EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32018R0762

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2018/762 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2018, για τον καθορισμό κοινών μεθόδων ασφάλειας σχετικά με τις απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ )

C/2018/1392

OJ L 129, 25.5.2018, p. 26–48 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 16/06/2020

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2018/762/oj

25.5.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 129/26


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/762 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 8ης Μαρτίου 2018

για τον καθορισμό κοινών μεθόδων ασφάλειας σχετικά με τις απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1169/2010

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη τη σύσταση ERA-REC-115-REC του Οργανισμού Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραδόθηκε στην Επιτροπή στις 9 Μαρτίου 2017, σχετικά με την αναθεώρηση των κοινών μεθόδων ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και των κοινών μεθόδων ασφάλειας για την εποπτεία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι κοινές μέθοδοι ασφάλειας (ΚΜΑ) περιγράφουν τον τρόπο αξιολόγησης των επιπέδων ασφάλειας, της επίτευξης των στόχων ασφάλειας και της συμμόρφωσης προς άλλες απαιτήσεις ασφάλειας.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, οι ΚΜΑ πρόκειται να αναθεωρούνται τακτικά, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η πείρα από την εφαρμογή τους, καθώς και η γενικότερη εξέλιξη της ασφάλειας των σιδηροδρόμων, με σκοπό την εν γένει διατήρηση και, εφόσον είναι εύλογα εφικτό, τη συνεχή βελτίωση της ασφάλειας.

(3)

Με την εκτελεστική απόφαση της 1ης Σεπτεμβρίου 2016 (2), η Επιτροπή έδωσε εντολή στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Οργανισμός») σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798 να αναθεωρήσει τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 (3), (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 (4) και (ΕΕ) αριθ. 1077/2012 της Επιτροπής (5). Στις 9 Μαρτίου 2017 ο Οργανισμός ανταποκρινόμενος στην εντολή της Επιτροπής εξέδωσε τη σύστασή του, στην οποία είχε επισυνάψει έκθεση με αντικείμενο τα αποτελέσματα της διαβούλευσης με τις εθνικές αρχές ασφάλειας, τους κοινωνικούς εταίρους και τους χρήστες, και έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων των τροποποιημένων ΚΜΑ που πρόκειται να εγκριθούν. Η Επιτροπή εξέτασε τη σύσταση που εξέδωσε ο Οργανισμός για να επαληθεύσει ότι η εντολή της είχε εκπληρωθεί όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

(4)

Σκοπός του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας είναι να διασφαλιστεί ότι οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομής επιτυγχάνουν τους λειτουργικούς τους στόχους κατά τρόπο ασφαλή. Το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας συχνά είναι ενσωματωμένο σε άλλα συστήματα διαχείρισης ώστε να αυξάνονται οι συνολικές επιδόσεις του οργανισμού και να μειώνεται το κόστος, παράλληλα δε να καθίστανται αμοιβαίες οι προσπάθειες σε όλα τα επίπεδα του οργανισμού. Προς τον σκοπό αυτό, το κοινό πλαίσιο των ISO υψηλού επιπέδου (6) χρησιμοποιείται για τη λειτουργική διάρθρωση των απαιτήσεων του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798. Το εν λόγω πλαίσιο διευκολύνει τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και τους διαχειριστές υποδομής στην κατανόηση και την εφαρμογή προσέγγισης ανά διαδικασία κατά την ανάπτυξη, την εφαρμογή, τη συντήρηση και τη συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας.

(5)

Μόλις αποκτήσει ενιαίο πιστοποιητικό ασφάλειας ή έγκριση ασφάλειας, ο αιτών πρέπει να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το οικείο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

(6)

Η συμπεριφορά του ανθρώπου διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία των σιδηροδρόμων. Όταν κρίνεται ότι η εν λόγω συμπεριφορά συνετέλεσε σε ατύχημα ή περιστατικό, οφείλεται ενδεχομένως σε οργανωτικούς παράγοντες, όπως ο φόρτος εργασίας ή ο σχεδιασμός της θέσης εργασίας, οι οποίοι επηρέασαν τη συμπεριφορά του ανθρώπου και, ως εκ τούτου, οδήγησαν σε μείωση των επιδόσεων και επιδείνωση των συνεπειών. Επομένως, είναι ουσιαστικό οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομής να ακολουθούν συστηματική προσέγγιση για τη στήριξη των ανθρώπινων επιδόσεων και τη διαχείριση των ανθρώπινων και οργανωτικών παραγόντων του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας.

(7)

Ο τρόπος με τον οποίο η ασφάλεια νοείται, αποτιμάται και ιεραρχείται σε έναν οργανισμό αντικατοπτρίζει την πραγματική δέσμευση όσον αφορά την ασφάλεια σε όλα τα επίπεδα του οργανισμού. Συνεπώς, είναι επίσης σημαντικό οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομών να προσδιορίζουν τις δράσεις και τις συμπεριφορές που μπορούν να διαμορφώσουν θετική νοοτροπία ασφάλειας και να προωθούν, μέσω του οικείου συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, αυτή τη νοοτροπία αμοιβαίας εμπιστοσύνης και μάθησης, στην οποία το προσωπικό ενθαρρύνεται να συμβάλλει για την ανάπτυξη της ασφάλειας με την αναφορά επικίνδυνων περιστατικών και την παροχή πληροφοριών σχετικών με την ασφάλεια.

(8)

Στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7) και οι σχετικές επιμέρους οδηγίες εφαρμόζονται πλήρως όσον αφορά την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στην κατασκευή, τη λειτουργία και τη συντήρηση των σιδηροδρόμων. Δεν δημιουργούνται άλλες αρμοδιότητες ή καθήκοντα για την εκδίδουσα αρχή, η οποία πρέπει να ελέγχει μόνον εάν, για την έκδοση ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας ή έγκρισης ασφάλειας, ο αιτών έχει συνεκτιμήσει τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια. Είναι πάντοτε δυνατόν η ευθύνη για τον έλεγχο της συμμόρφωσης με την οδηγία 89/391/ΕΟΚ να ανατίθεται σε άλλες αρμόδιες αρχές τις οποίες ορίζει το κράτος μέλος.

(9)

Στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας πρέπει, κατά περίπτωση, να λαμβάνονται υπόψη τυχόν πρόσθετοι κίνδυνοι που ενέχει η σιδηροδρομική μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η οδηγία 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8).

(10)

Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 θα καταστούν άνευ αντικειμένου και, συνεπώς, πρέπει να αντικατασταθούν από τον παρόντα κανονισμό.

(11)

Όσον αφορά τα πιστοποιητικά ασφάλειας, όπως προκύπτει από το άρθρο 10 παράγραφος 15 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, η εθνική αρχή ασφάλειας μπορεί να απαιτήσει την αναθεώρηση των πιστοποιητικών ασφάλειας μετά από ουσιαστικές μεταβολές του ρυθμιστικού πλαισίου ασφάλειας. Οι αλλαγές που επέρχονται με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798 και τον παρόντα κανονισμό, αν και αξιοσημείωτες και σημαντικές, δεν είναι ουσιώδεις. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 θα πρέπει να εφαρμόζεται για τα πιστοποιητικά ασφάλειας που εκδίδονται σύμφωνα με την οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) έως την ημερομηνία λήξης τους. Για τον ίδιο λόγο, είναι επίσης αναγκαίο να μετατεθεί η ημερομηνία κατάργησης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 έως το τέλος της τελευταίας ημέρας της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί ο κανονισμός να εφαρμόζεται ακόμη από τις εθνικές αρχές ασφάλειας για λόγους εποπτείας. Επιπλέον, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/798, τα υφιστάμενα πιστοποιητικά ασφάλειας εξακολουθούν να υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 2004/49/ΕΚ, στην οποία βασίσθηκε ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1158/2010.

(12)

Όσον αφορά τις εγκρίσεις ασφάλειας, όπως προκύπτει από το άρθρο 12 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, η εθνική αρχή ασφάλειας μπορεί να απαιτήσει την αναθεώρηση των εγκρίσεων ασφάλειας μετά από ουσιαστικές μεταβολές του ρυθμιστικού πλαισίου ασφάλειας. Οι αλλαγές που επέρχονται με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798 και τον παρόντα κανονισμό, αν και αξιοσημείωτες και σημαντικές, δεν είναι ουσιώδεις. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 θα πρέπει να εφαρμόζεται για τις εγκρίσεις ασφάλειας που εκδίδονται σύμφωνα με την οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου έως την ημερομηνία λήξης τους. Για τον ίδιο λόγο, είναι επίσης αναγκαίο να μετατεθεί η ημερομηνία κατάργησης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 έως το τέλος της τελευταίας ημέρας της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να εφαρμόζεται ακόμη από τις εθνικές αρχές ασφαλείας για λόγους εποπτείας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός καθορίζει κοινές μεθόδους ασφάλειας («ΚΜΑ») για τις απαιτήσεις του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας που σχετίζονται με τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και τους διαχειριστές υποδομής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

2.   Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα ενιαία πιστοποιητικά ασφάλειας και τις εγκρίσεις ασφάλειας που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/798.

Άρθρο 2

Ορισμός

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως «οργανισμός πιστοποίησης της ασφάλειας» νοείται ο φορέας που είναι αρμόδιος για την έκδοση ενιαίου πιστοποιητικού ασφάλειας, είτε ο Οργανισμός είτε εθνική αρχή ασφάλειας.

Άρθρο 3

Απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις

Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις καταρτίζουν τα οικεία συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα I.

Οι εν λόγω απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας ισχύουν για τα ενιαία πιστοποιητικά ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 10 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, με σκοπό την αξιολόγηση των εφαρμογών και την εποπτεία.

Άρθρο 4

Απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας για τους διαχειριστές υποδομής

Οι διαχειριστές υποδομής καταρτίζουν τα οικεία συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα II.

Οι εν λόγω απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας ισχύουν για τις εγκρίσεις ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 12 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, με σκοπό την αξιολόγηση των εφαρμογών και την εποπτεία.

Άρθρο 5

Κατάργηση

Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 καταργούνται από τις 16 Ιουνίου 2025.

Άρθρο 6

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 16 Ιουνίου 2019 στα κράτη μέλη που δεν έχουν ενημερώσει τον Οργανισμό και την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798. Εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη από τις 16 Ιουνίου 2020.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 8 Μαρτίου 2018.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 102.

(2)  Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 2016, σχετικά με εντολή στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αναθεώρηση των κοινών μεθόδων ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και την κοινή μέθοδο ασφάλειας για την εποπτεία και για την κατάργηση της εκτελεστικής απόφασης C(2014) 1649 final [C(2016) 5504 final].

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1158/2010 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, περί κοινής μεθόδου ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις απόκτησης πιστοποιητικών σιδηροδρομικής ασφάλειας (ΕΕ L 326 της 10.12.2010, σ. 11).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2010 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2010, περί κοινής μεθόδου ασφάλειας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις απόκτησης έγκρισης σιδηροδρομικής ασφάλειας (ΕΕ L 327 της 11.12.2010, σ. 13).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1077/2012 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2012, σχετικά με κοινή μέθοδο ασφάλειας για την εποπτεία από τις εθνικές αρχές ασφαλείας μετά την έκδοση πιστοποιητικού ασφαλείας ή έγκρισης ασφάλειας (ΕΕ L 320 της 17.11.2012, σ. 3).

(6)  Οδηγίες ISO/IEC, μέρος 1, κωδικοποιημένο συμπλήρωμα 2016, παράρτημα SL προσάρτημα 2.

(7)  Οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1).

