Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32017R1001

Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ )

OJ L 154, 16.6.2017, p. 1–99 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1001/oj

16.6.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 154/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/1001 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 14ης Ιουνίου 2017

για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(κωδικοποίηση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 118 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου (2) έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί κατά τρόπο ουσιαστικό (3). Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου (4), που κωδικοποιήθηκε το 2009 ως κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009, δημιουργήθηκε ένα σύστημα προστασίας των εμπορικών σημάτων ειδικά για την Ένωση, το οποίο προβλέπει την προστασία των σημάτων στο επίπεδο της Ένωσης, παράλληλα με την προστασία των σημάτων που παρέχεται στο επίπεδο των κρατών μελών στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων περί σημάτων, τα οποία εναρμονίστηκαν με την οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), η οποία κωδικοποιήθηκε ως οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(3)

Η αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Ένωσης και η συνεχής και ισόρροπη επέκταση, πρέπει να προωθηθούν με την ολοκλήρωση και την καλή λειτουργία εσωτερικής αγοράς, ικανής να εξασφαλίζει συνθήκες ανάλογες με εκείνες που επικρατούν σε μια εθνική αγορά. Η δημιουργία μιας τέτοιας αγοράς και η ενίσχυση της ενότητάς της προϋποθέτουν αφενός μεν την εξάλειψη των εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και την επιβολή ενός καθεστώτος το οποίο να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό, αφετέρου δε τη θέσπιση νομικών προϋποθέσεων οι οποίες να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να προσαρμόζουν ευθύς εξαρχής την παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων ή την παροχή των υπηρεσιών στις διαστάσεις της Ένωσης. Μεταξύ των νομικών μέσων που θα έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους οι επιχειρήσεις για τους ως άνω σκοπούς, ενδείκνυνται ιδιαιτέρως τα σήματα με τα οποία μπορούν να προσδιορίζουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους κατά τρόπο ενιαίο στο σύνολο της Ένωσης, ανεξαρτήτως συνόρων.

(4)

Για να συνεχιστεί η επιδίωξη των προαναφερθέντων ενωσιακών στόχων, εμφανίζεται ως αναγκαίο να προβλεφθεί ενωσιακό καθεστώς σημάτων το οποίο θα παρέχει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα να αποκτούν, σύμφωνα με ενιαία διαδικασία, σήματα της ΕΕ τα οποία θα προστατεύονται κατά τρόπο ενιαίο και θα παράγουν τα αποτελέσματά τους σε όλο το έδαφος της Ένωσης. Η αρχή του ενιαίου χαρακτήρα του σήματος της ΕΕ θα πρέπει να ισχύει εφόσον ο παρών κανονισμός δεν προβλέπει άλλως.

(5)

Η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών δεν είναι δυνατόν να άρει το εμπόδιο του εδαφικού περιορισμού των δικαιωμάτων τα οποία οι νομοθεσίες των κρατών μελών παρέχουν στους δικαιούχους σημάτων. Προκειμένου να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να ασκήσουν χωρίς εμπόδια την οικονομική τους δραστηριότητα στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να είναι δυνατή η καταχώριση σημάτων που διέπονται από ενιαίο ενωσιακό δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.

(6)

Η εμπειρία από τότε που καθιερώθηκε το σύστημα του κοινοτικού σήματος έχει δείξει ότι οι επιχειρήσεις από το εσωτερικό της Ένωσης και από τρίτες χώρες έχουν αποδεχθεί το σύστημα, το οποίο συνιστά επιτυχή και βιώσιμη συμπληρωματική και εναλλακτική λύση για την προστασία των σημάτων σε επίπεδο κρατών μελών.

(7)

Το ενωσιακό δίκαιο περί σημάτων δεν αντικαθιστά, εντούτοις, τα δίκαια περί σημάτων των κρατών μελών. Πράγματι, δεν υπάρχει λόγος να υποχρεωθούν οι επιχειρήσεις να καταθέτουν τα σήματά τους ως σήματα της ΕΕ.

(8)

Τα εθνικά σήματα εξακολουθούν να είναι αναγκαία για τις επιχειρήσεις που δεν επιθυμούν προστασία των σημάτων τους σε ενωσιακό επίπεδο ή που αδυνατούν να εξασφαλίσουν προστασία σε επίπεδο Ένωσης, ενώ η εθνική προστασία δεν προσκρούει σε εμπόδια. Θα πρέπει να επαφίεται σε κάθε πρόσωπο που επιδιώκει την προστασία σήματος να αποφασίσει αν θα επιδιώξει προστασία του σήματος ως εθνικού σήματος σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή μόνον ως σήματος της ΕΕ ή και τα δύο.

(9)

Το δικαίωμα επί του σήματος της ΕΕ αποκτάται μόνο διά καταχωρίσεως η οποία δεν γίνεται αποδεκτή, ιδίως εάν το σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα, αν είναι παράνομο ή αν υπάρχουν αντίθετα προγενέστερα δικαιώματα.

(10)

Θα πρέπει να επιτρέπεται η παράσταση ενός σημείου σε οιαδήποτε κατάλληλη μορφή με τη χρήση γενικώς διαθέσιμης τεχνολογίας και άρα όχι κατ' ανάγκη με γραφικά μέσα, εφόσον η αναπαράσταση είναι σαφής, ακριβής, αυτοτελής, εύκολα προσβάσιμη, κατανοητή, χρονικά σταθερή και αντικειμενική.

(11)

Η προστασία που συνεπάγεται το σήμα της ΕΕ και η οποία αποσκοπεί ιδίως στην εξασφάλιση της λειτουργίας του σήματος ως σημείου προέλευσης, θα πρέπει να είναι απόλυτη στην περίπτωση ταυτότητας μεταξύ αφενός του σήματος και του σημείου και αφετέρου των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Η προστασία θα πρέπει να ισχύει επίσης στην περίπτωση ομοιότητας μεταξύ αφενός του σήματος και του σημείου και αφετέρου των προϊόντων ή υπηρεσιών. Η έννοια της ομοιότητας ενδείκνυται να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον κίνδυνο σύγχυσης. Ο κίνδυνος σύγχυσης, η εκτίμηση του οποίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και ιδίως από το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά, από τη σύνδεση που μπορεί να γίνει με το χρησιμοποιηθέν ή καταχωρισθέν σημείο, από το βαθμό της ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των σημαινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών, θα πρέπει να αποτελεί την ειδική προϋπόθεση της προστασίας.

(12)

Για την κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της πλήρους συνέπειας με την αρχή της προτεραιότητας, βάσει της οποίας προγενέστερο καταχωρισμένο σήμα προηγείται του μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι η επιβολή των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα της ΕΕ δεν πρέπει να θίγει τα δικαιώματα των δικαιούχων τα οποία έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της ΕΕ. Η αρχή αυτή συνάδει με το άρθρο 16 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου της 15ης Απριλίου 1994.

(13)

Μπορεί να υπάρξει σύγχυση ως προς την εμπορική πηγή από την οποία προέρχονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, όταν μια εταιρεία χρησιμοποιεί σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με εμπορική επωνυμία κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται σύνδεσμος μεταξύ της εταιρείας που φέρει την επωνυμία αυτή και των προϊόντων ή υπηρεσιών που προέρχονται από αυτή. Επομένως, η παραβίαση σήματος της ΕΕ θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τη χρήση του σημείου ως εμπορικής επωνυμίας ή παρόμοιας ένδειξης, εφόσον η χρήση γίνεται για τη διάκριση προϊόντων ή υπηρεσιών ως προς την εμπορική τους προέλευση.

(14)

Προκειμένου να κατοχυρωθούν η ασφάλεια δικαίου και η πλήρης συμβατότητα με την ειδική νομοθεσία της Ένωσης, ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δικαιούται να απαγορεύει σε τρίτους τη χρήση ενός σημείου σε συγκριτική διαφήμιση, εφόσον αυτή η συγκριτική διαφήμιση αντίκειται στην οδηγία 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(15)

Για τη διασφάλιση της προστασίας των σημάτων και την αποτελεσματική καταπολέμηση της απομίμησης, και συμφώνως προς τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ένωσης στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ιδίως βάσει του άρθρου V της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT) για την ελευθερία διαμετακόμισης και, όσον αφορά τα γενόσημα φάρμακα, συμφώνως προς τη «Δήλωση για τη συμφωνία TRIPS και τη δημόσια υγεία», που εγκρίθηκε κατά την Υπουργική διάσκεψη του ΠΟΕ στην Ντόχα στις 14 Νοεμβρίου 2001, ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ θα πρέπει να δικαιούται να εμποδίζει τρίτους να εισάγουν προϊόντα, στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών, στην Ένωση, χωρίς να έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εκεί, όταν τα προϊόντα αυτά προέρχονται από τρίτες χώρες και φέρουν, χωρίς σχετική άδεια, σήμα ταυτόσημο ή κατ' ουσία ταυτόσημο με το καταχωρισμένο σήμα της ΕΕ για τα εν λόγω προϊόντα.

(16)

Προς αυτόν τον σκοπό, θα πρέπει να επιτρέπεται για τους δικαιούχους σημάτων της ΕΕ η παρεμπόδιση της εισόδου παράνομων προϊόντων και της υπαγωγής τους σε όλα τα τελωνειακά καθεστώτα, περιλαμβανομένων της διαμετακόμισης, της μεταφόρτωσης, της αποθήκευσης, των ελευθέρων ζωνών, της προσωρινής αποθήκευσης, της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή της προσωρινής εισαγωγής, επίσης όταν τα εν λόγω προϊόντα δεν προορίζονται προς διάθεση στην αγορά της Ένωσης. Κατά τη διεξαγωγή των τελωνειακών ελέγχων, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να ασκούν τις εξουσίες και τις διαδικασίες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), επίσης κατόπιν αιτήσεως των δικαιούχων. Ειδικότερα, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να διεξάγουν τους σχετικούς ελέγχους βάσει κριτηρίων ανάλυσης κινδύνου.

(17)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική επιβολή των δικαιωμάτων επί του σήματος και ταυτόχρονα να μην παρεμποδίζεται η ελεύθερη ροή του εμπορίου νομίμων προϊόντων, το δικαίωμα του δικαιούχου σήματος της ΕΕ παύει να υφίσταται σε περίπτωση που, στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ («δικαστήριο σημάτων της ΕΕ») που είναι αρμόδιο να λάβει απόφαση επί της ουσίας σχετικά με την προσβολή του σήματος της ΕΕ, ο διασαφιστής ή ο κάτοχος των προϊόντων μπορεί να αποδείξει ότι ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να απαγορεύει τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά στη χώρα τελικού προορισμού.

(18)

Το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 608/2013 προβλέπει ότι δικαιούχος ευθύνεται για ζημίες έναντι του κατόχου των προϊόντων εφόσον, μεταξύ άλλων, αποδεικνύεται μεταγενέστερα ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

(19)

Θα πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η διέλευση των γενόσημων φαρμάκων. Σε σχέση με τις διεθνείς κοινόχρηστες ονομασίες (ΔΚΟ) ως διεθνώς αναγνωρισμένες γενικές ονομασίες για τις δραστικές ουσίες των φαρμακευτικών σκευασμάτων, είναι ζωτικής σημασίας να ληφθούν δεόντως υπόψη οι υφιστάμενοι περιορισμοί σχετικά με την επίδραση των δικαιωμάτων επί του σήματος της ΕΕ. Κατά συνέπεια, ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δεν θα πρέπει να δικαιούται να εμποδίζει τρίτους να εισάγουν προϊόντα στην Ένωση χωρίς να έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε αυτήν, με βάση τις ομοιότητες μεταξύ των ΔΚΟ για τη δραστική ουσία στα φάρμακα και το εμπορικό σήμα.

(20)

Προκειμένου να είναι σε θέση οι δικαιούχοι των σημάτων της ΕΕ να καταπολεμούν αποτελεσματικά την απομίμηση, θα πρέπει να δικαιούνται να απαγορεύουν την επίθεση παράνομου σήματος σε προϊόντα, καθώς και προπαρασκευαστικές ενέργειες πριν από την επίθεση του σήματος.

(21)

Τα αποκλειστικά δικαιώματα που παρέχει το σήμα της ΕΕ δεν θα πρέπει να επιτρέπουν στον δικαιούχο να απαγορεύει τη χρήση σημείων ή ενδείξεων από τρίτους με θεμιτό τρόπο και σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο. Προκειμένου να διασφαλισθούν ισότιμοι όροι για τις εμπορικές επωνυμίες και τα σήματα της ΕΕ σε περίπτωση συγκρούσεων, δεδομένου ότι συνήθως παρέχεται απεριόριστη προστασία στις εμπορικές επωνυμίες έναντι των μεταγενέστερων σημάτων, αυτή η χρήση θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει μόνο τη χρήση του προσωπικού ονόματος του τρίτου. Επιπλέον, θα πρέπει να περιλαμβάνει την άδεια χρήσης περιγραφικών ή μη διακριτικών σημείων ή ενδείξεων εν γένει. Επιπλέον, ο δικαιούχος δεν θα πρέπει να δικαιούται να εμποδίζει τη θεμιτή και έντιμη χρήση του σήματος της ΕΕ για τον προσδιορισμό ή την αναφορά σε προϊόντα ή υπηρεσίες όπως εκείνα/-ες του δικαιούχου. Η χρήση σήματος από τρίτους, για να επισημανθεί στους καταναλωτές η μεταπώληση αυθεντικών προϊόντων που είχαν πωληθεί αρχικά στην Ένωση από τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ ή με τη συγκατάθεσή του, θα πρέπει να θεωρείται εύλογη, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι ταυτόχρονα σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο. Η χρήση σήματος από τρίτους για σκοπούς καλλιτεχνικής έκφρασης θα πρέπει να θεωρείται θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι ταυτόχρονα σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία και το εμπόριο. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο που να εξασφαλίζει τον πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και ιδίως της ελευθερίας έκφρασης.

(22)

Όπως προκύπτει από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, είναι σημαντικό ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ να μην μπορεί να απαγορεύει τη χρήση του από τρίτον για προϊόντα που έχουν τεθεί σε εμπορία στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, υπό το σήμα αυτό, από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του, εκτός αν νόμιμοι λόγοι αιτιολογούν το να αντιταχθεί ο δικαιούχος στην περαιτέρω διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο.

(23)

Προκειμένου να κατοχυρωθεί η ασφάλεια δικαίου και να διασφαλιστούν τα δικαιώματα εκ σημάτων που έχουν αποκτηθεί νομίμως, ενδείκνυται και επιβάλλεται να προβλεφθεί, χωρίς να θίγεται η αρχή ότι το μεταγενέστερο σήμα δεν αντιτάσσεται στο προγενέστερο, ότι οι δικαιούχοι σημάτων της ΕΕ δεν δικαιούνται να εμποδίζουν τη χρήση μεταγενέστερου σήματος εάν αυτό αποκτήθηκε σε χρονική στιγμή κατά την οποία το προγενέστερο σήμα δεν μπορούσε να του αντιταχθεί.

(24)

Δικαιολογείται να προστατεύονται τα σήματα της ΕΕ και, έναντι αυτών, κάθε σήμα το οποίο έχει καταχωρισθεί προγενέστερα, μόνον εφόσον τα σήματα αυτά πράγματι χρησιμοποιούνται.

(25)

Για λόγους ίσης μεταχείρισης και ασφάλειας δικαίου, η χρήση σήματος της ΕΕ υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία, τα οποία όμως δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή θα πρέπει να επαρκεί για τη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχονται, ανεξαρτήτως εάν το σήμα στη μορφή που χρησιμοποιείται είναι επίσης καταχωρισμένο.

(26)

Το σήμα της ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ως αντικείμενο κυριότητας, το οποίο υφίσταται χωριστά από την επιχείρηση της οποίας τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες σημαίνει. Θα πρέπει να μπορεί να μεταβιβάζεται, να είναι δυνατόν να συσταθεί επ' αυτού ενέχυρο υπέρ τρίτου ή να παραχωρείται η χρήση του με άδεια.

(27)

Το δίκαιο των σημάτων το οποίο θεσπίζει ο παρών κανονισμός απαιτεί, για κάθε σήμα, τη λήψη διοικητικών εκτελεστικών μέτρων, σε ενωσιακό επίπεδο. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο, ενώ θα διατηρηθεί η υπάρχουσα διάρθρωση των οργάνων της Ένωσης και η ισορροπία των εξουσιών, να προβλεφθεί ένα Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Γραφείο»), ανεξάρτητο σε τεχνικό επίπεδο, το οποίο να έχει επαρκή νομική, διοικητική και οικονομική αυτονομία. Προς το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο και σκόπιμο το Γραφείο να έχει χαρακτήρα οργανισμού της Ένωσης, ο οποίος να έχει τη νομική προσωπικότητα και να ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει ο παρών κανονισμός, στα πλαίσια του ενωσιακού δικαίου και χωρίς να θίγονται οι αρμοδιότητες που ασκούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.

(28)

Η προστασία του σήματος της ΕΕ παρέχεται για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες των οποίων η φύση και ο αριθμός καθορίζουν την έκταση της προστασίας που παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να θεσπισθούν στον παρόντα κανονισμό κανόνες σχετικά με τον προσδιορισμό και την ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών και να κατοχυρωθούν η ασφάλεια δικαίου και η χρηστή διοίκηση, με την απαίτηση τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες ζητείται η προστασία του σήματος να προσδιορίζονται από τον καταθέτη με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές και οι οικονομικοί φορείς, με βάση αποκλειστικά την αίτηση, να προσδιορίσουν την έκταση της επιδιωκόμενης προστασίας. Η χρήση γενικών όρων θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει μόνον όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται σαφώς από την κυριολεκτική έννοια του όρου. Στους δικαιούχους σημάτων της ΕΕ τα οποία, λόγω της πρακτικής του Γραφείου προ της 22ας Ιουνίου 2012 ήσαν, καταχωρισμένα για ολόκληρο τον τίτλο μιας κλάσης του συστήματος ταξινόμησης το οποίο καθιερώθηκε με τη Συμφωνία της Νίκαιας που αφορά τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα να προσαρμόσουν τους καταλόγους των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, ώστε να διασφαλιστεί ότι το περιεχόμενο του μητρώου πληροί τα απαιτούμενα πρότυπα σαφήνειας και ακρίβειας, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(29)

Προκειμένου να αποφεύγονται περιττές καθυστερήσεις κατά την καταχώριση σήματος της ΕΕ, ενδείκνυται να θεσπισθεί καθεστώς προαιρετικής διεξαγωγής έρευνας, είτε σε επίπεδο σημάτων της ΕΕ είτε σε επίπεδο εθνικών σημάτων, το οποίο θα πρέπει να είναι ευέλικτο όσον αφορά τις ανάγκες και τις προτιμήσεις των χρηστών. Το προαιρετικό καθεστώς έρευνας είτε σε επίπεδο σήματος της ΕΕ είτε σε επίπεδο εθνικών σημάτων θα πρέπει να συμπληρώνεται με τη διάθεση ολοκληρωμένων, γρήγορων και ισχυρών μηχανών αναζήτησης με δωρεάν χρήση από το κοινό, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Γραφείου και των κεντρικών υπηρεσιών διανοητικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ.

(30)

Οι αποφάσεις του Γραφείου πρέπει να εξασφαλίζουν στα ενδιαφερόμενα μέρη νομική προστασία η οποία να προσαρμόζεται στην ιδιομορφία του δικαίου των σημάτων. Προς το σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο να προβλέπεται ότι μπορεί να ασκείται προσφυγή κατά των αποφάσεων των διαφόρων οργάνων λήψης αποφάσεων του Γραφείου. Επί των προσφυγών θα πρέπει να αποφαίνεται τμήμα προσφυγών του Γραφείου. Προσφυγή κατά των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών θα πρέπει να είναι δυνατόν να ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είναι αρμόδιο τόσο για την ακύρωση όσο και για τη μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης απόφασης.

(31)

Για τη διασφάλιση της προστασίας των σημάτων της ΕΕ, πρέπει να ορίζουν τα κράτη μέλη, βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας, το μικρότερο δυνατό αριθμό εθνικών δικαστηρίων πρώτου και δευτέρου βαθμού ως αρμόδια για θέματα παραποίησης/απομίμησης και εγκυρότητας του σήματος της ΕΕ.

(32)

Είναι σημαντικό οι αποφάσεις περί εγκυρότητας και παραποίησης/απομίμησης των σημάτων της ΕΕ να ισχύουν και να καλύπτουν το σύνολο της Ένωσης, δεδομένου ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποφεύγονται αντιφατικές αποφάσεις των δικαστηρίων και του Γραφείου και να μην προσβάλλεται ο ενιαίος χαρακτήρας των σημάτων της ΕΕ. Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις δικαστικές υποθέσεις που αφορούν σήματα της ΕΕ, εκτός εάν προβλέπεται παρέκκλιση από τον παρόντα κανονισμό.

(33)

Θα πρέπει να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων επί αγωγών μεταξύ των ιδίων διαδίκων, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά με βάση σήμα της ΕΕ και παράλληλα εθνικά σήματα. Προς τούτο, τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού, όταν οι αγωγές ασκούνται μέσα στο ίδιο κράτος μέλος, πρέπει να αναζητηθούν στους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες, τους οποίους δεν θίγει ο παρών κανονισμός, ενώ, όταν οι αγωγές ασκούνται σε διαφορετικά κράτη μέλη, μάλλον ενδείκνυνται διατάξεις που θα βασίζονται στους κανόνες περί εκκρεμοδικίας και συνάφειας του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012.

(34)

Για τη σύγκλιση των πρακτικών και την ανάπτυξη κοινών εργαλείων, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί κατάλληλο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ του Γραφείου και των γραφείων διανοητικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ, το οποίο θα καθορίζει τους βασικούς τομείς συνεργασίας και θα παρέχει στο Γραφείο τη δυνατότητα να συντονίζει τα σχετικά κοινά σχέδια που ενδιαφέρουν την Ένωση και τα κράτη μέλη και να χρηματοδοτεί, μέχρις ενός μέγιστου ποσού, αυτά τα σχέδια. Αυτές οι δραστηριότητες συνεργασίας αναμένεται να είναι επωφελείς για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν συστήματα σημάτων στην Ευρώπη. Για τους χρήστες του ενωσιακού καθεστώτος που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό, τα προγράμματα, και ιδίως οι βάσεις δεδομένων για σκοπούς έρευνας και διαβούλευσης, θα πρέπει να παρέχουν πρόσθετα, περιεκτικά, αποδοτικά και δωρεάν εργαλεία, για τη συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις που απορρέουν από τον ενιαίο χαρακτήρα του σήματος της ΕΕ.

(35)

Επιδιώκεται η διευκόλυνση της φιλικής, ταχείας και αποτελεσματικής επίλυσης διαφορών μέσω της ανάθεσης στο Γραφείο της ίδρυσης κέντρου διαμεσολάβησης, οι υπηρεσίες του οποίου θα μπορούσαν να αξιοποιούνται από κάθε πρόσωπο που επιθυμεί φιλική διευθέτηση διαφοράς που άπτεται των σημάτων της ΕΕ και των κοινοτικών σχεδίων μέσω αμοιβαίας συμφωνίας.

(36)

Η δημιουργία του συστήματος σημάτων της ΕΕ οδήγησε σε αυξημένη οικονομική επιβάρυνση των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας και λοιπών υπηρεσιών των κρατών μελών. Τα πρόσθετα έξοδα συνδέονται με τη διαχείριση μεγαλύτερου αριθμού διαδικασιών ανακοπής ή κήρυξης της ακυρότητας σημάτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ΕΕ ή διαδικασιών που κινούνται από δικαιούχους τέτοιων σημάτων, με τις δραστηριότητες ενημέρωσης σχετικά με το σύστημα σημάτων της ΕΕ, καθώς και με δραστηριότητες για τη διασφάλιση της επιβολής των δικαιωμάτων επί του σήματος της ΕΕ. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι το Γραφείο αντισταθμίζει εν μέρει τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται τα κράτη μέλη προκειμένου να εκτελέσουν τον ρόλο τους στην εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του συστήματος σημάτων της ΕΕ. Η καταβολή της εν λόγω αντιστάθμισης θα πρέπει να εξαρτάται από την υποβολή, από τα κράτη μέλη, των σχετικών στατιστικών δεδομένων. Η αντιστάθμιση των εξόδων δεν θα πρέπει να είναι τόσο υψηλή ώστε να προκαλέσει δημοσιονομικό έλλειμμα στο Γραφείο.

(37)

Για να εξασφαλισθεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία του Γραφείου, κρίνεται αναγκαίο να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό του οποίου τα έσοδα θα περιλαμβάνουν κυρίως το προϊόν των οφειλόμενων από τους χρήστες του συστήματος τελών. Ωστόσο, η ενωσιακή διαδικασία επί του προϋπολογισμού εξακολουθεί να ισχύει όσον αφορά τις ενδεχόμενες επιδοτήσεις που βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης. Πρέπει, εξάλλου, ο έλεγχος των λογαριασμών να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(38)

Για λόγους ορθής δημοσιονομικής διαχείρισης, θα πρέπει να αποφεύγεται η συσσώρευση σημαντικών δημοσιονομικών πλεονασμάτων από το Γραφείο. Ο κανόνας αυτός δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη διατήρηση αποθεματικού από το Γραφείο, το οποίο θα καλύπτει ένα έτος των λειτουργικών του δαπανών, ώστε να εξασφαλίζονται η συνέχεια των εργασιών του και η εκτέλεση των καθηκόντων του. Το εν λόγω αποθεματικό θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για να εξασφαλιστεί η συνέχιση της εκτέλεσης των καθηκόντων του Γραφείου, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(39)

Δεδομένης της ουσιώδους σημασίας των ποσών των τελών που καταβάλλονται στο Γραφείο για τη λειτουργία του συστήματος σημάτων της ΕΕ και της συμπληρωματικής σχέσης του τελευταίου με τα συστήματα εθνικών σημάτων, είναι αναγκαίος ο άμεσος καθορισμός των εν λόγω ποσών στον παρόντα κανονισμό σε παράρτημα. Τα ποσά των τελών θα πρέπει να καθοριστούν σε επίπεδο που να διασφαλίζει, πρώτον, την καταρχήν επάρκεια των σχετικών εσόδων προκειμένου να είναι ισορροπημένος ο προϋπολογισμός του Γραφείου, δεύτερον, τη συνύπαρξη και τη συμπληρωματικότητα μεταξύ του συστήματος σημάτων της ΕΕ και των συστημάτων εθνικών σημάτων, λαμβανομένων επίσης υπόψη του μεγέθους της αγοράς που καλύπτει το σήμα της ΕΕ και των αναγκών των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, και, τρίτον, την αποτελεσματική επιβολή των δικαιωμάτων των δικαιούχων σημάτων της ΕΕ στα κράτη μέλη.

(40)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποδοτική, η αποτελεσματική και η ταχεία εξέταση και καταχώριση των αιτήσεων σήματος της ΕΕ από το Γραφείο με βάση διαδικασίες διαφανείς, εμπεριστατωμένες, αμερόληπτες και δίκαιες, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), για να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία άσκησης και εξέτασης της ανακοπής και τις διαδικασίες που θα διέπουν την τροποποίηση της αίτησης.

(41)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το σήμα της ΕΕ μπορεί να ανακληθεί ή κηρυχθεί άκυρο με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο μέσω διαφανών, ενδελεχών, εύλογων και ισότιμων διαδικασιών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό των διαδικασιών έκπτωσης και κήρυξης της ακυρότητας.

(42)

Για την αποτελεσματική, αποδοτική και πλήρη επανεξέταση των αποφάσεων του Γραφείου από τα τμήματα προσφυγών, με διαφανή, ολοκληρωμένη, δίκαιη και ισότιμη διαδικασία, η οποία λαμβάνει υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες σχετικά με το τυπικό περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής, τη διαδικασία για την άσκηση και την εξέταση μιας προσφυγής, το τυπικό περιεχόμενο και τη μορφή των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών, όπως και την επιστροφή των τελών προσφυγής.

(43)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή, αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία του συστήματος σημάτων της ΕΕ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό των απαιτήσεων σχετικά με τα στοιχεία της προφορικής διαδικασίας και τις λεπτομέρειες της αποδεικτικής διαδικασίας, τις λεπτομέρειες της κοινοποίησης, τα μέσα κοινοποίησης και τα έντυπα που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους διαδίκους, τους κανόνες περί υπολογισμού και τη διάρκεια των προθεσμιών, τις διαδικασίες για την ανάκληση απόφασης ή την ακύρωση καταχώρισης στο μητρώο, τις λεπτομέρειες της επανάληψης της διαδικασίας, καθώς και τις λεπτομέρειες σχετικά με την εκπροσώπηση ενώπιον του Γραφείου.

(44)

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική οργάνωση των τμημάτων προσφυγών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες οργάνωσης των εν λόγω τμημάτων.

(45)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική καταχώριση διεθνών εμπορικών σημάτων, σε πλήρη συμφωνία με τους κανόνες του πρωτοκόλλου που αφορά τη συμφωνία της Μαδρίτης σχετικά με τη διεθνή καταχώριση σημάτων, που συνήφθη στη Μαδρίτη στις 27 Ιουνίου 1989 (εφεξής «Πρωτόκολλο της Μαδρίτης»), θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για τον προσδιορισμό των λεπτομερειών σχετικά με τις διαδικασίες για την άσκηση και την εξέταση ανακοπής καθώς και τις σχετικές κοινοποιήσεις που πρέπει να απευθύνονται στον Παγκόσμιο Οργανισμό Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ), και τις λεπτομέρειες της διαδικασίας για τις διεθνείς καταχωρίσεις με βάση βασική αίτηση ή βασική καταχώριση που αφορά συλλογικό σήμα, σήμα πιστοποίησης ή σήμα εγγύησης.

(46)

ίναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ακόμα και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στην διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (10). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

(47)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες σχετικά με τις αιτήσεις σημάτων, άλλα αιτήματα, τα πιστοποιητικά, τις διεκδικήσεις, τις ρυθμίσεις, τις κοινοποιήσεις και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τις σχετικές διαδικαστικές προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και τους ανώτατους συντελεστές των εξόδων που είναι απαραίτητα για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας και στα οποία πράγματι υπεβλήθη ο ενδιαφερόμενος, τις λεπτομέρειες σχετικά με τις δημοσιεύσεις στο δελτίο σημάτων της ΕΕ και την Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου, τις λεπτομέρειες για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Γραφείου και των εθνικών αρχών, λεπτομερείς ρυθμίσεις όσον αφορά τη μετάφραση των δικαιολογητικών εγγράφων στη γραπτή διαδικασία, τον ακριβή καθορισμό των αποφάσεων που πρέπει να λαμβάνονται από ένα μόνο μέλος του τμήματος ανακοπών ή ακυρότητας, τις λεπτομέρειες σχετικά με την υποχρέωση κοινοποίησης βάσει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, και λεπτομερείς απαιτήσεις όσον αφορά την αίτηση για εδαφική επέκταση μετά τη διεθνή καταχώριση. Οι παραπάνω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11).

(48)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σήμα της ΕΕ

1.   Τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών, τα οποία καταχωρίζονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ο παρών κανονισμός, καλούνται εφεξής σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («σήμα της ΕΕ»).

2.   Το σήμα της ΕΕ έχει ενιαίο χαρακτήρα. Παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση: δεν δύναται να καταχωρισθεί, να μεταβιβασθεί, να γίνει αντικείμενο παραίτησης, ή απόφασης περί έκπτωσης του δικαιούχου εκ των δικαιωμάτων του ή περί ακυρότητος, ούτε να απαγορευθεί η χρήση του, παρά μόνο για ολόκληρη την Ένωση. Η αρχή αυτή ισχύει, εκτός αντιθέτου διατάξεως του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Γραφείο

1.   Ιδρύεται Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Γραφείο»).

2.   Κάθε αναφορά στο Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (Εμπορικά Σήματα, Σχέδια και Υποδείγματα) που περιλαμβάνεται στο ενωσιακό δίκαιο νοείται ως αναφορά στο Γραφείο.

Άρθρο 3

Ικανότητα δικαίου

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, εξομοιούνται προς νομικά πρόσωπα οι εταιρείες και λοιπές νομικές οντότητες οι οποίες, σύμφωνα με το δίκαιο στο οποίο υπόκεινται, έχουν την ικανότητα, ιδίω ονόματι, να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κάθε είδους, να συμβάλλονται ή να διενεργούν άλλες δικαιοπραξίες και να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΔΙΚΑΙΟ ΣΗΜΑΤΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμός και κτήση του σήματος της ΕΕ

Άρθρο 4

Σημεία συστατικά του σήματος της ΕΕ

Το σήμα της ΕΕ μπορεί να συνίσταται από σημεία, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων ονομάτων προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμούς, χρώματα, το σχήμα των προϊόντων ή της συσκευασίας τους, ή ήχους, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά:

α)

είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων· και

β)

μπορούν να αναπαρίστανται στο μητρώο των σημάτων της ΕΕ («μητρώο») κατά τρόπο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στο κοινό να προσδιορίζουν το ακριβές αντικείμενο της προστασίας που παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος.

Άρθρο 5

Δικαιούχοι σημάτων της ΕΕ

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων δημοσίου δικαίου, δύναται να είναι δικαιούχος σήματος της ΕΕ.

Άρθρο 6

Τρόπος κτήσεως του σήματος της ΕΕ

Το σήμα της ΕΕ αποκτάται με την καταχώριση.

Άρθρο 7

Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου

1.   Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:

α)

τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4·

β)

τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

γ)

τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

δ)

τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου·

ε)

τα σημεία που συνίστανται αποκλειστικά:

i)

από το σχήμα, ή άλλο χαρακτηριστικό, που προκύπτει από την ίδια τη φύση του προϊόντος,

ii)

από το σχήμα, ή άλλο χαρακτηριστικό του προϊόντος, που είναι απαραίτητο για την επίτευξη τεχνικού αποτελέσματος,

iii)

από το σχήμα, ή άλλο χαρακτηριστικό που προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν·

στ)

τα σήματα που αντίκεινται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη·

ζ)

τα σήματα που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν το κοινό, για παράδειγμα ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

η)

τα σήματα τα οποία, ελλείψει αδείας των αρμόδιων αρχών, δεν γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 6β της σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας («η σύμβαση των Παρισίων»)·

θ)

τα σήματα που περιλαμβάνουν διακριτικά σύμβολα, εμβλήματα ή θυρεούς εκτός αυτών του άρθρου 6β της σύμβασης των Παρισίων και που είναι ιδιαίτερου δημοσίου συμφέροντος, εκτός εάν έχει επιτραπεί η καταχώρισή τους από τις αρμόδιες αρχές·

ι)

τα σήματα που εξαιρούνται από την καταχώριση δυνάμει ενωσιακής νομοθεσίας ή του εθνικού δικαίου ή διεθνών συμφωνιών στις οποίες η Ένωση ή το οικείο κράτος μέλος είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων·

ια)

τα σήματα που εξαιρούνται από την καταχώριση δυνάμει ενωσιακής νομοθεσίας ή διεθνών συμφωνιών στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία παραδοσιακών ενδείξεων των οίνων·

ιβ)

τα σήματα που εξαιρούνται από την καταχώριση δυνάμει ενωσιακής νομοθεσίας ή διεθνών συμφωνιών στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των εγγυημένων παραδοσιακών ιδιότυπων προϊόντων·

ιγ)

τα σήματα που αποτελούνται από ή αναπαράγουν στα βασικά τους στοιχεία προγενέστερη ονομασία φυτικής ποικιλίας καταχωρισμένη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή το εθνικό δίκαιο ή τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ένωση ή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι συμβαλλόμενο μέρος, όπου προβλέπεται η προστασία των δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών και τα οποία σχετίζονται με φυτικές ποικιλίες του ιδίου είδους ή στενά συγγενικών ειδών.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Ένωσης.

3.   Η παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) δεν εφαρμόζεται αν το σήμα έχει αποκτήσει για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται η καταχώριση διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης που του έχει γίνει.

Άρθρο 8

Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου

1.   Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:

α)

εάν ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία ζητείται το σήμα, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα·

β)

εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως «προγενέστερα σήματα» νοούνται:

α)

τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης σήματος της ΕΕ, αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας, για τα σήματα αυτά και τα οποία ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

i)

σήματα της ΕΕ ·

ii)

σήματα καταχωρισμένα σε κράτος μέλος ή όσον αφορά το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ·

iii)

σήματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης, η οποία ισχύει σε ένα κράτος μέλος·

iv)

σήματα που έχουν καταχωρισθεί δυνάμει διεθνών διευθετήσεων οι οποίες ισχύουν στην Ένωση ·

β)

οι αιτήσεις σημάτων που αναφέρονται στο στοιχείο α), υπό την επιφύλαξη της καταχώρισής τους·

γ)

τα σήματα τα οποία, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης σήματος της ΕΕ ή, ενδεχομένως, την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης σήματος της ΕΕ, ήσαν παγκοίνως γνωστά σε ένα κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 6α της σύμβασης των Παρισίων.

3.   Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του σήματος, η καταχώριση σήματος της ΕΕ είναι απαράδεκτη όταν τη ζητάει ο ειδικός πληρεξούσιος ή ο αντιπρόσωπος του δικαιούχου του σήματος, ιδίω ονόματι και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, εκτός εάν ο εν λόγω ειδικός πληρεξούσιος ή αντιπρόσωπος δικαιολογήσει την πράξη του.

4.   Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου του μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου το οποίο δεν έχει μόνον τοπική ισχύ, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση, στις περιπτώσεις και στο βαθμό που σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σημείο αυτό:

α)

δικαιώματα επί του εν λόγω σημείου έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης σήματος της ΕΕ ή, ενδεχομένως, πριν από την ημερομηνία της προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης σήματος της ΕΕ·

β)

το εν λόγω σημείο παρέχει στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος.

5.   Κατόπιν ανακοπής από τον δικαιούχο καταχωρισμένου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το κατατεθειμένο σήμα δεν καταχωρίζεται εάν ταυτίζεται ή ομοιάζει με προγενέστερο σήμα, ανεξαρτήτως εάν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται ταυτίζονται, ομοιάζουν ή δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου σήματος της ΕΕ, το σήμα χαίρει φήμης στην Ένωση ή, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα χαίρει φήμης στο οικείο κράτος μέλος και η χρησιμοποίηση του κατατεθειμένου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα ήταν επιζήμια για τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού.

6.   Κατόπιν ανακοπής από οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο το εφαρμοστέο δίκαιο επιτρέπει την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ονομασία προέλευσης ή τη γεωγραφική ένδειξη, το κατατεθειμένο σήμα δεν καταχωρίζεται εφόσον και στον βαθμό που, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή το εθνικό δίκαιο περί προστασίας των ονομασιών προέλευσης ή των γεωγραφικών ενδείξεων:

i)

είχε ήδη υποβληθεί αίτηση για ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή το εθνικό δίκαιο πριν από την ημερομηνία της αίτησης καταχώρισης του σήματος της ΕΕ ή την ημερομηνία της διεκδίκησης προτεραιότητας για την αίτηση αυτή, με την επιφύλαξη της μεταγενέστερης καταχώρισης της ονομασίας προέλευσης ή της γεωγραφικής ένδειξης·

ii)

η εν λόγω ονομασία προέλευσης ή η γεωγραφική ένδειξη παρέχει το δικαίωμα απαγόρευσης της χρήσης μεταγενέστερου σήματος.

ΤΜΗΜΑ 2

Αποτελέσματα του σήματος της ΕΕ

Άρθρο 9

Δικαιώματα που παρέχει το σήμα της ΕΕ

1.   Με την καταχώριση σήματος της ΕΕ παρέχονται στον δικαιούχο αποκλειστικά δικαιώματα επ' αυτού.

2.   Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της ΕΕ, ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος της ΕΕ δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο που δεν έχει τη συγκατάθεσή του να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές για προϊόντα ή υπηρεσίες, οποιοδήποτε σημείο εφόσον:

α)

το σημείο είναι ταυτόσημο με το σήμα της ΕΕ και χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ή προϊόντα που ταυτίζονται με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ·

β)

το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα της ΕΕ και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται ή ομοιάζουν με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ, εάν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού· στον κίνδυνο σύγχυσης περιλαμβάνεται ο κίνδυνος συσχέτισης του σημείου και του σήματος·

γ)

το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα της ΕΕ, ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται, ομοιάζουν ή δεν ομοιάζουν με προϊόντα ή υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ, εφόσον το εν λόγω σήμα χαίρει φήμης στην Ένωση και η χρησιμοποίηση του σημείου χωρίς εύλογη αιτία θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος της ΕΕ ή θα ήταν επιζήμια για τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού.

3.   Τα ακόλουθα, ειδικότερα, είναι δυνατόν να απαγορεύονται δυνάμει της παραγράφου 2:

α)

η επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της συσκευασίας των εν λόγω προϊόντων·

β)

η προσφορά των προϊόντων, η εμπορία ή η αποθήκευσή τους προς τους σκοπούς αυτούς ή η προσφορά ή η παροχή υπηρεσιών υπό το σημείο αυτό·

γ)

η εισαγωγή ή εξαγωγή των προϊόντων υπό το σημείο αυτό·

δ)

η χρησιμοποίηση του σημείου ως εμπορικού ονόματος ή εταιρικής επωνυμίας ή ως μέρους εμπορικού ονόματος ή εταιρικής επωνυμίας·

ε)

η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση·

στ)

η χρησιμοποίηση του σημείου σε συγκριτική διαφήμιση κατά τρόπο που αντίκειται στην οδηγία 2006/114/ΕΚ.

4.   Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της ΕΕ, ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος της ΕΕ έχει επίσης δικαίωμα να εμποδίζει τρίτους να εισάγουν, στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών, προϊόντα στην Ένωση χωρίς να έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εκεί, όταν τα προϊόντα αυτά, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας, προέρχονται από τρίτες χώρες και φέρουν, χωρίς σχετική άδεια, σήμα το οποίο είναι ταυτόσημο με το καταχωρισμένο σήμα της ΕΕ των εν λόγω προϊόντων ή το οποίο δεν διακρίνεται ως προς τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του από το εν λόγω σήμα.

Το δικαίωμα του δικαιούχου σήματος της ΕΕ δυνάμει του πρώτου εδαφίου παύει να υφίσταται εάν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών εξακρίβωσης τυχόν παραβίασης του σήματος της ΕΕ, οι οποίες κινούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 608/2013, ο διασαφιστής ή ο κάτοχος των προϊόντων παράσχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να απαγορεύει τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά στη χώρα τελικού προορισμού.

Άρθρο 10

Δικαίωμα απαγόρευσης προπαρασκευαστικών πράξεων σχετικά με τη χρήση συσκευασίας ή άλλων μέσων

Όταν υφίσταται κίνδυνος η συσκευασία, οι ετικέτες, οι πινακίδες, οι διατάξεις ασφαλείας ή γνησιότητας ή οι συσκευές ή άλλα μέσα επί των οποίων τοποθετείται το σήμα να χρησιμοποιηθούν για προϊόντα ή υπηρεσίες, και παρόμοια χρήση θα συνιστούσε παραβίαση των δικαιωμάτων δικαιούχου σήματος της ΕΕ βάσει του άρθρου 9 παράγραφοι 2 και 3, ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος έχει το δικαίωμα να απαγορεύει τις ακόλουθες πράξεις εάν διεξάγονται στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών:

α)

επίθεση σημείου που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το σήμα της ΕΕ στη συσκευασία, τις ετικέτες, τις πινακίδες, τις διατάξεις ασφαλείας ή γνησιότητας ή σε συσκευές ή σε άλλα μέσα επί των οποίων μπορεί να τοποθετηθεί το σήμα·

β)

προσφορά ή διάθεση στην αγορά ή αποθήκευση για τους σκοπούς αυτούς ή εισαγωγή ή εξαγωγή συσκευασίας, ετικετών, πινακίδων διατάξεων ασφαλείας ή γνησιότητας ή συσκευών ή άλλων μέσων επί των οποίων τοποθετείται το σήμα.

Άρθρο 11

Ημερομηνία από την οποία τα δικαιώματα αντιτάσσονται κατά τρίτων

1.   Τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα της ΕΕ αντιτάσσονται κατά τρίτων από την ημερομηνία δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματος.

2.   Δύναται να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσίευσης αίτησης καταχώρισης σήματος της ΕΕ, εφόσον οι ενέργειες αυτές θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχώρισης του σήματος και λόγω αυτής της δημοσίευσης.

3.   Το επιλαμβανόμενο δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί της ουσίας πριν δημοσιευθεί η καταχώριση.

Άρθρο 12

Ανατύπωση του σήματος της ΕΕ σε λεξικό

Αν η ανατύπωση του σήματος της ΕΕ σε λεξικό, εγκυκλοπαίδεια ή παρόμοιο έργο αναφοράς δημιουργεί την εντύπωση ότι αποτελεί την κοινή ονομασία των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα, ο εκδότης, μετά από αίτηση του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ, μεριμνά ώστε, κατά την επόμενη έκδοση του έργου το αργότερο, η ανατύπωση του σήματος να συνοδεύεται από ένδειξη ότι πρόκειται για καταχωρισμένο σήμα.

