EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32018L2001

Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

PE/48/2018/REV/1

OJ L 328, 21.12.2018, p. 82–209 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 21/12/2018

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2018/2001/oj

21.12.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 328/82


ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2018/2001 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 11ης Δεκεμβρίου 2018

για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 194 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς (5). Με την ευκαιρία νέων τροποποιήσεων, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 194 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η προώθηση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας είναι ένας από τους στόχους της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης. Ο στόχος αυτός επιδιώκεται μέσω της παρούσας οδηγίας. Η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ή «ανανεώσιμη ενέργεια» αποτελεί σημαντική συνιστώσα της δέσμης μέτρων που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και τη συμμόρφωση με τη δέσμευση της Ένωσης βάσει της συμφωνίας του Παρισιού του 2015 για την αλλαγή του κλίματος μετά την 21η διάσκεψη των μερών της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή («συμφωνία του Παρισιού»), και με το πλαίσιο πολιτικής της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030, συμπεριλαμβανομένου του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης για μείωση των εκπομπών κατά τουλάχιστον 40 % έως το 2030 σε σύγκριση με το 1990. Ο δεσμευτικός στόχος της Ένωσης σχετικά με την ανανεώσιμη ενέργεια για το 2030 και οι συνεισφορές των κρατών μελών στον στόχο αυτό, συμπεριλαμβανομένων των βασικών τους μεριδίων σε σχέση με τους εθνικούς συνολικούς στόχους τους για το 2020, έχουν πρωταρχική σημασία για την ενεργειακή και περιβαλλοντική πολιτική της Ένωσης. Άλλα τέτοια στοιχεία πρωταρχικής σημασίας περιλαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, όπως, για παράδειγμα, η ανάπτυξη της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ανάπτυξη ανανεώσιμων καυσίμων κίνησης.

(3)

Η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έχει επίσης να διαδραματίσει θεμελιώδη ρόλο στην προώθηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, της βιώσιμης και οικονομικά προσιτής ενέργειας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας, καθώς και της τεχνολογικής και βιομηχανικής πρωτοπορίας, προσφέροντας παράλληλα οφέλη για το περιβάλλον, την κοινωνία και την υγεία και δημιουργώντας μεγάλες ευκαιρίες απασχόλησης και περιφερειακής ανάπτυξης, ιδίως σε αγροτικές και απομονωμένες περιοχές, σε αραιοκατοικημένες περιοχές ή εδάφη ή σε περιοχές με μερική αποβιομηχάνιση.

(4)

Ειδικότερα, η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, η πρόοδος της τεχνολογίας και η παροχή κινήτρων για την ευρύτερη χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών, η χρήση τεχνολογιών ενεργειακής απόδοσης και η προώθηση της χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης, καθώς και στις μεταφορές, αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία, σε συνδυασμό με μέτρα ενεργειακής απόδοσης, για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση και της ενεργειακής εξάρτησης της Ένωσης.

(5)

Η οδηγία 2009/28/ΕΚ θέσπισε κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές το οποίο καθόρισε δεσμευτικούς εθνικούς στόχους προς επίτευξη έως το 2020 σχετικά με το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας στην κατανάλωση ενέργειας και τις μεταφορές. Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Ιανουαρίου 2014 με τίτλο «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030», καθόρισε πλαίσιο για τις μελλοντικές πολιτικές της Ένωσης στους τομείς της ενέργειας και του κλίματος και προώθησε την κοινή αντίληψη για τον τρόπο ανάπτυξης των πολιτικών αυτών μετά το 2020. Η Επιτροπή πρότεινε ο στόχος της Ένωσης για το 2030 όσον αφορά το μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας που καταναλώνεται στην Ένωση να ανέρχεται σε τουλάχιστον 27 %. Η πρόταση αυτή, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του της 23ης και 24ης Οκτωβρίου 2014, τα οποία ανέφεραν ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να θέσουν δικούς τους, πιο φιλόδοξους, εθνικούς στόχους ώστε να πραγματοποιήσουν και να υπερβούν τις προβλεπόμενες συνεισφορές τους στην επίτευξη του στόχου της Ένωσης για το 2030.

(6)

Στα ψηφίσματά του της 5ης Φεβρουαρίου 2014 με τίτλο «Πλαίσιο για τις πολιτικές που αφορούν το κλίμα και την ενέργεια με χρονικό ορίζοντα το έτος 2030» και της 23ης Ιουνίου 2016 με τίτλο «Έκθεση προόδου στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προχώρησε περαιτέρω από την πρόταση της Επιτροπής ή τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τονίζοντας ότι, υπό το πρίσμα της συμφωνίας του Παρισιού και των πρόσφατων μειώσεων του κόστους των τεχνολογιών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι επιθυμητό να τεθούν αισθητά πιο φιλόδοξοι στόχοι.

(7)

Θα πρέπει, επομένως, να ληφθούν υπόψη οι φιλοδοξίες που ορίζονται στη συμφωνία του Παρισιού καθώς και οι τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του κόστους των επενδύσεων σε ανανεώσιμη ενέργεια.

(8)

Είναι επομένως σκόπιμο να οριστεί ενωσιακός δεσμευτικός στόχος για μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας στο 32 % τουλάχιστον. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον ο στόχος αυτός θα αναθεωρηθεί προς τα πάνω δεδομένων των σημαντικών μειώσεων του κόστους στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, των διεθνών δεσμεύσεων της Ένωσης όσον αφορά την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα ή της σημαντικής μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσδιορίσουν τη συνεισφορά τους στην επίτευξη του στόχου αυτού στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα μέσω της διαδικασίας διακυβέρνησης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(9)

Ο καθορισμός δεσμευτικού στόχου για την ανανεώσιμη ενέργεια σε επίπεδο Ένωσης για το 2030 θα συνέχιζε να ενθαρρύνει την ανάπτυξη τεχνολογιών που παράγουν ανανεώσιμη ενέργεια και να δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους επενδυτές. Ένας στόχος που καθορίζεται σε ενωσιακό επίπεδο θα προσέφερε μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με τον πλέον αποδοτικό τρόπο από άποψη κόστους, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες εθνικές τους περιστάσεις, τα ενεργειακά τους μείγματα και το δυναμικό παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας.

(10)

Για να εξασφαλιστεί η παγίωση των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2009/28/ΕΚ, οι εθνικοί στόχοι 2020 θα πρέπει να αποτελέσουν την ελάχιστη συνεισφορά των κρατών μελών στο νέο πλαίσιο για το 2030. Τα εθνικά μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπονται των εν λόγω συνεισφορών. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τα σχετικά κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα κατά τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 μέτρα για να φτάσουν και πάλι εκείνη τη βασική γραμμή αναφοράς. Αν ένα κράτος μέλος δεν έχει φτάσει το βασικό του μερίδιο αναφοράς βάσει μετρήσεων που καλύπτουν περίοδο 12 μηνών, θα πρέπει, εντός 12 μηνών από το τέλος της εν λόγω περιόδου, να λάβει πρόσθετα μέτρα για να το επιτύχει οπότε τεκμαίρεται ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεωτικές απαιτήσεις του βασικού μεριδίου αναφοράς του, τόσο στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας όσο και στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 για το σύνολο της επίμαχης περιόδου. Επομένως, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέβη την υποχρέωσή του να διατηρήσει το βασικό μερίδιο αναφοράς του για τη χρονική περίοδο κατά την οποία εμφανίστηκε το χάσμα. Τόσο το πλαίσιο του 2020 όσο και του 2030 εξυπηρετούν τους στόχους της περιβαλλοντικής και της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης.

(11)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν πρόσθετα μέτρα αν το μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας σε ενωσιακό επίπεδο δεν ακολουθήσει την πορεία της Ένωσης προς τον στόχο για ανανεώσιμη ενέργεια της τάξης του 32 % τουλάχιστον. Όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, εάν η Επιτροπή διαπιστώσει χάσμα στις φιλοδοξίες κατά την αξιολόγηση των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, μπορεί να λάβει ενωσιακά μέτρα προς επίτευξη του στόχου. Εάν κατά την αξιολόγηση των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου των κρατών μελών για την ενέργεια και το κλίμα, η Επιτροπή διαπιστώσει την ύπαρξη χάσματος υλοποίησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τα μέτρα του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, τα οποία τους παρέχουν επαρκή ευελιξία επιλογής.

(12)

Για να υποστηριχθούν οι φιλόδοξες συνεισφορές των κρατών μελών στον ενωσιακό στόχο, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα χρηματοδοτικό πλαίσιο για τη διευκόλυνση των επενδύσεων σε έργα ανανεώσιμης ενέργειας στα σχετικά κράτη μέλη, μεταξύ άλλων και με τη χρήση χρηματοπιστωτικών μέσων.

(13)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εστιάσει τη χρηματοδότηση στη μείωση του κόστους κεφαλαίου των έργων ανανεώσιμης ενέργειας καθώς το κόστος αυτό έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο κόστος των έργων ανανεώσιμης ενέργειας και στην ανταγωνιστικότητά τους, καθώς και στην ανάπτυξη των βασικών υποδομών για την αύξηση της τεχνικά και οικονομικά προσιτής υιοθέτησης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπως η υποδομή του δικτύου μεταφοράς και διανομής, τα ευφυή δίκτυα και οι διασυνδέσεις.

(14)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων εθνικών ή περιφερειακών αρχών ή φορέων, για παράδειγμα με τακτικές συνεδριάσεις, για την εξεύρεση κοινής προσέγγισης με σκοπό την προώθηση της ευρύτερης υιοθέτησης οικονομικά αποδοτικών έργων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνει επενδύσεις σε νέες, ευέλικτες και καθαρές τεχνολογίες και τη χάραξη κατάλληλης στρατηγικής για τη διαχείριση της απόσυρσης των τεχνολογιών που δεν συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών ή δεν παρέχουν επαρκή ευελιξία, με βάση διαφανή κριτήρια και αξιόπιστα σήματα τιμών της αγοράς.

(15)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), οι οδηγίες 2001/77/ΕΚ (8) και 2003/30/ΕΚ (9) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία 2009/28/ΕΚ, διατύπωσαν ορισμούς για τις διάφορες μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το δίκαιο της Ένωσης για την εσωτερική αγορά ενέργειας διατυπώνει ορισμούς για τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας εν γένει. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σαφήνειας, ενδείκνυται να εφαρμόζονται οι εν λόγω ορισμοί και στην παρούσα οδηγία.

(16)

Τα καθεστώτα στήριξης για την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ή «ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια» έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικός τρόπος για την ανάπτυξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εάν και όταν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να εφαρμόσουν καθεστώτα στήριξης, η εν λόγω στήριξη θα πρέπει να παρέχεται με τρόπο που θα στρεβλώνει λιγότερο τη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Προς τον σκοπό αυτό, όλο και περισσότερα κράτη μέλη παρέχουν στήριξη επιπλέον των εσόδων της αγοράς και καθιερώνουν συστήματα βασιζόμενα στην αγορά για να καθορίσουν το αναγκαίο επίπεδο στήριξης. Μαζί με μέτρα μέσω των οποίων προσαρμόζεται η αγορά στην αύξηση του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η στήριξη αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο για την διάδοση της ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τη διαφορετική ικανότητα των μικρών και μεγάλων παραγωγών να ανταποκρίνονται στα μηνύματα της αγοράς.

(17)

Οι εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την αποδοχή εκ μέρους του κοινού και να εξασφαλίσουν την υλοποίηση έργων ανανεώσιμης ενέργειας, ιδίως τοπικών. Για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή παρόμοιων εγκαταστάσεων ενδέχεται να εξακολουθούν να είναι αναγκαίοι ειδικοί όροι, συμπεριλαμβανομένων των εγγυημένων τιμών αγοράς, ώστε να εξασφαλιστεί η θετική σχέση κόστους-οφέλους, κατά το δίκαιο της Ένωσης για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ο ορισμός των εγκαταστάσεων μικρής κλίμακας για τον σκοπό της εξασφάλισης παρόμοιας ενίσχυσης είναι σημαντικό να παρέχει ασφάλεια δικαίου στους επενδυτές. Οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων περιέχουν ορισμούς των εγκαταστάσεων μικρής κλίμακας.

(18)

Σύμφωνα με το άρθρο 108 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να αξιολογεί τη συμβατότητα των μέτρων κρατικών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά, τα οποία τα κράτη μέλη ενδέχεται να λάβουν για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η εν λόγω αξιολόγηση γίνεται με βάση το άρθρο 107 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις και κατευθυντήριες γραμμές που ενδέχεται να εγκρίνει η Επιτροπή. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής που κατοχυρώνει η ΣΛΕΕ.

(19)

Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να αναπτυχθεί με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους. Κατά τον σχεδιασμό των καθεστώτων στήριξης και τη χορήγηση της στήριξης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν την ελαχιστοποίηση του συνολικού κόστους εγκατάστασης του συστήματος σε όλη την πορεία μείωσης των εκπομπών άνθρακα με σκοπό την επίτευξη του στόχου μιας οικονομίας χαμηλών εκπομπών άνθρακα έως το 2050. Έχει καταδειχθεί ότι οι μηχανισμοί που βασίζονται στην αγορά, όπως οι διαδικασίες υποβολής προσφορών, συχνά μειώνουν ουσιαστικά το κόστος στήριξης σε ανταγωνιστικές αγορές. Ωστόσο, ενίοτε, οι διαδικασίες αυτές μπορεί να μην οδηγούν απαραίτητα σε αποτελεσματική τιμολόγηση. Συνεπώς, μπορεί να χρειαστεί να εξεταστούν ισορροπημένες απαλλαγές για να εξασφαλιστεί η οικονομική αποδοτικότητα και να ελαχιστοποιηθεί το συνολικό κόστος στήριξης. Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν απαλλαγές από τις διαδικασίες υποβολής προσφορών και την άμεση πώληση για εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας και έργα επίδειξης ώστε να συνεκτιμάται το μικρότερο δυναμικό τους. Δεδομένου ότι η Επιτροπή αξιολογεί κατά περίπτωση τη συμβατότητα της στήριξης στην ανανεώσιμη ενέργεια με την εσωτερική αγορά, οι απαλλαγές θα πρέπει να τηρούν τα κατώτατα όρια που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων για την περιβαλλοντική προστασία και την ενέργεια. Στις κατευθυντήριες γραμμές 2014-2020, τα όρια αυτά είναι 1 MW (και 6 MW ή 6 μονάδες παραγωγής για αιολική ενέργεια) και 500 kW (και 3 MW ή 3 μονάδες παραγωγής για αιολική ενέργεια) σε ό,τι αφορά τις απαλλαγές για τις διαδικασίες υποβολής προσφορών και για την άμεση πώληση αντιστοίχως. Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών υποβολής προσφορών ως προς την ελαχιστοποίηση του συνολικού κόστους στήριξης, οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει κατ' αρχήν να είναι ανοικτές σε όλους αδιακρίτως τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Καθώς τα κράτη μέλη αναπτύσσουν τα καθεστώτα στήριξής, μπορούν να περιορίζουν τις διαδικασίες υποβολής προσφορών σε συγκεκριμένες τεχνολογίες όταν αυτό είναι απαραίτητο για να αποφευχθούν μη ικανοποιητικά αποτελέσματα όσον αφορά τους περιορισμούς του δικτύου, τη σταθερότητα του δικτύου, το κόστος για την ενσωμάτωση στο σύστημα, την ανάγκη επίτευξης διαφοροποίησης του ενεργειακού μείγματος και το μακροπρόθεσμο δυναμικό των τεχνολογιών.

(20)

Στα συμπεράσματά του της 23ης και 24ης Οκτωβρίου 2014 για το «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τόνισε τη σημασία μιας περισσότερο διασυνδεδεμένης εσωτερικής αγοράς ενέργειας και την ανάγκη επαρκούς στήριξης για την ενσωμάτωση των ολοένα αυξανόμενων επιπέδων μεταβλητής ανανεώσιμης ενέργειας, ώστε να καταφέρει η Ένωση να εκπληρώσει τις φιλοδοξίες της για ανάληψη ηγετικού ρόλου κατά την ενεργειακή μετάβαση. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό και επείγον να αυξηθεί το επίπεδο διασύνδεσης και να σημειωθεί πρόοδος προς την επίτευξη των στόχων που έχουν συμφωνηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, για να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό της Ενεργειακής Ένωσης.

(21)

Όταν αναπτύσσουν καθεστώτα στήριξης για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάζουν τη διαθέσιμη βιώσιμη προσφορά βιομάζας και να λαμβάνουν υπόψη τις αρχές της κυκλικής οικονομίας και της ιεράρχησης των αποβλήτων όπως ορίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) ώστε να αποφεύγονται περιττές στρεβλώσεις των αγορών πρώτων υλών. Η πρόληψη των αποβλήτων και η ανακύκλωσή τους θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν τη δημιουργία καθεστώτων στήριξης που θα έρχονταν σε αντίθεση με τους στόχους για την επεξεργασία των αποβλήτων και θα οδηγούσαν σε μη αποδοτική χρήση των ανακυκλώσιμων αποβλήτων.

(22)

Κάθε κράτος μέλος διαθέτει διαφορετικό δυναμικό ανανεώσιμης ενέργειας και εφαρμόζει διαφορετικά καθεστώτα στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Τα περισσότερα κράτη μέλη εφαρμόζουν καθεστώτα στήριξης μόνο για μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες παράγονται στο έδαφός τους. Για την εύρυθμη λειτουργία των εθνικών καθεστώτων στήριξης έχει ζωτική σημασία να μπορούν τα κράτη μέλη να συνεχίσουν να ελέγχουν τις επιπτώσεις και το κόστος των εθνικών καθεστώτων στήριξης σύμφωνα με το διαφορετικό δυναμικό τους. Ένα σημαντικό μέσο για την επίτευξη του στόχου της παρούσας οδηγίας παραμένει η εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των εθνικών καθεστώτων στήριξης κατά τις οδηγίες 2001/77/ΕΚ και 2009/28/ΕΚ, για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών και να μπορέσουν τα κράτη μέλη να σχεδιάσουν αποτελεσματικά εθνικά μέτρα για τις αντίστοιχες συνεισφορές τους στην επίτευξη του ενωσιακού στόχου για την ανανεώσιμη ενέργεια για το 2030, καθώς και για τους τυχόν εθνικούς στόχους. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκολύνει τη διασυνοριακή στήριξη της ανανεώσιμης ενέργειας χωρίς να θίγονται με δυσανάλογο τρόπο τα εθνικά καθεστώτα στήριξης.

(23)

Το άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης στη διασυνοριακή συμμετοχή περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά ενέργειας και μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να βοηθήσει τα κράτη μέλη να επιτύχουν τον ενωσιακό στόχο με οικονομικότερο τρόπο. Η διασυνοριακή συμμετοχή είναι επίσης το φυσικό επακόλουθο της ανάπτυξης της πολιτικής της Ένωσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, η οποία προωθεί τη σύγκλιση και τη συνεργασία στην επίτευξη του δεσμευτικού ενωσιακού στόχου. Ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να ανοίξουν τη στήριξη και σε έργα που πραγματοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη και να καθορίσουν διάφορους τρόπους υλοποίησης του σταδιακού αυτού ανοίγματος, τηρουμένης της ΣΛΕΕ, και ιδίως των άρθρων 30, 34 και 110. Δεδομένου ότι οι ροές ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορούν να εντοπιστούν, είναι σκόπιμο να συνδεθεί το άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης στη διασυνοριακή συμμετοχή με μερίδια που επιδιώκουν πραγματικά επίπεδα φυσικών διασυνδέσεων και να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να περιορίσουν τα καθεστώτα ανοικτής στήριξης στα κράτη μέλη με τα οποία τα δίκτυά τους συνδέονται απευθείας, ως πρακτικό μέσο για να αποδεικνύεται η ύπαρξη φυσικών ροών μεταξύ των κρατών μελών. Αυτό δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επηρεάζει με κανέναν τρόπο τη διαζωνική και διασυνοριακή λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας.

(24)

Για να εξασφαλιστεί ότι το άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης είναι αμοιβαίως επωφελές, θα πρέπει να υπογράφονται συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν τον έλεγχο του ρυθμού ανάπτυξης δυναμικότητας ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο έδαφός τους, προκειμένου κυρίως να ληφθεί υπόψη το κόστος ενσωμάτωσης και οι απαιτούμενες επενδύσεις στο δίκτυο. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τη συμμετοχή των εγκαταστάσεων που βρίσκονται στο έδαφός τους σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται από άλλα κράτη μέλη. Οι εν λόγω συμφωνίες συνεργασίας θα πρέπει να εξετάζουν επαρκώς όλες τις σχετικές πτυχές, όπως τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται το κόστος που αφορά έργο το οποίο έχει κατασκευαστεί από ένα κράτος μέλος στο έδαφος άλλου, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που συνδέονται με την ενίσχυση δικτύων, τη μεταβίβαση ενέργειας, τις δυνατότητες αποθήκευσης και τις εφεδρικές δυνατότητες, καθώς και τις ενδεχόμενες συμφορήσεις στο δίκτυο. Στις εν λόγω συμφωνίες, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα μέτρα που ενδέχεται να επιτρέπουν την οικονομικά αποδοτική ενσωμάτωση αυτής της πρόσθετης δυναμικότητας ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είτε είναι κανονιστικής φύσης (για παράδειγμα εάν σχετίζονται με τον σχεδιασμό της αγοράς) είτε πρόκειται για πρόσθετες επενδύσεις σε διάφορες πηγές ευελιξίας (για παράδειγμα διασυνδέσεις, αποθήκευση, ανταπόκριση στη ζήτηση ή ευέλικτη παραγωγή).

(25)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν στρεβλωτικές καταστάσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την εκτεταμένη εισαγωγή πόρων από τρίτες χώρες. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί και να προωθηθεί η προσέγγιση με βάση τον κύκλο ζωής.

(26)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας μπορούν να συμμετάσχουν στα διαθέσιμα καθεστώτα στήριξης επί ίσοις όροις με άλλους μεγάλους συμμετέχοντες. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν μέτρα, όπως η παροχή πληροφοριών, η παροχή τεχνικής και χρηματοδοτικής στήριξης, η μείωση των διοικητικών απαιτήσεων, η παροχή κριτηρίων υποβολής προσφορών εστιασμένων στην κοινότητα, η δημιουργία ειδικών περιόδων υποβολής προσφορών για τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας ή η παροχή της δυνατότητας στις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας να αμείβονται μέσω άμεσης στήριξης όταν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για τις μικρές εγκαταστάσεις.

(27)

Ο σχεδιασμός της υποδομής που απαιτείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές που αφορούν τη συμμετοχή όσων επηρεάζονται από τα έργα, ιδίως των τοπικών πληθυσμών.

(28)

Θα πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές πλήρεις πληροφορίες και ενημέρωση για τα οφέλη των συστημάτων θέρμανσης και ψύξης από άποψης ενεργειακής απόδοσης και για το χαμηλότερο κόστος λειτουργίας των ηλεκτρικών οχημάτων, ώστε να μπορούν να κάνουν ατομικές καταναλωτικές επιλογές σε ό,τι αφορά την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και να αποφεύγουν τον εγκλωβισμό σε συγκεκριμένες τεχνολογίες.

(29)

Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, οι πολιτικές στήριξης της ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να είναι προβλέψιμες και σταθερές χωρίς αδικαιολόγητες ή αναδρομικές αλλαγές. Μια απρόβλεπτη και ασταθής πολιτική έχει άμεσο αντίκτυπο στο κόστος χρηματοδότησης του κεφαλαίου, στο κόστος ανάπτυξης έργων και, επομένως, στο συνολικό κόστος ανάπτυξης της ανανεώσιμης ενέργειας στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η αναθεώρηση τυχόν στήριξης που χορηγείται σε έργα ανανεώσιμης ενέργειας να μην μειώνει την οικονομική τους βιωσιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθούν οικονομικά αποδοτικές πολιτικές στήριξης και να διασφαλίζουν την οικονομική τους βιωσιμότητα. Πέραν τούτου, θα πρέπει να δημοσιεύεται μακροπρόθεσμο ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα που να καλύπτει τις κύριες πτυχές της αναμενόμενης στήριξης, χωρίς να θίγεται η ικανότητα των κρατών μελών να αποφασίζουν τα κονδύλια του προϋπολογισμού στα χρόνια που καλύπτει το χρονοδιάγραμμα.

(30)

Οι υποχρεώσεις των κρατών μελών να καταρτίζουν εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια και να εκπονούν εκθέσεις προόδου και η υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλλει έκθεση προόδου των κρατών μελών είναι ουσιώδους σημασίας για να αυξηθεί η διαφάνεια, να υπάρξει σαφήνεια για τους επενδυτές και τους καταναλωτές και να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 ενσωματώνει τις υποχρεώσεις αυτές στο σύστημα διακυβέρνησης της Ενεργειακής Ένωσης όπου εξορθολογίζονται οι υποχρεώσεις σχεδιασμού, υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης στους τομείς της ενέργειας και του κλίματος. Η πλατφόρμα διαφάνειας για την ανανεώσιμη ενέργεια ενσωματώνεται επίσης στην ευρύτερη ηλεκτρονική πλατφόρμα που συστάθηκε με τον εν λόγω κανονισμό.

(31)

Είναι αναγκαίο να τεθούν διαφανείς και αδιαμφισβήτητοι κανόνες για τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και για τον καθορισμό των πηγών αυτών.

(32)

Κατά τον υπολογισμό της συμβολής της υδροηλεκτρικής ενέργειας και της αιολικής ενέργειας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να μετριαστούν οι επιδράσεις των διαφορών κλίματος με τη χρήση ενός κανόνα εξομάλυνσης. Εκτός αυτού, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης νερού που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα δεν θα πρέπει να θεωρείται ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια.

(33)

Για να λειτουργήσουν, οι αντλίες θερμότητας που επιτρέπουν τη χρήση της ενέργειας περιβάλλοντος και της γεωθερμικής ενέργειας στο ωφέλιμο επίπεδο θερμοκρασίας, ή τα συστήματα που παρέχουν ψύξη, χρειάζονται ηλεκτρική ενέργεια ή άλλη βοηθητική ενέργεια. Συνεπώς, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία των συστημάτων αυτών θα πρέπει να αφαιρείται από το σύνολο της χρήσιμης ή της απαχθείσας από την περιοχή ενέργειας. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα συστήματα θέρμανσης και ψύξης που προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ενέργειας ή ποσοστό απαχθείσας από μια περιοχή ενέργειας από αυτό που καταναλώνουν για τη λειτουργία τους. Τα συστήματα ψύξης συμβάλλουν στη χρήση ενέργειας στα κράτη μέλη και είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο οι μέθοδοι υπολογισμού να λαμβάνουν υπόψη το μερίδιο της ανανεώσιμης ενέργειας που χρησιμοποιείται στα συστήματα αυτά σε όλους τους τομείς τελικής χρήσης.

(34)

Τα συστήματα παθητικής ενέργειας χρησιμοποιούν τον σχεδιασμό κτιρίων για να δεσμεύσουν ενέργεια. Η ενέργεια που λαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο θεωρείται εξοικονομηθείσα. Για να αποφευχθεί η διπλή προσμέτρηση, η ενέργεια που δεσμεύεται με αυτό τον τρόπο δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(35)

Σε ορισμένα κράτη μέλη οι αερομεταφορές έχουν μεγάλο μερίδιο στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας. Λαμβάνοντας υπόψη τους τρέχοντες τεχνολογικούς και κανονιστικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την εμπορική χρήση των βιοκαυσίμων στις αερομεταφορές, είναι επομένως σκόπιμο να προβλεφθεί για τα εν λόγω κράτη μέλη μερική απαλλαγή σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις εθνικές αερομεταφορές, επιτρέποντάς τους να αποκλείουν από τον εν λόγω υπολογισμό το ποσοστό κατά το οποίο υπερβαίνουν κατά μιάμιση φορά τον μέσο όρο της Ένωσης για την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στις αερομεταφορές το 2005, όπως εκτιμάται από την Eurostat, ήτοι 6,18 %. Δεδομένου του νησιωτικού και περιφερειακού χαρακτήρα τους, η Κύπρος και η Μάλτα βασίζονται κυρίως στην αεροπορία ως τρόπο μεταφοράς που έχει ζωτική σημασία για τους πολίτες και την οικονομία τους. Ως αποτέλεσμα, στην Κύπρο και τη Μάλτα το μερίδιο των αερομεταφορών στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας είναι δυσανάλογα υψηλό, ήτοι πάνω από τρεις φορές τον μέσο όρο της Ένωσης το 2005, και συνεπώς οι χώρες αυτές θίγονται δυσανάλογα από τους τρέχοντες τεχνολογικούς και κανονιστικούς περιορισμούς. Είναι επομένως σκόπιμο να προβλεφθεί ότι θα επωφελούνται από απαλλαγή η οποία πρόκειται να καλύπτει το ποσοστό κατά το οποίο υπερβαίνουν τον μέσο όρο ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας της Ένωσης στις αερομεταφορές το 2005, όπως εκτιμάται από την Eurostat, ήτοι 4,12 %.

(36)

Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 20ής Ιουλίου 2016 με τίτλο «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την κινητικότητα χαμηλών εκπομπών» επισήμανε την ιδιαίτερη σημασία, μεσοπρόθεσμα, των προηγμένων βιοκαυσίμων και ανανεώσιμων υγρών και αερίων καυσίμων μη βιολογικής προέλευσης για τις αερομεταφορές.

(37)

Για να διασφαλιστεί ότι ο κατάλογος πρώτων υλών για παραγωγή προηγμένων βιοκαυσίμων, άλλων βιοκαυσίμων και βιοαερίων, όπως ορίζεται στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας, λαμβάνει υπόψη τις αρχές ιεράρχησης των αποβλήτων κατά την οδηγία 2008/98/ΕΚ, τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας και την ανάγκη διασφάλισης ότι το εν λόγω παράρτημα δεν δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση για καλλιεργούμενη γη προωθώντας παράλληλα τη χρήση αποβλήτων και υπολειμμάτων, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της τακτικής αξιολόγησης του εν λόγω παραρτήματος, θα πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο συμπερίληψης πρόσθετων πρώτων υλών που δεν έχουν σημαντικές στρεβλωτικές επιπτώσεις στις αγορές προϊόντων ή παραπροϊόντων, αποβλήτων ή υπολειμμάτων.

(38)

Για να μειωθεί το κόστος επίτευξης του ενωσιακού στόχου που θέτει η παρούσα οδηγία και να παρασχεθεί στα κράτη μέλη ευελιξία ώστε να συμμορφωθούν με την υποχρέωσή τους να εξακολουθήσουν να επιτυγχάνουν τους εθνικούς τους στόχους για το 2020 και μετά το έτος αυτό, κρίνεται σκόπιμο, αφενός, να διευκολυνθεί η κατανάλωση, στα κράτη μέλη, ενέργειας παραγομένης από ανανεώσιμες πηγές σε άλλα κράτη μέλη και, αφετέρου, να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να συνυπολογίζουν στο οικείο μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που καταναλώνεται σε άλλα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να συστήσει πλατφόρμα της Ένωσης για την ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας (« Union renewable development platform - URDP») η οποία να επιτρέπει την εμπορία μεριδίων ανανεώσιμης ενέργειας μεταξύ των κρατών μελών πέραν των συμφωνιών διμερούς συνεργασίας. Η URDP συμπληρώνει το εθελοντικό άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης σε έργα που υλοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη. Οι συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών περιλαμβάνουν στατιστικές μεταβιβάσεις, κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών ή κοινά καθεστώτα στήριξης.

(39)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να επιδιώξουν κάθε κατάλληλη συνεργασία για να πετύχουν τους στόχους της παρούσας οδηγίας και να ενημερώνουν τους πολίτες για τα οφέλη της χρήσης μηχανισμών συνεργασίας. Η συνεργασία αυτή μπορεί να πραγματοποιείται σε όλα τα επίπεδα, διμερώς ή πολυμερώς. Εκτός από τους μηχανισμούς που επηρεάζουν τον υπολογισμό και την επίτευξη του στόχου για το μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας, οι οποίοι προβλέπονται αποκλειστικά στην παρούσα οδηγία, όπως στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών – είτε πραγματοποιούνται διμερώς ή μέσω της URDP – κοινά έργα και κοινά καθεστώτα στήριξης, η συνεργασία μπορεί να λαμβάνει τη μορφή, για παράδειγμα, ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, όπως προβλέπεται ιδίως στην ηλεκτρονική πλατφόρμα που συστήνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, και άλλου εθελοντικού συντονισμού μεταξύ καθεστώτων στήριξης κάθε μορφής.

(40)

Η εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εκτός της Ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατό να συνυπολογίζεται στα μερίδια ανανεώσιμης ενέργειας των κρατών μελών. Για να εξασφαλιστεί ο κατάλληλος αντίκτυπος από την αντικατάσταση των μη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμη ενέργεια στην Ένωση και στις τρίτες χώρες, είναι σκόπιμο οι εν λόγω εισαγωγές να μπορούν να εντοπίζονται και να υπολογίζονται με αξιόπιστο τρόπο. Θα εξεταστεί η σύναψη συμφωνιών με τρίτες χώρες για την οργάνωση της εν λόγω εμπορίας ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας. Εάν, βάσει απόφασης που λαμβάνεται δυνάμει της Συνθήκης για την Ενεργειακή Κοινότητα (11), τα συμβαλλόμενα σε αυτή μέρη δεσμεύονται από τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας, τα μέτρα συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών, κατά την παρούσα οδηγία, θα πρέπει να εφαρμόζονται σε αυτά.

(41)

Όταν τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν κοινά έργα με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες για την παραγωγή ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας, τα έργα αυτά θα πρέπει να αφορούν μόνον εγκαταστάσεις πρόσφατης κατασκευής ή εγκαταστάσεις με πρόσφατη αύξηση δυναμικότητας. Κατ' αυτόν τον τρόπο, θα εξασφαλίζεται ότι το ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας της τρίτης χώρας δεν μειώνεται λόγω της εισαγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ένωση.

(42)

Πέρα από τη θέσπιση ενωσιακού πλαισίου για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η παρούσα οδηγία συμβάλλει και στον δυνητικό θετικό αντίκτυπο της Ένωσης και των κρατών μελών στην τόνωση της ανάπτυξης του τομέα της ανανεώσιμης ενέργειας σε τρίτες χώρες. Η Ένωση και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν την έρευνα, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας στις αναπτυσσόμενες χώρες και σε άλλες χώρες-εταίρους, με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, ενισχύοντας την περιβαλλοντική και οικονομική τους βιωσιμότητα και την ικανότητά τους για εξαγωγή ανανεώσιμης ενέργειας.

(43)

Η διαδικασία για την έγκριση, την πιστοποίηση και την αδειοδότηση σταθμών παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να είναι αντικειμενική, διαφανής, αμερόληπτη και αναλογική, όταν οι κανόνες εφαρμόζονται σε συγκεκριμένα έργα. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να αποφευχθεί άσκοπη επιβάρυνση που θα μπορούσε να προκύψει από την κατάταξη έργων ανανεώσιμης ενέργειας στις εγκαταστάσεις που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο για την υγεία.

(44)

Για την ταχεία ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και υπό το πρίσμα της γενικής υψηλής αειφορίας και της περιβαλλοντικής ωφέλειάς τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά την εφαρμογή των διοικητικών κανόνων ή κατά τον σχεδιασμό δομών και νομοθεσίας για την αδειοδότηση εγκαταστάσεων σε σχέση με τη μείωση της ρύπανσης και τον έλεγχο βιομηχανικών εγκαταστάσεων, για την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ή για την πρόληψη ή ελαχιστοποίηση των απορρίψεων επικίνδυνων ουσιών στο περιβάλλον, να λαμβάνουν υπόψη τη συμβολή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην επίτευξη των στόχων για το περιβάλλον και την αλλαγή του κλίματος, ιδίως σε σύγκριση με εγκαταστάσεις μη ανανεώσιμης ενέργειας.

(45)

Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συνοχή μεταξύ των στόχων της παρούσας οδηγίας και της υπόλοιπης περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατά τις διαδικασίες αξιολόγησης, σχεδιασμού ή αδειοδότησης εγκαταστάσεων ανανεώσιμης ενέργειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλο το περιβαλλοντικό δίκαιο της Ένωσης και τη συμβολή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην επίτευξη στόχων περιβάλλοντος και αλλαγής του κλίματος, ιδίως σε σύγκριση με εγκαταστάσεις μη ανανεώσιμης ενέργειας.