(8)  Οδηγία 2008/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις εσωτερικές μεταφορές επικίνδυνων εμπορευμάτων (ΕΕ L 260 της 30.9.2008, σ. 13).

(9)  Οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων, η οποία τροποποιεί την οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και την οδηγία 2001/14/ΕΚ σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής καθώς και με την πιστοποίηση ασφάλειας (Οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων) (ΕΕ L 164 της 30.4.2004, σ. 44).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις

1.   ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

1.1.   Ο οργανισμός:

α)

περιγράφει το είδος, την έκταση και τον τόπο των σιδηροδρομικών λειτουργιών του·

β)

προσδιορίζει τους σοβαρούς κινδύνους ασφάλειας που τίθενται από τη σιδηροδρομική λειτουργία είτε εκτελείται από τον ίδιο τον οργανισμό, είτε από αναδόχους, συνεργάτες ή προμηθευτές υπό τον έλεγχό του·

γ)

προσδιορίζει τα ενδιαφερόμενα μέρη (π.χ. ρυθμιστικούς φορείς, αρχές, διαχειριστές υποδομής, αναδόχους, προμηθευτές, συνεργάτες), καθώς και τα μέρη εκτός σιδηροδρομικού συστήματος που είναι σημαντικά για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας·

δ)

προσδιορίζει και τηρεί νομικές και άλλες απαιτήσεις σχετιζόμενες με την ασφάλεια για τα κατά το στοιχείο γ) ενδιαφερόμενα μέρη·

ε)

εξασφαλίζει ότι οι κατά το στοιχείο δ) απαιτήσεις λαμβάνονται υπόψη κατά την ανάπτυξη, την εφαρμογή και τη συντήρηση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

στ)

περιγράφει το πεδίο εφαρμογής του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και επισημαίνει ποιο μέρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος και λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο στοιχείο δ).

2.   ΗΓΕΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ

2.1.   Ηγετικός ρόλος και δέσμευση

2.1.1.   Η ανώτατη διοίκηση επιδεικνύει ηγετικό ρόλο και δέσμευση για την ανάπτυξη, την εφαρμογή, τη συντήρηση και τη συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης ασφάλειας με:

α)

την ανάληψη γενικής υποχρέωσης λογοδοσίας και ευθύνης για την ασφάλεια·

β)

τη δέσμευση της διοίκησης για ασφάλεια σε διάφορα επίπεδα εντός του οργανισμού μέσω των δραστηριοτήτων της και στις σχέσεις της με το προσωπικό και τους αναδόχους·

γ)

τη διασφάλιση ότι η πολιτική ασφάλειας και οι στόχοι ασφάλειας έχουν καθορισθεί, κατανοηθεί και συμβαδίζουν με τη στρατηγική κατεύθυνση του οργανισμού·

δ)

τη διασφάλιση της ενσωμάτωσης των απαιτήσεων για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οργανισμού·

ε)

τη διασφάλιση διαθεσιμότητας των απαιτούμενων πόρων για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας·

στ)

τη διασφάλιση ότι το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας είναι αποτελεσματικό για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας που δημιουργούνται από τον οργανισμό·

ζ)

την ενθάρρυνση του προσωπικού να υποστηρίζει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

η)

την προώθηση της συνεχούς βελτίωσης του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

θ)

τη διασφάλιση ότι η ασφάλεια συνεκτιμάται κατά τον προσδιορισμό και τη διαχείριση των επιχειρηματικών κινδύνων του οργανισμού και ότι εξηγείται πώς θα ταυτοποιείται και θα επιλύεται η σύγκρουση μεταξύ των στόχων ασφάλειας και άλλων επιχειρηματικών στόχων·

ι)

την προώθηση θετικής νοοτροπίας ασφάλειας.

2.2.   Πολιτική ασφάλειας

2.2.1.   Η ανώτατη διοίκηση συντάσσει έγγραφο όπου περιγράφεται η πολιτική ασφάλειας του οργανισμού, η οποία:

α)

αρμόζει στον τύπο και την έκταση των σιδηροδρομικών λειτουργιών του οργανισμού·

β)

έχει εγκριθεί από τον διευθύνοντα σύμβουλο του οργανισμού (ή τον/τους εκπρόσωπο/-ους της ανώτατης διοίκησης)·

γ)

εφαρμόζεται, έχει κοινοποιηθεί και διατίθεται σε όλο το προσωπικό.

2.2.2.   Η πολιτική ασφάλειας:

α)

περιλαμβάνει δέσμευση συμμόρφωσης με όλες τις νομικές και άλλες απαιτήσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια·

β)

παρέχει πλαίσιο καθορισμού των στόχων και αξιολόγησης των επιδόσεων ασφάλειας του οργανισμού ως προς τους στόχους αυτούς·

γ)

περιλαμβάνει δέσμευση για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας που απορρέουν από τις δραστηριότητες του οργανισμού και από αυτούς που προκαλούνται από άλλους·

δ)

περιλαμβάνει δέσμευση για συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

ε)

διατηρείται σύμφωνα με την επιχειρηματική στρατηγική και την αξιολόγηση των επιδόσεων ασφάλειας του οργανισμού.

2.3.   Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες

2.3.1.   Οι αρμοδιότητες, οι υποχρεώσεις λογοδοσίας και οι εξουσίες του προσωπικού με ρόλο σχετιζόμενο με την ασφάλεια (καθώς και του διοικητικού και άλλου προσωπικού με καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια) καθορίζονται σε όλα τα επίπεδα εντός του οργανισμού, τεκμηριώνονται, ανατίθενται και κοινοποιούνται στο προσωπικό.

2.3.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι το προσωπικό στο οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες για καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια έχει την εξουσία, την επάρκεια και τους κατάλληλους πόρους για να επιτελεί τα καθήκοντά του χωρίς να επηρεάζεται δυσμενώς από δραστηριότητες άλλων επιχειρηματικών λειτουργιών.

2.3.3.   Η ανάθεση αρμοδιοτήτων για καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια τεκμηριώνεται και κοινοποιείται στο αρμόδιο προσωπικό, γίνεται δεκτή και κατανοείται.

2.3.4.   Ο οργανισμός περιγράφει την κατανομή των ρόλων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.3.1. στις επιχειρηματικές λειτουργίες εντός και, κατά περίπτωση, εκτός του οργανισμού (βλέπε.5.3. Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές).

2.4.   Γνωμοδότηση του προσωπικού και άλλων μερών

2.4.1.   Το προσωπικό, οι εκπρόσωποί του και εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη, όπου αρμόζει και ανάλογα με την περίπτωση, γνωμοδοτεί για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας στα σχετικά μέρη για τα οποία είναι υπεύθυνο, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών ασφάλειας των διαδικασιών λειτουργίας.

2.4.2.   Ο οργανισμός διευκολύνει τη γνωμοδότηση του προσωπικού, προβλέποντας τις μεθόδους και τα μέσα συμμετοχής του προσωπικού, καταγράφοντας τη γνώμη του και απαντώντας στη γνώμη του προσωπικού.

3.   ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

3.1.   Ενέργειες για την αντιμετώπιση των κινδύνων

3.1.1.   Εκτίμηση κινδύνων

3.1.1.1.   Ο οργανισμός:

α)

εντοπίζει και αναλύει όλους τους λειτουργικούς, οργανωτικούς και τεχνικούς κινδύνους που σχετίζονται με τον τύπο, την έκταση και το πεδίο λειτουργιών του οργανισμού. Στους εν λόγω κινδύνους περιλαμβάνονται εκείνοι που οφείλονται στον ανθρώπινο και τον οργανωτικό παράγοντα, όπως ο φόρτος εργασίας, ο σχεδιασμός του χώρου εργασίας, η κόπωση ή η καταλληλότητα των διαδικασιών, και οι δραστηριότητες των άλλων ενδιαφερόμενων μερών (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού)·

β)

αξιολογεί τους κινδύνους που αναφέρονται στο στοιχείο α) με την εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων εκτίμησης κινδύνων·

γ)

αναπτύσσει και θέτει σε εφαρμογή μέτρα ασφάλειας, με προσδιορισμό των σχετικών αρμοδιοτήτων (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες)·

δ)

αναπτύσσει σύστημα παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφάλειας (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

ε)

αναγνωρίζει την ανάγκη συνεργασίας με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη (όπως σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, διαχειριστές υποδομής, κατασκευαστές, συντηρητές, οντότητα υπεύθυνη για τη συντήρηση, κάτοχο σιδηροδρομικών οχημάτων, πάροχο υπηρεσιών και προμηθευτή), όπου απαιτείται, για κοινούς κινδύνους και τη θέση σε εφαρμογή κατάλληλων μέτρων ασφάλειας·

στ)

κοινοποιεί τους κινδύνους στο προσωπικό και εμπλεκόμενους τρίτους (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία).

3.1.1.2.   Κατά την εκτίμηση κινδύνων, ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη την ανάγκη καθορισμού, διαμόρφωσης και διατήρησης ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος σύμφωνου με την εφαρμοστέα νομοθεσία, και ιδίως με την οδηγία 89/391/ΕΟΚ.

3.1.2.   Προγραμματισμός αλλαγών

3.1.2.1.   Ο οργανισμός εντοπίζει τους ενδεχόμενους κινδύνους ασφάλειας και προσδιορίζει κατάλληλα μέτρα ασφάλειας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) πριν επέλθει μεταβολή (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών) σύμφωνα με τη διαδικασία διαχείρισης της επικινδυνότητας που καθορίζεται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 402/2013 της Επιτροπής (1), συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης των κινδύνων ασφάλειας που ενέχει η ίδια η διαδικασία μεταβολής.

3.2.   Στόχοι ασφάλειας και σχεδιασμός

3.2.1.   Ο οργανισμός καθορίζει στόχους ασφάλειας για τις σχετικές λειτουργίες σε διάφορα επίπεδα με σκοπό να διατηρεί και, εφόσον είναι εύλογα εφικτό, να βελτιώνει τις επιδόσεις του στον τομέα της ασφάλειας.

3.2.2.   Οι στόχοι ασφάλειας:

α)

συμβαδίζουν με την πολιτική ασφάλειας και του στρατηγικούς στόχους του οργανισμού (κατά περίπτωση)·

β)

συνδέονται με τους πρωτεύοντες κινδύνους που επηρεάζουν τις επιδόσεις ασφάλειας του οργανισμού·

γ)

είναι μετρήσιμοι·

δ)

λαμβάνουν υπόψη εφαρμοστέες νομικές και άλλες απαιτήσεις·

ε)

επανεξετάζονται όσον αφορά την επίτευξή τους και αναθεωρούνται, εφόσον ενδείκνυται·

στ)

κοινοποιούνται.

3.2.3.   Ο οργανισμός διαθέτει σχέδιο/-α όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο θα επιτύχει τους στόχους ασφάλειας.

3.2.4.   Ο οργανισμός περιγράφει τη στρατηγική και το/τα σχέδιο/-α που χρησιμοποιεί για την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων ασφάλειας (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

4.   ΣΤΗΡΙΞΗ

4.1.   Πόροι

4.1.1.   Ο οργανισμός διαθέτει τους πόρους, καθώς και ικανό προσωπικό και αποτελεσματικό και εύχρηστο εξοπλισμό που απαιτείται για την κατάρτιση, την εφαρμογή, τη συντήρηση και τη συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας.