Άρθρο 13

Απαγόρευση της χρήσης του σήματος της ΕΕ το οποίο έχει καταχωρισθεί επ' ονόματι ειδικού πληρεξουσίου ή αντιπροσώπου

Αν ένα σήμα της ΕΕ έχει καταχωρισθεί επ' ονόματι του ειδικού πληρεξουσίου ή του αντιπροσώπου εκείνου ο οποίος είναι δικαιούχος του σήματος αυτού, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, ο δικαιούχος δικαιούται να αντιταχθεί στη χρήση του σήματός του από τον ειδικό πληρεξούσιό του ή τον αντιπρόσωπό του, εφόσον δεν είχε επιτρέψει τη χρήση αυτή, εκτός εάν ο εν λόγω ειδικός πληρεξούσιος ή αντιπρόσωπος δικαιολογήσει την πράξη του.

Άρθρο 14

Περιορισμός των αποτελεσμάτων του σήματος της ΕΕ

1.   Το σήμα της ΕΕ δεν παρέχει στο δικαιούχο το δικαίωμα να απαγορεύει σε τρίτο να χρησιμοποιεί στις εμπορικές συναλλαγές:

α)

το όνομα ή τη διεύθυνσή του, όταν ο τρίτος είναι φυσικό πρόσωπο·

β)

σημεία ή ενδείξεις που δεν έχουν διακριτικό χαρακτήρα ή αφορούν το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, τον χρόνο παραγωγής των προϊόντων ή παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά των προϊόντων ή των υπηρεσιών·

γ)

το σήμα της ΕΕ για τον σκοπό του προσδιορισμού ή της αναφοράς σε προϊόντα ή υπηρεσίες όπως εκείνα του δικαιούχου του εν λόγω σήματος, ιδίως εάν η χρήση του εν λόγω σήματος είναι αναγκαία προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, και κυρίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον όταν η χρήση από τους τρίτους είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.

Άρθρο 15

Αποδυνάμωση του δικαιώματος που παρέχει το σήμα της ΕΕ

1.   Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα της ΕΕ δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος έχει νόμιμους λόγους να αντιταχθεί στη μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων, ιδίως όταν η κατάσταση των προϊόντων μεταβάλλεται ή αλλοιούται μετά τη διάθεσή τους στο εμπόριο.

Άρθρο 16

Προστασία του δικαιούχου μεταγενέστερα καταχωρισμένου σήματος σε διαδικασίες προσβολής

1.   Στις διαδικασίες για προσβολή, ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερα καταχωρισμένου σήματος της ΕΕ, εφόσον το μεταγενέστερο σήμα δεν κηρύσσεται άκυρο κατ' εφαρμογή του άρθρου 60 παράγραφος 1, 3 ή 4, του άρθρου 61 παράγραφος 1 ή 2, ή του άρθρου 64 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

2.   Στις διαδικασίες για προσβολή, ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερα καταχωρισμένου εθνικού σήματος εφόσον το μεταγενέστερα καταχωρισμένο εθνικό σήμα δεν κηρύσσεται άκυρο δυνάμει του άρθρου 8, ή του άρθρου 9 παράγραφος 1 ή 2, ή του άρθρου 46 παράγραφος 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12).

3.   Όταν ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερα καταχωρισμένου σήματος βάσει της παραγράφου 1 ή 2, ο δικαιούχος του μεταγενέστερα καταχωρισμένου σήματος δεν δικαιούται να απαγορεύσει τη χρήση του προγενέστερου σήματος της ΕΕ στις διαδικασίες για προσβολή.

Άρθρο 17

Συμπληρωματική εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε θέματα παραποίησης/απομίμησης

1.   Τα αποτελέσματα του σήματος της ΕΕ καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Κατά τα λοιπά, οι προσβολές σήματος της ΕΕ διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Χ.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει την άσκηση αγωγών σχετικά με σήμα της ΕΕ βάσει του δικαίου των κρατών μελών, ιδίως περί αστικής ευθύνης και αθέμιτου ανταγωνισμού.

3.   Οι εφαρμοστέοι κανόνες διαδικασίας καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Χ.

ΤΜΗΜΑ 3

Χρήση του σήματος της ΕΕ

Άρθρο 18

Χρήση του σήματος της ΕΕ

1.   Εάν, εντός προθεσμίας πέντε ετών από την καταχώριση, ο δικαιούχος δεν έχει κάνει ουσιαστική χρήση του σήματος της ΕΕ μέσα στην Ένωση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό έχει καταχωρισθεί, ή εάν έχει αναστείλει τη χρήση του επί μια συνεχή πενταετία, το σήμα της ΕΕ υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός εάν υπάρχει εύλογος αιτία για τη μη χρήση.

Κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, ως χρήση θεωρείται επίσης:

α)

χρήση του σήματος της ΕΕ υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία τα οποία δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή, ανεξαρτήτως εάν το σήμα στη μορφή που χρησιμοποιείται είναι επίσης καταχωρισμένο στο όνομα του δικαιούχου·

β)

επίθεση του σήματος της ΕΕ σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους στην Ένωση, με αποκλειστικό προορισμό την εξαγωγή.

2.   Η χρήση του σήματος της ΕΕ με τη συγκατάθεση του δικαιούχου θεωρείται ότι γίνεται από τον δικαιούχο.

ΤΜΗΜΑ 4

Το σήμα της ΕΕ ως αντικείμενο κυριότητας

Άρθρο 19

Εξομοίωση του σήματος της ΕΕ με το εθνικό σήμα

1.   Εκτός εάν άλλως προβλέπουν τα άρθρα 20 έως 28, το σήμα της ΕΕ ως αντικείμενο κυριότητας θεωρείται στο σύνολό του, και για το σύνολο του εδάφους της Ένωσης, ως εθνικό σήμα καταχωρισμένο στο κράτος μέλος στο οποίο, σύμφωνα με το μητρώο:

α)

ο δικαιούχος έχει την έδρα ή την κατοικία του κατά την κρίσιμη ημερομηνία·

β)

εάν δεν εφαρμόζεται το στοιχείο α), ο δικαιούχος έχει εγκατάσταση κατά την κρίσιμη ημερομηνία.

2.   Όσον αφορά τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στην παράγραφο 1, το κράτος μέλος που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο είναι το κράτος μέλος όπου εδρεύει το Γραφείο.

3.   Εάν περισσότερα του ενός πρόσωπα έχουν εγγραφεί στο μητρώο ως συνδικαιούχοι, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται στον πρώτο αναγραφόμενο δικαιούχο· άλλως, εφαρμόζεται στους επόμενους συνδικαιούχους με τη σειρά της εγγραφής τους. Αν η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε κανέναν από τους συνδικαιούχους, εφαρμόζεται η παράγραφος 2.

Άρθρο 20

Μεταβίβαση

1.   Το σήμα της ΕΕ δύναται να μεταβιβαστεί, για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης.

2.   Η μεταβίβαση της επιχείρησης στο σύνολό της συνεπάγεται και τη μεταβίβαση του σήματος της ΕΕ, εκτός αν, σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη μεταβίβαση, υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή αυτό προκύπτει σαφώς από τις περιστάσεις. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στη συμβατική υποχρέωση μεταβίβασης της επιχείρησης.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η εκχώρηση του σήματος της ΕΕ ενεργείται εγγράφως και η σύμβαση πρέπει να υπογράφεται από τους συμβαλλόμενους, εκτός αν προκύπτει από δικαστική απόφαση· εν ελλείψει, η εκχώρηση είναι άκυρη.

4.   Μετά από αίτηση ενός των συμβαλλομένων, η μεταβίβαση σημειώνεται στο μητρώο και δημοσιεύεται.

5.   Η αίτηση για εγγραφή της μεταβίβασης πρέπει να περιέχει πληροφορίες που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του σήματος της ΕΕ, του νέου δικαιούχου, των προϊόντων και των υπηρεσιών που αφορά η μεταβίβαση, καθώς και αποδεικτικά έγγραφα της μεταβίβασης, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3. Η αίτηση μπορεί να περιλαμβάνει επίσης, εφόσον απαιτείται, πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του αντιπροσώπου του νέου δικαιούχου.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες προσδιορίζουν:

α)

το λεπτομερές περιεχόμενο της αίτησης εγγραφής μεταβίβασης·

β)

το είδος των εγγράφων που απαιτούνται για την απόδειξη της μεταβίβασης, λαμβανομένων υπόψη των συμφωνιών του εγγεγραμμένου δικαιούχου και του διαδόχου·

γ)

τα στοιχεία σχετικά με την επεξεργασία των αιτήσεων για τις μερικές μεταβιβάσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες στην απομένουσα καταχώριση και τη νέα καταχώριση δεν αλληλεπικαλύπτονται και ότι καταρτίζεται χωριστός φάκελος, με νέο αριθμό καταχώρισης, για τη νέα καταχώριση.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

7.   Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εγγραφή της μεταβίβασης, όπως προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 ή στις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6, το Γραφείο ενημερώνει τον καταθέτη για τις διαπιστωθείσες ελλείψεις. Αν οι ελλείψεις δεν θεραπευθούν μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, τότε το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση εγγραφής της μεταβίβασης.

8.   Είναι δυνατή η υποβολή μιας μόνον αίτησης εγγραφής μεταβίβασης για δύο ή περισσότερα σήματα, υπό την προϋπόθεση ότι ο εγγεγραμμένος δικαιούχος και ο διάδοχος συμπίπτουν σε όλες τις περιπτώσεις.

9.   Οι παράγραφοι 5 έως 8 εφαρμόζονται επίσης στα κατατεθειμένα σήματα της ΕΕ.

10.   Σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης, κάθε αίτηση που υποβάλλεται από τον αρχικό δικαιούχο και εκκρεμεί ως προς την αρχική καταχώριση θεωρείται ότι εκκρεμεί ως προς την απομένουσα καταχώριση και τη νέα καταχώριση. Όταν αυτή η αίτηση υπόκειται σε καταβολή τελών και τα τέλη αυτά έχουν καταβληθεί από τον αρχικό δικαιούχο, ο νέος δικαιούχος δεν υποχρεούται να καταβάλει πρόσθετα τέλη σχετικά με την αίτηση αυτή.

11.   Εφόσον η μεταβίβαση δεν έχει σημειωθεί στο μητρώο, ο διάδοχος δεν μπορεί να προβάλει δικαιώματα που απορρέουν από την καταχώριση του σήματος της ΕΕ.

12.   Όταν υπάρχουν προθεσμίες που πρέπει να τηρηθούν έναντι του Γραφείου, ο διάδοχος μπορεί να υποβάλει στο Γραφείο τις προβλεπόμενες προς τούτο δηλώσεις, αφ' ης στιγμής τούτο παρέλαβε την αίτηση καταχώρισης της μεταβίβασης.

13.   Όλα τα έγγραφα που χρήζουν κοινοποίησης στον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 98, απευθύνονται στο πρόσωπο το οποίο έχει καταχωρισθεί με την ιδιότητα του δικαιούχου.

Άρθρο 21

Μεταβίβαση σήματος που έχει καταχωριστεί στο όνομα πληρεξουσίου

1.   Εάν ένα σήμα της ΕΕ έχει καταχωριστεί στο όνομα του πληρεξουσίου ή του αντιπροσώπου του δικαιούχου του σήματος χωρίς την άδεια του δικαιούχου, ο δικαιούχος δικαιούται να ζητήσει την υπέρ αυτού μεταβίβαση του σήματος της ΕΕ, εκτός εάν ο εν λόγω πληρεξούσιος ή ο αντιπρόσωπος αιτιολογήσει την πράξη του.

2.   Ο δικαιούχος μπορεί να υποβάλει αίτηση μεταβίβασης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:

α)

στο Γραφείο, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο β), αντί αίτησης ακυρότητας·

β)

σε δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («δικαστήριο σημάτων της ΕΕ»), όπως αναφέρεται στο άρθρο 123, αντί για ανταγωγή περί ακυρότητας βάσει του άρθρου 128 παράγραφος 1.

Άρθρο 22

Εμπράγματα δικαιώματα

1.   Το σήμα της ΕΕ δύναται να ενεχυριασθεί ή να αποτελέσει αντικείμενο άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, ανεξάρτητα από την επιχείρηση.

2.   Κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των μερών, τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή η μεταβίβαση των εν λόγω δικαιωμάτων εγγράφονται στο μητρώο και δημοσιεύονται.

3.   Εγγραφή στο μητρώο που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2 ακυρώνεται ή τροποποιείται κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών.

Άρθρο 23

Αναγκαστική εκτέλεση

1.   Επί του σήματος της ΕΕ χωρεί αναγκαστική εκτέλεση.

2.   Αποκλειστική αρμοδιότητα για τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί σήματος της ΕΕ έχουν τα δικαστήρια και οι αρχές του κράτους μέλους που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 19.

3.   Η αναγκαστική εκτέλεση σημειώνεται στο μητρώο και δημοσιεύεται, κατ' αίτηση ενός των μερών.

4.   Εγγραφή στο μητρώο που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 ακυρώνεται ή τροποποιείται κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών.

Άρθρο 24

Διαδικασία αφερεγγυότητας

1.   Η μόνη διαδικασία αφερεγγυότητας στην οποία μπορεί να συμπεριληφθεί ένα σήμα της ΕΕ είναι εκείνη που κινήθηκε στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ο οφειλέτης έχει το κύριο κέντρο των συμφερόντων του.

Ωστόσο, στην περίπτωση που ο οφειλέτης είναι ασφαλιστική επιχείρηση ή πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζονται αντιστοίχως στην οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), και στην οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), η μόνη διαδικασία αφερεγγυότητας στην οποία μπορεί να συμπεριληφθεί ένα σήμα της ΕΕ είναι εκείνη που κινήθηκε στο κράτος μέλος όπου έχει δοθεί άδεια λειτουργίας αυτής της επιχείρησης ή του ιδρύματος.

2.   Σε περίπτωση κοινού δικαιώματος ενός σήματος της ΕΕ, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται στο μερίδιο του συνδικαιούχου.

3.   Όταν σήμα της ΕΕ συμπεριλαμβάνεται σε διαδικασία αφερεγγυότητας, σχετική σημείωση καταχωρίζεται στο μητρώο και δημοσιεύεται στο δελτίο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπεται από το άρθρο 116, κατ' αίτηση της αρμόδιας εθνικής αρχής.

Άρθρο 25

Άδεια χρήσης

1.   Είναι δυνατόν να παραχωρηθούν άδειες χρήσης σήματος της ΕΕ για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωρισθεί και για το σύνολο ή τμήμα της Ένωσης. Οι άδειες χρήσης μπορεί να είναι αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές.

2.   Ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ μπορεί να επικαλεσθεί τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα αυτό κατά του έχοντος την άδεια ο οποίος παραβιάζει ρήτρα της σύμβασης για την παραχώρηση της άδειας χρήσης όσον αφορά:

α)

τη διάρκειά της·

β)

τη μορφή υπό την οποία μπορεί, σύμφωνα με την καταχώριση, να χρησιμοποιηθεί το σήμα·

γ)

τη φύση των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει παραχωρηθεί η άδεια·

δ)

το έδαφος στο οποίο επιτρέπεται η επίθεση του σήματος· ή

ε)

την ποιότητα των προϊόντων που κατασκευάζει ή των υπηρεσιών που παρέχει ο έχων την άδεια.

3.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της σύμβασης για την παραχώρηση άδειας χρήσης, ο έχων την άδεια δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για παραποίηση/απομίμηση σήματος της ΕΕ μόνο με τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος αυτού. Πάντως, ο κάτοχος αποκλειστικής άδειας δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο εάν, μετά από όχληση, ο ίδιος ο δικαιούχος του σήματος δεν προσφύγει στο δικαστήριο για παραποίηση/απομίμηση σήματος της ΕΕ εντός ευλόγου προθεσμίας.

4.   Ο έχων την άδεια δικαιούται να παρέμβει στη διαδικασία για παραποίηση/απομίμηση που έχει κινήσει ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ προκειμένου να επιτύχει επανόρθωση της ζημίας που υπέστη ο ίδιος.

5.   Η παραχώρηση ή η μεταβίβαση άδειας χρήσης σήματος της ΕΕ σημειώνεται στο μητρώο και δημοσιεύεται, κατ' αίτηση ενός των συμβαλλομένων.

6.   Εγγραφή στο μητρώο που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 5 ακυρώνεται ή τροποποιείται κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών.

Άρθρο 26

Διαδικασία εγγραφής αδειών χρήσης και λοιπών δικαιωμάτων στο μητρώο

1.   Οι παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 20 και οι κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει αυτών, καθώς και το άρθρο 20 παράγραφος 8 ισχύουν κατ' αναλογία στην καταχώριση εμπράγματου δικαιώματος ή της μεταβίβασης εμπράγματου δικαιώματος κατά το άρθρο 22 παράγραφος 2, αναγκαστικής εκτέλεσης κατά το άρθρο 23 παράγραφος 3, συμμετοχής σε διαδικασία αφερεγγυότητας κατά το άρθρο 24 παράγραφος 3, καθώς και για την εγγραφή ή τη μεταβίβαση άδειας χρήσης κατά το άρθρο 25 παράγραφος 5, με την επιφύλαξη των ακολούθων:

α)

η απαίτηση ταυτοποίησης των προϊόντων και των υπηρεσιών που αφορά η μεταβίβαση δεν ισχύει για την αίτηση εγγραφής εμπράγματου δικαιώματος, αναγκαστικής εκτέλεσης ή διαδικασίας αφερεγγυότητας·

β)

η απαίτηση σχετικά με τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη μεταβίβαση δεν ισχύει όταν η αίτηση υποβάλλεται από τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ.

2.   Η αίτηση εγγραφής δικαιωμάτων προβλεπόμενων στην παράγραφο 1 θεωρείται ως μη κατατεθείσα μέχρις ότου καταβληθούν τα απαιτούμενα τέλη.

3.   Η αίτηση εγγραφής άδειας είναι δυνατόν να περιλαμβάνει αίτηση για μνεία στο μητρώο ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα στοιχεία της άδειας:

α)

αποκλειστική άδεια·

β)

υποάδεια όταν η άδεια χορηγείται από κάτοχο άδειας εγγεγραμμένης στο μητρώο·

γ)

άδεια που είναι περιορισμένη μόνο σε τμήμα των προϊόντων ή των υπηρεσιών ως προς τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα·

δ)

άδεια περιορισμένη μόνο σε τμήμα της Ένωσης·

ε)

προσωρινή άδεια.

Στην περίπτωση που κατατίθεται αίτηση για εγγραφή μιας άδειας με μνεία των στοιχείων γ), δ) και ε) του πρώτου εδαφίου, η αίτηση εγγραφής της άδειας αναφέρει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες καθώς και το τμήμα της Ένωσης και τη χρονική περίοδο για την οποία χορηγείται η άδεια.

4.   Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής που προβλέπονται στα άρθρα 22 έως 25, στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου και στους άλλους εφαρμοστέους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το Γραφείο ενημερώνει τον καταθέτη για τις διαπιστωθείσες παρατυπίες. Εάν οι παρατυπίες αυτές δεν θεραπευθούν εντός της προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, τότε αυτό απορρίπτει την αίτηση εγγραφής.

5.   Οι παράγραφοι 1 και 3 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις καταθέσεις σημάτων της ΕΕ.

Άρθρο 27

Αποτελέσματα έναντι τρίτων

1.   Οι δικαιοπραξίες που αφορούν σήμα της ΕΕ στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 20, 22 και 25, παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων σε όλα τα κράτη μέλη μόνον μετά την εγγραφή τους στο μητρώο. Εντούτοις, παράγουν αποτελέσματα και πριν από την εγγραφή τους, έναντι των τρίτων οι οποίοι απέκτησαν μεν δικαιώματα επί του σήματος μετά την ημερομηνία της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ήταν όμως εν γνώσει αυτής κατά την ημερομηνία κτήσης των δικαιωμάτων τους.

2.   Η παράγραφος 1 δεν ισχύει έναντι προσώπου το οποίο αποκτά σήμα της ΕΕ ή δικαίωμα επί σήματος της ΕΕ κατόπιν μεταβίβασης ολόκληρης της επιχείρησης ή με άλλο είδος καθολικής διαδοχής.

3.   Τα αποτελέσματα έναντι των τρίτων των δικαιοπραξιών που αναφέρονται στο άρθρο 23 διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους που καθορίζεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 19.

4.   Μέχρι να τεθούν σε ισχύ μεταξύ των κρατών μελών κοινές διατάξεις για την πτώχευση, τα αποτελέσματα έναντι τρίτων πτωχευτικής ή άλλης ανάλογης διαδικασίας διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το πρώτον κινήθηκε η διαδικασία αυτή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή τις οικείες εφαρμοστέες συμβάσεις.

Άρθρο 28

Η αίτηση σήματος της ΕΕ ως αντικείμενο κυριότητας

Τα άρθρα 19 έως 27 εφαρμόζονται στις αιτήσεις σήματος της ΕΕ.

Άρθρο 29

Διαδικασία ακύρωσης ή τροποποίησης της εγγραφής στο μητρώο αδειών χρήσης και άλλων δικαιωμάτων

1.   Η εγγραφή που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ακυρώνεται ή τροποποιείται κατ' αίτηση ενός των ενδιαφερομένων.

2.   Η αίτηση περιλαμβάνει τον αριθμό καταχώρισης του σχετικού σήματος της ΕΕ και τις λεπτομέρειες του δικαιώματος για το οποίο υποβάλλεται αίτηση ακύρωσης ή τροποποίησης της εγγραφής.

3.   Η αίτηση ακύρωσης άδειας, εμπράγματου δικαιώματος ή αναγκαστικής εκτέλεσης δεν θεωρείται ότι έχει κατατεθεί έως ότου καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος.

4.   Η αίτηση συνοδεύεται από έγγραφα που καταδεικνύουν ότι το εγγεγραμμένο δικαίωμα δεν υφίσταται πλέον ή ότι ο κάτοχος της άδειας χρήσης ή ο κάτοχος άλλου δικαιώματος συναινεί στην ακύρωση ή την τροποποίηση της εγγραφής.

5.   Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ακύρωση ή τροποποίηση της εγγραφής, το Γραφείο ενημερώνει τον καταθέτη για τις παρατυπίες. Εάν οι παρατυπίες δεν θεραπευθούν εντός της ταχθείσας από το Γραφείο προθεσμίας, αυτό απορρίπτει την αίτηση ακύρωσης ή τροποποίησης της εγγραφής.

6.   Οι παράγραφοι 1 έως 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις εγγραφές που γίνονται στους φακέλους σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 5.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΙΤΗΣΗ ΣΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΕ

ΤΜΗΜΑ 1

Κατάθεση της αίτησης και απαιτούμενες προϋποθέσεις

Άρθρο 30

Κατάθεση της αίτησης

1.   Η αίτηση σήματος της ΕΕ κατατίθεται στο Γραφείο.

2.   Το Γραφείο δίδει αμελλητί στον καταθέτη απόδειξη παραλαβής η οποία αναφέρει τουλάχιστον τον αριθμό πρωτοκόλλου, περιέχει απεικόνιση, περιγραφή ή κατ' άλλον τρόπο προσδιορισμό του σήματος, το είδος και τον αριθμό των δικαιολογητικών και την ημερομηνία παραλαβής τους. Η απόδειξη παραλαβής μπορεί να εκδίδεται με ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 31

Προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση

1.   Η αίτηση σήματος της ΕΕ πρέπει να περιλαμβάνει:

α)

αίτημα καταχώρισης του σήματος της ΕΕ ·

β)

τα στοιχεία ταυτότητας του καταθέτη·

γ)

τον κατάλογο των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες ζητείται η καταχώριση·

δ)

παράσταση του σήματος που να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 4 στοιχείο β).

2.   Η αίτηση σήματος της ΕΕ συνεπάγεται την καταβολή του τέλους αίτησης που καλύπτει μια κλάση προϊόντων ή υπηρεσιών και, κατά περίπτωση, ενός ή περισσοτέρων τελών ανά κλάση για κάθε κλάση προϊόντων και υπηρεσιών πέραν της πρώτης και, ενδεχομένως, του τέλους έρευνας.

3.   Επιπλέον των προϋποθέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, η αίτηση σήματος της ΕΕ πρέπει να πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές προβλέπουν την ηλεκτρονική αναπαράσταση του σήματος, ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να καθορίσει το μορφότυπο και το μέγιστο μέγεθος ενός τέτοιου ηλεκτρονικού αρχείου.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της αίτησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει στο άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 32

Ημερομηνία κατάθεσης

Ως ημερομηνία κατάθεσης αίτησης σήματος της ΕΕ θεωρείται η ημερομηνία κατά την οποία τα έγγραφα που περιέχουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 κατατίθενται στο Γραφείο από τον καταθέτη, με την επιφύλαξη της καταβολής του τέλους αιτήσεως εντός μηνός από την κατάθεση των ανωτέρω εγγράφων.

Άρθρο 33

Προσδιορισμός και ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών

1.   Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται καταχώριση σήματος ταξινομούνται σύμφωνα με το σύστημα ταξινόμησης που καθιερώθηκε με τη συμφωνία της Νίκαιας που αφορά τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957 («Ταξινόμηση της Νίκαιας»).

2.   Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η προστασία του σήματος ταυτοποιούνται από τον καταθέτη με επαρκή σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές και οι οικονομικοί φορείς, αποκλειστικά σε αυτή τη βάση, να προσδιορίσουν την έκταση της επιδιωκόμενης προστασίας.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, μπορούν να χρησιμοποιούνται οι γενικές ενδείξεις που περιλαμβάνονται στους τίτλους των κλάσεων της Ταξινόμησης της Νίκαιας ή άλλοι γενικοί όροι, εφόσον ανταποκρίνονται στα απαιτούμενα πρότυπα σαφήνειας και ακρίβειας που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

4.   Το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση ως προς τις ενδείξεις ή τους όρους που είναι ασαφείς ή ανακριβείς, όταν ο καταθέτης δεν προτείνει αποδεκτή διατύπωση εντός προθεσμίας που ορίζεται προς τούτο από το Γραφείο.

5.   Η χρήση γενικών όρων, όπου συμπεριλαμβάνονται οι γενικές ενδείξεις των τίτλων των κλάσεων της Ταξινόμησης της Νίκαιας, θεωρείται ότι περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που καλύπτονται σαφώς από την κυριολεκτική έννοια της ένδειξης ή του όρου. Η χρήση αυτών των όρων ή ενδείξεων δεν θεωρείται ότι περιλαμβάνει προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν μπορούν να νοηθούν κατά την ανωτέρω έννοια.

6.   Όταν ο καταθέτης ζητεί καταχώριση για περισσότερες από μία κλάσεις, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες ομαδοποιούνται από τον καταθέτη ανάλογα με τις κλάσεις της Ταξινόμησης της Νίκαιας, με τον αριθμό της κλάσης στην οποία ανήκει κάθε ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών πριν από τη συγκεκριμένη ομάδα, και παρατίθενται με τη σειρά των κλάσεων.

7.   Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες δεν θεωρούνται παρεμφερή επειδή εμφανίζονται στην ίδια κλάση σύμφωνα με την Ταξινόμηση της Νίκαιας. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες δεν θεωρούνται διαφορετικά επειδή εμφανίζονται σε διαφορετικές κλάσεις σύμφωνα με την Ταξινόμηση της Νίκαιας.

8.   Δικαιούχοι σημάτων της ΕΕ για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση πριν από τις 22 Ιουνίου 2012 και είναι καταχωρισμένα σε σχέση με ολόκληρο τον τίτλο κλάσης της Νίκαιας μπορούν να δηλώσουν ότι η πρόθεσή τους, κατά την ημερομηνία κατάθεσης, ήταν να επιδιώξουν την προστασία προϊόντων ή υπηρεσιών πέραν εκείνων που καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια του τίτλου της κλάσης αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που έχουν ούτως προσδιορισθεί περιλαμβάνονταν στον αλφαβητικό κατάλογο της εν λόγω κλάσης σύμφωνα με την ισχύουσα, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, έκδοση της Ταξινόμησης της Νίκαιας.

Η δήλωση υποβάλλεται στο Γραφείο έως τις 24 Σεπτεμβρίου 2016 και αναφέρει, με σαφή, ακριβή και συγκεκριμένο τρόπο, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, πλην εκείνων που καλύπτονται σαφώς από την κυριολεκτική έννοια των ενδείξεων του τίτλου της κλάσης, που κάλυπτε αρχικά η πρόθεση του δικαιούχου. Το Γραφείο λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για την ανάλογη τροποποίηση του μητρώου. Η δυνατότητα υποβολής δήλωσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 18, του άρθρου 47 παράγραφος 2, του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο α) και του άρθρου 64 παράγραφος 2.

Σήματα της ΕΕ για τα οποία δεν έχει υποβληθεί δήλωση εντός του χρονικού διαστήματος το οποίο αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο θεωρείται ότι επεκτείνονται, από τη λήξη της εν λόγω περιόδου, μόνο στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που καλύπτονται από την κυριολεκτική έννοια των ενδείξεων οι οποίες περιλαμβάνονται στον τίτλο της σχετικής κλάσης.

9.   Οσάκις το μητρώο τροποποιείται, τα αποκλειστικά δικαιώματα που παρέχει το σήμα της ΕΕ δυνάμει του άρθρου 9 δεν απαγορεύουν σε τρίτο να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί ένα εμπορικό σήμα σε σχέση με αγαθά ή υπηρεσίες όταν και στον βαθμό που η χρήση του σήματος για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες:

α)

άρχισε πριν από την τροποποίηση του μητρώου· και

β)

δεν παραβίαζε τα δικαιώματα του δικαιούχου με βάση την κυριολεκτική έννοια του προσδιορισμού των αγαθών και υπηρεσιών στο μητρώο εκείνη τη χρονική στιγμή.

Επιπλέον, η τροποποίηση του καταλόγου των προϊόντων ή υπηρεσιών που καταχωρίζονται στο μητρώο δεν παρέχει στον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ανακοπής ή αίτηση κήρυξης της ακυρότητας μεταγενέστερου σήματος όταν και στον βαθμό που:

α)

το μεταγενέστερο σήμα ήταν σε χρήση ή είχε υποβληθεί αίτηση καταχώρισης του σήματος για προϊόντα ή υπηρεσίες πριν από την τροποποίηση του μητρώου· και

β)

η χρήση του σήματος σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες δεν παραβίαζε ή δεν θα μπορούσε να παραβιάζει τα δικαιώματα του δικαιούχου με βάση την κυριολεκτική έννοια του προσδιορισμού των αγαθών και υπηρεσιών στο μητρώο εκείνη τη χρονική στιγμή.

ΤΜΗΜΑ 2

Προτεραιότητα

Άρθρο 34

Δικαίωμα προτεραιότητας

1.   Ο νομοτύπως καταθέσας αίτηση σήματος σε ένα ή για ένα από τα κράτη μέλη της σύμβασης των Παρισίων ή της συμφωνίας για τη σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ή ο διάδοχός του, έχει δικαίωμα προτεραιότητας προκειμένου να καταθέσει αίτηση σήματος της ΕΕ για το ίδιο σήμα και για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημες ή εμπεριεχόμενες σε εκείνες για τις οποίες έχει κατατεθεί η αίτηση αυτή, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της πρώτης αίτησης.

2.   Αναγνωρίζεται ότι γεννάται δικαίωμα προτεραιότητας από κάθε κατάθεση που ισοδυναμεί με νομότυπη εθνική κατάθεση δυνάμει του εθνικού δικαίου του κράτους στο οποίο πραγματοποιείται, ή δυνάμει διμερών ή πολυμερών συμφωνιών.

3.   Ως νομότυπη εθνική κατάθεση, νοείται κάθε κατάθεση η οποία αρκεί για τη σύσταση της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης, ανεξάρτητα από την τελική τύχη της εν λόγω αίτησης.

4.   Ως πρώτη αίτηση, η ημερομηνία κατάθεσης της οποίας είναι η αφετηρία για την προθεσμία προτεραιότητας, θεωρείται μια μεταγενέστερη αίτηση που έχει κατατεθεί για το ίδιο σήμα, για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες και στο ίδιο ή για το ίδιο κράτος όπως και μια προγενέστερη πρώτη αίτηση, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της μεταγενέστερης αίτησης, η προγενέστερη αίτηση είχε ανακληθεί, εγκαταλειφθεί ή απορριφθεί, χωρίς να έχει εξεταστεί από τις κρατικές αρχές και χωρίς να εξακολουθούν να απορρέουν εξ αυτής δικαιώματα, και χωρίς να έχει ακόμη χρησιμεύσει ως βάση για τη διεκδίκηση του δικαιώματος προτεραιότητας. Η προγενέστερη αίτηση δεν μπορεί πλέον να χρησιμεύσει ως βάση για τη διεκδίκηση του δικαιώματος προτεραιότητας.

5.   Αν η πρώτη κατάθεση έγινε σε κράτος που δεν είναι μέρος της σύμβασης των Παρισίων ή της συμφωνίας για τη σύσταση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, οι παράγραφοι 1 έως 4 εφαρμόζονται μόνον εφόσον το κράτος αυτό, σύμφωνα με δημοσιευμένες διαπιστώσεις, παρέχει, βάσει μιας πρώτης κατάθεσης στο Γραφείο, δικαίωμα προτεραιότητας υπό προϋποθέσεις και με αποτελέσματα ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό. Ο εκτελεστικός διευθυντής ζητεί, όπου είναι αναγκαίο, από την Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα να διερευνήσει κατά πόσον ένα κράτος, κατά την έννοια της πρώτης περιόδου, παρέχει αυτή την αμοιβαία μεταχείριση. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι παρέχεται αμοιβαία μεταχείριση σύμφωνα με την πρώτη περίοδο, δημοσιεύει σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Η παράγραφος 5 ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ανακοίνωσης με την οποία διαπιστώνεται ότι παρέχεται αμοιβαία μεταχείριση, εκτός εάν η ανακοίνωση ορίζει άλλη, προγενέστερη, ημερομηνία για την έναρξη εφαρμογής. Παύει να ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανακοίνωσης της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται ότι δεν παρέχεται πλέον αμοιβαία μεταχείριση, εκτός εάν η ανακοίνωση ορίζει άλλη, προγενέστερη, ημερομηνία για την έναρξη εφαρμογής της.

7.   Οι ανακοινώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 δημοσιεύονται και στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου.

Άρθρο 35

Διεκδίκηση προτεραιότητας

1.   Η αίτηση για διεκδίκηση προτεραιότητας κατατίθεται μαζί με την αίτηση σήματος της ΕΕ και περιλαμβάνει την ημερομηνία, τον αριθμό και τη χώρα της προγενέστερης αίτησης. Τα δικαιολογητικά έγγραφα στα οποία στηρίζεται η διεκδίκηση προτεραιότητας κατατίθενται εντός τριμήνου από την ημερομηνία κατάθεσης.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν το είδος των εγγράφων που πρέπει να υποβάλλονται για τη διεκδίκηση της προτεραιότητας προγενέστερης αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να ορίσει ότι οι πρόσθετες πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που πρέπει να υποβληθούν από τον καταθέτη προς επίρρωση της διεκδίκησης προτεραιότητας μπορεί να είναι λιγότερα από τα απαιτούμενα βάσει των κανόνων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, υπό τον όρο ότι οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στο Γραφείο από άλλες πηγές.

Άρθρο 36

Αποτέλεσμα του δικαιώματος προτεραιότητας

Το αποτέλεσμα του δικαιώματος προτεραιότητας είναι ότι ως ημερομηνία προτεραιότητας θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης του σήματος της ΕΕ, προκειμένου να καθοριστεί το προγενέστερο των δικαιωμάτων.

Άρθρο 37

Ισχύς της ενωσιακής κατάθεσης ως εθνικής κατάθεσης της αίτησης

Η αίτηση σήματος της ΕΕ στην οποία έχει δοθεί ημερομηνία κατάθεσης ισχύει στα κράτη μέλη ως νομότυπη εθνική κατάθεση, λαμβανομένου, ενδεχομένως, υπόψη του δικαιώματος προτεραιότητας που προβάλλεται σε υποστήριξη της αίτησης σήματος της ΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 3

Προτεραιότητα έκθεσης

Άρθρο 38

Προτεραιότητα έκθεσης

1.   Αν ο καταθέτης σήματος της ΕΕ έχει παρουσιάσει προϊόντα ή υπηρεσίες, υπό το κατατεθέν σήμα, σε επίσημη ή επίσημα αναγνωρισμένη διεθνή έκθεση κατά την έννοια της σύμβασης σχετικά με τις διεθνείς εκθέσεις που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 22 Νοεμβρίου 1928 και αναθεωρήθηκε για τελευταία φορά στις 30 Νοεμβρίου 1972, δύναται, εφόσον καταθέσει την αίτηση εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης παρουσίασης στο κοινό των προϊόντων ή υπηρεσιών υπό το κατατεθέν σήμα, να επικαλεσθεί, από αυτή την ημερομηνία, δικαίωμα προτεραιότητας κατά την έννοια του άρθρου 36. Η αίτηση για διεκδίκηση προτεραιότητας κατατίθεται μαζί με την αίτηση σήματος της ΕΕ.

2.   Ο καταθέτης που επιθυμεί να διεκδικήσει προτεραιότητα σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία της παρουσίασης των προϊόντων ή των υπηρεσιών υπό το σήμα για το οποίο έχει κατατεθεί αίτηση εντός τριμήνου από την ημερομηνία κατάθεσης.

3.   Η προτεραιότητα έκθεσης που παρέχεται σε κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος δεν παρατείνει την προθεσμία προτεραιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 34.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες προσδιορίζουν το είδος και τις λεπτομέρειες των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να υποβάλλονται για τη διεκδίκηση προτεραιότητας σε έκθεση σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

ΤΜΗΜΑ 4

Αρχαιότητα εθνικού σήματος

Άρθρο 39

Διεκδίκηση της αρχαιότητας εθνικού σήματος στο πλαίσιο αίτησης σήματος της ΕΕ ή μετά την υποβολή τέτοιας αίτησης

1.   Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος καταχωρισμένου σε ένα κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου σήματος καταχωρισμένου στο έδαφος της Μπενελούξ ή προγενέστερου σήματος που αποτέλεσε αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης με ισχύ σε ένα κράτος μέλος, ο οποίος καταθέτει αίτηση ταυτόσημου σήματος προκειμένου να καταχωρισθεί ως σήμα της ΕΕ για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες είχε καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα ή εμπεριεχόμενες σ' αυτές, δύναται να διεκδικήσει, για το σήμα της ΕΕ, την αρχαιότητα του προγενέστερου σήματος όσον αφορά το κράτος μέλος στο οποίο ή για το οποίο έχει καταχωρισθεί.

2.   Η αίτηση για διεκδίκηση αρχαιότητας κατατίθεται είτε μαζί με την αίτηση σήματος της ΕΕ είτε εντός διμήνου από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, και περιλαμβάνει το ή τα κράτη μέλη στα οποία ή ως προς τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα, τον αριθμό και την ημερομηνία κατάθεσης της καταχώρισης και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα. Σε περίπτωση που στην αίτηση ζητείται η αρχαιότητα ενός ή περισσότερων καταχωρισθέντων προγενέστερων σημάτων, τα έγγραφα προς στήριξη της αίτησης αρχαιότητας κατατίθενται εντός τριμήνου από την ημερομηνία κατάθεσης. Όταν ο καταθέτης διεκδικεί την αρχαιότητα μετά την κατάθεση της αίτησης, τα έγγραφα προς στήριξη της αίτησης αρχαιότητας υποβάλλονται στο Γραφείο εντός τριμήνου από την παραλαβή της αίτησης αρχαιότητας.

3.   Το μοναδικό αποτέλεσμα της αρχαιότητας, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, είναι ότι όταν ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ παραιτηθεί του προγενέστερου σήματος ή το αφήσει να αποσβεσθεί, θεωρείται ότι εξακολουθεί να απολαύει των ιδίων εκείνων δικαιωμάτων που θα είχε αν το προγενέστερο σήμα είχε εξακολουθήσει να είναι καταχωρισμένο.

4.   Η διεκδικούμενη για το σήμα της ΕΕ αρχαιότητα αποσβέννυται όταν το προγενέστερο σήμα, του οποίου διεκδικείται η αρχαιότητα, κηρύσσεται άκυρο ή ο δικαιούχος του κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του. Εάν ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος κηρυχθεί έκπτωτος των δικαιωμάτων του, η αρχαιότητα αποσβέννυται με την προϋπόθεση ότι η έκπτωση από τα δικαιώματα παράγει αποτελέσματα πριν από την ημερομηνία κατάθεσης ή πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της ΕΕ.

5.   Το Γραφείο ενημερώνει το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ ή την κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας του οικείου κράτους μέλους ότι έγινε διεκδίκηση της αρχαιότητας.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον προσδιορισμό του είδους των εγγράφων που απαιτούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, για τη διεκδίκηση της αρχαιότητας εθνικού σήματος ή σήματος καταχωρισμένου βάσει διεθνούς συμφωνίας με ισχύ σε κράτος μέλος. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

7.   Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει ότι τα έγγραφα που πρέπει να προσκομίσει ο καταθέτης προς στήριξη της αίτησης αρχαιότητας μπορεί να είναι λιγότερα από τα απαιτούμενα βάσει των κανόνων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 6, εφόσον οι απαιτούμενες πληροφορίες μπορούν να διατεθούν στο Γραφείο από άλλες πηγές.

Άρθρο 40

Διεκδίκηση αρχαιότητας εθνικού σήματος μετά την καταχώριση σήματος της ΕΕ

1.   Ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ που είναι δικαιούχος ταυτόσημου προγενέστερου σήματος, καταχωρισμένου σε κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου σήματος καταχωρισμένου στο έδαφος της Μπενελούξ ή προγενέστερου ταυτόσημου σήματος που αποτέλεσε αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης με ισχύ σε κράτος μέλος, για προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι ταυτόσημα με εκείνα για τα οποία είχε καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα ή εμπεριεχόμενα σε αυτά, μπορεί να διεκδικήσει την αρχαιότητα του προγενέστερου σήματος όσον αφορά το κράτος μέλος στο οποίο ή για το οποίο έχει καταχωρισθεί.

2.   Η αίτηση για διεκδίκηση αρχαιότητας που κατατίθεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει τον αριθμό καταχώρισης του σήματος της ΕΕ, το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου, το ή τα κράτη μέλη στα οποία ή ως προς τα οποία έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, τον αριθμό και την ημερομηνία κατάθεσης της καταχώρισης και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα και εκείνα για τα οποία διεκδικείται αρχαιότητα, και τα έγγραφα που προβλέπονται στους θεσπιζόμενους βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 6 κανόνες.

3.   Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση της αρχαιότητας, το Γραφείο ενημερώνει τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ σχετικά με τις διαπιστωθείσες ελλείψεις. Αν αυτές δεν θεραπευθούν εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, η αίτηση απορρίπτεται.

4.   Εφαρμόζεται το άρθρο 39 παράγραφοι 3, 4, 5 και 7.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Εξέταση της αίτησης

Άρθρο 41

Εξέταση των προϋποθέσεων της αίτησης

1.   Το Γραφείο εξετάζει:

α)

αν η αίτηση σήματος της ΕΕ πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης ημερομηνίας κατάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 32·

β)

αν η αίτηση σήματος της ΕΕ πληροί τους όρους και τις απαιτήσεις του άρθρου 31 παράγραφος 3·

γ)

αν τα οφειλόμενα, ενδεχομένως, τέλη ανά κλάση έχουν καταβληθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

2.   Αν η αίτηση σήματος της ΕΕ δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, το Γραφείο καλεί τον καταθέτη να διορθώσει τις διαπιστωθείσες παρατυπίες ή να καταβάλει τις οφειλόμενες πληρωμές εντός διμήνου από την παραλαβή της κοινοποίησης.

3.   Εάν δεν διορθωθούν οι παρατυπίες ή δεν καταβληθούν οι πληρωμές που διαπιστώθηκαν κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο α), εντός των ανωτέρω προθεσμιών, η αίτηση δεν εξετάζεται ως αίτηση σήματος της ΕΕ. Εάν ο καταθέτης συμμορφωθεί προς την πρόσκληση του Γραφείου, αυτό χορηγεί ως ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης την ημερομηνία κατά την οποία διορθώθηκαν όλες οι διαπιστωθείσες παρατυπίες ή κατεβλήθησαν οι οφειλόμενες πληρωμές.

4.   Εάν οι παρατυπίες που διαπιστώθηκαν κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο β) δεν διορθωθούν εντός των ταχθεισών προθεσμιών, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση.

5.   Εάν οι πληρωμές που διαπιστώθηκαν κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο γ) δεν καταβληθούν εντός των ταχθεισών προθεσμιών, θεωρείται ότι η αίτηση ανεκλήθη, εκτός αν προκύπτει σαφώς ποιες κλάσεις προϊόντων ή υπηρεσιών προορίζεται να καλύψει το καταβληθέν ποσό. Ελλείψει άλλων κριτηρίων για τον προσδιορισμό των κλάσεων που καλύπτονται, το Γραφείο λαμβάνει υπόψη του τις κλάσεις κατά σειρά ταξινόμησης. Η αίτηση θεωρείται ότι απεσύρθη ως προς τις κλάσεις για τις οποίες δεν έχουν καταβληθεί τα σχετικά τέλη ή δεν έχουν καταβληθεί εξ ολοκλήρου.

6.   Η μη τήρηση των προϋποθέσεων σχετικά με τη διεκδίκηση της προτεραιότητας συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος προτεραιότητας για την αίτηση.

