Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32017R1939

Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

OJ L 283, 31.10.2017, p. 1–71 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1939/oj

31.10.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 283/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/1939 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 12ης Οκτωβρίου 2017

σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 86,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνωστοποίηση από το Βέλγιο, τη Βουλγαρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Κροατία, την Κύπρο, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, την Τσεχική Δημοκρατία και τη Φινλανδία, με την οποία τα εν λόγω κράτη μέλη ενημέρωσαν στις 3 Απριλίου 2017 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι επιθυμούν να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία βάσει του σχεδίου κανονισμού,

Έχοντας υπόψη την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

(2)

Η δυνατότητα σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας («Ευρωπαϊκή Εισαγγελία») προβλέπεται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στον τίτλο σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

(3)

Τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης βαρύνονται με την υποχρέωση να προστατεύουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης από αξιόποινες πράξεις οι οποίες προκαλούν σημαντικές οικονομικές ζημίες κάθε έτος. Εντούτοις, επί του παρόντος οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις δεν διερευνώνται ούτε διώκονται πάντοτε επαρκώς από τις εθνικές αρχές της ποινικής δικαιοσύνης.

(4)

Στις 17 Ιουλίου 2013 η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(5)

Κατά τη σύνοδό του της 7ης Φεβρουαρίου 2017 το Συμβούλιο κατέγραψε την έλλειψη ομοφωνίας επί του σχεδίου κανονισμού.

(6)

Σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της ΣΛΕΕ, ομάδα δεκαεπτά κρατών μελών ζήτησε, με την επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2017, την παραπομπή του σχεδίου κανονισμού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

(7)

Στις 9 Μαρτίου 2017 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συζήτησε το σχέδιο κανονισμού και σημείωσε ότι δεν υπάρχει συμφωνία κατά την έννοια των οριζομένων στο άρθρο 86 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ.

(8)

Στις 3 Απριλίου 2017 το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Κροατία, η Κύπρο, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Τσεχική Δημοκρατία και η Φινλανδία ενημέρωσαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι επιθυμούν να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ, θεωρείται ότι χορηγήθηκε η έγκριση για την καθιέρωση ενισχυμένης συνεργασίας που προβλέπεται στο 20 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στο άρθρο 329 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, οι δε διατάξεις περί ενισχυμένης συνεργασίας ισχύουν από τις 3 Απριλίου 2017. Επιπλέον, αντιστοίχως, με τις επιστολές της 19ης Απριλίου 2017, της 1ης Ιουνίου 2017, της 9ης Ιουνίου 2017 και της 22ας Ιουνίου 2017 η Αυστρία, η Εσθονία, η Ιταλία και η Λετονία έκαναν γνωστή την επιθυμία τους να συμμετάσχουν στην καθιέρωση της ενισχυμένης συνεργασίας.

(9)

Σύμφωνα με το άρθρο 328 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, κατά την καθιέρωσή τους οι ενισχυμένες συνεργασίες είναι ανοιχτές σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παραμένουν επίσης ανοικτές ανά πάσα στιγμή, συμπεριλαμβανομένων των ανοικτών συνεργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη, με την επιφύλαξη της τήρησης των πράξεων που έχουν ήδη θεσπισθεί στο πλαίσιο αυτό. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη τα οποία συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας («τα κράτη μέλη») φροντίζουν να προωθούν τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και να εφαρμόζεται άμεσα μόνο στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ή δυνάμει απόφασης που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 331 παράγραφος 1 δεύτερο ή τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ.

(10)

Σύμφωνα με το άρθρο 86 της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να συσταθεί εκ της Eurojust. Αυτό σημαίνει ότι ο παρών κανονισμός θα πρέπει να δημιουργήσει στενή σχέση μεταξύ τους βάσει αμοιβαίας συνεργασίας.

(11)

Η ΣΛΕΕ ορίζει ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιορίζεται στις αξιόποινες πράξεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει επομένως να είναι η έρευνα, η δίωξη και η παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), και αξιόποινων πράξεων που συνδέονται άρρηκτα με τις πράξεις αυτές. Οποιαδήποτε επέκταση της εν λόγω αρμοδιότητας σε σοβαρά αδικήματα με διασυνοριακή διάσταση είναι δυνατή μόνο με ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

(12)

Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η καταπολέμηση αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεών της. Το ισχύον σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου η ποινική δίωξη αξιόποινων πράξεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν συμβάλλει πάντοτε ικανοποιητικά στην επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου. Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η ενίσχυση, μέσω της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της καταπολέμησης αξιόποινων πράξεων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεμονωμένα λόγω του κατακερματισμού των εθνικών δράσεων δίωξης των αξιόποινων πράξεων που διαπράττονται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, αλλά μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης λόγω της αρμοδιότητας που θα έχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη δίωξη των εν λόγω αξιόποινων πράξεων, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων και μεριμνά για την ελάχιστη δυνατή παρέμβασή του στις έννομες τάξεις και στις θεσμικές δομές των κρατών μελών.

(13)

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει σύστημα συντρέχουσας αρμοδιότητας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών αρχών για την καταπολέμηση των εγκλημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, το οποίο βασίζεται στο δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης που έχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

(14)

Υπό το πρίσμα της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, τόσο η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να υποστηρίζονται και να ενημερώνονται αμοιβαία, με σκοπό την αποτελεσματική καταπολέμηση των εγκλημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(15)

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα εθνικά συστήματα των κρατών μελών σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης των ποινικών ερευνών.

(16)

Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα προικιστεί με εξουσίες έρευνας και δίωξης, επιβάλλεται η θέσπιση θεσμικών εγγυήσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία της, καθώς και η υποχρέωση λογοδοσίας της στα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

(17)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να ενεργεί προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε να ζητεί ούτε να λαμβάνει εντολές από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(18)

Η αυστηρή λογοδοσία συμπληρώνει την ανεξαρτησία και τις εξουσίες που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας υποχρεούται σε πλήρη λογοδοσία όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων του (της) ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, με την ιδιότητά του (της) αυτή, έχει για τις εν γένει δραστηριότητές του (της) συνολική θεσμική υποχρέωση να λογοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Αυτό σημαίνει ότι οποιοδήποτε από τα εν λόγω θεσμικά όργανα δύναται να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Δικαστήριο») για την παύση του (της) ανωτέρω εισαγγελέα υπό ορισμένες περιστάσεις όπως, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση διάπραξης σοβαρού παραπτώματος. Η ίδια διαδικασία θα πρέπει να εφαρμόζεται για την παύση των ευρωπαίων εισαγγελέων.

(19)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με τις εν γένει δραστηριότητές της, η οποία θα πρέπει κατ’ ελάχιστον να περιλαμβάνει στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις εργασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(20)

Η οργανωτική δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να επιτρέπει την ταχεία και αποτελεσματική λήψη αποφάσεων κατά τη διεξαγωγή των ποινικών ερευνών και διώξεων, ανεξάρτητα από τον αριθμό των κρατών μελών που συμμετέχουν σε αυτές. Η δομή της θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι εκπροσωπούνται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όλα τα εθνικά νομικά συστήματα και οι παραδόσεις των κρατών μελών και ότι ο χειρισμός των ερευνών και των διώξεων στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους θα γίνεται κατ’ αρχήν από εισαγγελείς με γνώση των επιμέρους νομικών συστημάτων.

(21)

Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να αποτελεί αδιαίρετο οργανισμό της Ένωσης ο οποίος θα λειτουργεί ως ενιαία υπηρεσία. Το κεντρικό επίπεδο αποτελείται από τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, που είναι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως συνόλου και επικεφαλής του συλλογικού οργάνου των ευρωπαίων εισαγγελέων, τα μόνιμα τμήματα και τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς. Το αποκεντρωμένο επίπεδο αποτελείται από ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που εδρεύουν στα κράτη μέλη.

(22)

Επιπροσθέτως, με γνώμονα τη διασφάλιση της συνοχής των δράσεών της και, κατά συνέπεια, της ισοδύναμης προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η οργανωτική δομή και η εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να καθιστά δυνατή την παρακολούθηση, την καθοδήγηση και την εποπτεία όλων των ερευνών και διώξεων που αναλαμβάνουν οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς.

(23)

Στον παρόντα κανονισμό οι όροι «γενική επίβλεψη», «παρακολούθηση και καθοδήγηση» και «εποπτεία» χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν διαφορετικές ελεγκτικές δραστηριότητες που ασκεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ως «γενική επίβλεψη» θα πρέπει να νοείται η γενική διαχείριση των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατά την οποία δίνονται εντολές μόνο για θέματα οριζόντιας σημασίας για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· ως «παρακολούθηση και καθοδήγηση» θα πρέπει να νοούνται οι εξουσίες παρακολούθησης και καθοδήγησης των επιμέρους ερευνών και διώξεων. Ως «εποπτεία» θα πρέπει να νοείται η στενότερη και διαρκής επίβλεψη των ερευνών και διώξεων, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι αναγκαίο, της παρέμβασης και της καθοδήγησης σε θέματα ερευνών και διώξεων.

(24)

Το συλλογικό όργανο θα πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις επί στρατηγικών θεμάτων, μεταξύ άλλων για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων και της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την έρευνα και τη δίωξη, καθώς και για γενικά θέματα που προκύπτουν από επιμέρους υποθέσεις, για παράδειγμα όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, την ορθή υλοποίηση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την έρευνα και τη δίωξη ή θέματα αρχής ή μεγάλης σημασίας για τη χάραξη συνεκτικής πολιτικής για την έρευνα και τη δίωξη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι αποφάσεις του συλλογικού οργάνου επί γενικών θεμάτων δεν θα πρέπει να επηρεάζουν το καθήκον έρευνας και δίωξης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την εθνική νομοθεσία. Το συλλογικό όργανο καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να επιτυγχάνεται συναίνεση κατά τη λήψη αποφάσεων. Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση, οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται με ψηφοφορία.

(25)

Τα μόνιμα τμήματα θα πρέπει να παρακολουθούν και να διευθύνουν τις έρευνες και να διασφαλίζουν τη συνοχή των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η σύνθεση των μόνιμων τμημάτων θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος θα πρέπει να προβλέπει μεταξύ άλλων ότι ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας μπορεί να είναι μέλος σε περισσότερα από ένα μόνιμα τμήματα, εφόσον αυτό αρμόζει για να εξασφαλιστεί κατά το δυνατόν ίσος καταμερισμός του φόρτου εργασίας μεταξύ των διαφόρων ευρωπαίων εισαγγελέων.

(26)

Στα μόνιμα τμήματα προεδρεύει o (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, ένας (μια) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς ή ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζει ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(27)

Η κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των μόνιμων τμημάτων θα πρέπει να βασίζεται σε σύστημα τυχαίας κατανομής, ώστε να εξασφαλίζεται όσο το δυνατόν ισοβαρής κατανομή του φόρτου εργασίας. Θα πρέπει να είναι δυνατές οι παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή, για να διασφαλίζεται η ορθή και αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κατόπιν απόφασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα.

(28)

Στο συλλογικό όργανο θα πρέπει να διορίζεται ένας (μία) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας από κάθε κράτος μέλος. Οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς θα πρέπει κατ’ αρχήν να εποπτεύουν εξ ονόματος του αρμόδιου μόνιμου τμήματος τις έρευνες και τις διώξεις των οποίων επιλαμβάνονται οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς στο κράτος μέλος καταγωγής τους. Θα πρέπει να λειτουργούν ως σύνδεσμος μεταξύ της κεντρικής υπηρεσίας και του αποκεντρωμένου επιπέδου στα οικεία κράτη μέλη, διευκολύνοντας τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως ενιαίας υπηρεσίας. Ο (Η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας θα πρέπει επίσης να ελέγχει τη συμμόρφωση κάθε εντολής με το εθνικό δίκαιο και να ενημερώνει σχετικά το μόνιμο τμήμα αν οι εντολές δεν πληρούν αυτόν τον όρο.

(29)

Για λόγους φόρτου εργασίας οφειλόμενου στον μεγάλο αριθμό ερευνών και διώξεων σε ένα κράτος μέλος, ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητεί κατ’ εξαίρεση να ανατεθεί σε άλλους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς η εποπτεία ορισμένων ερευνών και διώξεων στο κράτος μέλος καταγωγής του (της). Η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται από τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα κατόπιν συμφωνίας με τον (την) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα που θα κληθεί να αναλάβει τις εν λόγω υποθέσεις. Τα κριτήρια για τις αποφάσεις αυτές θα πρέπει να καθορίζονται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και θα πρέπει να περιλαμβάνουν πρόβλεψη της απαίτησης ο (η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας που αναλαμβάνει τις υποθέσεις να έχει επαρκή γνώση της γλώσσας και του νομικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους.

(30)

Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει κατά κανόνα να διεξάγονται από τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς στα κράτη μέλη. Αυτό θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και, για τα θέματα που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς θα πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό την εποπτεία του (της) εποπτεύοντος(-ουσας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα και υπό την καθοδήγηση και τις εντολές του αρμόδιου μόνιμου τμήματος. Όταν το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους προβλέπει εσωτερική επανεξέταση ορισμένων πράξεων στο πλαίσιο της δομής της εθνικής εισαγγελίας, η επανεξέταση των εν λόγω αποφάσεων του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα θα πρέπει να υπάγεται στις εποπτικές εξουσίες του (της) εποπτεύοντος(-ουσας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν επανεξέταση από τα εθνικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη του άρθρου 19 της ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»).

(31)

Τα εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια δικαστήρια ασκούνται έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας, που σημαίνει μέχρις ότου κριθεί οριστικά το ζήτημα του αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, της επιβολής της ποινής και της εκδίκασης τυχόν ένδικου βοηθήματος ή μέσου που είναι διαθέσιμο μέχρις ότου η απόφαση καταστεί αμετάκλητη.

(32)

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, με την ιδιότητά τους αυτή, όταν ερευνούν και διώκουν αξιόποινες πράξεις εντός της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να ενεργούν αποκλειστικά για λογαριασμό και εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο έδαφος των αντίστοιχων κρατών μελών τους. Αυτό θα πρέπει να συνεπάγεται ότι τους παρέχεται βάσει του παρόντος κανονισμού λειτουργικά και νομικά ανεξάρτητο καθεστώς το οποίο διαφέρει από οποιοδήποτε καθεστώς προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο.

(33)

Κατά παρέκκλιση από το ειδικό καθεστώς τους κατά τον παρόντα κανονισμό, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς θα πρέπει επίσης να είναι κατά τη διάρκεια της θητείας τους μέλη της εισαγγελικής αρχής του κράτους μέλους τους, ήτοι εισαγγελείς ή μέλη του δικαστικού σώματος, και το εν λόγω κράτος θα πρέπει να τους απονέμει τουλάχιστον τις ίδιες εξουσίες με εκείνες των εθνικών εισαγγελέων.

(34)

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς θα πρέπει να δεσμεύονται να ακολουθούν τις εντολές που δίδονται από τα μόνιμα τμήματα και τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς. Όταν ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας θεωρεί ότι λόγω έρευνας θα απαιτηθεί η λήψη από αυτόν(-ή) μέτρου που δεν θα ήταν σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο, θα πρέπει να ζητήσει επανεξέταση της έρευνας από τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα.

(35)

Ο (Η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που έχει επιληφθεί υπόθεσης θα πρέπει να αναφέρει στον (στην) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα και στο αρμόδιο μόνιμο τμήμα κάθε σημαντική εξέλιξη σχετικά με την υπόθεση, όπως είναι η εκτέλεση μέτρων έρευνας ή οι αλλαγές στον κατάλογο των υπόπτων.

(36)

Τα μόνιμα τμήματα θα πρέπει να ασκούν την οικεία εξουσία λήψης αποφάσεων σε συγκεκριμένα στάδια της διαδικασίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σκοπό την εξασφάλιση κοινής πολιτικής για την έρευνα και τη δίωξη. Θα πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις με βάση σχέδιο απόφασης που υποβάλλεται από τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις το μόνιμο τμήμα θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση χωρίς σχέδιο απόφασης του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να υποβάλλει τέτοιο σχέδιο απόφασης ο (η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας.

(37)

Το μόνιμο τμήμα θα πρέπει να είναι σε θέση να αναθέτει την οικεία εξουσία λήψης αποφάσεων στον (στην) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες η αξιόποινη πράξη δεν είναι σοβαρή ή η διαδικασία δεν είναι περίπλοκη. Κατά την εκτίμηση της βαρύτητας μιας αξιόποινης πράξης θα πρέπει να λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο αντίκτυπός της σε επίπεδο Ένωσης.

(38)

Θα πρέπει να προβλέπεται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μηχανισμός αντικατάστασης μεταξύ των ευρωπαίων εισαγγελέων. Ο μηχανισμός αντικατάστασης θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας δεν είναι προσωρινώς σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντά του (της), για παράδειγμα λόγω απουσίας.

(39)

Επιπλέον, ο (η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας θα πρέπει να αντικαθίσταται από έναν (μία) από τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς του κράτους μέλους του (της) όταν ο (η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας παραιτείται, παύεται ή εγκαταλείπει τη θέση του (της) για οποιονδήποτε άλλο λόγο ή σε περιπτώσεις, για παράδειγμα, παρατεταμένης ασθένειας. Η αντικατάσταση θα πρέπει να μην υπερβαίνει περίοδο τριών μηνών κατ’ ανώτατο όριο. Η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής θα πρέπει να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του συλλογικού οργάνου, όταν κρίνεται αναγκαίο, λαμβανομένων υπόψη του φόρτου εργασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της διάρκειας της απουσίας, εν αναμονή της οριστικής αντικατάστασης ή της επιστροφής του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που αντικαθιστά τον (την) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα θα πρέπει κατά την περίοδο της αντικατάστασης να μην είναι επιφορτισμένος(-η) με τις έρευνες και διώξεις των οποίων έχει επιληφθεί ως ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας ή ως εθνικός(-ή) εισαγγελέας. Όσον αφορά τις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας των οποίων έχει επιληφθεί η ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που αντικαθιστά ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με την εκ νέου ανάθεση.

(40)

Η διαδικασία διορισμού του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα και των ευρωπαίων εισαγγελέων θα πρέπει να διασφαλίζει την ανεξαρτησία τους. Η νομιμοποίησή τους θα πρέπει να αντλείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης που συμμετέχουν στη διαδικασία διορισμού. Οι αναπληρωτές(-ριες) του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα θα πρέπει να διορίζονται από το συλλογικό όργανο μεταξύ των μελών του.

(41)

Θα πρέπει να καταρτίζεται από επιτροπή επιλογής κατάλογος επιλεγμένων υποψηφίων για τη θέση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα. Η αρμοδιότητα για τη θέσπιση των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής επιλογής και για τον διορισμό των μελών της θα πρέπει να ανατεθεί στο Συμβούλιο, βάσει πρότασης της Επιτροπής. Αυτή η εκτελεστική αρμοδιότητα θα αντανακλά τις ειδικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στο Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 86 της ΣΛΕΕ και αντικατοπτρίζει την ιδιαίτερη φύση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία θα παραμείνει στενά συναρθρωμένη με τις εθνικές νομικές δομές, ενώ θα είναι συγχρόνως ενωσιακός οργανισμός. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα ασκεί καθήκοντα σε διαδικασίες στις οποίες οι περισσότεροι άλλοι συμμετέχοντες θα είναι εθνικοί φορείς, όπως τα δικαστήρια, η αστυνομία και οι άλλες αρχές επιβολής του νόμου, και, ως εκ τούτου, έχει ιδιαίτερη σημασία για το Συμβούλιο να συμμετέχει στενά στη διαδικασία διορισμού. Η ανάθεση των εν λόγω αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο λαμβάνει επίσης δεόντως υπόψη και τη δυνητικά ευαίσθητη φύση των εξουσιών λήψης αποφάσεων που έχουν άμεσες συνέπειες για τις δικαστικές δομές και τις δομές δίωξης των κρατών μελών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να διορίσουν γενικό(-ή) εισαγγελέα, με κοινή συμφωνία, έναν (μία) από τους (τις) υποψηφίους(-ες) του καταλόγου επιλεγέντων(-εισών) υποψηφίων.

(42)

Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να προτείνει τρεις υποψηφίους(-ες) για τη θέση του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα προς επιλογή και διορισμό από το Συμβούλιο. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια των εργασιών του συλλογικού οργάνου, θα πρέπει να πραγματοποιείται μερική ανανέωση του ενός τρίτου των ευρωπαίων εισαγγελέων ανά τρία έτη. Θα πρέπει να ανατεθεί στο Συμβούλιο η εξουσία θέσπισης μεταβατικών κανόνων για τον διορισμό των ευρωπαίων εισαγγελέων για την πρώτη περίοδο θητείας και κατά τη διάρκειά της. Αυτή η εκτελεστική αρμοδιότητα αντανακλά την αρμοδιότητα του Συμβουλίου να επιλέγει και να διορίζει τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς. Αυτό δικαιολογείται και από την ιδιαίτερη φύση των ευρωπαίων εισαγγελέων, καθώς αυτοί(-ές) συνδέονται με τα αντίστοιχα κράτη μέλη τους ενώ συγχρόνως είναι μέλη του συλλογικού οργάνου και, γενικότερα, από την ιδιαίτερη φύση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με την ίδια λογική που διαπνέει τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στο Συμβούλιο για τη θέσπιση των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής επιλογής και για τον διορισμό των μελών της. Το Συμβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη γεωγραφική κατανομή των κρατών μελών όταν αποφασίζει σχετικά με τη μερική αντικατάσταση του ενός τρίτου των ευρωπαίων εισαγγελέων κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της θητείας τους.

(43)

Η διαδικασία διορισμού των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων θα πρέπει να διασφαλίζει ότι αυτοί(-ές) αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενώ θα παραμένουν λειτουργικά ενσωματωμένοι στα οικεία εθνικά νομικά συστήματα και στις εθνικές δικαστικές δομές και δομές δίωξης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προτείνουν υποψηφίους(-ες) για τη θέση των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, οι οποίοι(-ες) θα πρέπει να διορίζονται από το συλλογικό όργανο βάσει πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα.

(44)

Θα πρέπει να υπάρχουν δύο ή περισσότεροι(-ες) ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς σε κάθε κράτος μέλος ώστε να διασφαλίζεται η ορθή διαχείριση του φόρτου εργασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας θα πρέπει να εγκρίνει τον αριθμό των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων ανά κράτος μέλος, καθώς και τη λειτουργική και κατά τόπον κατανομή των καθηκόντων μεταξύ τους, σε διαβούλευση με κάθε κράτος μέλος. Σε αυτές τις διαβουλεύσεις θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η οργάνωση των εθνικών συστημάτων δίωξης. Η λειτουργική κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων μπορεί να επιτρέπει κατανομή των καθηκόντων.

(45)

Ο συνολικός αριθμός των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων σε ένα κράτος μέλος μπορεί να τροποποιηθεί με τη συγκατάθεση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, με την επιφύλαξη των ορίων του ετήσιου κονδυλίου του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(46)

Το συλλογικό όργανο θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για τις πειθαρχικές διαδικασίες οι οποίες αφορούν τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που ενεργούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Δεδομένου ότι οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς παραμένουν ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος των κρατών μελών και μπορούν επίσης να ασκούν καθήκοντα ως εθνικοί(-ές) εισαγγελείς, οι εθνικές πειθαρχικές διατάξεις μπορούν να εφαρμόζονται για λόγους που δεν συνδέονται με τον παρόντα κανονισμό. Εντούτοις, στις περιπτώσεις αυτές ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας θα πρέπει να ενημερώνεται για την παύση ή τη λήψη οποιουδήποτε πειθαρχικού μέτρου, δεδομένων των ευθυνών που έχει για τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και για να προστατεύσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της.

(47)

Οι εργασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει κατ’ αρχήν να εκτελούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Θα πρέπει να δημιουργηθεί σύστημα διαχείρισης υποθέσεων που θα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα τελεί υπό τη διαχείρισή της. Οι πληροφορίες στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες που λαμβάνονται για ενδεχόμενη διάπραξη αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και πληροφορίες από τις δικογραφίες, ακόμη και όταν αυτές έχουν κλείσει. Κατά τη δημιουργία του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να μεριμνήσει ώστε το σύστημα να επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να λειτουργεί ως ενιαία υπηρεσία, στην οποία οι δικογραφίες που διαχειρίζονται οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς είναι διαθέσιμες στην Κεντρική Εισαγγελία για την άσκηση των καθηκόντων της που αφορούν τη λήψη αποφάσεων, την παρακολούθηση και την καθοδήγηση και την εποπτεία.

(48)

Οι εθνικές αρχές θα πρέπει να ενημερώνουν αμελλητί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για κάθε συμπεριφορά η οποία ενδέχεται να συνιστά αξιόποινη πράξη εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σε περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τυχόν περιστατικά που υποπίπτουν στην αντίληψή της και ενδέχεται να συνιστούν αξιόποινη πράξη, για παράδειγμα ψευδή μαρτυρική κατάθεση.

(49)

Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, καθώς και οι εθνικές αρχές θα πρέπει να παρέχουν αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε πληροφορία για αξιόποινες πράξεις ως προς τις οποίες θα μπορούσε αυτή να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί επίσης να λαμβάνει ή να συλλέγει πληροφορίες από άλλες πηγές, όπως οι ιδιώτες. Ένας μηχανισμός επαλήθευσης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει ως σκοπό να εξακριβώνει αν, βάσει των πληροφοριών που έχουν ληφθεί, πληρούνται οι όροι για την καθ’ ύλην, κατά τόπο και έναντι προσώπων αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(50)

Οι μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος μπορούν να θέτουν νέες πληροφορίες υπόψη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, με τον τρόπο αυτόν, να την επικουρούν στο έργο της για την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών αδικημάτων απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Εντούτοις, ο φόβος των αντιποίνων μπορεί να αποτρέψει την παροχή πληροφοριών από μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Προκειμένου να διευκολυνθεί ο εντοπισμός των αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να προβλέπουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, αποτελεσματικές διαδικασίες για να καθίσταται δυνατή η καταγγελία πιθανών αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και για να διασφαλισθεί η προστασία των ατόμων που καταγγέλλουν τα εν λόγω αδικήματα από αντίποινα, και ιδίως από δυσμενείς συνέπειες ή διακρίσεις στην απασχόληση. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να καταρτίσει τους δικούς της εσωτερικούς κανόνες, εφόσον είναι αναγκαίο.

(51)

Προκειμένου να συμμορφώνονται πλήρως προς την υποχρέωσή τους να ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε περίπτωση υποψίας τέλεσης αξιόποινης πράξης που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της, οι εθνικές αρχές των κρατών μελών, καθώς και όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, θα πρέπει να εφαρμόζουν τις ισχύουσες διαδικασίες υποβολής εκθέσεων και να διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς προκαταρκτικής αξιολόγησης των καταγγελιών που τους υποβάλλονται. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν για τον σκοπό αυτό να χρησιμοποιούν την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («OLAF»).

(52)

Οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα σύστημα που να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες γνωστοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία το συντομότερο δυνατόν. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν αν θα δημιουργήσουν άμεσο ή συγκεντρωτικό σύστημα.

(53)

Η συμμόρφωση με την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εθνικές αρχές αναφέρουν περιπτώσεις στις οποίες η αξιολόγηση ορισμένων κριτηρίων δεν είναι δυνατή άμεσα (για παράδειγμα, το επίπεδο των ζημιών ή οι προβλεπόμενες κυρώσεις). Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να ζητεί πληροφορίες, κατά περίπτωση, από τις αρχές των κρατών μελών σχετικά με άλλα αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Το ανωτέρω δεν πρέπει να θεωρείται ως δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να ζητεί συστηματική ή περιοδική ενημέρωση από τις αρχές των κρατών μελών σχετικά με αξιόποινες πράξεις ελάσσονος σημασίας.

(54)

Η αποτελεσματική διερεύνηση αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και η αρχή του ne bis in idem ενδέχεται να απαιτούν σε ορισμένες περιπτώσεις την επέκταση της έρευνας σε άλλες αξιόποινες πράξεις βάσει του εθνικού δικαίου, εφόσον αυτές συνδέονται άρρηκτα με αξιόποινη πράξη που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Η έννοια των άρρηκτα συνδεδεμένων αξιόποινων πράξεων θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας, η οποία, για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, κρατεί ως κατάλληλο κριτήριο αυτό της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών (ή ότι τα πραγματικά περιστατικά είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια), υπό την έννοια ότι πρόκειται για σύνολο συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα στον χρόνο και στον χώρο.

(55)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκεί την αρμοδιότητά της όταν οι αξιόποινες πράξεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και η αξιόποινη πράξη που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης είναι η κυρίαρχη πράξη, σε ό,τι αφορά τη βαρύτητα της σχετικής αξιόποινης πράξης όπως αποτυπώνεται στις μέγιστες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν.

(56)

Εντούτοις, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να ασκεί την αρμοδιότητά της σε περίπτωση άρρηκτα συνδεδεμένων αξιόποινων πράξεων όταν η αξιόποινη πράξη που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης δεν είναι κυρίαρχη σε ό,τι αφορά το επίπεδο των κυρώσεων, αλλά η άρρηκτα συνδεδεμένη άλλη αξιόποινη πράξη θεωρείται ότι έχει επικουρικό χαρακτήρα διότι είναι απλώς το μέσο για τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, ιδίως δε όταν η εν λόγω άλλη αξιόποινη πράξη διαπράχθηκε με κύριο σκοπό τη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, όπως είναι μία αξιόποινη πράξη που αποσκοπεί αυστηρά στην εξασφάλιση των υλικών ή των νομικών μέσων για τη διάπραξη της αξιόποινης πράξης που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ή για την εξασφάλιση του οφέλους ή του προϊόντος που προκύπτει από αυτήν.

(57)

Η έννοια των αξιόποινων πράξεων που αφορούν τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση θα πρέπει να υπάγεται στον ορισμό που προβλέπει το εθνικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου (3) και δύναται να καλύπτει, για παράδειγμα, την ιδιότητα μέλους της εγκληματικής οργάνωσης ή την οργάνωση και την ηγεσία της.

(58)

Η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης θα πρέπει κατά γενικό κανόνα να έχει προτεραιότητα έναντι των εθνικών διεκδικήσεων αρμοδιότητας, ώστε να διασφαλίζονται η συνοχή και η καθοδήγηση των ερευνών και των διώξεων στο επίπεδο της Ένωσης. Όσον αφορά τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια, εκτός αν απαιτούνται επείγοντα μέτρα, μέχρι ότου αποφασίσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αν θα διεξαγάγει έρευνα.

(59)

Θα πρέπει να θεωρείται ότι συγκεκριμένη υπόθεση έχει αντίκτυπο σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ άλλων, όταν η αξιόποινη πράξη έχει διεθνική φύση και κλίμακα, όταν η εν λόγω αξιόποινη πράξη περιλαμβάνει εγκληματική οργάνωση ή όταν το συγκεκριμένο είδος αξιόποινης πράξης μπορεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ή για την αξιοπιστία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και την εμπιστοσύνη των πολιτών της.

