EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32018R0171

Kατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2018/171 της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2017, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για το όριο σημαντικότητας για καθυστερημένες πιστωτικές υποχρεώσεις (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ )

C/2017/6940

OJ L 32, 6.2.2018, p. 1–5 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2018/171/oj

6.2.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 32/1


KΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/171 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Οκτωβρίου 2017

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για το όριο σημαντικότητας για καθυστερημένες πιστωτικές υποχρεώσεις

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 178 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Εφόσον οι συνθήκες της αγοράς και η οικονομική συγκυρία εντός της ίδιας δικαιοδοσίας είναι παρόμοιες, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να καθορίσουν ένα ενιαίο όριο (κατώφλι) για την αξιολόγηση της σημαντικότητας μιας πιστωτικής υποχρέωσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 178 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για όλα τα ιδρύματα εντός της αντίστοιχης δικαιοδοσίας τους. Το εν λόγω όριο (κατώφλι) σημαντικότητας, το οποίο θα πρέπει να παραμένει σταθερό διαχρονικά, εξασφαλίζει το πρόσθετο πλεονέκτημα της αυξημένης συγκρισιμότητας των κεφαλαιακών απαιτήσεων μεταξύ των ιδρυμάτων εντός της ίδιας δικαιοδοσίας.

(2)

Αφενός, το ποσό που μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδες εξαρτάται από το επίπεδο της συνολικής πιστωτικής υποχρέωσης. Αφετέρου, τα ιδρύματα έχουν την τάση να θεωρούν όλα τα ποσά κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο ως επουσιώδη, ανεξάρτητα από τη σχέση τους με τη συνολική πιστωτική υποχρέωση. Ως εκ τούτου, το όριο σημαντικότητας πρέπει να αποτελείται από δύο συνιστώσες· μια απόλυτη συνιστώσα (απόλυτο ποσό) και μια σχετική συνιστώσα (ποσοστό της συνολικής πιστωτικής υποχρέωσης που αντιπροσωπεύει το καθυστερημένο ποσό). Η καθυστερημένη πιστωτική υποχρέωση θα πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρείται ουσιώδης όταν υπάρχει υπέρβαση τόσο του ορίου που εκφράζεται ως απόλυτο ποσό όσο και του ορίου που εκφράζεται ως ποσοστό.

(3)

Μεταξύ των διαφόρων οφειλετών, υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο μέσο εισόδημα και στο μέσο ύψος των πιστωτικών υποχρεώσεων. Ως εκ τούτου, τα όρια σημαντικότητας πρέπει να διαφοροποιούνται αναλόγως, με χωριστές απόλυτες συνιστώσες του ορίου για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής και για τα άλλα ανοίγματα.

(4)

Το όριο σημαντικότητας θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένο στις τοπικές ιδιαιτερότητες της κάθε δικαιοδοσίας. Οι διαφορές στις οικονομικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των διαφορετικών επιπέδων τιμών στις διάφορες δικαιοδοσίες, δικαιολογούν το ότι η απόλυτη συνιστώσα του ορίου σημαντικότητας μπορεί να διαφέρει από τη μια δικαιοδοσία στην άλλη. Η διαφορετική αυτή μεταχείριση, εντούτοις, σπάνια είναι δικαιολογημένη όσον αφορά τη σχετική συνιστώσα. Ως αποτέλεσμα, η σχετική συνιστώσα πρέπει κατ' αρχήν να είναι η ίδια σε όλες τις δικαιοδοσίες, ενώ θα πρέπει να επιτρέπεται μια κάποια ευελιξία όσον αφορά την απόλυτη συνιστώσα. Αυτό θα επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές να καθορίζουν το όριο σημαντικότητας στο κατάλληλο επίπεδο, έως ένα συγκεκριμένο ανώτατο όριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οικείες δικαιοδοσίες.

(5)

Μολονότι οι προϋποθέσεις για τον καθορισμό του ορίου σημαντικότητας μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών στην Ένωση θα πρέπει να εναρμονισθούν, θα πρέπει να επιτραπεί να παραμείνουν ορισμένες διαφορές στο επίπεδο των ορίων που εφαρμόζονται σε διάφορες περιοχές δικαιοδοσίας, ώστε να αντικατοπτρίζονται τα διαφορετικά επίπεδα κινδύνου που θεωρούνται εύλογα από τις σχετικές αρμόδιες αρχές βάσει των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς. Συνεπώς, το κατάλληλο επίπεδο του ορίου σημαντικότητας θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητηθεί στο πλαίσιο των διαφόρων εποπτικών σωμάτων.

