστικός σύνδεσμος ενημερώνει το οικείο εθνικό μέλος για τις επαφές αυτές.

8.   Οι δικαστικοί σύνδεσμοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι συνδεδεμένοι με το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων.

Άρθρο 54

Αιτήσεις δικαστικής συνεργασίας από και προς τρίτες χώρες

1.   Η Eurojust δύναται, με τη συμφωνία των ενδιαφερομένων κρατών μελών, να συντονίζει την εκτέλεση αιτήσεων δικαστικής συνεργασίας που εκδίδονται από τρίτη χώρα όταν οι αιτήσεις αυτές απαιτούν την εκτέλεση τους σε δύο τουλάχιστον κράτη μέλη ως μέρος της ίδιας έρευνας. Οι εν λόγω αιτήσεις μπορούν επίσης να διαβιβάζονται στην Eurojust από αρμόδια εθνική αρχή.

2.   Σε επείγουσες περιπτώσεις και σύμφωνα με το άρθρο 19, το σύστημα επιφυλακής συντονισμού μπορεί να παραλαμβάνει και να διαβιβάζει τις αιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εάν έχουν εκδοθεί από τρίτη χώρα η οποία έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας ή ρύθμιση εργασίας με την Eurojust.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 5, όταν υποβάλλονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αιτήσεις δικαστικής συνεργασίας που αφορούν την ίδια έρευνα και απαιτούν εκτέλεση σε τρίτη χώρα, η Eurojust διευκολύνει τη δικαστική συνεργασία με την εν λόγω τρίτη χώρα.

ΤΜΗΜΑ IV

Διαβιβασεισ δεδομενων προσωπικου χαρακτηρα

Άρθρο 55

Διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης

1.   Με την επιφύλαξη περαιτέρω περιορισμών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ιδίως του άρθρου 21 παράγραφος 8, του άρθρου 47 παράγραφος 5 και του άρθρου 76, η Eurojust διαβιβάζει μόνο επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης εφόσον τα δεδομένα είναι αναγκαία για τη νόμιμη εκτέλεση καθηκόντων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του άλλου θεσμικού ή λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης.

2.   Όταν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται κατόπιν αίτησης άλλου θεσμικού και λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, υπεύθυνοι τη νομιμότητα της διαβίβασης είναι τόσο ο υπεύθυνος της επεξεργασίας όσο και ο αποδέκτης.

Η Eurojust υποχρεούται να ελέγχει την αρμοδιότητα του άλλου θεσμικού και λοιπού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης και να αξιολογεί προσωρινά την αναγκαιότητα διαβίβασης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εάν ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα της διαβίβασης αυτής, η Eurojust ζητεί περαιτέρω πληροφορίες από τον αποδέκτη.

Το άλλο θεσμικό και λοιπό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μεριμνά ώστε η αναγκαιότητα της διαβίβασης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να μπορεί να επαληθεύεται μεταγενέστερα.

3.   Το άλλο θεσμικό και λοιπό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης επεξεργάζεται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνον για τους σκοπούς που αιτιολογούν τη διαβίβασή τους.

Άρθρο 56

Γενικές αρχές που διέπουν τις διαβιβάσεις επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς

1.   Η Eurojust δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, με την επιφύλαξη τήρησης των ισχυόντων κανόνων προστασίας δεδομένων και των άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, και μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η διαβίβαση είναι απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων της Eurojust·

β)

η αρχή στην τρίτη χώρα ή ο διεθνής οργανισμός στον οποίον διαβιβάζονται τα προσωπικά επιχειρησιακά δεδομένα έχει αρμοδιότητα στην επιβολή του νόμου και σε ποινικά θέματα·

γ)

εάν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που πρέπει να διαβιβαστούν βάσει του παρόντος άρθρου διαβιβάστηκαν ή διατέθηκαν στην Eurojust από κράτος μέλος, η Eurojust λαμβάνει εκ των προτέρων έγκριση για τη διαβίβαση από την οικεία αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, εκτός εάν το κράτος μέλος έχει χορηγήσει έγκριση για τις εν λόγω διαβιβάσεις με γενικούς όρους ή την εξάρτησε από ειδικές προϋποθέσεις·

δ)

σε περίπτωση περαιτέρω διαβίβασης σε άλλη τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό από τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, η Eurojust ζητά από τη διαβιβάζουσα τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό να λάβει την προηγούμενη συγκατάθεση της Eurojust για αυτήν την περαιτέρω διαβίβαση.