7.   Η μη τήρηση των προϋποθέσεων σχετικά με τη διεκδίκηση της αρχαιότητας ενός εθνικού σήματος, συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος διεκδίκησης για την αίτηση.

8.   Αν οι προβλεπόμενες στα στοιχεία β) και γ) της παραγράφου 1 απαιτήσεις δεν πληρούνται όσον αφορά μέρος μόνο των προϊόντων ή των υπηρεσιών, η αίτηση απορρίπτεται από το Γραφείο ή επέρχεται απώλεια του δικαιώματος προτεραιότητας ή αρχαιότητας μόνον ως προς τα εν λόγω προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Άρθρο 42

Εξέταση των απόλυτων λόγων απαραδέκτου

1.   Εάν η καταχώριση του σήματος είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 7, για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση για το σήμα της ΕΕ, η αίτηση απορρίπτεται για τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες.

2.   Η αίτηση δεν απορρίπτεται προτού δοθεί στον καταθέτη η δυνατότητα να την αποσύρει, να την τροποποιήσει ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Για τον σκοπό αυτό, το Γραφείο κοινοποιεί στον καταθέτη τους λόγους άρνησης της καταχώρισης και τάσσει προθεσμία εντός της οποίας ο καταθέτης δικαιούται να αποσύρει ή να τροποποιήσει την αίτηση ή να υποβάλει παρατηρήσεις. Αν ο καταθέτης δεν αντικρούσει επιτυχώς τους λόγους που εμποδίζουν την καταχώριση της αίτησης, το Γραφείο απορρίπτει την καταχώριση εν όλω ή εν μέρει.

ΤΜΗΜΑ 2

Έρευνα

Άρθρο 43

Έκθεση έρευνας

1.   Το Γραφείο, κατ' αίτηση που υποβάλλει ο καταθέτης του σήματος της ΕΕ όταν καταθέτει την αίτηση, εκπονεί έκθεση έρευνας σημάτων της ΕΕ («έκθεση έρευνας της ΕΕ»), στην οποία αναφέρονται τα ευρεθέντα προγενέστερα σήματα της ΕΕ ή οι ευρεθείσες προγενέστερες αιτήσεις σήματος της ΕΕ που θα μπορούσαν να αντιταχθούν, σύμφωνα με το άρθρο 8, κατά της καταχώρισης του κατατεθειμένου σήματος της ΕΕ.

2.   Εάν, κατά την κατάθεση αίτησης σήματος της ΕΕ, ο καταθέτης ζητήσει έκθεση έρευνας από τις κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, και εφόσον το σχετικό τέλος έρευνας έχει καταβληθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για την καταβολή του τέλους κατάθεσης, το Γραφείο διαβιβάζει αμελλητί αντίγραφο της αίτησης σήματος της ΕΕ στην κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας όλων των κρατών μελών τα οποία έχουν ανακοινώσει στο Γραφείο την απόφασή τους να πραγματοποιούν έρευνα στα δικά τους μητρώα σημάτων σε σχέση με τις αιτήσεις σημάτων της ΕΕ.

3.   Καθεμία από τις κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κοινοποιούν έκθεση έρευνας στην οποία είτε αναφέρονται τα τυχόν προγενέστερα εθνικά σήματα, οι προγενέστερες αιτήσεις εθνικών σημάτων ή τα σήματα που έχουν καταχωρισθεί δυνάμει διεθνών συμφωνιών, οι οποίες ισχύουν στο ή στα οικεία κράτη μέλη η ύπαρξη των οποίων διαπιστώθηκε και τα οποία θα μπορούσαν να αντιταχθούν, σύμφωνα με το άρθρο 8, στην καταχώριση του κατατεθειμένου σήματος της ΕΕ, είτε διαπιστώνεται ότι από την έρευνα δεν προέκυψε καμία ένδειξη τέτοιων δικαιωμάτων.

4.   Το Γραφείο, αφού απευθυνθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο του άρθρου 153 («Διοικητικό Συμβούλιο»), ορίζει το περιεχόμενο και τη λεπτομερή διαδικασία εκπόνησης των εκθέσεων.

5.   Το Γραφείο καταβάλλει ορισμένο ποσό σε κάθε κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας για κάθε έκθεση έρευνας που εκπονείται δυνάμει της παραγράφου 3. Το ποσό αυτό, που είναι το ίδιο για όλες τις κεντρικές υπηρεσίες, ορίζεται από την επιτροπή προϋπολογισμού, με απόφαση λαμβανόμενη με πλειοψηφία τριών τετάρτων από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών.

6.   Το Γραφείο διαβιβάζει στον καταθέτη της αίτησης σήματος της ΕΕ τη ζητηθείσα έκθεση έρευνας της ΕΕ που αφορά τα σήματα της ΕΕ και τυχόν άλλη ζητηθείσα εθνική έκθεση έρευνας την οποία έλαβε.

7.   Όταν δημοσιευθεί η αίτηση σήματος της ΕΕ, το Γραφείο ενημερώνει σχετικά τους δικαιούχους προγενέστερων σημάτων της ΕΕ ή τους καταθέτες προγενέστερων αιτήσεων σημάτων της ΕΕ που αναφέρονται στη σχετική έκθεση έρευνας της ΕΕ. Το ανωτέρω ισχύει ασχέτως αν ο καταθέτης έχει ζητήσει να λάβει την εν λόγω έκθεση έρευνας της ΕΕ, εκτός αν ο δικαιούχος προγενέστερου καταχωρισμένου σήματος ή ο καταθέτης προγενέστερης αίτησης ζητήσει να μη λάβει την κοινοποίηση.

ΤΜΗΜΑ 3

Δημοσίευση της αίτησης

Άρθρο 44

Δημοσίευση της αίτησης

1.   Εάν η αίτηση σήματος της ΕΕ πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δημοσιεύεται για τους σκοπούς του άρθρου 46, εφόσον δεν έχει απορριφθεί βάσει του άρθρου 42. Η δημοσίευση της αίτησης δεν θίγει τις πληροφορίες που έχουν ήδη καταστεί διαθέσιμες στο κοινό με άλλον τρόπο, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή με πράξεις εκδοθείσες δυνάμει αυτού.

2.   Εάν, μετά τη δημοσίευση, η αίτηση απορριφθεί βάσει του άρθρου 42, η απορριπτική απόφαση δημοσιεύεται μόλις καταστεί τελεσίδικη.

3.   Όταν η δημοσίευση της αίτησης περιέχει σφάλματα οφειλόμενα στο Γραφείο, το Γραφείο τα διορθώνει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του καταθέτη και δημοσιεύει τη διόρθωση.

Οι κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 3 εφαρμόζονται κατ' αναλογία όταν ζητείται διόρθωση από τον καταθέτη.

4.   Εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 46 παράγραφος 2 όταν η διόρθωση αφορά τον κατάλογο προϊόντων ή υπηρεσιών ή την αναπαράσταση του σήματος.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της δημοσίευσης της αίτησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

ΤΜΗΜΑ 4

Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή

Άρθρο 45

Παρατηρήσεις τρίτων

1.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και κάθε ομάδα ή φορέας που εκπροσωπεί κατασκευαστές, παραγωγούς, παρόχους υπηρεσιών, εμπόρους ή καταναλωτές, μπορεί να υποβάλει στο Γραφείο γραπτές παρατηρήσεις, εξηγώντας για ποιους λόγους θα πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως η καταχώριση του σήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7.

Τα πρόσωπα και οι ομάδες ή φορείς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν αποτελούν μέρη της ενώπιον του Γραφείου διαδικασίας.

2.   Οι παρατηρήσεις τρίτων υποβάλλονται πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής ή, αν έχει κατατεθεί αίτηση ανακοπής κατά του σήματος, πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης.

3.   Η υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν θίγει το δικαίωμα του Γραφείου να αρχίσει, κατά περίπτωση, την εκ νέου εξέταση των απόλυτων λόγων με ιδία πρωτοβουλία οποτεδήποτε πριν από την καταχώριση.

4.   Οι παρατηρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κοινοποιούνται στον καταθέτη, ο οποίος έχει δικαίωμα να τις σχολιάσει.

Άρθρο 46

Ανακοπή

1.   Κατά της καταχώρισης του σήματος μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση της αίτησης σήματος της ΕΕ, για το λόγο ότι το σήμα δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό προς καταχώριση δυνάμει του άρθρου 8:

α)

στις περιπτώσεις του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 5, από τους δικαιούχους των προγενέστερων σημάτων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8 παράγραφος 2, καθώς και τους κατόχους αδειών χρήσης εφόσον είναι εξουσιοδοτημένοι προς τούτο από τους δικαιούχους των σημάτων αυτών·

β)

στις περιπτώσεις του άρθρου 8 παράγραφος 3, από τους δικαιούχους των σημάτων στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή·

γ)

στις περιπτώσεις του άρθρου 8 παράγραφος 4, από τους δικαιούχους προγενέστερων σημάτων ή σημείων στα οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή, καθώς και από τα πρόσωπα στα οποία το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο επιτρέπει την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων·

δ)

από πρόσωπα που δικαιούνται σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή το εθνικό δίκαιο να ασκούν τα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 6.

2.   Ανακοπή κατά της καταχώρισης του σήματος δύναται επίσης να ασκηθεί, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, σε περίπτωση δημοσίευσης τροποποιημένης αίτησης βάσει του άρθρου 49 παράγραφος 2 δεύτερη φράση.

3.   Η ανακοπή είναι γραπτή και αιτιολογημένη. Θεωρείται δεόντως ασκηθείσα μόνο μετά την καταβολή του τέλους ανακοπής.

4.   Εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, ο ανακόπτων δύναται να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, να προσκομίσει αποδείξεις και να διατυπώσει επιχειρήματα προς υποστήριξη της υποθέσεώς του.

Άρθρο 47

Εξέταση της ανακοπής

1.   Κατά την εξέταση της ανακοπής, το Γραφείο καλεί τους διαδίκους να υποβάλουν παρατηρήσεις, κάθε φορά που τούτο κρίνεται αναγκαίο και εντός προθεσμίας που το ίδιο ορίζει, σχετικά με γνωστοποιήσεις που προέρχονται είτε από τους λοιπούς διαδίκους είτε από το ίδιο.

2.   Μετά από αίτηση του καταθέτη, ο ανακόπτων δικαιούχος προγενέστερου σήματος της ΕΕ οφείλει να αποδείξει ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας κατάθεσης ή της ημερομηνίας προτεραιότητας της αίτησης σήματος της ΕΕ, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος της ΕΕ στην Ένωση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίσθηκε και τα οποία επικαλείται προς αιτιολόγηση της ανακοπής ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση, εφόσον, κατά την ημερομηνία αυτή, το προγενέστερο σήμα της ΕΕ ήταν από πενταετίας τουλάχιστον καταχωρισμένο. Αν δεν αποδειχθούν τα ανωτέρω, η ανακοπή απορρίπτεται. Αν το προγενέστερο σήμα της ΕΕ χρησιμοποιήθηκε για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίσθηκε, τότε, για τους σκοπούς της εξέτασης της ανακοπής, θεωρείται καταχωρισμένο μόνο για το μέρος αυτό των προϊόντων ή υπηρεσιών.

3.   Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται στα προγενέστερα εθνικά σήματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο α), υπό τον όρο ότι η χρήση στην Ένωση αντικαθίσταται από τη χρήση στο κράτος μέλος στο οποίο προστατεύεται το προγενέστερο εθνικό σήμα.

4.   Το Γραφείο, εάν το κρίνει σκόπιμο, καλεί τους διαδίκους σε συμβιβασμό.

5.   Αν, από την εξέταση της ανακοπής, προκύψει ότι η καταχώριση του σήματος αποκλείεται για το σύνολο ή για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση για το σήμα της ΕΕ, η αίτηση απορρίπτεται για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή τις υπηρεσίες. Στην αντίθετη περίπτωση, απορρίπτεται η ανακοπή.

6.   Η απόφαση απόρριψης της αίτησης δημοσιεύεται όταν καταστεί τελεσίδικη.

Άρθρο 48

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208, που ορίζουν λεπτομερώς τη διαδικασία άσκησης και εξέτασης της ανακοπής που προβλέπεται στα άρθρα 46 και 47.

ΤΜΗΜΑ 5

Ανάκληση, περιορισμός, τροποποίηση και διαίρεση της αίτησης

Άρθρο 49

Ανάκληση, περιορισμός και τροποποίηση της αίτησης

1.   Ο καταθέτης μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει την αίτηση σήματος της ΕΕ ή να περιορίσει τον κατάλογο προϊόντων ή υπηρεσιών που περιλαμβάνει. Αν η αίτηση έχει ήδη δημοσιευθεί, η ανάκληση ή ο περιορισμός δημοσιεύονται επίσης.

2.   Εξάλλου, η αίτηση σήματος της ΕΕ δεν μπορεί να τροποποιηθεί, κατ' αίτηση του καταθέτη, παρά μόνο για να διορθωθούν το όνομα και η διεύθυνσή του, τυχόν λάθη διατύπωσης ή αντιγραφής ή προφανή σφάλματα, εφόσον η διόρθωση αυτή δεν αλλοιώνει ουσιωδώς το σήμα ή δεν διευρύνει τον κατάλογο των προϊόντων ή υπηρεσιών. Εάν οι τροποποιήσεις αφορούν την παράσταση του σήματος ή τον κατάλογο των προϊόντων ή υπηρεσιών και επέρχονται μετά τη δημοσίευση της αίτησης, η αίτηση δημοσιεύεται τροποποιημένη.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208, που καθορίζουν τις λεπτομέρειες της διαδικασίας τροποποίησης της αίτησης.

Άρθρο 50

Διαίρεση της αίτησης

1.   Ο καταθέτης μπορεί να διαιρέσει την αίτηση δηλώνοντας ότι ένα τμήμα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην αρχική αίτηση θα αποτελέσουν αντικείμενο μιας ή περισσότερων τμηματικών αιτήσεων. Τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες της τμηματικής αίτησης δεν μπορούν να αλληλεπικαλύπτονται με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παραμένουν στην αρχική αίτηση ή που περιλαμβάνονται σε άλλες τμηματικές αιτήσεις.

2.   Η δήλωση διαίρεσης είναι απαράδεκτη:

α)

εάν, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της αρχικής αίτησης, η δήλωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση μεταξύ των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο ανακοπής, έως ότου η απόφαση του τμήματος ανακοπών καταστεί τελεσίδικη ή ώσπου να εγκαταλειφθεί η διαδικασία ανακοπής·

β)

πριν χορηγηθεί από το Γραφείο η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 32 και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας ανακοπής που προβλέπεται στο άρθρο 46 παράγραφος 1.

3.   Η δήλωση διαίρεσης υπόκειται στην καταβολή τέλους. Η δήλωση θεωρείται γενομένη μόνο μετά την καταβολή του τέλους.

4.   Εφόσον το Γραφείο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 και στους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 9 στοιχείο α), καλεί τον καταθέτη να διορθώσει τις ελλείψεις και τάσσει σχετική προθεσμία. Αν οι ελλείψεις δεν θεραπευθούν εμπρόθεσμα, το Γραφείο απορρίπτει τη δήλωση διαίρεσης.

5.   Η διαίρεση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία μετεγγράφεται στο φάκελο που διατηρεί το Γραφείο για την αρχική αίτηση.

6.   Κάθε αίτηση που υποβάλλεται και κάθε τέλος που καταβάλλεται όσον αφορά την αρχική αίτηση πριν από την ημερομηνία παραλαβής από το Γραφείο της δήλωσης διαίρεσης θεωρείται ότι έχει υποβληθεί ή καταβληθεί επίσης για την τμηματική ή τις τμηματικές αιτήσεις. Τα τέλη που έχουν δεόντως καταβληθεί για την αρχική αίτηση πριν από την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης διαίρεσης δεν επιστρέφονται.

7.   Η τμηματική αίτηση διατηρεί την ημερομηνία κατάθεσης και κάθε ημερομηνία προτεραιότητας και αρχαιότητας της αρχικής αίτησης.

8.   Όταν η δήλωση διαίρεσης αφορά αίτηση η οποία έχει ήδη δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 44, η διαίρεση δημοσιεύεται. Η τμηματική αίτηση δημοσιεύεται. Η δημοσίευση δεν ανοίγει νέα περίοδο για κατάθεση ανακοπών.

9.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν:

α)

το λεπτομερές περιεχόμενο της δήλωσης διαίρεσης της αίτησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)

τη διαδικασία διεκπεραίωσης της δήλωσης διαίρεσης της αίτησης, εξασφαλίζοντας τη δημιουργία χωριστού φακέλου και τη χορήγηση νέου αριθμού αίτησης για την τμηματική αίτηση·

γ)

το λεπτομερές περιεχόμενο της δημοσίευσης της τμηματικής αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 8.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

ΤΜΗΜΑ 6

Καταχώριση

Άρθρο 51

Καταχώριση

1.   Αν η αίτηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και δεν έχει ασκηθεί ανακοπή εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 46 παράγραφος 1 προθεσμίας ή αν η τυχόν ασκηθείσα ανακοπή έχει αποσυρθεί, απορριφθεί ή κριθεί τελεσιδίκως με άλλον τρόπο, το σήμα και τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 111 παράγραφος 2 καταγράφονται στο μητρώο. Η καταχώριση δημοσιεύεται.

2.   Το Γραφείο εκδίδει πιστοποιητικό καταχώρισης. Το πιστοποιητικό μπορεί να εκδοθεί με ηλεκτρονικά μέσα. Το Γραφείο παρέχει επικυρωμένα ή μη επικυρωμένα αντίγραφα του πιστοποιητικού με την καταβολή του σχετικού τέλους, όταν τα εν λόγω αντίγραφα δεν εκδίδονται με ηλεκτρονικά μέσα.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο και τη μορφή του πιστοποιητικού καταχώρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΡΚΕΙΑ, ΑΝΑΝΕΩΣΗ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΕ

Άρθρο 52

Διάρκεια της καταχώρισης

Η καταχώριση του σήματος της ΕΕ διαρκεί επί μία δεκαετία από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Η καταχώριση δύναται να ανανεώνεται, ανά δεκαετία, σύμφωνα με το άρθρο 53.

Άρθρο 53

Ανανέωση

1.   Η καταχώριση του σήματος της ΕΕ ανανεώνεται κατ' αίτηση του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ ή κάθε προσώπου ρητά εξουσιοδοτημένου από αυτόν, εφόσον έχουν καταβληθεί τα τέλη.

2.   Τα Γραφείο ενημερώνει τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ και κάθε δικαιούχο εγγεγραμμένο επ' αυτού δικαιώματος για τη λήξη ισχύος της καταχώρισης, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την επέλευσή της. Το Γραφείο δεν ευθύνεται σε περίπτωση μη ενημέρωσης και το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τη λήξη ισχύος της καταχώρισης.

3.   Η αίτηση ανανέωσης υποβάλλεται εντός εξαμήνου πριν από τη λήξη ισχύος της καταχώρισης. Το βασικό τέλος ανανέωσης και, κατά περίπτωση, ένα ή περισσότερα τέλη ανά κλάση για κάθε κλάση προϊόντων ή υπηρεσιών πέραν της πρώτης πρέπει επίσης να καταβάλλονται εντός αυτής της περιόδου. Ελλείψει τούτου, η υποβολή της αίτησης και η καταβολή των τελών μπορούν να γίνουν εντός περαιτέρω εξάμηνης περιόδου μετά από τη λήξη ισχύος της καταχώρισης, εφόσον μέσα στην ίδια περίοδο καταβληθεί πρόσθετο τέλος λόγω καθυστερημένης καταβολής του τέλους ανανέωσης ή καθυστερημένης υποβολής της αίτησης ανανέωσης.

4.   Η αίτηση ανανέωσης περιλαμβάνει:

α)

το όνομα του προσώπου που ζητά την ανανέωση·

β)

τον αριθμό καταχώρισης του σήματος της ΕΕ προς ανανέωση·

γ)

εάν η ανανέωση ζητείται για μέρος μόνον των προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν καταχωρισθεί, μνεία των κλάσεων ή των προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία ζητείται ανανέωση ή των εν λόγω κλάσεων ή των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία δεν ζητείται ανανέωση, ανά ομάδες κατά την Ταξινόμηση της Νίκαιας· κάθε δε ομάδας προηγείται ο αριθμός της κλάσης της εν λόγω ταξινόμησης στην οποία ανήκει αυτή η ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών και κάθε ομάδα παρατίθεται με τη σειρά των κλάσεων αυτής της ταξινόμησης.

Εφόσον έχουν καταβληθεί τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 τέλη, λογίζεται ως αίτηση ανανέωσης υπό την προϋπόθεση ότι περιέχει όλες τις απαραίτητες ενδείξεις για να διαπιστωθεί ο σκοπός της πληρωμής.

5.   Αν η αίτηση δεν υποβληθεί ή τα τέλη δεν καταβληθούν παρά για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα της ΕΕ, η καταχώριση ανανεώνεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες. Όταν τα καταβληθέντα τέλη δεν επαρκούν για να καλύψουν όλες τις κλάσεις προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα οποία ζητείται ανανέωση, η ισχύς της καταχώρισης ανανεώνεται εφόσον προσδιορίζονται με σαφήνεια η κλάση ή οι κλάσεις που πρέπει να καλυφθούν. Ελλείψει άλλων κριτηρίων, το Γραφείο λαμβάνει υπόψη του τις κλάσεις με τη σειρά ταξινόμησης.

6.   Η ανανέωση ισχύει από την επομένη της ημερομηνίας λήξης ισχύος της καταχώρισης και εγγράφεται.

7.   Αν η αίτηση ανανέωσης έχει υποβληθεί εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην παράγραφο 3 αλλά οι λοιπές προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου όσον αφορά την ανανέωση δεν πληρούνται, το Γραφείο ενημερώνει τον καταθέτη για τις διαπιστωθείσες ελλείψεις.

8.   Αν δεν κατατεθεί αίτηση ανανέωσης ή η αίτηση κατατεθεί μετά τη λήξη της προβλεπόμενης στην παράγραφο 3 προθεσμίας ή αν τα τέλη δεν έχουν καταβληθεί ή έχουν καταβληθεί εκπρόθεσμα ή αν δεν έχουν διορθωθεί εμπρόθεσμα οι διαπιστωθείσες παρατυπίες που αναφέρονται στην παράγραφο 7, το Γραφείο διαπιστώνει τη λήξη της ισχύος της καταχώρισης και ενημερώνει σχετικά τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ αναλόγως. Αφού γίνει οριστική η διαπίστωση, το Γραφείο διαγράφει το σήμα από το μητρώο. Η διαγραφή παράγει αποτελέσματα από την επομένη της ημερομηνίας λήξης της ισχύουσας καταχώρισης. Αν καταβληθούν τα τέλη ανανέωσης αλλά δεν ανανεωθεί η καταχώριση, τα τέλη επιστρέφονται.

9.   Επιτρέπεται η κατάθεση μίας μόνον αίτησης ανανέωσης για δύο ή περισσότερα σήματα με καταβολή των οφειλόμενων τελών για κάθε σήμα, εφόσον κάθε περίπτωση αφορά τους ίδιους δικαιούχους ή αντιπροσώπους.

Άρθρο 54

Τροποποίηση

1.   Κατά τη διάρκεια ισχύος της καταχώρισης ή της ανανέωσης, το σήμα της ΕΕ δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί στο μητρώο.

2.   Εντούτοις, εάν το σήμα της ΕΕ περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου, οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων αυτών που δεν επηρεάζει ουσιωδώς την ταυτότητα με την οποία είχε καταχωρισθεί αρχικά το σήμα, δύναται να καταχωρισθεί κατ' αίτηση του δικαιούχου.

3.   Η αίτηση τροποποίησης περιλαμβάνει το προς τροποποίηση στοιχείο του σήματος και το εν λόγω στοιχείο στην τροποποιημένη του μορφή.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

4.   Η αίτηση θεωρείται ότι δεν έχει κατατεθεί εφόσον δεν έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος. Αν το τέλος δεν έχει καταβληθεί ή δεν έχει καταβληθεί εξ ολοκλήρου, το Γραφείο ενημερώνει σχετικά τον καταθέτη. Για την τροποποίηση του ίδιου στοιχείου σε δύο ή περισσότερες καταχωρίσεις του αυτού δικαιούχου αρκεί η υποβολή μιας μόνον αίτησης. Το απαιτούμενο τέλος καταβάλλεται για κάθε καταχώριση που χρήζει τροποποίησης. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την τροποποίηση της καταχώρισης, το Γραφείο ανακοινώνει τις ελλείψεις στον καταθέτη. Αν οι ελλείψεις δεν θεραπευθούν εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, η αίτηση απορρίπτεται.

5.   Η δημοσίευση της καταχώρισης της τροποποίησης πρέπει να περιέχει παράσταση του τροποποιημένου σήματος της ΕΕ. Οι τρίτοι, τα δικαιώματα των οποίων είναι δυνατό να θιγούν από την τροποποίηση, μπορούν να αμφισβητήσουν την καταχώρισή της εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση. Η δημοσίευση της καταχώρισης της τροποποίησης διέπεται από τα άρθρα 46 και 47 και τους δυνάμει του άρθρου 48 θεσπιζόμενους κανόνες.

Άρθρο 55

Αλλαγή του ονόματος ή της διεύθυνσης

1.   Τυχόν αλλαγή του ονόματος ή της διεύθυνσης του δικαιούχου σήματος της ΕΕ που δεν αποτελεί τροποποίηση του σήματος της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 και δεν είναι αποτέλεσμα ολικής ή μερικής μεταβίβασης του σήματος της ΕΕ, καταγράφεται στο μητρώο κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της αίτησης για αλλαγή ονόματος ή διεύθυνσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

2.   Επιτρέπεται η κατάθεση μιας μόνον αίτησης για την αλλαγή του ονόματος ή της διεύθυνσης όσον αφορά δύο ή περισσότερες καταχωρίσεις του ίδιου δικαιούχου.

3.   Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταγραφή μιας αλλαγής, το Γραφείο ενημερώνει τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ σχετικά με τη διαπιστωθείσα έλλειψη. Αν η έλλειψη δεν θεραπευθεί εντός προθεσμίας που ορίζεται από το Γραφείο, η αίτηση απορρίπτεται.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 εφαρμόζονται επίσης στην αλλαγή του ονόματος ή της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου αντιπροσώπου.

5.   Οι παράγραφοι 1 έως 4 εφαρμόζονται στις αιτήσεις σημάτων της ΕΕ. Η αλλαγή εγγράφεται στον φάκελο που τηρεί το Γραφείο σχετικά με την αίτηση σήματος της ΕΕ.

Άρθρο 56

Διαίρεση της καταχώρισης

1.   Ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ μπορεί να διαιρέσει την καταχώριση δηλώνοντας ότι ορισμένα προϊόντα ή υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στην αρχική καταχώριση θα αποτελέσουν αντικείμενο μιας ή περισσότερων τμηματικών καταχωρίσεων. Τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες της τμηματικής καταχώρισης δεν μπορούν να αλληλεπικαλύπτονται με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παραμένουν στην αρχική καταχώριση ή που περιλαμβάνονται σε άλλες τμηματικές καταχωρίσεις.

2.   Οι τμηματικές δηλώσεις είναι απαράδεκτες:

α)

εάν, σε περίπτωση που έχει υποβληθεί στο Γραφείο αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας της αρχικής καταχώρισης, η τμηματική αυτή δήλωση έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των προϊόντων ή υπηρεσιών κατά των οποίων στρέφεται αυτή η αίτηση, έως ότου η απόφαση του τμήματος ακυρώσεων καταστεί τελεσίδικη ή ώσπου να τερματιστεί η διαδικασία με άλλο τρόπο·

β)

εάν, στην περίπτωση που έχει κατατεθεί ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας στο πλαίσιο αγωγής που έχει ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ, η τμηματική αυτή δήλωση έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των προϊόντων ή υπηρεσιών κατά των οποίων στρέφεται αυτή η ανταγωγή, έως ότου καταχωρισθεί μνεία της απόφασης του δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ στο μητρώο σημάτων της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 128 παράγραφος 6.

3.   Αν δεν πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 και σύμφωνα με τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8 ή ο κατάλογος προϊόντων και υπηρεσιών που θα περιληφθούν στην τμηματική καταχώριση συμπίπτει εν μέρει με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παραμένουν στην αρχική καταχώριση, το Γραφείο καλεί τον δικαιούχο του σήματος της ΕΕ να θεραπεύσει τις ελλείψεις εντός προθεσμίας την οποία ορίζει. Αν οι ελλείψεις δεν θεραπευθούν εμπρόθεσμα, το Γραφείο απορρίπτει τη δήλωση διαίρεσης.

4.   Οι τμηματικές δηλώσεις υπόκεινται στην καταβολή τέλους. Η δήλωση θεωρείται ότι έχει γίνει μόνο μετά την καταβολή του τέλους.

5.   Η διαίρεση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρίσθηκε στο μητρώο.

6.   Κάθε αίτηση που υποβάλλεται και κάθε τέλος που καταβάλλεται όσον αφορά την αρχική καταχώριση πριν από την ημερομηνία παραλαβής από το Γραφείο της δήλωσης διαίρεσης θεωρείται ότι έχει υποβληθεί ή καταβληθεί επίσης για την τμηματική ή τις τμηματικές καταχωρίσεις. Τα τέλη που έχουν δεόντως καταβληθεί για την αρχική καταχώριση πριν από την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης διαίρεσης δεν επιστρέφονται.

7.   Η τμηματική καταχώριση διατηρεί την ημερομηνία κατάθεσης και κάθε ημερομηνία προτεραιότητας και αρχαιότητας της αρχικής καταχώρισης.

8.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν:

α)

το λεπτομερές περιεχόμενο της δήλωσης διαίρεσης της καταχώρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)

τη διαδικασία διεκπεραίωσης της δήλωσης για τη διαίρεση της καταχώρισης, εξασφαλίζοντας τη δημιουργία χωριστού φακέλου και τη χορήγηση νέου αριθμού καταχώρισης για την τμηματική καταχώριση.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ, ΕΚΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ

ΤΜΗΜΑ 1

Παραίτηση

Άρθρο 57

Παραίτηση

1.   Το σήμα της ΕΕ μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο παραίτησης για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί.

2.   Η παραίτηση δηλώνεται γραπτώς στο Γραφείο από τον δικαιούχο του σήματος. Παράγει αποτελέσματα μόνο μετά την εγγραφή της στο μητρώο. Η ισχύς της παραίτησης από σήμα της ΕΕ η οποία δηλώνεται στο Γραφείο μετά την υποβολή αίτησης περί έκπτωσης του δικαιούχου του εν λόγω σήματος σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 1 εξαρτάται από την οριστική απόρριψη ή την απόσυρση της αίτησης έκπτωσης.

3.   Η παραίτηση εγγράφεται μόνον εφόσον συναινεί ο δικαιούχος δικαιώματος που συνδέεται με το σήμα της ΕΕ και έχει εγγραφεί στο μητρώο. Αν έχει καταχωρισθεί άδεια χρήσης του σήματος, η παραίτηση εγγράφεται στο μητρώο μόνον εάν ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ αποδείξει ότι έχει γνωστοποιήσει στον δικαιοδόχο την πρόθεσή του να παραιτηθεί. Η εγγραφή της παραίτησης πραγματοποιείται μετά την παρέλευση τριμήνου από την ημερομηνία κατά την οποία ο δικαιούχος προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις στο Γραφείο ότι έχει ενημερώσει τον δικαιοδόχο σχετικά με την πρόθεσή του να παραιτηθεί, ή πριν από την παρέλευση της εν λόγω περιόδου, μόλις αποδείξει ότι ο δικαιοδόχος έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

4.   Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που διέπουν την παραίτηση, το Γραφείο ενημερώνει τον διασαφιστή για τις ελλείψεις. Αν οι ελλείψεις δεν θεραπευθούν εντός της ταχθείσας από το Γραφείο προθεσμίας, το Γραφείο δεν πραγματοποιεί την εγγραφή της παραίτησης στη μητρώο.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της δήλωσης παραίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το είδος των εγγράφων τεκμηρίωσης που απαιτούνται για την απόδειξη της συμφωνίας του τρίτου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

ΤΜΗΜΑ 2

Λόγοι έκπτωσης

Άρθρο 58

Λόγοι έκπτωσης

1.   Ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από ανταγωγή στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α)

εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στην Ένωση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί και δεν υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση· κανείς δεν μπορεί ωστόσο να επικαλεστεί την έκπτωση του δικαιούχου εκ των δικαιωμάτων του, εάν, κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της λήξης αυτής της περιόδου και της υποβολής της αίτησης ή της άσκησης ανταγωγής, υπήρξε έναρξη ή επανάληψη της ουσιαστικής χρήσης του σήματος· πάντως, η έναρξη ή επανάληψη της χρήσης, εντός προθεσμίας τριών μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης ή την άσκηση ανταγωγής, η οποία δεν αρχίζει να προσμετράται πριν από τη συμπλήρωση της συνεχούς πενταετίας μη χρήσης, δεν λαμβάνεται υπόψη, αν οι προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έναρξη ή την επανάληψη της χρήσης συνέβησαν μόνον αφού έλαβε γνώση ο δικαιούχος ότι θα μπορούσε να υποβληθεί η αίτηση ή να ασκηθεί η ανταγωγή·

β)

εάν το σήμα, συνεπεία ενεργειών ή αδράνειας του δικαιούχου, έχει καταστεί συνήθης εμπορική ονομασία προϊόντος ή υπηρεσίας για την οποία έχει καταχωρισθεί·

γ)

εάν το σήμα, λόγω της χρήσης του που γίνεται από τον δικαιούχο, ή με τη συγκατάθεσή του, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, ενδέχεται να παραπλανήσει το κοινό, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών αυτών.

2.   Εάν ο λόγος έκπτωσης αφορά μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα της ΕΕ, ο δικαιούχος κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.

ΤΜΗΜΑ 3

Λόγοι ακυρότητας

Άρθρο 59

Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας

1.   Ένα σήμα της ΕΕ κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α)

εάν το σήμα της ΕΕ δεν καταχωρίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7·

β)

εάν ο καταθέτης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης σήματος.

2.   Όταν η καταχώριση του σήματος της ΕΕ έγινε κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), το σήμα της ΕΕ δεν κηρύσσεται εντούτοις άκυρο, εάν, λόγω της χρήσης που του έγινε, απέκτησε, μετά την καταχώρισή του, διακριτικό χαρακτήρα για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίσθηκε.

3.   Όταν ο λόγος ακυρότητας αφορά μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα της ΕΕ, η ακυρότητα του σήματος κηρύσσεται μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.

Άρθρο 60

Σχετικοί λόγοι ακυρότητας

1.   Το σήμα της ΕΕ κηρύσσεται άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α)

όταν υφίσταται προγενέστερο σήμα όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2, και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 5 του εν λόγω άρθρου·

β)

όταν υφίσταται σήμα προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παράγραφος 3, και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου αυτής·

γ)

όταν υφίσταται προγενέστερο δικαίωμα προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παράγραφος 4, και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου αυτής.

δ)

όταν υπάρχει προγενέστερη ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 6 και πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω παραγράφου.

Όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να πληρούνται κατά την ημερομηνία κατάθεσης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του σήματος της ΕΕ.

2.   Το σήμα της ΕΕ κηρύσσεται επίσης άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση όταν η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει ενός άλλου προγενέστερου δικαιώματος σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης ή με το εθνικό δίκαιο που διέπει την προστασία του, και ιδίως:

α)

δικαιώματος στο όνομα·

β)

δικαιώματος στην εικόνα·

γ)

δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας·

δ)

δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

3.   Το σήμα της ΕΕ δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρο όταν ο κάτοχος δικαιώματος που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 συναινέσει ρητά για την καταχώριση του σήματος αυτού πριν από την υποβολή της αίτησης για ακυρότητα ή την άσκηση της ανταγωγής.

4.   Ο κάτοχος δικαιώματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 2, ο οποίος ζήτησε προγενεστέρως την ακυρότητα σήματος της ΕΕ ή άσκησε ανταγωγή στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, δεν μπορεί να υποβάλει νέα αίτηση για ακυρότητα ή να ασκήσει ανταγωγή επικαλούμενος κάποιο άλλο από τα ανωτέρω δικαιώματα το οποίο θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί σε υποστήριξη της πρώτης αίτησης.

5.   Εφαρμόζεται το άρθρο 59 παράγραφος 3.

Άρθρο 61

Απώλεια δικαιώματος λόγω ανοχής

1.   Ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ ο οποίος επί πέντε συνεχή έτη γνώριζε αλλά ανέχθηκε τη χρήση μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ στην Ένωση, δεν δικαιούται πλέον να ζητήσει, βάσει του προγενέστερου σήματος, την ακυρότητα του μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία αυτό χρησιμοποιήθηκε, εκτός αν ο καταθέτης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ.

2.   Ο δικαιούχος προγενέστερου εθνικού σήματος αναφερόμενου στο άρθρο 8 παράγραφος 2 ή άλλου προγενέστερου σημείου αναφερόμενου στο άρθρο 8 παράγραφος 4 ο οποίος επί πέντε συνεχή έτη γνώριζε και ανέχθηκε τη χρήση μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ στο κράτος μέλος όπου προστατεύεται το εν λόγω προγενέστερο σήμα ή άλλο σημείο δεν δικαιούται πλέον να ζητήσει, βάσει του προγενέστερου σήματος ή άλλου σημείου, την ακυρότητα του μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία αυτό χρησιμοποιήθηκε, εκτός αν ο καταθέτης ενήργησε κακόπιστα κατά την κατάθεση της αίτησης καταχώρισης του μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ.

3.   Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 ή 2, ο δικαιούχος του μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ δεν δικαιούται να αντιταχθεί στη χρήση του προγενέστερου δικαιώματος, ακόμα και αν το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί πλέον να προβληθεί κατά του μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 4

Αποτελέσματα της έκπτωσης και της ακυρότητας

Άρθρο 62

Αποτελέσματα της έκπτωσης και της ακυρότητας

1.   Στο βαθμό που ο δικαιούχος εκπίπτει του συνόλου ή μέρους των δικαιωμάτων του, το σήμα της ΕΕ θεωρείται ότι έχει παύσει να παράγει τα αποτελέσματα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, από την ημερομηνία της αίτησης για την έκπτωση ή της ανταγωγής. Κατ' αίτηση ενός διαδίκου, μπορεί να καθοριστεί στην απόφαση προγενέστερη ημερομηνία, εφόσον κατ' αυτήν συνέτρεχε ένας από τους λόγους έκπτωσης.

2.   Το σήμα της ΕΕ, στο βαθμό που κηρύχθηκε, εν όλω ή εν μέρει, άκυρο, θεωρείται ότι ουδέποτε παρήγαγε τα αποτελέσματα που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

3.   Με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων που διέπουν είτε τις αγωγές για αποζημιώσεις λόγω πταίσματος ή κακής πίστης του δικαιούχου του σήματος, είτε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το αναδρομικό αποτέλεσμα της έκπτωσης ή της ακυρότητας του σήματος του δικαιούχου δεν επηρεάζει:

α)

τις αποφάσεις για παραποίηση/απομίμηση που έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και έχουν εκτελεστεί πριν από την έκδοση της απόφασης έκπτωσης ή ακυρότητας·

β)

τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν από την απόφαση έκπτωσης ή ακυρότητας, εφόσον έχουν εκτελεστεί πριν την απόφαση αυτή· εντούτοις, μπορεί να απαιτηθεί, για λόγους ευθυδικίας, και εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, η επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν δυνάμει της σύμβασης.

ΤΜΗΜΑ 5

Διαδικασία έκπτωσης ή ακυρότητας ενώπιον του Γραφείου

Άρθρο 63

Αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας

1.   Αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας του σήματος της ΕΕ μπορεί να υποβάλει στο Γραφείο:

α)

στις περιπτώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 58 και 59, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και κάθε οργάνωση που έχει συσταθεί για την εκπροσώπηση των συμφερόντων κατασκευαστών, παραγωγών, παρεχόντων υπηρεσίες, εμπόρων ή καταναλωτών, και οι οποίοι σύμφωνα με το δίκαιο στο οποίο υπάγονται, μπορούν να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου·

β)

στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 60 παράγραφος 1, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1·

γ)

στις περιπτώσεις του άρθρου 60 παράγραφος 2, οι κάτοχοι των προγενέστερων δικαιωμάτων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή ή τα πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους, νομιμοποιούνται να ασκούν τα εν λόγω δικαιώματα.

2.   Η αίτηση υποβάλλεται γραπτώς και είναι αιτιολογημένη. Θεωρείται δε ότι έχει υποβληθεί μόνο μετά την καταβολή του τέλους.

3.   Η αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας είναι απαράδεκτη όταν αίτηση μεταξύ των αυτών διαδίκων με το αυτό αντικείμενο και την αυτή αιτία έχει κριθεί επί της ουσίας, είτε από το Γραφείο είτε από δικαστήριο σημάτων της ΕΕ όπως αναφέρεται στο άρθρο 123, και η απόφαση του Γραφείου ή του εν λόγω δικαστηρίου επί της συγκεκριμένης αίτησης έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

Άρθρο 64

Εξέταση της αίτησης

1.   Κατά την εξέταση της αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, το Γραφείο καλεί, όποτε είναι αναγκαίο, τους διάδικους, να υποβάλουν, στις προθεσμίες που τους τάσσει, τις παρατηρήσεις τους για τις κοινοποιήσεις που τους έχει απευθύνει ή τις γνωστοποιήσεις που προέρχονται από τους λοιπούς διάδικους.

2.   Μετά από αίτηση του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ, ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος της ΕΕ, διάδικος σε διαδικασία ακυρότητας, οφείλει να αποδείξει ότι, κατά τη διάρκεια της πενταετίας που προηγήθηκε της ημερομηνίας της αίτησης κήρυξης της ακυρότητας, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος της ΕΕ στην Ένωση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία είχε καταχωρισθεί, και τα οποία ο δικαιούχος του εν λόγω προγενέστερου σήματος επικαλείται προς αιτιολόγηση της αίτησής του, ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή το προγενέστερο σήμα της ΕΕ ήταν από πενταετίας τουλάχιστον καταχωρισμένο. Εάν κατά την ημερομηνία που κατατέθηκε η αίτηση σήματος της ΕΕ ή κατά την ημερομηνία προτεραιότητας της αίτησης σήματος της ΕΕ το προγενέστερο σήμα της ΕΕ ήταν από πενταετίας τουλάχιστον καταχωρισμένο, ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος της ΕΕ αποδεικνύει ότι επληρούντο επίσης, κατά την εν λόγω ημερομηνία, οι προϋποθέσεις του άρθρου 47 παράγραφος 2. Αν δεν αποδειχθούν τα ανωτέρω, η αίτηση κήρυξης της ακυρότητας απορρίπτεται. Αν το προγενέστερο σήμα της ΕΕ χρησιμοποιήθηκε για μέρος μόνο των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίσθηκε, τότε, για τους σκοπούς της εξέτασης της αίτησης κήρυξης της ακυρότητας, θεωρείται καταχωρισμένο γι' αυτό το μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών μόνον.

3.   Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται για τα προγενέστερα εθνικά σήματα που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο α), υπό τον όρο ότι η χρήση στην Ένωση αντικαθίσταται από τη χρήση στο κράτος μέλος στο οποίο προστατεύεται το προγενέστερο εθνικό σήμα.

4.   Το Γραφείο, εάν το κρίνει σκόπιμο, καλεί τους διάδικους σε συμβιβασμό.

5.   Αν, από την εξέταση της αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, προκύψει ότι το σήμα δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτό προς καταχώριση για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του ή το σήμα κηρύσσεται άκυρο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες. Στην αντίθετη περίπτωση, η αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας απορρίπτεται.

6.   Μνεία της απόφασης του Γραφείου σχετικά με την αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας εγγράφεται στο μητρώο όταν η απόφαση καταστεί τελεσίδικη.

Άρθρο 65

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, για τον λεπτομερή ορισμό των προβλεπομένων στα άρθρα 63 και 64 διαδικασιών έκπτωσης και ακυρότητας σήματος της ΕΕ, καθώς και της προβλεπόμενης στο άρθρο 21 μεταβίβασης σήματος της ΕΕ το οποίο έχει καταχωρισθεί στο όνομα πληρεξουσίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρο 66

Αποφάσεις που υπόκεινται σε προσφυγή

1.   Μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατά των αποφάσεων οποιουδήποτε φορέα λήψης αποφάσεων του Γραφείου που αναφέρεται στο άρθρο 159 στοιχεία α) έως δ) και, κατά περίπτωση, στο στοιχείο στ) του εν λόγω άρθρου. Οι αποφάσεις αυτές τίθενται σε ισχύ μόνο από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 68. Η κατάθεση της προσφυγής έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

2.   Η απόφαση που δεν περατώνει δίκη ως προς ένα των διαδίκων υπόκειται σε προσφυγή μόνο μαζί με την οριστική απόφαση, εκτός αν η εν λόγω απόφαση επιτρέπει την άσκηση χωριστής προσφυγής.

Άρθρο 67

Πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή και να είναι διάδικοι

Κάθε διάδικος σε διαδικασία για την οποία εκδόθηκε απόφαση, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά το μέρος που η απόφαση αυτή δεν τον δικαιώνει. Οι λοιποί διάδικοι στην εν λόγω διαδικασία καθίστανται αυτοδικαίως διάδικοι στη διαδικασία της προσφυγής.

