EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32017R2358

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2017/2358 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων για ασφαλιστικές επιχειρήσεις και διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ )

C/2017/6218

OJ L 341, 20.12.2017, p. 1–7 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 26/04/2018

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2017/2358/oj

20.12.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 341/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/2358 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Σεπτεμβρίου 2017

για τη συμπλήρωση της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις απαιτήσεις εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων για ασφαλιστικές επιχειρήσεις και διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (1), και ιδίως το άρθρο 25 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις για τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 25 της εν λόγω οδηγίας. Για λόγους αποτελεσματικής προστασίας των πελατών, οι κανόνες εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων θα πρέπει να εφαρμόζονται με συνεκτικό τρόπο σε όλα τα νέα ασφαλιστικά προϊόντα και σε σημαντικές προσαρμογές υφιστάμενων ασφαλιστικών προϊόντων, ανεξαρτήτως του τύπου προϊόντος και των απαιτήσεων που ισχύουν στο σημείο πώλησης. Η έκδοση κανονισμού διασφαλίζει ένα συνεκτικό πλαίσιο για όλους τους παράγοντες της αγοράς και αποτελεί την καλύτερη δυνατή εγγύηση για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, ομοιόμορφων συνθηκών και κατάλληλου προτύπου προστασίας των καταναλωτών.

(2)

Στο πλαίσιο των απαιτήσεων της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, τα μέτρα εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων θα πρέπει να επιλέγονται και να εφαρμόζονται με αναλογικό και κατάλληλο τρόπο, ανάλογα με την πολυπλοκότητα του προϊόντος και τον βαθμό στον οποίο είναι δυνατή η εξασφάλιση δημοσιοποιημένων πληροφοριών, λαμβανομένης υπόψη της φύσης του ασφαλιστικού προϊόντος και του κινδύνου ζημίας που ενέχει για τον καταναλωτή, των χαρακτηριστικών της αγοράς-στόχου και της φύσης, της έκτασης και της πολυπλοκότητας της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού ή του διανομέα. Η αναλογικότητα προϋποθέτει ότι τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να είναι σχετικά απλά, όταν πρόκειται για κατανοητά και μη πολύπλοκα προϊόντα που είναι συμβατά με τις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά της μαζικής αγοράς λιανικής πώλησης, συμπεριλαμβανομένων των τρεχόντων ασφαλιστικών προϊόντων του κλάδου ασφάλισης ζημιών με περιορισμένο, εύληπτο πεδίο εφαρμογής. Αφετέρου, στην περίπτωση πιο πολύπλοκων προϊόντων με υψηλότερο κίνδυνο ζημίας για τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση τα οποία δεν καλύπτονται από το άρθρο 30 παράγραφος 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, θα πρέπει να απαιτούνται αυστηρότερα μέτρα.

(3)

Για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής θα πρέπει να θεωρείται παραγωγός ενός ασφαλιστικού προϊόντος όταν από συνολική ανάλυση της δραστηριότητας του διαμεσολαβητή κατά περίπτωση προκύπτει ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής αποφασίζει αυτόνομα όσον αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τα βασικά στοιχεία του ασφαλιστικού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης, του κόστους, των κινδύνων, της αγοράς-στόχου ή των δικαιωμάτων αποζημίωσης ή εγγυήσεων. Οι δραστηριότητες που συνδέονται με την απλή προσαρμογή υφιστάμενων ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο διαμεσολαβητής μπορεί να επιλέξει μεταξύ διαφόρων παραλλαγών ενός προϊόντος, διαφορετικών συμβατικών ρητρών ή επιλογών ή μπορεί να συμφωνήσει με τον πελάτη σχετικά με την εφαρμογή εκπτώσεων σε ασφάλιστρα ή τέλη, δεν θα πρέπει ωστόσο να θεωρούνται παραγωγικές εφόσον στις εν λόγω περιπτώσεις οι βασικές αποφάσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη του προϊόντος λαμβάνονται από την ασφαλιστική επιχείρηση και όχι από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.