(60)

Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σε συγκεκριμένη περίπτωση διότι δεν υπάρχει λόγος να θεωρείται ότι η ζημία που προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης υπερβαίνει τη ζημία που προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί σε άλλο θύμα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει εντούτοις να είναι σε θέση να ασκήσει την αρμοδιότητά της, υπό την προϋπόθεση ότι είναι καταλληλότερη για την έρευνα ή τη δίωξη από τις αρχές του οικείου κράτους μέλους ή των οικείων κρατών μελών. Ενδέχεται να προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι καταλληλότερη, μεταξύ άλλων, όταν θα είναι πιο αποτελεσματικό να αφεθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ερευνήσει και να διώξει την αντίστοιχη αξιόποινη πράξη λόγω της διεθνικής φύσης και κλίμακάς της, όταν η αξιόποινη πράξη περιλαμβάνει εγκληματική οργάνωση ή όταν το συγκεκριμένο είδος αξιόποινης πράξης μπορεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ή για την αξιοπιστία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και την εμπιστοσύνη των πολιτών της. Σε τέτοια περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκήσει την αρμοδιότητά της με τη συγκατάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών του κράτους μέλους ή των κρατών μελών όταν έχει προκληθεί ζημία σε τέτοιο άλλο θύμα ή θύματα.

(61)

Όταν δικαστική αρχή ή αρχή επιβολής του νόμου κράτους μέλους κινεί έρευνα σχετικά με αξιόποινη πράξη και φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της, θα πρέπει να ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, προκειμένου να είναι σε θέση η τελευταία να αξιολογήσει αν θα πρέπει να ασκήσει την αρμοδιότητά της.

(62)

Σε περίπτωση διαφωνίας επί ζητημάτων που αφορούν την άσκηση αρμοδιότητας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να αποφασίζουν σχετικά με την ανάθεση αρμοδιότητας. Ως αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να νοούνται οποιεσδήποτε δικαστικές αρχές έχουν αρμοδιότητα να αποφασίσουν σχετικά με την ανάθεση αρμοδιότητας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(63)

Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να ασκεί διώξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η αρμοδιότητά της θα πρέπει να καθορίζεται με κριτήριο το ποινικό δίκαιο των κρατών μελών, το οποίο ποινικοποιεί πράξεις ή παραλείψεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και καθορίζει τις επιβλητέες κυρώσεις εφαρμόζοντας τη συναφή νομοθεσία της ΕΕ στα εθνικά νομικά συστήματα, ιδίως δε την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371.

(64)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητά της στον ευρύτερο δυνατό βαθμό ώστε οι έρευνες και οι διώξεις της να μπορούν να καλύπτουν και αξιόποινες πράξεις οι οποίες διαπράττονται εκτός του εδάφους των κρατών μελών.

(65)

Οι έρευνες και οι διώξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να διέπονται από τις αρχές της αναλογικότητας, της αμεροληψίας και της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας έναντι του υπόπτου ή του κατηγορουμένου. Αυτό περιλαμβάνει την υποχρέωση συλλογής κάθε είδους αποδεικτικών στοιχείων, τόσο κατά όσο και υπέρ του κατηγορουμένου, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης.

(66)

Με γνώμονα την προστασία της ασφάλειας δικαίου και προκειμένου να παταχθούν αποτελεσματικά οι αξιόποινες πράξεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, οι δραστηριότητες έρευνας και δίωξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να διέπονται από την αρχή της νομιμότητας, δυνάμει της οποίας η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εφαρμόζει αυστηρά τους κανόνες του παρόντος κανονισμού που αφορούν ιδίως την αρμοδιότητα και την άσκησή της, την κίνηση και την περάτωση των ερευνών, την παραπομπή και την αρχειοθέτηση της υπόθεσης και τις απλουστευμένες διαδικασίες δίωξης.

(67)

Προκειμένου να διαφυλαχθούν με τον καλύτερο τρόπο τα δικαιώματα της υπεράσπισης, έναντι του υπόπτου ή του κατηγορουμένου θα πρέπει να υφίσταται κατ’ αρχήν μία μόνον έρευνα ή δίωξη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Σε περίπτωση που μια αξιόποινη πράξη έχει τελεστεί από πλείονα πρόσωπα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει κατ’ αρχήν να κινεί μία μόνον υπόθεση και να διεξάγει έρευνες συγχρόνως για όλους τους υπόπτους ή τους κατηγορουμένους.

(68)

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πλείονες ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς έχουν κινήσει έρευνες για την ίδια αξιόποινη πράξη, το μόνιμο τμήμα θα πρέπει όπου αρμόζει να συγχωνεύει τις έρευνες αυτές. Το μόνιμο τμήμα δύναται να αποφασίσει να μη συγχωνεύσει τις εν λόγω διαδικασίες ή να αποφασίσει στη συνέχεια να τις διαχωρίσει αν αυτό εξυπηρετεί την αποτελεσματικότητα των ερευνών, για παράδειγμα, αν η διαδικασία κατά ενός υπόπτου ή ενός κατηγορουμένου θα μπορούσε να περατωθεί νωρίτερα, ενώ η διαδικασία κατά άλλων υπόπτων ή κατηγορουμένων θα πρέπει να συνεχιστεί περαιτέρω, ή αν ο διαχωρισμός της υπόθεσης θα μπορούσε να συντομεύσει τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης ενός εκ των υπόπτων. Εφόσον οι προς συγχώνευση υποθέσεις έχουν ανατεθεί σε διαφορετικά μόνιμα τμήματα, ο κανονισμός διαδικασίας θα πρέπει να καθορίζει την ενδεδειγμένη αρμοδιότητα και διαδικασία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αν το μόνιμο τμήμα αποφασίσει να διαχωρίσει μια υπόθεση, η αρμοδιότητά του επί των υποθέσεων που προκύπτουν μετά τον διαχωρισμό θα πρέπει να διατηρηθεί.

(69)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να στηρίζεται στις εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών αρχών, ιδίως όσον αφορά την εκτέλεση μέτρων καταναγκαστικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, όλες οι εθνικές αρχές και οι αρμόδιοι οργανισμοί της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των Eurojust, Ευρωπόλ και OLAF, θα πρέπει να στηρίζουν ενεργά τις έρευνες και τις διώξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και να συνεργάζονται μαζί της από τη στιγμή που καταγγέλλεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εικαζόμενη αξιόποινη πράξη και έως τη στιγμή που αποφασίσει η τελευταία αν θα ασκήσει δίωξη ή θα περατώσει διαφορετικά την υπόθεση.

(70)

Για την αποτελεσματική έρευνα και δίωξη των αξιόποινων πράξεων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, είναι ουσιώδους σημασίας να έχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τη δυνατότητα να συλλέγει αποδεικτικά στοιχεία χρησιμοποιώντας τουλάχιστον μια ελάχιστη δέσμη μέτρων έρευνας και σεβόμενη ταυτόχρονα την αρχή της αναλογικότητας. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να είναι διαθέσιμα σε ό,τι αφορά αξιόποινες πράξεις που καλύπτονται από την εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τουλάχιστον όταν οι πράξεις αυτές τιμωρούνται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων ετών, για τον σκοπό των ερευνών και των διώξεών της, ωστόσο τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να υπόκεινται σε περιορισμούς σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(71)

Επιπροσθέτως της ελάχιστης δέσμης μέτρων έρευνας που παρατίθενται στον παρόντα κανονισμό, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς θα πρέπει να δικαιούνται να ζητούν ή να παραγγέλλουν κάθε μέτρο που είναι στη διάθεση των εισαγγελέων βάσει του εθνικού δικαίου σε αντίστοιχες εθνικές περιπτώσεις. Θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι το μέτρο είναι διαθέσιμο σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες υπάρχει το αναφερόμενο μέτρο έρευνας, είναι όμως δυνατόν να υπόκειται σε περιορισμούς σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(72)

Σε διασυνοριακές υποθέσεις ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίζεται στους (στις) βοηθούς ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς όταν πρέπει να ληφθούν μέτρα σε άλλα κράτη μέλη. Όταν απαιτείται δικαστική έγκριση για ένα τέτοιο μέτρο, πρέπει να καθίσταται σαφές σε ποιο κράτος μέλος θα πρέπει να ληφθεί η έγκριση, σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να υπάρχει μόνο μία έγκριση. Αν τελικά ένα μέτρο έρευνας απορριφθεί από τις δικαστικές αρχές, δηλαδή αφού εξαντληθούν όλες οι νομικές δυνατότητες προσφυγής, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας θα πρέπει να αποσύρει την αίτηση ή την παραγγελία.

(73)

Η δυνατότητα που προβλέπει ο παρών κανονισμός για τη χρήση νομικών πράξεων περί αμοιβαίας αναγνώρισης ή διασυνοριακής συνεργασίας δεν θα πρέπει να αντικαθιστά τους ειδικούς κανόνες περί διασυνοριακών ερευνών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει αντιθέτως να τους συμπληρώνει ώστε να διασφαλίζεται ότι, όταν ένα μέτρο είναι αναγκαίο στο πλαίσιο διασυνοριακής έρευνας αλλά δεν είναι διαθέσιμο στο εθνικό δίκαιο για αμιγώς εγχώριες καταστάσεις, θα είναι δυνατή η χρήση του, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία εφαρμογής της σχετικής πράξης, κατά τη διεξαγωγή της έρευνας ή της δίωξης.

(74)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού για τη διασυνοριακή συνεργασία θα πρέπει να μη θίγουν τις υπάρχουσες νομικές πράξεις που διευκολύνουν τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών εκτός των εισαγγελικών ή δικαστικών αρχών. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει για τις εθνικές αρχές που συνεργάζονται με βάση το διοικητικό δίκαιο.

(75)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού περί προσωρινής κράτησης και διασυνοριακής παράδοσης θα πρέπει να μη θίγουν τις ειδικές διαδικασίες στα κράτη μέλη στα οποία δεν απαιτείται δικαστική έγκριση για την αρχική σύλληψη υπόπτου ή κατηγορουμένου.

(76)

Ο (Η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκδώσει ή να ζητήσει την έκδοση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης εντός του πεδίου της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(77)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να παραπέμπει μια υπόθεση στις εθνικές αρχές όταν η έρευνα αποκαλύπτει ότι η αξιόποινη πράξη δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σε περίπτωση τέτοιας παραπομπής, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να διατηρούν όλες τις εξουσίες τους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο για την κίνηση, τη συνέχιση ή την παύση της έρευνας.

(78)

Ο παρών κανονισμός απαιτεί να ασκεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καθήκοντα εισαγγελέα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η λήψη αποφάσεων σχετικά με τις κατηγορίες που θα απαγγελθούν στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο και η επιλογή του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια θα είναι αρμόδια να κρίνουν επί της δίωξης. Η απόφαση περί απαγγελίας ή όχι κατηγοριών στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο θα πρέπει να λαμβάνεται κατ’ αρχήν από το αρμόδιο μόνιμο τμήμα επί τη βάσει σχεδίου απόφασης του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, ώστε να διασφαλίζεται κοινή πολιτική δίωξης. Το μόνιμο τμήμα θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να λαμβάνει κάθε απόφαση εντός 21 ημερών από την παραλαβή του σχεδίου απόφασης, μεταξύ άλλων ζητώντας περαιτέρω στοιχεία, πριν αποφασίσει την παραπομπή μιας υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης, εκτός αν πρόκειται για απόφαση να τεθεί μια υπόθεση στο αρχείο και ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας έχει προτείνει παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης.

(79)

Η επιλογή του κράτους μέλος του οποίου τα δικαστήρια θα είναι αρμόδια να κρίνουν επί της δίωξης θα πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο μόνιμο τμήμα βάσει δέσμης κριτηρίων που προβλέπει ο παρών κανονισμός. Το μόνιμο τμήμα θα πρέπει να λάβει την απόφασή του με βάση έκθεση και σχέδιο απόφασης που έχει καταρτίσει ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας, τα οποία θα πρέπει να διαβιβάζονται από τον (την) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα στο μόνιμο τμήμα συνοδευόμενα, αν είναι αναγκαίο, από τη δική του κρίση. Ο (Η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας θα πρέπει να διατηρεί όλες τις προβλεπόμενες στον παρόντα κανονισμό εξουσίες για την παροχή συγκεκριμένων εντολών στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα.

(80)

Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο δικαστήριο θα πρέπει να μην κρίνονται απαράδεκτα απλώς και μόνον για τον λόγο ότι τα στοιχεία έχουν συλλεγεί σε άλλο κράτος μέλος ή σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι το δικάζον δικαστήριο θεωρεί ότι η αποδοχή τους ως παραδεκτών συνάδει με την αρχή της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας και ότι γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον Χάρτη. Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της ΣΕΕ και από τον Χάρτη, ειδικότερα δε τον τίτλο VI, από το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη η Ένωση ή όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και από τα συντάγματα των κρατών μελών, αναλόγως του εκάστοτε πεδίου εφαρμογής. Σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές και με σεβασμό των διαφορετικών νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών όπως προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως κανόνας που απαγορεύει στα δικαστήρια να εφαρμόζουν τις θεμελιώδεις αρχές του εθνικού δικαίου περί του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας τις οποίες αυτά εφαρμόζουν στα οικεία εθνικά συστήματα, μεταξύ άλλων στα συστήματα του «common law».

(81)

Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της νομιμότητας, οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει κατά κανόνα να καταλήγουν στην άσκηση δίωξης ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν προκύψει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και δεν υπάρχουν νομικοί λόγοι που να αποκλείουν τη δίωξη ή στις οποίες δεν έχει εφαρμοστεί απλουστευμένη διαδικασία δίωξης. Οι λόγοι αρχειοθέτησης μιας υπόθεσης ορίζονται εξαντλητικά στον παρόντα κανονισμό.

(82)

Τα εθνικά νομικά συστήματα προβλέπουν διάφορα είδη απλουστευμένων διαδικασιών δίωξης, που μπορεί να περιλαμβάνουν ή να μην περιλαμβάνουν παρέμβαση δικαστηρίου, για παράδειγμα υπό τη μορφή συμβιβασμών με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο. Αν προβλέπονται τέτοιες διαδικασίες, ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας θα πρέπει να έχει την εξουσία να τις εφαρμόζει υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το εθνικό δίκαιο και στις καταστάσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός. Οι εν λόγω καταστάσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν περιπτώσεις στις οποίες η τελική ζημία που προκλήθηκε από την εν λόγω αξιόποινη πράξη, έπειτα από ενδεχόμενη καταβολή ποσού αντιστοιχούντος στη ζημία, δεν είναι σημαντική. Δεδομένης της σημασίας που έχει η ύπαρξη συνεκτικής και αποτελεσματικής πολιτικής διώξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το αρμόδιο μόνιμο τμήμα θα πρέπει πάντα να καλείται να δώσει τη συγκατάθεσή του για τη χρήση των εν λόγω διαδικασιών. Όταν η απλουστευμένη διαδικασία έχει εφαρμοστεί με επιτυχία, η υπόθεση θα πρέπει να τίθεται οριστικά στο αρχείο.

(83)

Δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οφείλει να σέβεται ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, τα δικαιώματα της υπεράσπισης και το τεκμήριο αθωότητας, που κατοχυρώνονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη. Το άρθρο 50 του Χάρτη, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη, διασφαλίζει την αρχή ne bis in idem σε περίπτωση άσκησης δίωξης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει επομένως να σέβεται πλήρως τα εν λόγω δικαιώματα και να εφαρμόζει και να ερμηνεύει τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με αυτά.

(84)

Σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η Ένωση μπορεί να θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα των προσώπων στην ποινική διαδικασία, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης και η δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Οι ελάχιστοι αυτοί κανόνες έχουν σταδιακά καθοριστεί από τον νομοθέτη της Ένωσης σε οδηγίες σχετικά με συγκεκριμένα δικαιώματα.

(85)

Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να σέβεται τα δικαιώματα υπεράσπισης που κατοχυρώνονται στο σχετικό δίκαιο της Ένωσης, όπως είναι οι οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2010/64/ΕΕ (4), 2012/13/ΕΕ (5), 2013/48/ΕΕ (6), (ΕΕ) 2016/343 (7), (ΕΕ) 2016/1919 (8), όπως αυτές εφαρμόζονται στις εθνικές νομοθεσίες. Κάθε ύποπτος ή κατηγορούμενος σε βάρος του οποίου κινεί έρευνα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να απολαύει των εν λόγω δικαιωμάτων, καθώς και του δικαιώματος βάσει του εθνικού δικαίου να ζητεί διορισμό εμπειρογνωμόνων ή ακρόαση μαρτύρων ή κατ’ άλλον τρόπο προσκόμιση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποδείξεων για την υπεράσπιση.

(86)

Σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, ο νομοθέτης της Ένωσης δύναται να προβλέπει τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών πράξεων που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Η εν λόγω αρμοδιότητα που παρέχεται στον νομοθέτη της Ένωσης αντικατοπτρίζει την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων και της δομής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που τη διακρίνει από όλα τα άλλα όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και απαιτεί την εφαρμογή ειδικών κανόνων δικαστικού ελέγχου.

(87)

Σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων των κρατών μελών την ποινική δίωξη των αδικημάτων αυτών. Οι πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατά τις έρευνές της συνδέονται στενά με την ποινική δίωξη που ενδέχεται να προκύψει από αυτές και παράγουν με τον τρόπο αυτόν αποτελέσματα στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Σε πολλές περιπτώσεις οι πράξεις θα εκτελούνται από τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, οι οποίες θα ενεργούν σύμφωνα με τις εντολές της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σε κάποιες δε περιπτώσεις κατόπιν έγκρισης από εθνικό δικαστήριο. Αρμόζει επομένως να εξεταστεί το ενδεχόμενο να υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο, οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.

Με την πρόβλεψη αυτή θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας οι οποίες εκδίδονται πριν από την απαγγελία κατηγορίας και προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων (στους οποίους περιλαμβάνονται ο ύποπτος, το θύμα και άλλοι ενδιαφερόμενοι τα δικαιώματα των οποίων ενδέχεται να θιγούν από τέτοιες πράξεις). Οι διαδικαστικές πράξεις που αφορούν την επιλογή του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια θα είναι αρμόδια να κρίνουν επί της ποινικής δίωξης, η οποία θα πρέπει να διενεργείται με βάση τα κριτήρια που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και, επομένως, θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από εθνικά δικαστήρια το αργότερο κατά το στάδιο της δίκης.

Προσφυγές ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων για παραλείψεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι οι προσφυγές εκείνες που αφορούν διαδικαστικές πράξεις τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει νομική υποχρέωση να εκδώσει και οι οποίες προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Σε περίπτωση που η εθνική νομοθεσία προβλέπει δικαστικό έλεγχο σχετικά με τις διαδικαστικές πράξεις που δεν προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων ή για προσφυγές που αφορούν άλλες παραλείψεις, δεν θα πρέπει να δίνεται η ερμηνεία ότι ο παρών κανονισμός θίγει τις σχετικές νομικές διατάξεις. Επιπρόσθετα, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν δικαστικό έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια σχετικά με διαδικαστικές πράξεις που δεν προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, όπως είναι ο διορισμός εμπειρογνωμόνων ή η επιστροφή των εξόδων των μαρτύρων.

Τέλος, ο παρόν κανονισμός δεν θίγει τις εξουσίες των εθνικών δικαζόντων δικαστηρίων.

(88)

Η νομιμότητα των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων θα πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Συναφώς, θα πρέπει να διασφαλίζεται η ύπαρξη αποτελεσματικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 19 παράγραφος 1 της ΣΕΕ. Επιπλέον, όπως τονίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες που διέπουν τις προσφυγές για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν αντίστοιχες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξης (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας).

Όταν τα εθνικά δικαστήρια ελέγχουν τη νομιμότητα των εν λόγω πράξεων, δύνανται να το πράττουν βάσει του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού, καθώς και βάσει του εθνικού δικαίου, το οποίο εφαρμόζεται όταν κάποιο ζήτημα δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό. Όπως υπογραμμίζει η νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να υποβάλλουν πάντοτε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο όταν έχουν αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος των πράξεων αυτών σε σχέση με το δίκαιο της Ένωσης.

Εντούτοις, τα εθνικά δικαστήρια δεν δύνανται να υποβάλλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το κύρος των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε ό,τι αφορά το εθνικό δικονομικό δίκαιο ή τα εθνικά μέτρα μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, ακόμα και σε περίπτωση που ο παρών κανονισμός αναφέρεται σε αυτά. Τα ανωτέρω ισχύουν εντούτοις με την επιφύλαξη των προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία οποιασδήποτε διάταξης του πρωτογενούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των Συνθηκών και του Χάρτη, ή σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος οποιασδήποτε διάταξης του παραγώγου δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων του παρόντος κανονισμού και των εφαρμοστέων οδηγιών. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να ελέγξουν το κύρος των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως κατοχυρώνεται στο εθνικό δίκαιο.

(89)

Η διάταξη του παρόντος κανονισμού σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο δεν τροποποιεί τις εξουσίες του Δικαστηρίου για τον έλεγχο των διοικητικών αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, δηλαδή αποφάσεις που δεν λαμβάνονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αφορούν την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή στη δικαιοσύνη. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει εξάλλου τη δυνατότητα ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής να ασκήσουν προσφυγή ακύρωσης σύμφωνα με το άρθρο 263 δεύτερο εδάφιο της ΣΛΕΕ και το άρθρο 265 πρώτο εδάφιο της ΣΛΕΕ, καθώς και με τη διαδικασία επί παραβάσει των άρθρων 258 και 259 της ΣΛΕΕ.

(90)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) εφαρμόζεται στην επεξεργασία διοικητικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

(91)

Θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή σε ολόκληρη την Ένωση των κανόνων προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(92)

Στη δήλωση αριθ. 21 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας, η οποία προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, προβλέφθηκε ότι, λόγω της ιδιαίτερης φύσης των τομέων αυτών, ενδέχεται να απαιτηθούν ειδικοί κανόνες σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία τους στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας, βάσει του άρθρου 16 της ΣΛΕΕ.

(93)

Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σύμφωνα με την ερμηνεία και την εφαρμογή της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), η οποία θα εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων.

(94)

Η αρχή της θεμιτής επεξεργασίας για την προστασία των δεδομένων είναι ξεχωριστή έννοια που απορρέει από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη όπως ορίζεται στο άρθρο 47 του Χάρτη και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

(95)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των δεδομένων ισχύουν με την επιφύλαξη των κανόνων που καλούνται σε εφαρμογή σχετικά με το παραδεκτό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ως αποδεικτικών στοιχείων στην ποινική δίκη.

(96)

Όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέονται με τον Διεθνή Οργανισμό Εγκληματολογικής Αστυνομίας (Interpol). Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Interpol λαμβάνει, αποθηκεύει και διανέμει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με σκοπό να παρέχει στις αρμόδιες αρχές συνδρομή κατά την πρόληψη και την καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας. Ενδείκνυται, ως εκ τούτου, να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ της Ένωσης και της Interpol μέσω της προαγωγής της αποτελεσματικής ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με παράλληλη εξασφάλιση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που αφορούν την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όποτε διαβιβάζονται επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προς την Interpol και προς χώρες που έχουν εντεταλμένα μέλη στην Interpol θα πρέπει να εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, ιδίως οι διατάξεις σχετικά με τις διεθνείς διαβιβάσεις. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που θεσπίζονται στην κοινή θέση 2005/69/ΔΕΥ του Συμβουλίου (11) και στην απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου (12).

(97)

Σε περίπτωση διαβίβασης επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε αρχή τρίτης χώρας, σε διεθνή οργανισμό ή στην Ιντερπόλ δυνάμει διεθνούς συμφωνίας η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 218 της ΣΛΕΕ, αρμόζουσες εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προσώπων θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του παρόντος κανονισμού.

(98)

Για την αποτελεσματική, αξιόπιστη και ομοιόμορφη παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό και της επιβολής του σε ό,τι αφορά τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως απαιτείται από το άρθρο 8 του Χάρτη, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων θα πρέπει να έχει τα καθήκοντα που προβλέπει ο παρών κανονισμός και θα πρέπει να έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων ερευνητικές, διορθωτικές και συμβουλευτικές, οι οποίες αποτελούν τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων. Εντούτοις, οι αρμοδιότητες του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων δεν θα πρέπει να παρακωλύουν τους ειδικούς κανόνες που διέπουν την ποινική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων της έρευνας και της δίωξης αξιόποινων πράξεων, ούτε την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.

(99)

Προκειμένου να είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε θέση να εκπληρώνει τα καθήκοντά της και να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στην τεχνολογία των πληροφοριών και δεδομένης της προόδου στην κοινωνία της πληροφορίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την καταχώριση στον κατάλογο και την ενημέρωση του καταλόγου των κατηγοριών των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των κατηγοριών των υποκειμένων των δεδομένων που περιέχονται σε παράρτημα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του ννομοθετικού έργου της 13ης Απριλίου 2016 (13). Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστεί ισότιμη συμμετοχή στην κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, οι δε εμπειρογνώμονές τους θα πρέπει να έχουν συστηματική πρόσβαση στις συνεδριάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολείται με την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(100)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να συνεργάζεται στενά και με τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης προκειμένου να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων της που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό και να συνάπτει, όπου απαιτείται, επίσημες συμφωνίες για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων που θα διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα πρέπει να δίνεται στη συνεργασία με την Ευρωπόλ και την OLAF, ώστε να αποφεύγεται η αλληλοεπικάλυψη δραστηριοτήτων και να μπορεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να λαμβάνει τις συναφείς πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή των εν λόγω οργανισμών και, επιπλέον, να αξιοποιεί τα αναλυτικά συμπεράσματά τους για συγκεκριμένες έρευνες.

(101)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία εντός του πεδίου της αρμοδιότητάς της που βρίσκεται αποθηκευμένη σε βάσεις δεδομένων και μητρώα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.

(102)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Eurojust θα πρέπει να λειτουργούν ως εταίροι και να συνεργάζονται στα επιχειρησιακά ζητήματα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες εντολές τους. Η εν λόγω συνεργασία μπορεί να αφορά έρευνες που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όταν η ανταλλαγή πληροφοριών ή ο συντονισμός των μέτρων έρευνας όσον αφορά υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Eurojust θεωρείται απαραίτητη ή ενδεδειγμένη ενέργεια. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητεί από τη Eurojust τέτοια συνεργασία, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έρχεται σε επαφή με το εθνικό μέλος του κράτους μέλους του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Στην επιχειρησιακή συνεργασία δύνανται επίσης να συμμετέχουν τρίτες χώρες που έχουν συνάψει συμφωνία συνεργασίας με τη Eurojust.

(103)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η OLAF θα πρέπει να συνάψουν και να διατηρούν στενή σχέση με βασικούς άξονες τη συμπληρωματικότητα στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους και την αποφυγή των επικαλύψεων στις δραστηριότητές τους. Για τον σκοπό αυτό, η OLAF θα πρέπει κατ’ αρχήν να μην κινεί καμία διοικητική έρευνα εκ παραλλήλου με έρευνα που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Αυτό ωστόσο θα πρέπει να μη θίγει την εξουσία της OLAF να κινήσει διοικητική έρευνα με δική της πρωτοβουλία, σε στενή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

(104)

Σε όλες τις ενέργειες για τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας η OLAF ενεργεί ανεξάρτητα από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14).

(105)

Στις περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν διεξάγει έρευνα, θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχει συναφείς πληροφορίες στην OLAF ώστε να επιτρέψει στην τελευταία να εξετάσει τις ενδεδειγμένες ενέργειες σύμφωνα με την εντολή της. Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να ενημερώσει την OLAF σε περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει εύλογη αιτία να εικάζεται ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά ενδέχεται να είναι σκόπιμη η διεξαγωγή διοικητικής έρευνας από την OLAF, ή σε περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θέτει την υπόθεση στο αρχείο και είναι επιθυμητή η παραπομπή της στην OLAF για διοικητική συνέχεια ή για την είσπραξη ποσών. Όταν παρέχει πληροφορίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να ζητεί από την OLAF να κρίνει αν πρέπει να κινηθεί διοικητική έρευνα ή να ληφθούν άλλα μέτρα διοικητικής συνέχειας ή παρακολούθησης, ιδίως για σκοπούς που αφορούν προληπτικά μέτρα, είσπραξη ποσών ή πειθαρχικά μέτρα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013.

(106)

Κατά το μέτρο που οι διαδικασίες ανάκτησης αναβάλλονται λόγω αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με έρευνες ή διώξεις βάσει του παρόντος κανονισμού, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι τα κράτη μέλη βαρύνονται με υπαιτιότητα ή αμέλεια για τους σκοπούς των διαδικασιών ανάκτησης κατά την έννοια του άρθρου 122 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15).

(107)

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στα άλλα θύματα να λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα. Στις σχετικές ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνεται η λήψη προληπτικών μέτρων, ιδίως για να αποτραπεί οποιαδήποτε συνεχιζόμενη παραβατική συμπεριφορά ή για να προστατευθεί η Ένωση από δυσφήμιση, ή για να έχουν τη δυνατότητα τα ανωτέρω μέρη να παρέμβουν στη διαδικασία ως πολιτικοί ενάγοντες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η ανταλλαγή πληροφοριών θα πρέπει να γίνεται με απόλυτο σεβασμό της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μόνο στο μέτρο του δυνατού, χωρίς να θίγονται η ορθή διεξαγωγή και ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των ερευνών.

(108)

Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει επίσης να δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τις αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως διεθνείς οργανισμοί νοούνται οι διεθνείς οργανισμοί και οι υπαγόμενοι σε αυτούς φορείς που διέπονται από το δημόσιο διεθνές δίκαιο ή άλλοι φορείς οι οποίοι έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χωρών, καθώς και η Ιντερπόλ.

(109)

Όταν το συλλογικό όργανο εντοπίζει επιχειρησιακή ανάγκη συνεργασίας με τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, θα πρέπει να δύναται να εισηγηθεί να επιστήσει το Συμβούλιο την προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη να ληφθεί απόφαση περί επάρκειας ή να εκδοθεί σύσταση για την έναρξη διαπραγματεύσεων για διεθνή συμφωνία.

Εν αναμονή της σύναψης νέων διεθνών συμφωνιών από την Ένωση ή της προσχώρησης της Ένωσης σε πολυμερείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί ήδη από τα κράτη μέλη οι οποίες αφορούν τη δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά την άσκηση των καθηκόντων της, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ. Εφόσον επιτρέπεται από σχετική πολυμερή συμφωνία και με την επιφύλαξη της αποδοχής από την τρίτη χώρα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίζουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως αρμόδια αρχή και, κατά περίπτωση, να απευθύνουν σχετική κοινοποίηση για τον σκοπό της εφαρμογής των εν λόγω πολυμερών συμφωνιών. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται σε ορισμένες περιπτώσεις τροποποίηση των συμφωνιών αυτών· εντούτοις η εκ νέου διαπραγμάτευση των συμφωνιών αυτών δεν θα πρέπει να θεωρείται υποχρεωτική, δεδομένου ότι μπορεί να μην είναι πάντοτε εφικτή. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να κοινοποιούν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι αρμόδια αρχή για τον σκοπό της εφαρμογής άλλων διεθνών συμφωνιών σχετικά με τη δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων που έχουν συνάψει, μεταξύ άλλων με τροποποίηση των συμφωνιών αυτών.

Όταν δεν είναι δυνατή ή αποδεκτή από τις τρίτες χώρες η κοινοποίηση του ορισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως αρμόδιας αρχής για την εφαρμογή πολυμερών συμφωνιών που έχουν ήδη συναφθεί από τα κράτη μέλη με τρίτες χώρες και εν αναμονή της προσχώρησης της Ένωσης σε τέτοιες διεθνείς συμφωνίες, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν να χρησιμοποιούν έναντι τέτοιων τρίτων χωρών την ιδιότητά τους ως εθνικών εισαγγελέων, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνουν και, όπου αρμόζει, επιδιώκουν να λάβουν έγκριση από τις αρχές των τρίτων χωρών ώστε να χρησιμοποιήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που θα συλλεγούν από αυτές τις τρίτες χώρες, βάσει των εν λόγω διεθνών συμφωνιών, σε έρευνες και διώξεις διενεργούμενες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να δύναται να στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας ή της διεθνούς αβρότητας έναντι των αρχών των τρίτων χωρών. Εντούτοις, αυτό θα πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, εντός των ορίων της καθ’ ύλην αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και με την επιφύλαξη ενδεχόμενων όρων που έχουν θέσει οι αρχές των τρίτων χωρών.