4.2.   Επάρκεια

4.2.1.   Το σύστημα διαχείρισης της επάρκειας του οργανισμού εξασφαλίζει ότι το προσωπικό με ρόλο σχετιζόμενο με την ασφάλεια είναι ικανό για τα σχετικά με την ασφάλεια καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες), το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)

προσδιορισμό των ικανοτήτων (μεταξύ των οποίων γνώσεις, δεξιότητες, μη τεχνικές συμπεριφορές και στάσεις) που απαιτούνται για καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια·

β)

αρχές επιλογής (βασικό επίπεδο εκπαίδευσης, απαιτούμενη ψυχολογική και σωματική κατάσταση)·

γ)

αρχική εκπαίδευση, πείρα και προσόντα·

δ)

συνεχή εκπαίδευση και περιοδική επικαιροποίηση των υφιστάμενων ικανοτήτων·

ε)

περιοδική αξιολόγηση ικανοτήτων και έλεγχο της ψυχολογικής και της σωματικής κατάστασης, ώστε να διασφαλίζεται ότι διατηρούνται τα προσόντα και οι δεξιότητες με την πάροδο του χρόνου·

στ)

ειδική εκπαίδευση στα σημαντικά μέρη του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας για την εκτέλεση των σχετικών με την ασφάλεια καθηκόντων τους.

4.2.2.   Ο οργανισμός προβλέπει κατά την παράγραφο 4.2.1 στοιχεία γ), δ) και στ) εκπαιδευτικό πρόγραμμα του προσωπικού που εκτελεί καθήκοντα σχετιζόμενα με την ασφάλεια, το οποίο εξασφαλίζει ότι:

α)

το εκπαιδευτικό πρόγραμμα έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τις προσδιορισθείσες απαιτήσεις επάρκειας και τις εξατομικευμένες ανάγκες του προσωπικού·

β)

κατά περίπτωση, η εκπαίδευση εξασφαλίζει ότι το προσωπικό μπορεί να λειτουργεί υπό όλες τις συνθήκες λειτουργίας (κανονικές, υποβαθμισμένες και έκτακτης ανάγκης)·

γ)

η διάρκεια της εκπαίδευσης και η συχνότητα της ανανεωτικής εκπαίδευσης αρμόζουν στους στόχους της εκπαίδευσης·

δ)

τηρούνται αρχεία για όλα τα μέλη του προσωπικού (βλέπε 4.5.3. Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών)·

ε)

το εκπαιδευτικό πρόγραμμα επανεξετάζεται και ελέγχεται τακτικά (βλέπε 6.2. Εσωτερικός έλεγχος) και μεταβάλλεται, όταν απαιτείται (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών).

4.2.3.   Προβλέπονται ρυθμίσεις επιστροφής μελών του προσωπικού στην εργασία μετά από ατυχήματα/περιστατικά ή μακρά απουσία τους από την εργασία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πρόσθετης εκπαίδευσης όταν διαπιστώνεται ανάγκη.

4.3.   Επίγνωση

4.3.1.   Η ανώτατη διοίκηση διασφαλίζει ότι τα στελέχη της και τα μέλη του προσωπικού της με ρόλο σχετιζόμενο με την ασφάλεια έχουν επίγνωση της σπουδαιότητας, της σημασίας και των συνεπειών των δραστηριοτήτων τους και του τρόπου με τον οποίο συμβάλλουν στην ορθή εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, όπως και στην επίτευξη των στόχων ασφάλειας (βλέπε 3.2. Στόχοι ασφάλειας και σχεδιασμός).

4.4.   Πληροφορίες και επικοινωνία

4.4.1.   Ο οργανισμός καθορίζει κατάλληλους διαύλους επικοινωνίας για να εξασφαλίσει ότι ανταλλάσσονται οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες στα διάφορα επίπεδα του οργανισμού και με εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές.

4.4.2.   Για να εξασφαλιστεί ότι οι υπεύθυνοι κρίσης και λήψης αποφάσεων λαμβάνουν τις σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες, ο οργανισμός διαχειρίζεται την ταυτοποίηση, την παραλαβή, την επεξεργασία, την παραγωγή και τη διάδοση των σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών.

4.4.3.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες:

α)

είναι συναφείς, πλήρεις και κατανοητές στον προβλεπόμενο χρήστη·

β)

είναι έγκυρες·

γ)

είναι ακριβείς·

δ)

είναι συνεκτικές·

ε)

ελέγχονται (βλέπε 4.5.3. Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών)·

στ)

κοινοποιούνται πριν φέρουν αποτέλεσμα·

ζ)

παραλαμβάνονται και κατανοούνται.

4.5.   Τεκμηριωμένες πληροφορίες

4.5.1.   Τεκμηρίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας

4.5.1.1.   Υφίσταται περιγραφή του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, η οποία περιλαμβάνει:

α)

ταυτοποίηση και περιγραφή των διαδικασιών και των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την ασφάλεια των σιδηροδρομικών λειτουργιών, καθώς και των σχετιζόμενων με την ασφάλεια καθηκόντων και των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες)·

β)

αλληλεπίδραση αυτών των διαδικασιών·

γ)

διαδικασίες ή άλλα έγγραφα όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο τίθενται σε εφαρμογή οι διαδικασίες·

δ)

προσδιορισμό αναδόχων, συνεργατών και προμηθευτών με περιγραφή του τύπου και της έκτασης των παρεχόμενων υπηρεσιών·

ε)

προσδιορισμό των συμβατικών ρυθμίσεων και άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ του οργανισμού και άλλων μερών που προσδιορίζονται στο στοιχείο δ), οι οποίες είναι αναγκαίες για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας του οργανισμού και των κινδύνων που συνδέονται με την προσφυγή σε αναδόχους·

στ)

παραπομπή στις τεκμηριωμένες πληροφορίες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό.

4.5.1.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι η ετήσια έκθεση ασφάλειας υποβάλλεται στη σχετική αρμόδια εθνική αρχή ασφάλειας (ή αρχές) σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, η οποία περιλαμβάνει:

α)

σύνοψη των αποφάσεων που σχετίζονται με το επίπεδο σημασίας των σχετικών με την ασφάλεια μεταβολών, καθώς και επισκόπηση των σημαντικών μεταβολών σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 402/2013·

β)

τους στόχους του οργανισμού στον τομέα της ασφάλειας για το/τα επόμενο/-α έτος/-η και τον τρόπο με τον οποίο οι σοβαροί κίνδυνοι ασφάλειας επηρεάζουν τον καθορισμό αυτών των στόχων ασφάλειας·

γ)

τα αποτελέσματα της εσωτερικής διερεύνησης ατυχήματος/περιστατικού (βλέπε 7.1. Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά) και άλλες δραστηριότητες παρακολούθησης (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση, 6.2. Εσωτερικός έλεγχος και 6.3. Επανεξέταση από τη διοίκηση), σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 της Επιτροπής (2)·

δ)

λεπτομέρειες της προόδου στην αντιμετώπιση των συστάσεων των εθνικών φορέων διερεύνησης που εκκρεμούν (βλέπε 7.1. Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά)·

ε)

τους δείκτες ασφάλειας του οργανισμού που έχουν καθορισθεί για την αξιολόγηση των επιδόσεων ασφάλειας του οργανισμού (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

στ)

κατά περίπτωση, τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του συμβούλου ασφάλειας, όπως προβλέπεται στον RID (3), σχετικά με τις δραστηριότητες του οργανισμού που αφορούν τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων (4).

4.5.2.   Παραγωγή και επικαιροποίηση

4.5.2.1.   Ο οργανισμός εξασφαλίζει ότι κατά την παραγωγή και την επικαιροποίηση τεκμηριωμένων πληροφοριών σχετικών με το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας χρησιμοποιούνται κατάλληλοι μορφότυποι και μέσα.

4.5.3.   Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών

4.5.3.1.   Ο οργανισμός ελέγχει τις τεκμηριωμένες πληροφορίες που σχετίζονται με το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας, και ιδίως με την αποθήκευση, τη διανομή και τον έλεγχο των μεταβολών, προκειμένου να εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα, την καταλληλότητα και την προστασία τους, κατά περίπτωση.

4.6.   Ενσωμάτωση του ανθρώπινου και του οργανωτικού παράγοντα

4.6.1.   Ο φορέας επιδεικνύει συστηματική προσέγγιση όσον αφορά την ενσωμάτωση του ανθρώπινου και του οργανωτικού παράγοντα στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας. Η προσέγγιση αυτή:

α)

περιλαμβάνει την ανάπτυξη στρατηγικής και την αξιοποίηση της εμπειρογνωσίας και των αναγνωρισμένων μεθόδων στο πεδίο του ανθρώπινου και του οργανωτικού παράγοντα·

β)

έχει ως αντικείμενο τους κινδύνους που συνδέονται με τον σχεδιασμό και τη χρήση εξοπλισμού, τα καθήκοντα, τις συνθήκες εργασίας και τις οργανωτικές ρυθμίσεις, με βάση τις ικανότητες του ανθρώπου, όπως και τα όριά του και τις επιρροές στις επιδόσεις του ανθρώπου.

5.   ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

5.1.   Σχεδιασμός και έλεγχος λειτουργίας

5.1.1.   Κατά τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή και την επανεξέταση των λειτουργικών του διαδικασιών, ο οργανισμός εξασφαλίζει ότι κατά τη λειτουργία:

α)

εφαρμόζονται κριτήρια αποδοχής της επικινδυνότητας και μέτρα ασφάλειας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων)·

β)

καταρτίζεται/-ονται σχέδιο/-α με σκοπό την επίτευξη των στόχων ασφάλειας (βλέπε 3.2. Στόχοι ασφάλειας και σχεδιασμός)·

γ)

συλλέγονται πληροφορίες για τη μέτρηση του βαθμού ορθής εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των ρυθμίσεων λειτουργίας (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

5.1.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι οικείες ρυθμίσεις λειτουργίας πληρούν τις σχετικές με την ασφάλεια απαιτήσεις των εφαρμοστέων τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας και τους σχετικούς εθνικούς κανόνες και οποιεσδήποτε άλλες συναφείς απαιτήσεις (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού).

5.1.3.   Για τον έλεγχο των κινδύνων όταν σχετίζονται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

ο σχεδιασμός των υφιστάμενων ή νέων διαδρομών αμαξοστοιχιών και νέων σιδηροδρομικών υπηρεσιών, καθώς και η εισαγωγή νέων τύπων οχημάτων, η ανάγκη χρηματοδοτικής μίσθωσης οχημάτων και/ή η πρόσληψη προσωπικού από τρίτους και η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη συντήρηση για λόγους λειτουργίας με τους φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η συντήρηση·

β)

η ανάπτυξη και η εφαρμογή των πινάκων ωραρίων σιδηροδρομικών δρομολογίων·

γ)

η προετοιμασία αμαξοστοιχιών ή οχημάτων πριν τεθούν σε κίνηση, καθώς και οι έλεγχοι πριν από την αναχώρηση και η σύνθεση των αμαξοστοιχιών·

δ)

η κυκλοφορία των αμαξοστοιχιών ή η κυκλοφορία των οχημάτων υπό διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας (κανονικές, υποβαθμισμένες και έκτακτης ανάγκης)·

ε)

η προσαρμογή της λειτουργίας σε αιτήματα για παύση λειτουργίας και η κοινοποίηση επαναφοράς σε λειτουργία που εκδίδουν οι φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η συντήρηση·

στ)

οι εγκρίσεις θέσης οχημάτων σε κίνηση·

ζ)

εύχρηστες διεπαφές των θαλάμων οδήγησης αμαξοστοιχιών και των κέντρων ελέγχου αμαξοστοιχιών με τον εξοπλισμό που χρησιμοποιεί το προσωπικό συντήρησης.