(4)

Όταν ένα ασφαλιστικό προϊόν σχεδιάζεται και αναπτύσσεται στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το οποίο αμφότεροι λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη του εν λόγω προϊόντος, τότε ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και η ασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να καθορίζουν σε γραπτή συμφωνία τη συνεργασία και τους αντίστοιχους ρόλους τους, ώστε οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να εποπτεύουν τη συμμόρφωση με τις νομικές απαιτήσεις.

(5)

Ο προσδιορισμός της αγοράς-στόχου από τον παραγωγό θα πρέπει να νοείται ως περιγραφή μιας ομάδας καταναλωτών που μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά σε αφηρημένο και γενικευμένο επίπεδο προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον παραγωγό να προσαρμόζει τα χαρακτηριστικά του προϊόντος στις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους της συγκεκριμένης ομάδας πελατών. Θα πρέπει να διαχωριστεί από τη μεμονωμένη αξιολόγηση που διενεργείται στο σημείο πώλησης προκειμένου να καθοριστεί αν ένα ασφαλιστικό προϊόν πληροί τις απαιτήσεις και τις ανάγκες και, κατά περίπτωση, αν ένα επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση είναι κατάλληλο ή ενδεδειγμένο για τον συγκεκριμένο ή τον δυνητικό πελάτη.

(6)

Το επίπεδο ανάλυσης της αγοράς-στόχου, καθώς και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της αγοράς-στόχου και τη διαμόρφωση της κατάλληλης στρατηγικής διανομής, θα πρέπει να είναι σχετικά με το προϊόν και να καθιστούν εφικτό να εκτιμηθεί ποια ομάδα πελατών ανταποκρίνεται στην αγορά-στόχο. Στην περίπτωση απλούστερων, περισσότερο συνηθισμένων προϊόντων, η αγορά-στόχος θα πρέπει να προσδιορίζεται με λιγότερες λεπτομέρειες, ενώ για περισσότερο πολύπλοκα ή λιγότερο συνηθισμένα προϊόντα η αγορά-στόχος θα πρέπει να καθορίζεται με περισσότερες λεπτομέρειες, λαμβανομένου υπόψη του αυξημένου κινδύνου ζημίας που ενέχουν τα εν λόγω προϊόντα για τον καταναλωτή.

(7)

Προκειμένου να βελτιωθεί η προστασία των καταναλωτών, ιδίως όσον αφορά τα επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση, οι παραγωγοί θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν ειδικές ομάδες πελατών για τις οποίες κατά κανόνα δεν ενδείκνυται το ασφαλιστικό προϊόν.

(8)

Στο πλαίσιο των ρυθμίσεων εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων, οι παραγωγοί θα πρέπει επίσης να διενεργούν κατάλληλες δοκιμές των ασφαλιστικών προϊόντων, στις οποίες θα περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση και ιδίως για τα επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση, αναλύσεις σεναρίων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το προϊόν θα πληροί, καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του, τις προσδιορισμένες ανάγκες, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά της αγοράς-στόχου. Θα πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνονται αξιολογήσεις των επιδόσεων του προϊόντος και του προφίλ κινδύνου/απόδοσης. Ωστόσο η απαίτηση αξιολόγησης των επιδόσεων του προϊόντος δεν θα πρέπει να θεωρείται παρέμβαση στην ελευθερία των παραγωγών να καθορίζουν τα ασφάλιστρα, ή οποιασδήποτε μορφής έλεγχος των τιμών.

(9)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η παροχή κατάλληλης ενημέρωσης και συμβουλών στους πελάτες, οι παραγωγοί θα πρέπει να επιλέγουν διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων οι οποίοι διαθέτουν τις αναγκαίες γνώσεις, εμπειρογνωμοσύνη και ικανότητα ώστε να κατανοούν τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος και της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου. Για τον ίδιο λόγο, στο πλαίσιο της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας που διέπει τη σχέση τους με τους εν λόγω διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων, θα πρέπει να παρακολουθούν και να ελέγχουν σε τακτική βάση αν το ασφαλιστικό προϊόν διανέμεται σύμφωνα με τους στόχους των οικείων ρυθμίσεων εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων και να λαμβάνουν κατάλληλα διορθωτικά μέτρα όταν θεωρούν ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αυτό ωστόσο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων να διανέμουν τα ασφαλιστικά προϊόντα σε πελάτες που δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη αγορά-στόχο, υπό την προϋπόθεση ότι η μεμονωμένη αξιολόγηση στο σημείο πώλησης δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω προϊόντα αντιστοιχούν στις απαιτήσεις και στις ανάγκες των πελατών αυτών και, κατά περίπτωση, ότι τα επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση είναι κατάλληλα ή ενδεδειγμένα για τον πελάτη.