(110)

Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό. Η Επιτροπή θα πρέπει, εφόσον αρμόζει, να υποβάλει προτάσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται ουσιαστική δικαστική συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αυτό θα πρέπει να αφορά ιδίως τους κανόνες που σχετίζονται με τη δικαστική συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων και την παράδοση, σε πλήρη συμμόρφωση με το κεκτημένο της Ένωσης στον τομέα αυτό, καθώς και με το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΣΕΕ.

(111)

Για να εξασφαλιστούν η πλήρης αυτονομία και η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα πρέπει να προβλεφθεί για αυτήν αυτόνομος προϋπολογισμός, τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά προερχόμενη εκ του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την οικονομική και δημοσιονομική διαχείριση και το προσωπικό θα πρέπει να συμμορφώνεται προς τα σχετικά πρότυπα της Ένωσης τα οποία ισχύουν για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), λαμβανομένης δεόντως υπόψη ωστόσο της μοναδικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών και διώξεων στο επίπεδο της Ένωσης.

(112)

Οι δαπάνες για τα μέτρα έρευνας που λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει κατ’ αρχήν να καλύπτονται από τις εθνικές αρχές που τα εκτελούν. Τα ποσά που αντιστοιχούν σε εξαιρετικά υψηλές δαπάνες για μέτρα έρευνας, όπως περίπλοκες γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων, εκτεταμένες αστυνομικές επιχειρήσεις ή δραστηριότητες παρακολούθησης μακράς διάρκειας, θα μπορούσαν να επιστρέφονται εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μεταξύ άλλων, όπου είναι δυνατό, μέσω ανακατανομής πόρων από άλλες γραμμές του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή διά τροποποίησης του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους εφαρμοστέους δημοσιονομικούς κανόνες.

Κατά την προετοιμασία της πρότασης για το προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών, ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να αποζημιώνει μερικώς εξαιρετικά δαπανηρά μέτρα έρευνας που έγιναν δεκτά από το μόνιμο τμήμα.

(113)

Οι επιχειρησιακές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αυτές περιλαμβάνουν το κόστος της επιχειρησιακής επικοινωνίας μεταξύ του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα και του κεντρικού επιπέδου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως έξοδα ταχυδρομικής αποστολής, ταξιδιωτικές δαπάνες, μεταφράσεις αναγκαίες για την εσωτερική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και άλλα έξοδα που δεν έχουν προηγουμένως καλυφθεί από τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια έρευνας και τα οποία οφείλονται αποκλειστικά στην ανάληψη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καθηκόντων έρευνας και δίωξης. Ωστόσο οι δαπάνες της υπηρεσίας και της γραμματειακής υποστήριξης των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων θα πρέπει να καλύπτονται από τα κράτη μέλη.

Σύμφωνα με το άρθρο 332 της ΣΛΕΕ, οι δαπάνες που απορρέουν από τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βαρύνουν τα κράτη μέλη. Στις εν λόγω δαπάνες δεν περιλαμβάνονται οι διοικητικές δαπάνες για τα θεσμικά όργανα κατά την έννοια του άρθρου 13 παράγραφος 1 της ΣΕΕ.

(114)

Το συλλογικό όργανο θα πρέπει κατ’ αρχήν να αναθέτει πάντοτε στον (στη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) τις εξουσίες που απονέμουν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού (17) («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και καθεστώς λοιπού προσωπικού») όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, εκτός εάν ειδικές περιστάσεις απαιτούν την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής από το ίδιο.

(115)

Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) είναι υπεύθυνος(-η), με την ιδιότητα του διατάκτη, για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Κατά τις διαβουλεύσεις με το μόνιμο τμήμα σχετικά με εξαιρετικά δαπανηρά μέτρα έρευνας, ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) έχει την ευθύνη να αποφασίσει σχετικά με το ύψος του ποσού που πρέπει να χορηγηθεί βάσει των διαθέσιμων οικονομικών πόρων και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(116)

Η αμοιβή των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων ως ειδικών συμβούλων, η οποία θα καθορίζεται μέσω απευθείας συμφωνίας, θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένη απόφαση που λαμβάνεται από το συλλογικό όργανο. Η εν λόγω απόφαση θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζει ότι οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς θα εξακολουθούν κατ’ αρχήν, στην ειδική περίπτωση που ασκούν καθήκοντα και ως εθνικοί(-ές) εισαγγελείς σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3, να αμείβονται υπό την ιδιότητά τους ως εθνικών εισαγγελέων και ότι η αμοιβή υπό την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου θα αφορά μόνο το ισοδύναμο της εργασίας που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπό την ιδιότητα του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Κάθε κράτος διατηρεί την εξουσία να ορίζει στη νομοθεσία του, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση παροχών στο πλαίσιο του οικείου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

(117)

Προκειμένου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να είναι σε πλήρη λειτουργία κατά την ημερομηνία που θα καθοριστεί, θα χρειαστεί προσωπικό με πείρα στο πλαίσιο των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Για να καλυφθεί η ανάγκη αυτή, θα πρέπει να καταστεί ευκολότερη η πρόσληψη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων που ήδη εργάζονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, με εξασφάλιση για αυτά τα μέλη του προσωπικού συνέχειας στα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμβάσεις τους αν προσληφθούν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά την περίοδο συγκρότησής της έως ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 2.

(118)

Οι διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να είναι διαφανείς, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, και θα πρέπει να θεσπιστούν από το συλλογικό όργανο ειδικές διατάξεις περί του τρόπου διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα. Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν έχει ως στόχο να περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα στον βαθμό που αυτό κατοχυρώνεται στην Ένωση και στα κράτη μέλη, ιδίως δυνάμει του άρθρου 42 του Χάρτη και άλλων σχετικών διατάξεων.

(119)

Οι γενικοί κανόνες περί διαφάνειας που ισχύουν για τους οργανισμούς της Ένωσης θα πρέπει να ισχύουν και για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μόνον όμως όσον αφορά έγγραφα εκτός των δικογραφιών, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών απεικονίσεων τέτοιων αρχείων, ώστε να μη διακυβεύεται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο η απαίτηση της εμπιστευτικότητας που διέπει το επιχειρησιακό της έργο. Ομοίως, οι διοικητικές έρευνες που διεξάγει ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θα πρέπει να σέβονται την απαίτηση της εμπιστευτικότητας που διέπει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των ερευνών και των διώξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα έγγραφα που αφορούν την επιχειρησιακή δραστηριότητα δεν θα πρέπει να καλύπτονται από τους κανόνες περί διαφάνειας.

(120)

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κλήθηκε να γνωμοδοτήσει και στις 10 Μαρτίου 2014 εξέδωσε τη γνωμοδότησή του.

(121)

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, που συνήλθαν σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στις Βρυξέλλες στις 13 Δεκεμβρίου 2003, όρισαν την έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης της 8ης Απριλίου 1965 (18),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Με τον παρόντα κανονισμό συστήνεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και καθορίζονται οι κανόνες λειτουργίας της.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

Εκτός αν ορίζεται άλλως, ιδίως στο κεφάλαιο VIII, ως «κράτος μέλος» νοείται κράτος μέλος που συμμετέχει στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως αυτή θεωρείται ότι έχει εγκριθεί σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο του άρθρου 86 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ή δυνάμει απόφασης που εκδίδεται σύμφωνα με το δεύτερο ή το τρίτο εδάφιο του άρθρου 331 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ·

2)

ως «πρόσωπο» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο·

3)

ως «οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης» νοούνται όλα τα έσοδα, έξοδα και στοιχεία του ενεργητικού που είτε καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και τους προϋπολογισμούς των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών που έχουν ιδρυθεί βάσει των Συνθηκών, καθώς και τους προϋπολογισμούς υπό τη διαχείριση και τον έλεγχό τους, είτε αποκτώνται μέσω αυτών των προϋπολογισμών ή οφείλονται σε αυτούς·

4)

ως «προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» νοείται το προσωπικό σε κεντρικό επίπεδο, το οποίο υποστηρίζει το συλλογικό όργανο, τα μόνιμα τμήματα, τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς και τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) στις καθημερινές δραστηριότητές τους κατά την άσκηση των καθηκόντων της Εισαγγελίας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

5)

ως «επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας» νοείται ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που είναι αρμόδιος(-α) για τις έρευνες και τις διώξεις τις οποίες έχει κινήσει, οι οποίες του (της) έχουν ανατεθεί ή των οποίων έχει επιληφθεί κάνοντας χρήση του δικαιώματος ανάληψης υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 27·

6)

ως «βοηθός ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας» νοείται ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που εδρεύει σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα στο οποίο πρέπει να διεκπεραιωθεί έρευνα ή άλλο μέτρο που του (της) έχει ανατεθεί·

7)

ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται οποιεσδήποτε πληροφορίες αφορούν ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας, ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου·

8)

ως «επεξεργασία» νοείται κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιούνται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή·

9)

ως «περιορισμός της επεξεργασίας» νοείται η επισήμανση αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με στόχο τον περιορισμό της επεξεργασίας τους στο μέλλον·

10)

ως «κατάρτιση προφίλ» νοείται οποιαδήποτε μορφή αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συνίσταται στη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την αξιολόγηση ορισμένων προσωπικών πτυχών ενός φυσικού προσώπου, ιδίως για την ανάλυση ή για την πρόβλεψη πτυχών που αφορούν την απόδοση στην εργασία, την οικονομική κατάσταση, την υγεία, τις προσωπικές προτιμήσεις, τα ενδιαφέροντα, την αξιοπιστία, τη συμπεριφορά, τη θέση ή τις μετακινήσεις του εν λόγω φυσικού προσώπου·

11)

«ψευδωνυμοποίηση» η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπο ώστε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να μην μπορούν πλέον να αποδοθούν σε συγκεκριμένο υποκείμενο των δεδομένων χωρίς τη χρήση συμπληρωματικών πληροφοριών, εφόσον οι εν λόγω συμπληρωματικές πληροφορίες διατηρούνται χωριστά και υπόκεινται σε τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορούν να αποδοθούν σε ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο·

12)

«σύστημα αρχειοθέτησης» κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση·

13)

ως «υπεύθυνος επεξεργασίας» νοείται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή άλλη αρμόδια αρχή η οποία, μόνη ή από κοινού με άλλους, καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· όταν οι σκοποί και ο τρόπος της επεξεργασίας αυτής καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια για τον διορισμό του μπορούν να προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

14)

«εκτελών την επεξεργασία» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας·

15)

ως «αποδέκτης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας προς τα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι. Ωστόσο οι δημόσιες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός των αρμόδιων αρχών που ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 7) στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680, οι οποίες ενδέχεται να λάβουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο συγκεκριμένης έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν θεωρούνται αποδέκτες· η επεξεργασία των δεδομένων αυτών από τις εν λόγω δημόσιες αρχές πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες προστασίας δεδομένων ανάλογα με τους σκοπούς της επεξεργασίας·

16)

ως «παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» νοείται η παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, μεταβολή, άνευ αδείας κοινολόγηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύθηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλον τρόπο σε επεξεργασία·

17)

ως «διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκτός από τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

18)

ως «επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 49·

19)

ως «γενετικά δεδομένα» νοούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τα γενετικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου που κληρονομήθηκαν ή αποκτήθηκαν, όπως προκύπτουν ιδίως από ανάλυση βιολογικού δείγματος του εν λόγω φυσικού προσώπου, και τα οποία παρέχουν μοναδικές πληροφορίες σχετικά με τη φυσιολογία ή την υγεία του εν λόγω φυσικού προσώπου·

20)

ως «βιομετρικά δεδομένα» νοούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προκύπτουν από ειδική τεχνική επεξεργασία συνδεόμενη με φυσικά, βιολογικά ή συμπεριφορικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου και τα οποία επιτρέπουν ή επιβεβαιώνουν την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του εν λόγω φυσικού προσώπου, όπως εικόνες προσώπου ή δακτυλοσκοπικά δεδομένα·

21)

ως «δεδομένα που αφορούν στην υγεία» νοούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία σχετίζονται με τη σωματική ή ψυχική υγεία ενός φυσικού προσώπου, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών υγειονομικής φροντίδας, και τα οποία αποκαλύπτουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υγείας του·

22)

ως «εποπτική αρχή» νοείται ανεξάρτητη δημόσια αρχή που συγκροτείται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) ή σύμφωνα με το άρθρο 41 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680·

23)

ως «διεθνής οργανισμός» νοείται ο οργανισμός και οι υπαγόμενοι σε αυτόν φορείς που διέπονται από το δημόσιο διεθνές δίκαιο ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας έχει ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων χωρών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΥΣΤΑΣΗ, ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ

Άρθρο 3

Σύσταση

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συστήνεται διά του παρόντος ως όργανο της Ένωσης.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει νομική προσωπικότητα.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνεργάζεται με τη Eurojust και βασίζεται στην υποστήριξή της σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 100.

Άρθρο 4

Καθήκοντα

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων καθώς και των συνεργών σε αξιόποινες πράξεις οι οποίες θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 και καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό. Για τον σκοπό αυτό η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνες και εκτελεί πράξεις δίωξης και ασκεί εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια δικαστήρια των κρατών μελών έως την οριστική περάτωση της υπόθεσης.

Άρθρο 5

Βασικές αρχές που διέπουν τις δραστηριότητες

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διασφαλίζει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της τον σεβασμό των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεσμεύεται σε όλες τις δραστηριότητές της από τις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας.

3.   Οι έρευνες και οι διώξεις που κινούνται για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Το εθνικό δίκαιο εφαρμόζεται στον βαθμό που ένα ζήτημα δεν ρυθμίζεται από τον παρόντα κανονισμό. Εάν δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος(-η) ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που έχει επιληφθεί της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1. Σε περίπτωση που ένα ζήτημα ρυθμίζεται και από το εθνικό δίκαιο και από τον παρόντα κανονισμό, υπερισχύουν οι διατάξεις του κανονισμού.

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει τις έρευνές της με αμεροληψία και συλλέγει όλα τα συναφή αποδεικτικά στοιχεία, είτε αυτά είναι ενοχοποιητικά είτε απαλλακτικά.

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κινεί και διεξάγει τις έρευνες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

6.   Οι αρμόδιες εθνικές αρχές παρέχουν ενεργό συνδρομή και στήριξη κατά τις έρευνες και τις διώξεις που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Κάθε ενέργεια, πολιτική ή διαδικασία στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού διέπεται από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας.

Άρθρο 6

Ανεξαρτησία και λογοδοσία

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ανεξάρτητη. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, οι αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίοι(-ες) γενικοί(-ές) εισαγγελείς, οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς, ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια), καθώς και το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ενεργούν προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά, όπως αυτό ορίζεται από τον νόμο, και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης σέβονται την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και δεν επιδιώκουν να την επηρεάσουν κατά την άσκηση των καθηκόντων της.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λογοδοτεί για τις εν γένει δραστηριότητές της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή και συντάσσει ετήσια έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 7.

Άρθρο 7

Υποβολή εκθέσεων

1.   Κάθε έτος η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καταρτίζει, εκδίδει και δημοσιεύει ετήσια έκθεση σχετικά με τις εν γένει δραστηριότητές της, στις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Διαβιβάζει την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

2.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας εμφανίζεται μία φορά κατ’ έτος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και ενώπιον των εθνικών κοινοβουλίων των κρατών μελών κατόπιν αιτήματός τους, για να παρουσιάσει τις εν γένει δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας την οποία υπέχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τις επιμέρους υποθέσεις και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας μπορεί να αντικαθίσταται από έναν (μία) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς για τις ακροάσεις που διοργανώνονται από τα εθνικά κοινοβούλια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΚΑΘΕΣΤΩΣ, ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Καθεστωσ και δομη τησ ευρωπαϊκησ εισαγγελιασ

Άρθρο 8

Δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί αδιαίρετο οργανισμό της Ένωσης που λειτουργεί ως ενιαία Εισαγγελία με αποκεντρωμένη δομή.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οργανώνεται σε κεντρικό και σε αποκεντρωμένο επίπεδο.

3.   Το κεντρικό επίπεδο αποτελείται από την Κεντρική Εισαγγελία στην έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Κεντρική Εισαγγελία συγκροτείται από το συλλογικό όργανο, τα μόνιμα τμήματα, τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς και τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια).

4.   Το αποκεντρωμένο επίπεδο αποτελείται από ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που θα εδρεύουν στα κράτη μέλη.

5.   Η Κεντρική Εισαγγελία και οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς επικουρούνται από το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 9

Το συλλογικό όργανο

1.   Το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελείται από τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και έναν (μία) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα ανά κράτος μέλος. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας προεδρεύει στις συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου και είναι υπεύθυνος(-η) για την προετοιμασία τους.

2.   Το συλλογικό όργανο συνέρχεται τακτικά και είναι υπεύθυνο για τη γενική επίβλεψη των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Λαμβάνει αποφάσεις για στρατηγικά θέματα, καθώς και για γενικά θέματα που ανακύπτουν από μεμονωμένες υποθέσεις, ιδίως για την εξασφάλιση της συνέπειας, της αποτελεσματικότητας και της συνοχής της διωκτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα κράτη μέλη, καθώς και για άλλα θέματα που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Το συλλογικό όργανο δεν λαμβάνει επιχειρησιακές αποφάσεις σε μεμονωμένες υποθέσεις. Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιέχει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την άσκηση από το συλλογικό όργανο των δραστηριοτήτων που αφορούν τη γενική επίβλεψη και σχετικά με τη λήψη αποφάσεων σε στρατηγικά θέματα και γενικά ζητήματα σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

3.   Κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα και τηρώντας τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το συλλογικό όργανο συστήνει μόνιμα τμήματα.

4.   Το συλλογικό όργανο εγκρίνει τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 21 και καθορίζει περαιτέρω τις αρμοδιότητες για την άσκηση των καθηκόντων των μελών του συλλογικού οργάνου και του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

5.   Εάν δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το συλλογικό όργανο αποφασίζει με απλή πλειοψηφία. Κάθε μέλος του συλλογικού οργάνου δικαιούται να προκαλέσει ψηφοφορία για θέματα που αποφασίζονται από το συλλογικό όργανο. Κάθε μέλος του συλλογικού οργάνου διαθέτει μία ψήφο. Η ψήφος του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα υπερισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας σχετικά με οποιοδήποτε θέμα επί του οποίου αποφασίζει το συλλογικό όργανο.

Άρθρο 10

Τα μόνιμα τμήματα

1.   Στα μόνιμα τμήματα προεδρεύει ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας ή ένας (μια) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς ή ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας που διορίζεται πρόεδρος σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Εκτός από τον (την) πρόεδρο, τα μόνιμα τμήματα έχουν δύο μόνιμα μέλη. Ο αριθμός των μόνιμων τμημάτων και η σύνθεσή τους, καθώς και η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των τμημάτων, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις λειτουργικές ανάγκες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξασφαλίζει ισότιμη κατανομή του φόρτου εργασίας βάσει συστήματος τυχαίας ανάθεσης των υποθέσεων, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις προβλέπει διαδικασίες που επιτρέπουν στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα να αποφασίσει να αποκλίνει από την αρχή της τυχαίας ανάθεσης, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την ορθή λειτουργία της Εισαγγελίας.

2.   Τα μόνιμα τμήματα παρακολουθούν και διευθύνουν τις έρευνες και τις διώξεις που διενεργούν οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου. Διασφαλίζουν επίσης τον συντονισμό των ερευνών και των διώξεων σε διασυνοριακές υποθέσεις και διασφαλίζουν την υλοποίηση των αποφάσεων που λαμβάνει το συλλογικό όργανο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2.

3.   Σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, κατά περίπτωση κατόπιν επανεξέτασης σχεδίου απόφασης που έχει προταθεί από τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα, τα μόνιμα τμήματα λαμβάνουν αποφάσεις για τα κατωτέρω ζητήματα:

α)

την παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφοι 1, 3 και 4·

β)

την αρχειοθέτηση υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ)·

γ)

την εφαρμογή απλουστευμένης διαδικασίας δίωξης και την εντολή στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα να ενεργήσει με σκοπό την οριστική περάτωση της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 40·

δ)

την παραπομπή υπόθεσης στις εθνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1, 2, 3 ή 6·

ε)

την εκ νέου κίνηση έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2.

4.   Εφόσον είναι απαραίτητο, τα μόνιμα τμήματα λαμβάνουν τις κατωτέρω αποφάσεις σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό:

α)

να δοθεί εντολή για κίνηση έρευνας στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 26 παράγραφοι 1 έως 4, εφόσον δεν έχει κινηθεί ήδη έρευνα·

β)

να δοθεί εντολή στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα να ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 6, σε περίπτωση που αυτό δεν έχει ήδη γίνει·

γ)

να παραπεμφθούν στο συλλογικό όργανο στρατηγικά ή γενικά θέματα που ανακύπτουν από μεμονωμένες υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2·

δ)

να αναθέσουν μια υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 3·

ε)

να αναθέσουν εκ νέου μια υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 5 ή το άρθρο 28 παράγραφος 3·

στ)

να εγκρίνουν την απόφαση του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα να διεξαγάγει την έρευνα ο (η) ίδιος(-α) σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 4.

5.   Το αρμόδιο μόνιμο τμήμα, ενεργώντας μέσω του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα που εποπτεύει την έρευνα ή τη δίωξη, μπορεί σε μια συγκεκριμένη υπόθεση να δίνει εντολές, σε συμμόρφωση προς το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, στον (στην) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα όταν αυτό είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική διενέργεια της έρευνας ή της δίωξης προς όφελος της απονομής της δικαιοσύνης ή για τη διασφάλιση της συνεκτικής λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

6.   Το μόνιμο τμήμα αποφασίζει με απλή πλειοψηφία. Το τμήμα διενεργεί ψηφοφορία κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε μέλους του. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Η ψήφος του προέδρου υπερισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας. Αποφάσεις λαμβάνονται μετά από σύσκεψη στις συνεδριάσεις του τμήματος βάσει, κατά περίπτωση, του σχεδίου απόφασης που υπέβαλε ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας.

Το αρμόδιο μόνιμο τμήμα έχει πρόσβαση κατόπιν αιτήματος σε όλο το υλικό της δικογραφίας για τον σκοπό της προετοιμασίας των αποφάσεων.

7.   Τα μόνιμα τμήματα μπορούν να αναθέτουν την εξουσία τους σχετικά με τη λήψη αποφάσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ή β) του παρόντος άρθρου, στη δε τελευταία περίπτωση μόνο σε σχέση με τους κανόνες που περιέχονται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως στ), στον (στην) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα που εποπτεύει την υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 σε περίπτωση που αυτή η ανάθεση εξουσιών μπορεί να δικαιολογηθεί δεόντως λόγω της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης ή της πολυπλοκότητας της διαδικασίας σε συγκεκριμένη υπόθεση όσον αφορά αξιόποινη πράξη η οποία έχει προκαλέσει ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης που δεν υπερβαίνει τις 100 000 EUR. Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προβλέπει κατευθυντήριες γραμμές με στόχο να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Το μόνιμο τμήμα ενημερώνει τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα για κάθε απόφαση ανάθεσης των εξουσιών λήψης αποφάσεων του μόνιμου τμήματος. Μόλις παραλάβει την εν λόγω κοινοποίηση, ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας δύναται εντός τριών ημερών να ζητήσει από το μόνιμο τμήμα να επανεξετάσει την απόφασή του, αν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας κρίνει ότι αυτό απαιτείται για λόγους συνοχής των ερευνών και διώξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας είναι μέλος του σχετικού μόνιμου τμήματος, ένας (μια) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς ασκεί το δικαίωμα να ζητήσει την εν λόγω επανεξέταση. Ο (Η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας υποβάλλει έκθεση στο μόνιμο τμήμα σχετικά με την οριστική περάτωση της υπόθεσης, καθώς και σχετικά με κάθε πληροφορία ή περίσταση που αυτός(-ή) θεωρεί ότι καθιστά αναγκαία την εκ νέου αξιολόγηση της σκοπιμότητας να διατηρηθεί η ανάθεση εξουσιών, ιδίως στις περιστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 36 παράγραφος 3.

Η απόφαση για την ανάθεση εξουσίας λήψης αποφάσεων μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε κατόπιν αιτήματος ενός από τα μέλη του μόνιμου τμήματος και λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Η ανάθεση εξουσιών ανακαλείται σε περίπτωση που ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας έχει αντικαταστήσει τον (την) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 7.

Για να εξασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή της αρχής της ανάθεσης εξουσιών, κάθε μόνιμο τμήμα υποβάλλει σε ετήσια βάση έκθεση προς το συλλογικό όργανο σχετικά με τη χρήση της ανάθεσης εξουσιών.

8.   Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παρέχει την εξουσία στα μόνιμα τμήματα να λαμβάνουν αποφάσεις με γραπτή διαδικασία που θα καθοριστεί λεπτομερώς στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται και οι εντολές που παρέχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4, 5 και 7 καταγράφονται και αποτελούν μέρος της δικογραφίας.

9.   Επιπροσθέτως των μόνιμων μελών, στις διαβουλεύσεις του μόνιμου τμήματος συμμετέχει ο (η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας που εποπτεύει έρευνα ή δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας έχει δικαίωμα ψήφου, με εξαίρεση σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις του μόνιμου τμήματος που αφορούν την ανάθεση εξουσιών ή την ανάκληση της ανάθεσης εξουσιών κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, την ανάθεση υπόθεσης και την εκ νέου ανάθεση υπόθεσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 26 παράγραφοι 3, 4 και 5 και του άρθρου 27 παράγραφος 6 και την παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 3, όταν περισσότερα του ενός κράτη μέλη έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την υπόθεση, καθώς και στις καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 31 παράγραφος 8.

Ένα μόνιμο τμήμα μπορεί επίσης, είτε κατόπιν αίτησης ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα ή ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα είτε αυτεπαγγέλτως, να καλεί άλλους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς ή ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που σχετίζονται με την υπόθεση να παρίστανται στις συνεδριάσεις του χωρίς δικαίωμα ψήφου.

10.   Οι πρόεδροι των μόνιμων τμημάτων ενημερώνουν το συλλογικό όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, προκειμένου να διευκολύνουν το συλλογικό ξόργανο να εκπληρώσει τον ρόλο του σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2.

Άρθρο 11

Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας και οι αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίοι(-ες) γενικοί(-ές) εισαγγελείς

1.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας είναι ο (η) προϊστάμενος(-η) της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας οργανώνει τις εργασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, διευθύνει τις δραστηριότητές της και λαμβάνει αποφάσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

2.   Ορίζονται δύο αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίοι(-ες) γενικοί(-ές) εισαγγελείς για να επικουρούν τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (της) και να τον (την) αντικαθιστούν σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος.

3.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έναντι των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οποιουδήποτε τρίτου. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας δύναται να αναθέτει σε έναν (μία) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς ή σε ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα τα καθήκοντά του (της) που αφορούν την εκπροσώπηση.

Άρθρο 12

Οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς

1.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς, ενεργώντας για λογαριασμό του μόνιμου τμήματος και σύμφωνα με τυχόν εντολές που έχει αυτό δώσει σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 3, 4 και 5, εποπτεύουν τις έρευνες και τις διώξεις για τις οποίες είναι υπεύθυνοι(-ες) οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς που έχουν επιληφθεί της υπόθεσης στο κράτος μέλος καταγωγής τους. Οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς υποβάλλουν συνοπτική παρουσίαση των υποθέσεων που έχουν υπό την εποπτεία τους και, κατά περίπτωση, προτάσεις αποφάσεων που θα πρέπει να ληφθούν από το εν λόγω τμήμα βάσει σχεδίων αποφάσεων που έχουν καταρτίσει οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς.

Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προβλέπει, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 7, μηχανισμό αντικατάστασης μεταξύ των ευρωπαίων εισαγγελέων όταν ο (η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας απέχει προσωρινά από τα καθήκοντά του (της) ή δεν είναι για άλλους λόγους διαθέσιμος(-η) για την εκτέλεση των καθηκόντων των ευρωπαίων εισαγγελέων. Ο (Η) αντικαταστάτης(-ρια) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας μπορεί να επιτελεί κάθε λειτουργία του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα εκτός από τη δυνατότητα να διενεργεί έρευνα που προβλέπεται στο άρθρο 28 παράγραφος 4.

2.   Ένας (Μια) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας μπορεί να αιτείται κατ’ εξαίρεση, για λόγους που σχετίζονται με τον φόρτο εργασίας που προκύπτει από τον αριθμό των ερευνών και των διώξεων στο κράτος μέλος καταγωγής του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα ή με προσωπική σύγκρουση συμφερόντων, την ανάθεση της εποπτείας των ερευνών και των διώξεων σε μεμονωμένες υποθέσεις που χειρίζονται ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς στο κράτος μέλος καταγωγής του (της) σε άλλους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, με την επιφύλαξη της συμφωνίας των τελευταίων. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας αποφαίνεται επί του αιτήματος με βάση τον φόρτο εργασίας ενός (μιας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα. Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων που αφορούν ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα, ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας κάνει δεκτό το εν λόγω αίτημα. Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καθορίζει τις αρχές που διέπουν τη λήψη τέτοιας απόφασης και τη διαδικασία για την εν συνεχεία κατανομή των οικείων υποθέσεων. Το άρθρο 28 παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται στις έρευνες και τις διώξεις που αποτελούν αντικείμενο εποπτείας σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

3.   Οι εποπτεύοντες(-ουσες) ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν σε συγκεκριμένη περίπτωση να δίνουν εντολές σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και με τις εντολές του αρμόδιου μόνιμου τμήματος στον (στην) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα, όποτε αυτό είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική διενέργεια της έρευνας ή της δίωξης ή προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης ή για να διασφαλιστεί η συνεκτική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

4.   Όταν το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους προβλέπει εσωτερική επανεξέταση ορισμένων πράξεων στο πλαίσιο της δομής της εθνικής εισαγγελίας, η επανεξέταση τέτοιων πράξεων του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα εμπίπτει στις εποπτικές εξουσίες του (της) εποπτεύοντος(-ουσας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας και παρακολούθησης του μόνιμου τμήματος.

5.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς έχουν ρόλο συνδέσμου επικοινωνίας και διαύλου πληροφοριών μεταξύ των μόνιμων τμημάτων και των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων στα αντίστοιχα κράτη μέλη καταγωγής. Παρακολουθούν την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους, σε στενή διαβούλευση με τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς. Μεριμνούν ώστε, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, να παρέχονται από την Κεντρική Εισαγγελία στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς και αντιστρόφως όλες οι σχετικές πληροφορίες.

Άρθρο 13

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς

1.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς ενεργούν για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους και έχουν τις ίδιες εξουσίες με τους (τις) εθνικούς(-ές) εισαγγελείς όσον αφορά την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης, επιπροσθέτως και με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων και του καθεστώτος που τους έχουν απονεμηθεί και υπό τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς είναι υπεύθυνοι(-ες) για τις έρευνες και τις διώξεις τις οποίες έχουν κινήσει, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί ή των οποίων έχουν επιληφθεί κάνοντας χρήση του δικαιώματος ανάληψης υπόθεσης. Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς ακολουθούν την καθοδήγηση και τις εντολές του μόνιμου τμήματος που έχει αναλάβει την υπόθεση, καθώς και τις εντολές του (της) εποπτεύοντος(-ουσας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα.

Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς είναι επίσης υπεύθυνοι(-ες) για την παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης, ειδικότερα δε έχουν την αρμοδιότητα να υποστηρίζουν το κατηγορητήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, να συμμετέχουν στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και να ασκούν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.   Σε κάθε κράτος μέλος υπάρχουν δύο ή περισσότεροι(-ες) ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, κατόπιν διαβούλευσης και επίτευξης συμφωνίας με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, εγκρίνει τον αριθμό των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, καθώς και τη λειτουργική και την κατά τόπον κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων εντός κάθε κράτους μέλους.

3.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν επίσης να ασκούν καθήκοντα εθνικού(-ής) εισαγγελέα, εφόσον αυτό δεν τους εμποδίζει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ενημερώνουν τον (την) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα σχετικά με τα εν λόγω καθήκοντα. Σε περίπτωση που ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας δεν είναι σε θέση σε μια δεδομένη στιγμή να εκπληρώσει τα καθήκοντα που υπέχει ως ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας λόγω του ότι ασκεί τέτοια καθήκοντα ως εθνικός(-ή) εισαγγελέας, ενημερώνει τον (την) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα, ο (η) οποίος(-α) διαβουλεύεται με τις αρμόδιες εθνικές εισαγγελικές αρχές για να διαπιστωθεί μήπως θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στα καθήκοντά του (της) που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας μπορεί να προτείνει στο μόνιμο τμήμα την εκ νέου ανάθεση της υπόθεσης σε άλλον(-η) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα στο ίδιο κράτος μέλος ή τη διεξαγωγή των ερευνών από τον (την) ίδιο(-α) προσωπικά σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφοι 3 και 4.

ΤΜΗΜΑ 2

Διορισμοσ και παυση των μελων τησ ευρωπαϊκησ εισαγγελιασ

Άρθρο 14

Διορισμός και παύση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα

1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διορίζουν με κοινή συμφωνία τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα για μη ανανεώσιμη θητεία επτά ετών. Το Συμβούλιο αποφασίζει με απλή πλειοψηφία.

2.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας επιλέγεται μεταξύ υποψηφίων οι οποίοι(-ες):

α)

είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος των κρατών μελών ή εν ενεργεία ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς·

β)

παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας·

γ)

διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για διορισμό στο ύπατο εισαγγελικό ή δικαστικό αξίωμα στο αντίστοιχο κράτος μέλος τους και διαθέτουν τη σχετική πρακτική πείρα στα εθνικά νομικά συστήματα, στις έρευνες στον χρηματοοικονομικό τομέα και στη διεθνή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις ή έχουν υπηρετήσει ως ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς· και

δ)

διαθέτουν επαρκή διευθυντική πείρα και προσόντα για τη θέση.

3.   Η επιλογή γίνεται βάσει ανοικτής πρόσκλησης για υποβολή υποψηφιοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· στη συνέχεια επιτροπή επιλογής καταρτίζει κατάλογο των υποψηφίων που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, τον οποίο υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η επιτροπή επιλογής συγκροτείται από δώδεκα πρόσωπα που επιλέγονται μεταξύ πρώην μελών του Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρώην εθνικών μελών της Eurojust, μελών των εθνικών ανώτατων δικαστηρίων, ανώτερων εισαγγελέων και δικηγόρων εγνωσμένης ικανότητας. Ένα από τα επιλεγέντα πρόσωπα προτείνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το Συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής και εκδίδει απόφαση περί του διορισμού των μελών της έπειτα από πρόταση της Επιτροπής.

4.   Σε περίπτωση διορισμού ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα στη θέση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, η θέση του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα πληρούται αμελλητί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2.

5.   Κατόπιν αίτησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, το Δικαστήριο μπορεί να παύσει τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα εάν διαπιστώσει ότι δεν είναι πλέον σε θέση να ασκεί τα καθήκοντά του (της) ή ότι είναι ένοχος(-η) σοβαρού παραπτώματος.

6.   Εάν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας παραιτηθεί, παυθεί ή εγκαταλείψει τη θέση του (της) για οποιονδήποτε λόγο, η θέση πληρούται αμέσως σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

Άρθρο 15

Διορισμός και παύση των αναπληρωτών(-ριών) ευρωπαίων γενικών εισαγγελέων

1.   Το συλλογικό όργανο διορίζει δύο ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς ως αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς για ανανεώσιμη περίοδο θητείας τριών ετών, η οποία ωστόσο δεν θα υπερβαίνει τις περιόδους θητείας τους ως ευρωπαίων εισαγγελέων. Η διαδικασία επιλογής διέπεται από τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Οι αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίοι(-ες) γενικοί(-ές) εισαγγελείς διατηρούν το καθεστώς τους ως ευρωπαίων εισαγγελέων.

2.   Οι κανόνες και οι προϋποθέσεις για την άσκηση των καθηκόντων των αναπληρωτών(-ριών) ευρωπαίων γενικών εισαγγελέων καθορίζονται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Εάν ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας δεν είναι πλέον σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του (της) ως αναπληρωτής(-ρια) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, το συλλογικό όργανο μπορεί να αποφασίσει, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, να παύσει τον (την) αναπληρωτή(-ρια) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα από τη θέση αυτή.

3.   Εάν ο (η) αναπληρωτής(-ρια) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας παραιτηθεί, εάν παυθεί ή εγκαταλείψει τη θέση του (της) ως αναπληρωτή(-ριας) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα για οποιονδήποτε λόγο, η θέση πληρούται αμελλητί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Με την επιφύλαξη των κανόνων του άρθρου 16, το πρόσωπο αυτό παραμένει ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας.

Άρθρο 16

Διορισμός και παύση των ευρωπαίων εισαγγελέων

1.   Κάθε κράτος μέλος προτείνει τρεις υποψηφίους(-ες) για τη θέση του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα μεταξύ προσώπων τα οποία:

α)

είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος του σχετικού κράτους μέλους·

β)

παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας· και

γ)

διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για διορισμό σε υψηλό εισαγγελικό ή δικαστικό αξίωμα στο αντίστοιχο κράτος μέλος τους και διαθέτουν τη σχετική πρακτική πείρα στα εθνικά νομικά συστήματα, στις έρευνες στον χρηματοοικονομικό τομέα και στη διεθνή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.

2.   Αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη από την επιτροπή επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 3, το Συμβούλιο επιλέγει και διορίζει έναν (μια) από τους (τις) υποψήφιους(-ες) ως ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα του οικείου κράτους μέλους. Εάν η επιτροπή επιλογής κρίνει ότι συγκεκριμένος(-η) υποψήφιος(-α) δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα, η γνώμη της είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο.

3.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία, επιλέγει και διορίζει τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς για μη ανανεώσιμη θητεία διάρκειας έξι ετών. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει τη θητεία έως τρία έτη μετά το πέρας της περιόδου των έξι ετών.

4.   Ανά τρία έτη πραγματοποιείται μερική ανανέωση του ενός τρίτου των ευρωπαίων εισαγγελέων. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία, θεσπίζει μεταβατικούς κανόνες που διέπουν τον διορισμό των ευρωπαίων εισαγγελέων για την πρώτη περίοδο θητείας και κατά τη διάρκειά της.

5.   Κατόπιν αίτησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, το Δικαστήριο μπορεί να παύσει τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα εάν διαπιστώσει ότι δεν είναι πλέον σε θέση να ασκεί τα καθήκοντά του (της) ή ότι είναι ένοχος(-η) σοβαρού παραπτώματος.

6.   Εάν ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας παραιτηθεί, παυθεί ή εγκαταλείψει τη θέση του (της) για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η θέση πληρούται αμελλητί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2. Εάν ο (η) εν λόγω ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας υπηρετεί επίσης ως αναπληρωτής(-ρια) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, παύεται αυτόματα και από αυτήν τη θέση.

7.   Το συλλογικό όργανο κατά τον διορισμό κάθε ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα ορίζει έναν (μία) εκ των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων του ιδίου κράτους μέλους ο (η) οποίος(-α) θα αντικαθιστά τον (την) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα σε περίπτωση που δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του (της) ή εγκατέλειψε τη θέση του (της) σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.

Εάν το συλλογικό όργανο αναγνωρίσει την ανάγκη αντικατάστασης, το ορισθέν πρόσωπο ενεργεί ως προσωρινός(-ή) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας εν αναμονή της οριστικής αντικατάστασης ή της επιστροφής του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα και για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Το συλλογικό όργανο μπορεί κατόπιν αιτήματος να παρατείνει την εν λόγω περίοδο, εφόσον είναι αναγκαίο. Οι μηχανισμοί και οι λεπτομερείς κανόνες της προσωρινής αντικατάστασης καθορίζονται και διέπονται από τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Άρθρο 17

Διορισμός και παύση των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων

1.   Κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο διορίζει τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που προτείνουν τα κράτη μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε εάν δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η θητεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί.

2.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς από τη στιγμή του διορισμού τους σε θέση ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα έως την παύση τους είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος των αντίστοιχων κρατών μελών που τους (τις) πρότειναν. Παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και οφείλουν να διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και την ανάλογη πρακτική πείρα στο εθνικό νομικό τους σύστημα.

3.   Το συλλογικό όργανο παύει έναν (μια) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα εάν διαπιστώσει ότι αυτός (αυτή) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 ή δεν είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του (της) ή έχει κριθεί ένοχος(-η) σοβαρού παραπτώματος.

4.   Εάν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να παύσει από τα καθήκοντά του (της) ή να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά εθνικού(-ής) εισαγγελέα που έχει διοριστεί ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας για λόγους που δεν συνδέονται με τις αρμοδιότητές του (της) που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα πριν ενεργήσει. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να παύσει από τα καθήκοντά του (της) ή να κινήσει πειθαρχική διαδικασία κατά ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα για λόγους που συνδέονται με τις αρμοδιότητές του (της) που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό χωρίς τη συγκατάθεση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ης) εισαγγελέα. Εάν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας δεν συγκατατίθεται, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από το συλλογικό όργανο να επανεξετάσει το ζήτημα.

5.   Εάν ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας παραιτηθεί, εάν οι υπηρεσίες του (της) δεν είναι πλέον απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή εάν παυθεί ή εγκαταλείψει τη θέση του (της) για οποιονδήποτε άλλο λόγο, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και, εφόσον είναι αναγκαίο, προτείνει άλλον(-η) εισαγγελέα να διορισθεί νέος(-α) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 18

Καθεστώς του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας)

1.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) διορίζεται ως έκτακτος(-η) υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται.

2.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) διορίζεται από το συλλογικό όργανο από κατάλογο υποψηφίων που προτείνει ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής σύμφωνη με τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Για τους σκοπούς της σύναψης της σύμβασης του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας), η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκπροσωπείται από τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα.

3.   Η θητεία του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας) είναι τετραετής. Κατά το τέλος αυτής της περιόδου το συλλογικό όργανο διενεργεί αξιολόγηση στην οποία λαμβάνεται υπόψη η εκτίμηση των επιδόσεων του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας).

4.   Το συλλογικό όργανο, ενεργώντας κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα στην οποία λαμβάνεται υπόψη η αξιολόγηση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, μπορεί να παρατείνει άπαξ τη θητεία του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας) για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

5.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) του (της) οποίου(-ας) η θητεία έχει παραταθεί δεν μπορεί να συμμετάσχει στο τέλος της συνολικής θητείας σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση.

6.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) λογοδοτεί στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και στο συλλογικό όργανο.

7.   Με απόφαση του συλλογικού οργάνου βάσει πλειοψηφίας των δύο τρίτων των μελών του και με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων περί λύσης της σύμβασης κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) μπορεί να παυθεί από τα καθήκοντά του (της) στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Άρθρο 19

Αρμοδιότητες του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας)

1.   Για διοικητικούς και δημοσιονομικούς σκοπούς, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διευθύνεται από τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ριά) της.

2.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών του συλλογικού οργάνου ή του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) ενεργεί υπό καθεστώς ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (της) και δεν ζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή οποιονδήποτε άλλο φορέα.

3.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ριας) είναι ο (η) νόμιμος(-η) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για διοικητικούς και δημοσιονομικούς σκοπούς. Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

4.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) είναι υπεύθυνος(-η) για την εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ιδίως δε για τα εξής:

α)

την καθημερινή διοίκηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τη διαχείριση του προσωπικού·

β)

την εφαρμογή των αποφάσεων που εκδίδονται από τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα ή από το συλλογικό όργανο·

γ)

την κατάρτιση πρότασης για το ετήσιο και το πολυετές έγγραφο προγραμματισμού και την υποβολή της στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα·

δ)

την εφαρμογή των ετήσιων και των πολυετών εγγράφων προγραμματισμού και την υποβολή εκθέσεων στο συλλογικό όργανο σχετικά με την εφαρμογή τους·

ε)

την κατάρτιση των διοικητικών και δημοσιονομικών τμημάτων της ετήσιας έκθεσης για τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

στ)

την κατάρτιση σχεδίου δράσης για την επακολούθηση των πορισμάτων εσωτερικών ή εξωτερικών εκθέσεων ελέγχου, αξιολογήσεων και ερευνών, περιλαμβανομένων αυτών του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και της OLAF, καθώς και την υποβολή εκθέσεων σε αυτούς και στο συλλογικό όργανο δύο φορές ανά έτος·

ζ)

τη χάραξη εσωτερικής στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την υποβολή της στο συλλογικό όργανο προς έγκριση·

η)

την εκπόνηση πρότασης για σχέδιο των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την υποβολή της στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα·

θ)

την εκπόνηση πρότασης για σχέδιο κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την υποβολή της στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα·

ι)

την παροχή της αναγκαίας διοικητικής στήριξης προς διευκόλυνση του επιχειρησιακού έργου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

ια)

την παροχή στήριξης στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και στους (στις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 20

Προσωρινές διοικητικές ρυθμίσεις για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

1.   Με βάση τις προσωρινές δημοσιονομικές πιστώσεις που διατίθενται στον δικό της προϋπολογισμό, η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη σύσταση και την αρχική διοικητική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μέχρις ότου η τελευταία αποκτήσει την ικανότητα εκτέλεσης του προϋπολογισμού της. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή μπορεί:

α)

να ορίζει, κατόπιν διαβούλευσης με το Συμβούλιο, υπάλληλο της Επιτροπής για να ενεργεί ως προσωρινός(-ή) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) και να ασκεί τα καθήκοντα του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας), μεταξύ άλλων τις εξουσίες που ανατίθενται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή σχετικά με το διοικητικό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όσον αφορά τυχόν θέσεις που πρέπει να πληρωθούν πριν ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) αναλάβει τα καθήκοντά του (της) σύμφωνα με το άρθρο 18·

β)

να παρέχει συνδρομή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ιδίως με την απόσπαση περιορισμένου αριθμού υπαλλήλων της Επιτροπής, όταν απαιτείται για την εκτέλεση των διοικητικών δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, υπό την ευθύνη του (της) προσωρινού(-ής) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας).

2.   Ο (Η) προσωρινός(-ή) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) μπορεί να εγκρίνει όλες τις πληρωμές που καλύπτονται από τις πιστώσεις που προβλέπονται στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, περιλαμβανομένων των συμβάσεων για την πρόσληψη προσωπικού.

3.   Μόλις το συλλογικό όργανο αναλάβει τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, ο (η) προσωρινός(-ή) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) ασκεί τα καθήκοντά του (της) σύμφωνα με το άρθρο 18. Ο (Η) προσωρινός(-ή) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) παύει να ασκεί την εν λόγω λειτουργία μόλις ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) αναλάβει τα καθήκοντά του (της) μετά τον διορισμό του (της) από το συλλογικό όργανο σύμφωνα με το άρθρο 18.

4.   Έως ότου το συλλογικό όργανο αναλάβει τα καθήκοντά του σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, η Επιτροπή ασκεί τα καθήκοντά της που προβλέπονται στο παρόν άρθρο σε διαβούλευση με ομάδα εμπειρογνωμόνων η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών.

ΤΜΗΜΑ 3

Κανονισμοσ διαδικασιασ τησ ευρωπαϊκησ εισαγγελιασ

Άρθρο 21

Κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Η οργάνωση των εργασιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέπεται από τον κανονισμό διαδικασίας της.

2.   Αμέσως μετά τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας καταρτίζει αμελλητί πρόταση κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προς έγκριση από το συλλογικό όργανο με πλειοψηφία δύο τρίτων.

3.   Τροποποιήσεις στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορούν να προτείνονται από οποιον(-α)δήποτε ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα, και εγκρίνονται αν το αποφασίσει το συλλογικό όργανο με πλειοψηφία δύο τρίτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Αρμοδιοτητα τησ ευρωπαϊκησ εισαγγελιασ

Άρθρο 22

Καθ’ ύλην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αρμοδιότητα για αξιόποινες πράξεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης οι οποίες προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 όπως εφαρμόζεται στο εθνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η ίδια αξιόποινη συμπεριφορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαφορετικό είδος αξιόποινης πράξης στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου. Όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 όπως εφαρμόζεται στο εθνικό δίκαιο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι αρμόδια μόνο όταν οι εκούσιες πράξεις ή παραλείψεις που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη συνδέονται με την επικράτεια δύο ή περισσότερων κρατών μελών και αφορούν συνολική ζημία ύψους τουλάχιστον 10 εκατ. EUR.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι επίσης αρμόδια για αξιόποινες πράξεις που αφορούν τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση ως αυτή ορίζεται στην απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ όπως εφαρμόζεται στο εθνικό δίκαιο, αν το επίκεντρο της εγκληματικής δραστηριότητας της εγκληματικής αυτής οργάνωσης είναι η τέλεση οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι επίσης αρμόδια για οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη συνδέεται άρρηκτα με αξιόποινη συμπεριφορά εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Η αρμοδιότητα για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις δύναται να ασκείται μόνο σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3.

4.   Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι αρμόδια για αξιόποινες πράξεις που αφορούν εθνικούς άμεσους φόρους, συμπεριλαμβανομένων αξιόποινων πράξεων που συνδέονται άρρηκτα με αυτές. Η δομή και η λειτουργία της φορολογικής διοίκησης των κρατών μελών δεν θίγεται από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 23

Κατά τόπο και έναντι προσώπων αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 22 εφόσον οι εν λόγω πράξεις:

α)

τελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει στην επικράτεια ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών·

β)

τελέστηκαν από υπήκοο κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι ένα κράτος μέλος έχει διεθνή δικαιοδοσία για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις όταν αυτές τελούνται εκτός της επικράτειάς του· ή

γ)

τελέστηκαν εκτός της επικράτειας που προβλέπεται στο στοιχείο α) από πρόσωπο το οποίο υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, υπό τον όρο ότι ένα κράτος μέλος έχει διεθνή δικαιοδοσία για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις όταν αυτές τελούνται εκτός της επικράτειάς του.

ΤΜΗΜΑ 2

Άσκηση τησ αρμοδιοτητασ τησ ευρωπαϊκησ εισαγγελιασ

Άρθρο 24

Γνωστοποίηση, καταχώριση και επαλήθευση των πληροφοριών

1.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 22 και το άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3.

2.   Σε περίπτωση που δικαστική αρχή ή αρχή επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους κινήσει έρευνα για αξιόποινη πράξη για την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 22 και το άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3 ή σε περίπτωση που ανά πάσα στιγμή από την κίνηση έρευνας η αρμόδια δικαστική αρχή ή αρχή επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους εκτιμά ότι μια έρευνα αφορά τέτοια αξιόποινη πράξη, η εν λόγω αρχή ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ώστε αυτή να μπορέσει να αποφασίσει αν θα ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 27.

3.   Όταν δικαστική αρχή ή αρχή επιβολής του νόμου κράτους μέλους κινεί έρευνα για αξιόποινη πράξη όπως ορίζεται στο άρθρο 22 και φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3, να μην ασκήσει την αρμοδιότητά της, ενημερώνει σχετικά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

4.   Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί, τον πιθανό νομικό χαρακτηρισμό και κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με δυνητικά θύματα, υπόπτους και τυχόν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνεται επίσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 25 παράγραφος 2.

6.   Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καταχωρίζονται και επαληθεύονται σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας της. Κατά την επαλήθευση εκτιμάται κατά πόσον, βάσει των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, συντρέχουν λόγοι να κινηθεί έρευνα ή να ασκηθεί το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης.

7.   Σε περίπτωση που, κατόπιν επαλήθευσης, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίσει ότι δεν συντρέχει λόγος να κινηθεί έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 26 ή να ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 27, η αιτιολογία σημειώνεται στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει την αρχή που γνωστοποίησε την αξιόποινη συμπεριφορά σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, καθώς και τα θύματα του εγκλήματος και, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, άλλα πρόσωπα που γνωστοποίησαν την εγκληματική συμπεριφορά.

8.   Σε περίπτωση που περιέλθει σε γνώση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ότι ενδέχεται να έχει τελεστεί αξιόποινη πράξη που δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αυτή ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αρμόδιες εθνικές αρχές και διαβιβάζει σε αυτές όλα τα σχετικά στοιχεία.

9.   Σε ειδικές περιπτώσεις η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει περισσότερες σχετικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και στις αρχές των κρατών μελών. Οι πληροφορίες που ζητούνται μπορούν να αφορούν παραβάσεις που επέφεραν ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης πέραν των παραβάσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2.

10.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητεί άλλες πληροφορίες προκειμένου να είναι σε θέση το συλλογικό όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2, να εκδίδει γενικές κατευθυντήριες γραμμές για την ερμηνεία της υποχρέωσης ενημέρωσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 παράγραφος 2.

Άρθρο 25

Άσκηση της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί την αρμοδιότητά της είτε κινώντας έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 26 είτε αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 27. Αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίσει να ασκήσει την αρμοδιότητά της, οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν ασκούν τη δική τους αρμοδιότητα για την ίδια εγκληματική συμπεριφορά.

2.   Όταν μια αξιόποινη πράξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 επιφέρει ή ενδέχεται να επιφέρει ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ύψους κάτω των 10 000 EUR, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της μόνον αν:

α)

η υπόθεση έχει αντίκτυπο σε ενωσιακό επίπεδο, ώστε να επιβάλλεται η διεξαγωγή έρευνας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· ή

β)

υπάρχουν υποψίες ότι υπάλληλοι ή άλλο προσωπικό της Ένωσης ή μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης έχουν διαπράξει την αξιόποινη πράξη.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβουλεύεται, κατά περίπτωση, με τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή τους φορείς της Ένωσης προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια που περιέχονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ασκεί την αρμοδιότητά της σχετικά με αξιόποινες πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 και, κατόπιν διαβούλευσης με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, παραπέμπει την υπόθεση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε αυτές σύμφωνα με το άρθρο 34 αν:

α)

η μέγιστη ποινή που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο για αξιόποινη πράξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 παράγραφος 1 είναι εξίσου ή λιγότερο αυστηρή σε σύγκριση με τη μέγιστη ποινή που επιβάλλεται για άρρηκτα συνδεδεμένη αξιόποινη πράξη όπως προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, εκτός αν η τελευταία αυτή αξιόποινη πράξη υπήρξε καθοριστική για την τέλεση της αξιόποινης πράξης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 παράγραφος 1· ή

β)

υπάρχει λόγος να εικάζεται ότι η ζημία που προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης από αξιόποινη πράξη προβλεπόμενη στο άρθρο 22 δεν υπερβαίνει τη ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί σε άλλο θύμα.

Το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται επί των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 όπως εφαρμόζεται στο εθνικό δίκαιο.

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται, με τη συγκατάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών δίωξης, να ασκεί την αρμοδιότητά της για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 σε περιπτώσεις που διαφορετικά θα αποκλείονταν λόγω της εφαρμογής του στοιχείου β) της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αν φαίνεται ότι η Εισαγγελία είναι καταλληλότερη για την έρευνα ή τη δίωξη.

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με κάθε απόφαση για την άσκηση ή όχι της αρμοδιότητάς της.

6.   Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών εισαγγελικών αρχών σχετικά με το αν η αξιόποινη συμπεριφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22 παράγραφος 2 ή 3 ή του άρθρου 25 παράγραφος 2 ή 3, οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες να αποφασίσουν σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων για τη δίωξη σε εθνικό επίπεδο αποφασίζουν ποιος πρέπει να είναι αρμόδιος για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν την εθνική αρχή που αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της αρμοδιότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΡΕΥΝΕΣ, ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΤΗ ΔΙΩΞΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΑΝΤΙ ΤΗΣ ΔΙΩΞΗΣ ΜΕΤΡΑ

ΤΜΗΜΑ 1

Κανονεσ σχετικα με τισ ερευνεσ

Άρθρο 26

Κίνηση ερευνών και κατανομή αρμοδιοτήτων εντός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Σε περίπτωση που, σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι τελείται ή έχει τελεστεί αξιόποινη πράξη που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τότε ένας (μια) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που βρίσκεται σε κράτος μέλος το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, έχει διεθνή δικαιοδοσία για την αξιόποινη πράξη κινεί έρευνα και προβαίνει στη σχετική σημείωση στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, με την επιφύλαξη των κανόνων του άρθρου 25 παράγραφοι 2 και 3.

2.   Όταν, κατόπιν επαλήθευσης σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 6, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίσει να κινήσει έρευνα, ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την αρχή που ανέφερε την αξιόποινη συμπεριφορά σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 ή 2.

3.   Όταν δεν έχει κινηθεί έρευνα από ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα, το μόνιμο τμήμα, στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση δίνει εντολή σε ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα, υπό τους όρους της παραγράφου 1, να κινήσει έρευνα.

4.   Η υπόθεση πρέπει κατά κανόνα να κινείται και να διεκπεραιώνεται από ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το επίκεντρο της εγκληματικής δραστηριότητας ή, αν έχουν τελεστεί περισσότερες συνδεδεμένες αξιόποινες πράξεις εμπίπτουσες στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, του κράτους μέλους στο οποίο τελέστηκε ο κύριος όγκος των αξιόποινων πράξεων. Ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας διαφορετικού κράτους μέλους το οποίο έχει διεθνή δικαιοδοσία για την υπόθεση μπορεί να κινήσει έρευνα, ή μπορεί να του (της) δοθεί από το αρμόδιο μόνιμο τμήμα εντολή να κινήσει έρευνα, μόνον εφόσον είναι δεόντως αιτιολογημένη η παρέκκλιση από τον κανόνα που προβλέπει η προηγούμενη περίοδος λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων κριτηρίων κατά σειρά προτεραιότητας:

α)

του τόπου συνήθους διαμονής του υπόπτου ή του κατηγορουμένου·

β)

της ιθαγένειας του υπόπτου ή του κατηγορουμένου·

γ)

του τόπου στον οποίο προκλήθηκε η κύρια οικονομική ζημία.

5.   Έως τη λήψη απόφασης για άσκηση δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 36, το αρμόδιο μόνιμο τμήμα δύναται σε υπόθεση αφορώσα τη διεθνή δικαιοδοσία περισσοτέρων του ενός κρατών μελών και κατόπιν διαβούλευσης με τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς και/ή τους (τις) ενδιαφερόμενους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς να αποφασίσει:

α)

να αναθέσει εκ νέου την υπόθεση σε ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα άλλου κράτους μέλους·

β)

να συγχωνεύσει ή να διαχωρίσει υποθέσεις και για κάθε υπόθεση να επιλέξει τον (την) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα που θα επιληφθεί της υπόθεσης,

αν οι αποφάσεις αυτές είναι προς το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης και σύμφωνα με τα κριτήρια για την επιλογή του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

6.   Όταν το μόνιμο τμήμα λαμβάνει απόφαση για εκ νέου ανάθεση, συγχώνευση ή διαχωρισμό υπόθεσης, λαμβάνει δεόντως υπόψη την τρέχουσα κατάσταση των ερευνών.

7.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αρμόδιες εθνικές αρχές σχετικά με οποιαδήποτε απόφαση για την κίνηση έρευνας.

Άρθρο 27

Δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης

1.   Αφού λάβει όλες τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίζει το συντομότερο δυνατόν αν θα ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, και πάντως το αργότερο εντός πέντε ημερών αφότου λάβει τις πληροφορίες από τις εθνικές αρχές, και ενημερώνει τις εθνικές αρχές σχετικά με την απόφαση αυτή. Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας μπορεί σε συγκεκριμένη υπόθεση να αποφασίσει αιτιολογημένα να παρατείνει την προθεσμία κατά πέντε ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, και στην περίπτωση αυτή ενημερώνει σχετικά τις εθνικές αρχές.

2.   Εντός της διάρκειας των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι εθνικές αρχές δεν λαμβάνουν καμία απόφαση στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος ανάληψης υπόθεσης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Οι εθνικές αρχές λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα επείγοντα μέτρα, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική έρευνα και δίωξη.

3.   Αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λάβει γνώση, με άλλα μέσα εκτός από την ενημέρωση που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, του ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους διενεργούν ήδη έρευνα για αξιόποινη πράξη για την οποία η Εισαγγελία μπορεί να είναι αρμόδια, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις εν λόγω αρχές. Αφού ενημερωθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίζει κατά πόσον θα ασκήσει το δικαίωμά ανάληψης υπόθεσης. Η απόφαση λαμβάνεται εντός των προθεσμιών που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβουλεύεται, όπου αρμόζει, με τις αρμόδιες αρχές του σχετικού κράτους μέλους πριν αποφασίσει αν θα ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης.

5.   Στις περιπτώσεις που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν τον φάκελο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και δεν προβαίνουν σε περαιτέρω πράξεις έρευνας για την ίδια αξιόποινη πράξη.

6.   Το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο μπορεί να ασκηθεί από ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα από οποιοδήποτε κράτος μέλος οι αρμόδιες αρχές του οποίου έχουν κινήσει έρευνα για αξιόποινη πράξη που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 22 και 23.

Σε περίπτωση που ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας ο (η) οποίος(-α) έχει ενημερωθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 αποφασίσει να μην ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης, ενημερώνει το αρμόδιο μόνιμο τμήμα μέσω του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα του κράτους μέλους του (της) προκειμένου το μόνιμο τμήμα να μπορέσει να λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4.

7.   Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν άσκησε την αρμοδιότητά της, ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με τυχόν νέα στοιχεία που ενδέχεται να δίνουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λόγους να επανεξετάσει την απόφασή της να μην ασκήσει την αρμοδιότητά της.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης υπόθεσης αφού λάβει αυτήν την ενημέρωση εφόσον η εθνική έρευνα δεν έχει ήδη περατωθεί και δεν έχει υποβληθεί κατηγορητήριο σε δικαστήριο. Η απόφαση λαμβάνεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1.

8.   Σε περίπτωση που, για αξιόποινες πράξεις που επέφεραν ή ενδέχεται να επιφέρουν ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης κατώτερη των 100 000 EUR, το συλλογικό όργανο εκτιμά ότι, λόγω της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης ή της πολυπλοκότητας της διαδικασίας στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν απαιτείται να προβεί σε έρευνα ή δίωξη σε επίπεδο Ένωσης, εκδίδει σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 γενικές κατευθυντήριες γραμμές που επιτρέπουν στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς να αποφασίσουν, ανεξάρτητα και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, να μην επιληφθούν της υπόθεσης.

Οι κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν με όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες τις περιστάσεις στις οποίες εφαρμόζονται, θέτοντας σαφή κριτήρια, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη τη φύση της αξιόποινης πράξης, τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης και τη δέσμευση των αρμόδιων εθνικών αρχών να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποκατασταθεί πλήρως η ζημία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

9.   Για να διασφαλισθεί η συνεκτική εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών, ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας ενημερώνει το αρμόδιο μόνιμο τμήμα σχετικά με κάθε απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 8, και κάθε μόνιμο τμήμα υποβάλλει ετήσια έκθεση στο συλλογικό όργανο σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών.