Άρθρο 68

Προθεσμία και τύπος της προσφυγής

1.   Η προσφυγή ασκείται εγγράφως ενώπιον του Γραφείου εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης. Η προσφυγή θεωρείται ότι έχει ασκηθεί μόνο μετά την καταβολή του τέλους προσφυγής. Το δικόγραφο της προσφυγής κατατίθεται στη γλώσσα της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης κατατίθεται γραπτώς υπόμνημα στο οποίο εκτίθενται οι λόγοι της προσφυγής.

2.   Σε κατ' αντιμωλία διαδικασίες ο καθ' ου η προσφυγή μπορεί, στην αντίκρουσή του, να ζητήσει την έκδοση απόφασης για την ακύρωση ή την τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης επί σημείου που δεν εθίγη στην προσφυγή. Η υποβολή των ανωτέρω αιτημάτων παύει να παράγει αποτέλεσμα σε περίπτωση διακοπής της διαδικασίας από τον προσφεύγοντα.

Άρθρο 69

Αναθεώρηση των αποφάσεων στις περιπτώσεις ex parte

1.   Εάν ο προσφεύγων είναι ο μόνος διάδικος στη διαδικασία και εάν το τμήμα το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση θεωρήσει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη, διορθώνει την απόφασή του.

2.   Εάν η απόφαση δεν διορθωθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή του υπομνήματος που εκθέτει τους λόγους της προσφυγής, η προσφυγή πρέπει να παραπεμφθεί αμέσως στο τμήμα προσφυγών, χωρίς να διατυπωθεί γνώμη επί της ουσίας.

Άρθρο 70

Εξέταση της προσφυγής

1.   Αν η προσφυγή είναι παραδεκτή, το τμήμα προσφυγών εξετάζει αν είναι και κατ' ουσία βάσιμη.

2.   Κατά την εξέταση της προσφυγής, το τμήμα προσφυγών καλεί τους διαδίκους, όποτε είναι αναγκαίο και εντός προθεσμίας που τους τάσσει, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις κοινοποιήσεις που τους έχει απευθύνει ή τις γνωστοποιήσεις που προέρχονται από τους λοιπούς διαδίκους.

Άρθρο 71

Απόφαση επί της προσφυγής

1.   Μετά την εξέταση της προσφυγής επί της ουσίας, το τμήμα προσφυγών αποφαίνεται επί της προσφυγής. Δύναται, είτε να ασκήσει τις αρμοδιότητες του τμήματος που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είτε να αναπέμψει την υπόθεση στο τμήμα αυτό για τα περαιτέρω.

2.   Αν το τμήμα προσφυγών αναπέμψει την υπόθεση για τα περαιτέρω στο τμήμα που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα αυτό δεσμεύεται από το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης του τμήματος προσφυγών, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι τα ίδια.

3.   Οι αποφάσεις του τμήματος προσφυγών αρχίζουν να ισχύουν μόνο από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 72 παράγραφος 5 ή, αν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας αυτής, από την ημερομηνία απορρίψεώς της ή από την ημερομηνία απόρριψης τυχόν αναίρεσης που έχει ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου.

Άρθρο 72

Προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά αποφάσεων του τμήματος προσφυγών.

2.   Προσφυγή επιτρέπεται για λόγους αναρμοδιότητας, παράβασης ουσιώδους τύπου, παράβασης της ΣΛΕΕ, του παρόντος κανονισμού ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή τους, ή για κατάχρηση εξουσίας.

3.   Το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την ακύρωση ή την τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης.

4.   Δικαίωμα προσφυγής έχει κάθε διάδικος της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών, εφόσον η απόφαση του τμήματος αυτού δεν τον δικαιώνει.

5.   Η προσφυγή ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης του τμήματος προσφυγών.

6.   Το Γραφείο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής, του Δικαστηρίου.

Άρθρο 73

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208, οι οποίες καθορίζουν:

α)

το τυπικό περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής που αναφέρεται στο άρθρο 68 και τη διαδικασία για την κατάθεση και την εξέταση μιας προσφυγής·

β)

το τυπικό περιεχόμενο και τη μορφή των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών που αναφέρονται στο άρθρο 71·

γ)

την επιστροφή του τέλους προσφυγής που αναφέρεται στο άρθρο 68.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΝΩΣΙΑΚΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΣΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΤΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Συλλογικά σήματα της ΕΕ

Άρθρο 74

Συλλογικά σήματα της ΕΕ

1.   Συλλογικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («συλλογικό σήμα της ΕΕ») δύνανται να αποτελέσουν τα σήματα της ΕΕ που προσδιορίζονται ως συλλογικά κατά την κατάθεση και είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες των μελών της δικαιούχου οργάνωσης του σήματος από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Δύνανται να καταθέτουν συλλογικό σήμα της ΕΕ οι οργανώσεις κατασκευαστών, παραγωγών, παρεχόντων υπηρεσίες ή εμπόρων, οι οποίες, σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία υπάγονται, έχουν την ικανότητα να είναι, ιδίω ονόματι, υποκείμενα πάσης φύσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να συμβάλλονται ή να ενεργούν άλλες δικαιοπραξίες και να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου, καθώς επίσης και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ), συλλογικά σήματα της ΕΕ κατά την έννοια της παραγράφου 1 μπορούν να αποτελέσουν σημεία ή ενδείξεις που δύνανται να χρησιμεύσουν στο εμπόριο για δήλωση της γεωγραφικής προέλευσης των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Το συλλογικό σήμα της ΕΕ δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές τέτοιων σημείων ή ενδείξεων, εφόσον αυτή η χρήση γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο· ειδικότερα, αυτό το σήμα δεν αντιτάσσεται σε τρίτο που έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί γεωγραφική ονομασία.

3.   Τα κεφάλαια I έως VII και IX έως XIV εφαρμόζονται στα συλλογικά σήματα της ΕΕ εφόσον δεν προβλέπεται άλλως στο παρόν τμήμα.

Άρθρο 75

Κανονισμός χρήσης του συλλογικού σήματος της ΕΕ

1.   Ο καταθέτης συλλογικού σήματος της ΕΕ υποβάλλει κανονισμό χρήσης του σήματος εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης.

2.   Ο κανονισμός χρήσης αναφέρει τα πρόσωπα που δικαιούνται να χρησιμοποιούν τα σήμα, τους όρους συμμετοχής στην οργάνωση, καθώς και τις προϋποθέσεις χρήσης του σήματος, εφόσον υπάρχουν, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων. Ο κανονισμός χρήσης σήματος που αναφέρεται στο άρθρο 74 παράγραφος 2 επιτρέπει σε κάθε πρόσωπο τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του οποίου προέρχονται από την εν λόγω γεωγραφική ζώνη, να καθίσταται μέλος της οργάνωσης που είναι δικαιούχος του σήματος.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο του κανονισμού που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 76

Απόρριψη της αίτησης

1.   Εκτός από τους λόγους απόρριψης της αίτησης σήματος της ΕΕ που προβλέπονται στα άρθρα 41 και 42, η αίτηση συλλογικού σήματος της ΕΕ απορρίπτεται όταν δεν πληροί τις διατάξεις των άρθρων 74 ή 75 ή όταν ο κανονισμός χρήσης αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη.

2.   Η αίτηση συλλογικού σήματος της ΕΕ απορρίπτεται επίσης όταν υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης του κοινού, όσον αφορά το χαρακτήρα ή τη σημασία του σήματος, ιδίως όταν το σήμα εμφανίζεται ως κάτι άλλο, και όχι ως συλλογικό σήμα.

3.   Η αίτηση δεν απορρίπτεται, αν ο καταθέτης, μετά από τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, πληροί τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 77

Παρατηρήσεις τρίτων

Όταν υποβάλλονται στο Γραφείο γραπτές παρατηρήσεις επί συλλογικού σήματος της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 45, οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν επίσης να βασίζονται στους ιδιαίτερους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να απορρίπτεται η αίτηση συλλογικού σήματος της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 76.

Άρθρο 78

Χρήση του σήματος

Η χρήση του συλλογικού σήματος της ΕΕ από οποιοδήποτε πρόσωπο που δικαιούται να το χρησιμοποιεί πληροί τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι λοιποί όροι τους οποίους ο παρών κανονισμός επιβάλλει όσον αφορά τη χρήση του σήματος της ΕΕ.

Άρθρο 79

Τροποποίηση του κανονισμού χρήσης του συλλογικού σήματος της ΕΕ

1.   Ο δικαιούχος συλλογικού σήματος της ΕΕ υποβάλλει στο Γραφείο κάθε τροποποιημένο κανονισμό χρήσης.

2.   Η τροποποίηση δεν σημειώνεται στο μητρώο, εάν ο τροποποιημένος κανονισμός χρήσης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 75 ή συντρέχει ένας από τους λόγους απόρριψης του άρθρου 76.

3.   Σύμφωνα με το άρθρο 77, μπορούν επίσης να υποβάλλονται γραπτές παρατηρήσεις όσον αφορά τον τροποποιημένο κανονισμό χρήσης.

4.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η τροποποίηση του κανονισμού χρήσης αρχίζει να ισχύει μόνον από την ημερομηνία που καταχωρίσθηκε η μνεία της τροποποίησης στο μητρώο.

Άρθρο 80

Άσκηση αγωγής για παραποίηση/απομίμηση

1.   Το άρθρο 25 παράγραφοι 3 και 4 σχετικά με τα δικαιώματα των κατόχων αδειών χρήσης, ισχύουν για κάθε πρόσωπο που νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί συλλογικό σήμα της ΕΕ.

2.   Ο δικαιούχος συλλογικού σήματος της ΕΕ δύναται να αξιώνει, για λογαριασμό των προσώπων που νομιμοποιούνται να χρησιμοποιούν το σήμα, αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν τα πρόσωπα αυτά λόγω της χρήσης του σήματος χωρίς σχετική άδεια.

Άρθρο 81

Λόγοι έκπτωσης

Εκτός από τους λόγους έκπτωσης που προβλέπονται στο άρθρο 58, ο δικαιούχος συλλογικού σήματος της ΕΕ κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή κατόπιν ανταγωγής που ασκείται στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, εάν:

α)

ο δικαιούχος δεν λαμβάνει εύλογα μέτρα για να αποτρέψει χρήση του σήματος η οποία δεν συμβιβάζεται με τους όρους χρήσης που προβλέπει ο κανονισμός χρήσης, η τροποποίηση του οποίου έχει, ενδεχομένως, σημειωθεί στο μητρώο·

β)

ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε το σήμα ο δικαιούχος είχε ως συνέπεια τη δυνατότητα παραπλάνησης του κοινού κατά την έννοια του άρθρου 76 παράγραφος 2·

γ)

η τροποποίηση του κανονισμού χρήσης σημειώθηκε στο μητρώο αντίθετα προς το άρθρο 79 παράγραφος 2, εκτός αν ο δικαιούχος του σήματος, μετά από νέα τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών.

Άρθρο 82

Λόγοι ακυρότητας

Εκτός από τους λόγους ακυρότητας που προβλέπονται στα άρθρα 59 και 60, το συλλογικό σήμα της ΕΕ κηρύσσεται άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από ανταγωγή που ασκείται στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, εάν καταχωρίσθηκε αντίθετα προς το άρθρο 76, εκτός εάν ο δικαιούχος του σήματος, μετά από τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών.

ΤΜΗΜΑ 2

Σήματα πιστοποίησης της ΕΕ

Άρθρο 83

Σήματα πιστοποίησης της ΕΕ

1.   Σήμα πιστοποίησης της ΕΕ είναι το σήμα της ΕΕ που προσδιορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο κατά την κατάθεση της αίτησης του σήματος και είναι ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που πιστοποιούνται από τον δικαιούχο του σήματος όσον αφορά το υλικό, τον τρόπο παρασκευής των προϊόντων ή παροχής των υπηρεσιών, την ποιότητα, την ακρίβεια ή άλλα χαρακτηριστικά, εξαιρέσει της γεωγραφικής προέλευσης, από προϊόντα και υπηρεσίες που δεν έχουν την ανωτέρω πιστοποίηση.

2.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, αρχών και φορέων δημοσίου δικαίου, μπορεί να υποβάλει αίτηση για σήματα πιστοποίησης της ΕΕ υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα που περιλαμβάνει την παροχή του είδους των προϊόντων ή υπηρεσιών που πιστοποιούνται.

3.   Τα κεφάλαια I έως VII και IX έως XIV εφαρμόζονται στα σήματα πιστοποίησης της ΕΕ εφόσον δεν προβλέπεται άλλως στο παρόν τμήμα.

Άρθρο 84

Κανονισμός χρήσης του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ

1.   Ο καταθέτης σήματος πιστοποίησης της ΕΕ υποβάλλει κανονισμό χρήσης του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης.

2.   Ο κανονισμός χρήσης πρέπει να αναφέρει τα πρόσωπα που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν το σήμα, τα χαρακτηριστικά που πρέπει να πιστοποιεί το σήμα, τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός πιστοποίησης εξετάζει τα χαρακτηριστικά αυτά και εποπτεύει τη χρήση του σήματος. Ο εν λόγω κανονισμός αναφέρει επίσης τους όρους χρήσης του σήματος, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κυρώσεων.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο του κανονισμού που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 85

Απόρριψη της αίτησης

1.   Εκτός από τους λόγους απόρριψης αίτησης σήματος της ΕΕ που προβλέπονται στα άρθρα 41 και 42, η αίτηση σήματος πιστοποίησης της ΕΕ απορρίπτεται όταν δεν πληρούνται οι όροι των άρθρων 83 και 84, ή όταν ο κανονισμός χρήσης αντιβαίνει στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη.

2.   Η αίτηση σήματος πιστοποίησης της ΕΕ απορρίπτεται επίσης εάν υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης του κοινού όσον αφορά τον χαρακτήρα ή τη σημασία του σήματος, ιδίως εάν το σήμα μπορεί να εκληφθεί ως κάτι άλλο και όχι ως σήμα πιστοποίησης.

3.   Η αίτηση δεν απορρίπτεται αν ο καταθέτης, μετά από τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 86

Παρατηρήσεις τρίτων

Όταν υποβάλλονται στο Γραφείο γραπτές παρατηρήσεις επί σήματος πιστοποίησης της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 45, οι παρατηρήσεις αυτές μπορούν επίσης να βασίζονται στους ιδιαίτερους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να απορρίπτεται η αίτηση σήματος πιστοποίησης της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 85.

Άρθρο 87

Χρήση του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ

Η χρήση σήματος πιστοποίησης της ΕΕ από οιοδήποτε πρόσωπο δικαιούται να το χρησιμοποιεί σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 84 κανονισμό χρήσης πρέπει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι λοιποί όροι που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τη χρήση των σημάτων της ΕΕ.

Άρθρο 88

Τροποποίηση του κανονισμού χρήσης του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ

1.   Ο δικαιούχος σήματος πιστοποίησης της ΕΕ υποβάλλει στο Γραφείο κάθε τροποποιημένο κανονισμό χρήσης.

2.   Τροποποιήσεις δεν σημειώνονται στο μητρώο εάν ο κανονισμός χρήσης όπως έχει τροποποιηθεί δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 84 ή συντρέχει ένας από τους λόγους απαραδέκτου του άρθρου 85.

3.   Σύμφωνα με το άρθρο 86 μπορούν επίσης να υποβάλλονται γραπτές παρατηρήσεις όσον αφορά τον τροποποιημένο κανονισμό χρήσης.

4.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι τροποποιήσεις του κανονισμού χρήσης αρχίζουν να ισχύουν μόνον από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο.

Άρθρο 89

Μεταβίβαση

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 20 παράγραφος 1, το σήμα πιστοποίησης της ΕΕ μεταβιβάζεται μόνο σε πρόσωπο που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 83 παράγραφος 2.

Άρθρο 90

Πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ασκούν αγωγή για προσβολή

1.   Μόνον ο δικαιούχος σήματος πιστοποίησης της ΕΕ ή πρόσωπο ρητά εξουσιοδοτημένο από αυτόν για τον σκοπό αυτό νομιμοποιείται να ασκεί αγωγή για προσβολή.

2.   Ο δικαιούχος σήματος πιστοποίησης της ΕΕ νομιμοποιείται να ζητεί αποζημίωση για λογαριασμό των προσώπων που δικαιούνται να χρησιμοποιούν το σήμα, εφόσον υπέστησαν ζημία λόγω της χρήσης του σήματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια.

Άρθρο 91

Λόγοι έκπτωσης

Εκτός από τους λόγους έκπτωσης του άρθρου 58, ο δικαιούχος σήματος πιστοποίησης της ΕΕ κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του κατόπιν αίτησης προς το Γραφείο ή ανταγωγής στο πλαίσιο διαδικασίας για προσβολή, εφόσον συντρέχει μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο δικαιούχος δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις του άρθρου 83 παράγραφος 2·

β)

ο δικαιούχος δεν λαμβάνει εύλογα μέτρα για να αποτρέψει τη χρήση του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τους όρους του κανονισμού χρήσης, του οποίου οι τροποποιήσεις έχουν, κατά περίπτωση, σημειωθεί στο μητρώο·

γ)

το σήμα πιστοποίησης της ΕΕ χρησιμοποιήθηκε από τον δικαιούχο κατά τρόπο που είχε ως συνέπεια τη δυνατότητα παραπλάνησης του κοινού κατά την έννοια του άρθρου 85 παράγραφος 2·

δ)

η τροποποίηση του κανονισμού χρήσης του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ σημειώθηκε στο μητρώο κατά παράβαση του άρθρου 88 παράγραφος 2, εκτός εάν ο δικαιούχος του σήματος, μετά από νέα τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Άρθρο 92

Λόγοι ακυρότητας

Εκτός από τους λόγους ακυρότητας που προβλέπουν τα άρθρα 59 και 60, ένα σήμα πιστοποίησης της ΕΕ που έχει καταχωρισθεί κατά παράβαση του άρθρου 85 κηρύσσεται άκυρο κατόπιν αίτησης προς το Γραφείο ή ανταγωγής στο πλαίσιο διαδικασίας για προσβολή, εκτός αν ο δικαιούχος του σήματος πιστοποίησης της ΕΕ, μετά από τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 85.

Άρθρο 93

Μετατροπή

Με την επιφύλαξη του άρθρου 139 παράγραφος 2, δεν χωρεί μετατροπή αίτησης για σήμα πιστοποίησης της ΕΕ ή καταχωρισμένου σήματος πιστοποίησης της ΕΕ, όταν η εθνική νομοθεσία των ενδιαφερόμενων κρατών μελών δεν προβλέπει την καταχώριση σημάτων εγγύησης ή πιστοποίησης δυνάμει του άρθρου 28 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 94

Αποφάσεις και ανακοινώσεις του Γραφείου

1.   Οι αποφάσεις του Γραφείου αιτιολογούνται. Στηρίζονται μόνο στους λόγους ή στα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση. Αν διεξαχθεί προφορική διαδικασία ενώπιον του Γραφείου, οι αποφάσεις μπορούν να απαγγέλλονται στο ακροατήριο. Ακολούθως κοινοποιούνται εγγράφως στους διαδίκους.

2.   Κάθε απόφαση, ανακοίνωση ή ειδοποίηση του Γραφείου αναφέρει το τμήμα ή την υπηρεσία του Γραφείου καθώς και το όνομα ή τα ονόματα του ή των αρμόδιων υπαλλήλων. Υπογράφονται από τον ή τους συγκεκριμένους αρμόδιους υπαλλήλους ή, αντί υπογραφής, φέρουν τον τύπο ή επίθεση της σφραγίδας του Γραφείου. Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να ορίσει ότι, όταν οι αποφάσεις, ανακοινώσεις ή ειδοποιήσεις του Γραφείου διαβιβάζονται με φαξ ή με άλλο τεχνικό μέσο επικοινωνίας, μπορεί να χρησιμοποιείται άλλο μέσο αναγνώρισης του τμήματος ή της υπηρεσίας του Γραφείου και του ονόματος του ή των αρμοδίων υπαλλήλων ή άλλο αναγνωριστικό στοιχείο πλην της σφραγίδας.

3.   Οι αποφάσεις του Γραφείου που υπόκεινται σε προσφυγή συνοδεύονται από γραπτή υπόμνηση ότι το δικόγραφο τυχόν προσφυγής κατατίθεται εγγράφως στο Γραφείο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης. Στις ανωτέρω υπομνήσεις εφιστάται επίσης η προσοχή των διαδίκων στις διατάξεις των άρθρων 66, 67 και 68. Οι διάδικοι δεν μπορούν να επικαλεσθούν παράλειψη κοινοποίησης εκ μέρους του Γραφείου σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής.

Άρθρο 95

Αυτεπάγγελτη εξέταση των πραγματικών περιστατικών

1.   Κατά την ενώπιόν του διαδικασία, το Γραφείο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά· εντούτοις, σε διαδικασία που αφορά τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου της καταχώρισης, η εξέταση περιορίζεται στα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι καθώς και τα υποβληθέντα από αυτούς αιτήματα. Σε διαδικασίες ακυρότητας σύμφωνα με το άρθρο 59, το Γραφείο περιορίζει την εξέτασή του στους λόγους και τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι.

2.   Το Γραφείο μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη πραγματικά περιστατικά των οποίων δεν έγινε επίκληση ή αποδείξεις που δεν προσεκόμισαν εγκαίρως οι διάδικοι.

Άρθρο 96

Προφορική διαδικασία

1.   Το Γραφείο αποφασίζει προφορική διαδικασία, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ' αίτηση ενός των διαδίκων, εάν το θεωρεί σκόπιμο.

2.   Η προφορική διαδικασία ενώπιον των εξεταστών, των τμημάτων ανακοπών και του τμήματος που είναι επιφορτισμένο με το μητρώο δεν είναι δημόσια.

3.   Η προφορική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της απαγγελίας της απόφασης, είναι δημόσια ενώπιον των τμημάτων ακύρωσης και των τμημάτων προσφυγών, εφόσον δεν υπάρξει αντίθετη απόφαση του επιληφθέντος τμήματος σε περιπτώσεις όπου η δημοσιότητα θα μπορούσε να έχει, ιδίως για ένα διάδικο, σοβαρές και άδικες επιπτώσεις.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, που ορίζουν τις λεπτομερείς ρυθμίσεις της προφορικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερών ρυθμίσεων για τη χρήση γλωσσών σύμφωνα με το άρθρο 146.

Άρθρο 97

Αποδεικτική διαδικασία

1.   Σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου, επιτρέπονται ιδίως τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα:

α)

η εξέταση των διαδίκων·

β)

η αίτηση πληροφοριών·

γ)

η προσκόμιση εγγράφων και δειγμάτων·

δ)

η εξέταση των μαρτύρων·

ε)

η πραγματογνωμοσύνη·

στ)

οι έγγραφες ένορκες βεβαιώσεις ή υπεύθυνες δηλώσεις ή οι δηλώσεις οι οποίες έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο συντάσσονται.

2.   Η επιληφθείσα υπηρεσία μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη της τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας.

3.   Εάν το Γραφείο κρίνει απαραίτητο να καταθέσει προφορικά διάδικος, μάρτυρας ή πραγματογνώμονας, κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο να εμφανισθεί ενώπιόν του. Η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων, μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων για να παράσχουν αποδείξεις είναι τουλάχιστον ενός μηνός, εκτός αν αυτοί συναινούν στη σύντμηση της προθεσμίας.

4.   Οι διάδικοι ενημερώνονται για την εξέταση μάρτυρα ή πραγματογνώμονα ενώπιον του Γραφείου. Έχουν το δικαίωμα να παρίστανται και να υποβάλλουν ερωτήσεις στον μάρτυρα ή τον πραγματογνώμονα.

5.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ορίζει τα ποσά των καταβλητέων εξόδων, συμπεριλαμβανομένων προκαταβολών, όσον αφορά τα έξοδα της διεξαγωγής αποδείξεων που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, που ορίζουν λεπτομερώς τις διαδικασίες διεξαγωγής αποδείξεων.

Άρθρο 98

Κοινοποίηση

1.   Το Γραφείο κοινοποιεί αυτεπάγγελτα σε κάθε ενδιαφερόμενο όλες τις αποφάσεις και κλητεύσεις καθώς και κάθε άλλη ειδοποίηση ή ανακοίνωση που αποτελούν αφετηρία προθεσμιών ή των οποίων η κοινοποίηση προβλέπεται από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή πράξεων που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού ή διατάσσεται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής δύναται να καθορίζει ποια έγγραφα, πλην των αποφάσεων που υπόκεινται σε προθεσμία για την άσκηση προσφυγής και των κλητεύσεων, επιδίδονται με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής.

3.   Η κοινοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, με ηλεκτρονικά μέσα. Οι λεπτομέρειες που αφορούν τα ηλεκτρονικά μέσα ορίζονται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

4.   Όταν η κοινοποίηση γίνεται με δημοσίευση, ο εκτελεστικός διευθυντής ορίζει τη διαδικασία δημοσίευσης καθώς και την ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας του ενός μηνός μετά την παρέλευση της οποίας το έγγραφο θεωρείται ότι έχει κοινοποιηθεί.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, που ορίζουν λεπτομερώς τις διαδικασίες κοινοποίησης.

Άρθρο 99

Κοινοποίηση της απώλειας δικαιωμάτων

Όταν το Γραφείο διαπιστώνει ότι η απώλεια οποιουδήποτε δικαιώματος προκύπτει από τον παρόντα κανονισμό ή από πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει αυτού χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση, το κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο σύμφωνα με το άρθρο 98. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει την έκδοση απόφασης επί του θέματος εντός διμήνου από την ανωτέρω κοινοποίηση, εφόσον θεωρεί εσφαλμένη τη διαπίστωση του Γραφείου. Το Γραφείο εκδίδει απόφαση μόνον εφόσον διαφωνεί με τον αιτούντα· σε διαφορετική περίπτωση, το Γραφείο αναθεωρεί τη διαπίστωσή του και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα.

Άρθρο 100

Ανακοινώσεις προς το Γραφείο

1.   Οι ανακοινώσεις προς το Γραφείο μπορούν να πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα. Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει σε ποιον βαθμό και υπό ποιους τεχνικούς όρους μπορούν να υποβάλλονται ηλεκτρονικά οι ανωτέρω ανακοινώσεις.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208 οι οποίες ορίζουν τους κανόνες σχετικά με τα μέσα πραγματοποίησης των ανακοινώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών, που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τους διαδίκους ενώπιον του Γραφείου, καθώς και σχετικά με τα έντυπα που διατίθενται από το Γραφείο.

Άρθρο 101

Προθεσμίες

1.   Οι προθεσμίες υπολογίζονται σε πλήρη έτη, μήνες, εβδομάδες ή ημέρες. Ο υπολογισμός αρχίζει την επομένη της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αντίστοιχο γεγονός. Η διάρκεια των προθεσμιών δεν είναι μικρότερη του ενός μηνός και δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ορίζει, πριν από την έναρξη κάθε ημερολογιακού έτους, τις ημέρες κατά τις οποίες το Γραφείο δεν παραλαμβάνει έγγραφα ή δεν παραδίδονται οι κανονικές ταχυδρομικές αποστολές στην περιοχή στην οποία είναι εγκατεστημένο το Γραφείο.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ορίζει τη διάρκεια της περιόδου διακοπής σε περίπτωση γενικής διακοπής της παράδοσης ταχυδρομείου στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένο το Γραφείο ή, σε περίπτωση πραγματικής διακοπής της σύνδεσης του Γραφείου με αποδεκτά ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας.

4.   Αν η ομαλή επικοινωνία μεταξύ των μερών της διαδικασίας και του Γραφείου ή το αντίστροφο διακοπεί ή διαταραχθεί λόγω έκτακτης περίστασης όπως θεομηνία ή απεργία, ο εκτελεστικός διευθυντής του Γραφείου δύναται να αποφανθεί ότι, για τα μέρη της διαδικασίας με τόπο κατοικίας ή καταστατική έδρα στο εν λόγω κράτος μέλος ή με αντιπροσώπους οι οποίοι έχουν την επαγγελματική τους εγκατάσταση στο εν λόγω κράτος μέλος, όλες οι προθεσμίες που θα είχαν υπό άλλες συνθήκες λήξει κατά την ημερομηνία έναρξης της έκτακτης περίστασης ή μετά από αυτήν, όπως προσδιορίζεται από τον ίδιο, παρατείνονται έως μεταγενέστερη ημερομηνία την οποία ορίζει ο ίδιος. Κατά τον ορισμό της ανωτέρω ημερομηνίας, αξιολογεί πότε λήγει η έκτακτη περίσταση. Εάν λόγω της περίστασης επηρεάζεται η έδρα του Γραφείου, ο εκτελεστικός διευθυντής διευκρινίζει ότι η ανωτέρω απόφαση ισχύει για όλα τα μέρη της διαδικασίας.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, που ορίζουν λεπτομερώς τον υπολογισμό και τη διάρκεια των προθεσμιών.

Άρθρο 102

Διόρθωση σφαλμάτων και πρόδηλων παραλείψεων

1.   Το Γραφείο διορθώνει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης μέρους, γλωσσικά σφάλματα ή σφάλματα μεταγραφής και πρόδηλες παραλείψεις στις αποφάσεις του ή τεχνικά σφάλματα κατά την καταχώριση του σήματος της ΕΕ ή τη δημοσίευση της καταχώρισης τα οποία οφείλονται στο Γραφείο.

2.   Σε περίπτωση που η διόρθωση σφαλμάτων κατά την καταχώριση του σήματος της ΕΕ ή τη δημοσίευση της καταχώρισης έχει ζητηθεί από τον δικαιούχο, εφαρμόζεται κατ' αναλογίαν το άρθρο 55.

3.   Οι διορθώσεις σφαλμάτων κατά την καταχώριση του σήματος της ΕΕ και τη δημοσίευση της καταχώρισης δημοσιεύονται από το Γραφείο.

Άρθρο 103

Ανάκληση αποφάσεων

1.   Σε περίπτωση που το Γραφείο πραγματοποιήσει εγγραφή στο μητρώο ή λάβει απόφαση που περιέχει προφανές σφάλμα το οποίο μπορεί να του αποδοθεί, μεριμνά για την ακύρωση της εγγραφής ή την ανάκληση της απόφασης. Σε περίπτωση που στη διαδικασία υπάρχει μόνον ένα μέρος και η εγγραφή ή η πράξη θίγει τα δικαιώματά του, η ακύρωση της εγγραφής ή η ανάκληση της απόφασης αποφασίζεται ακόμη και αν το σφάλμα δεν ήταν προφανές για το εν λόγω μέρος.

2.   Η ακύρωση της εγγραφής ή η ανάκληση της απόφασης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αποφασίζεται, αυτεπαγγέλτως ή κατ' αίτηση ενός των διαδίκων, από το τμήμα που έκανε την εγγραφή ή έλαβε την απόφαση. Η ακύρωση της εγγραφής στο μητρώο ή η ανάκληση της απόφασης πραγματοποιείται εντός έτους από την ημερομηνία της ανωτέρω εγγραφής ή απόφασης, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέρη της διαδικασίας και τυχόν κατόχους δικαιωμάτων επί του εν λόγω σήματος της ΕΕ που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο. Το Γραφείο τηρεί αρχεία των ακυρώσεων ή ανακλήσεων.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, που καθορίζουν τη διαδικασία για την ανάκληση απόφασης ή την ακύρωση εγγραφής στο μητρώο.

4.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν το δικαίωμα προσφυγής των μερών κατ' εφαρμογή των άρθρων 66 και 72, ούτε τη δυνατότητα διόρθωσης σφαλμάτων και πρόδηλων παραλείψεων βάσει του άρθρου 102. Όταν έχει ασκηθεί προσφυγή κατά απόφασης του Γραφείου που περιέχει σφάλμα, η διαδικασία προσφυγής καθίσταται άνευ αντικειμένου μετά την ανάκληση από το Γραφείο της απόφασής του, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Στην τελευταία περίπτωση, το τέλος προσφυγής επιστρέφεται στον προσφεύγοντα.

Άρθρο 104

Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)

1.   Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του Γραφείου, αποκαθίσταται, μετά από αίτηση, στα δικαιώματά του εάν το κώλυμα είχε ως άμεση συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος ή ένδικου μέσου.

2.   Η αίτηση υποβάλλεται εγγράφως εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παύση του κωλύματος. Η μη διενεργηθείσα πράξη διενεργείται μέσα στην προθεσμία αυτή. Η αίτηση είναι παραδεκτή μόνον εντός προθεσμίας ενός έτους από τη λήξη της μη τηρηθείσας προθεσμίας. Σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκε η αίτηση ανανέωσης της καταχώρισης ή δεν καταβλήθηκε το τέλος της ανανέωσης, η πρόσθετη προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 53 παράγραφος 3 τρίτη φράση, αφαιρείται από την περίοδο του ενός έτους.

3.   Η αίτηση είναι αιτιολογημένη και αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους που προβάλλονται για την υποστήριξή της. Η αίτηση θεωρείται ότι έχει υποβληθεί μόνον αφού καταβληθεί το τέλος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

4.   Το τμήμα που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τη μη διενεργηθείσα πράξη, αποφασίζει και για την αίτηση.

5.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2, καθώς και στο άρθρο 46 παράγραφοι 1 και 3 και στο άρθρο 105.

6.   Όταν ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ αποκατασταθεί στα δικαιώματά του, δεν μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματά του έναντι τρίτου ο οποίος, καλόπιστα, έθεσε προϊόντα στο εμπόριο ή παρέσχε υπηρεσίες με σημείο ταυτόσημο ή ομοειδές με το σήμα της ΕΕ, κατά το διάστημα μεταξύ της απώλειας του δικαιώματος στην αίτηση ή στο σήμα της ΕΕ και της δημοσίευσης της μνείας αποκατάστασης αυτού του δικαιώματος.

7.   Ο τρίτος που μπορεί να επικαλεστεί την παράγραφο 6 μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της απόφασης αποκατάστασης του καταθέτη ή του δικαιούχου σήματος της ΕΕ στα δικαιώματά τους, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της μνείας αποκατάστασης του δικαιώματος.

8.   Το παρόν άρθρο δεν επηρεάζει το δικαίωμα κράτους μέλους να παρέχει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ως προς τις προθεσμίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και που πρέπει να τηρούνται έναντι των αρχών του κράτους αυτού.

Άρθρο 105

Συνέχιση της διαδικασίας

1.   Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος σε διαδικασία ενώπιον του Γραφείου ο οποίος παρέλειψε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του Γραφείου, μπορεί να εξασφαλίσει, μετά από αίτηση, τη συνέχιση της διαδικασίας, υπό τον όρο ότι, κατά την υποβολή της αίτησης, έχει διενεργηθεί η παραληφθείσα πράξη. Η αίτηση συνέχισης της διαδικασίας είναι παραδεκτή μόνον εφόσον υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που δεν τηρήθηκε. Η αίτηση θεωρείται υποβληθείσα μόνον αφού καταβληθεί το τέλος συνέχισης της διαδικασίας.

2.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 32, στο άρθρο 34 παράγραφος 1, στο άρθρο 38 παράγραφος 1, στο άρθρο 41 παράγραφος 2, στο άρθρο 46 παράγραφοι 1 και 3, στο άρθρο 53 παράγραφος 3, στο άρθρο 68, στο άρθρο 72 παράγραφος 5, στο άρθρο 104 παράγραφος 2 και στο άρθρο 139, ή στις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή στην προθεσμία για διεκδίκηση αρχαιότητας σύμφωνα με το άρθρο 39, αφού έχει υποβληθεί η αίτηση.

3.   Το τμήμα που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τη μη διενεργηθείσα πράξη αποφασίζει και για την αίτηση.

4.   Αν το Γραφείο δεχθεί την αίτηση, η μη τήρηση της προθεσμίας θεωρείται ότι δεν παρήγαγε συνέπειες. Εάν έχει ληφθεί απόφαση μεταξύ της λήξης της εν λόγω προθεσμίας και της αίτησης συνέχισης της διαδικασίας, το τμήμα που είναι αρμόδιο να αποφασίσει για τη μη διενεργηθείσα πράξη επανεξετάζει την απόφαση και, όταν επαρκεί η ολοκλήρωση της μη διενεργηθείσας πράξης, λαμβάνει διαφορετική απόφαση. Εάν, κατόπιν της επανεξέτασης, το Γραφείο καταλήξει ότι η αρχική απόφαση δεν πρέπει να μεταβληθεί, επιβεβαιώνει την απόφαση αυτή γραπτώς.

5.   Στην περίπτωση που το Γραφείο απορρίψει την αίτηση, το τέλος επιστρέφεται.

Άρθρο 106

Διακοπή της διαδικασίας

1.   Η διαδικασία ενώπιον του Γραφείου διακόπτεται:

α)

σε περίπτωση θανάτου ή απώλειας της δικαιοπρακτικής ικανότητας του καταθέτη ή του δικαιούχου σήματος της ΕΕ ή του προσώπου που νομιμοποιείται να ενεργεί για λογαριασμό του σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Πάντως, εάν ο θάνατος ή η απώλεια της δικαιοπρακτικής ικανότητας δεν θίγει την εξουσία αντιπροσώπου διορισμένου σύμφωνα με το άρθρο 120, η διαδικασία διακόπτεται μόνο μετά από αίτηση του εν λόγω αντιπροσώπου·

β)

σε περίπτωση που ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ κωλύεται νομικά να συνεχίσει τη διαδικασία ενώπιον του Γραφείου επειδή ασκήθηκε αγωγή που στρέφεται κατά της περιουσίας του·

γ)

σε περίπτωση θανάτου ή απώλειας της δικαιοπρακτικής ικανότητας του αντιπροσώπου ενός καταθέτη ή δικαιούχου σήματος της ΕΕ ή του εν λόγω αντιπροσώπου σε περίπτωση που κωλύεται νομικά να συνεχίσει τη διαδικασία ενώπιον του Γραφείου επειδή ασκήθηκε αγωγή που στρέφεται κατά της περιουσίας του.

2.   Η διαδικασία ενώπιον του Γραφείου επαναλαμβάνεται μόλις προσδιοριστεί η ταυτότητα του προσώπου που νομιμοποιείται να συνεχίσει τη διαδικασία.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208, που ορίζουν λεπτομερώς τις διαδικασίες για την επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του Γραφείου.

Άρθρο 107

Αναφορά στις γενικές αρχές

Όταν δεν προβλέπεται δικονομική διάταξη στον παρόντα κανονισμό ή σε πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού, το Γραφείο λαμβάνει υπόψη τις γενικά αποδεκτές στα κράτη μέλη αρχές δικονομίας.

Άρθρο 108

Λήξη των οικονομικών υποχρεώσεων

1.   Το δικαίωμα του Γραφείου να απαιτεί την καταβολή τελών, παραγράφεται τέσσερα έτη μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου το τέλος κατέστη απαιτητό.

2.   Τα δικαιώματα κατά του Γραφείου όσον αφορά την επιστροφή τελών ή ποσών που εισπράχθηκαν απ' αυτό καθ' υπέρβαση κατά την καταβολή των τελών, παραγράφονται τέσσερα έτη μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου γεννήθηκε το δικαίωμα.

3.   Η προθεσμία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 διακόπτεται στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με πρόσκληση εξόφλησης του τέλους, στη δε περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 με ειδική προς τούτο γραπτή αίτηση. Η προθεσμία αυτή αρχίζει εκ νέου να προσμετράται από την ημερομηνία της διακοπής της και λήγει, το αργότερο, έξι έτη μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου άρχισε να προσμετράται για πρώτη φορά, εκτός αν, εν τω μεταξύ, ασκηθεί αγωγή για την ικανοποίηση αυτού του δικαιώματος· στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία λήγει το νωρίτερο ένα έτος μετά την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.

ΤΜΗΜΑ 2

Έξοδα

Άρθρο 109

Έξοδα

1.   Ο ηττηθείς διάδικος σε διαδικασία ανακοπής, έκπτωσης, ακυρότητας ή προσφυγής βαρύνεται με τα τέλη στα οποία έχει υποβληθεί ο άλλος διάδικος. Με την επιφύλαξη του άρθρου 146 παράγραφος 7, ο ηττηθείς διάδικος βαρύνεται επίσης με όλα τα απαραίτητα δικαστικά έξοδα, στα οποία έχει υποβληθεί ο άλλος διάδικος, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων ταξιδίου και διαμονής, καθώς και της αμοιβής ενός αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 120 παράγραφος 1, εντός των ορίων της κλίμακας που προβλέπεται για κάθε κατηγορία εξόδων στην εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Τα τέλη που βαρύνουν τον ηττηθέντα διάδικο περιορίζονται στα τέλη στα οποία υπεβλήθη ο έτερος διάδικος για τη διαδικασία ανακοπής, για την αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας του σήματος της ΕΕ και για τη διαδικασία προσφυγής.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τα ανώτατα ποσοστά για τα απαραίτητα δικαστικά έξοδα τα οποία πράγματι κατεβλήθησαν από τον νικήσαντα διάδικο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Κατά τον καθορισμό των ποσών αυτών όσον αφορά τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την απόσταση μεταξύ του τόπου κατοικίας ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του διαδίκου, αντιπροσώπου ή μάρτυρα ή εμπειρογνώμονα και του τόπου διεξαγωγής της προφορικής διαδικασίας, το διαδικαστικό στάδιο κατά το οποίο προέκυψαν τα έξοδα, και, όσον αφορά τα έξοδα εκπροσώπησης κατά την έννοια του άρθρου 120 παράγραφος 1, την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η υποχρέωση καταβολής των εξόδων δεν χρησιμοποιείται καταχρηστικά για λόγους τακτικής από τον έτερο διάδικο. Τα έξοδα διαμονής υπολογίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ένωσης και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (15) («κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης» και «καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό» αντίστοιχα).

Ο ηττηθείς διάδικος βαρύνεται με τα έξοδα ενός μόνο αντιδίκου και, κατά περίπτωση, ενός μόνο αντιπροσώπου.

3.   Ωστόσο, στο βαθμό που τυχόν οι διάδικοι νίκησαν και ηττήθηκαν μερικώς ή όταν το απαιτεί η ευθυδικία, το τμήμα ανακοπών ή το τμήμα ακύρωσης ή το τμήμα προσφυγών αποφασίζει διαφορετική κατανομή των εξόδων.

4.   Ο διάδικος που τερματίζει μια διαδικασία ανακαλώντας την αίτηση σήματος της ΕΕ, την ανακοπή, την αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας, ή την προσφυγή ή ακόμη μη ανανεώνοντας την καταχώριση του σήματος της ΕΕ ή παραιτούμενος από αυτό, βαρύνεται με τα τέλη, καθώς και τα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί ο άλλος διάδικος, υπό τους όρους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 3.

5.   Σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το τμήμα ανακοπών, το τμήμα ακύρωσης ή το τμήμα προσφυγών, κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.

6.   Εφόσον οι διάδικοι συνάψουν ενώπιον του τμήματος ανακοπών, του τμήματος ακύρωσης ή του τμήματος προσφυγών, συμφωνία περί των εξόδων διαφορετική από αυτή που προκύπτει από την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 5, το οικείο τμήμα κρατά σημείωση για τη συμφωνία αυτή.

7.   Το τμήμα ανακοπών ή το τμήμα ακυρώσεων ή το τμήμα προσφυγών ορίζει το ποσό των εξόδων που επιστρέφονται δυνάμει των παραγράφων 1 έως 6 του παρόντος άρθρου εφόσον τα έξοδα που πρέπει να καταβληθούν είναι μόνο τα τέλη που καταβάλλονται στο Γραφείο και τα έξοδα εκπροσώπησης. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο γραμματέας του τμήματος προσφυγών ή ένα μέλος του προσωπικού του τμήματος ανακοπών ή του τμήματος ακυρώσεων ορίζει, μετά από σχετική αίτηση, το ποσό των εξόδων που επιστρέφονται. Η αίτηση είναι παραδεκτή μόνον εφόσον υποβληθεί εντός του διμήνου από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση σε σχέση με την οποία ζητείται να οριστεί το ποσό των εξόδων που επιστρέφονται κατέστη τελεσίδικη, και πρέπει να συνοδεύεται από λογαριασμό και δικαιολογητικά έγγραφα. Όσον αφορά τα έξοδα εκπροσώπησης σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 1, αρκεί βεβαίωση του αντιπροσώπου ότι τα έξοδα κατεβλήθησαν. Όσον αφορά άλλα έξοδα, αρκεί να αποδεικνύεται ο εύλογος χαρακτήρας τους. Όταν το ποσό των εξόδων ορίζεται σύμφωνα με την πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου, τα έξοδα εκπροσώπησης επιστρέφονται ανάλογα με το ύψος που προβλέπεται στην εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και ανεξάρτητα από το εάν πράγματι κατεβλήθησαν.

8.   Η απόφαση για τον ορισμό των εξόδων, η οποία αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται, μπορεί να επανεξετασθεί με απόφαση του τμήματος ανακοπών ή του τμήματος ακυρώσεων ή του τμήματος προσφυγών κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλεται εντός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της επιδίκασης των εξόδων. Θεωρείται ότι έχει κατατεθεί μόνον αφού καταβληθεί το τέλος για την επανεξέταση του ύψους των εξόδων. Το τμήμα ανακοπών, το τμήμα ακύρωσης ή το τμήμα προσφυγών, ανάλογα με την περίπτωση, αποφασίζει ως προς την αίτηση επανεξέτασης της απόφασης περί ορισμού των εξόδων χωρίς προφορική διαδικασία.