Η Eurojust παρέχει συγκατάθεση κατά το στοιχείο δ) μόνο με την προηγούμενη εξουσιοδότηση του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα δεδομένα και αφού λάβει δεόντως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων τη βαρύτητα του ποινικού αδικήματος, τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν αρχικά τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και το επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό στον οποίο θα διαβιβαστούν περαιτέρω τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Eurojust δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό μόνον όταν ισχύει ένα από τα ακόλουθα:

α)

η Επιτροπή έχει αποφασίσει βάσει του άρθρου 57 ότι η εν λόγω τρίτη χώρα ή ο εν λόγω διεθνής οργανισμός διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας ή, αν δεν υπάρχει τέτοια απόφαση περί επάρκειας, εφόσον έχουν παρασχεθεί ή υπάρχουν κατάλληλες εγγυήσεις βάσει του άρθρου 58 παράγραφος 1, ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ούτε απόφαση περί επάρκειας ούτε τέτοιες κατάλληλες εγγυήσεις, ισχύουν παρεκκλίσεις για ειδικές καταστάσεις βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 1,

β)

έχει συναφθεί, πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2019, συμφωνία συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ της Eurojust και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 26α της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ· ή

γ)

έχει συναφθεί διεθνής συμφωνία μεταξύ της Ένωσης και της τρίτης χώρας ή του διεθνούς οργανισμού δυνάμει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των προσώπων.

3.   Οι ρυθμίσεις εργασίας που προβλέπονται στο άρθρο 47 παράγραφος 3 μπορούν να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής των συμφωνιών ή αποφάσεων περί επάρκειας κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

4.   Η Eurojust δύναται σε επείγουσες περιπτώσεις να διαβιβάσει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ) μόνον εφόσον η διαβίβαση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία προς αποτροπή άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή για τα ουσιώδη συμφέροντα κράτους μέλους, και η προηγούμενη συγκατάθεση δεν μπορεί να ληφθεί εγκαίρως. Η αρχή που είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση της προηγούμενης συγκατάθεσης ενημερώνεται αμελλητί.

5.   Κράτη μέλη και θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης δεν διαβιβάζουν επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν λάβει από την Eurojust περαιτέρω προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό. Κατ’ εξαίρεση, μπορούν να πραγματοποιήσουν τέτοια διαβίβαση σε περιπτώσεις που η Eurojust έχει δώσει τη συγκατάθεσή της για αυτήν, αφού έλαβε δεόντως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων τη βαρύτητα του ποινικού αδικήματος, τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν αρχικά τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και το επίπεδο προστασίας των δεδομένων στην τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό στον οποίο διαβιβάζονται περαιτέρω τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

6.   Τα άρθρα 57, 58 και 59 εφαρμόζονται με σκοπό να διασφαλίζεται ότι δεν υπονομεύεται το επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων που εγγυώνται ο παρών κανονισμός και το δίκαιο της Ένωσης.

Άρθρο 57

Διαβιβάσεις βάσει απόφασης περί επάρκειας

Η Eurojust δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό εφόσον η Επιτροπή αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 ότι εξασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας από την εν λόγω τρίτη χώρα, από εδαφική περιοχή ή από έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους τομείς στην εν λόγω τρίτη χώρα ή από τον εν λόγω διεθνή οργανισμό.

Άρθρο 58

Διαβιβάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλες εγγυήσεις

1.   Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας, η Eurojust δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό εφόσον:

α)

παρέχονται κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε νομικά δεσμευτική πράξη· ή

β)

η Eurojust αξιολόγησε όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η Eurojust ενημερώνει τον ΕΕΠΔ σχετικά με τις κατηγορίες διαβιβάσεων που προβλέπονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.   Όταν η διαβίβαση βασίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, η εν λόγω διαβίβαση τεκμηριώνεται και η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του ΕΕΠΔ κατόπιν αιτήματος. Η τεκμηρίωση περιλαμβάνει αρχείο με την ημερομηνία και ώρα της διαβίβασης και πληροφορίες σχετικά με την αποδέκτρια αρμόδια αρχή, με την αιτιολόγηση της διαβίβασης και με τα διαβιβαζόμενα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 59

Παρεκκλίσεις για ειδικές καταστάσεις

1.   Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας, ή κατάλληλων εγγυήσεων σύμφωνα με το άρθρο 58, η Eurojust μπορεί να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό μόνον εφόσον η διαβίβαση είναι αναγκαία:

α)

για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου·

β)

για την προστασία έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων·

γ)

για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας· ή

δ)

σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την άσκηση των καθηκόντων της Eurojust, εκτός εάν η Eurojust κρίνει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του σχετικού υποκειμένου των δεδομένων υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος για τη διαβίβαση.

2.   Όταν η διαβίβαση βασίζεται στην παράγραφο 1, η εν λόγω διαβίβαση τεκμηριώνεται και η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του ΕΕΠΔ κατόπιν αιτήματος. Η τεκμηρίωση περιλαμβάνει αρχείο με την ημερομηνία και ώρα της διαβίβασης και πληροφορίες σχετικά με την αποδέκτρια αρμόδια αρχή, με την αιτιολόγηση της διαβίβασης και με τα διαβιβαζόμενα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 60

Προϋπολογισμός

1.   Για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, καταρτίζονται προβλέψεις όλων των εσόδων και των δαπανών της Eurojust οι οποίες εγγράφονται στον προϋπολογισμό της.