Άρθρο 28

Διεξαγωγή της έρευνας

1.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που έχει επιληφθεί υπόθεσης δύναται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το εθνικό δίκαιο, είτε να προβεί ο (η) ίδιος(-α) στη λήψη των μέτρων έρευνας και άλλων μέτρων είτε να δώσει σχετικές εντολές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του (της). Οι εν λόγω αρχές εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ότι ακολουθούνται όλες οι εντολές και ότι λαμβάνουν τα μέτρα που τους έχουν ανατεθεί. Ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας αναφέρει μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων στον (στην) αρμόδιο(-α) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα και στο μόνιμο τμήμα οποιεσδήποτε σημαντικές εξελίξεις σχετικά με την υπόθεση, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

2.   Ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια των ερευνών που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οι αρμόδιες εθνικές αρχές λαμβάνουν επείγοντα μέτρα κατ’ εφαρμογή του εθνικού δικαίου τα οποία είναι απαραίτητα για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ερευνών, ακόμη και σε περίπτωση που δεν ενεργούν ειδικά βάσει εντολών του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Οι εθνικές αρχές ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα για τα επείγοντα μέτρα που ελήφθησαν.

3.   Το αρμόδιο μόνιμο τμήμα δύναται, κατόπιν πρότασης του (της) εποπτεύοντος(-ουσας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα, να αποφασίσει να αναθέσει εκ νέου υπόθεση σε άλλον(-η) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα του ίδιου κράτους μέλους όταν ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας:

α)

αδυνατεί να διενεργήσει την έρευνα ή τη δίωξη· ή

β)

δεν ακολουθεί τις εντολές του αρμόδιου μόνιμου τμήματος ή του (της) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα.

4.   Κατ’ εξαίρεση, αφού λάβει σχετική έγκριση του αρμόδιου μόνιμου τμήματος, ο (η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας δύναται να λάβει αιτιολογημένη απόφαση να διεξαγάγει την έρευνα προσωπικά, είτε λαμβάνοντας προσωπικά τα μέτρα έρευνας και άλλα μέτρα είτε δίνοντας σχετικές εντολές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του (της), όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την αποτελεσματικότητα της έρευνας ή της δίωξης με γνώμονα ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης, ιδίως όσον αφορά τον πιθανό αντίκτυπό της σε επίπεδο Ένωσης·

β)

όταν η έρευνα αφορά υπαλλήλους ή λοιπό προσωπικό της Ένωσης ή μέλη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης·

γ)

σε περίπτωση αποτυχίας του μηχανισμού της εκ νέου ανάθεσης που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

Σε αυτές τις εξαιρετικές περιστάσεις τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο (η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας έχει δικαίωμα να διατάξει ή να ζητήσει μέτρα έρευνας και άλλα μέτρα και ότι διαθέτει όλες τις εξουσίες, αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το εθνικό δίκαιο.

Οι αρμόδιες εθνικές αρχές και οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς τους (τις) οποίους(-ες) αφορά η υπόθεση ενημερώνονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για την απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 29

Άρση προνομίων ή ασυλιών

1.   Σε περίπτωση που οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αφορούν πρόσωπα τα οποία απολαύουν προνομίου ή ασυλίας βάσει του εθνικού δικαίου και εφόσον το εν λόγω προνόμιο ή η ασυλία παρεμποδίζει συγκεκριμένη υπό διεξαγωγή έρευνα, ο ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας υποβάλλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα άρσης αυτού(-ής) σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εν λόγω εθνικό δίκαιο.

2.   Σε περίπτωση που οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αφορούν πρόσωπα τα οποία απολαύουν προνομίων ή ασυλιών δυνάμει της νομοθεσίας της Ένωσης, και ειδικότερα δυνάμει του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και εφόσον το εν λόγω προνόμιο ή η ασυλία παρεμποδίζει συγκεκριμένη υπό διεξαγωγή έρευνα, ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας υποβάλλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα άρσης αυτών σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης.

ΤΜΗΜΑ 2

Κανονεσ σχετικα με τα μετρα ερευνασ και αλλα μετρα

Άρθρο 30

Μέτρα έρευνας και άλλα μέτρα

1.   Τουλάχιστον στις περιπτώσεις στις οποίες η υπό έρευνα αξιόποινη πράξη τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων ετών τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς δικαιούνται να διατάσσουν ή να ζητούν τα ακόλουθα μέτρα έρευνας:

α)

διενέργεια έρευνας σε κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους, μέσα μεταφοράς, ιδιωτικές κατοικίες, ενδύματα και κάθε άλλο προσωπικό είδος ή προσωπικό υπολογιστή και λήψη κάθε συντηρητικού μέτρου που είναι αναγκαίο για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα των αποδεικτικών στοιχείων ή να αποτραπεί η απώλεια ή η νόθευσή τους·

β)

λήψη μέτρων για την προσκόμιση κάθε σχετικού αντικειμένου ή εγγράφου, είτε στην πρωτότυπη μορφή του ή σε άλλη καθορισμένη μορφή·

γ)

λήψη μέτρων για την προσκόμιση δεδομένων αποθηκευμένων σε υπολογιστή, κρυπτογραφημένων ή αποκρυπτογραφημένων, στην πρωτότυπη μορφή τους ή σε άλλη καθορισμένη μορφή, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς και δεδομένων κίνησης με την εξαίρεση των δεδομένων που διατηρούνται ειδικά σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, βάσει της δεύτερης περιόδου του άρθρου 15 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20)·

δ)

δέσμευση οργάνων ή προϊόντων εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία αναμένεται ότι θα αποτελέσουν αντικείμενο δήμευσης από το δικάζον δικαστήριο και εφόσον πιστεύεται ότι ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος ή ο διαχειριστής των εν λόγω οργάνων ή προϊόντων θα επιδιώξει τη ματαίωση της δικαστικής απόφασης δήμευσής τους·

ε)

παρακολούθηση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών προς και από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο, σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μέσο επικοινωνιών χρησιμοποιεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος·

στ)

παρακολούθηση και εντοπισμό ενός αντικειμένου με τεχνικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των ελεγχόμενων παραδόσεων προϊόντων.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 29, τα μέτρα έρευνας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να υπόκεινται σε προϋποθέσεις σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο, εφόσον το εθνικό δίκαιο περιλαμβάνει συγκεκριμένους περιορισμούς που εφαρμόζονται για ορισμένες κατηγορίες προσώπων ή επαγγελματιών που δεσμεύονται νομικά από υποχρέωση τήρησης του απορρήτου.

3.   Τα μέτρα έρευνας που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ), ε) και στ) του παρόντος άρθρου μπορούν να υπόκεινται σε περαιτέρω προϋποθέσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και περιορισμοί που προβλέπονται από το ισχύον εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχεία ε) και στ) του παρόντος άρθρου σε συγκεκριμένες σοβαρές αξιόποινες πράξεις. Τα κράτη μέλη που προτίθενται να κάνουν χρήση του εν λόγω περιορισμού γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τον σχετικό κατάλογο των συγκεκριμένων σοβαρών αξιόποινων πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 117.

4.   Πέρα από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς δικαιούνται να ζητούν ή να διατάσσουν οποιαδήποτε άλλα μέτρα στο κράτος μέλος τους τα οποία είναι διαθέσιμα στους (στις) εισαγγελείς βάσει του εθνικού δικαίου σε αντίστοιχες εθνικές υποθέσεις.

5.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν να διατάξουν τα μέτρα των παραγράφων 1 και 4 μόνον όταν πιστεύουν ευλόγως ότι με το συγκεκριμένο επίμαχο μέτρο θα μπορούσαν να συλλεγούν πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία χρήσιμα για την έρευνα και εφόσον δεν είναι διαθέσιμα λιγότερο παρεμβατικά μέτρα με τα οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί ο ίδιος στόχος. Οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί για τη λήψη των μέτρων διέπονται από το ισχύον εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 31

Διασυνοριακές έρευνες

1.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς συνεργάζονται στενά μέσω αμοιβαίας συνδρομής και τακτικής διαβούλευσης μεταξύ τους σε διασυνοριακές υποθέσεις. Όταν πρέπει να ληφθεί μέτρο σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, αυτός (αυτή) ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας αποφασίζει το αναγκαίο μέτρο και αναθέτει τη λήψη του σε ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα που εδρεύει στο κράτος μέλος στο οποίο πρέπει να εκτελεστεί το μέτρο.

2.   Ο (Η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας δύναται να αναθέτει τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου έχει στη διάθεσή του (της) σύμφωνα με το άρθρο 30. Η αιτιολόγηση και η λήψη των εν λόγω μέτρων διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Όταν ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας αναθέτει μέτρο έρευνας σε έναν (μία) ή περισσότερους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς από άλλο κράτος μέλος, ενημερώνει ταυτόχρονα τον (την) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα.

3.   Αν απαιτείται δικαστική έγκριση για το μέτρο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) βοηθού ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, ο (η) βοηθός ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας λαμβάνει την έγκριση αυτή σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

Αν απορριφθεί το αίτημα δικαστικής έγκρισης του μέτρου που έχει ανατεθεί, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας ανακαλεί την ανάθεση.

Εντούτοις, αν το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) βοηθού ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα δεν απαιτεί τέτοια δικαστική έγκριση αλλά την απαιτεί το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, η έγκριση λαμβάνεται από τον (την) τελευταίο(-α) αυτόν(-ή) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα και συνυποβάλλεται με την ανάθεση.

4.   Ο (Η) βοηθός ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας λαμβάνει το μέτρο που έχει ανατεθεί ή δίνει εντολές στην αρμόδια εθνική αρχή να το πράξει.

5.   Αν ο (η) βοηθός ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας κρίνει ότι:

α)

η ανάθεση είναι ελλιπής ή περιέχει πρόδηλο συναφές σφάλμα·

β)

το μέτρο δεν μπορεί να ληφθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην ανάθεση για βάσιμους και αντικειμενικούς λόγους·

γ)

ένα εναλλακτικό και λιγότερο παρεμβατικό μέτρο μπορεί να επιτύχει τα ίδια αποτελέσματα με το μέτρο που έχει ανατεθεί· ή

δ)

το μέτρο που έχει ανατεθεί δεν υπάρχει ή δεν είναι διαθέσιμο για αντίστοιχες εγχώριες περιπτώσεις σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του,

τότε ενημερώνει τον (την) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα και διαβουλεύεται με τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα σε διμερές επίπεδο.

6.   Αν το μέτρο που έχει ανατεθεί δεν υπάρχει για τις αμιγώς εγχώριες καταστάσεις αλλά μπορεί να είναι διαθέσιμο σε διασυνοριακές καταστάσεις που καλύπτονται από νομικές πράξεις περί αμοιβαίας αναγνώρισης ή διασυνοριακής συνεργασίας, οι σχετικοί(-ές) ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν, σε συμφωνία με τους (τις) σχετικούς(-ές) εποπτεύοντες(-ουσες) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, να κάνουν χρήση των πράξεων αυτών.

7.   Αν οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς δεν μπορέσουν να επιλύσουν το ζήτημα εντός επτά εργάσιμων ημερών και διατηρείται η ανάθεση, το ζήτημα παραπέμπεται στο αρμόδιο μόνιμο τμήμα. Το ίδιο ισχύει και όταν το μέτρο που έχει ανατεθεί δεν ληφθεί εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανάθεση ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

8.   Το αρμόδιο μόνιμο τμήμα εξετάζει στον βαθμό που απαιτείται τις παρατηρήσεις των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων τους (τις) οποίους(-ες) αφορά η υπόθεση και στη συνέχεια αποφασίζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο και τον παρόντα κανονισμό, αν λαμβάνεται από τον (τη) βοηθό ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα το ανατεθέν αναγκαίο μέτρο ή το υποκατάστατο μέτρο και μέχρι πότε πρέπει να ληφθεί και ανακοινώνει στους (στις) εν λόγω ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς την απόφαση αυτή μέσω του (της) αρμόδιου(-ας) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα.

Άρθρο 32

Επιβολή των μέτρων που έχουν ανατεθεί

Τα μέτρα που έχουν ανατεθεί εκτελούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) βοηθού ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Τηρούνται οι διατυπώσεις και οι διαδικασίες που ορίζονται ρητώς από τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα, εκτός αν οι εν λόγω διατυπώσεις και διαδικασίες είναι αντίθετες στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου του κράτους μέλους του (της) βοηθού ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα.

Άρθρο 33

Προσωρινή κράτηση και διασυνοριακή παράδοση

1.   Ο (Η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας δύναται να διατάξει ή να ζητήσει τη σύλληψη ή την προσωρινή κράτηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε αντίστοιχες εγχώριες περιπτώσεις.

2.   Όταν είναι αναγκαία η σύλληψη και η παράδοση προσώπου που δεν είναι παρόν στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας, ο (η) τελευταίος(-α) εκδίδει ή ζητεί από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους να εκδώσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου (21).

ΤΜΗΜΑ 3

Κανονεσ σχετικα με τη διωξη

Άρθρο 34

Παραπομπή και διαβίβαση διαδικασιών στις εθνικές αρχές

1.   Όταν από έρευνα που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποκαλύπτεται ότι τα υπό έρευνα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη για την οποία είναι αρμόδια η ίδια σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23, το αρμόδιο μόνιμο τμήμα αποφασίζει την παραπομπή της υπόθεσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

2.   Όταν από έρευνα που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποκαλύπτεται ότι δεν πληρούνται πλέον οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την άσκηση της αρμοδιότητάς της όπως ορίζεται στο άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3, το αρμόδιο μόνιμο τμήμα αποφασίζει την παραπομπή της υπόθεσης στις αρμόδιες εθνικές αρχές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πριν κινηθεί δίωξη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

3.   Σε περίπτωση που, για αξιόποινες πράξεις που επέφεραν ή ενδέχεται να επιφέρουν ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ύψους κάτω των 100 000 EUR, το συλλογικό όργανο εκτιμά ότι, λόγω της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης ή της πολυπλοκότητας της διαδικασίας στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν απαιτείται να προβεί σε έρευνα ή δίωξη σε επίπεδο Ένωσης και ότι η παραπομπή θα εξυπηρετούσε την αποτελεσματικότητα της έρευνας ή της δίωξης, εκδίδει σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 γενικές κατευθυντήριες γραμμές που επιτρέπουν στα μόνιμα τμήματα να παραπέμψουν την υπόθεση στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές επιτρέπουν επίσης στα μόνιμα τμήματα να παραπέμψουν υπόθεση στις αρμόδιες εθνικές αρχές όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί αρμοδιότητα σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 και όταν η ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης δεν υπερβαίνει τη ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί σε άλλο θύμα.

Για να εξασφαλιστεί η συνεκτική εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών, κάθε μόνιμο τμήμα υποβάλλει σε ετήσια βάση έκθεση προς το συλλογικό όργανο σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών.

Η εν λόγω παραπομπή περιλαμβάνει επίσης τυχόν άρρηκτα συνδεδεμένες αξιόποινες πράξεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 3.

4.   Το μόνιμο τμήμα κοινοποιεί στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα οποιαδήποτε απόφαση περί παραπομπής υπόθεσης στις εθνικές αρχές βάσει της παραγράφου 3. Εντός τριών ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας δύναται να ζητήσει από το μόνιμο τμήμα να επανεξετάσει την απόφασή του αν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας κρίνει ότι αυτό απαιτείται για λόγους συνοχής της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με τις παραπομπές. Αν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας είναι μέλος του σχετικού μόνιμου τμήματος, ένας (μια) από τους (τις) αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίους(-ες) γενικούς(-ές) εισαγγελείς ασκεί το δικαίωμα να ζητήσει την εν λόγω επανεξέταση.

5.   Σε περίπτωση που οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν δέχονται να επιληφθούν της υπόθεσης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 εντός μέγιστης προθεσμίας 30 ημερών, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραμένει αρμόδια για να ασκήσει δίωξη ή να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

6.   Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζει το ενδεχόμενο να θέσει την υπόθεση στο αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 3, και εφόσον το ζητεί η εθνική αρχή, το μόνιμο τμήμα παραπέμπει την υπόθεση χωρίς καθυστέρηση στην αρχή αυτή.

7.   Αν μετά από την παραπομπή κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 ή 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 25 παράγραφος 3 η εθνική αρχή αποφασίσει να κινήσει έρευνα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβιβάζει τη δικογραφία στην εν λόγω εθνική αρχή, δεν λαμβάνει περαιτέρω μέτρα έρευνας ή δίωξης και περατώνει την υπόθεση.

8.   Αν διαβιβαστεί δικογραφία κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 ή 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 25 παράγραφος 3, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει σχετικά με τη διαβίβαση τα σχετικά θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, καθώς και, όπου αρμόζει σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τους υπόπτους ή τους κατηγορουμένους και τα θύματα του εγκλήματος.

Άρθρο 35

Περάτωση της έρευνας

1.   Όταν ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας κρίνει ότι η έρευνα έχει ολοκληρωθεί, υποβάλλει έκθεση στον (στην) εποπτεύοντα(-ουσα) ευρωπαίο(-α) εισαγγελέα, η οποία περιέχει περίληψη της υπόθεσης και σχέδιο απόφασης είτε για την άσκηση δίωξης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου είτε για να εξεταστεί η παραπομπή της υπόθεσης, η αρχειοθέτησή της ή η απλουστευμένη διαδικασία δίωξης σύμφωνα με τα άρθρα 34, 39 ή 40. Ο (Η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας διαβιβάζει τα έγγραφα αυτά στο αρμόδιο μόνιμο τμήμα, συνοδευόμενα, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, από τη δική του (της) κρίση. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3, το μόνιμο τμήμα λαμβάνει απόφαση σύμφωνη με την πρόταση του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, ο (η) τελευταίος(-α) ενεργεί αναλόγως.

2.   Αν το μόνιμο τμήμα βάσει των εκθέσεων που έχει λάβει σκοπεύει να μη λάβει απόφαση σύμφωνη με την πρόταση του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, προβαίνει το ίδιο, όπου είναι αναγκαίο, σε επανεξέταση της υπόθεσης πριν λάβει την τελική απόφαση ή δώσει περαιτέρω εντολές στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα.

3.   Όπου αρμόζει, η έκθεση του (της) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα περιέχει επίσης επαρκή αιτιολογία για την παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση είτε ενώπιον δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει ο (η) εν λόγω εισαγγελέας είτε, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 4, ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους που έχει δικαιοδοσία για την υπόθεση αυτή.

Άρθρο 36

Άσκηση δίωξης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

1.   Όταν ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας υποβάλλει σχέδιο απόφασης με το οποίο προτείνει την παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση, το μόνιμο τμήμα, ακολουθώντας τις διαδικασίες του άρθρου 35, αποφασίζει επί του σχεδίου αυτού εντός 21 ημερών. Το μόνιμο τμήμα δεν δύναται να αποφασίσει να απορρίψει την υπόθεση εάν το σχέδιο απόφασης προτείνει την παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση.

2.   Αν το μόνιμο τμήμα δεν λάβει απόφαση εντός προθεσμίας 21 ημερών, λογίζεται ότι έχει γίνει αποδεκτή η απόφαση που προτείνει ο (η) ευρωπαίος(-η) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας.

3.   Όταν έχουν δικαιοδοσία επί της υπόθεσης περισσότερα από ένα κράτη μέλη, το μόνιμο τμήμα αποφασίζει κατ’ αρχήν να παραπέμψει την υπόθεση προς άσκηση δίωξης στο κράτος μέλος του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα. Εντούτοις το μόνιμο τμήμα δύναται, λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1, να αποφασίσει να παραπέμψει την υπόθεση προς άσκηση δίωξης σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον υπάρχουν επαρκείς δικαιολογητικοί λόγοι να το πράξει λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 26 παράγραφος 4 και 5, και να δώσει ανάλογες εντολές στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα του εν λόγω κράτους μέλους.

4.   Πριν αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης προς εκδίκαση το αρμόδιο μόνιμο τμήμα δύναται, κατόπιν πρότασης του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, να αποφασίσει τη συνένωση διαφόρων υποθέσεων στις οποίες έχουν διεξαχθεί έρευνες από διαφορετικούς(-ές) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς κατά του ίδιου προσώπου ή των ίδιων προσώπων, με σκοπό την άσκηση δίωξης για τις υποθέσεις αυτές ενώπιον των δικαστηρίων ενός και μόνον κράτους μέλους που έχει κατά το δίκαιό του δικαιοδοσία για καθεμία από τις υποθέσεις αυτές.

5.   Όταν ληφθεί απόφαση σχετικά με το κράτος μέλος στο οποίο θα παραπεμφθεί η υπόθεση προς άσκηση δίωξης, το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο στο εν λόγω κράτος μέλος καθορίζεται βάσει του εθνικού δικαίου.

6.   Όπου απαιτείται για τους σκοπούς της ανάκτησης χρηματικών ποσών και της διοικητικής συνέχειας ή παρακολούθησης της υπόθεσης, η κεντρική υπηρεσία γνωστοποιεί την απόφαση περί άσκησης δίωξης στις αρμόδιες εθνικές αρχές, στους ενδιαφερομένους και στα συναφή θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης.

7.   Όταν, κατόπιν απόφασης του δικαστηρίου, η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποφασίσει αν θα ασκήσει ένδικο μέσο, ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας υποβάλλει στο αρμόδιο μόνιμο τμήμα έκθεση που περιλαμβάνει σχέδιο απόφασης, και αναμένει να λάβει από αυτό εντολές. Αν είναι αδύνατο να αναμείνει τις εν λόγω εντολές εντός της προθεσμίας που ορίζεται από το εθνικό δίκαιο, ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας δικαιούται να ασκήσει ένδικο μέσο χωρίς προηγούμενη εντολή από το μόνιμο τμήμα, και στη συνέχεια υποβάλλει την έκθεση στο μόνιμο τμήμα αμελλητί. Ακολούθως το μόνιμο τμήμα δίνει εντολές στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα να ανακαλέσει ή όχι το ένδικο μέσο. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται όταν κατά τη διάρκεια της δίκης και σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας λαμβάνει θέση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης.

Άρθρο 37

Αποδεικτικά στοιχεία

1.   Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζουν σε δικαστήριο οι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή ο κατηγορούμενος δεν κρίνονται απαράδεκτα απλώς και μόνον διότι τα στοιχεία αυτά έχουν συλλεγεί σε άλλο κράτος μέλος ή σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους.

2.   Δεν θίγεται από τον παρόντα κανονισμό η εξουσία του δικάζοντος δικαστηρίου να εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται από τον κατηγορούμενο ή τους (τις) εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Άρθρο 38

Διάθεση των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων

Όταν σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες βάσει του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22), το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο έχει αποφασίσει με οριστική απόφαση να δημεύσει περιουσιακά στοιχεία συναφή με αξιόποινη πράξη εντός της αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή προερχόμενα από αυτή την αξιόποινη πράξη, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή προϊόντα εγκλήματος διατίθενται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται. Η διάθεση αυτή δεν θίγει το δικαίωμα της Ένωσης ή άλλων θυμάτων να λάβουν αποζημίωση για ζημίες που έχουν υποστεί.

ΤΜΗΜΑ 4

Κανονεσ περι εναλλακτικων αντι τησ διωξησ μετρων

Άρθρο 39

Αρχειοθέτηση της υπόθεσης

1.   Όταν η άσκηση της δίωξης καθίσταται αδύνατη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του (της) επιληφθέντος(-είσας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα, το μόνιμο τμήμα αποφασίζει, βάσει έκθεσης που υποβάλλεται από τον (την) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα που έχει επιληφθεί της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1, να θέσει υπόθεση κατά προσώπου στο αρχείο για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

α)

θάνατος του υπόπτου ή του κατηγορουμένου ή εκκαθάριση ύποπτου ή κατηγορούμενου νομικού προσώπου·

β)

φρενοβλάβεια του υπόπτου ή του κατηγορουμένου·

γ)

στον ύποπτο ή κατηγορούμενο έχει χορηγηθεί αμνηστία·

δ)

ο ύποπτος ή κατηγορούμενος χαίρει ασυλίας, εκτός αν αυτή έχει αρθεί·

ε)

έχει λήξει η προθεσμία άσκησης δίωξης που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο·

στ)

η υπόθεση σχετικά με ύποπτο ή κατηγορούμενο σε σχέση με τις ίδιες πράξεις έχει ήδη περατωθεί οριστικά·

ζ)

δεν υπάρχουν συναφή αποδεικτικά στοιχεία.

2.   Η απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν εμποδίζει τη διεξαγωγή περαιτέρω ερευνών βάσει νέων στοιχείων τα οποία δεν ήταν γνωστά στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης και κατέστησαν γνωστά μετά την απόφαση. Η απόφαση για την εκ νέου διεξαγωγή ερευνών βάσει αυτών των νέων στοιχείων λαμβάνεται από το αρμόδιο μόνιμο τμήμα.

3.   Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3, θέτει την υπόθεση στο αρχείο μόνον έπειτα από διαβούλευση με τις εθνικές αρχές του κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 6. Κατά περίπτωση, το μόνιμο τμήμα παραπέμπει την υπόθεση στις αρμόδιες εθνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφοι 6, 7 και 8.

Το ίδιο ισχύει όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί αρμοδιότητα σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 και όταν η ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης δεν υπερβαίνει τη ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί σε άλλο θύμα.

4.   Όταν μια υπόθεση τίθεται στο αρχείο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία το γνωστοποιεί επίσημα στις αρμόδιες εθνικές αρχές και ενημερώνει συναφώς τα σχετικά θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, όπως επίσης και, όπου αρμόζει σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τους υπόπτους ή κατηγορουμένους και τα θύματα των εγκλημάτων. Οι υποθέσεις που τίθενται στο αρχείο μπορούν επίσης να παραπεμφθούν στην OLAF ή στις αρμόδιες εθνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές για την ανάκτηση χρηματικών ποσών ή για άλλη διοικητική συνέχεια.

ΤΜΗΜΑ 5

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Άρθρο 40

Απλουστευμένες διαδικασίες δίωξης

1.   Αν το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο προβλέπει απλουστευμένη διαδικασία δίωξης αποσκοπούσα στην οριστική περάτωση υπόθεσης βάσει συμφωνίας με τον ύποπτο, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 και το άρθρο 35 παράγραφος 1, να προτείνει στο αρμόδιο μόνιμο τμήμα την εφαρμογή της εν λόγω διαδικασίας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου.

Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί αρμοδιότητα σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 και όταν η ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης δεν υπερβαίνει τη ζημία που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί σε άλλο θύμα, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας διαβουλεύεται με τις εθνικές αρχές δίωξης πριν προτείνει την εφαρμογή απλουστευμένης διαδικασίας δίωξης.

2.   Το μόνιμο τμήμα αποφασίζει κατόπιν πρότασης του (της) επιληφθέντος(-είσας) εντεταλμένου(-ης) ευρωπαίου(-ας) εισαγγελέα λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:

α)

τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης, βάσει ιδίως της ζημίας που προκλήθηκε·

β)

την προθυμία του υπόπτου να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε από την παράνομη συμπεριφορά·

γ)

το ότι η χρήση της διαδικασίας θα είναι σύμφωνη με τους γενικούς στόχους και τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Το συλλογικό όργανο εγκρίνει σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

3.   Αν το μόνιμο τμήμα συμφωνεί με την πρόταση, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας εφαρμόζει την απλουστευμένη διαδικασία δίωξης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου και την καταχωρίζει στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων. Αν η απλουστευμένη διαδικασία δίωξης έχει ολοκληρωθεί μετά την εκπλήρωση των όρων που έχουν συμφωνηθεί με τον ύποπτο, το μόνιμο τμήμα δίνει οδηγίες στον (στην) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα να ενεργήσει για την οριστική περάτωση της υπόθεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ

Άρθρο 41

Εύρος των δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων

1.   Κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σέβεται πλήρως τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη, μεταξύ άλλων το δικαίωμα αμερόληπτου δικαστηρίου και τα δικαιώματα της υπεράσπισης.

2.   Κάθε ύποπτος ή κατηγορούμενος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απολαύει κατ’ ελάχιστο των διαδικαστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών σχετικά με τα δικαιώματα των υπόπτων και των κατηγορουμένων στην ποινική διαδικασία όπως αυτές εφαρμόζονται από το εθνικό δίκαιο, όπως για παράδειγμα:

α)

το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση, κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2010/64/ΕΕ·

β)

το δικαίωμα ενημέρωσης και πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας, κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2012/13/ΕΕ·

γ)

το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο και το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και ενημέρωσής τους σε περίπτωση κράτησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2013/48/ΕΕ·

δ)

το δικαίωμα σιωπής και το δικαίωμα στον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία (ΕΕ) 2016/343·

ε)

το δικαίωμα σε δικαστική αρωγή, κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία (ΕΕ) 2016/1919.

3.   Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο, οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι καθώς και τα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απολαύουν όλων των διαδικαστικών δικαιωμάτων που προβλέπονται για την περίπτωσή τους στο εθνικό δίκαιο που εφαρμόζεται, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να προσκομίζουν αποδείξεις, να ζητούν διορισμό εμπειρογνωμόνων ή διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ακρόαση μαρτύρων, καθώς και να ζητούν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να λαμβάνει τέτοια μέτρα εκ μέρους της υπεράσπισης.

Άρθρο 42

Δικαστικός έλεγχος

1.   Οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων υπόκεινται σε έλεγχο από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο. Το ίδιο ισχύει όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραλείπει να εκδώσει διαδικαστικές πράξεις που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων και τις οποίες έχει νομική υποχρέωση να εκδώσει δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με:

α)

το κύρος των διαδικαστικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εφόσον τέτοιο ζήτημα εγείρεται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου κράτους μέλους και θεμελιώνεται άμεσα επί του ενωσιακού δικαίου·

β)

την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού·

γ)

την ερμηνεία των άρθρων 22 και 25 του παρόντος κανονισμού σε σχέση με οποιαδήποτε σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των αρμόδιων εθνικών αρχών.

3.   Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να θέσει υπόθεση στο αρχείο, στο μέτρο που αμφισβητούνται απευθείας με βάση το δίκαιο της Ένωσης, υπόκεινται σε έλεγχο ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 263 τέταρτο εδάφιο της ΣΛΕΕ.

4.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 268 της ΣΛΕΕ για όλες τις διαφορές σχετικά με την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

5.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 272 της ΣΛΕΕ για όλες τις διαφορές σχετικά με ρήτρες διαιτησίας που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

6.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 270 της ΣΛΕΕ για όλες τις διαφορές σχετικά με θέματα προσωπικού.

7.   Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σχετικά με την παύση του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα ή των ευρωπαίων εισαγγελέων σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5 και το άρθρο 16 παράγραφος 5 αντιστοίχως.

8.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τον δικαστικό έλεγχο από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 263 τέταρτο εδάφιο της ΣΛΕΕ, των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που θίγουν τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων κατά τα οριζόμενα στο κεφάλαιο VIII και των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που δεν αποτελούν διαδικαστικές πράξεις, όπως είναι οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα ή οι αποφάσεις περί παύσης ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, οι οποίες λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, ή οποιεσδήποτε άλλες διοικητικές αποφάσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 43

Πρόσβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε πληροφορίες

1.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς δύνανται να λαμβάνουν κάθε σχετική πληροφορία η οποία βρίσκεται αποθηκευμένη σε εθνικές βάσεις δεδομένων που περιέχουν στοιχεία για ποινικές έρευνες και για την επιβολή του νόμου, καθώς επίσης και σε άλλα συναφή μητρώα δημόσιων αρχών υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν βάσει του εθνικού δικαίου σε αντίστοιχες υποθέσεις.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται επίσης να λαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία εντός του πεδίου της αρμοδιότητάς της η οποία βρίσκεται αποθηκευμένη σε βάσεις δεδομένων και μητρώα των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.