(46)

Η γεωθερμική ενέργεια αποτελεί σημαντική τοπική πηγή ανανεώσιμης ενέργειας που συνήθως έχει σημαντικά λιγότερες εκπομπές από τα ορυκτά καύσιμα ενώ οι εκπομπές ορισμένων τύπων γεωθερμικών σταθμών παραγωγής είναι σχεδόν μηδενικές. Ωστόσο, ανάλογα με τα γεωλογικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής, η παραγωγή γεωθερμικής ενέργειας ενδέχεται να προκαλέσει έκλυση αερίων του θερμοκηπίου και άλλων ουσιών από υπόγεια υγρά και άλλους γεωλογικούς σχηματισμούς του υπεδάφους, οι οποίες είναι επιβλαβείς για την υγεία και το περιβάλλον. Ως εκ τούτου η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει μόνο την ανάπτυξη γεωθερμικής ενέργειας με μικρό περιβαλλοντικό αντίκτυπο η οποία οδηγεί σε μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σύγκριση με τις μη ανανεώσιμες πηγές.

(47)

Σε εθνικό, περιφερειακό και κατά περίπτωση τοπικό επίπεδο, οι κανόνες και οι υποχρεώσεις για ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νεόδμητα και στα ανακαινισμένα κτίρια οδήγησαν σε σημαντική αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να ενθαρρύνονται σε ευρύτερη ενωσιακή κλίμακα και παράλληλα να προωθείται η χρήση ενεργειακά αποδοτικότερων εφαρμογών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε συνδυασμό με μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας και ενεργειακής απόδοσης στους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες.

(48)

Για να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η θέσπιση ελάχιστων επιπέδων για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε κτίρια, ο υπολογισμός αυτών των ελάχιστων επιπέδων στα νεόδμητα και τα υφιστάμενα κτίρια που υφίστανται ριζική ανακαίνιση θα πρέπει να παρέχει επαρκή βάση για να εκτιμηθεί κατά πόσον η συμπερίληψη ελάχιστων επιπέδων ανανεώσιμης ενέργειας είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να επιτρέπουν τη χρήση αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης ή, όταν δεν υπάρχουν συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, άλλων ενεργειακών υποδομών ώστε να εκπληρωθούν οι απαιτήσεις αυτές.

(49)

Για να εξασφαλιστεί ότι τα εθνικά μέτρα για την ανάπτυξη της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας βασίζονται σε πλήρη χαρτογράφηση και ανάλυση του εθνικού δυναμικού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και ενέργειας από απόβλητα, και ότι τα εν λόγω μέτρα προβλέπουν αυξημένη ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας, στηρίζοντας μεταξύ άλλων καινοτόμες τεχνολογίες όπως οι αντλίες θερμότητας, η γεωθερμική και η ηλιοθερμική τεχνολογία, και των πηγών απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης, είναι σκόπιμο να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να προβούν σε εκτίμηση του εθνικού τους δυναμικού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της χρήσης απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, ιδίως για να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ενέργειας στις εγκαταστάσεις θέρμανσης και ψύξης και να προωθηθεί η ανταγωνιστική και αποδοτική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη. Για να διασφαλιστεί συνέπεια με τις απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για θέρμανση και ψύξη και να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος, η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να συμπεριληφθεί στις διεξοδικές αξιολογήσεις που πραγματοποιούνται και κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12).

(50)

Έχει αποδειχθεί ότι η έλλειψη διαφανών κανόνων και συντονισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων έγκρισης εμποδίζει την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η παροχή καθοδήγησης στους αιτούντες καθ' όλη τη διάρκεια των διαδικασιών διοικητικής αίτησης και αδειοδότησης μέσω διοικητικού σημείου επαφής έχει στόχο να μειώσει την πολυπλοκότητα για τους φορείς υλοποίησης του έργου και να αυξήσει την αποδοτικότητα και τη διαφάνεια, μεταξύ άλλων για τους αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας. Τέτοια καθοδήγηση πρέπει να παρέχεται στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των κρατών μελών. Τα ενιαία σημεία επαφής θα πρέπει να είναι σε θέση να καθοδηγήσουν τον αιτούντα και να τον διευκολύνουν σε ολόκληρη τη διοικητική διαδικασία ώστε να μην είναι αναγκασμένος να επικοινωνήσει με άλλους διοικητικούς φορείς για να ολοκληρώσει τη διαδικασία, εκτός αν ο αιτών επιλέξει να το πράξει.

(51)

Οι χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες συνιστούν σοβαρό διοικητικό φραγμό και είναι δαπανηρές. Η απλοποίηση των διαδικασιών διοικητικής αδειοδότησης και σαφείς προθεσμίες για τις αποφάσεις που πρέπει να λάβουν οι σχετικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση της έγκρισης για την εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με βάση μια πλήρη αίτηση θα πρέπει να καθιστούν τις διαδικασίες πιο αποτελεσματικές, μειώνοντας έτσι το διοικητικό κόστος. Θα πρέπει να διατίθεται εγχειρίδιο διαδικασιών για να καταστεί ευκολότερη η κατανόηση των διαδικασιών για τους φορείς υλοποίησης του έργου και τους πολίτες που επιθυμούν να επενδύσουν σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Για να προωθηθεί η υιοθέτηση ανανεώσιμης ενέργειας από τις πολύ μικρές, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και τους μεμονωμένους πολίτες, σύμφωνα με τους στόχους της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να οριστεί διαδικασία απλής κοινοποίησης προς τον αρμόδιο φορέα για τις συνδέσεις με το δίκτυο όταν πρόκειται για μικρά έργα ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των αποκεντρωμένων έργων, όπως είναι οι ηλιακές εγκαταστάσεις στέγης. Για να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες για την αλλαγή ενεργειακής πηγής σε υφιστάμενους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμη ενέργεια, οι διαδικασίες αδειοδότησης θα πρέπει να εξορθολογιστούν. Η παρούσα οδηγία, και ιδίως οι διατάξεις για την οργάνωση και τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας αδειοδότησης, θα πρέπει να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Σε εξαιρετικές, δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, οι αρχικές προθεσμίες θα πρέπει να μπορούν να παρατείνονται μέχρι ένα έτος.

(52)

Το χάσμα ενημέρωσης και επιμόρφωσης, ιδίως στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, θα πρέπει να εξαλειφθεί για να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(53)

Στον βαθμό που η πρόσβαση ή η άσκηση του επαγγέλματος του εγκαταστάτη είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων καθορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13). Η παρούσα οδηγία, επομένως, εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

(54)

Ενώ η οδηγία 2005/36/ΕΚ θεσπίζει απαιτήσεις για την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, μεταξύ άλλων των αρχιτεκτόνων, χρειάζεται να διασφαλιστεί περαιτέρω ότι οι πολεοδόμοι και οι αρχιτέκτονες λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον βέλτιστο συνδυασμό της ανανεώσιμης ενέργειας και των τεχνολογιών υψηλής απόδοσης στα σχέδια και τις μελέτες τους. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν σαφείς οδηγίες. Αυτό θα πρέπει να γίνεται με την επιφύλαξη της εν λόγω οδηγίας, και ιδίως των άρθρων 46 και 49.

(55)

Ο μόνος σκοπός των εγγυήσεων προέλευσης, οι οποίες εκδίδονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, είναι να δείχνουν στον τελικό πελάτη ότι ένα συγκεκριμένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές. Μια εγγύηση προέλευσης μπορεί να μεταβιβάζεται από έναν κάτοχο σε άλλον, ανεξάρτητα από την ενέργεια την οποία αφορά. Ωστόσο, για να εξασφαλίζεται ότι μια μονάδα ανανεώσιμης ενέργειας κοινοποιείται μόνον άπαξ σε έναν πελάτη, θα πρέπει να αποφεύγονται η διπλή προσμέτρηση και η διπλή κοινοποίηση των εγγυήσεων προέλευσης. Η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, για την οποία η συνοδευτική εγγύηση προέλευσης έχει πωληθεί χωριστά από τον παραγωγό, δεν θα πρέπει να κοινοποιείται ή να πωλείται στον τελικό πελάτη ως ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ των πράσινων πιστοποιητικών που χρησιμοποιούνται για τα καθεστώτα στήριξης και των εγγυήσεων προέλευσης.

(56)

Είναι σκόπιμο να επιτραπεί στην αγορά καταναλωτών ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας να συμβάλλει στην ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας που κοινοποιούν το ενεργειακό τους μείγμα στους τελικούς πελάτες σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ή που εμπορεύονται ενέργεια στους καταναλωτές με αναφορά στην κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, να χρησιμοποιούν εγγυήσεις προέλευσης από εγκαταστάσεις που παράγουν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

(57)

Είναι σημαντικό να παρέχονται πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο η ηλεκτρική ενέργεια για την οποία χορηγείται στήριξη κατανέμεται στους τελικούς πελάτες. Για να βελτιωθεί η ποιότητα της ενημέρωσης των καταναλωτών τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι εκδίδονται εγγυήσεις προέλευσης για όλες τις μονάδες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αποφασίζουν να μην εκδώσουν εγγυήσεις προέλευσης σε παραγωγούς που λαμβάνουν επίσης χρηματοδοτική στήριξη. Αν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να εκδώσουν εγγυήσεις προέλευσης σε παραγωγούς που λαμβάνουν επίσης χρηματοδοτική στήριξη ή να μην εκδώσουν εγγυήσεις προέλευσης απευθείας στους παραγωγούς, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν με ποια μέσα και μηχανισμούς υπολογίζουν την αγοραία αξία αυτών των εγγυήσεων προέλευσης. Όταν οι παραγωγοί ανανεώσιμης ενέργειας λαμβάνουν επίσης χρηματοδοτική στήριξη, η αγοραία αξία των εγγυήσεων προέλευσης για την ίδια παραγωγή θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη στο σχετικό καθεστώς στήριξης.

(58)

Η οδηγία 2012/27/ΕΕ θεσπίζει εγγυήσεις προέλευσης για την απόδειξη της προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. Ωστόσο, δεν ορίζεται καμία χρήση για αυτές τις εγγυήσεις προέλευσης, οπότε η χρήση τους μπορεί επίσης να επιτρέπεται και κατά την γνωστοποίηση της χρήσης ενέργειας από συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού υψηλής απόδοσης.

(59)

Οι ισχύουσες εγγυήσεις προέλευσης για την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να επεκταθούν και στο αέριο από ανανεώσιμες πηγές. Η επέκταση του συστήματος των εγγυήσεων προέλευσης σε ενέργεια από μη ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να αποτελεί επιλογή για τα κράτη μέλη. Με τον τρόπο αυτό θα παρασχεθεί ενιαίος τρόπος απόδειξης στους τελικούς πελάτες της προέλευσης των αερίων από ανανεώσιμες πηγές, όπως το βιομεθάνιο, και θα διευκολυνθεί η αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου των αερίων αυτών. Θα καταστεί επίσης δυνατή η δημιουργία εγγυήσεων προέλευσης για άλλα αέρια από ανανεώσιμες πηγές, όπως το υδρογόνο.

(60)

Για την ολοκληρωμένη μεταβλητή παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να υποστηριχθεί η ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο δίκτυο μεταφοράς και διανομής και η χρήση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, ιδίως όσον αφορά τους κανόνες περί κατανομής και πρόσβασης στο δίκτυο. Το πλαίσιο για την ενσωμάτωση της ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας θεσπίζεται σε άλλη ενωσιακή νομοθεσία για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, το εν λόγω πλαίσιο δεν περιλαμβάνει διατάξεις για την ενσωμάτωση του αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο δίκτυο αερίου. Επομένως, είναι αναγκαίο να περιληφθούν παρόμοιες διατάξεις στην παρούσα οδηγία.

(61)

Οι ευκαιρίες για οικονομική μεγέθυνση μέσω της καινοτομίας και μιας βιώσιμης και ανταγωνιστικής ενεργειακής πολιτικής έχουν αναγνωρισθεί. Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές εξαρτάται συχνά από τοπικές ή περιφερειακές ΜΜΕ. Οι ευκαιρίες για ανάπτυξη των τοπικών επιχειρήσεων, βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση υψηλής ποιότητας, τις οποίες προσφέρουν στα κράτη μέλη και τις περιφέρειές τους οι επενδύσεις στην περιφερειακή και τοπική παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι σημαντικές. Συνεπώς, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν και να στηρίξουν μέτρα κρατικής και περιφερειακής ανάπτυξης στους τομείς αυτούς, να ενθαρρύνουν την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ανάμεσα σε τοπικές και περιφερειακές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και να ενισχύσουν την παροχή τεχνικής βοήθειας και προγραμμάτων κατάρτισης, για να βελτιωθεί η κανονιστική, τεχνική και οικονομική εμπειρογνωμοσύνη και να ενισχυθούν οι γνώσεις γύρω από τις διαθέσιμες χρηματοδοτικές δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένης της περισσότερο στοχευμένης χρήσης των πόρων της Ένωσης, όπως η χρήση χρηματοδότησης από την πολιτική συνοχής στον εν λόγω τομέα.

(62)

Οι περιφερειακές και οι τοπικές αρχές θέτουν συχνά πιο φιλόδοξους στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που υπερβαίνουν τους εθνικούς στόχους. Οι περιφερειακές και οι τοπικές δεσμεύσεις για την ενίσχυση της ανάπτυξης της ανανεώσιμης ενέργειας και της ενεργειακής απόδοσης υποστηρίζονται σήμερα μέσω δικτύων όπως το Σύμφωνο των Δημάρχων, οι πρωτοβουλίες Έξυπνες Πόλεις ή Έξυπνες Κοινότητες, καθώς και μέσω της ανάπτυξης σχεδίων δράσης για τη βιώσιμη ενέργεια. Τα δίκτυα αυτά είναι απαραίτητα και θα πρέπει να επεκταθούν, δεδομένου ότι αυξάνουν την ευαισθητοποίηση και διευκολύνουν τις ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών και την παροχή της διαθέσιμης χρηματοδοτικής στήριξης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να στηρίξει τη διασυνοριακή συνεργασία των ενδιαφερόμενων καινοτόμων περιφερειών και τοπικών αρχών συμβάλλοντας στην καθιέρωση μηχανισμών συνεργασίας, όπως ο ευρωπαϊκός όμιλος εδαφικής συνεργασίας που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές διαφόρων κρατών μελών να συνεργαστούν για την παροχή κοινών υπηρεσιών και την υλοποίηση κοινών έργων, χωρίς να απαιτούνται η εκ των προτέρων υπογραφή και επικύρωση διεθνούς συμφωνίας από τα εθνικά κοινοβούλια. Άλλα καινοτόμα μέτρα για την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων στις νέες τεχνολογίες, όπως οι συμβάσεις ενεργειακής απόδοσης και οι διαδικασίες τυποποίησης στη δημόσια χρηματοδότηση, θα πρέπει να εξεταστούν επίσης.

(63)

Κατά την ενθάρρυνση της ανάπτυξης της αγοράς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη ο θετικός αντίκτυπος όσον αφορά τις ευκαιρίες περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης, τις εξαγωγικές προοπτικές, την κοινωνική συνοχή και τις ευκαιρίες απασχόλησης, ιδίως για τις ΜΜΕ και τους ανεξάρτητους παραγωγούς ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας.

(64)

Η συγκεκριμένη κατάσταση των εξόχως απόκεντρων περιοχών αναγνωρίζεται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ. Ο ενεργειακός τομέας στις περιοχές αυτές συχνά χαρακτηρίζεται από απομόνωση, περιορισμένη προσφορά και εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ οι περιοχές αυτές διαθέτουν σημαντικές τοπικές πηγές ανανεώσιμης ενέργειας. Οι εξόχως απόκεντρες περιοχές θα μπορούσαν επομένως να λειτουργήσουν ως παράδειγμα για την εφαρμογή καινοτόμων ενεργειακών τεχνολογιών για την Ένωση. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προωθηθεί η υιοθέτηση ανανεώσιμης ενέργειας ώστε να αυξηθεί η ενεργειακή αυτονομία των περιοχών αυτών και να αναγνωριστεί η κατάστασή τους όσον αφορά το δυναμικό ανανεώσιμης ενέργειας και τις ανάγκες δημόσιας στήριξης. Θα πρέπει να προβλεφθεί παρέκκλιση με περιορισμένο αντίκτυπο σε τοπικό επίπεδο, η οποία θα επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ειδικά κριτήρια για να διασφαλίζουν την επιλεξιμότητα για χρηματοδοτική στήριξη για την κατανάλωση ορισμένων καυσίμων βιομάζας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν ειδικά κριτήρια για τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν καύσιμα βιομάζας και βρίσκονται σε εξόχως απόκεντρες περιοχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ, καθώς και για τη βιομάζα που χρησιμοποιείται ως καύσιμο στις εν λόγω εγκαταστάσεις αλλά δεν τηρεί τα εναρμονισμένα κριτήρια αειφορίας, ενεργειακής απόδοσης και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Τα εν λόγω ειδικά κριτήρια για τα καύσιμα βιομάζας θα πρέπει να εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το εάν η βιομάζα αυτή προέρχεται από κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα. Επιπλέον, τα τυχόν ειδικά κριτήρια θα πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικά για λόγους ενεργειακής ανεξαρτησίας της απόκεντρης περιοχής και ομαλής μετάβασης προς τα κριτήρια αειφορίας, ενεργειακής απόδοσης και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για τα καύσιμα βιομάζας της παρούσας οδηγίας στην εν λόγω περιοχή.

Δεδομένου ότι το ενεργειακό μείγμα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές αυτές αποτελείται ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό από μαζούτ, είναι αναγκαίο να μπορούν σε αυτές τις περιοχές να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Ως εκ τούτου, θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί ειδικό συγκριτικό ορυκτό καύσιμο για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στις εξόχως απόκεντρες περιοχές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την τήρηση των ειδικών κριτηρίων που έχουν εγκρίνει. Τέλος, τα κράτη μέλη θα πρέπει, με την επιφύλαξη της στήριξης που παρέχεται στα πλαίσια των καθεστώτων στήριξης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, να μην αρνούνται να λάβουν υπόψη, για λοιπούς λόγους αειφορίας, τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Η απαγόρευση αυτή διασφαλίζει ότι τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που τηρούν τα εναρμονισμένα κριτήρια της παρούσας οδηγίας θα εξακολουθήσουν να επωφελούνται από τους στόχους διευκόλυνσης του εμπορίου της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τις σχετικές εξόχως απόκεντρες περιοχές.

(65)

Είναι σκόπιμο να επιτραπεί η ανάπτυξη των τεχνολογιών αποκεντρωμένης παραγωγής και αποθήκευσης ανανεώσιμης ενέργειας χωρίς διακρίσεις και χωρίς να παρεμποδίζεται η χρηματοδότηση επενδύσεων σε υποδομές. Η στροφή προς την αποκεντρωμένη παραγωγή προσφέρει πολλά οφέλη, όπως η αξιοποίηση τοπικών ενεργειακών πηγών, η αύξηση της τοπικής ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού, η μεταφορά σε μικρότερες αποστάσεις και η μείωση των απωλειών ενέργειας κατά τη μεταφορά. Μια τέτοια αποκέντρωση προωθεί επίσης την ανάπτυξη και τη συνοχή των κοινοτήτων παρέχοντας πηγές εισοδήματος και θέσεις εργασίας σε τοπικό επίπεδο.

(66)

Με την αυξανόμενη σημασία της αυτοκατανάλωσης ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ορισμός των «αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές» και «των αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που ενεργούν από κοινού», καθώς και να καθιερωθεί κανονιστικό πλαίσιο που θα ενισχύσει τη θέση των αυτοκαταναλωτών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παράγουν, να καταναλώνουν, να αποθηκεύουν και να πωλούν ηλεκτρική ενέργεια χωρίς δυσανάλογες επιβαρύνσεις. Οι πολίτες που ζουν σε διαμερίσματα, για παράδειγμα, θα πρέπει να μπορούν να επωφελούνται από την ενίσχυση της θέσης τους ως καταναλωτών στον ίδιο βαθμό με τα νοικοκυριά σε μονοκατοικίες. Ωστόσο τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ μεμονωμένων αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που ενεργούν από κοινού λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών τους εφόσον όμως η διαφορετική μεταχείριση είναι αναλογική και δικαιολογημένη.

(67)

Η ενίσχυση της θέσης των αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που ενεργούν από κοινού προσφέρει επίσης ευκαιρίες στις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας να προωθήσουν την ενεργειακή απόδοση σε επίπεδο νοικοκυριού και συμβάλλει στην καταπολέμηση της ενεργειακής πενίας μέσω της μείωσης της κατανάλωσης και των χαμηλότερων τιμολογίων προμήθειας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκμεταλλευτούν αυτή την ευκαιρία δεόντως, αξιολογώντας, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα συμμετοχής νοικοκυριών που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν ίσως να συμμετάσχουν, συμπεριλαμβανομένων των ευάλωτων καταναλωτών και των ενοικιαστών.

(68)

Οι αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν μεροληπτικό ή δυσανάλογο φόρτο και κόστος ούτε αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεισφορά τους στην επίτευξη του στόχου για το κλίμα και την ενέργεια, καθώς και το κόστος και τα οφέλη που επιφέρουν στο ευρύτερο ενεργειακό σύστημα. Στον βαθμό αυτό τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει γενικά να χρεώνουν για ενέργεια που παράγεται και καταναλώνεται μέσα στον ίδιο χώρο από αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν αμερόληπτες και αναλογικές επιβαρύνσεις στην εν λόγω ηλεκτρική ενέργεια αν είναι απαραίτητο για να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα του ηλεκτρικού συστήματος, να περιοριστεί η στήριξη στο αντικειμενικώς αναγκαίο και να αξιοποιηθούν τα οικεία καθεστώτα στήριξης. Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αυτοκαταναλωτές συμβάλλουν με ισορροπημένο και επαρκή τρόπο στο συνολικό σύστημα επιμερισμού του κόστους παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας όταν αυτή διοχετεύεται στο δίκτυο.

(69)

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει κατά κανόνα να μη χρεώνουν για ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται και καταναλώνεται από επιμέρους αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μέσα στον ίδιο χώρο. Ωστόσο, για να μην θιγεί η οικονομική σταθερότητα των καθεστώτων στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, το κίνητρο αυτό θα μπορούσε να περιορίζεται σε μικρές εγκαταστάσεις δυναμικού μέχρι 30 kW. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν επιβαρύνσεις σε αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για την ηλεκτρική ενέργεια που αυτοκαταναλώνεται, εφόσον τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα καθεστώτα στήριξής τους αποδοτικά και εφαρμόζουν μη διακριτική και αποτελεσματική πρόσβαση στα καθεστώτα αυτά. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να χορηγήσουν μερική απαλλαγή από τις επιβαρύνσεις ή τις εισφορές ή συνδυασμό απαλλαγών, καθώς και στήριξη, μέχρι το επίπεδο που απαιτεί η οικονομική βιωσιμότητα τέτοιων έργων.

(70)

Η συμμετοχή των τοπικών πληθυσμών και των τοπικών αρχών σε έργα ανανεώσιμης ενέργειας μέσω των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα σημαντική προστιθέμενη αξία όσον αφορά την τοπική αποδοχή της ανανεώσιμης ενέργειας και την πρόσβαση σε πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τοπικές επενδύσεις, περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές και μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση. Η σπουδαιότητα της τοπικής συμμετοχής ενισχύεται ακόμη περισσότερο στο πλαίσιο της αύξησης της δυναμικότητας παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας στο μέλλον. Η λήψη μέτρων ώστε οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας να μπορούν να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις με άλλους παραγωγούς επιδιώκει επίσης να αυξηθεί η συμμετοχή των τοπικών πληθυσμών σε έργα ανανεώσιμης ενέργειας και, κατά συνέπεια, να αυξηθεί η αποδοχή της ανανεώσιμης ενέργειας.

(71)

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας ως προς το μέγεθος, την ιδιοκτησιακή δομή και τον αριθμό των έργων μπορούν να παρεμποδίσουν τον ισότιμο ανταγωνισμό με τους μεγάλους παραγωγούς, και συγκεκριμένα τους ανταγωνιστές με μεγαλύτερα έργα ή χαρτοφυλάκια. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν οποιαδήποτε νομική οντότητα για τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, εφόσον η οντότητα μπορεί, ενεργώντας για ίδιο λογαριασμό, να ασκεί δικαιώματα και να αναλαμβάνει ορισμένες υποχρεώσεις. Για να αποφεύγονται οι καταχρήσεις και να εξασφαλίζεται η ευρεία συμμετοχή, οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να είναι ικανές να παραμένουν αυτόνομες σε σχέση με μεμονωμένα μέλη και άλλους παραδοσιακούς παράγοντες της αγοράς που συμμετέχουν στην κοινότητα ως μέλη ή μέτοχοι, ή που συνεργάζονται με άλλο τρόπο, πχ με μια επένδυση. Η συμμετοχή σε έργα παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλα τα εν δυνάμει τοπικά μέλη με βάση αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις. Στα μέτρα αντιστάθμισης των μειονεκτημάτων λόγω των ιδιομορφιών των τοπικών κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας ως προς το μέγεθος, την δομή ιδιοκτησίας και τον αριθμό σχεδίων περιλαμβάνεται η παροχή στις κοινότητες αυτές της δυνατότητας να δραστηριοποιούνται στο ενεργειακό σύστημα και η διευκόλυνση της ένταξής τους στην αγορά. Οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να μπορούν να μοιράζονται μεταξύ τους την ενέργεια που παράγεται από τις εγκαταστάσεις κοινοτικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, τα μέλη των κοινοτήτων δεν πρέπει να εξαιρούνται από τα σχετικά έξοδα, επιβαρύνσεις, εισφορές και φόρους που θα επιβάρυναν τους τελικούς καταναλωτές που δεν είναι μέλη της κοινότητας, παραγωγούς σε παρόμοια κατάσταση ή όποτε χρησιμοποιείται οποιοδήποτε είδος υποδομής δημόσιου δικτύου για τις εν λόγω μεταβιβάσεις.

(72)

Οι οικιακοί καταναλωτές και οι κοινότητες που δραστηριοποιούνται στην αυτοκατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να διατηρούν τα δικαιώματά τους ως καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων σύναψης σύμβασης με προμηθευτή της επιλογής τους και αλλαγής προμηθευτή.

(73)

Ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης, που αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ένωση, είναι καθοριστικής σημασίας για να επιταχυνθεί η απαλλαγή του ενεργειακού συστήματος από τις εκπομπές άνθρακα. Επιπλέον, αποτελεί επίσης στρατηγικό τομέα όσον αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς προβλέπεται ότι, έως το 2030, η θέρμανση και η ψύξη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα αντιπροσωπεύουν το 40 % της κατανάλωσης ανανεώσιμης ενέργειας. Ωστόσο, η έλλειψη εναρμονισμένης στρατηγικής σε επίπεδο Ένωσης, η μη εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους και ο κατακερματισμός των αγορών θέρμανσης και ψύξης οδήγησαν σε σχετικά αργή πρόοδο μέχρι σήμερα στον τομέα αυτό.

(74)

Διάφορα κράτη μέλη εφαρμόζουν μέτρα στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης για την επίτευξη του οικείου στόχου για την ανανεώσιμη ενέργεια έως το 2020. Εντούτοις, λόγω της έλλειψης δεσμευτικών εθνικών στόχων για μετά το 2020, τα υπόλοιπα εθνικά κίνητρα ενδέχεται να μην επαρκούν για να επιτευχθούν οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της απαλλαγής από τις εκπομπές άνθρακα για το 2030 και το 2050. Με σκοπό την εναρμόνιση με τους εν λόγω στόχους, την ενίσχυση της ασφάλειας για τους επενδυτές και την προώθηση της ανάπτυξης ενωσιακής αγοράς θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με ταυτόχρονη τήρηση της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση, είναι σκόπιμο να ενθαρρυνθούν οι προσπάθειες των κρατών μελών ώστε η παροχή θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές να συμβάλει στη σταδιακή αύξηση του μεριδίου της ανανεώσιμης ενέργειας. Με δεδομένο τον κατακερματισμένο χαρακτήρα ορισμένων αγορών θέρμανσης και ψύξης, έχει ύψιστη σημασία να διασφαλιστεί ευελιξία στον σχεδιασμό των συγκεκριμένων προσπαθειών. Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η ενδεχόμενη υιοθέτηση της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχει δυσμενείς περιβαλλοντικές παράπλευρες επιπτώσεις ούτε δυσανάλογο συνολικό κόστος. Για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος αυτός, κατά την αύξηση του μεριδίου της ανανεώσιμης ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση στα κράτη μέλη όπου το μερίδιο αυτό είναι ήδη πολύ μεγάλο ή στα κράτη μέλη όπου δεν χρησιμοποιείται η απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη, όπως η Κύπρος και η Μάλτα.

(75)

Η τηλεθέρμανση και τηλεψύξη αντιπροσωπεύουν σήμερα περίπου το 10 % της ζήτησης για θερμότητα σε ολόκληρη την Ένωση, με μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Στη στρατηγική της Επιτροπής για τη θέρμανση και την ψύξη αναγνωρίζεται το δυναμικό απαλλαγής της τηλεθέρμανσης από τις εκπομπές άνθρακα μέσω της αύξησης της ενεργειακής απόδοσης και της ανάπτυξης ανανεώσιμης ενέργειας.

(76)

Στη στρατηγική για την Ενεργειακή Ένωση αναγνωρίστηκε επίσης ο ρόλος των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση, καθώς οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη μετάβαση αυτή, επωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες για να μειώσουν τους λογαριασμούς τους και συμμετέχουν ενεργά στην αγορά.

(77)

Θα πρέπει να τονιστούν οι πιθανές συνέργειες μεταξύ της προσπάθειας αύξησης της υιοθέτησης της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές και των υφιστάμενων συστημάτων δυνάμει της οδηγίας 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) και της οδηγίας 2012/27/ΕΕ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις υφιστάμενες διοικητικές δομές για να υλοποιήσουν την προσπάθεια αυτή, για να μετριαστεί ο διοικητικός φόρτος.

(78)

Στον τομέα της τηλεθέρμανσης, έχει επομένως καίρια σημασία να καταστεί δυνατή η αντικατάσταση του καυσίμου σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και να αποτραπούν ο εγκλωβισμός σε συγκεκριμένες κανονιστικές ρυθμίσεις και τεχνολογίες και ο τεχνολογικός αποκλεισμός, με την ενίσχυση των δικαιωμάτων των παραγωγών ανανεώσιμης ενέργειας και των τελικών καταναλωτών, καθώς και να δοθούν στους τελικούς καταναλωτές τα εργαλεία για να διευκολυνθεί η επιλογή τους μεταξύ των λύσεων που προσφέρουν την υψηλότερη ενεργειακή απόδοση με συνεκτίμηση των μελλοντικών αναγκών θέρμανσης και ψύξης σύμφωνα με τα κριτήρια αναμενόμενης απόδοσης των κτιρίων. Οι τελικοί καταναλωτές θα πρέπει να λαμβάνουν διαφανείς και αξιόπιστες πληροφορίες για την αποδοτικότητα των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης και το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συγκεκριμένη παροχή τους θέρμανσης ή ψύξης.

(79)

Για να προστατευθούν οι καταναλωτές από μη αποδοτικά συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, καθώς και να τους δοθεί η δυνατότητα να παράγουν τη θέρμανση ή την ψύξη τους από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και με σημαντικά καλύτερη ενεργειακή απόδοση, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αποσυνδέουν και συνεπώς να διακόπτουν την υπηρεσία θέρμανσης ή ψύξης από μη αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης σε επίπεδο ολόκληρου κτιρίου καταγγέλλοντας τη σύμβασή τους ή, όταν η σύμβαση καλύπτει πολλά κτίρια, τροποποιώντας τη σύμβαση με τον φορέα εκμετάλλευσης της τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης.

(80)

Για την προετοιμασία της μετάβασης σε προηγμένα βιοκαύσιμα και για την ελαχιστοποίηση των συνολικών επιπτώσεων από την άμεση και έμμεση αλλαγή της χρήσης γης, είναι σκόπιμο να περιοριστεί η ποσότητα βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγεται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά που μπορεί να προσμετρούνται στην επίτευξη των στόχων που θέτει η παρούσα οδηγία, χωρίς να περιορίζεται η συνολική δυνατότητα χρήσης των εν λόγω βιοκαυσίμων και βιορευστών. Η θέσπιση ενωσιακού ορίου δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβλέπουν χαμηλότερα όρια στην ποσότητα βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά που μπορεί να προσμετρούνται σε εθνικό επίπεδο στην επίτευξη των στόχων που θέτει η παρούσα οδηγία, χωρίς να περιορίζεται η συνολική δυνατότητα χρήσης των εν λόγω βιοκαυσίμων και βιορευστών.

(81)

Η οδηγία 2009/28/ΕΚ θέσπισε μια σειρά κριτηρίων αειφορίας, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων για την προστασία των εδαφών με υψηλή αξία βιοποικιλότητας και των εκτάσεων με υψηλά αποθέματα άνθρακα, αλλά δεν κάλυψε το θέμα της έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης. Η έμμεση αλλαγή της χρήσης γης συμβαίνει όταν η καλλιέργεια φυτών για βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας εκτοπίζει την παραδοσιακή παραγωγή φυτών για τρόφιμα και ζωοτροφές. Αυτή η πρόσθετη ζήτηση μπορεί να αυξήσει την πίεση στη γη και να οδηγήσει στην επέκταση των γεωργικών εκτάσεων σε περιοχές με υψηλά αποθέματα άνθρακα, όπως δάση, υγροβιότοποι και τυρφώνες, προκαλώντας επιπρόσθετες εκπομπές των αερίων θερμοκηπίου. Στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) αναγνωρίζεται ότι το μέγεθος των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που συνδέονται με την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης είναι ικανό να ακυρώσει το σύνολο ή μέρος της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου λόγω της χρήσης επιμέρους βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας. Αν και υπάρχουν κίνδυνοι που πηγάζουν από την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης, η έρευνα έδειξε ότι η κλίμακα των επιπτώσεων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ άλλων τον τύπο πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή καυσίμου, το ύψος της πρόσθετης ζήτησης για πρώτη ύλη που δημιουργεί η χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας και τον βαθμό στον οποίο οι εκτάσεις με υψηλά αποθέματα άνθρακα προστατεύονται σε ολόκληρη την υφήλιο.

Παρόλο που το επίπεδο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που προκαλεί η έμμεση αλλαγή της χρήσης γης δεν μπορεί επί του παρόντος να καθοριστεί κατηγορηματικά με το επίπεδο ακρίβειας που απαιτείται για να συμπεριληφθεί στη μεθοδολογία υπολογισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης εντοπίζονται στα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που παράγονται από πρώτες ύλες για τις οποίες παρατηρείται σημαντική επέκταση της περιοχής παραγωγής σε εκτάσεις με υψηλά αποθέματα άνθρακα. Κατά συνέπεια, είναι γενικά σκόπιμο να περιοριστούν τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που προέρχονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών τα οποία προωθούνται με βάση την παρούσα οδηγία και επιπλέον να ζητηθεί από τα κράτη μέλη να ορίσουν ένα συγκεκριμένο και σταδιακά μειούμενο όριο για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, για τα οποία παρατηρείται σημαντική επέκταση της περιοχής παραγωγής σε εκτάσεις με υψηλά αποθέματα άνθρακα. Τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης θα πρέπει να εξαιρεθούν από το συγκεκριμένο και σταδιακά μειούμενο όριο.

(82)

Η αύξηση της εσοδείας στους γεωργικούς τομείς μέσω βελτιωμένων γεωργικών πρακτικών, επενδύσεων σε καλύτερα μηχανήματα και μετάδοσης τεχνογνωσίας, πέραν του επιπέδου που θα είχε επιτευχθεί αν δεν υπήρχαν καθεστώτα προώθησης της παραγωγικότητας στον τομέα των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας που προέρχονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, καθώς και η καλλιέργεια τροφίμων σε γη που δεν είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για καλλιέργεια τροφίμων, μπορούν να μετριάσουν την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης. Αν αποδεικνύεται ότι τέτοια μέτρα οδήγησαν σε αύξηση της παραγωγής που υπερβαίνει την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας, τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που παράγονται από τέτοιες πρόσθετες πρώτες ύλες θα πρέπει να θεωρούνται βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης. Οι ετήσιες διακυμάνσεις της εσοδείας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε αυτό το πλαίσιο.

(83)

Με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1513, η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει χωρίς καθυστέρηση ολοκληρωμένη πρόταση για μια οικονομικώς συμφέρουσα και τεχνολογικά ουδέτερη πολιτική για την περίοδο μετά το 2020, ώστε να δημιουργηθεί μακροπρόθεσμη προοπτική για επενδύσεις σε βιώσιμα βιοκαύσιμα με χαμηλό κίνδυνο πρόκλησης έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης με πρωταρχικό στόχο την απαλλαγή του τομέα των μεταφορών από τις εκπομπές άνθρακα. Η επιβολή υποχρέωσης στα κράτη μέλη να ζητούν από τους προμηθευτές καυσίμων να παρέχουν ένα συνολικό μερίδιο καυσίμων από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορεί να προσφέρει ασφάλεια στους επενδυτές και να ενθαρρύνει τη συνεχή ανάπτυξη εναλλακτικών καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των προηγμένων βιοκαυσίμων, των ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης και της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών. Εφόσον οι ανανεώσιμες εναλλακτικές επιλογές ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες ή οικονομικά αποδοτικές για όλους τους προμηθευτές καυσίμων, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ προμηθευτών καυσίμων και να απαλλάσσουν, εφόσον απαιτείται, συγκεκριμένες κατηγορίες προμηθευτών καυσίμων από την εν λόγω υποχρέωση. Καθώς η εμπορία καυσίμων κίνησης είναι εύκολη, οι προμηθευτές καυσίμων στα κράτη μέλη με χαμηλή προσφορά σχετικών πόρων είναι πιθανόν να μπορούν εύκολα να προμηθευτούν ανανεώσιμα καύσιμα από άλλες πηγές.