Άρθρο 110

Εκτέλεση των αποφάσεων καθορισμού των εξόδων

1.   Κάθε τελεσίδικη απόφαση του Γραφείου, η οποία καθορίζει το ποσό των εξόδων, αποτελεί τίτλο εκτελεστό.

2.   Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος στο οποίο λαμβάνει χώρα. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία μοναδική αρχή αρμόδια για την εξακρίβωση της γνησιότητας της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και ανακοινώνει τα στοιχεία επικοινωνίας της στο Γραφείο, στο Δικαστήριο και στην Επιτροπή. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται στην απόφαση από την εν λόγω αρχή, χωρίς άλλη διατύπωση πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης.

3.   Μετά την ολοκλήρωση αυτών των διατυπώσεων, το ενδιαφερόμενο μέρος, κατόπιν αιτήσεώς του, μπορεί να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση προσφεύγοντας απευθείας στο αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

4.   Η αναγκαστική εκτέλεση είναι δυνατό να ανασταλεί μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου. Εντούτοις, ο έλεγχος της νομιμότητας των μέσων εκτέλεσης υπάγεται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων της συγκεκριμένης χώρας.

ΤΜΗΜΑ 3

Ενημέρωση του κοινού και των αρχών των κρατών μελών

Άρθρο 111

Μητρώο σημάτων της ΕΕ

1.   Το Γραφείο τηρεί μητρώο των σημάτων της ΕΕ και το ενημερώνει.

2.   Το μητρώο περιέχει τις ακόλουθες εγγραφές σχετικά με τις αιτήσεις και καταχωρίσεις σήματος της ΕΕ:

α)

την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης·

β)

τον αριθμό πρωτοκόλλου της αίτησης·

γ)

την ημερομηνία δημοσίευσης της αίτησης·

δ)

το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του καταθέτη·

ε)

το όνομα και την επαγγελματική διεύθυνση του αντιπροσώπου, εφόσον δεν πρόκειται για αντιπρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 119 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος·

στ)

την παράσταση του σήματος καθώς και στοιχεία ως προς τη φύση του και, όπου είναι εφικτό, περιγραφή του σήματος·

ζ)

αναφορά των προϊόντων και των υπηρεσιών με την ονομασία τους·

η)

στοιχεία σχετικά με τη διεκδίκηση προτεραιότητας σύμφωνα με το άρθρο 35·

θ)

στοιχεία σχετικά με τη διεκδίκηση προτεραιότητας έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 38·

ι)

στοιχεία σχετικά με τη διεκδίκηση της αρχαιότητας ενός καταχωρισμένου προγενέστερου σήματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 39·

ια)

δήλωση ότι, λόγω της χρήσης που έχει γίνει, το σήμα απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3·

ιβ)

ένδειξη ότι πρόκειται για συλλογικό σήμα·

ιγ)

ένδειξη ότι πρόκειται για σήμα πιστοποίησης·

ιδ)

τη γλώσσα στην οποία κατατέθηκε η αίτηση και τη δεύτερη γλώσσα την οποία δηλώνει ο καταθέτης στην αίτησή του, σύμφωνα με το άρθρο 146 παράγραφος 3·

ιε)

την ημερομηνία καταχώρισης του σήματος στο μητρώο και τον αριθμό καταχώρισης·

ιστ)

δήλωση ότι η αίτηση προκύπτει από τη μετατροπή διεθνούς καταχώρισης με προστασία που εκτείνεται στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 204 του παρόντος κανονισμού, μαζί με την ημερομηνία της διεθνούς καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης ή την ημερομηνία καταγραφής της εδαφικής επέκτασης στην Ένωση η οποία έγινε κατόπιν της διεθνούς καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 3β παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης και, κατά περίπτωση, την ημερομηνία προτεραιότητας της διεθνούς καταχώρισης.

3.   Το μητρώο περιέχει επίσης και τις ακόλουθες εγγραφές, καθεμία από τις οποίες συνοδεύεται από την ημερομηνία καταχώρισής της:

α)

κάθε αλλαγή του ονόματος, της διεύθυνσης ή της ιθαγένειας του δικαιούχου σήματος της ΕΕ ή αλλαγή του κράτους στο οποίο έχει την κατοικία, την έδρα ή την εγκατάστασή του·

β)

κάθε αλλαγή του ονόματος ή της επαγγελματικής διεύθυνσης του αντιπροσώπου, εφόσον δεν πρόκειται για αντιπρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 119 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος·

γ)

όταν ορίζεται νέος αντιπρόσωπος, το όνομα και την επαγγελματική του διεύθυνση·

δ)

τροποποιήσεις και αλλαγές του σήματος, σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 54, και διορθώσεις σφαλμάτων·

ε)

μνεία τροποποιήσεων του κανονισμού χρήσης του συλλογικού σήματος σύμφωνα με το άρθρο 79·

στ)

στοιχεία σχετικά με τη διεκδίκηση της αρχαιότητας ενός καταχωρισμένου προγενέστερου σήματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 39, σύμφωνα με το άρθρο 40·

ζ)

συνολικές ή μερικές μεταβιβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 20·

η)

σύσταση ή μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 22 και τη φύση του εμπράγματου δικαιώματος·

θ)

αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 23 και διαδικασία αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 24·

ι)

χορήγηση ή μεταβίβαση άδειας χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 25 και, ενδεχομένως, το είδος της άδειας·

ια)

ανανέωση της καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 53, την ημερομηνία από την οποία παράγει αποτελέσματα και τυχόν περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 4·

ιβ)

μνεία σχετικά με τη διαπίστωση της λήξης ισχύος καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 53·

ιγ)

δήλωση απόσυρσης ή παραίτησης του δικαιούχου του σήματος σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 57 αντιστοίχως·

ιδ)

την ημερομηνία υποβολής και τα στοιχεία ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 46, ή αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 63, ή ανταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 128 παράγραφος 4 για την έκπτωση ή την κήρυξη της ακυρότητας, ή προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 68·

ιε)

την ημερομηνία και το περιεχόμενο απόφασης επί ανακοπής ή αίτησης ή ανταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 6 ή το άρθρο 128 παράγραφος 6 τρίτη περίοδος ή προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 71·

ιστ)

μνεία σχετικά με την παραλαβή αίτησης μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 140 παράγραφος 2·

ιζ)

τη διαγραφή του αντιπροσώπου που έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου·

ιη)

τη λήξη της αρχαιότητας ενός εθνικού σήματος·

ιθ)

την τροποποίηση ή διαγραφή από το μητρώο των στοιχείων που αναφέρονται στα στοιχεία η), θ) και ι) της παρούσας παραγράφου·

κ)

την αντικατάσταση του σήματος της ΕΕ από διεθνή καταχώριση σύμφωνα με το άρθρο 197·

κα)

την ημερομηνία και τον αριθμό διεθνών καταχωρίσεων βάσει αίτησης σήματος της ΕΕ η οποία οδήγησε στην καταχώριση του σήματος της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 185 παράγραφος 1·

κβ)

την ημερομηνία και τον αριθμό διεθνών καταχωρίσεων βάσει σήματος της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 185 παράγραφος 2·

κγ)

τη διαίρεση αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 50 και τη διαίρεση καταχώρισης σύμφωνα με το άρθρο 56, μαζί με τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου σχετικά με την τμηματική καταχώριση, καθώς και τον κατάλογο των προϊόντων και υπηρεσιών της αρχικής καταχώρισης όπως αυτός τροποποιήθηκε·

κδ)

την ανάκληση απόφασης ή εγγραφής στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 103, όταν η ανάκληση αφορά απόφαση ή εγγραφή η οποία έχει δημοσιευθεί·

κε)

μνεία τροποποιήσεων του κανονισμού χρήσης του σήματος της ΕΕ πιστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 88.

4.   Ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει την εγγραφή στο μητρώο στοιχείων άλλων από τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη του άρθρου 149 παράγραφος 4.

5.   Το μητρώο μπορεί να έχει ηλεκτρονική μορφή. Το Γραφείο συλλέγει, οργανώνει, δημοσιεύει και αποθηκεύει τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, καθώς και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, για τους σκοπούς της παραγράφου 8. Το Γραφείο τηρεί το μητρώο ενήμερο και διαθέσιμο για δημόσια επιθεώρηση.

6.   Κάθε μεταβολή στο μητρώο κοινοποιείται στον δικαιούχο σήματος της ΕΕ.

7.   Το Γραφείο χορηγεί επικυρωμένα ή ανεπικύρωτα αποσπάσματα από το μητρώο κατόπιν αίτησης και καταβολής του σχετικού τέλους.

8.   Η επεξεργασία των δεδομένων που αφορούν τις εγγραφές των παραγράφων 2 και 3, καθώς και τυχόν δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, διενεργείται για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

επεξεργασία των αιτήσεων ή/και των καταχωρίσεων όπως περιγράφονται στον παρόντα κανονισμό και στις πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού·

β)

τήρηση δημόσιου μητρώου προς επιθεώρηση από τις δημόσιες αρχές και τους οικονομικούς φορείς και προς πληροφόρησή τους, ώστε να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματα που τους παρέχει ο παρών κανονισμός και να ενημερώνονται για την ύπαρξη προγενέστερων δικαιωμάτων τρίτων· και

γ)

εκπόνηση εκθέσεων και στατιστικών που αποσκοπούν στη βελτιστοποίηση του έργου του Γραφείου και τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος.

9.   Όλα τα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σχετικά με τις εγγραφές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 θεωρούνται ότι εξυπηρετούν σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και είναι προσιτά σε οποιονδήποτε τρίτο. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι εγγραφές στο μητρώο διατηρούνται επ' αόριστον.

Άρθρο 112

Βάση δεδομένων

1.   Πέραν της υποχρέωσης τήρησης μητρώου κατά την έννοια του άρθρου 111, το Γραφείο συλλέγει και αποθηκεύει σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων όλα τα στοιχεία που παρέχουν οι καταθέτες ή άλλα μέρη της διαδικασίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή πράξεων που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού.

2.   Η ηλεκτρονική βάση δεδομένων μπορεί να περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, πέραν των όσων περιέχονται στο μητρώο δυνάμει του άρθρου 111, στον βαθμό που τα εν λόγω στοιχεία απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού. Η συλλογή, αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων αυτών εξυπηρετεί τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

επεξεργασία των αιτήσεων και/ή καταχωρίσεων όπως περιγράφονται στον παρόντα κανονισμό και στις πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού·

β)

πρόσβαση στην απαιτούμενη πληροφόρηση για την ευκολότερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή των σχετικών διαδικασιών·

γ)

επικοινωνία με τους καταθέτες και άλλα μέρη της διαδικασίας·

δ)

εκπόνηση εκθέσεων και στατιστικών που αποσκοπούν στη βελτιστοποίηση του έργου του Γραφείου και τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει τους όρους πρόσβασης στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων και τον τρόπο με τον οποίο το περιεχόμενό της μπορεί να διατεθεί σε μορφή αναγνώσιμη από μηχάνημα, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αλλά περιλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο άρθρο 111, καθώς και τα τέλη που επιβάλλονται επί της πρόσβασης αυτής.

4.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 υπόκεινται σε περιορισμούς πρόσβασης και δεν διατίθενται στο κοινό εκτός εάν το ενδιαφερόμενο μέρος έχει δώσει ρητά τη συγκατάθεσή του.

5.   Όλα τα δεδομένα φυλάσσονται επ' αόριστον. Ωστόσο, το ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή τυχόν δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη βάση δεδομένων μετά την πάροδο 18 μηνών από τη λήξη ισχύος του σήματος της ΕΕ ή την ολοκλήρωση της σχετικής μεταξύ των διαδίκων (inter partes) διαδικασίας. Το ενδιαφερόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να ζητήσει και να επιτύχει τη διόρθωση τυχόν ανακριβών ή εσφαλμένων δεδομένων ανά πάσα στιγμή.

Άρθρο 113

Ηλεκτρονική πρόσβαση στις αποφάσεις

1.   Οι αποφάσεις του Γραφείου διατίθενται ηλεκτρονικά, ώστε να έχει το ευρύ κοινό δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές και ενημέρωσης για λόγους διαφάνειας και προβλεψιμότητας. Κάθε μέρος της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυχόν περιλαμβάνονται στην απόφαση.

2.   Το Γραφείο μπορεί να παρέχει ηλεκτρονική πρόσβαση στις αποφάσεις των εθνικών και δικαστηρίων της ΕΕ οι οποίες σχετίζονται με τα καθήκοντά του προκειμένου να ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση του κοινού σε ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και να προωθηθεί η σύγκλιση των πρακτικών. Το Γραφείο τηρεί τους όρους της αρχικής δημοσίευσης ως προς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Άρθρο 114

Δημόσια έρευνα

1.   Οι φάκελοι οι σχετικοί με τις αιτήσεις σημάτων της ΕΕ οι οποίες δεν έχουν ακόμα δημοσιευθεί, είναι προσιτοί στο κοινό για έρευνα μόνο με τη συγκατάθεση του καταθέτη.

2.   Οποιοσδήποτε αποδεικνύει ότι ο καταθέτης σήματος της ΕΕ διαβεβαίωσε ότι θα επικαλεστεί έναντί του τα δικαιώματα που απορρέουν από την καταχώριση του σήματος, δύναται να συμβουλευθεί το φάκελο πριν από τη δημοσίευση της αίτησης και χωρίς τη συγκατάθεση του καταθέτη.

3.   Μετά τη δημοσίευση της αίτησης σήματος της ΕΕ, οι φάκελοι της εν λόγω αίτησης και του σήματος στο οποίο η αίτηση οδήγησε μπορούν να είναι προσιτοί στο κοινό για έρευνα, κατόπιν αιτήσεως.

4.   Όταν οι φάκελοι είναι διαθέσιμοι προς επιθεώρηση κατ' εφαρμογή των παραγράφων 2 ή 3 του παρόντος άρθρου, δύνανται να εξαιρεθούν ορισμένα έγγραφα που αφορούν τον αποκλεισμό ή την εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 169, τα σχέδια αποφάσεων και γνωμοδοτήσεων και όλα τα άλλα εσωτερικά έγγραφα τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για την εκπόνησή τους καθώς και τα τμήματα του φακέλου ως προς τα οποία το ενδιαφερόμενο μέρος επικαλέσθηκε ιδιαίτερο συμφέρον προκειμένου να διατηρηθούν απόρρητα, εκτός αν η επιθεώρηση των εν λόγω τμημάτων του φακέλου δικαιολογείται από υπέρτερο έννομο συμφέρον του μέρους που τη ζητεί.

5.   Η επιθεώρηση των φακέλων των κατατεθειμένων και καταχωρισμένων σημάτων της ΕΕ διενεργείται είτε στο πρωτότυπο είτε σε αντίγραφα ή σε τεχνικά μέσα αρχειοθέτησης αν οι φάκελοι φυλάσσονται με τον τρόπο αυτό. Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει τον τρόπο επιθεώρησης.

6.   Όταν η επιθεώρηση διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 7, η αίτηση επιθεώρησης των φακέλων θεωρείται ως μη υποβληθείσα μέχρις ότου καταβληθούν τα απαιτούμενα τέλη. Δεν απαιτείται καταβολή τέλους εάν η επιθεώρηση των τεχνικών μέσων αποθήκευσης πραγματοποιείται ηλεκτρονικά.

7.   Η επιθεώρηση των φακέλων γίνεται στους χώρους του Γραφείου. Η επιθεώρηση διενεργείται, κατόπιν αιτήσεως, με τη χορήγηση αντιγράφων των εγγράφων των φακέλων. Για τη χορήγηση αντιγράφου απαιτείται η καταβολή τέλους. Το Γραφείο εκδίδει επίσης, κατόπιν αιτήσεως, επικυρωμένα ή μη επικυρωμένα αντίγραφα της αίτησης σήματος της ΕΕ μετά την καταβολή τέλους.

8.   Οι φάκελοι που τηρούνται από το Γραφείο σχετικά με διεθνείς καταχωρίσεις με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση μπορούν να επιθεωρούνται κατόπιν αιτήσεως, από την ημερομηνία δημοσίευσης που αναφέρεται στο άρθρο 190 παράγραφος 1, υπό τους όρους των παραγράφων 1, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

9.   Με την επιφύλαξη των περιορισμών της παραγράφου 4, το Γραφείο μπορεί, κατόπιν αιτήσεως και καταβολής τέλους, να ανακοινώσει πληροφορίες που περιέχονται στους φακέλους κατατεθειμένων ή καταχωρισμένων σημάτων της ΕΕ. Το Γραφείο πάντως μπορεί να απαιτήσει να γίνει χρήση της δυνατότητας επιθεώρησης του ίδιου του φακέλου, αν το κρίνει σκόπιμο λόγω του όγκου των πληροφοριών που ζητούνται.

Άρθρο 115

Τήρηση φακέλων

1.   Το Γραφείο τηρεί τους φακέλους κάθε διαδικασίας που αφορά αίτηση ή καταχώριση σήματος της ΕΕ. Ο εκτελεστικός διευθυντής ορίζει τη μορφή με την οποία τηρούνται οι φάκελοι.

2.   Σε περίπτωση τήρησης των φακέλων υπό ηλεκτρονική μορφή, οι εν λόγω ηλεκτρονικοί φάκελοι ή τα εφεδρικά αντίγραφά τους τηρούνται επ' αόριστον. Τα πρωτότυπα έγγραφα που κατατίθενται από τα μέρη της διαδικασίας και αποτελούν τη βάση των ηλεκτρονικών φακέλων παύουν να τηρούνται αφού παρέλθει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή τους από το Γραφείο, το οποίο καθορίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

3.   Όταν και στον βαθμό που οι φάκελοι ή τμήματα των φακέλων τηρούνται υπό μη ηλεκτρονική μορφή, τα έγγραφα ή τα αποδεικτικά στοιχεία που συνιστούν τμήμα αυτών των φακέλων τηρούνται για μία πενταετία τουλάχιστον από τη λήξη του έτους κατά το οποίο η αίτηση απορρίφθηκε ή αποσύρθηκε ή θεωρείται ότι αποσύρθηκε, η καταχώριση του σήματος της ΕΕ έληξε οριστικά δυνάμει του άρθρου 53, η ολική παραίτηση από το σήμα της ΕΕ καταχωρίσθηκε δυνάμει του άρθρου 57 ή το σήμα της ΕΕ διεγράφη πλήρως από το μητρώο δυνάμει του άρθρου 64 παράγραφος 6 ή του άρθρου 128 παράγραφος 6.

Άρθρο 116

Περιοδικές δημοσιεύσεις

1.   Το Γραφείο δημοσιεύει περιοδικά:

α)

Δελτίο Σημάτων της ΕΕ, το οποίο περιλαμβάνει τις δημοσιεύσεις των αιτήσεων και των εγγραφών στο μητρώο, καθώς και όλα τα άλλα στοιχεία που αφορούν κατατεθειμένα ή καταχωρισμένα σήματα της ΕΕ η δημοσίευση των οποίων προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή στις πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει αυτού·

β)

Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου, η οποία περιλαμβάνει τις ανακοινώσεις και πληροφορίες γενικής φύσεως που προέρχονται από τον εκτελεστικό διευθυντή, όπως επίσης και κάθε άλλη πληροφορία σχετική με τον παρόντα κανονισμό ή την εφαρμογή του.

Οι δημοσιεύσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου μπορούν να γίνονται με ηλεκτρονικά μέσα.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει τον τρόπο και τη συχνότητα δημοσίευσης του Δελτίου Σημάτων της ΕΕ.

3.   Η Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου δημοσιεύεται στις γλώσσες του Γραφείου. Ο εκτελεστικός διευθυντής δύναται ωστόσο να ορίζει ότι ορισμένα στοιχεία δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου στις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν:

α)

την ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη ως ημερομηνία δημοσίευσης στο Δελτίο Σημάτων της ΕΕ·

β)

τον τρόπο δημοσίευσης των εγγραφών που αφορούν την καταχώριση σήματος οι οποίες δεν περιέχουν μεταβολές σε σύγκριση με τη δημοσίευση της αίτησης·

γ)

τις μορφές υπό τις οποίες μπορούν να διατίθενται στο κοινό οι εκδόσεις της Επίσημης Εφημερίδας του Γραφείου.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 117

Διοικητική συνεργασία

1.   Εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή των εθνικών νομοθεσιών, το Γραφείο και τα δικαστήρια ή οι άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μετά από σχετική αίτηση, ανταλλάσσοντας πληροφορίες ή φακέλους. Όταν το Γραφείο ανακοινώνει τους φακέλους στα δικαστήρια, στις εισαγγελίες και στις κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η ανακοίνωση δεν υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται στο άρθρο 114.

2.   Το Γραφείο δεν επιβάλλει τέλη για την κοινοποίηση πληροφοριών ή το άνοιγμα φακέλων προς επιθεώρηση.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν τις λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Γραφείο και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και ανοίγουν φακέλους προς επιθεώρηση, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 114, η επιθεώρηση φακέλων που αφορούν αιτήσεις ή καταχωρίσεις σημάτων της ΕΕ όταν ανοίγει προς τρίτους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 118

Ανταλλαγή δημοσιεύσεων

1.   Το Γραφείο και οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών ανταλλάσσουν δωρεάν, για την κάλυψη των αναγκών τους και μετά από αίτηση, ένα ή περισσότερα αντίτυπα των αντίστοιχων δημοσιεύσεών τους.

2.   Το Γραφείο μπορεί να συνάπτει συμφωνίες για την ανταλλαγή ή την αποστολή δημοσιεύσεων.

ΤΜΗΜΑ 4

Εκπροσώπηση

Άρθρο 119

Γενικές αρχές σχετικές με την εκπροσώπηση

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, κανένας δεν έχει υποχρέωση να ορίσει αντιπρόσωπο ενώπιον του Γραφείου.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 δεύτερη περίοδος του παρόντος άρθρου, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν κατοικία, κύρια εγκατάσταση ή πραγματική και ενεργό βιομηχανική ή εμπορική εγκατάσταση στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο εκπροσωπούνται ενώπιον του Γραφείου σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 1 σε κάθε διαδικασία που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, εκτός από την κατάθεση αίτησης σήματος της ΕΕ.

3.   Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την κατοικία ή την έδρα τους ή πραγματική και ενεργό βιομηχανική ή εμπορική εγκατάσταση στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο μπορούν να εκπροσωπούνται ενώπιον του Γραφείου από υπάλληλό τους. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος νομικού προσώπου που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο μπορεί να ενεργεί και για άλλα νομικά πρόσωπα που συνδέονται οικονομικά με το πρόσωπο αυτό, ακόμα και αν αυτά τα άλλα νομικά πρόσωπα δεν έχουν κατοικία ή έδρα ή πραγματική και ενεργό, βιομηχανική ή εμπορική, εγκατάσταση, στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Οι υπάλληλοι που αντιπροσωπεύουν πρόσωπα, κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου, καταθέτουν στο Γραφείο, κατόπιν αίτησης του Γραφείου ή, κατά περίπτωση, άλλου διαδίκου, ενυπόγραφο πληρεξούσιο που προστίθεται στον φάκελο.

4.   Σε περίπτωση που ενεργούν από κοινού περισσότεροι καταθέτες ή περισσότεροι τρίτοι, διορίζεται κοινός αντιπρόσωπος.

Άρθρο 120

Επαγγελματική εκπροσώπηση

1.   Η εκπροσώπηση των φυσικών και νομικών προσώπων ενώπιον του Γραφείου αναλαμβάνεται μόνο:

α)

από δικηγόρο ο οποίος δικαιούται να ασκεί δικηγορία στο έδαφος κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και έχει την επαγγελματική του κατοικία εντός του χώρου αυτού, εφόσον, στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, μπορεί να ενεργεί ως αντιπρόσωπος σε θέματα σημάτων·

β)

από εγκεκριμένους αντιπροσώπους οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο που τηρεί, γι' αυτόν τον σκοπό, το Γραφείο.

Οι αντιπρόσωποι που διεκπεραιώνουν πράξεις ενώπιον του Γραφείου καταθέτουν στο Γραφείο, κατόπιν αίτησης του Γραφείου ή, κατά περίπτωση, άλλου διαδίκου, ενυπόγραφο πληρεξούσιο που προστίθεται στον φάκελο.

2.   Στον κατάλογο των εγκεκριμένων αντιπροσώπων μπορεί να εγγραφεί κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου·

β)

έχει την επαγγελματική του κατοικία ή τον τόπο εργασίας του στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο·

γ)

δικαιούται να εκπροσωπεί, σε υποθέσεις σημάτων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ ή της κεντρικής υπηρεσίας βιομηχανικής ιδιοκτησίας κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Όταν, στο εν λόγω κράτος, η ανωτέρω ιδιότητα δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ειδικών επαγγελματικών προσόντων, τα πρόσωπα τα οποία ενεργούν σε υποθέσεις σημάτων ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ ή των εν λόγω κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας και ζητούν την εγγραφή τους στον πίνακα του Γραφείου, πρέπει να έχουν ασκήσει κανονικά το επάγγελμα τουλάχιστον επί πέντε έτη. Ωστόσο, απαλλάσσονται από την εν λόγω προϋπόθεση της άσκησης του επαγγέλματος τα πρόσωπα των οποίων τα επαγγελματικά προσόντα για την εκπροσώπηση φυσικών ή νομικών προσώπων σε υποθέσεις σημάτων ενώπιον του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ ή των εν λόγω κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας είναι επίσημα αναγνωρισμένα σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του οικείου κράτους.

3.   Η εγγραφή γίνεται μετά από αίτηση συνοδευόμενη από βεβαίωση της κεντρικής υπηρεσίας βιομηχανικής ιδιοκτησίας του οικείου κράτους μέλους, η οποία πιστοποιεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

4.   Ο εκτελεστικός διευθυντής δύναται να χορηγήσει απαλλαγή από:

α)

την απαίτηση της παραγράφου 2 στοιχείο γ) δεύτερη περίοδος, αν ο αιτών αποδείξει ότι έχει αποκτήσει το απαιτούμενο προσόν με άλλον τρόπο·

β)

την απαίτηση της παραγράφου 2 στοιχείο α) σε περίπτωση επαγγελματιών με υψηλά προσόντα, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 2 στοιχεία β) και γ).

5.   Η διαγραφή ενός προσώπου από τον κατάλογο των εγκεκριμένων αντιπροσώπων μπορεί να γίνει κατόπιν αίτησής του ή όταν δεν έχει πλέον την ικανότητα να εκπροσωπεί. Οι μεταβολές στον κατάλογο εγκεκριμένων αντιπροσώπων δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου.

Άρθρο 121

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208, οι οποίες καθορίζουν:

α)

τους όρους και τη διαδικασία διορισμού κοινού αντιπροσώπου που αναφέρεται στο άρθρο 119 παράγραφος 4·

β)

τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρο 119 παράγραφος 3 και οι εγκεκριμένοι αντιπρόσωποι που αναφέρονται στο άρθρο 120 παράγραφος 1 καταθέτουν στο Γραφείο ενυπόγραφο πληρεξούσιο προκειμένου να αναλάβουν την εκπροσώπηση και το περιεχόμενο του εν λόγω πληρεξουσίου·

γ)

τις προϋποθέσεις διαγραφής προσώπου από τον κατάλογο των εγκεκριμένων αντιπροσώπων που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 5.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΕ ΑΓΩΓΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΕ

ΤΜΗΜΑ 1

Εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

Άρθρο 122

Εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

1.   Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, στις διαδικασίες που αφορούν τα σήματα της ΕΕ και τις αιτήσεις σήματος της ΕΕ καθώς και στις δίκες που αφορούν τις ταυτόχρονες ή διαδοχικές αγωγές που ασκούνται με βάση σήματα της ΕΕ και εθνικά σήματα, εφαρμόζονται οι κανόνες της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

2.   Όσον αφορά τις διαδικασίες επί αγωγών και ανταγωγών που προβλέπονται στο άρθρο 124:

α)

δεν εφαρμόζονται το άρθρο 4, το άρθρο 6, το άρθρο 7 σημεία 1, 2, 3 και 5, και το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012·

β)

εφαρμόζονται, εντός των ορίων του άρθρου 125 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 25 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012·

γ)

οι διατάξεις του κεφαλαίου II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 που εφαρμόζονται στα πρόσωπα που έχουν κατοικία σε ένα κράτος μέλος, εφαρμόζονται επίσης και στα πρόσωπα που δεν έχουν μεν κατοικία σε ένα κράτος μέλος, αλλά έχουν εγκατάσταση σ' αυτό.

3.   Οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπεγράφη στις 19 Οκτωβρίου 2005.

ΤΜΗΜΑ 2

Δίκες σε θέματα παραποίησης/απομίμησης και εγκυρότητας σημάτων της ΕΕ

Άρθρο 123

Δικαστήρια σημάτων της ΕΕ

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν στο έδαφός τους τον μικρότερο δυνατό αριθμό πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία ασκούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Κάθε μεταβολή επερχόμενη σχετικά με τον αριθμό, την ονομασία ή την κατά τόπον αρμοδιότητα των δικαστηρίων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ ο οποίος ανακοινώνεται από κράτος μέλος στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 95 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 207/2009, γνωστοποιείται αμελλητί από το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή.

3.   Οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2 κοινοποιούνται από την Επιτροπή στα κράτη μέλη και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 124

Αρμοδιότητα σε θέματα παραποίησης/απομίμησης και εγκυρότητας

Τα δικαστήρια σημάτων της ΕΕ έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση:

α)

όλων των αγωγών για παραποίηση/απομίμηση και, εάν επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, για επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση σήματος της ΕΕ·

β)

των αναγνωριστικών αγωγών για μη παραποίηση/απομίμηση, αν επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο·

γ)

όλων των αγωγών που ασκούνται για πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 ·

δ)

των ανταγωγών για έκπτωση ή ακυρότητα του σήματος της ΕΕ που προβλέπονται στο άρθρο 128.

Άρθρο 125

Διεθνής δικαιοδοσία

1.   Με την επιφύλαξη του παρόντος κανονισμού, καθώς και του κανονισμού (EE) αριθ. 1215/2012 που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 122, οι διαδικασίες που προκύπτουν από αγωγές και ανταγωγές που προβλέπονται στο άρθρο 124 διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο ο εναγόμενος έχει την κατοικία του ή, αν δεν έχει κατοικία σε ένα από τα κράτη μέλη, στο δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο έχει εγκατάσταση.

2.   Εάν ο εναγόμενος δεν έχει ούτε κατοικία ούτε εγκατάσταση σε κράτος μέλος, οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο ενάγων, ή, αν δεν έχει κατοικία σε ένα από τα κράτη μέλη, ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχει εγκατάσταση.

3.   Εάν ούτε ο εναγόμενος ούτε ο ενάγων έχουν κατοικία ή εγκατάσταση, οι εν λόγω διαδικασίες διεξάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει το Γραφείο.

4.   Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3:

α)

το άρθρο 25 του κανονισμού (EE) αριθ. 1215/2012 εφαρμόζεται εάν οι διάδικοι συμφωνήσουν ότι είναι αρμόδιο κάποιο άλλο δικαστήριο σημάτων της ΕΕ·

β)

εφαρμόζεται το άρθρο 26 του κανονισμού (EE) αριθ. 1215/2012, εάν ο εναγόμενος παρίσταται ενώπιον άλλου δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ.

5.   Οι διαδικασίες που προκύπτουν από αγωγές και ανταγωγές που προβλέπονται στο άρθρο 124 πλην των αναγνωριστικών αγωγών για τη μη παραποίηση/απομίμηση σήματος της ΕΕ, μπορούν επίσης να διεξαχθούν ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε ή επαπειλείται να διαπραχθεί η παραποίηση/απομίμηση ή στο οποίο διαπράχθηκε πράξη που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 126

Έκταση της αρμοδιότητας

1.   Ένα δικαστήριο σημάτων της ΕΕ η αρμοδιότητα του οποίου βασίζεται στο άρθρο 125 παράγραφοι 1 έως 4, είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για:

α)

τις πράξεις παραποίησης/απομίμησης που διαπράχθηκαν ή επαπειλούνται να διαπραχθούν στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους·

β)

τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 και διαπράχθηκαν στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους.

2.   Ένα δικαστήριο σημάτων της ΕΕ η αρμοδιότητα του οποίου βασίζεται στο άρθρο 125 παράγραφος 5 είναι αρμόδιο να αποφαίνεται μόνον για τις πράξεις που διαπράχθηκαν ή που επαπειλούνται να διαπραχθούν στο έδαφος του κράτους μέλους, στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.

Άρθρο 127

Τεκμήριο εγκυρότητας — Άμυνα επί της ουσίας

1.   Τα δικαστήρια σημάτων της ΕΕ θεωρούν το σήμα της ΕΕ έγκυρο, εκτός εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την εγκυρότητα με ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας.

2.   Η εγκυρότητα σήματος της ΕΕ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με αναγνωριστική αγωγή για μη παραποίηση/απομίμηση.

3.   Στις αγωγές που αναφέρονται στο άρθρο 124 στοιχεία α) και γ), η ένσταση της έκπτωσης του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ που προβάλλεται με άλλον τρόπο πλην της ανταγωγής, είναι παραδεκτή μόνον εφόσον ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το σήμα της ΕΕ θα μπορούσε να εκπέσει λόγω ανεπαρκούς ουσιαστικής χρήσης κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής προσβολής.

Άρθρο 128

Ανταγωγή

1.   Η ανταγωγή με αίτημα την έκπτωση ή την ακυρότητα μπορεί να βασίζεται μόνο στους λόγους έκπτωσης ή ακυρότητας που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

2.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ απορρίπτει ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας, αν το Γραφείο έχει ήδη εκδώσει τελεσίδικη απόφαση, επί υποθέσεως με το αυτό αντικείμενο, για τους αυτούς λόγους και μεταξύ των αυτών διαδίκων.

3.   Εάν η ανταγωγή ασκείται σε δίκη όπου ο δικαιούχος του σήματος δεν είναι διάδικος, του ανακοινώνεται η δίκη και δικαιούται να παρέμβει σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο.

4.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί ανταγωγή έκπτωσης του δικαιούχου ή κήρυξης της ακυρότητας σήματος της ΕΕ δεν προχωρεί στην εξέταση της ανταγωγής έως ότου είτε το ενδιαφερόμενο μέρος είτε το δικαστήριο ενημερώσει το Γραφείο περί της ημερομηνίας άσκησης της ανταγωγής. Το Γραφείο σημειώνει την πληροφορία στο μητρώο. Εάν είχε ήδη κατατεθεί αίτηση έκπτωσης του δικαιούχου ή κήρυξης της ακυρότητας του σήματος της ΕΕ ενώπιον του Γραφείου πριν από την άσκηση ανταγωγής, το δικαστήριο ενημερώνεται σχετικά από το Γραφείο και αναστέλλει τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 132 παράγραφος 1 μέχρις ότου καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της αίτησης ή αποσυρθεί η αίτηση.

5.   Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 64 παράγραφοι 2 έως 5.

6.   Όταν καταστεί τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ επί ανταγωγής με αίτημα την έκπτωση του δικαιούχου ή την ακυρότητα σήματος της ΕΕ, αντίγραφό της διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στο Γραφείο, είτε από το δικαστήριο είτε από οποιονδήποτε από τους διαδίκους στην εθνική διαδικασία. Το Γραφείο ή οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει πληροφορίες για τη διαβίβαση αυτή. Το Γραφείο καταχωρίζει μνεία της απόφασης στο μητρώο και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με το διατακτικό της.

7.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ το οποίο έχει επιληφθεί ανταγωγής έκπτωσης ή ακυρότητας, μπορεί να αναστείλει την έκδοση της αποφάσεως με αίτηση του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ και κατόπιν ακροάσεως των άλλων διαδίκων και να καλέσει τον εναγόμενο να υποβάλει στο Γραφείο, μέσα σε προθεσμία που του τάσσει, αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας. Αν η αίτηση αυτή δεν υποβληθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, τότε η διαδικασία συνεχίζεται· η ανταγωγή θεωρείται ότι έχει αποσυρθεί. Εφαρμόζεται το άρθρο 132 παράγραφος 3.

Άρθρο 129

Εφαρμοστέο δίκαιο

1.   Τα δικαστήρια σημάτων της ΕΕ εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Για όλα τα θέματα σημάτων που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, το αρμόδιο δικαστήριο σημάτων της ΕΕ εφαρμόζει το ισχύον εθνικό δίκαιο.

3.   Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στις αντίστοιχες αγωγές που αφορούν εθνικό σήμα στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.

Άρθρο 130

Κυρώσεις

1.   Όταν ένα δικαστήριο σημάτων της ΕΕ διαπιστώνει ότι ο εναγόμενος έχει παραποιήσει/απομιμηθεί ή έχει απειλήσει να παραποιήσει/απομιμηθεί σήμα της ΕΕ και εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι που το αποκλείουν, εκδίδει απόφαση που απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει τις πράξεις της παραποίησης/απομίμησης ή την επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση. Λαμβάνει επίσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν την τήρηση αυτής της απαγόρευσης.

2.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ μπορεί επίσης να εφαρμόζει μέτρα ή διαταγές δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου εφόσον τα κρίνει κατάλληλα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Άρθρο 131

Ασφαλιστικά μέτρα

1.   Είναι δυνατό να ζητηθεί από τα δικαστήρια κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ, η λήψη για ένα σήμα της ΕΕ, ή αίτηση σήματος της ΕΕ, των ασφαλιστικών μέτρων που προβλέπονται από το δίκαιο του κράτους αυτού για τα εθνικά σήματα, ακόμα και αν, βάσει του παρόντος κανονισμού, αρμόδιο επί της ουσίας είναι δικαστήριο σημάτων της ΕΕ άλλου κράτους μέλους.

2.   Ένα δικαστήριο σημάτων της ΕΕ του οποίου η αρμοδιότητα βασίζεται στο άρθρο 125 παράγραφοι 1, 2, 3 ή 4, είναι αρμόδιο να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα τα οποία ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος, με την επιφύλαξη των απαραίτητων διαδικασιών για την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους, σύμφωνα με το κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012. Η αρμοδιότητα αυτή είναι αποκλειστική.

Άρθρο 132

Ειδικοί κανόνες συνάφειας

1.   Εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, ένα δικαστήριο σημάτων της ΕΕ που έχει επιληφθεί αγωγής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 124, εκτός της αναγνωριστικής αγωγής μη παραποίησης/απομίμησης, αναστέλλει τη διαδικασία, είτε με δική του πρωτοβουλία και αφού ακούσει τους διαδίκους, είτε με αίτηση ενός διαδίκου και αφού ακούσει τους λοιπούς διαδίκους, εάν το κύρος του σήματος της ΕΕ έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον άλλου δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ ή εάν έχει ήδη υποβληθεί ενώπιον του Γραφείου αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας.

2.   Εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, το Γραφείο, όταν έχει επιληφθεί αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, αναστέλλει τη διαδικασία είτε με δική του πρωτοβουλία και αφού ακούσει τους διαδίκους, είτε με αίτηση ενός διαδίκου και αφού ακούσει τους λοιπούς διαδίκους, εάν το κύρος του σήματος της ΕΕ έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ. Ωστόσο, αν το ζητήσει ένας από τους διαδίκους στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αφού ακούσει τη γνώμη και των άλλων διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, το Γραφείο συνεχίζει τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του.

3.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ που αναστέλλει τη διαδικασία, μπορεί να διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για όλη τη διάρκεια της αναστολής.

Άρθρο 133

Αρμοδιότητα των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ — Αίτηση αναίρεσης

1.   Οι εκδιδόμενες αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ στις διαδικασίες που διεξάγονται στα πλαίσια αγωγών και ανταγωγών που προβλέπονται στο άρθρο 124 υπόκεινται σε έφεση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ.

2.   Οι προϋποθέσεις άσκησης εφέσεως ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.

3.   Οι εθνικές διατάξεις σχετικά με την αίτηση αναίρεσης εφαρμόζονται στις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 3

Λοιπές δίκες σχετικά με τα σήματα της ΕΕ

Άρθρο 134

Συμπληρωματικές διατάξεις περί αρμοδιότητας άλλων εθνικών δικαστηρίων εκτός των δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ

1.   Στο κράτος μέλος, τα δικαστήρια του οποίου είναι αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 122 παράγραφος 1, οι αγωγές οι οποίες δεν προβλέπονται στο άρθρο 124, ασκούνται ενώπιον των δικαστηρίων που θα ήταν κατά τόπο και καθ' ύλην αρμόδια αν επρόκειτο για αγωγές σχετικές με εθνικά σήματα καταχωρισμένα στο κράτος αυτό.

2.   Όταν, βάσει του άρθρου 122 παράγραφος 1 και της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση άλλης αγωγής, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 124, σχετικά με σήμα της ΕΕ, η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου εδρεύει το Γραφείο.

Άρθρο 135

Υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου

Το εθνικό δικαστήριο που επελήφθη αγωγής μη προβλεπομένης στο άρθρο 124 και σχετικής με σήμα της ΕΕ, πρέπει να θεωρεί το εν λόγω σήμα της ΕΕ ως έγκυρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

Αστικές αγωγές επί τη βάσει περισσοτέρων του ενός σημάτων

Άρθρο 136

Ταυτόχρονες και διαδοχικές αστικές αγωγές επί τη βάσει σημάτων της ΕΕ και εθνικών σημάτων

1.   Αν έχουν ασκηθεί αγωγές παραποίησης/απομίμησης με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών που έχουν επιληφθεί το ένα με βάση σήμα της ΕΕ και το άλλο με βάση εθνικό σήμα:

α)

κάθε δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο πρέπει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να διαπιστώσει την αναρμοδιότητά του υπέρ του πρώτου επιληφθέντος, όταν τα εν λόγω σήματα είναι ταυτόσημα και ισχύουν για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες· το δικαστήριο που πρέπει να διαπιστώσει την αναρμοδιότητά του μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία αν η αρμοδιότητα του άλλου δικαστηρίου αμφισβητείται·

β)

κάθε δικαστήριο που επιλήφθηκε δεύτερο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία όταν τα εν λόγω σήματα είναι ταυτόσημα και ισχύουν για ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες, καθώς επίσης και όταν τα εν λόγω σήματα είναι ομοειδή και ισχύουν για ταυτόσημα ή ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες.

2.   Το δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής παραποίησης/απομίμησης με βάση σήμα της ΕΕ απορρίπτει την αγωγή εάν, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ουσίας μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με βάση ταυτόσημο εθνικό σήμα, που ισχύει για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες.

3.   Το δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής παραποίησης/απομίμησης με βάση εθνικό σήμα απορρίπτει την αγωγή εάν, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ουσίας μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με βάση ταυτόσημο σήμα της ΕΕ, που ισχύει για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν ισχύουν για τα ασφαλιστικά μέτρα.

ΤΜΗΜΑ 2

Εφαρμογή του εθνικού δικαίου προς τον σκοπό της απαγόρευσης της χρήσης σημάτων της ΕΕ

Άρθρο 137

Απαγόρευση της χρήσης σημάτων της ΕΕ

1.   Εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει το δικαίωμα, που παρέχει το δίκαιο των κρατών μελών, για άσκηση αγωγών κατά της χρήσης μεταγενέστερου σήματος της ΕΕ λόγω παραβίασης προγενέστερων δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 8 ή του άρθρου 60 παράγραφος 2. Οι αγωγές που στρέφονται κατά της παραβίασης προγενέστερων δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφοι 2 και 4, δεν δύνανται ωστόσο να ασκηθούν εάν ο δικαιούχος του προγενέστερου δικαιώματος δεν δικαιούται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 2, να ζητήσει την ακυρότητα του σήματος της ΕΕ.

2.   Εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο παρών κανονισμός δεν θίγει το δικαίωμα άσκησης αγωγών, βάσει του αστικού, διοικητικού ή ποινικού δικαίου ενός κράτους μέλους ή βάσει διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, με αντικείμενο την απαγόρευση χρήσης ενός σήματος της ΕΕ, εφόσον μπορεί να γίνει επίκληση του δικαίου αυτού του κράτους μέλους ή του δικαίου της Ένωσης για να απαγορευθεί η χρήση ενός εθνικού σήματος.

Άρθρο 138

Προγενέστερα δικαιώματα τοπικής ισχύος

1.   Ο δικαιούχος προγενέστερου δικαιώματος τοπικής ισχύος δύναται να αντιταχθεί στη χρήση του σήματος της ΕΕ στο έδαφος στο οποίο προστατεύεται το δικαίωμά του, εφόσον το επιτρέπει το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

2.   Η παράγραφος 1 παύει να εφαρμόζεται αν ο δικαιούχος του προγενέστερου δικαιώματος γνώριζε επί πέντε συνεχή έτη και ανέχθηκε τη χρήση του σήματος της ΕΕ στο έδαφος στο οποίο προστατεύεται το δικαίωμά του, εκτός αν η κατάθεση του σήματος της ΕΕ έγινε με κακή πίστη.

3.   Ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ δεν δύναται να αντιταχθεί στη χρήση του δικαιώματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ακόμα και αν δεν μπορεί πλέον να προβληθεί το δικαίωμα αυτό κατά του σήματος της ΕΕ.