2.   Ο προϋπολογισμός της Eurojust είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

3.   Με την επιφύλαξη άλλων πόρων, τα έσοδα της Eurojust προέρχονται από:

α)

συνεισφορά της Ένωσης, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης·

β)

τυχόν οικειοθελή οικονομική συνεισφορά από τα κράτη μέλη·

γ)

χρεώσεις για δημοσιεύσεις και τυχόν άλλες υπηρεσίες που παρέχονται από την Eurojust·

δ)

ad hoc επιχορηγήσεις.

4.   Οι δαπάνες της Eurojust περιλαμβάνουν τις αμοιβές του προσωπικού, διοικητικές δαπάνες και δαπάνες υποδομής και έξοδα λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης των κοινών ομάδων έρευνας.

Άρθρο 61

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Κάθε έτος, ο διοικητικός διευθυντής καταρτίζει σχέδιο κατάστασης προβλέψεων των εσόδων και δαπανών της Eurojust για το επόμενο οικονομικό έτος, το οποίο περιλαμβάνει και πίνακα προσωπικού, και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο και άλλα δίκτυα της Ένωσης τα οποία συμμετέχουν στη δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις κατά το άρθρο 48 συμμετέχουν, εγκαίρως προτού διαβιβαστεί η πρόβλεψη στην Επιτροπή, στα τμήματα που αφορούν τις δραστηριότητές τους.

2.   Βάσει του σχεδίου κατάστασης προβλέψεων, το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει το προσωρινό σχέδιο των προβλεπομένων εσόδων και των δαπανών της Eurojust για το επόμενο οικονομικό έτος, το οποίο διαβιβάζεται στο συλλογικό όργανο προς έγκριση.

3.   Το προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Eurojust διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους. Η Eurojust διαβιβάζει το τελικό σχέδιο προβλέψεων, το οποίο περιλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου του ίδιου έτους.

4.   Η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση προβλέψεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή) μαζί με το σχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης.

5.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για τον πίνακα προσωπικού και το ποσό της συνεισφοράς από τον γενικό προϋπολογισμό, και καταθέτει το σχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 ΣΛΕΕ.

6.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για τη συνεισφορά της Ένωσης προς την Eurojust.

7.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού της Eurojust. Ο προϋπολογισμός της Eurojust εγκρίνεται από το συλλογικό όργανο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, ο προϋπολογισμός της Eurojust αναπροσαρμόζεται δεόντως από το συλλογικό όργανο.

8.   Για κάθε έργο ακινήτων που είναι πιθανό να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Eurojust ισχύει το άρθρο 88 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής (22).

Άρθρο 62

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

Ο διοικητικός διευθυντής ενεργεί ως διατάκτης της Eurojust και εκτελεί τον προϋπολογισμό της Eurojust που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, εντός των ορίων που προβλέπονται στον προϋπολογισμό.

Άρθρο 63

Απόδοση λογαριασμών και απαλλαγή

1.   Ο υπόλογος της Eurojust διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς για το οικονομικό έτος (έτος Ν) στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους (έτος Ν+1).

2.   Η Eurojust διαβιβάζει την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση για το έτος Ν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του έτους Ν+1.

3.   Ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της Eurojust για το έτος Ν, αφού τους έχει ενοποιήσει με τους λογαριασμούς της Επιτροπής, στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του έτους Ν+1.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 246 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει τις παρατηρήσεις του επί των προσωρινών λογαριασμών της Eurojust έως την 1η Ιουνίου του έτους Ν+1.

5.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Eurojust δυνάμει του άρθρου 246 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046, ο διοικητικός διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Eurojust που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του και τους διαβιβάζει προς γνωμοδότηση στο εκτελεστικό συμβούλιο.

6.   Το εκτελεστικό συμβούλιο γνωμοδοτεί επί των οριστικών λογαριασμών της Eurojust.

7.   Ο διοικητικός διευθυντής αποστέλλει, μέχρι την 1η Ιουλίου του έτους Ν+1, τους οριστικούς λογαριασμούς για το έτος Ν, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μαζί με τη γνωμοδότηση του εκτελεστικού συμβουλίου.

8.   Οι οριστικοί λογαριασμοί για το έτος Ν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι τις 15 Νοεμβρίου του έτους Ν+1.

9.   Ο διοικητικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του έως τις 30 Σεπτεμβρίου για το έτος Ν+1. Ο διοικητικός διευθυντής αποστέλλει επίσης την ίδια απάντηση στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.

10.   Κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο διοικητικός διευθυντής υποβάλλει σε αυτό κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος σύμφωνα με το άρθρο 261 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046.

11.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, απαλλάσσει τον διοικητικό διευθυντή, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν+2, από την ευθύνη εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το έτος Ν.