(84)

Θα πρέπει να δημιουργηθεί μια ενωσιακή βάση δεδομένων για να διασφαλιστεί η διαφάνεια και η ιχνηλασιμότητα των ανανεώσιμων καυσίμων. Παρά το γεγονός ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν ή να δημιουργούν εθνικές βάσεις δεδομένων, οι εν λόγω εθνικές βάσεις δεδομένων θα πρέπει να συνδέονται με την ενωσιακή βάση δεδομένων, για να διασφαλίζεται η άμεση διαβίβαση δεδομένων και η εναρμόνιση των ροών δεδομένων.

(85)

Τα προηγμένα βιοκαύσιμα και άλλα βιοκαύσιμα και βιοαέρια τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες που καταγράφονται σε παράρτημα της παρούσας οδηγίας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης και η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών άνθρακα, ενισχύοντας την απαλλαγή του ενωσιακού τομέα των μεταφορών από τις εκπομπές άνθρακα με οικονομικά αποδοτικό τρόπο και βελτιώνοντας μεταξύ άλλων την ενεργειακή διαφοροποίηση στον τομέα των μεταφορών, με ταυτόχρονη προώθηση της καινοτομίας, της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία της Ένωσης και μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές ενέργειας. Η επιβολή υποχρέωσης στα κράτη μέλη να ζητούν από τους προμηθευτές καυσίμων ένα ελάχιστο μερίδιο προηγμένων βιοκαυσίμων και ορισμένων βιοαερίων έχει στόχο να ενθαρρύνει τη συνεχή ανάπτυξη των προηγμένων καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων των βιοκαυσίμων. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω υποχρέωση προωθεί επίσης τη βελτίωση των επιδόσεων των παρεχόμενων καυσίμων για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τις επιδόσεις των εν λόγω καυσίμων όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, την τεχνική καινοτομία και την αειφορία.

(86)

Στον τομέα των ευφυών μεταφορών, είναι σημαντικό να αυξηθεί η ανάπτυξη και η εκμετάλλευση της ηλεκτρικής κινητικότητας στις οδικές μεταφορές, καθώς και να επισπευσθεί η ενσωμάτωση προηγμένων τεχνολογιών σε καινοτόμους σιδηρόδρομους.

(87)

Η ηλεκτροκίνηση αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό μέρος της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών έως το 2030. Θα πρέπει να προβλεφθούν περαιτέρω κίνητρα δεδομένης της ταχείας ανάπτυξης της ηλεκτροκίνησης και των προοπτικών του τομέα αυτού από την άποψη της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην Ένωση. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πολλαπλασιαστές για την ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια που προορίζεται για τον τομέα των μεταφορών για να προωθηθεί η χρήση ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας στον τομέα των μεταφορών και να μειωθεί το συγκριτικό μειονέκτημα στις στατιστικές ενέργειας. Καθώς δεν είναι δυνατό να καταγράφεται κάθε ηλεκτρική ενέργεια που παρέχεται για οδικά οχήματα στις στατιστικές μέσω ειδικών μετρήσεων, όπως η φόρτιση στο σπίτι, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται πολλαπλασιαστές ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή καταγραφή του θετικού αντικτύπου των ηλεκτροκίνητων και βασιζόμενων στην ανανεώσιμη ενέργεια μεταφορών. Θα πρέπει να διερευνηθούν οι επιλογές για να εξασφαλιστεί ότι η νέα ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στον τομέα των μεταφορών επιτυγχάνεται με πρόσθετη δυναμικότητα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(88)

Λαμβανομένων υπόψη των κλιματικών περιορισμών που περιορίζουν τη δυνατότητα κατανάλωσης ορισμένων ειδών βιοκαυσίμων λόγω προβληματισμών για το περιβάλλον, τις τεχνικές πτυχές ή την υγεία, καθώς και λόγω του μεγέθους και της δομής της αγοράς καυσίμων, είναι σκόπιμο η Κύπρος και η Μάλτα να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη αυτούς τους εγγενείς περιορισμούς για να μπορεί να αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τις εθνικές υποχρεώσεις χρήσεις ανανεώσιμης ενέργειας που βαρύνουν τους προμηθευτές καυσίμων.

(89)

Η προώθηση καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα μπορεί επίσης να συμβάλει στους στόχους πολιτικής της ενεργειακής διαφοροποίησης και της απαλλαγής των μεταφορών από τις εκπομπές άνθρακα, εφόσον πληρούν τα ενδεδειγμένα ελάχιστα όρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν τα καύσιμα αυτά στην υποχρέωση για τους προμηθευτές καυσίμων, ωστόσο θα πρέπει να παρέχεται συγχρόνως η δυνατότητα στα κράτη μέλη να μην περιλαμβάνουν τα καύσιμα αυτά στην υποχρέωση, εφόσον δεν επιθυμούν να το πράξουν. Δεδομένου του μη ανανεώσιμου χαρακτήρα τους, τα εν λόγω καύσιμα δεν θα πρέπει να συνυπολογίζονται στο συνολικό στόχο της Ένωσης για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

(90)

Τα υγρά και αέρια καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης από ανανεώσιμες πηγές έχουν σημασία για την αύξηση του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τομείς που αναμένεται να βασιστούν σε υγρά καύσιμα σε μακροπρόθεσμη βάση. Για να εξασφαλιστεί ότι τα καύσιμα από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης συμβάλλουν στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου, η ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή καυσίμων θα πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει, μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, αξιόπιστη ενωσιακή μεθοδολογία που να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από το δίκτυο. Η εν λόγω μεθοδολογία θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι υπάρχει χρονική και γεωγραφική αντιστοιχία μεταξύ της μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με την οποία ο παραγωγός έχει συνάψει διμερή σύμβαση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και της παραγωγής καυσίμων. Για παράδειγμα, τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως ανανεώσιμα, αν παράγονται τη στιγμή κατά την οποία η συμβεβλημένη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν παράγει ηλεκτρική ενέργεια. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση συμφόρησης του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, κατά την οποία τα καύσιμα μπορούν να θεωρούνται πλήρως ανανεώσιμα μόνο όταν τόσο οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας όσο και τα εργοστάσια παραγωγής καυσίμου βρίσκονται στην ίδια πλευρά της συμφόρησης. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει ένα στοιχείο προσθετικότητας, με την έννοια ότι ο παραγωγός καυσίμων συμβάλλει στην ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας ή στη χρηματοδότησή της.

(91)

Οι πρώτες ύλες με χαμηλές επιπτώσεις λόγω έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης όταν χρησιμοποιούνται για βιοκαύσιμα, θα πρέπει να προωθηθούν διότι συμβάλλουν στην απαλλαγή της οικονομίας από τις εκπομπές άνθρακα. Οι πρώτες ύλες για προηγμένα βιοκαύσιμα και βιοαέρια για μεταφορές, για τα οποία υπάρχει πιο καινοτόμος και λιγότερο ώριμη τεχνολογία και απαιτείται επομένως υψηλότερο επίπεδο στήριξης, θα πρέπει, ιδίως, να συμπεριληφθούν σε παράρτημα της παρούσας οδηγίας. Για να εξασφαλιστεί ότι αυτό ενημερώνεται σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις και ότι, παράλληλα, αποφεύγονται ανεπιθύμητες αρνητικές συνέπειες, η Επιτροπή θα πρέπει να αναθεωρεί το εν λόγω παράρτημα για να εξεταστεί η δυνατότητα προσθήκης νέων πρώτων υλών.

(92)

Το κόστος σύνδεσης των νέων παραγωγών αερίου από ανανεώσιμες πηγές στα διασυνδεδεμένα συστήματα αερίου θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια και θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το όφελος το οποίο αποφέρουν στα διασυνδεδεμένα συστήματα αερίου οι εγκατεστημένοι τοπικοί παραγωγοί αερίου από ανανεώσιμες πηγές.

(93)

Για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η βιομάζα, στην έννοια της οποίας δεν περιλαμβάνονται η τύρφη ή τα υλικά που είναι ενσωματωμένα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και/ή έχουν μετατραπεί σε ορυκτά, με σκοπό να συμβάλει στην απαλλαγή της οικονομίας από τις εκπομπές άνθρακα μέσω της χρήσης της για υλικά και ενέργεια, η Ένωση και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν τις ενεργειακές χρήσεις που εξασφαλίζονται μόνο με την μεγαλύτερη αειφόρο εκμετάλλευση των υπαρχόντων πόρων ξυλείας και γεωργικών πόρων και την ανάπτυξη νέων συστημάτων δασοπονίας και γεωργικής παραγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

(94)

Τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας θα πρέπει πάντα να παράγονται με αειφόρο τρόπο. Συνεπώς, θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας, τα οποία χρησιμοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση προς τον ενωσιακό στόχο που θέτει η παρούσα οδηγία και τα οποία τυγχάνουν ενίσχυσης από καθεστώτα να πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η εναρμόνιση αυτών των κριτηρίων για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 194 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω εναρμόνιση εξασφαλίζει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και, επομένως, διευκολύνει, ιδίως όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να μην αρνούνται να λάβουν υπόψη, για λοιπούς λόγους αειφορίας, τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών στον τομέα των συμμορφούμενων βιοκαυσίμων και βιορευστών. Τα θετικά αποτελέσματα της εναρμόνισης των κριτηρίων αυτών στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και στην αποφυγή της στρέβλωσης του ανταγωνισμού στην Ένωση δεν μπορούν να ανατραπούν. Στην περίπτωση των καυσίμων βιομάζας, θα πρέπει τα κράτη μέλη να έχουν τη δυνατότητα να θέσουν πρόσθετα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.

(95)

Η Ένωση θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων προωθώντας τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται για παραγωγή θέρμανσης ή ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας.

(96)

Η παραγωγή γεωργικών πρώτων υλών για βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας, καθώς και τα κίνητρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία για την προώθηση της χρήσης τους, δεν θα πρέπει να ενθαρρύνει την καταστροφή εδαφών με βιοποικιλότητα. Οι εν λόγω εξαντλήσιμοι πόροι, των οποίων η παγκόσμια αξία αναγνωρίστηκε σε διάφορα διεθνή κείμενα, θα πρέπει να διαφυλαχθούν. Είναι επομένως αναγκαίο να προβλεφθούν κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας επωφελούνται από την παροχή κινήτρων, μόνον εφόσον υπάρχει εγγύηση ότι οι γεωργικές πρώτες ύλες δεν προέρχονται από περιοχές με βιοποικιλότητα ή, στην περίπτωση περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί με σκοπό την προστασία της φύσης ή την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, εφόσον η σχετική αρμόδια αρχή αποδείξει ότι η παραγωγή των γεωργικών πρώτων υλών δεν παρεμποδίζει τους σκοπούς αυτούς.

(97)

Τα δάση θα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν βιοποικιλότητα σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας, όταν είναι πρωτογενή δάση κατά τον ορισμό που χρησιμοποιεί ο Οργανισμός Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) στην Αξιολόγηση των Παγκόσμιων Δασικών Πόρων του ή όταν προστατεύονται από την εθνική νομοθεσία για την προστασία της φύσης. Δάση με βιοποικιλότητα θα πρέπει να θεωρούνται οι περιοχές όπου συγκομίζονται δασικά προϊόντα πλην του ξύλου, εφόσον οι επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι περιορισμένες. Άλλοι τύποι δασών, όπως ορίζονται από τον FAO, όπως τα τροποποιημένα φυσικά δάση, τα ημιφυσικά δάση και οι φυτείες, δεν θα πρέπει να θεωρούνται πρωτογενή δάση. Επιπροσθέτως, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη βιοποικιλότητα ορισμένων λειμώνων, τόσο των εύκρατων όσο και των τροπικών κλιμάτων, συμπεριλαμβανομένων της σαβάνας, των στεπών, των θαμνωδών περιοχών και των βοσκοτόπων μεγάλης βιοποικιλότητας, κρίνεται επίσης σκόπιμο τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που παράγονται από γεωργικές πρώτες ύλες προερχόμενες από τα εν λόγω εδάφη να μην έχουν δικαίωμα στα κίνητρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία. Για να θεσπιστούν κατάλληλα κριτήρια για τον ορισμό αυτών των μεγάλης βιοποικιλότητας λειμώνων σύμφωνα με τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και συναφή διεθνή πρότυπα, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή.

(98)

Δεν θα πρέπει να αλλάξουν χρήση με σκοπό την παραγωγή γεωργικών πρώτων υλών για βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας τα εδάφη των οποίων η μετατροπή θα οδηγούσε σε απώλεια του αποθέματος άνθρακα, η οποία δεν θα μπορούσε, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος δεδομένου του επείγοντος χαρακτήρα της αντιμετώπισης της αλλαγής του κλίματος, να αντισταθμιστεί από τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στην παραγωγή και τη χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας. Αυτό θα απάλλασσε τους οικονομικούς φορείς από άσκοπες και επαχθείς έρευνες και θα απέτρεπε τη μετατροπή εδαφών με υψηλό απόθεμα άνθρακα που αποδεικνύονται ως μη επιλέξιμα για παραγωγή γεωργικών πρώτων υλών για βιοκαύσιμα βιορευστά και καύσιμα βιομάζας. Η απογραφή των παγκόσμιων αποθεμάτων άνθρακα δείχνει ότι οι υγροβιότοποι και οι περιοχές που υπόκεινται σε συνεχή αναδάσωση με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην εν λόγω κατηγορία.

(99)

Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι γεωργοί της Ένωσης θα πρέπει να τηρούν ένα ολοκληρωμένο σύνολο περιβαλλοντικών απαιτήσεων για να λαμβάνουν άμεση στήριξη. Η τήρηση των απαιτήσεων αυτών μπορεί να επαληθευτεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής. Η συμπερίληψη των απαιτήσεων αυτών στο σύστημα αειφορίας δεν ενδείκνυται, καθώς τα κριτήρια αειφορίας για τη βιοενέργεια θα πρέπει να καθορίζουν αντικειμενικούς κανόνες γενικής εφαρμογής. Η επαλήθευση της συμμόρφωσης βάσει της παρούσας οδηγίας θα προκαλούσε επίσης τον κίνδυνο δημιουργίας περιττού διοικητικού φόρτου.

(100)

Οι γεωργικές πρώτες ύλες για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας θα πρέπει να παράγονται με μεθόδους που συνάδουν με την προστασία της ποιότητας του εδάφους και του οργανικού άνθρακα του εδάφους. Η ποιότητα του εδάφους και ο άνθρακας του εδάφους θα πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνονται σε συστήματα παρακολούθησης των φορέων εκμετάλλευσης ή των εθνικών αρχών.

(101)

Είναι σκόπιμο να καθιερωθούν κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε επίπεδο Ένωσης για τα καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, για να εξακολουθήσει να διασφαλίζεται η σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα εναλλακτικά ορυκτά καύσιμα, να αποφευχθούν ακούσιες επιπτώσεις στην αειφορία και να προωθηθεί η εσωτερική αγορά. Οι εξόχως απόκεντρες περιοχές θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιούν τους πόρους τους για να αυξήσουν την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την ενεργειακή τους ανεξαρτησία.

(102)

Για να διασφαλιστεί ότι, παρά την αυξανόμενη ζήτηση για δασική βιομάζα, η συγκομιδή εκτελείται με αειφόρο τρόπο σε δάση των οποίων εξασφαλίζεται η αναγέννηση, ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ρητά ζώνες ειδικής προστασίας της βιοποικιλότητας, των τοπίων και συγκεκριμένων φυσικών στοιχείων, ότι οι πόροι βιοποικιλότητας διατηρούνται και τα αποθέματα άνθρακα ιχνηλατούνται, οι ξυλώδεις πρώτες ύλες θα πρέπει να προέρχονται μόνο από δάση τα οποία υλοτομούνται σύμφωνα με τις αρχές της αειφόρου διαχείρισης των δασών που αναπτύσσονται βάσει διεθνών διαδικασιών περί δασών, όπως η Forest Europe, και που εφαρμόζονται μέσω εθνικών νόμων ή των βέλτιστων πρακτικών διαχείρισης σε επίπεδο περιοχής εφοδιασμού. Οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος χρήσης μη αειφόρου δασικής βιομάζας για την παραγωγή βιοενέργειας. Προς τον σκοπό αυτό, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να εφαρμόσουν μια προσέγγιση βάσει επικινδυνότητας. Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο η Επιτροπή να καταρτίσει μέσω εκτελεστικών πράξεων επιχειρησιακές οδηγίες για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με την προσέγγιση βάσει επικινδυνότητας, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή για τη βιωσιμότητα των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας.

(103)

Η υλοτόμηση για ενεργειακούς σκοπούς αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται, οδηγώντας έτσι σε αύξηση των εισαγωγών πρώτων υλών από τρίτες χώρες, καθώς και σε αύξηση της παραγωγής των εν λόγω υλικών εντός της Ένωσης. Θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η συγκομιδή πραγματοποιείται με αειφόρο τρόπο.

(104)

Για να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος, τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στην ηλεκτρική ενέργεια και τη θέρμανση από καύσιμα βιομάζας που παράγονται σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ ίση ή μεγαλύτερη από 20 MW.

(105)

Τα καύσιμα βιομάζας θα πρέπει να μετατρέπονται σε ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα με αποδοτικό τρόπο, για να μεγιστοποιηθεί η ενεργειακή ασφάλεια και η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, να περιοριστούν οι εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων και να ελαχιστοποιηθεί η πίεση στους περιορισμένους πόρους βιομάζας.

(106)

Το ελάχιστο όριο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από βιοκαύσιμα, βιορευστά και βιοαέρια για μεταφορές παραγόμενα σε νέες εγκαταστάσεις θα πρέπει να αυξηθεί, για να βελτιωθεί το συνολικό ισοζύγιο αερίων θερμοκηπίου και για να αποθαρρυνθούν περαιτέρω επενδύσεις σε εγκαταστάσεις με χαμηλές επιδόσεις στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Με την αύξηση αυτή διασφαλίζονται οι επενδύσεις σε δυναμικότητα παραγωγής βιοκαυσίμων, βιορευστών και βιοαερίων για μεταφορές.

(107)

Με βάση την πείρα από την πρακτική εφαρμογή των ενωσιακών κριτηρίων αειφορίας, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί ο ρόλος των εθελοντικών διεθνών και εθνικών συστημάτων πιστοποίησης για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας με εναρμονισμένο τρόπο.

(108)

Είναι προς το συμφέρον της Ένωσης να ενθαρρύνει την καθιέρωση εθελοντικών διεθνών ή εθνικών συστημάτων θέσπισης προτύπων για την παραγωγή αειφόρων βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας και πιστοποίησης ότι η παραγωγή των βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας τηρεί τα εν λόγω πρότυπα. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι τα συστήματα θα αναγνωρίζεται ότι παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες και στοιχεία, εφόσον τηρούν τα κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου. Για να διασφαλιστεί ότι η συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου επαληθεύεται κατά τρόπο αξιόπιστο και εναρμονισμένο και, ιδίως, για την πρόληψη της απάτης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να καθορίσει λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων προτύπων αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου για εφαρμογή από τα εθελοντικά συστήματα.

(109)

Τα εθελοντικά συστήματα διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο στην απόδειξη της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας. Είναι επομένως σκόπιμο η Επιτροπή να απαιτεί, στο πλαίσιο των εθελοντικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων ήδη έχουν αναγνωριστεί από την Επιτροπή, τακτική υποβολή εκθέσεων για τη δραστηριότητά τους. Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να δημοσιοποιούνται για την αύξηση της διαφάνειας και τη βελτίωση της εποπτείας από την Επιτροπή και να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να υποβάλει έκθεση για τη λειτουργία των εθελοντικών συστημάτων, με σκοπό τον προσδιορισμό βέλτιστων πρακτικών και την τυχόν υποβολή πρότασης για την προώθηση τέτοιων πρακτικών.

(110)

Για να διευκολυνθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να γίνονται δεκτά σε όλα τα κράτη μέλη τα αποδεικτικά στοιχεία για τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σχετικά με τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας τα οποία έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με σύστημα αναγνωρισμένο από την Επιτροπή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμβάλουν στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των αρχών πιστοποίησης των εθελοντικών συστημάτων, εποπτεύοντας τη λειτουργία των οργανισμών πιστοποίησης που είναι διαπιστευμένοι από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης και ενημερώνοντας τα εθελοντικά συστήματα για τυχόν σχετικές παρατηρήσεις.

(111)

Για να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση θα πρέπει να θεσπιστεί κατάλογος προκαθορισμένων τιμών για τις κοινές οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας, ο οποίος θα πρέπει να επικαιροποιείται και να επεκτείνεται όταν υπάρχουν περαιτέρω αξιόπιστα δεδομένα. Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει πάντοτε να μπορούν να απαιτούν το επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που θεσπίζεται στον εν λόγω κατάλογο. Αν η προκαθορισμένη τιμή μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από μία οδό παραγωγής είναι χαμηλότερη από το απαιτούμενο ελάχιστο επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, οι παραγωγοί που επιθυμούν να αποδείξουν τη συμμόρφωσή τους προς το συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο θα πρέπει να υποχρεούνται να καταδείξουν ότι οι πραγματικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που προέρχονται από τη διαδικασία παραγωγής τους είναι χαμηλότερες από αυτές οι οποίες ελήφθησαν υπόψη κατά τον υπολογισμό των προκαθορισμένων τιμών.

(112)

Είναι ανάγκη να θεσπιστούν σαφείς κανόνες που να βασίζονται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια, για τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας, καθώς και από τα συγκριτικά τους ορυκτά καύσιμα.

(113)

Σύμφωνα με τις τρέχουσες τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις, στη μεθοδολογία λογιστικής απεικόνισης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μετατροπή των στερεών και αέριων καυσίμων βιομάζας σε τελική ενέργεια, ώστε να υπάρχει συνοχή με τον υπολογισμό της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για τους σκοπούς της προσμέτρησης στον ενωσιακό στόχο που θέτει η παρούσα οδηγία. Ο καταλογισμός εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε παραπροϊόντα, σε αντιδιαστολή με τα απόβλητα και τα υπολείμματα, θα πρέπει επίσης να επανεξετάζεται όταν η ηλεκτρική ενέργεια ή η θέρμανση και η ψύξη παράγονται σε σταθμούς συμπαραγωγής και πολλαπλής παραγωγής.

(114)

Εάν μετατραπεί η χρήση εδαφών με υψηλά αποθέματα άνθρακα, μέσα στο έδαφος ή στη βλάστησή, με σκοπό την καλλιέργεια πρώτων υλών για βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας, μέρος του αποθηκευμένου άνθρακα γενικά θα απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα σχηματίζοντας διοξείδιο του άνθρακα (CO2). Η μετατροπή χρήσης έχει ως αρνητικό αντίκτυπο τη δημιουργία αερίων θερμοκηπίου, γεγονός που εξουδετερώνει τον θετικό αντίκτυπο των αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών ή των καυσίμων βιομάζας, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με μεγάλη διαφορά. Επομένως, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις αυτής της μετατροπής χρήσης όσον αφορά τον άνθρακα, κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στη χρήση ορισμένων βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας. Αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί ότι κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις, όσον αφορά τον άνθρακα, από τη χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας.

(115)

Για τον υπολογισμό των επιπτώσεων της μετατροπής των γαιών σε επίπεδο αερίων του θερμοκηπίου, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τρέχουσες τιμές για τα αποθέματα άνθρακα που συνδέονται με τις χρήσεις γης αναφοράς και τις χρήσεις γης μετά τη μετατροπή. Θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τυποποιημένες τιμές. Η μεθοδολογία της διακυβερνητικής ομάδας μελετών των αλλαγών του κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change - IPCC) είναι κατάλληλη βάση για τέτοιες τυποποιημένες τιμές. Το έργο αυτό δεν είναι αυτή τη στιγμή διατυπωμένο σε μορφή που να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί άμεσα από τους οικονομικούς φορείς. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα πρέπει να αναθεωρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές, της 10ης Ιουνίου 2010, για τον υπολογισμό των εδαφικών αποθεμάτων άνθρακα για τους σκοπούς των κανόνων υπολογισμού του αντίκτυπου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των συγκριτικών τους ορυκτών καυσίμων στα αέρια θερμοκηπίου όπως ορίζονται σε παράρτημα της παρούσας οδηγίας, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συνοχή με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16).

(116)

Τα παραπροϊόντα από την παραγωγή και χρήση καυσίμων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η μέθοδος υποκατάστασης είναι κατάλληλη για ανάλυση πολιτικής, αλλά όχι για κανονιστικούς σκοπούς που αφορούν τους μεμονωμένους οικονομικούς φορείς και τις μεμονωμένες αποστολές καυσίμων για μεταφορές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, καταλληλότερη είναι η μέθοδος κατανομής ενέργειας διότι εφαρμόζεται εύκολα, είναι προβλέψιμη σε βάθος χρόνου, ελαχιστοποιεί τα αντιπαραγωγικά κίνητρα και παράγει αποτελέσματα γενικά συγκρίσιμα με εκείνα της μεθόδου υποκατάστασης. Για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης, στις εκθέσεις της, να παρουσιάζει αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της υποκατάστασης.

(117)

Τα παραπροϊόντα διαφέρουν από τα υπολείμματα και τα γεωργικά υπολείμματα, καθώς αποτελούν τον πρωταρχικό σκοπό της διεργασίας παραγωγής. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να αποσαφηνιστεί ότι τα υπολείμματα γεωργικής καλλιέργειας είναι υπολείμματα και όχι παραπροϊόντα. Αυτό δεν έχει επιπτώσεις στην υφιστάμενη μεθοδολογία αλλά αποσαφηνίζει τις ισχύουσες διατάξεις.

(118)

Η καθιερωμένη μέθοδος χρήσης της κατανομής ενέργειας ως κανόνα για τον επιμερισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μεταξύ των παραπροϊόντων λειτούργησε καλά και θα πρέπει να συνεχιστεί. Είναι σκόπιμο να ευθυγραμμιστεί η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προέρχονται από τη χρήση συνδυασμένης πηγής ηλεκτρισμού και θερμότητας (ΣΠΗΘ), όταν η ΣΠΗΘ χρησιμοποιείται για την επεξεργασία βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας, με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται στη ΣΠΗΘ για τελική χρήση.

(119)

Η μεθοδολογία λαμβάνει υπόψη τις μειωμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που προκύπτουν από τη χρήση ΣΠΗΘ, σε σύγκριση με τη χρήση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και σταθμών αμιγούς παραγωγής θερμότητας, με συνεκτίμηση της ωφελιμότητας της θερμότητας σε σύγκριση με την ηλεκτρική ενέργεια και της ωφελιμότητας της θερμότητας σε διάφορες θερμοκρασίες. Συνάγεται ότι στις υψηλότερες θερμοκρασίες θα πρέπει να αντιστοιχεί μεγαλύτερο μερίδιο των συνολικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, απ' ό,τι στη θερμότητα σε χαμηλή θερμοκρασία, όταν η θερμότητα συμπαράγεται με ηλεκτρική ενέργεια. Η μεθοδολογία αυτή λαμβάνει υπόψη ολόκληρη τη οδό παραγωγής μέχρι την τελική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής σε θερμότητα ή ηλεκτρική ενέργεια.

(120)

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτών των προκαθορισμένων τιμών είναι σκόπιμο να λαμβάνονται από ανεξάρτητες επιστημονικές πηγές και, ανάλογα με την περίπτωση, να επικαιροποιούνται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών των πηγών αυτών. Η Επιτροπή θα πρέπει να παροτρύνει τις πηγές αυτές να εξετάζουν, όταν επικαιροποιούν τις εργασίες τους, τις εκπομπές από την καλλιέργεια, τον αντίκτυπο των περιφερειακών και των κλιματικών συνθηκών, τον αντίκτυπο της καλλιέργειας με αειφόρους γεωργικές μεθόδους και μεθόδους βιολογικής γεωργίας και τις επιστημονικές συμβολές των παραγωγών στην Ένωση και στις τρίτες χώρες και στην κοινωνία των πολιτών.

(121)

Η παγκόσμια ζήτηση γεωργικών πρώτων υλών αυξάνεται συνεχώς. Η αυξανόμενη αυτή ζήτηση είναι πιθανόν να αντιμετωπιστεί εν μέρει με την αύξηση των εδαφών που χρησιμοποιούνται για τη γεωργία. Η αποκατάσταση των εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί σοβαρά και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν για γεωργική παραγωγή, αποτελεί έναν τρόπο για την αύξηση των αρόσιμων εκτάσεων. Επειδή η προαγωγή των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας θα συμβάλει στην αύξηση της ζήτησης γεωργικών πρώτων υλών, το σύστημα αειφορίας θα πρέπει να προάγει την αποκατάσταση των εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί.

(122)

Για να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή της μεθοδολογίας υπολογισμού των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και να ευθυγραμμιστεί με τα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για να προσαρμόζει τις μεθοδολογικές αρχές και τις τιμές που είναι αναγκαίες για να αξιολογεί κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και για να εξετάζει εάν οι εκθέσεις που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη και τρίτες χώρες περιέχουν ακριβή δεδομένα για τις εκπομπές από καλλιέργειες πρώτων υλών.

(123)

Τα ευρωπαϊκά δίκτυα φυσικού αερίου ενοποιούνται ολοένα και περισσότερο. Η προώθηση της παραγωγής και χρήσης βιομεθανίου, η διοχέτευσή του σε δίκτυο φυσικού αερίου και το διασυνοριακό του εμπόριο δημιουργούν την ανάγκη να υπολογιστεί σωστά η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και να αποφευχθούν τα διπλά κίνητρα που προκύπτουν από διαφορετικά καθεστώτα στήριξης σε διάφορα κράτη μέλη. Το σύστημα ισοζυγίου μάζας που σχετίζεται με την επαλήθευση της αειφορίας της βιοενέργειας και η νέα ενωσιακή βάση δεδομένων έχουν στόχο να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.

(124)

Για την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας θα πρέπει η Ένωση και τα κράτη μέλη να διαθέσουν σημαντικά κονδύλια στην έρευνα και την ανάπτυξη για τεχνολογίες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας θα πρέπει να αποδώσει υψηλή προτεραιότητα στην έρευνα και την ανάπτυξη τεχνολογιών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(125)

Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει, ανάλογα με την περίπτωση, να αντικατοπτρίζει τις διατάξεις της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, ιδίως όπως αυτή εφαρμόζεται μέσω της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17).

(126)

Για να τροποποιηθούν ή να συμπληρωθούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη θέσπιση της μεθόδου υπολογισμού της ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που χρησιμοποιείται για ψύξη και τηλεψύξη και την αναθεώρηση της μεθόδου υπολογισμού της ενέργειας από αντλίες θερμότητας· τη θέσπιση της URDP και τον καθορισμό των όρων για την οριστικοποίηση των συναλλαγών στατιστικής μεταβίβασης μεταξύ των κρατών μελών μέσω της URDP· τη θέσπιση ενδεδειγμένων ελάχιστων ορίων μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα· τη θέσπιση και, εφόσον απαιτείται, την αναθεώρησή κριτηρίων πιστοποίησης των βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας με χαμηλό κίνδυνο έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης και καθορισμού των πρώτων υλών με υψηλό κίνδυνο έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης, για τις οποίες παρατηρείται σημαντική επέκταση της περιοχής παραγωγής σε γη με υψηλά αποθέματα άνθρακα και σταδιακή μείωση της συνεισφοράς τους στους στόχους της παρούσας οδηγίας· την προσαρμογή του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο· τη θέσπιση της ενωσιακής μεθόδου καθορισμού των κανόνων μέσω των οποίων οι οικονομικοί φορείς πρόκειται να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις να υπολογίζουν την ηλεκτρική ενέργεια ως πλήρως ανανεώσιμη όταν χρησιμοποιείται στην παραγωγή υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης από ανανεώσιμες πηγές ή από το δίκτυο· τον καθορισμό της μεθόδου υπολογισμού του μεριδίου βιοκαυσίμων και βιοαερίου για μεταφορές που προκύπτει από την επεξεργασία βιομάζας με ορυκτά καύσιμα σε κοινή διαδικασία και της μεθόδου υπολογισμού της μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης και καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πιστωτικές μονάδες μείωσης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δίδονται μόνο άπαξ· την τροποποίηση μέσω προσθήκης, αλλά όχι αφαίρεσης, των καταλόγων πρώτων υλών για την παραγωγή προηγμένων βιοκαυσίμων και άλλων βιοκαυσίμων και βιοαερίου, καθώς και τη συμπλήρωση ή τροποποίηση των κανόνων υπολογισμού των επιπτώσεων των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των συγκριτικών τους ορυκτών καυσίμων στα αέρια θερμοκηπίου. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξαγάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (18). Ειδικότερα, για να διασφαλιστεί ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

(127)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19).

(128)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ιδίως η επίτευξη μεριδίου τουλάχιστον 32 % ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης έως το 2030, δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρως από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω στόχου μέτρα.

(129)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (20), τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει να συνοδεύουν, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των οικείων μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί τη διαβίβαση αυτών των εγγράφων δικαιολογημένη.

(130)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιαστικές τροποποιήσεις της οδηγίας 2009/28/ΕΚ. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από την προϋπάρχουσα οδηγία.