5.1.4.   Για τον έλεγχο της κατανομής αρμοδιοτήτων όταν σχετίζονται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας, ο οργανισμός προσδιορίζει αρμοδιότητες για τον συντονισμό και τη διαχείριση της ασφαλούς λειτουργίας των αμαξοστοιχιών και της κίνησης των οχημάτων και καθορίζει στο αρμόδιο προσωπικό εντός του οργανισμού τον τρόπο κατανομής των καθηκόντων που επηρεάζουν την ασφαλή εκτέλεση όλων των υπηρεσιών (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες) και άλλων εξωτερικών ειδικευμένων μερών, κατά περίπτωση (βλέπε 5.3. Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές).

5.1.5.   Για τον έλεγχο των πληροφοριών και της επικοινωνίας όταν σχετίζονται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία), το αρμόδιο προσωπικό (π.χ. πληρώματα αμαξοστοιχιών) ενημερώνεται για τα λεπτομερή στοιχεία τυχόν συγκεκριμένων συνθηκών μετακίνησης, καθώς και για σχετικές μεταβολές που ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο, προσωρινούς ή μόνιμους περιορισμούς λειτουργίας (π.χ. λόγω του ειδικού τύπου οχημάτων ή συγκεκριμένων διαδρομών) και για τους όρους εκτέλεσης εξαιρετικών αποστολών, κατά περίπτωση.

5.1.6.   Για τον έλεγχο της επάρκειας, όταν σχετίζεται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας (βλέπε 4.2. Επάρκεια), ο οργανισμός διασφαλίζει για το προσωπικό του, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού):

α)

συμμόρφωση με την εκπαίδευση και τις οδηγίες εργασίας και τη λήψη διορθωτικών μέτρων, όταν απαιτείται·

β)

ειδική εκπαίδευση σε περίπτωση αναμενόμενων μεταβολών που επηρεάζουν την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του ή την ανάθεση καθηκόντων του·

γ)

λήψη κατάλληλων μέτρων μετά από ατυχήματα και περιστατικά.

5.2.   Διαχείριση περιουσιακών στοιχείων

5.2.1.   Ο οργανισμός διαχειρίζεται τους κινδύνους ασφάλειας που συνδέονται με τα υλικά περιουσιακά στοιχεία σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων), από τον σχεδιασμό έως την τελική διάθεση, και εκπληρώνει τις απαιτήσεις για τον ανθρώπινο παράγοντα σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής.

5.2.2.   Ο οργανισμός:

α)

διασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται, ενώ παράλληλα διατηρεί ασφαλή την κατάσταση λειτουργίας τους, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, κατά περίπτωση, και το προσδοκώμενο επίπεδο επιδόσεών τους·

β)

διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία σε λειτουργία υπό κανονικές και υποβαθμισμένες συνθήκες·

γ)

εντοπίζει το συντομότερο δυνατόν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις λειτουργίας πριν ή κατά τη διάρκεια λειτουργίας περιουσιακού στοιχείου, καθώς και την εφαρμογή των περιορισμών χρήσης, όταν κρίνεται σκόπιμο, ώστε να εξασφαλίζει ασφαλή κατάσταση λειτουργίας του περιουσιακού στοιχείου (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

5.2.3.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι ρυθμίσεις διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση, πληρούν όλες τις βασικές απαιτήσεις που καθορίζονται στις σχετικές τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές προϋποθέσεις (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού).

5.2.4.   Για τον έλεγχο των κινδύνων που σχετίζονται με τη συντήρηση (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

αναγνώριση της ανάγκης συντήρησης για τη διατήρηση του περιουσιακού στοιχείου σε ασφαλή κατάσταση λειτουργίας, με βάση την προγραμματισμένη και την πραγματική χρήση του περιουσιακού στοιχείου και τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού του·

β)

διαχείριση της απόσυρσης του περιουσιακού στοιχείου για συντήρηση, όταν έχουν εντοπισθεί ελαττώματα ή όταν η κατάσταση του περιουσιακού στοιχείου υποβαθμίζεται πέραν των ορίων ασφαλούς κατάστασης λειτουργίας κατά το στοιχείο α)·

γ)

διαχείριση της επαναφοράς του περιουσιακού στοιχείου σε λειτουργία, ενδεχομένως με περιορισμούς χρήσης, μετά την παράδοσή του από τη συντήρηση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι είναι σε ασφαλή κατάσταση λειτουργίας·

δ)

διαχείριση του εξοπλισμού παρακολούθησης και μέτρησης, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι αρμόζει για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται.

5.2.5.   Για τον έλεγχο των πληροφοριών και της επικοινωνίας όταν σχετίζονται με την ασφαλή διαχείριση περιουσιακών στοιχείων (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία), ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη:

α)

την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών εντός του οργανισμού ή με εξωτερικούς φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η συντήρηση (βλέπε 5.3. Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές), και ιδίως των πληροφοριών για δυσλειτουργίες, ατυχήματα και περιστατικά που σχετίζονται με την ασφάλεια, καθώς και για ενδεχόμενους περιορισμούς χρήσης του περιουσιακού στοιχείου·

β)

την ιχνηλασιμότητα όλων των απαραίτητων πληροφοριών, καθώς και των πληροφοριών που σχετίζονται με το στοιχείο α) (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία και 4.5.3. Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών)·

γ)

την κατάρτιση και την τήρηση αρχείων όλων των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τη διαχείριση των μεταβολών που επηρεάζουν την ασφάλεια των περιουσιακών στοιχείων (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών).

5.3.   Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές

5.3.1.   Ο οργανισμός εντοπίζει και ελέγχει τους κινδύνους ασφάλειας που απορρέουν από την εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων, καθώς και από λειτουργίες ή συνεργασία με αναδόχους, συνεργάτες και προμηθευτές.

5.3.2.   Για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας κατά την παράγραφο 5.3.1, ο οργανισμός καθορίζει κριτήρια για την επιλογή αναδόχων, συνεργατών και προμηθευτών και τις συμβατικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν, μεταξύ των οποίων:

α)

τις νομικές και άλλες απαιτήσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού)·

β)

το επίπεδο επάρκειας που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στη σύμβαση (βλέπε 4.2. Επάρκεια)·

γ)

τις αρμοδιότητες για τα προς εκτέλεση καθήκοντα·

δ)

τις αναμενόμενες επιδόσεις ασφάλειας που πρέπει να τηρούνται κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.

ε)

τις υποχρεώσεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν την ασφάλεια (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία)·

στ)

την ιχνηλασιμότητα των σχετικών με την ασφάλεια εγγράφων (βλέπε 4.5. Τεκμηριωμένες πληροφορίες)

5.3.3.   Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1078/2012, ο οργανισμός παρακολουθεί:

α)

τις επιδόσεις ασφάλειας όλων των δραστηριοτήτων και λειτουργιών αναδόχων, συνεργατών και προμηθευτών, ώστε να εξασφαλίζει τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στη σύμβαση·

β)

τη γνωστοποίηση στους αναδόχους, τους συνεργάτες και τους προμηθευτές των κινδύνων ασφάλειας που ενδέχεται να επιδρούν στις λειτουργίες του οργανισμού.

5.4.   Διαχείριση μεταβολών

5.4.1.   Ο οργανισμός εφαρμόζει και ελέγχει τις μεταβολές στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας με σκοπό να διατηρούνται ή να βελτιώνονται οι επιδόσεις ασφάλειας. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται αποφάσεις στα διάφορα στάδια διαχείρισης των μεταβολών και η συνακόλουθη επανεξέταση των κινδύνων ασφαλείας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων).

5.5.   Διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης

5.5.1.   Ο οργανισμός εντοπίζει τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και προσδιορίζει συναφή και έγκαιρα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπισή τους (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) και για την αποκατάσταση κανονικών συνθηκών λειτουργίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/995 της Επιτροπής (5).

5.5.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι για κάθε εντοπισθέντα τύπο έκτακτης ανάγκης:

α)

είναι δυνατή η άμεση επαφή με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·

β)

οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης λαμβάνουν όλες τις σχετικές πληροφορίες τόσο εκ των προτέρων για να προετοιμάσουν την επέμβασή τους όσο και κατά τον χρόνο της έκτακτης ανάγκης·

γ)

παρέχονται εσωτερικά πρώτες βοήθειες.

5.5.3.   Ο οργανισμός προσδιορίζει και τεκμηριώνει τους ρόλους και τις αρμοδιότητες όλων των μερών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/995.

5.5.4.   Ο οργανισμός διαθέτει σχέδια δράσης, προειδοποίησης και πληροφόρησης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, καθώς και ρυθμίσεις:

α)

προειδοποίησης όλου του προσωπικού που είναι αρμόδιο για τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης·

β)

κοινοποίησης πληροφοριών σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (π.χ. τον διαχειριστή υποδομής, τους αναδόχους, τις αρχές, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης), καθώς και οδηγιών έκτακτης ανάγκης για τους επιβάτες·

γ)

λήψης τυχόν αποφάσεων που απαιτούνται σύμφωνα με τον τύπο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

5.5.5.   Ο οργανισμός περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο διατίθενται οι πόροι και τα μέσα διαχείρισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης (βλέπε 4.1. Πόροι) και τον τρόπο προσδιορισμού των απαιτήσεων εκπαίδευσης (βλέπε 4.2. Επάρκεια).

5.5.6.   Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης υποβάλλονται τακτικά σε δοκιμή σε συνεργασία με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη και επικαιροποιούνται όταν απαιτείται.

5.5.7.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι η επαφή του αρμόδιου προσωπικού, το οποίο διαθέτει επαρκείς γλωσσικές δεξιότητες, με τον διαχειριστή υποδομής είναι εύκολη και άμεση και του παρέχουν το κατάλληλο επίπεδο πληροφοριών.

5.5.8.   Ο οργανισμός διαθέτει διαδικασία επαφής με τον φορέα που έχει αναλάβει τη συντήρηση ή με τον κάτοχο σιδηροδρομικών οχημάτων σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

6.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

6.1.   Παρακολούθηση

6.1.1.   Ο οργανισμός διεξάγει έλεγχο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 με σκοπό:

α)

να ελέγχει την ορθή εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα όλων των διεργασιών και διαδικασιών του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και των τεχνικών, λειτουργικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας·

β)

να ελέγχει την ορθή εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας συνολικά, και αν επιτυγχάνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα·

γ)

να διερευνά κατά πόσον το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

δ)

να διαπιστώνει, να εφαρμόζει και να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των διορθωτικών μέτρων (βλέπε 7.2. Συνεχής βελτίωση), κατά περίπτωση, εφόσον διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τα στοιχεία α), β) και γ).

6.1.2.   Ο οργανισμός παρακολουθεί τακτικά σε όλα τα επίπεδά του την εκτέλεση σχετιζόμενων με την ασφάλεια καθηκόντων και παρεμβαίνει εάν αυτά τα καθήκοντα δεν εκτελούνται σωστά.

6.2.   Εσωτερικός έλεγχος

6.2.1.   Ο οργανισμός διενεργεί εσωτερικούς ελέγχους με ανεξάρτητο, αμερόληπτο και διαφανή τρόπο για να συγκεντρώνει και να αναλύει πληροφορίες για τις οικείες δραστηριότητες παρακολούθησης (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση), που περιλαμβάνουν:

α)

χρονοδιάγραμμα προγραμματισμένων εσωτερικών ελέγχων, το οποίο είναι δυνατόν να αναθεωρηθεί ανάλογα με τα αποτελέσματα προηγούμενων ελέγχων και την παρακολούθηση των επιδόσεων·

β)

εξεύρεση και επιλογή των αρμοδίων ελεγκτών (βλέπε 4.2. Επάρκεια)·

γ)

ανάλυση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων·

δ)

αναγνώριση της ανάγκης για διορθωτικά ή βελτιωτικά μέτρα·

ε)

επαλήθευση της ολοκλήρωσης και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών·

στ)

έγγραφα σχετικά με την εκτέλεση και τα αποτελέσματα των ελέγχων·

ζ)

κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων στην ανώτατη διοίκηση.