12.   Η απαλλαγή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Eurojust χορηγείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου ακολουθώντας διαδικασία συγκρίσιμη προς εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 319 ΣΛΕΕ και στα άρθρα 260, 261 και 262 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046, βασίζεται δε στην έκθεση λογιστικού ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αρνηθεί τη χορήγηση απαλλαγής έως τις 15 Μαΐου του έτους Ν+2, ο διοικητικός διευθυντής καλείται να εξηγήσει τη θέση του στο συλλογικό όργανο, το οποίο λαμβάνει την τελική του απόφαση επί της θέσης του διοικητικού διευθυντή σε συνάρτηση με τις περιστάσεις.

Άρθρο 64

Δημοσιονομικοί κανόνες

1.   Το εκτελεστικό συμβούλιο θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες που διέπουν την Eurojust, σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 αφού έχει ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής. Οι εν λόγω δημοσιονομικοί κανόνες δεν παρεκκλίνουν από τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 παρά μόνον εάν η παρέκκλιση αυτή επιβάλλεται λόγω των ειδικών αναγκών λειτουργίας της Eurojust και έχει προηγουμένως συμφωνήσει η Επιτροπή.

Όσον αφορά τη χρηματοδοτική στήριξη σε δραστηριότητες κοινών ομάδων έρευνας, η Eurojust και η Ευρωπόλ καθορίζουν από κοινού τους κανόνες και τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων εξετάζονται οι αιτήσεις στήριξης.

2.   Η Ευρωπόλ μπορεί να χορηγεί επιχορηγήσεις για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1. Επιχορηγήσεις προβλεπόμενες για καθήκοντα βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο στ) μπορούν να χορηγούνται στα κράτη μέλη χωρίς πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Άρθρο 65

Γενικές διατάξεις

1.   Στο προσωπικό της Eurojust εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, καθώς και οι κανόνες που εκδίδονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των οργάνων της Ένωσης για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

2.   Το προσωπικό της Eurojust προσλαμβάνεται σύμφωνα με τους κανόνες και τους κανονισμούς που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη όλων των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, περιλαμβανομένης της γεωγραφικής κατανομής τους.

Άρθρο 66

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και λοιπό προσωπικό

1.   Πέραν του δικού της προσωπικού, η Eurojust δύναται να αξιοποιεί αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες ή λοιπό προσωπικό του οποίου η Eurojust δεν είναι εργοδότης.

2.   Το συλλογικό όργανο εκδίδει απόφαση για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στην Eurojust και σχετικά με τη χρήση λοιπού προσωπικού, ιδίως με σκοπό την αποφυγή τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων.

3.   Η Eurojust λαμβάνει τα κατάλληλα διοικητικά μέτρα, μεταξύ άλλων μέσω στρατηγικών κατάρτισης και πρόληψης, για την αποφυγή φαινομένων σύγκρουσης συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων συγκρούσεων συμφερόντων που σχετίζονται με ζητήματα μετά την έξοδο από την υπηρεσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

Άρθρο 67

Συμμετοχή των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των εθνικών κοινοβουλίων

1.   Η Eurojust διαβιβάζει την ετήσια έκθεσή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια, που μπορούν να διατυπώνουν παρατηρήσεις και συμπεράσματα.

2.   Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος της Eurojust μετά την εκλογή του προβαίνει σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής ή των αρμόδιων επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε ερωτήσεις των βουλευτών του. Στις εν λόγω συζητήσεις δεν γίνονται άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε συγκεκριμένες δράσεις που αφορούν ειδικές επιχειρησιακές υποθέσεις.

3.   Ο πρόεδρος της Eurojust προσέρχεται μία φορά το έτος για την από κοινού αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Eurojust από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια στο πλαίσιο μιας διακοινοβουλευτικής συνεδρίασης επιτροπών, προκειμένου να συζητήσει τις τρέχουσες δραστηριότητες της Eurojust και να παρουσιάσει την ετήσια έκθεσή της ή άλλα βασικά έγγραφα της Eurojust.

Στις εν λόγω συζητήσεις δεν γίνονται άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε συγκεκριμένες δράσεις που αναλαμβάνονται σε σχέση με ειδικές επιχειρησιακές υποθέσεις.

4.   Πέραν των λοιπών υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η Eurojust γνωστοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, στις αντίστοιχες επίσημες γλώσσες τους:

α)

τα αποτελέσματα των μελετών και των στρατηγικών έργων που έχουν εκπονηθεί και παραγγελθεί από την Eurojust·

β)

τα έγγραφα προγραμματισμού κατά το άρθρο 15·

γ)

τις συμφωνίες συνεργασίας που έχουν συναφθεί με τρίτα μέρη.