(131)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2013/18/ΕΕ του Συμβουλίου (21) και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο προώθησης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Θέτει έναν δεσμευτικό ενωσιακό στόχο για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης το 2030. Καθορίζει επίσης κανόνες για τη χρηματοδοτική στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, την αυτοκατανάλωση παρόμοιας ηλεκτρικής ενέργειας, για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς θέρμανσης, ψύξης και μεταφορών, την περιφερειακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες, τις εγγυήσεις προέλευσης, τις διοικητικές διαδικασίες, την πληροφόρηση και την κατάρτιση. Καθιερώνει επίσης κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι σχετικοί ορισμοί της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22):

Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές» ή «ανανεώσιμη ενέργεια»: η ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές ήτοι αιολική, ηλιακή (ηλιακή θερμική και ηλιακή φωτοβολταϊκή) και γεωθερμική ενέργεια, ενέργεια του περιβάλλοντος, παλιρροϊκή, κυματική και λοιπές μορφές ενέργειας των ωκεανών, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, ενέργεια από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από τα αέρια που παράγονται σε σταθμούς επεξεργασίας λυμάτων και τα βιοαέρια·

2)

«ενέργεια του περιβάλλοντος»: η φυσική θερμική ενέργεια και ενέργεια συσσωρευθείσα στο περιβάλλον με συγκεκριμένα όρια, που μπορεί να αποθηκεύεται στον αέρα του περιβάλλοντος, εκτός του απορριπτόμενου αέρα, ή στα επιφανειακά ύδατα ή στα ύδατα αποχέτευσης·

3)

«γεωθερμική ενέργεια»: ενέργεια αποθηκευόμενη υπό μορφή θερμότητας κάτω από τη στερεή επιφάνεια της γης

4)

«ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας»: τα ενεργειακά βασικά προϊόντα που παραδίδονται για ενεργειακούς σκοπούς στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών, στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία, συμπεριλαμβανομένης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από τον ενεργειακό κλάδο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας και καυσίμου μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας κατά τη διανομή και τη μεταφορά·

5)

«καθεστώς στήριξης»: κάθε μέσο, καθεστώς ή μηχανισμός που εφαρμόζεται από κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών και προωθεί τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μειώνοντας το κόστος της εν λόγω ενέργειας, αυξάνοντας την τιμή πώλησής της ή αυξάνοντας, με την επιβολή υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας ή με άλλον τρόπο, την αγοραζόμενη ποσότητα της εν λόγω ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι αποκλειστικά, των επενδυτικών ενισχύσεων, των φορολογικών απαλλαγών ή μειώσεων, των επιστροφών φόρων, των καθεστώτων στήριξης της υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν πράσινα πιστοποιητικά, και τα καθεστώτα άμεσης στήριξης των τιμών συμπεριλαμβανομένων των εγγυημένων τιμών αγοράς και των καταβολών διαφορικής ή σταθερής προσαύξησης·

6)

«υποχρέωση χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας»: το καθεστώς στήριξης το οποίο απαιτεί από τους παραγωγούς ενέργειας την υποχρέωση να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην παραγωγή τους, απαιτεί από τους προμηθευτές ενέργειας να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ενέργεια που προμηθεύουν ή απαιτεί από τους καταναλωτές ενέργειας να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην κατανάλωσή τους, συμπεριλαμβανομένων καθεστώτων δυνάμει των οποίων οι απαιτήσεις αυτές είναι δυνατόν να ικανοποιούνται με τη χρήση πράσινων πιστοποιητικών·

7)

«χρηματοδοτικά μέσα»: τα χρηματοδοτικά μέσα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ)) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23)·

8)

«ΜΜΕ»: μικροεπιχείρηση, μικρή ή μεσαία επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του παραρτήματος στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (24)·

9)

«απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη»: η αναπόφευκτη θερμότητα ή ψύξη που παράγεται ως παραπροϊόν σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής ή στον τριτογενή τομέα, η οποία θα διαχεόταν αχρησιμοποίητη στον αέρα ή το νερό αν δεν υπήρχε πρόσβαση σε σύστημα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, όπου έχει χρησιμοποιηθεί ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί διαδικασία συμπαραγωγής ή όπου η συμπαραγωγή δεν είναι εφικτή·

10)

«ανανέωση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές»: η ανακαίνιση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους ή μερικής αντικατάστασης εγκαταστάσεων ή συστημάτων και εξοπλισμού λειτουργίας, με σκοπό την αντικατάσταση του παραγωγικού δυναμικού ή την αύξηση της αποδοτικότητας ή της ισχύος της εγκατάστασης·

11)

«διαχειριστής συστήματος διανομής»: ο διαχειριστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 6 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ και στο άρθρο 2 σημείο 6 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25)·

12)

«εγγύηση προέλευσης»: ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο χρησιμεύει μόνον ως απόδειξη προς τον τελικό καταναλωτή ότι δεδομένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές·

13)

«υπολειμματικό ενεργειακό μείγμα»: το συνολικό ετήσιο ενεργειακό μείγμα κράτους μέλους, εξαιρουμένου του μεριδίου που καλύπτεται από τις εγγυήσεις προέλευσης που έχουν ακυρωθεί·

14)

«αυτοκαταναλωτής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές»: τελικός πελάτης ο οποίος λειτουργεί εντός των εγκαταστάσεών του που βρίσκονται εντός καθορισμένων ορίων ή, όπου επιτρέπεται από κράτος μέλος, σε άλλες εγκαταστάσεις, και ο οποίος παράγει ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για τις δικές του ανάγκες και μπορεί να αποθηκεύει ή να πωλεί αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, υπό την προϋπόθεση ότι, για τους μη οικιακούς αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, οι δραστηριότητες αυτές δεν αποτελούν την κύρια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητά τους·

15)

«αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που ενεργούν από κοινού»: ομάδα τουλάχιστον δύο από κοινού ενεργούντων αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά το σημείο 14) οι οποίοι βρίσκονται στο ίδιο κτίριο ή πολυκατοικία·

16)

«κοινότητα ανανεώσιμης ενέργειας»: νομική οντότητα:

α)

η οποία, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, στηρίζεται σε ανοικτή και εθελοντική συμμετοχή, έχει αυτονομία και τελεί υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των μετόχων ή των μελών που βρίσκονται κοντά στα έργα ανανεώσιμης ενέργειας που ανήκουν και αναπτύσσονται από εν την εν λόγω νομική οντότητα·

β)

της οποίας οι μέτοχοι ή τα μέλη είναι φυσικά πρόσωπα, ΜΜΕ ή τοπικές αρχές και δήμοι·

γ)

της οποίας ο πρωταρχικός στόχος είναι να προσφέρει στους μετόχους ή στα μέλη της ή στις τοπικές περιοχές όπου δραστηριοποιείται, περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη σε επίπεδο κοινότητας και όχι οικονομικά κέρδη·

17)

«σύμβαση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές»: σύμβαση βάσει της οποίας νομικό ή φυσικό πρόσωπο συμφωνεί να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές απευθείας από παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας·

18)

«εμπορία μεταξύ ομότιμων» ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές: η πώληση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μεταξύ συμμετεχόντων στην αγορά μέσω σύμβασης με προκαθορισμένους όρους που διέπουν την αυτόματη εκτέλεση και το διακανονισμό της συναλλαγής απευθείας μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ή εμμέσως μέσω τρίτου πιστοποιημένου συμμετέχοντος στην αγορά, όπως ενός φορέα συγκέντρωσης. Το δικαίωμα εμπορίας μεταξύ ομοτίμων δεν θίγει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που συμμετέχουν ως τελικοί πελάτες, παραγωγοί, προμηθευτές ή φορείς συγκέντρωσης·

19)

«τηλεθέρμανση ή τηλεψύξη»: η διανομή θερμικής ενέργειας υπό μορφή ατμού, ζεστού νερού ή ψυκτικών υγρών, από κεντρικές ή αποκεντρωμένες πηγές παραγωγής μέσω δικτύου σε πολλά κτίρια ή περιοχές, για τη θέρμανση ή ψύξη χώρων και τη βιομηχανική θέρμανση ή ψύξη·

20)

«αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης»: αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 41 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ·

21)

«συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης»: η συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 34 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ·

22)

«πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης»: πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 12 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ·

23)

«απόβλητα»: τα οριζόμενα στο άρθρο 3 σημείο 1 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ απόβλητα, με την εξαίρεση των ουσιών που έχουν σκοπίμως τροποποιηθεί ή μολυνθεί για να εμπίπτουν στον παρόντα ορισμό·

24)

«βιομάζα»: το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και υπολειμμάτων βιολογικής προέλευσης από τη γεωργία, συμπεριλαμβανομένων των φυτικών και των ζωικών ουσιών, από τη δασοκομία και τους συναφείς κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, καθώς και το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων και απορριμμάτων, βιολογικής προέλευσης·

25)

«γεωργική βιομάζα»: η βιομάζα που παράγεται από τη γεωργία·

26)

«δασική βιομάζα»: η βιομάζα που παράγεται από τη δασοκομία·

27)

«καύσιμα βιομάζας»: αέρια και στερεά καύσιμα που παράγονται από βιομάζα·

28)

«βιοαέρια»: αέρια καύσιμα που παράγονται από βιομάζα·

29)

«βιολογικά απόβλητα»: τα βιολογικά απόβλητα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 4 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ·

30)

«περιοχή εφοδιασμού»: η γεωγραφικά καθορισμένη περιοχή από την οποία προέρχονται οι πρώτες ύλες δασικής βιομάζας, για την οποία είναι διαθέσιμες αξιόπιστες και ανεξάρτητες πληροφορίες και όπου οι συνθήκες είναι επαρκώς ομοιογενείς ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο κίνδυνος που συνδέεται με την αειφορία και τη νομιμότητα της δασικής βιομάζας·

31)

«αναγέννηση δασών»: η ανάπλαση δασικού είδους με φυσικά ή τεχνητά μέσα μετά την αφαίρεση του προηγούμενου είδους με υλοτομία ή ως αποτέλεσμα φυσικών αιτιών, συμπεριλαμβανομένων των πυρκαγιών ή καταιγίδων·

32)

«βιορευστά»: υγρά καύσιμα για ενεργειακούς σκοπούς, εξαιρουμένων των μεταφορών, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας και της θέρμανσης και της ψύξης, τα οποία παράγονται από βιομάζα·

33)

«βιοκαύσιμα»: υγρά καύσιμα μεταφορών τα οποία παράγονται από βιομάζα·

34)

«προηγμένα βιοκαύσιμα»: βιοκαύσιμα που παράγονται από τις πρώτες ύλες του παραρτήματος IX μέρος Α·

35)

«καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα»: υγρά και αέρια καύσιμα που παράγονται από ροές στερεών ή υγρών αποβλήτων μη ανανεώσιμης προέλευσης, που δεν είναι κατάλληλα για την ανάκτηση υλικών, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, ή από αέρια επεξεργασίας αποβλήτων και καυσαέρια μη ανανεώσιμης προέλευσης που παράγονται αναπόφευκτα και μη σκόπιμα από τη παραγωγική διεργασία σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις·

36)

«υγρά και αέρια καύσιμα μεταφορών μη βιολογικής προέλευσης από ανανεώσιμες πηγές»: υγρά ή αέρια καύσιμα τα οποία χρησιμοποιούνται στον τομέα των μεταφορών, πλην των βιοκαυσίμων ή των βιοαερίων, το ενεργειακό περιεχόμενο των οποίων προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλην της βιομάζας·

37)

«βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης»: τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας των οποίων οι πρώτες ύλες παράχθηκαν στο πλαίσιο συστημάτων με τα οποία αποφεύγονται οι συνέπειες της εκτόπισης που οφείλονται σε βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας που προέρχονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών μέσω βελτιωμένων γεωργικών πρακτικών καθώς και μέσω της καλλιέργειας σε περιοχές που δεν χρησιμοποιούνταν προηγουμένως για καλλιέργεια και στις οποίες η παραγωγή πραγματοποιούταν σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που προβλέπονται στο άρθρο 29·

38)

«προμηθευτής καυσίμων»: φορέας που προμηθεύει την αγορά με καύσιμα και είναι υπεύθυνος για τη διέλευση των καυσίμων από σημείο επιβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, στην περίπτωση ηλεκτρικής ενέργειας ή εάν δεν οφείλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης ή όταν αιτιολογείται δεόντως, κάθε άλλος σχετικός φορέας που έχει οριστεί από κράτος μέλος·

39)

«αμυλούχα φυτά»: φυτά στα οποία συγκαταλέγονται κυρίως τα σιτηρά, ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται μόνο ο σπόρος ή ολόκληρο το φυτό, όπως στην περίπτωση του χλωρού αραβοσίτου, οι κόνδυλοι και τα ριζώματα όπως οι πατάτες, το κολοκάσι, οι γλυκοπατάτες, η μανιόκα και η διοσκουρέα, καθώς και οι βολβοί, όπως η κολοκασία η εδώδιμος και το ξανθόσωμα το βελόφυλλο·

40)

«καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών»: αμυλούχα φυτά, σακχαρούχα ή ελαιούχα φυτά που παράγονται σε γεωργικές εκτάσεις ως κύρια καλλιέργεια εξαιρουμένων των υπολειμμάτων, των αποβλήτων ή των λιγνοκυτταρινούχων υλών, μη συμπεριλαμβανομένου των ενδιάμεσων καλλιεργειών, όπως οι εμβόλιμες καλλιέργειες και οι καλλιέργειες εδαφοκάλυψης, υπό την προϋπόθεση ότι η χρήση αυτών των ενδιάμεσων καλλιεργειών δεν προκαλεί ζήτηση πρόσθετης γης·

41)

«λιγνοκυτταρινούχες ύλες»: ύλες που συντίθενται από λιγνίνη, κυτταρίνη και ημικυτταρίνη, όπως η βιομάζα που προέρχεται από τα δάση, οι ξυλώδεις ενεργειακές καλλιέργειες, καθώς και τα υπολείμματα και τα λύματα των δασοπονικών βιομηχανιών·

42)

«μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες»: ύλες που συντίθενται κυρίως από κυτταρίνη και ημικυτταρίνη και των οποίων η περιεκτικότητα σε λιγνίνη είναι χαμηλότερη σε σχέση με αυτή των λιγνοκυτταρινούχων υλών· σε αυτές περιλαμβάνονται υπολείμματα φυτών που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές (όπως το άχυρο, τα φύλλα και οι μίσχοι, οι φλοιοί και τα κελύφη), φυτά ενεργειακών χορτοκαλλιεργειών με χαμηλή περιεκτικότητα σε άμυλο, όπως η ήρα, το panicum virgatum, ο μίσχανθος, το καλάμι, καλλιέργειες εδαφοκάλυψης πριν και μετά τις κύριες καλλιέργειες, επίσπορες καλλιέργειες, βιομηχανικά υπολείμματα,, επίσης από φυτά που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές μετά την εκχύλιση φυτικών ελαίων, σακχάρων, αμύλων και πρωτεϊνών, καθώς και ύλες από βιολογικά απόβλητα, όταν οι επίσπορες καλλιέργειες και οι καλλιέργειες εδαφοκάλυψης νοούνται ως προσωρινοί, βραχείας διάρκειας βοσκότοποι που περιλαμβάνουν συνδυασμό χόρτου-ψυχανθών με χαμηλή περιεκτικότητα σε άμυλο για την παραγωγή χορτονομής για ζώα και για τη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους με σκοπό την επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων των αροτραίων κύριων καλλιεργειών·

43)

«υπόλειμμα»: η ουσία που δεν αποτελεί το τελικό προϊόν την παραγωγή του οποίου επιδιώκει άμεσα η διεργασία παραγωγής, ούτε αποτελεί πρωταρχικό στόχο της διεργασίας παραγωγής και για την παραγωγή του οποίου η διεργασία αυτή δεν έχει τροποποιηθεί σκόπιμα·

44)

«υπολείμματα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία»: τα υπολείμματα που δημιουργούνται άμεσα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία και που δεν περιλαμβάνουν τα υπολείμματα από τις συναφείς βιομηχανίες ή τη συναφή μεταποίηση·

45)

«πραγματική τιμή»: η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για ορισμένες ή όλες τις φάσεις μιας συγκεκριμένης διαδικασίας παραγωγής βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, η οποία υπολογίζεται με τη μεθοδολογία του παραρτήματος V μέρος Γ ή του παραρτήματος VI μέρος Β·

46)

«τυπική τιμή»: εκτίμηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για συγκεκριμένη διαδικασία παραγωγής βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, που είναι αντιπροσωπευτική της κατανάλωσης της Ένωσης·

47)

«προκαθορισμένη τιμή»: τιμή η οποία προκύπτει βάσει τυπικής τιμής με την εφαρμογή προκαθορισμένων παραγόντων και η οποία, υπό συνθήκες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, μπορεί να χρησιμοποιείται αντί της πραγματικής τιμής.

Άρθρο 3

Δεσμευτικός συνολικός στόχος σε επίπεδο Ένωσης για το 2030

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν συλλογικά ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης ανέρχεται το 2030 σε τουλάχιστον 32 %. Η Επιτροπή αξιολογεί τον στόχο αυτόν, με σκοπό να υποβάλει, έως το 2023, νομοθετική πρόταση για την αύξηση του, αν υπάρξουν περαιτέρω σημαντικές μειώσεις κόστους στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ή, όπου χρειάζεται, για την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της Ένωσης για την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα ή όταν σημαντική μείωση στην κατανάλωση ενέργειας στην Ένωση δικαιολογεί τέτοια αύξηση.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις εθνικές συνεισφορές για τη συλλογική επίτευξη του δεσμευτικού συνολικού στόχου της Ένωσης κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5 και τα άρθρα 9 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999. Κατά την εκπόνηση των προσχεδίων των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους τον τύπο του παραρτήματος ΙΙ του εν λόγω κανονισμού.

Εάν, με βάση την αξιολόγηση των προσχεδίων των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εθνικές συνεισφορές των κρατών μελών είναι ανεπαρκείς για τη συλλογική επίτευξη του δεσμευτικού συνολικού στόχου της Ένωσης, ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 9 και του άρθρου 31 του εν λόγω κανονισμού.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές τους πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων από το άρθρο 25 έως το άρθρο 28 της παρούσας οδηγίας και τα εθνικά καθεστώτα στήριξης, να σχεδιάζονται λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ιεράρχησης των αποβλήτων κατά το άρθρο 4 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, με σκοπό να αποφεύγονται οι αδικαιολόγητες στρεβλώσεις στις αγορές πρώτων υλών. Τα κράτη μέλη δεν παρέχουν καμία στήριξη για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται από την αποτέφρωση αποβλήτων, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις χωριστής συλλογής που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία.

4.   Από την 1η Ιανουαρίου 2021 και μετά, το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας κάθε κράτους μέλους δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο από το βασικό μερίδιο αναφοράς που προβλέπεται στην τρίτη στήλη του πίνακα στο παράρτημα I μέρος A της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με αυτό το βασικό μερίδιο αναφοράς. Εάν ένα κράτος μέλος δεν διατηρεί το βασικό του μερίδιο αναφοράς, όπως μετράται για οποιαδήποτε περίοδο ενός έτους, εφαρμόζεται το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 32 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

5.   Η Επιτροπή υποστηρίζει τις μεγάλες φιλοδοξίες των κρατών μελών μέσω ενός ευνοϊκού πλαισίου που περιλαμβάνει την ενισχυμένη χρήση κονδυλίων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων πρόσθετων κονδυλίων για τη διευκόλυνση μιας δίκαιης μετάβασης των περιφερειών μεγάλης έντασης άνθρακα προς την αύξηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ιδίως χρηματοδοτικών μέσων, ειδικότερα για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

μείωση του κόστους κεφαλαίου για τα έργα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

β)

ανάπτυξη έργων και προγραμμάτων για την ένταξη των ανανεώσιμων πηγών στο ενεργειακό σύστημα, για την αύξηση της ευελιξίας του ενεργειακού συστήματος, για τη διατήρηση της σταθερότητας του δικτύου και για τη διαχείριση των συμφορήσεων δικτύου·

γ)

ανάπτυξη της υποδομής του δικτύου μεταφοράς και διανομής, των ευφυών δικτύων, των εγκαταστάσεων αποθήκευσης και των διασυνδέσεων, με σκοπό την επίτευξη διασυνδεσιμότητας ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδο 15 % έως το 2030, για να αυξηθεί το τεχνικά και οικονομικά προσιτό επίπεδο διείσδυσης ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας·

δ)

ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και ανάμεσα σε κράτη μέλη και τρίτες χώρες, μέσω κοινών έργων, κοινών καθεστώτων στήριξης και ανοίγματος των καθεστώτων στήριξης για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε παραγωγούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη.

6.   Η Επιτροπή δημιουργεί πλατφόρμα διευκόλυνσης για να στηρίζει τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν μηχανισμούς συνεργασίας για να συνεισφέρουν στον δεσμευτικό συνολικό στόχο της Ένωσης κατά την παράγραφο 1.

Άρθρο 4

Καθεστώτα στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1.   Προκειμένου να επιτευχθεί ή να ξεπεραστεί ο ενωσιακός στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 καθώς και η συνεισφορά κάθε κράτους μέλους στον εν λόγω στόχο που έχει τεθεί σε εθνικό επίπεδο για την ανάπτυξη ανανεώσιμης ενέργειας, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν καθεστώτα στήριξης.

2.   Τα καθεστώτα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές παρέχουν κίνητρα για την ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με βάση και γνώμονα την αγορά, αποφεύγοντας παράλληλα τις περιττές στρεβλώσεις των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και λαμβάνοντας υπόψη το κόστος που ενδέχεται να προκύψει λόγω της ενσωμάτωσης της ανανεώσιμης ενέργειας στο σύστημα και τη σταθερότητα του δικτύου.

3.   Τα καθεστώτα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σχεδιάζονται με τρόπο ώστε να μεγιστοποιείται η ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και να διασφαλίζεται ότι οι παραγωγοί ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ανταποκρίνονται στις τιμές της αγοράς και μεγιστοποιούν τα έσοδά τους από την αγορά.

Για τον σκοπό αυτό, στα καθεστώτα άμεσης στήριξης των τιμών η στήριξη παρέχεται με τη μορφή προσαύξησης επί της τιμής της αγοράς, η οποία θα μπορούσε να είναι, μεταξύ άλλων, διαφορική ή σταθερή.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από την παρούσα παράγραφο τις εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας και τα έργα επίδειξης, με την επιφύλαξη του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χορηγείται με τρόπο ανοικτό, διαφανή, ανταγωνιστικό, αδιάκριτο και οικονομικά αποδοτικό.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από τη διαδικασία υποβολής προσφορών τις εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας και τα έργα επίδειξης.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εξετάσουν τη θέσπιση μηχανισμών για να διασφαλιστεί η περιφερειακή διαφοροποίηση της ανάπτυξης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ιδίως για να εξασφαλιστεί η οικονομικά αποδοτική ενσωμάτωση στο σύστημα.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τις διαδικασίες υποβολής προσφορών σε συγκεκριμένες τεχνολογίες, αν το άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης προς όλους τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα οδηγούσε σε κατώτερο του βέλτιστου αποτέλεσμα, όσον αφορά:

α)

το μακροπρόθεσμο δυναμικό μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας·

β)

την ανάγκη επίτευξης διαφοροποίησης·

γ)

κόστος ενσωμάτωσης στο δίκτυο·

δ)

τους περιορισμούς και τη σταθερότητα των δικτύων·

ε)

για τη βιομάζα, την ανάγκη αποφυγής στρεβλώσεων των αγορών πρώτων υλών.

6.   Όταν η στήριξη για ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές χορηγείται με διαδικασία υποβολής προσφορών και για να εξασφαλιστεί υψηλό ποσοστό υλοποίησης των έργων, τα κράτη μέλη:

α)

θεσπίζουν και δημοσιεύουν αμερόληπτα και διαφανή κριτήρια συμμετοχής στη διαδικασία και καθορίζουν σαφείς ημερομηνίες και κανόνες υλοποίησης του έργου·

β)

παρέχουν πληροφορίες για προηγούμενες διαδικασίες υποβολής προσφορών, συμπεριλαμβανομένων των ποσοστών υλοποίησης των έργων.

7.   Για να αυξηθεί η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες και στα μικρά νησιά, τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα καθεστώτα οικονομικής στήριξης έργων ευρισκομένων στις εν λόγω περιφέρειες, ώστε να λαμβάνουν υπόψη το κόστος παραγωγής που συνδέεται με τις ιδιαίτερες συνθήκες απομόνωσης και εξωτερικής εξάρτησης που επικρατούν εκεί.

8.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021 και στη συνέχεια ανά τριετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για την απόδοση της στήριξης για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές η οποία χορηγείται μέσω διαδικασιών υποβολής προσφορών στην Ένωση, στην οποία αναλύεται συγκεκριμένα η δυνατότητα, μέσω των διαδικασιών αυτών:

α)

να επιτυγχάνεται μείωση του κόστους·

β)

να επιτυγχάνονται τεχνολογικές βελτιώσεις·

γ)

να επιτυγχάνονται υψηλά ποσοστά υλοποίησης·

δ)

να εξασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή των μικρών φορέων και, κατά περίπτωση, των τοπικών αρχών·

ε)

να περιορίζονται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον·

στ)

να εξασφαλίζεται η αποδοχή σε τοπικό επίπεδο·

ζ)

να εξασφαλίζονται η ασφάλεια του εφοδιασμού και η ενσωμάτωση στο δίκτυο.

9.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 5

Άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1.   Τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 13 της παρούσας οδηγίας σε ποιο βαθμό υποστηρίζουν την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται σε άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να ανοίγουν τη συμμετοχή σε καθεστώτα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε παραγωγούς άλλων κρατών μελών υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

Όταν επιτρέπουν τη συμμετοχή σε καθεστώτα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η στήριξη για ένα ενδεικτικό ποσοστό της νέας ισχύος που πρόκειται να λάβει στήριξη ή του προϋπολογισμού που διατίθεται γι' αυτήν κάθε έτος είναι ανοικτή για παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη.

Αυτά τα ενδεικτικά ποσοστά μπορούν να είναι, κατ' έτος, τουλάχιστον 5 % από το 2023 έως το 2026 και τουλάχιστον 10 % από το 2027 έως το 2030 ή, εφόσον αυτό είναι χαμηλότερο, να ορίζονται στο επίπεδο διασυνδεσιμότητας των οικείων κρατών μελών κατά τη διάρκεια δεδομένου έτους.

Για να αποκτήσουν περαιτέρω πείρα εφαρμογής, τα κράτη μέλη μπορούν να διοργανώσουν ένα ή περισσότερα πιλοτικά καθεστώτα στήριξης στα πλαίσια των οποίων η στήριξη είναι ανοικτή σε παραγωγούς οι οποίοι βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν απόδειξη ότι πραγματοποιείται φυσική εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τη συμμετοχή στα καθεστώτα στήριξής τους σε παραγωγούς που βρίσκονται σε κράτη μέλη με τα οποία υπάρχει άμεση σύνδεση μέσω γραμμών διασύνδεσης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν μεταβάλλουν ούτε επηρεάζουν κατά άλλο τρόπο τα διαζωνικά χρονοδιαγράμματα και την κατανομή δυναμικότητας εξαιτίας των παραγωγών οι οποίοι συμμετέχουν σε διασυνοριακά καθεστώτα στήριξης. Οι διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζονται μόνο από το αποτέλεσμα της κατανομής δυναμικότητας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

3.   Εάν ένα κράτος μέλος ανοίξει τη συμμετοχή σε καθεστώτα στήριξης σε παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, τα οικεία κράτη μέλη συμφωνούν τις αρχές αυτής της συμμετοχής. Οι συμφωνίες καλύπτουν τουλάχιστον τις αρχές της κατανομής της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η οποία τυγχάνει διασυνοριακής στήριξης.

4.   Η Επιτροπή, κατ' αίτηση των οικείων κρατών μελών, επικουρεί τα κράτη μέλη καθ' όλη τη διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον καθορισμό των ρυθμίσεων συνεργασίας, παρέχοντας πληροφορίες και αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένων ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων για το άμεσο και έμμεσο κόστος και τα οφέλη της συνεργασίας, καθώς και με καθοδήγηση και εμπειρογνωμοσύνη καθ' όλη τη διαδικασία. Η Επιτροπή μπορεί να ενθαρρύνει ή να διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και να αναπτύσσει πρότυπα συμφωνιών συνεργασίας για τη διευκόλυνση της διαδικασίας. Η Επιτροπή αξιολογεί έως το 2025 το κόστος και τα οφέλη της ανάπτυξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ένωση σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

5.   Έως το 2023, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Κατά την αξιολόγηση αυτή εξετάζεται κατά πόσον είναι αναγκαίο να εισαχθεί υποχρέωση των κρατών μελών για μερικό άνοιγμα των εθνικών καθεστώτων στήριξης προς την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές σε παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη με στόχο άνοιγμα κατά 5 % μέχρι το 2025 και κατά 10 % μέχρι το 2030.

Άρθρο 6

Σταθερότητα της χρηματοδοτικής στήριξης

1.   Με την επιφύλαξη των προσαρμογών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το επίπεδο της στήριξης που έχει χορηγηθεί σε έργα ανανεώσιμης ενέργειας και οι συνοδευτικοί όροι δεν αναθεωρούνται με τρόπο ο οποίος επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα που παρέχονται στο πλαίσιο αυτό και υπονομεύει την οικονομική βιωσιμότητα των έργων που λαμβάνουν ήδη στήριξη.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να προσαρμόζουν το επίπεδο της στήριξης σύμφωνα με αντικειμενικών κριτηρίων, υπό την προϋπόθεση ότι τα κριτήρια αυτά καθορίζονται στο πλαίσιο του αρχικού σχεδιασμού του καθεστώτος στήριξης.

3.   Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν μακροπρόθεσμο πρόγραμμα με την αναμενόμενη κατανομή της στήριξης, το οποίο, ως πλαίσιο αναφοράς, καλύπτει τουλάχιστον τα επόμενα πέντε έτη, ή, στην περίπτωση περιορισμών του δημοσιονομικού σχεδιασμού, τα επόμενα τρία έτη, και περιέχει, κατά περίπτωση, το ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα, τη συχνότητα των διαδικασιών υποβολής προσφορών, αν συντρέχει περίπτωση, την αναμενόμενη δυναμικότητα και τον προϋπολογισμό ή τη μέγιστη μοναδιαία στήριξη που αναμένεται να διατεθεί, καθώς και, αν ισχύει, τις αναμενόμενες επιλέξιμες τεχνολογίες. Το εν λόγω χρονοδιάγραμμα επικαιροποιείται σε ετήσια βάση ή, όταν κρίνεται αναγκαίο, ανάλογα με τις πρόσφατες εξελίξεις της αγοράς ή την αναμενόμενη κατανομή της στήριξης.

4.   Τα κράτη μέλη αξιολογούν τουλάχιστον κάθε πέντε έτη την αποτελεσματικότητα των εθνικών καθεστώτων στήριξης για ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και τις κυριότερες διανεμητικές επιπτώσεις τους στις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών και στις επενδύσεις. Η εν λόγω αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις των πιθανών μεταβολών των καθεστώτων στήριξης. Ο ενδεικτικός μακροπρόθεσμος προγραμματισμός που αφορά τις αποφάσεις για τη στήριξη και τον σχεδιασμό νέας στήριξης λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της αξιολόγησης αυτής. Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν την αξιολόγηση στις σχετικές εκθέσεις προόδου και τις επικαιροποιήσεις των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.

Άρθρο 7

Υπολογισμός του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1.   Η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται ως το άθροισμα:

α)

της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

β)

της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για τον τομέα θέρμανσης και ψύξης· και

γ)

της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές.

Για την εφαρμογή του στοιχείου α), β) ή γ) του πρώτου εδαφίου, το φυσικό αέριο, η ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές λαμβάνονται υπόψη μία μόνον φορά κατά τον υπολογισμό του μεριδίου ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που δεν πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που ορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 δεν λαμβάνονται υπόψη.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές υπολογίζεται ως η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και από κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας και εξαιρουμένης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης από νερό που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα.

Σε σταθμούς πολλαπλών καυσίμων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες και μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, λαμβάνεται υπόψη μόνο το μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, η συμβολή κάθε πηγής ενέργειας υπολογίζεται με βάση το ενεργειακό της περιεχόμενο.

Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρική και αιολική ενέργεια λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τους κανόνες τυποποίησης του παραρτήματος II.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για τον τομέα θέρμανσης και ψύξης υπολογίζεται ως η ποσότητα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες πηγές, συν την κατανάλωση άλλων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη βιομηχανία, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες, στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία για θέρμανση, ψύξη και για βιομηχανικούς σκοπούς.

Σε σταθμούς πολλαπλών καυσίμων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες και μη ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, λαμβάνεται υπόψη μόνον το κλάσμα της θέρμανσης και ψύξης που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, η συμβολή κάθε πηγής ενέργειας υπολογίζεται με βάση το ενεργειακό της περιεχόμενο.

Η ενέργεια περιβάλλοντος και η γεωθερμική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ψύξη μέσω αντλιών θερμότητας και συστημάτων τηλεψύξης λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), υπό την προϋπόθεση ότι η τελική ενέργεια που παρέχεται υπερβαίνει κατά πολύ την αρχική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία των αντλιών θερμότητας. Η ποσότητα της θερμικής ή ψυκτικής ενέργειας που θεωρείται ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζεται στο παράρτημα VΙΙ και συνυπολογίζει τη χρήση ενέργειας σε όλους τους τομείς τελικής χρήσης.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), δεν λαμβάνεται υπόψη η θερμική ενέργεια που παράγεται από συστήματα παθητικής ενέργειας με τα οποία επιτυγχάνεται χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας με παθητικό τρόπο, μέσω του σχεδιασμού του κτιρίου ή από τη θερμότητα που παράγεται από ενέργεια από μη ανανεώσιμες πηγές.

Το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35, για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τον καθορισμό μεθοδολογίας για τον υπολογισμό της ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που χρησιμοποιούνται για ψύξη και τηλεψύξη, και για την τροποποίηση του παραρτήματος VII για τον υπολογισμό της παραγωγής ενέργειας από αντλίες θερμότητας.

Η μεθοδολογία αυτή θα περιλαμβάνει συντελεστές ελάχιστης εποχιακής απόδοσης για αντλίες θερμότητας που λειτουργούν σε αντίστροφη λειτουργία.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), εφαρμόζονται οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

Η τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών υπολογίζεται ως το άθροισμα όλων των βιοκαυσίμων, των καυσίμων βιομάζας και των ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης που καταναλώνονται στον τομέα των μεταφορών. Ωστόσο, τα μη βιολογικής προέλευσης υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές που παράγονται από ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές θεωρείται ότι αποτελούν μέρος του υπολογισμού κατά την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) μόνο όταν υπολογίζεται η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες πηγές.

β)

Για τον υπολογισμό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές, χρησιμοποιούνται οι τιμές σχετικά με το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων κίνησης που παρατίθενται στο παράρτημα III. Για τον προσδιορισμό του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα III, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα αντίστοιχα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Τυποποίησης (European Standards Organisation - ESO) για να προσδιορίσουν τη θερμογόνο δύναμη των καυσίμων. Όταν δεν έχουν εγκριθεί πρότυπα ESO για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα σχετικά πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης (International Organization for Standardisation - ISO).

5.   Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές υπολογίζεται διαιρώντας την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διά της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από όλες τις ενεργειακές πηγές, και εκφράζεται ως ποσοστό.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το άθροισμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου προσαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 8, 10, 12 και 13.

Κατά τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας ενός κράτους μέλους για τους σκοπούς μέτρησης της συμμόρφωσής του προς τους στόχους και την ενδεικτική πορεία που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η ποσότητα ενέργειας που καταναλίσκεται στην αεροπορία υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει, ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους, το 6,18 %. Για την Κύπρο και την Μάλτα, η ποσότητα ενέργειας που καταναλίσκεται στις αερομεταφορές, ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας των εν λόγω κρατών μελών, υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει το 4,12 %.

6.   Η μεθοδολογία και οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνοχή των στατιστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό αυτών των τομεακών και συνολικών μεριδίων και των στατιστικών στοιχείων που διαβιβάζονται στην Επιτροπή δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 8

Πλατφόρμα της Ένωσης για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ των κρατών μελών

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνούν για τη στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένης ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ένα κράτος μέλος σε άλλο. H μεταβιβαζόμενη ποσότητα:

α)

αφαιρείται από την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας· και

β)

προστίθεται στην ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους που δέχεται τη μεταβίβαση για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

2.   Για να διευκολυνθεί η επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, καθώς και οι αντίστοιχες συνεισφορές των κρατών μελών, στον στόχο κατά το άρθρο 3 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας και για να διευκολυνθούν οι στατιστικές μεταβιβάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή ιδρύει πλατφόρμα της Ένωσης για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ( Union renewable development platform - « URDP »). Τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλλουν, σε εθελοντική βάση, ετήσια στοιχεία στην URDP για τις εθνικές συνεισφορές τους στον δεσμευτικό στόχο της Ένωσης για το 2030 ή για κάθε δείκτη αναφοράς που έχει οριστεί για την παρακολούθηση της προόδου με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, συμπεριλαμβανομένων των ποσών κατά τα οποία αναμένονται να υπολείπονται ή να υπερβούν την συνεισφορά τους, καθώς και ένδειξη της τιμής στην οποία είναι διατεθειμένα να δεχτούν τη μεταβίβαση κάθε ενδεχόμενης πλεονάζουσας παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ή προς άλλο κράτος μέλος. Η τιμή των μεταβιβάσεων καθορίζεται κατά περίπτωση με βάση τον μηχανισμό αντιστοίχισης ζήτησης και προσφοράς της URDP .

3.   Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι η URDP είναι σε θέση να αντιστοιχίσει τη ζήτηση και την προσφορά για ποσότητες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους με βάση τις τιμές ή οποιαδήποτε άλλα πρόσθετα κριτήρια καθορίζονται από το κράτος μέλος στο οποίο μεταβιβάζεται η ενέργεια.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τη θέσπιση της URDP και με τον καθορισμό των όρων της οριστικοποίησης των συναλλαγών κατά την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

4.   Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 μπορούν να ισχύουν επί ένα ή περισσότερα ημερολογιακά έτη και κοινοποιούνται στην Επιτροπή ή οριστικοποιούνται στην URDP το αργότερο εντός 12 μηνών μετά το τέλος κάθε έτους κατά το οποίο ισχύουν. Στις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Επιτροπή συγκαταλέγονται η ποσότητα και η τιμή της συγκεκριμένης ενέργειας. Για τις μεταβιβάσεις που οριστικοποιούνται στην URDP , δημοσιοποιούνται τα συμμετέχοντα μέρη και οι πληροφορίες για τη συγκεκριμένη μεταβίβαση στο πλαίσιο των εν λόγω συναλλαγών.

5.   Οι μεταβιβάσεις οριστικοποιούνται μετά την κοινοποίησή τους στην Επιτροπή από όλα τα ενεχόμενα στη μεταβίβαση κράτη μέλη ή αφού εκπληρωθούν όλοι οι όροι εκκαθάρισης στην URDP, ανάλογα με την περίπτωση .