ΤΜΗΜΑ 3

Μετατροπή σε αίτηση εθνικού σήματος

Άρθρο 139

Αίτηση για την έναρξη της εθνικής διαδικασίας

1.   Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος της ΕΕ δικαιούται να ζητήσει τη μετατροπή της αίτησής του ή του σήματός του της ΕΕ σε αίτηση εθνικού σήματος:

α)

εφόσον η αίτηση σήματος της ΕΕ απορριφθεί ή ανακληθεί ή θεωρηθεί ότι ανακλήθηκε·

β)

εφόσον το σήμα της ΕΕ παύσει να παράγει αποτελέσματα.

2.   Δεν χωρεί μετατροπή:

α)

εάν ο δικαιούχος του σήματος της ΕΕ εξέπεσε των δικαιωμάτων του λόγω μη χρήσης του εν λόγω σήματος, εκτός εάν, στο κράτος μέλος για το οποίο ζητείται η μετατροπή, το σήμα της ΕΕ έχει χρησιμοποιηθεί υπό συνθήκες οι οποίες συνιστούν ουσιαστική χρήση κατά το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους·

β)

εάν επιδιώκεται η προστασία σε κράτος μέλος στο οποίο, σύμφωνα με απόφαση του Γραφείου ή του εθνικού δικαστηρίου, συντρέχει λόγος απαράδεκτου της καταχώρισης, ανάκλησης ή ακυρότητας της αίτησης ή του σήματος της ΕΕ.

3.   Για την αίτηση εθνικού σήματος, η οποία προκύπτει από τη μετατροπή αίτησης ή από τη μετατροπή σήματος της ΕΕ, ισχύει, στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, η ημερομηνία κατάθεσης, ή η ημερομηνία προτεραιότητας αυτής της αίτησης ή αυτού του σήματος και, ενδεχομένως, η αρχαιότητα σήματος αυτού του κράτους η οποία μπορεί να διεκδικηθεί σύμφωνα με το άρθρο 39 ή το άρθρο 40.

4.   Σε περίπτωση που η αίτηση σήματος της ΕΕ θεωρείται ότι ανακλήθηκε, το Γραφείο απευθύνει στον καταθέτη του σήματος γνωστοποίηση τάσσοντάς του προθεσμία τριών μηνών από τη γνωστοποίηση αυτή για την υποβολή αίτησης μετατροπής.

5.   Όταν ανακαλείται η αίτηση σήματος της ΕΕ, ή το σήμα της ΕΕ παύει να παράγει αποτελέσματα λόγω εγγραφής παραίτησης στο μητρώο ή μη ανανέωσης της καταχώρισης, η αίτηση μετατροπής κατατίθεται, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία που ανακλήθηκε η αίτηση σήματος της ΕΕ, ή το σήμα έπαυσε να παράγει αποτελέσματα.

6.   Όταν απορρίπτεται η αίτηση σήματος της ΕΕ με απόφαση του Γραφείου ή όταν παύει να παράγει αποτελέσματα λόγω απόφασης του Γραφείου ή απόφασης δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ, η αίτηση μετατροπής πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.

7.   Το άρθρο 37 παύει να παράγει αποτελέσματα αν η αίτηση δεν υποβληθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία.

Άρθρο 140

Υποβολή, δημοσίευση και διαβίβαση της αίτησης μετατροπής

1.   Η αίτηση μετατροπής κατατίθεται στο Γραφείο εντός της σχετικής προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 4, 5 ή 6 και περιλαμβάνει μνεία του λόγου της μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β) των κρατών μελών ως προς τα οποία ζητείται η μετατροπή, καθώς και των αγαθών και υπηρεσιών που υπόκεινται σε μετατροπή. Όταν η μετατροπή ζητείται μετά από μη ανανέωση της καταχώρισης, η τρίμηνη προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 139 παράγραφος 5 αρχίζει την επομένη της τελευταίας ημέρας κατά την οποία μπορεί να υποβληθεί η αίτηση ανανέωσης σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 3. Η αίτηση μετατροπής θεωρείται υποβληθείσα μόνον αφού καταβληθεί το τέλος μετατροπής.

2.   Όταν η αίτηση μετατροπής αφορά αίτηση σήματος της ΕΕ που έχει ήδη δημοσιευθεί ή όταν η αίτηση μετατροπής αφορά σήμα της ΕΕ, η παραλαβή της σημειώνεται στο μητρώο και η αίτηση μετατροπής δημοσιεύεται.

3.   Το Γραφείο ελέγχει κατά πόσον η ζητηθείσα μετατροπή πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, ιδίως το άρθρο 139 παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6 και την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και τις τυπικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην εκτελεστική πράξη που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που διέπουν την αίτηση, το Γραφείο ενημερώνει τον αιτούντα για τις ελλείψεις. Αν αυτές δεν θεραπευθούν εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, η αίτηση μετατροπής απορρίπτεται. Στην περίπτωση που ισχύει το άρθρο 139 παράγραφος 2, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση μετατροπής ως απαράδεκτη μόνον όσον αφορά τα κράτη μέλη για τα οποία, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αποκλείεται η μετατροπή. Όταν το τέλος μετατροπής δεν έχει καταβληθεί μέσα στην τρίμηνη προθεσμία σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφοι 4, 5 ή 6, το Γραφείο ενημερώνει τον αιτούντα ότι η αίτηση μετατροπής λογίζεται ως μη υποβληθείσα.

4.   Εάν το Γραφείο ή δικαστήριο σημάτων της ΕΕ έχει απορρίψει την αίτηση σήματος της ΕΕ ή έχει κηρύξει το σήμα της ΕΕ άκυρο βάσει απόλυτων λόγων με αναφορά στη γλώσσα ενός κράτους μέλους, η μετατροπή αποκλείεται σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 2 για όλα τα κράτη μέλη στα οποία η εν λόγω γλώσσα είναι μία από τις επίσημες γλώσσες. Εάν το Γραφείο ή δικαστήριο σημάτων της ΕΕ έχει απορρίψει την αίτηση σήματος της ΕΕ ή έχει κηρύξει το σήμα της ΕΕ άκυρο για απόλυτους λόγους που έχει κριθεί ότι ισχύουν στο σύνολο της Ένωσης ή λόγω προγενέστερου σήματος της ΕΕ ή άλλου δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας της ΕΕ, η μετατροπή αποκλείεται, σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 2, για όλα τα κράτη μέλη.

5.   Εφόσον η αίτηση μετατροπής πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, το Γραφείο τη διαβιβάζει, μαζί με τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 111 παράγραφος 2 στις κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ, για τις οποίες η αίτηση κρίθηκε παραδεκτή. Το Γραφείο ενημερώνει τον αιτούντα για την ημερομηνία διαβίβασης.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν:

α)

το λεπτομερές περιεχόμενο της αίτησης μετατροπής ενός κατατεθειμένου ή καταχωρισμένου σήματος της ΕΕ σε αίτηση εθνικού σήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β)

το λεπτομερές περιεχόμενο της δημοσίευσης της αίτησης μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 141

Τυπικές προϋποθέσεις της μετατροπής

1.   Κάθε κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας στην οποία διαβιβάζεται η αίτηση μετατροπής μπορεί να ζητήσει από το Γραφείο κάθε πρόσθετη πληροφορία σχετικά με την εν λόγω αίτηση η οποία θα μπορούσε να βοηθήσει την υπηρεσία αυτή να αποφασίσει για το εθνικό σήμα που προκύπτει από τη μετατροπή.

2.   Η αίτηση σήματος της ΕΕ ή το σήμα της ΕΕ που διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 140 δεν υπόκειται, βάσει του εθνικού δικαίου, σε τυπικές προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες ή επιπλέον εκείνων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή σε πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.   Η κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας στην οποία διαβιβάζεται η αίτηση μπορεί να ζητήσει από τον καταθέτη, εντός προθεσμίας τουλάχιστον δύο μηνών:

α)

να καταβάλει το εθνικό τέλος κατάθεσης·

β)

να προσκομίσει μετάφραση της αίτησης και των συνημμένων εγγράφων, σε μία από τις επίσημες γλώσσες του συγκεκριμένου κράτους·

γ)

να διορίσει αντίκλητο στο συγκεκριμένο κράτος·

δ)

να προσκομίσει ανατύπωση του σήματος σε όσα αντίτυπα καθορίζει το συγκεκριμένο κράτος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ

ΓΡΑΦΕΙΟ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 142

Νομικό καθεστώς

1.   Το Γραφείο αποτελεί οργανισμό της Ένωσης. Διαθέτει νομική προσωπικότητα.

2.   Το Γραφείο έχει σε κάθε κράτος μέλος την ευρύτερη δυνατή ικανότητα δικαίου που αναγνωρίζεται από τις εθνικές νομοθεσίες στα νομικά πρόσωπα· δύναται, ιδίως, να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

3.   Το Γραφείο εκπροσωπείται από τον εκτελεστικό διευθυντή του.

Άρθρο 143

Προσωπικό

1.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 166 του παρόντος κανονισμού στα μέλη των τμημάτων προσφυγών, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ένωσης και οι εκτελεστικοί κανόνες αυτών των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί κατόπιν κοινής συμφωνίας από τα Όργανα της Ένωσης, εφαρμόζονται και στο προσωπικό του Γραφείου.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, το Γραφείο μπορεί να χρησιμοποιήσει αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες ή άλλο προσωπικό που δεν απασχολείται από το Γραφείο. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την απόσπαση εθνικών εμπειρογνωμόνων στο Γραφείο.

Άρθρο 144

Προνόμια και ασυλίες

Το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες της Ένωσης εφαρμόζεται στο Γραφείο και στο προσωπικό του.

Άρθρο 145

Ευθύνη

1.   Η συμβατική ευθύνη του Γραφείου διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.

2.   Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να δικάζει δυνάμει συμβιβαστικής ρήτρας που περιέχεται σε σύμβαση που συνήψε το Γραφείο.

3.   Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, το Γραφείο υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημίες που προξενούν οι υπηρεσίες του ή υπάλληλοί του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

4.   Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές σχετικά με την αποκατάσταση των ζημιών που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

5.   Η έναντι του Γραφείου προσωπική ευθύνη των υπαλλήλων ρυθμίζεται στις εφαρμοζόμενες σε αυτούς διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή στο καθεστώς που διέπει το λοιπό προσωπικό.

Άρθρο 146

Γλώσσες

1.   Οι αιτήσεις σήματος της ΕΕ κατατίθενται σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Οι γλώσσες του Γραφείου είναι η αγγλική, η γαλλική η γερμανική, η ισπανική και η ιταλική.

3.   Ο καταθέτης δηλώνει και μια δεύτερη γλώσσα που είναι γλώσσα του Γραφείου, την οποία δέχεται ως πιθανή γλώσσα διαδικασίας σε διαδικασίες ανακοπής, έκπτωσης και ακυρότητας.

Εάν η γλώσσα στην οποία κατατέθηκε η αίτηση δεν είναι μία από τις γλώσσες του Γραφείου, το Γραφείο φροντίζει να εξασφαλίσει τη μετάφραση της αίτησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1, στη γλώσσα που υπέδειξε ο καταθέτης.

4.   Εάν ο καταθέτης σήματος της ΕΕ είναι ο μοναδικός διάδικος στις διαδικασίες ενώπιον του Γραφείου, τότε ως γλώσσα της διαδικασίας χρησιμοποιείται η γλώσσα στην οποία κατατέθηκε η αίτηση σήματος της ΕΕ. Εάν η αίτηση έχει γίνει σε γλώσσα άλλη από τις γλώσσες του Γραφείου τότε το Γραφείο μπορεί να επικοινωνεί εγγράφως με τον καταθέτη στη δεύτερη γλώσσα την οποία υπέδειξε αυτός στην αίτησή του.

5.   Η ανακοπή και η αίτηση έκπτωσης ή η δήλωση ακυρότητας κατατίθενται σε μία από τις γλώσσες του Γραφείου.

6.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5:

α)

κάθε αίτηση ή δήλωση σχετικά με αίτηση σήματος της ΕΕ μπορεί να κατατεθεί στη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την κατάθεση της αίτησης του εν λόγω σήματος της ΕΕ ή στη δεύτερη γλώσσα που δήλωσε ο καταθέτης στην αίτησή του·

β)

κάθε αίτηση ή δήλωση σχετικά με καταχωρισμένο σήμα της ΕΕ μπορεί να κατατεθεί σε μία από τις γλώσσες του Γραφείου.

Πάντως, όταν η αίτηση κατατίθεται μέσω εντύπου που παρέχει το Γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 2, το εν λόγω έντυπο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, υπό τον όρο ότι συμπληρώνεται σε μία από τις γλώσσες του Γραφείου, όσον αφορά τα στοιχεία του κειμένου.

7.   Εάν η γλώσσα που επιλέγεται, σύμφωνα με την παράγραφο 5, για την πράξη της ανακοπής ή την αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας είναι η γλώσσα της αίτησης σήματος ή η δεύτερη γλώσσα που αναφέρθηκε κατά την κατάθεση της εν λόγω αίτησης, τότε η γλώσσα διαδικασίας θα είναι αυτή η γλώσσα.

Εάν η γλώσσα που επιλέγεται, σύμφωνα με την παράγραφο 5, για την πράξη ανακοπής, την αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας δεν είναι ούτε η γλώσσα της αίτησης του σήματος ούτε η δεύτερη γλώσσα που αναφέρθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αυτής, τότε ο ανακόπτων ή ο αιτούμενος την έκπτωση ή την ακυρότητα υποχρεούται να υποβάλει, ιδία δαπάνη, μετάφραση του εγγράφου του είτε στη γλώσσα της αίτησης σήματος, υπό τον όρο ότι αυτή είναι μια γλώσσα του Γραφείου, είτε στη δεύτερη γλώσσα που αναφέρθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης σήματος. Η μετάφραση προσκομίζεται εντός μηνός από τη λήξη της περιόδου ανακοπής ή από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης έκπτωσης ή της δήλωσης ακυρότητας. Επομένως, γλώσσα διαδικασίας καθίσταται η γλώσσα αυτής της μετάφρασης.

8.   Στις διαδικασίες ανακοπής, ακυρότητας, έκπτωσης και προσφυγής, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν να χρησιμοποιηθεί ως γλώσσα διαδικασίας μια άλλη επίσημη γλώσσα της Ένωσης.

9.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 8, και εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, στη γραπτή διαδικασία ενώπιον του Γραφείου τα μέρη μπορούν να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις γλώσσες του Γραφείου. Αν η επιλεγείσα γλώσσα δεν είναι η γλώσσα της διαδικασίας, το ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλλει μετάφραση του πρωτοτύπου στη γλώσσα αυτή εντός μηνός από την ημερομηνία υποβολής του. Εφόσον ο καταθέτης σήματος της ΕΕ είναι το μοναδικό μέρος της διαδικασίας ενώπιον του Γραφείου και η αίτηση σήματος της ΕΕ δεν κατατέθηκε σε μία από τις γλώσσες του Γραφείου, η μετάφραση μπορεί επίσης να υποβληθεί στη δεύτερη γλώσσα που δήλωσε ο καταθέτης στην αίτησή του.

10.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει τον τρόπο επικύρωσης των μεταφράσεων.

11.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν:

α)

αν τα δικαιολογητικά έγγραφα που θα χρησιμοποιηθούν σε γραπτή διαδικασία ενώπιον του Γραφείου μπορούν να υποβληθούν σε οποιαδήποτε γλώσσα της Ένωσης και αν απαιτείται μετάφραση·

β)

τα πρότυπα που πρέπει να πληρούν οι μεταφράσεις που υποβάλλονται στο Γραφείο.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 147

Δημοσιεύσεις και καταχωρίσεις

1.   Η αίτηση σήματος της ΕΕ, όπως περιγράφεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 και όλες οι άλλες πληροφορίες η δημοσίευση των οποίων απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό ή τις πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει του παρόντος κανονισμού, δημοσιεύονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Όλες οι καταχωρίσεις του μητρώου πραγματοποιούνται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Σε περίπτωση αμφιβολίας, ως αυθεντικό κείμενο θεωρείται το κείμενο που είναι συντεταγμένο στη γλώσσα του Γραφείου στην οποία κατατέθηκε η αίτηση σήματος της ΕΕ. Εάν η κατάθεση έγινε σε επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν είναι μια από τις γλώσσες του Γραφείου, ως αυθεντικό κείμενο θεωρείται το κείμενο που είναι συντεταγμένο στη δεύτερη γλώσσα την οποία υπέδειξε ο καταθέτης.

Άρθρο 148

Μεταφραστικές υπηρεσίες

Τις μεταφραστικές υπηρεσίες που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία του Γραφείου εξασφαλίζει το Κέντρο μετάφρασης των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 149

Διαφάνεια

1.   Στα έγγραφα που τηρούνται από το Γραφείο εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16).

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

3.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το Γραφείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο καταγγελίας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 228 και 263 της ΣΛΕΕ, αντιστοίχως.

4.   Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από το Γραφείο υπόκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17).

Άρθρο 150

Κανόνες ασφάλειας για την προστασία διαβαθμισμένων και ευαίσθητων μη-διαβαθμισμένων πληροφοριών

Το Γραφείο εφαρμόζει τις αρχές ασφάλειας που προβλέπονται στους κανόνες ασφάλειας της Επιτροπής σχετικά με την προστασία των Διαβαθμισμένων Πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUCI) και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, όπως ορίζονται στις αποφάσεις της Επιτροπής (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 (18) και (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 (19). Η εφαρμογή των αρχών ασφάλειας καλύπτει, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις περί ανταλλαγής, επεξεργασίας και αποθήκευσης τέτοιων πληροφοριών.

ΤΜΗΜΑ 2

Καθήκοντα του Γραφείου και συνεργασία για την προαγωγή της σύγκλισης

Άρθρο 151

Καθήκοντα του Γραφείου

1.   Το Γραφείο αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

διαχείριση και προώθηση του συστήματος σημάτων της ΕΕ που θεσπίζεται στον παρόντα κανονισμό·

β)

διαχείριση και προώθηση του συστήματος σχεδίων και υποδειγμάτων της ΕΕ που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 6/2002 του Συμβουλίου (20)·

γ)

προώθηση της σύγκλισης των πρακτικών και εργαλείων στους τομείς των σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων σε συνεργασία με τις κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ·

δ)

τα καθήκοντα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 386/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21)·

ε)

τα καθήκοντα που του ανατίθενται βάσει της οδηγίας 2012/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22).

2.   Το Γραφείο συνεργάζεται με θεσμικά όργανα, αρχές, φορείς, υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας, διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις σε σχέση με τα καθήκοντα που του ανατίθενται στην παράγραφο 1.

3.   Το Γραφείο μπορεί να παρέχει εθελοντικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης για την παροχή βοήθειας στα μέρη με στόχο την επίτευξη φιλικού διακανονισμού.

Άρθρο 152

Συνεργασία για την προώθηση της σύγκλισης πρακτικών και εργαλείων

1.   Το Γραφείο, οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ συνεργάζονται μεταξύ τους για την προώθηση της σύγκλισης των πρακτικών και εργαλείων στον τομέα των εμπορικών σημάτων, σχεδίων και υποδειγμάτων.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η εν λόγω συνεργασία καλύπτει ιδίως τους εξής τομείς δραστηριοτήτων:

α)

ανάπτυξη κοινών προτύπων εξέτασης·

β)

δημιουργία κοινών ή συνδεδεμένων βάσεων δεδομένων και διαδικτυακών πυλών για σκοπούς διαβούλευσης, έρευνας και ταξινόμησης σε ολόκληρη την Ένωση·

γ)

συνεχής παροχή και ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της τροφοδότησης των βάσεων δεδομένων και των πυλών που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

δ)

θέσπιση κοινών προτύπων και πρακτικών, με σκοπό την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας μεταξύ διαδικασιών και συστημάτων σε ολόκληρη την Ένωση και ενίσχυση της συνοχής, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς τους·

ε)

ανταλλαγή πληροφοριών για τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και τις σχετικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβαίας υποστήριξης στις υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης και τα κέντρα πληροφόρησης·

στ)

ανταλλαγή τεχνικής εμπειρογνωσίας και βοήθειας σε σχέση με τους τομείς που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε).

2.   Βάσει πρότασης του εκτελεστικού διευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει και συντονίζει έργα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την Ένωση και τα κράτη μέλη όσον αφορά τους τομείς που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 6, και καλεί τις κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ να συμμετάσχουν στα εν λόγω έργα.

Ο ορισμός των έργων περιλαμβάνει τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις και αρμοδιότητες κάθε συμμετέχουσας υπηρεσίας βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ και του Γραφείου. Το Γραφείο διαβουλεύεται με εκπροσώπους των χρηστών, ιδίως στις φάσεις του ορισμού των έργων και της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.

3.   Οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ μπορούν κατ' επιλογή τους να μη συμμετέχουν, να περιορίζουν ή να αναστέλλουν προσωρινά τη συνεργασία τους στα έργα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2.

Κατά τη χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ υποβάλλουν στο Γραφείο γραπτή δήλωση στην οποία εξηγούν τους λόγους για την απόφασή τους.

4.   Αφού δεσμευθούν να συμμετάσχουν σε ορισμένα έργα, οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, καθώς και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ, συμμετέχουν ουσιαστικά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, στα έργα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, με στόχο να εξασφαλιστούν η ανάπτυξη, η λειτουργία, η διαλειτουργικότητα και η επικαιροποίησή τους.

5.   Το Γραφείο παρέχει οικονομική στήριξη στα έργα της παραγράφου 2, εφόσον είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί, για τους σκοπούς της παραγράφου 4, η ουσιαστική συμμετοχή των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ στα εν λόγω έργα. Η οικονομική στήριξη μπορεί να λάβει τη μορφή επιχορηγήσεων και εισφορών σε είδος. Το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης δεν υπερβαίνει το 15 % των ετήσιων εσόδων του Γραφείου. Οι δικαιούχοι των επιχορηγήσεων είναι οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ. Οι επιχορηγήσεις είναι δυνατόν να δοθούν χωρίς πρόσκληση υποβολής προτάσεων σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανόνες που ισχύουν για το Γραφείο και με βάση τις αρχές των διαδικασιών περί επιχορηγήσεων που περιλαμβάνει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23) και ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής (24).

6.   Το Γραφείο και οι σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται μεταξύ τους εθελοντικά για την προαγωγή της ευαισθητοποίησης σχετικά με το σύστημα εμπορικών σημάτων και την καταπολέμηση της προσβολής. Στη συνεργασία αυτή περιλαμβάνονται έργα αποσκοπούντα ιδίως στην εφαρμογή των καθιερωμένων προτύπων και πρακτικών καθώς και στη διοργάνωση δραστηριοτήτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η οικονομική στήριξη των εν λόγω έργων αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού χρηματοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5. Εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι παράγραφοι 2 έως 5.

ΤΜΗΜΑ 3

Διοικητικό Συμβούλιο

Άρθρο 153

Καθήκοντα του Διοικητικού Συμβουλίου

1.   Με την επιφύλαξη των καθηκόντων που ανατίθενται στην επιτροπή προϋπολογισμού στο τμήμα 6, το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

με βάση σχέδιο που υποβάλλεται από τον εκτελεστικό διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 στοιχείο γ), εγκρίνει το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του Γραφείου για το επόμενο έτος, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής, και διαβιβάζει το εγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή·

β)

με βάση σχέδιο που υποβάλλεται από τον εκτελεστικό διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 στοιχείο ε), και λαμβανομένης υπόψη της γνώμης της Επιτροπής, εγκρίνει πολυετές στρατηγικό πρόγραμμα του Γραφείου, συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής του Γραφείου για τη διεθνή συνεργασία, μετά από ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εκτελεστικού διευθυντή και της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και διαβιβάζει το εγκεκριμένο πολυετές στρατηγικό πρόγραμμα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή·

γ)

με βάση σχέδιο που υποβάλλεται από τον εκτελεστικό διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 στοιχείο ζ), εγκρίνει την ετήσια έκθεση και διαβιβάζει την εγκεκριμένη ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο·

δ)

με βάση σχέδιο που υποβάλλεται από τον εκτελεστικό διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 στοιχείο η), εγκρίνει το πολυετές πρόγραμμα πολιτικής προσωπικού·

ε)

ασκεί τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 152 παράγραφος 2·

στ)

ασκεί τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 172 παράγραφος 5·

ζ)

εγκρίνει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στο Γραφείο·

η)

ασκεί, σύμφωνα με την παράγραφο 2, όσον αφορά το προσωπικό του Γραφείου, τις αρμοδιότητες που ανατίθενται βάσει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, και βάσει του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό στην αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχή («αρμοδιότητες της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής»)·

θ)

εγκρίνει τους δέοντες εκτελεστικούς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ι)

καταρτίζει τον κατάλογο των υποψηφίων που προβλέπεται στο άρθρο 158 παράγραφος 2·

ια)

μεριμνά ώστε να δοθεί κατάλληλη συνέχεια στα πορίσματα και τις συστάσεις που απορρέουν από τις εκθέσεις εσωτερικού ή εξωτερικού λογιστικού ελέγχου και τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 210, καθώς και από έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)·

ιβ)

ερωτάται πριν από την έγκριση των κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά την εξέταση που διενεργείται από το Γραφείο και στις άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό·

ιγ)

μπορεί να διατυπώνει γνώμες και να απευθύνει αιτήσεις πληροφοριών προς τον εκτελεστικό διευθυντή και την Επιτροπή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο.

2.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 142 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, απόφαση βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του άρθρου 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, με την οποία αναθέτει στον εκτελεστικό διευθυντή τις αντίστοιχες εξουσίες που ανήκουν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αναστέλλεται η εν λόγω εξουσιοδότηση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει το δικαίωμα να μεταβιβάζει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες.

Όταν το επιβάλλουν εξαιρετικές περιστάσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να αναστέλλει προσωρινά, με απόφασή του, την ανάθεση στον εκτελεστικό διευθυντή των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και των αρμοδιοτήτων που ο τελευταίος μεταβίβασε περαιτέρω, και να τις ασκήσει το ίδιο ή να τις αναθέσει σε ένα από τα μέλη του ή σε άλλο μέλος του προσωπικού πλην του εκτελεστικού διευθυντή.

Άρθρο 154

Σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους, δύο αντιπροσώπους της Επιτροπής και έναν αντιπρόσωπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και από τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους.

2.   Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες, εντός των ορίων που προβλέπονται στον εσωτερικό του κανονισμό.

Άρθρο 155

Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει πρόεδρο και αντιπρόεδρο εκ των μελών του. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτοδικαίως τον πρόεδρο σε περίπτωση κωλύματος.

2.   Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αντιπροέδρου είναι τετραετής. Η θητεία μπορεί να ανανεωθεί άπαξ. Ωστόσο, εάν καθ' οιανδήποτε στιγμή της θητείας τους απολέσουν την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, η θητεία τους επίσης λήγει αυτομάτως κατά την ίδια ημερομηνία.

Άρθρο 156

Συνεδριάσεις

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται μετά από πρόσκληση του προέδρου του.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει μέρος στις συσκέψεις, εκτός αν το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίσει άλλως.

3.   Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται σε τακτική συνεδρίαση τουλάχιστον άπαξ ετησίως. Συνέρχεται επίσης με πρωτοβουλία του προέδρου του ή μετά από αίτημα της Επιτροπής ή του ενός τρίτου των κρατών μελών.

4.   Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό.

5.   Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του. Ωστόσο, απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του για τις αποφάσεις που είναι αρμόδιο να λαμβάνει το Διοικητικό Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 153 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), του άρθρου 155 παράγραφος 1 και του άρθρου 158 παράγραφοι 2 και 4. Και στις δύο περιπτώσεις, κάθε μέλος διαθέτει μόνον μία ψήφο.

6.   Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να προσκαλεί παρατηρητές στις συνεδριάσεις του.

7.   Η γραμματεία του Διοικητικού Συμβουλίου εξασφαλίζεται από το Γραφείο.

ΤΜΗΜΑ 4

Εκτελεστικός διευθυντής

Άρθρο 157

Καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή

1.   Το Γραφείο διοικείται από τον εκτελεστικό διευθυντή. Ο εκτελεστικός διευθυντής λογοδοτεί στο Διοικητικό Συμβούλιο.

2.   Υπό την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής, του Διοικητικού Συμβουλίου και της επιτροπής προϋπολογισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία και δεν ζητεί ούτε δέχεται οδηγίες από καμία κυβέρνηση ή άλλον οργανισμό.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του Γραφείου.

4.   Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει κυρίως τα ακόλουθα καθήκοντα, τα οποία μπορεί να μεταβιβάζει:

α)

λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει τη λειτουργία του Γραφείου, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης εσωτερικών διοικητικών εντολών και της δημοσίευσης ανακοινώσεων·

β)

εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου·

γ)

καταρτίζει σχέδιο του ετήσιου προγράμματος εργασίας, που αναφέρει τους εκτιμώμενους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους για κάθε δραστηριότητα, και το υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή·

δ)

υποβάλλει προτάσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο βάσει του άρθρου 152 παράγραφος 2·

ε)

καταρτίζει σχέδιο πολυετούς στρατηγικού προγράμματος, συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής του Γραφείου για τη διεθνή συνεργασία, και το υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή και ανταλλαγή απόψεων με την αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

στ)

εκτελεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και το πολυετές στρατηγικό πρόγραμμα και υποβάλλει έκθεση στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με την εκτέλεσή τους·

ζ)

καταρτίζει την ετήσια έκθεση επί των δραστηριοτήτων του Γραφείου και την υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο προς έγκριση·

η)

καταρτίζει σχέδιο πολυετούς προγράμματος πολιτικής προσωπικού και το υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή·

θ)

καταρτίζει σχέδιο δράσης για τη συνέχεια που δίδεται στα συμπεράσματα των εκθέσεων εσωτερικού ή εξωτερικού λογιστικού ελέγχου και των αξιολογήσεων, καθώς και την παρακολούθηση των ερευνών της OLAF, και υποβάλλει έκθεση προόδου δύο φορές τον χρόνο στην Επιτροπή και το Διοικητικό Συμβούλιο·

ι)

διασφαλίζει την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και, σε περίπτωση που διαπιστωθούν παρατυπίες, με την ανάκτηση των αδικαιολογήτως καταβληθέντων ποσών και, κατά περίπτωση, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων·

ια)

χαράζει στρατηγική του Γραφείου για την καταπολέμηση της απάτης και την υποβάλλει στην επιτροπή προϋπολογισμού προς έγκριση·

ιβ)

για να διασφαλισθεί η ενιαία εφαρμογή του κανονισμού, μπορεί να παραπέμπει, όπου είναι αναγκαίο, νομικά ζητήματα στο διευρυμένο τμήμα προσφυγών («τμήμα μείζονος συνθέσεως»), ιδίως όταν τα τμήματα προσφυγών έχουν εκδώσει αποκλίνουσες αποφάσεις επί του ζητήματος·

ιγ)

καταρτίζει κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων του Γραφείου και εκτελεί τον προϋπολογισμό του·

ιδ)

ασκεί τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με το προσωπικό, δυνάμει του άρθρου 153 παράγραφος 1 στοιχείο η)·

ιε)

ασκεί τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 31 παράγραφος 3, του άρθρου 34 παράγραφος 5, του άρθρου 35 παράγραφος 3, του άρθρου 94 παράγραφος 2, του άρθρου 97 παράγραφος 5, των άρθρων 98, 100 και 101, του άρθρου 111 παράγραφος 4, του άρθρου 112 παράγραφος 3, του άρθρου 114 παράγραφος 5, των άρθρων 115 και 116, του άρθρου 120 παράγραφος 4, του άρθρου 146 παράγραφος 10, του άρθρου 178, του άρθρου 179 παράγραφος 1, του άρθρου 180 παράγραφος 2 και του άρθρου 181, σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και στις πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

5.   Ο εκτελεστικός διευθυντής επικουρείται από έναν ή περισσότερους αναπληρωτές εκτελεστικούς διευθυντές. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του εκτελεστικού διευθυντή, τον αντικαθιστούν ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής ή ένας από τους αναπληρωτές εκτελεστικούς διευθυντές σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Άρθρο 158

Διορισμός του εκτελεστικού διευθυντή, απαλλαγή από τα καθήκοντά του και παράταση της θητείας

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής προσλαμβάνεται ως έκτακτος υπάλληλος του Γραφείου βάσει του άρθρου 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με απλή πλειοψηφία, από κατάλογο υποψηφίων που προτείνει το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής. Πριν από τον διορισμό του, ο επιλεγμένος από το Διοικητικό Συμβούλιο υποψήφιος ενδέχεται να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της. Για τους σκοπούς της σύναψης της σύμβασης με τον εκτελεστικό διευθυντή, το Γραφείο εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου.

Ο εκτελεστικός διευθυντής απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του μόνο με απόφαση του Συμβουλίου, βάσει πρότασης του Διοικητικού Συμβουλίου.

3.   Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής. Στο τέλος αυτής της περιόδου, το Διοικητικό Συμβούλιο πραγματοποιεί αξιολόγηση, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη οι επιδόσεις του εκτελεστικού διευθυντή και τα μελλοντικά καθήκοντα και προκλήσεις του Γραφείου.

4.   Το Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη την αναφερόμενη στην παράγραφο 3 αξιολόγηση, δύναται να παρατείνει άπαξ τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή και για μέγιστη περίοδο πέντε ετών.

5.   Αν έχει παραταθεί η θητεία εκτελεστικού διευθυντή, δεν επιτρέπεται η συμμετοχή του σε νέα διαδικασία επιλογής για την ίδια θέση μετά το πέρας της συνολικής θητείας του.

6.   Ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής ή οι αναπληρωτές εκτελεστικοί διευθυντές διορίζονται ή απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, μετά από διαβούλευση με τον εκτελεστικό διευθυντή ή, ανάλογα με την περίπτωση, με τον επιλεγέντα στο αξίωμα αυτό. Η θητεία του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής. Παρατείνεται άπαξ και για μέγιστη περίοδο πέντε ετών από το Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με τον εκτελεστικό διευθυντή.

ΤΜΗΜΑ 5

Εφαρμογή των διαδικασιών

Άρθρο 159

Αρμοδιότητες

Αρμόδιοι για τη λήψη κάθε απόφασης στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι:

α)

οι εξεταστές·

β)

τα τμήματα ανακοπών·

γ)

το τμήμα που είναι επιφορτισμένο με το μητρώο·

δ)

τα τμήματα ακύρωσης·

ε)

τα τμήματα προσφυγών.

στ)

οποιαδήποτε άλλη μονάδα ή πρόσωπο που ορίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή για τον σκοπό αυτόν.

Άρθρο 160

Εξεταστές

Ο εξεταστής είναι αρμόδιος να λαμβάνει, εξ ονόματος του Γραφείου, κάθε απόφαση που αφορά αιτήσεις καταχώρισης σήματος της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 41, 42, 76 και 85, εκτός εάν είναι αρμόδιο κάποιο τμήμα ανακοπών.

Άρθρο 161

Τμήματα ανακοπών

1.   Το τμήμα ανακοπών είναι αρμόδιο για κάθε απόφαση ανακοπής κατά μιας αίτησης καταχώρισης σήματος της ΕΕ.

2.   Τα τμήματα ανακοπών λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σε τριμελή σύνθεση. Ένα από τα μέλη τουλάχιστον είναι νομικός. Αποφάσεις σχετικές με τα έξοδα ή τη διαδικασία λαμβάνονται από μονομελή τμήματα.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν επακριβώς τα είδη αποφάσεων που λαμβάνονται από μονομελή τμήματα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 162

Τμήμα επιφορτισμένο με το μητρώο

1.   Το τμήμα που είναι επιφορτισμένο με το μητρώο είναι αρμόδιο για τη λήψη κάθε απόφασης σχετικά με τις εγγραφές στο μητρώο.

2.   Είναι επίσης αρμόδιο για την τήρηση του πίνακα των εγκεκριμένων αντιπροσώπων που αναφέρεται στο άρθρο 120 παράγραφος 2.

3.   Οι αποφάσεις του τμήματος λαμβάνονται σε μονομελή σύνθεση.

Άρθρο 163

Τμήματα ακύρωσης

1.   Το τμήμα ακύρωσης είναι αρμόδιο για τη λήψη κάθε απόφασης σχετικά με:

α)

αιτήσεις έκπτωσης ή ακυρότητας σήματος της ΕΕ·

β)

αιτήσεις μεταβίβασης σήματος της ΕΕ κατά το άρθρο 21.

2.   Τα τμήματα ακυρώσεων λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σε τριμελή σύνθεση. Ένα από τα μέλη τουλάχιστον είναι νομικός. Αποφάσεις σχετικές με τα έξοδα ή τις διαδικασίες που καθορίζονται στις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 161 παράγραφος 2 λαμβάνονται από μονομελή τμήματα.

Άρθρο 164

Γενικές αρμοδιότητες

Οι αποφάσεις που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εξεταστή, τμήματος ανακοπών, τμήματος ακύρωσης ή του τμήματος που είναι επιφορτισμένο με το μητρώο, λαμβάνονται από υπάλληλο ή από μονάδα που ορίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 165

Τμήματα προσφυγών

1.   Τα τμήματα προσφυγών είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 160 έως 164.

2.   Τα τμήματα προσφυγών λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σε τριμελή σύνθεση, δύο δε από τα μέλη τουλάχιστον είναι νομικοί. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις οι αποφάσεις λαμβάνονται από τμήμα μείζονος συνθέσεως, υπό την προεδρία του προέδρου του τμήματος προσφυγών, ή με μονομελή σύνθεση, ο δε λαμβάνων την απόφαση είναι νομικός.

3.   Για τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του τμήματος μείζονος συνθέσεως, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομική δυσκολία ή η σημασία της υπόθεσης ή οι ειδικές περιστάσεις. Οι υποθέσεις αυτές δύνανται να παραπέμπονται στο τμήμα μείζονος συνθέσεως:

α)

από το όργανο των τμημάτων προσφυγών που αναφέρεται στο άρθρο 166 παράγραφος 4 στοιχείο α)· ή

β)

από το τμήμα προσφυγών που έχει επιληφθεί της υποθέσεως.

4.   Το τμήμα μείζονος συνθέσεως είναι επίσης αρμόδιο για την έκδοση αιτιολογημένων γνωμών επί νομικών ζητημάτων που του παραπέμπονται από τον εκτελεστικό διευθυντή, σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 στοιχείο ιβ).

5.   Για τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς τμήματος θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η απουσία δυσκολιών στα νομικά ή πραγματικά ζητήματα που εγείρονται, η περιορισμένη σημασία της συγκεκριμένης υπόθεσης και η απουσία άλλων ειδικών περιστάσεων. Η απόφαση για την ανάθεση μιας υπόθεσης σε μονομελές τμήμα στις ανωτέρω περιπτώσεις λαμβάνεται από το επιληφθέν τμήμα.

Άρθρο 166

Ανεξαρτησία των μελών των τμημάτων προσφυγών

1.   Ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών και οι πρόεδροι των επιμέρους τμημάτων προσφυγών διορίζονται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 158 διαδικασία διορισμού του εκτελεστικού διευθυντή, για μία πενταετία. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν απαλλάσσονται των καθηκόντων τους, εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά από αίτηση του οργάνου που τους έχει διορίσει, εκδώσει σχετική απόφαση.

2.   Η θητεία του προέδρου των τμημάτων προσφυγών δύναται να ανανεωθεί μόνον άπαξ για μία επιπλέον πενταετία ή έως την ηλικία συνταξιοδότησης, εφόσον αυτή συμπληρώνεται κατά τη διάρκεια της νέας θητείας, μετά από θετική αξιολόγηση των επιδόσεών του από το διοικητικό συμβούλιο.

3.   Η θητεία των προέδρων των επιμέρους τμημάτων προσφυγών δύναται να ανανεωθεί για πρόσθετες πενταετείς περιόδους ή έως την ηλικία συνταξιοδότησης, εφόσον αυτή συμπληρώνεται κατά τη διάρκεια της νέας θητείας, έπειτα από θετική αξιολόγηση των επιδόσεών τους από το διοικητικό συμβούλιο, και αφού εκφέρει γνώμη ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών.

4.   Ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών διαθέτει τις ακόλουθες διοικητικές και οργανωτικές αρμοδιότητες:

α)

προεδρεύει του προεδρείου των τμημάτων προσφυγών («προεδρείο»), το οποίο είναι αρμόδιο για τη θέσπιση των κανόνων και την οργάνωση των εργασιών των τμημάτων·

β)

εξασφαλίζει την εκτέλεση των αποφάσεων του προεδρείου·

γ)

κατανέμει τις υποθέσεις μεταξύ των τμημάτων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που καθορίζονται από το προεδρείο·

δ)

διαβιβάζει στον εκτελεστικό διευθυντή τις απαιτήσεις δαπανών των τμημάτων, προκειμένου να συνταχθεί η κατάσταση προβλέψεων δαπανών.

Ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών προεδρεύει του τμήματος μείζονος συνθέσεως.

5.   Τα μέλη των τμημάτων προσφυγών διορίζονται για πενταετή περίοδο από το διοικητικό συμβούλιο. Η θητεία τους δύναται να ανανεωθεί για πρόσθετες πενταετείς περιόδους ή έως την ηλικία συνταξιοδότησης, εφόσον αυτή συμπληρώνεται κατά τη διάρκεια της νέας θητείας, μετά από θετική αξιολόγηση των επιδόσεών τους από το διοικητικό συμβούλιο, και αφού εκφέρει γνώμη ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών.

6.   Τα μέλη των τμημάτων προσφυγών δεν απαλλάσσονται των καθηκόντων τους, εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδώσει σχετική απόφαση, κατόπιν παραπομπής του ζητήματος από το διοικητικό συμβούλιο το οποίο ενεργεί κατόπιν προτάσεως του προέδρου του τμήματος προσφυγών, και αφού εκφέρει γνώμη ο πρόεδρος του τμήματος στο οποίο ανήκει το μέλος.

7.   Ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών και οι πρόεδροι και τα μέλη κάθε τμήματος προσφυγών είναι ανεξάρτητοι. Κατά τη λήψη των αποφάσεών τους δεν δεσμεύονται από οδηγίες.

8.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το τμήμα μείζονος συνθέσεως σχετικά με προσφυγές ή γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων που του παραπέμπονται από τον εκτελεστικό διευθυντή του Γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 165, είναι δεσμευτικές για τα αρμόδια όργανα λήψης αποφάσεων του Γραφείου που αναφέρονται στο άρθρο 159.

9.   Ο πρόεδρος των τμημάτων προσφυγών και οι πρόεδροι και τα μέλη κάθε τμήματος προσφυγών δεν είναι εξεταστές ούτε μέλη των τμημάτων ανακοπών, του τμήματος που είναι επιφορτισμένο με το μητρώο ή των τμημάτων ακύρωσης.

Άρθρο 167

Προεδρείο των τμημάτων προσφυγών και προεδρείο του τμήματος μείζονος συνθέσεως

1.   Το προεδρείο αποτελείται από τον πρόεδρο των τμημάτων προσφυγών, ο οποίος και προεδρεύει των συνεδριάσεων, από τους προέδρους τμήματος και από μέλη των τμημάτων που εκλέγονται για κάθε ημερολογιακό έτος από το σύνολο των μελών των τμημάτων, και μεταξύ αυτών, εκτός του προέδρου των τμημάτων και των προέδρων τμήματος. Ο αριθμός των μελών που εκλέγονται κατ' αυτόν τον τρόπο είναι το ένα τέταρτο των μελών των τμημάτων, εξαιρουμένων του προέδρου των τμημάτων και των προέδρων τμήματος, στρογγυλοποιημένος, εφόσον απαιτείται, στην αμέσως μεγαλύτερη μονάδα.

2.   Το τμήμα μείζονος συνθέσεως που αναφέρεται στο άρθρο 165 παράγραφος 2 απαρτίζεται από εννέα μέλη, συμπεριλαμβανομένων του προέδρου των τμημάτων προσφυγών, των προέδρων τμήματος, του εισηγητή που έχει οριστεί πριν από την παραπομπή της υπόθεσης στο τμήμα μείζονος συνθέσεως, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και μελών επιλεγέντων εκ περιτροπής από κατάλογο που περιλαμβάνει τα ονόματα όλων των μελών των τμημάτων προσφυγών, εκτός του προέδρου των τμημάτων προσφυγών και των προέδρων τμήματος.

Άρθρο 168

Εξουσιοδότηση

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208, με τις οποίες διευκρινίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με την οργάνωση των τμημάτων προσφυγών, συμπεριλαμβανομένων της σύστασης και του ρόλου του προεδρείου, της σύνθεσης του τμήματος μείζονος συνθέσεως και των κανόνων που διέπουν τις παραπομπές σε αυτό, καθώς και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις από μονομελή τμήματα σύμφωνα με το άρθρο 165 παράγραφοι 2 και 5.

Άρθρο 169

Αποκλεισμός και εξαίρεση

1.   Οι εξεταστές καθώς και τα μέλη των τμημάτων του Γραφείου και των τμημάτων προσφυγών δεν μπορούν να συμμετάσχουν στην εκδίκαση υπόθεσης στην οποία έχουν προσωπικό συμφέρον ή στην οποία είχαν προηγουμένως παρέμβει ως αντιπρόσωποι ενός διαδίκου. Τα δύο από τα τρία μέλη τμήματος ανακοπών δεν πρέπει να έχουν συμμετάσχει στην εξέταση της αίτησης. Τα μέλη των τμημάτων ακύρωσης δεν μπορούν να συμμετάσχουν στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εάν συμμετείχαν στη λήψη οριστικής απόφασης, επί της υποθέσεως αυτής, στα πλαίσια της διαδικασίας καταχώρισης του σήματος ή της διαδικασίας ανακοπής. Τα μέλη των τμημάτων προσφυγών δεν μπορούν επίσης να συμμετάσχουν σε διαδικασία προσφυγής εάν συνέπραξαν στην έκδοση της απόφασης κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.