6.3.   Επανεξέταση από τη διοίκηση

6.3.1.   Η ανώτατη διοίκηση επανεξετάζει τακτικά εάν το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας εξακολουθεί να αρμόζει και να είναι αποτελεσματικό, όπως επίσης εξετάζει τουλάχιστον τα κάτωθι:

α)

τα στοιχεία της κατάστασης προόδου στη λήψη μέτρων που εκκρεμούν από προηγούμενες επανεξετάσεις της διοίκησης·

β)

τη μεταβολή εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού)·

γ)

τις επιδόσεις του οργανισμού στον τομέα της ασφάλειας που σχετίζονται με:

i)

την επίτευξη των στόχων ασφάλειας που έχει θέσει·

ii)

τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης, καθώς και των ευρημάτων εσωτερικού ελέγχου, και των εσωτερικών διερευνήσεων ατυχήματος/περιστατικού και την κατάσταση των αντίστοιχων μέτρων·

iii)

τη σχετική απόδοση των εποπτικών δραστηριοτήτων που διενεργεί η εθνική αρχή ασφάλειας·

δ)

τις συστάσεις βελτίωσης.

6.3.2.   Με βάση τα αποτελέσματα της επανεξέτασης της διοίκησης, η ανώτατη διοίκηση αναλαμβάνει τη γενική ευθύνη για τον προγραμματισμό και την υλοποίηση των αναγκαίων μεταβολών στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας.

7.   ΒΕΛΤΙΩΣΗ

7.1.   Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά

7.1.1.   Ατυχήματα και περιστατικά σχετιζόμενα με τις σιδηροδρομικές λειτουργίες του οργανισμού:

α)

αναφέρονται, καταχωρίζονται, διερευνώνται και αναλύονται για να προσδιορισθούν οι αιτίες τους·

β)

αναφέρονται σε εθνικούς φορείς, κατά περίπτωση.

7.1.2.   Ο οργανισμός εξασφαλίζει ότι:

α)

οι συστάσεις της εθνικής αρχής ασφάλειας, του εθνικού φορέα διερεύνησης και κλαδικών/εσωτερικών διερευνήσεων αξιολογούνται και εφαρμόζονται εάν ενδείκνυται ή επιβάλλεται·

β)

οι συναφείς εκθέσεις/πληροφορίες από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη όπως σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, διαχειριστές υποδομής, φορείς συντήρησης και κάτοχοι σιδηροδρομικών οχημάτων, εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη.

7.1.3.   Ο οργανισμός αξιοποιεί τις πληροφορίες που σχετίζονται με τη διερεύνηση για να επανεξετάσει την εκτίμηση κινδύνων (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων), να αντλήσει διδάγματα με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας και, ενδεχομένως, να λάβει διορθωτικά και/ή βελτιωτικά μέτρα (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών).

7.2.   Συνεχής βελτίωση

7.2.1.   Ο οργανισμός βελτιώνει συνεχώς την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητα του οικείου συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 και, τουλάχιστον, το αποτέλεσμα των ακόλουθων δραστηριοτήτων:

α)

παρακολούθηση (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

β)

εσωτερικός έλεγχος (βλέπε 6.2. Εσωτερικός έλεγχος)·

γ)

επανεξέταση από τη διοίκηση (βλέπε 6.3. Επανεξέταση από τη διοίκηση)·

δ)

διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά (βλέπε 7.1. Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά).

7.2.2.   Ο οργανισμός διαθέτει μέσα για την παροχή κινήτρων στο προσωπικό και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να δραστηριοποιούνται στη βελτίωση της ασφάλειας στο πλαίσιο της οργανωτικής μάθησης.

7.2.3.   Ο οργανισμός προβλέπει στρατηγική για τη συνεχή βελτίωση της οικείας νοοτροπίας ασφάλειας, η οποία στηρίζεται στην αξιοποίηση της εμπειρογνωσίας και σε αναγνωρισμένες μεθόδους για τον εντοπισμό προβλημάτων συμπεριφοράς που επηρεάζουν τις διάφορες συνιστώσες του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και για τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή τους.


(1)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 402/2013 της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2013, σχετικά με την κοινή μέθοδο ασφάλειας (ΚΜΑ) για την αξιολόγηση και την εκτίμηση της επικινδυνότητας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 352/2009 (ΕΕ L 121 της 3.5.2013, σ. 8).

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2012, σχετικά με κοινή μέθοδο ασφάλειας που πρέπει να εφαρμόζουν σιδηροδρομική επιχείρηση ή διαχειριστής υποδομής για την παρακολούθηση μετά τη χορήγηση πιστοποιητικού ασφαλείας ή έγκρισης ασφαλείας, καθώς και φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η συντήρηση (ΕΕ L 320 της 17.11.2012, σ. 8).

(3)  Σημείο 2.1 του προσαρτήματος του παραρτήματος I της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

(4)  Σημείο 2.2 του προσαρτήματος του παραρτήματος I της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/995 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 2015, για τροποποίηση της απόφασης 2012/757/ΕΕ σχετικά με την τεχνική προδιαγραφή διαλειτουργικότητας για το υποσύστημα «διεξαγωγή και διαχείριση της κυκλοφορίας» του σιδηροδρομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 165 της 30.6.2015, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Απαιτήσεις για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας για τους διαχειριστές υποδομής

1.   ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

1.1.   Ο οργανισμός:

α)

περιγράφει τον χαρακτήρα και την έκταση των λειτουργιών του·

β)

προσδιορίζει τους σοβαρούς κινδύνους ασφάλειας που τίθενται από τη σιδηροδρομική λειτουργία είτε εκτελείται από τον ίδιο τον οργανισμό, είτε από αναδόχους, συνεργάτες ή προμηθευτές υπό τον έλεγχό του·

γ)

προσδιορίζει τα ενδιαφερόμενα μέρη (π.χ. ρυθμιστικούς φορείς, αρχές, σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, διαχειριστές υποδομής, αναδόχους, προμηθευτές, συνεργάτες), καθώς και τα μέρη εκτός σιδηροδρομικού συστήματος που σχετίζονται με το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας·

δ)

προσδιορίζει και τηρεί νομικές και άλλες απαιτήσεις σχετιζόμενες με την ασφάλεια για τα κατά το στοιχείο γ) ενδιαφερόμενα μέρη·

ε)

εξασφαλίζει ότι οι κατά το στοιχείο δ) απαιτήσεις λαμβάνονται υπόψη κατά την ανάπτυξη, την εφαρμογή και τη συντήρηση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

στ)

περιγράφει το πεδίο εφαρμογής του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και επισημαίνει ποιο μέρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων εντάσσεται στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος και λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο στοιχείο δ).

1.2.   Για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, νοείται ως:

α)   «χαρακτήρας»: όσον αφορά τις σιδηροδρομικές λειτουργίες που εκτελούνται από τους διαχειριστές υποδομής, ο χαρακτηρισμός της λειτουργίας με βάση το πεδίο εφαρμογής της, καθώς και ο σχεδιασμός και η κατασκευή των υποδομών, η συντήρηση των υποδομών, ο κυκλοφοριακός σχεδιασμός, η διαχείριση και ο έλεγχος της κυκλοφορίας, και με βάση τη χρήση της σιδηροδρομικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των συμβατικών γραμμών και/ή των γραμμών υψηλής ταχύτητας, της μεταφοράς επιβατών και/ή εμπορευμάτων·

β)   «έκταση»: όσον αφορά τις σιδηροδρομικές λειτουργίες που εκτελούνται από τους διαχειριστές υποδομής, η έκταση που χαρακτηρίζεται από το μήκος του σιδηροδρομικού τμήματος και το εκτιμώμενο μέγεθος του διαχειριστή υποδομής από άποψη αριθμού εργαζομένων απασχολούμενων στον σιδηροδρομικό τομέα.

2.   ΗΓΕΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ

2.1.   Ηγετικός ρόλος και δέσμευση

2.1.1.   Η ανώτατη διοίκηση επιδεικνύει ηγετικό ρόλο και δέσμευση για την ανάπτυξη, την εφαρμογή, τη συντήρηση και τη συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης ασφάλειας με:

α)

την ανάληψη γενικής υποχρέωσης λογοδοσίας και ευθύνης για την ασφάλεια·

β)

τη δέσμευση της διοίκησης για ασφάλεια σε διάφορα επίπεδα εντός του οργανισμού μέσω των δραστηριοτήτων της και στις σχέσεις της με το προσωπικό και τους αναδόχους·

γ)

τη διασφάλιση ότι η πολιτική ασφάλειας και οι στόχοι ασφάλειας έχουν καθορισθεί, κατανοηθεί και συμβαδίζουν με τη στρατηγική κατεύθυνση του οργανισμού·

δ)

τη διασφάλιση της ενσωμάτωσης των απαιτήσεων για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας στις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οργανισμού·

ε)

τη διασφάλιση διαθεσιμότητας των απαιτούμενων πόρων για το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας·

στ)

τη διασφάλιση ότι το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας είναι αποτελεσματικό για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας που δημιουργούνται από τον οργανισμό·

ζ)

την ενθάρρυνση του προσωπικού να υποστηρίζει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

η)

την προώθηση της συνεχούς βελτίωσης του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

θ)

τη διασφάλιση ότι η ασφάλεια συνεκτιμάται κατά τον προσδιορισμό και τη διαχείριση των επιχειρηματικών κινδύνων του οργανισμού και ότι εξηγείται πώς θα ταυτοποιείται και θα επιλύεται η σύγκρουση μεταξύ των στόχων ασφάλειας και άλλων επιχειρηματικών στόχων·

ι)

την προώθηση θετικής νοοτροπίας ασφάλειας.

2.2.   Πολιτική ασφάλειας

2.2.1.   Η ανώτατη διοίκηση συντάσσει έγγραφο όπου περιγράφεται η πολιτική ασφάλειας του οργανισμού, η οποία:

α)

αρμόζει στον χαρακτήρα του οργανισμού και στην έκταση των σιδηροδρομικών λειτουργιών·

β)

έχει εγκριθεί από τον διευθύνοντα σύμβουλο του οργανισμού (ή τον/τους εκπρόσωπο/-ους της ανώτατης διοίκησης)·

γ)

εφαρμόζεται, έχει κοινοποιηθεί και διατίθεται σε όλο το προσωπικό.

2.2.2.   Η πολιτική ασφάλειας:

α)

περιλαμβάνει δέσμευση συμμόρφωσης με όλες τις νομικές και άλλες απαιτήσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια·

β)

παρέχει πλαίσιο καθορισμού των στόχων και αξιολόγησης των επιδόσεων ασφάλειας του οργανισμού ως προς τους στόχους αυτούς·

γ)

περιλαμβάνει δέσμευση για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας που απορρέουν από τις δραστηριότητες του οργανισμού και από αυτούς που προκαλούνται από άλλους·

δ)

περιλαμβάνει δέσμευση για συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας·

ε)

διατηρείται σύμφωνα με την επιχειρηματική στρατηγική και την αξιολόγηση των επιδόσεων ασφάλειας του οργανισμού.