Άρθρο 9

Κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών

1.   Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται σε κοινά έργα οποιουδήποτε τύπου τα οποία αφορούν την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές. Στη συνεργασία μπορούν να συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται από οποιοδήποτε κοινό έργο της επικράτειάς τους το οποίο άρχισε να λειτουργεί μετά την 25 Ιουνίου 2009, ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης που ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή, και η οποία καταλογίζεται στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές άλλου κράτους μέλους για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

3.   Η κοινοποίηση της παραγράφου 2:

α)

περιγράφει την προτεινόμενη εγκατάσταση ή ταυτοποιεί την ανακαινισθείσα εγκατάσταση·

β)

προσδιορίζει το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης που παράγεται από την εγκατάσταση, η οποία πρόκειται να καταλογιστεί στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του άλλου κράτους μέλους·

γ)

προσδιορίζει το κράτος μέλος εξ ονόματος του οποίου πραγματοποιείται η κοινοποίηση και

δ)

διευκρινίζει την περίοδο, σε ολόκληρα ημερολογιακά έτη, κατά την οποία η ηλεκτρική ενέργεια ή θέρμανση ή ψύξη η οποία παράγεται από την εγκατάσταση από ανανεώσιμες πηγές πρόκειται να καταλογιστεί στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του άλλου κράτους μέλους.

4.   Η διάρκεια ενός κοινού έργου όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο μπορεί να εκτείνεται πέραν του 2030.

5.   Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν τροποποιούνται ή αποσύρονται χωρίς την κοινή συμφωνία του κοινοποιούντος κράτους μέλους και του κράτους μέλους που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ).

6.   Η Επιτροπή, μετά από αίτηση των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, διευκολύνει την εκτέλεση κοινών έργων μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως μέσω της χορήγησης ειδικής τεχνικής βοήθειας και συνδρομής για την υλοποίηση έργων.

Άρθρο 10

Επιπτώσεις των κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών

1.   Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους που περιλαμβάνεται στην περίοδο του άρθρου 9 παράγραφος 3 στοιχείο δ), το κράτος μέλος που προέβη στην κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 9 εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται:

α)

η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους από την εγκατάσταση η οποία αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 9 και

β)

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους από την εν λόγω εγκατάσταση και η οποία θα καταλογιστεί στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τους όρους της κοινοποίησης.

2.   Το κοινοποιούν κράτος μέλος υποβάλλει την κοινοποιητική επιστολή στο κράτος μέλος εξ ονόματος του οποίου πραγματοποιείται η κοινοποίηση, και στην Επιτροπή.

3.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β):

α)

αφαιρείται από την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους που εκδίδει την κοινοποιητική επιστολή δυνάμει της παραγράφου 1 και

β)

προστίθεται στην ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους που λαμβάνει την κοινοποιητική επιστολή δυνάμει της παραγράφου 2.

Άρθρο 11

Κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών

1.   Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες για κοινά έργα οποιουδήποτε τύπου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η συνεργασία αυτή, στην οποία μπορούν να συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς, πραγματοποιείται με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου.

2.   Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές σε τρίτη χώρα λαμβάνεται υπόψη μόνον για τους σκοπούς του υπολογισμού των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές των κρατών μελών εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ηλεκτρική ενέργεια καταναλίσκεται στην Ένωση, απαίτηση η οποία θεωρείται ότι πληρούται όπου:

i)

ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ισοδύναμη προς την καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια έχει οριστεί σαφώς στην κατανεμόμενη δυναμικότητα διασύνδεσης από όλους τους αρμόδιους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς στη χώρα προέλευσης, στη χώρα προορισμού και, ανάλογα με την περίπτωση, σε κάθε τρίτη χώρα διέλευσης,

ii)

ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ισοδύναμη προς την καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια έχει εγγραφεί σαφώς στον ισολογισμό του αρμόδιου φορέα εκμετάλλευσης συστήματος μεταφοράς από την ενωσιακή πλευρά διασύνδεσης και

iii)

η οριζόμενη δυναμικότητα και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από την εγκατάσταση που αναφέρεται στο στοιχείο β) αφορούν την ίδια χρονική περίοδο·

β)

η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από εγκατάσταση η οποία άρχισε να λειτουργεί μετά τις 25 Ιουνίου 2009 ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης η οποία ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή, στο πλαίσιο κοινού έργου που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

γ)

για την παραγόμενη και εξαγόμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει χορηγηθεί στήριξη δυνάμει καθεστώτος στήριξης τρίτης χώρας πλην επενδυτικής ενίσχυσης που χορηγείται στην εγκατάσταση και

δ)

η ηλεκτρική ενέργεια έχει παραχθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, σε τρίτη χώρα η οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών ή άλλων διεθνών συμβάσεων ή συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να λαμβάνεται υπόψη η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται και καταναλίσκεται σε τρίτη χώρα, στο πλαίσιο της κατασκευής σταθμού διασύνδεσης με μεγάλο χρονικό περιθώριο αποπεράτωσης μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας υπό τους ακόλουθους όρους:

α)

η κατασκευή του σταθμού διασύνδεσης έχει αρχίσει το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2026·

β)

ο σταθμός διασύνδεσης δεν μπορεί να ξεκινήσει τη λειτουργία του πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2030·

γ)

ο σταθμός διασύνδεσης μπορεί να ξεκινήσει τη λειτουργία του έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032·

δ)

αφού ξεκινήσει να λειτουργεί, ο σταθμός διασύνδεσης θα χρησιμοποιείται για την εξαγωγή στην Ένωση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές·

ε)

η εφαρμογή σχετίζεται με κοινό έργο που πληροί τα κριτήρια των στοιχείων β) και γ) της παραγράφου 2 και θα χρησιμοποιήσει τον σταθμό διασύνδεσης αφού τεθεί σε λειτουργία, καθώς και με ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που δεν είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα που θα εξάγεται στην Ένωση αφού ξεκινήσει η λειτουργία του σταθμού διασύνδεσης.

4.   Το ποσοστό ή η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από οποιαδήποτε εγκατάσταση στο έδαφος τρίτης χώρας, η οποία καταλογίζεται στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενός ή περισσότερων κρατών μελών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, κοινοποιείται στην Επιτροπή. Όταν εμπλέκονται περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η κατανομή αυτού του ποσοστού ή της ποσότητας μεταξύ κρατών μελών κοινοποιείται στην Επιτροπή. Αυτό το ποσοστό ή η ποσότητα δεν υπερβαίνει το ποσοστό ή την ποσότητα που όντως εξάγεται και καταναλίσκεται στην Ένωση και που αντιστοιχεί στην ποσότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημεία i) και ii) του παρόντος άρθρου και πληροί τις προϋποθέσεις του στοιχείου α) της εν λόγω παραγράφου. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται από κάθε κράτος μέλος στο συνολικό εθνικό στόχο του οποίου καταλογίζεται το ποσοστό ή η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας.

5.   Η κοινοποίηση της παραγράφου 4:

α)

περιγράφει την προβλεπόμενη εγκατάσταση ή ταυτοποιεί την ανακαινισθείσα εγκατάσταση·

β)

προσδιορίζει το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση, η οποία θα καταλογιστεί στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κράτους μέλους καθώς και, τηρουμένης της εμπιστευτικότητας, τις αντίστοιχες χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις·

γ)

διευκρινίζει την περίοδο, σε ολόκληρα ημερολογιακά έτη, κατά την οποία η ηλεκτρική ενέργεια καταλογίζεται στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους και

δ)

περιλαμβάνει γραπτή αποδοχή των στοιχείων β) και γ) από την τρίτη χώρα στο έδαφος της οποίας θα λειτουργήσει η εγκατάσταση και μία ένδειξη του ποσοστού ή της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση και θα χρησιμοποιηθεί εντός της χώρας αυτής.

6.   Η διάρκεια ενός κοινού έργου όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο μπορεί να εκτείνεται πέραν του 2030.

7.   Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου τροποποιούνται ή αποσύρονται μόνο όταν υπάρχει κοινή συμφωνία μεταξύ του κοινοποιούντος κράτους μέλους και της τρίτης χώρας που αναγνώρισε το κοινό έργο σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο δ).

8.   Τα κράτη μέλη και η Ένωση παροτρύνουν τα αρμόδια όργανα της Ενεργειακής Κοινότητας να λάβουν, σύμφωνα με τη συνθήκη για την Ενεργειακή Κοινότητα, τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να επιτρέπεται στα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόζουν τις διατάξεις περί συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 12

Επιπτώσεις των κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών

1.   Εντός 12 μηνών από το τέλος κάθε έτους που περιλαμβάνεται στην περίοδο του άρθρου 11 παράγραφος 5 στοιχείο γ), το κράτος μέλος που προέβη στην κοινοποίηση εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται:

α)

η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους από την εγκατάσταση, η οποία αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 11·

β)

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παρήχθη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους από την εγκατάσταση, η οποία καταλογίζεται στο μερίδιο ενέργειάς του από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με την κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 11 και

γ)

απόδειξη συμμόρφωσης προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 παράγραφος 2.

2.   Το κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υποβάλλει την επιστολή κοινοποίησης στην Επιτροπή και στην τρίτη χώρα η οποία έχει αναγνωρίσει το έργο σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 στοιχείο δ).

3.   Για τον υπολογισμό των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές βάσει της παρούσας οδηγίας, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) προστίθεται στην ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους που εκδίδει την επιστολή κοινοποίησης.

Άρθρο 13

Κοινά καθεστώτα στήριξης

1.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών δυνάμει του άρθρου 5, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν, εθελοντικά, να αποφασίσουν να συνενώσουν ή να συντονίσουν μερικώς τα εθνικά τους καθεστώτα στήριξης. Στις περιπτώσεις αυτές, ορισμένη ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία παράγεται στο έδαφος συμμετέχοντος κράτους μέλους μπορεί να καταλογίζεται στο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές άλλου συμμετέχοντος κράτους μέλους εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος:

α)

προβαίνει σε στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένων ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 8 ή

β)

καθιερώνει κανόνα κατανομής για τον οποίον συμφωνούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και βάσει του οποίου ποσότητες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατανέμονται μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών.

Ο κανόνας κατανομής όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) κοινοποιείται στην Επιτροπή εντός τριών μηνών το πολύ από το τέλος του πρώτου έτους κατά το οποίο ισχύει.

2.   Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους, κάθε κράτος μέλος το οποίο προέβη σε κοινοποίηση δυνάμει της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρεται η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες πηγές και η οποία υπόκειται στον κανόνα κατανομής.

3.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ανακατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τον κοινοποιηθέντα κανόνα κατανομής.

4.   Η Επιτροπή διανέμει κατευθυντήριες γραμμές και βέλτιστες πρακτικές και, κατ' αίτηση των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, διευκολύνει τη θέσπιση κοινών καθεστώτων στήριξης μεταξύ των κρατών μελών.

Άρθρο 14

Αύξηση δυναμικότητας

Για τους σκοπούς του άρθρου 9 παράγραφος 2 και του άρθρου 11 παράγραφος 2 στοιχείο β), οι μονάδες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που οφείλονται σε αύξηση της δυναμικότητας της εγκατάστασης θεωρείται ότι παρήχθησαν από χωριστή εγκατάσταση η οποία άρχισε να λειτουργεί τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση δυναμικότητας.

Άρθρο 15

Διοικητικές διαδικασίες, κανονισμοί και κώδικες

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ώστε οι εθνικοί κανόνες για τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τα συνδεδεμένα δίκτυα μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές, στη διαδικασία μετατροπής της βιομάζας σε βιοκαύσιμα, βιορευστά, καύσιμα βιομάζας ή άλλα ενεργειακά προϊόντα και σε ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα μεταφορών μη βιολογικής προέλευσης να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι και να συμβάλλουν στην εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση.

Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι:

α)

οι διοικητικές διαδικασίες απλουστεύονται και διεκπεραιώνονται με ταχείες διαδικασίες στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο και ορίζονται προβλέψιμα χρονοδιαγράμματα για τις διαδικασίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο·

β)

οι κανόνες για την έγκριση, την πιστοποίηση και τη χορήγηση άδειας είναι αντικειμενικοί, διαφανείς και αναλογικοί, δεν δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ των αιτούντων, και λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας·

γ)

τα διοικητικά τέλη που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων είναι διαφανή και ανάλογα του κόστους και

δ)

καθορίζονται απλουστευμένες και λιγότερο επαχθείς διαδικασίες αδειοδότησης, μεταξύ άλλων μέσω απλής κοινοποίησης, για αποκεντρωμένα συστήματα και για την παραγωγή και αποθήκευση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν ο εξοπλισμός και τα συστήματα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για να μπορούν να επωφεληθούν από καθεστώτα στήριξης. Όταν υπάρχουν ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως τα οικολογικά σήματα, τα ενεργειακά σήματα και άλλα τεχνικά συστήματα αναφοράς που έχουν θεσπιστεί από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης, οι εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές εκφράζονται με βάση τα εν λόγω πρότυπα. Οι τεχνικές προδιαγραφές αυτές δεν προβλέπουν το πού πρέπει να πιστοποιούνται ο εξοπλισμός και τα συστήματα και δεν συνιστούν εμπόδιο στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές να περιλαμβάνουν διατάξεις για την ενσωμάτωση και την ανάπτυξη της ανανεώσιμης ενέργειας, μεταξύ άλλων για την αυτοκατανάλωση ανανεώσιμης ενέργειας και τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, καθώς και τη χρήση της αναπόφευκτης απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης κατά τον προγραμματισμό, συμπεριλαμβανομένου του έγκαιρου χωροταξικού σχεδιασμού, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την ανακαίνιση αστικών υποδομών, βιομηχανικών, εμπορικών ή οικιστικών περιοχών και ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, φυσικού αερίου και εναλλακτικών καυσίμων. Τα κράτη μέλη παροτρύνουν τους τοπικούς και περιφερειακούς διοικητικούς φορείς να περιλαμβάνουν συστήματα θέρμανσης και ψύξης που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές στον πολεοδομικό προγραμματισμό των πόλεων, κατά περίπτωση, και να διαβουλεύονται με τους φορείς εκμετάλλευσης των δικτύων για να αντικατοπτρίζεται ο αντίκτυπος των προγραμμάτων ενεργειακής απόδοσης και ανταπόκρισης στη ζήτηση, καθώς και των ειδικών διατάξεων για την αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, στα σχέδια ανάπτυξης υποδομών των φορέων εκμετάλλευσης.

4.   Τα κράτη μέλη εισάγουν κατάλληλα μέτρα στους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες για να αυξήσουν το μερίδιο κάθε μορφής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον οικοδομικό τομέα.

Όταν θεσπίζουν τέτοια μέτρα ή στα καθεστώτα στήριξής τους, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν, κατά περίπτωση, υπόψη εθνικά μέτρα που αφορούν ουσιαστικές αυξήσεις της αυτοκατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, της τοπικής αποθήκευσης ενέργειας και της ενεργειακής απόδοσης, σε σχέση με τη συμπαραγωγή και με τα παθητικά κτίρια, ή κτίρια χαμηλής ή μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας.

Τα κράτη μέλη απαιτούν, στους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες ή με άλλο τρόπο με ισοδύναμο αποτέλεσμα, τη χρήση στοιχειώδους επιπέδου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νέα κτίρια και στα υφιστάμενα κτίρια που υποβάλλονται σε σημαντική ανακαίνιση στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό και που αντικατοπτρίζει τα αποτελέσματα του υπολογισμού των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων που εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ, και στο βαθμό που δεν επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα του αέρα εσωτερικού χώρου. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την τήρηση του στοιχειώδους αυτού επιπέδου, μεταξύ άλλων, μέσω της αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης με χρήση σε σημαντικό μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας και απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης.

Οι απαιτήσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο ισχύουν για τις ένοπλες δυνάμεις μόνον στο μέτρο που η εφαρμογή του δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη φύση και τον κύριο στόχο των δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων και με την εξαίρεση του υλικού που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς.

5.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μετά, τα νέα δημόσια κτίρια και τα υφιστάμενα δημόσια κτίρια που υπόκεινται σε ριζική ανακαίνιση, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο να διαδραματίζουν υποδειγματικό ρόλο στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να επιτρέπουν την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης μέσω της συμμόρφωσης με τις διατάξεις για κτίρια σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας όπως απαιτείται στην οδηγία 2010/31/ΕΕ ή με πρόβλεψη ότι οι στέγες των δημόσιων ή μικτών ιδιωτικών-δημόσιων κτιρίων χρησιμοποιούνται από τρίτους για εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

6.   Όσον αφορά τους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες, τα κράτη μέλη προωθούν τη χρήση συστημάτων και εξοπλισμού θέρμανσης και ψύξης που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές και επιτυγχάνουν σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ενεργειακά ή οικολογικά σήματα ή άλλα κατάλληλα πιστοποιητικά ή πρότυπα που αναπτύχθηκαν σε εθνικό ή ενωσιακό επίπεδο, όπου αυτά υφίστανται, και διασφαλίζουν περαιτέρω την παροχή επαρκών πληροφοριών και συμβουλών για εναλλακτικές επιλογές ανανεώσιμης ενέργειας υψηλής ενεργειακής απόδοσης, καθώς και για ενδεχόμενα χρηματοδοτικά μέσα και κίνητρα που είναι διαθέσιμα σε περίπτωση αντικατάστασης, με στόχο την προώθηση αυξημένου ποσοστού αντικατάστασης των παλιών συστημάτων θέρμανσης και της ενισχυμένης μετάβασης σε λύσεις που βασίζονται σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, σύμφωνα με την οδηγία 2010/31/ΕΕ.

7.   Τα κράτη μέλη διενεργούν εκτίμηση του δυναμικού τους στον τομέα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της χρήσης της απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης για θέρμανση και ψύξη. Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, χωρική ανάλυση των περιοχών που ενδείκνυνται για ανάπτυξη χαμηλού οικολογικού κινδύνου και το δυναμικό για έργα μικρής κλίμακας σε επίπεδο νοικοκυριών και περιλαμβάνεται στη δεύτερη συνολική αξιολόγηση που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για πρώτη φορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 και στις επόμενες επικαιροποιήσεις των συνολικών αξιολογήσεων.

8.   Τα κράτη μέλη αξιολογούν τους κανονιστικούς και διοικητικούς φραγμούς για τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και εξαλείφουν τους αδικαιολόγητους φραγμούς και διευκολύνουν την υιοθέτηση τέτοιων συμβάσεων. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν οι εν λόγω συμβάσεις δεν υπόκεινται σε διαδικασίες ή επιβαρύνσεις που είναι δυσανάλογες ή εισάγουν διακρίσεις.

Τα κράτη μέλη περιγράφουν τις πολιτικές και τα μέτρα που διευκολύνουν την υιοθέτηση των συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στα ενοποιημένα εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα και τις εκθέσεις προόδου τους δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

Άρθρο 16

Οργάνωση και διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης

1.   Τα κράτη μέλη δημιουργούν ή ορίζουν ένα ή περισσότερα σημεία επαφής. Αυτά τα σημεία επαφής, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος, παρέχουν καθοδήγηση και διευκολύνουν το σύνολο της διοικητικής διαδικασίας αδειοδότησης. Σε ολόκληρη τη διαδικασία ο αιτών επικοινωνεί μόνο με ένα σημείο επαφής. Η διαδικασία αδειοδότησης καλύπτει τις σχετικές διοικητικές άδειες εγκατάστασης, ανανέωσης και εκμετάλλευσης σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τα πάγια στοιχεία που απαιτούνται για τη σύνδεσή τους στο δίκτυο. Η διαδικασία αδειοδότησης περιλαμβάνει όλες τις διαδικασίες από τη βεβαίωση της παραλαβής της αίτησης έως την κοινοποίηση του αποτελέσματος της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

2.   Το σημείο επαφής καθοδηγεί τον αιτούντα κατά τη διοικητική διαδικασία υποβολής αίτησης αδειοδότησης με διαφανή τρόπο έως την έκδοση μίας ή περισσότερων αποφάσεων από τις υπεύθυνες αρχές στο τέλος της διαδικασίας, του παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και εμπλέκει, ενδεχομένως, και άλλες διοικητικές αρχές. Οι αιτούντες έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν όλα τα σχετικά έγγραφα και σε ψηφιακή μορφή.

3.   Το σημείο επαφής καθιστά διαθέσιμο εγχειρίδιο διαδικασιών για τους φορείς υλοποίησης έργων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και παρέχει παράλληλα την πληροφόρηση αυτή και στο διαδίκτυο, με ειδική αναφορά και στα έργα μικρής κλίμακας και τα έργα αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Οι πληροφορίες που παρέχονται στο διαδίκτυο καθοδηγούν επίσης τον αιτούντα προς το σχετικό με την αίτησή του σημείο επαφής. Εάν κράτος μέλος διαθέτει περισσότερα σημεία επαφής, η πληροφόρηση στο διαδίκτυο υποδεικνύει το σημείο επαφής που είναι αρμόδιο για την αίτηση του αιτούντα.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, η διαδικασία αδειοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει τα δύο έτη για τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων όλων των διαδικασιών των σχετικών αρμόδιων αρχών. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, δεόντως αιτιολογημένες, αυτή η διετία μπορεί να παραταθεί για ένα επιπλέον έτος.

5.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, η διαδικασία αδειοδότησης δεν υπερβαίνει το ένα έτος για εγκαταστάσεις με δυναμικότητα ηλεκτρικής ενέργειας κάτω των 150kW. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, δεόντως αιτιολογημένες, αυτή η περίοδος ενός έτους μπορεί να παραταθεί για ένα επιπλέον έτος το πολύ.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αιτούντες έχουν εύκολη πρόσβαση σε απλές διαδικασίες επίλυσης διαφορών περί τη διαδικασία αδειοδότησης και την έκδοση αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, εναλλακτικών μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

6.   Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την ανανέωση ενεργειακής πηγής υφιστάμενων σταθμών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διασφαλίζοντας απλουστευμένη και ταχεία διαδικασία αδειοδότησης. Η διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Σε εξαιρετικές περιστάσεις, δεόντως αιτιολογημένες, όπως για επιτακτικούς λόγους ασφαλείας όταν το έργο ανανέωσης ενεργειακής πηγής επηρεάζει σημαντικά την αρχική δυναμικότητα, το μέγεθος ή την απόδοση του δικτύου ή της εγκατάστασης, αυτή η περίοδος ενός έτους μπορεί να παραταθεί για ένα επιπλέον έτος.

7.   Οι προθεσμίες του παρόντος άρθρου ισχύουν, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ισχύον περιβαλλοντικό δίκαιο της Ένωσης, στην περίπτωση δικαστικών προσφυγών, ένδικων μέσων και άλλων διαδικασιών ενώπιον δικαστηρίου και εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, περιλαμβανομένων διαδικασιών προσφυγής και εξωδικαστικών προσφυγών και βοηθημάτων, και μπορούν να παραταθούν για τη διάρκεια των εν λόγω διαδικασιών.

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καθιερώσουν διαδικασίες απλής γνωστοποίησης για τις συνδέσεις με το δίκτυο για έργα ανανέωσης σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1. Εάν το πράξουν, η ανανέωση σταθμού ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές επιτρέπεται αφού κοινοποιηθεί στην οικεία αρχή ότι δεν αναμένονται σοβαρές αρνητικές περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις. Η εν λόγω αρχή αποφασίζει εντός έξι μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης εάν αυτή επαρκεί.

Εάν η οικεία αρχή αποφασίσει ότι η κοινοποίηση επαρκεί, χορηγεί αυτομάτως την άδεια. Εάν αποφασίσει ότι η κοινοποίηση δεν επαρκεί, είναι αναγκαίο να υποβληθεί αίτηση για νέα άδεια και ισχύουν οι προθεσμίες της παραγράφου 6.

Άρθρο 17

Διαδικασίες απλής κοινοποίησης για τις συνδέσεις με το δίκτυο

1.   Τα κράτη μέλη καθιερώνουν διαδικασία απλής κοινοποίησης για συνδέσεις με το δίκτυο με την οποία εγκαταστάσεις ή συγκεντρωτικές μονάδες παραγωγής αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και έργα επίδειξης ανανεώσιμης ενέργειας με δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής ίση ή μικρότερη από 10,8 kW, ή ισοδύναμη για συνδέσεις εκτός των τριφασικών, συνδέονται στο δίκτυο έπειτα από κοινοποίηση στον διαχειριστή συστήματος διανομής.

Ο διαχειριστής συστήματος διανομής μπορεί εντός περιορισμένης περιόδου από την ημερομηνία κοινοποίησης να απορρίψει την αιτούμενη σύνδεση στο δίκτυο ή να προτείνει εναλλακτικό σημείο σύνδεσης δικτύου για αιτιολογημένους λόγους ασφαλείας ή τεχνικής ασυμβατότητας των στοιχείων του συστήματος. Σε περίπτωση θετικής απόφασης από τον διαχειριστή συστήματος διανομής ή αν δεν ληφθεί απόφαση από τον διαχειριστή συστήματος διανομής εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση, η εγκατάσταση ή η συγκεντρωτική μονάδα παραγωγής μπορούν να συνδεθούν.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν διαδικασία απλής κοινοποίησης για εγκαταστάσεις ή συγκεντρωτικές μονάδες παραγωγής με δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής μεγαλύτερη από 10,8 kW και έως 50 kW, εφόσον διατηρούνται η σταθερότητα, η αξιοπιστία και η ασφάλεια του δικτύου.

Άρθρο 18

Πληροφόρηση και κατάρτιση

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες για τα μέτρα στήριξης διατίθενται σε όλους τους ενδιαφερόμενους, όπως καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών χαμηλού εισοδήματος, ευάλωτων καταναλωτών, αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας, κατασκευαστές, εγκαταστάτες, αρχιτέκτονες, προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας, και προμηθευτές οχημάτων συμβατών με τη χρήση ανανεώσιμης ενέργειας και ευφυών συστημάτων μεταφορών.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι πληροφορίες για τα καθαρά οφέλη, το κόστος και την ενεργειακή απόδοση του εξοπλισμού και των συστημάτων για τη χρήση θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές διατίθενται είτε από τους προμηθευτές του εξοπλισμού ή των συστημάτων είτε από τις αρμόδιες αρχές.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ώστε καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμα συστήματα χαρακτηρισμού να είναι διαθέσιμα για τους εγκαταστάτες μικρής κλίμακας λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας, ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων, γεωθερμικών συστημάτων μικρού βάθους και αντλιών θερμότητας. Τα εν λόγω καθεστώτα μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τα υφιστάμενα καθεστώτα και δομές, ανάλογα με την περίπτωση, και βασίζονται στα κριτήρια του παραρτήματος IV. Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει την πιστοποίηση που έχει χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια.

4.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν πληροφορίες για τα καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμα συστήματα χαρακτηρισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να δημοσιοποιούν τον κατάλογο εγκαταστατών οι οποίοι διαθέτουν τα σχετικά προσόντα ή είναι πιστοποιημένοι σύμφωνα με την παράγραφο 3.

5.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την παροχή οδηγιών προς όλους τους ενδιαφερομένους, ιδίως δε τους πολεοδόμους και τους αρχιτέκτονες, ώστε αυτοί να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον βέλτιστο συνδυασμό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τεχνολογιών υψηλής απόδοσης, καθώς και τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης κατά τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, τη δόμηση και την ανακαίνιση βιομηχανικών, εμπορικών ή οικιστικών ζωνών.

6.   Τα κράτη μέλη, όπου κρίνεται σκόπιμο με τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, εκπονούν προγράμματα ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, παροχής οδηγιών ή κατάρτισης για να ενημερώνουν τους πολίτες για τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους ως ενεργοί πελάτες και για τα πλεονεκτήματα και τις πρακτικές λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών και οικονομικών πτυχών, της ανάπτυξης και της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων μέσω της αυτοκατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ή στο πλαίσιο κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας.

Άρθρο 19

Εγγυήσεις προέλευσης για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές

1.   Για τους σκοπούς της απόδειξης στους τελικούς πελάτες του μεριδίου ή της ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο ενεργειακό μείγμα προμηθευτή ενέργειας και στην ενέργεια που παρέχεται στους καταναλωτές βάσει σύμβασης που συνάπτεται με αναφορά της κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι δυνατόν να παρέχεται εγγύηση για την προέλευση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια.

2.   Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εκδίδεται εγγύηση προέλευσης ύστερα από σχετικό αίτημα παραγωγού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, εκτός αν τα κράτη μέλη αποφασίσουν, για λόγους που αφορούν τον λογιστικό υπολογισμό της αγοραίας αξίας της εγγύησης προέλευσης, να μην εκδώσουν παρόμοια εγγύηση προέλευσης σε παραγωγό χρηματοδοτούμενο από καθεστώς στήριξης. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την έκδοση εγγυήσεων προέλευσης για ενέργεια από μη ανανεώσιμες πηγές. Η έκδοση εγγυήσεων προέλευσης μπορεί να εξαρτάται από ένα ελάχιστο όριο εγκατεστημένης ισχύος. Η εγγύηση προέλευσης αντιστοιχεί σε τυποποιημένη ενέργεια 1 MWh. Δεν επιτρέπεται να εκδίδονται περισσότερες από μία εγγυήσεις προέλευσης για κάθε μονάδα παραγόμενης ενέργειας.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ίδια μονάδα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να λαμβάνεται υπόψη μόνον άπαξ.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν ένας παραγωγός χρηματοδοτείται από καθεστώς στήριξης, η αγοραία αξία της εγγύησης προέλευσης για την ίδια παραγωγή λαμβάνεται δεόντως υπόψη στο οικείο καθεστώς στήριξης.

Θεωρείται ότι η αγοραία αξία της εγγύησης προέλευσης για την ίδια παραγωγή έχει ληφθεί δεόντως υπόψη σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν η χρηματοδοτική στήριξη χορηγείται μέσω διαδικασίας υποβολής προσφορών ή συστήματος διαπραγματεύσιμων πράσινων πιστοποιητικών·

β)

όταν η αγοραία αξία των εγγυήσεων προέλευσης λαμβάνεται διοικητικά υπόψη στο επίπεδο της χρηματοδοτικής στήριξης ή

γ)

όταν οι εγγυήσεις προέλευσης δεν εκδίδονται απευθείας στον παραγωγό αλλά σε προμηθευτή ή καταναλωτή ο οποίος αγοράζει την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές είτε σε ανταγωνιστικό περιβάλλον είτε μέσω μακροπρόθεσμης σύμβασης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Για να ληφθεί υπόψη η αγοραία αξία της εγγύησης προέλευσης, τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να εκδώσουν εγγύηση προέλευσης σε παραγωγό και να την ακυρώσουν αμέσως.

Η εγγύηση προέλευσης δεν σχετίζεται με τη συμμόρφωση του κράτους μέλους προς το άρθρο 3. Οι μεταβιβάσεις εγγυήσεων προέλευσης, χωριστά ή μαζί με την υλική μεταβίβαση ενέργειας, δεν επηρεάζουν την απόφαση των κρατών μελών να χρησιμοποιούν στατιστικές μεταβιβάσεις, κοινά έργα ή κοινά καθεστώτα στήριξης για να συμμορφωθούν προς το άρθρο 3 ή για να υπολογίζουν την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με το άρθρο 7.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι εγγυήσεις προέλευσης ισχύουν για 12 μήνες από την παραγωγή της σχετικής μονάδας ενέργειας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι εγγυήσεις προέλευσης που δεν έχουν ανακληθεί λήγουν το αργότερο 18 μήνες μετά από την παραγωγή της μονάδας ενέργειας. Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν τις εγγυήσεις προέλευσης που έχουν λήξει στον υπολογισμό του υπολειπόμενου ενεργειακού μείγματός τους.

4.   Για τους σκοπούς της κοινοποίησης που αναφέρεται στις παραγράφους 8 και 13, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις ενέργειας να ανακαλούν τις εγγυήσεις προέλευσης το αργότερο εντός έξι μηνών από τη λήξη τους.

5.   Τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς εποπτεύουν την έκδοση, τη μεταβίβαση και την ανάκληση των εγγυήσεων προέλευσης. Οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς δεν έχουν αλληλεπικαλυπτόμενες γεωγραφικές αρμοδιότητες και είναι ανεξάρτητοι από τις δραστηριότητες παραγωγής, εμπορίου και εφοδιασμού.

6.   Τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς θεσπίζουν κατάλληλους μηχανισμούς για να εξασφαλίζουν την ηλεκτρονική έκδοση, μεταβίβαση και ανάκληση των εγγυήσεων προέλευσης και ότι οι εγγυήσεις αυτές είναι ακριβείς, αξιόπιστες και μη παραποιήσιμες. Τα κράτη μέλη και οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις που επιβάλλουν συμμορφώνονται με το πρότυπο CEN - EN 16325.

7.   Στην εγγύηση προέλευσης προσδιορίζονται τουλάχιστον:

α)

η πηγή ενέργειας από την οποία παρήχθη η ενέργεια και οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης της παραγωγής της·

β)

κατά πόσον η εγγύηση προέλευσης αφορά:

i)

ηλεκτρική ενέργεια,

ii)

φυσικό αέριο, συμπεριλαμβανομένου του υδρογόνου ή

iii)

θέρμανση ή ψύξη·

γ)

η ονομασία, ο τόπος, το είδος και η δυναμικότητα της εγκατάστασης στην οποία παρήχθη η ενέργεια·

δ)

εάν η εγκατάσταση έχει λάβει επενδυτική στήριξη και εάν η μονάδα ενέργειας έχει επωφεληθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από εθνικό καθεστώς στήριξης, και τη μορφή του καθεστώτος στήριξης·

ε)

η ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να λειτουργεί η εγκατάσταση και

στ)

η ημερομηνία και η χώρα έκδοσης και ο ενιαίος αριθμός αναγνώρισης.

Στις εγγυήσεις προέλευσης από εγκαταστάσεις κάτω των 50 kW είναι δυνατόν να αναγράφονται απλουστευμένες πληροφορίες.

8.   Εάν ένας προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεούται να αποδεικνύει το μερίδιο ή την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που περιέχεται στο ενεργειακό του μείγμα για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 9 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/72/ΕΚ, το αποδεικνύει χρησιμοποιώντας τις εγγυήσεις προέλευσης εκτός:

α)

σε σχέση με το μερίδιο του ενεργειακού του μείγματος που αντιστοιχεί σε εμπορικές προσφορές που δεν ιχνηλατούνται, εάν υπάρχουν, για τις οποίες ο προμηθευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει το υπολειπόμενο μείγμα ή

β)

εάν κράτος μέλος αποφασίσει να μην εκδώσει εγγυήσεις προέλευσης σε παραγωγό που χρηματοδοτείται από καθεστώς στήριξης.

Αν τα κράτη μέλη έχουν προβλέψει εγγυήσεις προέλευσης για άλλα είδη ενέργειας, οι προμηθευτές χρησιμοποιούν πάντα προς κοινοποίηση το ίδιο είδος εγγυήσεων προέλευσης με την παρεχόμενη ενέργεια. Ομοίως, οι εγγυήσεις προέλευσης που δημιουργούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 10 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ μπορούν να χρησιμοποιούνται ως μέσο απόδειξης της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης με τη χρήση ανανεώσιμων πηγών μπορεί να εκδίδεται μόνο μία εγγύηση προέλευσης, στην οποία προσδιορίζονται και τα δύο χαρακτηριστικά.

9.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις εγγυήσεις προέλευσης που εκδίδουν άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, αποκλειστικά ως απόδειξη των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 7 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως στ). Τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται την αναγνώριση εγγύησης προέλευσης μόνον εάν έχουν βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την ακρίβεια, την αξιοπιστία ή την αλήθειά της. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρνήσεις αυτές και την αιτιολόγησή τους.

10.   Αν η Επιτροπή κρίνει ότι άρνηση αναγνώρισης της εγγύησης προέλευσης είναι αβάσιμη, μπορεί να εκδίδει απόφαση με την οποία υποχρεώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να την αναγνωρίσει.

11.   Τα κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν τις εγγυήσεις προέλευσης που εκδίδει τρίτη χώρα, εκτός εάν η Ένωση έχει συνάψει συμφωνία με την εν λόγω χώρα για την αμοιβαία αναγνώριση των εγγυήσεων προέλευσης που εκδίδονται στην Ένωση και των συμβατών συστημάτων εγγυήσεων προέλευσης που εφαρμόζονται στην εν λόγω τρίτη χώρα, και μόνο σε περίπτωση άμεσης εισαγωγής ή εξαγωγής ενέργειας.

12.   Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, να καθορίζουν αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια για τη χρήση των εγγυήσεων σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του άρθρου 3 παράγραφος 9 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ.

13.   Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση αξιολόγησης των επιλογών για τη θέσπιση οικολογικού σήματος για ολόκληρη την Ένωση με στόχο την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται από νέες εγκαταστάσεις. Οι προμηθευτές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που περιλαμβάνουν οι εγγυήσεις προέλευσης για να αποδεικνύουν τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις του εν λόγω σήματος.

Άρθρο 20

Πρόσβαση στα δίκτυα και εκμετάλλευση των δικτύων

1.   Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα κράτη μέλη εξετάζουν την ανάγκη επέκτασης της υφιστάμενης δικτυακής υποδομής φυσικού αερίου για να διευκολύνουν την ενσωμάτωση του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

2.   Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής της επικράτειάς τους να δημοσιεύουν τεχνικούς κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, ιδίως δε κανόνες για τη σύνδεση με το δίκτυο που περιλαμβάνουν απαιτήσεις για την ποιότητα, την οσμή και την πίεση του φυσικού αερίου. Τα κράτη μέλη απαιτούν επίσης από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής να δημοσιεύουν τα τιμολόγια σύνδεσης για τη σύνδεση φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων.