(6)

Το όριο σημαντικότητας μπορεί να έχει σημαντική επίπτωση επί του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των αναμενόμενων ζημιών για όλα τα ιδρύματα στην εκάστοτε περιοχή δικαιοδοσίας, ανεξαρτήτως της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό αυτό. Για τους λόγους αυτούς, κατά τον καθορισμό του ορίου σημαντικότητας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μια σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων και τα ειδικά χαρακτηριστικά κινδύνου των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής. Τα ειδικά χαρακτηριστικά κινδύνου για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής και για τα ανοίγματα εκτός από ανοίγματα λιανικής τραπεζικής πρέπει να εξετάζονται χωριστά.

(7)

Το όριο σημαντικότητας που έχει καθοριστεί από την αρμόδια αρχή για συγκεκριμένη δικαιοδοσία ενδέχεται να πρέπει να εφαρμόζεται επίσης από ιδρύματα που λειτουργούν σε διασυνοριακή βάση. Το επίπεδο ενός ορίου που έχει καθοριστεί από την αρμόδια αρχή άλλης δικαιοδοσίας μπορεί, ως εκ τούτου, να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα όταν μια αρμόδια αρχή αξιολογεί κατά πόσον το επίπεδο κινδύνου που αποτυπώνεται από ένα ορισμένο όριο είναι εύλογο. Ως εκ τούτου, τα όρια σημαντικότητας που έχουν καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι διαφανή και να κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), ούτως ώστε να μπορούν να δημοσιοποιούνται.

(8)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να καθορίζουν το όριο σημαντικότητας σε επίπεδο που αντιστοιχεί στο επίπεδο κινδύνου που θεωρούν εύλογο. Δεδομένου ότι το επίπεδο κινδύνου εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται το όριο σημαντικότητας στην διαδικασία προσδιορισμού της αθέτησης, όταν οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν το όριο είναι αναγκαίο να προβαίνουν σε ορισμένες παραδοχές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα υπολογίζεται τα ποσά και ποσοστά που θα συγκρίνονται με την απόλυτη και τη σχετική συνιστώσα του ορίου σημαντικότητας και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αθέτησης εφαρμόζεται το όριο σημαντικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το όριο θα πρέπει να καθορίζεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα ιδρύματα να είναι σε θέση να εντοπίζουν τους οφειλέτες που αντιπροσωπεύουν σημαντικά μεγαλύτερους κινδύνους λόγω μερικών ή παράτυπων αλλά συστηματικά καθυστερημένων πληρωμών και να εντοπίζουν εγκαίρως μια σημαντική καθυστερημένη πιστωτική υποχρέωση.

(9)

Η σημαντικότητα των καθυστερημένων πιστωτικών υποχρεώσεων αποτελεί μέρος του ορισμού της αθέτησης σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων («προσέγγιση IRB»), κάθε μεταβολή του ορισμού αυτού οδηγεί σε ουσιώδεις μεταβολές των συστημάτων διαβάθμισης που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Ως εκ τούτου, η αρμόδια αρχή δεν θα πρέπει να αλλάξει το όριο σημαντικότητας, εκτός εάν είναι ανεπαρκές λόγω μεταβολών των συνθηκών της αγοράς ή της οικονομικής συγκυρίας που οδηγούν στη διαδικασία προσδιορισμού της αθέτησης.

(10)

Θα πρέπει να επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές να αναβάλλουν την εφαρμογή των όρια σημαντικότητας για τα ιδρύματα που υποχρεούνται να πραγματοποιήσουν ουσιώδεις αλλαγές στα υποδείγματα IRB και για τα ιδρύματα για τα οποία η εφαρμογή των εν λόγω όρια είναι επιβαρυντική επειδή η προηγούμενη προσέγγισή τους για τον προσδιορισμό της σπουδαιότητας των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση διαφέρει σημαντικά από τα όρια αυτά. Επιπλέον, για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση IRB αλλά τα οποία εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση για μέρος των ανοιγμάτων τους βάσει του άρθρου 148 ή του άρθρου 150 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η ημερομηνία εφαρμογής των νέων όρια σημαντικότητας θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί για όλα τα ανοίγματα των ιδρυμάτων αυτών. Ωστόσο, για να αποφευχθούν οι υπερβολικές καθυστερήσεις κατά την εφαρμογή των όρια σε ολόκληρη την Ένωση, οι εν λόγω μεγαλύτερες περίοδοι θα πρέπει να είναι περιορισμένες.