2.3.   Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες

2.3.1.   Οι αρμοδιότητες, οι υποχρεώσεις λογοδοσίας και οι εξουσίες του προσωπικού με ρόλο σχετιζόμενο με την ασφάλεια (καθώς και του διοικητικού και άλλου προσωπικού με καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια) καθορίζονται σε όλα τα επίπεδα εντός του οργανισμού, τεκμηριώνονται, ανατίθενται και κοινοποιούνται στο προσωπικό.

2.3.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι το προσωπικό στο οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες για καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια έχει την εξουσία, την επάρκεια και τους κατάλληλους πόρους για να επιτελεί τα καθήκοντά του χωρίς να επηρεάζεται δυσμενώς από δραστηριότητες άλλων επιχειρηματικών λειτουργιών.

2.3.3.   Η ανάθεση αρμοδιοτήτων για καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια τεκμηριώνεται και κοινοποιείται στο αρμόδιο προσωπικό, γίνεται δεκτή και κατανοείται.

2.3.4.   Ο οργανισμός περιγράφει την κατανομή των ρόλων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.3.1. στις επιχειρηματικές λειτουργίες εντός και, κατά περίπτωση, εκτός του οργανισμού (βλέπε 5.3. Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές).

2.4.   Γνωμοδότηση του προσωπικού και άλλων μερών

2.4.1.   Το προσωπικό, οι εκπρόσωποί του και εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη, όπου αρμόζει και ανάλογα με την περίπτωση, γνωμοδοτεί για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας στα σχετικά μέρη για τα οποία είναι υπεύθυνο, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών ασφάλειας των διαδικασιών λειτουργίας.

2.4.2.   Ο οργανισμός διευκολύνει τη γνωμοδότηση του προσωπικού, προβλέποντας τις μεθόδους και τα μέσα συμμετοχής του προσωπικού, καταγράφοντας τη γνώμη του και απαντώντας στη γνώμη του προσωπικού.

3.   ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

3.1.   Μέτρα για την αντιμετώπιση κινδύνων

3.1.1.   Εκτίμηση κινδύνων

3.1.1.1.   Ο οργανισμός:

α)

εντοπίζει και αναλύει όλους τους επιχειρησιακούς, οργανωτικούς και τεχνικούς κινδύνους που σχετίζονται με τον χαρακτήρα και την έκταση των λειτουργιών που εκτελεί ο οργανισμός. Στους εν λόγω κινδύνους περιλαμβάνονται εκείνοι που οφείλονται στον ανθρώπινο και τον οργανωτικό παράγοντα, όπως ο φόρτος εργασίας, ο σχεδιασμός του χώρου εργασίας, η κόπωση ή η καταλληλότητα των διαδικασιών, και οι δραστηριότητες των άλλων ενδιαφερόμενων μερών (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού)·

β)

αξιολογεί τους κινδύνους που αναφέρονται στο στοιχείο α) με την εφαρμογή κατάλληλων μεθόδων εκτίμησης κινδύνων·

γ)

αναπτύσσει και θέτει σε εφαρμογή μέτρα ασφάλειας, με προσδιορισμό των σχετικών αρμοδιοτήτων (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες)·

δ)

αναπτύσσει σύστημα παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφάλειας (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

ε)

αναγνωρίζει την ανάγκη συνεργασίας με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη (όπως σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, διαχειριστές υποδομής, κατασκευαστές, συντηρητές, οντότητα υπεύθυνη για τη συντήρηση, κάτοχο σιδηροδρομικών οχημάτων, πάροχο υπηρεσιών και προμηθευτή), όπου απαιτείται, για κοινούς κινδύνους και τη θέση σε εφαρμογή κατάλληλων μέτρων ασφάλειας·

στ)

κοινοποιεί τους κινδύνους στο προσωπικό και εμπλεκόμενους τρίτους (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία)·

3.1.1.2.   κατά την εκτίμηση κινδύνων, ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη την ανάγκη καθορισμού, διαμόρφωσης και διατήρησης ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος σύμφωνου με την εφαρμοστέα νομοθεσία, και ιδίως με την οδηγία 89/391/ΕΟΚ.

3.1.2.   Προγραμματισμός αλλαγών

3.1.2.1.   Ο οργανισμός εντοπίζει τους ενδεχόμενους κινδύνους ασφάλειας και προσδιορίζει κατάλληλα μέτρα ασφάλειας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) πριν επέλθει μεταβολή (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών) σύμφωνα με τη διαδικασία διαχείρισης της επικινδυνότητας που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 402/2013, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης των κινδύνων ασφάλειας που ενέχει η ίδια η διαδικασία μεταβολής.

3.2.   Στόχοι ασφάλειας και σχεδιασμός

3.2.1.   Ο οργανισμός καθορίζει στόχους ασφάλειας για τις σχετικές λειτουργίες σε διάφορα επίπεδα με σκοπό να διατηρεί και, εφόσον είναι εύλογα εφικτό, να βελτιώνει τις επιδόσεις του στον τομέα της ασφάλειας.

3.2.2.   Οι στόχοι ασφάλειας:

α)

συμβαδίζουν με την πολιτική ασφάλειας και του στρατηγικούς στόχους του οργανισμού (κατά περίπτωση)·

β)

συνδέονται με τους πρωτεύοντες κινδύνους που επηρεάζουν τις επιδόσεις ασφάλειας του οργανισμού·

γ)

είναι μετρήσιμοι·

δ)

λαμβάνουν υπόψη εφαρμοστέες νομικές και άλλες απαιτήσεις·

ε)

επανεξετάζονται όσον αφορά την επίτευξή τους και αναθεωρούνται, εφόσον ενδείκνυται·

στ)

κοινοποιούνται.

3.2.3.   Ο οργανισμός διαθέτει σχέδιο/-α όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο θα επιτύχει τους στόχους ασφάλειας.

3.2.4.   Ο οργανισμός περιγράφει τη στρατηγική και το/τα σχέδιο/-α που χρησιμοποιεί για την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων ασφάλειας (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

4.   ΣΤΗΡΙΞΗ

4.1.   Πόροι

4.1.1.   Ο οργανισμός διαθέτει τους πόρους, καθώς και ικανό προσωπικό και αποτελεσματικό και εύχρηστο εξοπλισμό που απαιτείται για την κατάρτιση, την εφαρμογή, τη συντήρηση και τη συνεχή βελτίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας.

4.2.   Επάρκεια

4.2.1.   Το σύστημα διαχείρισης της επάρκειας του οργανισμού εξασφαλίζει ότι το προσωπικό με ρόλο σχετιζόμενο με την ασφάλεια είναι ικανό για τα σχετικά με την ασφάλεια καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες), το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)

προσδιορισμό των ικανοτήτων (μεταξύ των οποίων γνώσεις, δεξιότητες, μη τεχνικές συμπεριφορές και στάσεις) που απαιτούνται για καθήκοντα συνδεόμενα με την ασφάλεια·

β)

αρχές επιλογής (βασικό επίπεδο εκπαίδευσης, απαιτούμενη ψυχολογική και σωματική κατάσταση)·

γ)

αρχική εκπαίδευση, πείρα και προσόντα·

δ)

συνεχή εκπαίδευση και περιοδική επικαιροποίηση των υφιστάμενων ικανοτήτων·

ε)

περιοδική αξιολόγηση ικανοτήτων και έλεγχο της ψυχολογικής και της σωματικής κατάστασης, ώστε να διασφαλίζεται ότι διατηρούνται τα προσόντα και οι δεξιότητες με την πάροδο του χρόνου·

στ)

ειδική εκπαίδευση στα σημαντικά μέρη του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας για την εκτέλεση των σχετικών με την ασφάλεια καθηκόντων τους.

4.2.2.   Ο οργανισμός προβλέπει κατά την παράγραφο 4.2.1 στοιχεία γ), δ) και στ) εκπαιδευτικό πρόγραμμα του προσωπικού που εκτελεί καθήκοντα σχετιζόμενα με την ασφάλεια, το οποίο εξασφαλίζει ότι:

α)

το εκπαιδευτικό πρόγραμμα έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τις προσδιορισθείσες απαιτήσεις επάρκειας και τις εξατομικευμένες ανάγκες του προσωπικού·

β)

κατά περίπτωση, η εκπαίδευση εξασφαλίζει ότι το προσωπικό μπορεί να λειτουργεί υπό όλες τις συνθήκες λειτουργίας (κανονικές, υποβαθμισμένες και έκτακτης ανάγκης)·

γ)

η διάρκεια της εκπαίδευσης και η συχνότητα της ανανεωτικής εκπαίδευσης αρμόζουν στους στόχους της εκπαίδευσης·

δ)

τηρούνται αρχεία για όλα τα μέλη του προσωπικού (βλέπε 4.5.3. Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών)·

ε)

το εκπαιδευτικό πρόγραμμα επανεξετάζεται και ελέγχεται τακτικά (βλέπε 6.2. Εσωτερικός έλεγχος) και μεταβάλλεται, όταν απαιτείται (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών).

4.2.3.   Προβλέπονται ρυθμίσεις επιστροφής μελών του προσωπικού στην εργασία μετά από ατυχήματα/περιστατικά ή μακρά απουσία τους από την εργασία, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πρόσθετης εκπαίδευσης όταν διαπιστώνεται ανάγκη.

4.3.   Επίγνωση

4.3.1.   Η ανώτατη διοίκηση διασφαλίζει ότι τα στελέχη της και τα μέλη του προσωπικού της με ρόλο σχετιζόμενο με την ασφάλεια έχουν επίγνωση της σπουδαιότητας, της σημασίας και των συνεπειών των δραστηριοτήτων τους και του τρόπου με τον οποίο συμβάλλουν στην ορθή εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, όπως και στην επίτευξη των στόχων ασφάλειας (βλέπε 3.2. Στόχοι ασφάλειας και σχεδιασμός).

4.4.   Πληροφορίες και επικοινωνία

4.4.1.   Ο οργανισμός καθορίζει κατάλληλους διαύλους επικοινωνίας για να εξασφαλίσει ότι ανταλλάσσονται οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες στα διάφορα επίπεδα του οργανισμού και με εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές.

4.4.2.   Για να εξασφαλιστεί ότι οι υπεύθυνοι κρίσης και λήψης αποφάσεων λαμβάνουν τις σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες, ο οργανισμός διαχειρίζεται την ταυτοποίηση, την παραλαβή, την επεξεργασία, την παραγωγή και τη διάδοση των σχετικών με την ασφάλεια πληροφοριών.

4.4.3.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι σχετικές με την ασφάλεια πληροφορίες:

α)

είναι συναφείς, πλήρεις και κατανοητές στον προβλεπόμενο χρήστη·

β)

είναι έγκυρες·

γ)

είναι ακριβείς·

δ)

είναι συνεκτικές·

ε)

ελέγχονται (βλέπε 4.5.3. Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών)·

στ)

κοινοποιούνται πριν φέρουν αποτέλεσμα·

ζ)

παραλαμβάνονται και κατανοούνται.

4.5.   Τεκμηριωμένες πληροφορίες

4.5.1.   Τεκμηρίωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας

4.5.1.1.   Υφίσταται περιγραφή του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, η οποία περιλαμβάνει:

α)

ταυτοποίηση και περιγραφή των διαδικασιών και των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την ασφάλεια των σιδηροδρομικών λειτουργιών, καθώς και των σχετιζόμενων με την ασφάλεια καθηκόντων και των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες)·

β)

αλληλεπίδραση αυτών των διαδικασιών·

γ)

διαδικασίες ή άλλα έγγραφα όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο τίθενται σε εφαρμογή οι διαδικασίες·

δ)

προσδιορισμό αναδόχων, συνεργατών και προμηθευτών με περιγραφή του τύπου και της έκτασης των παρεχόμενων υπηρεσιών·

ε)

προσδιορισμό των συμβατικών ρυθμίσεων και άλλων επιχειρηματικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ του οργανισμού και άλλων μερών που προσδιορίζονται στο στοιχείο δ), οι οποίες είναι αναγκαίες για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας του οργανισμού και των κινδύνων που συνδέονται με την προσφυγή σε αναδόχους·

στ)

παραπομπή στις τεκμηριωμένες πληροφορίες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό.