Άρθρο 68

Γνώμες σχετικά με προτεινόμενες νομοθετικές πράξεις

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη που ασκούν τα δικαιώματά τους βάσει του άρθρου 76 στοιχείο β) ΣΛΕΕ δύνανται να ζητήσουν τη γνώμη της Eurojust σχετικά με όλες τις προτεινόμενες νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 76 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 69

Αξιολόγηση και επανεξέταση

1.   Έως τις 13 Δεκεμβρίου 2024, και ανά πενταετία εφεξής, η Επιτροπή αναθέτει αξιολόγηση της εφαρμογής και των επιπτώσεων του παρόντος κανονισμού, καθώς και της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Eurojust και των εργασιακών πρακτικών της. Το συλλογικό όργανο συμμετέχει στην αξιολόγηση. Ειδικότερα, η αξιολόγηση δύναται να εξετάζει την ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης των στόχων της Eurojust και τις δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας τροποποίησης.

2.   Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης μαζί με τα συμπεράσματά της επί της έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στα εθνικά κοινοβούλια, στο Συμβούλιο και στο συλλογικό όργανο. Τα πορίσματα της αξιολόγησης δημοσιοποιούνται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 70

Προνόμια και ασυλίες

Το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προσαρτάται στην ΣΕΕ και την ΣΛΕΕ εφαρμόζεται στην Eurojust και στο προσωπικό της.

Άρθρο 71

Γλωσσικό καθεστώς

1.   Η Eurojust υπόκειται στις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 του Συμβουλίου (23).

2.   Το συλλογικό όργανο αποφασίζει για το εσωτερικό γλωσσικό καθεστώς της Eurojust με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του.

3.   Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία τής Eurojust παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου (24), εκτός αν η μη διαθεσιμότητα του Μεταφραστικού Κέντρου απαιτεί την εξεύρεση άλλων λύσεων.

Άρθρο 72

Εμπιστευτικότητα

1.   Τα εθνικά μέλη και οι αναπληρωτές και οι βοηθοί τους που αναφέρονται στο άρθρο 7, το προσωπικό της Eurojust, οι εθνικοί ανταποκριτές, οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες, οι δικαστικοί σύνδεσμοι, ο υπεύθυνος προστασίας των δεδομένων και τα μέλη και το προσωπικό του ΕΕΠΔ έχουν υποχρέωση εμπιστευτικότητας όσον αφορά τυχόν πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

2.   Η υποχρέωση εμπιστευτικότητας ισχύει για όλα τα πρόσωπα και τους οργανισμούς που καλούνται να συνεργασθούν με την Eurojust.

3.   Η υποχρέωση εμπιστευτικότητας παραμένει και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους ή της σύμβασης εργασίας τους και μετά τη λήξη των δραστηριοτήτων των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Η υποχρέωση εμπιστευτικότητας ισχύει για όλες τις πληροφορίες που λαμβάνονται από την Eurojust ή ανταλλάσσονται με αυτήν, εκτός εάν αυτές έχουν ήδη νομίμως δημοσιοποιηθεί ή είναι διαθέσιμες στο κοινό.

Άρθρο 73

Όροι εμπιστευτικότητας των εθνικών διαδικασιών

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 21 παράγραφος 3, όταν οι πληροφορίες λαμβάνονται ή ανταλλάσσονται μέσω της Eurojust, η αρχή του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες δύναται να ορίζει τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, για τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών στις εθνικές διαδικασίες από την αρχή που τις παραλαμβάνει.

2.   Η αρχή του κράτους μέλους που λαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεσμεύεται από τους όρους αυτούς.

Άρθρο 74

Διαφάνεια

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25) εφαρμόζεται στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Eurojust.

2.   Το εκτελεστικό συμβούλιο καταρτίζει, το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασής του, τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 προς έγκριση από το συλλογικό όργανο.

3.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Eurojust δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή προσφυγής στο Δικαστήριο, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 228 και 263 ΣΛΕΕ, αντίστοιχα.

4.   Η Eurojust δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της κατάλογο των μελών του εκτελεστικού της συμβουλίου και τις περιλήψεις των αποτελεσμάτων των συνεδριάσεων του εκτελεστικού συμβουλίου. Η δημοσίευση των εν λόγω περιλήψεων παραλείπεται ή περιορίζεται προσωρινά ή μόνιμα, εάν μια τέτοια δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο την εκτέλεση των καθηκόντων της Eurojust, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας και του επιχειρησιακού χαρακτήρα της Eurojust.

Άρθρο 75

OLAF και Ελεγκτικό Συνέδριο

1.   Για τη διευκόλυνση της καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πράξεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, η Eurojust εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (26). Η Eurojust θεσπίζει κατάλληλες διατάξεις που εφαρμόζονται για όλα τα εθνικά μέλη, τους αναπληρωτές και βοηθούς τους, τους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες και όλο το προσωπικό της Eurojust, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.

2.   Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει αρμοδιότητα ελέγχου βάσει παραστατικών και επιτόπιου ελέγχου, η οποία ασκείται σε όλους τους δικαιούχους, αντισυμβαλλόμενους και υπεργολάβους που έλαβαν κονδύλια της Ένωσης από την Eurojust.