Άρθρο 44

Σύστημα διαχείρισης υποθέσεων

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δημιουργεί σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, του οποίου η τήρηση και η διαχείριση γίνονται σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

2.   Το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων προορίζεται:

α)

να υποστηρίζει τη διαχείριση των ερευνών και διώξεων που διεξάγονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ιδίως με τη διαχείριση των εσωτερικών ροών πληροφόρησης και με τη στήριξη των ερευνών σε διασυνοριακές υποθέσεις·

β)

να διασφαλίζει ασφαλή πρόσβαση της κεντρικής υπηρεσίας και των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων σε πληροφορίες σχετικά με έρευνες και διώξεις·

γ)

να επιτρέπει τη διασταύρωση των πληροφοριών και την άντληση δεδομένων για επιχειρησιακή ανάλυση και στατιστικούς σκοπούς·

δ)

να διευκολύνει την παρακολούθηση ώστε να διασφαλίζεται η σύννομη επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων μπορεί να συνδεθεί με την ασφαλή τηλεπικοινωνιακή σύνδεση που προβλέπεται στο άρθρο 9 της απόφασης 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου (23).

4.   Το σύστημα διαχείρισης περιλαμβάνει:

α)

μητρώο των πληροφοριών που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το άρθρο 24, συμπεριλαμβανομένης κάθε απόφασης που αφορά τις πληροφορίες αυτές·

β)

κατάλογο όλων των δικογραφιών·

γ)

όλες τις πληροφορίες από τις δικογραφίες που έχουν αποθηκευτεί ηλεκτρονικά στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 3.

Το ευρετήριο δεν περιέχει άλλα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εκτός των δεδομένων που απαιτούνται για τον εντοπισμό υποθέσεων ή για τον προσδιορισμό σημείων σύνδεσης μεταξύ των διαφόρων δικογραφιών.

5.   Για την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να δημιουργεί αυτοματοποιημένα αρχεία πλην των δικογραφιών μόνο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Οι λεπτομέρειες σχετικά με αυτά τα άλλα αυτοματοποιημένα αρχεία κοινοποιούνται στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

Άρθρο 45

Δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποφασίσει να κινήσει έρευνα ή να ασκήσει το δικαίωμα ανάληψης της υπόθεσης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ο (η) επιληφθείς(-είσα) εντεταλμένος(-η) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας ανοίγει φάκελο δικογραφίας.

Η δικογραφία περιέχει όλες τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας που αφορούν την έρευνα ή δίωξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Όταν κινηθεί η έρευνα, οι πληροφορίες του μητρώου που αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 4 στοιχείο α) καθίστανται τμήμα της δικογραφίας.

2.   Ο (Η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας χειρίζεται τη δικογραφία σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους του (της).

Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την οργάνωση και τον χειρισμό των δικογραφιών στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως ενιαίας υπηρεσίας. Από τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα δίνεται στους υπόπτους και στους κατηγορουμένους καθώς και στα άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στις διαδικασίες πρόσβαση στη δικογραφία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του (της) εν λόγω εισαγγελέα.

3.   Το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που μπορούν να αποθηκευτούν ηλεκτρονικά προκειμένου να μπορέσει η κεντρική υπηρεσία να ασκήσει τα καθήκοντά της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας διασφαλίζει ότι το περιεχόμενο των πληροφοριών στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων αντανακλά ανά πάσα στιγμή το περιεχόμενο της δικογραφίας, ιδίως ότι επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων διαγράφονται ή διορθώνονται κάθε φορά που τα εν λόγω δεδομένα διαγράφονται ή διορθώνονται στην αντίστοιχη δικογραφία.

Άρθρο 46

Πρόσβαση στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων

Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, οι αναπληρωτές(-ριες) ευρωπαίοι(-ες) γενικοί(-ές) εισαγγελείς, οι λοιποί(-ές) ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς και οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς διαθέτουν άμεση πρόσβαση στο μητρώο και στο ευρετήριο.

Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 12 ο (η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας καθώς και το αρμόδιο μόνιμο τμήμα έχουν άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες που αποθηκεύονται ηλεκτρονικά στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων. Ο (Η) εποπτεύων(-ουσα) ευρωπαίος(-α) εισαγγελέας έχει επίσης άμεση πρόσβαση στη δικογραφία. Το αρμόδιο μόνιμο τμήμα έχει πρόσβαση στη δικογραφία κατόπιν αιτήματός του.

Οι άλλοι(-ες) ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν να ζητούν πρόσβαση στις πληροφορίες που αποθηκεύονται ηλεκτρονικά στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, καθώς και σε κάθε δικογραφία. Ο (Η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας αποφασίζει σχετικά με τη χορήγηση της εν λόγω πρόσβασης σε άλλους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Αν δεν δοθεί πρόσβαση, το ζήτημα μπορεί να παραπεμφθεί στο αρμόδιο μόνιμο τμήμα. Το αρμόδιο μόνιμο τμήμα προβαίνει σε ακρόαση των οικείων ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, στον βαθμό που απαιτείται, και στη συνέχεια αποφασίζει σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και τον παρόντα κανονισμό.

Ο κανονισμός διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιέχει περαιτέρω κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης, καθώς και τη διαδικασία για τον καθορισμό του επιπέδου πρόσβασης στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, των αναπληρωτών(-ριών) ευρωπαίων γενικών εισαγγελέων, των άλλων ευρωπαίων εισαγγελέων, των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων και των μελών του προσωπικού της Εισαγγελίας στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 47

Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)

υποβάλλονται σε σύννομη και δίκαιη επεξεργασία («νομιμότητα και αντικειμενικότητα»)·

β)

συλλέγονται για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία ασύμβατη με τους σκοπούς αυτούς· περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για επιστημονικούς σκοπούς, σκοπούς ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων («περιορισμός του σκοπού»)·

γ)

είναι κατάλληλα, συναφή και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»)·

δ)

είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, επικαιροποιούνται· πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα ώστε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία να διαγράφονται ή να διορθώνονται χωρίς καθυστέρηση («ακρίβεια»)·

ε)

διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα εφόσον θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, υπό τον όρο ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, ιδίως με την εφαρμογή των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων που απαιτεί ο παρών κανονισμός («περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης»)·

στ)

υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων την προστασία τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά, με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων τεχνικών ή οργανωτικών μέτρων («ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα»).

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία») κατά την εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και κατά τη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.

3.   Η επεξεργασία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για οποιονδήποτε σκοπό, προβλεπόμενο στο άρθρο 49, άλλον από εκείνον για τον οποίο συλλέγονται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται στο μέτρο που:

α)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι εξουσιοδοτημένη να επεξεργάζεται τα εν λόγω επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τον σκοπό αυτόν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· και

β)

η επεξεργασία είναι απαραίτητη και ανάλογη προς τον εν λόγω άλλο σκοπό σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης· και

γ)

κατά περίπτωση, η χρήση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν απαγορεύεται από το εφαρμοστέο εθνικό δικονομικό δίκαιο σχετικά με τα ερευνητικά μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 30. Εφαρμοστέο εθνικό δικονομικό δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους όπου αποκτήθηκαν τα δεδομένα.

Άρθρο 48

Διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα

1.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζεται σε όλα τα διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καθορίζει τις προθεσμίες για την αποθήκευση διοικητικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας της που διέπουν την προστασία των δεδομένων.

Άρθρο 49

Επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επεξεργάζεται επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αυτοματοποιημένο τρόπο ή σε μη αυτοματοποιημένα διαρθρωμένα αρχεία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και μόνο για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

διεξαγωγή ποινικών ερευνών και άσκηση διώξεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού· ή

β)

ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· ή

γ)

συνεργασία με τρίτες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Οι κατηγορίες επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι κατηγορίες υποκειμένων των δεδομένων των οποίων τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας στον πίνακα που προβλέπεται στο άρθρο 44 παράγραφος 4 στοιχείο β) από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για κάθε σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου περιέχονται σε παράρτημα σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 115 για την καταχώριση σε κατάλογο των κατηγοριών επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και για την ενημέρωση του εν λόγω καταλόγου ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στην τεχνολογία των πληροφοριών και υπό το πρίσμα της προόδου στην κοινωνία της πληροφορίας.

Όπου απαιτείται για επιτακτικούς λόγους κατεπείγουσας ανάγκης, η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 116 εφαρμόζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί προσωρινά να επεξεργάζεται επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον αυτά τα δεδομένα σχετίζονται με τα καθήκοντά της και τους σκοπούς της παραγράφου 1. Το συλλογικό όργανο, κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα και έπειτα από διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, προσδιορίζει περαιτέρω τις προϋποθέσεις σχετικά με την επεξεργασία των εν λόγω επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα και τη χρήση τους, καθώς και τις προθεσμίες για την αποθήκευση και τη διαγραφή των δεδομένων.

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επεξεργάζεται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί από ποια αρχή προήλθαν τα δεδομένα ή από ποια πηγή ανακτήθηκαν.

6.   Κατά την εφαρμογή των άρθρων 57 έως 62 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ανάλογα με την περίπτωση, ενεργεί σύμφωνα με το εθνικό δικονομικό δίκαιο όσον αφορά την υποχρέωση παροχής πληροφοριών στο υποκείμενο των δεδομένων και τις δυνατότητες να παραλειφθούν, να περιοριστούν ή να καθυστερήσουν οι πληροφορίες αυτές. Κατά περίπτωση, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας διαβουλεύεται με άλλους(-ες) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς που συνδέονται άμεσα με την υπόθεση πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με τα άρθρα 57 έως 62.

Άρθρο 50

Προθεσμίες διατήρησης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επανεξετάζει κατά τακτά διαστήματα την ανάγκη αποθήκευσης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία. Η επανεξέταση αυτή διενεργείται το αργότερο τρία έτη μετά την πρώτη επεξεργασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και επαναλαμβάνεται στη συνέχεια κάθε τρία έτη. Εάν αποθηκεύονται επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ενημερώνεται για το γεγονός αυτό ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων.

2.   Τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν μπορούν να αποθηκεύονται πέραν των πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία απαλλακτική απόφαση για τη συγκεκριμένη υπόθεση κατέστη αμετάκλητη· σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, η προθεσμία παρατείνεται έως ότου εκτελεστεί η κύρωση που έχει επιβληθεί ή έως ότου δεν μπορεί πλέον να εκτελεστεί σύμφωνα με το δίκαιο της καταδικαστικής απόφασης του κράτους μέλους.

3.   Πριν εκπνεύσει μία από τις προθεσμίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επανεξετάζει την ανάγκη για τη συνέχιση της αποθήκευσης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εάν και εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Οι λόγοι για τη συνέχιση της διατήρησης αιτιολογούνται και καταγράφονται. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για την περαιτέρω διατήρηση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αυτά διαγράφονται αυτομάτως.

Άρθρο 51

Διάκριση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, κατά περίπτωση και στον βαθμό του εφικτού, προβλέπει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας διακρίνει σαφώς μεταξύ επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διαφορετικών κατηγοριών υποκειμένων, παραδείγματος χάριν:

α)

προσώπων σε σχέση με τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι διέπραξαν ή πρόκειται να διαπράξουν ποινικό αδίκημα·

β)

προσώπων τα οποία καταδικάστηκαν για ποινικό αδίκημα·

γ)

θυμάτων ποινικού αδικήματος ή προσώπων για τα οποία ορισμένα πραγματικά περιστατικά δημιουργούν την πεποίθηση ότι μπορεί να είναι θύματα ποινικού αδικήματος· και

δ)

άλλων μερών ως προς ποινικό αδίκημα, όπως προσώπων που ενδέχεται να κληθούν να καταθέσουν σε ανακρίσεις σχετικά με ποινικά αδικήματα ή σε επακόλουθη ποινική διαδικασία ή προσώπων που μπορούν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα ή προσώπων επικοινωνίας ή συνεργών των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Άρθρο 52

Διάκριση μεταξύ των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και επαλήθευση της ποιότητας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διακρίνει, στο μέτρο του δυνατού, μεταξύ επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά και επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία βασίζονται σε προσωπικές εκτιμήσεις.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, ελλιπή ή δεν είναι πλέον ενημερωμένα δεν διαβιβάζονται ούτε διατίθενται. Για το σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν στο μέτρο του εφικτού την ποιότητα των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πριν από τη διαβίβαση ή τη διάθεση των δεδομένων αυτών. Στο μέτρο του δυνατού, σε κάθε διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επισυνάπτονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οι αναγκαίες πληροφορίες που επιτρέπουν στον αποδέκτη να αξιολογήσει την ακρίβεια, την πληρότητα, την αξιοπιστία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τον βαθμό επικαιροποίησής τους.

3.   Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι έχουν διαβιβαστεί ανακριβή επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή ότι τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάστηκαν παρανόμως, ο αποδέκτης τους οφείλει να το γνωστοποιήσει πάραυτα. Στην περίπτωση αυτή, τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διορθώνονται, διαγράφονται ή η επεξεργασία τους περιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 61.

Άρθρο 53

Ειδικοί όροι επεξεργασίας

1.   Όταν απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπει ειδικές προϋποθέσεις επεξεργασίας και ενημερώνει τον αποδέκτη των εν λόγω επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τις προϋποθέσεις αυτές και για την απαίτηση συμμόρφωσης προς αυτές.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συμμορφώνεται προς τις ειδικές προϋποθέσεις επεξεργασίας όσον αφορά τις επεξεργασίες που παρέχονται από εθνική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680.

Άρθρο 54

Διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης

1.   Με την επιφύλαξη περαιτέρω περιορισμών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ιδίως του άρθρου 53, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο, θεσμικό ή μη, όργανο ή οργανισμό μόνον εφόσον τα δεδομένα είναι αναγκαία για τη νόμιμη εκτέλεση καθήκοντος που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του άλλου, θεσμικού ή μη, οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης.

2.   Όταν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται κατόπιν αίτησης του άλλου, θεσμικού ή μη, οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, υπεύθυνοι για το σύννομο χαρακτήρα της διαβίβασης είναι τόσο ο υπεύθυνος της επεξεργασίας όσο και ο αποδέκτης.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποχρεούται να ελέγχει την αρμοδιότητα του άλλου, θεσμικού ή μη, οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης και να αξιολογεί προσωρινά την αναγκαιότητα διαβίβασης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εάν ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα της διαβίβασης αυτής, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζητά περαιτέρω διευκρινίσεις από τον αποδέκτη.

Το άλλο, θεσμικό ή μη, όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μεριμνά ώστε η αναγκαιότητα της διαβίβασης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να μπορεί να επαληθεύεται μεταγενέστερα.

3.   Το άλλο, θεσμικό ή μη, όργανο ή οργανισμός της Ένωσης επεξεργάζεται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνον για τους σκοπούς που αιτιολογούν τη διαβίβασή τους.

Άρθρο 55

Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Η επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στην υγεία ή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπεται μόνον όταν είναι απολύτως αναγκαία για τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και μόνον εφόσον συμπληρώνουν άλλα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχει επεξεργασθεί ήδη η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Ο υπεύθυνος προστασίας των δεδομένων ενημερώνεται αμέσως σχετικά με την προσφυγή στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 56

Αυτοματοποιημένη ατομική λήψη αποφάσεων, περιλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ

Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που το αφορούν ή το επηρεάζει σημαντικά με παρόμοιο τρόπο.

Άρθρο 57

Γνωστοποίηση και τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 58. Σε ό,τι αφορά τα άρθρα 56, 59 έως 62 και 75, ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την επεξεργασία των δεδομένων του σε συνοπτική, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση. Οι πληροφορίες παρέχονται με κάθε κατάλληλο μέσο, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικά μέσα. Κατά κανόνα ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να παρέχει τις πληροφορίες στην ίδια μορφή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διευκολύνει τα υποκείμενα των δεδομένων να ασκούν τα δικαιώματά τους που προβλέπονται στα άρθρα 58 έως 62.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει γραπτώς και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με τη συνέχεια που δίνεται στην αίτησή του, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης που υποβλήθηκε από το υποκείμενο των δεδομένων.

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 58 και κάθε γνωστοποίηση και ενέργεια που γίνεται βάσει των άρθρων 56, 59 έως 62 και 75 δεν συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση. Εάν τα αιτήματα του υποκειμένου των δεδομένων είναι προδήλως αβάσιμα ή υπερβολικά, ιδίως λόγω του επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα τους, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί είτε:

α)

να επιβάλει την καταβολή εύλογου τέλους, λαμβάνοντας υπόψη τα διοικητικά έξοδα για την παροχή των πληροφοριών ή για τη γνωστοποίηση ή την εκτέλεση της ζητούμενης ενέργειας· ή

β)

να αρνηθεί να δώσει συνέχεια στην αίτηση.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φέρει το βάρος της απόδειξης του προδήλως αβάσιμου ή του υπερβολικού χαρακτήρα του αιτήματος.

5.   Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την ταυτότητα του φυσικού προσώπου που υποβάλλει το αίτημα του άρθρου 59 ή του άρθρου 61, δύναται να ζητήσει την παροχή πρόσθετων πληροφοριών αναγκαίων για την επιβεβαίωση της ταυτότητας του υποκειμένου των δεδομένων.

Άρθρο 58

Ενημέρωση που διατίθεται ή παρέχεται στο υποκείμενο των δεδομένων

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

β)

τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων·

γ)

τους σκοπούς της επεξεργασίας για την οποία προορίζονται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

δ)

το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και τα στοιχεία επικοινωνίας της εν λόγω αρχής·

ε)

την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για πρόσβαση στα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και διόρθωση ή διαγραφή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιορισμό της επεξεργασίας των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το εν λόγω πρόσωπο.

2.   Πέραν των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις τις ακόλουθες συμπληρωματικές πληροφορίες προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση των δικαιωμάτων του:

α)

τη νομική βάση της επεξεργασίας·

β)

το χρονικό διάστημα αποθήκευσης των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή, όταν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω διάστημα·

γ)

όπου συντρέχει περίπτωση, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς·

δ)

εφόσον κρίνεται σκόπιμο, συμπληρωματικές πληροφορίες, ιδιαίτερα όταν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται εν αγνοία του υποκειμένου των δεδομένων.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να καθυστερεί, να περιορίζει ή να παραλείπει την παροχή πληροφοριών στο υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 εφόσον και στον βαθμό που ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο και αναλογικό σε μια δημοκρατική κοινωνία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου, με σκοπό:

α)

την αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή νομικών ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών·

β)

την αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, της ανίχνευσης, της διερεύνησης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων·

γ)

την προστασία της δημόσιας ασφάλειας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ)

την προστασία της εθνικής ασφάλειας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ε)

την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.

Άρθρο 59

Δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων

Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να λαμβάνει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επιβεβαίωση για το κατά πόσον τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν υφίστανται επεξεργασία ή όχι και, εάν αυτό συμβαίνει, να του επιτρέπεται η πρόσβαση στα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και στις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τους σκοπούς και τη νομική βάση της επεξεργασίας·

β)

τις σχετικές κατηγορίες επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ)

τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους γνωστοποιήθηκαν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως τους αποδέκτες σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς·

δ)

εάν είναι δυνατόν, το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το οποίο θα αποθηκευτούν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή, εάν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω διάστημα·

ε)

την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη διόρθωση ή τη διαγραφή επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή τον περιορισμό της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων·

στ)

το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και τα στοιχεία επικοινωνίας της εν λόγω αρχής·

ζ)

τη γνωστοποίηση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία και κάθε διαθέσιμης πληροφορίας για την προέλευσή τους.

Άρθρο 60

Περιορισμοί του δικαιώματος πρόσβασης

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να περιορίζει εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που ένας τέτοιος μερικός ή πλήρης περιορισμός συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου, με σκοπό:

α)

την αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή νομικών ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών·

β)

την αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, της ανίχνευσης, της διερεύνησης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων·

γ)

την προστασία της δημόσιας ασφάλειας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ)

την προστασία της εθνικής ασφάλειας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ε)

την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.

2.   Εάν η παροχή αυτών των πληροφοριών θα μπορούσε να υπονομεύσει τον σκοπό της παραγράφου 1, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οφείλει να ενημερώσει το ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων ότι διενήργησε τους ελέγχους, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία θα μπορούσε να αποκαλύψει στον ενδιαφερόμενο κατά πόσον τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν υποβάλλονται ή όχι σε επεξεργασία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ή άσκησης δικαστικής προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τεκμηριώνει τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται η απόφαση. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν σχετικής αιτήσεως.

Άρθρο 61

Δικαίωμα διόρθωσης ή διαγραφής επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιορισμού ως προς την επεξεργασία

1.   Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τη διόρθωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ανακριβών επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της επεξεργασίας, το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη συμπλήρωση ελλιπών επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων προσκομίζοντας συμπληρωματική δήλωση.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαγράφει τα επιχειρησιακά προσωπικά δεδομένα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να εξασφαλίσει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τη διαγραφή των επιχειρησιακών προσωπικών δεδομένων που το αφορούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση εφόσον η επεξεργασία παραβιάζει τα άρθρα 47, 49 ή 55 ή εφόσον τα δεδομένα πρέπει να διαγραφούν σύμφωνα με έννομη υποχρέωση στην οποία υπόκειται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

3.   Αντί της διαγραφής η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περιορίζει την επεξεργασία εάν:

α)

η ακρίβεια των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αμφισβητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, και δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτά είναι ακριβή ή ανακριβή· ή

β)

επιβάλλεται να διατηρηθούν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς απόδειξης.

Εάν η επεξεργασία περιορίζεται βάσει του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων πριν αρθεί ο περιορισμός της επεξεργασίας.

4.   Εάν η επεξεργασία περιορίστηκε βάσει της παραγράφου 3, τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία, με εξαίρεση την περίπτωση της αποθήκευσης, μόνο για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου το οποίο είναι διάδικος στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο β).

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει γραπτώς το υποκείμενο των δεδομένων για κάθε άρνηση διόρθωσης ή διαγραφής επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή περιορισμού της επεξεργασίας, καθώς και για τους λόγους της άρνησης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να περιορίζει εν όλω ή εν μέρει την υποχρέωση να παρέχει την εν λόγω ενημέρωση στον βαθμό και για το χρονικό διάστημα που ο εν λόγω περιορισμός συνιστά αναγκαίο και αναλογικό μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου, με στόχο:

α)

την αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή νομικών ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών·

β)

την αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, της ανίχνευσης, της διερεύνησης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων·

γ)

την προστασία της δημόσιας ασφάλειας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

δ)

την προστασία της εθνικής ασφάλειας των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ε)

την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ή άσκησης δικαστικής προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

6.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γνωστοποιεί τη διόρθωση ανακριβών επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην αρμόδια αρχή από την οποία προέρχονται τα ανακριβή επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

7.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ειδοποιεί τους αποδέκτες στις περιπτώσεις που τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διορθώθηκαν ή διαγράφηκαν ή περιορίστηκε η επεξεργασία τους σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 και τους ενημερώνει ότι οφείλουν να διορθώσουν ή να διαγράψουν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή να περιορίσουν την επεξεργασία των υπ’ ευθύνη τους επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 62

Άσκηση δικαιωμάτων από το υποκείμενο των δεδομένων και επαλήθευση από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 58 παράγραφος 3, στο άρθρο 60 παράγραφος 2 και στο άρθρο 61 παράγραφος 5 τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων μπορούν επίσης να ασκούνται μέσω του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματά του μέσω του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Όταν ασκείται το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων τουλάχιστον ότι διενεργήθηκαν όλες οι αναγκαίες επαληθεύσεις ή επανεξέταση. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενημερώνει επίσης το υποκείμενο των δεδομένων για το δικαίωμά του να ασκήσει δικαστική προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

Άρθρο 63

Υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους διαφορετικής πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει και να μπορεί να αποδεικνύει ότι η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα εν λόγω μέτρα επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται εφόσον κρίνεται αναγκαίο.

2.   Όταν δικαιολογείται σε σχέση με τις δραστηριότητες επεξεργασίας, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών για την προστασία των δεδομένων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Άρθρο 64

Από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας

1.   Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μαζί με έναν ή περισσότερους υπευθύνους επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, αποτελούν από κοινού υπευθύνους επεξεργασίας. Καθορίζουν με διαφανή τρόπο τις αντίστοιχες ευθύνες τους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους όσον αφορά την προστασία των δεδομένων, ιδίως όσον αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων και τα αντίστοιχα καθήκοντά τους προς παροχή των πληροφοριών, μέσω συμφωνίας μεταξύ τους, εκτός εάν και καθόσον οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των υπευθύνων επεξεργασίας καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο υπόκεινται οι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Στη συμφωνία μπορεί να ορίζεται ένα σημείο επικοινωνίας για τα υποκείμενα των δεδομένων.

2.   Η συμφωνία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αντανακλά δεόντως τους αντίστοιχους ρόλους και τις σχέσεις των από κοινού υπευθύνων επεξεργασίας έναντι των υποκειμένων των δεδομένων. Η ουσία της συμφωνίας τίθεται στη διάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.

3.   Ανεξάρτητα από τους όρους της συμφωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του δυνάμει του παρόντος κανονισμού έναντι και κατά καθενός από τους υπευθύνους επεξεργασίας.

Άρθρο 65

Εκτελών την επεξεργασία

1.   Όταν η επεξεργασία πρόκειται να διενεργηθεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χρησιμοποιεί μόνον εκτελούντες την επεξεργασία που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων κατά τρόπο ώστε η επεξεργασία να πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων.

2.   Ο εκτελών την επεξεργασία δεν προσλαμβάνει άλλον εκτελούντα την επεξεργασία χωρίς προηγούμενη ειδική ή γενική γραπτή άδεια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σε περίπτωση γενικής γραπτής άδειας, ο εκτελών την επεξεργασία ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τυχόν σκοπούμενες αλλαγές που αφορούν την προσθήκη ή την αντικατάσταση άλλων εκτελούντων την επεξεργασία, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα στον υπεύθυνο της επεξεργασίας να αντιταχθεί σε αυτές τις αλλαγές.

3.   Η επεξεργασία από τον εκτελούντα την επεξεργασία διέπεται από σύμβαση ή άλλη νομική πράξη υπαγόμενη στο δίκαιο της Ένωσης ή στο δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεσμεύει τον εκτελούντα την επεξεργασία σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και καθορίζει το αντικείμενο και τη διάρκεια της επεξεργασίας, τη φύση και τον σκοπό της επεξεργασίας, το είδος των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τις κατηγορίες των υποκειμένων των δεδομένων και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η εν λόγω σύμβαση ή άλλη νομική πράξη προβλέπει ειδικότερα ότι ο εκτελών την επεξεργασία:

α)

ενεργεί μόνον κατ’ εντολή του υπευθύνου επεξεργασίας·

β)

διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν αναλάβει δέσμευση τήρησης εμπιστευτικότητας ή τελούν υπό τη δέουσα καταστατική υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας·

γ)

επικουρεί τον υπεύθυνο επεξεργασίας με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις περί των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων·

δ)

κατ’ επιλογή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, διαγράφει ή επιστρέφει όλα τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μετά το πέρας της παροχής υπηρεσιών επεξεργασίας και διαγράφει τα υφιστάμενα αντίγραφα, εκτός εάν το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαιτεί την αποθήκευση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

ε)

θέτει στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κάθε απαραίτητη πληροφορία προς απόδειξη της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο παρόν άρθρο·

στ)

τηρεί τους όρους που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 για την πρόσληψη άλλου εκτελούντος την επεξεργασία.

4.   Η σύμβαση ή η άλλη νομική πράξη που προβλέπεται στην παράγραφο 3 συντάσσεται γραπτώς, μεταξύ άλλων και σε ηλεκτρονική μορφή.

5.   Εάν κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού ο εκτελών την επεξεργασία καθορίσει τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, ο εκτελών την επεξεργασία θεωρείται υπεύθυνος επεξεργασίας για τη συγκεκριμένη επεξεργασία.

Άρθρο 66

Επεξεργασία υπό την εποπτεία του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία

Ο εκτελών την επεξεργασία και κάθε πρόσωπο που ενεργεί υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία το οποίο έχει πρόσβαση σε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα επεξεργάζεται τα εν λόγω δεδομένα μόνον κατ’ εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 67

Προστασία των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθέσιμη τεχνολογία και το κόστος εφαρμογής και τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας καθώς και την πιθανότητα επέλευσης και τη σοβαρότητα του κινδύνου που θέτει η επεξεργασία για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, εφαρμόζει τόσο κατά τον καθορισμό των μέσων επεξεργασίας όσο και κατά την ίδια την επεξεργασία κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, όπως η ψευδωνυμοποίηση, τα οποία είναι σχεδιασμένα για να εφαρμόζουν με αποτελεσματικό τρόπο αρχές προστασίας των δεδομένων, όπως είναι η ελαχιστοποίηση των δεδομένων, και για να ενσωματώνονται οι απαραίτητες εγγυήσεις κατά την επεξεργασία, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και να προστατεύονται τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εφαρμόζει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που εξασφαλίζουν ότι εξ ορισμού υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνον τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι κατάλληλα, συναφή προς το θέμα και όχι υπερβολικά σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας. Αυτή η υποχρέωση ισχύει για την ποσότητα των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται, την έκταση της επεξεργασίας τους, την περίοδο αποθήκευσης και την προσβασιμότητά τους. Ειδικότερα, τα εν λόγω μέτρα διασφαλίζουν ότι εξ ορισμού τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν καθίστανται προσβάσιμα σε αόριστο αριθμό φυσικών προσώπων χωρίς την παρέμβαση του ενδιαφερόμενου ατόμου.

Άρθρο 68

Αρχεία των κατηγοριών των δραστηριοτήτων επεξεργασίας

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διατηρεί αρχείο όλων των κατηγοριών των δραστηριοτήτων επεξεργασίας που εκτελούνται υπ’ ευθύνη της. Το εν λόγω αρχείο περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα στοιχεία επικοινωνίας της και το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων·

β)

τους σκοπούς της επεξεργασίας·

γ)

περιγραφή των κατηγοριών υποκειμένων των επιχειρησιακών δεδομένων και των κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)

τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους πρόκειται να γνωστοποιηθούν ή γνωστοποιήθηκαν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένων των αποδεκτών σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς·

ε)

κατά περίπτωση, τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου προσδιορισμού της εν λόγω τρίτης χώρας ή του διεθνούς οργανισμού·

στ)

εφόσον είναι δυνατόν, τις προβλεπόμενες προθεσμίες διαγραφής των διάφορων κατηγοριών δεδομένων·

ζ)

εφόσον είναι δυνατόν, γενική περιγραφή των τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας που προβλέπονται στο άρθρο 73.

2.   Τα αρχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 1 καταρτίζονται γραπτώς, μεταξύ άλλων σε ηλεκτρονική μορφή.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θέτει το αρχείο στη διάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν αιτήσεως.