2.   Αν μέλος τμήματος του Γραφείου ή τμήματος προσφυγών κρίνει ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει στην εκδίκαση υπόθεσης, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή για κάθε άλλο λόγο, ενημερώνει σχετικά το τμήμα του Γραφείου ή το τμήμα προσφυγών.

3.   Οι εξεταστές και τα μέλη των τμημάτων του Γραφείου ή των τμημάτων προσφυγών είναι δυνατό να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή αν εγείρουν υπόνοια μεροληψίας. Η εξαίρεση είναι απαράδεκτη εάν ο συγκεκριμένος διάδικος προχώρησε σε διαδικαστικές πράξεις μολονότι γνώριζε ήδη τον λόγο εξαίρεσης. Η εξαίρεση δεν είναι δυνατόν να βασίζεται στην ιθαγένεια των εξεταστών ή των μελών.

4.   Τα τμήματα του Γραφείου και τα τμήματα προσφυγών αποφασίζουν, στις περιπτώσεις των παραγράφων 2 και 3, χωρίς τη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου μέλους. Για τη λήψη της απόφασης αυτής, το μέλος το οποίο απέχει ή το οποίο έχει εξαιρεθεί, αντικαθίσταται, στο τμήμα του, από τον αναπληρωτή του.

Άρθρο 170

Κέντρο διαμεσολάβησης

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 151 παράγραφος 3, το Γραφείο δύναται να συστήσει κέντρο διαμεσολάβησης («το κέντρο»).

2.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του κέντρου σε οικειοθελή βάση με σκοπό τη φιλική διευθέτηση, με αμοιβαία συμφωνία, των διαφορών οι οποίες διέπονται από τον παρόντα κανονισμό ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 6/2002.

3.   Τα μέρη προσφεύγουν σε διαμεσολάβηση με την υποβολή κοινής αίτησης. Η αίτηση θεωρείται υποβληθείσα μόνο μετά την καταβολή της αντίστοιχης επιβάρυνσης. Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει το ύψος των επιβαρύνσεων που χρεώνονται σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1.

4.   Σε περίπτωση διαφορών που αποτελούν αντικείμενο διαδικασιών εκκρεμουσών ενώπιον των τμημάτων ανακοπών, των τμημάτων ακύρωσης ή ενώπιον των τμημάτων προσφυγών του Γραφείου, μπορεί να υποβληθεί κοινή αίτηση διαμεσολάβησης ανά πάσα στιγμή μετά την κατάθεση δικογράφου ανακοπής, αίτησης έκπτωσης ή αίτησης ακυρότητας ή δικογράφου προσφυγής κατά αποφάσεων των τμημάτων ανακοπών ή ακύρωσης.

5.   Η εν λόγω διαδικασία αναστέλλεται και οι προθεσμίες, εκτός της προθεσμίας για την καταβολή των σχετικών τελών, διακόπτονται από την ημερομηνία κατάθεσης της κοινής αίτησης διαμεσολάβησης. Οι προθεσμίες εξακολουθούν να τρέχουν από την ημέρα επανάληψης της διαδικασίας.

6.   Τα μέρη καλούνται να διορίσουν από κοινού, από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 12, ένα διαμεσολαβητή με δεδηλωμένη γνώση της γλώσσας της εν λόγω διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που τα μέρη δεν διορίσουν διαμεσολαβητή εντός 20 ημερών από την πρόσκληση να το πράξουν, η διαμεσολάβηση θεωρείται αποτυχούσα.

7.   Τα μέρη συμφωνούν από κοινού με τον διαμεσολαβητή τις ειδικές λεπτομέρειες για τη διαμεσολάβηση σε συμφωνία διαμεσολάβησης.

8.   Ο διαμεσολαβητής τερματίζει τη διαδικασία διαμεσολάβησης είτε μόλις τα μέρη καταλήξουν σε συμφωνία διακανονισμού, εάν ένα από τα μέρη δηλώσει ότι επιθυμεί να τερματιστεί η διαμεσολάβηση ή εάν ο διαμεσολαβητής διαπιστώσει ότι τα μέρη δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν συμφωνία.

9.   Ο διαμεσολαβητής ενημερώνει τα μέρη και το σχετικό όργανο του Γραφείου μόλις τερματιστεί η διαδικασία διαμεσολάβησης.

10.   Οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, ο οποίος δεσμεύει όλα τα συμμετέχοντα πρόσωπα, ιδίως τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους αντιπροσώπους τους. Όλα τα έγγραφα και στοιχεία που υποβάλλονται κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης διατηρούνται χωριστά από τον φάκελο οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ενώπιον του Γραφείου και δεν αποτελούν μέρος του.

11.   Η διαμεσολάβηση διενεργείται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης συμφωνηθείσα από τα μέρη. Σε περίπτωση που η διαμεσολάβηση αφορά διαφορές που εκκρεμούν ενώπιον του Γραφείου, η διαμεσολάβηση διενεργείται στη γλώσσα της διαδικασίας του Γραφείου, εκτός αν συμφωνηθεί άλλως από τα μέρη.

12.   Το Γραφείο καταρτίζει κατάλογο διαμεσολαβητών οι οποίοι βοηθούν τα μέρη στην επίλυση διαφορών. Οι διαμεσολαβητές πρέπει να απολαύουν ανεξαρτησίας και να διαθέτουν σχετικές δεξιότητες και πείρα. Ο κατάλογος μπορεί να περιλαμβάνει τόσο τους διαμεσολαβητές που απασχολούνται από το Γραφείο όσο και εκείνους που δεν απασχολούνται από αυτό.

13.   Οι διαμεσολαβητές πρέπει να είναι αμερόληπτοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δηλώνουν οποιαδήποτε πραγματική ή εικαζόμενη σύγκρουση συμφερόντων κατά τον διορισμό τους. Τα μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων του Γραφείου που αναφέρονται στο άρθρο 159 δεν συμμετέχουν σε διαμεσολάβηση σχετικά με υπόθεση στην οποία:

α)

έχουν οποιαδήποτε προηγούμενη ανάμειξη στις υπό διαμεσολάβηση διαδικασίες·

β)

έχουν οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στις εν λόγω διαδικασίες· ή

γ)

έχουν εμπλακεί προηγουμένως ως αντιπρόσωποι ενός εκ των μερών.

14.   Οι διαμεσολαβητές δεν συμμετέχουν ως μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων του Γραφείου που αναφέρονται στο άρθρο 159 σε διαδικασία που επαναλαμβάνεται λόγω αποτυχίας της διαμεσολάβησης.

15.   Το Γραφείο μπορεί να συνεργάζεται με άλλους αναγνωρισμένους εθνικούς ή διεθνείς οργανισμούς που ασκούν δραστηριότητες διαμεσολάβησης.

ΤΜΗΜΑ 6

Προϋπολογισμός και δημοσιονομικός έλεγχος

Άρθρο 171

Επιτροπή προϋπολογισμού

1.   Η επιτροπή προϋπολογισμού ασκεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται στο παρόν τμήμα.

2.   Για την επιτροπή προϋπολογισμού ισχύουν, κατ' αναλογία, τα άρθρα 154 και 155, το άρθρο 156 παράγραφοι 1 έως 4, και παράγραφος 5 στον βαθμό που αφορά την εκλογή του προέδρου και του αντιπροέδρου, καθώς και το άρθρο 156 παράγραφοι 6 και 7.

3.   Η επιτροπή προϋπολογισμού λαμβάνει τις αποφάσεις της με απόλυτη πλειοψηφία των μελών της. Ωστόσο, για αποφάσεις τις οποίες η επιτροπή προϋπολογισμού είναι αρμόδια να λάβει δυνάμει του άρθρου 173 παράγραφος 3 και του άρθρου 177, απαιτείται πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών της. Και στις δύο περιπτώσεις, κάθε μέλος διαθέτει μόνον μία ψήφο.

Άρθρο 172

Προϋπολογισμός

1.   Όλα τα έσοδα και τα έξοδα του Γραφείου προβλέπονται για κάθε οικονομικό έτος, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Γραφείου. Κάθε οικονομικό έτος συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος.

2.   Ο προϋπολογισμός πρέπει να είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τα έξοδα.

3.   Με την επιφύλαξη άλλων ειδών εσόδων, στα έσοδα περιλαμβάνονται τα συνολικά τέλη που καταβάλλονται στο πλαίσιο του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού, τα συνολικά τέλη που καταβάλλονται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 6/2002, τα συνολικά τέλη που καταβάλλονται στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, για διεθνή καταχώριση στην οποία προσδιορίζεται η Ένωση καθώς και άλλες πληρωμές προς τα συμβαλλόμενα μέρη του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, τα συνολικά τέλη που καταβάλλονται στο πλαίσιο της πράξης της Γενεύης, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 106γ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 6/2002 για διεθνή καταχώριση στην οποία προσδιορίζεται η Ένωση καθώς και άλλες πληρωμές προς τα συμβαλλόμενα μέρη της πράξης της Γενεύης και, κατά τον βαθμό που είναι αναγκαίο, επιδότηση εγγεγραμμένη σε ειδικό κονδύλιο του τμήματος «Επιτροπή» του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης.

4.   Κάθε χρόνο το Γραφείο αντισταθμίζει τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι κεντρικές υπηρεσίες βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών και το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ, καθώς και κάθε σχετική άλλη αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος, ως αποτέλεσμα των ειδικών καθηκόντων που ασκούν ως λειτουργικά μέρη του συστήματος σημάτων της ΕΕ στο πλαίσιο των ακόλουθων υπηρεσιών και διαδικασιών:

α)

διαδικασίες ανακοπής ή ακυρότητας ενώπιον των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, καθώς και του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ σχετικά με σήματα της ΕΕ·

β)

παροχή πληροφοριών σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος σημάτων της ΕΕ μέσω γραφείων υποστήριξης και κέντρων πληροφοριών·

γ)

ενδυνάμωση προστασίας των σημάτων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4.

5.   Η συνολική αντιστάθμιση των δαπανών που προσδιορίζονται στην παράγραφο 4 αντιστοιχεί στο 5 % των ετήσιων εσόδων του Γραφείου. Με την επιφύλαξη του τρίτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, κατόπιν προτάσεως του Γραφείου και αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προϋπολογισμού, το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει την κλείδα κατανομής βάσει των ακόλουθων αντικειμενικών, δίκαιων και συναφών δεικτών:

α)

ετήσιος αριθμός των αιτήσεων σήματος της ΕΕ που υποβλήθηκαν από καταθέτες σε κάθε κράτος μέλος·

β)

ετήσιος αριθμός των αιτήσεων εθνικού σήματος σε κάθε κράτος μέλος·

γ)

ετήσιος αριθμός των ανακοπών και των αιτήσεων ακυρότητας που υποβλήθηκαν από δικαιούχους σημάτων της ΕΕ σε κάθε κράτος μέλος·

δ)

ετήσιος αριθμός των υποθέσεων ενώπιον των δικαστηρίων σημάτων της ΕΕ που ορίστηκαν από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 123.

Προς τεκμηρίωση των δαπανών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στο Γραφείο έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους στατιστικά στοιχεία που αποδεικνύουν τα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου για το προηγούμενο έτος, τα οποία περιλαμβάνονται στην πρόταση που υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο.

Για λόγους δίκαιης αντιμετώπισης, θεωρείται ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 4 σε κάθε κράτος μέλος αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 2 % της συνολικής αντιστάθμισης που προβλέπεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

6.   Η υποχρέωση του Γραφείου να αντισταθμίσει τις δαπάνες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και πραγματοποιήθηκαν εντός συγκεκριμένου έτους ισχύει μόνο στον βαθμό που δεν υφίσταται δημοσιονομικό έλλειμμα κατά το εν λόγω έτος.

7.   Σε περίπτωση δημοσιονομικού πλεονάσματος και με την επιφύλαξη της παραγράφου 10, κατόπιν προτάσεως του Γραφείου και αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προϋπολογισμού, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αυξήσει το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 5, εντός του ορίου του 10 % των ετήσιων εσόδων του Γραφείου.

8.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 έως 7 και της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 151 και 152, σε περίπτωση σημαντικού πλεονάσματος επί πέντε συναπτά έτη, η επιτροπή προϋπολογισμού, κατόπιν προτάσεως του Γραφείου και σύμφωνα με το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας και το πολυετές στρατηγικό πρόγραμμα που αναφέρονται στο άρθρο 153 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), αποφασίζει με πλειοψηφία των δύο τρίτων για τη μεταφορά στον προϋπολογισμό της Ένωσης πλεονάσματος που προκύπτει από τις 23 Μαρτίου 2016.

9.   Το Γραφείο συντάσσει ανά εξάμηνο έκθεση απευθυνόμενη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών πράξεων που πραγματοποιούνται δυνάμει του άρθρου 152 παράγραφοι 5 και 6, και παράγραφοι 5 και 7 του παρόντος άρθρου. Με βάση την έκθεση αυτή, η Επιτροπή προβαίνει σε εξέταση της οικονομικής κατάστασης του Γραφείου.

10.   Το Γραφείο προβλέπει αποθεματικό κεφάλαιο, το οποίο να καλύπτει ένα έτος των λειτουργικών του δαπανών, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια των εργασιών του και η εκτέλεση των καθηκόντων του.

Άρθρο 173

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει ετησίως την κατάσταση προβλεπομένων εσόδων και εξόδων του Γραφείου για το επόμενο οικονομικό έτος και τη διαβιβάζει στην επιτροπή προϋπολογισμού, μαζί με πίνακα των θέσεων εργασίας, μέχρι τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, το αργότερο.

2.   Εφόσον στις δημοσιονομικές προβλέψεις περιέχεται ενωσιακή επιδότηση, η επιτροπή προϋπολογισμού διαβιβάζει αμελλητί αυτή την κατάσταση προβλέψεων στην Επιτροπή, η οποία τη διαβιβάζει με τη σειρά της στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης. Η Επιτροπή μπορεί να επισυνάψει στην εν λόγω κατάσταση γνώμη που να περιέχει αποκλίνουσες προβλέψεις.

3.   Η επιτροπή προϋπολογισμού εγκρίνει τον προϋπολογισμό, ο οποίος περιλαμβάνει συγχρόνως τον πίνακα των θέσεων εργασίας του Γραφείου. Εφόσον οι δημοσιονομικές προβλέψεις περιλαμβάνουν επιδότηση από το γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, ο προϋπολογισμός του Γραφείου, ενδεχομένως, αναπροσαρμόζεται.

Άρθρο 174

Εσωτερικός και άλλος έλεγχος

1.   Στο πλαίσιο του Γραφείου, θεσπίζονται τα καθήκοντα του εσωτερικού ελέγχου ο οποίος πρέπει να ασκείται τηρουμένων των διεθνών σχετικών κανόνων. Ο εσωτερικός ελεγκτής, που διορίζεται από τον εκτελεστικό διευθυντή, είναι υπεύθυνος απέναντί του για την εξακρίβωση της ορθής λειτουργίας των συστημάτων και διαδικασιών εκτέλεσης του προϋπολογισμού του γραφείου.

2.   Ο εσωτερικός ελεγκτής συμβουλεύει τον εκτελεστικό διευθυντή όσον αφορά τον έλεγχο κινδύνων, διατυπώνοντας ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και προβαίνοντας σε συστάσεις για τη βελτίωση των συνθηκών εκτέλεσης των πράξεων και προώθηση της ορθής δημοσιονομικής διαχείρισης.

3.   Η ευθύνη για την εφαρμογή των συστημάτων και διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου που προσαρμόζονται στην εκτέλεση των καθηκόντων αυτών βαρύνει τον διατάκτη.

Άρθρο 175

Καταπολέμηση της απάτης

1.   Προκειμένου να διευκολυνθεί η καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων βάσει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25), το Γραφείο προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF και θεσπίζει τις ενδεδειγμένες διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλους τους υπαλλήλους του Γραφείου, με βάση το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας.

2.   Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει δικαίωμα ελέγχου, βάσει παραστατικών και επιτόπιου ελέγχου, εφ' όλων των δικαιούχων επιχορηγήσεων, αντισυμβαλλομένων και υπεργολάβων που έλαβαν κονδύλια της Ένωσης από το Γραφείο.

3.   Η OLAF δύναται να διενεργεί έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις και τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου (26), με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον υπήρξε απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε σχέση με επιχορήγηση ή σύμβαση χρηματοδοτούμενη από το Γραφείο.

4.   Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης του Γραφείου περιλαμβάνουν διατάξεις που εξουσιοδοτούν ρητά το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διενεργούν τέτοιους ελέγχους και έρευνες, αναλόγως των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους.

5.   Η επιτροπή προϋπολογισμού υιοθετεί στρατηγική καταπολέμησης της απάτης, η οποία είναι ανάλογη των κινδύνων απάτης, έχοντας υπόψη τη σχέση κόστους-οφέλους των μέτρων προς εφαρμογή.

Άρθρο 176

Λογιστικός έλεγχος

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Επιτροπή, στην επιτροπή προϋπολογισμού και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μέχρι τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, το αργότερο, τους λογαριασμούς του συνόλου των εσόδων και εξόδων του Γραφείου για το διανυθέν οικονομικό έτος. Το Ελεγκτικό Συνέδριο τους εξετάζει σύμφωνα με το άρθρο 287 της ΣΛΕΕ.

2.   Η επιτροπή προϋπολογισμού απαλλάσσει τον εκτελεστικό διευθυντή ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Άρθρο 177

Δημοσιονομικές διατάξεις

Η επιτροπή προϋπολογισμού θεσπίζει, αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τις εσωτερικές δημοσιονομικές διατάξεις και ιδίως τις λεπτομέρειες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού του Γραφείου. Οι δημοσιονομικές διατάξεις βασίζονται στους δημοσιονομικούς κανονισμούς που έχουν θεσπιστεί για άλλους οργανισμούς που έχει συστήσει η Ένωση, στο βαθμό που αυτό συμβιβάζεται με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του Γραφείου.

Άρθρο 178

Τέλη και επιβαρύνσεις και ημερομηνία λήξης

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει τα ποσά που χρεώνονται για τις υπηρεσίες που παρέχει το Γραφείο πλην εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, καθώς και τα ποσά που χρεώνονται για το Δελτίο Σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου και κάθε άλλη δημοσίευση του Γραφείου. Τα ποσά που χρεώνονται καθορίζονται σε ευρώ και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου. Το ύψος της χρέωσης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο ποσό για την κάλυψη του κόστους της εκάστοτε υπηρεσίας την οποία παρέχει το Γραφείο.

2.   Τα τέλη και οι επιβαρύνσεις για τα οποία δεν ορίζεται ημερομηνία εξόφλησης στον παρόντα κανονισμό οφείλονται από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης για την υπηρεσία στην οποία αντιστοιχούν.

Με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής προϋπολογισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να καθορίζει ποιες από τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν εξαρτώνται από την προκαταβολή των αντίστοιχων τελών ή επιβαρύνσεων.

Άρθρο 179

Πληρωμή των τελών και επιβαρύνσεων

1.   Τα τέλη και οι επιβαρύνσεις που οφείλονται στο Γραφείο καταβάλλονται με κατάθεση ή έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι του Γραφείου.

Με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής προϋπολογισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να καθορίζει ποιες συγκεκριμένες μέθοδοι πληρωμής εκτός από εκείνες που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, ιδίως μέσω καταθέσεων σε τρέχοντες λογαριασμούς που διατηρεί το Γραφείο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Οι αποφάσεις δυνάμει του δεύτερου εδαφίου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου.

Όλες οι πληρωμές, περιλαμβανομένων εκείνων για τις οποίες χρησιμοποιείται άλλη μέθοδος πληρωμής που καθορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, πραγματοποιούνται σε ευρώ.

2.   Κάθε πληρωμή φέρει το όνομα του προσώπου που την πραγματοποιεί και περιέχει και τις απαραίτητες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στο Γραφείο να διαπιστώσει αμέσως τον σκοπό της πληρωμής. Πιο συγκεκριμένα, παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

σε περίπτωση πληρωμής τέλους αιτήσεως, το αντικείμενο της πληρωμής, δηλαδή «τέλος αίτησης»·

β)

σε περίπτωση πληρωμής τέλους ανακοπής, τον αριθμό φακέλου της αίτησης και το όνομα του καταθέτη σήματος της ΕΕ κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, και το αντικείμενο της πληρωμής, δηλαδή «τέλος ανακοπής»·

γ)

σε περίπτωση πληρωμής τέλους έκπτωσης και ακυρότητας, τον αριθμό καταχώρισης και το όνομα του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση, και το αντικείμενο της πληρωμής, δηλαδή «τέλος έκπτωσης» ή «τέλος ακυρότητας».

3.   Εάν το αντικείμενο της πληρωμής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν μπορεί να διαπιστωθεί εύκολα, το Γραφείο ζητεί από το πρόσωπο που προβαίνει στην πληρωμή να γνωστοποιήσει εγγράφως το αντικείμενό της εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό εγκαίρως, θεωρείται ότι η πληρωμή δεν πραγματοποιήθηκε. Το καταβληθέν ποσό επιστρέφεται.

Άρθρο 180

Ημερομηνία κατά την οποία η πληρωμή θεωρείται πραγματοποιηθείσα

1.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 παράγραφος 1, η ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί η πληρωμή προς το Γραφείο είναι η ημερομηνία κατά την οποία το ποσό της κατάθεσης ή του εμβάσματος φέρεται πραγματικά εις πίστωση τραπεζικού λογαριασμού του Γραφείου.

2.   Στις περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να γίνει χρήση των μεθόδων πληρωμής που αναφέρονται στο άρθρο 179 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχουν πραγματοποιηθεί οι σχετικές πληρωμές.

3.   Όταν, δυνάμει των παραγράφων 1 και 2, η πληρωμή των τελών θεωρείται συντελεσθείσα μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής, θεωρείται ότι η εν λόγω προθεσμία τηρήθηκε εφόσον αποδειχθεί στο Γραφείο ότι τα πρόσωπα που πραγματοποίησαν την πληρωμή σε κράτος μέλος εντός της προθεσμίας αυτής έδωσαν τη δέουσα εντολή σε τραπεζικό ίδρυμα για τη μεταφορά του ποσού και κατέβαλαν προσαύξηση 10 % επί του αντίστοιχου τέλους ή τελών, η οποία όμως δεν υπερβαίνει τα 200 EUR. Δεν καταβάλλεται προσαύξηση σε περίπτωση που η σχετική εντολή σε τραπεζικό ίδρυμα έχει δοθεί το αργότερο 10 ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής.

4.   Το Γραφείο μπορεί να ζητήσει από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την πληρωμή να προσκομίσει στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η εντολή στο τραπεζικό ίδρυμα που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και, όταν χρειάζεται, να καταβάλει την προσαύξηση εντός προθεσμίας που θα καθοριστεί από αυτό. Σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό ή όταν δεν αρκούν τα αποδεικτικά στοιχεία ή όταν η απαιτούμενη προσαύξηση δεν πληρωθεί εγκαίρως, θεωρείται ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία πληρωμής.

Άρθρο 181

Ανεπαρκής πληρωμή και επιστροφή αμελητέων ποσών

1.   Κατ' αρχήν η προθεσμία πληρωμής θεωρείται ότι δεν έχει τηρηθεί εφόσον δεν καταβληθεί εγκαίρως το σχετικό ποσό στο ακέραιο. Σε περίπτωση που τα τέλη δεν πληρωθούν στο ακέραιο, το καταβληθέν ποσό επιστρέφεται μετά τη λήξη της προθεσμίας πληρωμής.

2.   Το Γραφείο, ωστόσο, μπορεί μέσα στο χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας να δώσει στον καταβάλλοντα το ποσό την ευκαιρία να καταβάλει το υπόλοιπο ή, όπου κρίνεται δικαιολογημένο, να παραβλέψει το υπόλοιπο εάν το θεωρεί αμελητέο χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα του καταβάλλοντος.

3.   Με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής προϋπολογισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να αποφασίζει τη μη διενέργεια πράξεων αναγκαστικής είσπραξης οφειλόμενου ποσού όταν το εισπρακτέο ποσό είναι ελάχιστο ή όταν η είσπραξή του είναι πολύ αβέβαιη.

4.   Όταν καταβάλλεται υπερβολικό ποσό χρημάτων για την κάλυψη τελών ή επιβαρύνσεων, το επιπλέον ποσό δεν επιστρέφεται όταν είναι αμελητέο και ο ενδιαφερόμενος δεν ζητεί ρητά την επιστροφή του.

Με τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής προϋπολογισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής μπορεί να καθορίζει τα ποσά κάτω από τα οποία δεν επιστρέφονται τα υπέρ το δέον εισπραχθέντα ποσά για την κάλυψη τέλους ή επιβάρυνσης.

Οι αποφάσεις δυνάμει του δεύτερου εδαφίου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙΙ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΣΗΜΑΤΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 182

Εφαρμοστέες διατάξεις

Εκτός αν άλλως ορίζεται στο παρόν κεφάλαιο, ο παρών κανονισμός και οι πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στις αιτήσεις διεθνούς καταχώρισης που έχουν κατατεθεί δυνάμει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης («διεθνείς αιτήσεις»), και βασίζονται σε αίτηση σήματος της ΕΕ ή σε σήμα της ΕΕ, καθώς και στην καταχώριση σημάτων στο διεθνές μητρώο που τηρείται από το Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας («διεθνής καταχώριση» και «Διεθνές Γραφείο», αντίστοιχα), η προστασία των οποίων επεκτείνεται στην Ένωση.

ΤΜΗΜΑ 2

Διεθνής καταχώριση βάσει αιτήσεως σήματος της ΕΕ ή βάσει σήματος της ΕΕ

Άρθρο 183

Κατάθεση διεθνούς αιτήσεως

1.   Οι διεθνείς αιτήσεις δυνάμει του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης που βασίζονται σε αίτηση σήματος της ΕΕ ή σε σήμα της ΕΕ κατατίθενται στο Γραφείο.

2.   Όταν μια διεθνής αίτηση κατατίθεται πριν από την καταχώριση του σήματος, στο οποίο βασίζεται, ως σήματος της ΕΕ, ο αιτών τη διεθνή καταχώριση αναφέρει εάν αυτή βασίζεται σε αίτηση ή σε καταχώριση σήματος της ΕΕ. Στην περίπτωση που η διεθνής καταχώριση βασίζεται σε σήμα της ΕΕ, εφόσον αυτό καταχωρισθεί, η διεθνής αίτηση θεωρείται ότι υποβλήθηκε στο Γραφείο κατά την ημερομηνία καταχώρισης του σήματος της ΕΕ.

Άρθρο 184

Τύπος και περιεχόμενο της διεθνούς αίτησης

1.   Η διεθνής αίτηση κατατίθεται σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, μέσω εντύπου που παρέχει το Γραφείο. Το Γραφείο γνωστοποιεί στον καταθέτη διεθνούς αίτησης την ημερομηνία κατά την οποία παραλαμβάνει το Γραφείο τα έγγραφα που συνιστούν τη διεθνή αίτηση. Εάν ο αιτών, κατά την κατάθεση της διεθνούς αιτήσεως, δεν ορίζει άλλως επί του εντύπου αυτού, το Γραφείο αλληλογραφεί με τον αιτούντα στη γλώσσα που πραγματοποιήθηκε η κατάθεση με τυποποιημένο έντυπο.

2.   Εάν η διεθνής αίτηση κατατίθεται σε γλώσσα που δεν είναι μια από τις γλώσσες που επιτρέπονται δυνάμει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, ο αιτών δηλώνει μια δεύτερη γλώσσα μεταξύ των τελευταίων. Αυτή η γλώσσα είναι εκείνη στην οποία το Γραφείο υποβάλει τη διεθνή αίτηση στο Διεθνές Γραφείο.

3.   Όταν η διεθνής αίτηση κατατίθεται σε γλώσσα που δεν είναι μία από τις γλώσσες που επιτρέπονται δυνάμει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης για την κατάθεση διεθνών αιτήσεων, ο καταθέτης μπορεί να παρέχει μετάφραση του καταλόγου προϊόντων ή υπηρεσιών και οποιουδήποτε άλλου κειμένου που αποτελεί τμήμα της διεθνούς αίτησης στη γλώσσα στην οποία πρέπει να υποβληθεί η διεθνής αίτηση στο Διεθνές Γραφείο δυνάμει της παραγράφου 2. Εάν η αίτηση δεν συνοδεύεται από μετάφραση, ο καταθέτης εξουσιοδοτεί το Γραφείο να συμπεριλάβει σε αυτήν μετάφραση. Όταν δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η μετάφραση στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης για την αίτηση σήματος της ΕΕ στην οποία βασίζεται η διεθνής αίτηση, το Γραφείο μεριμνά χωρίς καθυστέρηση για τη μετάφραση.

4.   Η κατάθεση διεθνούς αίτησης συνεπάγεται την καταβολή τέλους στο Γραφείο. Στην περίπτωση που η διεθνής καταχώριση βασίζεται σε σήμα της ΕΕ, εφόσον αυτό καταχωριστεί, το τέλος οφείλεται κατά την ημερομηνία καταχώρισης του σήματος της ΕΕ. Η αίτηση θεωρείται ότι δεν κατατέθηκε εφόσον δεν έχει καταβληθεί το τέλος. Εάν δεν έχει καταβληθεί το τέλος, το Γραφείο ενημερώνει σχετικά τον καταθέτη. Στην περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής, το Γραφείο μπορεί να επιτρέψει στο Διεθνές Γραφείο να εισπράξει τα τέλη για λογαριασμό του.

5.   Όταν από την εξέταση της διεθνούς αίτησης προκύπτει κάποια από τις ακόλουθες ελλείψεις, το Γραφείο καλεί τον καταθέτη να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που εντοπίζονται εντός προθεσμίας την οποία ορίζει:

α)

η διεθνής αίτηση δεν έχει συμπληρωθεί στο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και δεν περιέχει όλες τις ενδείξεις και τις πληροφορίες που απαιτούνται από το έντυπο αυτό·

β)

ο κατάλογος προϊόντων και υπηρεσιών που περιέχεται στη διεθνή αίτηση δεν καλύπτεται από τον κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών που εμφανίζεται στη βασική αίτηση σήματος της ΕΕ ή τη βασική καταχώριση σήματος της ΕΕ·

γ)

το σήμα που αποτελεί το αντικείμενο της διεθνούς αίτησης δεν είναι ταυτόσημο με το σήμα όπως αυτό εμφανίζεται στη βασική αίτηση σήματος της ΕΕ ή τη βασική καταχώριση σήματος της ΕΕ·

δ)

η ένδειξη στη διεθνή αίτηση όσον αφορά το σήμα, εκτός από ρήτρα παραιτήσεως από ευθύνη ή διεκδίκηση χρώματος, δεν εμφανίζεται στη βασική αίτηση σήματος της ΕΕ ή τη βασική καταχώριση σήματος της ΕΕ·

ε)

εάν στη διεθνή αίτηση ζητείται η κατοχύρωση χρώματος ως διακριτικού χαρακτηριστικού του σήματος, η βασική αίτηση σήματος της ΕΕ ή βασική καταχώριση σήματος της ΕΕ δεν έχει το ίδιο χρώμα ή χρώματα· ή

στ)

σύμφωνα με τις ενδείξεις που αναφέρονται στο έντυπο της διεθνούς αίτησης, ο καταθέτης δεν είναι επιλέξιμος για την κατάθεση διεθνούς αίτησης μέσω του Γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο ii) του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

6.   Όταν ο καταθέτης αδυνατεί να εξουσιοδοτήσει το Γραφείο να συμπεριλάβει μετάφραση, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3, ή εφόσον δεν είναι σαφές σε ποιον κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών βασίζεται η διεθνής αίτηση, το Γραφείο καλεί τον καταθέτη να υποβάλει τις απαιτούμενες ενδείξεις εντός προθεσμίας που του τάσσει.

7.   Εάν οι ελλείψεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 δεν θεραπευθούν ή εάν οι απαιτούμενες ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 δεν υποβληθούν εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από το Γραφείο, το Γραφείο απορρίπτει τη διαβίβαση της διεθνούς αίτησης στο Διεθνές Γραφείο.

8.   Το Γραφείο διαβιβάζει τη διεθνή αίτηση στο Διεθνές Γραφείο μαζί με την πιστοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, μόλις εξασφαλιστεί ότι η διεθνής αίτηση πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, στην πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 183 του παρόντος κανονισμού.

9.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν επακριβώς το έντυπο, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων του, που πρέπει να χρησιμοποιείται για την κατάθεση διεθνούς αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 185

Εγγραφή στον φάκελο και στο μητρώο

1.   Η ημερομηνία και ο αριθμός διεθνούς καταχώρισης που βασίζεται σε αίτηση για σήμα της ΕΕ, εγγράφονται στο φάκελο της αίτησης. Όταν μια αίτηση καταλήγει σε σήμα της ΕΕ, η ημερομηνία και ο αριθμός της διεθνούς καταχωρίσεως εγγράφονται στο μητρώο.

2.   Η ημερομηνία και ο αριθμός της διεθνούς καταχωρίσεως που βασίζεται σε σήμα της ΕΕ, εγγράφονται στο μητρώο.

Άρθρο 186

Κοινοποίηση της ακυρότητας της βασικής αίτησης ή της καταχώρισης

1.   Εντός πενταετίας από την ημερομηνία της διεθνούς καταχώρισης, το Γραφείο κοινοποιεί στο Διεθνές Γραφείο οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά και τις αποφάσεις που επηρεάζουν την ισχύ της αίτησης σήματος της ΕΕ ή της καταχώρισης σήματος της ΕΕ επί του οποίου βασίστηκε η διεθνής καταχώριση.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά και τις αποφάσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, καθώς και τη χρονική στιγμή αυτών των κοινοποιήσεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 187

Αίτηση εδαφικής επέκτασης μεταγενέστερη της διεθνούς καταχωρίσεως

1.   Κάθε αίτηση εδαφικής επέκτασης που υποβάλλεται μετά τη διεθνή καταχώριση σύμφωνα με το άρθρο 3β παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, μπορεί να κατατεθεί μέσω του Γραφείου. Η αίτηση κατατίθεται στη γλώσσα στην οποία έχει κατατεθεί η διεθνής αίτηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 184 του παρόντος κανονισμού. Περιλαμβάνει στοιχεία που να τεκμηριώνουν το δικαίωμα επέκτασης της προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο ii) και το άρθρο 3β παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης. Το Γραφείο γνωστοποιεί στον καταθέτη που ζητεί εδαφική επέκταση την ημερομηνία κατά την οποία παραλαμβάνει την αίτηση για εδαφική επέκταση.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν λεπτομερώς τις απαιτήσεις όσον αφορά την αίτηση για εδαφική επέκταση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

3.   Όταν η αίτηση εδαφικής επέκτασης που υποβάλλεται μετά τη διεθνή καταχώριση δεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 και στην εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, το Γραφείο καλεί τον καταθέτη να διορθώσει τις παρατυπίες που έχουν εντοπιστεί εντός προθεσμίας που του τάσσει. Εάν οι ελλείψεις δεν θεραπευθούν εντός της προθεσμίας που έχει ταχθεί από το Γραφείο, το Γραφείο αρνείται να διαβιβάσει την αίτηση στο Διεθνές Γραφείο. Το Γραφείο δεν αρνείται να διαβιβάσει την αίτηση στο Διεθνές Γραφείο πριν δοθεί στον καταθέτη η δυνατότητα να θεραπεύσει τυχόν ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στην αίτηση.

4.   Το Γραφείο διαβιβάζει την αίτηση για εδαφική επέκταση που υποβλήθηκε μετά τη διεθνή καταχώριση στο Διεθνές Γραφείο μόλις εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 188

Διεθνή τέλη

Τα τέλη που οφείλονται στο Διεθνές Γραφείο δυνάμει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης καταβάλλονται απευθείας σε αυτό.

ΤΜΗΜΑ 3

Επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχώρισης στην Ένωση

Άρθρο 189

Αποτελέσματα της επέκτασης της προστασίας διεθνούς καταχώρισης στην Ένωση

1.   Κάθε επέκταση της προστασίας διεθνούς καταχωρίσεως στην Ένωση παράγει, από της ημερομηνίας καταχωρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης ή της ημερομηνίας επέκτασης της προστασίας στην Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 3β παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, τα ίδια αποτελέσματα με μια αίτηση σήματος της ΕΕ.

2.   Εάν ουδεμία απόρριψη έχει κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης ή εάν η απόρριψη έχει ανακληθεί, η διεθνής καταχώριση ενός σήματος του οποίου η προστασία έχει επεκταθεί στην Ένωση, παράγει από της ημερομηνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα ίδια αποτελέσματα με την καταχώριση ενός σήματος ως σήματος της ΕΕ.

3.   Για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 11 του παρόντος κανονισμού, η δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με την επέκταση διεθνούς καταχώρισης στην Ένωση δυνάμει του άρθρου 190 παράγραφος 1, υποκαθιστά τη δημοσίευση μιας αίτησης σήματος της ΕΕ και η δημοσίευση που προβλέπεται στο άρθρο 190 παράγραφος 2, υποκαθιστά τη δημοσίευση της καταχώρισης ενός σήματος της ΕΕ.

Άρθρο 190

Δημοσίευση

1.   Το Γραφείο δημοσιεύει την ημερομηνία καταχώρισης ενός σήματος, του οποίου η προστασία έχει επεκταθεί στην Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης ή την ημερομηνία μεταγενέστερης επέκτασης στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 3β, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, τη γλώσσα κατάθεσης της διεθνούς αίτησης και τη δεύτερη γλώσσα που υπέδειξε ο αιτών, καθώς και τον αριθμό και την ημερομηνία δημοσιεύσεως της διεθνούς καταχωρίσεως, στην επίσημη εφημερίδα που εκδίδεται από το Διεθνές Γραφείο, αντίγραφο του σήματος και τους αριθμούς των κατηγοριών αγαθών ή υπηρεσιών, για τις οποίες ζητείται προστασία.

2.   Εάν ουδεμία απόρριψη προστασίας διεθνούς καταχώρισης η οποία έχει επεκταθεί στην Ένωση έχει κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφοι 1 και 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης ή εάν η απόρριψη έχει ανακληθεί, το Γραφείο αναφέρει το γεγονός αυτό, καθώς και τον αριθμό της διεθνούς καταχώρισης και, ενδεχομένως, την ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω καταχώρισης, στην επίσημη εφημερίδα που εκδίδεται από το Διεθνές Γραφείο.

Άρθρο 191

Διεκδίκηση αρχαιότητας σε μια διεθνή αίτηση

1.   Ο αιτών διεθνή καταχώριση με προστασία που να επεκτείνεται στην Ένωση μπορεί να επικαλεστεί, στη διεθνή αίτηση, την αρχαιότητα προγενέστερου σήματος που καταχωρίστηκε σε ένα κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου σήματος που καταχωρίστηκε στις χώρες της Μπενελούξ ή καταχωρίστηκε βάσει διεθνών διευθετήσεων που παράγουν αποτελέσματα σε ένα κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 39.

2.   Τα έγγραφα προς στήριξη της διεκδίκησης αρχαιότητας, όπως ορίζονται στην εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 6, υποβάλλονται το αργότερο εντός τριμήνου από την ημερομηνία κατά την οποία το Διεθνές Γραφείο κοινοποιεί τη διεθνή καταχώριση στο Γραφείο. Ως προς αυτό, εφαρμόζεται το άρθρο 39 παράγραφος 7.

3.   Όταν ο δικαιούχος της διεθνούς καταχώρισης υποχρεούται να εκπροσωπηθεί ενώπιον του Γραφείου, σύμφωνα με το άρθρο 119 παράγραφος 2, οι κοινοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν τον διορισμό αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 120 παράγραφος 1.

4.   Όταν το Γραφείο διαπιστώνει ότι η διεκδίκηση αρχαιότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 39 ή δεν πληροί τις άλλες απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, καλεί τον καταθέτη να θεραπεύσει τις ελλείψεις. Εάν δεν εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εντός της προθεσμίας που προσδιόρισε το Γραφείο, χάνεται το δικαίωμα όσον αφορά την αρχαιότητα της εν λόγω διεθνούς καταχώρισης. Εάν οι ελλείψεις αφορούν μόνο ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες, το δικαίωμα αρχαιότητας χάνεται μόνο στον βαθμό που αφορά τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.

5.   Το Γραφείο ενημερώνει το Διεθνές Γραφείο για κάθε δήλωση απώλειας του δικαιώματος αρχαιότητας σύμφωνα με την παράγραφο 4. Ενημερώνει επίσης το Διεθνές Γραφείο για κάθε απόσυρση ή περιορισμό της διεκδίκησης αρχαιότητας.

6.   Το άρθρο 39 παράγραφος 5 εφαρμόζεται, εκτός εάν το δικαίωμα αρχαιότητας έχει κηρυχθεί απολεσθέν σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 192

Διεκδίκηση αρχαιότητας ενώπιον του Γραφείου

1.   Ο δικαιούχος διεθνούς καταχώρισης με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση μπορεί, από την ημερομηνία δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της καταχώρισης αυτής, δυνάμει του άρθρου 190 παράγραφος 2, να επικαλεστεί, ενώπιον του Γραφείου, την αρχαιότητα προγενέστερου σήματος που καταχωρίστηκε σε ένα κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου σήματος που καταχωρίστηκε στις χώρες της Μπενελούξ ή καταχωρίστηκε βάσει διεθνών διευθετήσεων που παράγουν αποτελέσματα σε ένα κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 40.

2.   Όταν η διεκδίκηση της αρχαιότητας γίνεται πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θεωρείται ότι το Γραφείο παρέλαβε τη διεκδίκηση αρχαιότητας τη συγκεκριμένη ημερομηνία.

3.   Η διεκδίκηση αρχαιότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 και περιλαμβάνει τις πληροφορίες που καθιστούν δυνατή την εξέταση με βάση τις εν λόγω απαιτήσεις.

4.   Εάν δεν πληρούνται οι απαιτήσεις οι οποίες διέπουν τη διεκδίκηση αρχαιότητας σύμφωνα με την παράγραφο 3, όπως προσδιορίζονται στην εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 6, το Γραφείο καλεί τον δικαιούχο της διεθνούς καταχώρισης να θεραπεύσει τις ελλείψεις. Εάν αυτές δεν θεραπευθούν εντός προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, η διεκδίκηση απορρίπτεται.

5.   Όταν το Γραφείο έχει δεχθεί τη διεκδίκηση αρχαιότητας ή όταν η διεκδίκηση αρχαιότητας έχει αποσυρθεί ή ακυρωθεί από το Γραφείο, το Γραφείο ενημερώνει σχετικά το Διεθνές Γραφείο.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της διεκδίκησης αρχαιότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και τις λεπτομέρειες των πληροφοριών που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 193

Επέκταση της προστασίας προϊόντων και υπηρεσιών και εξέταση ως προς τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου

1.   Κάθε διεθνής καταχώριση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση εξετάζεται όσον αφορά τη συμμόρφωσή της προς το άρθρο 33 παράγραφοι 2, 3 και 4 καθώς και τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου, σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται στις αιτήσεις σήματος της ΕΕ.

2.   Όταν η διεθνής καταχώριση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση κρίνεται μη επιλέξιμη για προστασία σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 4 ή το άρθρο 42 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε από το Διεθνές Γραφείο, το Γραφείο απευθύνει στο Διεθνές Γραφείο αυτεπάγγελτη κοινοποίηση προσωρινής απόρριψης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

3.   Όταν ο δικαιούχος της διεθνούς καταχώρισης υποχρεούται να εκπροσωπηθεί ενώπιον του Γραφείου σύμφωνα με το άρθρο 119 παράγραφος 2, η κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου περιέχει πρόσκληση ορισμού αντιπροσώπου κατά την έννοια του άρθρου 120 παράγραφος 1.

4.   Στην κοινοποίηση προσωρινής απόρριψης αναφέρονται οι λόγοι στους οποίους βασίζεται αυτή και ορίζεται η προθεσμία εντός της οποίας ο δικαιούχος της διεθνούς καταχώρισης μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και, εάν χρειάζεται, να ορίσει αντιπρόσωπο. Η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της προσωρινής απόρριψης από το Γραφείο.

5.   Στην περίπτωση που το Γραφείο διαπιστώσει ότι η διεθνής αίτηση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση δεν περιέχει την ένδειξη δεύτερης γλώσσας, σύμφωνα με το άρθρο 206 του παρόντος κανονισμού, απευθύνει στο Διεθνές Γραφείο αυτεπάγγελτη κοινοποίηση προσωρινής απόρριψης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

6.   Όταν ο δικαιούχος της διεθνούς καταχώρισης αδυνατεί να αντιμετωπίσει τους λόγους απόρριψης της προστασίας εντός της προθεσμίας ή, εάν ενδείκνυται, να ορίσει αντιπρόσωπο ή να αναφέρει δεύτερη γλώσσα, το Γραφείο αρνείται την προστασία για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών τα οποία αφορά η διεθνής καταχώριση. Η απόρριψη της χορήγησης προστασίας ισοδυναμεί με απόρριψη αίτησης σήματος της ΕΕ. Η απόφαση μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 66 έως 72.