4.5.1.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι η ετήσια έκθεση ασφάλειας υποβάλλεται στη σχετική αρμόδια εθνική αρχή ασφάλειας (ή αρχές) σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, η οποία περιλαμβάνει:

α)

σύνοψη των αποφάσεων που σχετίζονται με το επίπεδο σημασίας των σχετικών με την ασφάλεια μεταβολών, καθώς και επισκόπηση των σημαντικών μεταβολών σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 402/2013·

β)

τους στόχους του οργανισμού στον τομέα της ασφάλειας για το/τα επόμενο/-α έτος/-η και τον τρόπο με τον οποίο οι σοβαροί κίνδυνοι ασφάλειας επηρεάζουν τον καθορισμό αυτών των στόχων ασφάλειας·

γ)

τα αποτελέσματα της εσωτερικής διερεύνησης ατυχήματος/περιστατικού (βλέπε 7.1. Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά) και άλλες δραστηριότητες παρακολούθησης (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση, 6.2. Εσωτερικός έλεγχος και 6.3. Επανεξέταση από τη διοίκηση), σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1078/2012·

δ)

λεπτομέρειες της προόδου στην αντιμετώπιση των συστάσεων των εθνικών φορέων διερεύνησης που εκκρεμούν (βλέπε 7.1. Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά)·

ε)

τους δείκτες ασφάλειας του οργανισμού που έχουν καθορισθεί για την αξιολόγηση των επιδόσεων ασφάλειας του οργανισμού (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

στ)

κατά περίπτωση, τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του συμβούλου ασφάλειας, όπως προβλέπεται στον RID (1), σχετικά με τις δραστηριότητες του οργανισμού που αφορούν τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων (2).

4.5.2.   Παραγωγή και επικαιροποίηση

4.5.2.1.   Ο οργανισμός εξασφαλίζει ότι κατά την παραγωγή και την επικαιροποίηση τεκμηριωμένων πληροφοριών σχετικών με το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας χρησιμοποιούνται κατάλληλοι μορφότυποι και μέσα.

4.5.3.   Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών

4.5.3.1.   Ο οργανισμός ελέγχει τις τεκμηριωμένες πληροφορίες που σχετίζονται με το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας, και ιδίως με την αποθήκευση, τη διανομή και τον έλεγχο των μεταβολών, προκειμένου να εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα, την καταλληλότητα και την προστασία τους, κατά περίπτωση.

4.6.   Ενσωμάτωση του ανθρώπινου και του οργανωτικού παράγοντα

4.6.1.   Ο φορέας επιδεικνύει συστηματική προσέγγιση όσον αφορά την ενσωμάτωση του ανθρώπινου και του οργανωτικού παράγοντα στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας. Η προσέγγιση αυτή:

α)

περιλαμβάνει την ανάπτυξη στρατηγικής και την αξιοποίηση της εμπειρογνωσίας και των αναγνωρισμένων μεθόδων στο πεδίο του ανθρώπινου και του οργανωτικού παράγοντα·

β)

έχει ως αντικείμενο τους κινδύνους που συνδέονται με τον σχεδιασμό και τη χρήση εξοπλισμού, τα καθήκοντα, τις συνθήκες εργασίας και τις οργανωτικές ρυθμίσεις, με βάση τις ικανότητες του ανθρώπου, όπως και τα όριά του και τις επιρροές στις επιδόσεις του ανθρώπου.

5.   ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

5.1.   Σχεδιασμός και έλεγχος λειτουργίας

5.1.1.   Κατά τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή και την επανεξέταση των λειτουργικών του διαδικασιών, ο οργανισμός εξασφαλίζει ότι κατά τη λειτουργία:

α)

εφαρμόζονται κριτήρια αποδοχής της επικινδυνότητας και μέτρα ασφάλειας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων)·

β)

καταρτίζεται/-ονται σχέδιο/-α με σκοπό την επίτευξη των στόχων ασφάλειας (βλέπε 3.2. Στόχοι ασφάλειας και σχεδιασμός)·

γ)

συλλέγονται πληροφορίες για τη μέτρηση του βαθμού ορθής εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των ρυθμίσεων λειτουργίας (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση).

5.1.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι οικείες ρυθμίσεις λειτουργίας πληρούν τις σχετικές με την ασφάλεια απαιτήσεις των εφαρμοστέων τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας και τους σχετικούς εθνικούς κανόνες και οποιεσδήποτε άλλες συναφείς απαιτήσεις (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού).

5.1.3.   Για τον έλεγχο των κινδύνων όταν σχετίζονται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

ο προσδιορισμός των ασφαλών ορίων μεταφοράς στον σχεδιασμό της κυκλοφορίας και τον έλεγχο με βάση τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού της υποδομής·

β)

ο προγραμματισμός της κυκλοφορίας, καθώς και των πινάκων δρομολογίων και της εκχώρησης χρονοδιαδρόμων αμαξοστοιχιών·

γ)

η διαχείριση της κυκλοφορίας σε πραγματικό χρόνο σε κανονική κατάσταση και σε καταστάσεις υποβαθμισμένης λειτουργίας με την εφαρμογή κυκλοφοριακών περιορισμών στη χρήση και τη διαχείριση των διακοπών κυκλοφορίας·

δ)

ο καθορισμός των όρων για την εκτέλεση έκτακτων αποστολών.

5.1.4.   Για τον έλεγχο της κατανομής αρμοδιοτήτων εφόσον σχετίζονται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας, ο οργανισμός προσδιορίζει αρμοδιότητες για τον σχεδιασμό και τη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου και καθορίζει στο αρμόδιο προσωπικό του τον τρόπο κατανομής των αντίστοιχων καθηκόντων που επηρεάζουν την ασφαλή εκτέλεση όλων των υπηρεσιών (βλέπε 2.3. Οργανωτικοί ρόλοι, αρμοδιότητες, υποχρεώσεις λογοδοσίας και εξουσίες) και άλλων εξωτερικών ειδικευμένων μερών, κατά περίπτωση (βλέπε 5.3. Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές).

5.1.5.   Για τον έλεγχο των πληροφοριών και της επικοινωνίας όταν σχετίζονται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία), το αρμόδιο προσωπικό (π.χ. υπεύθυνοι σηματοδότησης) ενημερώνεται για τα λεπτομερή στοιχεία συγκεκριμένων απαιτήσεων διαδρομής αμαξοστοιχιών και κίνησης οχημάτων, καθώς και για σημαντικές μεταβολές που ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνο, προσωρινούς ή μόνιμους περιορισμούς λειτουργίας (π.χ. λόγω συντήρησης των γραμμών) και τους όρους εκτέλεσης εξαιρετικών αποστολών, κατά περίπτωση.

5.1.6.   Για τον έλεγχο της επάρκειας, όταν σχετίζεται με την ασφάλεια των δραστηριοτήτων λειτουργίας (βλέπε 4.2. Επάρκεια), ο οργανισμός διασφαλίζει για το προσωπικό του, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού):

α)

συμμόρφωση με την εκπαίδευση και τις οδηγίες εργασίας και τη λήψη διορθωτικών μέτρων, όταν απαιτείται·

β)

ειδική εκπαίδευση σε περίπτωση αναμενόμενων μεταβολών που επηρεάζουν την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του ή την ανάθεση καθηκόντων του·

γ)

λήψη κατάλληλων μέτρων μετά από ατυχήματα και περιστατικά.

5.2.   Διαχείριση περιουσιακών στοιχείων

5.2.1.   Ο οργανισμός διαχειρίζεται τους κινδύνους ασφάλειας που συνδέονται με τα υλικά περιουσιακά στοιχεία σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων), από τον σχεδιασμό έως την τελική διάθεση, και εκπληρώνει τις απαιτήσεις για τον ανθρώπινο παράγοντα σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής.

5.2.2.   Ο οργανισμός:

α)

διασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται, ενώ παράλληλα διατηρεί ασφαλή την κατάσταση λειτουργίας τους και το προσδοκώμενο επίπεδο επιδόσεών τους·

β)

διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία σε λειτουργία υπό κανονικές και υποβαθμισμένες συνθήκες·

γ)

εντοπίζει το συντομότερο δυνατόν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις λειτουργίας πριν ή κατά τη διάρκεια λειτουργίας περιουσιακού στοιχείου, καθώς και την εφαρμογή των περιορισμών χρήσης, όταν κρίνεται σκόπιμο, ώστε να εξασφαλίζει ασφαλή κατάσταση λειτουργίας του περιουσιακού στοιχείου (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

5.2.3.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι οι ρυθμίσεις διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση, πληρούν όλες τις βασικές απαιτήσεις που καθορίζονται στις σχετικές τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές προϋποθέσεις (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού).

5.2.4.   Για τον έλεγχο των κινδύνων που σχετίζονται με τη συντήρηση (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

αναγνώριση της ανάγκης συντήρησης για τη διατήρηση της υποδομής σε ασφαλή κατάσταση λειτουργίας, με βάση την προγραμματισμένη και την πραγματική χρήση της υποδομής και τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού της·

β)

διαχείριση της απόσυρσης του περιουσιακού στοιχείου για συντήρηση, όταν έχουν εντοπισθεί ελαττώματα ή όταν η κατάσταση του περιουσιακού στοιχείου υποβαθμίζεται πέραν των ορίων ασφαλούς κατάστασης λειτουργίας κατά το στοιχείο α)·

γ)

διαχείριση της επαναφοράς του περιουσιακού στοιχείου σε λειτουργία, ενδεχομένως με περιορισμούς χρήσης, μετά την παράδοσή του από τη συντήρηση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι είναι σε ασφαλή κατάσταση λειτουργίας·

δ)

διαχείριση του εξοπλισμού παρακολούθησης και μέτρησης, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι αρμόζει για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται.

5.2.5.   Για τον έλεγχο των πληροφοριών και της επικοινωνίας όταν σχετίζονται με την ασφαλή διαχείριση περιουσιακών στοιχείων (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία), ο οργανισμός λαμβάνει υπόψη:

α)

την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών εντός του οργανισμού ή με εξωτερικούς φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η συντήρηση (βλέπε 5.3. Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές), και ιδίως των πληροφοριών για δυσλειτουργίες, ατυχήματα και περιστατικά που σχετίζονται με την ασφάλεια, καθώς και για ενδεχόμενους περιορισμούς χρήσης του περιουσιακού στοιχείου·

β)

την ιχνηλασιμότητα όλων των απαραίτητων πληροφοριών, καθώς και των πληροφοριών που σχετίζονται με το στοιχείο α) (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία και 4.5.3. Έλεγχος τεκμηριωμένων πληροφοριών)·

γ)

την κατάρτιση και την τήρηση αρχείων όλων των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τη διαχείριση των μεταβολών που επηρεάζουν την ασφάλεια των περιουσιακών στοιχείων (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών).

5.3.   Ανάδοχοι, συνεργάτες και προμηθευτές

5.3.1.   Ο οργανισμός εντοπίζει και ελέγχει τους κινδύνους ασφάλειας που απορρέουν από την εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων, καθώς και από λειτουργίες ή συνεργασία με αναδόχους, συνεργάτες και προμηθευτές.