Άρθρο 69

Καταχωρίσεις που αφορούν την αυτοματοποιημένη επεξεργασία

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τηρεί καταχωρίσεις για καθεμία από τις εξής πράξεις επεξεργασίας σε συστήματα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας: πράξη συλλογής, μεταβολής, αναζήτησης, γνωστοποίησης περιλαμβανομένων των διαβιβάσεων, συνδυασμού και διαγραφής επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που χρησιμοποιούνται για επιχειρησιακούς σκοπούς. Οι καταχωρίσεις της αναζήτησης πληροφοριών και της γνωστοποίησης επιτρέπουν τον προσδιορισμό της αιτιολόγησης, της ημερομηνίας και της ώρας των εν λόγω πράξεων, της ταυτότητας του προσώπου που αναζήτησε πληροφορίες ή γνωστοποίησε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στον βαθμό του εφικτού της ταυτότητας των αποδεκτών των εν λόγω επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Οι καταχωρίσεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την επαλήθευση της νομιμότητας της επεξεργασίας, την αυτοπαρακολούθηση, τη διασφάλιση της ακεραιότητας και της ασφάλειας των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Καταχωρίσεις αυτού του είδους διαγράφονται έπειτα από τρία έτη, εκτός εάν είναι αναγκαίες για διεξαγόμενο έλεγχο.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θέτει το αρχείο στη διάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν αιτήσεως.

Άρθρο 70

Συνεργασία με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνεργάζεται, κατόπιν αιτήσεως, με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.

Άρθρο 71

Εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την προστασία δεδομένων

1.   Όταν ένα είδος επεξεργασίας, ιδίως με χρήση νέων τεχνολογιών και λαμβανομένων υπόψη της φύσης, του πεδίου εφαρμογής, του πλαισίου και των σκοπών της επεξεργασίας, είναι πιθανόν να προκαλέσει μεγάλο κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πριν από την επεξεργασία προβαίνει σε εκτίμηση επιπτώσεων των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας στην προστασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η εκτίμηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 περιέχει τουλάχιστον γενική περιγραφή των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας, εκτίμηση των κινδύνων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, τα μέτρα που προβλέπονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, εγγυήσεις, μέτρα και μηχανισμούς ασφαλείας ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων των υποκειμένων των δεδομένων και άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων.

Άρθρο 72

Προηγούμενη διαβούλευση με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβουλεύεται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων πριν από την επεξεργασία που θα περιληφθεί σε νέο σύστημα αρχειοθέτησης που πρόκειται να δημιουργηθεί εφόσον:

α)

από την εκτίμηση των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 71 προκύπτει ότι η επεξεργασία θα προκαλέσει μεγάλο κίνδυνο εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν λάβει μέτρα για τον μετριασμό του κινδύνου· ή

β)

το είδος επεξεργασίας, ιδίως με χρήση νέων τεχνολογιών, μηχανισμών ή διαδικασιών, θέτει σε μεγάλο κίνδυνο τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων.

2.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων μπορεί να καταρτίζει κατάλογο των πράξεων επεξεργασίας οι οποίες υπόκεινται σε προηγούμενη διαβούλευση δυνάμει της παραγράφου 1.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβιβάζει στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων την εκτίμηση των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων η οποία προβλέπεται στο άρθρο 71 και, κατόπιν αιτήσεως, οποιαδήποτε άλλη πληροφορία επιτρέπει στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων να αξιολογήσει τη συμμόρφωση της επεξεργασίας και ιδίως τους κινδύνους για την προστασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου των δεδομένων και τις σχετικές εγγυήσεις.

4.   Εφόσον ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων είναι της γνώμης ότι η σχεδιαζόμενη επεξεργασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θα μπορούσε να αντιβαίνει προς τον παρόντα κανονισμό, ιδίως εφόσον η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προσδιορίζει ή μετριάζει ανεπαρκώς τον κίνδυνο, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων διαβιβάζει, εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από την παραλαβή της αίτησης για διαβούλευση, γραπτές εισηγήσεις στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με τις εξουσίες του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 85. Η συγκεκριμένη προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά έναν μήνα λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει τη σχεδιαζόμενη επεξεργασία. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την ενδεχόμενη παράταση εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αίτησης για διαβούλευση καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης.

Άρθρο 73

Ασφάλεια της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της τεχνολογίας, το κόστος εφαρμογής και τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας καθώς και τον κίνδυνο ποικίλης πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ώστε να διασφαλίζεται επίπεδο ασφάλειας κατάλληλο για τον κίνδυνο, ιδίως όσον αφορά την επεξεργασία των ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 55.

2.   Σε σχέση με την αυτοματοποιημένη επεξεργασία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εφαρμόζει, κατόπιν αξιολόγησης των κινδύνων, μέτρα με σκοπό:

α)

την απαγόρευση της πρόσβασης μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία (έλεγχος πρόσβασης σε εξοπλισμό)·

β)

την αποφυγή της μη επιτρεπόμενης ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή αφαίρεσης υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος υποθεμάτων δεδομένων)·

γ)

την αποφυγή της μη επιτρεπόμενης εισαγωγής δεδομένων και της μη επιτρεπόμενης επιθεώρησης, τροποποίησης ή διαγραφής αποθηκευμένων επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος αποθήκευσης)·

δ)

την αποφυγή της χρήσης συστημάτων αυτοματοποιημένης επεξεργασίας από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα που χρησιμοποιούν εξοπλισμό επικοινωνίας δεδομένων (έλεγχος χρηστών)·

ε)

την εξασφάλιση ότι πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να χρησιμοποιούν ένα σύστημα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας έχουν πρόσβαση μόνον σε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που καλύπτει η εξουσιοδότηση πρόσβασής τους (έλεγχος πρόσβασης στα δεδομένα)·

στ)

την εξασφάλιση ότι είναι δυνατόν να εξακριβωθεί και να αποδειχτεί σε ποιους φορείς διαβιβάστηκαν ή διατέθηκαν ή ενδέχεται να διαβιβαστούν ή να διατεθούν επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τη χρήση εξοπλισμού επικοινωνίας δεδομένων (έλεγχος επικοινωνίας)·

ζ)

την εξασφάλιση ότι είναι συνεπώς δυνατόν να εξακριβωθεί και να αποδειχτεί ποια επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εισήχθησαν σε συστήματα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, καθώς και πότε και από ποιον εισήχθησαν τα δεδομένα (έλεγχος εισαγωγής)·

η)

την αποφυγή μη επιτρεπόμενης ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή διαγραφής επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τις διαβιβάσεις επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος μεταφοράς)·

θ)

την εξασφάλιση ότι τα εγκαταστημένα συστήματα μπορούν να αποκατασταθούν σε περίπτωση διακοπής της λειτουργίας τους (αποκατάσταση)·

ι)

την εξασφάλιση ότι οι λειτουργίες του συστήματος εκτελούνται, ότι η εμφάνιση σφαλμάτων στις λειτουργίες αναφέρεται (αξιοπιστία) και ότι τα αποθηκευμένα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν μπορούν να αλλοιωθούν λόγω δυσλειτουργίας του συστήματος (ακεραιότητα).

Άρθρο 74

Γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γνωστοποιεί αμελλητί και, αν είναι δυνατόν, εντός 72 ωρών από τη στιγμή που αποκτά γνώση του γεγονότος την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, εκτός εάν η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι πιθανόν να αποτελέσει κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων. Σε περίπτωση που η γνωστοποίηση στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων δεν γίνει εντός 72 ωρών, συνοδεύεται από αιτιολόγηση για την καθυστέρηση.

2.   Η γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρέπει κατ’ ελάχιστο:

α)

να περιγράφει τη φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι δυνατόν, των κατηγοριών και του κατά προσέγγιση αριθμού των ενδιαφερόμενων υποκειμένων των δεδομένων, καθώς και των κατηγοριών και του κατά προσέγγιση αριθμού των συγκεκριμένων αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

β)

να γνωστοποιεί το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων·

γ)

να περιγράφει τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)

να περιγράφει τα ληφθέντα ή τα προτεινόμενα προς λήψη μέτρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την αντιμετώπιση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και, όπου ενδείκνυται, μέτρα για την άμβλυνση ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της.

3.   Εάν και εφόσον δεν είναι δυνατόν να παρασχεθούν οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ταυτόχρονα, μπορούν να παρέχονται σταδιακά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τεκμηριώνει κάθε παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στην παράγραφο 1, αναφέροντας τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την παραβίαση, τις συνέπειές της και τα ληφθέντα μέτρα επανόρθωσης. Η εν λόγω τεκμηρίωση επιτρέπει στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων να επαληθεύει τη συμμόρφωση προς το παρόν άρθρο.

5.   Εφόσον η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αφορά δεδομένα που διαβιβάστηκαν από ή σε άλλον υπεύθυνο επεξεργασίας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβιβάζει τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 3 σε αυτόν τον υπεύθυνο επεξεργασίας χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Άρθρο 75

Γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων

1.   Σε περίπτωση που η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενδέχεται να θέσει σε υψηλό κίνδυνο τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γνωστοποιεί αμελλητί την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων.

2.   Η γνωστοποίηση στο υποκείμενο των δεδομένων η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου περιγράφει με σαφήνεια και απλότητα τη φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες και τις συστάσεις του άρθρου 74 παράγραφος 2 στοιχεία β), γ) και δ).

3.   Η γνωστοποίηση στο υποκείμενο των δεδομένων η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν απαιτείται εάν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εφήρμοσε κατάλληλα τεχνολογικά και οργανωτικά μέτρα προστασίας και τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που θίγονται από την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ειδικότερα δε εκείνα που καθιστούν αδύνατη την κατανόηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από πρόσωπα που δεν έχουν εξουσιοδότηση για πρόσβαση σε αυτά, όπως είναι τα κρυπτογραφημένα δεδομένα·

β)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έλαβε στη συνέχεια μέτρα που διασφαλίζουν ότι δεν είναι πλέον πιθανό να προκύψει ο αναφερόμενος στην παράγραφο 1 υψηλός κίνδυνος για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)

εάν απαιτούνται δυσανάλογες προσπάθειες. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνεται δημόσια γνωστοποίηση ή να εφαρμόζεται παρόμοιο μέτρο ώστε τα υποκείμενα των δεδομένων να ενημερώνονται με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο.

4.   Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν έχει ακόμη γνωστοποιήσει την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων μπορεί, έχοντας εξετάσει την πιθανότητα επέλευσης υψηλού κινδύνου λόγω της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να της ζητήσει να το πράξει ή μπορεί να αποφασίσει ότι πληρούται οποιαδήποτε προϋπόθεση της παραγράφου 3.

5.   Η γνωστοποίηση στο υποκείμενο των δεδομένων που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να καθυστερήσει, να περιοριστεί ή να παραλειφθεί υπό τους όρους και για τους λόγους του άρθρου 60 παράγραφος 3.

Άρθρο 76

Εξουσιοδοτημένη πρόσβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα

Πρόσβαση σε επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχουν μόνον ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας, οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς και τα εξουσιοδοτημένα μέλη του προσωπικού τους τα οποία τους επικουρούν, για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων τους και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 77

Διορισμός του υπευθύνου προστασίας δεδομένων

1.   Το συλλογικό όργανο διορίζει έναν υπεύθυνο προστασίας δεδομένων βάσει πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων είναι μέλος του προσωπικού που διορίζεται ειδικά για τον σκοπό αυτό. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενεργεί ανεξάρτητα και δεν δύναται να λαμβάνει εντολές.

2.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων επιλέγεται βάσει των επαγγελματικών του προσόντων, και ιδίως βάσει της εμπειρογνωσίας που διαθέτει στον τομέα του δικαίου και της πρακτικής στον τομέα της προστασίας δεδομένων, και της ικανότητας να εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως αυτά του άρθρου 79.

3.   Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων δεν πρέπει να μπορεί να οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της ιδιότητάς του ως υπευθύνου και άλλων επίσημων καθηκόντων που μπορεί ενδεχομένως να ασκεί, ιδίως στα πλαίσια της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

4.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διορίζεται για θητεία τεσσάρων ετών και η θητεία του μπορεί να ανανεωθεί μέχρι συνολικά οκτώ έτη κατ’ ανώτατο. Ο υπεύθυνος είναι δυνατόν να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του ως υπευθύνου προστασίας δεδομένων από το συλλογικό όργανο μόνο με τη συγκατάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, εφόσον έχει παύσει πλέον να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δημοσιεύει τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και τα γνωστοποιεί στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

Άρθρο 78

Θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξασφαλίζει ότι ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων συμμετέχει δεόντως και εγκαίρως σε όλα τα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στηρίζει τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων κατά την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στο άρθρο 79, παρέχοντάς του τους αναγκαίους πόρους προς εκτέλεση των καθηκόντων αυτών και επιτρέποντάς του την πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε πράξεις επεξεργασίας, καθώς και για τη διατήρηση της εμπειρογνωσίας του.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξασφαλίζει ότι ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων δεν λαμβάνει εντολές για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων. Ο υπεύθυνος δεν απολύεται ούτε υφίσταται κυρώσεις από το συλλογικό όργανο επειδή επιτέλεσε τα καθήκοντά του. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων λογοδοτεί απευθείας στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα.

4.   Τα υποκείμενα των δεδομένων μπορούν να επικοινωνούν με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων για κάθε ζήτημα σχετικό με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν και με την άσκηση των δικαιωμάτων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

5.   Το συλλογικό όργανο θεσπίζει κανόνες εφαρμογής σχετικά με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής αφορούν ιδίως τη διαδικασία επιλογής για τη θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και την καθαίρεσή του, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων.

6.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει στον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων το προσωπικό και τους πόρους που του είναι απαραίτητοι για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

7.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων και το προσωπικό του υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το άρθρο 108.

Άρθρο 79

Καθήκοντα του υπευθύνου προστασίας δεδομένων

1.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων έχει ειδικότερα τα ακόλουθα καθήκοντα όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

α)

εξασφαλίζει υπό καθεστώς ανεξαρτησίας τη συμμόρφωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων του παρόντος κανονισμού, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και με τις συναφείς διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· σε αυτό περιλαμβάνεται ο έλεγχος της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, με άλλες διατάξεις της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου σχετικά με την προστασία δεδομένων και με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε σχέση με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων της ανάθεσης αρμοδιοτήτων, της ευαισθητοποίησης και της κατάρτισης των υπαλλήλων που συμμετέχουν στις πράξεις επεξεργασίας και των συναφών ελέγχων·

β)

ενημερώνει και συμβουλεύει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τους υπαλλήλους που εκτελούν την επεξεργασία για τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό και από άλλες διατάξεις της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου σχετικά με την προστασία δεδομένων·

γ)

παρέχει συμβουλές, όταν ζητείται, όσον αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων και παρακολουθεί την υλοποίησή της σύμφωνα με το άρθρο 71·

δ)

εξασφαλίζει ότι τηρείται αρχείο για τη διαβίβαση και την παραλαβή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

ε)

συνεργάζεται με το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες, την εκπαίδευση και την παροχή συμβουλών σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων·

στ)

συνεργάζεται με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων·

ζ)

φροντίζει ώστε τα υποκείμενα των δεδομένων να ενημερώνονται όσον αφορά τα δικαιώματά τους που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό·

η)

ενεργεί ως σημείο επικοινωνίας για τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για ζητήματα συναφή με την επεξεργασία, περιλαμβανομένης της προηγούμενης διαβούλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 72, και πραγματοποιεί διαβουλεύσεις, ανάλογα με την περίπτωση, για οποιοδήποτε άλλο θέμα·

θ)

καταρτίζει ετήσια έκθεση και την υποβάλλει στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

2.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 όσον αφορά τα διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων και τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που επικουρούν τον υπεύθυνο προστασίας των δεδομένων στην εκτέλεση των καθηκόντων του έχουν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στους χώρους της στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

4.   Εάν ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θεωρεί ότι έχουν παραβιαστεί οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 σχετικά με την επεξεργασία διοικητικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει σχετικά τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα ζητώντας του (της) την επίλυση του ζητήματος της παραβίασης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Αν ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας των δεδομένων παραπέμπει το ζήτημα στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

Άρθρο 80

Γενικές αρχές που διέπουν τις διαβιβάσεις επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό με την επιφύλαξη τήρησης των άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ιδίως του άρθρου 53, μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 80 έως 83, ειδικότερα:

α)

η διαβίβαση είναι απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

β)

τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται σε υπεύθυνο επεξεργασίας σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό ο οποίος αποτελεί αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του άρθρου 104·

γ)

εάν τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έπρεπε να διαβιβαστούν βάσει του παρόντος άρθρου διαβιβάστηκαν ή διατέθηκαν από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η τελευταία πρέπει να έχει λάβει την εκ των προτέρων έγκριση της διαβίβασης από την οικεία αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, εκτός εάν το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατύπωσε τη χορηγηθείσα αυτήν έγκριση για την εν λόγω διαβίβαση με γενικούς όρους ή την εξάρτησε από ειδικές προϋποθέσεις·

δ)

η Επιτροπή έχει αποφασίσει βάσει του άρθρου 81 ότι η εν λόγω τρίτη χώρα ή ο διεθνής οργανισμός διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας ή, αν δεν υπάρχει τέτοια απόφαση περί επάρκειας, εφόσον έχουν παρασχεθεί ή υπάρχουν κατάλληλες εγγυήσεις βάσει του άρθρου 82 ή, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ούτε απόφαση περί επάρκειας ούτε τέτοιες κατάλληλες εγγυήσεις, ισχύουν παρεκκλίσεις για ειδικές καταστάσεις βάσει του άρθρου 83· και

ε)

σε περίπτωση περαιτέρω διαβίβασης σε άλλη τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό από τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλεί την τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό να ζητήσει την εκ των προτέρων έγκρισή της για αυτήν την περαιτέρω διαβίβαση, την οποία έγκριση η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να χορηγήσει μόνον αφού λάβει δεόντως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων τη βαρύτητα του ποινικού αδικήματος, τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν αρχικά τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και το επίπεδο προστασίας των δεδομένων στην τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό στον οποίο διαβιβάζονται περαιτέρω τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να διαβιβάσει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς προηγούμενη έγκριση κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ) μόνον εφόσον η διαβίβαση των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία προς αποτροπή άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας ή για τα ουσιώδη συμφέροντα κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η προηγούμενη έγκριση δεν μπορεί να ληφθεί εγκαίρως. Η αρχή που είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση της εκ των προτέρων έγκρισης ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση.

3.   Απαγορεύεται η διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που παραλήφθηκαν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από όργανο της Ένωσης, θεσμικό ή μη. Η απαγόρευση δεν ισχύει σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενέκρινε αυτή τη διαβίβαση έχοντας λάβει δεόντως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων τη βαρύτητα του ποινικού αδικήματος, τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν αρχικά τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και το επίπεδο προστασίας των δεδομένων στην τρίτη χώρα ή τον διεθνή οργανισμό στον οποίο διαβιβάζονται τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει υποχρέωση για εκ των προτέρων έγκριση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στις υποθέσεις που παραπέμπονται στις αρμόδιες εθνικές αρχές βάσει του άρθρου 34.

4.   Τα άρθρα 80 έως 83 εφαρμόζονται με σκοπό να διασφαλίζεται ότι δεν υπονομεύεται το επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων που εγγυώνται ο παρών κανονισμός και το δίκαιο της Ένωσης.

Άρθρο 81

Διαβιβάσεις με απόφαση περί επάρκειας

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό εφόσον η Επιτροπή αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 ότι εξασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας από την τρίτη χώρα, από εδαφική περιοχή ή από έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους τομείς στην εν λόγω τρίτη χώρα ή από τον εν λόγω διεθνή οργανισμό.

Άρθρο 82

Διαβιβάσεις που υπόκεινται σε κατάλληλες εγγυήσεις

1.   Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό εφόσον:

α)

παρέχονται κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε νομικά δεσμευτική πράξη· ή

β)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αξιολόγησε όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν κατάλληλες εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σχετικά με τις κατηγορίες διαβιβάσεων που προβλέπονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.   Όταν η διαβίβαση βασίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, η εν λόγω διαβίβαση τεκμηριώνεται και η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν αιτήματος, περιλαμβάνει δε την ημερομηνία και ώρα της διαβίβασης και πληροφορίες σχετικά με την αποδέκτρια αρμόδια αρχή, με την αιτιολόγηση της διαβίβασης και με τα διαβιβαζόμενα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 83

Παρεκκλίσεις για ειδικές καταστάσεις

1.   Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας, ή κατάλληλων εγγυήσεων δυνάμει του άρθρου 82, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό μόνον εφόσον η διαβίβαση είναι αναγκαία:

α)

για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου·

β)

για την προστασία έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων·

γ)

για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής για τη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτης χώρας· ή

δ)

σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την άσκηση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, εκτός αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κρίνει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του σχετικού υποκειμένου των δεδομένων υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος για τη διαβίβαση.

2.   Όταν η διαβίβαση βασίζεται στην παράγραφο 1, η εν λόγω διαβίβαση τεκμηριώνεται και η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν αιτήματος, συμπεριλαμβάνει δε την ημερομηνία και ώρα της διαβίβασης και πληροφορίες σχετικά με την αποδέκτρια αρμόδια αρχή, με την αιτιολόγηση της διαβίβασης και με τα διαβιβαζόμενα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 84

Διαβίβαση επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς αποδέκτες εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80 παράγραφος 1 στοιχείο β) και με την επιφύλαξη τυχόν διεθνούς συμφωνίας αναφερόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί σε μεμονωμένες και ειδικές περιπτώσεις να διαβιβάζει επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας προς αποδέκτες εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες μόνον αν τηρούνται οι υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α)

η διαβίβαση είναι απολύτως απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων της όπως προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό για τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1·

β)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κρίνει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του σχετικού υποκειμένου των δεδομένων δεν υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος που απαιτεί τη διαβίβαση στη συγκεκριμένη περίπτωση·

γ)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεωρεί ότι η διαβίβαση προς αρχή που είναι αρμόδια για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 στην τρίτη χώρα είναι αναποτελεσματική ή ακατάλληλη, ιδίως διότι δεν μπορεί να επιτευχθεί σε εύθετο χρόνο·

δ)

η αρχή που είναι αρμόδια για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 στην τρίτη χώρα ενημερώνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκτός εάν αυτό είναι αναποτελεσματικό ή ακατάλληλο·

ε)

η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει τον αποδέκτη για τον συγκεκριμένο σκοπό ή σκοπούς για τους οποίους και μόνον τα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον τελευταίο, υπό τον όρο ότι η εν λόγω επεξεργασία είναι απαραίτητη.

2.   Η διεθνής συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να είναι οποιαδήποτε ισχύουσα διμερής ή πολυμερής διεθνής συμφωνία ανάμεσα στην Ένωση και τρίτες χώρες στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας.

3.   Όταν η διαβίβαση βασίζεται στην παράγραφο 1, η εν λόγω διαβίβαση τεκμηριώνεται και η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατόπιν αιτήματος, συμπεριλαμβάνει δε την ημερομηνία και ώρα της διαβίβασης και πληροφορίες σχετικά με την αποδέκτρια αρμόδια αρχή, με την αιτιολόγηση της διαβίβασης και με τα διαβιβαζόμενα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 85

Εποπτεία από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων είναι επιφορτισμένος με την παρακολούθηση και την εξασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού στον τομέα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, καθώς και με την παροχή συμβουλών προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και προς τα υποκείμενα των δεδομένων για κάθε θέμα που αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για τον σκοπό αυτό, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και συνεργάζεται με τις εθνικές εποπτικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 87.

2.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες βάσει του παρόντος κανονισμού:

α)

ακούει και εξετάζει τις καταγγελίες και ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

β)

διενεργεί έρευνες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει καταγγελίας και ενημερώνει τα υποκείμενα των δεδομένων για τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

γ)

παρακολουθεί και διασφαλίζει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·

δ)

συμβουλεύει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αφού ζητηθεί η γνώμη του, επί όλων των θεμάτων που άπτονται της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως πριν από τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων δύναται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού:

α)

να παρέχει συμβουλές στα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους·

β)

να παραπέμπει το ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε περίπτωση προβαλλόμενης παραβίασης των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, όπου αρμόζει, να διατυπώνει προτάσεις για την επανόρθωση αυτής της παραβίασης και τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)

να ζητεί τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όταν έχουν απορριφθεί αιτήματα άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων που αφορούν επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά παράβαση των άρθρων 56 έως 62·

δ)

να παραπέμπει το ζήτημα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·

ε)

να διατάσσει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προβεί σε διόρθωση, περιορισμό ή διαγραφή των επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την κοινοποίηση των μέτρων αυτών σε τρίτους στους οποίους έχουν κοινολογηθεί τα δεδομένα αυτά, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν εμποδίζει τις έρευνες και τις διώξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

στ)

να παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο υπό τους όρους που προβλέπουν οι Συνθήκες·

ζ)

να παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου.

4.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει πρόσβαση στα επιχειρησιακά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στους χώρους της στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων καταρτίζει ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο της εποπτείας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Άρθρο 86

Επαγγελματικό απόρρητο του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και το προσωπικό υποχρεούνται τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας τους όσο και μετά τη λήξη της να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο όσον αφορά οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες έχουν περιέλθει σε γνώση τους κατά την εκτέλεση επίσημων καθηκόντων.

Άρθρο 87

Συνεργασία μεταξύ του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και των εθνικών εποπτικών αρχών

1.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές σε συγκεκριμένα ζητήματα που απαιτούν ανάμειξη των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση που ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ή μια εθνική εποπτική αρχή διαπιστώσει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πρακτικών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διαπιστώσει δυνητικά παράνομη διαβίβαση κατά τη χρήση των διαύλων επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ή στο πλαίσιο ζητημάτων που εγείρονται από μία ή περισσότερες εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή και την ερμηνεία του παρόντος κανονισμού.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές για την εποπτεία της προστασίας των δεδομένων δύνανται να ανταλλάσσουν εντός του πεδίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους συναφείς πληροφορίες και να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων, να εξετάζουν δυσκολίες στην ερμηνεία ή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, να διερευνούν προβλήματα που αφορούν την άσκηση ανεξάρτητης εποπτείας ή την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων, να εκπονούν εναρμονισμένες προτάσεις για κοινές λύσεις σε προβλήματα, καθώς και να προωθούν την ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων, ανάλογα με τις ανάγκες.

3.   Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, ασκεί επίσης τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 51 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 όσον αφορά τα θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, ιδίως εκείνα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 88

Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Κάθε υποκείμενο δεδομένων έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων εάν το υποκείμενο των δεδομένων θεωρεί ότι η επεξεργασία από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων γίνεται κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού.

2.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας, καθώς και για τη δυνατότητα άσκησης δικαστικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 89.

Άρθρο 89

Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

Οι αποφάσεις του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων προσβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

ΤΜΗΜΑ 1

Δημοσιονομικεσ διαταξεισ

Άρθρο 90

Δημοσιονομικοί φορείς

1.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας είναι υπεύθυνος(-η) για την προετοιμασία των αποφάσεων που άπτονται της κατάρτισης του προϋπολογισμού και για την υποβολή τους προς έγκριση στο συλλογικό όργανο.

2.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) είναι υπεύθυνος(-η) με την ιδιότητα του διατάκτη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Άρθρο 91

Προϋπολογισμός

1.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας καταρτίζει για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, προβλέψεις των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει πρότασης του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας). Οι προβλέψεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

2.   Ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

3.   Με την επιφύλαξη άλλων εσόδων, τα έσοδα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιλαμβάνουν:

α)

συνεισφορά της Ένωσης η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, με την επιφύλαξη των παραγράφων 7 και 8·

β)

δικαιώματα που εισπράττει από δημοσιεύσεις ή άλλες παρεχόμενες υπηρεσίες.

4.   Οι δαπάνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιλαμβάνουν τις αμοιβές του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα, των ευρωπαίων εισαγγελέων, των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας) και του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, διοικητικές δαπάνες και δαπάνες υποδομής, καθώς και επιχειρησιακές δαπάνες.

5.   Όταν οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς ενεργούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι σχετικές δαπάνες που πραγματοποιούν οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων θεωρούνται επιχειρησιακές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Οι επιχειρησιακές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας κατ’ αρχήν δεν περιλαμβάνουν τα έξοδα που αφορούν μέτρα έρευνας που λαμβάνονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή τα έξοδα για το ευεργέτημα της πενίας. Εντούτοις —στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας— περιλαμβάνουν ορισμένα έξοδα που αφορούν τις δραστηριότητες έρευνας και δίωξης της τελευταίας όπως ορίζονται στην παράγραφο 6.

Οι επιχειρησιακές δαπάνες περιλαμβάνουν επίσης τη δημιουργία συστήματος διαχείρισης υποθέσεων, την κατάρτιση, τις αποστολές και τις μεταφράσεις που είναι αναγκαίες για την εσωτερική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως για παράδειγμα μεταφράσεις για το μόνιμο τμήμα.

6.   Όταν διενεργείται εξαιρετικά δαπανηρό μέτρο έρευνας για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς μπορούν, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος των αρμόδιων εθνικών αρχών, να διαβουλευθούν με το μόνιμο τμήμα σχετικά με το αν το κόστος του μέτρου έρευνας θα μπορούσε να αναληφθεί εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι διαβουλεύσεις αυτές δεν καθυστερούν την έρευνα.

Το μόνιμο τμήμα μπορεί τότε, κατόπιν διαβούλευσης με τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) και με βάση την αναλογικότητα του μέτρου που διενεργείται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τον εξαιρετικό χαρακτήρα των εξόδων που αυτό συνεπάγεται, να αποφασίσει να αποδεχθεί ή να απορρίψει το αίτημα σύμφωνα με τους κανόνες σχετικά με την αξιολόγηση αυτών των κριτηρίων που θα προβλεφθούν στον κανονισμό διαδικασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) αποφασίζει στη συνέχεια για το ποσό της συνδρομής που πρέπει να χορηγηθεί με βάση τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον (την) επιληφθέντα(-είσα) ευρωπαίο(-α) εντεταλμένο(-η) εισαγγελέα σχετικά με την απόφαση για το ποσό.

7.   Σύμφωνα με το άρθρο 332 της ΣΛΕΕ, οι δαπάνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας λαμβάνουν προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου (24).

8.   Η παράγραφος 7 δεν εφαρμόζεται στις διοικητικές δαπάνες που συνεπάγεται για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης η εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Άρθρο 92

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Κάθε έτος ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας καταρτίζει προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και δαπανών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το επόμενο οικονομικό έτος βάσει πρότασης του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας). Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας διαβιβάζει το προσωρινό σχέδιο προβλέψεων στο συλλογικό όργανο προς έγκριση.

2.   Το προσωρινό σχέδιο προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβιβάζει το τελικό σχέδιο προβλέψεων, το οποίο περιλαμβάνει σχέδιο του πίνακα προσωπικού, στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Μαρτίου κάθε έτους.

3.   Η Επιτροπή διαβιβάζει την κατάσταση προβλέψεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο («η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το σχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης.

4.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για τον πίνακα προσωπικού και το ποσό της συνεισφοράς από τον γενικό προϋπολογισμό και καταθέτει το σχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 της ΣΛΕΕ.

5.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για τη συνεισφορά από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

6.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το σχέδιο οργανογράμματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

7.   Το συλλογικό όργανο εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα. Ο προϋπολογισμός αυτός καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον απαιτείται, προσαρμόζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται για την έγκριση του αρχικού προϋπολογισμού.

8.   Για κάθε σχέδιο περί ακινήτων που είναι πιθανό να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εφαρμόζεται το άρθρο 88 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής (25).