3.   Με βάση την οικεία εκτίμηση που περιλαμβάνεται στα ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, για την αναγκαιότητα κατασκευής νέων υποδομών για τηλεθέρμανση και τηλεψύξη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με σκοπό την επίτευξη του ενωσιακού στόχου που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την ανάπτυξη υποδομής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που να εξυπηρετεί την παραγωγή θέρμανσης και ψύξης από μεγάλες μονάδες βιομάζας, ηλιακής ενέργειας, ενέργειας περιβάλλοντος και γεωθερμικής ενέργειας, καθώς και από απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη.

Άρθρο 21

Αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι καταναλωτές να έχουν δικαίωμα να γίνουν αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με βάση το παρόν άρθρο.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεμονωμένα ή μέσω φορέων σωρευτικής εκπροσώπησης, να δικαιούνται:

α)

να παράγουν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων για δική τους κατανάλωση, να αποθηκεύουν και να πωλούν την πλεονάζουσα παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων μέσω συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας και συμβάσεων εμπορίας χωρίς διαμεσολάβηση, χωρίς να υπόκεινται:

i)

σε σχέση με την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν από το δίκτυο ή διοχετεύουν σε αυτό, σε μεροληπτικές ή δυσανάλογα επαχθείς διαδικασίες και επιβαρύνσεις και σε τέλη δικτύου που δεν αντανακλούν το κόστος·

ii)

σε σχέση με την αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παραμένει στις εγκαταστάσεις τους, σε μεροληπτικές ή δυσανάλογα επαχθείς διαδικασίες και σε οποιαδήποτε επιβάρυνση ή τέλος·

β)

να εγκαθιστούν και να λειτουργούν συστήματα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας σε συνδυασμό με εγκαταστάσεις που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για αυτοκατανάλωση, χωρίς να είναι υπόχρεοι σε οποιαδήποτε διπλή χρέωση, όπως τέλη δικτύου, για την αποθηκευμένη ηλεκτρική ενέργεια η οποία παραμένει στις εγκαταστάσεις τους·

γ)

να διατηρούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως τελικοί καταναλωτές·

δ)

να λαμβάνουν αμοιβή, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, μέσω καθεστώτων στήριξης, για την αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που διοχετεύουν στο δίκτυο, η οποία αποτυπώνει την αγοραία αξία της εν λόγω ηλεκτρικής ενέργειας και λαμβάνει ενδεχομένως υπόψη τη μακροπρόθεσμη αξία της για το δίκτυο, το περιβάλλον και την κοινωνία.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν αμερόληπτες και αναλογικές χρεώσεις και τέλη σε αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με την αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική τους ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, η οποία παραμένει στις εγκαταστάσεις τους, σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εάν η αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές λαμβάνει αποτελεσματική στήριξη, μόνο εφόσον δεν υπονομεύονται η οικονομική βιωσιμότητα του έργου και ο χαρακτήρας κινήτρου αυτής της στήριξης·

β)

από 1ης Δεκεμβρίου 2026, εάν το συνολικό μερίδιο των εγκαταστάσεων αυτοκατανάλωσης υπερβαίνει το 8 % της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος ηλεκτρικής ενέργειας ενός κράτους μέλους, και αν αποδειχθεί από ανάλυση κόστους-οφέλους από την εθνική ρυθμιστική αρχή του εν λόγω κράτους μέσω ανοικτής, διαφανούς και συμμετοχικής διαδικασίας, ότι η παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο ii) είτε προκαλεί σημαντικά δυσανάλογη επιβάρυνση στη μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα του ηλεκτρικού συστήματος ή δημιουργεί κίνητρο που υπερβαίνει το αντικειμενικά απαραίτητο για την επίτευξη οικονομικώς συμφέρουσας ανάπτυξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και ότι αυτή η επιβάρυνση ή το κίνητρο δεν είναι δυνατό να ελαχιστοποιηθεί μέσω άλλων εύλογων δράσεων ή

γ)

εάν η αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές παράγεται σε εγκαταστάσεις με δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής που υπερβαίνει τα 30 kW.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που βρίσκονται στο ίδιο κτίριο, συμπεριλαμβανομένων των πολυκατοικιών, δικαιούνται να συμμετέχουν από κοινού σε δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και ότι έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν μεταξύ τους τον επιμερισμό της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται στη μονάδα ή τις μονάδες τους, με την επιφύλαξη των εν ισχύ τελών δικτύου και άλλων σχετικών χρεώσεων, τελών, εισφορών και φόρων εφαρμοστέων σε κάθε αυτοκαταναλωτή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβούν σε διάκριση μεταξύ αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που ενεργούν από κοινού. Τυχόν διαφορετική μεταχείριση είναι αναλογική και δεόντως αιτιολογημένη.

5.   Η εγκατάσταση του αυτοκαταναλωτή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μπορεί να τελεί υπό την κυριότητα ή τη διαχείριση ενός τρίτου μέρους όσον αφορά την εγκατάσταση, τη λειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης και της συντήρησης, εφόσον το τρίτο μέρος παραμένει υπό τις εντολές του αυτοκαταναλωτή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Το ίδιο το τρίτο μέρος δεν θεωρείται αυτοκαταναλωτής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

6.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν ευνοϊκό πλαίσιο για να προωθήσουν και να διευκολύνουν την ανάπτυξη της αυτοκατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές με βάση αξιολόγηση των υφιστάμενων αδικαιολόγητων φραγμών στην αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και του δυναμικού της στο έδαφος και τα ενεργειακά δίκτυά τους. Το εν λόγω πλαίσιο, μεταξύ άλλων:

α)

καλύπτει την πρόσβαση όλων των τελικών πελατών στην αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων όσων ζουν σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ή ευάλωτα νοικοκυριά·

β)

αντιμετωπίζει τους αδικαιολόγητους φραγμούς για τη χρηματοδότηση των έργων στην αγορά και περιλαμβάνει μέτρα για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση·

γ)

αντιμετωπίζει άλλους πιθανούς αδικαιολόγητους κανονιστικούς φραγμούς για την αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων και για τους ενοίκους·

δ)

περιλαμβάνει κίνητρα για τους ιδιοκτήτες κτιρίων προκείμενου να δημιουργούν ευκαιρίες για αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων και για τους ενοικιαστές·

ε)

παρέχει στους αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, για την αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που εγχέουν στο δίκτυο, πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στα σχετικά καθεστώτα στήριξης, καθώς και σε όλα τα τμήματα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας·

στ)

διασφαλίζει ότι οι αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές συμβάλλουν επαρκώς και με ισορροπημένο τρόπο στον συνολικό επιμερισμό του κόστους του συστήματος όταν η ηλεκτρική ενέργεια εγχέεται στο δίκτυο.

Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν σύνοψη των πολιτικών και των μέτρων στο πλαίσιο του ευνοϊκού πλαισίου, και αξιολόγηση της εφαρμογής τους στα ενοποιημένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα και στις εκθέσεις προόδου τους δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

7.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 22

Κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικοί πελάτες, ιδίως οι οικιακοί, έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν σε κοινότητα ανανεώσιμης ενέργειας διατηρώντας παράλληλα τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις που έχουν ως τελικοί πελάτες, και χωρίς να υπόκεινται σε όρους ή διαδικασίες που δεν αιτιολογούνται ή εισάγουν διακρίσεις, και θα απέτρεπαν τη συμμετοχή τους σε κοινότητα ανανεώσιμης ενέργειας, εφόσον, στην περίπτωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, η συμμετοχή τους δεν συνιστά την κύρια εμπορική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας έχουν δικαίωμα:

α)

να παράγουν, να καταναλώνουν, να αποθηκεύουν και να πωλούν ανανεώσιμη ενέργεια, μεταξύ άλλων μέσω συμβάσεων αγοράς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

β)

να επιμερίζουν εντός της κοινότητας ανανεώσιμης ενέργειας την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται από τις μονάδες παραγωγής ιδιοκτησίας της κοινότητας ανανεώσιμης ενέργειας, με την επιφύλαξη των άλλων απαιτήσεων του παρόντος άρθρου και της διασφάλισης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μελών της κοινότητας ανανεώσιμης ενέργειας ως τελικών καταναλωτών·

γ)

να έχουν πρόσβαση σε όλες τις κατάλληλες αγορές ενέργειας τόσο απευθείας όσο και μέσω σωρευτικής εκπροσώπησης κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις.

3.   Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν αξιολόγηση των φραγμών και των δυνατοτήτων ανάπτυξης των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας στο έδαφός τους.

4.   Τα κράτη μέλη παρέχουν ευνοϊκό πλαίσιο για την προώθηση και τη διευκόλυνση της ανάπτυξης κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας. Το πλαίσιο αυτό διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ότι:

α)

καταργούνται οι αδικαιολόγητοι κανονιστικοί και διοικητικοί φραγμοί για τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας·

β)

οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας που παρέχουν ενέργεια ή υπηρεσίες σωρευτικής εκπροσώπησης ή άλλες εμπορικές υπηρεσίες σχετικές με την ενέργεια υπόκεινται στις ρυθμίσεις που αφορούν τις εν λόγω δραστηριότητες·

γ)

ο διαχειριστής του δικτύου διανομής συνεργάζεται με τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας για να διευκολύνει τις μεταβιβάσεις ενέργειας εντός των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας·

δ)

οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας υπόκεινται σε δίκαιες, αναλογικές και διαφανείς διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών καταχώρισης και αδειοδότησης, και σε τέλη δικτύου που αντικατοπτρίζουν το κόστος, καθώς και σε τέλη, εισφορές και φόρους, διασφαλίζοντας ότι συμβάλλουν με τρόπο επαρκή, δίκαιο και ισορροπημένο στον συνολικό επιμερισμό του κόστους του ηλεκτρικού συστήματος, σύμφωνα με διαφανή ανάλυση κόστους-ωφέλειας των κατανεμημένων πηγών ενέργειας που αναπτύσσουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές·

ε)

οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας δεν υπόκεινται σε διακριτική μεταχείριση σε σχέση με τις δραστηριότητές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους ως τελικών πελατών, παραγωγών, προμηθευτών, διαχειριστών συστημάτων διανομής ή λοιπών συμμετεχόντων στην αγορά·

στ)

η συμμετοχή σε κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας είναι προσβάσιμη σε όλους τους καταναλωτές, περιλαμβανομένων των καταναλωτών από νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ή ευάλωτα νοικοκυριά·

ζ)

διατίθενται εργαλεία για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση και πληροφόρηση·

η)

παρέχεται στις δημόσιες αρχές κανονιστική στήριξη και στήριξη για την ανάπτυξη ικανοτήτων για τη δημιουργία κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας και τη διευκόλυνση της άμεσης συμμετοχής των αρχών·

θ)

υπάρχουν κανόνες που διασφαλίζουν την ισότιμη και χωρίς διακρίσεις μεταχείριση των καταναλωτών που συμμετέχουν στην κοινότητα ανανεώσιμης ενέργειας.

5.   Τα κύρια στοιχεία που διέπουν το ευνοϊκό πλαίσιο της παραγράφου 4 και την εφαρμογή του συμπεριλαμβάνονται στις επικαιροποιήσεις των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων των κρατών μελών για την ενέργεια και το κλίμα και στις εκθέσεις προόδου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας είναι ανοιχτές στη διασυνοριακή συμμετοχή.

7.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη κατά τον σχεδιασμό καθεστώτων στήριξης τις ιδιαιτερότητες των κοινοτήτων ανανεώσιμης ενέργειας, ώστε να τους επιτρέπουν να συναγωνίζονται για στήριξη επί ίσοις όροις με τους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.

Άρθρο 23

Ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη θέρμανση και την ψύξη

1.   Προκειμένου να προωθηθεί η χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, κάθε κράτος μέλος επιδιώκει να αυξήσει το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον εν λόγω τομέα κατά ενδεικτικό ποσοστό 1,3 ποσοστιαίων μονάδων κατά μέσο όρο ετησίως, υπολογιζόμενο για τις περιόδους 2021 έως 2025 και 2026 έως 2030 αρχής γενομένης από το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης το 2020, και εκφραζόμενο ως εθνικό μερίδιο της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και υπολογιζόμενο σύμφωνα με τη μεθοδολογία του άρθρου 7, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Η αύξηση αυτή περιορίζεται σε ενδεικτική τιμή 1,1 ποσοστιαίων μονάδων για τα κράτη μέλη όπου δεν χρησιμοποιείται απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη. Όπου αρμόζει, τα κράτη μέλη δίνουν προτεραιότητα στις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κατά τον υπολογισμό του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης και της μέσης ετήσιας αύξησής τους κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω παράγραφο, τα κράτη μέλη:

α)

μπορούν να συνυπολογίζουν την απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη εντός του ορίου του 40 % της μέσης ετήσιας αύξησης·

β)

όταν έχουν μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης άνω του 60 % μπορούν να υπολογίζουν κάθε τέτοιο μερίδιο ως συμμορφούμενο προς τη μέση ετήσια αύξηση· και

γ)

όταν έχουν μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη άνω του 50 % και έως 60 % μπορούν να υπολογίζουν κάθε τέτοιο μερίδιο ως συμμορφούμενο προς το ήμισυ της μέσης ετήσιας αύξησης.

Όταν αποφασίζουν τα μέτρα που θα λάβουν για να αναπτύξουν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τη σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας συνυπολογίζοντας τους διαρθρωτικούς φραγμούς που προκύπτουν από το υψηλό μερίδιο του φυσικού αερίου ή της ψύξης και ή των δομών διασκορπισμένης οικιστικής διάρθρωσης με χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα.

Αν αναμένεται τα εν λόγω μέτρα να επιφέρουν μείωση της μέσης ετήσιας αύξησης σε σχέση με αυτή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη τη δημοσιοποιούν, για παράδειγμα στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών εκθέσεων προόδου τους για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, και παρέχουν στην Επιτροπή αιτιολόγηση που περιλαμβάνει την επιλογή των μέτρων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καταρτίσουν και να δημοσιοποιήσουν κατάλογο μέτρων, βάσει αντικειμενικών, διαφανών κριτηρίων που δεν εισάγουν διακρίσεις, και μπορούν να ορίσουν και να δημοσιοποιήσουν τους εκτελεστικούς φορείς, όπως προμηθευτές καυσίμων, δημόσιοι ή επαγγελματικοί φορείς, που πρέπει να συνεισφέρουν στη μέση ετήσια αύξηση κατά την παράγραφο 1.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τη μέση ετήσια αύξηση κατά την παράγραφο 1, μεταξύ άλλων, μέσω μίας ή περισσότερων από τις ακόλουθες επιλογές:

α)

φυσική ενσωμάτωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ή απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης στην ενέργεια και στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ψύξη·

β)

άμεσα μέτρα μετριασμού, όπως η εγκατάσταση σε κτίρια άκρως αποδοτικών συστημάτων θέρμανσης και ψύξης που λειτουργούν με ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ή η χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ή η χρήση απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης για βιομηχανικές διαδικασίες θέρμανσης και ψύξης·

γ)

έμμεσα μέτρα μετριασμού που καλύπτονται από εμπορεύσιμα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της παραγράφου 1 μέσω της στήριξης έμμεσων μέτρων μετριασμού, τα οποία εφαρμόζονται από άλλον οικονομικό φορέα, όπως ένας ανεξάρτητος εγκαταστάτης τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας ή μια εταιρεία ενεργειακών υπηρεσιών που παρέχει υπηρεσίες εγκατάστασης στον τομέα της ανανεώσιμης ενέργειας·

δ)

άλλα μέτρα πολιτικής με ισοδύναμο αποτέλεσμα για την επίτευξη της ετήσιας αύξησης της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών μέτρων ή άλλων οικονομικών κινήτρων.

Κατά τη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων για τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη επιδιώκουν να εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα είναι προσβάσιμα σε όλους τους καταναλωτές, και ειδικότερα σε όσους ζουν σε νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ή σε ευάλωτα νοικοκυριά που δεν θα διέθεταν διαφορετικά επαρκή αρχικά κεφάλαια για να ωφεληθούν.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις δομές που δημιουργήθηκαν βάσει των εθνικών υποχρεώσεων ενεργειακής απόδοσης του άρθρου 7 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την εφαρμογή και την παρακολούθηση των μέτρων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

6.   Όπου οι φορείς ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η συνεισφορά των φορέων να είναι μετρήσιμη και επαληθεύσιμη και οι φορείς να υποβάλλουν ετήσια έκθεση σχετικά με:

α)

τη συνολική ποσότητα παρεχόμενης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη,

β)

τη συνολική ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παρέχεται για θέρμανση και ψύξη,

γ)

την ποσότητα απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης που παρέχεται για θέρμανση και ψύξη,

δ)

το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης στη συνολική ποσότητα παρεχόμενης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη και

ε)

το είδος της πηγής ανανεώσιμης ενέργειας.

Άρθρο 24

Τηλεθέρμανση και τηλεψύξη

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται πληροφορίες στους τελικούς καταναλωτές για τις ενεργειακές επιδόσεις και το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα συστήματά τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης τους κατά τρόπο εύκολα προσβάσιμο, όπως για παράδειγμα στους ιστότοπους των προμηθευτών, σε ετήσιους λογαριασμούς ή κατόπιν αιτήματος.

2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα και καθορίζουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να μπορούν οι καταναλωτές των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που δεν αποτελούν αποδοτικά συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης ή που δεν πρόκειται έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 να γίνουν παρόμοιο σύστημα, βάσει σχεδίου που εγκρίνει η αρμόδια αρχή, να αποσυνδεθούν καταγγέλλοντας ή τροποποιώντας τη σύμβασή τους για να παράγουν οι ίδιοι θέρμανση ή ψύξη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Αν η καταγγελία της σύμβασης αφορά υλική αποσύνδεση, μπορεί να εξαρτάται από αποζημίωση για δαπάνες που προκύπτουν άμεσα από την υλική αποσύνδεση και το μη αποσβεσθέν μέρος των πάγιων στοιχείων που απαιτούνται για την παροχή θέρμανσης και ψύξης στον συγκεκριμένο πελάτη.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν το δικαίωμα αποσύνδεσης με καταγγελία ή τροποποίηση της σύμβασής τους σύμφωνα με την παράγραφο 2 στους πελάτες που είναι σε θέση να αποδείξουν ότι η προβλεπόμενη εναλλακτική λύση προμήθειας για θέρμανση ή ψύξη έχει ως αποτέλεσμα αισθητά καλύτερη ενεργειακή απόδοση. Η αξιολόγηση της ενεργειακής απόδοσης της εναλλακτικής λύσης προμήθειας μπορεί να βασίζεται στο πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης συμβάλλουν στην αύξηση που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας με την υλοποίηση μίας τουλάχιστον από τις ακόλουθες δύο επιλογές:

α)

Προσπάθεια αύξησης του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και από απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη της τηλεθέρμανσης και της τηλεψύξης κατά τουλάχιστον 1 ποσοστιαία μονάδα ως ετήσιο μέσο όρο που υπολογίζεται για τις περιόδους 2021 έως 2025 και 2026 έως 2030 αρχής γενομένης από το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και από πηγές απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης της τηλεθέρμανσης και της τηλεψύξης το 2020, εκφραζόμενου ως μεριδίου επί της τελικής κατανάλωσης ενέργειας της τηλεθέρμανσης και της τηλεψύξης, εφαρμόζοντας μέτρα που μπορούν να αναμένονται ότι θα προκαλέσουν τη μέση ετήσια αυτή αύξηση σε έτη με κανονικές κλιματικές συνθήκες.

Τα κράτη μέλη με μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και από απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη στον τομέα της τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης άνω του 60 % μπορούν να υπολογίζουν κάθε τέτοιο μερίδιο ως συμμορφούμενο προς τη μέση ετήσια αύξηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου.

Τα κράτη μέλη ορίζουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την υλοποίηση της μέσης ετήσιας αύξησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου στα εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα κατά το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

β)

Μέριμνα ώστε οι διαχειριστές συστημάτων τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης να είναι υποχρεωμένοι να συνδέουν προμηθευτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και από απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη ή να είναι υποχρεωμένοι να προτείνουν να συνδέουν και να αγοράζουν θέρμανση και ψύξη που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και από απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη από τρίτους προμηθευτές με βάση αμερόληπτα κριτήρια που καθορίζει η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους όταν χρειάζεται να κάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

i)

να εξυπηρετηθεί η ζήτηση από νέους πελάτες·

ii)

να αντικαταστήσουν υφιστάμενες δυναμικότητες παραγωγής θέρμανσης ή ψύξης·

iii)

να επεκτείνουν υφιστάμενες δυναμικότητες παραγωγής θέρμανσης ή ψύξης.

5.   Όταν κράτος μέλος υλοποιεί τη δυνατότητα της παραγράφου 4 στοιχείο β), ο διαχειριστής συστήματος τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης μπορεί να αρνηθεί να συνδέσει και να αγοράσει θέρμανση ή ψύξη από τρίτους προμηθευτές όταν:

α)

το σύστημα δεν διαθέτει την απαραίτητη δυναμικότητα λόγω άλλων παροχών από απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη, από θερμότητα ή ψύξη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή από θερμότητα ή ψύξη που παράγονται με συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης·

β)

η θερμότητα ή η ψύξη που παρέχεται από τον τρίτο προμηθευτή δεν πληροί τις τεχνικές παραμέτρους που είναι αναγκαίες για τη σύνδεση και την εξασφάλιση αξιόπιστης και ασφαλούς λειτουργίας του συστήματος τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης ή

γ)

ο φορέας μπορεί να αποδείξει ότι η παροχή πρόσβασης θα οδηγούσε σε υπερβολική αύξηση του κόστους θέρμανσης ή ψύξης για τους τελικούς πελάτες σε σχέση με το κόστος της χρήσης της κύριας τοπικής παροχής θέρμανσης και ψύξης με την οποία θα ανταγωνιζόταν η ανανεώσιμη πηγή ενέργειας ή η απορριπτόμενη θερμότητα και ψύξη.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όταν ο διαχειριστής συστήματος τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης αρνείται να συνδέσει προμηθευτή θέρμανσης ή ψύξης κατά το πρώτο εδάφιο, να παρέχεται πληροφόρηση για τους λόγους της άρνησης, καθώς και για τις προϋποθέσεις και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στο σύστημα για να επιτραπεί η σύνδεση από τον εν λόγω φορέα προς την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 9.

6.   Όταν ένα κράτος μέλος ασκεί τη δυνατότητα της παραγράφου 4 στοιχείο β), μπορεί να εξαιρεί τους διαχειριστές των κατωτέρω συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης από την εφαρμογή του εν λόγω στοιχείου:

α)

συστήματα αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης·

β)

συστήματα αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που χρησιμοποιούν συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης·

γ)

συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που, βάσει σχεδίου εγκεκριμένου από την αρμόδια αρχή, καθίστανται συστήματα αποδοτικής τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2025·

δ)

τα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ κάτω των 20 MW.

7.   Το δικαίωμα αποσύνδεσης μέσω καταγγελίας ή τροποποίησης σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορεί να ασκείται από μεμονωμένους πελάτες, από κοινές επιχειρήσεις αποτελούμενες από πελάτες ή από μέρη που ενεργούν για λογαριασμό πελατών. Για πολυκατοικίες, η εν λόγω αποσύνδεση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε επίπεδο ολόκληρου του κτιρίου, σύμφωνα με την ισχύουσα οικιστική νομοθεσία.

8.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους διαχειριστές συστημάτων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας να αξιολογούν τουλάχιστον ανά τέσσερα έτη, σε συνεργασία με τους διαχειριστές συστημάτων τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης στις αντίστοιχες περιοχές τους, το δυναμικό των συστημάτων τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης για παροχή υπηρεσιών εξισορρόπησης και άλλων υπηρεσιών συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της ανταπόκρισης στη ζήτηση και της αποθήκευσης της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, και να εξετάζουν κατά πόσο η χρήση του ως άνω δυναμικού θα ήταν πιο ασφαλής και οικονομικά αποδοτική από εναλλακτικές λύσεις.

9.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών και οι κανόνες λειτουργίας των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σύμφωνα με το παρόν άρθρο καθορίζονται και εφαρμόζονται με σαφήνεια από την αρμόδια αρχή.

10.   Ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να εφαρμόσει τις παραγράφους 2 έως 9 του παρόντος άρθρου αν:

α)

το μερίδιο τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που διαθέτει είναι λιγότερο ή ίσο του 2 % της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας θέρμανσης και ψύξης του την 24η Δεκεμβρίου 2018·

β)

το μερίδιο τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που διαθέτει αυξάνεται πέραν του 2 % μέσω της ανάπτυξης νέων αποδοτικών συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης βάσει των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων του για την ενέργεια και το κλίμα κατά το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 ή κατά την αξιολόγηση του άρθρου 15 παράγραφος 7 της παρούσας οδηγίας ή

γ)

το μερίδιο των συστημάτων της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου αντιστοιχεί σε πάνω από το 90 % των συνολικών πωλήσεων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σε ένα κράτος μέλος.

Άρθρο 25

Προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών

1.   Για να προωθηθεί η χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών, κάθε κράτος μέλος ορίζει υποχρέωση των προμηθευτών καυσίμων να μεριμνούν ώστε το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στον τομέα των μεταφορών να είναι τουλάχιστον 14 % μέχρι το 2030 (ελάχιστο μερίδιο) σύμφωνα με ενδεικτική πορεία καθοριζόμενη από το κράτος μέλος και υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ορίζεται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 26 και 27. Η Επιτροπή αξιολογεί αυτήν την υποχρέωση, με σκοπό να υποβάλει, έως το 2023, νομοθετική πρόταση για την αύξησή της, στην περίπτωση που υπάρξουν περαιτέρω σημαντικές μειώσεις κόστους στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, εφόσον απαιτείται για την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της Ένωσης όσον αφορά την απαλλαγή από τις εκπομπές άνθρακα ή όταν αυτό δικαιολογείται από σημαντική μείωση στην κατανάλωση ενέργειας στην Ένωση.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν ή να διακρίνουν μεταξύ των διαφορετικών προμηθευτών καυσίμων και φορέων ενέργειας κατά τον καθορισμό της υποχρέωσης των προμηθευτών καυσίμων, διασφαλίζοντας ότι λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικοί βαθμοί ωριμότητας και το κόστος των διαφορετικών τεχνολογιών.

Για τον υπολογισμό του ελάχιστου μεριδίου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη:

α)

λαμβάνουν υπόψη τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης και όταν χρησιμοποιούνται ως ενδιάμεσα προϊόντα για την παραγωγή συμβατικών καυσίμων και

β)

μπορεί να λαμβάνουν υπόψη τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα.

Εντός του ελάχιστου μεριδίου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η συνεισφορά των προηγμένων βιοκαυσίμων και του βιοαερίου που παράγονται από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α ως μερίδιο της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας στον τομέα των μεταφορών είναι τουλάχιστον ίση με 0,2 % το 2022, τουλάχιστον 1 % το 2025 και τουλάχιστον 3,5 % έως το 2030.

Τα κράτη μέλη δύνανται να εξαιρούν τους προμηθευτές καυσίμων οι οποίοι προμηθεύουν καύσιμα με τη μορφή ηλεκτρικής ενέργειας και ανανεώσιμων υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης, από την υποχρέωση να συμμορφώνονται με το ελάχιστο μερίδιο των προηγμένων βιοκαυσίμων και του βιοαερίου που παράγεται από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α σε σχέση με τα εν λόγω καύσιμα.

Κατά τη θέσπιση της υποχρέωσης στο πλαίσιο του πρώτου και του τέταρτου εδαφίου ώστε να εξασφαλίζεται η επίτευξη του εκεί οριζόμενου μεριδίου, τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να εγκρίνουν μέτρα που αφορούν ειδικά τον όγκο, το ενεργειακό περιεχόμενο ή τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου εφόσον αποδεικνύεται ότι έχουν επιτευχθεί τα ελάχιστα μερίδια που προβλέπονται στο πρώτο και το τέταρτο εδάφιο.

2.   Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση των ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης πλην των καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα είναι τουλάχιστον 70 % από την 1η Ιανουαρίου 2021.

Έως την 21η Ιανουαρίου 2021, η Επιτροπή εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 35 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τη θέσπιση ενδεδειγμένων ελάχιστων ορίων για τη μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα μέσω εκτίμησης του κύκλου ζωής, η οποία λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε καυσίμου.

Άρθρο 26

Ειδικοί κανόνες για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών

1.   Για τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενός κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 7 και του ελάχιστου μεριδίου που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, η συνεισφορά των βιοκαυσίμων και των βιορευστών, καθώς και των καυσίμων βιομάζας που καταναλώνονται στις μεταφορές, εάν παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, δεν υπερβαίνει περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα το μερίδιο των καυσίμων αυτών στην τελική κατανάλωση ενέργειας στους τομείς οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών το 2020 στο εν λόγω κράτος μέλος, με μέγιστο ποσοστό 7 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στον τομέα των οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών στο εν λόγω κράτος μέλος.

Όταν το εν λόγω μερίδιο είναι κάτω από 1 % σε ένα κράτος μέλος, μπορεί να αυξηθεί έως το πολύ 2 % της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης στον τομέα των οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν χαμηλότερο όριο και να κάνουν διάκριση, για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 1, μεταξύ διαφορετικών ειδών βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων για τις επιπτώσεις από την έμμεση αλλαγή στη χρήση γης. Τα κράτη μέλη μπορούν για παράδειγμα να καθορίσουν χαμηλότερο όριο για το μερίδιο των προερχόμενων από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας που παράγονται από ελαιούχα φυτά.

Αν το μερίδιο των βιοκαυσίμων και των βιορευστών, καθώς και των καυσίμων βιομάζας που καταναλώνονται στις μεταφορές, παράγονται δε από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών σε κράτος μέλος, είναι περιορισμένο σε ποσοστό χαμηλότερο του 7 % ή κράτος μέλος αποφασίσει να περιορίσει το μερίδιο περαιτέρω, τότε το εν λόγω κράτος μπορεί να μειώσει το ελάχιστο μερίδιο του άρθρου 25 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο αντιστοίχως κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες το πολύ.

2.   Για τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας ενός κράτους μέλους από τις ανανεώσιμες πηγές του άρθρου 7, και του ελαχίστου μεριδίου του πρώτου εδαφίου του άρθρου 25 παράγραφος 1, το μερίδιο βιοκαυσίμων υψηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών σχετικά με τις οποίες παρατηρείται σημαντική επέκταση της περιοχής παραγωγής σε εκτάσεις με μεγάλα αποθέματα άνθρακα, δεν υπερβαίνει το επίπεδο της κατανάλωσης αυτών των καυσίμων στο εν λόγω κράτος μέλος το 2019, εκτός εάν έχουν πιστοποιηθεί ως βιοκαύσιμα, βιορευστά ή καύσιμα βιομάζας χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης, σύμφωνα με παρούσα παράγραφο.

Από την 31η Δεκεμβρίου 2023 και έως την 31η Δεκεμβρίου 2030 το αργότερο, το εν λόγω όριο μειώνεται σταδιακά ώσπου να φθάσει το 0 %.

Η Επιτροπή υποβάλλει, έως την 1η Φεβρουαρίου 2019, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για την κατάσταση της επέκτασης της παγκόσμιας παραγωγής των σχετικών καλλιεργειών τροφίμων και ζωοτροφών.

Η Επιτροπή εκδίδει, έως την 1η Φεβρουαρίου 2019, κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 35 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τον καθορισμό των κριτηρίων πιστοποίησης των βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης και για τον καθορισμό των πρώτων υλών υψηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης, σχετικά με τις οποίες παρατηρείται σημαντική επέκταση της περιοχής παραγωγής σε εκτάσεις με μεγάλα αποθέματα άνθρακα. Η έκθεση και η συνοδευτική κατ' εξουσιοδότηση πράξη βασίζονται στα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Η Επιτροπή επανεξετάζει, έως την 1η Σεπτεμβρίου 2023, τα κριτήρια που καθορίζονται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις του τέταρτου εδαφίου με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35 για την τροποποίηση, εφόσον απαιτείται, των κριτηρίων αυτών και την συμπερίληψη της πορείας με σκοπό τη σταδιακή μείωση της συνεισφοράς στους στόχους του άρθρου 3 παράγραφος 1 και του ελάχιστου μεριδίου του άρθρου 25 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας υψηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης, τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες για τις οποίες παρατηρείται σημαντική επέκταση της παραγωγής σε εκτάσεις με μεγάλα αποθέματα άνθρακα.

Άρθρο 27

Κανόνες υπολογισμού σε σχέση με τα ελάχιστα μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές

1.   Για τον υπολογισμό των ελάχιστων μεριδίων του άρθρου 25 παράγραφος 1 πρώτο και τέταρτο εδάφιο, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α)

για τον υπολογισμό του παρονομαστή, δηλαδή του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων για οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές που παρέχονται προς κατανάλωση ή χρήση στην αγορά, λαμβάνονται υπόψη η βενζίνη, το πετρέλαιο ντίζελ, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, το βιοαέριο, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης, τα ανακυκλωμένα ανθρακούχα καύσιμα και η ηλεκτρική ενέργεια που παρέχεται στον τομέα των οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών·

β)

για τον υπολογισμό του αριθμητή, δηλαδή της ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, λαμβάνονται υπόψη το ενεργειακό περιεχόμενο όλων των μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παρέχονται σε όλους τους τομείς των μεταφορών, περιλαμβανομένης της ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχεται στους τομείς των οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να λάβουν υπόψη τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα.

Για τον υπολογισμό του αριθμητή, το μερίδιο των βιοκαυσίμων και των βιοαερίων τα οποία παράγονται από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Β περιορίζεται, εκτός από την Κύπρο και τη Μάλτα, στο 1,7 % του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που παρέχονται προς κατανάλωση ή χρήση στην αγορά. Τα κράτη μέλη μπορούν, εφόσον υπάρχει λόγος, να τροποποιούν το εν λόγω όριο λαμβάνοντας υπόψη τη διαθεσιμότητα των πρώτων υλών. Οποιαδήποτε παρόμοια τροποποίηση υπόκειται στην έγκριση της Επιτροπής.

γ)

για τον υπολογισμό τόσο του αριθμητή όσο και του παρονομαστή, χρησιμοποιούνται οι τιμές σχετικά με το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων κίνησης που παρατίθενται στο παράρτημα III. Για τον προσδιορισμό του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα III, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα αντίστοιχα πρότυπα ESO για να προσδιορίσουν τη θερμογόνο δύναμη των καυσίμων. Όταν δεν έχουν εγκριθεί πρότυπα ESO για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται τα σχετικά πρότυπα ISO. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35 για την τροποποίηση της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την προσαρμογή του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης, όπως ορίζονται στο παράρτημα III, σύμφωνα με την επιστημονική και τεχνική πρόοδο.

2.   Για να αποδειχθεί η τήρηση των ελαχίστων ποσοστών του άρθρου 25 παράγραφος 1:

α)

το ποσοστό βιοκαυσίμων και βιοαερίου για τις μεταφορές, που παράγεται από πρώτες ύλες του παραρτήματος ΙΧ, μπορεί να υπολογιστεί ότι είναι δύο φορές το ενεργειακό του περιεχόμενο·

β)

το ποσοστό ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας θεωρείται ότι είναι τέσσερεις φορές το ενεργειακό του περιεχόμενο όταν παρέχεται σε οδικά οχήματα και μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι 1,5 φορές το ενεργειακό του περιεχόμενο όταν παρέχεται στις σιδηροδρομικές μεταφορές·

γ)

με την εξαίρεση των καυσίμων που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, το ποσοστό καυσίμων που παρέχεται στον αεροπορικό και ναυτιλιακό τομέα θεωρείται ότι είναι 1,2 φορές το ενεργειακό του περιεχόμενο.

3.   Για τον υπολογισμό του μεριδίου ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας στην ηλεκτρική ενέργεια που διατίθεται στα οδικά και σιδηροδρομικά οχήματα, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψιν την διετία πριν το έτος διάθεσης του ηλεκτρισμού στο έδαφός τους.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, για τον προσδιορισμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, στην περίπτωση ηλεκτρικής ενέργειας που λαμβάνεται από άμεση σύνδεση με εγκατάσταση που παράγει ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια και που παρέχεται σε οδικά οχήματα, η εν λόγω ηλεκτρική ενέργεια λογίζεται πλήρως ως ανανεώσιμη.