5.3.2.   Για τον έλεγχο των κινδύνων ασφάλειας κατά την παράγραφο 5.3.1, ο οργανισμός καθορίζει κριτήρια για την επιλογή αναδόχων, συνεργατών και προμηθευτών και τις συμβατικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν, μεταξύ των οποίων:

α)

τις νομικές και άλλες απαιτήσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού)·

β)

το επίπεδο επάρκειας που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στη σύμβαση (βλέπε 4.2. Επάρκεια)·

γ)

τις αρμοδιότητες για τα προς εκτέλεση καθήκοντα·

δ)

τις αναμενόμενες επιδόσεις ασφάλειας που πρέπει να τηρούνται κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης·

ε)

τις υποχρεώσεις σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν την ασφάλεια (βλέπε 4.4. Πληροφορίες και επικοινωνία)·

στ)

την ιχνηλασιμότητα των σχετικών με την ασφάλεια εγγράφων (βλέπε 4.5. Τεκμηριωμένες πληροφορίες).

5.3.3.   Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1078/2012, ο οργανισμός παρακολουθεί:

α)

τις επιδόσεις ασφάλειας όλων των δραστηριοτήτων και λειτουργιών αναδόχων, συνεργατών και προμηθευτών, ώστε να εξασφαλίζει τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στη σύμβαση·

β)

τη γνωστοποίηση στους αναδόχους, τους συνεργάτες και τους προμηθευτές των κινδύνων ασφάλειας που ενδέχεται να επιδρούν στις λειτουργίες του οργανισμού.

5.4.   Διαχείριση μεταβολών

5.4.1.   Ο οργανισμός εφαρμόζει και ελέγχει τις μεταβολές στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας με σκοπό να διατηρούνται ή να βελτιώνονται οι επιδόσεις ασφάλειας. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται αποφάσεις στα διάφορα στάδια διαχείρισης των μεταβολών και η συνακόλουθη επανεξέταση των κινδύνων ασφαλείας (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων).

5.5.   Διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης

5.5.1.   Ο οργανισμός εντοπίζει τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και προσδιορίζει συναφή και έγκαιρα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπισή τους (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων) και για την αποκατάσταση κανονικών συνθηκών λειτουργίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/995.

5.5.2.   Ο οργανισμός διασφαλίζει ότι για κάθε εντοπισθέντα τύπο έκτακτης ανάγκης:

α)

είναι δυνατή η άμεση επαφή με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·

β)

οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης λαμβάνουν όλες τις σχετικές πληροφορίες τόσο εκ των προτέρων για να προετοιμάσουν την επέμβασή τους όσο και κατά τον χρόνο της έκτακτης ανάγκης·

γ)

παρέχονται εσωτερικά πρώτες βοήθειες.

5.5.3.   Ο οργανισμός προσδιορίζει και τεκμηριώνει τους ρόλους και τις αρμοδιότητες όλων των μερών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/995.

5.5.4.   Ο οργανισμός διαθέτει σχέδια δράσης, προειδοποίησης και πληροφόρησης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, καθώς και ρυθμίσεις:

α)

προειδοποίησης όλου του προσωπικού που είναι αρμόδιο για τη διαχείριση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης·

β)

κοινοποίησης πληροφοριών σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (π.χ. σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, αναδόχους, αρχές, υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης), καθώς και οδηγιών έκτακτης ανάγκης για τους επιβάτες·

γ)

λήψης τυχόν αποφάσεων που απαιτούνται σύμφωνα με τον τύπο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

5.5.5.   Ο οργανισμός περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο διατίθενται οι πόροι και τα μέσα διαχείρισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης (βλέπε 4.1. Πόροι) και τον τρόπο προσδιορισμού των απαιτήσεων εκπαίδευσης (βλέπε 4.2. Επάρκεια).

5.5.6.   Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης υποβάλλονται τακτικά σε δοκιμή σε συνεργασία με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη και επικαιροποιούνται όταν απαιτείται.

5.5.7.   Ο οργανισμός συντονίζει τα σχέδια έκτακτης ανάγκης με όλες τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην υποδομή του, με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, ώστε να διευκολύνεται η ταχεία παρέμβασή τους, καθώς και με οποιοδήποτε άλλο μέρος που μπορεί να εμπλέκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

5.5.8.   Ο οργανισμός προβλέπει ρυθμίσεις ταχείας διακοπής των λειτουργιών και της κυκλοφορίας αμαξοστοιχιών, εάν χρειασθεί, και ενημέρωσης όλων των ενδιαφερόμενων για τα μέτρα που έχουν ληφθεί.

5.5.9.   Όσον αφορά τις διασυνοριακές υποδομές, η συνεργασία μεταξύ των αντίστοιχων διαχειριστών υποδομής διευκολύνει τον απαραίτητο συντονισμό και την ετοιμότητα των αρμόδιων υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης εκατέρωθεν των συνόρων.

6.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

6.1.   Παρακολούθηση

6.1.1.   Ο οργανισμός διεξάγει έλεγχο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 με σκοπό:

α)

να ελέγχει την ορθή εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα όλων των διεργασιών και διαδικασιών του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και των τεχνικών, λειτουργικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας·

β)

να ελέγχει την ορθή εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας συνολικά, και αν επιτυγχάνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα·

γ)

να διερευνά κατά πόσον το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

δ)

να διαπιστώνει, να εφαρμόζει και να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των διορθωτικών μέτρων (βλέπε 7.2. Συνεχής βελτίωση), κατά περίπτωση, εφόσον διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τα στοιχεία α), β) και γ).

6.1.2.   Ο οργανισμός παρακολουθεί τακτικά σε όλα τα επίπεδά του την εκτέλεση σχετιζόμενων με την ασφάλεια καθηκόντων και παρεμβαίνει εάν αυτά τα καθήκοντα δεν εκτελούνται σωστά.

6.2.   Εσωτερικός έλεγχος

6.2.1.   Ο οργανισμός διενεργεί εσωτερικούς ελέγχους με ανεξάρτητο, αμερόληπτο και διαφανή τρόπο για να συγκεντρώνει και να αναλύει πληροφορίες για τις οικείες δραστηριότητες παρακολούθησης (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση), που περιλαμβάνουν:

α)

χρονοδιάγραμμα προγραμματισμένων εσωτερικών ελέγχων, το οποίο είναι δυνατόν να αναθεωρηθεί ανάλογα με τα αποτελέσματα προηγούμενων ελέγχων και την παρακολούθηση των επιδόσεων·

β)

εξεύρεση και επιλογή των αρμοδίων ελεγκτών (βλέπε 4.2. Επάρκεια)·

γ)

ανάλυση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων·

δ)

αναγνώριση της ανάγκης για διορθωτικά ή βελτιωτικά μέτρα·

ε)

επαλήθευση της ολοκλήρωσης και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών·

στ)

έγγραφα σχετικά με την εκτέλεση και τα αποτελέσματα των ελέγχων·

ζ)

κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων στην ανώτατη διοίκηση.

6.3.   Επανεξέταση από τη διοίκηση

6.3.1.   Η ανώτατη διοίκηση επανεξετάζει τακτικά εάν το σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας εξακολουθεί να αρμόζει και να είναι αποτελεσματικό, όπως επίσης εξετάζει τουλάχιστον τα κάτωθι:

α)

τα στοιχεία της κατάστασης προόδου στη λήψη μέτρων που εκκρεμούν από προηγούμενες επανεξετάσεις της διοίκησης·

β)

τη μεταβολή εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών (βλέπε 1. Πλαίσιο του οργανισμού)·

γ)

τις επιδόσεις του οργανισμού στον τομέα της ασφάλειας που σχετίζονται με:

i)

την επίτευξη των στόχων ασφάλειας που έχει θέσει·

ii)

τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης, καθώς και των ευρημάτων εσωτερικού ελέγχου, και των εσωτερικών διερευνήσεων ατυχήματος/περιστατικού και την κατάσταση των αντίστοιχων μέτρων·

iii)

τη σχετική απόδοση των εποπτικών δραστηριοτήτων που διενεργεί η εθνική αρχή ασφάλειας·

δ)

τις συστάσεις βελτίωσης.

6.3.2.   Με βάση τα αποτελέσματα της επανεξέτασης της διοίκησης, η ανώτατη διοίκηση αναλαμβάνει τη γενική ευθύνη για τον προγραμματισμό και την υλοποίηση των αναγκαίων μεταβολών στο σύστημα διαχείρισης της ασφάλειας.

7.   ΒΕΛΤΙΩΣΗ

7.1.   Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά

7.1.1.   Ατυχήματα και περιστατικά σχετιζόμενα με τις σιδηροδρομικές λειτουργίες του οργανισμού:

α)

αναφέρονται, καταχωρίζονται, διερευνώνται και αναλύονται για να προσδιορισθούν οι αιτίες τους·

β)

αναφέρονται σε εθνικούς φορείς, κατά περίπτωση.

7.1.2.   Ο οργανισμός εξασφαλίζει ότι:

α)

οι συστάσεις της εθνικής αρχής ασφάλειας, του εθνικού φορέα διερεύνησης και κλαδικών/εσωτερικών διερευνήσεων αξιολογούνται και εφαρμόζονται εάν ενδείκνυται ή επιβάλλεται·

β)

οι συναφείς εκθέσεις/πληροφορίες από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη όπως σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, διαχειριστές υποδομής, φορείς συντήρησης και κάτοχοι σιδηροδρομικών οχημάτων, εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη.

7.1.3.   Ο οργανισμός αξιοποιεί τις πληροφορίες που σχετίζονται με τη διερεύνηση για να επανεξετάσει την εκτίμηση κινδύνων (βλέπε 3.1.1. Εκτίμηση κινδύνων), να αντλήσει διδάγματα με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας και, ενδεχομένως, να λάβει διορθωτικά και/ή βελτιωτικά μέτρα (βλέπε 5.4. Διαχείριση μεταβολών).

7.2.   Συνεχής βελτίωση

7.2.1.   Ο οργανισμός βελτιώνει συνεχώς την καταλληλότητα και την αποτελεσματικότητα του οικείου συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1078/2012 και, τουλάχιστον, το αποτέλεσμα των ακόλουθων δραστηριοτήτων:

α)

παρακολούθηση (βλέπε 6.1. Παρακολούθηση)·

β)

εσωτερικός έλεγχος (βλέπε 6.2. Εσωτερικός έλεγχος)·

γ)

επανεξέταση από τη διοίκηση (βλέπε 6.3. Επανεξέταση από τη διοίκηση)·

δ)

διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά (βλέπε 7.1. Διδάγματα από ατυχήματα και περιστατικά).

7.2.2.   Ο οργανισμός διαθέτει μέσα για την παροχή κινήτρων στο προσωπικό και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να δραστηριοποιούνται στη βελτίωση της ασφάλειας στο πλαίσιο της οργανωτικής μάθησης.

7.2.3.   Ο οργανισμός προβλέπει στρατηγική για τη συνεχή βελτίωση της οικείας νοοτροπίας ασφάλειας, η οποία στηρίζεται στην αξιοποίηση της εμπειρογνωσίας και σε αναγνωρισμένες μεθόδους για τον εντοπισμό προβλημάτων συμπεριφοράς που επηρεάζουν τις διάφορες συνιστώσες του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας και για τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή τους.


(1)  Σημείο 2.1 του προσαρτήματος του παραρτήματος I της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

(2)  Σημείο 2.2 του προσαρτήματος του παραρτήματος I της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.


Top