Άρθρο 93

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.   Με την ιδιότητα του διατάκτη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με δική του (της) ευθύνη και εντός των ορίων που προβλέπονται σε αυτόν.

2.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα οποιασδήποτε διαδικασίας αξιολόγησης.

Άρθρο 94

Απόδοση λογαριασμών και απαλλαγή

1.   Ο υπόλογος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς για το οικονομικό έτος (έτος Ν) στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους (έτος Ν+1).

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβιβάζει την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους.

3.   Ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αφού τους έχει ενοποιήσει με τους λογαριασμούς της Επιτροπής, στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι τις 31 Μαρτίου έπειτα από κάθε οικονομικό έτος.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει τις παρατηρήσεις του σε σχέση με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας το αργότερο μέχρι την 1η Ιουνίου του επόμενου έτους.

5.   Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 148 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, ο υπόλογος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καταρτίζει με δική του ευθύνη τους οριστικούς λογαριασμούς της και τους υποβάλλει στο συλλογικό όργανο προς γνωμοδότηση.

6.   Ως την 1η Ιουλίου έπειτα από κάθε οικονομικό έτος ο υπόλογος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποστέλλει τους οριστικούς λογαριασμούς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μαζί με τη γνωμοδότηση του συλλογικού οργάνου που αναφέρεται στην παράγραφο 5.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δημοσιεύονται έως τις 15 Νοεμβρίου του έτους που ακολουθεί κάθε οικονομικό έτος στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

8.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους που ακολουθεί κάθε οικονομικό έτος. Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) αποστέλλει επίσης την απάντηση στην Επιτροπή.

9.   Ο (Η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατ’ αίτηση του τελευταίου κάθε αναγκαία πληροφορία για την αίσια περάτωση της διαδικασίας απαλλαγής για το οικείο οικονομικό έτος όπως προβλέπεται στο άρθρο 109 παράγραφος 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1271/2013.

10.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά σύσταση του Συμβουλίου, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν+2 απαλλαγή στον (στην) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) για την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το έτος Ν.

Άρθρο 95

Δημοσιονομικοί κανόνες

Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας καταρτίζει το σχέδιο των δημοσιονομικών κανόνων στους οποίους υπόκειται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία βάσει πρότασης του (της) διοικητικού(-ής) διευθυντή(-ριας). Οι κανόνες αυτοί εγκρίνονται από το συλλογικό όργανο έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν παρεκκλίνουν από όσα προβλέπονται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1271/2013, εκτός εάν η παρέκκλιση αυτή απαιτείται ειδικά για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και αν έχει προηγουμένως συμφωνήσει η Επιτροπή.

ΤΜΗΜΑ 2

Διαταξεισ σχετικα με το προσωπικο

Άρθρο 96

Γενικές διατάξεις

1.   Στον (Στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα και στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς, στον (στην) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) και στο προσωπικό της Εισαγγελίας εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, καθώς και οι κανόνες που εκδίδονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στον παρόντα κανονισμό.

Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας και οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς προσλαμβάνονται ως έκτακτοι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προσλαμβάνεται σύμφωνα με τους κανόνες και τους κανονισμούς που ισχύουν για τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Το συλλογικό όργανο ασκεί εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας οι οποίες του ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό. Το συλλογικό όργανο μπορεί να αναθέσει στον (στη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) τις εξουσίες αυτές όσον αφορά το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η ανάθεση εξουσιών που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο δεν αφορά τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς ή τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια).

4.   Το συλλογικό όργανο θεσπίζει κατάλληλους κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το συλλογικό όργανο καταρτίζει επιπλέον έγγραφο προγραμματισμού των ανθρώπινων πόρων στο πλαίσιο του γενικότερου εγγράφου προγραμματισμού.

5.   Το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στο προσωπικό της.

6.   Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς διορίζονται ειδικοί σύμβουλοι σύμφωνα με τα άρθρα 5, 123 και 124 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές διευκολύνουν τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς κατά την άσκηση των καθηκόντων που τους ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και απέχουν από κάθε ενέργεια ή πολιτική που θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την επαγγελματική σταδιοδρομία τους ή την ιδιότητά τους στους κόλπους των εθνικών συστημάτων δίωξης. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες εθνικές αρχές παρέχουν στους (στις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς τους πόρους και τον εξοπλισμό που χρειάζονται για την ορθή άσκηση των καθηκόντων τους που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, και μεριμνούν για την πλήρη ενσωμάτωσή τους στις εθνικές υπηρεσίες δίωξης. Πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπάρχουν επαρκείς ρυθμίσεις προκειμένου να διατηρούνται τα δικαιώματα των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση, τη σύνταξη και την ασφαλιστική κάλυψη στο πλαίσιο του εθνικού καθεστώτος. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζεται ότι οι συνολικές αποδοχές ενός (μιας) ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα δεν είναι κατώτερες από αυτές που θα είχε αυτός(-ή) ο (η) εισαγγελέας αν παρέμενε μόνον εθνικός(-ή) εισαγγελέας. Οι γενικές συνθήκες εργασίας και το εργασιακό περιβάλλον των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων τελούν υπό την ευθύνη των αρμόδιων εθνικών δικαστικών αρχών.

7.   Κατά την άσκηση των εξουσιών έρευνας και δίωξης που διαθέτουν οι ευρωπαίοι(-ες) εισαγγελείς και οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς δεν λαμβάνουν εντολές, κατευθύνσεις ή οδηγίες πέραν αυτών που προβλέπονται ρητά στο άρθρο 6.

Άρθρο 97

Έκτακτοι και συμβασιούχοι υπάλληλοι

1.   Στους έκτακτους υπαλλήλους που εργάζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό στα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης οι οποίοι απασχολούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σύμβαση συναφθείσα πριν και το αργότερο έως ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 2, προσφέρονται συμβάσεις υπαγόμενες στο άρθρο 2 στοιχείο στ) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, ενώ όλοι οι υπόλοιποι όροι της σύμβασης παραμένουν αμετάβλητοι, με την επιφύλαξη της ανάγκης συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού. Οι εν λόγω έκτακτοι υπάλληλοι θεωρείται ότι έχουν υπηρετήσει το σύνολο της θητείας τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Στους συμβασιούχους υπαλλήλους που εργάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3α ή 3β του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό στα θεσμικά όργανα της Ένωσης οι οποίοι απασχολούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σύμβαση συναφθείσα πριν και το αργότερο έως ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίαςτης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 2, προσφέρονται συμβάσεις βάσει του άρθρου 3α του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, ενώ όλοι οι υπόλοιποι όροι της σύμβασης παραμένουν αμετάβλητοι. Οι εν λόγω έκτακτοι υπάλληλοι θεωρείται ότι έχουν υπηρετήσει το σύνολο της θητείας τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

3.   Στους έκτακτους υπαλλήλους που εργάζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο στ) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και στους συμβασιούχους υπαλλήλους που εργάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3α του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό στα λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης οι οποίοι απασχολούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σύμβαση συναφθείσα πριν και το αργότερο έως ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίαςτης Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σύμφωνα με την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 2 προσφέρονται συμβάσεις υπό τους ίδιους όρους. Οι εν λόγω έκτακτοι υπάλληλοι θεωρείται ότι έχουν υπηρετήσει το σύνολο της θητείας τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Άρθρο 98

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και λοιπό προσωπικό

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται πέραν του προσωπικού της να προσφεύγει και στις υπηρεσίες αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων ή άλλων προσώπων που τίθενται στη διάθεσή της των οποίων όμως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι εργοδότης. Οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες υπάγονται στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

2.   Το συλλογικό όργανο εκδίδει απόφαση για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εθνικών εμπειρογνωμόνων ή άλλων προσώπων που τίθενται στη διάθεσή της των οποίων η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι εργοδότης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ ΤΗΣ

Άρθρο 99

Κοινές διατάξεις

1.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, σύμφωνα με τους αντίστοιχους στόχους τους, καθώς και με τις αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με τις αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς.

2.   Στον βαθμό που είναι σκόπιμο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 111, να ανταλλάσσει απευθείας κάθε πληροφορία με τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

3.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να συνάπτει ρυθμίσεις συνεργασίας με τους φορείς της παραγράφου 1. Οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας είναι τεχνικής και/ή επιχειρησιακής φύσης και έχουν ιδίως ως σκοπό τη διευκόλυνση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των οικείων μερών. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας δεν συνιστούν βάση που να επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν έχουν δεσμευτική νομική ισχύ έναντι της Ένωσης ή των κρατών μελών της.

Άρθρο 100

Σχέσεις με τη Eurojust

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με τη Eurojust με βασικούς άξονες την αμοιβαία συνεργασία στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους και την ανάπτυξη επιχειρησιακών, διοικητικών και διαχειριστικών σχέσεων μεταξύ αυτών σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο. Για τον σκοπό αυτό, ο (η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας και ο (η) πρόεδρος της Eurojust συνεδριάζουν σε τακτική βάση για να συζητήσουν ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος.

2.   Σε επιχειρησιακά θέματα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να συνεργάζεται με τη Eurojust στο πλαίσιο δραστηριοτήτων της που αφορούν διασυνοριακές υποθέσεις, μεταξύ άλλων με τους εξής τρόπους:

α)

ανταλλάσσοντας πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά με τις έρευνές της σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β)

καλώντας τη Eurojust ή το αρμόδιο εθνικό μέλος (ή μέλη) της να συνδράμουν στη διαβίβαση και στην εκτέλεση των αποφάσεων ή των αιτήσεών της για αμοιβαία δικαστική συνδρομή σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι μέλη της Eurojust τα οποία όμως δεν συμμετέχουν στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και σε τρίτες χώρες.

3.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει έμμεση πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Eurojust βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit). Κάθε φορά που εντοπίζεται αντιστοιχία μεταξύ των δεδομένων που έχουν εισαχθεί στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και των δεδομένων που τηρούνται από τη Eurojust, αποστέλλεται σχετική γνωστοποίηση τόσο στη Eurojust όσο και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, καθώς και στο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παρέσχε τα δεδομένα στη Eurojust. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να μπορεί η Eurojust να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεών της βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit).

4.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να βασίζεται στη στήριξη και στους πόρους των διοικητικών υπηρεσιών της Eurojust. Για τον σκοπό αυτό η Eurojust μπορεί να παρέχει υπηρεσίες κοινού ενδιαφέροντος στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι λεπτομέρειες θα ορίζονται με συμφωνία.

Άρθρο 101

Σχέσεις με την OLAF

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την OLAF με βασικούς άξονες την αμοιβαία συνεργασία στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους και την ανταλλαγή πληροφοριών. Η σχέση αυτή έχει ιδίως ως σκοπό να διασφαλίσει ότι γίνεται χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω της συμπληρωματικότητας και της στήριξης από την OLAF προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Με την επιφύλαξη των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει ποινική έρευνα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η OLAF δεν κινεί παράλληλη διοικητική έρευνα για τα ίδια γεγονότα.

3.   Κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει από την OLAF, σύμφωνα με την εντολή της OLAF, να υποστηρίξει ή να συμπληρώσει τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ιδίως με τους εξής τρόπους:

α)

παροχή πληροφοριών, αναλύσεων (συμπεριλαμβανομένων των εγκληματολογικών αναλύσεων), εμπειρογνωσίας και επιχειρησιακής υποστήριξης·

β)

διευκόλυνση του συντονισμού για συγκεκριμένες ενέργειες μεταξύ των αρμόδιων εθνικών διοικητικών αρχών και των οργάνων της Ένωσης·

γ)

διεξαγωγή διοικητικών ερευνών.

4.   Προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στην OLAF να εξετάσει τις ενδεδειγμένες διοικητικές ενέργειες σύμφωνα με την εντολή της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να παρέχει τις σχετικές πληροφορίες στην OLAF στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αποφασίσει να μη διεξαγάγει έρευνα ή έχει θέσει την υπόθεση στο αρχείο.

5.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει έμμεση πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της OLAF βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit). Κάθε φορά που εντοπίζεται αντιστοιχία μεταξύ των δεδομένων που έχουν εισαχθεί στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και των δεδομένων που τηρούνται από την OLAF, η ύπαρξη τέτοιας αντιστοιχίας γνωστοποιείται τόσο στην OLAF όσο και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να μπορεί η OLAF να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεών της βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit).

Άρθρο 102

Σχέσεις με την Ευρωπόλ

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την Ευρωπόλ. Για τον σκοπό αυτό συνάπτουν συμφωνία συνεργασίας στην οποία καθορίζονται οι όροι της συνεργασίας τους.

2.   Όταν απαιτείται για τον σκοπό των ερευνών της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να λαμβάνει κατόπιν αιτήματός της κάθε σχετική πληροφορία που διαθέτει η Ευρωπόλ η οποία αφορά οποιοδήποτε αδίκημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της, και μπορεί επίσης να ζητά από την Ευρωπόλ την παροχή αναλυτικής υποστήριξης σε συγκεκριμένη έρευνα που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Άρθρο 103

Σχέσεις με τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνάπτει και διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με την Επιτροπή για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό συνάπτουν συμφωνία στην οποία καθορίζονται οι όροι της συνεργασίας τους.

2.   Με την επιφύλαξη της ορθής διεξαγωγής και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ερευνών της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει χωρίς καθυστέρηση επαρκείς πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο, θεσμικό ή μη, όργανο ή οργανισμό της Ένωσης και στα άλλα ενδιαφερόμενα θύματα ώστε να μπορούν να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα, ιδίως δε τα εξής:

α)

διοικητικά μέτρα, όπως προληπτικά μέτρα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης για τον σκοπό αυτό. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα στο, θεσμικό ή μη, όργανο ή οργανισμό·

β)

παράσταση σε δίκη ως πολιτικώς ενάγοντες·

γ)

μέτρα για σκοπούς που αφορούν διοικητική διαδικασία είσπραξης ποσών που οφείλονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης ή πειθαρχικά μέτρα.

Άρθρο 104

Σχέσεις με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς

1.   Οι ρυθμίσεις συνεργασίας του άρθρου 99 παράγραφος 3 οι οποίες συνάπτονται με τις αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς μπορούν να αφορούν ιδίως την ανταλλαγή στρατηγικών πληροφοριών και την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να ορίζει, σε συμφωνία με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, σημεία επαφής σε τρίτες χώρες με σκοπό τη διευκόλυνση της συνεργασίας σύμφωνα με τις επιχειρησιακές ανάγκες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

3.   Είναι δεσμευτικές για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οι διεθνείς συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες οι οποίες συνάπτονται από την Ένωση ή στις οποίες έχει προσχωρήσει η Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 218 της ΣΛΕΕ σε τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως οι διεθνείς συμφωνίες που αφορούν τη συνεργασία επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εν λόγω τρίτων χωρών.

4.   Ελλείψει συμφωνίας δυνάμει της παραγράφου 3 τα κράτη μέλη πρέπει, εφόσον επιτρέπεται από τη σχετική πολυμερή διεθνή συμφωνία και με την επιφύλαξη της αποδοχής από την τρίτη χώρα, να αναγνωρίζουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως αρμόδια αρχή για τον σκοπό της εφαρμογής πολυμερών διεθνών συμφωνιών δικαστικής συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων που έχουν συνάψει και, κατά περίπτωση, να απευθύνουν σχετική κοινοποίηση, μεταξύ άλλων με τροποποίηση των συμφωνιών αυτών, όπου αυτό απαιτείται και είναι εφικτό.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να κοινοποιούν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι αρμόδια αρχή για τον σκοπό της εφαρμογής άλλων διεθνών συμφωνιών σχετικά με τη δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων που έχουν συνάψει, μεταξύ άλλων με τροποποίηση των συμφωνιών αυτών.

5.   Ελλείψει συμφωνίας δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή αναγνώρισης δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1, να κάνει χρήση των εξουσιών που απονέμονται σε εθνικό(-ή) εισαγγελέα του κράτους μέλους του (της) και να ζητήσει δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων από αρχές τρίτων χωρών βάσει των διεθνών συμφωνιών που έχουν συναφθεί από το εν λόγω κράτος μέλος ή το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και, όπου απαιτείται, μέσω των αρμόδιων εθνικών αρχών. Στην περίπτωση αυτή ο (η) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας ενημερώνει τις αρχές των τρίτων χωρών ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συλλέγονται σε αυτή τη βάση θα χρησιμοποιηθούν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και, όπου αρμόζει, επιδιώκει να λάβει την έγκρισή τους προς τούτο. Σε κάθε περίπτωση, η τρίτη χώρα ενημερώνεται δεόντως ότι τελικός αποδέκτης της απάντησης στην αίτηση είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά της βάσει σχετικής διεθνούς συμφωνίας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή 4 του παρόντος άρθρου, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται επίσης να ζητήσει δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων από αρχές τρίτων χωρών σε συγκεκριμένη υπόθεση και εντός των ορίων της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς της. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συμμορφώνεται προς τους όρους που μπορεί να τεθούν από τις εν λόγω αρχές σχετικά με τη χρήση των πληροφοριών που αυτές έχουν παράσχει σε αυτή τη βάση.

6.   Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται κατόπιν αίτησης να παρέχει στις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών ή σε διεθνείς οργανισμούς πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που έχει ήδη στην κατοχή της για σκοπούς που αφορούν έρευνες ή τη χρήση των ανωτέρω ως αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές έρευνες. Κατόπιν διαβούλευσης με το μόνιμο τμήμα, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας αποφασίζει σχετικά με κάθε τέτοια διαβίβαση πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους του (της) και τον παρόντα κανονισμό.

7.   Όταν είναι αναγκαίο να ζητηθεί η έκδοση προσώπου, ο (η) επιληφθείς(-είσα) ευρωπαίος(-α) εντεταλμένος(-η) εισαγγελέας δύναται να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του (της) να απευθύνει αίτημα έκδοσης σύμφωνα με τις εφαρμοστέες συνθήκες και/ή το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 105

Σχέσεις με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

1.   Οι ρυθμίσεις συνεργασίας του άρθρου 99 παράγραφος 3 οι οποίες συνάπτονται με τις αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δύνανται να αφορούν ιδίως την ανταλλαγή στρατηγικών πληροφοριών και την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να ορίζει, σε συμφωνία με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, σημεία επαφής στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με σκοπό τη διευκόλυνση της συνεργασίας σύμφωνα με τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

3.   Ελλείψει νομικής πράξης σχετικά με τη συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις και την παράδοση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα κράτη μέλη κοινοποιούν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια αρχή για τον σκοπό της εφαρμογής των εφαρμοστέων πράξεων της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις σε ό,τι αφορά υποθέσεις εμπίπτουσες στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στις σχέσεις τους με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία δεν συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 106

Νομικό καθεστώς και προϋποθέσεις λειτουργίας

1.   Σε κάθε κράτος μέλος η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει τη νομική ικανότητα που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα από την εθνική νομοθεσία.

2.   Οι απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις εγκαταστάσεις που θέτει στη διάθεσή της το Λουξεμβούργο, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για τα μέλη του συλλογικού οργάνου, τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) και το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους, ορίζονται στο πλαίσιο συμφωνίας σχετικά με την έδρα η οποία θα έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και του Λουξεμβούργου μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναλαμβάνει τα οικεία καθήκοντα έρευνας και δίωξης, η οποία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 2.

Άρθρο 107

Γλωσσικό καθεστώς

1.   Οι πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 21 και 114 του παρόντος κανονισμού διέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1/58 του Συμβουλίου (26).

2.   Το συλλογικό όργανο αποφασίζει με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του για το γλωσσικό καθεστώς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

3.   Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη διοικητική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε κεντρικό επίπεδο παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός αν απαιτείται άλλη λύση λόγω του επείγοντος του θέματος. Οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς αποφασίζουν τους όρους της μετάφρασης για τους σκοπούς των ερευνών σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 108

Εμπιστευτικότητα και επαγγελματικό απόρρητο

1.   Τα μέλη του συλλογικού οργάνου, ο (η) διοικητικός(-ή) διευθυντής(-ρια) και το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και τα λοιπά πρόσωπα που τίθενται στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας των οποίων η Εισαγγελία δεν είναι εργοδότης, καθώς και οι ευρωπαίοι(-ες) εντεταλμένοι(-ες) εισαγγελείς υπέχουν υποχρέωση εμπιστευτικότητας σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης όσον αφορά οποιεσδήποτε πληροφορίες κατέχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο συμμετέχει ή βοηθά στην άσκηση των λειτουργιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο εθνικό επίπεδο υπέχει επίσης υποχρέωση εμπιστευτικότητας κατά τα προβλεπόμενα στο ισχύον εθνικό δίκαιο.

3.   Η υποχρέωση εμπιστευτικότητας εφαρμόζεται και στα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 μετά τη λήξη της θητείας ή της απασχόλησής τους και μετά το πέρας των δραστηριοτήτων.

4.   Η υποχρέωση εμπιστευτικότητας εφαρμόζεται σύμφωνα με το ισχύον εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο σε όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί νομίμως.

5.   Οι έρευνες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέπονται από τους κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης. Κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο συμμετέχει ή βοηθά στην άσκηση των λειτουργιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπέχει επίσης υποχρέωση εμπιστευτικότητας σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 109

Διαφάνεια

1.   Τα έγγραφα που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 45 του παρόντος κανονισμού, εξαιρουμένων των φακέλων των δικογραφιών συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών απεικονίσεων των εν λόγω φακέλων, διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27).

2.   Ο (Η) ευρωπαίος(-α) γενικός(-ή) εισαγγελέας καταρτίζει εντός έξι μηνών από την ημερομηνία διορισμού του (της) πρόταση για λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η πρόταση εγκρίνεται από το συλλογικό όργανο.

3.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή προσφυγής στο Δικαστήριο, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 228 και 263 της ΣΛΕΕ αντίστοιχα.

Άρθρο 110

OLAF και Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

1.   Για τη διευκόλυνση της καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία που θα καθοριστεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 2 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (28) και θεσπίζει τις κατάλληλες διατάξεις που εφαρμόζονται για τον (την) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εισαγγελείς, τον (τη) διοικητικό(-ή) διευθυντή(-ρια) και το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες και άλλα πρόσωπα που έχουν τεθεί στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αλλά δεν απασχολούνται από αυτήν, καθώς και τους (τις) ευρωπαίους(-ες) εντεταλμένους(-ες) εισαγγελείς, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.

2.   Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει αρμοδιότητα ελέγχου βάσει παραστατικών και επιτόπιου ελέγχου, ο οποίος ασκείται σε εργολάβους και υπεργολάβους που έλαβαν κονδύλια της Ένωσης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

3.   Η OLAF μπορεί να διενεργεί έρευνες, μεταξύ των οποίων επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις, για να διαπιστώσει αν έχουν σημειωθεί παρατυπίες που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης όσον αφορά δαπάνη που χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου (29).

4.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι ρυθμίσεις συνεργασίας με οργανισμούς της Ένωσης, αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς και οι συμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιέχουν διατάξεις οι οποίες εξουσιοδοτούν ρητά το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διεξάγουν λογιστικούς ελέγχους και έρευνες, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

Άρθρο 111

Κανόνες προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων και των διαβαθμισμένων πληροφοριών

1.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσπίζει εσωτερικό κανονισμό προστασίας των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας και επεξεργασίας των πληροφοριών αυτών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσπίζει εσωτερικό κανονισμό προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ ο οποίος συνάδει με την απόφαση 2013/488/ΕΕ του Συμβουλίου (30), προκειμένου να εξασφαλίζεται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας για τις εν λόγω πληροφορίες.

Άρθρο 112

Διοικητικές έρευνες

Οι διοικητικές δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπόκεινται στον έλεγχο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 113

Γενικό καθεστώς ευθύνης

1.   Η συμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.

2.   Αρμόδιο για τη λήψη αποφάσεων δυνάμει τυχόν ρήτρας διαιτησίας που περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι το Δικαστήριο.

3.   Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποχρεούται να αποκαθιστά σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στις νομοθεσίες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις ζημίες που προξενεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή το προσωπικό της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στον βαθμό που μπορούν να τους καταλογιστούν.

4.   Η παράγραφος 3 ισχύει και για τις ζημίες που προξενούνται λόγω υπαιτιότητας ευρωπαίου(-ας) εντεταλμένου(-ης) εισαγγελέα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (της).

5.   Αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών αποζημίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 είναι το Δικαστήριο.

6.   Τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι αρμόδια για την εκδίκαση διαφορών με αντικείμενο τη συμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει του παρόντος άρθρου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31).

7.   Η προσωπική ευθύνη του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

Άρθρο 114

Εκτελεστικοί κανόνες και έγγραφα προγραμματισμού

Ειδικότερα, το συλλογικό όργανο κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα:

α)

εκδίδει σε ετήσια βάση το έγγραφο που περιέχει τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

β)

υιοθετεί στρατηγική καταπολέμησης της απάτης η οποία είναι ανάλογη των κινδύνων απάτης, έχοντας υπόψη τη σχέση κόστους – οφέλους των μέτρων προς εφαρμογή·

γ)

θεσπίζει κανόνες για τους όρους εργασίας, τα κριτήρια επιδόσεων, την επαγγελματική ανεπάρκεια, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, όπου περιλαμβάνονται και κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων·

δ)

θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 επί των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·

ε)

θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Άρθρο 115

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα από τις 20 Νοεμβρίου 2017.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 49 παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο οποτεδήποτε. Η απόφαση για την ανάκληση τερματίζει την ανάθεση της αρμοδιότητας που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει την εγκυρότητα των ήδη ισχυουσών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης η Επιτροπή διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας της 13ης Απριλίου 2016.

5.   Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 49 παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση ούτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε από το Συμβούλιο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, προτού λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 116

Επείγουσα διαδικασία

1.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο τίθενται σε ισχύ αμέσως και εφαρμόζονται εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η κοινοποίηση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο αναφέρει τους λόγους για τους οποίους γίνεται χρήση της επείγουσας διαδικασίας.

2.   Είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο δύνανται να διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 115 παράγραφος 6. Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή καταργεί την πράξη αμέσως μόλις της κοινοποιηθεί η περί αντιρρήσεων απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 117

Κοινοποιήσεις

Κάθε κράτος μέλος ορίζει τις αρχές που είναι αρμόδιες για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Οι πληροφορίες σχετικά με τις ορισθείσες αρχές, καθώς και σχετικά με κάθε μεταγενέστερη αλλαγή, κοινοποιούνται ταυτόχρονα στον (στην) ευρωπαίο(-α) γενικό(-ή) εισαγγελέα, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν επίσης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκτενή κατάλογο των διατάξεων του εθνικού ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόζονται για τις αξιόποινες πράξεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 και κάθε λοιπή σχετική εθνική νομοθεσία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξασφαλίζει τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω των καταλόγων αυτών. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη τα οποία σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 3 σκοπεύουν να περιορίσουν την εφαρμογή του άρθρου 30 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ) σε συγκεκριμένες σοβαρές αξιόποινες πράξεις κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατάλογο των εν λόγω αξιόποινων πράξεων.

Άρθρο 118

Επανεξέταση των κανόνων σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

Στο πλαίσιο της προσαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 και το άρθρο 98 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, η Επιτροπή επανεξετάζει τις διατάξεις που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Επιτροπή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, υποβάλλει νομοθετική πρόταση με σκοπό την τροποποίηση ή την κατάργηση των εν λόγω διατάξεων.

Άρθρο 119

Ρήτρα επανεξέτασης

1.   Το αργότερο πέντε έτη από την ημερομηνία που θα οριστεί από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 120 παράγραφος 2 και ανά πενταετία εφεξής η Επιτροπή αναθέτει αξιολόγηση της εφαρμογής και του αντικτύπου του παρόντος κανονισμού, καθώς και της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των πρακτικών που ακολουθεί στις εργασίες της, και υποβάλλει έκθεση αξιολόγησης. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης μαζί με τα συμπεράσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια. Τα πορίσματα της αξιολόγησης δημοσιοποιούνται.

2.   Η Επιτροπή υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σε περίπτωση που κρίνει ότι απαιτούνται πρόσθετοι ή λεπτομερέστεροι κανόνες αναφορικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα καθήκοντα ή τη διαδικασία που διέπει τις δραστηριότητές της, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών ερευνών.

Άρθρο 120

Έναρξη ισχύος

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί τα καθήκοντά της επί οποιουδήποτε αδικήματος εμπίπτει στην αρμοδιότητά της το οποίο διαπράττεται μετά την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο παρών κανονισμός.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναλαμβάνει τα καθήκοντα διερεύνησης και δίωξης που της ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε ημερομηνία που θα καθοριστεί με απόφαση της Επιτροπής βάσει πρότασης του (της) ευρωπαίου(-ας) γενικού(-ής) εισαγγελέα αφού πρώτα συσταθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η απόφαση της Επιτροπής δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ημερομηνία που θα οριστεί από την Επιτροπή δεν μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά νωρίτερα από τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία δυνάμει απόφασης εκδοθείσας σύμφωνα με το άρθρο 331 παράγραφος 1 δεύτερο ή τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την ημερομηνία που ορίζεται στη συγκεκριμένη απόφαση.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Λουξεμβούργο, 12 Οκτωβρίου 2017.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

U. REINSALU


(1)  Έγκριση της 5ης Οκτωβρίου 2017 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29).

(3)  Απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ L 300 της 11.11.2008, σ. 42).

(4)  Οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (ΕΕ L 280 της 26.10.2010, σ. 1).

(5)  Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (ΕΕ L 142 της 1.6.2012, σ. 1).

(6)  Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας (ΕΕ L 294 της 6.11.2013, σ. 1).

(7)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (ΕΕ L 65 της 11.3.2016, σ. 1).

(8)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/1919 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με τη δικαστική αρωγή για υπόπτους και κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών και για καταζητουμένους σε διαδικασίες εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (ΕΕ L 297 της 4.11.2016, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(10)  Οδηγία (EE) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 89).

(11)  Κοινή θέση 2005/69/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 2005, για την ανταλλαγή ορισμένων δεδομένων με την Interpol (ΕΕ L 27 της 29.1.2005, σ. 61).

(12)  Απόφαση 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2007, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ L 205 της 7.8.2007, σ. 63).

(13)  Διοργανική συμφωνία μεταξύ του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(16)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).

(17)  Κανονισμός αριθ. 31 (ΕΟΚ), 11 (EKAE) του Συμβουλίου περί καθορισμού της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας (ΕΕ 45 της 14.6.1962, σ. 1385/62).

(18)  Απόφαση (67/446/ΕΟΚ) (67/30/Ευρατόμ) των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, της 8ης Απριλίου 1965, περί της προσωρινής εγκαταστάσεως ορισμένων οργάνων και ορισμένων υπηρεσιών των Κοινοτήτων (ΕΕ ΕΟΚ 152 της 13.7.1967, σ. 18).

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(20)  Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37).

(21)  Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1).

(22)  Οδηγία 2014/42/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, σχετικά με τη δέσμευση και τη δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 127 της 29.4.2014, σ. 39).

(23)  Απόφαση 2008/976/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 130).

(24)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 609/2014 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2014, για τις μεθόδους και τη διαδικασία απόδοσης των παραδοσιακών ιδίων πόρων και των ιδίων πόρων που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ και για τα μέτρα αντιμετώπισης των ταμειακών αναγκών (ΕΕ L 168 της 7.6.2014, σ. 39).

(25)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 328 της 7.12.2013, σ. 42).

(26)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1/58 του Συμβουλίου περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385/58).

(27)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(28)  Διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15).

(29)  Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).

(30)  Απόφαση 2013/488/ΕΕ του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 274 της 15.10.2013, σ. 1).

(31)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1).


Top