(10)

Προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων να κατανοήσουν πλήρως τα προϊόντα που προτίθενται να διανείμουν, ώστε να μπορούν να εκτελούν τις οικείες δραστηριότητες διανομής με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, ιδίως μέσω της παροχής επαγγελματικών συμβουλών, οι παραγωγοί θα πρέπει να παρέχουν στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων όλες τις ενδεδειγμένες πληροφορίες σχετικά με τα συγκεκριμένα ασφαλιστικά προϊόντα, καθώς και σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων, την προσδιορισμένη αγορά-στόχο και την προτεινόμενη στρατηγική διανομής. Αντιστρόφως, οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων θα πρέπει να διαθέτουν μηχανισμούς για να λαμβάνουν τις απαιτούμενες πληροφορίες από τους παραγωγούς με αποτελεσματικό τρόπο.

(11)

Στο πλαίσιο αποτελεσματικής εφαρμογής των υποχρεώσεων διακυβέρνησης των προϊόντων, απαιτείται από τους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων να ενημερώνουν τακτικά τους παραγωγούς σχετικά με την εμπειρία τους από τα ασφαλιστικά προϊόντα. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων θα πρέπει, ως εκ τούτου, να παρέχουν στους παραγωγούς τα αναγκαία δεδομένα για την επανεξέταση του ασφαλιστικού προϊόντος και να ελέγχουν ότι τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν να ευθυγραμμίζονται με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους της προσδιορισμένης από τον παραγωγό αγοράς-στόχου.

(12)

Προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος ζημίας του πελάτη, οι παραγωγοί και οι διανομείς θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα όταν θεωρούν ότι το προϊόν δεν είναι ευθυγραμμισμένο ή δεν ευθυγραμμίζεται πλέον με τα συμφέροντα, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου.

(13)

Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές και στους επαγγελματίες του ασφαλιστικού κλάδου να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό, η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την έναρξη εφαρμογής των εθνικών μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97 στο εθνικό δίκαιο.

(14)

Ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, η οποία έχει συσταθεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), η παροχή τεχνικών συμβουλών (3),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες για τη διάθεση, τη χρησιμοποίηση και την επανεξέταση των ρυθμίσεων εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων για τα ασφαλιστικά προϊόντα και για σημαντικές προσαρμογές υφιστάμενων ασφαλιστικών προϊόντων προτού αυτά διατεθούν στην αγορά ή διανεμηθούν στους πελάτες («διαδικασία έγκρισης προϊόντων»), καθώς και κανόνες για τις ρυθμίσεις διανομής προϊόντων για τα συγκεκριμένα ασφαλιστικά προϊόντα.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που παράγουν ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία διατίθενται προς πώληση σε πελάτες («παραγωγοί»), καθώς και σε διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που παρέχουν συμβουλές για ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία δεν παράγουν οι ίδιοι ή προτείνουν ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία δεν παράγουν οι ίδιοι.

Άρθρο 3

Παραγωγή ασφαλιστικών προϊόντων

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές θεωρούνται παραγωγοί όταν από συνολική ανάλυση της δραστηριότητάς τους προκύπτει ότι παίζουν ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη ενός ασφαλιστικού προϊόντος για την αγορά.

2.   Ειδικότερα, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές αναλαμβάνουν ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων όταν καθορίζουν αυτόνομα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τα βασικά στοιχεία ενός ασφαλιστικού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης, της τιμής, του κόστους, των κινδύνων, της αγοράς-στόχου και των δικαιωμάτων αποζημίωσης ή εγγυήσεων, τα οποία δεν υφίστανται σημαντική τροποποίηση από την ασφαλιστική επιχείρηση που παρέχει κάλυψη για το ασφαλιστικό προϊόν.