3.   Η OLAF μπορεί να διενεργεί έρευνες, μεταξύ των οποίων επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου (27), προκειμένου να διαπιστώσει εάν έχουν διαπραχθεί παρατυπίες που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης όσον αφορά δαπάνες που χρηματοδοτούνται από την Eurojust.

4.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες ή με διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης της Eurojust περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγει λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

5.   Το προσωπικό της Eurojust, ο διοικητικός διευθυντής και τα μέλη του συλλογικού οργάνου και του εκτελεστικού συμβουλίου κοινοποιούν στην OLAF και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αμελλητί και χωρίς να μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ευθύνη τους ως αποτέλεσμα αυτής της αποκάλυψης, οποιαδήποτε υποψία για παράτυπη ή παράνομη δραστηριότητα στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους, που έχει υποπέσει στην αντίληψή τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 76

Κανόνες για την προστασία των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών και των διαβαθμισμένων πληροφοριών

1.   Η Eurojust θεσπίζει εσωτερικό κανονισμό σχετικά με τη διαχείριση και την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών και την προστασία ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας και της επεξεργασίας τέτοιων πληροφοριών μέσα στην Eurojust.

2.   Η Eurojust θεσπίζει εσωτερικό κανονισμό προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ένωσης, ο οποίος είναι σύμφωνος με την απόφαση 2013/488/ΕΕ του Συμβουλίου (28) προκειμένου να εξασφαλίζεται το αντίστοιχο επίπεδο προστασίας για τις εν λόγω πληροφορίες.

Άρθρο 77

Διοικητικές έρευνες

Οι διοικητικές δραστηριότητες της Eurojust υπόκεινται στον έλεγχο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 228 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 78

Ευθύνη εκτός της ευθύνης για μη επιτρεπόμενη ή εσφαλμένη επεξεργασία δεδομένων

1.   Η συμβατική ευθύνη της Eurojust διέπεται από το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην εκάστοτε σύμβαση.

2.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεων δυνάμει οποιασδήποτε ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει η Eurojust.

3.   Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, η Eurojust υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών και ασχέτως τυχόν ευθύνης δυνάμει του άρθρου 46, τις ζημίες που προξενούν η Eurojust ή το προσωπικό της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.   Η παράγραφος 3 ισχύει επίσης για ζημία προκληθείσα λόγω υπαιτιότητας εθνικού μέλους, αναπληρωτή ή βοηθού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ωστόσο, εάν ενεργεί βάσει των εξουσιών που του έχουν χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 8, το κράτος μέλος του επιστρέφει στην Eurojust τα ποσά που η τελευταία έχει καταβάλει για την επανόρθωση της ζημίας.

5.   Αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών αποζημίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είναι το Δικαστήριο.

6.   Τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών που είναι αρμόδια επί διαφορών οι οποίες αφορούν την ευθύνη της Eurojust όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο καθορίζονται με βάση τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29).

7.   Η προσωπική ευθύνη του προσωπικού της Eurojust έναντι της Eurojust διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις που ορίζονται στον κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού.

Άρθρο 79

Συμφωνία σχετικά με την έδρα και όροι λειτουργίας

1.   Η έδρα της Eurojust είναι η Χάγη στις Κάτω Χώρες.

2.   Οι απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Eurojust στις Κάτω Χώρες και τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσουν στη διάθεσή της οι Κάτω Χώρες, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στις Κάτω Χώρες για τον διοικητικό διευθυντή, τα μέλη του συλλογικού οργάνου, το προσωπικό της Eurojust και τα μέλη των οικογενειών τους, ορίζονται στο πλαίσιο συμφωνίας σχετικά με την έδρα η οποία συνάπτεται μεταξύ της Eurojust και των Κάτω Χωρών, μόλις ληφθεί η έγκριση του συλλογικού οργάνου.

Άρθρο 80

Μεταβατικές ρυθμίσεις

1.   Η Eurojust όπως ιδρύεται με τον παρόντα κανονισμό είναι ο γενικός νόμιμος διάδοχος όλων των συμβάσεων, υποχρεώσεων και περιουσιακών στοιχείων της Eurojust, όπως αυτή συστάθηκε με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ.

2.   Τα εθνικά μέλη της Eurojust όπως ιδρύθηκαν με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ που έχουν τοποθετηθεί από κάθε κράτος μέλος δυνάμει της ανωτέρω απόφασης αναλαμβάνουν τον ρόλο των εθνικών μελών της Eurojust δυνάμει του κεφαλαίου II τμήμα II του παρόντος κανονισμού. Η θητεία τους μπορεί να παραταθεί μία φορά δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού και ανεξάρτητα από προηγούμενη παράταση.