Για να εξασφαλισθεί ότι η αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στον τομέα των μεταφορών πέρα από το ισχύον βασικό σενάριο αναφοράς καλύπτεται από επιπρόσθετες δυνατότητες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η Επιτροπή αναπτύσσει πλαίσιο για την προσθετικότητα στο τομέα των μεταφορών και αναπτύσσει διαφορετικές επιλογές για τον προσδιορισμό του βασικού σεναρίου αναφοράς των κρατών μελών και για τη μέτρηση της προσθετικότητας.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, όταν χρησιμοποιείται ηλεκτρική ενέργεια για την παραγωγή ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης, είτε άμεσα ή για την παραγωγή ενδιάμεσων προϊόντων, για τον προσδιορισμό του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χρησιμοποιείται το μέσο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη χώρα παραγωγής, όπως μετρήθηκε δύο έτη πριν από το υπό συζήτηση έτος.

Ωστόσο, η ηλεκτρική ενέργεια που λαμβάνεται μέσω άμεσης σύνδεσης με εγκατάσταση ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές μπορεί να προσμετράται πλήρως ως ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια για την παραγωγή των εν λόγω ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης εάν η εγκατάσταση:

α)

αρχίζει να λειτουργεί μετά ή ταυτόχρονα με την εγκατάσταση παραγωγής ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης και

β)

δεν είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο ή είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο αλλά μπορεί να αποδειχθεί ότι η αντίστοιχη ηλεκτρική ενέργεια έχει παρασχεθεί χωρίς εισαγωγή ενέργειας από το δίκτυο.

Η ηλεκτρική ενέργεια που έχει παρασχεθεί από το δίκτυο μπορεί να υπολογίζεται ως πλήρως ανανεώσιμη εάν παράγεται αποκλειστικά από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και έχουν αποδειχθεί οι ανανεώσιμες ιδιότητες όπως και λοιπά ενδεδειγμένα κριτήρια, διασφαλίζοντας ότι οι ανανεώσιμες ιδιότητες της εν λόγω ηλεκτρικής ενέργειας διεκδικούνται μόνο μία φορά και μόνο σε ένα τομέα τελικής χρήσης.

Έως την 31η Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 35 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τη θέσπιση ενωσιακής μεθοδολογίας που ορίζει λεπτομερείς κανόνες συμμόρφωσης για τους οικονομικούς φορείς προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στο πέμπτο και έκτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 28

Άλλες διατάξεις για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών

1.   Με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πολλαπλής διεκδίκησης μεμονωμένων παρτίδων στην Ένωση, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ενισχύουν τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών συστημάτων και μεταξύ των εθνικών συστημάτων και των εθελοντικών καθεστώτων και ελεγκτών που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 30, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ανταλλαγής δεδομένων. Όταν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποπτεύεται ή διαπιστώνει απάτη ενημερώνει, κατά περίπτωση, τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

2.   Η Επιτροπή μεριμνά ώστε να δημιουργηθεί ενωσιακή βάση δεδομένων που να επιτρέπει την ιχνηλάτηση των υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης που είναι επιλέξιμα για συνυπολογισμό στον αριθμητή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ). Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς να εισαγάγουν στην εν λόγω βάση δεδομένων τις πληροφορίες για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν και τα χαρακτηριστικά αειφορίας αυτών των καυσίμων, μεταξύ των οποίων οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής τους, με αφετηρία το σημείο παραγωγής τους και μέχρι τον προμηθευτή καυσίμων ο οποίος διαθέτει το καύσιμο στην αγορά. Ένα κράτος μέλος μπορεί να δημιουργήσει εθνική βάση δεδομένων που συνδέεται με την ενωσιακή βάση δεδομένων διασφαλίζοντας ότι οι πληροφορίες που εισάγονται στην εν λόγω βάση διαβιβάζονται αμέσως από τη μία βάση στην άλλη.

Οι προμηθευτές καυσίμων καταχωρίζουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την επαλήθευση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του άρθρου 25 παράγραφος 1 πρώτο και τέταρτο εδάφιο στην οικεία βάση δεδομένων.

3.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίσουν τη διαθεσιμότητα καυσίμων από ανανεώσιμες πηγές για τις μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων σημείων επαναφόρτισης μεγάλης ισχύος προσπελάσιμων στο κοινό και άλλων υποδομών ανεφοδιασμού, όπως προβλέπεται στα εθνικά πλαίσια πολιτικής τους σύμφωνα με την οδηγία 2014/94/ΕΕ.

4.   Τα κράτη μέλη έχουν πρόσβαση στην ενωσιακή βάση δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι σε κάθε κράτος μέλος οι οικονομικοί φορείς εισάγουν τις σωστές πληροφορίες. Η Επιτροπή απαιτεί από τα καθεστώτα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 4 της παρούσας οδηγίας, να επαληθεύουν τη συμμόρφωση προς την απαίτηση αυτήν κατά τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τα κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας και δημοσιεύει ανά διετία, συγκεντρωτικές πληροφορίες από την ενωσιακή βάση δεδομένων σύμφωνα με το παράρτημα VIII του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

5.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας με τον καθορισμό της μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό του μεριδίου βιοκαυσίμων και βιοαερίων για μεταφορές που προκύπτουν από την επεξεργασία βιομάζας με ορυκτά καύσιμα σε κοινή διαδικασία, και τον καθορισμό της μεθοδολογίας εκτίμησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης και από καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι δεν παρέχεται πίστωση για την αποφυγή CO2 για του οποίου τη δέσμευση έχει ήδη δοθεί πίστωση εκπομπών βάσει άλλων δικαιϊκών διατάξεων.

6.   Έως τις 25 Ιουνίου 2019 και εν συνεχεία κάθε δύο έτη, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση του καταλόγου των πρώτων υλών που παρατίθενται στο παράρτημα IX μέρη Α και Β για την προσθήκη πρώτων υλών, σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπει το τρίτο εδάφιο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35 για την τροποποίηση του καταλόγου των πρώτων υλών που ορίζεται στο παράρτημα IX μέρη Α και Β, ως προς την προσθήκη πρώτων υλών αλλά όχι ως προς την αφαίρεσή τους. Οι πρώτες ύλες που μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία μόνο με προηγμένες τεχνολογίες προστίθενται στο παράρτημα IX μέρος Α, ενώ οι πρώτες ύλες που μπορούν να μεταποιηθούν με επεξεργασία σε βιοκαύσιμα ή σε βιοαέρια για μεταφορές με ώριμες τεχνολογίες προστίθενται στο παράρτημα IX μέρος B.

Αυτές οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις βασίζονται σε ανάλυση των δυνατοτήτων χρήσης των πρώτων υλών ως πρώτης ύλης για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιοαερίων για μεταφορές, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α)

τις αρχές της κυκλικής οικονομίας και της ιεράρχησης των αποβλήτων που θεσπίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ·

β)

τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7·

γ)

την ανάγκη να αποφευχθούν σημαντικές στρεβλωτικές επιπτώσεις στις αγορές για τα παραπροϊόντα, τα απόβλητα ή τα υπολείμματα·

δ)

τις δυνατότητες για την ουσιαστική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα με βάση εκτίμηση του κύκλου ζωής των εκπομπών·

ε)

την ανάγκη αποφυγής αρνητικών επιπτώσεων για το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα·

στ)

την ανάγκη να αποφευχθεί η δημιουργία πρόσθετης ζήτησης για γη.

7.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, στο πλαίσιο της διετούς αξιολόγησης της προόδου που πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον η υποχρέωση για τα προηγμένα βιοκαύσιμα και το βιοαέριο που παράγονται από πρώτες ύλες του μέρους Α του παραρτήματος ΙΧ, κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο, πράγματι τονώνει την καινοτομία και εξασφαλίζει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στον τομέα των μεταφορών. Η Επιτροπή αναλύει επίσης κατά πόσον η εφαρμογή του παρόντος άρθρου αποτρέπει αποτελεσματικά τον διπλό καταλογισμό της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Η Επιτροπή υποβάλλει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, πρόταση τροποποίησης της υποχρέωσης για τα προηγμένα βιοκαύσιμα και το βιοαέριο που παράγονται από πρώτες ύλες του μέρους Α του παραρτήματος ΙΧ, κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο.

Άρθρο 29

Κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας

1.   Η ενέργεια από τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος εδαφίου μόνον εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των παραγράφων 2 έως 7 και 10:

α)

για τη συνεισφορά στον στόχο της Ένωσης του άρθρου 3 παράγραφος 1 και των μεριδίων της ανανεώσιμης ενέργειας των κρατών μελών·

β)

για την αξιολόγηση της τήρησης της υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης του άρθρου 25·

γ)

για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας για χρηματοδοτική υποστήριξη για την κατανάλωση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας.

Ωστόσο, για να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που παράγονται από απόβλητα και υπολείμματα, πλην των υπολειμμάτων υδατοκαλλιεργειών και αλιείας, των γεωργικών και των δασικών υπολειμμάτων, χρειάζεται να τηρούν μόνον τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που ορίζονται στην παράγραφο 10. Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στα απόβλητα και τα υπολείμματα που μεταποιούνται πρώτα σε προϊόν πριν από την περαιτέρω μεταποίησή τους σε βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας.

Η ηλεκτρική ενέργεια, η θέρμανση και η ψύξη που παράγονται από αστικά στερεά απόβλητα δεν υπόκεινται στα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που ορίζονται στην παράγραφο 10.

Τα καύσιμα βιομάζας πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 7 και 10 εάν χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας και ψύξης ή καυσίμων με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ τουλάχιστον 20 MW στην περίπτωση των στερεών καυσίμων βιομάζας και με δυναμικότητα συνολικής ονομαστικής θερμικής ισχύος τουλάχιστον 2 MW στην περίπτωση των αέριων καυσίμων βιομάζας. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε εγκαταστάσεις με μικρότερη συνολική ονομαστική θερμική ισχύ.

Τα κριτήρια αειφορίας και τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των παραγράφων 2 έως 7 και 10 εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τη γεωγραφική προέλευση της βιομάζας.

2.   Τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας τα οποία παράγονται από απόβλητα και υπολείμματα όχι δασών αλλά γεωργικών εκτάσεων λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), μόνο εάν οι φορείς εκμετάλλευσης ή οι εθνικές αρχές έχουν θεσπίσει σχέδια παρακολούθησης ή διαχείρισης προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην ποιότητα του εδάφους και του εδαφικού άνθρακα. Πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο παρακολούθησης και διαχείρισης των επιπτώσεων υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 3.

3.   Τα παραγόμενα από γεωργική βιομάζα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και καύσιμα βιομάζας που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) δεν παράγονται από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο του 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό:

α)

πρωτογενή δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις, ήτοι δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις γηγενών ειδών, εφόσον δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν διαταραχθεί σημαντικά οι οικολογικές διεργασίες·

β)

δάση και άλλες δασικές εκτάσεις μεγάλης βιοποικιλότητας, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση ή έχουν χαρακτηριστεί ως εκτάσεις μεγάλης βιοποικιλότητας από τη σχετική αρμόδια αρχή, εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης·

γ)

περιοχές:

i)

των οποίων η φύση έχει κηρυχθεί ως προστατευόμενη εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή ή

ii)

για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων, με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο,

εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης·

δ)

λειμώνες μεγάλης βιοποικιλότητας με επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα εκτάριο:

i)

φυσικοί λειμώνες μεγάλης βιοποικιλότητας, ήτοι λειμώνες οι οποίοι θα παραμείνουν λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στους οποίους διατηρούνται η σύνθεση των φυσικών ειδών και τα οικολογικά χαρακτηριστικά και διεργασίες ή

ii)

μη φυσικοί λειμώνες μεγάλης βιοποικιλότητας, ήτοι λειμώνες οι οποίοι θα παύσουν να είναι λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση και έχουν χαρακτηριστεί ως μεγάλης βιοποικιλότητας από τη σχετική αρμόδια αρχή, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η συγκομιδή πρώτων υλών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού τους ως λειμώνων μεγάλης βιοποικιλότητας.

Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να εξειδικεύει περαιτέρω τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των λειμώνων που καλύπτονται από το στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 3.

4.   Τα παραγόμενα από γεωργική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) δεν παράγονται από πρώτες ύλες προερχόμενες από εκτάσεις μεγάλων αποθεμάτων άνθρακα, δηλαδή από εκτάσεις που είχαν τον Ιανουάριο του 2008 και δεν έχουν πλέον ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α)

υγροβιότοποι, δηλαδή εκτάσεις καλυπτόμενες ή κορεσμένες από νερό είτε μόνιμα είτε για σημαντικό μέρος του έτους·

β)

συνεχώς δασωμένες περιοχές, δηλαδή εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των πέντε μέτρων και με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά·

γ)

εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεταξύ 10 % και 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά, εκτός αν παρασχεθούν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τα αποθέματα άνθρακα στη συγκεκριμένη περιοχή πριν και μετά τη μετατροπή είναι τέτοια που, αν εφαρμοστεί η μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα V μέρος Γ, πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται αν κατά τον χρόνο λήψης των πρώτων υλών η έκταση είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα που είχε τον Ιανουάριο του 2008.

5.   Τα παραγόμενα από γεωργική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) δεν παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από εκτάσεις που είχαν χαρακτηριστεί τυρφώνες τον Ιανουάριο του 2008, εκτός εάν αποδειχτεί ότι η καλλιέργεια και η συγκομιδή της συγκεκριμένης πρώτης ύλης δεν συνεπάγεται την αποξήρανση προηγουμένως μη αποξηραμένου εδάφους.

6.   Τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), πληρούν τα εξής κριτήρια ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος χρήσης δασικής βιομάζας παραγόμενης με μη αειφόρο τρόπο:

α)

η χώρα συγκομιδής της δασικής βιομάζας διαθέτει νομοθεσία σε εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο που εφαρμόζεται στον τομέα της συγκομιδής, καθώς και συστήματα παρακολούθησης και επιβολής, ώστε να διασφαλίζεται:

i)

η νομιμότητα των δραστηριοτήτων συγκομιδής·

ii)

η αναγέννηση των δασών στις εκτάσεις συγκομιδής ·

iii)

ότι οι περιοχές που ορίζονται από τους διεθνείς ή εθνικούς νόμους ή από τη σχετική αρμόδια αρχή για λόγους προστασίας της φύσης, μεταξύ άλλων εντός των υγροβιότοπων και των τυρφώνων, προστατεύονται·

iv)

ότι η συγκομιδή εκτελείται με γνώμονα τη διατήρηση της ποιότητας του εδάφους και της βιοποικιλότητας με στόχο την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων και

v)

ότι η συγκομιδή διατηρεί ή βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα του δάσους·

β)

όταν τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν είναι διαθέσιμα, τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) εφόσον υπάρχουν συστήματα διαχείρισης σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται:

i)

η νομιμότητα των δραστηριοτήτων συγκομιδής·

ii)

η αναγέννηση των δασών στις εκτάσεις συγκομιδής ·

iii)

ότι οι περιοχές που ορίζονται από τους διεθνείς ή τους εθνικούς νόμους ή από τη σχετική αρμόδια αρχή με σκοπό την προστασία της φύσης, μεταξύ άλλων εντός των υγροβιότοπων και των τυρφώνων, προστατεύονται εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η συγκομιδή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης·

iv)

ότι η συγκομιδή πραγματοποιείται με βάση τη διατήρηση της ποιότητας του εδάφους και της βιοποικιλότητας με στόχο την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων και

v)

ότι η συγκομιδή διατηρεί ή βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα του δάσους.

7.   Τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες απαιτήσεις ως προς τη χρήση της γης, την αλλαγή στη χρήση της γης και τις δασοκομικές δραστηριότητες ( land-use, land-use change and forestry - LULUCF):

α)

η χώρα ή ο οργανισμός περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης από την οποία προέρχεται η δασική βιομάζα:

i)

είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας του Παρισιού ·

ii)

έχει υποβάλει εθνικά καθορισμένη συνεισφορά στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC), η οποία καλύπτει τις εκπομπές και τις απορροφήσεις από τη γεωργία, τη δασοκομία και τη χρήση γης και διασφαλίζει ότι οι μεταβολές του αποθέματος άνθρακα που συνδέονται με τη συγκομιδή βιομάζας προσμετρούνται στη δέσμευση της χώρας για μείωση ή περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με την εθνικά καθορισμένη συνεισφορά· ή

iii)

υπάρχει νομοθεσία σε εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο, σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας του Παρισιού, που εφαρμόζεται στην περιοχή της συγκομιδής, για τη διατήρηση και την ενίσχυση των αποθεμάτων άνθρακα και των καταβοθρών διοξειδίου του άνθρακα, και παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι αναφερόμενες εκπομπές στον τομέα LULUCF δεν υπερβαίνουν τις απορροφήσεις·

β)

όταν τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν είναι διαθέσιμα, τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), εφόσον εφαρμόζονται συστήματα διαχείρισης σε επίπεδο δασικής περιοχής εφοδιασμού ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος ή η ενίσχυσή τους σε βάθος χρόνου.

8.   Έως τις 31 Ιανουαρίου 2021, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον ορισμό επιχειρησιακών κατευθύνσεων για τον τρόπο συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων που καταδεικνύουν τη συμμόρφωση με τα κριτήρια των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 3.

9.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 6 και 7 ελαχιστοποιούν πράγματι τον κίνδυνο χρήσης δασικής βιομάζας που προέρχεται από μη αειφόρο παραγωγή και πληρούν τα κριτήρια LULUCF, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.

Η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση των κριτηρίων που ορίζονται στις παραγράφους 6 και 7 για την περίοδο μετά το 2030.

10.   Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 είναι:

α)

τουλάχιστον 50 % για βιοκαύσιμα, βιοαέριο που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τέθηκαν σε λειτουργία στις ή πριν από τις 5 Οκτωβρίου 2015·

β)

τουλάχιστον 60 % για βιοκαύσιμα, βιοαέριο που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τέθηκαν σε λειτουργία από τις 6 Οκτωβρίου 2015 έως 31 Δεκεμβρίου 2020·

γ)

τουλάχιστον 65 % για βιοκαύσιμα, βιοαέριο που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία από την 1η Ιανουαρίου 2021·

δ)

τουλάχιστον 70 % για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και ψύξης από καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως 31 Δεκεμβρίου 2025 και 80 % για εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία από την 1η Ιανουαρίου 2026.

Μια εγκατάσταση θεωρείται ότι είναι σε λειτουργία μόλις αρχίσει η φυσική παραγωγή βιοκαυσίμων, βιοαερίου που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών και βιορευστών και η φυσική παραγωγή θέρμανσης και ψύξης, και ηλεκτρικής ενέργειας από καύσιμα βιομάζας.

Η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων, βιοαερίου που καταναλώνεται στον τομέα των μεταφορών, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας που χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις παραγωγής θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1.

11.   Η ηλεκτρική ενέργεια από καύσιμα βιομάζας λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) μόνον εάν πληροί μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

παράγεται σε εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ κάτω των 50 MW·

β)

για εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ από 50 έως 100 MW, παράγεται με την εφαρμογή τεχνολογίας συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης για εγκαταστάσεις αποκλειστικής ηλεκτροπαραγωγής που πληρούν τα επίπεδα καθαρής ηλεκτρικής απόδοσης που συνδέεται με τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές (BAT-AEEL), όπως ορίζονται στην εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1442 της Επιτροπής (26)·

γ)

για εγκαταστάσεις με συνολική ονομαστική θερμική ισχύ άνω των 100 MW, παράγεται είτε με την εφαρμογή τεχνολογίας συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης, ή για εγκαταστάσεις αποκλειστικής ηλεκτροπαραγωγής που επιτυγχάνουν καθαρή ηλεκτρική απόδοση 36 %·

δ)

παράγεται με την εφαρμογή δέσμευσης και αποθήκευσης CO2 από βιομάζα.

Για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, οι εγκαταστάσεις αποκλειστικής ηλεκτροπαραγωγής λαμβάνονται υπόψη μόνον εάν δεν χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα ως κύριο καύσιμο και μόνο εάν δεν υπάρχουν οικονομικά αποδοτικές δυνατότητες για την εφαρμογή της τεχνολογίας συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης, σύμφωνα με την αξιολόγηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 14 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ.

Για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται μόνο σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία ή μεταστρέφονται στη χρήση καυσίμων βιομάζας μετά τις 25 Δεκεμβρίου 2021. Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) πρώτο εδάφιο παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της δημόσιας στήριξης που χορηγείται βάσει καθεστώτων στήριξης σύμφωνα με το άρθρο 4 που εγκρίνονται έως τις 25 Δεκεμβρίου 2021.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν αυστηρότερες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης από τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο σε εγκαταστάσεις με μικρότερη ονομαστική θερμική ισχύ.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην ηλεκτρική ενέργεια από εγκαταστάσεις που αποτελούν αντικείμενο ειδικής κοινοποίησης στην Επιτροπή από κράτος μέλος βάσει δεόντως τεκμηριωμένης ύπαρξης κινδύνων για την ασφάλεια εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια. Η Επιτροπή, αφού αξιολογήσει την κοινοποίηση, εκδίδει απόφαση λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτή.

12.   Για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, και με την επιφύλαξη του άρθρου 25 και του άρθρου 26, τα κράτη μέλη δεν αρνούνται να λάβουν υπόψη, για λοιπούς λόγους αειφορίας, τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της δημόσιας στήριξης που χορηγείται βάσει καθεστώτων στήριξης που εγκρίνονται πριν από τις 25 Δεκεμβρίου 2018.

13.   Για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, από τα κριτήρια των παραγράφων 2 έως 7 και 10 και 11 του παρόντος άρθρου, θεσπίζοντας διαφορετικά κριτήρια που ισχύουν για:

α)

τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε εξόχως απόκεντρες περιοχές κατά το άρθρο 349 ΣΛΕΕ, εφόσον στις εν λόγω εγκαταστάσεις παράγεται ηλεκτρική ενέργεια ή θέρμανση ή ψύξη από καύσιμα βιομάζας και

β)

καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται στις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου, ανεξαρτήτως του τόπου προέλευσης της εν λόγω βιομάζας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα κριτήρια αιτιολογούνται αντικειμενικά για λόγους ότι ο στόχος τους είναι να εξασφαλίσουν, για τη συγκεκριμένη εξόχως απόκεντρη περιοχή, την ομαλή σταδιακή εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 7 και 10 και 11 του παρόντος άρθρου και, με αυτόν τον τρόπο, να παρέχουν κίνητρα για τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στα βιώσιμα καύσιμα βιομάζας.

Τα διάφορα κριτήρια που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο υπόκεινται σε ειδική κοινοποίηση από το οικείο κράτος μέλος προς την Επιτροπή.

14.   Για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν πρόσθετα κριτήρια αειφορίας για τα καύσιμα βιομάζας.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν τα εν λόγω πρόσθετα κριτήρια για την εσωτερική αγορά, συνοδευόμενη, εφόσον απαιτείται, από νομοθετική πρόταση ώστε να εξασφαλισθεί η εναρμόνιση.

Άρθρο 30

Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου

1.   Όταν βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας ή άλλα καύσιμα δυνάμενα να συνυπολογισθούν στον αριθμητή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο β) πρόκειται να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα άρθρα 23 και 25 και στο άρθρο 29 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), τα κράτη μέλη απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10. Για τους σκοπούς αυτούς, απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να χρησιμοποιούν ένα σύστημα ισοζυγίου μάζας το οποίο:

α)

επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών ή καυσίμων βιομάζας με διαφορετικά χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου να αναμειγνύονται για παράδειγμα σε περιέκτη, εγκατάσταση επεξεργασίας ή εφοδιαστικής, υποδομή μεταφοράς και διανομής ή χώρο εγκαταστάσεων·

β)

επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών με διαφορετικό ενεργειακό περιεχόμενο να αναμειγνύονται προς περαιτέρω επεξεργασία, εφόσον το μέγεθος των παρτίδων προσαρμόζεται στο ενεργειακό περιεχόμενό τους·

γ)

απαιτεί οι πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και τα μεγέθη των παρτίδων που αναφέρονται στο στοιχείο α) να αποδίδονται επίσης και στο μείγμα· και

δ)

προβλέπει ότι το σύνολο όλων των παρτίδων που αποσύρονται από το μείγμα περιγράφεται ως έχον τα ίδια χαρακτηριστικά αειφορίας, στις ίδιες ποσότητες, με το σύνολο όλων των παρτίδων που προστίθενται στο μείγμα και απαιτεί το ισοζύγιο αυτό να επιτευχθεί στη διάρκεια κατάλληλου χρονικού διαστήματος.

Το σύστημα ισοζυγίου μάζας εξασφαλίζει ότι κάθε παρτίδα υπολογίζεται μόνο μία φορά στο άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) για τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και περιλαμβάνει πληροφορίες ως προς την παροχή ή όχι στήριξης στην παραγωγή της παρτίδας και, αν παρέχεται στήριξη, ως προς το είδος του καθεστώτος στήριξης.

2.   Όταν μια παρτίδα υποβάλλεται σε επεξεργασία, οι πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της παρτίδας προσαρμόζονται και αποδίδονται στο παραγόμενο προϊόν σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

α)

όταν από την επεξεργασία παρτίδας πρώτων υλών προκύπτει μόνο ένα προϊόν που προορίζεται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης ή καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα, το μέγεθος της παρτίδας και οι σχετικές ποσότητες που αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου προσαρμόζονται με την εφαρμογή συντελεστή προσαρμογής που αντιπροσωπεύει τον λόγο της μάζας του προϊόντος που προορίζεται για παρόμοια παραγωγή προς τη μάζα των πρώτων υλών που εισέρχονται στη διαδικασία·

β)

όταν από την επεξεργασία παρτίδας πρώτων υλών προκύπτουν περισσότερα του ενός προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης ή καυσίμων ανακυκλωμένου άνθρακα για κάθε προϊόν εφαρμόζεται χωριστός συντελεστής προσαρμογής και χωριστό ισοζύγιο μάζας.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οικονομικοί φορείς υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες όσον αφορά την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου του άρθρου 25 παράγραφος 2, και των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 και ότι οι οικονομικοί φορείς θέτουν στη διάθεση του οικείου κράτους μέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση των πληροφοριών. Τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τους οικονομικούς φορείς να εξασφαλίζουν τον δέοντα ανεξάρτητο έλεγχο των πληροφοριών που υποβάλλουν, και να παρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη διενέργεια ελέγχου. Για τη συμμόρφωση με το άρθρο 29 παράγραφος 6 στοιχείο α) και το άρθρο 29 παράγραφος 7 στοιχείο α) μπορεί να διενεργείται επιθεώρηση πρώτου ή δεύτερου βαθμού μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης της δασικής βιομάζας. Η επιθεώρηση επαληθεύει ότι τα συστήματα που χρησιμοποιούνται από τους οικονομικούς φορείς είναι ακριβή, αξιόπιστα και δεν επιδέχονται απάτη και περιλαμβάνει επίσης επαλήθευση που διασφαλίζει ότι τα υλικά δεν τροποποιούνται ούτε απορρίπτονται σκόπιμα, ούτως ώστε η παρτίδα ή μέρος αυτής να μετατραπεί ενδεχομένως σε απόβλητα ή υπολείμματα. Αξιολογούνται η συχνότητα και η μεθοδολογία των δειγματοληψιών και η ορθότητα των δεδομένων.

Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο ισχύουν ανεξαρτήτως αν τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά ή τα καύσιμα βιομάζας, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης και τα καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα παράγονται εντός της Ένωσης ή εισάγονται. Οι πληροφορίες για τη γεωγραφική προέλευση και τον τύπο πρώτης ύλης των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας ανά προμηθευτή καυσίμων τίθενται στη διάθεση των καταναλωτών στους δικτυακούς τόπους των διαχειριστών συστημάτων, των προμηθευτών ή των οικείων αρμόδιων αρχών και ενημερώνονται ετησίως.

Τα κράτη μέλη υποβάλουν συνολικά τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου στην Επιτροπή η οποία και τις δημοσιεύει συγκεντρωτικώς στην πλατφόρμα ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 τηρώντας το απόρρητο των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι εθελοντικά εθνικά ή διεθνή καθεστώτα που ορίζουν πρότυπα για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας ή άλλων καυσίμων που είναι επιλέξιμα για συνυπολογισμό στον αριθμητή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο β) παρέχουν ακριβή δεδομένα για τις μειώσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 2 και του άρθρου 29 παράγραφος 10, αποδεικνύουν ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 27 παράγραφος 3 και του άρθρου 28 παράγραφοι 2 και 4 έχουν τηρηθεί ή αποδεικνύουν ότι οι παρτίδες βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας τηρούν τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7. Για να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 29 παράγραφοι 6 και 7 για τη δασική βιομάζα, οι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να παράσχουν απευθείας τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία σε επίπεδο περιοχής εφοδιασμού. Η Επιτροπή μπορεί να αναγνωρίζει ζώνες για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημείο ii).

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι τα εν λόγω καθεστώτα περιέχουν ακριβείς πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή της υπερκατανάλωσης νερού σε περιοχές που υποφέρουν από λειψυδρία, καθώς και για την πιστοποίηση των βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας με χαμηλό κίνδυνο έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 1. Η διάρκεια ισχύος των αποφάσεων αυτών δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Η Επιτροπή απαιτεί από κάθε εθελοντικό καθεστώς για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση δυνάμει της παραγράφου 4, να της υποβάλλει ετησίως έως τις 30 Απριλίου έκθεση που να καλύπτει όλα τα στοιχεία που προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΧ του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999. Η έκθεση καλύπτει το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η απαίτηση υποβολής έκθεσης ισχύει μόνο για τα εθελοντικά καθεστώτα τα οποία ήδη λειτουργούν επί τουλάχιστον 12μηνο.

Η Επιτροπή καθιστά διαθέσιμες τις εκθέσεις που καταρτίζονται από τα εθελοντικά καθεστώτα, σε συγκεντρωτική μορφή ή πλήρως, ανάλογα με την περίπτωση, στην πλατφόρμα ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργήσουν εθνικά καθεστώτα στα οποία η συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που ορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 και με τα ελάχιστα όρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα για μεταφορές μη βιολογικής προέλευσης και καύσιμα ανακυκλωμένου άνθρακα τα οποία ορίζονται και εγκρίνονται κατά το άρθρο 25 παράγραφος 2 και σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 5, επαληθεύεται σε ολόκληρη την αλυσίδα επιτήρησης με συμμετοχή των αρμόδιων εθνικών αρχών.

Ένα κράτος μέλος μπορεί να κοινοποιήσει το εθνικό καθεστώς του στην Επιτροπή. Η Επιτροπή αξιολογεί κατά προτεραιότητα το καθεστώς αυτό ώστε να διευκολυνθεί η αμοιβαία διμερής και πολυμερής αναγνώριση των καθεστώτων για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας και με τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για άλλα καύσιμα επιλέξιμα να προσμετρηθούν στον αριθμητή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο β). Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, εάν το υποβληθέν εθνικό καθεστώς συμμορφώνεται προς την παρούσα οδηγία. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 3.

Αν η απόφαση είναι θετική, τα θεσπιζόμενα κατά το παρόν άρθρο συστήματα δεν αρνούνται την αμοιβαία αναγνώριση του συστήματος του κράτους μέλους αυτού όσον αφορά την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου όπως ορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 και με τα ελάχιστα όρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου τα οποία ορίζονται και εγκρίνονται κατά το άρθρο 25 παράγραφος 2.

7.   Η Επιτροπή εκδίδει αποφάσεις κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μόνον εάν το υπό συζήτηση καθεστώς πληροί κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου και παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι τα υλικά δεν έχουν σκοπίμως τροποποιηθεί ή απορριφθεί ώστε η παρτίδα ή μέρος αυτής να εμπίπτει στο παράρτημα IX. Στην περίπτωση των καθεστώτων μέτρησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, τα καθεστώτα αυτά πρέπει επίσης να πληρούν τις μεθοδολογικές απαιτήσεις του παραρτήματος V ή VI. Οι κατάλογοι των ζωνών με υψηλή αξία από άποψη βιοποικιλότητας όπως αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημείο ii), πληρούν κατάλληλα πρότυπα αντικειμενικότητας και συνέπειας με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και να προβλέπουν τις δέουσες διαδικασίες προσφυγής.

Τα εθελοντικά καθεστώτα της παραγράφου 4 δημοσιεύουν τακτικά και τουλάχιστον ετησίως κατάλογο των οργανισμών πιστοποίησης που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια ανεξάρτητου ελέγχου με μνεία του φορέα ή της εθνικής δημόσιας αρχής που ενέκρινε τον κάθε οργανισμό πιστοποίησης και του φορέα ή της εθνικής δημόσιας αρχής που ευθύνεται για την παρακολούθησή του.

8.   Για να διασφαλιστεί ότι η συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου καθώς και με τις διατάξεις για τα βιοκαύσιμα χαμηλού ή υψηλού κινδύνου άμεσης ή έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας, επαληθεύεται με αποτελεσματικό και εναρμονισμένο τρόπο και ειδικότερα για την αποτροπή περιπτώσεων απάτης, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον προσδιορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων λεπτομερών προδιαγραφών αξιοπιστίας, διαφάνειας και διενέργειας ανεξάρτητου ελέγχου και απαιτεί την εφαρμογή αυτών των προδιαγραφών από όλα τα εθελοντικά καθεστώτα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 3.

Στις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις, η Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη ελαχιστοποίησης του διοικητικού φόρτου. Οι εκτελεστικές πράξεις αυτές ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή των προδιαγραφών από τα εθελοντικά καθεστώτα. Η Επιτροπή μπορεί να καταργεί αποφάσεις για την αναγνώριση εθελοντικών καθεστώτων δυνάμει της παραγράφου 4 αν τα εν λόγω καθεστώτα δεν εφαρμόζουν αυτές τις προδιαγραφές εμπροθέσμως. Αν ένα κράτος μέλος αμφιβάλλει ότι ένα εθελοντικό καθεστώς λειτουργεί σύμφωνα με τα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου που αποτελούν τη βάση για τις κατά την παράγραφο 4 αποφάσεις, η Επιτροπή διερευνά το ζήτημα και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

9.   Όταν ένας οικονομικός φορέας υποβάλλει αποδείξεις ή δεδομένα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο καθεστώτος για το οποίο έχει ληφθεί απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή 6 του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που καλύπτονται από την εν λόγω απόφαση, το κράτος μέλος δεν απαιτεί από τον προμηθευτή να υποβάλει περαιτέρω αποδείξεις της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εποπτεύουν τη λειτουργία των οργανισμών πιστοποίησης που διενεργούν ανεξάρτητο έλεγχο στο πλαίσιο εθελοντικού καθεστώτος. Κατόπιν αιτήματος των αρμοδίων αρχών, οι οργανισμοί πιστοποίησης υποβάλλουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εποπτεία της λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης της ακριβούς ημερομηνίας, χρόνου και τόπου διεξαγωγής των ελέγχων. Αν τα κράτη μέλη διαπιστώσουν κρούσματα μη συμμόρφωσης, ενημερώνουν αμέσως το εθελοντικό καθεστώς.

10.   Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, μεταξύ άλλων βάσει αιτήματος οικονομικού φορέα, η Επιτροπή εξετάζει, με βάση όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου του άρθρου 29 παράγραφοι 2 έως 7 και 10 σε σχέση με πηγή βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας και τα ελάχιστα όρια μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου τα οποία ορίζονται και εγκρίνονται κατά το άρθρο 25 παράγραφος 2.