3.   Η εξατομίκευση και η προσαρμογή υφιστάμενων ασφαλιστικών προϊόντων στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων διανομής ασφαλιστικών προϊόντων για μεμονωμένους πελάτες, καθώς και ο σχεδιασμός ειδικά προσαρμοσμένων συμβολαίων κατόπιν αιτήματος μεμονωμένου πελάτη, δεν θεωρούνται παραγωγή.

4.   Ένας ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και μια ασφαλιστική επιχείρηση που είναι παραγωγοί κατά την έννοια του άρθρου 2 του παρόντος κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού υπογράφουν γραπτή συμφωνία στην οποία καθορίζεται η συνεργασία τους για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για παραγωγούς οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, οι διαδικασίες με τις οποίες θα συμφωνήσουν όσον αφορά τον προσδιορισμό της αγοράς-στόχου, καθώς και οι αντίστοιχοι ρόλοι τους στη διαδικασία έγκρισης προϊόντων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ

Άρθρο 4

Διαδικασία έγκρισης προϊόντων

1.   Οι παραγωγοί διαθέτουν, χρησιμοποιούν και επανεξετάζουν μια διαδικασία έγκρισης προϊόντων για νέα ασφαλιστικά προϊόντα και για σημαντικές προσαρμογές σε υφιστάμενα ασφαλιστικά προϊόντα. Η εν λόγω διαδικασία περιλαμβάνει μέτρα και διαδικασίες για τον σχεδιασμό, την παρακολούθηση, την επανεξέταση και τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και για τη λήψη διορθωτικών μέτρων για ασφαλιστικά προϊόντα που είναι επιζήμια για τους πελάτες. Τα μέτρα και οι διαδικασίες είναι ανάλογα προς το επίπεδο πολυπλοκότητας και τους κινδύνους που συνδέονται με τα προϊόντα, καθώς και προς τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας του παραγωγού.

2.   Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων καθορίζεται σε γραπτό κείμενο («πολιτική εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων»), το οποίο τίθεται στη διάθεση του αρμόδιου προσωπικού.

3.   Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων:

α)

διασφαλίζει ότι ο σχεδιασμός των ασφαλιστικών προϊόντων πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

λαμβάνει υπόψη τους στόχους, τα συμφέροντα και τα χαρακτηριστικά των πελατών·

ii)

δεν επηρεάζει αρνητικά τους πελάτες·

iii)

προλαμβάνει ή μετριάζει τη ζημία για τον πελάτη·

β)

στηρίζει την ορθή διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων.

4.   Το όργανο ή η δομή του παραγωγού που φέρει την ευθύνη της παραγωγής ασφαλιστικών προϊόντων προβαίνει σε όλα από τα εξής:

α)

εγκρίνει και φέρει την τελική ευθύνη για την καθιέρωση, την υλοποίηση και την επανεξέταση της διαδικασίας έγκρισης προϊόντων·

β)

επαληθεύει συνεχώς την εσωτερική συμμόρφωση με την εν λόγω διαδικασία.

5.   Οι παραγωγοί που αναθέτουν σε τρίτο μέρος τον σχεδιασμό προϊόντων για λογαριασμό τους διατηρούν την πλήρη ευθύνη για τη συμμόρφωση με τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων.

6.   Οι παραγωγοί επανεξετάζουν τακτικά την οικεία διαδικασία έγκρισης προϊόντων ώστε να διασφαλίζουν ότι εξακολουθεί να είναι έγκυρη και επικαιροποιημένη. Τροποποιούν τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων εφόσον απαιτείται.

Άρθρο 5

Αγορά-στόχος

1.   Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων καθορίζει την αγορά-στόχο και την ομάδα των συμβατών πελατών για κάθε ασφαλιστικό προϊόν. Η αγορά-στόχος προσδιορίζεται σε επαρκώς αναλυτικό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών, του προφίλ κινδύνου, της πολυπλοκότητας και της φύσης του ασφαλιστικού προϊόντος.