3.   Ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Eurojust όπως ιδρύθηκαν με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ κατά τη στιγμή της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού αναλαμβάνουν τον ρόλο του προέδρου και των αντιπροέδρων της Eurojust δυνάμει του άρθρου 11 του παρόντος κανονισμού, μέχρι τη λήξη της θητείας τους σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση. Μπορούν να επανεκλεγούν για μία φορά μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, ανεξάρτητα από προηγούμενη επανεκλογή τους.

4.   Ο διοικητικός διευθυντής που διορίστηκε τελευταίος δυνάμει του άρθρου 29 της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ αναλαμβάνει τον ρόλο του διοικητικού διευθυντή δυνάμει του άρθρου 17 του παρόντος κανονισμού μέχρι τη λήξη της θητείας του όπως έχει καθοριστεί δυνάμει της ανωτέρω απόφασης. Η θητεία του εν λόγω διοικητικού διευθυντή μπορεί να παραταθεί μία φορά μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

5.   Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την ισχύ συμφωνιών που έχουν συναφθεί από την Eurojust, όπως αυτή συστάθηκε με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ. Ειδικότερα, εξακολουθούν να ισχύουν όλες οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Eurojust πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2019.

6.   Η διαδικασία απαλλαγής ως προς τους προϋπολογισμούς που εγκρίνονται βάσει του άρθρου 35 της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ διεξάγεται σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 36 αυτής.

7.   Ο κανονισμός δεν θίγει συμβάσεις εργασίας που έχουν συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 31 της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων που διορίστηκε τελευταία δυνάμει του άρθρου 17 της ανωτέρω απόφασης αναλαμβάνει τον ρόλο του υπευθύνου προστασίας δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 36 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 81

Αντικατάσταση και κατάργηση

1.   Η απόφαση 2002/187/ΔΕΥ αντικαθίσταται διά του παρόντος για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό, με έναρξη ισχύος από τις 12 Δεκεμβρίου 2019.

Ως εκ τούτου, η απόφαση 2002/187/ΔΕΥ καταργείται με ισχύ από τις 12 Δεκεμβρίου 2019

2.   Για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό, οι αναφορές στην απόφαση της παραγράφου 1 νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 82

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Εφαρμόζεται από τις 12 Δεκεμβρίου 2019.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 14 Νοεμβρίου 2018.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

K. EDTSTADLER


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4ης Οκτωβρίου 2018 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Νοεμβρίου 2018.

(2)  Απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 1).

(3)  Απόφαση 2003/659/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2003, για την τροποποίηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 44.)

(4)  Απόφαση 2009/426/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ενίσχυση της Eurojust και την τροποποίηση της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L 138 της 4.6.2009, σ. 14).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).

(6)  Απόφαση 2002/494/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την ίδρυση ευρωπαϊκού δικτύου σημείων επαφής σχετικά με πρόσωπα που ευθύνονται για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου (ΕΕ L 167 της 26.6.2002, σ. 1).

(7)  Απόφαση 2007/845/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη συνεργασία των υπηρεσιών ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων στα κράτη μέλη προς ανίχνευση και εντοπισμό προϊόντων εγκλήματος ή άλλων συναφών περιουσιακών στοιχείων (ΕΕ L 332 της 18.12.2007, σ. 103).

(8)  Απόφαση 2008/852/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για ένα δίκτυο σημείων επαφής κατά της διαφθοράς (ΕΕ L 301 της 12.11.2008, σ. 38).

(9)  Οδηγία (EE) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2018 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (βλ. σελίδα 39 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

(11)  Κοινή θέση 2005/69/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 2005, για την ανταλλαγή ορισμένων δεδομένων με την Interpol (ΕΕ L 27 της 29.1.2005, σ. 61).

(12)  Απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2007, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ L 205 της 7.8.2007, σ. 63).

(13)  Κοινή δράση του Συμβουλίου 96/277/ΔΕΥ, της 22ας Απριλίου 1996, σχετικά με ένα πλαίσιο ανταλλαγής δικαστικών συνδέσμων, με σκοπό τη βελτίωση της δικαστικής συνεργασίας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 105 της 27.4.1996, σ. 1).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(17)  Οδηγία 2014/41/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, περί της ευρωπαϊκής εντολής έρευνας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ L 130 της 1.5.2014, σ. 1).

(18)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1· ελληνική ειδική έκδοση: κεφάλαιο 01 τόμος 001 σ. 108.

(19)  Απόφαση 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία όσον αφορά τα τρομοκρατικά αδικήματα (ΕΕ L 253 της 29.9.2005, σ. 22).

(20)  Απόφαση 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 130).

(21)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 863/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου και της απόφασης 2005/267/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 251 της 16.9.2016, σ. 1).

(22)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).

(23)  Κανονισμός αριθ. 1 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385· ελληνική ειδική έκδοση: κεφάλαιο 01 τόμος 001 σ. 14).

(24)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2965/94 του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 1994 για τη δημιουργία Μεταφραστικού Κέντρου των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 314 της 7.12.1994, σ. 1).

(25)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(26)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

(27)  Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου της 11ης Νοεμβρίου 1996 σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).