Εντός έξι μηνών από την παραλαβή αυτού του αιτήματος, και σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει άρθρο 34 παράγραφος 3, η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, αποφασίζει αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί είτε:

α)

να λάβει υπόψη τα βιοκαύσιμα, βιορευστά ή καύσιμα βιομάζας και άλλα καύσιμα επιλέξιμα να προσμετρηθούν στον αριθμητή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο β) που προέρχονται από τη συγκεκριμένη πηγή για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) ή

β)

να απαιτεί, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, από τον προμηθευτή της πηγής βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας και άλλων καυσίμων επιλέξιμων να προσμετρηθούν στον αριθμητή του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο β) να προσκομίσει περαιτέρω αποδείξεις συμμόρφωσης με τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας και τα εν λόγω ελάχιστα όρια μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Άρθρο 31

Υπολογισμός του αντικτύπου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας στα αέρια θερμοκηπίου

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 10, η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας υπολογίζεται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

όταν η προκαθορισμένη τιμή για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για την οδό παραγωγής προβλέπεται στο παράρτημα V μέρος Α ή Β για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά και στο παράρτημα VI μέρος A για τα καύσιμα βιομάζας όταν η τιμή el έχει υπολογισθεί για τα εν λόγω βιοκαύσιμα ή βιορευστά σύμφωνα με το παράρτημα V μέρος Γ σημείο 7 και για τα εν λόγω καύσιμα βιομάζας σύμφωνα με το παράρτημα VI μέρος Β σημείο 7 ισούται ή είναι μικρότερη του μηδενός, χρησιμοποιώντας αυτή την προκαθορισμένη τιμή·

β)

χρησιμοποιώντας μια πραγματική τιμή υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα V μέρος Γ για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά και στο παράρτημα VI μέρος Β για τα καύσιμα βιομάζας·

γ)

χρησιμοποιώντας μια τιμή υπολογιζόμενη ως το άθροισμα των παραγόντων των τύπων που αναφέρονται στο παράρτημα V μέρος Γ σημείο 1, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του παραρτήματος V μέρος Δ ή Ε για ορισμένους παράγοντες, και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται με τη μεθοδολογία του παραρτήματος V μέρος Γ, για όλους τους άλλους παράγοντες·

δ)

χρησιμοποιώντας μια τιμή υπολογιζόμενη ως το άθροισμα των παραγόντων των τύπων που αναφέρονται στο παράρτημα VI μέρος Β σημείο 1, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του παραρτήματος VI μέρος Γ για ορισμένους παράγοντες, και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται με τη μεθοδολογία του παραρτήματος VI μέρος Γ, για όλους τους άλλους παράγοντες.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλλουν στην Επιτροπή εκθέσεις οι οποίες περιλαμβάνουν πληροφορίες για τις τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών των ζωνών της επικράτειάς τους που ταξινομούνται στο επίπεδο 2 της στατιστικής ονοματολογίας των εδαφικών μονάδων («NUTS») ή σε αναλυτικότερο επίπεδο NUTS σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27). Οι εν λόγω εκθέσεις συνοδεύονται από περιγραφή της μεθόδου και των πηγών δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του επιπέδου των εκπομπών. Η μέθοδος λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του εδάφους, το κλίμα και την αναμενόμενη απόδοση πρώτων υλών.

3.   Στην περίπτωση εδαφών εκτός της Ένωσης, εκθέσεις ισοδύναμες προς τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 οι οποίες καταρτίζονται από τους αρμόδιους φορείς μπορούν να υποβάλλονται στην Επιτροπή.

4.   Η Επιτροπή δύναται, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να αποφασίζει ότι οι εκθέσεις των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν ακριβή δεδομένα για τις μετρήσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που σχετίζονται με την καλλιέργεια πρώτων υλών για γεωργική βιομάζα οι οποίες παράγονται στις περιοχές που περιλαμβάνονται στις εν λόγω εκθέσεις για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 10. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 3.

Τα δεδομένα αυτά, μετά από παρόμοιες αποφάσεις, μπορούν να χρησιμοποιούνται αντί των αναλυτικών προκαθορισμένων τιμών για καλλιέργεια που παρατίθενται στο παράρτημα V μέρος Δ ή Ε για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά και στο παράρτημα VI μέρος Γ για τα καύσιμα βιομάζας.

5.   Η Επιτροπή επανεξετάζει διαρκώς τα παραρτήματα V και VI, αποβλέποντας, όπου αιτιολογείται, στην προσθήκη ή την αναθεώρηση τιμών για οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας. Κατά την επανεξέταση συνεκτιμάται επίσης η ανάγκη τροποποίησης της μεθοδολογίας στο παράρτημα V μέρος Γ και στο παράρτημα VI μέρος Β.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 35, για την τροποποίηση, εφόσον απαιτείται, των παραρτημάτων V και VI, προσθέτοντας ή αναθεωρώντας τις προκαθορισμένες τιμές ή τροποποιώντας τη μεθοδολογία.

Σε περίπτωση τροποποίησης ή προσθήκης στον κατάλογο των προκαθορισμένων τιμών στα παραρτήματα V και VI:

α)

όταν η συμβολή ενός παράγοντα στις συνολικές εκπομπές είναι μικρή, όταν υπάρχει περιορισμένη διακύμανση ή όταν το κόστος ή η δυσκολία καθορισμού των πραγματικών τιμών είναι μεγάλα, προκαθορισμένες τιμές είναι οι τυπικές των κανονικών διαδικασιών παραγωγής·

β)

σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι προκαθορισμένες τιμές είναι συντηρητικές σε σύγκριση με τις κανονικές διαδικασίες παραγωγής.

6.   Όπου απαιτείται, για την ενιαία εφαρμογή του παραρτήματος V μέρος Γ και του παραρτήματος VI μέρος Β, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες διευκρινίζονται λεπτομερώς οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των ορισμών, των συντελεστών μετατροπής, του υπολογισμού των ετήσιων εκπομπών από καλλιέργειες ή/και της μείωσης των εκπομπών που επιτυγχάνεται με τις μεταβολές στο απόθεμα άνθρακα της υπέργειας και υπόγειας βλάστησης σε ήδη καλλιεργούμενη γη, του υπολογισμού της μείωσης των εκπομπών από τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, την αντικατάσταση διοξειδίου του άνθρακα και την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 34 παράγραφος 3.

Άρθρο 32

Εκτελεστικές πράξεις

Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 29 παράγραφος 8, στο άρθρο 30 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 30 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 30 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 31 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 31 παράγραφος 6 της παρούσας οδηγίας, λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις διατάξεις περί μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σύμφωνα με το άρθρο 7α της οδηγίας 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28).

Άρθρο 33

Παρακολούθηση από την Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή παρακολουθεί την προέλευση των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας που καταναλώνονται στην Ένωση, καθώς και τον αντίκτυπο που έχει η παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένου του αντικτύπου της μετατόπισης, στις χρήσεις γης στην Ένωση και στις κύριες προμηθεύτριες τρίτες χώρες. Η παρακολούθηση αυτή βασίζεται στα ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια για το κλίμα και την ενέργεια και στις αντίστοιχες εκθέσεις προόδου των κρατών μελών δυνάμει των άρθρων 3, 17 και 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, και στις εκθέσεις των σχετικών τρίτων χωρών, διακυβερνητικών οργανισμών, σε επιστημονικές μελέτες και σε άλλες κατάλληλες πηγές πληροφοριών. Η Επιτροπή παρακολουθεί επίσης τις αλλαγές στις τιμές βασικών αγαθών που συνδέονται με τη χρήση βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς και τις συνακόλουθες θετικές και αρνητικές επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια.

2.   Η Επιτροπή διατηρεί διάλογο και ανταλλάσσει πληροφορίες με τρίτες χώρες και με παραγωγούς βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας, οργανώσεις καταναλωτών και την κοινωνία των πολιτών για τη γενική εφαρμογή των μέτρων της παρούσας οδηγίας που αφορούν τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας στην τιμή των τροφίμων.

3.   Το 2026 η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για τη μετά το 2030 περίοδο.

Για τον σκοπό αυτό, στην εν λόγω πρόταση λαμβάνονται υπόψη η πείρα από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των οικείων κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, και οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

4.   Το 2032 η Επιτροπή δημοσιοποιεί έκθεση για την αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 34

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή Ενεργειακής Ένωσης που θεσπίζεται στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999.

2.   Παρά την παράγραφο 1, για θέματα που άπτονται της αειφορίας των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας, η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τη βιωσιμότητα των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Στις περιπτώσεις που η επιτροπή δεν εκφέρει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 35

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 25 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 26 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο, στο άρθρο 26 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο, στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο γ), στο άρθρο 27 παράγραφος 3 έβδομο εδάφιο, στο άρθρο 28 παράγραφος 5, στο άρθρο 28 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 31 παράγραφος 5 πέμπτο εδάφιο, εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 24 Δεκεμβρίου 2018. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσία έκδοσης των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 πέμπτο εδάφιο ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο δύο ετών από τις 24 Δεκεμβρίου 2018.

4.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 πέμπτο εδάφιο, στο άρθρο 8 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 25 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 26 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο, στο άρθρο 26 παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο, στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο γ), στο άρθρο 27 παράγραφος 3 έβδομο εδάφιο, στο άρθρο 28 παράγραφος 5, στο άρθρο 28 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 31 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

5.   Πριν από την έκδοση μιας κατ' εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

6.   Μόλις εκδώσει μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

7.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 3, του άρθρου 8 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 25 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 26 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο, του άρθρου 26 παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο, του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο γ), του άρθρου 27 παράγραφος 3 έβδομο εδάφιο, του άρθρου 28 παράγραφος 5, του άρθρου 28 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο και του άρθρου 31 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο, τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 36

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με τα άρθρα 2 έως 13, 15 έως 31 και 37 και τα παραρτήματα ΙΙ, ΙΙΙ και V έως ΙΧ το αργότερο την 30ή Ιουνίου 2021. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές προς την οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

3.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή των παρεκκλίσεων σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Άρθρο 37

Κατάργηση

Η οδηγία 2009/28/EΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες που εμφαίνονται στο παράρτημα X μέρος A, καταργείται από την 1η Ιουλίου 2021, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα X μέρος B και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών το 2020 όπως καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και το μέρος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2009/28/ΕΚ.

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XI.

Άρθρο 38

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 39

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 11 Δεκεμβρίου 2018.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

H Πρόεδρος

J. BOGNER-STRAUSS


(1)  ΕΕ C 246 της 28.7.2017, σ. 55.

(2)  ΕΕ C 342 της 12.10.2017, σ. 79.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2018 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2018.

(4)  Οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 16).

(5)  Βλέπε παράρτημα X μέρος Α.

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 663/2009 και (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 94/22/ΕΚ, 98/70/ΕΚ, 2009/31/ΕΚ, 2009/73/ΕΚ, 2010/31/ΕΕ, 2012/27/ΕΕ και 2013/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2009/119/ΕΚ και (ΕΕ) 2015/652 του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για τις στατιστικές ενέργειας (ΕΕ L 304 της 14.11.2008, σ. 1).

(8)  Οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283 της 27.10.2001, σ. 33).

(9)  Οδηγία 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές (ΕΕ L 123 της 17.5.2003, σ. 42).

(10)  Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).

(11)  ΕΕ L 198 της 20.7.2006, σ. 18.

(12)  Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1).

(13)  Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22).

(14)  Οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΕΕ L 153 της 18.6.2010, σ. 13).

(15)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/70/ΕΚ σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 239 της 15.9.2015, σ. 1).

(16)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, σχετικά με μηχανισμό παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και άλλων πληροφοριών σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο που αφορούν την αλλαγή του κλίματος και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 13).

(17)  Οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26).

(18)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(20)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(21)  Οδηγία 2013/18/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την προσαρμογή της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας (ΕΕ L 158 της 10.6.2013, σ. 230).

(22)  Οδηγία 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 55).

(23)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).

(24)  Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(25)  Οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 94).

(26)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2017/1442 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2017, για τον καθορισμό των συμπερασμάτων για τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές (ΒΔΤ) βάσει της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά μεγάλες μονάδες καύσης (ΕΕ L 212 της 17.8.2017, σ. 1).

(27)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) (ΕΕ L 154 της 21.6.2003, σ. 1).

(28)  Οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 350 της 28.12.1998, σ. 58).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΥΝΟΛΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΟ 2020 (1)

Α.   Εθνικοί συνολικοί στόχοι

 

Μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2005 (S2005)

Στόχος για το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 (S2020)

Βέλγιο

2,2 %

13 %

Βουλγαρία

9,4 %

16 %

Τσεχική Δημοκρατία

6,1 %

13 %

Δανία

17,0 %

30 %

Γερμανία

5,8 %

18 %

Εσθονία

18,0 %

25 %

Ιρλανδία

3,1 %

16 %

Ελλάδα

6,9 %

18 %

Ισπανία

8,7 %

20 %

Γαλλία

10,3 %

23 %

Κροατία

12,6 %

20 %

Ιταλία

5,2 %

17 %

Κύπρος

2,9 %

13 %

Λετονία

32,6 %

40 %

Λιθουανία

15,0 %

23 %

Λουξεμβούργο

0,9 %

11 %

Ουγγαρία

4,3 %

13 %

Μάλτα

0,0 %

10 %

Κάτω Χώρες

2,4 %

14 %

Αυστρία

23,3 %

34 %

Πολωνία

7,2 %

15 %

Πορτογαλία

20,5 %

31 %

Ρουμανία

17,8 %

24 %

Σλοβενία

16,0 %

25 %

Σλοβακική Δημοκρατία

6,7 %

14 %

Φινλανδία

28,5 %

38 %

Σουηδία

39,8 %

49 %

Ηνωμένο Βασίλειο

1,3 %

15 %


(1)  Για να είναι δυνατή η επίτευξη των εθνικών στόχων που ορίζονται στο παρόν παράρτημα, τονίζεται ότι οι κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων για την περιβαλλοντική προστασία αναγνωρίζουν τη διαρκή ανάγκη για εθνικούς μηχανισμούς στήριξης της προαγωγής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Για τον καταλογισμό της υδροηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

(QN(norm))(CN[(/(i)(N 14))(QiCi)] 15), όπου:

N

=

έτος αναφοράς·

QN(norm)

=

τυποποιημένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που έχει παραχθεί από όλους τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς του δεδομένου κράτους μέλους το έτος N, για λογιστικούς σκοπούς·

Qi

=

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που όντως παράγουν το έτος i όλοι οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί του συγκεκριμένου κράτους μέλους, μετρούμενη σε GWh, εξαιρουμένης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης νερού που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα·

Ci

=

η συνολική εγκατεστημένη ισχύς, αφαιρουμένων των συστημάτων αποθήκευσης μέσω άντλησης, όλων των υδροηλεκτρικών σταθμών του κράτους μέλους στο τέλος του έτους i, μετρούμενη σε MW.

Για τον καταλογισμό της χερσαίας αιολικής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

(QN(norm))((CN CN 12)((/(i)(Nn))Qi(/(j)(Nn))(Cj Cj 12))), όπου:

N

=

έτος αναφοράς·

QN(norm)

=

τυποποιημένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που έχει παραχθεί από όλους τους χερσαίους αιολικούς σταθμούς του δεδομένου κράτους μέλους το έτος Ν, για λογιστικούς σκοπούς·

Qi

=

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που όντως παράγουν το έτος i όλοι οι χερσαίοι αιολικοί σταθμοί του συγκεκριμένου κράτους μέλους, μετρούμενη σε GWh·

Cj

=

η συνολική εγκατεστημένη ισχύς όλων των χερσαίων αιολικών σταθμών του κράτους μέλους στο τέλος του έτους j, μετρούμενη σε MW·

n

=

4 ή ο αριθμός ετών που προηγούνται του έτους N για το οποίο υπάρχουν δεδομένα δυναμικού και παραγωγής για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, εάν ο αριθμός αυτός είναι χαμηλότερος.

Για τον καταλογισμό της υπεράκτιας αιολικής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα δεδομένο κράτος μέλος, εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

(QN(norm))((CN CN 12)((/(i)(Nn))Qi(/(j)(Nn))(Cj Cj 12))), όπου:

N

=

έτος αναφοράς·

QN(norm)

=

τυποποιημένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που έχει παραχθεί από όλους τους χερσαίους αιολικούς σταθμούς του δεδομένου κράτους μέλους το έτος Ν, για λογιστικούς σκοπούς·

Qi

=

η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που όντως παράγουν το έτος i όλοι οι υπεράκτιοι αιολικοί σταθμοί του συγκεκριμένου κράτους μέλους, μετρούμενη σε GWh·

Cj

=

η συνολική εγκατεστημένη ισχύς όλων των υπεράκτιων αιολικών σταθμών του κράτους μέλους στο τέλος του έτους j, μετρούμενη σε MW·

n

=

4 ή ο αριθμός ετών που προηγούνται του έτους N για το οποίο υπάρχουν δεδομένα δυναμικού και παραγωγής για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, εάν ο αριθμός αυτός είναι χαμηλότερος.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ

Καύσιμο

Ενεργειακό περιεχόμενο κατά βάρος (κατώτερη θερμογόνος δύναμη, MJ/kg)

Ενεργειακό περιεχόμενο κατ' όγκο (κατώτερη θερμογόνος δύναμη, MJ/l)

ΚΑΥΣΙΜΑ ΑΠΟ ΒΙΟΜΑΖΑ ΚΑΙ/Ή ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΑΖΑΣ

Βιο-προπάνιο

46

24

Καθαρά φυτικά έλαια (έλαια από ελαιούχα φυτά, παραγόμενα με συμπίεση, εκχύλιση ή ανάλογες μεθόδους, φυσικά ή εξευγενισμένα αλλά μη χημικώς τροποποιημένα)

37

34

Βιοντίζελ – μεθυλεστέρας λιπαρών οξέων (μεθυλεστέρας που παράγεται από έλαια προερχόμενα από βιομάζα)

37

33

Βιοντίζελ – αιθυλεστέρας λιπαρών οξέων (αιθυλεστέρας που παράγεται από έλαια προερχόμενα από βιομάζα)

38

34

Βιοαέριο που μπορεί να καθαριστεί και να αναβαθμιστεί σε ποιότητα φυσικού αερίου

50

Υδρογονοκατεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε θερμοχημική κατεργασία με υδρογόνο) προερχόμενο από βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του ντίζελ

44

34

Υδρογονοκατεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε θερμοχημική κατεργασία με υδρογόνο) προερχόμενο από βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση της βενζίνης

45

30

Υδρογονοκατεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε θερμοχημική κατεργασία με υδρογόνο) προερχόμενο από βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του καυσίμου αεριωθουμένων

44

34

Υδρογονοκατεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε θερμοχημική κατεργασία με υδρογόνο) προερχόμενο από βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του υγροποιημένου αερίου πετρελαίου

46

24

Συνεπεξεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε επεξεργασία σε διυλιστήριο ταυτόχρονα με ορυκτά καύσιμα) προερχόμενο από βιομάζα ή πυρολυμένη βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του ντίζελ

43

36

Συνεπεξεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε επεξεργασία σε διυλιστήριο ταυτόχρονα με ορυκτά καύσιμα) προερχόμενο από βιομάζα ή πυρολυμένη βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση της βενζίνης

44

32

Συνεπεξεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε επεξεργασία σε διυλιστήριο ταυτόχρονα με ορυκτά καύσιμα) προερχόμενο από βιομάζα ή πυρολυμένη βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του καυσίμου αεριωθουμένων

43

33

Συνεπεξεργασμένο έλαιο (που έχει υποβληθεί σε επεξεργασία σε διυλιστήριο ταυτόχρονα με ορυκτά καύσιμα) προερχόμενο από βιομάζα, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του υγραερίου-LPG

46

23

ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΑΧΘΟΥΝ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ, ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΑΖΑΣ

Μεθανόλη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

20

16

Αιθανόλη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

27

21

Προπανόλη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

31

25

Βουτανόλη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

33

27

Ντίζελ Fischer-Tropsch (συνθετικός υδρογονάνθρακας ή μείγμα συνθετικών υδρογονανθράκων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του ντίζελ)

44

34

Βενζίνη Fischer-Tropsch (συνθετικός υδρογονάνθρακας ή μείγμα συνθετικών υδρογονανθράκων που παράγεται από βιομάζα, το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση της βενζίνης)

44

33

Καύσιμο αεριωθουμένων Fischer-Tropsch (συνθετικός υδρογονάνθρακας ή μείγμα συνθετικών υδρογονανθράκων που παράγεται από βιομάζα, το οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του καυσίμου αεριωθουμένων)

44

33

Υγραέριο-LPG Fischer-Tropsch (συνθετικός υδρογονάνθρακας ή μείγμα συνθετικών υδρογονανθράκων, που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την αντικατάσταση του υγραερίου-LPG)

46

24

Διμεθυλαιθέρας (DME)

28

19

Υδρογόνο από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

120

ETBE (αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρας που παράγεται από αιθανόλη)

36 (εκ των οποίων 37 % από ανανεώσιμες πηγές)

27 (εκ των οποίων 37 % από ανανεώσιμες πηγές)

MTBE (μεθυλοτριτοβουτυλαιθέρας που παράγεται από βιομεθανόλη)

35 (εκ των οποίων 22 % από ανανεώσιμες πηγές)

26 (εκ των οποίων 22 % από ανανεώσιμες πηγές)

TAEE (τριταμυλαιθυλαιθέρας που παράγεται από αιθανόλη)

38 (εκ των οποίων 29 % από ανανεώσιμες πηγές)

29 (εκ των οποίων 29 % από ανανεώσιμες πηγές)

TAME (τριταμυλομεθυλαιθέρας που παράγεται από μεθανόλη)

36 (εκ των οποίων 18 % από ανανεώσιμες πηγές)

28 (εκ των οποίων 18 % από ανανεώσιμες πηγές)

THxEE (τριτεξυλαιθυλαιθέρας που παράγεται από αιθανόλη)

38 (εκ των οποίων 25 % από ανανεώσιμες πηγές)

30 (εκ των οποίων 25 % από ανανεώσιμες πηγές)

THxME (τριτεξυλομεθυλαιθέρας που παράγεται από μεθανόλη)

38 (εκ των οποίων 14 % από ανανεώσιμες πηγές)

30 (εκ των οποίων 14 % από ανανεώσιμες πηγές)

ΟΡΥΚΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ

Βενζίνη

43

32

Ντίζελ

43

36


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΤΩΝ

Τα καθεστώτα πιστοποίησης ή τα ισοδύναμα καθεστώτα χαρακτηρισμού του άρθρου 18 παράγραφος 3, βασίζονται στα ακόλουθα κριτήρια:

1.

Η διαδικασία πιστοποίησης ή χαρακτηρισμού είναι διαφανής και σαφώς καθορισμένη από τα κράτη μέλη ή από τον διοικητικό φορέα που αυτά ορίζουν.

2.

Οι εγκαταστάτες συστημάτων βιομάζας, αντλιών θερμότητας, γεωθερμικών μικρού βάθους, ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων ενέργειας πιστοποιούνται στο πλαίσιο αναγνωρισμένου προγράμματος κατάρτισης ή από αναγνωρισμένο πάροχο κατάρτισης.

3.

Η αναγνώριση του προγράμματος κατάρτισης ή του παρόχου κατάρτισης γίνεται από τα κράτη μέλη ή από τον διοικητικό φορέα που αυτά ορίζουν. Ο φορέας αναγνώρισης βεβαιώνεται για τη συνέχεια και την περιφερειακή ή εθνική κάλυψη του προγράμματος κατάρτισης που προσφέρει ο πάροχος κατάρτισης. Ο πάροχος κατάρτισης διαθέτει κατάλληλες τεχνικές εγκαταστάσεις πρακτικής εξάσκησης και ιδίως εργαστηριακό εξοπλισμό ή ανάλογες εγκαταστάσεις. Πέραν της βασικής κατάρτισης, ο πάροχος κατάρτισης προσφέρει επίσης βραχύτερους κύκλους επιμόρφωσης επί επίκαιρων θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων των νέων τεχνολογιών, που να επιτρέπουν τη διά βίου μάθηση σχετικά με τις εγκαταστάσεις. Ο πάροχος κατάρτισης μπορεί να είναι ο κατασκευαστής σχετικού εξοπλισμού ή συστημάτων, ιδρύματα ή ενώσεις.

4.

Η κατάρτιση που οδηγεί στην πιστοποίηση ή τον χαρακτηρισμό της επαγγελματικής επάρκειας εγκαταστάτη περιλαμβάνει ένα θεωρητικό και ένα πρακτικό σκέλος. Στο τέλος της κατάρτισης, ο εγκαταστάτης διαθέτει δεξιότητες εγκατάστασης των σχετικών εξοπλισμών και συστημάτων που να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες απόδοσης και αξιοπιστίας των πελατών, επιδεικνύει δεξιοτεχνία και παράγει ποιοτικές εργασίες, και τηρεί όλους τους εφαρμοστέους κώδικες και πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την ενέργεια και την οικολογική σήμανση.

5.

Η παροχή κατάρτισης ολοκληρώνεται με τη διενέργεια εξετάσεων από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση πιστοποιητικού ή ο χαρακτηρισμός. Οι εξετάσεις περιλαμβάνουν πρακτική αξιολόγηση επιτυχούς εγκατάστασης λεβήτων ή θερμαστρών βιομάζας, αντλιών θερμότητας, γεωθερμικών εγκαταστάσεων μικρού βάθους, ηλιακών φωτοβολταϊκών ή ηλιοθερμικών εγκαταστάσεων.

6.

Τα καθεστώτα πιστοποίησης ή τα ισοδύναμα καθεστώτα χαρακτηρισμού του άρθρου 18 παράγραφος 3, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:

α)

Θα πρέπει να προσφέρονται αναγνωρισμένα προγράμματα κατάρτισης για τους εγκαταστάτες με επαγγελματική πείρα, που έχουν παρακολουθήσει ή παρακολουθούν τους ακόλουθους τύπους κατάρτισης:

i)

για τους εγκαταστάτες λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας: κατάρτιση υδραυλικού, εγκαταστάτη σωληνώσεων, μηχανικού θέρμανσης ή τεχνικού εγκαταστάσεων υγιεινής, θέρμανσης ή ψύξης, ως προαπαιτούμενο,

ii)

για τους εγκαταστάτες αντλιών θερμότητας: κατάρτιση υδραυλικού ή μηχανικού ψυκτικού εξοπλισμού, και βασικές γνώσεις ηλεκτρολογίας και υδραυλικής (κοπή σωλήνων, ηλεκτροκόλληση σωλήνων, κόλληση σωλήνων με κόλλα, θερμομόνωση, σφράγιση εξαρτημάτων, ανίχνευση διαρροών και εγκατάσταση συστημάτων θέρμανσης ή ψύξης), ως προαπαιτούμενο,

iii)

για τους εγκαταστάτες ηλιακών φωτοβολταϊκών ή ηλιοθερμικών συστημάτων: κατάρτιση υδραυλικού ή ηλεκτρολόγου, και γνώσεις υδραυλικής, ηλεκτρολογίας και τεχνικής στεγών, συμπεριλαμβανομένων γνώσεων ηλεκτροκόλλησης σωλήνων, κόλλησης σωλήνων με κόλλα, σφράγισης εξαρτημάτων, ανίχνευσης υδραυλικών διαρροών, ικανότητα σύνδεσης καλωδιώσεων, εξοικείωσης με τα βασικά υλικά επικάλυψης και των μεθόδων υδρομόνωσης και στεγανοποίησης στεγών, ως προαπαιτούμενο ή

iv)

πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης που παρέχει στους εγκαταστάτες κατάλληλες δεξιότητες που αντιστοιχούν σε τριετή εκπαίδευση στους τομείς δεξιοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ), και το οποίο περιλαμβάνει τόσο θεωρητική εκπαίδευση όσο και πρακτική επαγγελματική εξάσκηση.

β)

Το θεωρητικό σκέλος της κατάρτισης των εγκαταστατών θερμαστρών και λεβήτων βιομάζας θα πρέπει να παρέχει σφαιρική εικόνα της κατάστασης της αγοράς βιομάζας και να καλύπτει οικολογικές πτυχές, τα βιοκαύσιμα, την εφοδιαστική, την πυροπροστασία, τις σχετικές επιδοτήσεις, τις τεχνικές καύσης, τα συστήματα ανάφλεξης, τις βέλτιστες υδραυλικές λύσεις, σύγκριση κόστους – κερδών, καθώς και τον σχεδιασμό, την εγκατάσταση και τη συντήρηση λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας. Η κατάρτιση θα πρέπει επίσης να παρέχει επαρκή γνώση των τυχόν ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν τις τεχνολογίες και τα βιοκαύσιμα, όπως τα συσσωματώματα βιομάζας, και της εθνικής και της ενωσιακής νομοθεσίας που αφορά τη βιομάζα.

γ)

Το θεωρητικό σκέλος της κατάρτισης των εγκαταστατών αντλιών θερμότητας θα πρέπει να παρέχει σφαιρική εικόνα της κατάστασης της αγοράς αντλιών θερμότητας και να καλύπτει τους γεωθερμικούς πόρους και τις θερμοκρασίες εδάφους των διαφόρων περιοχών, την αναγνώριση των εδαφών και των πετρωμάτων από άποψη θερμικής αγωγιμότητας, τους κανονισμούς που διέπουν τη χρήση γεωθερμικών πόρων, τη σκοπιμότητα χρησιμοποίησης αντλιών θερμότητας σε κτίρια και τον προσδιορισμό του καταλληλότερου συστήματος αντλίας θερμότητας, καθώς και τις αντίστοιχες τεχνικές απαιτήσεις, απαιτήσεις ασφάλειας, φιλτραρίσματος αέρα, σύνδεσης με την πηγή θερμότητας και διάταξης συστήματος. Η κατάρτιση θα πρέπει επίσης να παρέχει επαρκή γνώση των τυχόν ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν τις αντλίες θερμότητας και της σχετικής εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας. Οι εγκαταστάτες θα πρέπει να αποκτούν τις ακόλουθες βασικές δεξιότητες:

i)

βασική κατανόηση της φυσικής και των αρχών λειτουργίας μιας αντλίας θερμότητας, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών του κύκλου της αντλίας: σχέση μεταξύ των χαμηλών θερμοκρασιών του απαγωγέα θερμότητας, των υψηλών θερμοκρασιών της πηγής θερμότητας και της απόδοσης του συστήματος, προσδιορισμός του συντελεστή απόδοσης και του εποχιακού συντελεστή απόδοσης (seasonal performance factor - SPF),

ii)

κατανόηση των επιμέρους στοιχείων των αντλιών θερμότητας και της λειτουργίας τους στον κύκλο της αντλίας, και ιδίως του συμπιεστή, της βαλβίδας εκτόνωσης, του εξατμιστή, του συμπυκνωτή, των κατασκευαστικών στοιχείων και εξαρτημάτων, των λιπαντικών ελαίων, των ψυκτικών μέσων, των δυνατοτήτων υπερθέρμανσης, υπόψυξης και ψύξης και

iii)

ικανότητα επιλογής και διαστασιολόγησης των συστατικών μερών σε τυπικές καταστάσεις εγκατάστασης, και ιδίως ικανότητα προσδιορισμού των τυπικών τιμών των θερμικών φορτίων διαφορετικών κτιρίων και για την παραγωγή θερμού νερού βάσει της κατανάλωσης ενέργειας, ικανότητα προσδιορισμού της ισχύος της αντλίας θερμότητας στο θερμικό φορτίο για την παραγωγή θερμού νερού, στη μάζα αποθήκευσης του κτιρίου και στη διακοπτόμενη παροχή ρεύματος· προσδιορισμός του συστατικού μέρους που θα χρησιμεύει ως δεξαμενή αποθήκευσης και του όγκου του, και επιλογή ενσωμάτωσης δεύτερου συστήματος θέρμανσης.

δ)

Το θεωρητικό σκέλος της κατάρτισης των εγκαταστατών ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων θα πρέπει να παρέχει σφαιρική εικόνα της κατάστασης της αγοράς των ηλιακών προϊόντων και των συγκρίσεων κόστους και κέρδους, και να καλύπτει τις οικολογικές πτυχές, τα συστατικά μέρη, τα χαρακτηριστικά και τη διαστασιολόγηση των ηλιακών συστημάτων, την επιλογή συστημάτων ακριβείας και τη διαστασιολόγηση των συστατικών μερών, τον προσδιορισμό της ζήτησης θερμότητας, την πυροπροστασία, τις σχετικές επιδοτήσεις, καθώς και τον σχεδιασμό, την εγκατάσταση και τη συντήρηση ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών εγκαταστάσεων. Η κατάρτιση πρέπει επίσης να παρέχει επαρκή γνώση των τυχόν ευρωπαϊκών προτύπων που αφορούν τις τεχνολογίες και τις πιστοποιήσεις όπως η «Solar Keymark», καθώς και της σχετικής εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας. Οι εγκαταστάτες θα πρέπει να αποκτούν τις ακόλουθες βασικές δεξιότητες:

i)

την ικανότητα εργασίας και χρήσης των απαιτούμενων εργαλείων και εξοπλισμών με ασφάλεια, τηρουμένων των κωδίκων και προτύπων ασφαλείας, και ικανότητα προσδιορισμού των υδραυλικών, ηλεκτρολογικών και άλλων κινδύνων που συνδέονται με τις ηλιακές εγκαταστάσεις,

ii)

την ικανότητα αναγνώρισης των συστημάτων και των συστατικών μερών των ενεργητικών και παθητικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου του μηχανολογικού σχεδιασμού τους, και την ικανότητα προσδιορισμού της θέσης των συστατικών μερών και της διάταξης και διαμόρφωσης του συστήματος,

iii)

την ικανότητα προσδιορισμού της απαιτούμενης θέσης, προσανατολισμού και κλίσης του ηλιακού φωτοβολταϊκού συλλέκτη και του ηλιακού θερμοσίφωνα, λαμβανομένων υπόψη της σκίασης, της ηλιακής πρόσβασης, της δομικής ακεραιότητας, της καταλληλότητας της εγκατάστασης για το εκάστοτε κτίριο ή κλίμα, και την ικανότητα αναγνώρισης των κατάλληλων μεθόδων εγκατάστασης για τους διαφορετικούς τύπους στέγης και της αναλογίας εξοπλισμού που απαιτείται για την εγκατάσταση και

iv)

για τα ηλιακά φωτοβολταϊκά συστήματα ειδικότερα, την ικανότητα αναπροσαρμογής του ηλεκτρολογικού σχεδιασμού, και ιδίως ικανότητα προσδιορισμού των ονομαστικών εντάσεων ρεύματος, επιλογής των κατάλληλων αγωγών και ροών για κάθε ηλεκτρικό κύκλωμα, επιλογής του κατάλληλου μεγέθους, δυναμικότητας και θέσης κάθε συνδεδεμένου εξοπλισμού και υποσυστήματος και επιλογής κατάλληλου σημείου διασύνδεσης.

ε)

Η πιστοποίηση του εγκαταστάτη θα πρέπει να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, ώστε για την ανανέωσή της να απαιτείται η παρακολούθηση μαθημάτων υπενθύμισης ή άλλου προγράμματος επιμόρφωσης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΚΑΝΟΝΕΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ ΤΩΝ ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΩΝ, ΤΩΝ ΒΙΟΡΕΥΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΩΝ ΤΟΥΣ ΟΡΥΚΤΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΣΤΑ ΑΕΡΙΑ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ

Α.   ΤΥΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΤΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΘΑΡΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΑΝΘΡΑΚΑ ΛΟΓΩ ΑΛΛΑΓΩΝ ΣΤΙΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΓΗΣ

Οδός παραγωγής βιοκαυσίμου

Μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου – τυπική τιμή

Μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου – προκαθορισμένη τιμή

αιθανόλη ζαχαρότευτλων (χωρίς βιοαέριο από υπολείμματα απόσταξης, με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

67 %

59 %

αιθανόλη ζαχαρότευτλων (με βιοαέριο από υπολείμματα απόσταξης, με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

77 %

73 %

αιθανόλη ζαχαρότευτλων (χωρίς βιοαέριο από υπολείμματα απόσταξης, με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

73 %

68 %

αιθανόλη ζαχαρότευτλων (με βιοαέριο από υπολείμματα απόσταξης, με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

79 %

76 %

αιθανόλη ζαχαρότευτλων (χωρίς βιοαέριο από υπολείμματα απόσταξης, με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

58 %

47 %

αιθανόλη ζαχαρότευτλων (με βιοαέριο από υπολείμματα απόσταξης, με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

71 %

64 %

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

48 %

40 %

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*)),

55 %

48 %

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

40 %

28 %

αιθανόλη αραβοσίτου (με χρήση δασικών υπολειμμάτων ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

69 %

68 %

άλλα σιτηρά εξαιρουμένης της αιθανόλης αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε συμβατικό λέβητα)

47 %

38 %

άλλα σιτηρά εξαιρουμένης της αιθανόλης αραβοσίτου (με χρήση φυσικού αερίου ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

53 %

46 %

άλλα σιτηρά εξαιρουμένης της αιθανόλης αραβοσίτου (με χρήση λιγνίτη ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

37 %

24 %

άλλα σιτηρά εξαιρουμένης της αιθανόλης αραβοσίτου (με χρήση δασικών υπολειμμάτων ως καυσίμου διεργασίας σε σταθμό ΣΠΗΘ (*))

67 %

67 %

αιθανόλη ζαχαροκάλαμου

70 %

70 %

το ποσοστό αιθυλοτριτοβουτυλαιθέρα (ΕΤΒΕ) που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

το ποσοστό τριταμυλαιθυλαιθέρα (ΤΑΕΕ) που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές

Ίδιες τιμές με εκείνες που προβλέπονται για τη χρησιμοποιούμενη οδό παραγωγής αιθανόλης

βιοντίζελ κράμβης

52 %

47 %

βιοντίζελ ηλίανθου

57 %

52 %

βιοντίζελ σπόρων σόγιας

55 %

50 %

βιοντίζελ φοινικέλαιου (ανοικτή δεξαμενή λυμάτων)

32 %

19 %

βιοντίζελ φοινικέλαιου (με δέσμευση μεθανίου στη μονάδα επεξεργασίας)

51 %

45 %

βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια

88 %

84 %

βιοντίζελ από τετηγμένα ζωικ