2.   Οι παραγωγοί δύνανται, ιδίως όσον αφορά επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση, να προσδιορίζουν ομάδες πελατών των οποίων οι ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και οι στόχοι δεν είναι εν γένει συμβατά με το ασφαλιστικό προϊόν.

3.   Οι παραγωγοί σχεδιάζουν και διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλιστικά προϊόντα που είναι συμβατά με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους των πελατών που ανήκουν στην αγορά-στόχο. Κατά την αξιολόγηση της συμβατότητας του ασφαλιστικού προϊόντος με μια αγορά-στόχο οι παραγωγοί λαμβάνουν υπόψη το επίπεδο ενημέρωσης που διαθέτουν οι πελάτες που ανήκουν στη συγκεκριμένη αγορά-στόχο, καθώς και τις χρηματοοικονομικές γνώσεις τους.

4.   Οι παραγωγοί διασφαλίζουν ότι το προσωπικό που συμμετέχει στον σχεδιασμό και στην παραγωγή ασφαλιστικών προϊόντων διαθέτει τις αναγκαίες δεξιότητες, γνώσεις και εμπειρογνωμοσύνη για να κατανοεί ορθά τα ασφαλιστικά προϊόντα που πωλούνται, καθώς και τα συμφέροντα, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά των πελατών που ανήκουν στην αγορά-στόχο.

Άρθρο 6

Δοκιμή προϊόντων

1.   Οι παραγωγοί υποβάλλουν τα ασφαλιστικά προϊόντα τους σε κατάλληλες δοκιμές, οι οποίες περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, αναλύσεις σεναρίων, πριν διαθέσουν το συγκεκριμένο προϊόν στην αγορά ή επιφέρουν σε αυτό σημαντικές προσαρμογές ή σε περίπτωση που έχουν σημειωθεί σημαντικές αλλαγές στην αγορά-στόχο. Με τις εν λόγω δοκιμές προϊόντων αξιολογείται αν το προϊόν θα πληροί καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του τις προσδιορισμένες ανάγκες, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά της αγοράς-στόχου. Οι παραγωγοί διενεργούν ποιοτικό και, ανάλογα με τον τύπο και τη φύση του ασφαλιστικού προϊόντος, καθώς και τον συναφή κίνδυνο ζημίας για τους πελάτες, ποσοτικό έλεγχο των ασφαλιστικών προϊόντων τους.

2.   Οι παραγωγοί δεν διαθέτουν τα ασφαλιστικά προϊόντα στην αγορά εάν τα αποτελέσματα των δοκιμών των προϊόντων δείχνουν ότι αυτά δεν πληρούν τις προσδιορισμένες ανάγκες, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά της αγοράς-στόχου.

Άρθρο 7

Παρακολούθηση και επανεξέταση των προϊόντων

1.   Οι παραγωγοί παρακολουθούν συνεχώς και επανεξετάζουν τακτικά τα ασφαλιστικά προϊόντα που έχουν διαθέσει στην αγορά προκειμένου να εντοπίσουν γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σοβαρά τα βασικά χαρακτηριστικά, την κάλυψη κινδύνου ή τις εγγυήσεις των συγκεκριμένων προϊόντων. Αξιολογούν κατά πόσον τα ασφαλιστικά προϊόντα συνεχίζουν να είναι συνεπή με τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου και κατά πόσον τα εν λόγω προϊόντα διανέμονται στην αγορά-στόχο ή φθάνουν σε πελάτες εκτός της αγοράς-στόχου.

2.   Οι παραγωγοί καθορίζουν τα κατάλληλα χρονικά διαστήματα για την τακτική επανεξέταση των ασφαλιστικών προϊόντων τους, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την κλίμακα, τη συμβατική διάρκεια και την πολυπλοκότητα των συγκεκριμένων ασφαλιστικών προϊόντων, τους αντίστοιχους διαύλους διανομής, καθώς και κάθε σχετικό εξωτερικό παράγοντα, όπως αλλαγές στους ισχύοντες νομικούς κανόνες, τεχνολογικές εξελίξεις ή αλλαγές στην κατάσταση της αγοράς.