(11)

Θα πρέπει να διατεθεί επαρκής χρόνος στις αρμόδιες αρχές ώστε να εκτελέσουν την ολοκληρωμένη ανάλυση που είναι αναγκαία για τον καθορισμό του κατωφλίου σημαντικότητας σε εύλογο επίπεδο.

(12)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η ΕΑΤ στην Επιτροπή.

(13)

Η ΕΑΤ διεξήγαγε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, προέβη σε ανάλυση του δυνητικού σχετικού κόστους/οφέλους και ζήτησε τη γνώμη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Όροι για τον καθορισμό του ορίου σημαντικότητας για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής

1.   Η αρμόδια αρχή καθορίζει για όλα τα ιδρύματα στη δικαιοδοσία της ένα ενιαίο όριο σημαντικότητας για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής.

Ωστόσο, για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν τον ορισμό της αθέτησης που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 178 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στο επίπεδο μεμονωμένης πιστωτικής διευκόλυνσης, η αρμόδια αρχή μπορεί να καθορίσει χωριστό ενιαίο όριο σημαντικότητας για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής.

2.   Το όριο σημαντικότητας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 συνίστανται σε μία απόλυτη και μία σχετική συνιστώσα.

Η απόλυτη συνιστώσα εκφράζεται ως μέγιστο ποσό για το άθροισμα όλων των ληξιπρόθεσμων ποσών που οφείλονται από οφειλέτη προς το ίδρυμα, τη μητρική επιχείρηση του εν λόγω ιδρύματος ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του («καθυστερημένη πιστωτική υποχρέωση»). Το μέγιστο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 100 ευρώ ή το ισοδύναμο ποσό σε εθνικό νόμισμα.

Η σχετική συνιστώσα εκφράζεται ως ποσοστό που αντανακλά το ύψος της καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης σε σχέση με το συνολικό ύψος όλων των εντός ισολογισμού ανοιγμάτων έναντι αυτού του οφειλέτη, του ιδρύματος, της μητρικής επιχείρησης του εν λόγω ιδρύματος ή οποιασδήποτε από τις θυγατρικές του, εκτός από ανοίγματα σε μετοχές. Το ποσοστό πρέπει να είναι μεταξύ 0 % και 2,5 % και ανέρχεται σε 1 %, όταν το ποσοστό αυτό αντικατοπτρίζει το επίπεδο κινδύνου που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι είναι εύλογο σύμφωνα με το άρθρο 3.

3.   Το όριο σημαντικότητας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, με μόνη τη διαφορά ότι η «καθυστερημένη πιστωτική υποχρέωση» και το «συνολικό ύψος όλων των εντός ισολογισμού ανοιγμάτων έναντι αυτού του οφειλέτη, του ιδρύματος, της μητρικής επιχείρησης του εν λόγω ιδρύματος ή οποιασδήποτε από τις θυγατρικές του, εκτός από ανοίγματα σε μετοχές» αναφέρονται στα ποσά της πιστωτικής υποχρέωσης του οφειλέτη τα οποία προκύπτουν από μια ενιαία πιστωτική διευκόλυνση που χορηγήθηκε από το ίδρυμα, τη μητρική του επιχείρηση ή οποιαδήποτε από τις θυγατρικές του.

4.   Κατά τον καθορισμό του ορίου σημαντικότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής και τον προσδιορισμό των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής, όπως ορίζονται στο άρθρο 147 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τις τράπεζες που εφαρμόζουν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων και στο άρθρο 123 του εν λόγω κανονισμού για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση.