(28)  Απόφαση 2013/488/ΕΕ του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 274 της 15.10.2013, σ. 1).

(29)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κατάλογος μορφών σοβαρών αδικημάτων των οποίων είναι αρμόδια να επιλαμβάνεται η Eurojust σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1:

τρομοκρατία,

οργανωμένο έγκλημα,

εμπορία ναρκωτικών,

δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες,

εγκληματικές πράξεις συνδεόμενες με πυρηνικές και ραδιενεργές ουσίες,

παράνομη διακίνηση μεταναστών,

εμπορία ανθρώπων,

εγκλήματα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,

ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και βαριά σωματική βλάβη,

παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και περιαγωγή σε ομηρία,

ρατσισμός και ξενοφοβία,

ληστεία και διακεκριμένη κλοπή,

παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, περιλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

υπεξαίρεση και απάτη,

αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης,

κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών και χειραγώγηση της αγοράς,

«προστασία» έναντι χρημάτων και εκβίαση,

παραποίηση/απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,

πλαστογραφία και διακίνηση διοικητικών εγγράφων,

πλαστογραφία χρημάτων και μέσων πληρωμής,

εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής,

διαφθορά,

παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωικών ειδών,

παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένης της ρύπανσης από τα πλοία,

παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,

σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση, περιλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας και της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς,

γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 27

1.

α)

επώνυμο, πατρικό επώνυμο γυναίκας, ονόματα και, ενδεχομένως, ψευδώνυμα ή υποκοριστικά·

β)

ημερομηνία και τόπος γέννησης·

γ)

ιθαγένεια·

δ)

φύλο·

ε)

τόπος διαμονής, επάγγελμα και τόπος όπου ενδέχεται να βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος·

στ)

αριθμός κοινωνικής ασφάλισης ή άλλοι επίσημοι αριθμοί που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη για την αναγνώριση της ταυτότητας των προσώπων, στοιχεία αδειών οδήγησης, εγγράφων ταυτότητας και διαβατηρίου, αριθμοί τελωνειακής και φορολογικής ταυτοποίησης·

ζ)

πληροφορίες σχετικά με νομικά πρόσωπα, εφόσον περιλαμβάνουν πληροφορίες για άτομα των οποίων η ταυτότητα είναι ή μπορεί να γίνει γνωστή, για τα οποία διεξάγεται έρευνα ή κατά των οποίων έχει ασκηθεί δικαστική δίωξη·

η)

στοιχεία λογαριασμών σε τράπεζες ή άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

θ)

περιγραφή και φύση των πράξεων που τους καταλογίζονται, ημερομηνία τέλεσης αυτών, ποινικός χαρακτηρισμός τους και πορεία των ερευνών·

ι)

γεγονότα που υποδηλώνουν τις διεθνείς επεκτάσεις της υπόθεσης·

ια)

πληροφορίες που σχετίζονται με εικαζόμενη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση·

ιβ)

αριθμοί τηλεφώνου, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεδομένα κίνησης και δεδομένα θέσης, καθώς και τυχόν συναφή δεδομένα που απαιτούνται για την αναγνώριση του συνδρομητή ή χρήστη·

ιγ)

δεδομένα σχετικά με τις άδειες κυκλοφορίας οχημάτων·

ιδ)

προφίλ DNA που έχουν καταρτισθεί από το μη κωδικοποιητικό τμήμα του DNA, φωτογραφίες και δακτυλικά αποτυπώματα.

2.

α)

επώνυμο, πατρικό επώνυμο γυναίκας, ονόματα και, ενδεχομένως, ψευδώνυμα ή υποκοριστικά·

β)

ημερομηνία και τόπος γέννησης·

γ)

ιθαγένεια·

δ)

φύλο·

ε)

τόπος διαμονής, επάγγελμα και τόπος όπου ενδέχεται να βρίσκεται ο ενδιαφερόμενος·

στ)

περιγραφή και φύση των αδικημάτων στο οποίο εμπλέκεται το σχετικό πρόσωπο, ημερομηνία τέλεσης των αδικημάτων, ποινικός χαρακτηρισμός τους και πορεία των ερευνών.

ζ)

αριθμός κοινωνικής ασφάλισης ή άλλοι επίσημοι αριθμοί που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη για την αναγνώριση της ταυτότητας των προσώπων, άδειες οδήγησης, έγγραφα ταυτότητας και στοιχεία διαβατηρίου, αριθμοί τελωνειακής και φορολογικής ταυτοποίησης·

η)

στοιχεία λογαριασμών σε τράπεζες και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

θ)

αριθμοί τηλεφώνου, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεδομένα κίνησης και δεδομένα θέσης, καθώς και τυχόν συναφή δεδομένα που χρειάζονται για την αναγνώριση του συνδρομητή ή χρήστη·

ι)

δεδομένα σχετικά με άδειες κυκλοφορίας οχημάτων.


Top