7.   Όταν, έως την έναρξη της περιόδου ανακοπής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 196 παράγραφος 2, το Γραφείο δεν έχει εκδώσει αυτεπάγγελτη κοινοποίηση προσωρινής απόρριψης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το Γραφείο αποστέλλει δήλωση στο Διεθνές Γραφείο, υποδεικνύοντας ότι η εξέταση των απόλυτων λόγων απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 42 ολοκληρώθηκε αλλά ότι η διεθνής καταχώριση υπόκειται ακόμη σε ενστάσεις ή παρατηρήσεις τρίτων μερών. Αυτή η προσωρινή δήλωση δεν επηρεάζει το δικαίωμα του Γραφείου να επανεξετάσει τους απόλυτους λόγους αυτεπάγγελτα οποτεδήποτε πριν την έκδοση της τελικής απόφασης χορήγησης προστασίας.

8.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των λεπτομερειών που θα περιλαμβάνονται στην αυτεπάγγελτη κοινοποίηση προσωρινής απόρριψης της προστασίας που πρέπει να αποσταλεί στο Διεθνές Γραφείο, και στις τελικές ανακοινώσεις που πρέπει να αποσταλούν στο Διεθνές Γραφείο για την τελική έγκριση ή απόρριψη της προστασίας. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 194

Συλλογικά σήματα και σήματα πιστοποίησης

1.   Όταν μια διεθνής καταχώριση βασίζεται σε βασική αίτηση ή βασική καταχώριση που αφορά συλλογικό σήμα, σήμα πιστοποίησης ή εγγύησης, η διεθνής καταχώριση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση θεωρείται συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ, όποιο από τα δύο ισχύει.

2.   Ο δικαιούχος της διεθνούς καταχώρισης υποβάλλει κανονισμό χρήσης του σήματος κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 75 και 84 απευθείας στο Γραφείο, εντός διμήνου από την ημερομηνία κατά την οποία το Διεθνές Γραφείο κοινοποιεί τη διεθνή καταχώριση στο Γραφείο.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 208, με σκοπό να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες των διαδικασιών σχετικά με τις διεθνείς καταχωρίσεις που βασίζονται σε βασική αίτηση ή βασική καταχώριση όσον αφορά συλλογικό σήμα, σήμα πιστοποίησης ή σήμα εγγύησης.

Άρθρο 195

Έρευνα

1.   Το Γραφείο, όταν παραλαμβάνει κοινοποίηση διεθνούς καταχώρισης με προστασία η οποία επεκτείνεται στην Ένωση, καταρτίζει ενωσιακή έκθεση έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1 εφόσον έχει υποβληθεί στο Γραφείο αίτημα για έκθεση έρευνας δυνάμει του άρθρου 43 παράγραφος 1 εντός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης.

2.   Το Γραφείο, όταν παραλαμβάνει κοινοποίηση διεθνούς καταχώρισης με προστασία η οποία επεκτείνεται στην Ένωση, διαβιβάζει αντίγραφό της στην κεντρική υπηρεσία βιομηχανικής ιδιοκτησίας κάθε κράτους μέλους, που έχει ειδοποιήσει το Γραφείο για την απόφασή του να πραγματοποιήσει έρευνα στο δικό του μητρώο σημάτων, σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 2 εφόσον έχει υποβληθεί στο Γραφείο αίτημα για έκθεση έρευνας δυνάμει του άρθρου 43 παράγραφος 2 εντός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης και έχει καταβληθεί το σχετικό τέλος έρευνας εντός της ίδιας προθεσμίας.

3.   Το άρθρο 43 παράγραφοι 3 έως 6, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν.

4.   Το Γραφείο ενημερώνει τους δικαιούχους προγενέστερων σημάτων της ΕΕ ή αιτήσεων σήματος της ΕΕ, που αναφέρονται στην κοινοτική έκθεση έρευνας, για τη δημοσίευση της διεθνούς καταχώρισης που επεκτείνει την προστασία στην Ένωση, δυνάμει του άρθρου 190 παράγραφος 1. Τούτο ισχύει ασχέτως αν ο καταθέτης έχει ζητήσει να λάβει την έκθεση έρευνας σημάτων της ΕΕ, εκτός αν ο δικαιούχος προγενέστερου καταχωρισμένου σήματος ή ο καταθέτης προγενέστερης αίτησης ζητήσει να μη λάβει την κοινοποίηση.

Άρθρο 196

Ανακοπή

1.   Κατά της διεθνούς καταχώρισης που επεκτείνει την προστασία στην Ένωση, μπορεί να ασκείται ανακοπή, με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για τις αιτήσεις σήματος της ΕΕ που έχουν δημοσιευθεί.

2.   Η ανακοπή ασκείται εντός προθεσμίας τριών μηνών, η οποία αρχίζει ένα μήνα μετά την ημερομηνία δημοσίευσης που προβλέπεται στο άρθρο 190 παράγραφος 1. Η ανακοπή δεν θεωρείται πλήρως ασκηθείσα έως την καταβολή του τέλους ανακοπής.

3.   Η απόρριψη της χορήγησης προστασίας ισοδυναμεί με απόρριψη αίτησης σήματος της ΕΕ.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 208 που καθορίζουν τη διαδικασία για την άσκηση και την εξέταση ανακοπής, περιλαμβανομένων των απαιτούμενων κοινοποιήσεων προς το Διεθνές Γραφείο.

Άρθρο 197

Αντικατάσταση σήματος της ΕΕ από διεθνή καταχώριση

Κατόπιν αιτήσεως, το Γραφείο σημειώνει στο μητρώο ότι η διεθνής καταχώριση θεωρείται ότι αντικαθιστά το σήμα της ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 4α του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

Άρθρο 198

Ακύρωση των αποτελεσμάτων διεθνούς καταχώρισης

1.   Τα αποτελέσματα διεθνούς καταχώρισης από την οποία απορρέει προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση, μπορούν να κηρυχθούν άκυρα.

2.   Η αίτηση ακύρωσης των αποτελεσμάτων διεθνούς καταχώρισης που επεκτείνει την προστασία στην Ένωση, ισοδυναμεί με αίτηση έκπτωσης σύμφωνα με το άρθρο 58 ή αίτηση ακύρωσης σύμφωνα με το άρθρο 59 ή 60.

3.   Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 64 ή το άρθρο 128 του παρόντος κανονισμού και το παρόν άρθρο, τα αποτελέσματα μιας διεθνούς καταχώρισης με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση έχουν κηρυχθεί άκυρα με τελεσίδικη απόφαση, το Γραφείο ειδοποιεί το Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της ειδοποίησης προς το Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 199

Έννομα αποτελέσματα της καταχώρισης των μεταβιβάσεων

Η εγγραφή στο διεθνές μητρώο αλλαγής στην κυριότητα της διεθνούς καταχώρισης παράγει τα ίδια αποτελέσματα όπως η εγγραφή μεταβίβασης στο μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 20.

Άρθρο 200

Έννομα αποτελέσματα της καταχώρισης των αδειών χρήσης και άλλων δικαιωμάτων

Η εγγραφή στο διεθνές μητρώο άδειας χρήσης ή περιορισμού του δικαιώματος διάθεσης του δικαιούχου όσον αφορά τη διεθνή καταχώριση παράγει τα ίδια αποτελέσματα όπως η καταχώριση στο μητρώο εμπραγμάτου δικαιώματος, αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμετοχής σε διαδικασία αφερεγγυότητας ή άδειας χρήσης, σύμφωνα με τα άρθρα 22, 23, 24 και 25, αντιστοίχως.

Άρθρο 201

Εξέταση των αιτήσεων για καταχώριση μεταβιβάσεων, αδειών χρήσης ή περιορισμών του δικαιώματος διάθεσης του δικαιούχου

Το Γραφείο διαβιβάζει στο Διεθνές Γραφείο αιτήσεις για την καταχώριση αλλαγής κυριότητας, άδειας χρήσης ή περιορισμού του δικαιώματος διάθεσης του δικαιούχου, τροποποίησης ή ακύρωσης της άδειας χρήσης ή άρσης του περιορισμού του δικαιώματος διάθεσης του δικαιούχου, οι οποίες έχουν κατατεθεί στο Γραφείο, εφόσον συνοδεύονται από τις δέουσες αποδείξεις μεταβίβασης, άδειας χρήσης ή περιορισμού του δικαιώματος διάθεσης ή από απόδειξη ότι η άδεια χρήσης δεν υφίσταται πλέον ή έχει τροποποιηθεί ή ότι έχει αρθεί ο περιορισμός του δικαιώματος διάθεσης.

Άρθρο 202

Μετατροπή επέκτασης της προστασίας στην Ένωση μέσω διεθνούς καταχωρίσεως σε αίτηση εθνικού σήματος ή σε επέκταση της προστασίας στα κράτη μέλη

1.   Όταν η επέκταση της προστασίας μέσα στην Ένωση μέσω διεθνούς καταχωρίσεως απορρίπτεται ή παύει να παράγει αποτελέσματα, ο δικαιούχος της διεθνούς καταχωρίσεως δικαιούται να ζητήσει να μετατραπεί η επέκταση της προστασίας στην Ένωση:

α)

σε αίτηση εθνικού σήματος, βάσει των άρθρων 139, 140 και 141· ή

β)

σε αίτηση για επέκταση της προστασίας σε κράτος μέλος το οποίο είναι μέρος του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, εφόσον, κατά την ημερομηνία της αίτησης μετατροπής, ήταν δυνατόν να ζητηθεί η άμεση επέκταση της προστασίας στο οικείο κράτος μέλος βάσει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης. Εφαρμόζονται τα άρθρα 139, 140 και 141 του παρόντος κανονισμού.

2.   Η αίτηση εθνικού σήματος ή η αίτηση επέκτασης της προστασίας σε κράτος μέλος το οποίο είναι μέρος του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, η οποία προκύπτει από τη μετατροπή της επέκτασης της προστασίας στην Ένωση μέσω διεθνούς καταχώρισης, ισχύουν, όσον αφορά το εν λόγω κράτος μέλος, από την ημερομηνία της διεθνούς καταχώρισης δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, ή από την ημερομηνία της επέκτασης μέσα στην Ένωση δυνάμει του άρθρου 3β παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, εφόσον αυτή έγινε μετά τη διεθνή καταχώριση, ή την ημερομηνία προτεραιότητας της εν λόγω καταχώρισης και, ενδεχομένως, της αρχαιότητας σήματος του συγκεκριμένου κράτους, η οποία διεκδικείται σύμφωνα με το άρθρο 191 του παρόντος κανονισμού.

3.   Η αίτηση μετατροπής δημοσιεύεται.

4.   Η αίτηση μετατροπής μιας διεθνούς καταχώρισης με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση σε αίτηση εθνικού σήματος περιλαμβάνει τις πληροφορίες και τις ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 140 παράγραφος 1.

5.   Όταν η μετατροπή ζητείται δυνάμει του παρόντος άρθρου και του άρθρου 139 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού κατόπιν μη ανανέωσης της διεθνούς καταχώρισης, η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει σχετική μνεία και την ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προστασία. Η τρίμηνη περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 139 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού αρχίζει να υπολογίζεται από την επομένη της τελευταίας ημέρας κατά την οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί η ανανέωση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

6.   Το άρθρο 140 παράγραφοι 3 και 5 εφαρμόζεται στην αίτηση μετατροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, τηρουμένων των αναλογιών.

7.   Η αίτηση μετατροπής μιας διεθνούς καταχώρισης με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση σε προστασία που επεκτείνεται σε κράτος μέλος που αποτελεί μέρος του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης περιλαμβάνει τις ενδείξεις και τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5.

8.   Το άρθρο 140 παράγραφος 3 εφαρμόζεται στη μετατροπή που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, τηρουμένων των αναλογιών. Επίσης, το Γραφείο απορρίπτει την αίτηση μετατροπής όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει το κράτος μέλος το οποίο αποτελεί μέρος του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης ή της συμφωνίας της Μαδρίτης ούτε κατά την ημερομηνία επέκτασης της προστασίας στην Ένωση ούτε και κατά την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης μετατροπής ή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 140 παράγραφος 1, κατά τη θεωρούμενη ως ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από το Γραφείο.

9.   Όταν η αίτηση μετατροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 7 πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και τους κανόνες που έχουν εγκριθεί δυνάμει αυτού, το Γραφείο διαβιβάζει αμελλητί την αίτηση στο Διεθνές Γραφείο. Το Γραφείο ενημερώνει το δικαιούχο της διεθνούς καταχώρισης για την ημερομηνία διαβίβασης.

10.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν:

α)

το λεπτομερές περιεχόμενο των αιτήσεων μετατροπής που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 7·

β)

το λεπτομερές περιεχόμενο της δημοσίευσης των αιτήσεων μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 203

Χρήση σήματος της ΕΕ που αποτελεί αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης

Για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 47 παράγραφος 2, του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο α), και του άρθρου 64 παράγραφος 2, η ημερομηνία δημοσίευσης δυνάμει του άρθρου 190 παράγραφος 2 θεωρείται ως ημερομηνία καταχώρισης, προκειμένου να καθορισθεί η ημερομηνία, από της οποίας το σήμα, το οποίο αποτελεί αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης με επέκταση της προστασίας στην Ένωση, τίθεται σε ουσιαστική χρήση εντός της Ένωσης.

Άρθρο 204

Μετατροπή

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στις αιτήσεις σήματος της ΕΕ εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στις αιτήσεις μετατροπής μιας διεθνούς καταχώρισης σε αίτηση σήματος της ΕΕ δυνάμει του άρθρου 9quinquies του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

2.   Όταν η αίτηση μετατροπής αφορά διεθνή καταχώριση με επέκταση της προστασίας στην Ένωση και τα στοιχεία της έχουν δημοσιευθεί, σύμφωνα με το άρθρο 190 παράγραφος 2, δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 42 έως 47.

3.   Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η μετατροπή μιας διεθνούς καταχώρισης που έχει ακυρωθεί κατ' αίτηση του γραφείου προέλευσης από το Διεθνές Γραφείο, σύμφωνα με το άρθρο 9δ του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, η αίτηση για σήμα της ΕΕ περιέχει σχετική ένδειξη. Η ένδειξη αυτή περιλαμβάνεται στην αίτηση κατά την κατάθεσή της.

4.   Όταν, στο πλαίσιο της εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 1 στοιχείο β), το Γραφείο διαπιστώνει ότι η αίτηση δεν έχει κατατεθεί εντός τριών μηνών από την ημερομηνία ακύρωσης της διεθνούς καταχώρισης από το Διεθνές Γραφείο ή ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία πρόκειται να καταχωριστεί το σήμα της ΕΕ δεν περιέχονται στον κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωριστεί το διεθνές σήμα έναντι της Ένωσης, το Γραφείο καλεί τον καταθέτη να θεραπεύσει τις ελλείψεις εντός προθεσμίας την οποία τάσσει.

5.   Εάν οι ελλείψεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεν έχουν θεραπευθεί εντός της προθεσμίας που έταξε το Γραφείο, χάνεται το δικαίωμα όσον αφορά την ημερομηνία της διεθνούς καταχώρισης ή της εδαφικής επέκτασης και, εφόσον υπάρχει, της προτεραιότητας της διεθνούς καταχώρισης.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες ορίζουν το λεπτομερές περιεχόμενο της αίτησης μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 207 παράγραφος 2.

Άρθρο 205

Επικοινωνία με το Διεθνές Γραφείο

Η επικοινωνία με το Διεθνές Γραφείο γίνεται με τον τρόπο και τη μορφή που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του Διεθνούς Γραφείου και του Γραφείου, κατά προτίμηση ηλεκτρονικά. Κάθε αναφορά σε έντυπα θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνει έντυπα που διατίθενται σε ηλεκτρονική μορφή.

Άρθρο 206

Χρήση γλωσσών

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των κανόνων που έχουν εγκριθεί δυνάμει αυτού σε διεθνείς καταχωρίσεις με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση, η γλώσσα στην οποία κατατίθεται η διεθνής αίτηση είναι η γλώσσα της διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 146 παράγραφος 4 και η δεύτερη γλώσσα που αναφέρεται στη διεθνή αίτηση είναι η δεύτερη γλώσσα κατά την έννοια του άρθρου 146 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 207

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή για τους εκτελεστικούς κανονισμούς. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 208

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 48, στο άρθρο 49 παράγραφος 3, στα άρθρα 65 και 73, στο άρθρο 96 παράγραφος 4, στο άρθρο 97 παράγραφος 6, στο άρθρο 98 παράγραφος 5, στο άρθρο 100 παράγραφος 2, στο άρθρο 101 παράγραφος 5, στο άρθρο 103 παράγραφος 3, στο άρθρο 106 παράγραφος 3, στα άρθρα 121 και 168, στο άρθρο 194 παράγραφος 3 και στο άρθρο 196 παράγραφος 4 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από τις 23 Μαρτίου 2016.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 48, στο άρθρο 49 παράγραφος 3, στα άρθρα 65 και 73, στο άρθρο 96 παράγραφος 4, στο άρθρο 97 παράγραφος 6, στο άρθρο 98 παράγραφος 5, στο άρθρο 100 παράγραφος 2, στο άρθρο 101 παράγραφος 5, στο άρθρο 103 παράγραφος 3, στο άρθρο 106 παράγραφος 3, στα άρθρα 121 και 168, στο άρθρο 194 παράγραφος 3 και στο άρθρο 196 παράγραφος 4 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ' εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου της 13ης Απριλίου 2016.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 48, του άρθρου 49 παράγραφος 3, των άρθρων 65 και 73, του άρθρου 96 παράγραφος 4, του άρθρου 97 παράγραφος 6, του άρθρου 98 παράγραφος 5, του άρθρου 100 παράγραφος 2, του άρθρου 101 παράγραφος 5, του άρθρου 103 παράγραφος 3, του άρθρου 106 παράγραφος 3, των άρθρων 121 και 168, του άρθρου 194 παράγραφος 3 και του άρθρου 196 παράγραφος 4 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 209

Διατάξεις σχετικές με τη διεύρυνση της Ένωσης

1.   Από την ημερομηνία ένταξης της Βουλγαρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κροατίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας («νέο(-α) κράτος(-η) μέλος(-η)») το σήμα της ΕΕ το οποίο έχει καταχωρισθεί ή για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό πριν από την εκάστοτε ημερομηνία της προσχώρησης, επεκτείνεται στο έδαφος των εν λόγω κρατών μελών προκειμένου να παράγει ισοδύναμα αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση.

2.   Η καταχώριση σήματος της ΕΕ για το οποίο είχε υποβληθεί αίτηση κατά την ημερομηνία της προσχώρησης δεν μπορεί να απορρίπτεται βάσει κανενός από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου που απαριθμούνται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, εάν οι λόγοι αυτοί απορρέουν αποκλειστικά και μόνο από την προσχώρηση νέου κράτους μέλους.

3.   Εάν αίτηση καταχώρισης σήματος της ΕΕ υποβλήθηκε μέσα στους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας της προσχώρησης, δύναται να ασκείται ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 46, εφόσον προγενέστερο σήμα ή άλλο προγενέστερο δικαίωμα, κατά την έννοια του άρθρου 8, αποκτήθηκε σε νέο κράτος μέλος πριν από την προσχώρηση, υπό τον όρο ότι αποκτήθηκε καλόπιστα και ότι η ημερομηνία κατάθεσης ή, ενδεχομένως, η ημερομηνία προτεραιότητας ή η ημερομηνία απόκτησης στο νέο κράτος μέλος του προγενέστερου σήματος ή άλλου προγενέστερου δικαιώματος προηγείται της ημερομηνίας κατάθεσης ή, ενδεχομένως, της ημερομηνίας προτεραιότητας του αιτούμενου σήματος της ΕΕ.

4.   Σήμα της ΕΕ το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν δύναται να κηρύσσεται άκυρο:

α)

σύμφωνα με το άρθρο 59, εάν οι λόγοι ακυρότητας κατέστησαν ισχυροί μόνον εξαιτίας της προσχώρησης νέου κράτους μέλους·

β)

σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφοι 1 και 2, εάν το προγενέστερο εθνικό δικαίωμα έχει καταχωρισθεί, καταστεί εφαρμόσιμο ή έχει αποκτηθεί σε ένα νέο κράτος μέλος πριν από την ημερομηνία προσχώρησης.

5.   H χρήση σήματος της ΕΕ, το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1, δύναται να απαγορεύεται σύμφωνα με τα άρθρα 137 και 138, εάν προγενέστερο σήμα ή άλλο προγενέστερο δικαίωμα έχει καταχωρισθεί, ζητηθεί ή έχει αποκτηθεί καλόπιστα σε ένα νέο κράτος μέλος πριν από την ημερομηνία προσχώρησής του ή, ενδεχομένως, έχει ημερομηνία προτεραιότητας πριν από την ημερομηνία προσχώρησης του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 210

Αξιολόγηση και επανεξέταση

1.   Έως τις 24 Μαρτίου 2021 και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.   Στο πλαίσιο της αξιολόγησης επανεξετάζεται το νομικό πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Γραφείου και των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας των κρατών μελών, καθώς και του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Μπενελούξ, εστιάζοντας ειδικότερα στον μηχανισμό χρηματοδότησης που θεσπίζεται στο άρθρο 152. Στην αξιολόγηση αυτή εξετάζονται επίσης ο αντίκτυπος, η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα του Γραφείου και των εργασιακών πρακτικών του. Στην αξιολόγηση εξετάζονται, ειδικότερα, η ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης της αποστολής του Γραφείου, καθώς και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις τυχόν τροποποίησης.

3.   Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης, μαζί με τα συμπεράσματα που συνήγαγε βάσει της εν λόγω έκθεσης, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο διοικητικό συμβούλιο. Τα πορίσματα της αξιολόγησης δημοσιοποιούνται.

4.   Σε κάθε δεύτερη αξιολόγηση, πραγματοποιείται αξιολόγηση των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν από το Γραφείο ως προς τους στόχους, την αποστολή και τα καθήκοντά του.

Άρθρο 211

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009 καταργείται.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙΙ.

Άρθρο 212

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2017.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 14 Ιουνίου 2017.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

H. DALLI


(1)  Θέση του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 27ης Απριλίου 2017 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2017.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της ΕΕ (ΕΕ L 78 της 24.3.2009, σ. 1).

(3)  Βλ. παράρτημα II.

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 11 της 14.1.1994, σ. 1).

(5)  Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 40 της 11.2.1989, σ. 1).

(6)  Οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 299 της 8.11.2008, σ. 25).

(7)  Οδηγία 2006/114/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση (ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 21).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 15).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1).

(10)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(12)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ L 336 της 23.12.2015, σ. 1).

(13)  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).

(14)  Οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 125 της 5.5.2001, σ. 15).

(15)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43).

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(18)  Απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με την ασφάλεια στην Επιτροπή (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 41).

(19)  Απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 53).

(20)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ L 3 της 5.1.2002, σ. 1).

(21)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 386/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Απριλίου 2012, σχετικά με την ανάθεση στο Γραφείο Εναρμόνισης στο Πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) καθηκόντων συναφών με την επιβολή της εφαρμογής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της σύγκλησης Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για την Παραβίαση των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας, με εκπροσώπους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (ΕΕ L 129 της 16.5.2012, σ. 1).

(22)  Οδηγία 2012/28/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με ορισμένες επιτρεπόμενες χρήσεις ορφανών έργων (ΕΕ L 299 της 27.10.2012, σ. 5).

(23)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).

(24)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ L 362 της 31.12.2012, σ. 1).

(25)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).

(26)  Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΠΟΣΟ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ

A.   Τα τέλη που καταβάλλονται στο Γραφείο δυνάμει του παρόντος κανονισμού έχουν ως εξής (σε ευρώ):

1.

Βασικό τέλος για την αίτηση ατομικού σήματος της ΕΕ (άρθρο 31 παράγραφος 2):

1 000 EUR

2.

Βασικό τέλος για την αίτηση ατομικού σήματος της ΕΕ που υποβάλλεται ηλεκτρονικά (άρθρο 31 παράγραφος 2):

850 EUR

3.

Τέλος για τη δεύτερη κλάση προϊόντων και υπηρεσιών για ατομικό σήμα της ΕΕ (άρθρο 31 παράγραφος 2):

50 EUR

4.

Τέλος για κάθε κλάση προϊόντων και υπηρεσιών πέραν της δεύτερης για ατομικό σήμα της ΕΕ (άρθρο 31 παράγραφος 2):

150 EUR

5.

Βασικό τέλος αίτησης για συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ (άρθρο 31 παράγραφος 2 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

1 800 EUR

6.

Βασικό τέλος για την αίτηση συλλογικού σήματος της ΕΕ ή σήματος πιστοποίησης της ΕΕ που υποβάλλεται ηλεκτρονικά (άρθρο 31 παράγραφος 2 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

1 500 EUR

7.

Τέλος για τη δεύτερη κλάση προϊόντων και υπηρεσιών για συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ: (άρθρο 31 παράγραφος 2 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

50 EUR

8.

Τέλος για κάθε κλάση προϊόντων και υπηρεσιών πέραν της δεύτερης για συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ (άρθρο 31 παράγραφος 2 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

150 EUR

9.

Τέλος έρευνας για αίτηση καταχώρισης σήματος της ΕΕ (άρθρο 43 παράγραφος 2) ή για διεθνή καταχώριση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση (άρθρο 43 παράγραφος 2 και άρθρο 195 παράγραφος 2):

12 EUR πολλαπλασιασμένα με τον αριθμό των κεντρικών υπηρεσιών βιομηχανικής ιδιοκτησίας που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 2· το ποσό αυτό και οι περαιτέρω αλλαγές δημοσιεύονται από το Γραφείο στην Επίσημη Εφημερίδα του Γραφείου.

10.

Τέλος ανακοπής (άρθρο 46 παράγραφος 3):

320 EUR

11.

Βασικό τέλος για την ανανέωση ατομικού σήματος της ΕΕ (άρθρο 53 παράγραφος 3):

1 000 EUR

12.

Βασικό τέλος για την ανανέωση ατομικού σήματος της ΕΕ που υποβάλλεται ηλεκτρονικά (άρθρο 53 παράγραφος 3):

850 EUR

13.

Τέλος για την ανανέωση της δεύτερης κλάσης προϊόντων και υπηρεσιών για ατομικό σήμα της ΕΕ (άρθρο 53 παράγραφος 3):

50 EUR

14.

Τέλος για την ανανέωση κάθε κλάσης προϊόντων και υπηρεσιών πέραν της δεύτερης για ατομικό σήμα της ΕΕ (άρθρο 53 παράγραφος 3):

150 EUR

15.

Βασικό τέλος αίτησης για συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ (άρθρο 53 παράγραφος 3 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

1 800 EUR

16.

Βασικό τέλος για την ανανέωση συλλογικού σήματος της ΕΕ ή σήματος πιστοποίησης της ΕΕ που υποβάλλεται ηλεκτρονικά (άρθρο 53 παράγραφος 3 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

1 500 EUR

17.

Τέλος για την ανανέωση της δεύτερης κλάσης προϊόντων και υπηρεσιών για συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ (άρθρο 53 παράγραφος 3 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

50 EUR

18.

Τέλος για την ανανέωση κάθε κλάσης προϊόντων και υπηρεσιών πέραν της δεύτερης για συλλογικό σήμα της ΕΕ ή σήμα πιστοποίησης της ΕΕ (άρθρο 53 παράγραφος 3 και άρθρο 74 παράγραφος 3 ή άρθρο 83 παράγραφος 3):

150 EUR

19.

Πρόσθετο τέλος για την εκπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης ή την εκπρόθεσμη υποβολή της αίτησης ανανέωσης (άρθρο 53 παράγραφος 3):

25 % του εκπρόθεσμου τέλους ανανέωσης, με ανώτατο όριο τα 1 500 EUR

20.

Τέλος για την αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας (άρθρο 63 παράγραφος 2):

630 EUR

21.

Τέλος προσφυγής (άρθρο 68 παράγραφος 1):

720 EUR

22.

Τέλος αίτησης για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum) (άρθρο 104 παράγραφος 3):

200 EUR

23.

Τέλος για την αίτηση μετατροπής του κατατεθειμένου ή του καταχωρισμένου σήματος της ΕΕ (άρθρο 140 παράγραφος 1, επίσης σε συνδυασμό με το άρθρο 202 παράγραφος 1):

α)

σε αίτηση εθνικού σήματος·

β)

σε επέκταση της προστασίας σε κράτη μέλη δυνάμει του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης:

200 EUR

24.

Τέλος για συνέχιση της διαδικασίας (άρθρο 105 παράγραφος 1):

400 EUR

25.

Τέλος για τη δήλωση διαίρεσης καταχωρισμένου (άρθρο 56 παράγραφος 4) ή κατατεθειμένου σήματος της ΕΕ (άρθρο 50 παράγραφος 3):

250 EUR

26.

Τέλος για την αίτηση καταχώρισης άδειας χρήσης ή άλλου δικαιώματος επί καταχωρισμένου (άρθρο 26 παράγραφος 2) ή κατατεθειμένου σήματος της ΕΕ (άρθρο 26 παράγραφος 2):

α)

παραχώρηση άδειας χρήσης·

β)

μεταβίβαση άδειας χρήσης·

γ)

σύσταση εμπράγματου δικαιώματος·

δ)

μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος·

ε)

αναγκαστική εκτέλεση:

200 EUR ανά καταχώριση, αλλά χωρίς υπέρβαση συνολικού ποσού 1 000 EUR σε περίπτωση που υποβάλλονται πολλαπλά αιτήματα στην ίδια αίτηση ή ταυτόχρονα

27.

Τέλος για την ακύρωση της καταχώρισης άδειας χρήσης ή άλλου δικαιώματος (άρθρο 29 παράγραφος 3):

200 EUR ανά ακύρωση, αλλά χωρίς υπέρβαση συνολικού ποσού 1 000 EUR σε περίπτωση που υποβάλλονται πολλαπλά αιτήματα στην ίδια αίτηση ή ταυτόχρονα

28.

Τέλος για την τροποποίηση καταχωρισμένου σήματος της ΕΕ (άρθρο 54 παράγραφος 4):

200 EUR

29.

Τέλος έκδοσης αντιγράφου της αίτησης για σήμα της ΕΕ (άρθρο 114 παράγραφος 7), αντιγράφου του πιστοποιητικού καταχώρισης (άρθρο 51 παράγραφος 2) ή αποσπάσματος από το μητρώο (άρθρο 111 παράγραφος 7):

α)

μη επικυρωμένο αντίγραφο ή απόσπασμα:

10 EUR

β)

επικυρωμένο αντίγραφο ή απόσπασμα:

30 EUR

30.

Τέλος έρευνας φακέλου από το κοινό (άρθρο 114 παράγραφος 6):

30 EUR

31.

Τέλος έκδοσης αντιγράφων των εγγράφων φακέλου (άρθρο 114 παράγραφος 7):

α)

μη επικυρωμένο αντίγραφο:

10 EUR

β)

επικυρωμένο αντίγραφο:

30 EUR

επιπλέον ανά σελίδα, πλέον των δέκα:

1 EUR

32.

Τέλος ανακοίνωσης πληροφοριών που περιέχει ο φάκελος (άρθρο 114 παράγραφος 9):

10 EUR

33.

Τέλος επανεξέτασης του επιστρεπτέου ποσού εξόδων διαδικασίας (άρθρο 109 παράγραφος 8):

100 EUR

34.

Τέλος κατάθεσης διεθνούς αίτησης στο Γραφείο (άρθρο 184 παράγραφος 4):

300 EUR

B.   Τέλη που καταβάλλονται στο Διεθνές Γραφείο

I.   Ατομικό τέλος για διεθνή καταχώριση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση

1.

Ο αιτών διεθνή καταχώριση που επεκτείνεται στην Ένωση οφείλει να καταβάλει στο Διεθνές Γραφείο ατομικό τέλος για την επέκταση της προστασίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

2.

Ο δικαιούχος διεθνούς καταχώρισης ο οποίος υποβάλλει αίτηση για εδαφική επέκταση με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση κατόπιν της διεθνούς καταχώρισης, οφείλει να καταβάλει στο Διεθνές Γραφείο ατομικό τέλος για την επέκταση της προστασίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

3.

Το ποσό του τέλους υπό τα σημεία Β.Ι.1 ή Β.Ι.2 είναι το ισοδύναμο σε ελβετικά φράγκα, όπως ορίζεται από τον γενικό διευθυντή του ΠΟΔΙ σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2 των κοινών κανονισμών, στο πλαίσιο της συμφωνίας και του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, των ακόλουθων ποσών:

α)

για ατομικό σήμα: 820 EUR συν, όπου ενδείκνυται, 50 EUR για τη δεύτερη κλάση προϊόντων και υπηρεσιών και 150 EUR για κάθε κλάση προϊόντων και υπηρεσιών που περιέχονται στη διεθνή καταχώριση πέραν της δεύτερης·

β)

για συλλογικό σήμα ή σήμα πιστοποίησης: 1 400 EUR συν, όπου ενδείκνυται, 50 EUR για τη δεύτερη κλάση προϊόντων και υπηρεσιών και 150 EUR για κάθε κλάση προϊόντων ή υπηρεσιών πέραν της δεύτερης.

II.   Ατομικό τέλος για την ανανέωση διεθνούς καταχώρισης με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση

1.

Ο δικαιούχος διεθνούς καταχώρισης με προστασία που επεκτείνεται στην Ένωση οφείλει να καταβάλει στο Διεθνές Γραφείο, ως μέρος των τελών για την ανανέωση διεθνούς καταχώρισης, ατομικό τέλος για την επέκταση της προστασίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 7 του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης.

2.

Το ποσό του τέλους υπό το σημείο Β.ΙΙ.1 είναι το ισοδύναμο σε ελβετικά φράγκα, όπως ορίζεται από τον γενικό διευθυντή του ΠΟΔΙ σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2 των κοινών κανονισμών, στο πλαίσιο της συμφωνίας και του πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, των ακόλουθων ποσών:

α)

για ατομικό σήμα: 820 EUR συν, όπου ενδείκνυται, 50 EUR για τη δεύτερη κλάση προϊόντων και υπηρεσιών και 150 EUR για κάθε κλάση προϊόντων και υπηρεσιών που περιέχονται στη διεθνή καταχώριση πέραν της δεύτερης·

β)

για συλλογικό σήμα ή σήμα πιστοποίησης: 1 400 EUR συν, όπου ενδείκνυται, 50 ευρώ για τη δεύτερη κλάση προϊόντων και υπηρεσιών και 150 EUR για κάθε κλάση προϊόντων και υπηρεσιών που περιέχονται στη διεθνή καταχώριση πέραν της δεύτερης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Καταργούμενος κανονισμός με κατάλογο των διαδοχικών του τροποποιήσεων

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 78 της 24.3.2009, σ. 1)

 

Πράξη προσχώρησης του 2012, Παράρτημα III, σημείο 2(I)

 

Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 341 της 24.12.2015, σ. 21)

Μόνον το άρθρο 1


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Πίνακας αντιστοιχίας

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009

Παρών κανονισμός

Άρθρα 1 έως 7

Άρθρα 1 έως 7

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 8 παράγραφος 4α

Άρθρο 8 παράγραφος 6

Άρθρο 8 παράγραφος 5

Άρθρο 8 παράγραφος 5

Άρθρο 9

Άρθρο 9

Άρθρο 9α

Άρθρο 10

Άρθρο 9β

Άρθρο 11

Άρθρο 10

Άρθρο 12

Άρθρο 11

Άρθρο 13

Άρθρο 12

Άρθρο 14

Άρθρο 13

Άρθρο 15

Άρθρο 13α

Άρθρο 16

Άρθρο 14

Άρθρο 17

Άρθρο 15

Άρθρο 18

Άρθρο 16

Άρθρο 19

Άρθρο 17 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 20 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 17 παράγραφος 5

Άρθρο 20 παράγραφος 4

Άρθρο 17 παράγραφος 5α

Άρθρο 20 παράγραφος 5

Άρθρο 17 παράγραφος 5β

Άρθρο 20 παράγραφος 6

Άρθρο 17 παράγραφος 5γ

Άρθρο 20 παράγραφος 7

Άρθρο 17 παράγραφος 5δ

Άρθρο 20 παράγραφος 8

Άρθρο 17 παράγραφος 5ε

Άρθρο 20 παράγραφος 9

Άρθρο 17 παράγραφος 5στ

Άρθρο 20 παράγραφος 10

Άρθρο 17 παράγραφος 6

Άρθρο 20 παράγραφος 11

Άρθρο 17 παράγραφος 7

Άρθρο 20 παράγραφος 12

Άρθρο 17 παράγραφος 8

Άρθρο 20 παράγραφος 13

Άρθρο 18

Άρθρο 21

Άρθρο 19

Άρθρο 22

Άρθρο 20

Άρθρο 23

Άρθρο 21

Άρθρο 24

Άρθρο 22

Άρθρο 25

Άρθρο 22α

Άρθρο 26

Άρθρο 23

Άρθρο 27

Άρθρο 24

Άρθρο 28

Άρθρο 24α

Άρθρο 29

Άρθρο 25

Άρθρο 30

Άρθρο 26

Άρθρο 31

Άρθρο 27

Άρθρο 32

Άρθρο 28

Άρθρο 33

Άρθρο 29

Άρθρο 34

Άρθρο 30

Άρθρο 35

Άρθρο 31

Άρθρο 36

Άρθρο 32

Άρθρο 37

Άρθρο 33

Άρθρο 38

Άρθρο 34 παράγραφος 1

Άρθρο 39 παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 1α

Άρθρο 39 παράγραφος 2

Άρθρο 34 παράγραφος 2

Άρθρο 39 παράγραφος 3

Άρθρο 34 παράγραφος 3

Άρθρο 39 παράγραφος 4

Άρθρο 34 παράγραφος 4

Άρθρο 39 παράγραφος 5

Άρθρο 34 παράγραφος 5

Άρθρο 39 παράγραφος 6

Άρθρο 34 παράγραφος 6

Άρθρο 39 παράγραφος 7

Άρθρο 35

Άρθρο 40

Άρθρο 36

Άρθρο 41

Άρθρο 37 παράγραφος 1

Άρθρο 42 παράγραφος 1

Άρθρο 37 παράγραφος 3

Άρθρο 42 παράγραφος 2

Άρθρο 38

Άρθρο 43

Άρθρο 39

Άρθρο 44

Άρθρο 40

Άρθρο 45

Άρθρο 41

Άρθρο 46

Άρθρο 42

Άρθρο 47

Άρθρο 42α

Άρθρο 48

Άρθρο 43

Άρθρο 49

Άρθρο 44 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 50 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 44 παράγραφος 4

Άρθρο 50 παράγραφος 3

Άρθρο 44 παράγραφος 4α

Άρθρο 50 παράγραφος 4

Άρθρο 44 παράγραφοι 5 έως 9

Άρθρο 50 παράγραφοι 5 έως 9

Άρθρο 45

Άρθρο 51

Άρθρο 46

Άρθρο 52

Άρθρο 47

Άρθρο 53

Άρθρο 48

Άρθρο 54

Άρθρο 48α

Άρθρο 55

Άρθρο 49

Άρθρο 56

Άρθρο 50

Άρθρο 57

Άρθρο 51

Άρθρο 58

Άρθρο 52

Άρθρο 59

Άρθρο 53

Άρθρο 60

Άρθρο 54

Άρθρο 61

Άρθρο 55

Άρθρο 62

Άρθρο 56

Άρθρο 63

Άρθρο 57

Άρθρο 64

Άρθρο 57α

Άρθρο 65

Άρθρο 58

Άρθρο 66

Άρθρο 59

Άρθρο 67

Άρθρο 60

Άρθρο 68

Άρθρο 61

Άρθρο 69

Άρθρο 63

Άρθρο 70

Άρθρο 64

Άρθρο 71

Άρθρο 65

Άρθρο 72

Άρθρο 65α

Άρθρο 73

Άρθρο 66

Άρθρο 74

Άρθρο 67

Άρθρο 75

Άρθρο 68

Άρθρο 76

Άρθρο 69

Άρθρο 77

Άρθρο 70

Άρθρο 78

Άρθρο 71

Άρθρο 79

Άρθρο 72

Άρθρο 80

Άρθρο 73

Άρθρο 81

Άρθρο 74

Άρθρο 82

Άρθρο 74α

Άρθρο 83

Άρθρο 74β

Άρθρο 84

Άρθρο 74γ

Άρθρο 85

Άρθρο 74δ

Άρθρο 86

Άρθρο 74ε

Άρθρο 87

Άρθρο 74στ

Άρθρο 88

Άρθρο 74ζ

Άρθρο 89

Άρθρο 74η

Άρθρο 90

Άρθρο 74θ

Άρθρο 91

Άρθρο 74ι

Άρθρο 92

Άρθρο 74ια

Άρθρο 93

Άρθρο 75

Άρθρο 94

Άρθρο 76

Άρθρο 95

Άρθρο 77

Άρθρο 96

Άρθρο 78

Άρθρο 97

Άρθρο 79

Άρθρο 98

Άρθρο 79α

Άρθρο 99

Άρθρο 79β

Άρθρο 100

Άρθρο 79γ

Άρθρο 101

Άρθρο 79δ

Άρθρο 102

Άρθρο 80

Άρθρο 103

Άρθρο 81

Άρθρο 104

Άρθρο 82

Άρθρο 105

Άρθρο 82α

Άρθρο 106

Άρθρο 83

Άρθρο 107

Άρθρο 84

Άρθρο 108

Άρθρο 85 παράγραφος 1

Άρθρο 109 παράγραφος 1

Άρθρο 85 παράγραφος 1α

Άρθρο 109 παράγραφος 2

Άρθρο 85 παράγραφος 2

Άρθρο 109 παράγραφος 3

Άρθρο 85 παράγραφος 3

Άρθρο 109 παράγραφος 4

Άρθρο 85 παράγραφος 4

Άρθρο 109 παράγραφος 5

Άρθρο 85 παράγραφος 5

Άρθρο 109 παράγραφος 6

Άρθρο 85 παράγραφος 6

Άρθρο 109 παράγραφος 7

Άρθρο 85 παράγραφος 7

Άρθρο 109 παράγραφος 8

Άρθρο 86

Άρθρο 110

Άρθρο 87

Άρθρο 111

Άρθρο 87α

Άρθρο 112

Άρθρο 87β

Άρθρο 113

Άρθρο 88

Άρθρο 114

Άρθρο 88α

Άρθρο 115

Άρθρο 89

Άρθρο 116

Άρθρο 90

Άρθρο 117

Άρθρο 91

Άρθρο 118

Άρθρο 92

Άρθρο 119

Άρθρο 93

Άρθρο 120

Άρθρο 93α

Άρθρο 121

Άρθρο 94

Άρθρο 122

Άρθρο 95 παράγραφος 1

Άρθρο 123 παράγραφος 1

Άρθρο 95 παράγραφος 2

Άρθρο 95 παράγραφος 3

Άρθρο 123 παράγραφος 2

Άρθρο 95 παράγραφος 4

Άρθρο 123 παράγραφος 3

Άρθρο 95 παράγραφος 5

Άρθρο 96

Άρθρο 124

Άρθρο 97

Άρθρο 125

Άρθρο 98

Άρθρο 126

Άρθρο 99

Άρθρο 127

Άρθρο 100

Άρθρο 128

Άρθρο 101

Άρθρο 129

Άρθρο 102

Άρθρο 130

Άρθρο 103

Άρθρο 131

Άρθρο 104

Άρθρο 132

Άρθρο 105

Άρθρο 133

Άρθρο 106

Άρθρο 134

Άρθρο 107

Άρθρο 135

Άρθρο 109

Άρθρο 136

Άρθρο 110

Άρθρο 137

Άρθρο 111

Άρθρο 138

Άρθρο 112

Άρθρο 139

Άρθρο 113

Άρθρο 140

Άρθρο 114

Άρθρο 141

Άρθρο 115

Άρθρο 142

Άρθρο 116

Άρθρο 143

Άρθρο 117

Άρθρο 144

Άρθρο 118

Άρθρο 145

Άρθρο 119 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 146 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 119 παράγραφος 5α

Άρθρο 146 παράγραφος 6

Άρθρο 119 παράγραφος 6

Άρθρο 146 παράγραφος 7

Άρθρο 119 παράγραφος 7

Άρθρο 146 παράγραφος 8

Άρθρο 119 παράγραφος 8

Άρθρο 146 παράγραφος 9

Άρθρο 119 παράγραφος 9

Άρθρο 146 παράγραφος 10

Άρθρο 119 παράγραφος 10

Άρθρο 146 παράγραφος 11

Άρθρο 120

Άρθρο 147

Άρθρο 121

Άρθρο 148

Άρθρο 123

Άρθρο 149

Άρθρο 123α

Άρθρο 150

Άρθρο 123β

Άρθρο 151

Άρθρο 123γ

Άρθρο 152

Άρθρο 124

Άρθρο 153

Άρθρο 125

Άρθρο 154

Άρθρο 126

Άρθρο 155

Άρθρο 127

Άρθρο 156

Άρθρο 128

Άρθρο 157

Άρθρο 129

Άρθρο 158

Άρθρο 130

Άρθρο 159

Άρθρο 131

Άρθρο 160

Άρθρο 132

Άρθρο 161

Άρθρο 133

Άρθρο 162

Άρθρο 134

Άρθρο 163

Άρθρο 134α

Άρθρο 164

Άρθρο 135

Άρθρο 165