5.   Κατά τον καθορισμό του κατωφλίου σημαντικότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο οφειλέτης είναι σε αθέτηση εάν υπάρχει υπέρβαση τόσο του ορίου που εκφράζεται ως η απόλυτη συνιστώσα του ορίου σημαντικότητας όσο και του ορίου που εκφράζεται ως η σχετική συνιστώσα του εν λόγω ορίου είτε για 90 συνεχόμενες ημέρες είτε για 180 συνεχόμενες ημέρες, εφόσον όλα τα ανοίγματα που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης είναι εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα ΜΜΕ και οι 90 ημέρες αντικαταστάθηκαν από 180 ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα εν λόγω ανοίγματα.

Άρθρο 2

Όριο σημαντικότητας των ανοιγμάτων εκτός από τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής

1.   Η αρμόδια αρχή καθορίζει για όλα τα ιδρύματα στη δικαιοδοσία της ένα ενιαίο όριο σημαντικότητας για ανοίγματα εκτός από ανοίγματα λιανικής τραπεζικής.

2.   Το όριο σημαντικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, με μόνη διαφορά ότι η απόλυτη συνιστώσα αυτού του κατωφλίου σημαντικότητας δεν υπερβαίνει το ποσό των 500 ευρώ ή το ισοδύναμο ποσό σε εθνικό νόμισμα.

3.   Κατά τον καθορισμό του κατωφλίου σημαντικότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά κινδύνου των ανοιγμάτων εκτός από ανοίγματα λιανικής τραπεζικής.

4.   Κατά τον καθορισμό του κατωφλίου σημαντικότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο οφειλέτης είναι σε αθέτηση εάν υπάρχει υπέρβαση τόσο του ορίου που εκφράζεται ως η απόλυτη συνιστώσα του κατωφλίου σημαντικότητας όσο και του ορίου που εκφράζεται ως η σχετική συνιστώσα του εν λόγω κατωφλίου είτε για 90 συνεχόμενες ημέρες είτε για 180 συνεχόμενες ημέρες, εφόσον όλα τα ανοίγματα που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της καθυστερημένης πιστωτικής υποχρέωσης είναι ανοίγματα σε οντότητα του δημόσιου τομέα και οι 90 ημέρες αντικαταστάθηκαν από 180 ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τα εν λόγω ανοίγματα.

Άρθρο 3

Επίπεδο κινδύνου

Η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ένα όριο σημαντικότητας αντικατοπτρίζει ένα εύλογο επίπεδο κινδύνου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 178 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όταν το εν λόγω όριο δεν έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση ενός υπερβολικού αριθμού αθετήσεων υποχρέωσης που οφείλονται σε άλλες περιστάσεις εκτός από οικονομικές δυσχέρειες ενός οφειλέτη ούτε σημαντικές καθυστερήσεις στην αναγνώριση των αθετήσεων οφείλονται σε οικονομικές δυσχέρειες του οφειλέτη.

Άρθρο 4

Κοινοποίηση των ορίων σημαντικότητας

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τα όρια σημαντικότητας που έχουν καθοριστεί στη δικαιοδοσίας της. Η αρχή η οποία καθορίζει τη σχετική συνιστώσα του κατωφλίου σημαντικότητας σε υψηλότερο ή χαμηλότερο ποσοστό από 1 % αιτιολογεί την επιλογή αυτή στην ΕΑΤ.

Άρθρο 5

Επικαιροποίηση των ορίων σημαντικότητας

Όταν η απόλυτη συνιστώσα του κατωφλίου σημαντικότητας ορίζεται σε νόμισμα άλλο από το ευρώ και όταν, λόγω της μεταβλητότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών, το ισοδύναμο της εν λόγω συνιστώσας είναι υψηλότερο από 100 ευρώ για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής ή από 500 ευρώ για τα ανοίγματα εκτός από ανοίγματα λιανικής τραπεζικής, το όριο παραμένει αμετάβλητο, εκτός εάν η αρμόδια αρχή αιτιολογήσει στην ΕΑΤ ότι το όριο δεν αντανακλά πλέον το επίπεδο κινδύνου που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι είναι εύλογο.

Άρθρο 6

Ημερομηνία εφαρμογής των ορίων σημαντικότητας

Η αρμόδια αρχή ορίζει μια ημερομηνία για την εφαρμογή του ορίου σημαντικότητας που μπορεί να ποικίλλει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών ιδρυμάτων, πλην όμως πρέπει να επέλθει το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την τυποποιημένη προσέγγιση που ορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 7

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 7η Μαΐου 2018.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Οκτωβρίου 2017.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).


Top