3.   Οι παραγωγοί που εντοπίζουν κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής ενός ασφαλιστικού προϊόντος τυχόν περιστάσεις που συνδέονται με το ασφαλιστικό προϊόν και ενδέχεται να επηρεάζουν αρνητικά τον πελάτη του εν λόγω προϊόντος, λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξομαλύνουν την κατάσταση και να αποτρέψουν περαιτέρω εκδηλώσεις του επιζήμιου γεγονότος. Οι παραγωγοί ενημερώνουν εγκαίρως τους ενδιαφερόμενους διανομείς και πελάτες ασφαλιστικών προϊόντων σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που έλαβαν.

Άρθρο 8

Δίαυλοι διανομής

1.   Οι παραγωγοί επιλέγουν προσεκτικά τους διαύλους διανομής που ενδείκνυνται για την αγορά-στόχο, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σχετικών ασφαλιστικών προϊόντων.

2.   Οι παραγωγοί παρέχουν στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τα ασφαλιστικά προϊόντα, την προσδιορισμένη αγορά-στόχο και την προτεινόμενη στρατηγική διανομής, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά των ασφαλιστικών προϊόντων, τους κινδύνους και το κόστος τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και το έμμεσο κόστος, καθώς και τυχόν περιστάσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων εις βάρος του πελάτη. Οι πληροφορίες πρέπει να είναι σαφείς, ολοκληρωμένες και επικαιροποιημένες.

3.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δίνουν στους διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων τις ακόλουθες δυνατότητες:

α)

να κατανοούν τα ασφαλιστικά προϊόντα·

β)

να αντιλαμβάνονται την προσδιορισμένη αγορά-στόχο για τα ασφαλιστικά προϊόντα·

γ)

να εντοπίζουν πελάτες των οποίων οι ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και οι στόχοι δεν είναι συμβατά με το ασφαλιστικό προϊόν·

δ)

να διεξάγουν δραστηριότητες διανομής για τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97.

4.   Οι παραγωγοί λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα παρακολούθησης ώστε να διασφαλίζουν ότι οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων ενεργούν σύμφωνα με τους στόχους της διαδικασίας έγκρισης προϊόντων των παραγωγών. Ειδικότερα, επαληθεύουν σε τακτική βάση ότι τα ασφαλιστικά προϊόντα διανέμονται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο. Αυτή η υποχρέωση παρακολούθησης δεν επεκτείνεται στις γενικές κανονιστικές απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων όταν διεξάγουν δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων για μεμονωμένους πελάτες. Οι δραστηριότητες παρακολούθησης είναι εύλογες, και στο πλαίσιό τους λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά και το νομικό πλαίσιο των αντίστοιχων διαύλων διανομής.

5.   Οι παραγωγοί που θεωρούν ότι η διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων τους δεν συνάδει με τους στόχους της οικείας διαδικασίας έγκρισης προϊόντων λαμβάνουν κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.

Άρθρο 9

Τεκμηρίωση

Τα συναφή μέτρα που λαμβάνουν οι παραγωγοί σχετικά με την οικεία διαδικασία έγκρισης προϊόντων τεκμηριώνονται δεόντως, διατηρούνται για σκοπούς λογιστικού ελέγχου και τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών κατόπιν αιτήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

Άρθρο 10

Ρυθμίσεις διανομής προϊόντων

1.   Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων καθιερώνουν ρυθμίσεις για τη διανομή προϊόντων οι οποίες περιλαμβάνουν κατάλληλα μέτρα και διαδικασίες ώστε να λαμβάνουν από τον παραγωγό όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τα ασφαλιστικά προϊόντα που προτίθενται να παρέχουν στους πελάτες τους και να κατανοούν πλήρως τα εν λόγω προϊόντα, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο πολυπλοκότητας και τους κινδύνους που συνδέονται με τα προϊόντα, καθώς και τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας του διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων.

Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων παρουσιάζουν τις ρυθμίσεις της διανομής προϊόντων σε έγγραφο και το θέτουν στη διάθεση του σχετικού προσωπικού τους.

2.   Οι ρυθμίσεις διανομής προϊόντων:

α)

αποσκοπούν στην πρόληψη και στον μετριασμό της ζημίας για τον πελάτη·

β)

στηρίζουν την ορθή διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων·

γ)

διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι στόχοι, τα συμφέροντα και τα χαρακτηριστικά των πελατών.

3.   Οι ρυθμίσεις για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων διασφαλίζουν ότι οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων λαμβάνουν από τον παραγωγό τις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2.

4.   Κάθε συγκεκριμένη στρατηγική διανομής που καθιερώνεται ή εφαρμόζεται από διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων συνάδει με τη στρατηγική διανομής που έχει καθιερώσει και με την αγορά-στόχο που έχει προσδιορίσει ο παραγωγός.

5.   Το όργανο ή η δομή του παραγωγού που έχει την ευθύνη για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων εγκρίνει και φέρει την τελική ευθύνη για την καθιέρωση, την υλοποίηση και την επανεξέταση των ρυθμίσεων διανομής προϊόντων και επαληθεύει συνεχώς την εσωτερική συμμόρφωση με τις εν λόγω ρυθμίσεις.

6.   Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων επανεξετάζουν τακτικά τις ρυθμίσεις διανομής προϊόντων ώστε να διασφαλίζουν ότι εξακολουθούν να είναι έγκυρες και επικαιροποιημένες. Τροποποιούν, κατά περίπτωση, τις ρυθμίσεις διανομής προϊόντων. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που έχουν καθιερώσει ή εφαρμόζουν συγκεκριμένη στρατηγική διανομής τροποποιούν, κατά περίπτωση, την εν λόγω στρατηγική βάσει των αποτελεσμάτων της επανεξέτασης των ρυθμίσεων διανομής προϊόντων. Κατά την επανεξέταση των οικείων ρυθμίσεων διανομής προϊόντων οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων επαληθεύουν ότι τα ασφαλιστικά προϊόντα διανέμονται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο.

Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων καθορίζουν τα κατάλληλα χρονικά διαστήματα για την τακτική επανεξέταση των οικείων ρυθμίσεων διανομής προϊόντων, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των διαφορετικών ασφαλιστικών προϊόντων.

Προκειμένου οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων να στηρίξουν τις επανεξετάσεις προϊόντων που διενεργούνται από τους παραγωγούς, παρέχουν σε αυτούς, κατόπιν αιτήματος, συναφείς πληροφορίες για τις πωλήσεις, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών σχετικά με την τακτική επανεξέταση των ρυθμίσεων διανομής προϊόντων.

Άρθρο 11

Ενημέρωση του παραγωγού

Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων που αντιλαμβάνονται ότι ένα ασφαλιστικό προϊόν δεν ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα, τους στόχους και τα χαρακτηριστικά της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου ή αντιλαμβάνονται άλλες σχετικές με τα προϊόντα περιστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τον πελάτη ενημερώνουν άμεσα τον παραγωγό και, εφόσον ενδείκνυται, τροποποιούν την οικεία στρατηγική διανομής για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν.

Άρθρο 12

Τεκμηρίωση

Τα συναφή μέτρα που λαμβάνουν οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων σχετικά με τις οικείες ρυθμίσεις διανομής προϊόντων τεκμηριώνονται δεόντως, διατηρούνται για σκοπούς λογιστικού ελέγχου και τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών κατόπιν αιτήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 23 Φεβρουαρίου 2018.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 21 Σεπτεμβρίου 2017.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 26 της 2.2.2016, σ. 19.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).

(3)  Το έγγραφο«Technical Advice on possible delegated acts concerning the Insurance Distribution Directive» (Τεχνικές συμβουλές σχετικά με πιθανές κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που αφορούν την οδηγία σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων), EIOPA-17/048, της 1ης Φεβρουαρίου 2017, είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://eiopa.europa.eu/Publications/Consultations/EIOPA%20Technical%20Advice%20on%20the%20IDD.pdf


Top